Front matter (continued 3)
I. (Ioannes) Zervos translation
«Το μνημείον τούτο της ιδικής του αρχής ο Πεισίστρατος, υιός του Ιπ- πίου, ανέθηκεν εις το τέμενος του Πυθίου Απόλλωνος».
55. Ότι δε ο Ιππίας έλαβε την αρχήν ως πρωτότοκος, τούτο δύναμαι να βεβαιώσω καθό γνωρίζων την παράδοσιν ακριβέστερον παντός άλλου· δύναταί τις όμως να πεισθή και εκ των ακολούθων παρατηρήσεων. Είναι βέβαιον ότι εκ των δύο τούτων γνησίων αδελφών ο ένας μόνον απέκτησε τέκνα, ως δεικνύει ο βωμός και η στηθείσα εν τη ακροπόλει των Αθηναίων στήλη προς ανάμνησιν της αδικίας των τυράννων. Ούτε του Θεσσαλού ούτε του Ιππάρχου υπάρχει τέκνον αναφερόμενον εις καμμίαν επιγραφήν, αλλά μόνον πέντε τέκνα του Ιππίου, τα οποία ούτος εγέννησεν εκ της Μυρρίνης θυγατρός Καλλίου του Υπερεχίδου· είναι λοιπόν φυσικόν ότι ο πρωτότοκος ενυμφεύθη πρώτος. ’λλως είναι εγγραμμένος επί της στήλης πρώτος μετά τον πατέρα του, το οποίον και είναι εύλογον, επειδή ως πρωτότοκος διεδέχθη τον πατέρα του εις την τυραννίαν. Εκτός τούτου νομίζω ότι ουδέ θα κατελάμβανεν ο Ιππίας αμέσως και ευκόλως την τυραννίδα, εάν ο μεν Ίππαρχος απέθνησκεν άρχων, αυτός δε τον διεδέχετο αυθημερόν. Αλλ' ο φόβος, τον οποίον προ πολλού χρόνου ενέπνευσεν εις τους πολίτας, και η ακριβής πειθαρχία των δορυφόρων του διετήρησαν την εξουσίαν του εις πληρεστάτην ασφάλειαν και δεν ησθάνθη τας δυσκολίας εκείνας, τας οποίας θα ησθάνετο, εάν ήτο νεώτερος του αδελφού του και κατά συνέπειαν είχεν ολιγωτέραν πείραν εις το να άρχη. Συνέβη λοιπόν ότι ο Ίππαρχος, γενόμενος, ονομαστός διά την επισυμβάσαν εις αυτόν δυστυχίαν, ενομίσθη κατόπιν ότι υπήρξε τύραννος.
56. Εν τούτοις ο Ίππαρχος προσέβαλεν όπως διενοείτο τον αρνηθέντα την αποδοχήν των προτάσεων του (πείρασιν) Αρμόδιον, διότι μίαν αδελφήν αυτού, κόρην, ενώ προσέταξαν να έλθη βαστάζουσα κάνιστρον εις τελετήν τινα, εξεδίωξαν λέγοντες ότι δεν της ανέθεσαν τιμήν, της οποίας δεν ήτο αξία. Ο Αρμόδιος θανάσιμον ησθάνθη λύπην διά την προσβολήν εκείνην, και χάριν αυτού ακόμη περισσότερον εξωργίσθη ο Αριστογείτων. Αφού συνεφώνησαν μετά των συνεταίρων των τι έπρεπε να πράξουν, επερίμεναν τα μεγάλα Παναθήναια, μόνην ημέραν, καθ' ην η ένοπλος συνάθροισις των συνοδευόντων την τελετήν δεν ενέπνεε δυσπιστίαν· συνεφωνήθη αυτοί μεν να κάμουν αρχήν, οι δε συνωμόται να προστρέξουν αμέσως εις βοήθειάν των κατά των δορυφόρων. Ήσαν δε όχι πολλοί οι συνωμόται, χάριν ασφαλείας, διότι ήλπιζαν ότι και όσοι δεν ήσαν μεμυημένοι εις την συνωμοσίαν, έχοντες όπλα, εις το ελάχιστον κτύπημα θα έσπευδον να ενωθούν μετ' αυτών, διά να ανακτήσουν την ελευθερίαν των.
57. Επελθούσης της εορτής ο μεν Ιππίας έξω της πόλεως, εις τον καλούμενον Κεραμεικόν, ενησχολείτο μετά των δορυφόρων κανονίζων τα της τελετής, ο δε Αρμόδιος και ο Αριστογείτων έχοντες ήδη τα εγχειρίδια επροχώρησαν, διά να τον κτυπήσουν αλλ' ιδόντες ένα των συνωμοτών συνδιαλεγόμενον κατά τρόπον οικείον μετά του Ιππίου (διότι ο Ιππίας ήτο καταδεκτικός εις όλους) εφοβήθησαν και ενόμισαν ότι κατηγγέλθησαν και μετ' ολίγον έμελλον να συλληφθούν. Ηθέλησαν λοιπόν να εκδικηθούν πρότερον, εάν ηδύναντο, εναντίον εκείνου πού τους επρόσβαλε και τους ηνάγκασε να ριψοκινδυνεύσουν την ζωήν των και καθώς ήσαν, εισέρχονται ταχέως εις την πόλιν και συναντήσαντες τον Ίππαρχον πλησίον εις το καλούμενον Λεωκόριον, επιπίπτουν κατ' αυτού· και έξω φρενών αμφότεροι, ο μεν υπό ζηλοτυπίας, ο δε διά την ύβριν, την οποίαν έλαβε, τον κτυπούν και τον φονεύουν. Και ο μεν Αριστογείτων, επειδή έτρεξεν εκεί ο όχλος, διέφυγε προς στιγμήν τους δορυφόρους, αλλ' ύστερον συλληφθείς ετιμωρήθη σκληρώς· ο δε Αρμόδιος εφονεύθη αμέσως.
58. Ότε δε έμαθε την είδησιν ο Ιππίας εν τω Κεραμεικώ, διηυθύνθη ουχί εις τον τόπον της σκηνής, αλλά προς τους μεθ' όπλων συνοδεύοντας την πομπήν πριν ούτοι μάθουν τίποτε, διότι είχαν απομακρυνθή· και πλάσας το πρόσωπόν του ούτως, ώστε να κρύπτη την συμφοράν, διέταξεν αυτούς να μεταβούν εις μέρος τι, το οποίον τους υπέδειξε. Και ούτοι μεν μετέβησαν, νομίζοντες ότι ήθελε να τους είπη τι· αλλ' ο Ιππίας, διατάξας τους δορυφόρους του να τους αφοπλίσουν, εξεχώρισεν αμέσως εκείνους, τους οποίους ενομιζεν υπόπτους, και εκείνους, οι οποίοι ευρέθησαν έχοντες εγχειρίδια· διότι εις τας τελετάς η συνήθεια ήτο να φέρουν μόνον ασπίδα και δόρυ.
59. Κατά τοιούτον μεν τρόπον ερωτική λύπη παρήγαγε το σχέδιον της συνωμοσίας και αιφνίδιος φόβος το παράτολμον κίνημα του Αρμοδίου και του Αριστογείτονος. Μετά το γεγονός τούτο η τυραννία κατέστη πλέον βαρεία εις τους Αθηναίους. Φοβούμενος περισσότερον ο Ιππίας εφόνευσε πολλούς πολίτας και συγχρόνως έστρεφε τα βλέμματα του προς τα έξω, διά να ίδη αν θα ηδύνατο, εν περιπτώσει επαναστάσεως, να εύρη κάπου ασφάλειαν. Έδωκε λοιπόν, μολονότι ήτον Αθηναίος, την θυγατέρα του Αρχεδίκην εις άνδρα Λαμψακηνόν, τον Αιαντίδην, υιόν του τυράννου της Λαμψάκου Ιππόκλου, επειδή εγνώριζεν ότι η οικογένεια αύτη μεγάλως ίσχυε πλησίον του βασιλέως Δαρείου. Και ο τάφος της Αρχεδίκης υπάρχει εις την Λάμψακον και φέρει το εξής επίγραμμα·
«Ανδρός που επρώτευσεν εις την Ελλάδα μεταξύ των συγχρόνων του του Ιππίου θυγατέρα, την Αρχεδίκην, σκεπάζει η σκόνη αυτή, Πατέρα, σύζυγον, αδελφούς έχουσα ηγεμόνας και τέκνα ακόμη, όμως δεν ήτο ξιππασμένη από αλαζονείαν».
Ο δε Ιππίας ετυράννευσεν εις τας Αθήνας επί τρία έτη ακόμη και κατά το τέταρτον τον έρριψαν από την αρχήν του οι Λακεδαιμόνιοι και οι εξόριστοι Αλκμεωνίδαι. Ανεχώρησε λοιπόν με σπονδάς πρώτον μεν εις το Σίγειον, έπειτα δε πλησίον του Αιαντίδου εις Λάμψακον και τελευταίον προς τον βασιλέα Δαρείον. Μετά είκοσιν έτη, γέρων ήδη ων συνώδευσε τους Μήδους εις τον Μαραθώνα.
60. Ταύτα ενθυμούμενος ο λαός των Αθηναίων και αναμιμνησκόμενος όσα ήξευρεν εξ ακοής εδεικνύετο τότε δύστροπος και φιλύποπτος προς πάντας τους επί βεβηλώσει των μυστηρίων κατηγορουμένους. Ενόμιζεν ότι τα πάντα επράχθησαν υπό συνωμοσίας ολιγαρχικής και τυραννικής. Επειδή δε, ας εκ της εξεγέρσεως ταύτης των πνευμάτων, πολλοί και αξιόλογοι άνθρωποι ήσαν ήδη εις το δεσμωτήριον, και επειδή τα μέτρα ταύτα δεν εφαίνοντο προσεγγίζοντα εις τέλος τι, αλλ' από ημέρας εις ημέραν, γινόμενα αγριώτερα, επολλαπλασίαζον τας συλλήψεις, εις των φυλακισμένων τότε, ο οποίος εφαίνετο μάλλον ένοχος, κατεπείσθη υφ' ενός των συνδεσμωτών του να δώση πληροφορίας αληθείς ή ψευδείς (αι εικασίαι περί του αντικειμένου τούτου είναι διηρημέναι και ουδείς ούτε τότε ούτε ύστερον ηδυνήθη να είπη τι σαφές περί των διαπραξάντων το έγκλημα.) Ο συνδεσμώτης του, διά να τον πείση, του είπεν ότι έπρεπεν, έστω και αν δεν ήτο ένοχος, και αυτός να σωθή απαλλασσόμενος της ποινής και την πόλιν να λυτρώση από της επικρεμαμένης ανησυχίας· ότι πολύ περισσότερον θα εξησφάλιζε την σωτηρίαν του διά καταθέσεως συνεπαγούσης απόλυσιν ή δι' αρνήσεων, των οποίων το αποτέλεσμα ήθελεν είσθαι η εις δίκην εισαγωγή του. Και αυτός μεν κατηγόρησε τον εαυτόν του και άλλους διά την ακρωτηρίασιν των Ερμών· ο δε δήμος των Αθηναίων εδέχθη μετά χαράς εκείνο, το οποίον ενόμιζεν ως αλήθειαν. Αγανακτήσας διότι μέχρι της ημέρας εκείνης δεν είχε δυνηθή να ανακαλύψη την κατά της δημοκρατίας επιβουλήν εκείνην απέλυσεν αμέσως τον μηνυτήν και τους άλλους, όσους αυτός δεν είχε κατηγορήσει· εκείνους δε που κατήγγειλεν αυτός δικάσας, τους μεν συλληφθέντας απέκτεινε, τους δε διαφυγόντας κατεδίκασεν εις θάνατον και υπεσχέθη χρηματικήν αμοιβήν εις εκείνον, όστις ήθελε τους φονεύσει. Αγνοείται εν τούτοις αν οι παθόντες ετιμωρήθησαν αδίκως, αλλ' όλη η πόλις, εις την περίστασιν ταύτην, ησθάνθη προφανή ανακούφισιν.
61. Ότε δε ο Αλκιβιάδης κατηγγέλθη υπό των ιδίων εχθρών, οίτινες επετέθησαν κατ' αυτού και προ της αναχωρήσεώς του, οι Αθηναίοι ωργίσθησαν σφόδρα εναντίον αυτού. ’μα ενόμισαν ότι αρκούντως διεφωτίσθησαν περί της υποθέσεως των Ερμών, επείσθησαν ότι κατά μεγαλύτερον λόγον και η των μυστηρίων, εις την οποίαν ήτο ενοχοποιημένος, επήγαζεν επίσης εκ συνωμοσίας εναντίον της δημοκρατίας. Κατά παράδοξον σύμπτωσιν, κατά τον αυτόν χρόνον που υπήρχον αι ταραχαί αύται, συνέβη, ώστε ολίγος στρατός Λακεδαιμονίων να προχωρήση μέχρι του ισθμού, κατόπιν συνεννοήσεώς τινος μετά των Βοιωτών. Επίστευσαν λοιπόν ότι ο Αλκιβιάδης δεν ήτο αμέτοχος εις το κίνημα εκείνο, ότι επρόκειτο ουχί περί της Βοιωτίας αλλά περί συνωμοσίας, της οποίας αυτός ήτο ο κύριος μοχλός, και ότι, αν δεν τον επρολάμβανον συλλαμβάνοντες τους συνωμότας, η πόλις ήθελε κυριευθή διά προδοσίας. Νύκτα τινά μάλιστα κατεκλίθησαν μετά των όπλων των εις τον ναόν του Θησέως, ο οποίος είναι εντός της πόλεως. Εις τον αυτόν καιρόν οι συνδεόμενοι διά φιλοξενίας με τον Αλκιβιάδην εις το ’ργος έγιναν ύποπτοι ότι ήθελαν να επιτεθούν κατά του δήμου· ένεκα τούτου οι Αθηναίοι παρέδοσαν εις τον δήμον των Αργείων τους φυλαγμένους υπ' αυτών εις τας νήσους ομήρους των Αργείων, διά να τους αποκτείνη. Ούτω λοιπόν τα πάντα συνέτρεχαν εις το να κάμνουν τον Αλκιβιάδην ύποπτον. Θέλοντες δε οι Αθηναίοι να προσαγάγουν αυτόν εις δίκην και να τον θανατώσουν έστειλαν εις την Σικελίαν την Σαλαμινίαν ναυν, διά να μεταφέρη αυτόν και εκείνους, οίτινες περιείχοντο εις την καταγγελίαν. Διαταγή είχε δοθή να επιστρέψη μεν μετά του πλοίου εκείνου εις τας Αθήνας, διά ναπολογηθή, να μη συλληφθή δε. Και τούτο, διότι εφοβούντο μη εγερθή ταραχή τις μεταξύ των εις την Σικελίαν πεμφθέντων στρατιωτών και των εχθρών· ήθελον δε προ πάντων να κρατήσουν τους Μαντινείς και τους Αργείρυς, νομίζοντες ότι ούτοι εξ αιτίας του Αλκιβιάδου επείσθησαν να συνεκστρατεύσουν μετ' αυτών. Ο Αλκιβιάδης και οι συγκατηγορούμενοι εισελθόντες εις το πλοίον του απέπλευσαν εκ της Σικελίας συνοδευόμενοι υπό της Σαλαμινίας, ως εάν είχαν σκοπόν να μεταβούν εις τας Αθήνας. Αλλά, φθάσαντες εις τους Θουρίους έπαυσαν να την ακολουθούν και καταβάντες από του πλοίου έγιναν άφαντοι, φοβηθέντες να μεταβούν εις τας Αθήνας διά τοιαύτην κατηγορίαν και να δικασθούν. Οι δε εκ της Σαλαμινίας επί τινα μεν χρόνον εζήτουν τον Αλκιβιάδην και τους μετ' αυτού, ουδαμού δε βλέποντες αυτούς ανεχώρησαν. Ο Αλκιβιάδης, ο οποίος ούτως ήτο πλέον φυγάς, επεραιώθη μετ' ολίγον επί μικρού πλοίου εκ της Θουρίας εις την Πελοπόννησον οι δε Αθηναίοι, δικάσαντες αυτόν ερήμην, τον κατεδίκασαν μετά των συνεταίρων του εις θάνατον.
62. Μετά ταύτα δε οι άλλοι στρατηγοί των Αθηναίων, οι οποίοι ήσαν εις την Σικελίαν, διαιρέσαντες το στράτευμα εις δύο μέρη, έκαστον των οποίων έλαβεν ένα καθένας από τους δύο με κλήρον διηυθύνθησαν μεθ' όλου του στόλου προς τον Σελινούντα και την Έγεσταν, διά να μάθουν αν οι Εγεσταίοι θα τους έδιδαν τα υποσχεθέντα χρήματα, να επιθεωρήσουν την κατάστασιν των Σελινουντίων και να μάθουν τας μετά των Εγεσταίων διαφοράς των. Παραπλέοντες την Σικελίαν αριστερά, το μέρος το προς τον Τυρρηνικόν κόλπον, προσήγγισαν εις την Ιμέραν, η οποία κατά το μέρος τούτο είναι η μόνη ελληνική πόλις της Σικελίας. Επειδή όμως δεν εδέχθησαν αυτούς, εξηκολούθησαν παραπλέοντες· και κατά τον πλουν πλησίον της παραλίας εκυρίευσαν τα Ύκκαρα, μικράν πόλιν Σικανικήν, εχθράν των Εγεσταίων και παραθαλασσίαν. Ανδραποδίσαντες δε τους κατοίκους παρέδωκαν την πόλιν εις τους Εγεσταίους, των οποίων οι ιππείς είχον φθάσει εκεί. Έπειτα το μεν πεζικόν επροχώρησε διά των Σικελών έως ου έφθασεν εις την Κατάνην, τα δε πλοία περιέπλευσαν έχοντα τους αιχμαλώτους. Ευθύς ο Νικίας παρέπλευσεν εκ των Υκκάρων εις την Έγεσταν και τακτοποιήσας τας εκεί υποθέσεις έλαβε τριάκοντα τάλαντα και επανήλθεν εις το στρατόπεδον πωλήσαντες δε τους αιχμαλώτους ωφελήθησαν εικοσιπέντε τάλαντα. Περιήλθον επίσης και τους συμμάχους τόπους των Σικελών ζητούντες παρ' αυτών να τους στείλουν στρατόν. Το ήμισυ του στρατού ώδευσε κατά της Ύβλας της Γελεάτιδος, την οποίαν δεν ηδυνήθη να κυριεύση. Και τοιουτοτρόπως έληξε το θέρος.
63. Κατά δε τον ακόλουθον χειμώνα αφ' ενός μεν οι Αθηναίοι ητοιμάσθησαν να επιτεθούν άνευ αναβολής εναντίον των Συρακουσών, αφ' ετέρου δε οι Συρακούσιοι εμελέτων το αυτό. Επειδή ο στρατός των Αθηναίων δεν επετέθη κατ' αυτών αμέσως εις την πρώτην στιγμήν του φόβου και της προσδοκίας, ανελάμβανον πλειότερον θάρρος ημέραν με την ημέραν και όταν είδον τους Αθηναίους πλέοντας μακράν προς το αντιπέραν μέρος της Σικελίας· όταν τους είδον φθάσαντας εις την Ύβλαν και μετά ματαίαν απόπειραν μη δυνηθέντες να κυριεύσουν αυτήν διά της βίας, ακόμη περισσότερον τους περιεφρόνησαν· και, ως συνηθίζει να πράττη το αναλαμβάνον θάρρος πλήθος, εζήτησαν παρά των στρατηγών να τους οδηγήσουν εις την Κατάνην, αφού οι Αθηναίοι δεν ήρχοντο προς αυτούς. Ιππείς Συρακούσιοι ήλαυνον εμπρός διά να κατασκοπεύουν πάντοτε το στράτευμα των Αθηναίων, και μεταξύ άλλων σκωμμάτων τους ηρώτων αν ήλθον εις την ξένην γην μάλλον διά να κατοικήσουν μετ' αυτών παρά διά να επαναφέρουν τους Λεοντίνους εις την πατρίδα των.
64. Ταύτα κατανοούντες οι στρατηγοί των Αθηναίων και θέλοντες να ελκύσουν τους Συρακούσιους πανδημεί όσον το δυνατόν μακράν της πόλεως, ενώ αυτοί κατά το διάστημα τούτο επροτίθεντο, παραπλέοντες την παραλίαν νύκτα μετά του στόλου, να καταλάβωσι θέσιν καταλληλοτέραν διά το στρατόπεδον, αισθανόμενοι ότι δεν θα είχον την αυτήν υπεροχήν, εάν απεβιβάζοντο ενώπιον προητοιμασμένου εχθρού ή εάν εφαίνοντο προχωρούντες διά ξηράς· διότι κατά μεν την πρώτην περίπτωσιν οι ψιλοί και το άλλο πλήθος, δι' έλλειψιν ίππων, θα υφίσταντο μεγάλας απωλείας εκ μέρους των Συρακουσίων ιππέων, πολλών όντων, ενώ κατά την άλλην θα κατελάμβανον θέσιν δυναμένην να τους προφυλάξη από το εχθρικόν ιππικόν. Οι δε ακολουθούντες αυτούς φυγάδες των Συρακουσίων τοις υπέδειξαν θέσιν τινά κειμένην πλησίον του Ολυμπιείου, την οποίαν και κατέλαβον. Ιδού δε τι μέσον μετεχειρίσθησαν οι στρατηγοί, διά να επιτύχουν του σκοπού των. Πέμπουν εις τας Συρακούσας άνθρωπον πιστόν μεν εις αυτούς, όχι ολιγώτερον δε κατά τα φαινόμενα πιστόν και εις τους στρατηγούς των Συρακουσίων· ο άνθρωπος εκείνος ήτο εκ Κατάνης και είπεν ότι ήρχετο εκ μέρους τινών Καταναίων, των οποίων οι Συρακούσιοι στρατηγοί εγνώριζαν τα ονόματα και ήξευραν ότι ήσαν εκ των εντός εκείνης της πόλεως απομεινάντων εις αυτούς φίλων· είπεν ότι οι Αθηναίοι διενυκτέρευαν εντός της πόλεως μακράν του στρατοπέδου· ότι, εάν οι Συρακούσιοι ήθελαν καθ' ωρισμένην ημέραν να προχωρήσουν άμα τη αυγή πανστρατιά κατά του εχθρικού στρατοπέδου, αυτοί μεν οι Καταναίοι ήθελαν κρατήσει τους ευρεθησομένους εν τη πάλει και ήθελαν πυρπολήσει τα πλοία, οι δε Συρακούσιοι, προσβάλλοντες τα χαρακώματα, ευκόλως ήθελαν κυριεύσει το στρατόπεδον· τέλος, ότι πολλοί Καταναίοι ήθελαν συμπράξει εις την επιχείρησιν ταύτην, ότι ήσαν ήδη προητοιμασμένοι και ότι ήλθεν εκ μέρους αυτών.
65. Οι δε στρατηγοί των Συρακουσίων, οι οποίοι άλλως ήσαν πλήρεις εμπιστοσύνης και εσκέπτοντο μάλιστα, και άνευ αυτής της ειδήσεως, να παρασκευασθούν, διά να βαδίσουν εναντίον της Κατάνης, επίστευσαν πολύ απερισκέπτως εις τον άνθρωπον εκείνον και αμέσως συμφωνήσαντες διά την ημέραν, κατά την οποίαν ήθελαν φθάσει, τον απέπεμψαν. Επειδή δε οι Σελινούντιοι καί τινες άλλοι εκ των συμμάχων είχαν ήδη έλθει, οι στρατηγοί διέταξαν να εξέλθουν πανστρατιά όλοι οι Συρακούσιοι. Και αφού ητοιμάσθησαν τα πάντα και προσήγγισεν η συμφωνηθείσα ημέρα, οι Συρακούσιοι, κινήσαντες, διενυκτέρευσαν εις τας όχθας του ποταμού Συμαίθου, εις την χώραν των Λεοντίνων. Οι δε Αθηναίοι, άμα έμαθαν ότι επλησίαζαν, σηκώσαντες όλον το στρατόπεδόν των καθώς και τους Σικελούς και όλους όσοι είχαν έλθει να ενωθούν μετ' αυτών και επιβιβασθέντες εις τα πλοία και τα πλοιάρια έπλευσαν διά νυκτός προς τας Συρακούσας. Μόλις δε εξημέρωσεν οι Αθηναίοι απέβησαν εις την πλησίον του Ολυμπιείου θέσιν, διά να στήσουν το στρατόπεδόν των. Οι Συρακούσιοι ιππείς, προχωρήσαντες πρώτοι μέχρι της Κατάνης και παρατηρήσαντες ότι όλος ο στόλος είχεν αναχωρήσει επέστρεψαν, διά να φέρουν την είδησιν εις τους πεζούς· και όλοι αμέσως μεταστραφέντες έτρεξαν εις βοήθειαν της πόλεως των.
66. Εν τούτοις, επειδή οι Συρακούσιοι είχαν μακρόν διάστημα να διατρέξουν, οι Αθηναίοι ηδυνήθησαν ανέτως να στήσουν το στρατόπεδόν των εις χώρον επιτήδειον, όπου και την μάχην θα ηδύναντο να αρχίσουν, όποτε ήθελε τοις φανή αναγκαίον, και οι ιππείς των Συρακουσίων δεν θα ηδύναντο να τους ανησυχήσουν ούτε κατά το έργον ούτε προ αυτού· διότι αφ' ενός μεν μικρά τείχη, οικίαι, δένδρα και λίμνη επροστάτευαν αυτούς, αφ' ετέρου δε κρημνοί. Κόψαντες δε τα πλησίον δένδρα και μετακόμισαντες αυτά εις το παράλιον εσχημάτισαν χαρακώματα κατά μήκος των πλοίων και ήγειραν μετά σπουδής οχύρωμα εκ λίθων εκλεκτών και ξύλων πλησίον του Δάσκωνος, εις το μέρος το μάλλον ευπρόσιτον εις τους πολεμίους· τέλος έκοψαν την γέφυραν του Ανάπου. Ενώ δε κατεγίνοντο εις ταύτα, εκ μεν της πόλεως ουδείς εξήλθε, διά να τους εμποδίση, πρώτοι δε οι ιππείς των Συρακουσίων έτρεξαν εις βοήθειαν, και μετ' ολίγον συνηθροίσθη όλος ο στρατός. Και κατ' αρχάς μεν επλησίασαν ούτοι εις το στρατόπεδον των Αθηναίων έπειτα όμως, επειδή οι Αθηναίοι δεν αντεπεξήρχοντο, ανεχώρησαν και διαβάντες την Ελωρινήν οδόν διενυκτέρευσαν εκεί.
67. Κατά την ακόλουθον δε ημέραν οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοι παρεσκευάσθησαν διά την μάχην και ετακτοποιήθησαν ως ακολούθως. Το μεν δεξιόν κέρας είχον οι Μαντινείς, το μέσον οι Αθηναίοι, το δε αριστερόν οι άλλοι σύμμαχοι. Και το μεν ήμισυ του στρατεύματος των παρετάχθη επί οκτώ κατά βάθος, το δε άλλο ήμισυ παρετάχθη τετραγωνικώς πλησίον των σκηνών επί οκτώ επίσης κατά βάθος, λαβόν διαταγήν να επιβλέπη και να προστρέχη οπουδήποτε κατεπονείτο το στράτευμα. Οι δε Συρακούσιοι παρέταξαν επί δεκαέξ κατά βάθος τους οπλίτας, οι οποίοι όλοι ήσαν Συρακούσιοι, και τους συμμάχους, όσοι έφθασαν κατ' εκείνην την στιγμήν. Οι Σελινούντιοι προ πάντων είχαν τρέξει εις βοήθειάν των, και έπειτα Γελώοι ιππείς, εν όλω διακόσιοι, και προσέτι είκοσι περίπου Καμαριναίοι ιππείς και πεντήκοντα ως έγγιστα τοξόται. Οι ιππείς, οι οποίοι δεν ήσαν περισσότεροι των χιλίων διακοσίων, ετάχθησαν εις το δεξιόν κέρας και πλησίον αυτών οι ακοντισταί. Καθ' ην στιγμήν δε οι Αθηναίοι επρόκειτο να αρχίσουν την μάχην, ο Νικίας, διατρέχων τα διάφορα σώματα του στρατού, απέτεινε προς όλον τον στρατόν την εξής προτροπήν:
68. «Στρατιώται, προς τι να σας κάμω μακράν παραίνεσιν, αφού όλοι είμεθα ηναγκασμένοι να πολεμήσωμεν από κοινού; Η τοιαύτη προετοιμασία μου φαίνεται μάλλον ικανή να εμπνεύση το θάρρος παρά οι ευγλώττως εκφραζόμενοι λόγοι προς ασθενή στρατόν απευθυνόμενοι. Συνενωθέντες ενταύθα Αργείοι, Μαντινείς, Αθηναίοι και οι μάλλον ισχυροί των νησιωτών, πώς με τοσούτους και τοιούτους συμμάχους να μη έχη έκαστος ημών μεγίστην την ελπίδα της νίκης ; προ πάντων όταν μαχώμεθα κατ' ανθρώπων αμυνομένων αναμίξ και ουχί εκλεκτών, και προσέτι όταν ούτοι είναι Σικελιώται, οι οποίοι, μολονότι καταφρονούσιν ημάς, δεν θα δυνηθούν όμως να μας αντιταχθούν, διότι έχουν ολιγωτέραν εμπειρίαν παρά τόλμην. Ας λάβη δε έκαστος υπ' όψιν και τούτο, ότι είμεθα μακράν της ημετέρας πατρίδος και ότι δεν θα ευρεθή δι' ημάς γη φιλική εκτός εάν κατακτήσωμε αυτήν μαχόμενοι. Σας υπενθυμίζω το εναντίον εκείνου, το οποίον είμαι βέβαιος ότι οι εχθροί λέγουν προς αλλήλους, διά να ενθαρρυνθούν· διότι ούτοι μεν λέγουν ότι ο αγών είναι περί πατρίδος, εγώ δε λέγω ότι ο αγών θα είναι εις εχθρικήν χώραν, εκ της οποίας, εάν δεν νικήσωμεν, δεν θα δυνηθώμεν να αποχωρήσωμεν ευκόλως, διότι πολλοί ιππείς θα επιτεθούν εναντίον μας. Ενθυμούμενοι λοιπόν την αξίαν σας βαδίσατε θαρραλέως εναντίον του εχθρού και ενθυμηθήτε ότι η παρούσα ανάγκη και η αμηχανία είναι φοβερώτεραι απ' αυτόν (τον εχθρόν)».
69. Ο μεν Νικίας ταύτα ειπών ωδήγησεν αμέσως τον στρατόν εις την μάχην, οι δε Συρακούσιοι διόλου δεν επερίμεναν ότι θα ήρχιζεν η μάχη τόσον ταχέως, καί τινες μάλιστα εξ αυτών, επειδή η πόλις ήτο πλησίον, απήλθον εις αυτήν· άλλοι, μολονότι σπεύδοντες να έλθουν εις βοήθειαν, έφθανον όμως βραδέως και ετοποθετούντο όπου έκαστος ηδύνατο να ενωθή με το πλήθος. Βεβαίως δεν εστερούντο ούτε προθυμίας, ούτε τόλμης, είτε εις αυτήν την μάχην είτε εις τας άλλας· αλλ' ίσοι κατά το θάρρος οσάκις τους υπεβοήθει η επιστήμη, ενέδιδον άκοντες τότε μόνον, όταν αύτη τους έλειπεν. Εν τούτοις μη νομίζοντες ότι οι Αθηναίοι ήθελον τους προσβάλει πρώτοι, και αναγκασθέντες να τεθούν εις άμυναν βιαστικά έλαβον τα όπλα και αντεπεξήλθαν ευθύς. Και πρώτον μεν οι λιθοβόλοι, οι σφενδονήται και οι τοξόται ήρχισαν την μάχην αμφοτέρωθεν· και καθώς συμβαίνει εις τους ψιλούς, πότε οι μεν, πότε οι δε ετρέποντο εις φυγήν έπειτα δε οι μάντεις έφεραν τα καθιερωμένα σφάγια και αι σάλπιγγες παρώτρυναν τους οπλίτας να συμπλακούν· οι δύο δε στρατοί εκινήθησαν συγχρόνως, οι μεν Συρακούσιοι, διά να πολεμήσουν υπέρ της πατρίδος των, με την ιδέαν καθένας της παρούσης σωτηρίας του και της μελλούσης ελευθερίας του, οι δε εναντίοι δι' άλλον λόγον· οι μεν Αθηναίοι, διά να οικειοποιηθούν ξένην χώραν χωρίς να βλάψουν την ιδικήν των, εάν ηττώντο· οι Αργείοι και οι αυτόνομοι σύμμαχοι, διά να μετάσχουν μετά των Αθηναίων εις τας κατακτήσεις, διά τας οποίας ήλθον, και διά να επανίδουν την πατρίδα των νικηταί· τέλος οι υπήκοοι σύμμαχοι με την ιδέαν ότι τότε μόνον θα εσώζοντο, εάν ενίκων, και ότι συντελούντες εις την υποδούλωσιν των άλλων θα ανεκούφιζον την ιδικήν των δουλείαν.
70. Αφού δε συνεκροτήθη μάχη, αμφότερα τα μέρη αντείχον επί πολύ, ότε επήλθον βρονταί τίνες συνοδευόμεναι υπό αστραπών και βροχής πολλής, το οποίον συνετέλεσε πολύ εις το να εκφοβήση τους πρώτον ήδη μαχομένους και πολύ ολίγον εξοικιωμένους προς τον πόλεμον, ενώ οι μάλλον έμπειροι εθεώρουν μεν τα γινόμενα ως φυσικά διά την περί τα τέλη της ώραν του έτους, εξεπλήττοντο δε έτι μάλλον διά την παρατεινομένην αντίστασιν των πολεμίων. Ότε δε απώθησαν κατ' αρχάς οι Αργείοι το ευώνυμον κέρας των Συρακουσίων, και οι Αθηναίοι έπειτα το απέναντι αυτών, το επίλοιπον στράτευμα των Συρακουσίων διερράγη και ετράπη εις φυγήν. Οι Αθηναίοι δε κατεδίωξαν αυτούς επί πολύ, διότι ημποδίζοντο υπό των Συρακουσίων ιππέων, οίτινες πολλοί όντες και αήττητοι ώρμων κατά των Αθηναίων οπλιτών, ανέστελλον δε αυτούς οσάκις τους έβλεπον προχωρούντας εις την καταδίωξιν. Αφού δε όλοι ομού ηκολούθησαν τον εχθρόν όσον το δυνατόν ασφαλέστερον, απεχώρησαν και έστησαν τρόπαιον. Οι δε Συρακούσιοι συναθροισθέντες εις την Ελωρινήν οδόν και συνταχθέντες όσον ηδυνήθησαν καλλίτερον έπεμψαν έν απόσπασμα εις το Ολυμπιείον, φοβηθέντες μήπως οι Αθηναίοι διασπάσουν τα ευρισκόμενα εκεί χρήματα. Ο επίλοιπος στρατός επέστρεψεν εις την πόλιν.
71. Οι δε Αθηναίοι εις μεν το ιερόν δεν ήλθον, συναθροίσαντες δε τους νεκρούς των και θέσαντες αυτούς επί πυράς διενυκτέρευσαν αυτόσε· την επιούσαν δε απέδοσαν διά συνθήκης εις τους Συρακουσίους τους νεκρούς (των οποίων ο αριθμός ανήρχετο εις διακοσίους πεντήκοντα, συμπεριλαμβανομένων και των συμμάχων), συνέλεξαν τα οστά των ιδικών των, των οποίων ο αριθμός ανήρχετο εις πεντήκοντα περίπου Αθηναίους και συμμάχους), και σκυλεύσαντες τους πολεμίους απέπλευσαν εις την Κατάνην. Επειδή δε ήτο χειμών, δεν τοις εφαίνετο δυνατόν να πολεμούν εκ του μέρους εκείνου πριν ζητήσουν να έλθουν εκ των Αθηνών ιππείς και προμηθευθούν τοιούτους εκ των συμμάχων της Σικελίας, διά να μη συγκρατούνται εντελώς υπό του εχθρικού ιππικού. Ήθελον επίσης να συνάξουν χρήματα εκ της Σικελίας, να φέρουν άλλα εξ Αθηνών και να προσελκύσουν πόλεις τινάς, τας οποίας ήλπιζαν ότι θα εύρισκον μάλλον διατεθειμένας προς υπακοήν μετά την μάχην· τέλος να προμηθευθούν τρόφιμα και παν άλλο αναγκαίον υλικόν, διά να επιχειρήσουν κατά την άνοιξιν την προσβολήν των Συρακουσών.
72. Και οι μεν Αθηναίοι επί τω σκοπώ τούτω επέστρεψαν εις την Νάξον και την Κατάνην, διά να διέλθουν τον χειμώνα· οι δε Συρακούσιοι, θάψαντες τους νεκρούς των, συνεκάλεσαν εκκλησίαν. Και προελθών εις το μέσον Ερμοκράτης ο Έρμωνος, ανήρ ουδενός υποδεέστερος ως προς την σύνεσιν, πλείστην δε πολεμικήν εμπειρίαν έχων και επιφανής διά την ανδρείαν, ενεθάρρυνε και δεν άφηνε να καταβληθή το πνεύμά των υπό της πρώτης εκείνης αποτυχίας, λέγων ότι δεν ενικήθη το θάρρος των, ότι το κακόν προήρχετο εκ της αταξίας, ότι μολοντούτο δεν εδείχθησαν κατώτεροι του εχθρού παρ' όσον επερίμενέ τις πολεμήσαντες εναντίον των μάλλον εμπειροπολέμων μεταξύ των Ελλήνων, αυτοί ούτως ειπείν οι δόκιμοι και μαθητευόμενοι, εναντίον εχθρών πρώτων τεχνιτών ως προς τα πολεμικά έργα· ότι εκείνο, το οποίον τους έβλαψε προ πάντων, ήτο το πλήθος των στρατηγών και η πολυαρχία (διότι ήσαν μεταξύ αυτών δεκαπέντε στρατηγοί), η αταξία και η αναρχία του πλήθους. Αλλά, εάν περιώριζον τον αριθμόν των στρατηγών εις ολίγους εμπείρους, εάν κατά τον χειμώνα εκείνον παρεσκεύαζον οπλίτας, δίδοντες όπλα εις τους μη έχοντας, ίνα σχηματίσουν σώμα όσον το δυνατόν μάλλον πολυάριθμον, και ηνάγκαζαν αυτούς εις στρατιωτικά γυμνάσια, ήτο σχεδόν βέβαιον, έλεγαν, ότι θα υπερίσχυαν των εναντίων, διότι έχοντες ήδη την ανδρείαν θα προσέθετον και την πειθαρχίαν, προτερήματα τα οποία συναυξάνουν αμφότερα· η μεν πειθαρχία γυμναζομένη εν μέσω των κινδύνων, η δε ανδρεία αφ' εαυτής και ενθαρρυνομένη υπό της ασφαλείας, την οποίαν παρέχει η επιστήμη. Δεν έπρεπε να εκλέξουν ειμή ολίγους στρατηγούς έχοντας πάσαν πληρεξουσιότητα και να υποχρεωθούν προς αυτούς μεθ' όρκου ότι θα τους άφηναν να τους διοικούν όπως ήθελαν· τοιουτοτρόπως δε παν ό,τι έπρεπε να μείνη κρυπτόν θα έμενε κρυπτόν, και τα πάντα θα παρεσκευάζοντο μετά τάξεως και προθυμίας.
73. Οι δε Συρακούσιοι, ακούσαντες όσα είπεν αυτός, έδοσαν την ψήφον των εις όσα μέτρα επρότεινε και εξέλεξαν ως στρατηγούς τον Ερμοκράτην, τον Λυσιμάχου Ηρακλείδην και τον Εξηκέστου Σικανόν, το όλον τρεις· έπεμψαν δε πρέσβεις εις την Κόρινθον και εις την Λακεδαίμονα, διά να ζητήσουν βοηθείας και διά να υποχρεώσουν τους Λακεδαιμονίους και κάμουν αναφανδόν πόλεμον ενεργητικώτερον κατά των Αθηναίων, ίνα ή από της Σικελίας αναγκάσουν αυτούς να αναχωρήσουν ή τουλάχιστον παρεμποδίσουν τας βοηθείας, αι οποίαι θα εστέλλοντο εις αυτούς.
74. Το δε εν τη Κατάνη στράτευμα των Αθηναίων έπλευσεν αμέσως διά την Μεσσήνην επί τη ελπίδι ότι η πόλις ήθελε κυριευθή διά προδοσίας. Αλλ' αι ραδιουργίαι, τας οποίας ενήργουν εκεί αι Αθηναίοι, δεν επέτυχον· διότι ο Αλκιβιάδης, όταν αφήκε την Σικελίαν καθαιρεθείς της αρχής και ανακληθείς εις την πατρίδα του, γνωρίζων ότι έμελλε να εξορισθή, ανήγγειλεν εις τους εν Μεσσήνη φίλους των Συρακουσίων τα τεκταινόμενα· ούτοι δε και τους συνωμότας εφόνευσαν πριν έλθη ο εχθρικός στρατός, και μετά την έλευσίν του εστασίασαν και λαβόντες τα όπλα υπερίσχυσαν οι μη θέλοντες να δεχθούν τους Αθηναίους. Οι δε Αθηναίοι, διαμείναντες δεκατρείς σχεδόν ημέρας, πασχόντες εκ του χειμώνος, στερούμενοι τροφών και ουδέν μέσον επιτυχίας βλέποντες, επέστρεψαν εις την Νάξον και περιχαρακώσαντες το στρατόπεδον διεχείμαζον αυτού. Απέστειλαν επίσης τριήρη εις τας Αθήνας ζητούντες να τοις σταλούν μόλις ήρχετο η άνοιξις χρήματα και ιππείς.
75. Οι δε Συρακούσιοι επωφελήθησαν εκ του χειμώνος, διά να ενώσουν τον Τεμενίτην μετά της πόλεως διά τείχους βλέποντος όλον το προς τας Επιπολάς μέρος, και διά να καταστήσουν δυσχερεστέραν την περικύκλωσιν της πόλεως εν περιπτώσει αποτυχίας· ήγειραν επίσης φρούριον εις τα Μέγαρα, και άλλο εις το Ολυμπιείον· περιεσταύρωσαν μάλιστα την παραλίαν πανταχού όπου υπήρχε φόβος αποβάσεως. Επειδή δε ήξευρον ότι οι Αθηναίοι διεχείμαζον εις την Νάξον, εστράτευσαν πανδημεί εναντίον της Κατάνης, ελεηλάτησαν μέρος της χώρας, έκαυσαν τας σκηνάς και το στρατόπεδον των Αθηναίων και επέστρεψαν εις τα ίδια. Πληροφορηθέντες ότι οι Αθηναίοι, κατά την επί Λάχητος γενομένην συμμαχίαν, είχαν πέμψει πρέσβεις εις την Καμάριναν, διά να προσελκύσουν, έπεμψαν και αυτοί πρεσβείαν, εφοβούντο μήπως οι Καμαριναίοι, οι οποίοι και κατά την πρώτην μάχην δεν έπεμψαν προθύμως όσα έπεμψαν, τους εγκαταλείψουν εντελώς, και μήπως, μάρτυρες γενόμενοι της νίκης των Αθηναίων ενωθούν μετ' αυτών παρασυρόμενοι υπό της αρχαίας φιλίας. Αφού λοιπόν ο μεν Ερμοκράτης εκ μέρους των Συρακουσίων, ο δε Εύφημος εκ μέρους των Αθηναίων, ήλθαν εις την Καμαρίναν έκαστος μετά των συμπρέσβεων, οι Καμαριναίοι συνεκρότησαν συμβούλιον, και ο Ερμοκράτης, θέλων να προδιαθέση τα πνεύματα κατά των Αθηναίων, είπε ταύτα:
76. «Ω Καμαριναίοι, ήλθαμεν ενταύθα ως πρέσβεις, όχι διότι εφοβήθημεν μήπως σας πτοήση η παρουσία των Αθηναίων και αι δυνάμεις αυτών, αλλά μάλλον μήπως παρασυρθήτε από τους λόγους των πριν ακούσετε και ημάς. Οι Αθηναίοι ήλθον εις την Σικελίαν υπό την πρόφασιν, την οποίαν εμάθετε, με σκοπόν, δε, τον οποίον πάντες υπονοούμεν· ουδόλως πιστεύω ότι ήλθον, διά να αποκαταστήσουν τους Λεοντίνους, αλλά μάλλον διά να διώξουν ημάς, διότι δεν είναι λογικόν να ερημώνουν τας εν τη Ελλάδι πόλεις, διά να συνοικίζουν άλλας εις την Σικελίαν, να φροντίζουν τόσον περί των Λεοντίνων, που είναι Χαλκιδείς, ως εάν ήσαν συγγενείς των, και να αφήνουν εις την δουλείαν τους εν Ευβοία Χαλκιδείς, των οποίων οι Λεοντίνοι είναι άποικοι. Με τον αυτόν δε σκοπόν, ο οποίος ενέπνευσεν εις αυτούς τας εκεί κατακτητικάς ιδέας, τους φέρει σήμερον και εδώ. Γενόμενοι με την ελευθέραν συγκατάθεσιν των Ιώνων και όλων των αποίκων των αρχηγοί αυτών υπό την πρόφασιν να τιμωρήσουν τον Μήδον τους υπεδούλωσαν αλληλοδιαδόχως τους μεν ως μη παρασχόντας τους αναγκαίους στρατιώτας, τους δε διότι επολέμουν κατ' αλλήλων, και μεταχειριζόμενοι καθ' ενός εκάστου πρόφασίν τινα ευπρόσωπον τους υπεδούλωσαν όλους. Τούτο αποδεικνύει αρκούντως ότι εν τω κατά του Μήδου πολέμω ούτε οι Αθηναίοι εμάχοντο υπέρ της ελευθερίας των Ελλήνων ούτε αυτοί οι ίδιοι οι Ελληνες υπέρ της ανεξαρτησίας των, αλλ' οι μεν Αθηναίοι, διά να υποδουλωθώσιν οι Ελληνες εις αυτούς και όχι εις τον Μήδον, οι δε διά να μεταπέσουν υπό δεσπότην πονηρότερον και πανουργότερον.
77. »Εν τούτοις δεν ήλθαμεν, διά να αποδείξωμεν την τόσον εύκολα δυναμένην να κατηγορηθή πόλιν των Αθηναίων ενώπιον γνωριζόντων, αλλά μάλλον διά να κατηγορήσωμεν ημάς αυτούς· διότι έχοντες τα παραδείγματα των εκεί Ελλήνων, οι οποίοι υπεδουλώθησαν, διότι δεν εβοήθησαν αλλήλους, και σήμερον ακόμη, με όλα τα σοφίσματα, τα οποία προβάλλουν, διά να μας απατήσουν, ως τας αποκαταστάσεις των Λεοντίνων ως συγγενών των, και τας βοηθείας τας παρεχομένας εις τους Εγεσταίους ως συμμάχους, αρνούμεθα εν τούτοις να συνασπισθώμεν μετά σπουδής και να δείξωμεν εις αυτούς ότι δεν έχουν να κάμουν ούτε με Ίωνας, ούτε με Ελλησποντίους, ούτε με νησιώτας, οι οποίοι αλλάσσοντες πάντοτε δεσπότην, είτε Μήδον είτε άλλον, μένουν πάντοτε δούλοι· αλλά με Δωριείς ελευθέρους, οι οποίοι κατάγονται από την αυτόνομον Πελοπόννησον και κατοικούν την Σικελίαν. Ή περιμένομεν να κυριευθώμεν ιδιαιτέρως καθένας εις την πόλιν του ; όταν ηξεύρωμεν ότι διά μόνου του μέσου τούτου δύνανται να μας υποδουλώσουν, όταν βλέπωμεν τους Αθηναίους ακολουθούντας το σύστημα τούτο της πολιτικής, ώστε τούτους μεν να διαιρούν διά των διαβολών των, τούτους δε να διεγείρουν διά του θελγήτρου της συμμαχίας των, και ζητούντας να μας βλάπτουν όσον δύνανται περισσότερον αποτείνοντες προς έκαστον ελκυστικούς λόγους. Και νομίζομεν ότι, όταν τυχόν καταστραφή ο μακράν διαμένων συμπατριώτης μας, ο κίνδυνος δεν θα εκταθή μέχρις ημών, αλλ' ότι ο πρώτος παθών θα είναι ο μόνος δυστυχής;
78. »Εάν τις στοχάζεται ότι οι Αθηναίοι δεν είναι ιδικοί του αλλά των Συρακουσών εχθροί, και εάν νομίζη ότι είναι πολύ κοπιαστικόν να εκτεθή χάριν της πατρίδος μου, ας ενθυμηθή ότι μέλλει να πολεμήση εις την πατρίδα μου χάριν και της ιδικής του· ότι η θέσις του θα είναι ασφαλεστέρα κατά τούτο, ότι, εφ' όσον πρότερον δεν καταστραφώμεν ημείς (οι Συρακούσιοι), θέλει εύρει εις ημάς στήριγμα και δεν θα υποστή μόνος τον αγώνα· τέλος ότι οι Αθηναίοι δεν θέλουν να τιμωρήσουν την κατ' αυτών έχθραν των Συρακουσίων, αλλά μάλλον να μεταχειρισθούν την πατρίδα μου ως πρόφασιν, διά να εξασφαλίσουν εις εαυτούς την φιλίαν σας. Εάν τις από σας υπό φθόνου ή φόβου (διότι αμφότερα ταύτα επισύρει εναντίον του ο υψούμενος) επιθυμή να πάθουν μεν αι Συράκουσαι διά να σωφρονισθούν, να σωθούν δε χάριν της ιδικής του ασφαλείας, ελπίζει πράγμα υπερβαίνον τα όρια της ανθρωπίνης δυνάμεως, διότι είναι αδύνατον ο ίδιος ενταυτώ να γίνη κύριος κατ' ίσον λόγον και της επιθυμίας του και της τύχης. Και εάν αποτύχη εις ταύτην του την επιθυμίαν, αφού θρηνήση διά τας δυστυχίας του, θα ποθήση ίσως τον καιρόν, κατά τον οποίον εφθονούσε την ευτυχίαν μας· αλλά θα είναι αργά, εάν μας εγκαταλείψη και δεν συμμερισθή τους κοινούς κινδύνους προσηλούμενος εις τους λόγους και όχι εις τα έργα· διότι λόγω μεν θα σώση την ημετέραν δύναμιν, πράγματι δε εαυτόν. Εις σας ανήκει προ πάντων, ω Καμαριναίοι, οι οποίοι είσθε γείτονές μας και διατρέχετε ευθύς κατόπιν από ημάς τον αυτόν κίνδυνον, να προΐδετε πάντα ταύτα και να μη μας βοηθήτε τόσον απροθύμως καθώς μέχρι της σήμερον· σεις μάλλον έπρεπε να έλθετε προς ημάς· και καθώς θα εζητείτε την βοήθειάν μας, εάν οι Αθηναίοι ήρχοντο πρώτον εναντίον της Καμαρίνης, τοιουτοτρόπως έπρεπε να μας βοηθήσετε σήμερον, παροτρύνοντες ημάς να μη ενδώσωμεν. Ούτε όμως σεις ούτε οι άλλοι μέχρι τούδε εδείξατε τοιαύτην διάθεσιν.
79. »Ίσως δε ένεκα υπερμέτρου περισκέψεως θέλετε να δείξετε προς ημάς και προς τους επελθόντας τον σεβασμόν σας προς το δίκαιον, λέγοντες ότι έχετε συμμαχίαν μετά των Αθηναίων. Αλλά την συμμαχίαν ταύτην βεβαίως συνωμολογήσατε, ουχί διά να πολεμήσετε τους φίλους σας, αλλά τους εχθρούς, οίτινες θα ήρχοντο να σας προσβάλουν· την συνήψατε όπως βοηθήτε τους Αθηναίους όταν αδικώνται παρ' άλλων, και όχι όταν αυτοί αδικούν τους άλλους, καθώς πράττουν σήμερον. Ιδέτε τους Ρηγίνους, οι οποίοι, μολονότι Χαλκιδείς, αρνούνται να εγκαταστήσουν τους Λεοντίνους, Χαλκιδείς όντας και αυτούς. Είναι οδυνηρόν να βλέπη τις τους μεν Ρηγίνους, υποπτεύοντας την αληθινήν αιτίαν της ευπρεπούς δικαιολογίας, να τηρούν παρά την λογικήν συνετήν διαγωγήν, σας δε, μολονότι έχετε εύλογον πρόφασιν, να ευνοήτε τους φυσικούς εχθρούς σας και να ζητήτε να βλάψετε μετά των αμειλίκτων τούτων εχθρών σας τους ακόμη πλέον φυσικούς συγγενείς. Τούτο όμως δεν είναι δίκαιον· οφείλετε μάλλον να μας βοηθήσετε, χωρίς να φοβηθήτε τας δυνάμεις, τας οποίας επιδεικνύουν· αι δυνάμεις αύται δεν θα είναι τρομεραί, εάν ενωθώμεν όλοι· θα είναι δε τοιαύται, εάν τουναντίον διαιρεθώμεν, το οποίον επιθυμούν οι Αθηναίοι. Απόδειξις τούτου είναι ότι, ότε ήλθον να μας προσβάλουν, ήμεθα μόνοι, και, μολονότι ενίκησαν, απέτυχον εις τα σχέδια των και ανεχώρησαν βιαστικά.
80. »Εάν λοιπόν ενωθώμεν, δεν πρέπει να χάνωμεν το θάρρος μας· ας συμμαχήσωμεν μετά περισσοτέρας προθυμίας, τοσούτω μάλλον, όσω περιμένομεν εντός ολίγου βοήθειαν εκ Πελοποννησίων, οι οποίοι εις την στρατιωτικήν τέχνην είναι υπέρτεροι των Αθηναίων καθ' όλα. Μη νομίζετε ότι η υποτιθεμένη αύτη προφύλαξις του να μη βοηθήτε κανένα εξ ημών, επί τω λόγω ότι είσθε σύμμαχοι αμφοτέρων, είναι αδιάφορος δι' ημάς και ασφαλής διά σας· κατά δικαίωμα μεν τούτο είναι αληθές, πραγματικώς όμως όχι· διότι, εάν μη συμμαχούντες μεθ' ημών, οι Συρακούσιοι νικηθούν και οι Αθηναίοι νικήσουν, τι άλλο θα πράξετε διά της ουδετερότητάς σας ή να εμποδίσετε την σωτηρίαν των ηττηθέντων και να υποβοηθήσετε την απιστίαν των νικητών ; Βεβαίως προτιμότερον να ενωθήτε με τους αδικουμένους, οι οποίοι συγχρόνως είναι συγγενείς σας, διά να εξασφαλίσετε την σωτηρίαν όλης της Σικελίας και να σώσετε τους λεγομένους φίλους σας, τους Αθηναίους, από του να περιπέσουν εις σφάλμα. Με συντομίαν λέγομεν ημείς οι Συρακούσιοι, όχι θέλοντες να σας αναπτύξωμεν πράγματα γνωστά και εις σας και εις τους άλλους, ότι ήλθομεν ζητούντες την βοήθειάν σας· εάν δε αι παρακλήσεις μας αποβούν μάταιαι, διαμαρτυρόμεθα ότι υφιστάμεθα μεν επιβουλήν υπό των αιωνίων εχθρών μας Ιώνων, προδιδόμεθα δε υπό Δωριέων Δωριείς όντες· ότι, εάν υποτάξουν ημάς οι Αθηναίοι, αιτία του θριάμβου των θα είναι η θελησίς σας, ενώ το όνομά των μόνον θα τιμηθή και άθλον της νίκης των θέλει είναι η δουλεία των αιτίων της νίκης· εάν δ' εξεναντίας υπερισχύσωμεν ημείς, σεις πάλιν θα τιμωρηθήτε, διότι εγίνατε εις ημάς αίτιοι κινδύνων. Σκεφθήτε λοιπόν και εκλέξατε από τώρα ή την πάραυτα και άνευ κινδύνων δουλείαν, ή, νικώντες μεθ' ημών, να διαφύγετε την αισχράν δουλείαν των Αθηναίων και την έχθραν ημών, η οποία δεν είναι περιφρονητέα.
81. Ταύτα είπεν ο Ερμοκράτης· μετ' αυτόν δε ο πρεσβευτής των Αθηναίων Εύφημος είπε τα εξής :
82. «Ήλθαμεν μεν προς ανανέωσιν της παλαιάς συμμαχίας, αλλ' επειδή ο Συρακούσιος πρεσβευτής κατηγορεί ημάς, ανάγκη να είπωμεν ότι δικαίως έχομεν την αρχήν. Μεγίστην απόδειξιν τούτου έδωκεν αυτός ο ίδιος ειπών ότι οι Ίωνες είναι πάντοτε εχθροί των Δωριέων· και ούτως έχει το πράγμα. Ημείς όντες Ίωνες εσκέφθημεν διά τίνος μέσου θα ηδυνάμεθα να γίνωμεν εντελώς ανεξάρτητοι από τους Πελοποννησίους, οι οποίοι είναι Δωριείς και οι οποίοι, υπέρτεροι τον αριθμόν, κατοικούν πλησίον ημών. Μετά τον Μηδικόν πόλεμον, αποκτήσαντες πλοία, απηλλάγημεν της αρχής και της ηγεμονίας των Λακεδαιμονίων, επειδή δεν ήτο δίκαιον ούτε εκείνοι να δίδουν εις ημάς διαταγάς ούτε ημείς εις εκείνους, οι οποίοι τότε ήσαν ισχυρότεροι. Γενόμενοι ηγεμόνες των υπό τον βασιλέα διατελούντων πρότερον λαών αυτοκυβερνώμεθα εις την πόλιν μας, επειδή ενομίσαμεν ότι, έχοντες δυνάμεις ικανάς διά να υπερασπισθώμεν, δεν πρέπει να υποτασσώμεθα εις τους Πελοποννησίους. Και σύμφωνα με την ακρίβειαν ουδέ αδίκως υπετάξαμεν τους Ίωνας και τους νησιώτας, τους οποίους οι Συρακούσιοι μας επιπλήττουν ότι υπεδουλώσαμεν, μολονότι συγγενείς όντας· διότι ενωθέντες μετά του Μήδου ήλθον κατά των Αθηνών, της μητροπόλεως των, και δεν ετόλμησαν αποσπώμενοι απ' αυτού να καταστρέψουν τα υπάρχοντά των, όπως επράξαμεν ημείς, όταν εκενώσαμεν την πόλιν μας. Διατελούντες εκείνοι υπό δουλείαν ήθελον να επιβάλουν και εις ημάς το αυτό.
83. »Τούτων ένεκα είμεθα άξιοι να άρχωμεν, άμα μεν διότι εις ημάς οι Έλληνες εύρον ναυτικόν πολυάριθμον και προθυμίαν απροφάσιστον, ενώ αυτοί ενεργούντες μετά της αυτής προθυμίας υπέρ του Μήδου έβλαπταν ημάς· άμα δε διότι ηθέλομεν να σχηματίσωμεν δύναμιν ικανήν να αντιταχθή προς τους Πελοποννησίους. Αλλ' ας αφήσωμεν τους ωραίους λόγους, διά των οποίων θα ηδυνάμεθα να αποδείξωμεν ότι αξίως άρχομεν, διότι ημείς μόνοι κατερρίψαμεν τον βάρβαρον και διετρέξαμεν πλειοτέρους κινδύνους διά την ελευθερίαν των Ιώνων τούτων ή διά την ελευθερίαν όλων των Ελλήνων και την ημετέραν· και ας περιορισθώμεν να είπωμεν ότι δεν είναι αξιόμεμπτος ο φροντίζων περί της ιδίας αυτού σωτηρίας. Περί αυτής δε της σωτηρίας ελθόντες σήμερον ενταύθα βλέπομεν ότι ήλθομεν και διά το ιδικόν σας επίσης συμφέρον. Τούτο αποδεικνύεται εκ των κατηγοριών, τας οποίας εκτοξεύουν οι Συρακούσιοι, και εκ των υπονοιών, αίτινες γεννώνται εις σας υπό του φόβου. Ηξεύρομεν ότι οι ένεκα φόβου καθιστάμενοι φιλύποπτοι αρέσκονται προς στιγμήν εις το θέλγητρον της ευγλωττίας· αλλ' έπειτα κατά την πράξιν οδηγός αυτών είναι το συμφέρον. Το είπομεν· ο φόβος μας παρεκίνησε να λάβωμεν την ηγεμονίαν της Ελλάδος, και η αυτή αιτία μας φέρει εις Σικελίαν, διά να τακτοποιήσωμεν τα εδώ ασφαλώς με την συνδρομήν σας· ήλθομεν, ουχί διά να υποδουλώσωμεν τους φίλους ημών, αλλά διά να προσπαθήσωμεν να μη πάθουν τούτο.
84. »Κανείς δε ας μη νομίση ότι, χωρίς να έχωμεν συμφέρον τι, φροντίζομεν διά σας· μάθετε ότι ενόσω διατηρείτε πολιτικήν ύπαρξιν και ενόσω έχετε αρκούσας δυνάμεις, όπως αντέχετε εναντίον των Συρακουσίων, τα στρατεύματα, τα οποία θα στέλλουν εις τους Πελοποννησίους, δεν θα μας βλάπτουν πολύ· υπό την έποψιν λοιπόν ταύτην το συμφέρον μας συνδέεται στενώτατα με το ιδικόν σας. Διά τον αυτόν λόγον εργαζόμεθα να αποκαταστήσωμεν τους Λεοντίνους, ουχί ως υπηκόους, καθώς είναι οι εν τη Ευβοία συγγενείς αυτών, αλλ' ως δυνατωτάτους, ίνα γείτονες όντες των Συρακουσίων δύνανται εκ της χώρας των να μας ωφελούν βλάπτοντες αυτούς. Εν Ελλάδι αρκούμεν ημείς αυτοί εναντίον των εχθρών μας· και οι Χαλκιδείς, τους οποίους ο ρήτωρ μας επέπληξεν ότι υπεδουλώσαμεν άνευ αιτίας, ενώ ερχόμεθα να ελευθερώσωμεν τους εν Σικελία, μας είναι ωφέλιμοι, διότι γυμνοί από πολεμικήν προετοιμασίαν χρήματα μόνον παρέχουν. Ως προς δε τας εδώ υποθέσεις, και οι Λεοντίνοι και άλλοι ημών φίλοι δεν θα μας είναι ολιγώτερον ωφέλιμοι απολαύοντες εντελούς αυτονομίας.
85. «Εις άνδρα δε τύραννον ή πόλιν ισχυράν τίποτε δεν είναι παράλογον πού είναι συμφέρον και τίποτε δεν είναι φιλικόν πού δεν είναι πιστόν· πρέπει δε καθείς να γίνεται προς εκάστους φίλος ή εχθρός αναλόγως των περιστάσεων. Το συμφέρον ημών δεν είναι να βλάψωμεν τους εδώ φίλους μας, αλλά να εξασθενίσωμεν τους εχθρούς διά της δυνάμεως των φίλων· δεν πρέπει δε να απιστήτε εις ημάς. Τους εις την Ελλάδα συμμάχους μας μεταχειριζόμεθα κατά την χρησιμότητα, την οποίαν καθείς των μας παρέχει· τους μεν Χίους και τους Μηθυμναίους παρέχοντας πλοία, αφήνομεν αυτονόμους, τους δε περισσοτέρους, διότι ζητούμεν παρ' αυτών αναγκαστικώς χρήματα· άλλους δε, μολονότι νησιώτας και ευαλώτους, έχομεν συμμάχους εντελώς ανεξαρτήτους, διότι κατέχουν μέρη επίκαιρα περί την Πελοπόννησον. Είναι εύλογον λοιπόν και ενταύθα να φροντίσωμεν περί του συμφέροντός μας και να καταστήσωμεν σας φόβητρον των Συρακουσίων, ως είπομεν· διότι οι Συρακούσιοι θέλουν να σας υποτάξουν και εκμεταλλευόμενοι τας υποψίας σας να σας συνασπίσουν εναντίον ημών· κατόπιν δε, αφού ημείς αναχωρήσωμεν άπρακτοι, να γίνουν κύριοι της Σικελίας είτε διά της βίας είτε διά την απομόνωσίν σας. Εξ ανάγκης δε θα γίνη τούτο, εάν ενωθήτε με αυτούς· διότι ούτε ημείς θα δυνηθώμεν να υπερισχύσωμεν κατά τοσούτων δυνάμεων συνενωμένων, ούτε οι Συρακούσιοι, όταν ημείς δεν θα είμεθα παρόντες, δεν θα είναι τόσον αδύνατοι, διά να σας υποτάξουν.
86. «Όστις έχει εναντίαν γνώμην εξελέγχεται δι' αυτών των πραγμάτων, διότι πρότερον προσεκαλέσατε ημάς λέγοντες ότι, εάν σας αφήναμεν να σας υποτάξουν οι Συρακούσιοι, θα διετρέχομεν και ημείς τον ίδιον κίνδυνον· δεν είναι δίκαιον λοιπόν τώρα να δυσπιστήτε προς τους ιδίους σας λόγους, ούτε να υποπτεύεσθε ημάς, διότι ήλθαμεν με δυνάμεις ανωτέρας των Συρακουσίων, πολύ δε μάλλον πρέπει να δυσπιστήτε κατ' αυτών, διότι ημείς δεν δυνάμεθα να μένωμεν εδώ, διαρκώς χωρίς την βοήθειάν σας. Και εάν ακόμη ηθέλαμεν δειχθή κακοί, ώστε να υποτάξωμεν την Σικελίαν, πάλιν δεν θα ήμεθα ικανοί να διατηρήσωμεν αυτήν ένεκα της μακράς αποστάσεως και του μεγέθους των πόλεων της, αι οποίαι έχουν κατά ξηράν πολεμικάς προπαρασκευάς· ενώ οι Συρακούσιοι, οι οποίοι κατοικούν πλησίον ουχί εις στρατόπεδον, αλλ' εις πόλιν ισχυροτέραν της παρούσης ημών δυνάμεως, σας υποβλέπουν πάντοτε και ουδεμίαν θα παραμελήσουν περίστασιν, διά να σας βλάψουν. Πολλά μέχρι τούδε συμβάντα απέδειξαν τούτο, εσχάτως δε η προς τους Λεοντίνους διαγωγή των. Και σήμερον ακόμη, ως εάν ήσθε αναίσθητοι, τολμούν να σας ερεθίζουν κατ' εκείνων, οι οποίοι ανθίστανται εις τα σχέδια των, και μέχρι σήμερον δεν άφησαν την Σικελίαν να περιέλθη εις την εξουσίαν των. Ακούσατε λοιπόν συμβουλάς υπαγορευομένας υπό ειλικρινούς ενδιαφέροντος διά την σωτηρίαν σας και μη απορρίψετε τας ωφελείας της συμμαχίας μας. Σκεφθήτε ότι ισχυροί όντες οι Συρακούσιοι δεν έχουν ανάγκην συμμάχων, διά να σας προσβάλουν, και ότι η προς σας οδός είναι πάντοτε ανοικτή προς αυτούς, ενώ σεις δεν θα ευρίσκετε πολλάκις τοσαύτας επικουρίας, διά να υπερασπίζεσθε. Εάν, ένεκα των υποψιών σας, αφήσετε την παρούσαν δύναμιν να απέλθη άπρακτος ή νικημένη, θα έλθη καιρός να επιθυμήσετε έστω και το πολλοστημόριον αυτής, ότε η παρουσία της θα σας είναι ανωφελής.
87. »Αλλ' όμως, ω Καμαριναίοι, δεν πρέπει μήτε σεις μήτε οι άλλοι σύμμαχοι να απατηθήτε υπό των συκοφαντιών των Συρακουσίων. Σας είπομεν δε όλην την αλήθειαν διά τας δυσπιστίας, των οποίων είμεθα αντικείμενον, κεφαλαιωδώς δε υπενθυμίζοντες θέλομεν προσπαθήσει να σας πείσωμεν. Σας λέγομεν λοιπόν ότι ηγεμονεύομεν της Ελλάδος, διά να μη υπακούωμεν εις άλλους· ότι θέλομεν να καταστήσωμεν ελευθέρους τους λαούς της Σικελίας ίνα μη πάσχωμεν υπ' αυτών ότι είμεθα αναγκασμένοι να πράξωμεν πολλά, διότι και από πολλά οφείλομεν να προφυλαττώμεθα· ότι σήμερον, ως και άλλοτε, ήλθαμεν ως σύμμαχοι προσκληθέντες υπό των αδικουμένων και ουχί απρόσκλητοι. Σεις, οι οποίοι δεν είσθε ούτε δικασταί ούτε επικριταί των πράξεων μας, μη προσπαθήσετε να μας αποτρέψετε του σκοπού τούτου, διότι θα ήτο δύσκολον· αλλά, εάν εις την πολυπραγμοσυνών ημών ή εις τον χαρακτήρα μας εύρετέ τι δυνάμενον να σας ωφελήση, τούτο αποχωρίσαντες των άλλων λάβετε. Πιστεύσατε ότι αι ιδιότητες ημών αύται, αντί να βλάπτουν όλους ομοίως, εξ εναντίας είναι ωφέλιμοι εις τους πλείστους των Ελλήνων. Εις κάθε τόπον, και εκεί ακόμη όπου δεν ευρισκόμεθα, όλοι ομοίως, και ο αδικούμενος και ο επιβουλεύων, κυριεύονται ο μεν υπό της ελπίδος ότι θέλομεν τον συνδράμει, ο δε υπό του φόβου ότι κατά την άφιξίν μας θα κινδυνεύση η ασφάλεια του· αμφότεροι λοιπόν αναγκάζονται ο μεν να σωφρονή άκων, ο δε να σώζεται χωρίς αγώνας. Μη απωθήσετε την σωτηρίαν ταύτην, η οποία σας προσφέρεται σήμερον καθώς και εις πάντα έχοντα ανάγκην· αλλ' ομοιωθέντες με τους άλλους, αντί να μένετε πάντοτε αμυνόμενοι κατά των Συρακουσίων, ενωθήτε με ημάς και αποδώσατε αυτοίς κακόν αντί κακού».
88. Ταύτα είπε και ο Εύφημος, οι δε Καμαριναίοι δεν ήξευραν τι να αποφασίσουν. Φίλοι των Αθηναίων, μολονότι τους ενόμιζον ελθόντας με σκοπόν να κατακτήσουν την Σικελίαν, είχον πάντοτε διαφοράς μετά των Συρακουσίων ως γείτονές των, εν τούτοις, επειδή εφοβούντο μήπως οι Συρακούσιοι, εγγύς όντες, αναδειχθώσι νικηταί και άνευ της συνδρομής των, απέστειλαν κατ' αρχάς προς αυτούς ολίγους ιππείς αποφασίσαντες ίνα εις το μέλλον βοηθήσουν αυτούς αποτελεσματικώτερον, μεθ' όλης όμως της δυνατής προφυλάξεως· αλλ' εις την παρούσαν περίστασιν, διά να μη φανούν ολιγώτερον ευνοϊκοί προς τους Αθηναίους, οίτινες είχον νικήσει εις την εσχάτως γενομένην μάχην, ενόμισαν ότι ώφειλον να δώσουν ομοίαν απόκρισιν εις αμφοτέρους. Ούτω λοιπόν διασκεφθέντες απεκρίθησαν ότι, επειδή ήσαν φίλοι και των δύο πολεμούντων λαών, δίκαιον είναι να μη βοηθήσουν ούτε τους μεν ούτε τους δε. Και οι πρέσβεις εκατέρων απήλθον. Και οι μεν Συρακούσιοι κατεγίνοντο περί τας πολεμικάς ετοιμασίας των, οι δε Αθηναίοι στρατοπεδευμένοι εις την Νάξον διεπραγματεύοντο μετά των Σικελών, διά να προσελκύσουν όσον το δυνατόν περισσοτέρους με το μέρος των. Και οι μεν Σικελοί οι κατοικούντες εις την πεδιάδα, όντες οι πλείστοι υπήκοοι των Συρακουσίων, απεσπάσθησαν απ' αυτών οι δε κατοικούντες εις τα μεσόγεια, αυτόνομοι όντες πάντοτε, ηνώθησαν αμέσως μετά των Αθηναίων, εκτός ολίγων και έστειλαν εις το στράτευμα των Αθηναίων τροφάς, τινές δε μάλιστα και χρήματα. Εκστρατεύοντες δε οι Αθηναίοι κατά των απειθούντων τινάς μεν αναγκαστικώς υπεχρέωναν, τινάς δε εμπόδιζαν να ενωθούν με τους Συρακουσίους, οι οποίοι τους έστειλαν φρουράς και βοηθείας. Κατά την διάρκειαν του χειμώνος, μεταθέσαντες οι Αθηναίοι τον σταθμόν των εκ της Νάξου εις την Κατάνην ανεκαίνισαν το υπό των Συρακουσίων πυρποληθέν στρατόπεδόν των και διεχείμασαν εις τούτο το μέρος. Έπεμψαν τριήρη εις την Καρχηδόνα ζητούντες φιλίαν και, ει δυνατόν, βοηθείας· έπεμψαν επίσης και εις την Τυρρηνίαν, όπου πόλεις τινές τοις είχον υποσχεθή να συμπολεμήσουν μετ' αυτών. Αποστείλαντες δε αγγελιαφόρους πανταχού προς τους Σικελούς και τους Εγεσταίους εζήτουν να προμηθεύσουν εις αυτούς ούτοι ίππους όσον το δυνατόν περισσοτέρους. Ητοίμαζον δε συγχρόνως πλινθία και σίδηρον και πάντα τα αναγκαία διά τας πολιορκητικές εργασίας, ίνα, άμα ήρχετο η άνοιξις, αρχίσουν τον πόλεμον. Οι δε Συρακούσιοι πρέσβεις, οίτινες είχαν πεμφθή εις την Κόρινθον και την Λακεδαίμονα, προσεπάθουν καθ' οδόν να πείσουν τους Ιταλιώτας να προσέχουν εις τα υπό των Αθηναίων γινόμενα, διότι οι σκοποί των ήσαν και προς αυτούς ωσαύτως εχθρικοί. Φθάσαντες εις την Κόρινθον εξέθεσαν το αντικείμενον της αποστολής των και εζήτησαν, διά την συγγένειαν την οποίαν είχον μετ' αυτών, να στείλουν εις αυτούς βοηθείας. Και οι Κορίνθιοι, ευθύς ψηφίσαντες αυτοί πρώτοι να τους βοηθήσουν προθύμως, συναπέστειλαν εις την Λακεδαίμονα πρέσβεις, ίνα από κοινού πείσουν τους Λακεδαιμονίους να επαναλάβουν αναφανδόν τον κατά των Αθηναίων πόλεμον και στείλουν εις την Σικελίαν βοηθείας τινάς. Οι Κορίνθιοι πρέσβεις συνηντήθησαν εις την Λακεδαίμονα μετά του Αλκιβιάδου, ο οποίος αναχωρήσας μετά των συμφυγάδων επί φορτηγού πλοίου εκ της Θουρίας έφθασε πρώτον μεν εις την Κυλλήνην της Ηλείας, έπειτα δε εις την Λακεδαίμονα προσκληθείς υπό των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι του υπεσχέθησαν ασφάλειαν ζωής· διότι τους εφοβείτο διά την ανάμιξίν του εις τα Μαντινιακά πράγματα. Συνέπεσε λοιπόν εις την εκκλησίαν των Λακεδαιμονίων να αποτείνουν τας αυτάς παρακλήσεις και οι Κορίνθιοι και οι Συρακούσιοι και ο Αλκιβιάδης προς τους Λακεδαιμονίους, διά να τους πείσουν να πολεμήσουν. Ενώ δε οι έφοροι εσκέπτοντο να στείλουν πρέσβεις εις τας Συρακούσας, διά να εμποδίσουν τον μετά των Αθηναίων συμβιβασμόν χωρίς όμως να έχουν σκοπόν να στείλουν βοηθείας, σηκωθείς ο Αλκιβιάδης παρώξυνε τους Λακεδαιμονίους και παρώρμησεν αυτούς λέγων ταύτα:
89. «Είναι απαραίτητον να ομιλήσω προς σας πρώτον περί της εναντίον μου συκοφαντίας, ίνα μη η κατ' εμού δυσπιστία σάς αναγκάση να ακροασθήτε μετ' ολιγωτέρας προσοχής όσα θα σας ειπώ περί των συμφερόντων της πόλεως σας. Παραιτηθέντων των προγόνων μου από τον δεσμόν της προξενίας, τον οποίον είχαν με σας εξ αιτίας δυσαρεσκείας τινός, εγώ προσεπάθησα να επαναλάβω αυτήν με το να σας εξυπηρετήσω εις πολλάς περιστάσεις και ιδίως εις την συμφοράν την δυστυχή υπόθεσιν της Πύλου. Ενώ δε εγώ ήμην διά σας πλήρης ζήλου, σεις συνδιηλλάγητε μετά των Αθηναίων· και μετά των εχθρών μου διαπραγματευθέντες, εις αυτούς μεν προσήψατε τιμήν, εις εμέ δε ατιμίαν. Τούτου ένεκα δικαίως εβλάπτεσθε υπ' εμού, ο οποίος έστρεψα προς το μέρος των Μαντινέων και των Αργείων και αντέπραττα προς σάς εις πολλάς άλλας περιστάσεις. Εάν τις τότε ωργίσθη αδίκως εναντίον εμού, ότε έπασχεν, ας μεταβάλη γνώμην σκεπτόμενος συμφώνως με την αλήθειαν· ή εάν τις εσχημάτισε κακήν ιδέαν περί εμού διά την προσήλωσίν μου μάλλον εις την δημοκρατίαν, ας μη νομίση ορθήν την ιδέαν του ως προς τούτο. Εγώ και οι πρόγονοι μου πάντοτε υπήρξαμεν εχθροί των τυράννων, και επειδή παν ό,τι ανθίσταται εις τους δυναστεύοντας καλείται λαός, διά τούτο ένεκα της έχθρας εκείνης παρέμεινεν εις ημάς η προστασία του πλήθους. ’λλως, επειδή η πόλις ημών κυβερνάται δημοκρατικώς, ανάγκη να ακολουθή τις εις πολλάς περιστάσεις το επικρατούν σύστημα· και μολαταύτα επροσπαθούμεν εις την πολιτικήν μας να φαινώμεθα μετριώτεροι παρ' όσον απήτει η επικρατούσα ακολασία. ’λλοι ήσαν οι δημαγωγοί, οι οποίοι και κατά την εποχήν των προγόνων ημών και σήμερον έσπρωχναν τον όχλον προς τα πονηρά, και οι οποίοι εξώρισαν και εμέ. Ημείς δε οσάκις ευρέθημεν εις την κυβέρνησιν της όλης πόλεως ενομίσαμεν δίκαιον ότι έπρεπε να διατηρηθή το πολίτευμα εκείνο, το οποίον παρελάβομεν και το οποίον είχε καταστήσει την πόλιν μας τόσον ισχυράν και τόσον ελευθέραν. Εν τούτοις όσοι εξ ημών είχον ολίγην φρόνησιν ήξευραν τι είναι δημοκρατία· εγώ προ πάντων την εγνώριζα πλειότερον παντός άλλου, διότι πολλάς αφορμάς παραπόνων είχα κατ' αυτής. Αλλά περί ομολογουμένου παραλογισμού ουδέν νέον έχω να προσθέσω. Εν τούτοις δεν μας εφαίνετο ακίνδυνος η κατάργησις αυτής ενόσω πλησίον ημών είχαμεν σας πολεμίους.
90. Και ταύτα μεν ήσαν τα αίτια των εναντίον εμού διαβολών τώρα δε, εάν ηξεύρω τι περισσότερον, θα σας οδηγήσω τι πρέπει να αποφασίσετε. Εις Σικελίαν μετέβημεν, πρώτον μεν διά να υποτάξωμεν, ει δυνατόν, τους Σικελιώτας, κατόπιν δ' εκείνων τους Ιταλιώτας, έπειτα διά να κάμωμεν απόπειραν κατά των επαρχιών της Καρχηδόνος και κατ' αυτής της ιδίας. Εάν τα σχέδια ταύτα επετύγχανον, ή όλα ή και μόνον τα περισσότερα, είχαμεν σκοπόν αμέσως να επιτεθώμεν κατά της Πελοποννήσου, μεταφέροντες όλας τας εκεί σχηματισθησομένας εξ Ελλήνων δυνάμεις, και μισθούντες πολλούς βαρβάρους, είτε Ίβηρας είτε άλλους εκ των εκεί γνωστών την σήμερον ως μαχιμωτάτων βαρβάρων. Προς τας υπαρχούσας τριήρεις ναυπηγούντες και άλλας πολλάς (διότι η Ιταλία έχει άφθονα ξύλα) θα επολιορκούμεν πέριξ δι' αυτών την Πελοπόννησον, και συγχρόνως δι' εφόδων, αι οποίαι θα εγίνοντο με το πεζικόν διά ξηράς, θα είχαμεν ελπίδα να καθυποτάξωμεν αυτήν ευκόλως, είτε κυριεύοντες τας πόλεις διά της βίας είτε περιτειχίζοντες αυτάς, και ακολούθως να κυριαρχήσωμεν όλης της Ελλάδος. Ως προς τα χρήματα δε και τα τρόφιμα, όσα ήσαν αναγκαία διά να διεξαχθή ευκολώτερον καθένα των σχεδίων μας, αυτοί οι κατακτηθέντες τόποι θα εξήρκουν εις τας ανάγκας μας, άνευ των εκ της Ελλάδος προσόδων.
91. » Ταύτα μεν είχαμεν κατά νουν αποστέλλοντες εσχάτως τον στόλον εκεί, και πεισθήτε εις εμέ, ο οποίος είμαι εις θέσιν να γνωρίζω τούτο καλύτερα από κάθε άλλον· οι μένοντες δε στρατηγοί θα εκτελέσουν, εάν δυνηθούν, τα σχέδια ταύτα. Μάθετε τώρα ότι, εάν δεν στείλετε βοηθείας, η Σικελία δεν σώζεται. Οι Σικελιώται, μολονότι απειρότεροι, ενούμενοι όμως δύνανται και σήμερον ακόμη να υπερισχύσουν. Μόνοι όμως οι Συρακούσιοι, ηττημένοι ήδη και περιοριζόμενοι συγχρόνως υπό των πλοίων, δεν θα δυνηθούν να ανθέξουν κατά των δυνάμεων, τας οποίας οι Αθηναίοι έχουν συναθροίσει κατ' αυτήν την στιγμήν εκεί. Εάν δε κυριευθή η πόλις αύτη, εντός ολίγου κυριεύεται όλη η Σικελία και μετ' αυτήν η Ιταλία· εις την περίπτωσιν αυτήν ο κίνδυνος, τον οποίον σας προείπα, δεν θ' αργήση να επιπέση εναντίον σας. Ώστε μη νομίση τις ότι βουλεύεται μόνον περί της Σικελίας, αλλά και περί της Πελοποννήσου αυτής, η οποία θέλει διατρέξει τον έσχατον κίνδυνον, εάν δεν πράξετε ταύτα γρήγορα· να πέμψετε εκεί μετά στόλου στρατιώτας, οι οποίοι, αφού χρησιμεύσουν ως κωπηλάται, να πολεμήσουν κατόπιν ως οπλίται· εκείνο δε, το οποίον νομίζω ως ωφελιμώτερον και αυτού του στρατού, τον οποίον παραινώ, είναι να στείλετε άρχοντα Σπαρτιάτην, ο οποίος και την εν Σικελία υπάρχουσαν πρόχειρον δύναμιν να υποβάλη εις πειθαρχίαν, και τους μη θέλοντας να οπλισθούν να αναγκάση προς τούτο· τοιουτοτρόπως και οι υπάρχοντες φίλοι σας θα λάβουν πλειότερον θάρρος, και οι διστάζοντες θα προσέλθουν μάλλον αφόβως. Πρέπει επίσης να κινήσετε φοβερώτερον τον εδώ πόλεμον, ίνα οι Συρακούσιοι, βλέποντες ότι φροντίζετε περί αυτών αντέχουν ακόμη πλειότερον, και οι Αθηναίοι στέλλουν ολιγώτερον ευκόλως βοηθείας εις τον στρατόν των. Πρέπει επίσης να περιτειχίσετε την εν τη Αττική Δεκέλειαν, το οποίον προ παντός άλλου φοβούνται οι Αθηναίοι και νομίζουν ότι εκ των εν τω πολεμώ δεινών αυτό είναι το μόνον, το οποίον δεν εδοκίμασαν ακόμη. Το καλλίτερον μέσον να βλάπτη τις τους εχθρούς του είναι να μανθάνη το κύριον αίτιον του φόβου των, και, αφού το μάθη ακριβώς, να το μεταχειρίζεται ως όπλον εναντίον των· διότι καθείς είναι κάλλιστος κριτής των κινδύνων πού τον απειλούν. Όσας δε ωφελείας θα έχετε από την κατοχήν ταύτην και όσας ζημίας θα υποστώσιν οι εχθροί σας, παραλείπων πολλάς κεφαλαιωδώς θα σας απαριθμήσω. Όλα τα πλούτη της Αττικής θέλουν περιέλθει εις την εξουσίαν σας, τα μεν κτήματα λαμβανόμενα, οι δε φυλάσσοντες προσερχόμενοι αυθορμήτως, και οι Αθηναίοι θα χάσουν επίσης τας προσόδους των μεταλλείων του Λαυρείου, και παν ό,τι εισπράττουν σήμερον είτε εκ των γαιών των είτε εκ των δικαστηρίων· θα πάθουν προ πάντων ως εκ της ελαττώσεως της προσόδου της διηνεκώς παρεχομένης υπό των συμμάχων, οι οποίοι με την ιδέαν ότι ο πόλεμος πλέον ενεργείται από σας δραστηρίως θα αμελήσουν εις την καταβολήν των φόρων.
92. »Η δε εν μέρει τουλάχιστον επιτυχία του σχεδίου τούτου από σας εξαρτάται, ω Λακεδαιμόνιοι, εάν φανήτε ταχείς και κάπως πρόθυμοι· διότι έχω πλήρη πεποίθησιν περί του δυνατού της εκτελέσεώς του και δεν φρονώ ότι απατώμαι. Μη συλλάβετε περί εμού κακήν ιδέαν, εάν, φημιζόμενος άλλοτε ως καλός πατριώτης, επέρχομαι σήμερον εναντίον της πατρίδος μου μετά σφοδρότητος, ενούμενος μετά των πολεμιωτάτων αυτής εχθρών, και μη νομίσετε ότι αυτά τα οποία λέγω προέρχονται εκ της προθυμίας κάθε φυγάδος· διότι είμαι μεν φυγάς από την πονηρίαν των εκδιωξάντων με, δεν αποφεύγω όμως και την περίστασιν να σας ωφελήσω εάν θελήσετε να με ακούσετε. Πολεμιώτεροι εχθροί μου δεν είναι εκείνοι, οι οποίοι έβλαψάν που τους αντιπάλους των, όπως σεις δηλαδή, αλλά μάλλον οι αναγκάσαντες τους φίλους να γίνουν εχθροί. Αγαπώ ως πατρίδα μου ουχί τον τόπον όπου ηδικήθην, αλλά τον τόπον όπου ως πολίτης έζησα εν ασφαλεία· ουδέ νομίζω ότι εκστρατεύω κατά της πατρίδος, την οποίαν έχω ακόμη, αλλά μάλλον ενεργώ, διά να ανακτήσω την μη υπάρχουσαν. Ο αληθής πατριώτης δεν είναι εκείνος, όστις, αφού απώλεσε την πατρίδα του αδίκως, δεν επέρχεται κατ' αυτής, αλλ' εκείνος, όστις αγαπών αυτήν προσπαθεί να την ανακτήση διά παντός μέσου. Δι' όλους τούτους τους λόγους, ω Λακεδαιμόνιοι, σας παρακαλώ να με μεταχειρισθήτε αφόβως εις πάντα κίνδυνον και εις πάσαν ταλαιπωρίαν, ενθυμούμενοι το κοινώς θρυλούμενον λόγιον ότι, εάν ως εχθρός σας έβλαψα πολύ, δύναμαι ως φίλος να σας ωφελήσω πολύ περισσότερον, τοσούτω μάλλον, όσω τας μεν υποθέσεις των Αθηναίων γνωρίζω καλώς, περί δε των ιδικών σας έχω σχηματίσει ακριβή ως έγγιστα ιδέαν. Σήμερον σεις, έχοντες υπ' όψει ότι σκέπτεσθε περί μεγίστων συμφερόντων, μη διστάσετε να εκστρατεύσετε κατά της Σικελίας και της Αττικής· διά του μέσου τούτου πέμποντες εις την Σικελίαν μικρόν μέρος της δυνάμεώς σας θα διασώσετε μεγάλα συμφέροντα, θα καταβάλετε την παρούσαν και την μέλλουσαν δύναμιν των Αθηναίων, θα ζήσετε μετά ταύτα ασφαλώς και θα άρξετε όλης της Ελλάδος, η οποία θα υποταγή εκουσίως, ουχί διά της βίας, αλλ' ένεκα ευγνωμοσύνης».
93. Ο μεν Αλκιβιάδης ταύτα είπεν, οι δε Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι εξ αρχής είχον μεν διανοηθή και αυτοί να εκστρατεύσουν κατά των Αθηνών, αλλ' ανέβαλλαν ακόμη και εδίσταζαν, ενεθαρρύνθησαν τότε ακούσαντες τας δοθείσας λεπτομερείς διασαφήσεις υπό του Αλκιβιάδου, τον οποίον εθεώρουν ως άνθρωπον ακριβείς πληροφορίας έχοντα περί όλων· αμέσως λοιπόν ενησχολήθησαν να τειχίσουν την Δεκέλειαν και να στείλουν προς το παρόν βοηθείας τινάς εις τους εν τη Σικελία. Καταστήσαντες αρχηγόν των Συρακουσίων τον Γύλιππον τον Κλεανδρίδου τον διέταξαν να συνεννοηθή με τούτους και με τους Κορινθίους, ίνα, αναλόγως των μέσων, τα οποία ηδύναντο να παράσχουν, στείλουν τάχιστα βοηθείας τινάς εις την Σικελίαν. Ο δε Γύλιππος εζήτησε να του στείλουν εις Ασίνην οι Κορίνθιοι δύο ναυς προς το παρόν και να προετοιμάσουν όλας τας άλλας όσας διενοούντο να στείλουν, διά να είναι έτοιμοι προς απόπλουν άμα έλθη ο καιρός. Ταύτα συμφωνήσαντες οι πρέσβεις ανεχώρησαν εκ της Λακεδαίμονος. Εν τω αναμεταξύ έφθασεν εκ της Σικελίας η τριήρης των Αθηναίων, την οποίαν είχαν στείλει οι στρατηγοί, διά να ζητήση χρήματα και ιππείς. Ακούσαντες δε οι Αθηναίοι την αίτησιν να στείλουν τροφάς και ιππείς εις τον στρατόν των ενέκριναν ταύτην. Και τοιουτοτρόπως έληξεν ο χειμών και το δέκατον έβδομον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.
94. Κατά δε το επόμενον θέρος εις την αρχήν της ανοίξεως οι εν τη Σικελία Αθηναίοι αναχωρήσαντες από την Κατάνην παρέπλευσαν μέχρι των εν τη Σικελία Μεγάρων, τους κατοίκους, των οποίων επί του τυράννου Γέλωνος, ως είπον ανωτέρω, έδιωξαν οι Συρακούσιοι και κατέλαβαν την χώραν αυτοί. Αποβιβασθέντες οι Αθηναίοι ελεηλάτησαν τους αγρούς, και ελθόντες πλησίον φρουρίου τινός των Συρακουσίων, αλλά μη δυνηθέντες να το κυριεύσουν ανεχώρησαν μετά του πεζού στρατού και των πλοίων και επλησίασαν εις τον Τηρίαν ποταμόν· προχωρήσαντες δε εις τα εσωτερικά της χώρας ελεηλάτησαν την πεδιάδα και έκαυσαν τον σίτον. Συναντήσαντες ολίγους Συρακουσίους εφόνευσαν μερικούς και στήσαντες τρόπαιον επέστρεψαν εις τα πλοία. Διαβάντες δε από την Κατάνην και λαβόντες εκείθεν τροφάς επροχώρησαν μεθ' όλου του στρατού εις Κεντόριπα, πόλιν των Σικελών, εγένοντο κύριοι αυτής διά συνθήκης και ανεχώρησαν καύσαντες συγχρόνως τον σίτον των Ινησσαίων και των Υβλαίων. Και φθάσαντες εις την Κατάνην ευρήκαν διακοσίους πεντήκοντα ιππείς ελθόντας εκ των Αθηνών μετά της αποσκευής των αλλ' άνευ ίππων επί τη ιδέα ότι ήθελαν εύρει τοιούτους εν τω τόπω. Ευρήκαν επίσης τριάκοντα ιπποτοξότας και τριακόσια τάλαντα εις άργυρον.
95. Κατά το αυτό δε έαρ οι Λακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν εναντίον του ’ργους και επροχώρησαν μέχρι των Κλεωνών· αλλ' επειδή συνέβη σεισμός απεχώρησαν. Μετά ταύτα οι Αργείοι, εισβαλόντες εις την Θυρεάτιν, η οποία ήτο γειτονική των, ήρπασαν από τους Λακεδαιμονίους πολλά λάφυρα, τα οποία επώλησαν αντί εικοσιπέντε περίπου ταλάντων. Ολίγον μετά ταύτα, κατά το αυτό θέρος, ο λαός των Θεσπιέων επιτεθείς εναντίον των αρχόντων δεν ηδυνήθη να υπερισχύση· ότε όμως τους εβοήθησαν οι Θηβαίοι, τινές μεν εκ των αρχόντων συνελήφθησαν, τινές δε κατέφυγαν εις τας Αθήνας.
96. Κατά το αυτό θέρος και οι Συρακούσιοι, μαθόντες ότι ήλθαν ιππείς εις τους Αθηναίους και ότι ούτοι έμελλον μετ' ολίγον να βαδίσουν εναντίον των, ενόμισαν ότι, εάν οι Αθηναίοι δεν κατελάμβαναν τας Επιπολάς, μέρος απόκρημνον και κείμενον κατ' ευθείαν άνωθεν της πόλεως, οι Συρακούσιοι, και εν περιπτώσει ακόμη ήττης, δεν θα ήτο εύκολον να περικυκλωθούν διά τείχους· διενοήθησαν λοιπόν να φυλάξουν τα πέριξ, διά να μη δυνηθούν οι εχθροί να αναβούν κρυφίως, διότι ήτο αδύνατον να φθάσουν εκεί δι' άλλου μέρους. Τωόντι εξ όλων των άλλων μερών υπάρχουν λόφοι επικλινείς· μέχρι της πόλεως, εις τρόπον ώστε εντεύθεν βλέπει τις όλην την έκτασίν των. Οι Συρακούσιοι ωνόμασαν το μέρος τούτο Επιπολάς, διότι κείται υπεράνω της λοιπής χώρας. Εξήλθον λοιπόν πανστρατιά μόλις εξημέρωσε, διά να μεταβούν εις την πεδιάδα την παρά τον ’ναπον ποταμόν, διότι ο Ερμοκράτης και οι άλλοι, στρατηγοί οι προ ολίγου παραλαβόντες την αρχήν ήσαν ήδη μετ αυτών, και επιθεωρήσαντες τους οπλίτας εξέλεξαν κατ' αρχάς εξακοσίους άνδρας διαλεκτούς, τους οποίους ωδήγει ο εξ ’νδρου φυγάς Διόμιλος και τους διέταξαν να φυλάττουν τας Επιπολάς και συσσωματωθέντες να βαδίζουν ταχέως όπου θα ήτο ανάγκη.
97. Κατά δε την νύκτα, η οποία προηγήθη της ημέρας πού έγινεν η επιθεώρησις αυτή, οι Αθηναίοι ανεχώρησαν μεθ' όλου του στρατού από την Κατάνην και προσήγγισαν εις μέρος τι καλούμενον Λέοντα και έξ ή επτά σταδίους απέχον των Επιπολών. Αποβιβάσαντες εκεί τους πεζούς επροχώρησαν και προσωρμίσθησαν εις την Θάψον, η οποία είναι χερσόνησος, κείται επί ισθμού στενού, προχωρεί εις την θάλασσαν και ολίγον απέχει των Συρακουσών, είτε διά ξηράς είτε διά θαλάσσης. Και ο μεν ναυτικός στρατός των Αθηναίων ο εν τη Θάψω, διασταυρώσας τον ισθμόν, έμενεν ησυχάζων· ο δε πεζός ευθύς επροχώρησε τροχάδην προς τας Επιπολάς, όπου επρόφθασε να αναβή διά του Ευρυήλου πριν τον ίδουν οι Συρακούσιοι εκ του λειμώνος, όπου ενησχολούντο επιθεωρούντες τον στρατόν. Ούτοι προσέδραμαν μετά πάσης σπουδής, προηγουμένων των περί τον Διόμιλον εξακοσίων· αλλ' από του λειμώνος μέχρι του εχθρού είχαν να διατρέξουν διάστημα όχι ολιγώτερον των εικοσιπέντε σταδίων· διά τούτο οι Συρακούσιοι επιτεθέντες ατακτότερα ενικήθησαν εις τας Επιπολάς και απεχώρησαν εις την πόλιν. Ο Διόμιλος και τριακόσιοι περίπου άνδρες έπεσαν εις την μάχην ταύτην. Μετά τούτο οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον και απέδοσαν τους νεκρούς εις τους Συρακουσίους διά συνθήκης· κατά δε την επομένην ημέραν κατέβησαν μέχρι των τειχών της πόλεως. Και επειδή ουδείς εξήρχετο εναντίον αυτών, απεχώρησαν και έκτισαν εις Λάβδαλον, επί της κορυφής των κρημνών των Επιπολών, φρούριον βλέπον προς τα Μέγαρα, το οποίον έμελλε να χρησιμεύση ως αποθήκη διά το υλικόν του πολέμου και διά τα χρήματα οσάκις επλησίαζαν εις τας Συρακούσας, είτε διά να πολεμήσουν είτε διά να εγείρουν φρούρια κατ' αυτών.
98. Και μετ' ολίγον ήλθαν προς αυτούς τριακόσιοι ιππείς εκ της Εγέστης και εκατόν περίπου εκ των Σικελών, εκ των Ναξίων και εξ άλλων πόλεων. Οι εκ των Αθηνών ελθόντες διακόσιοι πεντήκοντα ιππείς επρομηθεύθησαν ίππους, άλλους παρά των Εγεσταίων, άλλους παρά των Καταναίων, και άλλους ηγόρασαν και τοιουτοτρόπως συνηθροίσθησαν το όλον εξακόσιοι πεντήκοντα ιππείς. Αφού δε έθεσαν φρουράν εις το Λάβδαλον, επροχώρησαν οι Αθηναίοι προς την Συκήν, εστρατοπέδευσαν εκεί, και πολύ βιαστικά ωχύρωσαν αυτήν διά κυκλοτερούς τείχους. Οι Συρακούσιοι μεγάλως εξεπλάγησαν διά την ταχύτητα της οικοδομής εκείνης, και ελθόντες εναντίον αυτών είχαν κατά νουν να επιχειρήσουν μάχην, διά να την διακόψουν. Ενώ δε τα στρατεύματα αντιπαρετάσσοντο προς άλληλα, οι στρατηγοί των Συρακουσίων, βλέποντες τον στρατόν των διεσκορπισμένον και μη δυνάμενον ευκόλως να τεθή εις τάξιν, τον επανέφεραν εις την πόλιν, εκτός μικρού μέρους ιππέων, οίτινες αντέστησαν και ημπόδισαν τους Αθηναίους να συνάξουν λίθους και να διασκορπισθούν μακράν. Μία φυλή Αθηναίων οπλιτών, υποστηριζομένη παρ' όλου του ιππικού, προσέβαλε και έτρεψεν εις φυγήν τους Συρακουσίους ιππείς, εφόνευσέ τινας εξ αυτών και έστησε τρόπαιον προς ανάμνησιν της ιππομαχίας ταύτης.
99. Και την άλλην ημέραν άλλοι μεν των Αθηναίων ετείχιζαν το προς βορράν του κυκλοτερούς τείχους της Συκής μέρος, άλλοι δε εμάζευαν λίθους και ξύλα και τα απέθεταν εις το μέρος το καλούμενον Τρώγιλον, προχωρούντες πάντοτε εκεί όπου ολίγον μόνον διάστημα τοις έμενε να τειχίσωσιν, από του μεγάλου λιμένος μέχρι της άλλης θαλάσσης. Οι δε Συρακούσιοι, κατά συμβουλήν των στρατηγών και ιδίως του Ερμοκράτους, δεν ηθέλησαν πλέον να διακινδυνεύσουν εναντίον των Αθηναίων γενικάς μάχας· ενόμισαν δε προτιμότερον να εγείρουν αντιτείχισμα κάτωθεν του μέρους, όπου οι Αθηναίοι έμελλαν να διευθύνουν το ιδικόν των. Και, εάν μεν το σχέδιον τούτο επετύγχανεν, ο αποκλεισμός ήτο βέβαιος· εάν δε, διαρκούσης της εργασίας, ο εχθρός ήρχετο να τους προσβάλη, εσκόπευον να αντιτάξουν κατ' αυτού μέρος τι του στρατού των και να τον προλάβουν καταλαμβάνοντες τα πέριξ και περιχαρακούμενοι· διά του τρόπου τούτου ο εχθρός θα έπρεπε να παύση τας εργασίας του, διά να βαδίση πανστρατιά κατ' αυτών. Εξήλθον λοιπόν και ύψωναν τείχος, αρχίσαντες από της πόλεώς των, κάτωθεν του κύκλου των Αθηναίων και άγοντες αυτό εγκαρσίως· κόψαντες δε τας ελαίας του τεμένους ύψωσαν ξύλινους πύργους. Τα πλοία των Αθηναίων δεν είχαν φθάσει ακόμη εις τον μέγαν λιμένα παραπλέοντα την Θαψον· οι Συρακούσιοι ήσαν πάντοτε κύριοι της περί αυτούς θαλάσσης, και οι Αθηναίοι έφεραν τας τροφάς εκ της Θάψου διά ξηράς.
100. Ότε δε ενόμισαν οι Συρακούσιοι ότι αρκούντως επροχώρησε το χαράκωμα και η οικοδομή του υποτειχίσματος, χωρίς να ενοχληθούν υπό των Αθηναίων, οι οποίοι εφοβούντο μήπως διαιρούμενοι θα έμεναν ευκολώτερα εκτεθειμένοι εις τας προσβολάς του εχθρού και οι οποίοι άλλως έσπευδαν να τελειώσουν την ιδικήν των περιτείχισιν, άφησαν μίαν φυλήν, διά να φυλάττη το οικοδόμημα, και επέστρεψαν εις την πόλιν των. Οι δε Αθηναίοι κατέστρεψαν τους υπογείους οχετούς, οι οποίοι έφερναν το ύδωρ εις την πόλιν· και παρατηρήσαντες ότι οι Συρακούσιοι απεσύροντο εις τας σκηνάς των κατά την μεσημβρίαν, ότι πολλοί μάλιστα απήρχοντο εις την πόλιν και ότι οι εις τα χαρακώματα μένοντες εφύλατταν αυτά αμελώς, έστειλαν τριακοσίους εκλεκτούς καί τινας διαλεκτούς και καλώς ωπλισμένους ψιλούς διατάξαντες αυτούς να τρέξουν αιφνιδίως προς το υποτείχισμα. Η επίλοιπος στρατιά διηρέθη εις δύο σώματα· και το μεν πρώτον, υπό τας διαταγάς του ενός εκ των δύο στρατηγών, επροχώρησε προς την πόλιν, διά να εμποδίση την έξοδον των πολιορκουμένων· το δε άλλο, μετά του ετέρου στρατηγού, μετέβη εις το παρά την πυλίδα διασταύρωμα, κατά του οποίου επιτεθέντες οι τριακόσιοι το εκυρίευσαν, διότι το εγκατέλειψαν οι φύλακες και κατέφυγαν εις το περί τον Τεμενίτην περιτείχισμα. Οι διώκοντες επέπεσαν εναντίον αυτών· αλλά μόλις έφθασαν εντός απεκρούσθησαν ισχυρώς. Ολίγοι Αργείοι καί τινες Αθηναίοι έπεσαν εκεί. Και αναχωρήσας πάλιν όλος ο στρατός κατηδάφισε την υποτείχισιν, ανέσπασε το διασταύρωμα, μετέφερε τους πασσάλους εις το στρατόπεδον και έστησε τρόπαιον.
101. Την δε επομένην ημέραν οι Αθηναίοι αρχίζοντες από του κύκλου ετείχιζαν τον κρημνόν, ο οποίος κείται υπεράνω του έλους και ο οποίος, εκ του μέρους των Επιπολών, βλέπει προς τον μέγαν λιμένα· γινομένη κατά το μέρος της ομαλωτέρας οδού η περιτείχισις ώφειλε να ακολουθήση την κατωφέρειαν ταύτην και να φθάση εις τον λιμένα διά της πεδιάδος και του έλους. Κατ' αυτό το διάστημα εξήλθον και οι Συρακούσιοι και ήρχισαν να χαρακούνται από της πόλεως και διά μέσου του έλους· έσκαψαν επίσης τάφρον, διά να εμποδίσουν εις τους Αθηναίους την μέχρι της θαλάσσης αποτείχισιν. Ούτοι δε, άμα ετελείωσαν τας επί του κρημνού εργασίας, επεχείρησαν δευτέραν επίθεσιν κατά του χαρακώματος και της τάφρου των Συρακουσίων, τα μεν πλοία διατάξαντες να πλεύσουν εκ της Θάψου εις τον μέγαν λιμένα των Συρακουσίων, αυτοί δε, καταβάντες περί τα εξημερώματα εκ των Επιπολών εις την πεδιάδα, και διαβάντες το έλος τη βοηθεία θυρών και πλατέων ξύλων, τα οποία έρριπταν εις τα μάλλον πηλώδη και στερεώτερα μέρη, εκυρίευσαν άμα τη πρωία την τάφρον και το χαράκωμα, εκτός μικρού μέρους, το οποίον εκυρίευσαν ύστερον. Μάχη συνήφθη, κατά την οποίαν ενίκησαν οι Αθηναίοι· και εκ των Συρακουσίων οι μεν εις το δεξιόν κέρας ευρισκόμενοι κατέφυγαν εις την πόλιν, οι δε εις το αριστερόν προς τον ποταμόν. Τούτους θέλοντες να αποκλείσουν οι των Αθηναίων τριακόσιοι εκλεκτοί έτρεξαν μετά πάσης σπουδής προς την γέφυραν. Φοβηθέντες δε οι Συρακούσιοι (διότι ήσαν ενταύθα μεταξύ αυτών πολλοί ιππείς) ώρμησαν κατά των τριακοσίων τούτων, έτρεψαν αυτούς εις φυγήν και εισέβαλαν εις το δεξιόν κέρας των Αθηναίων· εις την έφοδον ταύτην η πρώτη φυλή του κέρατος τούτου κατελήφθη υπό φόβου. Ιδών τούτο ο Λάμαχος έσπευσεν εκ του αριστερού κέρατος προς βοήθειαν μετά τινων τοξοτών και ολίγων Αργείων, αλλά την στιγμήν πού διέβαινε τάφρον τινά και ευρίσκετο σχεδόν μόνος μετά τινων εκ των ακολουθούντων αυτόν ανδρών εφονεύθη αυτός και πέντε ή έξ εκ των μετ' αυτού. Και τούτους μεν οι Συρακούσιοι έσπευσαν να τους αρπάσουν και να τους φέρουν πέραν του ποταμού εις μέρος ασφαλές, αυτοί δε, επειδή επήρχετο ήδη ο επίλοιπος στρατός των Αθηναίων, απεχώρησαν.
102. Εις το μεταξύ δε τούτο εκείνοι εκ των Συρακουσίων, οι οποίοι είχαν καταφύγει κατ' αρχάς εις την πόλιν, ιδόντες τα γινόμενα, ανέλαβαν θάρρος και εξήλθαν πάλιν εκ της πόλεως, διά να επιτεθούν κατά των εναντίον αυτών επιτεθέντων Αθηναίων· έπεμψαν επίσης μέρος του στρατού των, διά να κυριεύση τον πλησίον των Επιπολών κύκλον, νομίζοντες ότι θα τον εύρισκαν ανυπεράσπιστον. Και το μεν δεκάπλεθρον προτείχισμα αυτών κυριεύουν, αυτόν δε τον κύκλον τους ημπόδισε να κυριεύσουν ο Νικίας μένων εκεί ένεκα αδιαθεσίας. Ιδών ούτος ότι δι' έλλειψιν υπερασπιστών δεν υπήρχεν άλλο καταφύγιον διέταξε τους υπηρέτας να καύσουν τας μηχανάς και τα ξύλα όσα ήσαν κατατεθειμένα προ του τείχους. Το μέσον τούτο επέτυχεν· οι Συρακούσιοι δεν επλησίασαν περισσότερον ένεκα της πυρκαϊάς, αλλ' επέστρεψαν οπίσω, τοσούτω μάλλον, όσω ισχυρόν απόσπασμα των Αθηναίων ανέβη εκ της πεδιάδος εις τον κύκλον, διά να διώξη τον εκεί ευρισκόμενον εχθρόν, και συγχρόνως ο στόλος αναχωρήσας εκ της Θάψου, συμφώνως με τας δοθείσας διαταγάς, εισήρχετο ήδη εις τον μέγαν λιμένα. Ταύτα βλέποντες οι άνωθεν ευρισκόμενοι έσπευσαν να επιστρέψουν εις την πόλιν, καθώς και όλος ο στρατός των Συρακουσίων μη νομίζων δυνατόν με τας παρούσας αυτού δυνάμεις να εμποδίση την εξακολούθησιν του μέχρι της θαλάσσης τειχισμού.
103. Μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον, απέδοσαν εις τους Συρακουσίους τους νεκρούς των διά συνθήκης και έλαβαν τα σώματα του Λαμάχου και των μετ' αυτού φονευθέντων. Ευρισκομένων δε τότε συνηθροισμένων όλων των κατά ξηράν και θάλασσαν δυνάμεων των, ήρχισαν να περιτειχίζωσι τους Συρακουσίους διά διπλού τείχους από των Επιπολών και των κατωφερών μερών μέχρι της θαλάσσης. Τα τρόφιμα έφθαναν εις τον στρατόν εξ όλων των μερών της Ιταλίας· ήλθαν δε επίσης εις τους Αθηναίους πολλοί σύμμαχοι Σικελοί, οι οποίοι είχαν καθυστερήσει μέχρι τότε, καθώς και τρεις πεντηκόντοροι εκ της Τυρρηνίας· όλα τα λοιπά επήγαιναν αισίως. Οι Συρακούσιοι, ουδεμίαν βοήθειαν βλέποντες ερχομένην εκ της Πελοποννήσου ή αλλαχόθεν, ήρχισαν να απελπίζωνται ότι ήθελαν νικήσει· ωμίλουν μεταξύ των περί συμβιβασμού και επρότειναν μάλιστα αυτόν εις τον Νικίαν, διότι μετά τον θάνατον του Λαμάχου εις αυτόν και μόνον έμεινεν η αρχηγία του στρατού. Και κύρωσις μεν ουδεμία έγινεν, αλλά, όπως συμβαίνει εις ανθρώπους ευρισκομένους εις απελπισίαν και πάντοτε στενώτερον πολιορκουμένους, προτάσεις πολλαί απηυθύνοντο προς τον Νικίαν και εις την πόλιν ωμίλουν πολύ περισσότερον περί του αντικειμένου τούτου, διότι η δυστυχία είχεν ενσπείρει την δυσπιστίαν μεταξύ των Συρακουσίων. Καθαιρέσαντες τους πρώην στρατηγούς, διότι ενόμιζαν ότι έγιναν θύματα της ατυχίας των ή της απιστίας των, εξέλεξαν άλλους αντ' αυτών, τον Ηρακλείδην, τον Εύκλέα και τον Τελλίαν.
104. Εν τούτοις ο Λακεδαιμόνιος Γύλιππος και τα αναχωρήσαντα εκ της Κορίνθου πλοία ήσαν ήδη περί την Λευκάδα, διά να σπεύσουν προς βοήθειαν της Σικελίας. Αλλ' επειδή αι κομισθείσαι αγγελίαι ήσαν δυσάρεστοι και όλαι ομοίως ψευδείς περί του εντελούς αποκλεισμού των Συρακουσών, ο Γύλιππος απέβαλε πλέον πάσαν ελπίδα περί της Σικελίας· θέλων όμως να προφυλάξη τουλάχιστον την Ιταλίαν διεπέρασε βιαστικά αυτός και ο Κορίνθιος Πυθήν, τον Ιόνιον κόλπον, διά να φθάση εις τον Τάραντα, μετά δύο πλοίων Λακωνικών και δύο Κορινθιακών.
Οι Κορίνθιοι, ανεξαρτήτως των δέκα πλοίων, τα οποία τοις ανήκον, έβαλαν ναύτας ακόμη και εις δύο της Λευκάδος και τρία της Αμπρακίας, τα οποία έμελλαν να αποστείλουν κατόπιν. Και ο μεν Γύλιππος, αναχωρήσας εκ του Τάραντος, ήλθε πρώτον εις την Θουρίαν, διά να διαπραγματευθή μετά των κατοίκων αυτής, στηριζόμενος εις τα πολιτικά δικαιώματα, τα οποία είχεν άλλοτε ο πατήρ του εις την χώραν ταύτην· μη δυνηθείς όμως να πείση τους κατοίκους ανεχώρησε και παρέπλεε την Ιταλίαν. Αναρπασθείς κατά τον Τεριναίον κόλπον υπό βορείου ανέμου, ο οποίος πνέει βιαιότατα εις τα παράλια ταύτα, εφέρθη εις το πέλαγος και, αφού εβασανίσθη πολύ, προσήγγισε πάλιν εις τον Τάραντα και ανελκύσας εις την ξηράν τα παθόντα υπό της τρικυμίας πλοία επεσκεύαζεν αυτά. Ο δε Νικίας μαθών ότι επλησίαζεν ο Γύλιππος επεριφρόνησε τον μικρόν αριθμόν των πλοίων του (το οποίον έπραξαν και οι Θούριοι), και με την ιδέαν ότι οι εχθροί έπλεαν παρεσκευασμένοι ως πειραταί ουδεμίαν έλαβε κατ' αυτών προφύλαξιν.
105. Κατά την αυτήν δε εποχήν του θέρους τούτου οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι των εισέβαλαν εις το ’ργος και ελεηλάτησαν πολύ μέρος της χώρας. Και οι Αθηναίοι έσπευσαν εις βοήθειαν των Αργείων με τριάκοντα πλοία, τούτο δε επροκάλεσε φανεράν ρήξιν μεταξύ των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων. Τωόντι, μέχρις εκείνης της στιγμής, οι Αθηναίοι εξήρχοντο εκ της Πύλου μόνον διά να ληστεύουν, και αποβαίνοντες μάλλον εις τα λοιπά μέρη της Πελοποννήσου ή εις την Λακωνικήν συνεπολέμουν μετά των Αργείων και των Μαντινέων. Πολλάκις μάλιστα, προσκαλούμενοι υπό των Αργείων να αποβούν μόνον εις την Λακωνικήν ένοπλοι και να αναχωρήσουν μετ' αυτών, αφού λεηλατήσουν ελάχιστον μέρος της χώρας, ηρνήθησαν. Αλλά κατά την περίστασιν ταύτην, υπό την αρχηγίαν του Πυθοδώρου, του Λαισποδίου και του Δημαράτου, αποβιβασθέντες εις Επίδαυρον την Λιμηράν, εις τας Πρασιάς και εις άλλα μέρη, ελεηλάτησαν την χώραν και έδωκαν τοιουτοτρόπως εις τους Λακεδαιμονίους αιτίαν παρέχουσαν πολύ πλέον εύλογον πρόφασιν εκδικήσεως. Ότε δε ανεχώρησαν εκ του ’ργους οι Αθηναίοι μετά των πλοίων και οι Λακεδαιμόνιοι, οι Αργείοι εισέβαλαν εις την Φλιασίαν, ελεηλάτησαν την χώραν, εφόνευσαν κατοίκους τινάς και επέστρεψαν εις τα ίδια.
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, Ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή πού πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ, προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις του Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Πελοποννησιακός πόλεμος είναι η θαυμασία ιστορία του εμφυλίου μακρού πολέμου των Ελλήνων, αποτέλεσμα του οποίου υπήρξεν η ανεπανόρθωτος εξασθένισις της Ελλάδος. Ανατρέχων εις τα απώτατα αίτια ο Θουκυδίδης εξηγεί τα της αναπτύξεως του Ελληνισμού από των αρχαιοτάτων χρόνων, περιγράφει την σύστασιν και την ζωήν των καθέκαστα πολιτειών, παρέχει δε συγχρόνως ούτως αρτίαν εικόνα της εθνικής των Ελλήνων ζωής.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο.Ε.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 ΤΗΛ. 614.686, 654.506
ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10
___________________________________ 1) Δωδέκατον έτος του πολέμου, 420 π. Χ.
2) Το κείμενον είναι: «μη κύριον είναι απάγειν στρατόν εκ της πόλεως». Δια το ασαφές του κειμένου ο Haase επρότεινε την διόρθωσιν: «Μη κύριον είναι απάγειν στρατόν εκ της πολεμίας» ήτοι να μη έχη εξουσίαν να αποσύρη τον στρατόν από εχθρικήν χώραν.
3) Το κείμενον της συνθήκης αυτής είναι δωρικόν και εις κάποια μέρη ασαφές.
4) Το κείμενον της συνθήκης αυτής είναι εις δωρικήν διάλεκτον, έχει δε και αυτό ασαφείας.
5) Δέκατον πέμπτον έτος του πολέμου, 417 π. Χ.