← Table of contents
Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος

Front matter (continued 2)

I. (Ioannes) Zervos translation

74. Τοιαύτη υπήρξε περίπου η μάχη εκείνη, η αιματηροτάτη όλων όσαι εγένοντο από πολλού χρόνου μεταξύ Ελλήνων και εις την οποίαν ευρέθησαν συνηνωμέναι αι δυνάμεις των αξιολογωτάτων πόλεων. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, παραταχθέντες έμπροσθεν των φονευθέντων εχθρών, έστησαν αμέσως τρόπαιον, απεγύμνωσαν τα πτώματα, εσύναξαν τους νεκρούς των, έφεραν αυτούς εις την Τεγέαν, όπου τους έθαψαν, και διά συνθήκης απέδωκαν τους των πολεμίων. Απέθαναν δε εκ μεν των Αργείων, των Ορνεατών και των Κλεωναίων επτακόσιοι, εκ δε των Μαντινέων διακόσιοι, εκ δε των Αθηναίων και Αιγινητών διακόσιοι και αμφότεροι οι στρατηγοί των Αθηναίων. Οι σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων δεν έπαθαν τόσον, ώστε η απώλειά των να είναι αξία μνείας· ως προς δε τους Λακεδαιμονίους ιδίως δεν ήτο εύκολον να μάθω την αλήθειαν· ελέγετο εν τούτοις ότι εφονεύθησαν τριακόσιοι περίπου.

75. Ολίγον προ της μάχης, ο έτερος βασιλεύς Πλειστοάναξ, έχων μεθ' εαυτού τους πρεσβυτέρους και τους νεωτέρους, έδραμεν εις βοήθειαν αλλά φθάσας εις την Τεγέαν και μαθών την νίκην ανεχώρησεν. Οι Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν διά να αναστείλουν τους από της Κορίνθου και έξω του ισθμού ερχομένους συμμάχους. ’ναχωρήσαντες δε και αυτοί οι ίδιοι και αποπέμψαντες τους συμμάχους (ένεκα της εορτής των Καρνείων τα οποία ετελούντο τότε) επανηγύρισαν. Δι' αυτού και μόνου του πολεμικού κατορθώματος, απέπλυναν την μομφήν διά χαυνότητα, δι' απερισκεψίαν και διά βραδύτητα την οποίαν επέρριπταν τότε κατ' αυτών οι Έλληνες διά την εν τη Σφακτηρία καταστροφήν. Τους έκαμε μεν η τύχη, ως εφαίνετο, να χάσουν το θάρρος των, αλλά κατά την ανδρείαν ήσαν πάντοτε οι αυτοί. Κατά την προτεραίαν της μάχης συνέβη να εισβάλουν οι Επιδαύριοι πανδημεί εις την χώραν των Αργείων, ανυπεράσπιστον ούσαν, και εφόνευσαν πολλούς φύλακας μείναντας μετά την αναχώρησιν των Αργείων. Αλλ' οι Μαντινείς, λαβόντες ενίσχυσιν τρισχιλίων οπλιτών Ηλείων και χιλίων Αθηναίων, εκτός εκείνων οι οποίοι είχαν έλθη πρότερον, εξεστράτευσαν ευθύς μεθ' όλων τούτων των ηνωμένων δυνάμεων κατά της Επιδαύρου, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι εώρταζαν τα Κάρνεια, και διανεμηθέντες μεταξύ των τας εργασίας ήρχισαν να περιτειχίζουν την πόλιν. Και οι μεν άλλοι απέκαμαν, οι δε Αθηναίοι, όπως διετάχθησαν, ωχύρωσαν την άκραν, όπου ευρίσκεται ο ναός της Ήρας. Μετά το πέρας της εργασίας ταύτης αφήσαντες φρουράν εξ όλων των συμμαχικών στρατευμάτων, ανεχώρησαν εις τα ίδια, και το θέρος ετελείωσε.

76. Ευθύς από των πρώτων ημερών του επομένου χειμώνος οι Λακεδαιμόνιοι, μετά την εορτήν των Καρνείων, εξεστράτευσαν, και φθάσαντες εις την Τεγέαν μετεβίβασαν εις το ’ργος προτάσεις ειρήνης. Υπήρχαν ήδη εις την πόλιν ταύτην άνδρες οι οποίοι ήσαν αφωσιωμένοι εις αυτούς και οι οποίοι επεθύμουν να καταργήσουν το δημοκρατικόν πολίτευμα του ’ργους. Η έκβασις της μάχης επέτρεπεν εις αυτούς να καταπείσουν ευκολώτερον τους περισσοτέρους εις συμβιβασμόν. Ήθελαν δε να κάμουν πρώτον σπονδάς μετά των Λακεδαιμονίων, έπειτα να κλείσουν συμμαχίαν, και ακολούθως να επιχειρήσουν την ανατροπήν της δημοκρατίας. Λίχας ο Αρκεσιλάου, πρόξενος των Αργείων, φθάνει εκ μέρους των Λακεδαιμονίων φέρων εις το ’ργος δύο προτάσεις, την μεν εν περιπτώσει καθ' ην οι Αργείοι ήθελαν να πολεμήσουν, την δε εάν εδέχοντο να κλείσουν ειρήνην. Μετά πολλάς συζητήσεις (διότι και ο Αλκιβιάδης έτυχε παρών) οι οπαδοί των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι ήδη ενήργουν αναφανδόν, έπεισαν τους Αργείους να παραδεχθούν την εξής συμβιβαστικήν πρότασιν.

77. (3) «Απεφασίσθη υπό της εκκλησίας των Λακεδαιμονίων να συμβιβασθούν μετά των Αργείων υπό τους εξής όρους. Οι Αργείοι θα αποδώσουν εις τους Ορχομενίους τα τέκνα των, εις τους Μαιναλίους τους άνδρας τους οποίους είχαν συλλάβη αιχμαλώτους και εις τους Λακεδαιμονίους τους άνδρας τους οποίους είχαν συλλάβη εις την Μαντίνειαν, θα εξέλθουν εκ της Επιδαύρου και θα κατεδαφίσουν το τείχος το οποίον είχαν εγείρη. Εάν οι Αθηναίοι δεν θελήσουν να εξέλθουν της Επιδαύρου, θα θεωρηθούν ως εχθροί των Αργείων και των Λακεδαιμονίων καθώς και των συμμάχων των δύο τούτων λαών. Οι Λακεδαιμόνιοι θέλουν αποδώση εις όλας τας πόλεις τους παίδας όσους έλαβον ως ομήρους. Ως προς την θυσίαν την οφειλομένην εις τον θεόν, οι Αργείοι θα είναι ελεύθεροι να επιβάλουν τον όρκον, εις τους Επιδαυρίους ή να τον δώσουν αυτοί οι ίδιοι. Αι εν τη Πελοποννήσω κείμεναι πόλεις, μεγάλαι ή μικραί, θα είναι όλαι αυτόνομοι κατά τα πάτρια. Εάν λαός τις έξωθεν της Πελοποννήσου εισβάλη εις το πελοποννησιακόν έδαφος διά να το βλάψη, οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αργείοι θα συνεννοηθούν πως να αποδιώξουν αυτόν διά του τρόπου πού ήθελε φανή δικαιότατος εις τους Πελοποννησίους. Όσοι σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων ευρίσκονται εκτός της Πελοποννήσου, θα μείνουν εις την αυτήν κατάστασιν εις την οποίαν και οι εντός της Πελοποννήσου σύμμαχοι των Αργείων και των Λακεδαιμονίων, δηλαδή κύριοι των ιδιοκτησιών των. Οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αργείοι θα ανακοινώσουν εις τους συμμάχους των τας συμφωνίας ταύτας διά να τας παραδεχθούν και αυτοί, εάν θέλουν· εάν δε οι σύμμαχοι ούτοι επιθυμήσουν να προστεθή τι, ας στείλουν πρέσβεις εις την Λακεδαίμονα.»

78. Κατ' αρχάς οι Αργείοι παρεδέχθησαν την συνθήκην ταύτην και ο στρατός των Λακεδαιμονίων ανεχώρησεν εκ της Τεγέας εις τα ίδια· μετά τούτο ήρχισαν συνεννοούμενοι μεταξύ των, και μετ' ου πολύ οι αυτοί άνδρες έπεισαν πάλιν τους Αργείους να αφήσουν την μετά των Μαντινέων, Ηλείων και Αθηναίων συμμαχίαν και να κλείσουν μετά των Λακεδαιμονίων την ακόλουθον συνθήκην ειρήνης και συμμαχίας.

79. (4) «Απεφασίσθη υπό των Λακεδαιμονίων και των Αργείων να γίνη ειρήνη και συμμαχία διά πεντήκοντα έτη υπό τους ακολούθους όρους· Θα κρίνωνται εν ισότητι κατά την συνήθειαν των πατέρων των. Αι άλλαι πόλεις της Πελοποννήσου δύνανται να συμπεριληφθούν εις τας σπονδάς και την συμμαχίαν ταύτην μένουσαι ελεύθεραι και αυτόνομοι και δικαζόμεναι με ισότητα κατά τας πατρογονικάς συνηθείας. Οι εκτός της Πελοποννήσου σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων θα είναι ίσοι καθ' όλα με τους Αργείους και κύριοι της χώρας των. Εάν ποτε επιστή ανάγκη κοινής εκστρατείας, οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αργείοι θα λαμβάνουν περί τούτου μέτρα δικαιότατα προς τους συμμάχους. Εάν προκύψη έρις τις μεταξύ των πόλεων της Πελοποννήσου, ή των εντός ή των εκτός, είτε περί των ορίων είτε περί άλλου τινός, η δικαιοσύνη θα επικρατή. Εάν προκύψη έρις τις μεταξύ δύο συμμάχων πόλεων, αμφότεραι θα υποβάλλωνται εις την διαιτησίαν άλλης πόλεως ουδετέρας την οποίον ήθελαν εκλέξη αμφότεραι. Οι πολίται θα δικάζωνται κατά τα πάτρια.»

80. Τοιαύται υπήρξαν αι σπονδαί και η συμμαχία· απέδωκαν δε αμοιβαίως όσα είχαν κυριεύση και ετακτοποίησαν τας λοιπάς διαφοράς των. Διασκεπτόμενοι δε ήδη περί των υποθέσεων των από κοινού, εψήφισαν να μη δεχθούν μήτε κήρυκα μήτε πρεσβείαν εκ μέρους των Αθηναίων πριν ή ούτοι εξέλθουν της Πελοποννήσου εγκαταλείποντες τα τείχη και να μη κάμουν μετ' αυτών ειρήνην ή πόλεμον πριν αποφασίσουν από κοινού. Επιλαμβανόμενοι παντός πράγματος μετά ζήλου, έπεμψαν αμφότεροι πρέσβεις και εις τας πόλεις της Θράκης και προς τον Περδίκκαν πείσαντες αυτόν να εισέλθη εις την συμμαχίαν των. Ούτος εν τούτοις δεν διέλυσεν αμέσως την μετά των Αθηναίων συμμαχίαν, διενοείτο όμως να το πράξη βλέπων ότι το έπραττον και οι Αργείοι (διότι κατήγετο και αυτός εξ ’ργους). Επί τέλους ανενέωσαν τους μετά των Χαλκιδέων αρχαίους όρκους των και προσέθεσαν νέους. Έπεμψαν δε οι Αργείοι πρέσβεις και προς τους Αθηναίους προσκαλούντες αυτούς να εκκενώσουν το τείχος της Επιδαύρου. Οι Αθηναίοι, βλέποντες ότι οι ιδικοί των φύλακες ήσαν πολύ κατώτεροι κατά τον αριθμόν από τους άλλους συμφύλακας, έπεμψαν τον Δημοσθένην να τους επαναφέρη. Φθάσας αυτός επροφασίσθη αγώνα γυμνικόν, τον οποίον εσύστησεν έξω του φρουρίου, και άμα εξήλθον οι άλλοι στρατιώται της φρουράς, αυτός έκλεισε τας πύλας. Ύστερον δε ανανεώσαντες οι Αθηναίοι τας μετά των Επιδαυρίων σπονδάς, απέδωκαν εις αυτούς το φρούριον εκείνο.

81. Μετά την απομάκρυνσιν των Αργείων εκ της συμμαχίας των Αθηναίων, οι Μαντινείς εις την αρχήν μεν αντέστησαν, αλλ' έπειτα αισθανόμενοι ότι ήσαν αδύνατοι άνευ των Αργείων, συνεβιβάσθησαν και αυτοί με τους Λακεδαιμονίους και παρητήθησαν της ηγεμονίας των πόλεων. Οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αργείοι συνεξεστράτευσαν, χίλιοι εξ εκατέρου μέρους. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι μετέβησαν μόνοι εις την Σικυώνα και κατέστησαν εκεί το ολιγαρχικόν πολίτευμα, κατόπιν δε κατήργησαν ενωθέντες το δημοκρατικόν πολίτευμα του ’ργους και εγκαθίδρυσαν ολιγαρχίαν αφωσιωμένην εις τους Λακεδαιμονίους. Τα συμβάντα ταύτα εγένοντο περί τα τέλη του χειμώνος και τας αρχάς της ανοίξεως, και τοιουτοτρόπως παρήλθε το δέκατον τέταρτον έτος του πολέμου.

82. Κατά δε το ακόλουθον θέρος (5) οι Διείς του ’θω απεσπάσθησαν από τους Αθηναίους, διά να ενωθούν με τους Χαλκιδείς, και οι Λακεδαιμόνιοι ετακτοποίησαν τα πράγματα της Αχαΐας, τα οποία πρότερον δεν ήσαν αρεστά εις αυτούς. Η δημοκρατική μερίς του ’ργους, συνασπισθείσα ολίγον κατ' ολίγον, εσχημάτισε πάλιν καλάς ελπίδας και επετέθη κατά της ολιγαρχίας περιμείνασα προς τούτο τας ημέρας πού οι Λακεδαιμόνιοι εώρταζαν τας γυμνοπαιδίας. Και γενομένης μάχης εν τη πόλει υπερίσχυσεν ο δήμος, και άλλους μεν εκ των ολιγαρχικών εφόνευσεν, άλλους δε εδίωξεν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, αν και προ πολλού προσκαλούμενοι υπό των φίλων, δεν έσπευδον μολαταύτα να έλθουν· αλλά τέλος, αναβαλόντες τας γυμνοπαιδίας, έσπευσαν εις βοήθειαν. Μαθόντές δε εν Τεγέα, ότι ενικήθησαν οι ολιγαρχικοί, δεν ηθέλησαν να προχωρήσουν, μολονότι τους παρεκάλουν οι φυγάδες, αλλ' επιστρέψαντες εις τα ίδια εξηκολούθησαν τας γυμνοπαιδίας. Έπειτα ήλθαν προς αυτούς πρέσβεις και από των εν τη πόλει Αργείων και από των έξω, μετά πολλάς δε μεταξύ των συζητήσεις, γενομένας ενώπιον των συμμάχων, οι Λακεδαιμόνιοι απεφάνθησαν ότι οι ευρισκόμενοι εντός της πόλεως είχαν άδικον, και απεφάσισαν να εκστρατεύσουν εναντίον του ’ργους· αλλά συνέβησαν πολλαί αναβολαί και αργοπορίαι. Εν τω μεταξύ δε τούτω ο δήμος των Αργείων φοβηθείς τους Λακεδαιμονίους και συνδέσας πάλιν μετά των Αθηναίων συμμαχίαν, εκ της οποίας ήλπιζε μεγάλην ωφέλειαν, έκτισε μακρά τείχη μέχρι της θαλάσσης, διά να δύναται να εισάγη τρόφιμα διά της συνδρομής των Αθηναίων εν περιπτώσει που ήθελεν αποκλεισθή η διά ξηράς μετακόμισις. Τον τειχισμόν τούτον εγνώριζαν και πολλαί των εν Πελοποννήσω πόλεων. Και οι μεν Αργείοι ειργάζοντο εις τούτο όλοι ανεξαιρέτως, άνδρες, γυναίκες και οικιακοί δούλοι, επίσης δε και εξ Αθηνών ήλθαν προς αυτούς ξυλουργοί και λιθοτόμοι. Και τοιουτοτρόπως ετελείωσε το θέρος.

83. Κατά δε τον ακόλουθον χειμώνα οι Λακεδαιμόνιοι, άμα έμαθαν ότι οι Αργείοι έκτιζαν τείχη, εστράτευσαν κατά του ’ργους, αυτοί και οι σύμμαχοι των, πλην των Κορινθίων· είχαν επίσης συνεννοήσεις τινάς και εν αυτώ τω ’ργει. Αρχηγός δε της εκστρατείας ήτο ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων ’γις ο Αρχιδάμου. Και όσα μεν εφαίνοντο προετοιμασμένα εν τη πόλει υπέρ αυτών δεν επέτυχαν ακόμη· καταβαλόντες όμως και κατεδαφίσαντες τα οικοδομούμενα τείχη, και κυριεύσαντες το χωρίον του ’ργους Υσιάς, και φονεύσαντες όλους τους ελευθέρους άνδρας όσους ηχμαλώτισαν, ανεχώρησαν και διελύθησαν κατά πόλεις. Μετά τούτο δε εστράτευσαν και οι Αργείοι κατά της Φλειασίας διά τον λόγον ότι εκεί εγίνοντο δεκτοί οι φυγάδες του ’ργους, και λεηλατήσαντες την χώραν επέστρεψαν· τωόντι εκεί είχαν εύρει άσυλον οι πλείστοι των εξορίστων. Κατά τον αυτόν χειμώνα απέκλεισαν οι Αθηναίοι τους λιμένας της Μακεδονίας, επιρρίπτοντες εις τον Περδίκκαν κατηγορίαν ότι είχεν ενωθή μετά των Αργείων και των Λακεδαιμονίων, και ότι, ενώ οι Αθηναίοι είχαν προπαρασκευαστή να εκστρατεύσουν κατά των Χαλκιδέων της Θράκης και κατά της Αμφιπόλεως υπό τον στρατηγόν Νικίαν του Νικηράτου, αυτός εγκατέλιπε την συμμαχίαν και επροξένησεν ούτω διά της απομακρύνσεώς του την διάλυσιν του στρατού· ήτο λοιπόν εχθρός των. Και τοιουτοτρόπως παρήλθεν ο χειμών αυτός και το δέκατον πέμπτον έτος του πολέμου.

84. Κατά δε το ακόλουθον θέρος ο Αλκιβιάδης έπλευσεν εις ’ργος μετά είκοσι πλοίων και συνέλαβεν εκεί τριακοσίους άνδρας, οι οποίοι εθεωρούντο ακόμη ως ύποπτοι και ως φρονούντες τα των Λακεδαιμονίων· κατέθεσαν δε αυτούς οι Αθηναίοι εις τας πλησίον νήσους τας εξαρτωμένας απ' αυτούς. Οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν επίσης και εναντίον της νήσου Μήλου μετά πλοίων ιδικών των μεν τριάκοντα, Χίων δε έξ, Λεσβίων δε δύο, και οπλιτών ιδικών των μεν χιλίων διακοσίων και τοξοτών τριακοσίων και ιπποτοξοτών είκοσι, των δε συμμάχων και νησιωτών χιλίων πεντακοσίων περίπου οπλιτών. Οι δε Μήλιοι είναι μεν άποικοι των Λακεδαιμονίων, δεν ήθελαν όμως να υπακούουν εις τους Αθηναίους καθώς οι άλλοι νησιώται, αλλά κατ' αρχάς μεν ετήρησαν ουδετερότητα και έμεναν ησυχάζοντες· κατόπιν όμως, αναγκασθέντες υπό των Αθηναίων, οι οποίοι ελεηλάτουν την νήσον των, ήρχισαν πόλεμον φανερόν. Στρατοπεδεύσαντες λοιπόν εις την χώραν των μετά του στρατού τούτου οι στρατηγοί Κλεομήδης ο Λυκομήδους και Τισίας ο Τισιμάχου, πριν αρχίσουν καμμίαν εχθροπραξίαν έπεμψαν πρέσβεις, διά να συνομιλήσουν μετ' αυτών. Τους πρέσβεις τούτους δεν παρουσίασαν οι Μήλιοι εις τον λαόν, αλλά τους προσεκάλεσαν να συνομιλήσουν μετά των αρχών και των πρώτων πολιτών περί του λόγου της αποστολής των. Οι δε πρέσβεις των Αθηναίων είπον τα εξής :

85. Επειδή οι λόγοι δεν γίνονται προς το πλήθος, προς τον σκοπόν να μη απατηθούν οι πολλοί ακούοντες διά μιας τους δελεαστικούς και ανεξέλεγκτους διά την αδιάκοπον συνέχειαν λόγους μας (διότι εννοούμεν ότι τοιαύτη είναι η σκέψις σας με το να μας φέρετε ενώπιον μικρού αριθμού ακροατών), διά τούτο σεις οι συνελθόντες μαζί μας ασφαλισθήτε έτι μάλλον. Εγκαταλείποντες τον τρόπον της συνεχούς αγορεύσεως ας λέγετε και σεις ό,τι φρονείτε περί ενός εκάστου· οσάκις δε εκφέρομεν γνώμην τινά, εάν αύτη σας φαίνεται απαράδεκτος, αντικρούετε την αμέσως. Και πρώτον είπατε αν σας αρέσκει ο τρόπος ούτος της συνομιλίας».

86. Οι δε σύνεδροι των Μηλίων απεκρίθησαν «Η μεν φιλική πρότασις του να συζητήσωμεν ησύχως δεν είναι αξία μομφής, αλλ' αι πολεμικαί προπαρασκευαί, αι παρούσαι και ουχί μέλλουσαι, μας φαίνονται να αντιφάσκουν προς αυτό. Διότι βλέπομεν ότι ήλθατε ως κριταί των όσα θα ειπωθούν και ότι διά του λόγου τούτου, εάν μεν υπερισχύσωμεν εις το δίκαιον ημών και ένεκα τούτου δεν υποχωρήσωμεν, θα προκαλέσωμεν πόλεμον καθ' ημών, εάν δε υποχωρήσωμεν, δουλείαν».

87. ΑΘΗΝΑΙΟΙ. Εάν μεν, συνήλθατε, διά να υπολογίσετε τας δυσπιστίας σας περί του μέλλοντος ή διά παν άλλο να σκεφθήτε παρά περί της σωτηρίας της πόλεώς σας αναλόγως με τας παρούσας περιστάσεις και με όσα βλέπετε, ας παύσωμεν αν δε τουναντίον, ας ομιλήσωμεν.

88. ΜΗΛΙΟΙ. Φυσικόν και συγγνωστόν είναι, άνθρωποι, εις τοιαύτην (ως την ιδικήν μας) κατάστασιν ευρισκόμενοι, να δίδουν πάσαν έκτασιν εις τους λόγους των και τας σκέψεις των. Αναγνωρίζομεν όμως ότι η συνέλευσις αύτη αντικείμενον έχει την σωτηρίαν ημών. Ας γίνη λοιπόν η συζήτησις, εάν ευαρεστήσθε, κατά τον τρόπον τον οποίον υπεδείξατε.

89. ΑΘ. Ημείς λοιπόν δεν θα ζητήσωμεν λέξεις ευπρεπείς, ούτε θα επιχειρήσωμεν να αποδείξωμεν διά μακρών λόγων οι οποίοι δεν θα έπειθον κανένα ότι είναι δίκαιον να άρχωμεν καθό νικήσαντες τον Μήδον, ή ότι εκδικούμεθα σήμερον ως προσβληθέντες· και σας παρακαλούμεν επίσης να μη μας ειπήτε ότι, επειδή είσθε άποικοι των Λακεδαιμονίων, δεν εξεστρατεύσατε μαζί μας, ή ότι δεν μας ηδικήσατε εις τίποτε, μήτε να αξιώσετε διά τούτο να μας πείσετε· πράξατε μόνον ό,τι είναι δυνατόν να γίνη κατά τα αληθή φρονήματα εκατέρων· διότι γνωρίζομεν επίσης καλώς και οι μεν και οι δε ότι το δίκαιον κατά την κρίσιν των ανθρώπων λαμβάνεται υπ' όψιν μόνον όταν οι κρινόμενοι έχουν ίσην ισχύν, οι δε ισχυροί εξασκούν την δύναμίν των και οι ασθενείς υποχωρούν.

90. ΜΗΛ. Καθώς νομίζομεν λοιπόν είναι ωφέλιμον να σας είπωμεν (είναι δε αναγκαίον τούτο, επειδή σεις επροβάλατε επιτακτικώς ως βάσιν το συμφέρον αντί του δικαίου) ότι δεν πρέπει να καταλύσετε την ελευθερίαν, το κοινόν τούτο αγαθόν, και ότι ο ευρισκόμενος πάντοτε εις κίνδυνον δύναται να επιτύχη διά της πειθούς ωφελήματα ανάλογα και δίκαια, ενίοτε δε και πέραν του αυστηρού δικαίου. Και τούτο σας συμφέρει πλειότερον παντός άλλου, τοσούτω μάλλον, όσω, εάν ποτε ατυχήσετε, θέλετε χρησιμεύσει εις τους άλλους ως παράδειγμα, διά να τιμωρηθήτε αυστηρώς.

91. ΑΘ. Ημείς δε εξ εναντίας, εάν καταλυθή η ημετέρα ηγεμονία, δεν θα λυπηθώμεν· διότι οι άρχοντες άλλων, ως οι Λακεδαιμόνιοι, δεν είναι επίφοβοι εις τους ηττηθέντας (άλλως δεν πρόκειται ενταύθα περί των Λακεδαιμονίων), επίφοβοι όμως είναι οι υπήκοοι, όταν συμβή να προσβάλουν και να νικήσουν τους αρχαίους κυρίους των. Και περί μεν τούτου ας αφεθή εις ημάς (ας μείνη να εξετασθή μόνον από ημάς) ο κίνδυνος, όστις δύναται να προκύψη· ότι δε ήλθομεν ενταύθα μεριμνώντες περί της ημετέρας ηγεμονίας και της σωτηρίας της πόλεως σας, τούτο θέλομεν σας αποδείξει, θέλοντες να είμεθα άρχοντές σας ανεμποδίστως και να καταστήσωμεν την σωτηρίαν σας συμφέρουσαν και εις σας και εις ημάς.

92. ΜΗΛ. Και πώς συμβαίνει να συμφέρη εις ημάς μεν να δουλεύωμεν, εις σας δε να ηγεμονεύετε;

93. ΑΘ. Διότι σεις μεν, εάν υπακούσετε, δεν θα πάθετε τα έσχατα δεινά, ημείς δε, εάν δεν σας εξολοθρεύσωμεν, θα έχωμεν κέρδος.

94. ΜΗΛ. Δεν δέχεσθε λοιπόν να μένωμεν ήσυχοι, όντες φίλοι μεν ιδικοί σας και όχι πολέμιοι, σύμμαχοι δε κανενός;

95. ΑΘ. Όχι· διότι η έχθρα σας μας βλάπτει ολιγώτερον παρά η φιλία σας, η οποία διά τους υπηκόους μας ήθελε δεικνύει την αδυναμίαν ημών, ενώ η έχθρα σας ήθελε δεικνύει την δύναμιν ημών.

96. ΜΗΛ. Λοιπόν οι υπήκοοί σας θέτονται εις την αυτήν κατηγορίαν με εκείνους, οι οποίοι κανένα δεν έχουν δεσμόν με σας και με τους αποίκους σας, εκ των οποίων τινές αποστατήσαντες υπετάχθησαν;

97. ΑΘ. Οι υπήκοοι ημών σκέπτονται ότι δεν στερούνται δικαιολογίας μήτε οι μεν μήτε οι δε, αλλ' ότι ένεκα της ισχύος των οι μεν διαμένουν ελεύθεροι, ημείς δε διά φόβον δεν επερχόμεθα· ώστε υποτάσσοντες σας όχι μόνον θα αυξήσωμεν τον αριθμόν των υπηκόων μας, αλλ' ωσαύτως θα εξασφαλίσωμεν ημάς αυτούς· τοσούτω μάλλον, όσω νησιώται όντες και ασθενέστεροι όχι μόνον απέναντι θαλασσοκρατόρων, όπως είμεθα ημείς, αλλά και εναντίον άλλων δεν θέλετε δυνηθή να υπερισχύσετε.

98. ΜΗΛ. Δεν νομίζετε ότι υπάρχει ασφάλεια εις αυτό το οποίον θα σας είπωμεν; (διότι καθώς απαγορεύοντες εις ημάς τους λόγους επί τη βάσει του δικαίου μας αναγκάζετε να συναρμοζώμεθα προς το συμφέρον σας, ούτω και ημείς υποδεικνύοντες εις σας τι είναι εις ημάς ωφέλιμον θα προσπαθήσωμεν να σας πείσωμεν, εάν η ωφέλεια αύτη είναι επίσης και ιδική σας.) Πώς να μη καταστήσετε εχθρούς σας εκείνους, οι οποίοι σήμερον είνε ουδέτεροι, όταν μάρτυρες της τοιαύτης διαγωγής, θα κρίνωσιν ότι ημέραν τινά θα επιτεθήτε επίσης και κατ' αυτών ; Εκ τούτου δε τι άλλο θέλει προκύψει ειμή να αυξήσουν οι υπάρχοντες εχθροί σας και να αναγκασθούν άλλοι να γίνουν εχθροί παρά την θέλησίν των;

99. ΑΘ. Ουδόλως. Οι λαοί, τους οποίους φοβούμεθα περισσότερον, δεν είναι οι κάτοικοι της στερεάς, οι οποίοι δι' αυτό τούτο, ότι είναι ελεύθεροι, δεν θα σπεύσουν να μας προσβάλουν αλλ' είναι οι ανεξάρτητοι νησιώται, όπως σεις και εκείνοι οίτινες εξεγείρονται και εναντιώνονται εναντίον της ανάγκης να υποταχθούν αυτοί, χωρίς να μετρήσουν τας δυνάμεις των, δύνανται να επισύρουν και κατ' αυτών και καθ' ημών άφευκτον κίνδυνον.

100. ΜΗΛ. Αφού οι μέγιστοι κίνδυνοι αψηφούνται από σας μεν ίνα διατηρήσετε την ηγεμονίαν, από δε τους υπό την δουλείαν ίνα απαλλαγούν αυτής, βεβαίως θα είχομεν μεγάλην μηδαμινότητα και δειλίαν, ημείς πού είμεθα ακόμη ελεύθεροι, αν δεν διεκινδυνεύομεν τα πάντα μάλλον παρά να υποδουλωθώμεν.

101. ΑΘ. Όχι, εάν σκεφθήτε φρονίμως· διότι ενώπιον σας δεν πρόκειται αγών περί ανδραγαθίας προς ίσους, εις τον οποίον θα ήτο αισχύνη διά σας, εάν υπεκύπτετε, αλλά περί της σωτηρίας σας με το να μη αντισταθήτε κατά δυνάμεων πολύ ανωτέρων.

102. ΜΗΛ. Αλλ' ηξεύρομεν ότι ο πόλεμος λαμβάνει πολλάκις ανελπίστους τροπάς και ότι η νίκη δεν συνοδεύει πάντοτε τους αριθμητικώς ανωτέρους· διά τούτο, αν μεν υποχωρήσωμεν αμέσως, ουδεμίαν ελπίδα σωτηρίας έχομεν, αν δε πολεμήσωμεν, υπάρχει ακόμη ελπίς να σωθώμεν.

103. ΑΘ. Η ελπίς, πού παρηγορεί εις τους κινδύνους, βλάπτει μεν τους διακινδυνεύοντας τας περισσευούσας δυνάμεις των, δεν καταστρέφει όμως αυτούς όλως διόλου· αλλ' εις τους διακινδυνεύοντας το παν τίποτε δεν τους αφήνει (διότι είναι φύσει δαπανηρά), μόλις δε φανούν αι παγίδες, εις τας οποίας παρασύρει, και αμέσως βλέπει τις ότι τίποτε δεν του έμεινε, διά να προφυλαχθή εναντίον αυτών· τούτο σεις, ασθενείς όντες και εις κρίσιμον στιγμήν ευρισκόμενοι, προσέξατε μη πάθητε και ομοιάσητε με τους κοινούς των θνητών, οίτινες έχοντες ακόμη μέσα ανθρώπινα διά να σωθούν, όταν, εν τη απελπισία των, πάσα ελπίς ορατή τους εγκαταλείπη, καταφεύγουν εις τας αφανείς ελπίδας, εις την μαντικήν, εις τους χρησμούς και εις παν ό,τι δύναται ούτω ένωμένον με την παραπλάνησιν του νου (φρεναπάτην) να επιφέρη τον όλεθρόν των.

104. ΜΗΛ. Μη αμφιβάλλετε ότι και ημείς επίσης αναγνωρίζομεν ότι είναι δύσκολον να αγωνισθώμεν προς την δύναμίν σας και την τύχην, αν δεν θα είναι ίση· πιστεύομεν όμως, ως προς μεν την τύχην, ότι προστατευόμενοι υπό του θείου δεν θα είμεθα κατώτεροι σας, διότι αγωνιζόμεθα όσιοι προς αδίκους· ως προς δε την έλλειψιν της δυνάμεως, ελπίζομεν ότι θα αναπληρωθή αύτη διά της συμμαχίας των Λακεδαιμονίων, η οποία συμμαχία τους υποχρεώνει να μας βοηθήσουν, αν όχι δι' άλλην αιτίαν, τουλάχιστον διά την συγγένειαν και από φιλοτιμίαν. Βλέπετε λοιπόν ότι δεν είναι όλως παράλογον το θάρρος μας.

105. ΑΘ. Και ημείς μεν ωσαύτως νομίζομεν ότι δεν θα έχωμεν ολιγώτερον ευμενείς τους θεούς· διότι ουδέν επιθυμούμεν ή πράττομεν αντιβαίνον εις τας θρησκευτικάς πεποιθήσεις ή εις τας επιθυμίας των ανθρώπων. Νομίζομεν ότι και οι θεοί και οι άνθρωποι, κινούμενοι υπό ακαθέκτου φυσικής ορμής, τείνουν εις το να άρχουν, εκείνοι μεν εν τη τάξει των ιδεών, ούτοι δε εν τω κύκλω της πραγματικότητος. Ούτε εθέσαμεν ούτε μετεχειρίσθημεν ημείς πρώτοι τον νόμον τούτον· τον εύρομεν υπάρχοντα και ύστερον από ημάς θα υπάρχη αιωνίως. Κάμνομεν χρήσιν αυτού βέβαιοι ότι και σεις και πολλοί άλλοι ακόμη, περιερχόμενοι εις τοιαύτην δύναμιν ως την ημετέραν, θα επράττετε το αυτό. Ως προς τους θεούς λοιπόν, ουδεμίαν αιτίαν έχομεν να υποθέσωμεν ότι θέλομεν στερηθή της ευνοίας των· ως προς δε την από τους Λακεδαιμονίους ελπίδα σας, οι οποίοι, ως πιστεύετε, θα σας βοηθήσουν από εντροπήν, σας μακαρίζομεν διά την απλότητα σας και δεν ζηλεύομεν βέβαια την αφροσύνην σας. Οι Λακεδαιμόνιοι, διά τον εαυτόν τους μεν και τα εγχώρια έθιμά των ως επί το πλείστον προσφέρονται τιμίως και δικαίως· διά τους άλλους δε συντόμως ηδύνατο τις να είπη ότι, από όλους τους λαούς τους οποίους γνωρίζομεν, αυτοί είναι προφανέστατον ότι νομίζουν τα μεν ευάρεστα έντιμα, τα δε συμφέροντα δίκαια. Η τοιαύτη άρα σκέψις δεν ωφελεί την παράλογον ελπίδα, την οποίαν έχετε σήμερον περί της σωτηρίας σας.

106. ΜΗΛ. Ημείς όμως νομίζομεν ότι ίσα ίσα διά το συμφέρον των δεν θα θελήσουν προδίδοντες τους Μηλίους, αποίκους αυτών όντας, να φανούν άπιστοι προς τους Έλληνας όσοι είναι φίλοι των και να γίνουν ωφέλιμοι εις τους εχθρούς των.

107. ΑΘ. Δεν πιστεύετε λοιπόν ότι το μεν συμφέρον είναι συνδεμένον με την ασφάλειαν, το δε δίκαιον και το έντιμον είναι αχώριστα από τους κινδύνους, εις τους οποίους εις ελάχιστον βαθμόν εκτίθενται οι Λακεδαιμόνιοι.

108. ΜΗΛ. Νομίζομεν εν τούτοις ότι δεν θα διστάσουν να κινδυνεύσουν υπέρ ημών, και ότι θα έχουν πλήρη και τελείαν πεποίθησιν εις ημάς· διότι διά μεν τας εν τη Πελοποννήσω επιχειρήσεις των Λακεδαιμονίων κείμεθα πλησίον αυτής ώστε να τους βοηθώμεν, ως προς δε το φρόνημα μας θα μας εύρωσι πιστοτέρους παρά κάθε άλλον, επειδή την αυτήν καταγωγήν έχομεν μετ' αυτών.

109. ΑΘ. Εκείνοι δε, παρά των οποίων ζητεί τις βοήθειαν, δεν δίδουν αυτήν αποβλέποντες εις την εύνοιαν του ζητούντος αυτήν αλλ' εις την υπεροχήν των πραγματικών του δυνάμεων· τούτο λαμβάνουν υπ' όψιν πλέον απ' όλους τους άλλους οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι δυσπιστούντες εις τας ιδίας των δυνάμεις δεν επέρχονται κατά των άλλων ειμή αφού προσλάβουν πολλούς συμμάχους. Δεν είναι λοιπόν πιθανόν, ενώ ημείς κυριαρχούμεν κατά θάλασσαν, να μεταβιβασθούν εις νήσον.

110. ΜΗΛ. Οι Λακεδαιμόνιοι όμως όχι μόνον ιδικήν των δύναμιν έχουσιν, αλλά και άλλους δύνανται να στείλουν· το Κρητικόν πέλαγος είναι ευρύ. Εκεί είναι δυσκολώτερον εις τους θαλασσοκράτορας να συλλάβουν τους εχθρούς των παρά εις τούτους να σωθώσιν, όταν θέλωσι να διαφύγωσι· και επί τη υποθέσει όμως ότι ήθελον αποτύχει εις τούτο, πάλιν ήθελον τραπή εναντίον της χώρας σας και κατ' εκείνων των συμμάχων, εις τους οποίους δεν μετέβη ο Βρασίδας· και τότε πλέον θα αναγκασθήτε να πολεμήσετε ουχί περί γης, η οποία διόλου δεν σας ανήκει, αλλά περί της ιδικής σας και της των συμμάχων σας.

111. ΑΘ. Τοιαύτη απόπειρα έγινεν ήδη και γνωρίζετε ότι οι Αθηναίοι ουδέποτε εκ φόβου παρήτησαν πολιορκίαν τινά. Εν τούτοις παρατηρούμεν όμως ότι, ενώ ανηγγείλατε ότι η παρούσα διάσκεψις σκοπόν θα έχη την σωτηρίαν της πόλεώς σας, μολαταύτα καθ' όλην την μακράν ταύτην συνδιάλεξιν δεν είπετέ τι, εις το οποίον να δύναταί τις να βασίση ελπίδα τινά σωτηρίας. Τα ισχυρότερα υποστηρίγματα σας είναι μέλλουσαι ελπίδες, ενώ τα πραγματικά σας μέσα, παραβαλλόμενα προς τα εναντίον σας αντιταχθέντα, είναι ανεπαρκή διά να νικήσετε. Θα πράξετε μεγάλην ανοησίαν, εάν, αφού ημείς αποχωρήσωμεν, δεν σκεφθήτέ τι συνετώτερον· διότι βεβαίως δεν θα γίνετε παίγνια της φιλαυτίας, η οποία εις τους προφανείς και αδόξους κινδύνους φέρει τους ανθρώπους εις την καταστροφήν. Τωόντι, πόσοι άνθρωποι μολονότι προβλέποντες το μέγεθος του κινδύνου τον οποίον διέτρεχον, δελεαζόμενοι όμως υπό του δελεαστικού ονόματος της αισχύνης, δεν ηδυνήθησαν να αντισταθώσιν εις την δύναμιν μιας λέξεως, και πράγματι ενέπεσαν εκουσίως εις αθεράπευτα δυστυχήματα προσλαμβάνοντες αισχύνην αισχροτέραν διά την ανοησίαν των ή διά την τύχην. Φυλαχθήτε από το πάθημα τούτο, εάν είσθε φρόνιμοι. Και μη νομίσετε ότι είναι αισχρόν να υποταχθήτε εις μεγίστην πόλιν, όταν αύτη σας προτείνη επιεικείς προτάσεις, να γίνετε δηλαδή σύμμαχοί της και να διατηρήσετε την χώραν σας πληρώνοντες φόρον. Όντες ελεύθεροι να εκλέξετε μεταξύ ειρήνης και πολέμου μη προτιμήσετε εξ ισχυρογνωμοσύνης το χειρότερον. Όσοι προς μεν τους ίσους δεν ενδίδουν, προς δε τους ανωτέρους καλώς προσφέρονται, απέναντι δε των κατωτέρων είναι επιεικείς, αυτοί κατορθώνουν πολλά. Σκεφθήτε λοιπόν, αφού αποχωρήσωμεν ημείς, και λάβετε προ οφθαλμών πολλάκις ότι σκέπτεσθε περί της πατρίδος σας, η οποία είναι μία μόνη και της οποίας η τύχη εξαρτάται εκ μιας αποφάσεως καλής ή κακής.

112. Και οι μεν Αθηναίοι απεχώρησαν εκ της συνεδριάσεως, οι δε Μήλιοι μείναντες μόνοι, αφού έσχημάτισαν την αυτήν απόφασιν, επέμειναν εις την άρνησίν των και απεκρίθησαν ως εξής: «Ω Αθηναίοι, ούτε μεταβάλλομεν την πρώτην απόφασιν μας, ούτε θα αφήσωμεν να μας αφαιρέσουν εις ολίγας στιγμάς την έλευθερίαν πόλεως από επτακοσίων ετών οικουμένης· αλλ' ελπίζοντες εις την θείαν προστασίαν, η οποία διεφύλαξεν αυτήν μέχρι της σήμερον, και εις την βοήθειαν των θεών και των ανθρώπων και των Λακεδαιμονίων θα προσπαθήσωμεν να την σώσωμεν. Ουχί εχθροί αλλά φίλοι και των δύο σας προσκαλούμεν να εξέλθετε της χώρας μας, αφού κάμετε σπονδάς συμφερούσας και εις σας και εις ημάς».

113. Ταύτα είπον οι Μήλιοι· αλλ' οι Αθηναίοι διαλύοντες την συνεδρίασιν απεκρίθησαν, «Εκ της αποφάσεώς σας φαίνεται, ότι μόνοι μεταξύ των ανθρώπων θεωρείτε τα μέλλοντα ως σαφέστερα των βλεπομένων, και ότι τα αφανή παρίστανται εις τους οφθαλμούς σας ως υπάρχοντα ήδη, και τοιούτος (σύμφωνος προς αυτά) είναι ο πόθος σας. Τα πάντα εμπιστευόμενοι εις τους Λακεδαιμονίους, εις την τύχην, εις τας ελπίδας τα πάντα θα απολέσετε».

114. Και οι μεν πρέσβεις των Αθηναίων επέστρεφαν εις το στρατόπεδον, οι δε στρατηγοί αυτών, βλέποντες την ανυποταξίαν των Μηλίων, ήρχισαν αμέσως να τους πολεμούν και διαιρέσαντες την εργασίαν εις τους στρατιώτας των διαφόρων πόλεων περιετείχισαν κύκλω τους Μηλίους. Έπειτα αφήσαντες οι Αθηναίοι κατά γην και κατά θάλασσαν φρουράν εξ ιδίων στρατιωτών και εκ συμμαχικών ανεχώρησαν μετά του περισσοτέρου στρατού, οι δε μείναντες εξηκολούθησαν την πολιορκίαν.

115. Κατά τον αυτόν χρόνον και οι Αργείοι εισβαλόντες εις την Φλειασίαν και πεσόντες εις ενέδραν στημένην υπό των φυγάδων των και υπό των Φλειασίων απώλεσαν περί τους ογδοήκοντα άνδρας. Και οι εν τη Πύλω Αθηναίοι έλαβαν πολλά λάφυρα παρά των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι διά την αιτίαν ταύτην δεν διέλυσαν μεν τας σπονδάς διά να τους πολεμήσουν, αλλά διεκήρυξαν ότι οι συμπολίταί των ήσαν ελεύθεροι να ληστεύουν τους Αθηναίους. Και οι Κορίνθιοι επολέμησαν επίσης τους Αθηναίους ένεκα ιδιαιτέρων διαφορών· οι δε άλλοι Πελοποννήσιοι έμεναν ήσυχοι. Και οι Μήλιοι, προσβαλόντες διά νυκτός το προς την αγοράν προτείχισμα των Αθηναίων, εκυρίευσαν αυτό και εφόνευσαν άνδρας τινάς· εισαγαγόντες δε τρόφιμα και όσα περισσότερα ηδυνήθησαν χρήσιμα επέστρεφαν και έμεναν ήσυχοι. Κατόπιν όμως οι Αθηναίοι προσείχον περισσότερον. Και το θέρος παρήλθεν.

116. Κατά δε τον ακόλουθον χειμώνα οι Λακεδαιμόνιοι ητοιμάσθησαν να εκστρατεύσουν κατά της Αργολίδος· αλλ' επειδή αι θυσίαι αι οποίαι έγιναν προς διάβασιν των ορίων δεν εφάνησαν ευνοϊκαί, επέστρεψαν εις τα ίδια. Η τοιαύτη επίδειξις ενέβαλε τους Αργείους εις υπονοίας εναντίον τινών εκ των συμπολιτών των καί τινας μεν εξ αυτών συνέλαβον, οι δε άλλοι διέφυγαν.

Κατά την αυτήν εποχήν οι Μήλιοι κατέλαβαν έτερον μέρος του περιτειχίσματος των Αθηναίων, εις το οποίον δεν ήσαν πολλοί φύλακες. Αλλ' ακολούθως, ελθόντος και άλλου στρατού εξ Αθηνών υπό την οδηγίαν Φιλοκράτους του Δημέου, επολιορκήθησαν ισχυρώς. Επειδή δε εξεδηλώθη και προδοσία εντός της πόλεως, οι Μήλιοι παρεδόθησαν άνευ όρων εις τους Αθηναίους· ούτοι δε όσους μεν εφήβους έλαβον εις την εξουσίαν των εφόνευσαν, τας δε γυναίκας και τους παίδας τους έκαμαν δούλους προς πώλησιν (ανδράποδα) και ύστερον πέμψαντες πεντακοσίους αποίκους κατοίκησαν την πάλιν αυτοί.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΣΤ'.

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΝ ΣΤ'.

1. Κατά δε τον αυτόν χειμώνα οι Αθηναίοι ηθέλησαν και πάλιν, μετά δυνάμεων μεγαλυτέρων εκείνων τας οποίας είχον ο Λάχης και ο Ευρυμέδων, να πλεύσουν εναντίον της Σικελίας, διά να την υποτάξουν, εάν ήθελον δυνηθή. Οι πλείστοι εξ αυτών ηγνόουν το μέγεθος της νήσου, ως και τον αριθμόν των κατοίκων της, Ελλήνων και βαρβάρων, και ότι ανελάμβανον να κάμουν πόλεμον σχεδόν επίσης σπουδαίον ως τον της Πελοποννήσου. Τωόντι ο περίπλους της Σικελίας είναι οκτώ περίπου ημερών διά πλοίον εμπορικόν, και μόνον εν διάστημα θαλάσσης είκοσι το πολύ σταδίων εμποδίζει την τοσούτον ευρείαν ταύτην νήσον να είναι χώρα της στερεάς γης.

2. Ιδού δε πώς εκατοικήθη αύτη το πάλαι και πόσα έθνη εν όλω περιέχει. Λέγεται ότι οι αρχαιότατοι κάτοικοι ενός μέρους της νήσου υπήρξαν οι Κύκλωπες και οι Λαιστρυγόνες, των οποίων εγώ ούτε την καταγωγήν ηξεύρω, ούτε πόθεν ήλθαν, ούτε πού απεχώρησαν. Πρέπει εν τούτοις να αρκεσθώμεν εις όσα είπαν οι ποιηταί και εις τας διαφόρους γνώμας αίτινες εξηνέχθησαν περί αυτών. Μετ' αυτούς πρώτοι οικήτορες φαίνονται οι Σικανοί· και ούτοι μεν διατείνονται ότι είναι παλαιότεροι, καθότι είναι αυτόχθονες, αλλά το βέβαιον είναι ότι είναι Ίβηρες, διωχθέντες υπό των Λιγύων από τα παρόχθια μέρη του ποταμού Σικανού της Ιβηρίας. Εξ αυτών ωνομάσθη η νήσος Σικανία, πρότερον καλούμενη Τρινακρία, κατοικούν δε αυτοί και μέχρι της σήμερον τα δυτικά μέρη της Σικελίας. Μετά την άλωσιν δε του Ιλίου τινές των Τρώων, διαφυγόντες τους Έλληνας, φθάνουν διά θαλάσσης εις την Σικελίαν· και αποκατασταθέντες εις τα μεθόρια των Σικανών, ωνομάσθησαν μεν όλοι Έλυμοι, πόλεις δε αυτών ιδιαίτεραι ήσαν η Έρυξ και η Έγεστα. Εις την αποικίαν ταύτην προσετέθησαν καί τινες Φωκείς επανερχόμενοι εκ της Τροίας και ριφθέντες υπό της τρικυμίας πρώτον προς την Λιβύην και κατόπιν εις την Σικελίαν. Οι δε Σικελοί, εκ της Ιταλίας όπου κατώκουν, φεύγοντες τους Οπικούς, μετέβησαν πιθανώτατα εις την Σικελίαν επί σχεδίων αναμείναντες προς τούτο την στιγμήν πού ο άνεμος πνέει προς τον πορθμόν, ίσως όμως και δι' άλλου τινός τρόπου εισπλεύσαντες. Υπάρχουν δε και σήμερον ακόμη εις την Ιταλίαν Σικελοί· και η χώρα εκλήθη Ιταλία από του βασιλέως των Σικελών, ο οποίος εκαλείτο Ιταλός. Οι Σικελοί, ελθόντες εις την Σικελίαν μετά στρατού πολλού, ενίκησαν εις μάχην τους Σικανούς και απώθησαν αυτούς προς τα μεσημβρινά και τα δυτικά μέρη της νήσου και αντί Σικανίας επωνόμασαν αυτήν Σικελίαν. Αποκατασταθέντες δε εις τα πλέον εύφορα μέρη του τόπου κατείχον αυτά περί τα τριακόσια έτη από της μεταβάσεώς των μέχρι του ερχομού των Ελλήνων. Ακόμη δε και σήμερον κατέχουν τα μέσα και τα προς βορράν της νήσου. Κατώκησαν επίσης και Φοίνικες περί την Σικελίαν, καταλαβόντες ακρωτήρια και νησίδια παρακείμενα ένεκα της μετά των Σικελών εμπορίας των· αλλ' όταν οι Έλληνες ήρχισαν να έρχωνταί πολλοί διά θαλάσσης, οι Φοίνικες εγκατέλιπον τα πλείστα των μερών τούτων και συνοικίσθησαν εις την Μοτύην, τον Σολόεντα και την Πάνορμον πλησίον των Ελύμων. Διπλούν συμφέρον εύρισκαν εις τούτο· πρώτον την συμμαχίαν των λαών τούτων και δεύτερον ότι ήσαν πλησίον της Καρχηδόνος, η οποία εκ του μέρους τούτου χωρίζεται από της Σικελίας μόνον διά βραχυτάτου διαστήματος. Και οι μεν βάρβαροι τοσούτοι ήσαν και τοιουτοτρόπως κατοίκησαν την Σικελίαν.

3. Μεταξύ δε των Ελλήνων πρώτοι οι Χαλκιδείς, πλεύσαντες εκ της Ευβοίας μετά του οικιστού Θουκλέους, κατοίκησαν την Νάξον και ήγειραν τον βωμόν του Αρχηγέτου Απόλλωνος, ο οποίος σήμερον είναι έξω της πόλεως· επί του βωμού τούτου οι θεωροί, όταν έρχωνται εκ της Σικελίας, κάμνουν τας πρώτας θυσίας. Τας δε Συρακούσας, κατά το επόμενον έτος, ο Αρχίας, είς των Ηρακλειδών, ελθών εκ της Κορίνθου, εκατοίκισεν, αφού πρώτον εδίωξε τους Σικελούς εκ της νήσου, όπου ευρίσκεται η εσωτερική πόλις, της οποίας η θάλασσα δεν βρέχει πλέον σήμερον τα τείχη· με τον καιρόν και η έξω πόλις προστειχισθείσα έγινε πολυάνθρωπος. Ο δε Θουκλής και οι Χαλκιδείς, ορμηθέντες εκ της Νάξου, κατά το πέμπτον έτος μετά την θεμελίωσιν των Συρακουσών, και διώξαντες διά των όπλων τους Σικελούς έκτισαν τους Λεοντίνους και μετ' αυτούς την Κατάνην. Αυτοί δε οι Καταναίοι εξέλεξαν ως οικιστήν των τον Εύαρχον.

4. Κατά την αυτήν εποχήν ο Λάμις, φέροιν ωσαύτως αποικίαν εκ των Μεγάρων, έφθασεν εις την Σικελίαν και έκτισεν άνωθεν του ποταμού Πεντακίου πόλιν, την οποίαν ωνόμασε Τρώτιλον· ακολούθως την εγκατέλιπε, διά να συγκατοικήση με τους Χαλκιδείς των Λεοντίνων· αλλά διωχθείς υπ' αυτών και κτίσας την Θάψον, αυτός μεν αποθνήσκει, οι δε σύντροφοί του, διωχθέντες εκ της Θάψου και προσκληθέντες υπό του βασιλέως των Σικελών Ύβλωνος, ο οποίος παρέδωκεν εις αυτούς την χώραν, μετέβησαν και έκτισαν την πόλιν των Μεγαρέων των κληθέντων Υβλαίων. Και οικήσαντες εκεί επί έτη διακόσια τεσσαράκοντα πέντε εδιώχθησαν υπό του τυράννου των Συρακουσίων Γέλωνος εκ της πόλεως και της χώρας. Αλλά πριν διωχθούν και εκατόν έτη μετά την αποκατάστασίν των έπεμψαν διά να κτίση την Σελινούντα τον Πάμιλον, ο οποίος ήλθεν εκ των Μεγάρων, της μητροπόλεώς των, διά να σχηματίση την αποικίαν εκείνην. Ο εκ Ρόδου Αντίφημος και ο εκ Κρήτης Έντιμος, φέροντες μαζί των εποίκους, έκτισαν από κοινού την Γέλαν, τεσσαράκοντα πέντε έτη μετά την οίκισιν των Συρακουσών. Και η μεν πόλις ωνομάσθη από του ποταμού Γέλα, το δε μέρος, όπου υπάρχει σήμερον και το οποίον πρώτον εκυκλώθή διά τείχους, ονομάζεται Λίνδιοι και οι κάτοικοι αυτού παρέλαβον τους δωρικούς θεσμούς. Περί τα εκατόν οκτώ έτη μετά την οίκισίν των οι Γελοίοι εκατοίκησαν την πόλιν Ακράγαντα, αυτήν μεν από του ποταμού Ακράγαντος ονομάσαντες, οικιστάς δε λαβόντες τον Αριστόνουν και τον Πυστίλον, θεσμούς δε δεχθέντες τους των Γελώων. Η δε Ζάγκλη αρχήθεν μεν εκατοικήθη υπό ληστών ελθόντων εκ της εν Οπικία Χαλκιδικής πόλεως Κύμης, ύστερον δε πλήθος ανθρώπων ελθόντες εκ της Χαλκίδος και της λοιπής Ευβοίας διεμοιράσθησαν την γην και οικισταί αυτής έγιναν ο Περιήρης και ο Κραταιμένης, ο μεν από Κύμης, ο δε από Χαλκίδος. Το όνομα δε Ζάγκλη εδόθη κατά πρώτον εις την πόλιν υπό των Σικελών, διότι η τοποθεσία αυτής είναι δρεπανοειδής, το δε δρέπανον οι Σικελοί λέγουν ζάγκλον· ύστερον δε οι κάτοικοι αυτής εξώσθησαν υπό Σαμίων και άλλων Ιώνων, οι οποίοι φεύγοντες τους Μηδους προσήγγισαν εις την Σικελίαν. Αλλά και οι Σάμιοι εδιώχθησαν όχι μετά πολύν καιρόν υπό του τυράννου των Ρηγίνων Αναξίλα, ο οποίος συνήθροισεν εις την πόλιν πληθυσμόν σύμμικτον και την ωνόμασε Μεσσήνην από του ονόματος της αρχαίας αυτού πατρίδος.

5. Η δε Ιμέρα, αποικία της Ζάγκλης, οικιστάς είχε τον Ευκλείδην, τον Σίμον και τον Σάκωνα. Και όσοι μεν ήλθαν εις την αποικίαν αυτήν ήσαν Χαλκιδείς· εν τούτοις εξόριστοί τινες των Συρακουσών, λεγόμενοι Μυλητίδαι, νικηθέντες είς τινα στάσιν, ηνώθησαν μετ' αυτών· και η μεν γλώσσα ήτο κράμα της Χαλκιδικής και της Δωρικής, αλλ' οι Χαλκιδικοί θεσμοί επεκράτησαν. Αι ’κραι και αι Κασμέναι εκατοικήθησαν υπό Συρακουσίων, αι μεν ’κραι εβδομήκοντα έτη μετά τας Συρακούσας, αι δε Κασμέναι είκοσι περίπου έτη μετά τας ’κρας. Και η Καμάρινα κατά πρώτον συνωκίσθη υπό Συρακουσίων, εκατόν τριάκοντα πέντε σχεδόν έτη μετά την κτίσιν των Συρακουσών· οικισταί δε αυτής υπήρξαν ο Δάσκων και ο Μενέκωλος. Αλλά κατά τινα πόλεμον, ο οποίος προήλθεν εξ αποστασίας, διωχθέντων των Καμαριναίων υπό των Συρακουσών, ο τύραννος της Γέλας Ιπποκράτης έλαβε την χώραν των Καμαριναίων αντί λύτρων διά τους Συρακουσίους αιχμαλώτους, και γενόμενος αυτός οικιστής εκατοίκισε την Καμάριναν. Και πάλιν ύστερον ερημωθείσα αυτή υπό του Γέλωνος εκατοικήθη εκ τρίτου υπό Γελώων.

6. Τοσαύτα έθνη Ελλήνων και βαρβάρων κατώκουν την Σικελίαν και κατά τοιαύτης εκτεταμένης νήσου επεχείρησαν να εκστρατεύσουν οι Αθηναίοι. Και η μεν αληθής αιτία ήτο να γίνουν κύριοι όλης της νήσου· η πρόφασις δε με την οποίαν περιεκάλυπτον την επιχείρησιν ταύτην ήτο να βοηθήσουν τους έχοντας την αυτήν καταγωγήν λαούς και εκείνους οι οποίοι είχον γίνει πρότερον σύμμαχοι των. Προ πάντων όμως παρώτρυναν αυτούς οι πρέσβεις των Εγεσταίων, οι οποίοι ήσαν εις τας Αθήνας και οι οποίοι επεκαλούντο ζωηρώς την βοήθειαν των. Οι Εγεσταίοι, γείτονες όντες με τους Σελινουντίους, επολέμουν προς αυτούς διά τινα ζητήματα σχετικά με τας εκ γάμων σχέσεις αυτών και διά τα αμφισβητούμενα όρια της χώρας· και οι Σελινούντιοι προσκαλέσαντες εις βοήθειαν των τους συμμάχους των Συρακούσιους επίεζαν αυτούς ζωηρώς και κατά γην και κατά θάλασσαν. Οι Εγεσταίοι, υπενθυμίζοντες εις τους Αθηναίους την γενομένην επί Λάχητος συμμαχίαν και τον προηγούμενον πόλεμον των Λεοντίνων, παρεκάλουν να τους στείλουν πλοία προς βοήθειαν, προτάσσοντες μεταξύ άλλων επιχειρημάτων το ακόλουθον, ότι, εάν οι Συρακούσιοι, αφού έδιωξαν τους Λεοντίνους εκ της πόλεως των, έμεναν ατιμώρητοι, εάν, καταστρέφοντες τους υπολειπομένους ακόμη συμμάχους των Αθηναίων, κατελάμβαναν αυτοί μόνοι την όλην δύναμιν της Σικελίας, υπήρχε φόβος μήπως και οι Δωριείς έλθουν ποτέ μετά μεγάλων παρασκευών να βοηθήσουν τους Δωριείς της Πελοποννήσου, ως συγγενείς των και ως θεμελιωτάς, και καταλύσουν μετ' αυτών την ηγεμονίαν των Αθηναίων· ότι δε ήτο φρόνιμον να αντισταθούν εις τους Συρακουσίους μετά των υπολοίπων ακόμη συμμάχων· ότι άλλως και ως προς αυτούς ιδιαιτέρως ήθελον, δώσει εις τους Αθηναίους χρήματα ικανά διά τας δαπάνας του πολέμου. Επί των προτάσεων τούτων, αι οποίαι επανελήφθησαν συχνάκις εις τας δημοσίας συνεδριάσεις και υπό των Εγεσταίων και υπό των υπερασπιζόντων αυτούς, οι Αθηναίοι εψήφισαν να πέμψουν πρώτον πρέσβεις εις την Έγεσταν, διά να βεβαιωθούν αν, ως έλεγον οι Εγεσταίοι, υπήρχον αληθώς χρήματα εις το κοινόν ταμείον και εις τους ναούς, και συγχρόνως να πληροφορηθούν εις ποίον σημείον ήτο ο προς τους Σελινουντίους πόλεμος.

7. Και οι μεν πρέσβεις των Αθηναίων απεστάλησαν εις την Σικελίαν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, πλην των Κορινθίων, εξεστράτευσαν τον αυτόν χειμώνα κατά της Αργολίδος, ελεηλάτησαν μικρόν μέρος αυτής και επήραν σίτον επί τινων αμαξίων, τα οποία είχον φέρει μαζί των. Αποκαταστήσαντες δε, εις τας Ορνεάς τους φυγάδας των Αργείων άφησαν εις αυτούς μικρόν μέρος στρατού, και συνθηκολογήσαντες επί ωρισμένον χρόνον να μη λεηλατούν αμοιβαίως τας χώρας των οι Ορνεάται και οι Αργείοι, επέστρεψαν εις τα ίδια μετά του υπολοίπου στρατού. Επειδή όμως όχι μετά πολύν καιρόν ήλθον οι Αθηναίοι μετά τριάκοντα πλοίων και εξακοσίων οπλιτών, οι Αργείοι εξήλθον μετ' αυτών πανστρατιά και επολιόρκησαν επί μίαν ημέραν τας Ορνεάς· αλλά κατά την νύκτα, ενώ ο εχθρικός στρατός ήτο κατεσκηνωμένος μακράν, οι Ορνεάται διέφυγον· την επομένην δε ημέραν οι Αργείοι, εννοήσαντες τούτο, κατέσκαψαν την πόλιν και ανεχώρησαν, επίσης δε και οι Αθηναίοι επέστρεψαν ακολούθως μετά των πλοίων των εις τα ίδια. Μετέφεραν δε οι Αθηναίοι διά θαλάσσης και εις την Μεθώνην την γειτονικήν με την Μακεδονίαν ιππείς Αθηναίους και εξορίστους Μακεδόνας οι οποίοι είχον καταφύγει εις τας Αθήνας και ελεηλάτουν την χώραν του Περδίκκου. Οι δε Λακεδαιμόνιοι πέμψαντες πρέσβεις προς τους εν τη Θράκη Χαλκιδείς, οι οποίοι είχον μετά των Αθηναίων δέκα ημερών σπονδάς, τους προσεκάλεσαν να ενώσουν τας δυνάμεις των με τας του Περδίκκου· ούτοι όμως δεν ηθέλησαν, και με αυτά ετελείωσεν ο χειμών, και το δέκατον έκτον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.

8. Κατά το ακόλουθον θέρος, άμα ήρχισεν η άνοιξις, οι των Αθηναίων πρέσβεις επέστρεψαν εκ της Σικελίας και μετ' αυτών οι των Εγεσταίων φέροντες μεθ' εαυτών εξήκοντα τάλαντα εις άργυρον διά μηνιαίον μισθόν εξήκοντα πλοίων, τα οποία έμελλαν να παρακαλέσουν τους Αθηναίους να τους στείλουν. Και οι Αθηναίοι συγκαλέσαντες εκκλησίαν και ακούσαντες τας επαγωγούς αλλά ψευδείς εκθέσεις των πρέσβεων των Εγεσταίων και των ιδικών των, οι οποίοι εβεβαίωναν ότι είδον πολλά χρήματα έτοιμα εις τους ναούς και εις τα δημόσια ταμεία, εψήφισαν να στείλουν εις την Σικελίαν εξήκοντα πλοία και στρατηγούς πάσαν εξουσίαν έχοντας Αλκιβιάδην τον Κλεινίου, Νικίαν τον Νικηράτου και Λάμαχον τον Ξενοφάνους με την διαταγήν να βοηθήσουν τους Εγεσταίους κατά των Σελινουντίων, να εγκαταστήσουν τους Λεοντίνους, εάν ο πόλεμος ελάμβανε στροφήν ευνοϊκήν, και να τακτοποιήσουν τα πάντα εις την Σικελίαν κατά τον τρόπον, όστις ήθελε τοις φανή ο μάλλον συμφέρων διά τους Αθηναίους. Μετά πέντε δε ημέρας συνεκάλεσαν πάλιν εκκλησίαν, διά να σκεφθούν περί των μέσων της ταχείας προετοιμασίας των πλοίων και διά να ψηφίσουν διά την αναχώρησιν των στρατηγών παν ό,τι ήθελε κριθή αναγκαίον. Και ο Νικίας, ο οποίος εξελέγη μεν ακουσίως στρατηγός, αλλ' εσκέπτετο ότι η πόλις κακήν έλαβεν απόφασιν συλλαβούσα το σχέδιον, υπό πρόφασιν εύσχημον και ευπρεπή, να κατακτήση όλην την Σικελίαν, ανέβη εις το βήμα και, διά ναποτρέψη τους Αθηναίους από την επιχείρησιν ταύτην, συνεβούλευσε τα εξής :

9. Η μεν συνέλευσις αύτη συνεκλήθη όπως σκεφθώμεν περί των προετοιμασιών, και των μέσων πώς πρέπει να μεταβώμεν εις την Σικελίαν· εγώ όμως νομίζω ότι έπρεπεν ίσως να εξετάσωμεν ακόμη αν συμφέρει εις ημάς να στείλωμεν εκεί πλοία· ίσως δεν έπρεπε, μετά τόσον βραχείαν διάσκεψιν περί τοιούτων σοβαρών υποθέσεων, ναναδεχθώμεν, πειθόμενοι εις άνδρας αλλοφύλους, πόλεμον, ο οποίος διόλου δεν αφορά εις ημάς. Και όμως εγώ και τιμήν λαμβάνω εξ αιτίας μιας τοιαύτης επιχειρήσεως και ολιγώτερον παντός άλλου φοβούμαι· όχι διότι δεν θεωρώ ως επίσης καλόν πολίτην εκείνον, όστις φείδεται της ζωής του ή της περιουσίας του· διότι ούτος προ πάντων, διά το ίδιον αυτού συμφέρον, επιθυμεί την ευτυχίαν της πόλεως. Αλλ' ουδέποτε μέχρι της σήμερον, ωμίλησα εναντίον της συνειδήσεως μου, διά να τύχω περισσοτέρων τιμών, και σήμερον ακόμη δεν θα είπω παρά ό,τι νομίζω ωφέλιμον. Διά λαόν έχοντα τον χαρακτήρά σας ο λόγος μου θα απέβαινεν ασθενής, εάν σας παρώτρυνα να διατηρήσετε όσα έχετε και να μη διακινδυνεύσετε τα βέβαια χάριν των αβεβαίων, τα πραγματικά αντί των φανταστικών· διά τούτο θα περιορισθώ να σας διδάξω ότι η προθυμία σας είναι άκαιρος και ότι ο σκοπός, τον οποίον προτίθεσθε, δεν είναι εύκολος να πραγματοποιηθή.

10. «Υποστηρίζω λοιπόν ότι σεις αφήνοντες εδώ τόσους εχθρούς και μεταβαίνοντες εις την Σικελίαν είναι ως να ηθέλετε να προσελκύσετε εναντίον σας και άλλους. Νομίζετε ίσως ότι έχουν κάτι σταθερόν αι γενόμεναι σπονδαί, αι οποίαι, ενόσω μεν μένετε ήσυχοι, θα υφίστανται ονομαστικώς (διότι μόνον προς τον σκοπόν τούτον έγιναν υπό τινων εκ των συμπολιτών μας και υπό των αντιπάλων μας), άμα όμως με τοιαύτας σημαντικάς δυνάμεις υποστήτε ατυχίαν τινά, οι εχθροί θα σπεύσουν να επιτεθούν εναντίον μας, πρώτον μεν διότι η σύμβασις έγινε κατ' ανάγκην εν ώρα δυσχερών περιστάσεων και μετά περισσοτέρας αισχύνης δι' αυτούς παρά δι' ημάς· έπειτα δε διότι εντός αυτής της ιδίας συμβάσεως έχομεν πολλά τα αμφισβητούμενα. Υπάρχουν μάλιστα τινές, οι οποίοι ούτε καν εδέχθησαν την σύμβασιν ταύτην, και δεν είναι ούτοι οι ασθενέστατοι· αλλ' άλλοι μεν μας πολεμούν αναφανδόν, άλλοι δε συγκρατούνται από την απραξίαν των Λακεδαιμονίων και υπό δεκαημέρων σπονδών. Ίσως δε μάλιστα, εάν εύρουν τας δυνάμεις μας διηρημένας (το οποίον τώρα σπεύδομεν να πράξωμεν), ενωθούν εναντίον μας, εκ συμφώνου μετά των Σικελιωτών, των οποίων την συμμαχίαν πολύ επεζήτουν άλλοτε. Τούτο πρέπει λοιπόν να σκεφθώμεν, και, ενώ η πόλις ημών ακόμη πλέει εις τανοικτά, να μη ζητώμεν τον κίνδυνον μήτε να θέλωμεν να επεκτείνωμεν την ηγεμονίαν μας πριν εξασφαλίσωμεν την υπάρχουσαν. Οι εν τη Θράκη Χαλκιδείς, αποσπασθέντες από την συμμαχίαν μας προ τοσούτων ετών, δεν υπετάγησαν ακόμη, και υπάρχουν άλλοι των πόλεων της στερεάς, οι οποίοι μας υπακούουν κάπως αμφίβολα. Εν τούτοις ημείς μεν σπεύδομεν να βοηθήσωμεν τους Εγεσταίους ως συμμάχους δήθεν αδικούμενους, βραδύνομεν δε να εκδικηθώμεν διά τας ύβρεις αυτών εκείνων, οι οποίοι απεστάτησαν προ πολλού χρόνου.

11. »Και όμως, τους μεν, εάν ενικώμεν, θα ηδυνάμεθα και να τους κρατήσωμεν υπό την εξουσίαν μας, τους δε, και επί τη υποθέσει ότι ηθέλομεν τους νικήσει, δεν θα ηδυνάμεθα να τους κρατήσωμεν υπό την εξουσίαν μας, ένεκα της αποστάσεως και του αριθμού αυτών. Είναι λοιπόν ανόητον να εκστρατεύσωμεν εναντίον ανθρώπων, τους οποίους, και αν νικήσωμεν, δεν θα υποτάξωμεν, προ πάντων διότι, εν περιπτώσει αποτυχίας, δεν θα ευρεθώμεν εις την αυτήν κατάστασιν, εις την οποίαν είμεθα προ της επιχειρήσεως. Σήμερον δε οι Σικελιώται νομίζω ότι δεν είναι επίφοβοι δι' ημάς, θα είναι δε πολύ ολιγώτερον, εάν αποκτήσουν την επ' αυτών ηγεμονίαν οι Συρακούσιοι, και διά ταύτης προ πάντων της εικασίας ζητούν οι Εγεσταίοι να μας εκφοβίσουν. Εις την παρούσαν κατάστασιν των πραγμάτων ίσως έκαστος των λαών εκείνων έλθη εναντίον μας προς χάριν των Λακεδαιμονίων, εάν όμως υποτάξωσιν αυτούς οι Συρακούσιοι, δεν είναι πιθανόν να εκστρατεύση η μία ηγεμονία κατά της άλλης· διότι, όπως ενούμενοι μετά των Πελοποννησίων ήθελον καταλύσει την ημετέραν ηγεμονίαν, διά του αυτού τρόπου ήθελε καταλυθή και η ιδική των υπό των αυτών Πελοποννησίων. Δι' ημάς δε το καλλίτερον μέσον διά να φαινώμεθα φοβεροί εις τους εκεί Έλληνας, είναι να μένωμεν μακράν, ή, αφού δείξωμεν εις αυτούς τας δυνάμεις μας, να επιστρέφωμεν ταχέως οπίσω· άλλως, εις την πρώτην αποτυχίαν, ήθελον μας περιφρονήσει και ενωθή μετά των εχθρών, τους οποίους έχομεν εδώ. Πάντες γνωρίζομεν ότι θαυμάζονται τα πολύ μακράν ευρισκόμενα όντα και τα μη παράσχοντα ακόμη απόδειξιν της φήμης, την οποίαν έχουν. Πείραν τούτου ελάβετε, ω Αθηναίοι, εκ μέρους των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Αφού εθριαμβεύσατε κατ' αυτών παρά τας προσδοκίας σας και τους πρώτους σας φόβους, τους περιεφρονήσατε, και τώρα ποθείτε την κατάκτησιν της Σικελίας. Εν τούτοις δεν πρέπει τις να επαίρεται διά τας δυστυχίας του εχθρού, αλλά κύριος της σκέψεως αυτού διαμένων να διατηρή πάντοτε το θάρρος του. Και ας μη νομίζωμεν άλλο τι παρά ότι οι Λακεδαιμόνιοι, αποβλέποντες εις την ταπείνωσιν την οποίαν έλαβαν, δεν σκέπτονται ειμή πως να μας περιπλέξουν ακόμη και σήμερον, εάν δύνανται, και να αποπλύνουν την ιδίαν των ατιμίαν· τοσούτω μάλλον όσω πλέον από κάθε άλλο και ανέκαθεν θηρεύουν φήμην ανδρείας. Ώστε, εάν είμεθα φρόνιμοι δεν πρέπει να ενασχοληθώμεν περί των εν Σικελία Εγεσταίων, ανδρών βαρβάρων, αλλά πώς να προφυλαχθώμεν ταχέως από τας επιβουλάς πόλεως ολιγαρχικώς διοικουμένης.

12. »Και πρέπει να ενθυμούμεθα ότι μόλις απαλλαγέντες μεγάλης νόσου και πολέμου αναλαμβάνομεν τας δυνάμεις μας εις χρήματα και εις τον πληθυσμόν· ότι είναι δίκαιον να μεταχειρισθώμεν τα μέσα ταύτα μόνον διά τας ανάγκας μας, και όχι διά τους φυγάδας τούτους, οι οποίοι ζητούν επικουρίας και εις τους οποίους το να ψεύδεται κανείς επιτηδείως είναι χρήσιμον· μη έχοντες να καταβάλουν ειμή μόνον λόγους αφήνουν τον κίνδυνον εις τους άλλους· και εν περιπτώσει μεν επιτυχίας η ευγνωμοσύνη των δεν θα είναι ίση με την παρασχεθείσαν υπηρεσίαν, εν περιπτώσει δε αποτυχίας θα παρασύρουν εις την καταστροφήν τους φίλους των. Εάν τις, πλήρης χαράς διότι εξελέγη στρατηγός, μόνον τα ιδιαίτερά του συμφέροντα έχων υπ' όψει και ων πολύ νέος ακόμη διά να άρχη, σας παρακινήση να εκστρατεύσετε, διά να θαυμάσουν τους ίππους του και διά να ωφεληθή τι εκ της στρατηγίας, όπως επαρκέση εις τα μεγάλα έξοδα του, μη επιτρέψετε να αλαζονεύεται με κίνδυνον της πόλεως. Σκεφθήτε ότι τοιούτοι πολίται την μεν πολιτείαν βλάπτουν, τα δε ίδια σπαταλώσι· ότι το έργον τούτο είναι μέγα, και τοιούτον, ώστε δεν αρμόζει εις νεώτερον την ηλικίαν να σκέπτεται και να αναλαμβάνη βιαστικά την εκτέλεσιν αυτού.

13. »Φοβούμαι τους ανθρώπους, οι οποίοι προσεκλήθησαν επί τούτω, βλέπων αυτούς καθημένους περί εκείνον τον άνδρα, και αντιπροσκαλώ τους πρεσβυτέρους, όσοι κάθηνται μεταξύ αυτών, να μη συσταλούν να δώσουν ψήφον κατά του πολέμου· μήτε να επιθυμήσουν μάταια, ως αυτοί οι άλλοι, απόντα πράγματα· ας σκεφθούν ότι ολίγιστα επιτυγχάνονται διά της επιθυμίας, πλείστα δε διά της προνοίας. Χάριν της πατρίδος, η οποία ουδέποτε διέτρεξε μεγαλυτέρους κινδύνους, υψώσατε την χείρα ως σημείον αντιστάσεως και ψηφίσατε, ότι οι μεν Σικελιώται θα διατηρήσουν τα όρια, τα οποία έχουν την σήμερον απέναντί σας και εις τα οποία πρέπει να αρκεσθούν, τον Ιόνιον κόλπον εις τον ακτοπλοούντα και τον Σικελικόν εις τον πλέοντα διά του πελάγους, και νεμόμενοι τα ιδικά των ας συμβιβάζωνται μεταξύ των όπως δύνανται· εις δε τους Εγεσταίους να είπητε ιδιαιτέρως ότι καθώς συνήψαν τον πρώτον κατά των Σελινουντίων πόλεμον άνευ των Αθηναίων, ούτως ας τον διεξαγάγουν και τώρα μόνοι, και εις το εξής ας μη δεχώμεθα, κατά την συνήθειάν μας, συμμάχους, τους οποίους να βοηθώμεν μεν, όταν ευρίσκωνται εις δυστυχίαν, να μη τους έχωμεν δε ωφελίμους διόλου, εάν λάβωμεν ανάγκην.

14. »Συ δε, ω πρύτανι, εάν νομίζης ότι έχεις καθήκον να κήδεσαι περί της πόλεως και θέλης να είσαι πολίτης αγαθός, υπόβαλε το ζήτημα πάλιν εις συζήτησιν και νέαν ψηφοφορίαν. Εάν δειλιάς να πράξης τούτο, νομίζων ότι θα παραβής τους νόμους, πείσθητι ότι δεν θέλεις ενοχοποιηθή, αφού τόσοι αναγνωρίζοντες τούτο υπάρχουν. Σκέφθητι επίσης ότι θέλεις σώσει την πόλιν, αν και άπαξ απεφάσισε, και ότι καλός άρχων είναι ο ωφελών μεγάλως την πατρίδα του ή τουλάχιστον ο μηδόλως βλάπτων αυτήν εκουσίως».

15. Ο μεν Νικίας ταύτα είπεν· οι πλείστοι δε των Αθηναίων παρελθόντες εις το μέσον συνεβούλευον να κάμουν την εκστρατείαν και να μη καταργήσουν τα προαποφασισθέντα, τινές δε αντέλεγον. Αλλ' ο Αλκιβιάδης ο υιός του Κλεινίου επέμενε θερμώς υπέρ της εκστρατείας· επειδή και αντίπαλος ήτο του Νικίου επί άλλων πολιτικών αντικειμένων και διότι εναντίον αυτού έκαμε τον προσβλητικόν υπαινιγμόν εκείνος, ήθελε νανταγωνισθή προς αυτόν, και προ πάντων επεθύμει την στρατηγίαν· διά του μέσου τούτου ήλπιζε να καταλάβη την Σικελίαν και την Καρχηδόνα, και συγχρόνως, βελτιών την ιδίαν του κατάστασιν, να πλουτήση και δοξασθή. Απολαύων της υπολήψεως των πολιτών είχεν επιθυμίας ανωτέρας της καταστάσεως του τόσον διά την διατήρησιν των ίππων του, όσον και διά τας άλλας δαπάνας· τούτο δε και συνετέλεσεν ύστερον όχι ολίγον εις την καταστροφήν των Αθηνών. Πολλοί, φοβούμενοι την απεριόριστον πολυτέλειαν της διαίτης του και την υπερηφάνειαν, την οποίαν είχεν εις πάσαν περίστασιν, τον εμίσουν και τον υπώπτευον ως επιθυμούντα την τυραννίδα. Και μολονότι ως στρατηγός διηύθυνε τα πάντα στρατηγικότατα, η ιδιωτική όμως διαγωγή του τοσούτον είχε δυσαρεστήσει όλους, ώστε η διεύθυνσις των κοινών ανετέθη εις άλλους, οι οποίοι επέσπευσαν την καταστροφήν της πόλεως. Τότε λοιπόν ελθών εις το μέσον της συνελεύσεως συνεβούλευσεν εις τους Αθηναίους τα ακόλουθα:

16. Και εις εμέ αρμόζει η στρατηγία μάλλον παρά εις πάντα άλλον, ω Αθηναίοι (διότι είναι ανάγκη να αρχίσω εκ τούτου, αφού ο Νικίας με προσέβαλε), και συγχρόνως νομίζω ότι είμαι άξιος αυτής. Εκείνα, διά τα οποία είμαι διαβόητος, εις μεν τους προγόνους μου και εις εμέ φέρουν δόξαν, εις δε την πατρίδα ωφέλειαν. Τωόντι οι Ελληνες, οι οποίοι πρότερον ενόμιζον την πόλιν εξηντλημένην εκ του πολέμου, εσχημάτισαν περί της δυνάμεως της ιδέαν καλυτέραν βλέποντες την μεγαλοπρέπειάν μου εις τους Ολυμπιακούς αγώνας, διότι εις μεν τον αγώνα κατεβίβασα επτά άρματα, όσα ουδείς μέχρι τούδε ιδιώτης πρότερον, ενίκησα δε όχι μόνον πρώτος αλλά και δεύτερος και τέταρτος, και ανέπτυξα εις όλα μεγαλοπρέπειαν αξίαν της νίκης μου. Ταύτα κατά την συνήθειαν νομίζονται τιμή, και τοιαύται πράξεις μαρτυρούν δύναμιν. Δι' όσας πάλιν λαμπράς επιδείξεις κάμνω εις την πόλιν διά των χορηγιών μου και των άλλων δαπανών, οι μεν πολίται φύσει με φθονούν, αλλ' οι ξένοι δεν βλέπουν και εις τούτο ειμή δύναμιν. Δεν είναι λοιπόν ανωφελής η ανοησία εκείνου, ο οποίος δαπανών εξ ιδίων όχι μόνον εαυτόν του αλλά και την πόλιν ωφελεί· και ουδέ είναι άδικον να μη θεωρή κανείς τον εαυτόν του ίσον με τους άλλους, όταν αισθάνεται την υπεροχήν του, διότι και ο δυστυχών δεν μοιράζει την δυστυχίαν του με κανένα· και καθώς όταν δυστυχούμεν δεν μας υποδεξιούνται, ούτω πρέπει να ανεχώμεθα την υπεροψίαν των ευτυχούντων παρά να απαιτώμεν να προσφέρωνται προς ημάς εξ ίσου. Ηξεύρω εν τούτοις ότι οι τοιούτοι και όσοι διεκρίθησαν διά τινος λαμπρού κατορθώματος ζώντες μεν ήσαν οχληροί εις τους ομοίους των και ακόμη και εις εκείνους, οι οποίοι τους περιεστοίχιζον, μετά δε τον θάνατόν των κατέλιπον είς τινας των μεταγενεστέρων απαιτήσεις συγγενείας ενίοτε και ψευδείς, και η πατρίς των τους θεωρεί μεθ' υπερηφανείας, ουχί ως ξένους ή ως ανθρώπους κακής διαγωγής, αλλ' ως ίδια αυτής τέκνα και ένδοξα έργα πράξαντας.

Τοιαύτην δόξαν ποθών και δυσφημούμενος κατά τα ιδιωτικά μου πράγματα παρατηρήσατε αν διαχειρίζομαι τα δημόσια χειρότερον άλλου τινός. Ενώσας τους δυνατωτάτους της Πελοποννήσου, άνευ μεγάλου κινδύνου και δαπάνης δι' ημάς, ηνάγκασα τους Λακεδαιμονίους να αγωνισθούν περί των όλων εις μίαν ημέραν εν Μαντινεία. Και μολονότι ενίκησαν εις την μάχην δεν ανέλαβαν και μέχρι της σήμερον ακόμη ασφαλές θάρρος.

17. Και ταύτα εγώ, η ιδική μου νεότης και η νομιζομένη υπέρμετρος ανοησία επέφερεν εις τους Λακεδαιμονίους μεταχειριζομένη πρέποντας λόγους και μετά πολλού ζήλου και προθυμίας προκαλέσασα εις εαυτήν εμπιστοσύνην κατέπεισεν εκείνους· λοιπόν μη φοβήσθε τας ιδιότητας ταύτας, αλλ' ενόσω εγώ είμαι ακμαίος με αυτάς τας ιδιότητάς μου, και ο Νικίας νομίζεται τυχηρός, ωφεληθήτε όσον το δυνατόν περισσότερον παρ' ημών. Μη ακυρώσετε την κατά της Σικελίας εκστρατείαν νομίζοντες ότι μέλλετε να πολεμήσετε εναντίον μεγάλης δυνάμεως· διότι αι πόλεις αύται είναι μεν πολυάνθρωποι, σύγκεινται δε από στοιχεία ετερογενή και διά τούτο ευκόλως μεταβάλλουσι πολιτεύματα και πολιτογραφούσι ξένους και φυγάδας, Διά τούτο ουδείς μεριμνά ως θα εμερίμνα περί της ιδίας του πατρίδος, είτε διά να προμηθευθή όπλα διά το σώμα του είτε διά να κατασκευάση δημόσια κτίρια, αλλ' έκαστος φροντίζει διά της πειθούς ή διά της στάσεως να ωφεληθή τι· εάν δε αποτύχη, μεταβαίνει εις άλλον τόπον. Εύκολον λοιπόν είναι να συμπεράνη τις ότι τα τοιαύτα πλήθη ούτε ομονοούν ούτε κοινήν ενέργειαν έχουν, ταχέως δε οι μεν σήμερον, οι δε αύριον θα συνταχθώσι μεθ' ημών εις την πρώτην ευάρεστον συνομιλίαν, και δι' άλλους λόγους και μάλιστα εάν είναι διηρημένοι ως ακούομεν. Εκτός τούτου ούτε στρατόν έχουν τόσον, όσον διακηρύττουν με στόμφον ότι έχουν· το βέβαιον είναι ότι και παρ' αυτοίς συμβαίνει ό,τι συμβαίνει και με τους άλλους Έλληνας των οποίων αι πραγματικαί δυνάμεις ευρέθησαν πολύ κατώτεραι των αυθαιρέτων εκτιμήσεων, τας οποίας έκαστος χωριστά έκαμνεν· η Ελλάς, εις μεγίστην πλάνην διατελούσα επί του αντικειμένου τούτου, μόλις ηδυνήθη κατά τον παρόντα πόλεμον να συναθροίση τας απολύτως αναγκαίας δυνάμεις. Τοιαύτη είναι, εάν αι πληροφορίαι μου είναι ακριβείς, η κατάστασις της Σικελίας· θα μας είναι μάλιστα έτι μάλλον ευνοϊκή, διότι θα έχωμεν πολλούς βαρβάρους, οι οποίοι εκ μίσους προς τους Συρακουσίους θα επιτεθούν εναντίον αυτών μεθ' ημών, και ο εδώ πόλεμος δεν θέλει μας παρεμποδίσει, εάν λάβωμεν καλώς τα μέτρα μας. Οι πατέρες μας όχι μόνον άφησαν τους ιδίους αυτούς πολεμίους, τους οποίους τώρα λέγουν οι περί τον Νικίαν ότι ηθέλομεν αφήσει οπίσω αν αναχωρήσωμεν, αλλά και επρόκειτο να πολεμήσωσι κατά των Μήδων· τούτο όμως δεν τους ημπόδισε να θεμελιώσουν την ηγεμονίαν των, ουδέν άλλο στήριγμα έχοντες ή την υπεροχήν της ναυτικής των δυνάμεως. Και μέχρι τούδε ακόμη οι Πελοποννήσιοι ποτέ δεν συνέλαβαν ολιγωτέρας ελπίδας εναντίον μας. Αλλά και μεγίστην προθυμίαν αν έχουν, διά να εισβάλουν εις την χώραν μας, είναι ικανοί να το πράξουν, και εάν δεν εκπλεύσωμεν διά θαλάσσης όμως να μας βλάψουν είναι αδύνατον, διότι αφήνομεν εδώ ναυτικόν ισοδύναμον με εκείνο των Πελοποννησίων.

18. » Ώστε τίνα πιθανόν λόγον λέγοντες ηθέλομεν διστάσει ή τίνα πιθανήν πρόφασιν προφασιζόμενοι ηθέλομεν αρνηθή να βοηθήσωμεν τους εκεί συμμάχους, αφού άπαξ, ως γνωστόν, δι' όρκων υπεχρεώθημεν να βοηθώμεν αυτούς χωρίς να προφασιζώμεθα ότι εκείνοι δεν θα μας βοηθήσουν; Προσελάβομεν αυτούς ως συμμάχους, ουχί διά να μας βοηθήσουν ενταύθα, αλλ' ίνα ενοχλούντες τους εν τη Σικελία εχθρούς μας εμποδίζουν αυτούς να έρχωνται εδώ. Και την ηγεμονίαν ημών τοιουτοτρόπως απεκτήσαμεν και ημείς όπως και πάντες όσοι απέκτησαν τοιαύτην, προθύμως πάντοτε βοηθούντες τους Έλληνας και τους βαρβάρους, οίτινες εζήτουν την βοήθειάν μας. Διότι, εάν εμέναμεν όλοι ησυχάζοντες ή ελεπτολογούμεν εξετάζοντες ποίας φυλής ήσαν οι ζητούντες βοήθειαν, ολίγον θα προσεθέτομεν εις την δύναμιν μας, ή μάλλον ηθέλομεν εκθέτει αυτήν ταύτην περισσότερον. Τωόντι δεν πρέπει τις μόνον να υπερασπίζη εαυτόν κατά του επερχομένου ισχυρού, αλλά και να προλαμβάνη την επίθεσιν αυτού. Δεν είμεθα ελεύθεροι να μεταχειριζώμεθα την δύναμιν ημών κατά βούλησιν, αλλ' ανάγκη, αφού ανήλθομεν εις το σημείον τούτο, τους μεν να απειλώμεν τους δε να συγκρατώμεν, διότι άλλως θα εκινδυνεύομεν να κυριαρχηθώμεν υπό άλλων, εάν επαύομεν να κυριαρχώμεν ημείς. Και δεν πρέπει να θεωρήτε την ησυχίαν ομοίως με τους άλλους εκτός εάν παραδεχθήτε και την πολιτικήν των άλλων. Πεποιθότες ότι η δύναμις ημών ακόμη περισσότερον θέλει αυξήσει, εάν εκστρατεύσωμεν κατά της Σικελίας, ας εισέλθωμεν εις τα πλοία, ίνα ταπεινώσωμεν την μεγαλοφροσύνην των Πελοποννησίων δεικνύοντες ότι, μη λαμβάνοντες καν υπ' όψιν την παρούσαν ησυχίαν, πλέομεν και κατ' αυτής της Σικελίας. Εκ τούτου έν από τα δύο θα προκύψη· ή θα γίνωμεν κύριοι της Σικελίας και κατά πάσαν πιθανότητα θα ηγεμονεύσωμεν εφ' όλης της Ελλάδος, ή τουλάχιστον θα προξενήσωμεν μεγίστην βλάβην εις τους Συρακουσίους, το οποίον επίσης θέλει ωφελήσει και ημάς και τους συμμάχους ημών. Την δε ασφάλειαν θα μας δώσουν τα πλοία, και να μείνωμεν, εάν τινες ενωθώσι με ημάς, και να απέλθωμεν, διότι το ναυτικόν μας θα είναι πάντοτε ανώτερον του ναυτικού όλων ομού των Σικελιωτών. Και ας μη σας αποτρέψη η εν τοις λόγοις του Νικίου συσταινομένη απραγμοσύνη και η διάκρισις των νέων από των πρεσβυτέρων, αλλά πιστοί εις την επικρατούσαν τάξιν και την συνήθειαν των πατέρων μας, οι οποίοι συσκεπτόμενοι νέοι μετά γερόντων ανύψωσαν την πατρίδα ημών εις το σημείον τούτο της δυνάμεως, προσπαθήσατε σήμερον να προαγάγετε την πόλιν διά του αυτού τρόπου. Σκεφθήτε ότι άνευ αλλήλων η νεότης και το γήρας ουδέν δύνανται, και ότι η απερισκεψία, η μεσότης και η άκρα σύνεσις, εάν συναναμιχθούν, αποτελούν την ισχύν· πεισθήτε ότι, εάν η πόλις ησυχάζη, θα κατατριβή αφ' εαυτής καθώς και οιονδήποτε άλλο πράγμα, και η γνώσις παντός επαγγέλματος θα φθαρή υπό του γήρατος, ενώ, εάν διηνεκώς αγωνίζεται, θα αποκτηση την χρειαστήν εμπειρίαν και θα συνηθίση όχι τόσον εις την διά του λόγου άμυναν, όσον εις την διά του έργου. Εν γένει δε φρονώ, κατά την γνώμην μου, ότι πόλις μη απράγμων καταστρέφεται ταχέως, εάν μεταβληθή εις απράγμονα, και ότι η σωτηρία των πολιτών ασφαλίζεται μόνον, όταν ούτοι διάγουν όσον το δυνατόν σύμφωνα προς τα υπάρχοντα ήθη και τους νόμους, έστω και αν είναι χειρότεροι άλλων».

19. Ούτω μεν ωμίλησεν ο Αλκιβιάδης. Οι δε Αθηναίοι, ακούσαντες αυτού και των Εγεσταίων και Λεοντίνων φυγάδων, οι οποίοι παρελθόντες εις το μέσον της συνελεύσεως παρεκάλουν και ικέτευον να τους βοηθήσουν υπενθυμίζοντες τους αρχαίους όρκους διετέθησαν ευνοϊκώτερον ή πρότερον υπέρ της εκστρατείας. Ο Νικίας εννοήσας ότι δεν θα ηδύνατο πλέον διά της αυτής γλώσσης να τους αποτρέψη από την απόφασιν των, και νομίσας ότι ήθελε τους μεταπείσει διά του μεγέθους των προπαρασκευών, εάν εζήτει πολλάς, ανέβη εκ δευτέρου επί το βήμα και είπε ταύτα :

20. «Επειδή σας βλέπω, ω Αθηναίοι, ότι έχετε απόφασιν να εκστρατεύσετε εξ άπαντος, εύχομαι μεν να αποβή εις καλόν η εκστρατεία, θα σας υποδείξω όμως όσα θεωρώ ωφέλιμα κατ' αυτήν την στιγμήν. Μέλλομεν να επιτεθώμεν κατά πόλεων, πού φημίζονται ως μεγάλαι, ανεξάρτητοι και μη έχουσαι ανάγκην πολιτικής μεταβολής, εις την οποίαν άλλαι καταφεύγουν μετά χαράς, διά να μεταβούν εκ της αναγκαστικής υποταγής εις ανετωτέραν κατάστασιν· κατά πόλεων τέλος, αι οποίαι, κατά πάσαν πιθανότητα, δεν θα θελήσουν νανταλλάξουν την ελευθερίαν των με την ηγεμονίαν μας. ’λλως μεταξύ των πόλεων τούτων ο αριθμός των Ελληνίδων είναι σημαντικός διά μίαν νήσον. Εκτός της Νάξου και της Κατάνης, αι οποίαι ελπίζω να προστεθούν εις ημάς διά την κοινήν μετά των Λεοντίνων καταγωγήν των, υπάρχουν επτά άλλαι πόλεις παρεσκευασμέναι καθ' όλα όσον το δυνατόν ομοίως με ημάς, και προ πάντων ο Σελινούς και αι Συράκουσαι, κατά των οποίων έχομεν σκοπόν να πλεύσωμεν. Οπλίται και τοξόται και ακοντισταί υπάρχουν πολλοί, καθώς και τριήρεις και άνθρωποι διά να καταρτίσουν τα πληρώματα των. Προσέτι έχουν χρήματα και ιδιωτικά και κοινά εις τα ιερά των Σελινουντίων· προς τούτοις οι Συρακούσιοι λαμβάνουν φόρον παρά τινων βαρβάρων λαών. Εκείνο δε, κατά το οποίον προ πάντων μας υπερτερούν, είναι ότι έχουν πολλούς ίππους και σίτον εγχώριον και όχι έξωθεν εισκομιζόμενον.

21. »Κατά τοιαύτης λοιπόν δυνάμεως δεν μας αρκεί στρατός ναυτικός και μέτριος, αλλ' είναι ανάγκη να συμπλεύση μαζί μας και πεζικόν πολύ, εάν θέλωμεν να πράξωμέν τι άξιον των σχεδίων μας και να μη παρακωλυθή η εις την ξηράν απόβασίς μας υπό πολλών ιππέων, προ πάντων εάν εκ του προς ημάς φόβου συνενωθούν αι πόλεις και εάν, εκτός των Εγεσταίων, δεν έχωμεν άλλους, οι οποίοι γινόμενοι φίλοι μας δυνηθούν να μας προμηθεύσουν ιππικόν, διά του οποίου να υπερασπισθώμεν. Θα είναι δε αίσχος εις ημάς, εάν αναγκασθώμεν να απέλθωμεν ή να προσκαλέσωμεν κατόπιν και άλλο, επειδή εξ αρχής δεν είχομεν λάβει συνετά μέτρα. Πρέπει λοιπόν ναναχωρήσωμεν εντεύθεν εντελώς παρεσκευασμένοι και να σκεφθώμεν ότι μέλλομεν να πλεύσωμεν μακράν· ότι η εκστρατεία αύτη δεν ομοιάζει με τας άλλοτε, ότε εμεταβαίνατε εναντίον τινός ως σύμμαχοι των ενταύθα υπηκόων σας, οπόθεν εύκολοι ήσαν αι μετακομίσεις, προερχόμεναι εκ τόπου φιλικού, αλλ' ότι μεταβαίνομεν εις χώραν, η οποία όλη είναι ξένη και όπου ούτε αγγελιαφόρος δύναται να έλθη κατά τους τέσσαρας χειμερινούς μήνας.

22. »Πρέπει λοιπόν, κατά την γνώμην μου, να έχωμεν πολλούς οπλίτας και εξ ημών αυτών και εκ των συμμάχων και εκ των υπηκόων και εξ αυτής της Πελοποννήσου, εάν δυνηθώμεν να επιτύχωμεν τοιούτους, είτε διά της πειθούς είτε διά μισθού. Έχομεν επίσης ανάγκην πολλών τοξοτών και σφενδονητών, όπως αντέχουν προς το εχθρικόν ιππικόν· πρέπει ωσαύτως να υπερτερώμεν παραπολύ κατά το ναυτικόν, διά να εισκομίζωμεν ευκόλως τα αναγκαιούντα τρόφιμα. Έχομεν ανάγκην ολκάδων διά να μεταφέρωμεν απ' εδώ τροφάς, σίτον και κριθάς οπτάς, και αρτοποιών εμμίσθων, τους οποίους να λάβωμεν διά της βίας αναλόγως των μυλώνων, διά να έχη ο στρατός τα αναγκαιούντα, εάν εμποδισθώμέν που υπό του κακού καιρού, διότι πάσα πόλις δεν θα είναι εις κατάστασιν να δέχεται στρατόν τόσον πολυάριθμον· πρέπει τέλος τα πάντα να προετοιμάσωμεν όσον είναι δυνατόν και να μη ελπίζωμεν εις άλλους. Προ πάντων ας λάβωμεν εντεύθεν πολλά χρήματα, διότι εκείνα τα οποία λέγουν οι Εγεσταίοι ότι υπάρχουν έτοιμα, πιστεύσατε, ότι μόνον με λόγους είναι έτοιμα.

23. »Τωόντι, εάν αναχωρήσωμεν εντεύθεν ουχί μόνον έχοντες στρατόν αντίπαλον, ουχί μόνον έχοντες τους οπλίτας τους απαιτουμένους να παραταχθούν προς τους οπλίτας αυτών, αλλά και όντες υπερβαλλόντως παρεσκευασμένοι κατά πάντα, πάλιν δυσκόλως τους μεν θα δυνηθώμεν να νικήσωμεν, τους δε να διασώσωμεν. Πρέπει να λάβετε υπ' όψιν ότι απέρχεσθε να συνοικίσετε πόλιν μεταξύ αλλοφύλων και πολεμίων και ότι οφείλετε να καταστήτε κύριοι της γης, εις την οποίαν θα προσορμισθήτε, ειδεμή, τα πάντα θέλετε έχει εχθρικά. Τούτο εγώ φοβούμενος και σκεπτόμενος, ότι έχομεν ανάγκην πολλής μεν καλής σκέψεως, μεγαλυτέρας δε καλής τύχης (το οποίον είναι δύσκολον, επειδή είμεθα άνθρωποι), θέλω, αναχωρών, να εμπιστευθώ όσον το δυνατόν ολιγώτερον εις την τύχην και να εκπλεύσω όσον το δυνατόν ασφαλής. Ταύτα νομίζω ασφαλέστατα δι' όλην την πόλιν και σωτήρια δι' ημάς που θα εκστρατεύσωμεν. Εάν άλλος τις φρονή τα εναντία, παραχωρώ εις αυτόν την αρχήν.

24. Και ο μεν Νικίας ταύτα είπε νομίζων ότι διά της μεγαλοποιήσεως των πραγμάτων ήθελεν αποτρέψει τους Αθηναίους από του μελετωμένου σχεδίου, ή, εάν ηναγκάζετο να εκστρατεύση, ναναχωρήση τουλάχιστον διά του τρόπου τούτου μεθ' όλης της ασφαλείας· οι δε Αθηναίοι μακράν του να παραιτήσουν την εκστρατείαν ταύτην διά την δύσκολον προμήθειαν των εξοπλισμών, ησθάνθησαν πολύ πλειοτέραν επιθυμίαν δι' αυτήν. Και η ελπίς του Νικίου διεψεύσθη διότι εύρον ότι έδωκεν αρίστας συμβουλάς και ότι από της στιγμής εκείνης δεν είχαν πλέον τίποτε να φοβηθούν. Όλοι ομοίως κατελήφθησαν υπό της επιθυμίας να αναχωρήσουν· οι γέροντες, με την ιδέαν να υποτάξουν την Σικελίαν, το οποίον ήτον ο σκοπός της εκστρατείας των, ή τουλάχιστον να μη πάθη καμμίαν ατυχίαν τοιούτος μέγας στρατός· οι άνδρες, με την επιθυμίαν να ίδουν χώραν μακρυνήν και με την πεποίθησιν ότι ήθελον διαφύγει τους κινδύνους· το δε πλήθος και οι στρατιώται, με την ελπίδα να κερδίσουν χρήματα προς το παρόν, και να επεκτείνουν την ηγεμονίαν της πόλεως, το οποίον ήθελεν είσθαι δι' αυτούς πηγή αστείρευτος μισθού. Ώστε βλέποντες την ακράτητον ταύτην επιθυμίαν των περισσοτέρων οι μη αρεσκόμενοι εις την εκστρατείαν ταύτην δεν ετόλμησαν να ειπούν τίποτε φοβηθέντες μήπως, εάν αρνηθούν την ψήφόν των, εκληφθούν ως κακά σκεπτόμενοι.

25. Προχωρήσας τέλος Αθηναίος τις απετάθη προς τον Νικίαν και τω είπεν ότι δεν έπρεπε πλέον να προφασίζεται μήτε να αναβάλλη, αλλά να δηλώση αμέσως και παρουσία όλων, ποίας παρασκευάς ώφειλον οι Αθηναίοι να του ψηφίσουν. Ο δε Νικίας άκων απεκρίθη μεν ότι ήθελε συνομιλήσει περί του αντικειμένου τούτου μάλλον ανέτως μετά των συναρχόντων, ενόμιζεν όμως προς το παρόν ότι ώφειλον να πλεύσουν μετά τριηρών ουχί ολιγωτέρων των εκατόν· ότι τα οπλιταγωγά πλοία ώφειλον να προμηθευθούν κατ' αναλογίαν εν μέρει μεν υπό των Αθηναίων, εν μέρει δε υπό των συμμάχων, παρά των οποίων ήθελον ζητηθή τοιαύτα· ότι το όλον των οπλιτών τόσον των Αθηναίων, όσον και των συμμάχων, δεν έπρεπε να είναι ολιγώτερον των πεντακισχιλίων, μάλιστα δε, αν ήτο τούτο δυνατόν, περισσότερον ότι θα έκαμνον τας επίλοιπους προπαρασκευάς κατά την αυτήν αναλογίαν, τόσον εις τοξότας των Αθηνών και της Κρήτης, όσον εις σφενδονήτας και εν ενί λόγω έπρεπε να ετοιμασθή και τεθή εις την διάθεσίν των παν ό,τι ήθελε κριθή πρέπον.

26. Ακούσαντες ταύτα οι Αθηναίοι εψήφισαν αμέσως ότι ως προς τον αριθμόν των στρατευμάτων και τα άλλα της εκστρατείας οι στρατηγοί έχουν πάσαν πληρεξουσιότητα να πράξουν ό,τι ήθελον κρίνει ώφελιμώτατον διά τους Αθηναίους. Και μετά ταύτα ενησχολήθησαν αμέσως εις τας προετοιμασίας πέμψαντες εις τους συμμάχους και στρατολογούντες εν τω τόπω των. Προ μικρού δε η πόλις είχεν αναλάβει εκ της νόσου και του συνεχούς πολέμου, ο πληθυσμός της ανεγεννάτο και είχε συναθροίσει χρήματα ένεκα της διακοπής των εχθροπραξιών. Και οι μεν Αθηναίοι ενησχολούντο εις τας προπαρασκευάς ταύτας.

27. Κατά το διάστημα δε τούτο όσοι λίθινοι Ερμαί ήσαν εν τη πόλει των Αθηναίων (είναι δε ούτοι, κατά την επιχώριον συνήθειαν, αγάλματα τετράγωνα τοποθετημένα εις πολλά ιδιωτικά πρόθυρα και εις ναούς) ευρέθησαν εις μίαν νύκτα με ακρωτηριασμένα πρόσωπα. Ουδείς εγνώριζε τους πράξαντας τούτο, αλλ' ήρχισαν τας αναζητήσεις υποσχεθέντες αδράς αμοιβάς εις εκείνους, οίτινες ήθελον καταγγείλει τους ενόχους, και προσέτι εψήφισαν ότι εάν τις, είτε πολίτης, είτε ξένος, είτε δούλος, εγνώριζεν άλλο τι ασέβημα διαπραχθέν, να το καταγγείλη αφόβως. Και έδιδον εις το πράγμα μεγαλυτέραν σπουδαιότητα, διότι το ενόμιζον ως οιωνόν σχετικόν προς την εκστρατείαν και ως συνωμοσίαν οργανωθείσαν προς ανατροπήν των καθεστώτων και κατάλυσιν της δημοκρατίας.

28. Και περί μεν των Ερμών ουδεμίαν καταγγελίαν έκαμαν οι μέτοικοι και οι υπηρέται, ανέφεραν όμως ότι άλλα αγάλματα είχον κολοβωθή προγενέστερον υπό νεανιών διασκεδαζόντων και μεθυόντων, και ότι, είς τινας οικίας, παρωδούντο τα μυστήρια. Δι' όλα ταύτα κατηγόρουν μεταξύ άλλων και τον Αλκιβιάδην· εκείνοι προ πάντων, οίτινες τον εμίσουν, επειδή τους ημπόδιζε να έχουν επί του πλήθους σημαντικήν επίδρασιν, επήραν με πολλήν προθυμίαν την πρόφασιν ταύτην. Ελπίζοντες δε ότι, εάν τον απεμάκρυνον, θα εγίνοντο πρώτοι εις τα πολιτικά πράγματα, παρέστησαν μεγαλοποιημένον το έγκλημα και εβόων ότι η βεβήλωσις των μυστηρίων και η κολόβωσις των Ερμών σκοπόν είχε την κατάλυσιν της δημοκρατίας και ότι ουδεμία των ιεροσυλιών εκείνων έγινε χωρίς την συνέργειαν εκείνου· προς απόδειξιν τούτου ανέφεραν την άλλην αυτού αντιδημοτικήν και παράνομον διαγωγήν.

29. Ο δε Αλκιβιάδης εναντίον των κατηγοριών εκείνων απελογήθη αμέσως και είπεν ότι ήτο πρόθυμος πριν αναχωρήση να δικασθή περί όσων τον κατηγόρουν ότι έπραξε, και επειδή αι προπαρασκευαί είχον ήδη περατωθή, να τιμωρηθή μεν, εάν αποδειχθή ότι έπραξε τίποτε από αυτά, να διατηρήση δε το στρατηγικόν αξίωμα, εάν αθωωθή. Διεμαρτύρετο κατά των διαβολών, αίτινες ήθελον εκτοξευθή απόντος αυτού και εζήτει να τον θανατώσουν αμέσως, εάν ήτο ένοχος, λέγων ότι ήθελεν είσθαι φρονιμώτερον να μη τον στείλουν, διατελούντα υπό το βάρος τοιαύτης κατηγορίας, επί κεφαλής τοσούτου στρατού πριν τον δικάσουν. Αλλ' οι εχθροί του εφοβούντο, εάν εδίκαζον αυτόν αμέσως, μήπως ο στρατός κηρυχθή υπέρ αυτού και ο λαός συμπαθήση, διότι εις αυτόν εχρεώστει την συμμετοχήν των Αργείων καί τινων Μαντινέων εις την παρούσαν εκστρατείαν. Διά να αποτρέψουν λοιπόν και αναβάλουν την υπόθεσιν ταύτην, εισήγαγον άλλους ρήτορας, οίτινες προέτεινον να εκπλεύση μεν ο Αλκιβιάδης προς το παρόν και να μη αναβληθή η αναχώρησις του στόλου, κατά την επιστροφήν του δε να δικασθή εις ημέραν ωρισμένην από τούδε. Ήθελον, επιρρίπτοντες εναντίον αυτού κατηγορίαν μεγαλυτέραν, την οποίαν ευκολώτερον ήθελον επινοήσει κατά την απουσίαν του, να τον επαναφέρουν και να τον δικάσουν. Απεφασίσθη λοιπόν να εκπλεύση ο Αλκιβιάδης.

30. Μετά ταύτα δε περί τα μέσα πλέον του θέρους ο στόλος έξέπλευσε διά την Σικελίαν. Είχε συμφωνηθή προηγουμένως ότι το πλείστον των συμμάχων, των σιταγωγών ολκάδων, των φορτηγών πλοίων και των άλλων επιτηδείων, όσα ακολουθούν μαζί με τα στρατεύματα, να συναθροισθούν εις Κέρκυραν, ίνα εκείθεν όλοι ομού διαπλεύσουν τον Ιόνιον κόλπον μέχρι της Ιαπυγίας άκρας. Αυτοί δε οι Αθηναίοι και όσοι σύμμαχοι παρευρίσκοντο καταβάντες εις τον Πειραιά κατά την ορισθείσαν ημέραν από πρωίας εισήλθον εις τα πλοία διά να εκπλεύσουν. Κατέβη δε μαζί, ούτως ειπείν, και όλος ο άλλος πληθυσμός ο εν τη πόλει, και οι ξένοι και οι πολίται. Οι εγχώριοι προέπεμπον τους ιδικούς των, οι μεν τους φίλους των, οι δε τους συγγενείς των, οι δε τους υιούς των· εβάδιζον κατεχόμενοι συγχρόνως υπό ελπίδος και λύπης, και σκεπτόμενοι αφ' ενός μεν τας μέλλουσας κατακτήσεις, αφ' έτερου δε την αβεβαιότητα του να επανίδουν αλλήλους και την απόστασιν, η οποία έμελλε να χωρίση αυτούς από της πατρίδος των.

31. Κατά την στιγμήν εκείνην πού επρόκειτο να χωρισθούν απ' αλλήλων, όπως εκτεθούν εις τους κινδύνους, τα δεινά παρουσιάζοντο ζωηρότερα εις το πνεύμά των ή ότε εψήφιζον την εκστρατείαν· εν τούτοις αι μεγάλαι προπαρασκευαί, τας οποίας έβλεπον προ των οφθαλμών των, τοις έδιδαν θάρρος. Οι δε ξένοι και ο άλλος όχλος κατέβησαν διά να ίδουν το θέαμα εκείνο, το οποίον τους εφαίνετο μεγαλοπρεπές και απίστευτον. Τωόντι ουδέποτε μέχρι της εποχής εκείνης εξήλθεν εξ ενός και του αυτού λιμένος ελληνικός στρατός πολυτελέστερα και ευπρεπέστερα εφωδιασμένος. Ναι μεν ως προς τον αριθμόν των πλοίων και των οπλιτών ο εις την Επίδαυρον μεταβάς μετά του Περικλέους και κατόπιν εις την Ποτείδαιαν μετά του ’γνωνος δεν ήτο κατώτερος, διότι συνέκειτο εκ τετρακισχιλίων Αθηναίων οπλιτών, τριακοσίων ιππέων, εκατόν τριηρών, πεντήκοντα άλλων των Λεσβίων και των Χίων, και προσέτι συμμάχων πολλών συνεκπλευσάντων, αλλά και βραχύτερον διάστημα είχε να διανύση και ατελή εφόδια είχεν· ενταύθα εξ εναντίας τα εφόδια έπρεπε να γίνουν τοιαύτα, ώστε να διαρκέσουν πλειότερον χρόνον και να χρησιμεύσουν κατά δύο τρόπους, και επί της ξηράς και επί της θαλάσσης. Ο στόλος εξωπλίσθη δαπάναις των τριηράρχων και της πόλεως. Το δημόσιον ταμείον έδιδε καθ' ημέραν μίαν δραχμήν εις έκαστον ναύτην και παρείχε τριήρεις κενάς, εξήκοντα μεν ταχείας, τεσσαράκοντα δε οπλιταγωγούς και πληρώματα δι' αυτά εκλεκτά. Οι τριήραρχοι, εκτός του εκ του δημοσίου μισθού, έδιδον εις τους ναύτας τους καλουμένους θρανίτας και εις τους κωπηλάτας επιμίσθιόν τι. Είχαν στολίσει τας τριήρεις διά πολυτελών εμβλημάτων και παντοειδών κοσμημάτων, έκαστος δε εξ αυτών πάσαν προσπάθειαν κατέβαλεν, ίνα το πλοίον του διακριθή διά τον καλόν στολισμόν και την ταχύτητα. Ο πεζός στρατός εξελέγη με επιμέλειαν εκ των καταλόγων και μεγάλη υπήρχεν αντιζηλία ως προς τα όπλα και τας στολάς, ουχί δε μικροτέρα άμιλλα εις το να εκπληροί καθείς την επιβαλλομένην εις αυτόν εργασίαν. Ενόμιζέ τις ότι έβλεπε μάλλον επίδειξιν δυνάμεως και εξουσίας προωρισμένην να καταπλήξη τους άλλους Έλληνας ή εξοπλισμόν εναντίον των εχθρών. Τωόντι, εάν υπελόγιζέ τις όλην την δημοσίαν δαπάνην της πόλεως και την ιδιαιτέραν των πολεμιστών, τας ποσότητας, τας οποίας η πόλις είχεν ήδη δαπανήσει και εκείνας με τας οποίας εφοδιάσασα τους στρατηγούς απέστειλεν αυτούς, όσα καθένας ιδιώτης εδαπάνησε διά τον εαυτόν του και όσα καθ' ένας τριήραρχος εδαπάνησε και έμελλεν ακόμη να δαπανήση διά την τριήρη του, χωρίς να προσθέση όσα χρήματα καθένας, ανεξαρτήτως του μισθού, τον οποίον ελάμβανεν εκ του δημοσίου ταμείου, είχε προμηθευθή διά μακροχρόνιον εκστρατείαν, μήτε όσα στρατιώται και έμποροι είχον μεθ' εαυτών, διά να εμπορευθούν, θα εύρισκε πόση υπέρογκος χρηματική ποσότης εξήλθε τότε της πόλεως. Η εκστρατεία υπήρξε περιβόητος τόσον διά την καταπληκτικήν αυτής τόλμην και την λαμπρότητα της θέας της, όσον και διά την υπεροχήν του στρατού σχετικώς με εκείνους, εναντίον των οποίων μετέβαινον να πολεμήσουν· η άπειρος από της πατρίδος των απόστασις προσέθετε πλειότερον μεγαλείον εις επιχείρησιν παρέχουσαν μεγίστας ελπίδας λαμπρού μέλλοντος.

32. Αφού δε τα πληρώματα εισήλθαν εις τα πλοία και επεβιβάσθησαν όλα τα εφόδια, μετά των οποίων έπρεπε να εκπλεύσουν, η σάλπιγξ εσήμανε το σιωπητήριον. Αι συνήθεις προ της αναχωρήσεως ευχαί δεν έγιναν ιδιαιτέρως επί εκάστου πλοίου αλλ' επί ολοκλήρου του στόλου διά της φωνής του κήρυκος. Εκέρασαν τον οίνον, εντός κρατήρων εις όλον τον στρατόν, οι δε στρατηγοί έκαμαν σπονδάς μετά ποτηρίων χρυσών και αργυρών. Εις τας ευχάς των ανεμιγνύοντο και αι ευχαί όλου του επί της παραλίας μείναντος πλήθους, συγκειμένου εκ πολιτών και φίλων. Αφού δε έψαλαν τον παιάνα και ετελείωσαν τας σπονδάς, εξέπλευσαν εις το πέλαγος. Και κατ' αρχάς μεν εξήλθον του λιμένος εις στοίχον, και μέχρι της Αιγίνης ημιλλώντο ως προς την ταχύτητα· έπειτα όμως έσπευσαν να φθάσουν εις Κέρκυραν, όπου συνηθροίζετο επίσης και ο επίλοιπος στρατός των συμμάχων. Η δε είδησις της εκστρατείας ταύτης ηγγέλλετο μεν πολλαχόθεν εις τας Συρακούσας, αλλ' επί πολύν χρόνον δεν επιστεύετο τίποτε. Εν τούτοις γενομένης συνελεύσεως του λαού ελέχθησαν οι εξής λόγοι, οι μεν υπό των πιστευόντων τα περί της εκστρατείας των Αθηναίων, οι δε υπό των αμφισβητούντων την είδησιν. Παρελθών δε εις το μέσον της συνελεύσεως Ερμοκράτης ο Έρμωνος, ο οποίος ενόμιζεν ότι ήτο καλώς πληροφορημένος, είπε και συνεβούλευσε ταύτα:

33. «Θα φανώ μεν ίσως, ως και άλλοι τινές, απίστευτα λέγων περί της αληθείας της εκστρατείας. Hξεύρω επίσης ότι οι λέγοντες ή ανακοινούντες αγγελίας, τας οποίας παρ' άλλων έμαθον, ουδεμίαν εμπνέουν εμπιστοσύνην και νομίζονται μάλιστα ως άφρονες· αλλ' όμως δεν θα με κρατήση ο φόβος την στιγμήν που κινδυνεύει η πόλις, επειδή είμαι πεπεισμένος ότι ομιλώ μετά περισσοτέρας βεβαιότητας. Οι Αθηναίοι εκίνησαν εναντίον μας, και εκπλήττεσθε διά τούτο, μετά πολλού στρατού ναυτικού και πεζικού, λόγω μεν διά την συμμαχίαν των Εγεσταίων και διά να επαναφέρουν εις την προτέραν των κατοικίαν τους Λεοντίνους, έργω δε διότι επιθυμούν την Σικελίαν, και προ πάντων την ιδικήν μας πόλιν, νομίζοντες ότι, εάν ήθελον λάβει αυτήν, ευκόλως θα ελάμβανον και τα άλλα. Θεωρούντες λοιπόν αυτούς ως μέλλοντας να φθάσουν από στιγμής εις στιγμήν, σκεφθήτε πώς να αντιτάξετε με τα υπάρχοντα μέσα ανδρικωτάτην αντίστασιν, και πώς μήτε καταφρονήσαντες καταληφθήτε απαράσκευοι, μήτε απιστήσαντες αμελήσετε περί όλων. Όποιος όμως πεισθή ότι αληθή λέγω, ας μη φοβηθή την τόλμην των και τας δυνάμεις των, διότι ούτε θα δυνηθούν να μας βλάψουν περισσότερον παρ' όσον θα βλαφθούν αυτοί, ούτε θα είναι επικίνδυνοι εις ημάς ερχόμενοι μετά μεγάλου στόλου. Αι μετά των άλλων Σικελιωτών υποθέσεις μας θα ευρεθούν εις πολύ ευαρεστότερον σημείον, επειδή ούτοι, κυριευθέντες από φόβον, θα ζητήσουν να συμμαχήσουν μαζί μας· και εάν μάλιστα κατορθώσωμεν να τους νικήσωμεν ή τους αναγκάσωμεν να αναχωρήσουν άπρακτοι (διότι βεβαίως δεν φοβούμαι μήπως και επιτύχουν όσα διανοούνται), τούτο θέλει είσθαι κατόρθωμα λαμπρότατον, και δεν πιστεύω να είναι ανέλπιστον. Και τωόντι ολίγιστοι μεγάλοι στόλοι Ελλήνων ή βαρβάρων, απομακρυνθέντες πολύ από της πατρίδος των, επέτυχον· διότι ο αριθμός των δεν δύναται να υπερτερήση τους κατοίκους της χώρας, εναντίον της οποίας επέρχονται, ή των γειτονικών μερών, τους οποίους κοινός φόβος αναγκάζει να συνασπισθούν. Και εάν δι' έλλειψιν τροφών αποτύχουν εις την ξένην γην, μολονότι αι δυστυχίαι των προέρχονται εκ των ιδίων των σφαλμάτων, μολαταύτα η δόξα μένει εις εκείνους, εναντίον των οποίων επετέθησαν. Τοιουτοτρόπως και αυτοί ούτοι οι Αθηναίοι, με όλα τα άπειρα και απροσδόκητα σφάλματα, εις τα οποία περιέπεσεν ο Μήδος, οφείλουν την αύξησίν των εις μόνην την διαδοθείσαν φήμην ότι είχε σκοπόν ούτος να εκστρατεύση εναντίον αυτών.

34. »Θαρρούντες λοιπόν και μη παύοντες τας ενταύθα προετοιμασίας ας πέμψωμεν προς τους Σικελούς, ίνα τους μεν υπηκόους βέβαιους φίλους ποιήσωμεν, τους δε αυτονόμους προσπαθήμεν να καταστήσωμεν φίλους και συμμάχους· ας πέμψωμεν ωσαύτως πρέσβεις και εις τους Σικελιώτας, διά να παραστήσωμεν ότι ο κίνδυνος είναι κοινός· ας πέμψωμεν και προς τους Ιταλιώτας, διά να τους πείσωμεν να συμμαχήσουν μαζί μας ή τουλάχιστον να μη δεχθούν τους Αθηναίους. Νομίζω μάλιστα ωφέλιμον να πέμψωμεν και εις την Καρχηδόνα, διότι η πόλις αύτη είναι ανήσυχος και φοβείται πάντοτε μήπως ημέραν τινά επέλθουν κατ' αυτής οι Αθηναίοι. Και ίσως οι Καρχηδόνιοι, αναλογιζόμενοι τα δεινά, τα οποία θέλουν πάθει, εάν αφήσουν να τους διαφύγη η ευκαιρία αύτη, θελήσουν να μας βοηθήσουν αναφανδόν ή κρυφίως ή τουλάχιστον κατ' άλλον τινά τρόπον. Περισσότερον παρά πάντα άλλον είναι δυνατοί να μας βοηθήσουν, αρκεί να θελήσουν, διότι έχουν πλείστον χρυσόν και άργυρον, μέσα, τα οποία μεγίστην έχουν δύναμιν και εν τω πολέμω και εις όλα τα άλλα. Ας πέμψωμεν επίσης προς τους Λακεδαιμονίους και τους Κορινθίους, παρακαλούντες αυτούς να σπεύσουν ενταύθα εις βοήθειάν μας και να ανακινήσουν τον εκεί πόλεμον. Αλλ' ό,τι νομίζω έτι μάλλον συντελεστικόν, το οποίον η συνήθης απάθειά σας θα σας εμποδίση να παραδεχθήτε αμέσως, είναι το εξής. Εάν όλοι οι Σικελιώται, ή τουλάχιστον οι πλείστοι εξ αυτών, θελήσουν να ενωθούν με ημάς, να καθελκύσουν εις την θάλασσαν, όλον το υπάρχον ναυτικόν με τροφάς δύο μηνών, και να απαντήσουν τους Αθηναίους εις τον Τάραντα και το ακρωτήριον Ιαπυγίαν καθιστώντες εις αυτούς φανερόν ότι δεν θα γίνη μάχη περί την Σικελίαν πριν ή γίνη μάχη προς διαπεραίωσιν του Ιονίου κόλπου, θέλομεν φοβήσει αυτούς μεγάλως. Θα ίδουν ότι εξερχόμεθα εκ φιλικής χώρας ως φύλακες της Σικελίας (διότι οι Ταραντίνοι θα μας υποδεχθούν), ότι έχουν να διανύσουν μεθ' όλης της αποσκευής των μέγα πέλαγος, και ότι είναι δύσκολον ένεκα του μακρού ταξιδιού να μείνουν εν τάξει· τούτου ένεκα ευκόλως θα δυνηθώμεν να επιτεθώμεν κατ' αυτών βραδέως και κατά μικράς μοίρας προχωρούντων. Ας υποθέσωμεν ότι ελαφρύνουν τα πλοία των και προχωρούν εναντίον ημών μετά των μάλλον ταχυπλόων εάν μεν μεταχειρισθούν τας κώπας, θα επιτεθώμεν κατ' αυτών, άμα τους ίδωμεν κουρασμένους, εάν δε δεν νομίσωμεν τούτο φρόνιμον, υποχωρούμεν εις τον Τάραντα. Αυτοί όμως ολίγα έχοντες εφόδια και πλέοντες με τον σκοπόν να ναυμαχήσουν θα ευρεθούν στερούμενοι τοιούτων εις τα έρημα παράλια. Και, εάν μεν μείνουν εκεί, θα πολιορκηθούν, εάν δε προσπαθήσουν να πλέουν κοντά εις τα παράλια, θα εγκαταλείψουν τας αποσκευάς των και μη όντες βέβαιοι αν θα τους υποδεχθούν αι πόλεις θα χάσουν το θάρρος των. Είμαι λοιπόν πεισμένος ότι εμποδιζόμενοι υπό της σκέψεως ταύτης ούτε καν θα αναχωρήσουν εκ της Κερκύρας, αλλά σκεπτόμενοι και κατασκοπεύοντες πόσοι και εις ποίον μέρος είμεθα, ή θα καταληφθούν υπό του χειμώνος ή καταπλαγέντες διά την απροσδόκητον εμφάνισιν ημών θα παραιτηθούν της εκστρατείας. Τούτο δε τοσούτω μάλλον είναι πιθανόν, όσω, καθώς ακούω, ο εμπειρότατος των στρατηγών των διοικεί χωρίς την θέλησίν του, και, εάν κάμωμεν σπουδαίαν τινά επίδειξιν, πρόθυμα θέλει λάβει τούτο ως πρόφασιν. Είμαι βέβαιος ότι αι παρασκευαί ημών θέλουν αναγγελθή μεγαλοποιημέναι εις τους Αθηναίους, αι δε γνώμαι των ανθρώπων ρυθμίζονται προς τα λεγόμενα. Οι πρώτοι επιτιθέμενοι ή τουλάχιστον εκείνοι, οίτινες προδηλώνουν ότι θα αντισταθούν κατά των επιτιθεμένων, είναι μάλλον φοβεροί, διότι φαίνονται ισόπαλοι. Τούτου πείραν, εάν πεισθήτε εις εμέ, θα λάβουν σήμερον οι Αθηναίοι, επειδή επέρχονται εναντίον μας με την ιδέαν ότι δεν θα αντισταθώμεν και έχουν δίκαιον τοιαύτην λαβόντες περί ημών ιδέαν, επειδή δεν ηνώθημεν με τους Λακεδαιμονίους, διά να τους εξολοθρεύσωμεν. Αλλά, εάν μας ιδούν παρά την προσδοκίαν των τολμηρούς, μάλλον θέλουν φοβηθή διά το απρόοπτον τούτο τόλμημα, παρά διά την πραγματικήν δύναμιν ημών. Πεισθήτε λοιπόν εις τας συμβουλάς μου· τολμήσατε προ πάντων να αντεπεξέλθετε κατά των Αθηναίων ειδεμή, ετοιμασθήτε προς πόλεμον όσον τάχιστα και σκεφθήτε πάντες ότι μόνον διά γενναίων έργων καταφρονεί τις τους εχθρούς· από τούδε δε ωφελιμώτατον είναι να αρχίσετε τας ενεργείας σας ως εάν επεκρέματο κίνδυνος, πειθόμενοι ότι αι μετά φόβου γινόμεναι παρασκευαι είναι ασφαλέσταται. Είμαι βέβαιος ότι οι Αθηναίοι και επέρχονται, και πλέουν ήδη, και εντός ολίγου θα είναι εδώ».

35. Και ο μεν Ερμοκράτης ταύτα είπεν, ο δε δήμος των Συρακουσίων ήρχισε σφοδράν λογομαχίαν. Οι μεν έλεγαν ότι οι Αθηναίοι ουδόλως θα ήρχοντο και ότι αι διαβεβαιώσεις του Ερμοκράτους δεν ήσαν αληθείς, οι δε ότι, και αν ήρχοντο, τι κακόν θα έπραττον μεγαλύτερον εκείνου, το οποίον ήθελον πάθει; Και άλλοι τέλος μεγάλην περιφρόνησιν δεικνύοντες έστρεφαν το πράγμα επί το γελοιότερον. Ολίγιστοι ήσαν οι πιστεύοντες εις τον Ερμοκράτην και φοβούμενοι το μέλλον. Παρελθών δε εις το μέσον της συνελεύσεως ο Αθηναγόρας, ο οποίος ήτο αρχηγός της δημοκρατικής μερίδος και ρήτωρ ευφραδέστατος, είπε τα εξής:

36. «Όστις δεν θέλει να πράξουν οι Αθηναίοι τοιαύτην ανοησίαν, ώστε να έλθουν ενταύθα και να πέσουν εις τας χείράς μας, είναι δειλός ή κακός πολίτης· με εκείνους δε, οίτινες διαδίδουν τας ειδήσεις ταύτας και θέλουν να σας φοβήσουν, δεν εκπλήττομαι τόσον διά την θρασύτητά των, όσον διά την ανοησίαν των, να νομίζουν δηλαδή ότι δεν είναι κατάδηλοι οι σκοποί των. Οι έχοντες ίδιον τινα φόβον, ζητούν να εμβάλουν εις φόβον το κοινόν, διά να αποκρύψουν το συμφέρον των. Τοιούτος ο σκοπός των ειδήσεων τούτων, αι οποίαι δεν είναι έργον της τύχης, αλλ' εκείνων, οι οποίοι αρέσκονται εις τας αιωνίας ταραχάς. Σεις όμως, εάν σκεφθήτε καλώς, δεν κρίνετε εκείνα τα οποία τα συμβούν εξ εκείνων τα οποία ούτοι διαδίδουν, αλλ' εξ εκείνων τα οποία δύνανται να πράξουν άνθρωποι συνετοί και εμπειρότατοι, οποίοι φρονώ ότι είναι οι Αθηναίοι· διότι δεν είναι πιθανόν να αφήσουν όπισθέν των τους Πελοποννησίους, και πριν τελειώσουν οριστικώς τον εκεί πόλεμον όχι ολιγώτερον σπουδαίον. Το κατ' εμέ φρονώ ότι πρέπει να είναι ευχαριστημένοι, διότι δεν επερχόμεθα εναντίον αυτών ημείς, των οποίων αι πόλεις είναι τοσαύται και τόσον ισχυραί.

37. »Αλλά και αν πράγματι έλθουν, όπως λέγεται, νομίζω την Σικελίαν ικανωτέραν της Πελοποννήσου να υποστή τον πόλεμον, τοσούτω μάλλον, όσω είναι καλλίτερον κατά πάντα παρεσκευασμένη. Ναι, μόνη η ημετέρα πόλις είναι πολύ ισχυροτέρα του στρατού, όστις, ως λέγουν, επέρχεται τώρα, έστω και αν ούτος ήτο άλλος τόσος. Είμαι βέβαιος ότι δεν θα φέρουν μαζί τους ίππους, ουδέ θα δυνηθούν να προμηθευθούν ενταύθα ειμή ολίγους μόνον παρά των Εγεσταίων, και ότι οι οπλίται των δεν θα είναι ισοπληθείς με τους ημετέρους, επειδή θα έλθουν διά πλοίων. Μέγα πράγμα μάλιστα θα ήτο να διανύσουν τοσούτον διάστημα διά μόνων των ελαφρών πλοίων των και να προμηθευθούν την άλλην βαρείαν αποσκευήν, η οποία χρειάζεται εναντίον πόλεως τοσούτον ισχυράς. Πολύ καλά γνωρίζω ότι, εάν οι Αθηναίοι ήρχοντο, διά να ιδρύσουν ετέραν πόλιν γείτονα και μεγάλην, όση είναι η Συράκουσα, και ήρχιζαν να μας πολεμούν, μόλις ως φρονώ, ήθελον αποφύγει εντελή καταστροφήν· κατά μείζονα λόγον εν μέσω της Σικελίας πού όλη τους είναι εχθρική (διότι αύτη θα συνασπισθή εναντίον αυτών) μετά στρατού προ των πλοίων κατεσκηνωμένου, μικράς σκηνάς έχοντος και ανεπαρκή εφόδια, και μη δυναμένου να προχωρήση μακράν ένεκα των ημετέρων ιππέων καθόλου δε ειπείν, νομίζω ότι δεν θα δυνηθούν ουδέ εις την ξηράν να αποβιβασθούν· τόσον αι δυνάμεις ημών μου φαίνονται υπερτέραι.

38. »Όλα όσα λέγω οι μεν Αθηναίοι τα ηξεύρουν και είμαι βέβαιος ότι προσπαθούν να διασώσουν τα ίδια υπάρχοντά των, οι δε ενταύθα άνδρες εφευρίσκουν ό,τι δεν υπάρχει και ό,τι δεν είναι δυνατόν να υπάρξη. Η τακτική των ανθρώπων τούτων δεν είναι νέα· πάντοτε τους είδα ή διά τοιούτων και επικινδυνοτέρων λόγων, ή και δι' έργων να εκφοβίζουν τον λαόν, διά να καταλάβουν την εξουσίαν αυτοί. Και μα την αλήθειαν, φοβούμαι μήπως μετά πολλάς προσπαθείας, επιτύχουν και δεν δυνηθώμεν ημείς υπό αδυναμίας, πριν πάθωμέν τι, να προφυλαχθώμεν και να τους τιμωρήσωμεν διά τα τεκταινόμενα. Τούτου ένεκα η πόλις ημών σπανίως ησυχάζει και επιχειρεί στάσεις πολλάς και αγώνας ουχί περισσοτέρους εναντίον των εχθρών παρ' όσους εναντίον εαυτής, και ενίοτε τυραννίας και δυναστείας αδίκους. Θα προσπαθήσω λοιπόν, εάν θέλετε να ακούσετε τας συμβουλάς μου, να μη συμβή τίποτε παρόμοιον επί των ημερών μας, προς σας μεν τους πολλούς μεταχειριζόμενος την πειθώ, κατά των μηχανωμένων δε τα τοιαύτα επιβάλλων τιμωρίας όχι μόνον οσάκις συλλαμβάνω αυτούς επ' αυτοφώρω (όπερ δυσκόλως επιτυγχάνεται), αλλά και διά τα εγκλήματα εκείνα, τα οποία θέλουν μεν να πράξουν, δεν δύνανται δε, διότι πρέπει να προφυλάττεταί τις από τον εχθρόν όχι μόνον ως προς τα έργα του, αλλά και ως προς τα διανοήματά του, επειδή, αν δεν προφυλαχθή, διατρέχει τον κίνδυνον να πάθη πρώτος. Τους ολιγαρχικούς λοιπόν άλλους θα ελέγχω, άλλους θα επιτηρώ και άλλους θα παραινώ. Τούτον τον τρόπον νομίζω συντελεστικώτατον, διά να τους αποτρέψωμεν από τους εγκληματικούς σκοπούς των. ’λλως τε και πολλάκις εσκέφθην τούτο, τι θέλετε σεις οι νεώτεροι; να πάρετε τώρα δημόσια υπουργήματα; Αλλ' ο νόμος το απαγορεύει, και ο νόμος ούτος έγινε μάλλον διότι σας έκρινεν ανικάνους παρά διότι σας εθεώρει ικανούς και ήθελε να σας στερήση της τιμής ταύτης. Θέλετε προνόμια; αλλά πώς είναι δίκαιον οι πολίται της αυτής πόλεως να μη έχουν όλοι τα αυτά δικαιώματα;

39. »Θα είπη τις ίσως ότι η δημοκρατία ούτε συνετόν πράγμα είναι ούτε δίκαιον, και ότι μόνον οι έχοντες χρήματα είναι οι μάλλον ικανοί να κυβερνούν. Εγώ όμως λέγω πρώτον ότι ο λαός είναι το κράτος ολόκληρον, ενώ οι ολιγαρχικοί είναι μέρος μόνον αυτού· έπειτα ότι οι πλούσιοι είναι φύλακες άριστοι των χρημάτων, οι συνετοί άριστοι σύμβουλοι και το πλήθος άριστος κριτής των υποβαλλομένων εις αυτό ζητημάτων. Εις την δημοκρατίαν όλαι αύται αι τάξεις έχουν εντελή ισότητα, εκάστη κατά μέρος και όλαι κοινώς, ενώ η ολιγαρχία διαμοιράζουσα εις τον λαόν τους κινδύνους δεν ευχαριστείται να κρατή δι' εαυτήν τα πλείστα των κερδών, αλλά δημεύουσα τα πάντα έχει το όλον της ωφελείας. Ιδού τι επιδιώκουν μετά προθυμίας οι ισχυροί ανάμεσόν σας και οι νέοι, πράγμα αδύνατον να επιτύχη εις μεγάλην πόλιν.

40. »Εν τούτοις και σήμερον ακόμη, ω πάντων ασυνετώτατοι, είσθε ή οι τυφλότεροι πάντων των γνωστών εις εμέ Ελλήνων μη εννοούντες το άνομον των σχεδίων σας, ή αδικώτατοι εννοούντες και επιμένοντες εις την τόλμην σας. Καλύτερα λοιπόν διδασκόμενοι ή παραιτούντες τους κακούς σκοπούς σας προσπαθήσατε να αυξήσετε το καλόν, της πόλεως και εις όλους ωφέλιμον, έχοντες την πεποίθησιν ότι οι ανάμεσόν σας αγαθοί άνδρες θα μετάσχουν ομοίως και μάλιστα περισσότερον του λαού. Εάν σκέπτεσθε άλλως, διακινδυνεύετε να στερηθήτε των πάντων. Παύσατε λοιπόν διαδίδοντες τοιαύτας αγγελίας προς ανθρώπους πού μαντεύουν τα σχέδιά σας και δεν θα τα ανεχθούν· διότι η πόλις, και επί τη υποθέσει ότι οι Αθηναίοι έρχονται, θα δυνηθή να τους αποκρούση αξίως αυτής, και έχομεν στρατηγούς, οίτινες θα φροντίσουν περί τούτου. Εάν, ως πιστεύω, δεν είναι αληθές τίποτε, η πόλις δεν θα δειλιάση υπό των αγγελιών σας ουδέ θα υποβληθή εις εκουσίαν δουλείαν εκλέγουσα σας ως αρχηγούς. Αυτή εαυτήν συμβουλευομένη και τους λόγους σας θα θεωρήση ως πραγματικάς αποπείρας και την υπάρχουσαν ελευθερίαν δεν θα την χάση ακούουσα σας, αλλά δι' έργων προφυλασσομένη και μη επιτρέπουσα τούτο, θα προσπαθήση να διασώση αυτήν».

41. Ταύτα μεν είπεν ο Αθηναγόρας, είς δε εκ των στρατηγών αναστάς και μη αφήσας άλλον να προχωρήση διέλυσε την έριδα ειπών ταύτα : «Δεν είναι φρόνιμον ούτε διαβολάς να ρίπτωμεν κατ' αλλήλων ούτε να χειροκροτώμεν ακούοντες αυτάς, αλλά μάλλον κατά τα διαδιδόμενα να ίδωμεν πώς θα προετοιμασθώμεν καλώς καθένας ιδιαιτέρως και όλη η πόλις κοινώς, διά να αποκρούσωμεν τους επερχομένους. Και τούτο όμως εάν δεν είναι απαραίτητον, πάλιν δεν θεωρώ ως επιβλαβές να προμηθευθή η πόλις ίππους, όπλα και παν άλλο αναγκαίον εις τον πόλεμον. Ημείς θα φροντίσωμεν και θα προνοήσωμεν περί πάντων τούτων, ημείς θα πέμψωμεν εις τας πόλεις, διά να επισκοπήσωμεν και θα πράξωμεν παν το απαιτούμενον. Ήδη επρονοήσαμεν εν μέρει, και παν ό,τι μάθωμεν θα σας το αναφέρωμεν». Και οι μεν Συρακούσιοι, ότε είπε ταύτα ο στρατηγός, διέλυσαν την συνέλευσιν.

42. Οι δε Αθηναίοι ήσαν ήδη εις Κέρκυραν, αυτοί και οι σύμμαχοι όλοι· και πρώτον μεν οι στρατηγοί έκαμαν νέαν επιθεώρησιν του στρατεύματος και εκανόνισαν την τάξιν, με την οποίαν ώφειλαν να προσορμίζωνται και να στρατοπεδεύουν· διαιρέσαντες δε τον στόλον εις τρεις μοίρας έλαβον καθένας μίαν εξ αυτών διά κλήρου, ίνα μη πλέοντες όλοι ομού στερηθούν ύδατος, λιμένων και τροφών εις τα μέρη όπου ήθελον προσεγγίζει και ίνα ο στρατός έχη περισσοτέραν τάξιν και ευπείθειαν, με το να έχη καθεμία μοίρα ένα στρατηγόν. Έπειτα δε προαπέστειλαν εις την Ιταλίαν και την Σικελίαν τρία πλοία, διά να μάθουν ποίαι πόλεις θα τους εδέχοντο, και διέταξαν αυτά να έλθουν εις συνάντησιν του στόλου μετά των αναγκαίων πληροφοριών.

43. Μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι μεθ' όλων των δυνάμεων των εκπλεύσαντες από την Κέρκυραν διηυθύνθησαν προς την Σικελίαν έχοντες εν συνόλω τριήρεις μεν εκατόν τριάκοντα τεσσάρας και δύο πεντηκοντόρους των Ροδίων (εκ τούτων Αττικαί μεν ήσαν εκατόν, εξ ων πάλιν αι μεν εξήκοντα ήσαν ταχείαι, αι δε άλλαι έφεραν στρατιώτας· το δε άλλο ναυτικόν συνέκειτο εκ Χίων και άλλων συμμάχων), οπλίτας δε εν όλω πεντακισχιλίους και εκατόν (και εκ τούτων χίλιοι πεντακόσιοι μεν ήσαν Αθηναίοι εκ των εγγεγραμμένων εις τους καταλόγους, επτακόσιοι δε θήτες στρατιώται του ναυτικού· οι δε επίλοιποι οπλίται συνέκειντο εκ συμμάχων υπηκόων, πεντακοσίων Αργείων και διακοσίων πεντήκοντα Μαντινέων και μισθοφόρων), τοξότας δε εν όλω τετρακοσίους ογδοήκοντα (εξ ων οι όγδοήκοντα ήσαν Κρήτες), σφενδονήτας Ροδίους επτακοσίους και τέλος εκατόν είκοσι φυγάδας των Μεγαρέων ψιλούς. Διά την μεταφοράν των ίππων έν μόνον πλοίον υπήρχε φέρον τριάκοντα ιππείς.

44. Τοιαύτη η πρώτη πολεμική παρασκευή, η οποία εξεκίνησε διά τον πόλεμον τούτον. Ηκολουθείτο δε υπό τριάκοντα ολκάδων σιταγωγών, αι οποίαι είχαν τας τροφάς, τους αρτοποιούς, τους λιθοτόμους, τους τέκτονας και όλα τα απαιτούμενα οχυρωματικά εργαλεία, υπό εκατόν πλοιαρίων, τα οποία εξ ανάγκης συνέπλεον μετά των ολκάδων και υπό πολλών άλλων πλοιαρίων και ολκάδων χάριν εμπορίου συνοδευόντων τον στρατόν. Όλα ταύτα τα πλοία εξελθόντα τότε εκ Κερκύρας διεπέρασαν τον Ιόνιον κόλπον. Αφού δε έφθασαν τα μεν εις την Ιαπυγίαν άκραν, τα δε εις τον Τάραντα, και τα άλλα όπου αλλαχού ηδυνήθησαν, ήρχισαν να παραπλέουν την Ιταλίαν. Αι πόλεις δεν επέτρεπον να εισέρχωνται μήτε εις το άστυ μήτε εις την αγοράν, αλλά μόνον εις τους λιμένας, διά να προμηθεύωνται ύδωρ, το οποίον μάλιστα τους ηρνήθησαν ο Τάρας και οι Λοκροί. Τέλος έφθασαν εις το Ρήγιον ακρωτήριον της Ιταλίας και συνηθροίσθησαν εκεί· επειδή δε δεν τους εδέχθησαν εντός της πόλεως, έστησαν το στρατόπεδόν των έξω, εις το ιερόν της Αρτέμιδος, όπου τους εδόθη και αγορά. Ανελκύσαντες δε τα πλοία ησύχαζον και ήρχισαν διαπραγματεύσεις μετά των Ρηγίνων ζητούντες παρ' αυτών, επειδή ήσαν Χαλκιδείς, να βοηθήσουν τους Λεοντίνους, οι οποίοι ήσαν ωσαύτως Χαλκιδείς. Οι Ρηγίνοι όμως απεκρίθησαν ότι θα έμεναν ουδέτεροι και ότι θα ενήργουν συσκεπτόμενοι από κοινού μετά των Ιταλιωτών. Οι δε Αθηναίοι επεσκόπουν τα εν τη Σικελία πράγματα, διά να μεταχειρισθούν τα καλύτερα μέσα προς επιτυχίαν, και συγχρόνως επερίμεναν εκ της Εγέστης την επιστροφήν των προαποσταλέντων πλοίων, θέλοντες να μάθουν αν υπήρχον όλα τα χρήματα, όσα οι εις τας Αθήνας επιστρέψαντες πρέσβεις ανήγγειλαν.

45. Εν τούτοις οι Συρακούσιοι ελάμβανον ήδη πολλαχόθεν και παρά των ιδίων κατασκόπων θετικάς ειδήσεις ότι τα πλοία των Αθηναίων ήσαν εις το Ρήγιον. Συνεπεία τούτου ήρχισαν να ετοιμάζωνται μετά μεγίστης δραστηριότητος και δεν είχαν πλέον απιστίαν περί της εκστρατείας. Έπεμψαν πανταχού προς τους Σικελούς, αλλού μεν φύλακας, αλλού δε πρέσβεις· έθεσαν φρουράς εις τα φρούρια της χώρας· επεθεώρησαν εν τη πόλει τα όπλα και τους ίππους και παρετήρησαν αν ήσαν όλα εντελή· και τέλος διέθεσαν τα πάντα καταλλήλως, ως εάν επέκειτο πόλεμος άφευκτος και σχεδόν αρχίσας.

46. Τα δε τρία προαποσταλέντα πλοία επέστρεψαν εις το Ρήγιον, διά να αναγγείλουν εις τους Αθηναίους ότι εξ όλων των υποσχομένων χρημάτων δεν εφαίνοντο υπάρχοντα ειμή μόνον τριάκοντα τάλαντα. Αμέσως οι στρατηγοί περιήλθον εις αθυμίαν διά την πρώτην εκείνην αποτυχίαν και διά την άρνησιν των Ρηγίνων, προς τους οποίους απετάθησαν κατά πρώτον, ελπίζοντες ότι κατά πάσαν πιθανότητα ήθελον τους πείσει, ένεκα της μετά των Λεοντίνων συγγενείας των και της αρχαίας φιλίας των προς τους Αθηναίους. Και ο μεν Νικίας είχε προϊδεί τας εκ της Εγέστης ειδήσεις, αλλ' οι δύο άλλοι στρατηγοί εξεπλάγησαν. Οι δε Εγεσταίοι ιδού τι εσοφίσθησαν, ότε οι πρώτοι πρέσβεις των Αθηναίων ήλθαν προς αυτούς, διά να πληροφορηθούν περί των χρημάτων. Οδηγήσαντες αυτούς εις το εν τη Έρυκι ιερόν της Αφροδίτης επέδειξαν τα αναθήματα, τας φιάλας, τας οινοχόας, τα θυμιατήρια και τα άλλα όχι ολίγα αντικείμενα, τα οποία, αργυρά όντα, είχον όψιν πολύ ανωτέραν της μικράς των αξίας· οι δε ιδιώται προσκαλέσαντες εις τας οικίας των τους ναύτας των τριηρών και συλλέξαντες όσα υπήρχον εν Εγέστη χρυσά και αργυρά εκπώματα και δανεισθέντες τα των εγγύς Φοινικικών και Ελληνικών πόλεων, τα παρέθετον καθένας εις τα συμπόσια ως ιδικά των. Επειδή δε ως επί το πολύ όλοι μετεχειρίζοντο τα αυτά και επειδή πανταχού εφαίνοντο πολλά, οι Αθηναίοι των τριηρών περιήλθον εις μεγάλην έκπληξιν, και επιστρέψαντες εις τας Αθήνας διέδιδον ότι είδον πολλούς θησαυρούς. Απατηθέντες τοιουτοτρόπως οι άνθρωποι ούτοι μετέδωκαν την απάτην των και εις τους άλλους· αλλ' ότε εγνώσθη η αλήθεια ότι εις την Εγεσταν δεν υπήρχον οι θρυλούμενοι θησαυροί, βαρείας επιπλήξεις έλαβον παρά των στρατιωτών. Οι δε στρατηγοί συνεκρότησαν συμβούλιον περί του πρακτέου.

47. Και του μεν Νικίου η γνώμη ήτο να πλεύσουν με όλον τον στρατόν κατά του Σελινούντος, διά το οποίον προ πάντων εστάλησαν· και εάν μεν οι Εγεσταίοι παρείχον εις όλον το στράτευμα χρήματα, τότε θα εσκέπτοντο τι ώφειλον να πράξουν· εάν δε δεν παρείχον, θα τους εζήτουν τροφάς διά τα αιτηθέντα εξήκοντα πλοία· να παραμείνουν εις Σελινούντα μέχρις ου συμφιλιώσουν τους κατοίκους αυτού μετά των Εγεσταίων, είτε διά της βίας είτε διά συμβάσεως· να παραπλεύσουν ακολούθως τας άλλας πόλεις, και, αφού επιδείξουν την δύναμιν της πόλεως των Αθηναίων και δείξουν την υπέρ των φίλων και των συμμάχων προθυμίαν των, ναποπλεύσουν εις την πατρίδα των (εκτός εάν δυνηθώσιν εντός ολίγου χρόνου και απροσδοκήτως να φανούν ωφέλιμοι εις τους Λεοντίνους ή να προσελκύσουν τινά εκ των άλλων πόλεων), και τέλος να μη διακινδυνεύσουν την πόλιν των δαπανώντες μόνον εκ των ιδικών των μέσων.

48. Ο δε Αλκιβιάδης είπεν ότι δεν ήρμοζεν, αφού εξέπλευσαν μετά τοσαύτης δυνάμεως, να απέλθουν αισχρώς και απράκτως· αλλ' έπρεπε να στείλουν πρέσβεις εις όλας τας πόλεις, εκτός του Σελινούντος και των Συρακουσών, να κάμουν αποπείρας εις τους Σικελούς, ίνα άλλους μεν αποσπάσουν από τους Συρακουσίους, άλλους δε καταστήσουν φίλους και διά του τρόπου τούτου προμηθεύωνται σίτον και στρατόν· ότι κατά πρώτον έπρεπε να προσελκύσουν τους Μεσσηνίους, των οποίων η πόλις εκείτο επί της προς την Σικελίαν γραμμής και καθίστα εύκολον την εις αυτήν άφιξιν, παρέχουσα λιμένα και όρμον καταλληλοτάτους διά τον στρατόν· τέλος ότι, αφού κάμουν συμμαχίαν με τας πόλεις και γνωρίσουν μετά τίνων θα πολεμήσουν, να προχωρήσουν κατά των Συρακουσών και του Σελινούντος, εκτός εάν η μεν πόλις αύτη συμβιβασθή μετά των Εγεσταίων, εκείνη δε επιτρέψη ναποκατασταθούν οι Λεοντίνοι.

49. Ο δε Λάμαχος τουναντίον απεφάνθη ότι έπρεπε να πλεύσουν κατά των Συρακουσών και να συγκροτήσουν μάχην τάχιστα πλησίον της πόλεως, ενόσω ακόμη οι εχθροί είναι απαράσκευοι και μάλιστα διετέλουν εις έκπληξιν, «Παν στράτευμα, είπεν, είναι κατ' αρχάς φοβερώτατον αλλά, εάν βραδύνη να εμφανισθή, ο εχθρός λαμβάνει θάρρος πριν το ιδή και το περιφρονεί ακόμη περισσότερον, αφού το ιδή. Εξ εναντία, η αιφνιδία επίθεσις μετά την πρώτην στιγμήν του τρόμου παρέχει συνήθως νίκην, είτε εκ του φόβου, ο οποίος αυξάνει τας δυνάμεις του επερχομένου, είτε εκ της προσδοκίας των επικειμένων λεηλασιών, είτε προ πάντων εκ του αφεύκτου κινδύνου της μάχης. Ως είναι επόμενον, πολλοί θα ευρεθούν εκτός της πόλεως εις τους αγρούς, μη πιστεύοντες την έλευσιν των Αθηναίων· άλλως δε οι Συρακούσιοι ματαίως θα εισεκομίζοντο, διότι ο στρατός δεν θα εστερείτο λαφύρων, εάν εστρατοπέδευε νικηφόρος πλησίον της πόλεως. Διά του τρόπου τούτου οι άλλοι Σικελιώται θα συμμαχήσουν μάλλον με τους Αθηναίους παρά με τους Συρακουσίους χωρίς να διστάσουν καραδοκούντες ποίοι ήθελον νικήσει». Ο Λάμαχος επρόσθεσεν ότι έπρεπε να επιστρέψουν εις τα Μέγαρα, να σταθμεύσουν εκεί και να καταστήσουν ορμητήριον την έρημον εκείνην θέσιν, η οποία ούτε διά ξηράς ούτε διά θαλάσσης απείχε πολύ των Συρακουσών.

50. Ταύτα είπεν ο Λάμαχος, αλλά συνετάχθη με την γνώμην του Αλκιβιάδου, ο οποίος μετέβη ακολούθως μετά του πλοίου του εις Μεσσήνην και έκαμεν εις τους κατοίκους προτάσεις συμμαχίας, αι οποίαι δεν εγένοντο δεκταί· και επί τη αποκρίσει των ότι δεν θα εδέχοντο τον στρατόν εντός της πόλεως, αλλά θα του παρείχον αγοράν έξω της πόλεως, απέπλευσεν εις το Ρήγιον. Και εξοπλίσαντες ευθύς οι στρατηγοί εξήκοντα ναυς, τας οποίας εξέλεξαν εξ όλου του στόλου, και λαβόντες τροφάς παρέπλευσαν εις την Νάξον, καταλιπόντες εις το Ρήγιον το άλλο στράτευμα και ένα εκ των συστρατήγων των. Γενόμενοι δεκτοί εντός της πόλεως υπό των Ναξίων παρέπλευσαν μέχρι της Κατάνης. Και επειδή οι Καταναίοι δεν τους εδέχθησαν (διότι υπήρχαν εντός της πόλεως οπαδοί των Συρακουσίων) μετέβησαν προς τον Τηρίαν ποταμόν και διανυκτερεύσαντες εκεί έπλευσαν την επομένην προς τας Συρακούσας εν τάξει έχοντες τα άλλα πλοία· διότι είχαν προαποστείλει δέκα ναυς εις τον μέγαν λιμένα με την διαταγήν να μεταβούν εκεί, να κατασκοπεύσουν αν υπήρχον πλοία καθειλκυσμένα εις την θάλασσαν και πλησιάζοντες εις τα παράλια να κηρύξουν από των πλοίων ότι οι Αθηναίοι ήρχοντο, διά να αποκαταστήσουν τους Λεοντίνους εις την πόλιν των, ένεκα της συμμαχίας και της συγγενείας πού υπήρχε μεταξύ αυτών, και ότι επομένως ηδύναντο οι εν ταις Συρακούσαις ευρισκόμενοι Λεοντίνοι να μεταβούν αφόβως προς τους φίλους και ευεργέτας αυτών Αθηναίους. Αφού λοιπόν εκήρυξαν ταύτα και κατεσκόπευσαν την πόλιν, τους λιμένας και τα πέριξ, εξ ων ορμώμενοι ηδύναντο να επιχειρήσουν προσβολάς, επέστρεψαν εις την Κατάνην.

51. Και συγκαλέσαντες εκκλησίαν οι Καταναίοι τον μεν στρατόν ηρνήθησαν να δεχθούν, εις δε τους στρατηγούς επέτρεψαν να εισέλθουν εις την πόλιν, διά να εκθέσουν όσα ήθελον. Ενώ δε ο Αλκιβιάδης ωμίλει και η προσοχή των κατοίκων ήτο εστραμμένη προς την συνέλευσιν, συντρίψαντες οι στρατιώται μίαν θυρίδα κακώς ωκοδομημένην και εισελθόντες απαρατήρητοι εις την πόλιν διεσπάρησαν εις την αγοράν. Ιδόντες δε αυτούς οι τα των Συρακουσίων φρονούντες Καταναίοι εγένοντο αμέσως περιδεείς και εδραπέτευσαν ολίγοι τινές· οι δε άλλοι Καταναίοι εψήφισαν υπέρ της συμμαχίας μετά των Αθηναίων και επέτρεψαν να έλθη εκ του Ρηγίου και το άλλο στράτευμα. Μετά ταύτα δε πλεύσαντες οι Αθηναίοι εις το Ρήγιον επέστρεψαν μεθ' όλου του στόλου εις την Κατάνην, όπου εστρατοπέδευσαν.

52. Ήλθον δε προς αυτούς δύο αγγελίαι, η μεν εκ Καμαρίνης, ότι η πόλις αύτη θα παρεδίδετο εις αυτούς, εάν επροχώρουν, η δε ότι οι Συρακούσιοι έθετον ναύτας εις τα πλοία των. Πανστρατιά λοιπόν έπλευσαν πρώτον μεν εις τας Συρακούσας, όπου μη ευρόντες να καταρτίζεται ναυτικόν εξηκολούθησαν τον πλουν των μέχρι της Καμαρίνης, επλησίασαν εις τον αιγιαλόν και έστειλαν κήρυκα προς τους Καμαριναίους. Αλλ' ούτοι δεν τον εδέχθησαν προφασιζόμενοι ότι κατά τους όρκους, τους οποίους είχον, δεν ηδύναντο να δεχθούν τους Αθηναίους ειμή εάν ήρχοντο επί ενός μόνου πλοίου, εκτός εάν αυτοί οι ίδιοι εζήτουν περισσότερα. Επέστρεψαν λοιπόν οι Αθηναίοι άπρακτοι και απεβιβάσθησαν εις ακρωτήριόν τι της χώρας των Συρακουσίων, όπου έκαμαν αρπαγάς τινας· αλλ' επειδή έτρεξαν εκεί οι Συρακούσιοι ιππείς και εφόνευσαν διεσπαρμένους τινάς ψιλούς, επέστρεψαν εις την Κατάνην.

53. Και εκεί εύρον την Σαλαμινίαν ναυν ελθούσαν εξ Αθηνών με διαταγήν να μεταφέρη τον Αλκιβιάδην, όπως απολογηθή δι' όσα τον κατηγόρει η πόλις, καί τινας των συστρατιωτών του κατηγορουμένους διά την βεβήλωσιν των μυστηρίων και των Ερμών. Τωόντι, μετά την αποχώρησιν του στρατού, οι Αθηναίοι ουδόλως εχαλάρωσαν τας ερεύνας των, διά να ανακαλύψουν τους διακωμωδήσαντας τα μυστήρια και ακρωτηριάσαντας τους Ερμάς, αλλά χωρίς να εξετάζουν το ποιόν των μηνυτών και υποπτευόμενοι τους πάντας εδέχοντο αδιακρίτως κάθε μαρτυρίαν και δίδοντες πίστιν εις ανθρώπους πονηρούς συνελάμβανον και εφυλάκιζον χρηστοτάτους ανθρώπους. Επροτίμων να ανακαλύψουν την αλήθειαν διά πάσης θυσίας παρά να αφήσουν ανθρώπους ακηλιδώτου υπολήψεως να διαφύγουν τας ερεύνας χάρις εις την ατιμίαν του μηνυτού. Ο λαός εγίνωσκεν εξ ακοής ότι η τυραννία του Πεισιστράτου και των παίδων αυτού κατήντησεν επί τέλους αφόρητος και ότι δεν κατελύθη ούτε υπό των Αθηναίων ούτε υπό του Αρμοδίου, αλλ' υπό των Λακεδαιμονίων διά τούτο εφοβείτο πάντοτε και εδυσπίστει προς όλους.

54. Το τόλμημα του Αριστογείτονος και του Αρμοδίου επεχειρήθη δι' ερωτικήν αιτίαν, την οποίαν θέλω διηγηθή εν εκτάσει, διά να αποδείξω ότι ούτε οι ξένοι ούτε αυτοί οι Αθηναίοι είπαν τίποτε ακριβές περί των ιδίων των τυράννων και περί του γεγονότος τούτου. Αφού απέθανεν ο Πεισίστρατος, γέρων και διατηρών το αξίωμα του τυράννου, κατέλαβε την αρχήν, όχι, ως φρονούν οι πολλοί, ο Ίππαρχος, αλλ' ο Ιππίας, ο οποίος ήτο πρεσβύτερος. Κατ' εκείνην δε την εποχήν ο Αρμόδιος ήτο εις το άνθος της ηλικίας του και λαμπράς ωραιότητος, ο δε Αριστογείτων, πολίτης της μεσαίας τάξεως, ηράσθη αυτού και τον απήλαυσεν. Ίππαρχος ο υιός του Πεισιστράτου επεχείρησε και αυτός να τον δελεάση, αλλ' ο Αρμόδιος δεν επείσθη και τον κατήγγειλεν εις τον Αριστογείτονα. Ούτος, λυπηθείς ερωτικά υπερμέτρως και φοβηθείς μήπως ο Ίππαρχος κάμη χρήσιν της δυνάμεώς του, όπως προσελκύση τον Αρμόδιον διά της βίας, συνέλαβεν αμέσως το σχέδιον, εις τοιαύτην κατάστασιν διατελών, να καταλύση την τυραννίαν. Εν τούτοις ο Ίππαρχος, ο οποίος και εκ δευτέρου απεπειράθη και δεν έπεισε τον Αρμόδιον, ουδεμίαν μεν ηθέλησε να μεταχειρισθή βίαν, αλλά διενοήθη να τον προσβάλη εμμέσως, δι' άλλην δήθεν αιτίαν και όχι διότι δεν τον κατέπεισεν. Η εξουσία των τυράννων τούτων δεν ήτο επαχθής εις τους πολλούς, διότι επί πολύν χρόνον εκυβέρνων όχι αξιόμεμπτα, αλλά μετά μετριοπαθείας και φρονήσεως. Μη λαμβάνοντες παρά των Αθηναίων ειμή το εικοστόν των εισοδημάτων των, διεκόσμουν την πόλιν αυτών καλώς, διεξήγαν τους πολέμους και έθυον εις τα ιερά· καθ' όλα δε τα λοιπά η πόλις ενήργει αφ' εαυτής και σύμφωνα προς τους αρχαίους νόμους. Εφρόντιζαν εν τούτοις πάντοτε να κατέχουν τα ανώτατα αξιώματα διάφορα μέλη της οικογενείας των. Πολλοί εξ αυτών κατέλαβον την ενιαυσίαν αρχήν των Αθηνών καθώς και ο υιός του τυραννεύσαντος Ιππίου, ο έχων το όνομα του πάππου Πεισίστρατος, ο οποίος άρχων ων έκαμε τον εις την αγοράν κείμενον βωμόν των δώδεκα θεών και τον εν τη ιερά περιοχή του Πυθίου βωμόν του Απόλλωνος. Και του μεν εν τη αγορά βωμού επεκτείνας ύστερον ο δήμος των Αθηναίων την οικοδομήν ηφάνισε το επίγραμμα, του δε εν τω ναώ του Πυθίου το επίγραμμα φαίνεται ακόμη και σήμερον δι' αμυδρών γραμμάτων λέγον τα εξής:

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings