← Table of contents
Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τέταρτος

Front matter

I. (Ioannes) Zervos translation

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monοtonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been converted to endnotes.

Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

IΩΑΝ. ΖΕΡΒΟΥ

ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΝ Ζ'.

1. Ο Γύλιππος και ο Πυθήν, αφού επεσκεύασαν τα πλοία, ανεχώρησαν εκ του Τάραντος και πλέοντες κοντά εις τα παράλια έφθασαν εις τους Επιζεφυρίους Λοκρούς· μαθόντες δε εκεί κατά τρόπον θετικώτερον ότι αι Συράκουσαι δεν είχαν εντελώς περιτειχισθή και ότι ήτο δυνατόν να εισέλθουν εις αυτάς ερχόμενοι μετά στρατού εκ των Επιπολών, διεσκέπτοντο αν έπρεπε, προχωρούντες διά θαλάσσης ούτως, ώστε να έχουν δεξιόθεν την Σικελίαν, να αποπειραθούν να εισέλθουν εις τον λιμένα των Συρακουσών, ή να πλεύσουν πρώτον αριστερά προς την Ιμέραν, να προσλάβουν όσους ήθελαν πείσει εκ των κατοίκων της και εκ των άλλων στρατευμάτων, και να φθάσουν εις τας Συρακούσας διά ξηράς. Απεφάσισαν λοιπόν να πλεύσουν διά την Ιμέραν, προ πάντων διότι τα τέσσαρα πλοία των Αθηναίων δεν είχαν φθάσει ακόμη εις το Ρήγιον, όπου εν τούτοις τα είχε στείλει ο Νικίας, άμα έμαθεν ότι οι εχθροί ήσαν εις τους Λοκρούς. Προλαβόντες δε αυτά διήλθον τον πορθμόν και αποβάντες εις το Ρήγιον και την Μεσσήνην έφθασαν εις την Ιμέραν. Εκεί δε ευρισκόμενοι έπεισαν τους Ιμεραίους να τους βοηθήσουν εις τον πόλεμον αυτόν, να τους ακολουθήσουν και να δώσουν όπλα εις εκείνους εκ των ιδικών των ναυτών όσοι δεν είχαν διότι τα πλοία είχαν τραβηχθή εις την ξηράν. Έστειλαν επίσης προς τους Σελινουντίους, διά να τους προσκαλέσουν να έλθουν εις προϋπάντησίν των με όλον τον στρατόν αυτών. Οι Γελώοι και μερικοί Σικελοί υπεσχέθησαν εις αυτούς να τους στείλουν ολίγον στρατόν, οι Σικελοί δε ούτοι ήσαν τόσω μάλλον πρόθυμοι να ενωθούν με αυτούς, όσω δ' επί τινων Σικελών της χώρας ταύτης βασιλεύων Αρχωνίδης, ο οποίος και ισχυρός ήτο και φίλος των Αθηναίων, είχεν αποθάνει προ ολίγου, ο δε Γύλιππος εφαίνετο ερχόμενος εκ Λακεδαίμονος με πολλήν προθυμίαν. Και ο μεν Γύλιππος ακολουθούμενος από επτακοσίους περίπου εκ των ιδικών του ναυτών και στρατιωτών αποβατικών οπλισμένους και από οπλίτας και ελαφρά ωπλισμένους Ιμεραίους, χιλίους ομού, και εκατόν ιππείς, από μερικούς ελαφρά ωπλισμένους και ιππείς Σελινουντίους, από ολίγους Γελώους, και Σικελούς, χιλίους το όλον, εκίνησε διά τας Συρακούσας.

2. Εν τούτοις οι Κορίνθιοι ανεχώρησαν εκ της Λευκάδος μετά των άλλων πλοίων και επροχώρουν με όλην την δυνατήν ταχύτητα· είς εκ των στρατηγών των, ο Γόγγυλος, αναχωρήσας τελευταίος μεθ' ενός πλοίου, έφθασε πρώτος εις τας Συρακούσας, ολίγον προ του Γυλίππου. Ευρών δε τους Συρακούσιους την ώραν πού επρόκειτο να συναθροισθούν, διά να διασκεφθούν περί καταπαύσεως του πολέμου, τους απέτρεψε και τους ενεθάρρυνε, λέγων ότι και άλλα πλοία ακόμη θα φθάσουν εντός ολίγου, καθώς και ο αρχηγός Γύλιππος ο Κλεανδρίδου, πεμφθείς υπό των Λακεδαιμονίων. Και οι μεν Συρακούσιοι ανέλαβαν θάρρος και εβγήκαν αμέσως με όλον τον στρατόν αυτών προς συνάντησιν του Γυλίππου, ο οποίος, καθώς έμαθαν, ήτο πλησίον της πόλεως. Ο δε στρατηγός ούτος, αφού εις το αναμεταξύ εκυρίευσε το φρούριον των Σικελών Ιετάς και ετακτοποίησε τα στρατεύματά του ως εις μάχην, έφθασεν εις τας Επιπολάς· και αναβάς εκεί εκ του μέρους του Ευρυήλου, οπόθεν και οι Αθηναίοι είχαν αναβή προηγουμένως, επροχώρησε μετά των Συρακουσίων κατά του τειχίσματος των Αθηναίων. Την στιγμήν δε που έφθασεν, οι Αθηναίοι είχαν ήδη τελειώσει επτά ή οκτώ σταδίους εκ του διπλού τείχους, το οποίον έμελλε να εκταθή μέχρι του μεγάλου λιμένος, και δεν τους έμενε πλέον ειμή μικρόν τι διάστημα πλησίον της θαλάσσης, όπου ειργάζοντο ακόμη. Είς δε το άλλο μέρος του κύκλου, το προς την διεύθυνσιν του Τρωγίλου και της άλλης θαλάσσης, οι λίθοι είχαν ήδη κατατεθή εις το μεγαλύτερον μέρος της γραμμής, και αι εργασίαι αφέθησαν αλλού μεν ημιτελείς, αλλού δε συμπληρωμένοι. Τοιούτον μεν υπήρξε το μέγεθος του κινδύνου, τον οποίον διέτρεξαν αι Συράκουσαι.

3. Οι δε Αθηναίοι, εις το άκουσμα της αιφνίδιας εμφανίσεως του Γυλίππου και των Συρακουσίων, εταράχθησαν μεν κατ' αρχάς, παρετάχθησαν όμως εις μάχην. Ο δε Γύλιππος, σταθείς πλησίον των, έπεμψε κήρυκα διά να τοις είπη ότι, εάν εντός πέντε ημερών ήθελαν να εξέλθουν της Σικελίας λαμβάνοντες τα εις αυτούς ανήκοντα, ήτο έτοιμος να συνθηκολογήση μετ' αυτών. Οι Αθηναίοι όμως επεριφρόνησαν τας προτάσεις ταύτας και απέπεμψαν τον κήρυκα άνευ απαντήσεως. Έπειτα προητοιμάσθησαν και οι δύο στρατοί διά να πολεμήσουν. Και ο Γύλιππος, βλέπων τους Συρακουσίους ταρασσομένους και τακτοποιουμένους όχι εύκολα, επανέφερε το στράτευμα εις μέρος πλέον ευρύχωρον. Ο Νικίας δεν τον ηκολούθησεν, αλλ' έμεινεν ησυχάζων πλησίον του τείχους του. Ο δε Γύλιππος, άμα είδεν ότι οι Αθηναίοι δεν επροχώρησαν εναντίον αυτού επήρε τον στρατόν εις την κορυφήν την καλουμένην Τεμενίτιν και διενυκτέρευσεν εκεί. Την δ' επιούσαν επροχώρησε κατά των οχυρωμάτων των Αθηναίων μετά του πλείστου στρατού, και παρέταξεν αυτόν εις μάχην, διά να μη δυνηθή ο εχθρός να στείλη βοήθειαν αλλού, πέμψας δε απόσπασμά τι εις το φρούριον Λάβδαλον το εκυρίευσε και εφόνευσεν όσους συνέλαβεν εντός αυτού· διότι το μέρος εκείνο δεν ήτο ορατόν εις τους Αθηναίους. Κατά την αυτήν ημέραν εκυριεύθη υπό των Συρακουσίων έν πολεμικόν πλοίον, σταθμεύον προ του μεγάλου λιμένος.

4. Μετά ταύτα οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι των ήρχισαν να οικοδομούν απλούν τείχος διά των Επιπολών, αρχίζοντες από το ανώτερον μέρος της πόλεως των, προς το εγκάρσιον τείχος· διά του μέσου τούτου οι Αθηναίοι, εάν δεν κατώρθωναν εν τω μεταξύ να τους εμποδίσουν, δεν θα ηδύναντο να τους αποκλείσουν τριγύρω διά τείχους. Οι Αθηναίοι είχαν ήδη αναβή εις τα ύψη, αφού ετελείωσαν το μέχρι της θαλάσσης τείχος, ότε ο Γύλιππος, παρατηρήσας έν αδύνατον μέρος του τείχους εκείνου των Αθηναίων, ήλθε διά νυκτός με το στράτευμά του διά να το προσβάλη. Αλλ' οι Αθηναίοι, οι οποίοι έτυχαν διανυκτερεύοντες έξω του τείχους, τον ενόησαν και αντεπεξήλθαν· ο δε Γύλιππος, ιδών ότι ανεκαλύφθη, απέσυρε τα στρατεύματα του γρήγορα. Υψώσαντες δε περισσοτέρου το τείχος τούτο οι Αθηναίοι το εφύλατταν αυτοί οι ίδιοι, προσδιορίσαντες εις τους συμμάχους τας θέσεις, τας οποίας καθένας αυτών ώφειλε να φυλάττη εις το άλλο τείχισμα. Εν τούτοις ο Νικίας έκρινεν ωφέλιμον να οχυρώση το μέρος το ονομαζόμενον Πλημμύριον· είναι δε τούτο ακρωτήριον αντιπέραν της πόλεως, το οποίον προεξέχον εντός του μεγάλου λιμένος κάμνει το στόμιον στενόν· η οχύρωσις του μέρους εκείνου θα ευκόλυνε κατά την ιδέαν του την εισαγωγήν των τροφίμων, διότι οι Αθηναίοι θα εστάθμευαν εις ολίγην απόστασιν από του νεωρίου των Συρακουσίων και δεν θα εφώρμων εκ του μυχού του λιμένος εις κάθε κίνησιν του εχθρικού ναυτικού, καθώς εγίνετο έως τότε. Από της στιγμής λοιπόν αυτής επρόσεχε περισσότερον εις τον κατά θάλασσαν πόλεμον, επειδή έβλεπεν ότι τα κατά ξηράν, από της αφίξεως του Γυλίππου, ολιγωτέρας ελπίδας παρείχαν. Μεταβιβάσας λοιπόν εις το Πλυμμύριον τον στρατόν και τα πλοία ωκοδόμησε τρία φρούρια, εις τα οποία απέθεσε τα πλείστα των σκευών και πλησίον των οποίων ηγκυροβόλησαν τα μεγάλα πλοία και τα γρήγορα. Από της εποχής εκείνης τα πληρώματα ήρχισαν να υποφέρουν· δεν ηδύναντο να προμηθεύονται ύδωρ ειμή ολίγον και μακρόθεν, και συγχρόνως, οσάκις οι ναύται εξήρχοντο διά να συνάξουν φρύγανα, εφονεύοντο οι πλείστοι υπό των Συρακουσίων ιππέων, οι οποίοι ήσαν κύριοι της ξηράς, διότι το τρίτον μέρος του ιππικού τούτου, το οποίον είχεν ορισθή να εμποδίζη τους εις το Πλημμύριον να εξέρχωνται και επιφέρουν βλάβας, ευρίσκετο παραταγμένον πλησίον του προαστείου Ολυμπιείου. Μαθών προς τούτοις ο Νικίας ότι τα επίλοιπα πλοία των Κορινθίων επλησίαζαν έστειλε προς κατασκόπευσιν είκοσι πλοία με την διαταγήν να ναυλοχήσουν εις τους Λοκρούς, εις το Ρήγιον και τα προσιτά μέρη της Σικελίας.

5. Ο δε Γύλιππος, μολονότι ωκοδόμει το διά των Επιπολών τείχος, μεταχειριζόμενος προς τούτο τους λίθους, τους οποίους οι Αθηναίοι είχαν αποθέσει εκεί δι' εαυτούς, εξήγε συγχρόνως τους Συρακουσίους και τους συμμάχους αλληλοδιαδόχως, διά να τους παρατάττη εις μάχην προ του τειχίσματος. Αντιπαρετάσσοντο δε και οι Αθηναίοι. Ότε δε ο Γύλιππος έκρινεν ότι έφθασεν η κατάλληλος στιγμή, ήρχισε την έφοδον· ότε δε συνεκρούσθησαν οι δύο στρατοί, η μάχη εγίνετο μεταξύ των τειχισμάτων, όπου το ιππικόν των Συρακουσίων και των συμμάχων ουδεμίαν ωφέλειαν παρέσχεν. Οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι ηττηθέντες εσύναξαν τους νεκρούς των διά συνθήκης, και οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον, ότε ο Γύλιππος συνεκάλεσε τα στρατεύματά του και τοις είπεν ότι η αποτυχία των δεν προήλθε παρ' αυτών αλλά παρ' αυτού· διότι πυκνώσας τας τάξεις πολύ πλησίον των τειχών κατέστησεν ανωφελή την δύναμιν του ιππικού και των ακοντιστών και ότι τώρα αμέσως ήθελε να οδηγήση αυτά κατά του εχθρού. Επρόσθεσεν ότι πρέπει να έχουν κατά νουν ότι δεν ήσαν υποδεέστεροι ως προς τας δυνάμεις, και ότι, ως προς την ανδρείαν, όντες Πελοποννήσιοι και Δωριείς, ουδεμία αμφιβολία υπήρχεν ότι θα ενίκων τους Ίωνας, τους νησιώτας, συρφετόν ξένων, και ότι θα εδίωκον αυτούς εκ της χώρας. Έπειτα, ότε ήλθεν ο καιρός, τους ωδήγησεν εκ νέου κατά του εχθρού.

6. Ο δε Νικίας και οι Αθηναίοι, και αν ακόμη δεν τους προεκάλει ο εχθρός, ησθάνοντο καλώς ότι ήτο ανάγκη να μη επιτρέψουν να συντελεσθή το παράλληλον τείχος, διότι τούτο επλησίαζεν ήδη να υπερβή την άκραν του τείχους των Αθηναίων, και ότι, εάν αυτό έβγαινεν εμπρός, δεν θα υπήρχε καμμία διαφορά μεταξύ του να νικώσι διά παντός μαχόμενος ή να μη πολεμήσουν ολότελα. Επροχώρησαν λοιπόν κατά των Συρακουσίων. Ο Γύλιππος, οδηγήσας τους στρατιώτας έξω των τειχών περισσότερον ή πρότερον, συνεπλάκη με τους Αθηναίους· τους δε ιππείς και τους ακοντιστάς παρέταξεν εκ πλαγίου των Αθηναίων, εις το μάλλον ευρύχωρον μέρος, όπου έληγαν αι οχυρωματικαί εργασίαι αμφοτέρων των στρατών. Εις την μάχην αυτήν προσβαλόντες οι ιππείς το ευώνυμον κέρας των Αθηναίων, πού ήτο απέναντί των, το έτρεψαν εις φυγήν· παρασυρθέν υπό του κινήματος τούτου το επίλοιπον στράτευμα ενικήθη υπό των Συρακουσίων και κατέπεσεν εις τα τειχίσματα. Κατά την επομένην νύκτα οι Συρακούσιοι επρόφθασαν να οικοδομήσουν το τείχος των πλησίον του τείχους των Αθηναίων και το προεξέβαλαν μάλιστα· τοιουτοτρόπως οι μεν Συρακούσιοι δεν είχαν πλέον να φοβώνται άλλο εμπόδιον εκ μέρους των Αθηναίων, ενώ ούτοι, έστω και αν ενίκων, δεν θα ηδύναντο πλέον να τους περιτειχίσουν.

7. Μετά δε τούτο, τα υπολειπόμενα δώδεκα πλοία των Κορινθίων, των Αμπρακιωτών και των Λευκαδίων, διαφυγόντα την προσοχήν των Αθηναίων, εισέπλευσαν εις τον λιμένα των Συρακουσών. Αρχηγός αυτών ήτο ο Κορίνθιος Ερασινίδης. Τα πληρώματα αυτών εβοήθησαν τους Συρακούσιους να τελειώσουν το τείχος των μέχρι του εγκαρσίου τείχους. Τότε ο Γύλιππος ανεχώρησε, διά να περιέλθη την λοιπήν Σικελίαν επί τω σκοπώ να συλλέξη στρατόν ναυτικόν και πεζικόν, και συγχρόνως να ελκύση με το μέρος του εκείνας εκ των πόλεων, όσαι δεν ήσαν ευδιάθετοι, διά τον πόλεμον ή όσαι έως τότε ολότελα δεν είχαν λάβει μέρος εις αυτόν. ’λλοι πρέσβεις των Συρακουσίων και των Κορινθίων εστάλησαν εις την Λακεδαίμονα και την Κόρινθον, διά να ζητήσουν να σταλούν εις την Σικελίαν και άλλα στρατεύματα, είτε διά φορτηγών, είτε διά μικρών πλοίων, είτε διά παντός άλλου μέσου, καθ' ότι και οι Αθηναίοι είχαν ζητήσει νέας επικουρίας. Εκτός τούτου οι Συρακούσιοι κατήρτιζαν ναυτικόν, εξήσκουν αυτό διά να δοκιμάσουν τας δυνάμεις των και κατά θαλασσαν και πολλήν προθυμίαν έδειξαν και εις τας άλλας προετοιμασίας.

8. Ο δε Νικίας ενόησεν όλα ταύτα, και βλέπων ότι καθ' ημέραν ηύξαναν αι δυνάμεις των εχθρών και αι ιδικαί του στενοχωρίαι, έστειλεν αγγέλους εις τας Αθήνας, το οποίον και άλλοτε πολλάς φοράς είχε κάμει ύστερ' από κάθε συμβάν (του πολέμου)· τότε όμως τους επολλαπλασίασε, καθόσον ενόμιζεν ότι αι περιστάσεις ήσαν δειναί και ότι, εάν δεν επροσκάλουν τάχιστα τον στρατόν να επιστρέψη, ή εάν δεν του έστελλαν σημαντικάς βοηθείας, ουδεμία υπήρχεν ελπίς σωτηρίας. Φοβούμενος δε μήπως οι στελλόμενοι, είτε δι' αδυναμίαν περί το λέγειν, είτε δι' έλλειψιν μνήμης, είτε διά να αρέσουν εις το πλήθος, δεν εκθέσουν τα πράγματα όπως είχαν, έγραψεν επιστολήν, νομίζων ότι διά του μέσου τούτου οι Αθηναίοι, λαμβάνοντες ακριβή γνώσιν των σκέψεων του, χωρίς αύται να παραμορφωθούν υπό του στόματος του αγγέλου, θα διασκεφθούν και θα λάβουν μέτρα σύμφωνα προς την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων. Και οι μεν απεσταλμένοι ανεχώρησαν επιφορτισθέντες την επιστολήν και όσα ώφειλαν να ειπούν διά ζώσης, αυτός δε φυλάττων προσεκτικώτερα το στρατόπεδόν απέφευγε να εκτίθεται εκουσίως εις τους κινδύνους.

9. Περί δε τα τέλη του αυτού θέρους ο στρατηγός των Αθηναίων Ευετίων, ενωθείς μετά του Περδίκκου και πολλών Θρακών, εξεστράτευσε κατά της Αμφιπόλεως· μη δυνηθείς όμως να κυριεύση την πόλιν, έφερε τας τριήρεις του εις τον Στρυμόνα και την επολιόρκησεν εκ του μέρους του ποταμού τούτου, εκτελών τας εφόδους εκ του Ιμεραίου. Και τοιουτοτρόπως έληξε το θέρος τούτο.

10. Κατά δε τον επόμενον χειμώνα φθάσαντες εις τας Αθήνας οι παρά του Νικίου σταλέντες, και όσα διετάχθησαν να ειπούν διά ζώσης τα είπαν, και εις τας γενομένας ερωτήσεις απεκρίθησαν και την επιστολήν έδωκαν. Προχωρήσας δε ο γραμματεύς της πόλεως ανέγνωσεν αυτήν εις τους Αθηναίους, έχουσαν ως εξής :

11. Τα μεν πρότερον συμβάντα γνωρίζετε, ω Αθηναίοι, εκ πολλών άλλων επιστολών μου· ουχ ήττον δε είναι καιρός σήμερον να μάθετε την κατάστασιν εις την οποίαν ευρισκόμεθα και να σκεφθήτέ τι οριστικόν. Ενώ είχαμεν νικήσει ημείς εις πλείστας μάχας τους Συρακούσιους, εναντίον των οποίων απεστάλημεν, και είχαμεν οικοδομήσει τα τείχη, εντός των οποίων ευρισκόμεθα σήμερον, ήλθεν ο Λακεδαιμόνιος Γύλιππος έχων μαζί του στρατόν εκ της Πελοποννήσου και έκ τινων πόλεων της Σικελίας. Και εις μεν την πρώτην μάχην νικάται υφ' ημών κατά δε την κατόπιν βιασθέντες υπό πολλών ιππέων και ακοντιστών, κατεφύγομεν εις τα τείχη ημών. Τώρα λοιπόν ημείς μεν, αναγκασθέντες υπό του πλήθους των εναντίων να διακόψωμεν τον περιτειχισμόν, μένομεν ησυχάζοντες, και μη δυνάμενοι να μεταχειρισθώμεν όλον τον στρατόν ημών, διότι η φύλαξις των τειχών μας αφαιρεί μέρος των οπλιτών, οι δε εχθροί οικοδόμησαν απλούν τείχος, παραλλήλως του ιδικού μας, εις τρόπον ώστε, εάν δεν επιτεθώμεν κατά του παρατειχίσματος τούτου μετά πολλού στρατού, διά να το κυριεύσωμεν, δεν υπάρχει πλέον τρόπος να τους περιτειχίσωμεν. Ούτω λοιπόν, ενώ φαινόμεθα ότι πολιορκούμεν άλλους, πράγματι όμως ημείς είμεθα μάλλον οι πολιορκούμενοι, τουλάχιστον κατά ξηράν· διότι το εχθρικόν ιππικόν δεν μας επιτρέπει να εξέλθωμεν μακράν.

12. »Έχουν δε στείλει εις την Πελοπόννησον πρέσβεις, διά να ζητήσουν και άλλον στρατόν, και ο Γύλιππος περιτρέχει τας πόλεις της Σικελίας, διά να πείση τας μεν (εκείνας όσαι μένουν ήσυχοι σήμερον) να ενωθούν μετ' αυτού, και διά να λάβη από τας άλλας, ει δυνατόν, νέας δυνάμεις πεζάς και ναυτικάς· διότι έχουν κατά νουν, καθώς μανθάνω, να κάμουν απόπειραν κατά των τειχών μας με το πεζικόν των, και διά θαλάσσης με τα πλοία. Κανείς ας μη εκπλαγή ότι σκοπεύουν να μας προσβάλουν και διά θαλάσσης, διότι το ναυτικόν ημών (καθώς γινώσκουν και αυτοί οι εχθροί) κατ' αρχάς μεν ήτο εις ανθηράν κατάστασιν, τόσον διά την ξηρότητα των πλοίων, όσον και διά την υγείαν των πληρωμάτων· αλλά τώρα τα πλοία ημών είναι διάβροχα, τόσον καιρόν μείναντα εις την θάλασσαν, και τα πληρώματα αποσυντεθειμένα. Μας είναι αδύνατον να ανελκύσωμεν τα πλοία εις την ξηράν, διά να τα στεγνώσωμεν, διότι ο εχθρικός στόλος, ίσος, και μάλιστα ανώτερος τον αριθμόν, φαίνεται πάντοτε έτοιμος να επιτεθή καθ' ημών και αι ασκήσεις γίνονται φανεραί. Οι δε εχθροί δύνανται ανενοχλήτως και να επιτίθενται και να στεγνώνουν τα πλοία των, διότι δεν είναι αναγκασμένοι να περιπλέουν αενάως.

13. » Μόλις δε θα είχαμεν την αυτήν υπεροχήν, εάν ο στόλος μας ήτο ασυγκρίτως πολυαριθμότερος και εάν δεν ήμεθα αναγκασμένοι, ως σήμερον, να προφυλασσώμεθα μεθ' όλων των πλοίων μας, διότι, ολίγον εάν χαλαρώσωμεν την επιτήρησιν, θα μας λείψουν τα τρόφιμα, τα οποία και ήδη όχι με μικράν δυσκολίαν φθάνουν εις ημάς από μέρη πλησιόχωρα της πόλεως αυτής. Εκείνο δε που κατέστρεψε και καταστρέφει ακόμη τα πληρώματα είναι το ότι οι ναύται, αναγκαζόμενοι να απομακρύνωνται, διά να συνάζουν φρύγανα ή διά να εύρουν λείαν και ύδωρ, φονεύονται υπό του εχθρικού ιππικού, και οι υπηρετούντες δούλοι, αφ' ότου αι δυνάμεις είναι ίσαι εκατέρωθεν, λιποτακτούν· μεταξύ των ξένων, όσοι μεν εμβήκαν εις τα πλοία αναγκαστικώς, με πρώτην εύθετον περίστασιν αποχωρούν εις τας πόλεις των, όσοι δε κατ' αρχάς, δελεασθέντες υπό του μεγάλου μισθού, είχαν φαντασθή να συνάξουν μάλλον χρήματα παρά να πολεμήσουν, άμα παρά την προσδοκίαν των είδαν τους εχθρούς να ανθίστανται μετά στόλου και δι' άλλων μέσων, ευθύς άλλοι μεν απέρχονται υπό την πρόφασιν ότι μεταβαίνουν προς αναζήτησιν των φυγόντων δούλων, άλλοι δε όπως δύνανται. Η δε Σικελία είναι ευρύχωρος. Υπάρχουν τινές μάλιστα, οι οποίοι, διά να εμπορευθούν ενταύθα, αγοράζουν Υκκαρικά ανδράποδα, πείθουν τους τριηράρχους να τα δεχθούν εις τα πλοία αντ' αυτών και μειούται τοιουτοτρόπως το εκλεκτόν των πληρωμάτων.

14. »Εις εσάς δε, πού γνωρίζετε τούτο, γράφω ότι τα πληρώματα των πλοίων δι' ολίγον καιρόν διατηρούνται εις ακμήν, και ότι σπάνιοι είναι οι ναύται οι γνωρίζοντες να διευθύνουν το πλοίον έξω του λιμένος και να κωπηλατούν μετά ρυθμού. Αλλά το πλέον αμήχανον απ' όλα αυτά είναι ότι εγώ ο στρατηγός δεν δύναμαι να εμποδίσω τας αταξίας ταύτας, διότι χαρακτήρ ως ο ιδικός σας δυσκόλως κυβερνάται. Δεν ηξεύρομεν πόθεν να συμπληρώσωμεν τα πληρώματα, ενώ ουδέν τούτου ευκολώτερον εις τους εχθρούς. Διά να επαρκώμεν εις τας καθημερινάς ανάγκας και διά να συμπληρώνωμεν τα κενά, περιοριζόμεθα εις μόνα τα μέσα τα οποία είχαμεν ερχόμενοι ενταύθα, διότι αι σύμμαχοι πόλεις, η Νάξος και η Κατάνη, ουδεμίαν συνδρομήν δύνανται να μας δώσουν· εις τρόπον ώστε, εάν εις τους εχθρούς προστεθή και άλλη μία ευτυχία, εάν παραδείγματος χάριν, αι πόλεις της Ιταλίας αι οποίαι μας τρέφουν, βλέπουσαι εις ποίαν κατάστασιν ήλθαμεν και ότι δεν μας πέμπετε επικουρίας, ενωθούν μετ' αυτών, θέλουν τότε κερδίσει τον πόλεμον αμαχητί, καθότι θα αναγκασθώμεν να παραδοθώμεν. Θα ηδυνάμην εγώ να σας στείλω ειδήσεις ευαρεστοτέρας, αλλ' όχι ωφελιμωτέρας, αφού πρέπει να μάθετε την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων και να σκεφθήτε επ' αυτής. Επειδή άλλως γνωρίζω τον χαρακτήρα σας, ότι αγαπάτε τας μάλλον ευχαρίστους ειδήσεις και έπειτα παραπονείσθε, εάν τα συμβαίνοντα δεν ανταποκρίνονται με τας προσδοκίας σας, έκρινα άσφαλέστερον να σας δηλώσω την αλήθειαν.

15. »Προς το παρόν να είσθε πεπεισμένοι ότι ως προς μεν τον σκοπόν της εκστρατείας, στρατιώται και αρχηγοί ουδεμίαν αιτίαν μομφής έδωκαν· αλλ' επειδή όλη η Σικελία ομονοεί και περιμένει άλλον στρατόν εκ της Πελοποννήσου, σκεφθήτε ότι αι ενταύθα δυνάμεις μας δεν αρκούν ουδέ διά τας παρούσας ανάγκας και ότι πρέπει ή να μας ανακαλέσετε ή να πέμψετε και άλλον στρατόν ξηράς και θαλάσσης ουχί κατώτερον, πολλά χρήματα και ένα στρατηγόν διά να με αντικαταστήση, καθότι πάσχων από ασθένειαν των νεφρών δεν δύναμαι να μένω ενταύθα περισσότερον. Έχω δε την αξίωσιν να με συγχωρήσετε διά τούτο· εν όσω ήμην υγιής πολλάς υπηρεσίας σας παρέσχον εις διαφόρους εντολάς, τας οποίας μου ανεθέσατε. Προ πάντων ό,τι αποφασίσετε, πράξατέ το μόλις αρχίση η άνοιξις, χωρίς αναβολήν διότι, ολίγος χρόνος αρκεί εις τους εχθρούς μας, δια να εύρουν επικουρίας εν τη Σικελία· όσον αφορά εις τας επικουρίας της Πελοποννήσου, ναι μεν αυταί θα έλθουν βραδύτερον, αλλά, εάν δεν προσέχετε, τινές μεν θα σας διαφύγουν, ως και πρότερον, τινές δε θα σας προλάβουν».

16. Τοιούτον μεν ήτο το περιεχόμενον της επιστολής του Νικίου· οι δε Αθηναίοι, αφού ήκουσαν την ανάγνωσιν αυτής, δεν αφήρεσαν μεν την στρατηγίαν από τον Νικίαν αλλά, μέχρις ου φθάσουν οι άλλοι εκλεχθέντες συνάρχοντες αυτού, διόρισαν δυο εκ των εν τη Σικελία ευρισκομένων, τον Μένανδρον και τον Ευθύδημον, διά να μη υφίσταται μόνος τας κακουχίας του πολέμου ασθενής ων. Εψήφισαν επίσης να στείλουν και άλλον στρατόν, ναυτικόν, και πεζόν, συγκείμενον εξ Αθηναίων εγγραμμένων εις τον κατάλογον και εκ σύμμαχων. Συνάρχοντας δε αυτού εξέλεξαν Δημοσθένην τον Αλκισθένους και Ευρυμέδοντα τον Θουκλέους. Και τον μεν Ευρυμέδοντα έστειλαν αμέσως εις την Σικελίαν περί τας χειμερινάς τροπάς του ηλίου μετά δέκα πλοίων και εκατόν είκοσι ταλάντων, διά να αναγγείλη εις τον στρατόν ότι επικουρίαι έμελλαν να φθάσουν και ότι ελάμβαναν φροντίδα δι' όλ' αυτά.

17. Ο δε Δημοσθένης έμενε παρασκευαζόμενος, διά να αποπλεύση περί τας αρχάς της ανοίξεως· συνήθροισε στρατεύματα παρά των συμμάχων και έλαβε παρ' αυτών χρήματα, πλοία και οπλίτας. Έστειλαν επίσης οι Αθηναίοι είκοσι πλοία περί την Πελοπόννησον, διά να φυλάττουν μήπως μεταβή κανείς εκ της Κορίνθου και της Πελοποννήσου εις την Σικελίαν· διότι οι Κορίνθιοι, αφού επέστρεψαν οι πρέσβεις των αναγγέλλοντες ότι τα εν Σικελία επήγαιναν καλλίτερα, κρίναντες ότι η πρώτη αποστολή των πλοίων δεν υπήρξεν ανωφελής, ενεθαρρύνθησαν περισσότερον και ητοιμάζοντο και αυτοί να στείλουν εις την Σικελίαν οπλίτας επί φορτηγών πλοίων και οι Λακεδαιμόνιοι να στείλουν διά του αυτού τρόπου οπλίτας εκ της άλλης Πελοποννήσου. Προς τούτοις οι Κορίνθιοι εγέμιζαν με το χρειαστόν πλήρωμα εικοσιπέντε πλοία, διά να αποπειραθούν ναυμαχίαν κατά των προ της Ναυπάκτου φυλασσόντων πλοίων και ευκολύνουν τον απόπλουν των φορτηγών περισπώντες προς τα πολεμικά πλοία την προσοχήν των Αθηναίων των σταθμευόντων εν Ναυπάκτω.

18. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ητοίμαζαν επίσης και την εις την Αττικήν εισβολήν, την οποίαν είχαν μεν προαποφασίσει, επέσπευσαν όμως την εκτέλεσιν αυτής ενδώσαντες εις τας επιμόνους παρακλήσεις των Συρακουσίων και των Κορινθίων, οι οποίοι ήλπιζαν ότι διά τον περισπασμού τούτον ήθελεν εμποδισθή η υπό των Αθηναίων εις την Σικελίαν αποστολή των επικουριών. Επέμενε δε και ο Αλκιβιάδης να οχυρωθή η Δεκέλεια και να μη παύση ο πόλεμος. Εκείνο δε, το οποίον ενεθάρρυνε προ πάντων τους Λακεδαιμονίους, ήτο η ιδέα ότι οι Αθηναίοι, ενασχολούμενοι εις διπλούν πόλεμον, τον εναντίον αυτών και τον εναντίον των Σικελιωτών, θα καθίσταντο πλέον εύκολοι εις το να καταβληθούν, και ότι οι Αθηναίοι πρώτοι έλυσαν τας σπονδάς. Εις τον πρότερον πόλεμον η ρήξις προήλθε παρά των Λακεδαιμονίων, διότι οι Θηβαίοι εισήλθαν εν καιρώ ειρήνης εις την Πλάταιαν, και μολονότι ήτο γραμμένον εις τας συνθήκας να μη καταφεύγουν εις τα όπλα εναντίον εκείνων οι οποίοι ήθελαν να υποβληθούν εις διαιτησίαν, οι Λακεδαιμόνιοι ηρνήθησαν να δικασθούν προσκληθέντες υπό των Αθηναίων. Και διά τούτο ενόμιζαν ότι δικαίως έπαθαν, και ενθυμούντο την συμφοράν της Πύλου και όλας τας μετά ταύτα δυστυχίας. Αλλ' ότε είδαν ότι οι Αθηναίοι ελεηλάτουν μετά των τριάκοντα πλοίον τους αγρούς της Επιδαύρου, των Πρασιών και άλλων χωρών, και συγχρόνως ότι επεδίδοντο εις ληστρικάς πράξεις εξερχόμενοι της Πύλου, και ότι προσκαλούμενοι υπό των Λακεδαιμονίων ηρνούντο να υποβληθούν εις διαιτησίαν, οσάκις ηγείροντο φιλονεικίαι περί των αμφισβητουμένων άρθρων της συνθήκης, τότε οι Λακεδαιμόνιοι ενόμισαν ότι οι Αθηναίοι περιέπεσαν εις το αυτό έγκλημα, εις το οποίον είχαν περιπέσει και αυτοί πρότερον, και δεν εδίστασαν πλέον να επαναρχίσουν τον πόλεμον. Κατά τον χειμώνα λοιπόν εκείνον διέταξαν τους συμμάχους να τοις προμηθεύσουν σίδηρον, και ητοίμασαν όλα τα απαιτούμενα εργαλεία προς οικοδομήν φρουρίων. Συγχρόνως δε συνεισέφεραν εξ ιδίων των, διά να στείλουν διά φορτηγών πλοίων εις τον εν τη Σικελία στρατόν επικουρίας και ηνάγκασαν τους άλλους Πελοποννησίους να πράξουν το αυτό. Εν τούτοις ο χειμών έληξε, καθώς και το δέκατον όγδοον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.

19. Κατά την επομένην άνοιξιν, μόλις είχεν αρχίσει, ενωρίτατα (1), οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι εισέβαλαν εις την Αττικήν, αρχηγός δ' αυτών ήτο ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων ’γις ο Αρχιδάμου. Και πρώτον μεν ελεηλάτησαν τα πέριξ της πεδιάδος μέρη της χώρας, έπειτα, ωχύρωσαν την Δεκέλειαν διανείμαντες την εργασίαν κατά πόλεις. Απέχει δε η Δεκέλεια από της πόλεως των Αθηναίων εκατόν είκοσι σταδίους, και η αυτή περίπου απόστασις υπάρχει από της Βοιωτίας. Η δε οχύρωσις εκείνη, η οποία, και εφαίνετο από τας Αθήνας, έγεινεν εις την πεδιάδα και εις τα μάλλον εύφορα μέρη προς τον σκοπόν του να βλάπτουν τους εχθρούς. Και οι μεν εν τη Αττική Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι έκαμναν τείχος, οι δε εν τη Πελοποννήσω απέστελλαν εις τον αυτόν καιρόν διά φορτηγών τους οπλίτας εις την Σικελίαν, οι μεν Λακεδαιμόνιοι εκλέξαντες εξακοσίους οπλίτας τους καλλιτέρους μεταξύ των Ειλώτων και των νεωστί απελευθέρων και στρατηγόν τον Σπαρτιάτην Έκκριτον, οι δε Βοιωτοί τριακοσίους στρατιώτας, τους οποίους ωδήγουν οι Θηβαίοι Ξένων και Νίκων, και ο Θεσπιεύς Ηγήσανδρος. Ούτοι λοιπόν αναχωρήσαντες πρώτοι από του Ταινάρου της Λακωνικής ανήχθησαν εις το πέλαγος· μετά τούτους δε ολίγον μετέπειτα οι Κορίνθιοι απέστειλαν πεντακοσίους στρατιώτας, εκ των οποίων οι μεν ήσαν εξ αυτής της Κορίνθου, οι δε άλλοι εστρατολογήθησαν μισθωτοί μεταξύ των Αρκάδων, και αρχηγόν αυτών κατέστησαν Αλέξαρχον τον Κορίνθιον. Απέστειλαν δε και οι Σικυώνιοι διακοσίους στρατιώτας ομού με τους των Κορινθίων, αυτούς δε ωδήγει ο Σικυώνιος Σαργεύς. Τα δε εικοσιπέντε πλοία των Κορινθίων τα κατά τον χειμώνα παρασκευασθέντα συνεκράτουν τον εις την Ναύπακτον στόλον των Αθηναίων μέχρις ου οι Κορίνθιοι στρατιώται ήθελαν αναχωρήσει εκ της Πελοποννήσου μετά των φορτηγών. Τούτου ένεκα είχαν ετοιμασθή τα πλοία ταύτα, ίνα μη οι Αθηναίοι προσέξουν μάλλον προς τα φορτηγά πλοία παρά προς τα πολεμικά.

20. Κατά τον αυτόν δε χρόνον πού ετειχίζετο η Δεκέλεια και εις την αρχήν της ανοίξεως οι Αθηναίοι έστειλαν περί την Πελοπόννησον τριάκοντα πλοία υπό την οδηγίαν Χαρικλέους του Απολλοδώρου, τον οποίον διέταξαν να μεταβή εις το ’ργος διά να ζητήση, συμφώνως με την συνθήκην της συμμαχίας, να στείλουν οι Αργείοι στρατιώτας εις τον στόλον του· έπεμψαν επίσης, καθώς είχαν αποφασίσει, τον Δημοσθένην εις την Σικελίαν με εξήκοντα πολεμικά πλοία Αθηναίων και πέντε Χίων, διακοσίους στρατιώτας Αθηναίους εκ των εγγραμμένων εις τον κατάλογον και όσους περισσοτέρους νησιώτας ηδυνήθησαν να συλλέξουν εις διάφορα μέρη· εκ των άλλων δε υπηκόων συμμάχων επορίσθησαν παν ό,τι εύρον εις αυτούς χρήσιμον διά τον πόλεμον. Τον δε Δημοσθένην διέταξαν να ενωθή κατ' αρχάς με τον Χαρικλέα και να λεηλατούν αμφότεροι τα παράλια μέρη της Λακωνικής. Και ο μεν Δημοσθένης φθάσας εις την Αίγιναν περιέμενε να φθάσουν τα υπολειπόμενα στρατεύματα και να παραλάβη ο Χαρικλής τους Αργείους.

21. Εις δε την Σικελίαν περί την αυτήν εποχήν της ανοίξεως ταύτης έφθασεν εις τας Συρακούσας και ο Γύλιππος άγων μαζί του εκ των πόλεων, τας οποίας έπεισεν, όσον περισσότερον ηδυνήθη στρατόν. Και συγκαλέσας τους Συρακουσίους είπεν εις αυτούς ότι έπρεπε να εξοπλίσουν όσα περισσότερα πλοία ηδύναντο και να αποπειραθούν ναυμαχίαν τινά, διότι ήλπιζεν ότι διά του μέσου τούτου η ωφέλεια εις τον πόλεμον τούτον ήθελεν είσθαι αξία του κινδύνου. Και ο Ερμοκράτης επίσης, από κοινού μετά του Γυλίππου, τους παρεκίνησε πολύ να μη διστάσουν να προσβάλουν τους Αθηναίους διά των πλοίων, λέγων ότι ούτε οι Αθηναίοι είχαν την ναυτικήν εμπειρίαν κληρονομικήν και αΐδιον, αλλ' ότι ήσαν ηπειρώται πλειότερον των Συρακουσίων και ότι ηναγκάσθησαν υπό των Μήδων να γίνουν ναυτικοί· ότι εναντίον ανθρώπων τόσον, τολμηρών, ως ήσαν οι Αθηναίοι, οι μάλλον επίφοβοι εχθροί ήσαν εκείνοι, οι οποίοι θα εδείκνυαν ομοίαν τόλμην· διότι καθώς διά της τόλμης οι Αθηναίοι, μολονότι υποδεέστεροι ενίοτε κατά τας δυνάμεις, επιτίθενται κατά των άλλων λαών και τους εκφοβίζουν, ούτω και οι Συρακούσιοι θα ενέπνεαν όμοιον τρόμον εις τους εχθρούς των. Είπε τέλος ότι, εάν παρά πάσαν προσδοκίαν οι Συρακούσιοι ετόλμων να αντισταθούν εις τον στόλον των Αθηναίων, ο τρόμος υπό του οποίου θα κατελαμβάνετο ο εχθρός θα παρείχεν εις αυτούς ωφέλειαν μεγαλυτέραν της βλάβης, την οποίαν η εμπειρία των Αθηναίων θα ηδύνατο να προξενήση εις την απειρίαν των Συρακουσίων· τους συνεβούλευσε λοιπόν να αποπειραθούν ναυμαχίαν χωρίς αναβολήν. Και οι μεν Συρακούσιοι, παρακινηθέντες υπό των λόγων του Γυλίππου, του Ερμοκράτους και άλλων τινών απεφάσισαν να ναυμαχήσουν και εισήλθαν εις τα πλοία.

22. Ο δε Γύλιππος, άμα ητοιμάσθη ο στόλος, έλαβεν όλον τον πεζόν στρατόν διά νυκτός και έφερεν αυτόν διά να προσβάλη τα τείχη του Πλημμυρίου· συγχρόνως και από συνθήματος τριάκοντα πέντε πολεμικά πλοία των Συρακουσίων επροχώρησαν από του μεγάλου λιμένος, τεσσαράκοντα πέντε δε από του μικρού, όπου ήτο επίσης το νεώριον των Συρακουσίων. Τα τελευταία ταύτα περιέπλευσαν την νήσον, διά να ενωθούν με τα άλλα και πλεύσουν κατά του Πλημμυρίου, προς τον σκοπόν να θορυβήσουν τους Αθηναίους διά της αιφνιδίας εκείνης επιθέσεως. Αλλ' οι Αθηναίοι εισήλθαν γρήγορα εις εξήκοντα πλοία, και διά μεν των εικοσιπέντε εναυμάχησαν προς τα τριάκοντα πέντε των Συρακουσίων, τα οποία ήσαν εις τον μεγάλον λιμένα, διά δε των επίλοιπων εξήλθαν προς συνάντησιν εκείνων, τα οποία εξελθόντα του νεωρίου περιέπλεαν. Αμέσως ήρχισαν την ναυμαχίαν εις το στόμιον του μεγάλου λιμένος· η αντίστασις υπήρξε μακρά εκατέρωθεν οι μεν ήθελαν να παραβιάσουν την είσοδον, οι δε να την εμποδίσουν.

23. Οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήσαν εις το Πλημμύριον, κατέβησαν εις την παραλίαν· ενώ δε όλη η προσοχή των ήτο εστραμμένη προς την ναυμαχίαν, αίφνης ο Γύλιππος έφθασε κατά τα εξημερώματα και επιτεθείς εναντίον των φρουρίων, κατ' αρχάς μεν εκυρίευσε το μέγιστον, κατόπιν δε τα δύο μικρότερα, διότι δεν έφεραν αντίστασιν οι φύλακες άμα είδαν το μέγιστον ευκόλως κυριευθέν. Και εκ μεν του πρώτου κυριευθέντος οι άνθρωποι, όσοι κατέφυγαν εις τα πλοία και εις έν φορτηγόν, δυσκόλως έφθασαν εις το στρατόπεδόν διότι ο στόλος των Συρακουσίων, ο οποίος ήτο εις τον μεγάλον λιμένα, υπερισχύσας εις την ναυμαχίαν, απέστειλε διά καταδίωξίν των έν ταχύπλουν πολεμικόν πλοίον· αφού δε εκυριεύθησαν και τα άλλα δύο φρούρια, οι εξ αυτών διαφυγόντες ηδυνήθησαν να παραπλεύσουν ευκολώτερα, διότι κατ' εκείνην την στιγμήν είχαν ηττηθή οι Συρακούσιοι. Εκείνα εκ των πλοίων όσα εναυμάχησαν προ του στομίου του λιμένος και εβίασαν τον στόλον των Αθηναίων, είχαν εισέλθει εις τον λιμένα ατάκτως και συνταραχθέντα προς άλληλα έδοσαν την νίκην εις τους Αθηναίους. Ούτοι έτρεψαν εις φυγήν και αυτά και όσα εξ αρχής είχαν προς στιγμήν υπερισχύσει εν τω λιμένι, εβύθισαν ένδεκα και εφόνευσαν τους πλείστους των ανθρώπων εκτός εκείνων τους οποίους συνέλαβαν ζωντανούς επί τριών πλοίων· αλλά και αυτοί έχασαν τρία πλοία, και ανελκύσαντες τα ναυάγια των Συρακουσίων έστησαν τρόπαιον εις το προ του Πλημμυρίου νησίδιον και επέστρεψαν εις το στρατόπεδόν των.

24. Το δε αποτέλεσμα της ναυμαχίας ταύτης τοιούτον ήτο διά τους Συρακουσίους· αλλά κατέλαβαν τα φρούρια του Πλημμυρίου και έστησαν τρία τρόπαια, έν επί εκάστου αυτών. Και το μεν έν εκ των δύο μικροτέρων, το οποίον εκυρίευσαν κατόπιν, κατηδάφισαν, τα δε άλλα δύο επισκευάσαντες εφρούρουν. Κατά την άλωσιν των φρουρίων τούτων πολλοί άνθρωποι εφονεύθησαν και εζωγρήθησαν, όλα δε τα πλούτη ηρπάγησαν· επειδή οι Αθηναίοι μετεχειρίζοντο τα φρούρια ταύτα, διά να αποθέτουν κάθε θησαυρόν των, ευρίσκοντο εντός αυτών πολλά μεν χρήματα και τρόφιμα εμπόρων, πολλά δε και των τριηράρχων· ευρίσκοντο επίσης τα ιστία και τα άλλα σκεύη τεσσαράκοντα πλοίων και τρία πλοία τραβηγμένα εις την ξηράν. Η άλωσις του Πλημμυρίου επέφερε μεγίστην και σημαντικωτάτην βλάβην εις το στράτευμα των Αθηναίων, επειδή η είσοδος του λιμένος δεν ήτο πλέον ασφαλής, διά να εισάγουν τρόφιμα (διότι οι Συρακούσιοι ημπόδιζαν σταθμεύοντες εκεί και αι μεταφοραί τροφών εκεί δεν εγίνοντο άνευ μάχης). Το δυστύχημα τούτο καθώς και πολλά άλλα έφεραν τρόμον και αθυμίαν εις το στράτευμα.

25. Μετά δε τούτο οι Συρακούσιοι εξέπεμψαν δώδεκα πολεμικά πλοία διοικούμενα υπό του Συρακουσίου Αγαθάρχου. Και έν απ' αυτά ανεχώρησε διά την Πελοπόννησον μετά πρέσβεων διαταχθέντων να αναγγείλουν ότι τα εν τη Σικελία πράγματα ήρχισαν να παρέχουν ελπίδας και να παρακινούν τους Πελοποννησίους να ανακινήσουν με μεγαλύτερον ζήλον τον πόλεμον της Αττικής· τα δε άλλα ένδεκα έπλευσαν προς την Ιταλίαν, διότι είχαν μάθει ότι πλοία φέροντα πολλά χρήματα και προωρισμένα διά τους Αθηναίους διηυθύνοντο εκεί. Οι Συρακούσιοι συνήντησαν τα πλοία ταύτα, κατέστρεψαν τα περισσότερα και έκαυσαν όλα τα ναυπηγήσιμα ξύλα, τα οποία είχαν ετοιμασθή διά τους Αθηναίους εις την Καυλωνιάτιδα. Μετά ταύτα ήλθαν εις τους Λοκρούς. Ενώ δε ήσαν αγκυροβολημένοι, κατέπλευσεν από την Πελοπόννησον έν από τα φορτηγά τα φέροντα οπλίτας Θεσπιείς. Λαβόντες αυτούς οι Συρακούσιοι εις τα πλοία επέστρεψαν εις τα ίδια. Παραφυλάξαντες όμως αυτούς οι Αθηναίοι με είκοσι πλοία πλησίον των Μεγάρων, έν μεν πλοίον συνέλαβαν μεθ' όλων των ανδρών, τα δε άλλα δεν ηδυνήθησαν να τα συλλάβουν και αυτά κατέφυγαν εις τας Συρακούσας. Έγινε δε ωσαύτως ακροβολισμός εντός του λιμένος και διά τους πασσάλους, τους οποίους οι Συρακούσιοι ενέπηξαν εις την θάλασσαν προ του παλαιού νεωρίου, διά να προστατεύουν την αγκυροβόλησιν των πλοίων των και να προφυλάττουν αυτά από τας επιθέσεις των εχθρικών πλοίων. Ρυμουλκύσαντες οι Αθηναίοι βαρύτατον πλοίον έχον ξύλινους πύργους και παραφράγματα έδεναν εις τα ακάτια τους πασσάλους, και άλλους μεν εξ αυτών ανέσπων, άλλους δε επριόνιζαν βυθιζόμενοι υπό το ύδωρ. Οι δε Συρακούσιοι έρριπταν βέλη από των παραπηγμάτων, οι δε εκ του φορτηγού ανταπήντων. Τέλος οι Αθηναίοι ανέσπασαν τους πλειοτέρους των πασσάλων. Οι μη φαινόμενοι πάσσαλοι παρείχαν μεγίστην δυσκολίαν, διότι είχαν εμπήξει μερικούς, που δεν υψώνοντο υπέρ την επιφάνειαν της θαλάσσης· εις τρόπον ώστε ήτο επικίνδυνον να τους πλησίαση τις, εκ φόβου μήπως εξ απροσεξίας εξοκείλη το πλοίον του ως επί υφάλου. Εν τούτοις κολυμβηταί βυθιζόμενοι, επριόνιζαν αυτούς αντί χρημάτων· αλλ' οι Συρακούσιοι ενέπηξαν πάλιν άλλους πασσάλους. Και από τα δύο δε μέρη μετεχειρίζοντο πολλά στρατηγήματα, και τούτο ένεκα γειτνιάσεως των δύο στρατοπέδων παραταγμένων κατ' αλλήλων, και συγχρόνως πολλοί ακροβολισμοί και πολλαί απόπειραι εγίνοντο. Οι δε Συρακούσιοι έπεμψαν εις τας πόλεις της Σικελίας πρέσβεις Κορινθίους, Αμπρακιώτας και Λακεδαιμονίους, διά να αναγγείλουν την άλωσιν του Πλημμυρίου και να αποδώσουν την αποτυχίαν της ναυμαχίας όχι εις την αξίαν των πολεμίων, αλλά μάλλον εις την ιδικήν των αταξίαν· τέλος διά να δηλώσουν ότι τα πάντα παρείχαν ελπίδας και να ζητήσουν επικουρίας, ναυτικάς και πεζικάς, επειδή και οι Αθηναίοι επίσης επερίμεναν άλλον στρατόν, και επειδή, εάν κατώρθωναν να καταστρέψουν προ της αφίξεως αυτού τας παρούσας δυνάμεις των, ο πόλεμος θα έπαυε. Και οι μεν εν τη Σικελία αυτά έκαμναν.

26. Ο δε Δημοσθένης, άμα συνέλεξε τας επικουρίας, τας οποίας ώφειλε να φέρη εις την Σικελίαν, εσήκωσε τας αγκύρας από την Αίγιναν, έπλευσε προς την Πελοπόννησον και ηνώθη με τον Χαρικλέα και τα τριάκοντα πλοία των Αθηναίων. Και παραλαβόντες οπλίτας τινάς Αργείους έπλευσαν προς την Λακωνικήν. Και πρώτον μεν ελεηλάτησαν μέρος τι της Επιδαύρου Λιμηράς, έπειτα δε αποβιβασθέντες εις τα καταντικρύ των Κυθήρων παράλια της Λακωνικής, ένθα υπάρχει το ιερόν του Απόλλωνος, ελεηλάτησαν μέρη τινά της χώρας και ετείχισαν ισθμώδές τι χωρίον, ίνα οι Είλωτες των Λακεδαιμονίων αυτομολούν εκεί και συγχρόνως ίνα εξέρχονται λησταί εξ αυτού, καθώς εκ της Πύλου, προς διαρπαγήν. Και ο μεν Δημοσθένης ευθύς άμα ήρχισε την οχύρωσιν του χωρίου έπλευσε προς την Κέρκυραν, διά να παραλάβη τους εκείθεν συμμάχους και μεταβή εις την Σικελίαν όσον το δυνατόν γρηγορότερα, ο δε Χαρικλής, περιμείνας μέχρις ου ετελείωσεν η οχύρωσις του χωρίου και αφήσας εκεί φρουράν, επέστρεψαν ύστερον εις τας Αθήνας και αυτός και οι Αργείοι συγχρόνως.

27. Κατά το αυτό δε θέρος ήλθαν εις τας Αθήνας χίλιοι τριακόσιοι πελτασταί εκ των ωπλισμένων με μαχαίρας Θρακών της Διακής φυλής, οι οποίοι ώφειλον να συνοδεύσουν τον Δημοσθένην εις την Σικελίαν. Αλλ' επειδή ήλθαν πολύ βραδέως, οι Αθηναίοι εσκέφθησαν να τους αποπέμψουν πάλιν εις την Θράκην όθεν ήλθον· να τους διατηρήσουν ενόσω διήρκει ο πόλεμος της Δεκελείας, τους εφαίνετο πολυτέλεια, επειδή καθένας εξ αυτών ελάμβανε μίαν δραχμήν καθ' ημέραν. Η Δεκέλεια πρώτον μεν υπό όλου του στρατού τειχισθείσα κατά το θέρος εκείνο, ύστερον δε κατεχομένη υπό των φρουρών, τας οποίας έστελλαν αι ομόσπονδοι πόλεις και αι οποίαι διεδέχοντο η μία την άλλην, πολύ έβλαπτε τους Αθηναίους, και η απώλεια την οποίαν ένεκα της περιτειχίσεως αυτής υπέστησαν, τόσον εις χρήματα, όσον και εις ανθρώπους, εδείνωσε τα πράγματα. ’λλοτε, επειδή αι εισβολαί ολίγον χρόνον διήρκουν, δεν ημπόδιζαν αυτούς να νέμωνται τους αγρούς των κατά τον επίλοιπον χρόνον· αλλά τότε, επειδή οι εχθροί έμεναν εκεί διαρκώς, επειδή οι αγροί ελεηλατούντο οτέ μεν υπό στρατών πολυαριθμοτέρων, οτέ δε υπό της συνήθους φρουράς, η οποία έζη διά της ληστείας, και επειδή ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων ’γις επολέμει ουχί παρέργως, οι Αθηναίοι υπέστησαν μεγάλας ζημίας· όχι μόνον διότι όλης της χώρας εστερήθησαν αυτοί, αλλά και διότι πλειότεροι των είκοσι χιλιάδων δούλων ηυτομόλησαν, εξ ων οι πλείστοι ήσαν χειροτέχναι· όλα τα πρόβατα και τα υποζύγια απωλέσθησαν· τέλος, επειδή οι ιππείς έκαμναν καθημερινάς περιπολίας, είτε προς την Δεκέλειαν είτε προς τα άλλα μέρη της χώρας, οι ίπποι των επάθαιναν χωλότητα ταλαιπωρούμενοι συνεχώς επί πετρώδους εδάφους ή επληγώνοντο.

28. Εξ άλλου η μεταφορά των εκ της Ευβοίας στελλομένων σιτηρών, πού άλλοτε ενηργείτο κατά ξηράν εκ του Ωρωπού διά της Δεκελείας, καθίστατο τότε δαπανηρά διά θαλάσσης, κάμπτουσα το Σούνιον· όλα ηναγκάζετο η πόλις να λαμβάνη έξωθεν, και αντί να είναι πόλις, κατέστη φρούριον, διότι την μεν ημέραν οι Αθηναίοι εφύλατταν κατά διαδοχήν τας επάλξεις, την δε νύκτα όλοι ομού εκτός των ιππέων· οι μεν ήσαν πλησίον των όπλων οι δε επί των τειχών και εταλαιπωρούντο θέρος και χειμώνα. Προ πάντων όμως επιέζοντο, διότι είχαν να διεξαγάγουν δύο πολέμους συγχρόνως· «κατά την εποχήν εκείνην εν τούτοις ανέπτυξαν ενεργητικότητα, η οποία πρότερον θα εφαίνετο απίστευτος εις τον ακούοντα. Σχεδόν πολιορκούμενοι υπό των Πελοποννησίων, αντί να ανακαλέσουν τα στρατεύματα των εκ της Σικελίας, εξ εναντίας επολιόρκουν διά του αυτού τρόπου της Συρακούσας, πόλιν όχι μικροτέραν καθόλου της των Αθηνών, διά δε των δυνάμεων και της τόλμης των τοσούτον εξέπλητταν τους Έλληνας, ώστε μολονότι εν αρχή του πολέμου, οι μεν ενόμισαν ότι οι Αθηναίοι δεν θα ηδύναντο να υπομείνουν ειμή ένα μόνον χρόνον, οι δε τρεις το πολύ, ουδείς όμως περισσότερον, εάν οι Πελοποννήσιοι εισέβαλλαν εις την χώραν των· μολαταύτα οι Αθηναίοι δεκαεπτά έτη μετά την πρώτην εισβολήν, αν και εντελώς εξηντλημένοι υπό του πολέμου, εξεστράτευσαν κατά της Σικελίας και επεχείρησαν πόλεμον όχι ολιγώτερον σπουδαίον εκείνου, τον οποίον είχαν ήδη εναντίον της Πελοποννήσου. Κατά την εποχήν λοιπόν εκείνην, ένεκα της βλάβης, την οποίαν επροξένει εις αυτούς η Δεκέλεια και ένεκα των άλλων εξόδων τα οποία τους εβάρυναν, εξηντλήθησαν ως προς το χρηματικόν. Αντί του φόρου, επέβαλαν εις τους υπηκόους των εισφοράν του ενός εικοστού της αξίας κάθε πράγματος διά θαλάσσης εισκομιζομένου, νομίζοντες ότι διά του μέσου τούτου θα εισεπράττοντο πολύ περισσότερα χρήματα. Αι δαπάναι δεν ήσαν πλέον οποίαι και άλλοτε, αλλά πολύ μεγαλύτεραι, διότι, ενώ ο πόλεμος ηύξανεν, αι πρόσοδοι εξηφανίζοντο.

29. Ένεκα λοιπόν απορίας χρημάτων κατά την εποχήν εκείνην, οι Αθηναίοι, μη θέλοντες να δαπανώσιν, απέπεμψαν αμέσως τους πολύ βραδέως ελθόντας Θράκας, διά να ενωθούν με τον Δημοσθένην· επεφόρτισαν τον Διιτρέφην να τους οδηγήση, διατάξαντες αυτόν συγχρόνως να τους μεταχειρισθή εις τον παράπλουν (επορεύοντο δε διά του Ευρίπου), ίνα βλάψη τους εχθρούς όσον το δυνατόν περισσότερον. Ο δε Δημοσθένης αποβιβάσας αυτούς εις την Τανάγραν ενήργησε διαρπαγάς τινας με ταχύτητα και αναχωρήσας εκ της εν Ευβοία Χαλκίδος διεπέρασε προς το εσπέρας τον Εύριπον, απεβίβασε τους Θράκας τούτους εις την Βοιωτίαν και ωδήγησεν αυτούς εις Μυκαλησσόν. Διανυκτερεύσας απαρατήρητος πλησίον του ναού του Ερμού, ο οποίος απείχε δεκαέξ σταδίους της Μυκαλησσού, επέπεσεν άμα τη ημέρα κατά της πόλεως αυτής, η οποία είναι μεγάλη, και εκυρίευσεν αυτήν επιτεθείς εναντίον ανθρώπων αφυλάκτων και μη προσδοκώντων ότι ήτό ποτε δυνατόν εχθροί να προχωρήσουν τόσον πολύ από της θαλάσσης και να τους προσβάλουν· το τείχος ήτο αδύνατον και μάλιστα είς τινα μεν μέρη πεσμένον, είς τινα δε χαμηλόν· αι πύλαι άλλως ήσαν ανοικταί ένεκα της ασφαλείας, εις την οποίαν οι κάτοικοι ενόμιζαν ότι διετέλουν. Οι Θράκες ώρμησαν εντός της Μυκαλησσού, ελήστευσαν τας οικίας και τα ιερά και εφόνευσαν τους κατοίκους, μηδέ του γήρατος μηδέ της νεαράς ηλικίας φεισθέντες· έσφαξαν παν το προστυχόν, παίδας, γυναίκας, υποζύγια και παν ό,τι έβλεπαν έμψυχον, διότι το γένος των Θρακών, όμοιον με τους μάλλον βαρβάρους, άμα δεν έχη να φοβηθή τι, είναι φονικώτατον. Εις την περίστασιν λοιπόν εκείνην η ταραχή υπήρξε μεγίστη και ο θάνατος παρουσιάσθη υπό μυρίας μορφάς. Οι βάρβαροι εκείνοι επιπεσόντες εναντίον ενός διδασκαλείου παίδων, το οποίον ήτο μέγιστον, κατέκοψαν όλους τους παίδας, πού προ ολίγου είχαν εισέλθει εις αυτό. Ουδέποτε συμφορά μάλλον απροσδόκητος και μάλλον δεινή επέσκηψε καθ' ολοκλήρου της πόλεως.

30. Ακούσαντες δε την είδησιν ταύτην οι Θηβαίοι έτρεξαν γρήγορα και συναντήσαντες τους Θράκας μη προχωρήσαντας εισέτι πολύ, και τα λάφυρα τους αφήρεσαν, και φοβήσαντες αυτούς κατεδίωξαν μέχρι του Ευρίπου και της θαλάσσης, όπου έμεναν τα πλοία, τα οποία τους είχαν φέρει, και εφόνευσαν πολλούς εξ αυτών κατά την επιβίβασιν· διότι οι βάρβαροι ούτοι δεν ήξευραν να κολυμβούν και διότι οι εις τα πλοία, άμα είδαν τα συμβαίνοντα εις την ξηράν, εμακρύνθησαν και έρριψαν την άγκυραν εκτός τοξεύματος. Μέχρις εκείνης της στιγμής οι Θράκες υπερησπίζοντο επιδεξίως εναντίον του ιππικού των Θηβαίων, το οποίον επετέθη εναντίον τους πρώτα. Τρέχοντες εμπρός και συστρεφόμενοι κατά τον εγχώριον τρόπον των επροφύλατταν εαυτούς· διά τούτο κατά την υποχώρησιν εκείνην ολίγοι εξ αυτών μόνον εφονεύθησαν, μέρος όμως, το οποίον είχε μείνει εντός της πόλεως προς διαρπαγήν, εχάθη. Εκ των χιλίων τριακοσίων δε Θρακών απέθαναν το όλον διακόσιοι πεντήκοντα. Εκ των Θηβαίων και των άλλων, οι οποίοι έτρεξαν εις βοήθειαν, εφονεύθησαν είκοσι, ιππείς και οπλίται ομού, καθώς και ο Σκιρφώνδας, είς των Θηβαίων βοιωταρχών. Από δε τους Μυκαλησσίους ολίγον μόνον μέρος εξ αυτών εσώθη. Τοιαύτη υπήρξεν η τύχη της Μυκαλησσού, της οποίας οι κάτοικοι υπέστησαν καταστροφήν, η οποία διά το μέγεθος αυτής είναι αξία ολοφυρμού και η οποία δεν υπήρξε κατωτέρα καμμιάς άλλης εξ όσων συνέβησαν κατά τον πόλεμον εκείνον.

31. Ο δε Δημοσθένης, μετά την οικοδόμησιν του εν Λακωνική φρουρίου πλέων προς την Κέρκυραν συνήντησε φορτηγόν ηγκυροβολημένον εις την Φειάν των Ηλείων· διά του φορτηγού εκείνου επρόκειτο να μεταβώσιν εις την Σικελίαν οι Κορίνθιοι οπλίται. Και αυτό μεν καταβυθίζει ο Δημοσθένης, οι δε άνδρες διαφυγόντες εύρον ύστερον άλλο φορτηγόν και απέπλευσαν. Μετά ταύτα ελθών εις την Ζάκυνθον και την Κεφαλληνίαν παρέλαβεν οπλίτας, εζήτησεν εκ της Ναυπάκτου αριθμόν τινα Μεσσηνίων, και μετέβη εις την αντιπέραν ήπειρον της Ακαρνανίας, την Αλύζειαν και το Ανακτόριον, το οποίον κατείχαν οι Αθηναίοι. Εις την χώραν ταύτην ευρισκόμενον, συνήντησεν αυτόν ο Ευρυμέδων επιστρέφων εκ της Σικελίας, όπου είχε πεμφθή κατά τον χειμώνα, διά να φέρη χρήματα εις τον στρατόν. Μεταξύ άλλων τω ανήγγειλεν ούτος ότι, ενώ έπλεεν, έμαθε την άλωσιν του Πλημμυρίου υπό των Συρακουσίων. Ο Κόνων, ο οποίος ήτο άρχων του στρατού εις την Ναύπακτον, ήλθεν επίσης προς τους στρατηγούς τούτους, διά να τους αναγγείλη ότι τα εικοσιπέντε πλοία των Κορινθίων, τα οποία εφύλατταν προ της πόλεως εκείνης, όχι μόνον δεν έπαυαν τας εχθροπραξίας, αλλ' έμελλον και να ναυμαχήσουν. Εζήτησε λοιπόν παρ' αυτών να στείλουν πλοία, επειδή οι Αθηναίοι δεν ήσαν ικανοί με τα δεκαοκτώ πλοία, τα οποία είχαν, να αντιταχθούν κατά των εικοσιπέντε εχθρικών. Τότε ο Δημοσθένης και ο Ευρυμέδων συνέπεμψαν μετά του Κόνωνος δέκα πλοία εκ των μάλιστα ταχυπλόων, διά να ενισχύσουν τον εν Ναυπάκτω στόλον, αυτοί δε ενησχολήθησαν συναθροίζοντας τα στρατεύματα τα προωρισμένα διά την Σικελίαν. Και ο μεν Ευρυμέδων έπλευσε διά την Κέρκυραν, διέταξε τους κατοίκους να εξοπλίσουν δεκαπέντε πλοία και συνέλεξεν οπλίτας, διότι συνεμερίζετο ήδη από της επιστροφής του την αρχήν με τον Δημοσθένην, μετά του οποίου είχε συνεκλεχθή, ο δε Δημοσθένης συνήθροιζεν εκ των περιχώρων της Ακαρνανίας σφενδονήτας και ακοντιστάς.

32. Οι δε πρέσβεις, τους οποίους οι Συρακούσιοι είχαν στείλη εις τας πόλεις της Σικελίας μετά την άλωσιν του Πλημμυρίου, επιτυχόντες εις την αποστολήν των ητοιμάζοντο να φέρουν τας επικουρίας, τας οποίας είχαν συναθροίσει, ότε ο Νικίας, ειδοποιηθείς εγκαίρως, έπεμψε προς τους Σικελούς, τους Κεντόριπας δηλαδή, τους Αλικμαίους και άλλους, οι οποίοι εκράτουν την δίοδον και ήσαν σύμμαχοι του, παρακαλών αυτούς να μη επιτρέψουν εις τους εχθρούς να διέλθουν διά της χώρας των, αλλά συσσωματούμενοι ν' αντισταθούν εις αυτούς. Πάσα άλλη οδός ήτο κλεισμένη εις αυτούς, διότι οι Ακραγαντίνοι δεν θα τους επέτρεπαν την διά της χώρας των δίοδον. Οι δε Σικελιώται ήσαν ήδη καθ' οδόν, ότε οι Σικελοί, συμφώνως με την παράκλησιν των Αθηναίων, έστησαν ενέδρας εις τρία μέρη, προσέβαλαν εξαίφνης τον εχθρόν, ο οποίος ήτο απροφύλακτος, και εφονευσαν οκτακοσίους ανθρώπους και όλους τους πρέσβεις, εκτός ενός μόνου, ο οποίος ήτο Κορίνθιος· ούτος δε ωδήγησεν εις τας Συρακούσας τους διαφυγόντας, συμποσούμενους εις χιλίους πεντακοσίους.

33. Περί τας αυτάς ημέρας οι προς βοήθειαν των Συρακουσών ερχόμενοι Καμαριναίοι έφθασαν συμποσούμενοι εις πεντακοσίους οπλίτας, τριακοσίους ακοντιστάς και τριακοσίους τοξότας. Έπεμψαν δε και οι Γελώοι στολίσκον εκ πέντε πλοίων, τετρακοσίους ακοντιστάς και διακοσίους ιππείς. Από της στιγμής λοιπόν ταύτης όλη σχεδόν η Σικελία, εκτός των Ακραγαντίνων, οι οποίοι έμεναν ουδέτεροι, και αυτοί ακόμη οι λαοί πού ήσαν αναποφάσιστοι, ηνώθη με τους Συρακουσίους, διά να βοηθήση αυτούς εναντίον των Αθηναίων. Και οι μεν Συρακούσιοι ένεκα του παθήματος που έπαθαν εις την χώραν των Σικελών, ανέλαβαν να επιτεθούν κατά των Αθηναίων· ο δε Δημοσθένης και ο Ευρυμέδων, άμα ητοιμάσθη ο στρατός της Κερκύρας και της Ηπείρου, μετέβησαν μεθ' όλης της στρατιάς διά της Ιονικής θαλάσσης εις το ακρωτήριον Ιαπυγίαν· αναχωρήσαντες εκείθεν προσήγγισαν εις τας Χοιράδας νήσους της Ιαπυγίας, όπου παρέλαβαν ακοντιστάς τινας των Ιαπύγων εκ του Μεσσαπίου γένους, εκατόν πεντήκοντα τον αριθμόν. Ανανεώσαντες αρχαίαν τινά φιλίαν μετά του ’ρτα, ο οποίος ήτο άρχων των μερών εκείνων και ο οποίος τους έδωκε τους ακοντιστάς εκείνους, έφθασαν εις το Μεταπόντιον της Ιταλίας. Και πείσαντες τους Μεταποντίους, ως συμμάχους, να τους δώσουν τριακοσίους ακοντιστάς και δύο πλοία, τους παρέλαβαν και διέβησαν εις την Θουρίαν, όπου εύρον το δυσμενές προς τους Αθηναίους κόμμα εξορισθέν νεωστί συνεπεία στάσεως. Θέλοντες δε να συναθροίσουν όλον το στράτευμα εις το μέρος τούτο, να εξετάσουν τις έμεινεν οπίσω και να πείσουν τους Θούριους να συνεκρατεύσουν μετ' αυτών προθύμως και να θεωρούν κοινούς τους φίλους και τους εχθρούς, έμειναν εις την Θουρίαν ενασχολούμενοι εις ταύτα.

34. Περί τον αυτόν δε χρόνον οι Πελοποννήσιοι, οι οποίοι με τα εικοσιπέντε πλοία συνεκράτουν τον εν τη Ναυπάκτω στόλον των Αθηναίων, διά να διαβούν τα διά την Σικελίαν φορτηγά, ητοιμάσθησαν να δώσουν ναυμαχίαν. Εξοπλίσαντες ακόμη και άλλα πλοία, εις τρόπον ώστε να είναι ίσα σχεδόν με τον αριθμόν των Αττικών πλοίων, προσωρμίσθησαν εις τον Ερινεόν, πόλιν της Αχαΐας εν τη Ρυπική. Και επειδή ωφελίμως δι' αυτούς ήτο μηνοειδές το μέρος, εις το οποίον εστάθμευσαν, ο μεν πεζός στρατός ο πεμφθείς υπό των Κορινθίων και των άλλων συμμάχων των χωρών εκείνων παρετάχθη εις τας δύο άκρας, τα δε πλοία κατέλαβαν και ενέφραξαν το μεταξύ διάστημα. Ο Κορίνθιος Πολυάνθης ήτο αρχηγός του ναυτικού. Οι δε Αθηναίοι έπλευσαν κατ' αυτών εκ της Ναυπάκτου μετά τριακοντατριών πλοίων, έχοντες αρχηγόν τον Δίφιλον. Οι Κορίνθιοι κατ' αρχάς μεν ησύχαζαν, έπειτα όμως, ότε υψώθησαν τα σημεία, άμα ενόμισαν ότι ήτο καιρός, ώρμησαν κατά των Αθηναίων και εναυμάχουν. Επί πολύν χρόνον αντείχον από τα δύο μέρη. Και των μεν Κορινθίων τρία πλοία κατεστράφησαν, των δε Αθηναίων ουδέν εβυθίσθη εντελώς, αλλ' επτά έγιναν άχρηστα· προσβληθέντα κατά την πρώραν διερράγησαν εις το εμπρόσθιον μέρος υπό των Κορινθιακών πλοίων, τα οποία προς αυτόν ακριβώς τον σκοπόν είχαν παχυτέρας τας επωτίδας. Η ναυμαχία υπήρξεν αμφίρροπος, εις τρόπον ώστε και τα δύο μέρη ηξίωσαν ότι ενίκησαν· αλλ' ότε απεχωρίσθησαν οι Αθηναίοι έμειναν κύριοι των ναυαγίων του στόλου, διότι ο άνεμος τα ώθησε προς το πέλαγος και διότι οι Κορίνθιοι δεν επανέλαβαν την επίθεσιν. Ούτε καταδίωξις έγινεν, ούτε αιχμάλωτοι συνελήφθησαν από τα δύο αντίπαλα μέρη, διότι οι μεν Κορίνθιοι και οι Πελοποννήσιοι ναυμαχούντες πλησίον της ξηράς διεσώζοντο ευκόλως, των δε Αθηναίω ουδέν πλοίον κατεβυθίσθη. Επειδή δε απέπλευσαν οι Αθηναίοι εις την Ναύπακτον, ευθύς οι Κορίνθιοι έστησαν τρόπαιον ως νικηταί, διότι περισσότερα πλοία εχθρικά κατέστησαν άχρηστα, και διότι δεν ενόμιζαν εαυτούς ως ητηθέντας διά μόνον τον λόγον ότι και οι Αθηναίοι δεν ηξίουν ότι ενίκησαν. Το βέβαιον είναι ότι και οι Κορίνθιοι ενόμισαν ότι ενίκησαν, επειδή δεν κατεστράφησαν εντελώς, και οι Αθηναίοι ότι ητήθησαν, επειδή δεν ενίκησαν καθ' ολοκληρίαν. Ότε δε απέπλευσαν οι Πελοποννήσιοι και διελύθη το πεζικόν, οι Αθηναίοι έστησαν ως νικήσαντες και αυτοί τρόπαιον εν τη Αχαΐα, είκοσι σταδίους μακράν του Ερινεού, όπου ήσαν προσωρμισμένα τα πλοία των Κορινθίων. Και η μεν ναυμαχία ούτως ετελείωσεν.

35. Ο δε Δημοσθένης και ο Ευρυμέδων, άμα οι Θούριοι παρεσκευάσθησαν, διά να συνεκστρατεύσουν με επτακοσίους οπλίτας και τριακοσίους ακοντιστάς, τα μεν πλοία διέταξαν να παραπλέουν την Κροτωνιάτιδα, αυτοί δε επιθεωρήσαντες πρώτον πλησίον του ποταμού Συβάρεως όλον τον πεζόν στρατόν, τον ωδήγησαν διά της Θουρίας. Ότε έφθασαν εις τον ποταμόν Υλίαν, οι Κροτωνιάται τους ειδοποίησαν ότι δεν επέτρεπαν να διέλθη ο στρατός διά της χώρας των· τούτου ένεκα λοιπόν κατέβησαν προς την θάλασσαν και τας εκβολάς του Υλίου, όπου διενυκτέρευσαν και όπου τα πλοία ήλθαν και τους συνήντησαν. Την δε άλλην ημέραν επεβιβάσθησαν και παρέπλευσαν αποβιβαζόμενοι εις όλας τας πόλεις, εκτός της των Λοκρών, και τέλος έφθασαν εις την Πέτραν της Ρηγίνης χώρας.

36. Εις το μεταξύ οι Συρακούσιοι, μαθόντες την προσέγγισίν των, ηθέλησαν πάλιν να αποπειραθούν διά των πλοίων και όλης της πεζικής δυνάμεως πού είχαν συναθροίσει προ του ερχομού του εχθρού, διά να προλάβουν αυτόν. Ιδόντες δε εκ της προτέρας ναυμαχίας ότι ηδύναντο να επιτύχουν ωφέλειάν τινα, προητοίμασαν όλον τον στόλον των, εκόντιναν τας πρώρας των πλοίων, κατέστησαν αυτάς μάλλον στερεάς και έθεσαν επ' αυτών παχείας επωτίδας· απ' αυτών δε προσήλωσαν εις τα πλευρά των πλοίων, έσωθεν και έξωθεν, υποστηρίγματα (αντηρίδας, έξ πήχεων, κατά τον αυτόν τρόπον, κατά τον οποίον οι Κορίνθιοι είχαν επισκευάσει τα πλοία των, ότε εναυμάχησαν διά της πρώρας κατά των εν Ναυπάκτω πλοίων. Επειδή τα πλοία των Αθηναίων δεν είχαν το αυτό σχήμα με των Συρακουσίων, αλλ' είχαν τας πρώρας λεπτοτέρας, διότι οι Αθηναίοι εξετέλουν τας επιθέσεις των ολιγώτερον κατά των πρωρών ή κατά των πλευρών διά περιστροφής, οι Συρακούσιοι ενόμισαν ότι εξησφάλισαν εις εαυτούς την επιτυχίαν και ότι η εν τω μεγάλω λιμένι ναυμαχία, εν στενώ χώρω γινομένη και μετά πολλών πλοίων, ήθελεν αποβή υπέρ αυτών· ότι προσβάλλοντες την πρώραν διά της πρώρας θα συνέτριβαν τας πρώρας των εχθρικών πλοίων επιτιθέμενοι μετ' εμβόλων στερεών και παχέων κατά κοίλων και ασθενών ότι οι Αθηναίοι, εις στενόν χώρον δεν θα ηδύναντο ούτε περιστροφάς να κάμουν ούτε να διασχίσουν την εχθρικήν γραμμήν, χειρισμόν εις τον οποίον τα μάλιστα εβασίζοντο, διότι οι Συρακούσιοι θα τους ημπόδιζαν όσον το δυνατόν να διασχίσουν την γραμμήν, και το στενόν του χώρου θα καθίστα εις τους Αθηναίους δυσκόλους τας περιστροφάς· ότι εκείνο το οποίον εθεώρουν μέχρι τότε ως αμάθειαν των κυβερνητών, να συγκρούουν δηλαδή την πρώραν κατά της πρώρας, θα απέβαινεν υπέρ αυτών και θα εξησφάλιζεν εις αυτούς την υπεροχήν· τοσούτω μάλλον, όσω οι Αθηναίοι, εξωθούμενοι, δεν θα ηδύναντο να καταφύγουν αλλαχού ή εις την ξηράν, και μικρόν μόνον διάστημα θα τους εχώριζεν από την στενήν θέσιν, όπου ήτο το στρατόπεδόν των. Ούτω δε, ενώ οι Συρακούσιοι θα ήσαν κύριοι όλου του λιμένος, οι Αθηναίοι, άμα εξωθούντο εις μέρος τι, θα συνεσωρεύοντο εις το στενόν, και πίπτοντες όλοι οι μεν επί των δε εις το αυτό θα συνεταράσσοντο (και τούτο έβλαπτε τα μάλιστα τους Αθηναίους· εις τας ναυμαχίας, διότι δεν ηδύναντο, ως οι Συρακούσιοι, να αποσύρωνται προς όλα τα μέρη του λιμένος)· τέλος δε, επειδή οι Συρακούσιοι θα ήσαν κύριοι να επιτίθενται και να υποχωρούν, θα ήτο δύσκολον εις τους Αθηναίους να εκτελούν περιστροφάς εις την ευρυχωρίαν, καθ' όσον άλλως το Πλημμύριον ήτο εχθρικόν προς αυτούς και το στόμιον του λιμένος στενόν.

37. Τοιαύτα επινοήσαντες οι Συρακούσιοι αναλόγως της ικανότητός των και των δυνάμεων των, και συγχρόνως λαβόντες πλειότερον θάρρος εκ της προτέρας ναυμαχίας, επετέθησαν διά του πεζού στρατού και των πλοίων εν ταυτώ. Κατ' αρχάς ο Γύλιππος εξήγαγε το ιππικόν, το οποίον ήτο εις την πόλιν, και ωδήγησεν αυτό πλησίον του τείχους των Αθηναίων εις το μέρος το βλέπον προς τας Συρακούσας, ενώ οι οπλίται, οι οποίοι ήσαν εις το Ολυμπιείον, οι ιππείς και οι ψιλοί των Συρακουσίων επλησίαζαν εκ του αντιθέτου μέρους. Αμέσως μετά ταύτα τα πλοία των Συρακουσίων και των συμμάχων εκινήθησαν. Οι Αθηναίοι κατ' αρχάς μεν ενόμισαν ότι οι εχθροί είχαν σκοπόν να τους προσβάλουν μόνον με το πεζικόν· ιδόντες όμως αίφνης ότι και τα πλοία επίσης διηυθύνοντο κατ αυτών εταράχθησαν. Και οι επί τα τείχη και προ των τειχών ετέθησαν εις παράταξιν προς αντίκρουσιν των από του Ολυμπιείου και των έξω μετά ταχύτητος προχωρούντων πολλών ιππέων και ακοντιστών· άλλοι τέλος εισήρχοντο εις τα πλοία και συγχρόνως έτρεχαν προς τον αιγιαλόν. Μετά το πέρας της επιβιβάσεως ανήχθησαν με εβδομήκοντα πέντε πλοία, ενώ οι Συρακούσιοι είχαν ογδοήκοντα.

38. Το δε πλείστον μέρος της ημέρας εδαπανήθη εις το να προσεγγίζουν αλλήλους διά θαλάσσης, να απομακρύνωνται, να δοκιμάζωνται αμοιβαίως· και επειδή ούτε οι μεν ούτε οι δε κατώρθωσαν τίποτε άξιον λόγου, εκτός ότι οι Συρακούσιοι εβύθισαν έν πλοίον ή δύο των Αθηναίων, απεχωρίσθησαν και συγχρόνως ο πεζός στρατός απεμακρύνθη των τειχών. Την επομένην οι μεν Συρακούσιοι ησύχαζαν χωρίς να δεικνύουν τι πως είχαν σκοπόν να ενεργήσουν· ο δε Νικίας ιδών ότι η ναυμαχία υπήρξεν αμφίρροπος και περιμένων νέαν επίθεσιν ηνάγκαζε τους τριηράρχους να επισκευάσουν τα βλαφθέντα πλοία και προσώρμισε τα φορτηγά πλοία προ των πασσάλων, τους οποίους οι Αθηναίοι ενέπηξαν εις την θάλασσαν, έμπροσθεν του στόλου των, διά να χρησιμεύουν εις αυτούς αντί λιμένος κλειστού. Έθεσε δε τα φορτηγά πλοία εις απόστασιν δύο πλέθρων· το έν από του άλλου, διά να εξασφαλίση την υποχώρησιν και να ευκολύνη την έξοδον εις κάθε πλοίον κατανικώμενον υπό του εχθρού. Διά να εκτελέσουν δε όλας αυτάς τας εργασίας οι Αθηναίοι, εδαπάνησαν όλην την ημέραν μέχρι της νυκτός.

39. Την δε άλλην ημέραν, ενωρίτερον μεν, αλλά διά του αυτού σχεδίου, οι Συρακούσιοι συνεπλάκησαν κατά θάλασσαν και ξηράν με τους Αθηναίους. Εκατέρωθεν οι στόλοι παρετάχθησαν εις μάχην, και, όπως την πρώτην φοράν, κατηνάλωσαν το πλείστον μέρος της ημέρας δοκιμαζόμενοι αμοιβαίως. Τέλος ο Κορίνθιος Αρίστων ο Πυρρίχου, άριστος κυβερνήτης μεταξύ των Συρακουσίων, έπεισε τους άρχοντας του στόλου να στείλουν διαταγήν εις τους εν τη πόλει αγορανόμους να μεταφέρουν την αγοράν των πωλουμένων πλησίον της θαλάσσης και να αναγκάσουν όλους όσοι είχαν τρόφιμα να τα φέρουν και τα εκθέσουν εις πώλησιν. Το σχέδιον ήτο να αποβιβάσουν τους ναύτας, διά να γευματίσουν πλησίον των πλοίων και αμέσως έπειτα αυθημερόν να προσβάλουν τους Αθηναίους εξ απροόπτου.

40. Και οι μεν τριήραρχοι πεισθέντες έπεμψαν εις την πόλιν αγγελιαφόρον και η αγορά παρεσκευάσθη. Αίφνης οι Συρακούσιοι στρέψαντες πρύμναν έπλευσαν πάλιν προς την πόλιν, εξήλθαν των πλοίων και εγευμάτισαν επί της παραλίας. Οι δε Αθηναίοι, νομίζοντες ότι οι εχθροί ωπισθοχώρησαν προς την πόλιν των ως ηττηθέντες, εξήλθον ησύχως εκ των πλοίων και μεταξύ άλλων ενασχολήσεων ήρχισαν να ετοιμάζουν το γεύμα των με την ιδέαν ότι κατά την ημέραν εκείνην δεν θα έκαμναν άλλην ναυμαχίαν. Αίφνης όμως οι Συρακούσιοι, εισελθόντες εις τα πλοία, επροχώρησαν πάλιν κατ' αυτών· οι δε Αθηναίοι, μετά μεγάλης ταραχής και οι πλείστοι νηστικοί, εισήλθαν εις τα πλοία ατάκτως και παρετάχθησαν μετά δυσκολίας. Και επί τινα μεν χρόνον απέσχον να προσβάλουν αλλήλους και παρετηρούντο· έπειτα δε οι Αθηναίοι, μη κρίνοντες συμφέρον να μένουν επί πολύ εις το αυτό μέρος και να παραδοθούν αφ' εαυτών ένεκα του κόπου, επροτίμησαν να ναυμαχήσουν αμέσως. Ότε δε εδόθη το σημείον, επέπεσαν κατά του εχθρού και ήρχισαν την μάχην. Οι δε Συρακούσιοι, δεχθέντες την επίθεσιν και στρέψαντες την πρώραν των πλοίων κατά την τακτικήν των, συνέτριψαν διά των επωτίδων τας πλείστας πρώρας των εχθρικών πλοίων· συγχρόνως οι από των καταστρωμάτων ακοντίζοντες μεγάλως έβλαπταν τους Αθηναίους, προ πάντων οι Συρακούσιοι, οι οποίοι περιέπλεον δι' ελαφρών λέμβων και οι οποίοι ολισθαίνοντες υπό τας σειράς των κωπών των εχθρικών πλοίων και εις τα πλάγια ηκόντιζαν εκείθεν τους ναύτας.

41. Τέλος δε, τοιουτοτρόπως πολεμούντες, ενίκησαν οι Συρακούσιοι κατά κράτος, και οι Αθηναίοι υποχωρήσαντες διά μέσου των φορτηγών πλοίων κατέφυγαν εις τον ιδικόν των όρμον. Τα πλοία των Συρακουσίων κατεδίωξαν αυτούς μέχρι των φορτηγών πλοίων αλλ' εκεί αι μεταξύ των εισόδων τεθειμέναι και διά χαλκών δελφίνων ωπλισμέναι κεραίαι τους ημπόδισαν να προχωρήσουν. Δύο πλοία των Συρακουσίων υπερηφανευθέντα εξ αιτίας της νίκης επλησίασαν και κατεστράφησαν, και εν μάλιστα εξ αυτών εκυριεύθη μεθ' όλου του πληρώματος. Οι δε Συρακούσιοι, αφού κατεβύθισαν επτά, πλοία των Αθηναίων, έβλαψαν πολλά άλλα, συνέλαβαν και εφόνευσαν ανθρώπους, απεχώρησαν και έστησαν τρόπαια δι' αμφοτέρας τας ναυμαχίας. Τότε δε πλήρη έχοντες πεποίθησιν εις την μεγάλην υπεροχήν του ναυτικού των ενόμιζαν ότι ήθελαν επίσης νικήσει και τον πεζόν στρατόν. Και οι μεν Συρακούσιοι παρεσκευάζοντο πάλιν να επιτεθούν κατά του εχθρού διά ξηράς και διά θαλάσσης.

42. Εις το αναμεταξύ δε ο Δημοσθένης και ο Ευρυμέδων έφθασαν έχοντες τας εξ Αθηναίων σταλείσας επικουρίας, εβδομήκοντα τρία πλοία, συμπεριλαμβανομένων και των ξενικών, πεντακισχιλίους περίπου οπλίτας Αθηναίους και συμμάχους όχι ολίγους ακοντιστάς βαρβάρους και Έλληνας, και σφενδονήτας και τοξότας, και προμηθείας αρκετάς. Και οι μεν Συρακούσιοι έφθασαν προς στιγμήν εις μεγίστην αμηχανίαν και (απηλπίσθησαν) ως να μη υπήρχε πλέον πέρας, διά να απαλλαγούν του κινδύνου· διότι έβλεπαν ότι με όλην την οχύρωσιν της Δεκελείας ουχ ήττον ήλθε κατ' αυτών ίσος και παραπλήσιος στρατός με τον πρότερον και ότι αι δυνάμεις των Αθηναίων εφαίνοντο πανταχού πολλαί. Το δε πρώτον στράτευμα των Αθηναίων ανέλαβε θάρρος μετά τα δεινά παθήματα, τα οποία είχεν υποφέρει. Ο Δημοσθένης ιδών πώς είχαν τα πράγματα ενόμισεν ότι δεν έπρεπε να χάνη καιρόν μήτε να περιπέση εις το ίδιον σφάλμα, εις το οποίον περιέπεσεν ο Νικίας (ο οποίος φοβερός ότε κατά πρώτον ήλθεν, αντί να επιτεθή ευθύς κατά των Συρακουσών, διεχείμασεν εις την Κατάνην, περιεφρονήθη και επρόλαβεν αυτόν ο Γύλιππος ελθών εκ της Πελοποννήσου μετά στρατού, τον οποίον δεν θα προσεκάλουν οι Συρακούσιοι, εάν ο Νικίας επετίθετο κατ'αυτών αμέσως· διότι με την έπαρσίν των ότι ήσαν αξιόμαχοι, άμα ως θα έφθαναν να αναγνωρίσουν το ανεπαρκές των δυνάμεών των θα έβλεπαν αμέσως (συνάμα) εαυτούς περιτειχισμένους· τότε, και αν ακόμη προσεκάλουν επικουρίας, δεν θα τοις παρείχον αύται την ιδίαν ωφέλειαν. Ταύτα σκεπτόμενος ο Δημοσθένης και γνωρίζων ότι και αυτός διά της παρουσίας του θα ενέπνεε μέγαν φόβον κατά την πρώτην ημέραν εις τους Συρακουσίους, ηθέλησε να επωφεληθή τάχιστα εκ του τρόμου, τον οποίον ενέπνευσε τότε το στράτευμά του. Ιδών ότι το παράλληλον τείχος των Συρακουσίων, διά του οποίου ούτοι είχαν εμποδίσει τους Αθηναίους από του να τους περιτειχίσουν, ήτο απλούν, και ότι, εάν κατόρθωνε να καταλάβη τα ύψη των Επιπολών και το εν αυταίς στρατόπεδον, ευκόλως θα εγίνετο κύριος του τείχους τούτου, όπου κανείς δεν θα ηδύνατο ν' αντισταθή κατ' αυτών, απεφάσισε να κάμη την απόπειραν ταύτην. Διά του τρόπου τούτου εσκέπτετο ότι ο πόλεμος θα καθίστατο πολύ συντομώτερος, διότι, εάν ενίκα, θα εκυρίευε τας Συρακούσας· άλλως, θα απήγε τον στρατόν και δεν θα άφηνε τους Αθηναίους, τους συμμάχους και την πόλιν ολόκληρον να κατατρίβωνται εις ανωφελείς αγώνας.

43. Εξελθόντες λοιπόν κατά πρώτον οι Αθηναίοι περί τον ’ναπον ελεηλάτουν την χώραν των Συρακουσίων και ως την πρώτην φοράν έγιναν πάλιν κύριοι επί της θαλάσσης, διότι οι Συρακούσιοι ουδεμίαν άλλην δύναμιν αντέταξαν κατ' αυτών ειμή τους ιππείς και τους ακοντιστάς τους μένοντας εις το Ολυμπιείον. Έπειτα ο Δημοσθένης απεφάσισε να κάμη πρώτην τινά, απόπειραν των πολεμικών μηχανών κατά του παραλλήλου τείχους. Αλλ' άμα τη προσεγγίσει των εκάησαν υπό των εχθρών, οι οποίοι ημύνοντο άνωθεν των τειχών, ο δε λοιπός στρατός μετά επανειλημμένας επιθέσεις απεκρούσθη. Τότε ο Δημοσθένης είδεν ότι δεν έπρεπε να χάνη καιρόν· πείσας τον Νικίαν να παραδεχθή το σχέδιόν του επεχείρησε να επιτεθή κατά των Επιπολών. Και ενόσω μεν ήτο ημέρα του εφαίνετο αδύνατος η λαθραία ανάβασις. Παραγγείλας δε προμηθείας πέντε ημερών και παραλαβών όλους τους λιθοτόμους και τους τέκτονας, και προμηθευθείς τα βέλη και όλα τα άλλα όσα ήσαν αναγκαία προς ανέγερσιν οχυρωμάτων εις περίπτωσιν που ενίκων, αυτός μεν μετά του Ευρυμέδοντος και του Μενάνδρου και όλου του στρατού επροχώρησε κατά την ώραν του πρώτου ύπνου προς τας Επιπολάς, ο δε Νικίας έμεινεν εις τα τείχη. Προσεγγίσαντες εις τας Επιπολάς διά του Ευρυήλου, εις το μέρος όπου κατά πρώτον είχεν αναβή ο παλαιός στρατός, διαφεύγουν την προσοχήν των φυλάκων των Συρακουσίων και αναβάντες εις το ύψος κυριεύουν το εκεί τείχισμα των Συρακουσίων και φονεύουν φύλακάς τινας· οι περισσότεροι δε εξ αυτών καταφεύγουν αμέσως εις τα τρία στρατόπεδα των Επιπολών, τα οποία εφυλάσσοντο διά προτειχισμάτων και κατείχοντο εν μεν υπό των Συρακουσίων, έν δε υπό των άλλων Σικελιωτών, έν δε υπό των συμμάχων, και αναγγέλλουν την έφοδον του εχθρού. Ειδοποιούν ωσαύτως και τους εξακοσίους Συρακουσίους, οι οποίοι προς το μέρος των Επιπολών εσχημάτιζαν την πρωτοφυλακήν. Και ούτοι μεν έτρεξαν αμέσως εις βοήθειαν· αλλ' ο Δημοσθένης και οι Αθηναίοι τους συνήντησαν, τους έτρεψαν εις φυγήν με όλην την γενναίαν αντίστασίν των και άνευ βραδύτητος ώδευσαν εμπρός, φοβούμενοι μήπως ψυχρανθή ο ζήλος, τον οποίον είχαν να επιτύχουν του σκοπού των· άλλο σώμα κατελάμβανεν ήδη υπό των Συρακουσίων αρχήθεν κτησθέν παράλληλον τείχος, το οποίον εγκατέλειπαν οι φύλακες και κατηδάφιζαν τας επάλξεις αυτού. Εν τούτοις οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι των, ο Γύλιππος και οι μετ' αυτού, εξήλθαν εκ των προτειχισμάτων· μη προσδοκώντες την τολμηράν εκείνην επίθεσιν και έμπλεοι τρόμου επροχώρησαν κατά των Αθηναίων, αλλ' αποκρουσθέντες υπεχώρησαν κατ' αρχάς. Ήδη οι Αθηναίοι επροχώρουν μετά τινος αταξίας ως αν ήσαν νικηταί και ήθελαν να διέλθουν όσον τάχιστα δι' όλου του εχθρικού στρατού, ο οποίος δεν είχεν ακόμη πολεμήσει, φοβούμενοι μήπως, εάν εβράδυναν την πορείαν των, συσσωματωθή, ότε πρώτοι οι Βοιωτοί αντέστησαν εις αυτούς, τους προσέβαλαν, τους απέκρουσαν και τους έτρεψαν εις φυγήν.

44. Από της στιγμής ταύτης οι Αθηναίοι περιέπεσαν εις τοιαύτην ταραχήν και απορίαν, ώστε δεν ηδυνήθην να μάθω από κανέν μέρος (των πολεμησάντων) τα καθέκαστα της μάχης. Κατά την ημέραν διακρίνονται μεν καλλίτερον τα συμβαίνοντα, αλλ' οι παρευρισκόμενοι εις μάχην τινά δεν λαμβάνουν γνώσιν, όλων των λεπτομερειών και μόλις αντιλαμβάνονται των περί αυτούς· πώς λοιπόν εις νυκτερινήν μάχην, την μόνην που κατά το διάστημα του πολέμου τούτου έγινε μεταξύ δύο μεγάλων στρατοπέδων, ήτο δυνατόν να λάβη τις πληροφορίας ακριβείς; Η σελήνη ήτο λαμπρά, αλλά δεν έβλεπαν αλλήλους, ειμή όπως δύναται τις να ίδη την σελήνην, δηλαδή έβλεπαν μεν το σχήμα των σωμάτων, αλλά δεν ηδύναντο να διακρίνουν τον φίλον από του εχθρού. Πολλοί οπλίται αμφοτέρων των στρατών περιεστρέφοντο εντός χώρου στενού· προς το μέρος των Αθηναίων, οι μεν είχαν ήδη νικηθή, οι δε, εν τη πρώτη ακόμη ορμή, εχώρουν ακράτητοι. Πολύ μέρος του επιλοίπου στρατεύματος είχεν ήδη αναβή, άλλο ανέβαινεν ακόμη, ώστε δεν ήξευραν πού να διευθυνθούν διότι οι προχωρήσαντες στρατιώται, ένεκα της τροπής, περιήλθαν εις ταραχήν και η βοή τους ημπόδιζε να διακρίνουν αλλήλους. Οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι, νικώντες, παρώτρυναν αλλήλους διά μεγάλων κραυγών, διότι δεν ηδύναντο την νύκτα να δώσουν άλλο σύνθημα και συγχρόνως περιέμεναν σταθερώς τους επερχομένους. Οι Αθηναίοι ανεζήτουν αλλήλους και εξελάμβαναν ως εχθρούς όσους συνήντων, έστω και αν ήσαν ούτοι οι φίλοι των όσοι είχαν τραπή εις φυγήν. Μη έχοντες άλλο γνώρισμα ειμή το σύνθημα εζήτουν τούτο συνεχώς και διά του τρόπου τούτου όχι μόνον ηύξαναν την ταραχήν, αλλά και όλοι συγχρόνως ερωτώντες κατέστησαν αυτό γνωστόν εις τους πολεμίους χωρίς να μάθουν το σύνθημα των Συρακουσίων, οι οποίοι, νικηταί και ουχί διεσπαρμένοι, ανεγνώριζαν αλλήλους ευκολότερα. Διά τούτο, ότε οι Συρακούσιοι συνήντων σώμα ισχυρότερον, διέφευγαν χάρις εις την γνώσιν του συνθήματος· εξ εναντίας οι Αθηναίοι, μη δυνάμενοι να αποκριθούν, κατεσφάζοντο. Τίποτε όμως άλλο δεν τους έβλαψε περισσότερον, όσον ο πολεμικός παιάν, ο οποίος, επειδή ήτο παραπλήσιος εις αμφοτέρους, παρείχεν απορίαν εις τους Αθηναίους· διότι οι Αργείοι, οι Κερκυραίοι και όσοι Δωριείς ήσαν μετά των Αθηναίων, οσάκις ετόνιζαν τον παιάνα, επροξένουν εις τους Αθηναίους τον αυτόν τρόμον, τον οποίον και οι εχθροί· εις τρόπον ώστε και εις πολλά μέρη, όπου συνηντήθησαν εν τω μέσω του θορύβου, φίλοι μετά φίλων, πολίται μετά πολιτών, όχι μόνον εφοβήθησαν, αλλά και εις χείρας ήλθαν μεταξύ των και μετά δυσκολίας απεχωρίσθησαν. Καταδιωκόμενοι υπό του εχθρού οι πολλοί ερρίπτοντο κατά των κρημνών και εχάνοντο, επειδή ήτο στενή η κατάβασις από των Επιπολών. Οι πλείστοι εξ εκείνων, οίτινες άνωθεν καταβαίνοντες εσώθησαν εις την πεδιάδα, και προ πάντων οι στρατιώται της πρώτης στρατιάς, οίτινες εγνώριζαν καλλίτερον την χώραν, κατέφυγαν εις το στρατόπεδόν· αλλά τινες εκ των ύστερον ελθόντων έσφαλαν τον δρόμον και επλανήθησαν εις τους αγρούς· τούτους δε, άμα εξημέρωσεν, περικυκλώσαντες οι ιππείς των Συρακουσίων, εφόνευσαν.

45. Την δε επομένην ημέραν οι μεν Συρακούσιοι έστησαν δύο τρόπαια, έν εις τας Επιπολάς, κατά το μέρος της αναβάσεως, και έν εις το μέρος όπου οι Βοιωτοί αντέστησαν πρώτοι, οι δε Αθηναίοι εσύναξαν τους νεκρούς των διά συνθήκης. Εφονεύθησαν δε όχι ολίγοι εκ των ιδικών των και εκ των συμμάχων· των ληφθέντων όμως όπλων ο αριθμός υπήρξεν ανώτερος του αριθμού των νεκρών, διότι μεταξύ εκείνων, οίτινες είχαν αναγκασθή να πηδήσουν τους κρημνούς, αποθέτοντες τας ασπίδας των, άλλοι μεν εχάθησαν, άλλοι δε εσώθησαν.

46. Μετά δε την ανέλπιστον ταύτην επιτυχίαν, οι μεν Συρακούσιοι αναλαβόντες πάλιν θάρρος, ως και πρότερον, απέστειλαν τον Σικανόν μετά δεκαπέντε πλοίων εις τον επαναστατημένου Ακράγαντα, διά να υποτάξη την πόλιν ταύτην, εάν δυνηθή, ο δε Γύλιππος ανεχώρησε πάλιν διά ξηράς εις την άλλην Σικελίαν, διά να αποσπάση νέας επικουρίας· μετά την ευτυχή έκβασιν των εν ταις Επιπολαίς, πολλάς ελπίδας είχεν ότι θα εκυρίευεν ωσαύτως διά της βίας και τα τείχη των Αθηναίων.

47. Εν τούτοις οι στρατηγοί των Αθηναίων συνεσκέπτοντο και περί της γενομένης συμφοράς και περί της εντελούς εξαντλήσεως, εις την οποίαν είχε περιέλθει τότε ο στρατός. Έβλεπαν ότι όλα τα σχέδια των είχαν αποτύχει και ότι οι στρατιώται εβαρύνθησαν την εκεί διαμονήν. Ο στρατός επιέζετο διττώς υπό των ασθενειών· διότι και η εποχή του έτους ήτο εκείνη, καθ' ην ως επί το πλείστον ασθενούν οι άνθρωποι, και το μέρος, όπου εστρατοπεδεύοντο, ήτο ελώδες και νοσηρόν άλλως τε και τα πάντα εφαίνοντο εις αυτούς απελπιστικά. Επίστευε λοιπόν ο Δημοσθένης ότι δεν έπρεπε να διαμείνουν περισσότερον· αλλά μετά την αποτυχίαν, την οποίαν υπέστη, εγνωμάτευσε να τεθή εις ενέργειαν το σχέδιον, το οποίον είχε συλλάβει, ότε ερριψοκινδύνευσε την κατά των Επιπολών επίθεσιν, και άνευ περισσοτέρας χρονοτριβής, ενόσω ακόμη ηδύναντο, να διαπεράσουν το πέλαγος και να κρατούν τας εχθρικάς δυνάμεις διά των προ μικρού ελθόντων πλοίων. Είπεν επίσης ότι ωφελιμώτερον είναι διά την πόλιν να πολεμούν κατ' εκείνων, οίτινες ήγειραν τείχη επί της χώρας της, ή κατά των Συρακουσίων, τους οποίους δεν είναι πλέον εύκολον να υποτάξουν· άλλως τε και δεν συνέφερε να δαπανώνται ανωφελώς τόσα χρήματα προς εξακολούθησιν της πολιορκίας.

48. Και η μεν γνώμη του Δημοσθένους τοιαύτη ήτο· ο δε Νικίας ενόμιζε μεν και αυτός ότι η κατάστασις των πραγμάτων ήτο δυσάρεστος, δεν ήθελεν όμως να καταστήση γνωστήν την αδυναμίαν ούτε να καταγγελθούν μόνοι των εις τους εχθρούς σκεπτόμενοι μετά πολλών περί της αναχωρήσεως του στρατού και καθιστώντες ούτω δυσκολωτέραν την εκτέλεσιν αυτής. ’λλως ήξευραν ότι τα πράγματα των εχθρών, περί των οποίων ήτο κάλλιον παντός άλλου πληροφορημένος, τω παρείχαν ακόμη ελπίδας τινάς ότι θα παρουσίαζαν μεγαλυτέρας δυσχερείας παρ' ό,τι εις τους Αθηναίους τα ιδικά των πράγματα, εάν καρτερήσουν πολιορκούντες, διότι θα εξήντλουν τον εχθρόν διά την απορίαν των χρημάτων, προ πάντων τώρα, ότε μετά του υπάρχοντος στόλου ήσαν κύριοι της θαλάσσης. Προς τούτοις υπήρχεν εις τας Συρακούσας μία μερίς, η οποία θέλουσα να παραδώση την εξουσίαν εις τους Αθηναίους έπεμπε κήρυκας εις τον Νικίαν και δεν άφηνεν αυτόν να λύση την πολιορκίαν. Μαθών ούτος ταύτα πράγματι μεν εταλαντεύετο μεταξύ των δύο τούτων γνωμών, επεσκόπει και έμενεν απορών, διά των λόγων δε εκήρυττεν αναφανδόν ότι δεν θα απήγε τον στρατόν, διότι ήξευρεν ότι οι Αθηναίοι δεν θα επεδοκίμαζαν την αναχώρησίν, εάν δεν επεψηφίζετο αύτη υπό του δήμου. Οι μέλλοντες να αποφανθούν περί της τύχης των στρατηγών δεν θα γνωρίζουν εξ ιδίων οφθαλμών την κατάστασιν των πραγμάτων, αλλά θα μάθουν αυτήν εκ των επικρίσεων και θα κρίνουν κατά τας διαβεβαιώσεις των ευγλώττων ρητόρων. Δεν αρκεί τούτο· πολλοί στρατιώται, οι περισσότεροι ίσως, οι οποίοι σήμερον φωνάζουν ότι πάσχουν τα πάνδεινα, άμα φθάσουν εις τας Αθήνας, θα φωνάξουν τα εναντία και θα ειπούν ότι οι στρατηγοί είναι προδόται και ότι λαβόντες χρήματα απήλθον. Γνωρίζων λοιπόν τον χαρακτήρα των Αθηναίων δεν ήθελε να γίνη θύμα κατηγορίας αδίκου και αισχράς, αλλ' επροτίμα, εάν ήτο ανάγκη, να αποθάνη με τα όπλα εις χείρας. Προσέθετεν ότι η θέσις των Συρακουσίων ήτο δυσχερεστέρα της ιδικής των· ότι ένεκα του μισθού ξένων στρατιωτών, ένεκα άλλων δαπανών γενομένων εις τας περιπολίας, ένεκα της συντηρήσεως πολλού ναυτικού επί εν ήδη ολόκληρον έτος, τα μέσα των είχαν εξαντληθή· ότι είχαν ήδη δαπανήσει δισχίλια τάλαντα και ότι εχρεώστουν ακόμη πολλά· ότι ολίγον αν ηλάττωναν την παρούσαν στρατιωτικήν δύναμιν των καταργούντες τους μισθούς, αι υποθέσεις των θα κατεστρέφοντο, διότι τα στρατεύματά των ήσαν μάλλον μισθωτά ή αναγκαστικά ως τα των Αθηναίων· ότι έπρεπε λοιπόν να παρατείνουν την πολιορκίαν και να μη οπισθοδρομήσουν απέναντι των δαπανών, τας οποίας η πόλις των Αθηνών ήτο εις θέσιν να υποστή.

49. Ο μεν Νικίας επέμενεν εις τους ισχυρισμούς τούτους, διότι εγνώριζεν ακριβώς τα εν Συρακούσαις, την αμήχανον οικονομικήν των κατάστασιν και ότι υπήρχεν αυτόθι μία μερίς, η οποία θέλουσα να περιέλθη η εξουσία εις τους Αθηναίους τον παρεκίνει διά κηρύκων να μη λύση την πολιορκίαν· άλλως, εν περιπτώσει αποτυχίας, είχε πεποίθησιν εις τον στόλον πλειοτέραν παρά πρότερον. Αλλ' ο Δημοσθένης ουδ' επ' ελάχιστον παρεδέχετο την ιδέαν να εξακολουθήσουν την πολιορκίαν· εάν δεν ηδύναντο να απαγάγουν τον στρατόν άνευ ψηφίσματος των Αθηναίων, έλεγε, και αν έπρεπε να χρονοτριβούν, ήτο ανάγκη προς τούτο να εγείρουν το στρατόπεδον και να μεταβούν ή εις την Θάψον ή εις την Κατάνην, όπου θα ηδύναντο να τρέφωνται διατρέχοντες την χώραν εις πολλά μέρη με το πεζικόν, και να βλάπτουν τον εχθρόν λεηλατούντες τους αγρούς· τότε ο στόλος θα εναυμάχει όχι εις το στενόν, τούθ' όπερ ήτο υπέρ των Συρακουσίων, αλλ' εις το πέλαγος, όπου η εμπειρία των ήθελε τους ωφελήσει και όπου θα ηδύναντο να αποσύρωνται και να επιτίθενται χωρίς να απομακρύνωνται της παραλίας ουδέ να πλησιάζουν εις αυτήν, ως έπρατταν εις διάστημα στενόν και περιωρισμένον. Εν συνόλω είπεν ότι ουδόλως συγκατετίθετο να μείνουν ακόμη εις τον αυτόν τόπον και ότι έπρεπε να αναχωρήσουν όσον τάχιστα και άνευ αναβολής. Ο Ευρυμέδων συνεμερίσθη την γνώμην ταύτην· αλλ' επειδή αντέλεγεν ο Νικίας, προέκυψεν εκ τούτον κάποια χαλαρότης και βραδύτης, και ενόμιζαν επίσης ότι ο Νικίας, επιμένων ούτως εις την γνώμην του, είχε καλλιτέρας των άλλων πληροφορίας. Τοιουτοτρόπως λοιπόν οι Αθηναίοι ανέβαλαν την αναχώρησίν των και έμειναν εις την αυτήν θέσιν.

50. Εν τούτοις ο Γύλιππος και ο Σικανός επέστρεψαν εις τας Συρακούσας, ο μεν Σικανός αποτυχών εις τον Ακράγαντα διότι, ενώ ακόμη ευρίσκετο εις την Γέλαν, η φιλικώς προς τους Συρακουσίους διακειμένη μερίς είχεν εξορισθή), ο δε Γύλιππος φέρων μεθ' εαυτού και άλλον στρατόν εκ της Σικελίας και τους εν αρχή της ανοίξεως σταλέντας διά των φορτηγών πλοίων Πελοποννησίους στρατιώτας, οι οποίοι από της Λιβύης είχαν φθάσει εις τον Σελινούντα. Ριφθέντες ούτοι υπό της τρικυμίας εις τας ακτάς της Λιβύης, έλαβαν παρά των Κυρηναίων δύο πολεμικά πλοία και οδηγούς του πλου, και αφού κατά τον παράπλουν εβοήθησαν τους Ευεσπερίτας πολιορκουμένους υπό των Λιβύων και ενίκησαν τους τελευταίους τούτους, έφθασαν ακτοπλοούντες μέχρι της Νεαπόλεως (εμπορικού σταθμού των Καρχηδονίων), εκ της οποίας η Σικελία απέχει δύο μόνον ημέρας και μίαν νύκτα· από της Νεαπόλεως δε μετέβησαν εις τον Σελινούντα. Και οι μεν Συρακούσιοι, άμα εκείνοι έφθασαν, παρεσκευάσθηραν να επιτεθούν εκ νέου κατά των Αθηναίων διά ξηράς και διά θαλάσσης· οι δε στρατηγοί των Αθηναίων βλέποντες ότι οι μεν εχθροί ενισχύθησαν και δι' άλλων επικουριών, αι δε ιδικαί των υποθέσεις, αντί να καλυτερεύουν, εξ εναντίας εχειροτέρευαν καθ' ημέραν υπό πάσας τας επόψεις και ότι η ασθένεια προ πάντων εμάστιζε τον στρατόν, μετεμελούντο, διότι δεν είχαν αναχωρήσει ταχύτερον· επειδή δε ο Νικίας δεν επέμενε πλέον ανθιστάμενος, αλλ' εζήτει μόνον να μη γίνωνται φανεραί αι διασκέψεις, εγνωστοποίησαν εις όλους τους στρατιώτας, όσον το δυνατόν μάλλον κρυφίως, να εγείρουν το στρατόπεδον, διά να εισέλθουν εις τα πλοία, και να είναι έτοιμοι εις το πρώτον σημείον. Ότε όμως τα πάντα ητοιμάσθησαν και έμελλαν να αποπλεύσουν, αίφνης έγινεν έκλειψις σελήνης· ήτο δε πανσέληνος. Οι πλείστοι των Αθηναίων εξέλαβαν τούτο ως κακόν οιωνόν και εζήτησαν από τους στρατηγούς να αναβάλουν τον απόπλουν· ο Νικίας, ο οποίος απέδιδεν υπερβάλλουσαν σπουδαιότητα εις τους οιωνούς και τα τοιαύτα φαινόμενα, είπεν ότι δεν απεφάσιζε πλέον την αναχώρησιν, εάν δεν παρέλθουν τρις εννέα ημέραι. Και οι μεν Αθηναίοι ανέβαλαν ένεκα τούτου την αναχώρησίν των.

51. Μαθόντες δε οι Συρακούσιοι τα συμβαίνοντα επρόσεχαν ακόμη περισσότερον εις το να μη δώσουν ανάπαυσιν εις τους Αθηναίους, αφού ούτοι ωμολόγησαν πλέον την κατά ξηράν και θάλασσαν αδυναμίαν των, διότι άλλως δεν ήθελαν σκεφθή να αναχωρήσουν. Όπως εμποδίσουν δε οι Συρακούσιοι τον εχθρόν να αποκατασταθή εις άλλο μέρος της Σικελίας, όπου θα καθίστατο δυσκολώτερον να τον προσβάλουν, απεφάσισαν να τον αναγκάσουν εις ναυμαχίαν ως τάχιστα, εντός του λιμένος και εις θέσιν, η οποία να είναι συμφέρουσα εις αυτούς. Εισήλθαν λοιπόν εις τα πλοία των και εξησκήθησαν τόσας ημέρας, όσας ενόμισαν ότι ήσαν ικαναί. Έπειτα, κατά την παραμονήν της ορισθείσης διά την μάχην ημέρας, προσέβαλαν τα τείχη των Αθηναίων. Ότε δε εξήλθεν εις συνάντησίν των διά τινων πυλών έν απόσπασμα εξ οπλιτών και ιππέων, οι Συρακούσιοι περιεκύκλωσάν τινας των οπλιτών, τους έτρεψαν εις φυγήν και κατεδίωξαν αυτούς. Επειδή δε το πέρασμα ήτο στενόν, οι Αθηναίοι απώλεσαν εβδομήκοντα ίππους και ολίγους οπλίτας.

52. Και κατ' εκείνην μεν την ημέραν ο στρατός των Συρακουσίων απεχώρησε, κατά την επομένην δε εξήγαγον εβδομήκοντα έξ πλοία και συγχρόνως ο πεζός στρατός επροχώρησε κατά των τειχών των Αθηναίων. Ούτοι επροχώρησαν με ογδοήκοντα έξ πλοία και ήρχισαν ναυμαχούντες. Ο δε Ευρυμέδων, ο οποίος ωδήγει το δεξιόν κέρας των Αθηναίων, ηθέλησε να περικυκλώση τον εχθρικόν στόλον· αλλ' ο χειρισμός ούτος τον παρέσυρε πολύ πλησίον της παραλίας. Οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοί των, αφού ενίκησαν το κέντρον των Αθηναίων, εχώρισαν τον Ευρυμέδοντα από του επίλοιπου στόλου, τον ώθησαν εις κοίλωμά τι του λιμένος, κατέστρεψαν το πλοίόν του καθώς και όσα τον είχον ακολουθήσει, και τον εφόνευσαν· έπειτα δε κατεδίωξαν όλον τον στόλον των Αθηναίων και τον έσπρωξαν προς την ξηράν.

53. Ο δε Γύλιππος βλέπων τας ναυς των πολεμίων νικωμένας και καταστρεφομένας έξω των χαρακωμάτων και του στρατοπέδου αυτού ηθέλησε να εξολοθρεύση τους εις την ξηράν αποβαίνοντας και να ευκολύνη εις τους Συρακουσίους την ανέλκυσιν των πλοίων καταλαμβάνων την παραλίαν. Επροχώρησε λοιπόν κατά μήκος της ακτής έχων μέρος τι του στρατού· αλλ' οι Τυρρηνοί, οίτινες εφύλατταν εις το μέρος τούτο, βλέποντες τους εχθρούς πλησιάζοντας ατάκτως, επροχώρησαν και επιπεσόντες εναντίον των πρώτων τους έτρεψαν εις φυγήν και τους έρριψαν εις την λίμνην την καλουμένην Λυσιμέλειαν. Κατόπιν δε, επειδή προσήλθον πολλοί Συρακούσιοι και σύμμαχοι, οι Αθηναίοι έτρεξαν εις βοήθειαν, και φοβούμενοι διά τα πλοία των ήρχισαν να πολεμούν με τους εχθρούς· και νικήσαντες κατεδίωξαν αυτούς, εφόνευσαν πολλούς στρατιώτας, έσωσαν τα πλείστα των πλοίων των και τα συνήθροισαν πλησίον του στρατοπέδου. Οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι συνέλαβαν δεκαοκτώ πλοία και εφόνευσαν όλα τα πληρώματα αυτών· διά να καύσουν δε τον επίλοιπον στόλον, γεμίσαντες με κληματίδας και με δάδα ολκάδα παλαιάν (έπνεε δε ο άνεμος ούριος επί τους Αθηναίους) την ώθησαν αφού πρώτον έθεσαν εις αυτήν πυρ. Φοβηθέντες δε οι Αθηναίοι διά τα πλοία των μετεχειρίσθησαν πολλά μέσα διά να αποφύγουν το πυρπολικόν· σβέσαντες δε την φλόγα και απομακρύναντες την ολκάδα, απηλλάγησαν του κινδύνου.

54. Μετά ταύτα δε οι Συρακούσιοι έστησαν τρόπαιον διά την ναυμαχίαν και διά την περικύκλωσιν των στρατιωτών προ των τειχών των Αθηναίων, όπου ωσαύτως συνέλαβαν και τους ίππους. Έστησαν δε και οι Αθηναίοι τρόπαιον, επειδή οι Τυρρηνοί ώθησαν τους πεζούς εις την λίμνην και επειδή αυτοί ούτοι μετά του επιλοίπου στρατού τους έτρεφαν εις φυγήν.

55. Μετά δε την λαμπράν ταύτην νίκην του ναυτικού των Συρακκουσίων, οι οποίοι πρότερον εφοβούντο τον μετά του Δημοσθένους ελθόντα στόλον, οι Αθηναίοι απεθαρρύνθησαν εντελώς. Η διάψευσις των ελπίδων των υπήρξε μεγάλη, πολύ δε μεγαλυτέρα η μεταμέλεια ότι επεχείρησαν την εκστρατείαν εκείνην. Τωόντι μεταξύ των πόλεων, κατά των οποίων είχαν επιτεθή μέχρι τότε, αι της Σικελίας ήσαν αι μόναι, πού είχαν ήθη όμοια με τα ιδικά των, αι οποίαι εκυβερνώντο δημοκρατικώς ως αυτοί, και που είχαν πλοία, ίππους και κατοίκους πολλούς. Μη δυνηθέντες να τας διαιρέσουν και να τας ελκύσουν με το μέρος των, μη έχοντες πολεμικάς παρασκευάς ανωτέρας αυτών, περιπίπτοντες αδιακόπως από σφάλματος εις σφάλμα, προ πολλού περιήλθαν εις δυσχερή θέσιν· ότε όμως ενικήθησαν και κατά θάλασσαν, το οποίον δεν ηδύναντο να φαντασθούν, τότε η αθυμία των περισσότερον ηύξησεν.

56. Από της στιγμής δ' εκείνης οι Συρακούσιοι διέτρεχαν τον λιμένα αφόβως· διενοούντο μάλιστα να κλείσουν την είσοδον αυτού, ίνα οι Αθηναίοι, και αν ήθελαν, μη δυνηθούν να εξέλθουν κρυφίως· οι Συρακούσιοι δεν είχαν πλέον φροντίδα τόσον περί της ιδίας των σωτηρίας, όσον να εμποδίσουν την των πολεμίων, νομίζοντες, το οποίον ήτο και αληθές, ότι εις την παρούσαν κατάστασιν των πραγμάτων, είχαν μεγάλην υπεροχήν επί των Αθηναίων, και ότι, εάν κατώρθουν να νικήσουν αυτούς και τους συμμάχους των κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, το ανδραγάθημα τούτο θα τους εδόξαζε μεταξύ των Ελλήνων, εκ των οποίων οι μεν θα ηλευθερούντο αμέσως, οι δε θα απέβαλλον κάθε φόβον, διότι αι υπολειπόμεναι δυνάμεις των Αθηναίων δεν θα ήρκουν να υποστούν τον πόλεμον, τον οποίον θα ενήργουν εναντίον αυτών, ενώ οι Συρακούσιοι, θεωρούμενοι ως αίτιοι του ανδραγαθήματος τούτου, θα εθαυμάζοντο και υπό των συγχρόνων και υπό των επερχομένων γενεών. Βεβαίως ο αγών ήτο λίαν ένδοξος υπό την έποψιν ταύτην και προς τούτοις διότι εθριάμβευαν όχι μόνον κατά των Αθηναίων, αλλά και κατά πολλών άλλων συμμάχων των Αθηνών· άλλως τε δε και, μολονότι η νίκη ήτο κοινή μετά των συμμάχων, συνεμερίζετο όμως τώρα την ηγεμονίαν μετά των Κορινθίων και των Λακεδαιμονίων· η πόλις των είχεν εκτεθή πρώτη εις τους κινδύνους και το ναυτικόν των είχε κάμει μεγάλας προόδους. Ουδέποτε έγινεν εις μίαν πόλιν τόσων εθνών συρροή, εκτός της γενικής συναθροίσεως εκείνων, όσοι κατά τον παρόντα πόλεμον μετέσχον είτε υπέρ των Αθηναίων είτε υπέρ των Λακεδαιμονίων.

57. Ιδού δε η απαρίθμησις των λαών, όσοι εκατέρωθεν επολέμησαν υπέρ ή κατά της Σικελίας, οι μεν διά να μετάσχουν εις την κατάκτησιν αυτής, οι δε διά να συντελέσουν εις την σωτηρίαν της· οι λαοί δε ούτοι εβοήθησαν αλλήλους ουχί τόσον δικαιώματι συμμαχίας ή συγγενείας, όσον ένεκα των περιστάσεων, εις τας οποίας καθένας ευρίσκετο είτε εκ συμφέροντος είτε εξ ανάγκης. Οι Αθηναίοι, καταγωγής Ιωνικής όντες, ήλθαν εκουσίως να προσβάλουν τους Συρακουσίους, όντας Δωριείς. Οι Λήμνιοι, οι Ίμβριοι και οι Αιγινήται, οι οποίοι τότε είχαν την Αίγιναν, ηνώθησαν με τους Αθηναίους, των οποίων είχαν διατηρήσει την γλώσσαν και τα ήθη· μετ' αυτών ήλθαν οι Εστιαιείς, οι κατοικούντες την εν Εύβοια Εστίαιαν και άποικοι όντες των Αθηναίων. Μεταξύ των άλλων λαών, οι οποίοι μετέσχον της εκστρατείας ταύτης των Αθηναίων, οι μεν ήσαν υπήκοοι αυτών, οι δε σύμμαχοι ανεξάρτητοι· υπήρχαν επίσης και μισθοφόροι. Μεταξύ των υπηκόων και φόρου υποτελών ήσαν εκ μεν της Ευβοίας οι Ερετριείς, οι Χαλκιδείς, οι Στυρείς και οι Καρύστιοι, εκ δε των νήσων οι Κείοι, οι ’νδριοι και οι Τήνιοι, εκ δε της Ιωνίας οι Μιλήσιοι, οι Σάμιοι και οι Χίοι. Εκ τούτων οι Χίοι, μη όντες φόρου υποτελείς, έδωκαν πλοία και συνηκολούθησαν ελευθέρως, τοσούτω μάλλον, όσω όλοι ήσαν Ίωνες ή άποικοι των Αθηναίων, πλην των Καρυστίων, οι οποίοι είναι Δρύοπες. Μολονότι υπήκοοι και ηναγκασμένοι να συνεκστρατύυσουν, εν τούτοις ηκολούθουν ως Ίωνες εναντίον Δωριέων. Εκτός τούτων υπήρχαν και Αιολείς, μεταξύ των οποίων οι Μηθυμναίοι ήσαν ηναγκασμένοι να δίδουν πλοία και όχι φόρον, ενώ οι Τενέδιοι και οι Αίνιοι ήσαν φόρου υποτελείς. Ούτοι δε κατ' ανάγκην επολέμουν τους Βοιωτούς συμμάχους των Συρακουσών, αν και ήσαν Αιολείς ως αυτοί και ιδρυταί των. Οι Πλαταιείς, μολονότι Βοιωτοί, μόνοι κατά δίκαιον μίσος επολέμουν εναντίον των άλλων Βοιωτών. Οι Ρόδιοι και οι Κυθήριοι αμφότεροι είναι Δωριείς· οι μεν Κυθήριοι, άποικοι όντες των Λακεδαιμονίων έφεραν όπλα μετά των Αθηναίων και κατά των Λακεδαιμονίων του Γυλίππου· οι δε Ρόδιοι, το γένος Αργείοι, ηναγκάσθησαν να πολεμήσουν εναντίον των Συρακουσίων, οι οποίοι ήσαν Δωριείς, και κατά των Γελώων, οι οποίοι ήσαν άποικοι των και συνεπολέμουν με τους Συρακουσίους. Μεταξύ των περί την Πελοπόννησον νησιωτών οι Κεφαλλήνες και οι Ζακύνθιοι ήσαν μεν αυτόνομοι, αλλ' ως νησιώται ηναγκάσθησαν να ακολουθήσουν τους θαλασσοκρατούντας Αθηναίους· οι δε Κερκυραίοι όχι μόνον Δωριείς, αλλά και καταγωγής Κορινθιακής, συνεξεστράτευσαν εναντίον των Κορινθίων και των Συρακουσίων, των μεν άποικοι όντες, των δε συγγενείς, προφασιζόμενοι μεν την ανάγκην, πράγματι όμως μισούντες τους Κορινθίους. Οι Μεσσήνιοι, οι σήμερον ονομαζόμενοι της Ναυπάκτου και οι της τότε υπό των Αθηναίων κατεχομένης Πύλου συμπεριλήφθησαν εις τον πόλεμον· υπήρχαν επίσης καί τινες εξόριστοι Μεγαρείς, που ευρίσκοντο εις την λυπηράν ανάγκην να πολεμούν τους Σελινουντίους, οι οποίοι κατήγοντο εκ Μεγάρων. Εκ μέρους των άλλων λαών η εκστρατεία έγινε μάλλον εξ ελευθέρας θελήσεως· διότι οι μεν Αργείοι, Δωριείς όντες, ηκολούθησαν τους Ίωνας Αθηναίους εναντίον Δωριέων όχι ίσως ένεκα της μετά των Αθηναίων συμμαχίας των, αλλ' ένεκα του κατά των Λακεδαιμονίων μίσους των και χάριν ιδίας ωφελείας έκαστος, οι δε Μαντινείς και άλλοι μισθοφόροι Αρκάδες, συνηθισμένοι να πολεμούν πάντοτε κατ' εκείνων, τους οποίους υπεδείκνυαν εις αυτούς ως εχθρούς, ευρίσκοντο απέναντι των συμπατριωτών των ληφθέντων επί μισθώ παρά των Κορινθίων και εθεώρουν αυτούς ως εχθρούς· οι Αθηναίοι είχαν επίσης Κρήτας και Αιτωλούς μισθωτούς. Συνέπεσε δε οι Κρήτες, οι οποίοι είχαν ιδρύσει την Γέλαν μετά των Ροδίων, να έλθουν ουχί προς βοήθειαν των αποίκων, αλλ' εναντίον αυτών, ακουσίως και μετά μισθού. Ακαρνάνές τινες εστρατολογήθησαν επίσης είτε υπό ελπίδος κέρδους, είτε προ πάντων ένεκα φιλίας προς τον Δημοσθένην και ευνοίας προς τους συμμάχους των Αθηναίους. Όλοι ούτοι οι λαοί ορίζονται υπό του Ιονίου κόλπου. Μεταξύ δε των Ιταλιωτών οι Θούριοι και οι Μεταπόντιοι ηναγκάσθησαν ένεκα των εμφυλίων ερίδων των να ενωθούν με τους Αθηναίους, καθώς και μεταξύ των Σικελιωτών οι Νάξιοι και οι Καταναίοι· εκ των βαρβάρων δε οι Αθηναίοι είχαν με το μέρος των τους Εγεσταίους, οι οποίοι τους είχαν προσκαλέσει εις την Σικελίαν, καθώς και το πλείστον μέρος των Σικελών· εκ των λαών των έξω της Σικελίας οι Αθηναίοι είχαν παραλάβει Τυρρηνούς τινας εχθρικώς διακειμένους προς τους Συρακουσίους και Ιάπυγας μισθοφόρους. Τόσα ήσαν τα έθνη, όσα συνεξεστράτευσαν μετά των Αθηναίων.

58. Τους δε Συρακουσίους εκ του αντιθέτου μέρους εβοήθησαν οι Καμαριναίοι, γείτονες όντες, και οι απώτερον κατοικούντες Γελώοι· οι Ακραγαντίνοι έμειναν ουδέτεροι· αλλ' οι Σελινούντιοι οι ακόμη μάλλον απωτέρω εγκατεστημένοι, προς το μέρος της Σικελίας το εστραμμένον προς την Λιβύην, ηνώθησαν μετ' αυτών, καθώς και οι Ιμεραίοι, οι μόνοι Έλληνες, πού κατοικούν εις το μέρος της νήσου το κείμενον προς την Τυρρηνικήν θάλασσαν· ούτοι δε ήσαν οι μόνοι, οι οποίοι εκ του μέρους τούτου εβοήθησαν τους Συρακουσίους. Ταύτα είναι τα ελληνικά έθνη, Δωριείς και αυτόνομοι, όσα συνεμάχησαν με τους Συρακουσίους· μεταξύ δε των βαρβάρων δεν είχαν άλλους βοηθούς ειμή εκείνους εκ των Σικελών, όσοι δεν ηνώθησαν με τους Αθηναίους. Εκ των έξω της Σικελίας Ελλήνων οι μεν Λακεδαιμόνιοι έδωκαν στρατηγόν Σπαρτιάτην, νεοδαμώδεις (νεοδαμώδης δε δηλοί απελεύθερον) και είλωτας, οι δε Κορίνθιοι μόνοι ήλθαν μετά στρατού πεζού και πλοίων, οι δε Λευκάδιοι και οι Αμπρακιώται ένεκα συγγενείας εκ δε της Αρκαδίας απεστάλησαν υπό των Κορινθίων μισθοφόροι, και οι Σικυώνιοι εξεστράτευσαν αναγκασθέντες· τέλος έξωθεν της Πελοποννήσου ήλθαν Βοιωτοί. Σχετικώς προς όλα ταύτα τα στρατεύματα τα ελθόντα έξωθεν, οι Σικελιώται έδωκαν το όλον αριθμόν πολύ ανώτερον ένεκα του μεγέθους των πόλεων των, διότι συνήθροισαν πολλούς στρατιώτας, πλοία, ίππους και άπειρον πλήθος. Πάλιν όμως οι Συρακούσιοι, αυτοί μόνοι ούτως ειπείν συνεισέφεραν πλειότερον παρ' όλοι οι Σικελιώται, είτε διά το μέγεθος της πόλεως των είτε διότι ευρίσκοντο αυτοί εις τον μεγαλύτερον κίνδυνον. Και αι μεν συλλεγείσαι επικουρίαι εκατέρων τοσαύται ήσαν. Κατ' εκείνην δε την εποχήν ήσαν πλήρεις, και έκτοτε ουδεμία αύξησις έγινεν.

59. Οι Συρακούσιοι λοιπόν και οι σύμμαχοί των εσκέφθησαν ευλόγως ότι θα ήτο δι' αυτούς ένδοξον κατόρθωμα, μετά την ναυτικήν νίκην, να αιχμαλωτίσουν επί πλέον όλον τον πολυάριθμον στρατόν των Αθηναίων και να μη τον αφήσουν να διαφύγη ούτε διά ξηράς ούτε διά θαλάσσης. Έκλεισαν λοιπόν ευθύς τον μέγαν λιμένα, το στόμιον του οποίου ήτο οκτώ περίπου σταδίων, διά τριήρων πλαγίως τοποθετηθεισών, διά πλοιαρίων και ακατίων προσηλωμένων υπό αγκυρών, συνεπλήρωσαν τας άλλας προετοιμασίας διά την περίπτωσιν, πού οι Αθηναίοι θα απετόλμων νέαν ναυμαχίαν, και ουδέν άλλο εσκέπτοντο ή μεγάλα.

60. Οι δε Αθηναίοι, βλέποντες ότι τους έκλειαν και μαντεύοντες την σκέψιν των Συρακουσίων, έκριναν ότι έπρεπε και αυτοί να σκεφθούν περί του πρακτέου. Συνήλθαν λοιπόν οι στρατηγοί και οι ταξίαρχοι, όπως διασκεφθούν περί της παρούσης αμηχάνου καταστάσεώς των· τα τρόφιμα είχαν εξαντληθή, διότι, αφ' ότου απεφάσισαν να εκπλεύσουν, παρήγγειλαν εις την Κατάνην να διακοπούν αι αποστολαί· δεν ηδύναντο δε πλέον να ελπίζουν τοιαύτα, εάν δεν επετύγχαναν νίκην τινά κατά θάλασσαν. Απεφάσισαν λοιπόν να εγκαταλίπουν τα ανώτερα τείχη των, να καταλάβουν πλησίον αυτών των πλοίων των χώρον γης όσον το δυνατόν ελάχιστον, τον οποίον να περιτειχίσουν, και να αποθέσουν εν αυτώ τα σκεύη και τους ασθενείς· αφού δε αφήσουν εκεί φρουρούς, να εισβιβάσουν όλον τον άλλον πεζόν στρατόν εις τα πλοία τα εν καλή καταστάσει ευρισκόμενα και τα ολιγώτερον εύχρηστα, και να επιχειρήσουν ναυμαχίαν, και, εάν μεν νικήσουν, να μεταβούν εις την Κατάνην, εάν δε νικηθούν, να πυρπολήσουν τον στόλον και να υποχωρήσουν διά ξηράς εν τάξει εις την πρώτην φιλικήν θέσιν, βαρβαρικήν ή ελληνικήν, την οποίαν θα ηδύναντο να καταλάβουν. Και οι μεν Αθηναίοι όσα απεφάσισαν, ταύτα και έπραξαν· διότι και εκ των άνω, τειχών κατέβησαν και τα πλοία όλα επλήρωσαν αναγκάσαντες να εισέλθουν εις αυτά όσοι ήσαν αξιόμαχοι. Και ούτω συνεπληρώθησαν εκατόν δέκα πλοία το όλον εισεβίβασαν δε εις αυτά ακοντιστάς και τοξότας εκ των Ακαρνάνων και εξ άλλων ξένων, και τέλος επρονόησαν περί όλων των άλλων, όσα απητούντο διά την κρίσιμον εκείνην περίστασιν και διά τον σκοπόν, τον οποίον επεδίωκαν. Ο δε Νικίας, ενώ όλα σχεδόν ήσαν έτοιμα, βλέπων τους στρατιώτας αποθαρρημένους διά το μέγεθος της ήττης, την οποίαν παρά το σύνηθες έπαθαν κατά θάλασσαν, και εν τούτοις απόφασιν έχοντας, ένεκα της ελλείψεως των εφοδίων, να διακινδυνεύσουν όσον τάχιστα, τους συνεκάλεσεν όλους και τους ενεθάρρυνε κατά πρώτον λέγων ταύτα:

61. «Στρατιώται Αθηναίοι και σύμμαχοι, ο μεν αγών, ο μέλλων, θα είναι κοινός εις όλους ομοίως· διά σας και διά τους εχθρούς πρόκειται περί σωτηρίας και περί πατρίδος· διότι, εάν νικήσωμεν σήμερον κατά θάλασσαν, θα δυνηθή έκαστος να επανίδη την γενέθλιον πόλιν του. Δεν πρέπει δε ούτε να αθυμήσετε ούτε να πάθετε ό,τι παθαίνουν οι απειρότατοι των ανθρώπων, οι οποίοι νικηθέντες εις τους πρώτους αγώνας νομίζουν ότι και εις το μέλλον πάντοτε ως και πρότερον θα περιπίπτουν εις δυστυχήματα. Αλλ' όλοι όσοι είσθε εδώ Αθηναίοι, πού είσθε ήδη έμπειροι πολέμων, και σεις σύμμαχοι, πού πάντοτε πολεμείτε πλησίον ημών, ενθυμηθήτε τας περιπετείας του πολέμου· ελπίσατε ότι η τύχη θα ευνοήση τέλος και ημάς, και ετοιμασθήτε να επανορθώσετε την προτέραν ήτταν διά νέας μάχης βλέποντες ενώπιόν σας το άπειρον τούτο πλήθος.

62. »Παν μέτρον, το οποίον ηδύνατο να μας επιτρέψη η στενότης του λιμένος κατά του πλήθους των πλοίων και κατά της παρασκευής των εχθρικών καταστρωμάτων, τα οποία τόσον μας έβλαπταν μέχρι τούδε εμελετήθη όσον το δυνατόν καλλίτερον παρ' ημών και παρά των κυβερνητών. Τοξόται και ακοντισταί πολλοί θέλουν εισέλθει εις τα πλοία, καθώς και πολύ άλλο πλήθος, το οποίον δεν θα μεταχειριζώμεθα, εάν η ναυμαχία εγένετο εις το πέλαγος, επειδή ο όχλος ήθελε παρεμποδίζει την επιδέξιον των πλοίων διοίκησιν, ενώ η τοιαύτη διευθέτησις θα αποβή υπέρ ημών εις την εντελώς εξ ανάγκης επιχειρουμένην αυτήν από των πλοίων πεζομαχίαν. Εύρομεν μέσα κατάλληλα διά να αντισταθώμεν εις την δύναμιν των επωτίδων του εχθρού, αι οποίαι τοσούτον μας έβλαπταν· σιδηραί χείρες ριπτόμεναι επί του καθ' ημών επιπίπτοντος πλοίου θα εμποδίζουν την υποχώρησιν αυτού, αρκεί οι επί των ημετέρων καταστρωμάτων να εκτελέσουν το καθήκόν των. Είμεθα αναγκασμένος να πεζομαχήσωμεν από των πλοίων· επομένως μας συμφέρει μήτε ημείς να υποχωρήσωμεν μήτε εις τον εχθρόν να επιτρέψωμεν να υποχωρήση· τοσούτω μάλλον, όσω, εκτός του χώρου του κατεχομένου υπό του πεζού ημών στρατού, όλη η παραλία κατέχεται υπό πολεμίων.

63. »Ταύτα ενθυμούμενοι επιμείνατε μέχρι τέλους εις την πάλην ταύτην χωρίς να σπρωχθήτε προς την ξηράν· άμα το εν πλοίον πλησιάση το άλλο, μη χωρισθήτε απ' αυτού πριν ή ρίψετε τους στρατιώτας εις την θάλασσαν από του εχθρικού καταστρώματος. Και ταύτα μεν απευθύνω προς τους στρατιώτας μάλλον ή προς τους ναύτας, διότι το έργον απόκειται εις τους επί του καταστρώματος και διότι επ' αυτών κυρίως στηρίζονται σήμερον αι περί της νίκης ελπίδες μας. Τους δε ναύτας παραινώ και παρακαλώ συγχρόνως να μη καταβληθούν δι' όσας υπέστημεν συμφοράς, τώρα ότε τα καταστρώματα έχουν καλυτέραν ετοιμασίαν και τα πλοία είναι πλείονα. Σεις δε οι μέτοικοι, οι οποίοι προ ολίγου ακόμη, νομιζόμενοι Αθηναίοι χωρίς να είσθε, διηγείρατε τον θαυμασμόν της Ελλάδος διά την γνώσιν της γλώσσης μας και την μίμησιν των ηθών μας και οι οποίοι συνεμερίζεσθε την ιδικήν μας αρχήν χαίροντες τα αυτά με ημάς προνόμια και ακόμη μεγαλύτερα, διότι φοβεροί όντες εις τους υπηκόους ημών διετελείτε πλειότερον απηλλαγμένοι των αδικιών, ενθυμηθήτε την ευτυχίαν, της οποίας απολαύετε, και πόσον αξίζει να διασωθή. Σεις μόνοι όντες κοινωνοί ελευθέρως της αρχής ημών, πόσον ηθέλατε καταστή ένοχοι προδίδοντες αυτήν σήμερον. Καταφρονούντες τους Κορινθίους τούτους, τους οποίους τοσάκις ενικήσατε, και τους Σικελιώτας τούτους, εκ των οποίων ουδείς, ενόσω ήκμαζε το ναυτικόν ημών, ετόλμα να αντιστή, αποκρούσατε αυτούς ανδρείως και αποδείξατε ότι και κατά την εποχήν ακόμη της εξασθενίσεως και της δυστυχίας η εμπειρία σας είναι ανωτέρα της ευτυχούσης αυτών δυνάμεως.

64. »Εις όσους δε από σας είναι Αθηναίοι υπενθυμίζω πάλιν και τα εξής, ότι εις τα νεώρια των Αθηνών ούτε άλλα πλοία όμοια με ταύτα, ούτε στρατιώται εις ώριμον ηλικίαν είναι. Εάν λοιπόν σας συνέβαινεν άλλο τι ή να νικήσετε, αμέσως οι εχθροί θα εκπλεύσουν εντεύθεν, διά να πολεμήσουν εν τη Αττική, και οι μείναντες εκεί συμπολίταί μας δεν θα δυνηθούν να αποκρούσουν και τους υπάρχοντας εχθρούς και τους επερχομένους. Και σεις μεν θέλετε υποταχθή εις τους Συρακουσίους, σεις πού γνωρίζετε με ποίον σκοπόν ήλθατε να τους προσβάλετε, οι δε εκεί εις τους Λακεδαιμονίους. Μόνη αύτη η ημέρα θ' αποφασίση και περί των δύο. Δείξατε αντοχήν εις την υπερτάτην ταύτην στιγμήν και ενθυμηθήτε καθένας ιδιαιτέρως και όλοι ομού ότι οι πολεμισταί, οι οποίοι θα εισέλθουν σήμερον εις τα πλοία, είναι συγχρόνως και ο στρατός των Αθηναίων, και ο στόλος, και η πόλις ολόκληρος, και το μέγα όνομα των Αθηνών. Προκειμένου περί τοιούτων συμφερόντων, εάν τις από σας υπερέχη είτε κατά την εμπειρίαν, είτε κατά την ευψυχίαν, ουδέποτε καλλιτέρα ευκαιρία θα παρουσιασθή να επιδείξη αυτάς και να γίνη του εαυτού του μεν ευεργέτης, σωτήρ δε όλων».

65. Ο μεν Νικίας ταύτα ειπών διέταξε να εισέλθουν εις τα πλοία. Ο δε Γύλιππος και οι Συρακούσιοι, ιδόντες τας ετοιμασίας ταύτας, δεν εδυσκολεύθησαν να εννοήσουν ότι οι Αθηναίοι είχαν σκοπόν να ναυμαχήσουν. Το σχέδιον της διά των σιδηρών χειρών προσβολής τους είχεν αναγγελθή προηγουμένως· διά να αποφύγουν λοιπόν τον κίνδυνον τούτον, περιετύλιξαν με δέρματα το ανώτερον μέρος της πρώρας, διά να γλυστρή η σιδηρά χειρ χωρίς να ευρίσκη λαβήν. Αφού δε ητοιμάσθησαν τα πάντα, οι στρατηγοί και ο Γύλιππος απηύθυναν προτροπάς προς τους στρατιώτας των, λέγοντες ταύτα:

66. «Συρακούσιοι και σύμμαχοι, ότι αι προηγούμεναι πράξεις ήσαν ένδοξοι και ότι αι μέλλουσαι να γίνουν θα είναι ενδοξότεραι, τούτο το γνωρίζετε όλοι, ως νομίζομεν· διότι άλλως δεν θα επεδεικνύετε τοσούτον ζήλον· αλλ' εάν τις από σας δεν είναι αρκετά πεπεισμένος, αμέσως θέλομεν τον πείσει. Τους Αθηναίους τούτους, πού ήλθαν εδώ, διά να υποτάξουν πρώτον την Σικελίαν, και έπειτα, εν περιπτώσει επιτυχίας, την Πελοπόννησον και την λοιπήν Ελλάδα· τους Αθηναίους τούτους, πού είναι ισχυρότατοι όλων των πριν και των τώρα Ελλήνων, σεις πρώτοι, ω Συρακούσιοι, τους ενικήσατε εις το στοιχείον, το οποίον κατέστησεν αυτούς κυρίους των πάντων. Επετύχατε ήδη κατά θάλασσαν νίκας τινάς και βεβαίως θα επιτύχετε και άλλην σήμερον. Ο νικώμενος εις το πεδίον, όπου ενόμιζε τον εαυτόν του ανίκητον, χάνει την καλήν ιδέαν, πού είχε διά τον εαυτόν του. Όταν δε μίαν φοράν ταπεινωθή η μεγαλαυχία, επέρχεται η αποθάρρυνσις, πού παραλύει τας δυνάμεις. Τούτο έπαθαν σήμερον οι Αθηναίοι.

67. »Ημών δε η προτέρα φυσική ανδρεία, με την οποίαν μολονότι άπειροι όντες περιεφρονήσαμεν τους κινδύνους, σήμερον είναι βεβαιοτέρα· και επειδή ενούται μετ' αυτής η πεποίθησις ότι είμεθα ικανώτατοι, αφού ενικήσαμεν τους ικανωτάτους, η ελπίς καθενός μας διπλασιάζεται. Εις τας πλείστας των επιχειρήσεων η μεγίστη ελπίς παρέχει αφ' εαυτής τον μέγιστον ζήλον. Εάν οι εχθροί απεμιμήθησαν τας πολεμικάς προπαρασκευάς ημών, μας είναι όμως γνωσταί και δεν θα φανώμεν ανεπιτήδειοι προς εκάστην εξ αυτών. Αυτοί δε εξ εναντίας, παρά την συνήθειάν των, έθεσαν επί των καταστρωμάτων πολλούς μεν στρατιώτας, πολλούς δε ακοντιστάς, ούτως ειπείν αδαείς της θαλάσσης, Ακαρνάνας και άλλους, οι οποίοι, αφού εισέλθουν εις τα πλοία, δεν θα ηξεύρουν πώς πρέπει καθήμενοι να ρίπτουν το βέλος. Πώς λοιπόν τοιούτοι άνθρωποι να μη εμβάλουν εις κίνδυνον τα πλοία και να μη περιπέσουν εις σύγχυσιν κλονιζόμενοι υπό των ασυνήθων εκείνων κινημάτων ; Εάν κανείς από σας φοβηθή την αριθμητικήν υπεροχήν των, ας μάθη ότι το πλήθος τούτο των πλοίων θ' αποβή εις αυτούς ανωφελές· διότι τα πλοία αυτά, συσσωρευμένα εις στενόν χώρον, θα κινώνται βραδύτερον παρ' όσον θέλουν και θα βλάπτωνται ευκολώτερον υπ' εκείνων, τα οποία ημείς παρεσκευάσαμεν. Εκ των πληροφοριών δε, τας οποίας έχομεν, μάθετε και το εξής, το οποίον είναι αληθέστατον. Οι Αθηναίοι, καταβληθέντες υπό των υπερβολικών δεινών και βιαζόμενοι υπό της παρούσης αμηχανίας, θέλουν να αποπειραθούν απελπισμένον τόλμημα, όχι τόσον βασιζόμενοι επί των πολεμικών προπαρασκευών των, όσον θέλοντες να δοκιμάσουν την τύχην των, ριψοκινδυνεύοντες όπως δύνανται, ίνα παραβιάσουν την έξοδον και αναχωρήσουν διά θαλάσσης· αν αποτύχουν δε, να πραγματοποιήσουν την αναχώρησίν των διά θαλάσσης, διότι εις ουδεμίαν άλλην περίστασιν η θέσις των θα καταστή δυσχερεστέρα, παρ' όσον είναι κατ' αυτήν την στιγμήν.

68. »Εν μέσω λοιπόν τοιαύτης αταξίας, ενώ η τύχη των αμειλίκτων τούτων πολεμίων παραδίδεται αφ' εαυτής, ας ορμήσωμεν μετά μανίας και ας σκεφθώμεν συγχρόνως μεν, ότι είναι νομιμώτατον να χορτάσωμεν τον θυμόν της ψυχής μας εναντίον εχθρών, οι οποίοι είναι άξιοι να τιμωρηθούν ως αδίκως επελθόντες, συγχρόνως δε, ότι είναι γλυκύτατον, κατά το δη λεγόμενον, να εκδικηθώμεν εναντίον εχθρού, όπως και θα πράξωμεν σήμερον. Όλοι ηξεύρετε ότι είναι εχθροί και μάλιστα έχθιστοι οι Αθηναίοι, αυτοί, πού, ως γνωστόν, ήλθαν εναντίον της χώρας μας να υποδουλώσουν αυτήν, και που, εάν κατόρθωναν τούτο, εις μεν τους άνδρας ήθελαν επιβάλει σκληροτάτας τιμωρίας, εις δε τα παιδία και τας γυναίκας φρικωδεστάτας ατιμίας, εις δε την πόλιν ολόκληρον το αίσχιστον των ονομάτων. Δεν πρέπει λοιπόν να φανώμεν χαλαροί μήτε να νομίσωμεν κέρδος, εάν τους αφήσωμεν να απέλθουν χωρίς να κινδυνεύσουν, διότι αυτοί, και αν νικήσουν, θα πράξουν τούτο. Αλλ' εάν, ως είναι πιθανόν, κατορθώσωμεν, όπως επιθυμούμεν, να τους τιμωρήσωμεν και να ασφαλίσωμεν την ελευθερίαν, την οποίαν είχε μέχρι σήμερον η Σικελία, ποίον ένδοξον κατόρθωμα ! Ουδέν σπανιώτερον εις αυτάς τας μάχας παρά αι ευκαιρίαι εκείναι αι καθιστώσαι την μεν ήτταν ελαχίστην βλάβην, από δε την νίκην παρέχουν μέγα κέρδος».

69. Και οι μεν στρατηγοί των Συρακουσίων και ο Γύλιππος, αφού είπαν ταύτα προς τους στρατιώτας των, έσπευσαν να τους επιβιβάσουν εις τα πλοία, άμα είδαν ότι και οι Αθηναίοι εγέμιζαν τα ιδικά των. Ο δε Νικίας, καθ' ην στιγμήν έμελλαν να άρουν την άγκυραν, φοβηθείς διά την θέσιν των και βλέπων πόσον μέγας και πόσον άφευκτος ήτο ο κίνδυνος, ενόμισεν, ως συμβαίνει εις τας κρισίμους περιστάσεις, ότι έργω μεν αι ετοιμασίαι δεν ήσαν εντελείς, λόγω δε ότι δεν ωμίλησεν όσον έπρεπε, και απετάθη εκ νέου προς ένα έκαστον των τριηράρχων, καλών αυτόν διά του πατρικού ονόματος, διά του ιδιαιτέρου του, διά του της φυλής, εις την οποίαν ανήκε· παρεκάλει εκείνους, όσοι είχαν αποκτήσει κάποιαν δόξαν, να μη προδώσουν αυτήν, και εκείνους, των οποίων οι πατέρες είχαν λαμπρυνθή, να μη αμαυρώσουν τας πατρικάς αρετάς· υπέμνησεν εις αυτούς την απεριόριστον ελευθερίαν της πατρίδος των και την ανεξαρτησίαν, την οποίαν είχαν όλοι εις τον ιδιωτικόν βίον αυτών. Εις ταύτα τέλος προσέθηκεν όλους τους κοινούς τόπους, εις τους οποίους καταφεύγει τις εις τοιαύτην υπερτάτην στιγμήν, και τους ωμίλησε περί των γυναικών, των τέκνων και των πατρώων θεών. Αφού δε συνεβούλευσεν όσα ενόμιζεν απαραίτητα μάλλον ή ικανά, εμακρύνθη και ωδήγησε τον πεζόν στρατόν προς την θάλασσαν και παρέταξεν αυτόν όσον το δυνατόν ευρυχωρότερον, ίνα η θέα αυτού χρησιμεύη πλειότερον παντός άλλου προς ενθάρρυνσιν των ευρισκομένων εις τα πλοία. Συγχρόνως δε ο Δημοσθένης, ο Μένανδρος και ο Ευθύδημος (διότι ούτοι εισήλθαν εις τα πλοία των Αθηναίων ως στρατηγοί), αναχωρήσαντες από του σταθμού των έπλευσαν αμέσως προς το ζεύγμα του λιμένος και το αφεθέν κενόν διάστημα, θέλοντες να βιάσουν την έξοδον.

70. Οι δε Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι επροχώρησαν με πλοία ίσα κατά τον αριθμόν με τα της προτέρας μάχης. Και μέρος μεν αυτών μετεχειρίσθησαν, διά να φυλάττουν την έξοδον, τα δε λοιπά διέθεσαν εν ημικυκλίω εις τον άλλον λιμένα, διά να επιπέσουν κατά των Αθηναίων εξ όλων των μερών συγχρόνως. Κατά την ιδίαν στιγμήν ο πεζός στρατός ηκολούθει τας κινήσεις πανταχού, όπου τα πλοία ηδύναντο να σταθούν. Ο Σικανός και ο Αγάθαρχος, διοικούντες τον στόλον των Συρακουσίων, κατελάμβαναν έκαστος ανά έν κέρας, ο δε Πυθήν και οι Κορίνθιοι είχαν το μέσον. Ότε οι Αθηναίοι πλέοντες έφθασαν εις το ζεύγμα, διά της πρώτης επιθέσεως απώθησαν τα πλησίον του ζεύγματος παραταγμένα πλοία και προσεπάθησαν να διέλθουν· αλλ' έπειτα οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι ώρμησαν εναντίον αυτών πανταχόθεν, και ήρχισεν η ναυμαχία όχι μόνον πλησίον του ζεύγματος, αλλά και εντός του λιμένος, έγινε δε πεισματώδης μάχη, και με ουδεμίαν των προηγουμένων ωμοίαζε, διότι πολλή μεν εκατέρωθεν η προθυμία των ναυτών, διά να επιπίπτουν κατά του εχθρού, άμα διετάσσοντο, μεγάλη δε η άμιλλα των κυβερνητών, τις να υπερβή τον άλλον κατά την τέχνην. Οι επιβάται, άμα έν πλοίον έπιπτεν εναντίον άλλου, προσείχαν, ώστε η υπηρεσία του καταστρώματος να μη είναι υποδεεστέρα των χειρισμών, έκαστος δε εις την θέσιν που ετάχθη προσεπάθει να φαίνεται πρώτος. Ουδέποτε τόσα πλοία εναυμάχησαν εις τόσον μικρόν χώρον, διότι οι δύο στόλοι ομού ηρίθμουν περί τα διακόσια πλοία. Ένεκα λοιπόν της τοσαύτης συσσωρεύσεως αι απ' ευθείας επιθέσεις καθίσταντο σπάνιαι, καθότι ήτο αδύνατον το πλοίον να οπισθοχωρήση ή να διασχίση την εχθρικήν γραμμήν. Ως επί το πλείστον τα πλοία, θέλοντα να φύγουν ή να επιπέσουν εναντίον άλλου πλοίου, συνεκρούοντο προς άλληλα. ’μα πλοίόν τι επροχώρει, διά να επιπέση, οι επί των καταστρωμάτων στρατιώται έρριπταν κατ' αυτού άφθονα ακόντια, βέλη και λίθους· αλλά, ότε τα πλοία ήρχοντο εις συνάφειαν, οι επιβάται ήρχοντο εις χείρας και προσεπάθουν να αναβούν εις τα πλοία αλλήλων. Συνέβη δε πολλάκις, ώστε, ένεκα του στενού χώρου, πλοίόν τι, ενώ επετίθετο διά του εμβόλου καθ' ενός πλοίου, άλλο επετίθετο κατ' αυτού, και τοιουτοτρόπως γύρω από έν πλοίον ήσαν δύο και ενίοτε περισσότερα πλοία ανηρτημένα μη δυνάμενα να απαλλαγούν. Οι κυβερνήται ήσαν όλως ενασχολημένοι να προφυλάσσωνται από τους μεν, να ενεδρεύουν τους δε, ουχί μόνον εις έν σημείον, αλλ' εις πολλά και πανταχού. Φοβερός θόρυβος, προερχόμενος εκ των πολλών προς άλληλα συγκρουομένων πλοίων, επροξενούσε τρόμον και συγχρόνως εκάλυπτε την φωνήν των κελευστών, των οποίων αι κραυγαί και αι παρακελεύσεις εδιπλασιάζοντο, είτε διά να διαταράττουν τους χειρισμούς είτε διά να παροτρύνουν τον ζήλον των ναυτών. Οι μεν Αθηναίοι εκραύγαζαν ότι έπρεπε να παραβιασθή η έξοδος, ότι η στιγμή εκείνη ήτο κρίσιμος και ότι έπρεπε να πολεμήσουν ανδρείως, διά να εξασφαλίσουν την εις τας πατρίδας των επάνοδον· οι δε Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι ότι καλόν θα ήτο να εμποδίσουν την απόδρασιν των εχθρών, και διά του κατορθώματος τούτου να δοξάση καθένας την πατρίδα του. Προσέτι οι στρατηγοί εκατέρων, εάν έβλεπαν πλοίον τι υποχωρούν, εκάλουν τον τριήραρχον ονομαστί και τον ηρώτων οι μεν Αθηναίοι αν την εχθρικήν γην, εις την οποίαν υπεχώρει, την εθεώρει ως μάλλον φιλικήν της θαλάσσης, την οποίαν απέκτησαν διά τοσούτων αγώνων, οι δε Συρακούσιοι, αν έφευγεν εχθρούς, οι οποίοι, ως εγίνωσκε καλώς, ουδένα άλλον σκοπόν είχε παρά να φύγουν.

71. Ενώ δε εις την θάλασσαν διεφιλονεικείτο τοιουτοτρόπως η νίκη, οι δύο πεζοί στρατοί, οι μείναντες επί της παραλίας ευρίσκοντο εις σκληροτάτην αμηχανίαν. Οι εντόπιοι επρόκειτο να συμπληρώσουν τον θρίαμβόν των· οι ξένοι να διαφύγουν την τελείαν καταστροφήν. Επειδή ολη η τύχη των Αθηναίων εναπέκειτο επί του στόλου, ησθάνοντο μεγίστους φόβους περί του μέλλοντος· ένεκα δε της ανωμαλίας του εδάφους ηναγκάζοντο οι εν τη παραλία να βλέπουν την ναυμαχίαν υπό διαφόρους επόψεις. Επειδή η θέα των πραττομένων δεν ήτο μακράν και όλοι συγχρόνως δεν ηδύναντο να βλέπουν το αυτό σημείον, οι έκ τινος μέρους βλέποντες τους ιδικούς των επικρατούντας ανεθάρρουν και επικαλούμενοι τους θεούς ικέτευον αυτούς να μη τους στερήσουν της σωτηρίας· άλλοι, στρέφοντες τα βλέμματά των προς τους ηττωμένους, εξέφεραν κραυγάς και ολοφυρμούς, και εις την θέαν των συμβαινόντων το θάρρος των κατεβάλλετο πλειότερον παρά το των μαχομένων· άλλοι τέλος συνεκέντρωναν τα βλέμματα των εις σημείον, όπου η ναυμαχία ήτο αμφίρροπος, και διά το συνεχώς αναποφάσιστον του αγώνος αυτά τα σώματα των ηκολούθουν μετά τρόμου τας κινήσεις της φαντασίας των. Η αγωνία των ήτο φρικώδης, διότι εις πάσαν στιγμήν ενόμιζαν εαυτούς σωθέντας ή απολεσθέντας. Εις το στράτευμα των Αθηναίων, ενόσω η νίκη έμενεν αναποφάσιστος, δεν ηκούετο άλλο τι παρά ολοφυρμός, κραυγαί νίκης ή ήττης και όλαι αι αναφωνήσεις, τας οποίας αναγκαίως αποσπά από μέγαν στρατόν μέγας κίνδυνος. Τα αυτά έπασχαν και οι επί των πλοίων. Τέλος οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι, μετά μακράν και πεισματώδη μάχην, έτρεψαν εις φυγήν τους Αθηναίους, επέπεσαν κατ' αυτών μεθ' ορμής, παροτρύνοντες αλλήλους διά μεγάλων κραυγών, κατεδίωξαν αυτούς εις την παραλίαν. Τότε ο μεν ναυτικός στρατός των Αθηναίων, ο οποίος δεν συνελήφθη εις την θάλασσαν, έπεσεν επί της παραλίας και προσεπάθει διά διαφόρων διευθύνσεων να φθάση εις το στρατόπεδον· ο δε πεζός στρατός, παύσας να αισθάνεται διαφόρους συγκινήσεις με μίαν ορμήν πλέον ήρχισε να στενάζη και να οδύρεται. Δυσανασχετούντες διά τα συμβαίνοντα, οι μεν έτρεξαν εις βοήθειαν των πλοίων, οι δε διά να φυλάξουν τα λοιπά τείχη· άλλοι τέλος, και ούτοι ήσαν οι περισσότεροι, δεν εσκέπτοντο πλέον ειμή περί εαυτών και περί των μέσων της σωτηρίας. Η κατάπληξις αυτών υπήρξε μεγίστη και η θέσις αυτών ήτο ακριβώς ομοία εκείνης, εις ην είχαν περιέλθει οι εν τη Πύλω Λακεδαιμόνιοι, διότι μετά την καταστροφήν του στόλου των Λακεδαιμονίων οι εν τη νήσω διαβάντες άνδρες, απολέσαντες τα πλοία των, έμελλαν και αυτοί να συναπολεσθούν· ομοίως και οι Αθηναίοι εις την περίστασιν ταύτην ουδεμίαν είχαν ελπίδα πλέον να σωθούν διά ξηράς, εκτός εάν ήθελε συμβή απρόοπτόν τι.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings