← Table of contents
Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τέταρτος

Front matter (continued 2)

I. (Ioannes) Zervos translation

72. Μετά δε την τρομεράν αυτήν ναυμαχίαν, κατά την οποίαν εχάθησαν και από τα δύο μέρη πολλοί άνθρωποι και πολλά πλοία, οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι, νικηταί όντες, συνήθροισαν τα ναυάγια και τους νεκρούς, επέστρεψαν εις τας Συρακούσας και έστησαν τρόπαιον· οι δε Αθηναίοι, ένεκα των υπερβολικών δεινών, τα οποία έπασχαν, ούτε καν εσκέφθησαν να ζητήσουν τους νεκρούς ή τα ναυάγια, αλλ' η μόνη των σκέψις των ήτο να αναχωρήσουν διά νυκτός άνευ αναβολής. Ο Δημοσθένης μεταβάς εις τον Νικίαν του επρότεινε να πληρώσουν εκ νέου τα υπολειπόμενα πλοία και να βιάσουν, ει δυνατόν, την έξοδον του λιμένος άμα τη πρωία, λέγων ότι περισσότερα πλοία ικανά ν' ανθέξουν εις την θάλασσαν έμεναν ακόμη εις αυτούς ή εις τους πολεμίους· και τωόντι οι μεν Αθηναίοι είχαν διασώσει περί τα εξήκοντα, οι δε Συρακούσιοι ολιγώτερα των πεντήκοντα. Ο Νικίας ησπάσθη το σχέδιον τούτο· αλλ' ότε ηθέλησαν να πληρώσουν τα πλοία, οι ναύται, κατάπληκτοι ακόμη διά την ήτταν, και μη ελπίζοντες πλέον να υπερτερήσουν, ηρνήθησαν να εισέλθουν. Και οι μεν Αθηναίοι συνεφώνησαν όλοι να αναχωρήσουν διά ξηράς.

73. Ο δε Ερμοκράτης ο Συρακούσιος, υπονοήσας το σχέδιόν των και νομίσας ότι θα ήτο επικίνδυνον, εάν τοιούτος στρατός, αποχωρών διά ξηράς, αποκαθίστατο εις μέρος τι της Σικελίας και ήρχιζε πάλιν τον κατά των Συρακουσών πόλεμον, μετέβη εις τους άρχοντας της πόλεως και παρέστησεν εις αυτούς ότι δεν έπρεπε να αφήσουν τους Αθηναίους να αναχωρήσουν διά νυκτός (και εξέθεσε τα αίτια), αλλ' ότι ήτο ανάγκη όλοι οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι να εξέλθουν αμέσως, διά να φράξουν τας οδούς και να καταλάβουν προηγουμένως τας στενωπούς. Οι δε άρχοντες επεδοκίμαζαν μεν και αυτοί το μέτρον τούτο, και τους εφαίνετο μάλιστα ωφέλιμον να το εκτελέσουν, αλλ' εφοβούντο μήπως οι άνθρωποι παραδεδομένοι ήδη εις την ευθυμίαν και την ανάπαυσιν, μετά μεγάλην ναυμαχίαν, δεν ήθελαν υπακούσει ευκόλως, προ πάντων διότι ήτο εορτή (διότι κατ' εκείνην την ημέραν εθυσίαζαν εις τον Ηρακλέα)· ενόμιζαν ότι εν τη μέθη της νίκης οι πλείστοι, τραπέντες προς τον πότον, εις πάσαν άλλην διαταγήν θα υπήκουαν ή εις το να λάβουν τα όπλα κατ' εκείνην την στιγμήν και να εξέλθουν της πόλεως. Επειδή λοιπόν ένεκα των σκέψεων τούτων το πράγμα εφαίνετο δύσκολον εις τους άρχοντας, και ο Ερμοκράτης δεν ηδύνατο να τους πείση, ιδού τι επενόησεν ούτος εις την περίστασιν ταύτην. Φοβηθείς μήπως οι Αθηναίοι κατορθώσουν διά νυκτός να διέλθουν ανεμποδίστως τα μάλλον απότομα μέρη, έστειλε προς την εσπέραν τινάς των οικείων του μετά ιππέων εις το στρατόπεδον των Αθηναίων. Πλησιάσαντες δε ούτοι εις απόστασιν, από της οποίας ηδύναντο να ασκηθούν, και προσποιηθέντες ότι ήσαν φίλοι των Αθηναίων (διότι υπήρχαν τίνες Συρακούσιοι, οι οποίοι επληροφόρουν τον Νικίαν περί των εν τη πόλει συμβαινόντων), προσεκάλεσάν τινας και εμήνυσαν εις τον Νικίαν να μη απαγάγη τον στρατόν διά νυκτός, καθότι οι Συρακούσιοι εφύλατταν τας οδούς, αλλά να μείνουν οι Αθηναίοι ήσυχοι και να κινήσουν την ημέραν. Ειπόντες ταύτα απήλθαν· όσοι δε τους ήκουσαν, ανήγγειλαν τα λεχθέντα εις τους στρατηγούς των Αθηναίων.

74. Ούτοι δε, συμφώνως με την ειδοποίησιν ταύτην, απέσχον να αναχωρήσουν κατά την νύκτα εκείνην χωρίς να υποπτεύσουν την απάτην· και, επειδή δεν έσπευσαν να αναχωρήσουν αμέσως, ενόμισαν εύλογον να περιμείνουν ακόμη και την επιούσαν ημέραν, ίνα κατά την τοιαύτην περίστασιν οι στρατιώται παρασκευασθούν όσον το δυνατόν καλλίτερον· και τα μεν άλλα πάντα να εγκαταλίπουν, κατά την αναχώρησίν των δε να παραλάβουν μόνον όσα ήσαν απολύτως αναγκαία διά να ζήσουν. Εν τούτοις ο Γύλιππος και οι Συρακούσιοι, εξελθόντες πρωτύτερα, διά μεν του πεζού στρατού έφραξαν τας διά της πεδιάδος οδούς, δι' ων κατά πάσαν πιθανότητα έμελλαν να διέλθουν οι Αθηναίοι, κατέλαβαν τας διαβάσεις των ρυάκων και των ποταμών και παρετάχθησαν παντού, όπου ενόμισαν κατάλληλον διά να υποδεχθούν τον εχθρικόν στρατόν και να εμποδίσουν την διάβασιν αυτού· διά δε του στόλου πλησιάσαντες εις το παράλιον είλκυσαν εις την θάλασσαν τα πλοία των Αθηναίων και έκαυσαν ολίγα εξ αυτών, όπως είχαν διανοηθή αυτοί οι Αθηναίοι να κάμουν, τα δε άλλα όσα εύρον διεσκορπισμένα επί του αιγιαλού, τα ερρυμούλκησαν ησύχως και τα έφεραν ανεμποδίστως εις την πόλιν.

75. Μετά δε ταύτα, ότε ο Νικίας και ο Δημοσθένης έκριναν ότι ικανώς παρεσκευάσθησαν, επραγματοποιήθη η αναχώρησις του στρατού κατά την τρίτην ημέραν μετά την ναυμαχίαν. Η θέσις των Αθηναίων ήτο καθ' όλα φρικτή· ανεχώρουν, αφού απώλεσαν όλα τα πλοία των, και, αντί μεγάλων ελπίδων, δεν έμεινε πλέον ειμή κίνδυνος δι' αυτούς και διά την πόλιν· εκτός τούτου, την στιγμήν που έμελλαν να αναχωρήσουν, θλιβερά αισθήματα κατέλαβαν την θέαν και την ψυχήν εκάστου. Οι νεκροί έμεναν άταφοι· ο βλέπων τινά εκ των ιδικών του κείμενον κατά γης κατελαμβάνετο υπό θλίψεως και φόβου· εκείνοι δε πού εγκατελείποντο ακόμη ζώντες, πληγωμένοι ή ασθενείς, ήσαν διά τους ζώντας αντικείμενον περισσοτέρας λύπης και αθλιώτεροι ακόμη εκείνων πού εχάθησαν. Διά των ικεσιών και των ολοφυρμών των έθεταν τον στρατόν εις αμηχανίαν ζητούντες να τους συμπαραλάβουν και καλούντες μεγαλοφώνως όσους έβλεπαν εκ των φίλων των ή εκ των συντρόφων των κρεμώμενοι από τους διαμένοντας υπό την αυτήν σκηνήν, κατά την στιγμήν της αναχωρήσεώς των, τους ηκολούθουν όσον ηδύναντο, όστις δε εξ αυτών έχανε το θάρρος ή την δύναμιν, εγκατελείπετο εν μέσω βλασφημιών και οιμωγών. Όλος ο στρατός, έμπλεος δακρύων και αμηχανίας, εμακρύνετο δυσκόλως, μολονότι απεμακρύνετο από γην πολεμίαν, όπου είχεν υποστή τα πάνδεινα, και διέβλεπεν εις την σκοτίαν του μέλλοντος πολύ δεινότερα παθήματα. Οι στρατιώται ήσαν κατηφείς και βαθέως ταπεινωμένοι· θα έλεγε τις ότι πόλις τις εκυριεύθη εξ εφόδου και ότι οι πολλοί κάτοικοι της έφευγαν· τωόντι το συγχρόνως βαδίζον εκείνο πλήθος δεν ήσαν ολιγώτεροι των τεσσαράκοντα χιλιάδων ανθρώπων. Έκαστος εκράτει ό,τι ήτο απολύτως αναγκαίον· οι στρατιώται και μάλιστα οι ιππείς έφεραν παρά το σύνηθες τας τροφάς των υπό τας ασπίδας των, είτε ένεκα ελλείψεως υπηρετών, είτε ένεκα δυσπιστίας, τωόντι η λιποταξία των δούλων, προ πολλού αρχίσασα, είχε καταστή γενική, άλλως δε αι τροφαί, τας οποίας έφεραν, ουδέ ήρκουν καν, διότι δεν υπήρχαν πλέον ζωοτροφίαι εις το στρατόπεδον. Η ανακούφισις εκείνη, την οποίαν ο καθείς αισθάνεται, υποφέρων τα παθήματα μαζί με πολλούς, ουδόλως εμετρίαζε την παρούσαν κατάστασιν, προ πάντων ότε ανελογίζετά τις ποίαν θλιβεράν λύσιν έλαβεν η τόση λαμπρότης και η καύχησις. Και τωόντι ουδέποτε ελληνικός στρατός υπέστη σκληροτέραν αποτυχίαν· ελθόντες διά να υποδουλώσουν άλλους λαούς, ανεχώρουν τρέμοντες μη αυτοί οι ίδιοι υποδουλωθούν· αντί των ευχών και των παιάνων, με τους οποίους είχαν αναχωρήσει εξ Αθηνών, ένεκα τύχης εναντίας εμακρύνοντο μετά κραυγών απαισίων, πεζοί και ουχί επί των πλοίων. Έχοντες τας ελπίδας των εις τους στρατιώτας μάλλον ή εις το ναυτικόν. Εν τούτοις, ένεκα του μεγέθους του επικρεμαμένου ακόμη κινδύνου, πάντα ταύτα εφαίνοντο είς αυτούς ανεκτά.

76. Βλέπων δε ο Νικίας το στράτευμα ευρισκόμενον εις αθυμίαν και έχον μεγάλην μεταβολήν φρονήματος διέτρεξε τας τάξεις, ενεθάρρυνεν αυτό όσον επέτρεπαν αι περιστάσεις, και το παρηγόρει. Εμφορούμενος υπό ζήλου ωμίλει μετά πλειοτέρας δυνάμεως προς εκείνους τους οποίους επλησίαζε, και υψών την φωνήν ήθελε να καταστή ωφέλιμος και εις τους μάλλον μακράν ευρισκομένους.

77. «Ακόμη και κατά την παρούσαν κατάστασιν των πραγμάτων, ω Αθηναίοι και σύμμαχοι, δεν πρέπει να απελπίζεσθε, διότι υπάρχουν παραδείγματα ότι τινές και εις χειροτέραν θέσιν ευρισκόμενοι εσώθησαν· μήτε να καταμέμφεσθε υπέρ το δέον τον εαυτόν σας διά τας συμφοράς και τας αδίκους ταλαιπωρίας. Εγώ αυτός, ο οποίος ούτε άλλου τινός είμαι δυνατώτερος (βλέπετε εις ποίαν κατάστασιν είμαι ως εκ της νόσου) ούτε ουδενός ταπεινότερος και εις τον ιδιωτικόν και εις τον δημόσιον βίον, είμαι εν τούτοις εκτεθειμένος εις τον αυτόν κίνδυνον ως οι έσχατοι των στρατιωτών. Και εν τούτοις προς μεν τους θεούς εφάνην πάντοτε πιστός τηρητής των καθιερωμένων θρησκευτικών εθίμων, προς δε τους ανθρώπους δίκαιος και ανεπίληπτος· τούτου ένεκα η μεν ελπίς, την οποίαν έχω περί του μέλλοντος, είναι ισχυρά, αι δε άδικοι συμφοραί με φοβίζουν ολιγώτερον παρ' όσον δύναται τις να πιστεύση. Αλλ' ίσως αύται παύσουν μετ' ολίγον, διότι η ευτυχία των εχθρών υπερέβη παν όριον. Εάν θεός τις είδε με φθονερόν όμμα την εκστρατείαν ημών, ετιμωρήθημεν ήδη αρκούντως. Πολλοί άλλοι βεβαίως προ ημών ήλθαν εναντίον ετέρων, και, επειδή έπραξαν ως άνθρωποι, υπέστησαν δεινά, όσα οι άνθρωποι δύνανται να υποστούν. Και ημείς επίσης πρέπει να ελπίζωμεν ότι θα παύσωμεν υποκείμενοι εις την οργήν των θεών, επειδή η τύχη μας είναι αξία οίκτου μάλλον ή φθόνου. Στρέψατε τα βλέμματά σας προς τον εαυτόν σας, και βλέποντες οποίοι στρατιώται είσθε και πόσον καλώς συντεταγμένοι προχωρείτε, καταστείλατε τους φόβους σας· σκεφθήτε ότι πανταχού, όπου σταθήτε, θα σχηματίσετε αμέσως πόλιν και ότι ουδεμία τοιαύτη εις την Σικελίαν θα δυνηθή να υποστή ευκόλως τας επιθέσεις σας, ουδέ να σας εκδιώξη, εάν κάπου αποκατασταθήτε. Προσέχετε, ώστε η πορεία ημών να εκτελήται με ασφάλειαν και ευταξίαν. Ας συλλογισθή προ πάντων καθένας σας ότι το μέρος, όπου θα αναγκασθή να πολεμήση, θα χρησιμεύση δι' αυτόν εν περιπτώσει νίκης και ως πατρίς και ως τείχος. Θα επισπεύσωμεν την πορείαν ημών και νύκτα και ημέραν, διότι ολίγας έχομεν ζωοτροφίας· αλλ' εάν κατορθώσωμεν να φθάσωμεν εις χωρίον τι φιλικόν των Σικελών (οι οποίοι διά τον φόβον των Συρακουσίων μένουν ακόμη εις ημάς πιστοί), θεωρήσατε πλέον τον εαυτόν σας εις ασφάλειαν ευρισκόμενον. Έστειλα μάλιστα προς αυτούς απεσταλμένον, διά να τους είπη να έλθουν εις συνάντησίν μας και να μας φέρουν ζωοτροφίας. Με ένα λόγον πεισθήτε, ω ανδρείοι στρατιώται, ότι πρέπει εξ ανάγκης να φανήτε γενναίοι, καθότι, εάν δειλιάσετε, δεν υπάρχει εδώ πλησίον κανέν μέρος, το οποίον να σας χρησιμεύση ως άσυλον. Σκέφθητε, ότι, εάν διαφύγετε τώρα τους εχθρούς, όλοι θα ευτυχήσετε να επανίδετε οσα επιθυμείτε, και ότι σεις, ω Αθηναίοι, θα αναστήσετε το προς στιγμήν καταπεσόν μεγαλείον των Αθηνών· διότι η πόλις είναι οι άνδρες και ουχί τα τείχη και τα κενά ανδρών πλοία».

78. Τοιουτοτρόπως μεν παρώτρυνεν ο Νικίας τον στρατόν διατρέχων τας τάξεις αυτού, και, εάν έβλεπε στρατιώτας χωρούντας ατάκτως, τους συνήθροιζε και τους ετακτοποίει. Αφ' ετέρου δε ο Δημοσθένης απέτεινε τα αυτά περίπου εις τους στρατιώτας του. Ο στρατός επροχώρει κατά τετράγωνον, με προπορευόμενον το στρατιωτικόν σώμα, το οποίον ωδήγει ο Νικίας και με το υπό τον Δημοσθένην σώμα ερχόμενον κατόπιν. Οι υπηρέται και το άοπλον πλήθος ήσαν εντός των στρατιωτών. ’μα έφθασαν εις την διάβασιν του Ανάπου ποταμού, εύρον εκεί παραταγμένον απόσπασμα των Συρακουσίων και των συμμάχων, το οποίον έτρεψαν εις φυγήν, και γενόμενοι κύριοι της διαβάσεως εχώρουν εις τα εμπρός. Οι Συρακούσιοι τους ηκολούθουν εκ του πλησίον επιτιθέμενοι διά του ιππικού και ακοντίζοντες διά των ψιλών. Και κατ' εκείνην μεν την ημέραν, προχωρήσαντες οι Αθηναίοι τεσσαράκοντα περίπου σταδίους, διενυκτέρευσαν επί τίνος λόφου, την επομένην δε πρωίαν αναχωρήσαντες διήνυσαν ακόμη είκοσι σταδίους περίπου και κατέβησαν εις επίπεδόν τι μέρος, όπου εστρατοπέδευσαν, θέλοντες και εκ των οικιών να λάβουν τι εδώδιμον, (διότι το μέρος εκείνο κατωκείτω), και να προμηθευθούν ύδωρ, διότι εις την οδόν, την οποίαν έμελλαν να διατρέξουν, δεν θα εύρισκαν άφθονον, επί πολλά στάδια. Αλλά κατά το διάστημα τούτο προλαβόντες αυτούς οι Συρακούσιοι ετείχισαν την δίοδον ταύτην, η οποία ήτο λόφος υψηλός περιοριζόμενος από τα δύο μέρη υπό χαράδρας κρημνώδους· ελέγετο δε ο λόφος ούτος Ακραίον λέπας. Την επιούσαν οι Αθηναίοι εξηκολούθουν την πορείαν των, όταν οι ιππείς και οι ακοντισταί των Συρακουσίων και των συμμάχων, πολλοί όντες και από τα δύο μέρη, παρεκώλυσαν αυτούς ακοντίζοντες και παριππεύοντες. Οι Αθηναίοι, αφού επολέμησαν επί πολλήν ώραν, ανεχώρησαν έπειτα εις το της προτεραίας στρατόπεδόν των· αλλά δεν είχαν πλέον τόσα τρόφιμα, όσα πρότερον, διότι δεν ηδύναντο πλέον ν' απομακρύνονται ένεκα του εχθρικού ιππικού.

79. Πρωί δε σηκώσαντες το στρατόπεδον ήρχισαν πάλιν την πορείαν, και προσεπάθησαν να φθάσουν εις τον περιτειχισμένον λόφον. Αλλ' εύρον ενώπιον των, υπέρ τα περιτειχίσματα, τον πεζόν στρατόν παραταγμένον εις πολύ βάθος, διότι ο χώρος ήτο στενός. Επιτεθέντες οι Αθηναίοι προσεπάθουν να καταλάβουν το μέρος εξ εφόδου, αλλ' εκ του λόφου, ο οποίος ήτο κατωφερής, βαλλόμενοι υπό πολλών (διότι οι άνωθεν επετύγχαναν καλλίτερον του σκοπού) και μη δυνάμενοι να εξαναγκάσουν την δίοδον υπεχώρησαν και ανεπαύθησαν. Έτυχε δε κατά το διάστημα τούτο να επισυμβούν βρονταί μετά βροχής, ως συνήθως συμβαίνει κατά την προσέγγισιν του φθινοπώρου. Τούτου ένεκα οι Αθηναίοι ησθάνθησαν ακόμη μεγαλυτέραν αθυμίαν και ενόμισαν, ότι όλα ταύτα εγένοντο διά τον ιδικόν των όλεθρον. Αναπαυομένων δε αυτών, ο Γύλιππος και οι Συρακούσιοι έστειλαν μέρος του στρατεύματός των, διά να εγείρη δεύτερον τείχος όπισθεν αυτών αλλά και οι Αθηναίοι έστειλάν τινας εκ των ιδικών των και τους παρεμπόδισαν. Και μετά ταύτα, αναχωρήσαντες οι Αθηναίοι πανστρατιά προς την πεδιάδα μάλλον, διενυκτέρευσαν εκεί, την δε επομένην επροχώρησαν. Οι Συρακούσιοι τους περιεκύκλωσαν, τους προσέβαλαν πανταχόθεν και κατετραυμάτισαν πλείστους εξ αυτών. Και, εάν μεν επετίθεντο οι Αθηναίοι, εκείνοι υπεχώρουν, εάν δε υπεχώρουν, τότε αυτοί επετίθεντο προ πάντων κατά των ευρισκομένων εις τας τελευταίας τάξεις, διά να εμβάλουν ολίγον κατ' ολίγον τους Αθηναίους εις αταξίαν και να ενσπείρουν τον τρόμον μεταξύ όλου του στρατεύματος. Και επί πολύ μεν αντέσχον οι Αθηναίοι εις τον τρόπον τούτον της προσβολής, έπειτα όμως, προχωρήσαντες πέντε ή έξ σταδίους ανεπαύθησαν εις την πεδιάδα. Εμακρύνθησαν δε απ' αυτών και οι Συρακούσιοι και επέστρεψαν εις το στρατόπεδόν των.

80. Ο δε Νικίας και ο Δημοσθένης βλέποντες την λυπηράν κατάστασιν του στρατού, την εντελή έλλειψιν των τροφών και τον μέγαν αριθμόν των τραυματισμένων απεφάσισαν να ανάψουν, διαρκούσης της νυκτός, όσα ηδύναντο περισσότερα πυρά και να οδηγήσουν τον στρατόν ουχί πλέον διά της οδού, την οποίαν κατ' αρχάς εμελέτησαν να ακολουθήσουν, αλλά κατά διεύθυνσιν εναντίαν των θέσεων, τας οποίας εφύλατταν οι Συρακούσιοι, δηλαδή προς την θάλασσαν. Η τελευταία αύτη οδός δεν έφερε πλέον τον στρατόν εις την Κατάνην, αλλ' εις το αντίθετον μέρος της Σικελίας, προς την Καμάριναν, την Γέλαν και τας άλλας ελληνίδας ή βαρβάρους πόλεις των παραλίων τούτων. Ανάψαντες λοιπόν πολλά πυρά ανεχώρησαν διά νυκτός· αλλ' ησθάνθησαν την ταραχήν εκείνην, η οποία είναι σύνηθες αποτέλεσμα του πανικού φόβου, πού καταλαμβάνει όλους τους στρατούς, προ πάντων τους μεγίστους, όταν οδοιπορούν νύκτα διά χώρας εχθρικής και όταν ο εχθρός είναι πλησίον. Και η μεν μοίρα του Νικίου, η οποία προηγείτο, διετήρησε τας τάξεις της και επροχώρησε πολύ, το δε ήμισυ, και μάλιστα το πλείστον της μοίρας του Δημοσθένους, διεσπάσθη και επροχώρει ατακτότερον. Εν τούτοις άμα τη αυγή έφθασαν εις το παράλιον και εισελθόντες εις την ονομαζομένην Ελωρίνην οδόν εξηκολούθησαν την πορείαν των, διά να φθάσουν εις τον Κακύπαριν ποταμόν και να εισδύσουν εις τα μεσόγεια ακολουθούντες τον ρουν αυτού· διότι ήλπιζαν να συναντήσουν εκεί και τους Σικελούς, τους οποίους είχαν ειδοποιήσει προηγουμένως. Φθάσαντες δε εις τον ποταμόν τούτον εύρον και ενταύθα απόσπασμα εκ Συρακουσίων, πού ετείχιζε και περιεχαράκωνε την διάβασιν αλλά παραβιάσαντες αυτήν διέβησαν τον ποταμόν και εξηκολούθησαν να προχωρούν προς άλλον ποταμόν ονομαζόμενον Ερινεόν. Ταύτην την οδόν είχαν υποδείξει εις αυτούς οι οδηγοί.

81. Εν τούτω δε τω μεταξύ, οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι, άμα έγινεν ημέρα και ενόησαν ότι οι Αθηναίοι είχαν αναχωρήρει, κατηγόρησαν οι πλείστοι τον Γύλιππον ότι εκουσίως αφήκε τους Αθηναίους να αναχωρήσουν και αναγνωρίσαντες ευκόλως την οδόν, την οποίαν είχαν ακολουθήσει, κατεδίωξαν αυτούς και τους έφθασαν περί την ώραν του αρίστου. Πλησιάσαντες δε τους στρατιώτας του Δημοσθένους, οι οποίοι εσχημάτιζαν την οπισθοφυλακήν και εβάδιζαν βραδέως και εν αταξία ένεκα της ταραχής, η οποία είχε συμβή την νύκτα, επετέθησαν κατ' αυτών και ήρχισαν την μάχην. Οι ιππείς των Συρακουσίων περιεκύκλωσαν εύκολα το ατάκτως διεσπαρμένον εκείνο σώμα και το εστενοχώρησαν εις έν μόνον μέρος. Ο στρατός του Νικίου ήτο εμπρός και απείχε πεντήκοντα σταδίους, διότι ο Νικίας εβάδιζε ταχύτερον, σκεπτόμενος ότι εις τοιαύτην περίστασιν η σωτηρία του στρατού δεν συνίστατο εις το να ίσταται εκουσίως και να μάχεται, αλλ' εις το να υποχωρή όσον τάχιστα και να μάχεται μόνον όταν αναγκάζεται. Ο Δημοσθένης ήτο περισσότερον και συνεχέστερον εκτεθειμένος· επειδή δε εσχημάτιζε την οπισθοφυλακήν, προσεβλήθη πρώτος υπό των πολεμίων. Ιδών ότι κατεδιώκετο υπό των Συρακουσίων εσκέφθη να παραταχθή εις μάχην μάλλον ή να προχωρήση, μέχρις ου τέλος η βραδύτης του επέτρεψεν εις τους εχθρούς να τον περικυκλώσουν εντελώς και να εμβάλουν αυτόν και τους μετ' αυτού Αθηναίους εις πολλήν αταξίαν, διότι καταληφθέντες ούτοι εντός χώρου περικυκλουμένου διά μικρού τείχους περιοριζομένου ένθεν και ένθεν δι' οδού και έχοντος πολλά ελαιόδενορα, προσεβλήθησαν πανταχόθεν υπό βελών. Ευλόγως δε οι Συρακούσιοι μετεχειρίζοντο το είδος τούτο της προσβολής μάλλον ή της μάχης εκ του συστάδην, διότι ουδέν συμφέρον είχαν να ριψοκινδυνεύουν εναντίον ανθρώπων απηλπισμένων. ’λλως οι Συρακούσιοι, βέβαιοι πλέον περί της επιτυχίας, εφείδοντο ανωφελών θυσιών και έκριναν το στρατήγημα εκείνο αρκούν να καταδαμάση τους Αθηναίους και να καταστήση αυτούς αιχμαλώτους των.

82. Αφού δε ούτως επί όλην την ημέραν έρριπταν βέλη κατά των Αθηναίων και των συμμάχων και τους είδαν ταλαιπωρημένους και υπό των τραυμάτων και των άλλων κακώσεων, ο Γύλιππος, οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι έστειλαν πρώτον κήρυγμα, διά να προσκαλέσουν τους νησιώτας να μεταβούν προς αυτούς παρέχοντες υπόσχεσιν ελευθερίας, το οποίον και έπραξαν οι στρατιώται πόλεών τινων, όχι πολλών. Έπειτα δε συνεφώνησαν και με τους άλλους στρατιώτας του Δημοσθένους να καταθέσουν τα όπλα και να μη φονευθή κανείς εξ αυτών μήτε βιαίως, μήτε εις τα δεσμά, μήτε ένεκα ελλείψεως της απολύτως αναγκαίας τροφής. Όλοι, εξακισχίλιοι όντες, παρεδόθησαν και όλον το χρήμα, πού είχαν το παρέδοσαν, θέσαντες αυτό επί ασπίδων ανεστραμμένων, εγέμισαν δε ούτως ασπίδας τέσσαρας. Και τούτους μεν αμέσως εκόμισαν εις την πόλιν οι Συρακούσιοι, ο δε Νικίας και οι μετ' αυτού έφθασαν την ιδίαν εκείνην ημέραν εις τον ποταμόν Ερινεόν, διαβάντες δε αυτόν εστρατοπέδευσαν επί τινος υψώματος.

83. Οι δε Συρακούσιοι καταλαβόντες αυτούς την επομένην τους ανήγγειλαν ότι οι μετά του Δημοσθένους παρεδόθησαν και τους προσεκάλεσαν να πράξουν το αυτό. Ο Νικίας, μη πιστεύων εις την είδησιν ταύτην, συνεφώνησε μετ' αυτών να πέμψη ιππέα, διά να βεβαιωθή περί του πράγματος. Αφού δε ο απεσταλμένος ούτος επιστρέψας επεβεβαίωσε την παράδοσιν του στρατού, ο Νικίας εμήνυσε διά κήρυκος εις τον Γύλιππον και τους Συρακουσίους ότι ήτο έτοιμος να συνθηκολογήση εν ονόματι των Αθηναίων, όπως όλα τα χρήματα, όσα οι Συρακούσιοι εδαπάνησαν εις τον πόλεμον εκείνον, τους αποδοθούν, αρκεί να αφήσουν τον στρατόν του να αναχωρήση ελευθέρως· μέχρις ου δε αποδοθούν τα χρήματα ταύτα, υπέσχετο να αφήση Αθηναίους ως ομήρους, ένα άνδρα διά κάθε τάλαντον. Ο Γύλιππος και οι Συρακούσιοι δεν εδέχθησαν τας προτάσεις ταύτας· αλλ' επιτεθέντες και περικυκλώσαντες τους Αθηναίους πανταχόθεν τους ετόξευαν μέχρις εσπέρας.

Οι Αθηναίοι ήσαν εξηντλημένοι ως εκ της ελλείψεως των τροφών και όλων των άλλων αναγκαίων· εν τούτοις περιέμειναν την ησυχίαν της νυκτός, διά να εξακολουθήσουν την πορείαν των. Είχαν δε ήδη αναλάβει τα όπλα, ότε οι Συρακούσιοι ενόησαν τον σκοπόν των και ετόνισαν τον παιάνα. Τότε οι Αθηναίοι ιδόντες ότι ανεκαλύφθησαν ανέστειλαν πάσαν απόπειραν, εκτός τριακοσίων ανδρών, οι οποίοι παραβιάσαντες τους φύλακας μετέβησαν διά νυκτός όπου ηδυνήθησαν.

84. Ο δε Νικίας, άμα έγινεν ημέρα, εκίνησεν επί κεφαλής του στρατού· οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι επετέθησαν κατ' αυτών διά του αυτού τρόπου, τοξεύοντες και κατακοντίζοντες αυτούς πανταχόθεν. Οι Αθηναίοι έσπευδαν να φθάσουν εις τον Ασσίναρον ποταμόν, όχι μόνον διότι εστενοχωρούντο πανταχόθεν υπό των επιθέσεων του πολλού ιππικού και του άλλου εχθρικού πλήθους, και ήλπιζαν να εύρουν ησυχίαν πέραν του ποταμού, αλλά και διά να καταπαύσουν τας βασάνους της πείνης και της δίψης. ’μα έφθασαν εις τας όχθας του ποταμού τούτου ερρίφθησαν εντός αυτού φύρδην μίγδην και όλοι ηγωνίζοντο τις να διαβή πρώτος· αλλ' οι εχθροί, οι οποίοι τους ηκολούθουν εκ του πλησίον, κατέστησαν την διάβασιν δυσχερεστάτην. Οι Αθηναίοι, αναγκασμένοι να προχωρούν αθρόοι, έπιπταν οι μεν επί των δε και κατεπάτουν αλλήλους. Περιπλεκόμενοι εν μέσω των δοράτων και των σκευών, οι μεν εφονεύοντο αμέσως, οι δε παρεσύροντο υπό των υδάτων. Οι Συρακούσιοι, παραταγμένοι επί της απέναντι κρημνώδους όχθης, ετόξευαν άνωθεν τους Αθηναίους, οι οποίοι ως επί το πλείστον κατεγίνοντο εις το να πίνουν απλήστως, και να συσσωρεύωνται ατάκτως εις την κοίλην κοίτην του ποταμού. Καταβάντες τέλος οι Πελοποννήσιοι έσφαζαν προ πάντων εκείνους, πού ήσαν εντός του ποταμού. Μετ' ολίγον το ύδωρ συνεταράχθη (έγινε θολόν)· εν τούτοις το έπιναν ακόμη, μολονότι ήτο βορβορώδες και αιματωμένον. Ήτο μάλιστα διά τους πολλούς αιτία έριδος.

85. Τέλος δε πολλά πτώματα έκειντο ήδη εντός του ποταμού, τα μεν επί των δε, και ο στρατός είχε καταστραφή, μέρος μεν εις τας όχθας, μέρος δε υπό των ιππέων, ότε ο Νικίας μετέβη προς τον Γύλιππον, εις αυτόν μάλλον ή εις τους Συρακουσίους εμπιστευόμενος, και παρέδωκε τον εαυτόν του εις την διάκρισιν του στρατηγού εκείνου και των Λακεδαιμονίων, παρακαλών αυτούς μόνον να παύσουν την σφαγήν. Τότε ο Γύλιππος διέταξε να συλλαμβάνουν ζωντανούς τους εχθρούς· όλοι δε εκείνοι, τους οποίους οι Συρακούσιοι δεν είχαν κρύψει, και των οποίων ο αριθμός ήτο μέγας, μετεφέρθησαν ζώντες· έστειλαν επίσης προς καταδίωξιν των τριακοσίων, πού είχαν διαφύγει τους φύλακας διά νυκτός, και τους συνέλαβαν. Εν τούτοις ολίγοι μόνον αιχμάλωτοι εκ του στρατού των Αθηναίων συνηθροίσθησαν προς όφελος του δημοσίου, διότι οι περισσότεροι είχαν κλαπή υπό ιδιωτών. Όλη η Σικελία κατεπλήσθη υπ' αυτών, καθότι δεν είχαν παραδοθή διά συνθήκης, όπως οι μετά του Δημοσθένους. Ο αριθμός των φονευθέντων υπήρξεν επίσης μέγιστος, διότι η σφαγή εγένετο φρικώδης και είχεν υπερβή πάσαν προηγηθείσαν κατά το διάστημα του Σικελικού εκείνου πολέμου· τέλος ο στρατός είχεν υποστή πολλάς απωλείας ένεκα των επανειλημμένων συμπλοκών των γενομένων κατά την υποχώρησιν. Ουχ ήττον πολλοί Αθηναίοι διέφυγαν, άλλοι μεν πάραυτα, άλλοι δε δουλεύσαντες και αποδράσαντες ύστερον. Όλοι δε ούτοι εύρισκαν καταφύγιον εις την Κατάνην.

86. Οι δε Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι συναθροισθέντες και λαβόντες όσους περισσοτέρους ηδυνήθησαν αιχμαλώτους, και τα λάφυρα επέστρεψαν εις την πόλιν. Και τους μεν Αθηναίους και τους συμμάχους, τους οποίους έλαβαν αιχμαλώτους, κατεβίβασαν εις τα λατομεία, νομίζοντες ότι το μέρος εκείνο ήτο ασφαλεστάτη φυλακή, τον δε Νικίαν και τον Δημοσθένην εφόνευσαν, παρά την θέλησιν του Γυλίππου, ο οποίος εσκέπτετο ότι θα ήτο μέγα κατόρθωμα, εάν μετά τόσας υπηρεσίας εκόμιζεν εις την Λακεδαίμονα και τους αρχηγούς του εχθρικού στρατού. Συνέβαινε δε ο μεν Δημοσθένης να είναι έχθιστος εις τους Λακεδαιμονίους ένεκα των εν τη Σφακτηρία συμβάντων, ο δε Νικίας λίαν αγαπητός διά τον αυτόν λόγον· διότι ο Νικίας μετά ζήλου ειργάσθη να συνομολογήσουν ειρήνην οι Αθηναίοι και ν' αφήσουν ελευθέρους τους εν τη νήσω αιχμαλωτισθέντας Λακεδαιμονίους. Τούτου ένεκα οι Λακεδαιμόνιοι ηγάπων τον Νικίαν, και αυτός παρέδωκεν εαυτόν μετ' εμπιστοσύνης εις τον Γύλιππον. Αλλ' οι Συρακούσιοι, γνωρίζοντες ότι ο Νικίας είχε κρυφίας συνεννοήσεις μετά τινων εξ αυτών, εφοβήθησαν, ως ελέγετο, μήπως βασανιζόμενος επί του ζητήματος τούτου κοινολογήση τι και ταράξη την χαράν της νίκης· άλλοι δε, και προ πάντων οι Κορίνθιοι, μήπως δελεάζων τινάς διά χρημάτων (διότι ήτο πλούσιος) αποδράση και εμβάλη αυτούς εις νέας ταραχάς, έπεισαν τους συμμάχους και τον εφόνευσαν. Αυτά, ή περίπου αυτά, ήσαν τα αίτια του θανάτου του Νικίου, ο οποίος μεταξύ όλων των συγχρόνων μου Ελλήνων, διά την προς τους θεούς άκραν ευσέβειάν του, δεν έπρεπε να τύχη τοιούτου δυστυχούς τέλους.

87. Τους δε εις τα λατομεία μετακομισθέντας αιχμαλώτους μετεχειρίσθησαν οι Συρακούσιοι κατ' αρχάς μετά πολλής αυστηρότητος. Συσσωρευμένοι οι αιχμάλωτοι ούτοι εντός χώρου κοίλου και στενού έμεναν κατ' αρχάς εκτεθειμένοι άστεγοι εις την πνιγηράν θερμότητα του ήλιου· επήλθαν κατόπιν αι δροσεραί νύκτες του φθινοπώρου και η μεταβολή αύτη επενήργησεν ολεθρίως επί της υγείας των, προ πάντων επειδή ήσαν αναγκασμένοι εντός του στενού εκείνου χώρου να εκπληρούν όλας των τας ανάγκας· εκτός τούτου τα σώματα των αποθνησκόντων, είτε ένεκα των πληγών, είτε ένεκα των μεταβολών του καιρού, είτε ένεκα άλλων ομοίων αιτίων, έκειντο εκεί φύρδην μίγδην και ανέδιδαν οσμήν ανυπόφορον, την οποίαν ηύξαναν περισσότερον αι βάσανοι της πείνης και της δίψης· διότι επί οκτώ μήνας έκαστος των αιχμαλώτων δεν ελάμβανεν άλλο, παρά μίαν κοτύλην ύδατος και δύο κοτύλας άρτου· τέλος ουδενός εκ των δεινών, όσα δύναται τις να υποστή εις τοιαύτην αιχμαλωσίαν, απηλλάγησαν. Επί εβδομήκοντα ημέρας έζησαν ούτω συσσωρευμένοι· έπειτα, όσοι δεν ήσαν Αθηναίοι ή Σικελιώται ή Ιταλιώται, επωλήθησαν. Μολονότι δεν δύναμαι να ορίσω ακριβώς τον ολικόν αριθμόν των αιχμαλώτων, συμπεραίνω όμως ότι δεν πρέπει να ήσαν ολιγώτεροι των επτακισχιλίων. Το γεγονός τούτο υπήρξε διά τους Έλληνας το μάλλον σπουδαίον εξ όσων συνέβησαν κατά τον πόλεμον εκείνον· και κατά την γνώμην μου, εξ όλων εκείνων, τα οποία εξετέλεσαν οι Ελληνες και τα οποία γινώσκομεν εκ παραδόσεως, τούτο υπήρξε και διά τους νικήσαντας ενδοξότατον, και διά τους νικηθέντας καταστρεπτικώτατον. Και τωόντι η προκειμένη καταστροφή υπήρξε τελεία· στρατός, στόλος, το παν εχάθη, και εκ τόσου πολυαρίθμου στρατιάς ολίγιστοι άνδρες επέστρεψαν εις τα ίδια. Ταύτα είναι τα κατά την Σικελίαν γενόμενα.

ΒΙΒΛΙΟΝ Η'.

ΘΟΥΚΙΔΙΔΟΥ

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΝ Η'.

1. Ότε δε η είδησις αύτη έφθασεν εις τας Αθήνας, επί πολύν χρόνον εδυσπίστουν εις την πανωλεθρίαν αυτήν του στρατού, παρ' όλας τας θετικάς βεβαιώσεις των μάλλον αξιοπίστων μαρτύρων, εκείνων πού είχαν διαφύγει απ' αυτήν την ιδίαν καταστροφήν. Αλλά, άμα επείσθησαν περί τούτου, ωργίσθησαν τούτο μεν εναντίον των ρητόρων, όσοι είχαν υποκινήσει την προθυμίαν του λαού διά την εκστρατείαν εκείνην, ως εάν δεν εψηφίσθη αύτη υπ' αυτού, τούτο δε κατά των χρησμολόγων, των μάντεων και όλων εκείνων, οι οποίοι τότε διά των προφητειών των είχαν διεγείρει την ελπίδα κατακτήσεως της Σικελίας. Ουδέν άλλο είχαν υπό τα βλέμματά των ειμή θλιβερά συμβάντα, και το γεγονός τούτο ενεποίει τρόμον και αμηχανίαν εις τους Αθηναίους. Οι πολίται, ιδιαιτέρως έκαστος, υπέστησαν σκληράς απωλείας· η πόλις επένθει το πλήθος εκείνο των οπλιτών, των ιππέων, των νεανιών, τους οποίους αδύνατον θα ήτο να αντικαταστήσουν· η θέα των γυμνών ναυστάθμων, η εξάντλησις του δημοσίου θησαυρού, τα πάντα συνηνούντο, διά να τους απελπίζουν περί της σωτηρίας. Κατά την πρώτην ημέραν επερίμεναν να ίδουν τους μεν εν τη Σικελία εχθρούς πλέοντας εναντίον του Πειραιώς μετά την περιφανή νίκην, την οποίαν είχαν κερδήσει, τους δε εν τη Ελλάδι, των οποίων αι πολεμικαί παρασκευαί είχαν τότε διπλασιασθή, επιτιθεμένους εναντίον των Αθηναίων διά ξηράς και διά θαλάσσης· τους συμμάχους τέλος αποστατούντας και ενουμένους μετά των εχθρών τούτων. Εν τούτοις, εφ' όσον επέτρεπαν τα παρόντα μέσα, οι Αθηναίοι απεφάσισαν ουχί να ενδώσουν, αλλά να παρασκευάσουν ναυτικόν, ποριζόμενοι όπως ηδύναντο ξύλα και χρήματα, διά να προνοήσουν προς εξασφάλισιν κατά των συμμάχων και προ πάντων κατά της Ευβοίας, να ελαττώσουν τα δημόσια έξοδα και να εκλέξουν συμβούλιον εκ πρεσβυτέρων, οι οποίοι να διευθύνουν τας υποθέσεις συμφώνως με τας περιστάσεις· τέλος, ως συμβαίνει συνήθως εις τον λαόν, ο παρών φόβος τους διέθεσεν εις το να τηρήσουν διαγωγήν σώφρονα. Όσα δε απεφάσισαν, τα εξετέλεσαν αμέσως, και το θέρος ετελείωσεν.

2. Κατά δε τον ακόλουθον χειμώνα, αμέσως μετά την είδησιν της πανωλεθρίας των Αθηναίων εις την Σικελίαν, όλοι οι Έλληνες επήραν μεγάλας ελπίδας· όσοι δεν ήσαν σύμμαχοι ουδενός, ενόμισαν ότι δεν έπρεπε πλέον να μένουν αμέτοχοι του πολέμου, έστω και αν δεν προσεκαλούντο, αλλά να βαδίσουν εκουσίως εναντίον των Αθηναίων, πεπεισμένοι όντες ότι, εάν οι Αθηναίος επετύγχαναν εν τη Σικελία, αμέσως θα επήρχοντο και εναντίον των. Επίστευαν άλλως ότι ο υπολειπόμενος πόλεμος έμελλε να είναι βραχύς και ότι ωφέλιμον θα ήτο να μετάσχουν αυτού. Αφ' ετέρου πάλιν οι σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων, καταβάλλοντες από κοινού μεγαλύτερον ζήλον ή πρότερον, ήλπιζαν να ελευθερωθούν ταχέως από τόσας ταλαιπωρίας· προ πάντων δε οι υπήκοοι των Αθηναίων, μ' όλην την αδυναμίαν των, ήσαν έτοιμοι να αποστατήσουν, διότι έκριναν τα πράγματα εν στιγμή οργασμού και υπεστήριζαν ότι οι Αθηναίοι δεν θα ηδύναντο να συντηρηθούν μέχρι του επομένου θέρους. Εις δε τους Λακεδαιμονίους η πεποίθησις είχεν αυξηθή προ πάντων εκ της βεβαιότητος ότι οι της Σικελίας σύμμαχοι, μη δυνάμενοι να τους αρνηθούν την συνδρομήν του ναυτικού των, θα έφθαναν βεβαίως εις την αρχήν της ανοίξεως με πολλήν δύναμιν. Πανταχόθεν λοιπόν ευέλπιδες όντες απεφάσισαν να αρχίσουν πόλεμον φανερόν, πεπεισμένοι ότι, αποβαίνοντος του πολέμου υπέρ αυτών, θα απηλλάσσοντο διά παντός από κινδύνους ομοίους εκείνων, με τους οποίους θα τους ηπείλουν οι Αθηναίοι, εάν η ηγεμονία των ηυξάνετο διά της καθυποτάξεως της Σικελίας και ότι, εάν κατελύετο η δύναμις των Αθηνών, θα εξησφάλιζαν εις εαυτούς την ηγεμονίαν πάσης της Ελλάδος.

3. Διαρκούντος λοιπόν του χειμώνος εκείνου ο βασιλεύς αυτών ’γις ανεχώρησεν αμέσως εκ της Δεκελείας μετά στρατού και συνέλεξε χρήματα παρά των συμμάχων προς συντήρησιν του ναυτικού· διευθυνθείς προς τον Μαλιακόν κόλπον έλαβε παρά των Οιταίων πολύ μέρος εκ των λαφύρων των εξ αιτίας δήθεν αρχαίας τινός έχθρας και τους επέβαλε χρηματικήν συνεισφοράν· έπειτα ηνάγκασε τους Φθιώτας Αχαιούς και τους άλλους υπηκόους της Θεσσαλίας, με όλην την αντίστασιν και τα παράπονα των Θεσσαλών, να του δώσουν ομήρους τινάς και χρήματα. Τους ομήρους τούτους κατέθεσεν εις την Κόρινθον και προσεπάθησε να ελκύση τους λαούς τούτους εις την συμμαχίαν του. Οι δε Λακεδαιμόνιοι διέταξαν τας υπό την δικαιοδοσίαν των πόλεις να κατασκευάσουν εκατόν πλοία. Και εις μεν τους Βοιωτούς επέβαλαν εικοσιπέντε, εις εαυτούς ισάριθμα, εις τους Φωκείς και τους Λοκρούς δεκαπέντε, εις τους Κορινθίους δεκαπέντε, εις τους Αρκάδας, τους Πελληνείς και τους Σικυωνίους δέκα, τέλος δε εις τους Μεγαρείς, τους Τροιζηνίους, τους Επιδαυρίους και τους Ερμιονείς δέκα. Ουδεμίαν δε άλλην προετοιμασίαν παρέλειψαν, διά να αρχίσουν τον πόλεμον κατά την άνοιξιν.

4. Ενησχολήθησαν δε και οι Αθηναίοι κατά τον χειμώνα τούτον, όπως είχαν αποφασίσει, εις το να κατασκευάσουν πλοία, προς τούτο δε επρομηθεύθησαν ξύλα· οχύρωσαν επίσης το Σούνιον, διά να εξασφαλίσουν τον περίπλουν των σιταγωγών πλοίων. Εγκατέλειψαν το φρούριον, το οποίον είχαν εγείρει εν τη Λακωνική κατά την εις την Σικελίαν μετάβασιν, και ηλάττωσαν όλας τας δαπάνας, όσας ενόμισαν περιττάς, και προ πάντων επέστησαν την προσοχήν των επί των συμμάχων φοβούμενοι μήπως ούτοι αποστατήσουν.

5. Ενώ δε έπρατταν ταύτα αμφότεροι και ενησχολούντο περί τας προετοιμασίας του πολέμου, ως εάν επρόκειτο να αρχίσουν τώρα, οι Ευβοείς πρώτοι έστειλαν πρέσβεις προς τον ’γιν κατά τον χειμώνα τούτον, προς τον σκοπόν να αποστατήσουν κατά των Αθηνών. Ο ’γις, δεχθείς τας προτάσεις των, προσεκάλεσεν εκ της Λακεδαίμονος τον Σθενελαΐδου Αλκαμένη και τον Μέλανθον, διά να καταστήση αυτούς άρχοντας της Ευβοίας. Ούτοι δε ήλθαν έχοντες μεθ' εαυτών τριακοσίους περίπου νεοδαμώδεις, και ο ’γις παρεσκεύαζεν εις αυτούς την διάβασιν, ότε ήλθαν επίσης και Λέσβιοι προτείνοντες να αποστατήσουν και αυτοί. Βοηθούμενοι υπό των Βοιωτών έπεισαν τον ’γιν να αναβάλη την υπόθεσιν της Ευβοίας και να διευκολύνη την αποστασίαν των Λεσβίων, δίδων εις αυτούς ως αρμοστήν τον Αλκαμένην, ο οποίος ήτο έτοιμος να μεταβή εις την Εύβοιαν διά θαλάσσης. Και οι μεν Βοιωτοί υπεσχέθησαν εις αυτούς δέκα πλοία, δέκα δε και ο ’γις. Και ταύτα επράττοντο εν αγνοία των Λακεδαιμονίων· τωόντι ο ’γις, ενόσω κατείχε την Δεκέλειαν μετά του στρατού, ήτο κύριος να στέλλη στρατεύματα παντού, όπου ήθελε, να στρατολογή και να λαμβάνη χρήματα. Δύναται τις μάλιστα να είπη, ότι κατ' εκείνην την εποχήν οι σύμμαχοι υπήκουον πλειότερον εις αυτόν ή εις τους Λακεδαιμονίους της πόλεως· διότι με τας δυνάμεις, τας οποίας είχεν υπό τας διαταγάς του, πανταχού ενεφανίζετο φοβερός. Ενώ δε ο ’γις ητοιμάζετο να βοηθήση τους Λεσβίους, οι Χίοι και οι Ερυθραίοι, προθυμούμενοι να αποστατήσουν επίσης, αντί να αποταθούν προς αυτόν, απετάθησαν εις την Λακεδαίμονα· ήλθε δε μετ' αυτών είς πρεσβευτής εκ μέρους του Τισσαφέρνους, ο οποίος εκυβέρνα εν ονόματι του βασιλέως Δαρείου, του υιού του Αρταξέρξου, τας κάτω επαρχίας, διότι ο Τισσαφέρνης ήθελε να ελκύση με το μέρος του τους Πελοποννησίους και υπέσχετο να τους δώση ζωοτροφίας. Προ ολίγου ο βασιλεύς είχε ζητήσει παρ' αυτού τους καθυστερουμένους φόρους της διοικήσεώς του, τους οποίους ο Τισσαφέρνης δεν ηδύνατο να σύναξη, ένεκα των Αθηναίων παρά των Ελληνίδων πόλεων. Ενόμισε λοιπόν ο Τισσαφέρνης ότι εξασθενίζων τους Αθηναίους θα ηδύνατο ευκολώτερα να εισπράξη τους φόρους τούτους, και συγχρόνως θα εισήγε τους Λακεδαιμονίους εις την συμμαχίαν του βασιλέως, διά να τον βοηθήσουν να εκτελέση την διαταγήν, την οποίαν είχε λάβει παρ' αυτού, να συλλάβη ζώντα ή να αποκτείνη τον νόθον υιόν του Πισσούθνου Αμάργην, πού είχεν αποστατήσει εις την Καρίαν. Οι μεν Χίοι λοιπόν και ο Τισσαφέρνης ταύτα διεπραγματεύοντο από κοινού.

6. Ο δε Μεγαρεύς Καλλίγειτος ο Λαοφώντος και ο Κυζικηνός Τιμαγόρας ο Αθηναγόρου, και οι δύο εξόριστοι εκ της πατρίδος των και διαμένοντες παρά τω Φαρναβάζω τω Φαρνάκου, φθάνουν εν τω μεταξύ εις την Λακεδαίμονα σταλέντες υπό του Φαρναβάζου, διά να επιτύχουν την αποστολήν στόλου εις τον Ελλήσποντον, ενώ αυτός ο ίδιος θα προσεπάθει, ει δυνατόν, ως ο Τισσαφέρνης, να αποσπάση από τους Αθηναίους τας πόλεις της διοικήσεώς του, διά να εισπράττη τους φόρους και να διαπραγματευθή αφ' εαυτού συμμαχίαν μεταξύ του βασιλέως και των Λακεδαιμονίων. Ενώ οι απεσταλμένοι του Φαρναβάζου και οι του Τισσαφέρνους διεπραγματεύοντο ταύτα χωριστά, πολλή άμιλλα εγεννήθη εις την Λακεδαίμονα, εκ του ότι άλλοι μεν ηγωνίζοντο να σταλή πρώτον στόλος και στρατός εις την Ιωνίαν και την Χίον, άλλοι δε εις τον Ελλήσποντον. Εν τούτοις οι Λακεδαιμόνιοι παρεδέχθησαν τοσούτω μάλλον προθύμως τας αιτήσεις των Χίων και του Τισσαφέρνους, όσω υπεστηρίζοντο αύται υπό του Αλκιβιάδου, τον οποίον δεσμοί ξενίας συνέδεον από πατρός εις υιόν με τον έφορον Ένδιον, χάριν δε των σχέσεων τούτων η οικογένεια του είχε παραδεχθή το Λακωνικόν όνομα Αλκιβιάδης, το οποίον έφερεν επίσης και ο πατήρ του Ενδίου. Οι Λακεδαιμόνιοι όμως έστειλαν κατά πρώτον εις την Χίον ένα περίοικον, ονόματι Φρύνιν, διά να βεβαιωθή αν υπήρχαν τωόντι τόσα πλοία, όσα έλεγαν οι απεσταλμένοι της πόλεως ταύτης και αν η δύναμις αυτής ήτο οποία εφημίζετο. Οτέ δε επιστοποίησεν ο απεσταλμένος ότι όλα όσα ήκουσαν ήσαν αληθή, συνεμάχησαν αμέσως μετά των Χίων και των Ερυθραίων και εψήφισαν να στείλουν τεσσαράκοντα πλοία, αριθμόν αρκούντα, αφού οι Χίοι έλεγαν ότι είχαν ουχί ολιγώτερα των εξήκοντα. Εκ των τεσσαράκοντα τούτων κατ' αρχάς μεν ελογάριαζαν να στείλουν δέκα μετά του ναυάρχου Μελαγκρίδου, αλλά γενομένου κατόπιν σεισμού έστειλαν αντί του Μελαγκρίδου τον Χαλκιδέα, και αντί δέκα παρεσκεύασαν πέντε πλοία εις την Λακωνικήν. Και τοιουτοτρόπως ετελείωσεν ο χειμών και το δέκατον ένατον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.

7. ’μα δε ήλθεν η άνοιξις του ακολούθου θέρους, οι Χίοι επέσπευσαν την αποστολήν του στόλου φοβούμενοι μήπως οι Αθηναίοι μάθουν τα τεκταινόμενα, διότι όλαι εκείναι αι διά πρέσβεων διαπραγματεύσεις εγίνοντο κρυφίως. Οι Λακεδαιμόνιοι λοιπόν έστειλαν εις την Κόρινθον τρεις Σπαρτιάτας, διά να μεταφέρουν άνωθεν του ισθμού, από της μιας θαλάσσης εις την άλλην τάχιστα και να διευθύνουν αυτά εις την Χίον τόσον εκείνα τα πλοία, τα οποία είχε παρασκευάσει ο ’γις διά την Λέσβον, καθώς και τα άλλα. Τα εις τους συμμάχους ανήκοντα ταύτα πλοία ήσαν εν όλω τριάκοντα εννέα.

8. Ο μεν Καλλίγειτος λοιπόν και ο Τιμαγόρας οι οποίοι διεπραγματεύοντο εν ονόματι του Φαρναβάζου, δεν μετέσχον διόλου εις την εκστρατείαν της Χίου και δεν παρέδοσαν τα χρήματα, τα οποία είχαν φέρει διά τον εξοπλισμόν στόλου, συμποσούμενα εις εικοσιπέντε τάλαντα, αλλ' εσκέπτοντο να αναχωρήσουν κατόπιν μετ' άλλου στόλου ιδιαιτέρου. Ο δε ’γις βλέπων τους Λακεδαιμονίους διατεθειμένους να διευθυνθούν πρώτον προς την Χίον συνετάχθη και αυτός με την γνώμην ταύτην· συναθροισθέντες λοιπόν οι σύμμαχοι εις την Κόρινθον συνεκρότησαν συμβούλιον και απεφάσισαν να πλεύσουν πρώτον εις την Χίον, έχοντες αρχηγόν τον Χαλκιδέα, ο οποίος είχεν εξοπλίσει τα πέντε πλοία εν τη Λακωνική, και κατόπιν να μεταβούν εις την Λέσβον συμπεριλαμβάνοντες ως αρχηγόν τον Αλκαμένην, υποδειχθέντα ήδη υπό του ’γιδος, και τέλος εις τον Ελλήσποντον, όπου ο Κλέαρχος υιός του Ραμφίου είχε σταλή ως αρχηγός. Απεφάσισαν εκτός τούτου να μεταφέρουν πρώτον άνωθεν του ισθμού το ήμισυ του στόλου και να το εξαποστείλουν άνευ αναβολής, διά να επισύρουν την προσοχήν των Αθηναίων μάλλον προς τα πλοία, τα οποία ήθελαν απομακρυνθή της παραλίας ή προς τα μέλλοντα να αποσταλούν ύστερον. Ο απόπλους έγινε καταφανώς εκ του μέρους τούτου· απόδειξις ότι περιεφρόνουν την αδυναμίαν των Αθηναίων, των οποίων το ναυτικόν ουδαμού εφαίνετο ισχυρόν· ταύτα αποφασίσαντες μετέφεραν από του ενός μέρους εις το άλλο διά ξηράς αμέσως είκοσι και έν πλοία.

9. Αλλ' οι Κορίνθιοι, με όλην την επίσπευσιν των συμμάχων, δεν επροθυμήθησαν να συμπλεύσουν πριν πανηγυρίσουν τα Ίσθμια, των οποίων έφθασεν η εποχή. Ο ’γις ήτο πρόθυμος να επιτρέψη εις τους Κορινθίους να μη διαλύσουν τας Ισθμιάδας σπονδάς και προσέφερε να αναλάβη την εκστρατείαν εις ίδιον αυτού όνομα. Επειδή δε οι Κορίνθιοι δεν συγκατετίθεντο, και εγίνετο ούτω χρονοτριβή, οι Αθηναίοι ενόησαν καλλίτερον τας ραδιουργίας των Χίων και έστειλαν τον Αριστοκράτην, διά να μεμφθούν αυτούς. Και, επειδή διέψευσαν ταύτα οι Χίοι, οι Αθηναίοι εζήτησαν συμφώνως με την συμμαχίαν να τους στείλουν πλοία ως ενέχυρον της πίστεώς των· έστειλαν δε οι Χίοι επτά. Αίτιον της αποστολής των πλοίων τούτων ήτο η άγνοια, εις την οποίαν ευρίσκετο ο λαός της Χίου περί των τεκταινομένων και η επιθυμία, την οποίαν είχαν οι μεμυημένοι εις την συνωμοσίαν ολιγαρχικοί να μη καταστήσουν τον λαόν εχθρόν πριν ή επιτύχη έκαστος εγγύησίν τινα· άλλως δε δεν περιέμεναν πλέον την άφιξιν των Πελοποννησίων, οι οποίοι εβράδυναν να εμφανισθούν.

10. Εν τούτοις επανηγυρίσθησαν τα Ίσθμια και οι Αθηναίοι (οι οποίοι προσεκλήθησαν) παρευρέθησαν και εύρον καιρόν να διαφωτίσουν τας αμφιβολίας των περί των εν τη Χίω τεκταινομένων. Διά τούτο, άμα επέστρεψαν εις τας Αθήνας, έσπευσαν να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα, διά να μη αφήσουν να τους διαφύγουν τα πλοία, τα οποία έμελλαν να αναχωρήσουν εκ Κεγχρεών. Οι Πελοποννήσιοι, μετά την εορτήν, εξέπλευσαν διά την Χίον έχοντες έν και είκοσι πλοία υπό την αρχηγίαν του Αλκαμένους. Οι Αθηναίοι, έχοντες ίσον αριθμόν πλοίων, επροχώρησαν κατ' αρχάς προς αυτούς, διά να τους παρασύρουν εις το πέλαγος· αλλά, επειδή οι Πελοποννήσιοι χωρίς να τους ακολουθήσουν επί πολύ, επέστρεψαν οπίσω, ανεχώρησαν επίσης και οι Αθηναίοι, διότι δεν εμπιστεύοντο εις τα επτά πλοία των Χίων, τα οποία είχαν μαζί τους. Αργότερον δε, ενδυναμώσαντες τον στόλον των δι' άλλων τριάκοντα και επτά πλοίων, κατεδίωξαν μέχρι του Πειραιού της Κορινθίας τον παραπλέοντα στόλον των Πελοποννησίων· είναι δε ο λιμήν ούτος έρημος και κείται εις τα τελευταία σύνορα της Επιδαυρίας. Και έν πλοίον απώλεσαν οι Πελοποννήσιοι εις το πέλαγος. Συναθροίσαντες δε τα άλλα ωδήγησαν αυτά εις τον λιμένα· αλλ' οι Αθηναίοι μετέβησαν μετά του στόλου, διά να τους προσβάλουν, και απέβησαν επίσης εις την ξηράν, τούτο δε επροξένησε πολύν θόρυβον και αταξίαν. Οι Αθηναίοι κατεσύντριψαν πολλά πλοία επί της παραλίας και εφόνευσαν τον αρχηγόν Αλκαμένην· αλλ' απώλεσαν και αυτοί άνδρας τινάς.

11. Ότε δε απεχωρίσθησαν, οι Αθηναίοι άφησαν αρκούντα αριθμόν πλοίων, διά να πολιορκούν τον στόλον και μετά των επιλοίπων ηγκυροβόλησαν προ του πλησίον νησιδίου, έστειλαν δε ακολούθως εις τας Αθήνας, διά να ζητήσουν επικουρίας, διότι την επομένην οι Κορίνθιοι και ολίγον μετέπειτα οι άλλοι γείτονες λαοί έφθασαν εις βοήθειαν του Πελοποννησιακού στόλου· αλλ' αναγνωρίζοντες την δυσκολίαν που υπήρχε, διά να υπερασπίσουν αυτόν εις έρημον χώραν, ευρίσκοντο εις αμηχανίαν περί του πρακτέου. Και πρώτον μεν εσκέφθησαν να καύσουν τα πλοία· αλλ' έπειτα απεφάσισαν να τα σύρουν εις την ξηράν και να τα φυλάττουν μετά του πεζού στρατού μέχρις ου παρουσιασθή ευκαιρία τις, διά να διαφύγουν. Πληροφορηθείς ταύτα ο ’γις έστειλε προς αυτούς τον Σπαρτιάτην Θέρμωνα. Εν τούτοις εις την Λακεδαίμονα έφθασε πρώτον η αγγελία ότι ο Πελοποννησιακός στόλος είχε μακρυνθή από του ισθμού· διότι οι έφοροι είχαν διατάξει τον Αλκαμένην να τους στείλη ιππέα, άμα ο στόλος ούτος ήθελε κινήσει. Αμέσως λοιπόν απεφάσισαν να στείλουν υπό την αρχηγίαν του Χαλκιδέως, συνοδευομένου υπό του Αλκιβιάδου, τα πέντε πλοία τα οπλισθέντα εις την Λακωνικήν, αλλ' έπειτα, καθ' ην στιγμήν ήσαν έτοιμα να αναχωρήσουν, ηγγέλθη εις αυτούς ότι ο Πελοποννησιακός στόλος είχε καταφύγει εις Πειραιόν. Στενοχωρηθέντες ένεκα της πρώτης εκείνης αποτυχίας, άμα ήρχισεν ο Ιωνικός πόλεμος, δεν ενησχολούντο πλέον διά την αποστολήν των παρ' αυτοίς παρασκευασθέντων πλοίων, αλλ' ενησχολούντο να μετακαλούν τα ολίγα, τα οποία είχαν ήδη εκπλεύσει.

12. Μαθών δε τας αμφιταλαντεύσεις ταύτας ο Αλκιβιάδης πείθει εκ δευτέρου τον Ένδιον και τους άλλους εφόρους να μη παραιτήσουν ένεκα φόβου την εκστρατείαν, λέγων ότι εγκαίρως θα έφθαναν, πριν μάθουν οι Χίοι την καταστροφήν του στόλου, και ότι αυτός ο ίδιος, άμα φθάση εις την Ιωνίαν, θα έπειθεν ευκόλως τας πόλεις να αποστατήσουν εξεικονίζων εις αυτάς την εξασθένησιν των Αθηναίων και τον ζήλον των Λακεδαιμονίων, και ότι θα τον επίστευαν περισσότερον από πάντα άλλον. Έλεγε δε ιδιαιτέρως εις τον Ένδιον ότι θα ήτο εις αυτόν ένδοξον, αν δι' εκείνου απεστάτει η Ιωνία, εάν εγίνετο ο βασιλεύς σύμμαχος των Λακεδαιμονίων και εάν δεν άφηνε τον ’γιν να δοξασθή με το κατόρθωμα εκείνο· ήτο δε ο Αλκιβιάδης εχθρός του ’γιδος. Και ο μεν Αλκιβιάδης πείσας τους άλλους εφόρους και τον Ένδιον ανεχώρησε μετά των πέντε πλοίων και του Λακεδαιμονίου Χαλκιδέως και επεχείρησαν βιαστικά τον πλουν.

13. Εις τον αυτόν δε περίπου καιρόν επανήλθαν εκ της Σικελίας τα δεκαέξ πλοία των Πελοποννησίων, τα οποία είχαν σταλή εκεί μετά του Γυλίππου, διά να πολεμήσουν. Καταληφθέντα περί την Λευκάδα και προσβληθέντα υπό των εικοσιεπτά πλοίων των Αθηναίων, τα οποία ωδήγει ο Ιπποκλής του Μενίππου, ο οποίος ήτο επιφορτισμένος να παραφυλάσση τα πλοία τα επιστρέφοντα εκ της Σικελίας, διέφυγαν όλα εκτός ενός τους Αθηναίους και κατέπλευσαν εις την Κόρινθον.

14. Ο δε Χαλκιδεύς και ο Αλκιβιάδης, ενώ έπλεαν, εμπόδιζαν όλα τα πλοία, όσα συνήντων, φοβούμενοι μήπως τα ίδουν οι Αθηναίοι. Και πρώτον μεν απέβησαν εις Κώρυκον της Ηπείρου, όπου άφησαν τα πλοία ταύτα· συνομιλήσαντες δε μετά τίνων εκ των συνωμοτούντων Χίων, οι οποίοι τους συνεβούλευαν να καταπλεύσουν εις την πόλιν των, ενεφανίσθησαν απροσδοκήτως έμπροσθεν της Χίου και ενέβαλαν τον λαόν εις έκπληξιν και αμηχανίαν· αλλ' οι ολιγαρχικοί είχαν λάβει τα μέτρα των, ώστε η βουλή να είναι συγκροτημένη. Ότε δε ανήγγειλαν ο Χαλκιδεύς και ο Αλκιβιάδης ότι άλλος πολυαριθμότερος στόλος έμελλε να φθάση, απέκρυψαν όμως τον αποκλεισμόν των εν τω Πειραιώ πλοίων, πρώτον μεν απεσπάσθησαν από τους Αθηναίους οι Χίοι, κατόπιν δε οι Ερυθραίοι. Ύστερον, μετά τριών πλοίων, μετέβησαν εις τας Κλαζομενάς και τας παρέσυραν εις την αποστασίαν. Οι Κλαζομένιοι διέβησαν αμέσως εις την ήπειρον και ωχύρωσαν την Πολίχναν, διά να δύνανται εν ανάγκη να καταφεύγουν εκεί εγκαταλείποντες το νησίδιον, εις το οποίον κατώκουν. Και οι μεν αποστατήσαντες ησχολούντο να οικοδομούν τείχη και να προετοιμάζωνται προς πόλεμον.

15. Εις δε τας Αθήνας έφθασε ταχέως η είδησις της αποστασίας της Χίου. Οι Αθηναίοι βλέποντες εαυτούς απειλουμένους ήδη υπό τοσούτου μεγάλου και φανερού κινδύνου, και νομίζοντες ότι οι λοιποί σύμμαχοι, μετά, την αποστασίαν τοσούτον σημαντικής πόλεως, δεν θα έμεναν ήσυχοι, έλυσαν κατά την πρώτην στιγμήν του τρόμου τας ποινάς τας επιβαλλομένας εναντίον οιουδήποτε πού ήθελε προτείνει ή θέσει εις ψηφοφορίαν να εγγίσουν τα χίλια τάλαντα, τα οποία εφύλατταν ανέπαφα καθ' όλον εκείνον τον πόλεμον, και απεφάσισαν να μεταχειρισθούν αυτά προς εξοπλισμόν πλοίων πολλών. Οκτώ πλοία, τα οποία υπό την αρχηγίαν Στρομβιχίδου του Διοτίμου απεσπάσθησαν από την μοίραν του Πειραιού, διά να καταδιώξουν τον στόλον του Χαλκιδέως, και επανήλθαν χωρίς να τον φθάσουν, διετάχθησαν να πλεύσουν αμέσως προς την Χίον. Τα οκτώ ταύτα ηκολούθησαν μετ' ολίγον άλλα δώδεκα, διοικούμενα υπό του Θρασυκλέους και αποσπασθέντα ομοίως από την μοίραν. Απαγαγόντες δε και τα επτά πλοία των Χίων, τα οποία συνεπολιόρκουν τους εν τω Πειραιώ, τους μεν δούλους εξ αυτών ηλευθέρωσαν, τους δε ελευθέρους έθεσαν εις τα δεσμά. Προς αντικατάστασιν όλων εκείνων των αποσπασθέντων πλοίων εξώπλισαν ταχέως άλλα, και τα έστειλαν να πολιορκούν τους Πελοποννησίους, διενοούντο μάλιστα να εξοπλίσουν τριάκοντα ακόμη. Η προθυμία ήτο μεγίστη και τα μέτρα, τα οποία ελάμβαναν κατά της Χίου, ήσαν δραστηριώτατα.

16. Εν τούτοις ο Στρομβιχίδης, φθάσας εις την Σάμον μετά των οκτώ πλοίων, και προσλαβών έν Σαμιακόν, ανεχώρησε διά την Τέων, και προσεκάλεσε τους κατοίκους αυτής να μένουν ήσυχοι. Έπλευσε δε και ο Χαλκιδεύς εκ της Χίου εις την Τέων μετά τριών και είκοσι πλοίων, ενώ ο στρατός της ξηράς των Κλαζομενίων και των Ερυθραίων ηκολούθει κατά μήκος της παραλίας. Ειδοποιηθείς εγκαίρως ο Στρομβιχίδης εσήκωσε την άγκυραν και έπλευσε προς το πέλαγος· αλλ' ιδών το πλήθος των πλοίων, τα οποία ήρχοντο εκ της Χίου, έφυγε προς την Σάμον. Οι εχθροί τον κατεδίωξαν. Οι Τήιοι κατ' αρχάς είχαν αρνηθή να δεχθούν τον πεζόν στρατόν, αλλ' ότε είδαν τους Αθηναίους φεύγοντας ήνοιξαν εις αυτόν τας πύλας των. Ο πεζός στρατός έμενε κατ' αρχάς απρακτών και περιμένων την επιστροφήν του Χαλκιδέως από την καταδίωξιν αλλ' επειδή ούτος εβράδυνε να επιστρέψη, κατηδάφισε το τείχος, το οποίον οι Αθηναίοι είχαν εγείρει εις το προς την ήπειρον μέρος της πόλεως των Τηίων· εβοήθησαν δε εις την κατεδάφισιν του τείχους και μερικοί βάρβαροι, τους οποίους είχε φέρει μαζί του ο Στάγης, ύπαρχος του Τισσαφέρνους.

17. Ο δε Χαλκιδεύς και ο Αλκιβιάδης, αφού κατεδίωξαν τον Στρομβιχίδην μέχρι της Σάμου, ώπλισαν τους ναύτας του Πελοποννησιακού στόλου, τους άφησαν εις την Χίον, τους αντικατέστησαν διά ναυτών εκ της νήσου εκείνης, παρεσκεύασαν ακόμη άλλα είκοσι πλοία, και διηυθύνθησαν προς την Μίλητον, διά να την αποστατήσουν. Ο Αλκιβιάδης, διά των σχέσεων, τας οποίας είχε μετά των πρωτίστων κατοίκων της νήσου ταύτης, ήθελε προ της αφίξεως του Πελοποννησιακού στόλου να ελκύση την Μίλητον εις την συμμαχίαν των Λακεδαιμονίων, και να προμηθεύση την τιμήν ταύτην εις την Χίον, εις τον εαυτόν του, εις τον Χαλκιδέα και εις τον Ένδιον, ο οποίος τον είχεν αποστείλει και εις τον οποίον είχεν υποσχεθή να διεγείρη όσας περισσοτέρας πόλεις ήθελε δυνηθή, με μόνας τας δυνάμεις της Χίου και του Χαλκιδέως. Ούτω λοιπόν, διανύσαντες κρυφίως το πλείστον μέρος του ταξιδιού, ολίγον μόνον επρόλαβαν τον Στρομβιχίδην και Θρασυκλέα, ο οποίος είχε φθάσει εξ Αθηνών και ο οποίος μετά του Στρομβιχίδου είχεν αρχίσει να καταδιώκη αυτούς, και έπεισαν την Μίλητον να αποστατήση. Οι Αθηναίοι τους ηκολούθουν κατά πόδας με δεκαεννέα πλοία· αλλά μη γενόμενοι δεκτοί υπό των Μιλησίων εστάθμευσαν εις την παρακειμένην νήσον Λάδην.

Αμέσως δε μετά την αποστασίαν της Μιλήτου έγινε δια της μεσιτείας του Τισσαφέρνους και του Χαλκιδέως η πρώτη συμμαχία των Λακεδαιμονίων μετά του βασιλέως έχουσα ως εξής :

18. «Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι συνωμολόγησαν συμμαχίαν μετά του βασιλέως και του Τισσαφέρνους υπό τας ακολούθους συμφωνίας : Όλη η χώρα και αι πόλεις πού κατέχει, ο βασιλεύς, ή κατείχαν οι προγονοί του, θέλουν ανήκει εις αυτόν. Ο βασιλεύς, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι θα εμποδίζουν από κοινού τους Αθηναίους να λαμβάνουν εις το εξής όσα ελάμβαναν εκ των πόλεων τούτων, είτε εις χρήματα είτε εις άλλο είδος. Ο βασιλεύς, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι θα πολεμούν από κοινού τους Αθηναίους, και δεν επιτρέπεται μήτε εις τον βασιλέα, μήτε εις τους Λακεδαιμονίους, μήτε εις τους συμμάχους να καταπαύουν τον πόλεμον, άνευ της συγκαταθέσεως αμφοτέρων, του βασιλέως αφ' ενός, και των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων αυτών αφ' ετέρου. Εάν υπήκοοί τινες αποστατήσουν εναντίον αυτού, να θεωρώνται ως εχθροί των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Επίσης οποίος αποστατήση κατά των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων να θεωρήται ως εχθρός του βασιλέως».

19. Τοιούτοι μεν υπήρξαν οι όροι της συμμαχίας. Ευθύς δε μετά ταύτα οι Χίοι γεμίσαντες άλλα δέκα πλοία έπλευσαν προς τα ’ναια, διά να πληροφορηθούν περί των εν τη Μιλήτω συμβαινόντων, και συγχρόνως διά να παρακινήσουν τας πόλεις εις αποστασίαν. Αλλ' επειδή ο Χαλκιδεύς τους εμήνυσε να επιστρέψουν και ότι ο Αμόργης έμελλε να εμφανισθή μετά του στρατού του, έπλευσαν προς το Διός ιερόν, όπου διέκριναν δεκαέξ πλοία, διοικούμενα υπό του Διομέδοντος, ο οποίος είχεν αναχωρήσει εξ Αθηνών μετά τον Θρασυκλέα. Εις την θέαν ταύτην τα πλοία των Χίων έφυγαν, το εν εις την Έφεσον, τα άλλα προς την Τέων. Και τέσσαρα μεν εκ τούτων συνέλαβαν οι Αθηναίοι κενά, διότι τα πληρώματα επρόλαβαν να σωθούν εις την ξηράν, τα δε άλλα κατέφυγαν εις την πόλιν των Τηίων. Μετά τούτο δε οι μεν Αθηναίοι διηυθύνθησαν προς την Σάμον, οι δε Χίοι μετά των επίλοιπων πλοίων και του πεζού στρατού μετέβησαν να αποστατήσουν την Λέβεδον, και έπειτα τας Εράς. Μετά ταύτα ο στρατός και ο στόλος επέστρεψαν εις τα ίδια.

20. Εις τον αυτόν δε περίπου καιρόν τα είκοσι πλοία των Πελοποννησίων, τα καταδιωχθέντα προηγουμένως εις Πειραιόν και πολιορκηθέντα υπό των Αθηναίων, μετ' ίσου αριθμού πλοίων, εξώρμησαν αίφνης, ενίκησαν εις ναυμαχίαν, συνέλαβαν τέσσαρα πλοία των Αθηναίων, έπλευσαν προς τας Κεγχρειάς και ήρχισαν να παρασκευάζουν άλλην εκστρατείαν, διά την Χίον και την Ιωνίαν. Ο Αστύοχος ήλθεν εις αυτούς εκ της Λακεδαίμονος ως ναύαρχος, και εις αυτόν ανετέθη η γενική αρχηγία του στόλου. Αφού δε ο πεζός στρατός ανεχώρησεν εκ της Τέω, ο Τισσαφέρνης ήλθεν αυτοπροσώπως μετά των στρατευμάτων του, απετελείωσε την κατεδάφισιν των μενόντων τειχών της πόλεως ταύτης και ανεχώρησεν. Ολίγον μετά την αναχώρησίν αυτού ο Διομέδων έφθασεν εξ Αθηνών με δέκα πλοία και συνεφώνησε με τους Τηίους να δεχθούν τα στρατεύματά του· εκείθεν δε έφθασε παραπλέων εις Εράς, προσέβαλε την πόλιν, αλλά μη δυνηθείς να την κυριεύση ανεχώρησεν.

21. Εις την αυτήν δε περίπου εποχήν επίσης συνέβη εις την Σάμον η επανάστασις του δήμου, βοηθούμενου υπό των Αθηναίων, οι οποίοι έτυχαν παρευρισκόμενοι εκεί μετά τριών πλοίων, κατά των αριστοκρατών. Ο δήμος της Σάμου εφόνευσε διακοσίους περίπου εκ των αντιπάλων του, εξώρισε τετρακοσίους και διένειμε τας γαίας των και τας οικίας των· μετά τούτο οι Σάμιοι, εις τους οποίους οι Αθηναίοι είχαν παραχωρήσει διά ψηφίσματος αυτονομίαν, ως εις ανθρώπους αφωσιωμένους, έλαβαν όλην την διοίκησιν της πόλεως, χωρίς να συμμερισθούν ουδέ το ελάχιστον αυτής μέρος με τους καλλιεργούντας ιδιόκτητον γην, απαγορεύσαντες μάλιστα εις τον λαόν να ενούται μετ' αυτών διά συνοικεσίων.

22. Μετά δε ταύτα, και κατά το θέρος, οι Χίοι και άνευ της συνδρομής των Πελοποννησίων εξηκολούθησαν να εμφανίζονται με ισχυράς δυνάμεις, χωρίς ουδόλως να χαλαρώσουν τον ζήλον, τον οποίον είχαν να διενεργούν αποστάσεις των πόλεων, θέλοντες άλλως να περιπλέξουν εις τον ίδιον αυτών κίνδυνον, όσον περισσοτέρας πόλεις ήθελαν δυνηθή. Ούτω λοιπόν μόνοι μετέβησαν μετά δεκατριών πλοίων εις Λέσβον, η οποία είχεν υποδειχθή υπό των Λακεδαιμονίων ως δεύτερον μέρος της μεταβάσεώς των, πριν μεταβούν εις τον Ελλήσποντον. Συγχρόνως όλος ο ευρισκόμενος πεζός στρατός των Πελοποννησίων και των συμμάχων επροχώρησε παραλλήλως προς τας Κλαζομενάς και την Κύμην. Ο Σπαρτιάτης Ευάλας ήτο αρχηγός του στρατού, ο δε περίοικος Δεινιάδας του στόλου. Και τα μεν πλοία φθάσαντα πρώτον εις την Μήθυμναν έπεισαν αυτήν να αποστατήση, και αφήσαντες εκεί τέσσαρα πλοία μετέβησαν μετά των λοιπών, διά να αποστατήσουν ομοίως και την Μυτιλήνην.

23. Ο δε Λακεδαιμόνιος ναύαρχος Αστύοχος, αναχωρήσας εκ Κεγχρειών μετά τεσσάρων πλοίων, ήλθεν εις Χίον, όπως είχεν αρχικώς σκοπόν. Την μεθεπομένην του ερχομού του έφθασαν εις την Λέσβον και τα εικοσιπέντε πλοία των Αθηναίων, διοικούμενα υπό του Λέοντος και του Διομέδοντος, διότι ο Λέων, αναχωρήσας τελευταίος εξ Αθηνών, είχε φέρει επικουρίαν εκ δέκα πλοίων. Πλεύσας δε προς το πέλαγος και ο Αστύοχος περί την εσπέραν της αυτής ημέρας, και προσλαβών έν Χιακόν πλοίον έπλευσε προς την Λέσβον, όπως φέρη εις αυτήν συνδρομήν, εάν ήτο ακόμη καιρός. Έπειτα μετέβη εις την Πύρραν και την επομένην ημέραν εις Έρεσον, όπου έμαθεν ότι η Μυτιλήνη εκυριεύθη εξ εφόδου υπό των Αθηναίων, διότι ούτοι εμφανισθέντες απροσδοκήτως κατέλαβαν εν τω λιμένι τον στόλον των Χίων, απεβιβάσθησαν εις την ξηράν, ενίκησαν τους αντισταθέντας και έγιναν κύριοι της πόλεως. Ο Αστύοχος έμαθε την είδησιν ταύτην από τους Ερεσίους, και από τα πλοία, τα οποία ήρχοντο μετά του Ευβούλου εκ της Μηθύμνης, όπου είχαν αφεθή, και τα οποία μετά την άλωσιν της Μυτιλήνης είχαν φύγει· τα πλοία ταύτα τρία μόνον ήσαν, διότι το τέταρτον είχεν κυριευθή υπό των Αθηναίων. Τότε πλέον ο Αστύοχος δεν ηθέλησε να μεταβή εις την Μυτιλήνην, αλλ' αφού επανεστάτησε την Έρεσον και ώπλισε τους κατοίκους αυτής έστειλε διά ξηράς τους στρατιώτας των πλοίων του, υπό την αρχηγίαν του Ετεονίκου, εις την ’ντισσαν και την Μήθυμναν, όπου και αυτός μετέβη διά θαλάσσης μετά των ιδικών του πλοίων και των τριών των Χίων, ελπίζων ότι οι Μηθυμναίοι βλέποντες αυτόν θα ανελάμβαναν θάρρος και θα επέμεναν εις την αποστασίαν των. Επειδή όμως τα πάντα του επαρουσιάσθησαν εναντία εις την Λέσβον, επεβίβασε πάλιν τον στρατόν εις τα πλοία και απέπλευσε διά την Χίον. Οι πεζοί στρατιώται, οι οποίοι είχαν προορισθή να μεταβούν εις τον Ελλήσποντον, εχωρίσθησαν και μετέβησαν εις τας πόλεις των. Έπειτα έξ πλοία του εν τη Κεγχρειά ευρισκομένου Πελοποννησιακού στόλου έφθασαν εις Χίον, διά να βοηθήσουν τους κατοίκους. Οι δε Αθηναίοι, αφού αποκατέστησαν εις την Λέσβον την πρώτην κατάστασιν των πραγμάτων, ανεχώρησαν, εκυρίευσαν την επί της ηπείρου ευρισκομένην και υπό των Κλαζομενίων τειχιζομένην Πολίχναν και επανέφεραν τους τελευταίους τούτους εις την εν τη νήσω πόλιν, πλην των πρωτουργών της αποστασίας. Ούτοι κατέφυγαν εις Δαφνούντα, και αι Κλαζομεναί υπετάγησαν πάλιν εις τους Αθηναίους.

24. Κατά το αυτό δε θέρος οι Αθηναίοι, οι οποίοι επολιόρκουν την Μίλητον με είκοσι πλοία σταθμεύοντα εις την Λάδην, απέβησαν εις Πάνορμον της Μιλησίας χώρας, εφόνευσαν τον Λακεδαιμόνιον άρχοντα Χαλκιδέα, ο οποίος είχεν έλθει προς βοήθειαν μετ' ολίγων ανδρών, και την μεθεπομένην ημέραν επανήλθαν, διά να στήσουν τρόπαιον· αλλ' οι Μιλήσιοι το ανέτρεψαν προφασισθέντες ότι οι εχθροί δεν είχαν μείνει κύριοι του πεδίου της μαχης. Ο Λέων και ο Διομέδων, έχοντες τα εν τη Λέσβω πλοία των Αθηναίων, ήρχισαν τότε να κάμνουν εκδρομάς εναντίον της Χίου, έχοντες ως ορμητήριον τας απέναντι της Χίου νήσους Οινούσσας, την Σίδουσσαν και τον Πτελεόν, πόλεις ωχυρωμένας, τας οποίας αυτοί κατείχαν εν τη Ερυθραία χώρα, και τέλος την Λέσβον· ως στρατιώτας του ναυτικού είχαν στρατιώτας αναγκαστικούς εκ των εγγεγραμμένων εις τον κατάλογον. Και ενεργήσαντες απόβασιν εις Καρδαμύλην, και τους εις βοήθειαν δραμόντας Χίους νικήσαντες εις Βολίσκον, και πολλούς φονεύσαντες έκαμαν άνω κάτω όλα τα περίχωρα· και εν Φάναις πάλιν κατόρθωσαν δευτέραν νίκην, και άλλην τρίτην εν Λευκωνίω. Από της στιγμής εκείνης οι μεν Χίοι δεν ετόλμησαν πλέον να εξέλθουν κατά του εχθρού, οι δε Αθηναίοι ελεηλάτησαν την χώραν, η οποία ήνθει και από την εποχήν των Μηδικών πολέμων έμενεν αβλαβής. Τωόντι μετά τους Λακεδαιμονίους οι Χίοι είναι, ως γνωρίζω, ο μόνος ευδαίμων και σώφρων λαός· όσον μάλλον ανεπτύσσετο η πόλις των, τόσον μάλλον εζήτουν να αποκαταστήσουν την ευταξίαν εν αυτή· και ούτε αυτήν την αποστασίαν (εάν φαίνωνται κατά τούτο ενεργήσαντες εναντίον της ασφαλείας των) ετόλμησαν να επιχειρήσουν, ειμή αφού συμπαρέλαβαν εις τους ιδίους κινδύνους συμμάχους πολλούς και ισχυρούς, και ανεγνώρισαν ότι οι Αθηναίοι, μετά την Σικελικήν συμφοράν, δεν ηδύναντο πλέον να αρνηθούν ότι η κατάστασίς των δεν ήτο οδυνηρά. Είναι μεν αληθές ότι περιέπεσαν εις απάτην εκ των συνήθων εκείνων εις τον ανθρώπινον βίον, αλλά την απάτην ταύτην συνεμερίσθησαν πολλοί άλλοι, νομίσαντες ότι η δύναμις των Αθηναίων έμελλε μετ' ολίγον να καταρρεύση. Ότε λοιπόν είδαν εαυτούς αποκλειομένους της θαλάσσης και λεηλατουμένους διά ξηράς, επεχείρησάν τινες εξ αυτών να παραδώσουν την πόλιν εις τους Αθηναίους. Οι άρχοντες, μαθόντες το σχέδιον τούτο, αυτοί μεν ουδέν κίνημα έκαμαν, προσεκάλεσαν όμως εκ των Ερυθρών τον ναύαρχον Αστύοχον, ο οποίος ευρίσκετο εκεί μετά τεσσάρων πλοίων, και συνεσκέφθησαν πώς να κατευνάσουν την συνωμοσίαν εκείνην δι' ηπίων μέτρων, είτε λαμβάνοντες ομήρους είτε άλλως. Ούτως είχαν τα πράγματα εν Χίω.

25. Περί τα τέλη δε του αυτού θέρους χίλιοι στρατιώται Αθηναίοι και χίλιοι πεντακόσιοι Αργείοι (εκ των οποίων πεντακοσίους ελαφρούς ώπλισαν οι Αθηναίοι) και χίλιοι σύμμαχοι ανεχώρησαν εξ Αθηνών με τεσσαράκοντα οκτώ πλοία, εκ των οποίων τινά ήσαν οπλιταγωγά, υπό την αρχηγίαν του Φρυνίχου, του Ονομακλέους και του Σκιρωνίδου, επλησίασαν εις την Σάμον και διέβησαν ακολούθως εις την Μίλητον, όπου εστρατοπέδευσαν. Εξελθόντες εκ της Μιλήτου, όπου οκτακόσιοι στρατιώται, και οι μετά του Χαλκιδέως ελθόντες Πελοποννήσιοι, και το ξενικόν επικουρικόν του Τισσαφέρνους, και αυτός ο Τισσαφέρνης παρών μετά του ιππικού του, συνεπλάκησαν με τους Αθηναίους και τους συμμάχους. Και οι μεν Αργείοι αναπτύξαντες το κέρας των πολύ εις τα εμπρός, εκ περιφρονήσεως προς τους Ίωνας, τους οποίους ενόμιζαν ανικάνους να υποστούν την επίθεσιν των, και προχωρήσαντες ατάκτως ενικήθισαν υπό των Μιλησίων και απώλεσαν περί τους τριακοσίους άνδρας· οι δε Αθηναίοι νικήσαντες πρώτους τους Πελοποννησίους απώθησαν έπειτα τους βαρβάρους και τελευταίον τον επίλοιπον όχλον· και χωρίς να συμπλακούν με τους Μιλησίους, οι οποίοι μετά την κατατρόπωσιν των Αργείων, άμα είδαν ηττηθέν το επίλοιπον μέρος του στρατού των, είχαν υποχωρήσει εις την πόλιν των, μετέβησαν νικηφόροι να στήσουν τα όπλα των πλησίον αυτής της πόλεως των Μιλησίων. Ούτως εν τη μάχη εκείνη αμφοτέρωθεν οι Ίωνες ανεδείχθησαν υπέρτεροι των Δωριέων, διότι οι μεν Αθηναίοι ενίκησαν τους απέναντι των Πελοποννησίους, οι δε Μιλήσιοι τους Αργείους. Στήσαντες δε οι Αθηναίοι τρόπαιον προητοιμάσθησαν να αποκλείσουν διά περιτειχίσεως την πόλιν, η οποία σχηματίζει ισθμόν, νομίζοντες ότι, εάν κατώρθωναν να κυριεύσουν την Μίλητον, ευκόλως και αι λοιπαί πόλεις ήθελαν προσχωρήσει.

26. Εν τούτοις, ενώ είχεν ήδη αρκετά νυκτώσει, αγγέλλεται εις αυτούς ότι οσονούπω επρόκειτο να φανούν τα εκ της Πελοποννήσου και της Σικελίας ερχόμενα πλοία, πεντήκοντα και πέντε τον αριθμόν. Τωόντι οι Σικελιώται, επειδή τους παρεκίνει ο Συρακούσιος Ερμοκράτης να συντελέσουν εις την τελειωτικήν κατάλυσιν (της ηγεμονίας) των Αθηναίων, έπεμψαν είκοσι πλοία των Συρακουσίων και δύο των Σελινουντίων. ’μα δε ητοιμάσθησαν τα πλοία, τα οποία εξωπλίζοντο εις την Πελοπόννησον, οι δύο ούτοι στόλοι, ανατεθέντες εις τον Λακεδαιμόνιον Θηριμένην, διά να οδηγήση αυτούς εις τον ναύαρχον Αστύοχον, κατέπλευσαν πρώτον μεν εις την προ της Μιλήτου νήσον Λέρον· έπειτα εκείθεν, μαθόντες ότι οι Αθηναίοι ήσαν υπό τα τείχη της Μιλήτου, εισήλθαν εις τον Ιασικόν κόλπον, διά να λάβουν λεπτομερεστέρας πληροφορίας περί των εν Μιλήτω συμβαινόντων. Φθάσαντες εις την Τειχιούσσαν της Μιλησίας διενυκτέρευσαν εκεί και έμαθαν τα περί της μάχης παρά του Αλκιβιάδου, ο οποίος ήλθεν έφιππος. Ο Αλκιβιάδης τωόντι παρευρίσκετο εις την μάχην εκείνην και εμάχετο υπέρ των Μιλησίων πλησίον του Τισσαφέρνους. Αυτός συνεβούλευε τους Πελοποννησίους, εάν δεν ήθελαν να καταστρέψουν τα εν τη Ιωνία και αλλαχού πράγματα, να βοηθήσουν την Μίλητον όσον τάχιστα και να μη ανεχθούν τον περιτειχισμόν αυτής.

27. Και οι μεν Πελοποννήσιοι επρόκειτο μόλις εξημέρωνε να μεταβούν εις βοήθειαν της Μιλήτου, ο δε στρατηγός των Αθηναίων Φρύνιχος, ο οποίος είχε λάβει εκ Λέρου ειδήσεις θετικάς περί του εχθρικού στόλου, βλέπων ότι οι συνάρχοντες αυτού ήθελαν να περιμείνουν και να ναυμαχήσουν, διεκήρυξεν ότι όχι μόνον αυτός δεν θα έπραττε τούτο, αλλά και θα κατέβαλλε πάσαν προσπάθειαν, διά να μη το πράξουν μήτε αυτός μήτε κανείς οιοσδήποτε. « Αφού δυνάμεθα, έλεγε, να γνωρίσωμεν βραδύτερον τον ακριβή αριθμόν των εχθρικών πλοίων, και να προετοιμάσωμεν ανέτως τα μέσα της υπερασπίσεως, θα ήτο παραφροσύνη να κινδυνεύσωμεν παρασυρόμενοι από ψευδοφιλοτιμίαν· ουδεμία ατιμία προσγίγνεται εις το ναυτικόν των Αθηναίων, εάν υποχωρήση εγκαίρως, ενώ υπό οιανδήποτε έποψιν θα ήτο μεγίστη ατιμία, εάν ενικάτο, διότι η πόλις τότε όχι μόνον θα περιέπιπτεν εις το αίσχος, αλλά και εις τον μέγιστον των κινδύνων· μετά τας προηγηθείσας δυστυχίας μόλις επετρέπετο με δοκιμασμένας δυνάμεις να επιτεθώμεν χωρίς να αναγκασθώμεν εις τούτο, κατά μείζονα λοιπόν λόγον θα ήτο ασυγχώρητον άνευ ανάγκης να ριφθώμεν εις εκουσίους κινδύνους. Συνεβούλευε δε να επιβιβάσουν όσον τάχιστα τους τραυματίας, τον πεζόν στρατόν και το υλικόν, το οποίον είχαν φέρει μεθ' εαυτών, να εγκαταλείψουν όλα τα λάφυρα, όσα έλαβαν εκ της πολεμίας χώρας, διά να ελαφρώσουν ούτω τα πλοία, να πλεύσουν προς την Σάμον, και εκείθεν συναθροίζοντες όλον τον στόλον των να κάμουν εκδρομάς οσάκις θα παρουσιάζετο ευκαιρία. Γενομένης δεκτής της γνώμης ταύτης, τα πάντα εξετελέσθησαν συμφώνως με αυτήν. Όχι μόνον δε τότε, αλλά και μετέπειτα, καθ' όλον το στάδιόν του, ο Φρύνιχος επέδειξε σύνεσιν. Και οι μεν Αθηναίοι την ιδίαν ημέραν, μόλις ενύκτωσεν, αφήνοντες ατελή την νίκην των ανεχώρησαν από της Μιλήτου, και οι Αργείοι, μανιώδεις διά την αποτυχίαν των, απέπλευσαν εκ της Σάμου εις τα ίδια.

28. Οι δε Πελοποννήσιοι σηκώσαντες τας αγκύρας άμα τη αυγή εκ της Τειχιούσσης έφθασαν εις την Μίλητον, όπου έμειναν μίαν ημέραν· κατά δε την επομένην προσλαβόντες και τα Χιακά πλοία, τα μετά του Χαλκιδέως κατά πρώτον συγκαταδιωχθέντα, ηθέλησαν να επιστρέψουν εις την Τειχιούσσαν, διά να λάβουν τα σκεύη, τα οποία είχαν αφήσει εκεί. Μόλις δε έφθασαν, ο Τισσαφέρνης, ο οποίος είχε μεταβή εκεί μετά του πεζού στρατού, τους έπεισε να πλεύσουν κατά της Ιάσου, την οποίαν κατείχεν ο πολέμιος αυτού Αμόργης. Προσέβαλαν λοιπόν αυτήν αιφνιδίως, και, επειδή οι κάτοικοι δεν επερίμεναν να ίδουν ειμή Αττικά πλοία, την εκυρίευσαν· εις την άλωσιν δε ταύτην διεκρίθησαν προ πάντων οι Συρακουσίοι. Συλλαβόντες δε οι Πελοποννήσιοι ζώντα τον νόθον υιόν του Πισσούθνου Αμόργην, ο οποίος είχεν επαναστατήσει κατά του βασιλέως, παρέδοσαν αυτόν εις τον Τισσαφέρνην, διά να τον απαγάγη, εάν ήθελεν, εις τον βασιλέα, συμφώνως με την διαταγήν, την οποίαν είχε λάβει. Ο στρατός έλαβεν άφθονα λάφυρα, διότι η πόλις ήτο καθ' υπερβολήν πλουσία. Παραλαβόντες τους περί τον Αμόργην επικούρους και μη κακοποιήσαντες διόλου κατέταξαν αυτούς εις τον στρατόν των, διότι οι πλείστοι ήσαν Πελοποννήσιοι. Και παραδώσαντες εις τον Τισσαφέρνην και την πόλιν και τους αιχμαλώτους πάντας, είτε δούλους είτε ελευθέρους, συνεφώνησαν να λάβουν παρ' αυτού ένα στατήρα δαρεικόν κατά κεφαλήν, και έπειτα επέστρεψαν εις την Μίλητον. Έστειλαν δε εις Χίον, διά ξηράς μέχρις Ερυθρών μετά των επικούρων του Αμοργού, τον υιόν του Λέοντος Πεδάριτον, ελθόντα εκ Λακεδαίμονος, διά να αναλάβη την διοίκησιν της Χίου· η δε διοίκησις της Μιλήτου ανετέθη εις τον Φίλιππον. Τοιουτοτρόπως ετελείωσε το θέρος.

29. Κατά τον ακόλουθον δε χειμώνα ο Τισσαφέρνης, αφού εξησφάλισε την Ίασον, μετέβη εις την Μίλητον, και συμφώνως με την προς τους Λακεδαιμονίους υπόσχεσίν του διένειμε κατά κεφαλήν εις όλα τα πλοία ανά μίαν αττικήν δραχμήν δι' ενός μηνός τροφήν, διά τον επίλοιπον όμως χρόνον δεν ηθέλησε να δώση ειμή τρείς οβολούς (2) μέχρις ου ερωτηθή ο βασιλεύς, και υπέσχετο, εάν τον διέταττε, να δώση ολόκληρον την δραχμήν. Ο Συρακούσιος στρατηγός Ερμοκράτης αντέστη μόνος· διότι ο Θηριμένης, μη ων ναύαρχος, αλλ' απλώς αναλαβών την φροντίδα να κομίση τον στόλον εις τον Αστύοχον, δεν αντέτεινεν εντόνως ως προς το ζήτημα της μισθοδοσίας. Συνεφωνήθη εν τούτοις, ίνα ανά πέντε πλοία δίδηται μικρά ποσότης περιπλέον των τριών οβολών κατά κεφαλήν· τωόντι ο Τισσαφέρνης επλήρωνε τρία τάλαντα κατά μήνα διά πέντε πλοία, και ανάλογόν τι ποσόν διά τα περιπλέον(3).

30. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήσαν εις την Σάμον, λαβόντες εξ Αθηνών και άλλην επικουρίαν εκ τριάκοντα πέντε πλοίων, διοικουμένων υπό του Χαρμίνου, του Στρομβιχίδου και του Ευκτήμονος, και συνενώσαντες μετά των της Χίου όλα τα άλλα πλοία ήθελαν να ρίψουν κλήρον προς τον διπλούν σκοπόν να αποκλείσουν την Μίλητον κατά θάλασσαν και να στείλουν κατά της Χίου ναυτικόν και πεζικόν. Ούτω και έπραξαν· διότι ο μεν Στρομβιχίδης, ο Ονομακλής και ο Ευκτήμων, έχοντες τριάκοντα πλοία και παραλαβόντες εντός των οπλιταγωγών μέρος εκ των εις την Μίλητον ελθόντων χιλίων στρατιωτών, απεφασίσθη υπό του λαχνού να πλεύσουν κατά της Χίου, οι δε άλλοι στρατηγοί μετά πλοίων εβδομήκοντα τεσσάρων έμειναν εις την Σάμον θαλασσοκράτορες και ενεργούντες εκδρομάς εναντίον της Μιλήτου.

31. Ο δε Αστύοχος, ο οποίος ευρίσκετο τότε εις την Χίον, όπου ένεκα της προδοσίας εσύναζεν ομήρους, παρητήθη του μέτρου τούτου, άμα έμαθε την προσεχή άφιξιν του υπό τας διαταγάς του Θηριμένους στόλου και την καλλιτέραν θέσιν των συμμμάχων· λαβών δε τα δέκα πλοία των Πελοποννησίων και δέκα των Χίων ανεχώρησε και προσέβαλε τον Πτελεόν· αλλά μη δυνηθείς να καταστή κύριος αυτού παρέπλευσε μέχρι των Κλαζομενών και διέταξε τους φρονούντας τα των Αθηναίων να μετοικήσουν εις τον Δαφνούντα και να υποταχθούν εις τους Λακεδαιμονίους. Την διαταγήν ταύτην υπεστήριξε και ο Ταμώς, ύπαρχος ων της Ιωνίας. Επειδή όμως εκείνοι δεν υπήκουον, ο Αστύοχος επετέθη εναντίον της πόλεώς των, η οποία ήτο ατείχιστος· και μη δυνηθείς να κυριεύση αυτήν απέπλευσεν, ενώ έπνεε σφοδρός άνεμος, και προσήγγισεν αυτός μεν εις την Φώκαιαν και την Κύμην, τα άλλα δε πλοία ηγκυροδόλησαν εις τας παρακειμένας νήσους των Κλαζομενών, Μαράθουσσαν, Πήλην και Δρύμουσσαν. Κρατηθέντες εις τας νήσους ταύτας υπό των εναντίων ανέμων ημέρας οκτώ διήρπασαν και κατηνάλωσαν εν μέρει όσα οι Κλαζομένιοι είχαν αποθέσει εκεί, τα δε άλλα εισβιβάσαντες εις τα πλοία απέπλευσαν εις την Φώκαιαν και την Κύμην προς τον Αστύοχον.

32. Ενώ δε αυτός ευρίσκετο εκεί, φθάνουν πρέσβεις των Λεσβίων προσφερόμενοι να αποστατήσουν πάλιν και αυτόν μεν πείθουν, αλλά, επειδή οι Κορίνθιοι και οι άλλοι σύμμαχοι δεν έδειξαν την αυτήν προθυμίαν ενθυμούμενοι την προτέραν αποτυχίαν, σηκώσας τας αγκύρας έπλευσε προς την Χίον, όπου τα υπό της τρικυμίας διασπαρέντα πλοία του έφθασαν κατόπιν διαφόρων μερών. Μετά ταύτα ο Πεδάριτος αναχωρήσας διά ξηράς εκ της Μιλήτου διεπεραιώθη από τας Ερυθράς εις την Χίον μετά του στρατεύματος του· είχε δε επίσης μαζί του έως πεντακοσίους άνδρας ενόπλους, προερχομένους εκ των πέντε πλοίων, των αφεθέντων υπό του Χαλκιδέως. Ο Αστύοχος, επί τη υποσχέσει, η οποία εδόθη εις αυτόν υπό τινων Λεσβίων, ότι θα επαναστατήσουν την νήσον εκείνην, παρέστησαν εις τον Πεδάριτον και εις τους Χίους ότι έπρεπε να μεταβούν μετά του στόλου, διά επαναστατήσουν την Λέσβον, και ή θα ηύξαναν τον αριθμόν των συμμάχων ή, εν περιπτώσει αποτυχίας, θα επροξένουν τουλάχιστον βλάβην τινά εις τους Αθηναίους. Αλλά δεν εισηκούσθη, και ο Πεδάριτος μάλιστα είπεν εις αυτόν ότι ουδέ τα πλοία των Χίων δεν θα τω άφηνεν.

33. Ο δε Αστύοχος λαβών τα πέντε πλοία των Κορινθίων, έν των Μεγάρων, έν της Ερμιονίδος και εκείνα τα οποία είχε μαζί του ελθών εκ της Λακωνικής, έπλευσε προς την Μίλητον, διά να λάβη την ναυαρχίαν, απειλήσας τους Χίους και ειπών ότι, εάν ποτε ελάμβαναν ανάγκην συνδρομής, δεν έπρεπε να ελπίζουν εις αυτόν. Προσεγγίσας εις Κώρυκον διενυκτέρευσεν εκεί. Εν τούτοις οι Αθηναίοι, οι οποίοι εκ της Σάμου έπλεαν κατά της Χίου μετά των στρατευμάτων των, δεν εχωρίζοντο από του εχθρού, ειμή υπό του λόφου, όπισθεν του οποίου είχαν αγκυροβολήσει· αλλά δεν έβλεπαν αλλήλους. Διαρκούσης της νυκτός επιστολή εστάλη υπό του Πεδαρίτου, αναγγέλλουσα ότι Ερυθραίοι αιχμάλωτοι εις Σάμον και αφεθέντες επί σκοπώ προδοσίας είχαν φθάσει εις Ερυθράς. Μόλις έλαβε την είδησιν αυτήν ο Αστύοχος έσπευσε να επιστρέψη πάλιν εις Ερυθράς, ώστε ολίγον έλειψε να περιπέση εις τους Αθηναίους. Ο Πεδάριτος ήλθεν ωσαύτως προς αυτόν, και ότε έγιναν ανακρίσεις περί των υποτιθεμένων προδοτών, απεδείχθη ότι η προδοσία εκείνη δεν ήτο άλλο ειμή πρόφασις των αιχμαλώτων τούτων, διά να αποδράσουν εκ της Σάμου· συνεπεία λοιπόν τούτου απήλλαξαν αυτούς από την κατηγορίαν και απέπλευσαν ο μεν Πεδάριτος διά την Χίον, ο δε Αστύοχος, ως αρχικώς είχε σκοπόν, εις την Μίλητον.

34. Εν τούτοις ο στρατός των Αθηναίων, αναχωρήσας εκ του Κωρύκου, περιέπλεεν, ότε συνήντησε πλησίον του Αργίνου, τρία μακρά πλοία των Χίων· άμα δε τα είδεν, ήρχισε να τα καταδιώκη, αλλά, επειδή συνέβη μεγάλη τρικυμία, τα μεν πλοία των Χίων μόλις επρόφθασαν να καταφύγουν εις τον λιμένα, εκ δε των πλοίων των Αθηναίων τρία μεν, τα μάλλον προχωρήσαντα προς καταδίωξιν, απωλέσθησαν και εξώκειλαν πλησίον της πόλεως των Χίων, και εκ των ανδρών αυτών άλλοι συνελήφθησαν και άλλοι εφονεύθησαν, τα δε άλλα κατέφυγαν εις τον κάτωθεν του Μίμαντος λιμένα, τον ονομαζόμενον Φοινικούντα. Εντεύθεν δε ύστερον καθωρμίσθησαν εις την Λέσβον και ήρχισαν τας προετοιμασίας της πολιορκίας.

35. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα, ο Λακεδαιμόνιος Ιπποκράτης, ανεχώρησεν εκ Πελοποννήσου με δέκα πλοία των Θουρίων, διοικούμενα υπό του Δωριέως, του Διαγόρου, και δύο άλλων στρατηγών, έν της Λακωνικής και έν των Συρακουσών, και ήλθεν εις Κνίδον, η οποία είχεν ήδη αποστατήσει διά των ενεργειών του Τισσαφέρνους. Οι Πελοποννήσιοι οι ευρισκόμενοι εις την Μίλητον, μαθόντες την άφιξίν του διέταξαν ίνα με το ήμισυ μεν του στόλου φυλάσσεται η Μίλητος, με το άλλο δε ήμισυ μεταβούν εις Τριόπιον, διά να συλλάβουν τα εκ της Αιγύπτου ερχόμενα φορτηγά· είναι δε το Τριόπιον άκρα προέχουσα της Κνιδίας αφιερωμένη εις τον Απόλλωνα. Εις την είδησιν ταύτην οι Αθηναίοι ανεχώρησαν εκ της Σάμου και έβαλαν έξ πλοία εις Τριόπιον να φρουρούν· αλλά τα πληρώματα αυτών διέφυγαν. Οι Αθηναίοι κατέπλευσαν ακολούθως εις την Κνίδον και προσβαλόντες την πόλιν, ατείχιστον ούσαν, παρ' ολίγον να την κυριεύσουν. Την επιούσαν επανέλαβαν την προσβολήν αλλά, επειδή οι κάτοικοι περιεχαρακώθησαν καλλίτερον κατά την νύκτα και ενισχύθησαν υπό των πληρωμάτων των πλοίων του Τριοπίου, οι Αθηναίοι δεν ηδυνήθησαν να τους βλάψουν όσον το πρώτον. Υπεχώρησαν λοιπόν και, αφού ελεηλάτησαν τους αγρούς, απέπλευσαν εις την Σάμον.

36. Κατά την αυτήν δε εποχήν, ότε ο Αστύοχος ήλθεν εις Μίλητον, διά να αναλάβη την ναυαρχίαν, οι Πελοποννήσιοι είχαν ακόμη τα πάντα άφθονα εις το στρατόπεδόν των. Τωόντι τους εδίδετο μισθός αρκετός, οι θησαυροί οι διαρπαγέντες εκ της Ιάσου είχαν εναποταμιευθή υπό των στρατιωτών και οι Μιλήσιοι προθύμως υπέφεραν τα βάρη του πολέμου. Εν τούτοις η πρώτη συνθήκη, η συνομολογηθείσα μεταξύ του Τισσαφέρνους και του Χαλκιδέως, εφαίνετο ανεπαρκής εις τους Πελοποννησίους και ουχί τόσον επωφελής προς αυτούς. Κατά τον καιρόν λοιπόν, κατά τον οποίον ήτο ακόμη ο Θηριμένης εις την Μίλητον, συνωμολόγησαν άλλην συμμαχίαν, την εξής.

37. «Μεταξύ των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων αφ' ενός, και του βασιλέως Δαρείου, των υιών του και του Τισσαφέρνους αφ' έτερου συνωμολογήθη συνθήκη ειρήνης και φιλίας υπό τους ακολούθους όρους: Όλαι αι χώραι και όλαι αι πόλεις, όσαι ανήκουν εις τον βασιλέα Δαρείον ή ανήκαν εις τον πατέρα του ή τους προγόνους του, θα διατελούν απηλλαγμέναι από οιανδήποτε εχθροπραξίαν και βλάβην εκ μέρους των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων, μήτε οι Λακεδαιμόνιοι δε μήτε οι σύμμαχοι θα εισπράττουν κανένα φόρον παρά των πόλεων τούτων. Ο βασιλεύς Δαρείος υποχρεούται, καθώς και οι υπήκοοί του, να μη πολεμήση μήτε να βλάψη τους Λακεδαιμονίους ή τους συμμάχους. Εάν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι έχουν ανάγκην της συνδρομής του βασιλέως, ή εάν ο βασιλεύς έχη ανάγκην της συνδρομής των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Από ό,τι πράξουν μετά αμοιβαίαν συνεννόησιν θα θεωρηθή ως καλώς έχον. Οι δύο συνάπτοντες την συνθήκην ταύτην υποχρεούνται να εξακολουθήσουν ομού τον πόλεμον κατά των Αθηναίων και των συμμάχων και να καταπαύσουν αυτόν από κοινού. Ο βασιλεύς θα παρέχη την δαπάνην δι' όλον τον στρατόν ο οποίος επί τη αιτήσει του θα ευρίσκετο εις την χώραν του. Εάν πόλις τις εκ των μετά του βασιλέως συμβληθεισών επέλθη εναντίον της χώρας του βασιλέως, οι άλλοι θα αντισταθούν και θα υπερασπίσουν τον βασιλέα δι' όλων των δυνάμεών των. Εάν τις εκ των εις την χώραν του βασιλέως ή εκ των υποταγμένων εις αυτόν πόλεων βαδίση κατά των Λακεδαιμονίων ή των συμμάχων, ο βασιλεύς θα αντισταθή και θα υπερασπίση αυτούς δι' όλων των δυνάμεων του».

38. Μετά τας συνθήκας δε ταύτας ο Θηριμένης παρέδωκε τον στόλον εις τον Αστύοχον και εισελθών εντός κέλητος έφυγεν αμέσως. Οι δε Αθηναίοι, οίτινες ήσαν εις την Λέσβον, μετέβησαν ήδη εις την Χίον μετά του στρατού των και όντες κύριοι της γης και της θαλάσσης ωχύρωσαν το Δελφίνιον, χωρίον ισχυρόν προς το μέρος της ξηράς, έχον λιμένας και όχι πολύ απέχον της των Χίων πόλεως. Οι Χίοι νικηθέντες εις πολλάς προηγουμένας μάχας έμεναν ησυχάζοντες, προ πάντων διότι δεν ήσαν σύμφωνοι μεταξύ των και είχαν υποψίας οι μεν προς τους δε αφ' ότου ο Πεδάριτος εφόνευσε τους μετά Τυδέως του υιού του Ίωνος ως οπαδούς των Αθηναίων και υπέταξε το πλήθος εις σύστημα ολιγαρχικόν· ούτε εαυτούς ούτε τους μετά του Πεδαρίτου επικούρους ενόμιζαν ικανούς να αντισταθούν εις τους εχθρούς. Εν τούτοις έπεμψαν εις την Μίλητον, διά να ζητήσουν επικουρίαν παρά του Αστυόχου· αρνηθέντος δε τούτου, ο Πεδάριτος έγραψεν εις την Λακεδαίμονα εναντίον του ως αδικούντος. Τοιαύτη ήτο η κατάστασις των Αθηναίων εις την Χίον, εις δε την Σάμον ο στόλος των έκαμνεν εκδρομάς εναντίον των εις την Μίλητον σταθμευόντων πλοίων· αλλά, επειδή ταύτα δεν εξήρχοντο εις συνάντησίν του, επανήλθεν εις την Σάμον και ησύχαζεν.

39. Κατά δε τον αυτόν χειμώνα τα εικοσιεπτά πλοία, τα οποία οι Λακεδαιμόνιοι είχαν εξοπλίσει διά τον Φαρνάβαζον, κατά παράκλησιν του Μεγαρέως Καλλιγείτου και του Κυζικηνού Τιμαγόρου, ανεχώρησαν εκ της Πελοποννήσου περί ήλιου τροπάς και έπλευσαν διά την Ιωνίαν έχοντα ως αρχηγόν τον Σπαρτιάτην Αντισθένην. Οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν επί του αυτού στόλου ένδεκα Σπαρτιάτας, διά να χρησιμεύουν ως σύμβουλοι του Αστυόχου· είς εξ αυτών ήτο ο Λίχας υιός του Αρκεσιλάου. Τους είχαν δε διατάξει να ενασχοληθούν από κοινού, άμα τη αφίξει των εις Μίλητον, εις το να βελτιώσουν τας εκεί υποθέσεις, να πέμψουν, εάν έκρινον κατάλληλον, εις τον Ελλήσποντον προς τον Φαρνάβαζον τα αυτά εκείνα πλοία, είτε όλα, είτε περισσότερα, είτε ολιγώτερα, να υποδείξουν ως άρχοντα τον μετ' αυτών συμπλέοντα Κλέαρχον τον Ραμφίου και να αφαιρούν την ναυαρχίαν, εάν ενόμιζαν πρέπον, από τον Αστύοχον, ίνα αναθέσουν αυτήν εις τον Αντισθένην· διότι μετά τας επιστολάς του Πεδαρίτου οι Λακεδαιμόνιοι είχαν συλλάβει υπονοίας εναντίον του Αστυόχου. Αναχωρήσας ο στόλος ούτος από του Μαλέα και πλεύσας διά του πελάγους προσήγγισεν εις την Μήλον, όπου συνήντησε δέκα πλοία των Αθηναίων, συνέλαβε τρία κενά και τα έκαυσε. Μετά δε τούτο φοβηθείς μήπως τα πλοία των Αθηναίων τα διαφυγόντα εκ της Μήλου αναγγείλουν την προσέγγισίν του εις τους Αθηναίους (όπερ και εγένετο) έπλευσε προς την Κρήτην, προφυλαττόμενος κατά το πλείστον διάστημα του ταξιδιού και εισήλθεν εις τον λιμένα της Καύνου εν Ασία. Εκείθεν νομίζων τον εαυτόν του, ασφαλή έστειλεν αγγελίαν προ τον στόλον της Μιλήτου, διά να τον παραλάβη και τον φέρη εις την Καύνον.

40. Κατά τον αυτόν δε χρόνον οι Χίοι και ο Πεδάριτος, με όλην την κακήν θέλησιν του Αστυόχου, πέμπουσι προς αυτόν απεσταλμένον επί απεσταλμένου, διά να τον παρακαλέσουν να έλθη εις βοήθειάν των μεθ' όλου του στόλου, ενώ ήσαν πολιορκημένοι, και να μη ανέχεται ώστε η μεγίστη των εν τη Ιωνία συμμαχίδων πόλεων να αποκλείεται μεν της θαλάσσης, να λεηλατήται δε κατά ξηράν υπό των ληστειών. Ουδεμία πόλις, πλην της Λακεδαίμονος, είχε τοσούτους δούλους, όσους η Χίος, ένεκα δε του πλήθους αυτών τους ετιμώρουν αυστηρώς οσάκις έπταιον. Διά τούτο, άμα ο στρατός των Αθηναίων εφάνη οριστικώς αποκατασταθείς και περιχαρακωθείς, ηυτομόλησαν οι περισσότεροι προς αυτούς και ένεκα της γνώσεως την οποίαν είχον των μερών διέπραξαν τα πλείστα κακά. Επέμεναν λοιπόν οι Χίοι να τους βοηθήση ο Αστύοχος, ενόσω ήτο ακόμη ελπίς και ήτο δυνατόν να εμποδίσουν τας ημιτελείς εργασίας του Δελφινίου και πριν ή ο εχθρός περιβάλη διά μεγαλειτέρων περιχαρακωμάτων το στρατόπεδον και τα πλοία του. Ο δε Αστύοχος, μολονότι κατά την πρώτην απειλήν δεν είχε διάθεσιν να τους βοηθήση, ηναγκάσθη να το πράξη, άμα είδεν ότι οι σύμμαχοι ήσαν πρόθυμοι να σπεύσουν εις βοήθειαν.

41. Εν τούτω δε τω μεταξύ έφθασεν εκ της Καύνου η αγγελία ότι τα εικοσιεπτά πλοία και οι σύμβουλοι των Λακεδαιμονίων έφθασαν. Ο Αστύοχος κρίνων πάσαν άλλην υπόθεσιν ολιγώτερον σπουδαίαν από το να συνοδεύση τόσα πολλά πλοία, διά να γίνη κύριος της θαλάσσης και να εξασφαλίση την διαπεραίωσιν εις τους Λακεδαιμονίους, οι οποίοι ήρχοντο διά να επιτηρήσουν την διαγωγήν του, παρητήθη του εις την Χίον πλου και έπλευσε προς την Καύνον. Κατά τον διάπλουν απέβη εις την Κων την Μεροπίδα, η οποία ήτο ατείχιστος και κατεστραμμένη υπό σεισμού, του μεγίστου από όσους ενθυμούμεθα, και ελεηλάτησεν αυτήν, ενώ οι κάτοικοι είχαν φύγει εις τα όρη. Επιδραμών την χώραν ήρπασε τα πάντα, πλην των ελευθέρων ανδρών, τους οποίους απέλυσεν. Εκ δε της Κω φθάσας διά νυκτός εις την Κνίδον ηναγκάσθη υπό των παραινούντων Κνιδίων να μη αποβιβάση τους ναύτας, αλλά, ως είχε, να πλεύση ευθύς εναντίον των είκοσι πλοίων των Αθηναίων, τα οποία έχων ο Χαρμίνος, εις των στρατηγών της Σάμου, παρεμόνευε τα εικοσιεπτά εκείνα πλοία, τα οποία ήρχοντο εκ της Πελοποννήσου και τα οποία ανεζήτει ο Αστύοχος. Οι Αθηναίοι οι όντες εις την Σάμον είχαν μάθει εκ της Μήλου την προσέγγισιν του στόλου εκείνου και ανέθεσαν εις τον Χαρμίνον την φυλακήν των πέριξ της Σύμης, της Χάλκης, της Ρόδου και της Λυκίας· ήδη μάλιστα ούτος είχε μάθει ότι τα εχθρικά πλοία ήσαν εις την Καύνον.

42. Ο Αστύοχος λοιπόν, πριν γίνη γνωστή η πορεία του, έπλευσε προς την Σύμην ελπίζων να συναντήση που τον εχθρικόν στόλον εις το πέλαγος· αλλ' η βροχή και ο νεφελώδης καιρός διεσκόρπισαν τα πλοία του εν τη σκοτία, Κατά την πρωίαν, ενώ ο στόλος του Αστυόχου έπλεεν ατάκτως, του αριστερού κέρατος ευρισκομένου ήδη απέναντι των Αθηναίων, του δε άλλου πλανωμένου ακόμη περί την νήσον, ο Χαρμίνος και οι Αθηναίοι επροχώρησαν με ταχύτητα μετά πλοίων ολιγωτέρων των είκοσι νομίζοντες ότι ο στόλος εκείνος ήτο ο της Καύνου, τον οποίον παρεμόνευαν επιπεσόντες δε αμέσως κατ' αυτού εβύθισαν τρία πλοία και επέφεραν μεγάλας βλάβας εις τα άλλα. Εις τούτο το σημείον ευρίσκετο η ναυμαχία, εφαίνετο δε ούσα υπέρ αυτών, ότε απροσδοκήτως ενεφανίσθη το πλείστον μέρος του πελοποννησιακού στόλου και τους περιεκύκλωσε πανταχόθεν. Τότε οι Αθηναίοι ετράπησαν εις φυγήν, έχασαν έξ πλοία και κατέφυγαν μετά των λοιπών εις την νήσον Τεύτλουσαν και εκείθεν εις Αλικαρνασόν. Οι Πελοποννήσιοι προσωρμίσθησαν ύστερον εις τον λιμένα της Κνίδου, όπου ηνώθησαν μετ' αυτών τα εκ της Καύνου ερχόμενα εικοσιεπτά πλοία· και όλοι ομού έπλευσαν διά να στήσουν τρόπαιον εις την Σύμην, εκ της οποίας έπειτα επέστρεψαν πάλιν εις την Καύνον.

43. Οι δε Αθηναίοι, άμα έμαθαν τα της ναυμαχίας ταύτης, ανεχώρησαν εκ της Σάμου διά την Σύμην μεθ' όλου του στόλου των. Και κατά μεν του ναυτικού του ευρισκομένου εις την Κνίδον ούτε αυτοί επροχώρησαν, καθώς ούτε εκείνο, κατ' αυτών, λαβόντες δε τα εν Σύμη σκεύη προσέβαλαν τα επί της (ασιατικής) ηπείρου Λώρυμα και απέπλευσαν διά την Σάμον. Ήδη όλος ο στόλος, συναθροισμένος εις την Κνίδον, όπου ευρίσκετο τότε ο Τισσαφέρνης, έκαμνε τας απαιτουμένας επισκευάς· οι ένδεκα Λακεδαιμόνιοι διεσκέπτοντο μαζί του περί πάντων των συμβαινόντων, περί παντός ό,τι δεν ήρεσεν εις αυτούς, και περί των μέσων να εξακολουθήσουν τον πόλεμον όσον το δυνατόν καλλίτερον και συμφερώτερον δι' αμφοτέρους. Ο Λίχας προ πάντων λεπτομερώς εξήταζε τα πάντα· έλεγαν ότι ουδεμία συνθήκη συνετάχθη καλώς, ούτε η του Χαλκιδέως ούτε η του Θηριμένους· ότι θα ήτο φοβερόν να έχη την αξίωσιν ο βασιλεύς να κατέχη ακόμη και τώρα τας αυτάς χώρας, επί των οποίων άλλοτε αυτός ή οι πρόγονοι του ήρχον (τωόντι εις τας συνθήκας ταύτας όλαι αι νήσοι, η Θεσσαλία, οι Λοκροί και αι της Βοιωτίας χώραι ώφειλον να υποταγώσι πάλιν εις αυτόν), και ότι αντί της ελευθερίας οι Λακεδαιμόνιοι θα επέβαλλον εις τους Έλληνας τον Μηδικόν ζυγόν. Εζήτησε λοιπόν να συντάξουν καλλιτέραν συνθήκην λέγων ότι η υπάρχουσα δεν θα εγίνετο δεκτή και ότι υπό τοιούτους όρους δεν ήθελαν κανέν σιτηρέσιον. Και ο μεν Τισσαφέρνης αγανακτών απεχωρίσθη απ' αυτών μετ' οργής και άπρακτος.

44. Οι δε Λακεδαιμόνιοι σκοπόν είχαν να πλεύσουν εις την Ρόδον, της οποίας οι εξέχοντες (πρόκριτοι) κάτοικοι τοις είχον πέμψει κήρυκας· ήλπιζαν να προσελκύσωσι με το μέρος των την νήσον ταύτην, την οποίαν καθίστα σπουδαίαν ο μέγας αριθμός των ναυτικών και των πεζών στρατιωτών της. Ήλπιζαν άλλως με τους συμμάχους, τους οποίους είχον τότε, να δυνηθούν αυτοί μόνοι να συντηρήσουν τον στόλον, χωρίς να ζητήσουν χρήματα παρά του Τισσαφέρνους. Αναχωρήσαντες λοιπόν αμέσως εκ της Κνίδου κατά τον αυτόν χειμώνα προσήγγισαν πρώτον εις Κάμειρον της Ροδίας μετά πλοίων ενενήκοντα τεσσάρων και εφόβησαν τον λαόν, ο οποίος, μη γνωρίζων τα διατρέχοντα, έφυγε διότι η πόλις ήτο ατείχιστος. Έπειτα οι Λακεδαιμόνιοι συνεκάλεσαν τους κατοίκους αυτής και τους Ροδίους των δύο άλλων πόλεων, της Λίνδου και της Ιηλυσού, και έπεισαν αυτούς να επαναστατήσουν κατά των Αθηναίων. Και τοιουτοτρόπως η Ρόδος συνετάχθη με τους Πελοποννησίους. Οι δε Αθηναίοι κατά τον αυτόν χρόνον, πληροφορηθέντες περί του σχεδίου τούτου, διά να εμποδίσουν την εκτέλεσιν αυτού, ανεχώρησαν μετά του στόλου, όπου ήτο εις την Σάμον, και εφάνησαν εις τα πέλαγος· αλλ' ήτο πλέον αργά, και διά τούτο έπλευσαν πρώτον μεν εις την Χάλκην, έπειτα δε εις την Σάμον. Ακολούθως επέδραμον κατά της Ρόδου αναχωρούντες εκ της Χάλκης, εκ της Κω και εκ της Σάμου. Οι δε Πελοποννήσιοι σενέλεξαν παρά των Ροδίων αναγκαστικήν χρηματικήν συνεισφοράν εκ τριάκοντα ταλάντων, έσυραν τα πλοία των εις την ξηράν και έμειναν ησυχάζοντες επί ημέρας ογδοήκοντα.

45. Ιδού δε τι συνέβη κατά το διάστημα τούτο και μάλιστα πριν επιχειρήσουν την εκστρατείαν της Ρόδου. Μετά τον θάνατον του Χαλκιδέως και την εν Μιλήτω μάχην ο Αλκιβιάδης, ο οποίος ήτο ύποπτος εις τους Πελοποννισίους, εφοβήθη διά κάποια επιστολήν πεμφθείσαν εκ Λακεδαίμονος προς τον Αστύοχον και προστάζουσαν αυτόν να τον φονεύση, και ότι ο Αλκιβιάδης ήτο εχθρός τον ’γιδος και ελογίζετο άλλως ως προδότης. Και πρώτον μεν μετέβη προς τον Τισσαφέρνην και έβλαπτε πλησίον αυτόν όσον ηδύνατο περισσότερον τους Πελοποννησίους· αποκαλύπτων δε εις αυτόν τα πάντα τον έπεισε να ελαττώση τον μισθόν των, εις τρόπον ώστε αντί μιας αττικής δραχμής τους έδιδε μόνον τρεις οβολούς, και τούτο όχι τακτικώς. Κατά τας συμβουλάς του Αλκιβιάδου ο Τισσαφέρνης τους είπεν ότι, εάν οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήσαν πολύ εμπειρότεροι αυτών εις τα ναυτικά, έδιδαν μόνον τρείς οβολούς εις τους ναύτας των, έπρατταν τούτο ουχί χάριν οικονομίας όσον ίνα μη οι ναύται, διαφθειρόμενοι υπό της αφθονίας των χρημάτων, οι μεν εκνευρίζουν το σώμα των δαπανώντες εις ηδονάς, αίτινες καταστρέφουν την υγείαν, οι δε εγκαταλείπουν τα πλοία αφήνοντες ως ενέχυρον τον επί πλέον (του λαμβανομένου προς συντήρησιν) οφειλόμενον μισθόν. Τον εδίδαξεν επίσης ο Αλκιβιάδης να ελκύση διά δωρεών την υποστήριξιν των τριηράρχων και των στρατηγών των πόλεων και οι μεν άλλοι εξ αυτών εδέχθησαν, ουχί δε και οι Συρακούσιοι, διότι μόνος ο Ερμοκράτης διεμαρτυρήθη εν ονόματι όλων των συμμάχων. Ότε αι πόλεις έστειλαν να ζητήσουν χρήματα, ο Αλκιβιάδης απέπεμπεν ο ίδιος τους απεσταλμένους αποκρινόμενος εν ονόματι του Τισσαφέρνους ότι οι Χίοι ήσαν πολύ αναίσχυντοι, αυτοί οι μάλλον πλούσιοι των Ελλήνων και οφείλοντες την σωτηρίαν των εις την ξένην συνδρομήν, να έχουν την αξίωσιν, ώστε άλλοι, χάριν της ιδικής των ελευθερίας, να εκθέτουν τα σώματα και τας περιουσίας των. Ως προς τας άλλας πόλεις, έλεγαν ότι θα ήσαν ασυγχώρητοι, εάν δεν έκαμναν τας αυτάς θυσίας και μάλιστα μεγαλυτέρας προς ίδιον των συμφέρον, αυταί που πριν αποστατήσουν, τόσα πολλά εδαπανούσαν υπέρ των Αθηναίων. Είπε τέλος ότι ο Τισσαφέρνης, πολεμών προς το παρόν με ιδικάς του μόνον δαπάνας, είχε δίκαιον να είναι φειδωλός των ιδικών του χρημάτων· αλλ' ότι, εάν ποτε ο βασιλεύς πέμψη κεφάλαια, ο μισθός θα δοθή ανελλιπώς και αι πόλεις θα λάβουν δικαίας αποζημιώσεις.

46. Συνεβούλευεν δ' επίσης τον Τισσαφέρνην να μη σπεύση πολύ να περάνη τον πόλεμον και να μη συγκατατεθή, είτε προσκαλών φοινικικόν στόλον, όπως διενοείτο, είτε λαμβάνων επί μισθώ περισσοτέρους Έλληνας, ώστε να δοθή το κράτος της θαλάσσης και της ξηράς εις ένα και τον αυτόν λαόν, αλλά να αφήση την αρχήν διαμοιρασμένην μεταξύ των δύο αντιπάλων, διότι τούτο όπερ θα επέτρεπε πάντοτε εις τον βασιλέα να διεγείρη τους μεν εναντίον των δε· ενώ, εάν το κράτος της ξηράς και της θαλάσσης συνεκεντρούτο εις έν σημείον, ο βασιλεύς δεν θα είχε πλέον συμμάχους, διά να καταβάλη τους επικρατούντας, εκτός εάν ήθελεν ημέραν τινά, αυτός ο ίδιος να περιπλακή εις αγώνα πολυδάπανον και πλήρη κινδύνων· θα ήτο δε απλούστερον, ολιγώτερον δαπανηρόν και μάλλον ασφαλές να αφήση τους Έλληνας να καταστραφούν μεταξύ των. Προσέθηκεν ότι θα ήτο ωφελιμώτερον εις τον βασιλέα να συμμερισθή την αρχήν με τους Αθηναίους, καθότι αυτοί, μη εποφθαλμιώντες, ως οι Λακεδαιμόνιοι, να κυριαρχήσουν επί της ξηράς και όντες μάλλον συμβιβαστικοί προς τα έργα και τους λόγους, θέλουν μεν την ηγεμονίαν της θαλάσσης, εγκαταλείπουν δε εις τον βασιλέα τους Έλληνας τους κατοικούντας εις το βασίλειόν του, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι ήρχοντο, διά να ελευθερώσουν τους λαούς· ότι δεν ήτο πιθανόν να ελευθερώσουν μεν τώρα οι Λακεδαιμόνιοι τους Έλληνας από τον ζυγόν των Ελλήνων, να μη ζητήσουν δε κατόπιν να τους απαλλάξουν και από τον ζυγόν των βαρβάρων εκτός εάν ούτοι τους απεδίωκαν ημέραν τινά. Τον συνεβούλευσε λοιπόν να εξασθενίση πρώτον τους μεν διά των δε, και αφού περικόψη τοιουτοτρόπως όσον ηδύνατο περισσότερον την δύναμιν των Ελλήνων να στραφή τότε κατά των Πελοποννησίων και να εκδιώξη αυτούς εκ της βασιλικής χώρας. Ο Τισσαφέρνης ησπάζετο κατά το πλείστον τα σχέδια ταύτα, όσον δυνάμεθα τουλάχιστον να κρίνωμεν εκ των πράξεών του. Ενεπιστεύθη λοιπόν ανεπιφυλάκτως εις τον Αλκιβιάδην, ο οποίος του έδιδε τοσούτον καλάς συμβουλάς ως προς τούτο· έδιδεν ατάκτως τον μισθόν εις τους Πελοποννησίους και δεν τοις επέτρεπε να ναυμαχήσουν. Βεβαιών ότι μετ' ολίγον έμελλε να φθάση ο φοινικικός στόλος και ότι τότε θα επολέμουν μετά δυνάμεων πλέον ή επαρκών, κατέστρεψε τας υποθέσεις των και παρέλυσε το ναυτικόν των, τοσούτον ανθηρόν μέχρι της στιγμής εκείνης. Τέλος καθ' όλην την εις τον πόλεμον εκείνον συμμετοχήν του επέδειξε ψυχρότητα ικανήν, ώστε να εννοήσουν τους αληθείς σκοπούς του.

47. Ο δε Αλκιβιάδης έδιδε τας συμβουλάς ταύτας εις τον Τισσαφέρνην και τον βασιλέα, αφ' ενός μεν διότι ευρισκόμενος πλησίον αυτών ενόμιζε τας συμβουλάς ταύτας ως αρίστας, αφ' ετέρου δε διότι έτρεφε την ελπίδα να επιστρέψη εις την πατρίδα του γνωρίζων ότι, εάν επρολάμβανε την καταστροφήν αυτής, θα ηδύνατο ημέραν τινά να επιτύχη διά της πειθούς την ανάκλησίν του· ενόμιζε δε ότι το καλύτερον μέσον, διά να πείση εις τούτο τους Αθηναίους, ήτο να φαίνεται ως επιστήθιος φίλος του Τισσαφέρνους. Τούτο τωόντι συνέβη. Οι στρατιώται οι μένοντες εις την Σάμον έμαθαν ότι ίσχυεν αυτός παρά τω Τισσαφέρνει. Αφ' ετέρου ο Αλκιβιάδης ήλθεν εις συνεννοήσεις με τους μάλλον ισχυρούς εξ αυτών, διά να κηρύξουν ούτοι εις τους τιμίους ανθρώπους εκ μέρους του ότι, εάν ανεκαλείτο εις την πατρίδα του υπό το αριστοκρατικόν πολίτευμα και όχι υπό την μοχθηράν δημοκρατίαν, η οποία τον είχεν εξορίσει, υπέσχετο να τοις προμηθεύση την φιλίαν του Τισσαφέρνους και να συμμερισθή μετ' αυτών την εξουσίαν. Αι προτάσεις αύται τοσούτω μάλλον έγιναν δεκταί, όσω οι τριήραρχοι και οι ισχυρότεροι των εν τη Σάμω Αθηναίων ήσαν διατεθειμένοι εξ ιδίας των γνώμης εις την κατάλυσιν της δημοκρατίας.

48. Το ζήτημα τούτο ανεκινήθη πρώτον εις το στρατόπεδον και έπειτα εις την πόλιν· τινές μάλιστα ανεχώρησαν εκ της Σάμου, διά να συνομιλήσουν με τον Αλκιβιάδην, ο οποίος τοις υπεσχέθη πρώτον την φιλίαν του Τισσαφέρνους και έπειτα την του βασιλέως, εάν έστεργον να καταλύσουν την δημοκρατίαν (διότι μόνον δι' αυτού του τρόπου ηδύνατο ο βασιλεύς να έχη πλειοτέραν εμπιστοσύνην.) Οι πρώτοι πολίται, οίτινες συνήθως υποφέρουν (εκ του πολέμου) περισσότερον, συνέλαβον μεγάλην ελπίδα να λάβωσιν αυτοί οι ίδιοι την διεύθυνσιν των πραγμάτων και να νικήσουν τους εχθρούς. Επανελθόντες εις την Σάμον συνήθροισαν όσους ενόμιζαν καταλλήλους προς συνωμοσίαν και είπαν αναφανδόν εις τον λαόν ότι ο βασιλεύς θα εγίνετο φίλος των Αθηναίων και ότι θα τοις παρείχε χρήματα άμα ο Αλκιβιάδης ανεκαλείτο εις την πατρίδα του και κατελύετο η δημοκρατία. Μολονότι δε το πλήθος δυσηρεστήθη προς στιγμήν διά τα συμβαίνοντα, εν τούτοις έμεινεν ήσυχον με την ελπίδα ότι ευκολώτερον θα επετύγχανε μισθόν παρά του βασιλέως, ενώ οι προετοιμάζοντες την ολιγαρχίαν, άμα ανεκοίνωσαν το σχέδιόν των εις το πλήθος συνεζήτησαν μεταξύ των και μετά των λοιπών ομοφρόνων τας προτάσεις του Αλκιβιάδου, αι οποίαι εφάνησαν μεν εις τους άλλους ωφέλιμοι και ασφαλείς, δεν ήρεσαν όμως ουδόλως εις τον Φρύνιχον, ο οποίος ήτο ακόμη στρατηγός και διετείνετο (όπερ και αληθές) ότι ο Αλκιβιάδης δεν ηγάπα την ολιγαρχίαν πλειότερον της δημοκρατίας, ότι δεν εσκέπτετο ειμή πώς να μεταβάλη την επικρατούσαν τάξιν της πόλεως, διά να ανακληθή υπό των φίλων του εν αυτή, ότι ώφειλαν προ πάντων να αποφύγουν τας διαιρέσεις, ότι, αφού ήσαν ήδη οι Πελοποννήσιοι ομοίως ισχυροί κατά θάλασσαν και κατείχαν επί της βασιλικής χώρας αξιολόγους πόλεις, δεν θα ήτο ωφέλιμον εις τον βασιλέα να δημιουργήση δυσχερείας ενούμενος με τους Αθηναίους, προς τους οποίους εδυσπίστει, ενώ ηδύνατο να ελκύση την φιλίαν των Πελοποννησίων εναντίον των οποίων δεν είχε ποτέ αιτίαν παραπόνων. Ως προς δε τας άλλας πόλεις, εις τας οποίας υπέσχοντο την ολιγαρχίαν, διότι αι Αθήναι θα έπαυαν δημοκρατούμεναι, ήξευρε καλώς, έλεγαν, ότι η υπόσχεσις αύτη δεν ήτο ικανή ούτε να υποτάξη τας αποστατησάσας, ούτε να συγκρατήση εις υποταγήν τας πιστάς, διότι παρά να είναι δούλαι της ολιγαρχίας ή της δημοκρατίας αι πόλεις αύται θα προτιμήσουν μάλλον να είναι ελεύθεραι υπό οιονδήποτε εκ των δύο τούτων συστημάτων. Ως προς τους ανθρώπους τους ονομαζομένους καλούς καγαθούς, επίστευεν ότι δεν θα ηνωχλούντο υπ' αυτών ολιγώτερον ή υπό του δήμου, εις τον οποίον ούτοι παρείχαν και εισήγαν κακά σχέδια, των οποίων αυτοί μόνοι εκαρπούντο τας ωφελείας· το να υποταχθούν εις αυτούς ήτο ως να καθιέρουν το σύστημα της αυθαιρέτου καταδίκης και του βίαιου θανάτου, ενώ ο λαός ήτο ανοικτόν καταφύγιον εις όλους και χαλινός των παρεκτροπών των ολίγων. Ο Φρύνιχος εβεβαίωνεν ότι αι πόλεις είχαν σχηματίσει εκ πείρας την αυτήν γνώμην και τέλος επρόσθεσεν ότι αυτός τουλάχιστον απεδοκίμαζε και τας προτάσεις του Αλκιβιάδου και τα πραττόμενα τότε.

49. Η δε συνέλευσις των συνωμοτών, συμφώνως με την πρώτην απόφασιν, παρεδέχθη τας γενομένας εις αυτήν προτάσεις και παρεσκευάσθη να στείλη εις τας Αθήνας τον Πείσανδρον και άλλους απεσταλμένους, διά να εργασθούν υπέρ της καθόδου του Αλκιβιάδου και της εν τη πόλει ταύτη καταλύσεως της δημοκρατίας και διά να καταστήσουν τον Τισσαφέρνην φίλον των Αθηναίων.

50. Εννοήσας δε ο Φρύνιχος ότι έμελλε να προταθή η ανάκλησις του Αλκιβιάδου και ότι οι Αθηναίοι θα την παρεδέχοντο, και φοβηθείς μήπως κατόπιν από όσα είπε κατά του Αλκιβιάδου διατηρήση ούτος, όταν θα επανήρχετο (εις Αθήνας), μίσος εναντίον του, διά την αιτίαν ταύτην, εμηχανεύθη το εξής στρατήγημα. Έστειλεν απεσταλμένον προς τον ναύαρχον των Λακεδαιμονίων Αστύοχον, ότε ήτο ακόμη τότε περί την Μίλητον, γράψας κρυφίως ότι ο Αλκιβιάδης κατέστρεφε τα πράγματα των Λακεδαιμονίων καθιστών τον Τισσαφέρνην φίλον των Αθηναίων· τω έδιδε συγχρόνως λεπτομερείς πληροφορίας περί όλων των άλλων, ζητών συγγνώμην, αν εζήτει να βλάψη τον εχθρόν του, έστω και με ζημίαν της πατρίδος του. Αλλ' ο Αστύοχος ουδόλως εσκέφθη να τιμωρήση τον Αλκιβιάδην, ο οποίος άλλως δεν ήτο πρόχειρος ως πρότερον· εξ εναντίας μετέβη προς αυτόν εις την Μαγνησίαν καθώς και προς τον Τισσαφέρνην, τους ανεκοίνωσεν όσα του είχαν γράψει εκ Σάμου και έγινεν αυτός ο ίδιος μηνυτής. Συγχρόνως επωφελήθη, ως ελέγετο, εκ της περιστάσεως, διά να επιδείξη την προς τον Τισσαφέρνην αφοσίωσίν του χάριν των ιδίων αυτού συμφερόντων· διά τον αυτόν δε λόγον μέχρις εκείνης της στιγμής ασθενώς διεμαρτύρετο κατά της ελαττώσεως του μισθού. Ο Αλκιβιάδης έγραψεν αμέσως εις την Σάμον, διά να καταγγείλη τον Φρύνιχον και ζητήση τον θάνατόν του. Ο δε Φρύνιχος, θορυβηθείς και αισθανθείς ότι διέτρεχε μέγιστον κίνδυνον από την καταγγελίαν εκείνην, γράφει πάλιν προς τον Αστύοχον, διά να τον επιπλήξη, ότι δεν ετήρησε μυστικά τα προηγουμένως γραφέντα, και διά να του φανερώση ότι τώρα ήτο έτοιμος να του παραδώση όλον τον εν τη Σάμω στρατόν των Αθηναίων, διά να τον καταστρέψη· περιέγραψε συγχρόνως όλα τα μέσα, διά των οποίων θα ηδύνατο να επιτύχη του σκοπουμένου, καθότι η Σάμος ήτον ατείχιστος, και τέλος είπεν ότι εκθέτων την ζωήν του χάριν των ιδικών του συμφερόντων ουδεμίαν μομφήν έπρεπε να ελκύση εναντίον του, ότι προέβαινεν εις το μέτρον τούτο και εις παν άλλο μάλλον, παρά να πέση θύμα των σκληροτέρων εχθρών του. Ο δε Αστύοχος ανεκοίνωσε και ταύτα εις τον Αλκιβιάδην.

51. Αλλ' ο Φρύνιχος, ο οποίος είχε προϊδεί την απιστίαν του και περιέμενε νέαν καταγγελίαν του Αλκιβιάδου, ανήγγειλεν ο ίδιος εις τον στρατόν, διά να προλάβη το πράγμα, ότι, επειδή ήτο η Σάμος ατείχιστος και τα πλοία όλα δεν ήσαν ηγκυροβολημένα εντός του λιμένος, ήξευρεν εξ ασφαλούς πηγής ότι οι εχθροί είχαν κατά νουν να έλθουν, διά να προσβάλουν το στρατόπεδον· έπρεπε λοιπόν να οχυρώσουν την πόλιν όσον το δυνατόν ταχύτερον και να φυλάττωνται καλώς. Επειδή δε τότε εστρατήγει αυτός, ήτο κύριος να εκτελέση ο ίδιος τα μέτρα ταύτα. Ήρχισαν λοιπόν να εγείρουν τείχη, και διά του τρόπου τούτου η Σάμος, προωρισμένη άλλως να τειχισθή, έσπευσε να πράξη τούτο ταχύτερον. Ολίγον μετά ταύτα έφθασαν αι παρά του Αλκιβιάδου επιστολαί αναγγέλλουσαι ότι ο στρατός είχε προδοθή υπό του Φρυνίχου και ότι οι εχθροί έμελλαν μετ' ολίγον να τον προσβάλουν. Αλλ' ουδεμίαν προσοχήν έδωκαν εις τους λόγους του Αλκιβιάδου, και εσκέφθησαν ότι γνωρίζων ούτος τα σχέδια του εχθρού επέρριψε την ενοχήν επί του Φρυνίχου, τον οποίον εμίσει. Διά της καταγγελίας ταύτης ο Αλκιβιάδης όχι μόνον δεν έβλαψε παντάπασι τον Φρύνιχον, αλλά μάλλον εχρησίμευσεν ως μάρτυς υπέρ αυτού.

52. Μετά δε τούτο ο Αλκιβιάδης παρεσκεύαζε τον Τισσαφέρνην και ανέπειθεν αυτόν να φιλιωθή με τους Αθηναίους· ο σατράπης ούτος, μολονότι εφοβείτο τους Πελοποννησίους, οι οποίοι παρουσιάζοντο με πλοία περισσότερα ή οι Αθηναίοι, δεν εζήτει μολοντούτο άλλο καλύτερον παρά να πεισθή, προ πάντων αφ' ότου έμαθε την σφοδράν φιλονεικίαν, πού έγινεν εις την Κνίδον μεταξύ των Πελοποννησίων περί της συνθήκης του Θηριμένους.

Τωόντι καθ' ην εποχήν ούτοι ευρίσκοντο εις την Ρόδον ηγέρθη η αμφισβήτησις αύτη, κατά την οποίαν η γενομένη άλλοτε υπό του Αλκιβιάδου πρότασις να ελευθερώσουν όλας τας Ελληνίδας πόλεις εβεβαιώθη υπό του Λίχου, ο οποίος είπεν ότι δεν ήτο ανεκτός ο όρος, κατά τον οποίον ο βασιλεύς θα διετήρει τας άλλοτε υπ' αυτού ή υπό των προγόνων του κατεχομένας πόλεις. Και ο μεν Αλκιβιάδης, ο οποίος ανέλαβε να διεξαγάγη τόσον σπουδαίας υποθέσεις, επεριποιείτο τον Τισσαφέρνην και εδείκνυε προς αυτόν ακραιφνή ζήλον.

53. Οι δε μετά του Πεισάνδρου αποσταλέντες εκ της Σάμου πρέσβεις των Αθηναίων, άμα ήλθαν εις τας Αθήνας, ωμίλησαν προς την εκκλησίαν του δήμου. Το συμπέρασμα της ομιλίας των ήτο ότι, εάν οι Αθηναίοι ανεκάλουν τον Αλκιβιάδην και μετέτρεπαν το πολίτευμά των, ηδύναντο να ελκύσουν την συμμαχίαν του βασιλέως και να κατατροπώσουν τους Πελοποννησίους. Πολλοί αντέστησαν εις τα την δημοκρατίαν αφορώντα, και το καθ' εαυτούς, οι εχθροί του Αλκιβιάδου εφώναζαν ότι θα έπρατταν έγκλημα, εάν επέτρεπαν εις αυτόν να επιστρέψη εις την πατρίδα του, της οποίας παρεβίασε τους νόμους. Οι Ευμολπίδαι και οι Κήρυκες διεμαρτύροντο επίσης εναντίον της ανακλήσεώς του, προφασιζόμενοι τα μυστήρια, αιτίαν της εξορίας του, και καταρώμενοι αυτόν. Ο Πείσανδρος προσελθών εις το μέσον απεκρίθη εις τα παράπονα και τας κατηγορίας ταύτας. Προσκαλών ένα έκαστον των αντιλεγόντων, τον ηρώτα αν είχεν ελπίδα τινά σωτηρίας διά την δημοκρατίαν, αφού εις την θάλασσαν οι Πελοποννήσιοι είχαν όχι ολιγώτερα των Αθηναίων πλοία, έτοιμα προς μάχην, αφού εις την συμμαχίαν των είχαν περισσοτέρας πόλεις, και αφού ο βασιλεύς και ο Τισσαφέρνης τους έδιδαν χρήματα, ενώ αυτοί έμελλαν να στερηθούν τούτων, εάν ο βασιλεύς δεν εστρέφετο με το μέρος των. Ότε διά των ερωτήσεων τούτων καθίστα αυτούς αναπολογήτους, τους έλεγε σαφώς: «Το μόνον ημών καταφύγιον είναι να παραδεχθώμεν πολίτευμα μετριώτερον και να αναθέσωμεν την αρχήν εις ολίγον αριθμόν πολιτών, διά να δυνηθή ο βασιλεύς να εμπιστευθή εις ημάς. Σήμερον ουχί περί πολιτεύματος, αλλά περί σωτηρίας πρόκειται, αργότερα δε δυνάμεθα να κάμωμεν τροποποιήσεις, εάν δεν μας αρέση τι. Προς το παρόν ας μετακαλέσωμεν τον Αλκιβιάδην, τον μόνον άνδρα πού είναι ικανός να φέρη το σχέδιον τούτο εις πέρας».

54. Ο δε δήμος εις την αρχήν μεν ηγανάκτησεν ακούων τα περί της ολιγαρχίας λεγόμενα, αλλ' ότε ο Πείσανδρος τον εδίδαξε σαφώς ότι δεν υπήρχεν άλλο μέσον σωτηρίας, ενέδωκε τόσον υπό φόβου, όσον και υπό ελπίδος προσεχούς μεταβολής. Εψήφισαν λοιπόν να μεταβή ο Πείσανδρος μετ' άλλων δέκα προς τον Τισσαφέρνην και τον Αλκιβιάδην, διά να συννενοηθή μετ' αυτών περί των ληπτέων μέτρων· συγχρόνως δε, επειδή ο Πείσανδρος κατηγόρησε τον Φρύνιχον, αφήρεσαν απ' αυτού και από του συνάρχοντος Σκιρωνίδου την στρατηγίαν και έστειλαν αντ' αυτών ως στρατηγούς των πλοίων τον Διομέδοντα και τον Λέοντα. Ο Πείσανδρος, πεπεισμένος ότι ο Φρύνιχος δεν ήτο ευνοϊκώς διατεθειμένος υπέρ της καθόδου του Αλκιβιάδου, τον διέβαλε λέγων ότι είχε προδώσει την Ίασον και τον Αμόργην. Επισκεφθείς δε όλας τας δι' όρκου των μελών συστημένας πολιτικάς εταιρείας, αι οποίαι υπήρχαν πρότερον εις τας Αθήνας διά τας δίκας και τας αρχάς, ταις συνέστησε, να ενωθούν και να συνδιασκεφθούν διά την κατάλυσιν της δημοκρατίας. Τέλος δε, αφού ετακτοποίησεν όλα, διά να αποφύγη τας αναβολάς, επεβιβάσθη μετά των δέκα πολιτών, όπως μεταβή παρά τω Τισσαφέρνει.

55. Ο δε Λέων και ο Διομέδων, κατά τον αυτόν χειμώνα, φθάσαντες ήδη εις τον στόλον των Αθηναίων, διυθύνθησαν εναντίον της Ρόδου, εύρον εκεί τραβηγμένα εις την ξηράν τα πλοία των Πελοποννησίων, και αφού απέβησαν εις την ξηράν και ενίκησαν εις μάχην τους δραμόντας εις βοήθειαν Ροδίους, επέστρεψαν εις Χάλκην και εις το εξής εντεύθεν μάλλον ή εκ της Κω έκαμναν τον πόλεμον, διότι εντεύθεν ηδύναντο να παρακολουθούν καλύτερον τας κινήσεις του Πελοποννησιακού στόλου. Ήλθε δε εις την Ρόδον Λάκων τις, ο Ξενοφαντίδας, σταλείς υπό του Πεδαρίτου και ανήγγειλεν ότι τα τείχη των Αθηναίων είχαν συντελεσθή και ότι αι εν Χίω υποθέσεις των Πελοποννησίων εκινδύνευαν να καταστραφούν, εάν δεν έσπευδαν εις βοήθειαν μεθ' όλου του στόλου. Διενοούντο δε οι Πελοποννήσιοι να πράξουν τούτο, ότε ο Πεδάριτος αυτοπροσώπως, έχων τα περί αυτόν επικουρικά στρατεύματα και τους Χίους, προσέβαλε πανστρατιά τα οχυρώματα, τα οποία είχαν εγείρει οι Αθηναίοι πέριξ των πλοίων, εκυρίευσε μέρος τι αυτών και έλαβε πλοίά τινα εκ των τραβηγμένων εις την ξηράν. Ότε όμως έσπευσαν εκεί οι Αθηναίοι εις βοήθειαν και έτρεψαν εις φυγήν τους Χίους πρώτους, νικάται έπειτα και ο λοιπός στρατός. Ο Πεδάριτος εφονεύθη, και πολλοί εκ των Χίων, και πολλά όπλα ελήφθησαν.

56. Μετά δε ταύτα οι μεν Χίοι επολιορκήθησαν στενώτερον διά ξηράς και διά θαλάσσης και ενέσκηψεν εις αυτούς μέγας λιμός, οι δε περί τον Πείσανδρον πρέσβεις των Αθηναίων ελθόντες προς τον Τισσαφέρνην επρότειναν συμβιβασμόν. Αλλ' ο Αλκιβιάδης μη εμπιστευόμενος πολύ εις τον Τισσαφέρνην (ο οποίος εφοβείτο περισσότερον τους Πελοποννησίους και ήθελε, συμφώνως με τας διδασκαλίας του Αλκιβιάδου, να κατατρίβη αμφοτέρους) κατέφυγεν εις το εξής στρατήγημα. Να διαλυθούν αι διαπραγματεύσεις ένεκα υπερβολικών αξιώσεων του Τισσαφέρνους. Νομίζω δε ότι και ο Τισσαφέρνης ήθελε το αυτό· αλλ' ούτος μεν ένεκα φόβου, ο δε Αλκιβιάδης, μάρτυς των δισταγμών εκείνων, ήθελε να κρύψη από τους Αθηναίους την ιδίαν του αδυναμίαν. Επροτίμησε λοιπόν να φερθή ούτως ώστε να πιστεύσουν οι Αθηναίοι ότι ο Τισσαφέρνης επεθύμει μεν να έλθη εις συμβιβασμόν, αλλ' ότι δεν ήτο ευχαριστημένος από τας παραχωρήσεις των. Ο Αλκιβιάδης, ομιλών εν ονόματι του Τισσαφέρνους και επί παρουσία αυτού, τοσούτον υπερβολικάς αξιώσεις υπέβαλεν, ώστε οι Αθηναίοι, με όλην την θέλησιν πού είχαν να παραδεχθούν τα πάντα, εσκανδαλίσθησαν. Ο Τισσαφέρνης και ο Αλκιβιάδης ηξίουν να παραχωρηθή όλη η Ιωνία, αι παρακείμεναι νήσοι και διάφορα άλλα μέρη, τα οποία οι Αθηναίοι δεν ηρνήθησαν· τέλος ο Αλκιβιάδης εις την τρίτην συνδιάσκεψιν, φοβηθείς μήπως εννοήσουν ότι ουδόλως ίσχυεν, εζήτησε παρά των Αθηναίων να επιτρέψουν εις τον βασιλέα να ναυπηγή πλοία και να περιπλέη την χώραν του διευθυνόμενος όπου και με όσα πλοία ήθελε. Τότε οι Αθηναίοι απέβαλαν πάσαν υπομονήν· βλέποντες ότι ήτο αδύνατον να συμβιβασθούν επί τοιούτων βάσεων και ότι ο Αλκιβιάδης τους είχεν εξαπατήσει, απεμακρύνθησαν ωργισμένοι και επέστρεψαν εις την Σάμον.

57. Ο δε Τισσαφέρνης, ευθύς μετά ταύτα και κατά τον αυτόν χειμώνα, μεταβαίνει εις Καύνον, διά να επαναφέρη τους Πελοποννησίους εις την Μίλητον, να συνομολογήση μετ' αυτών νέας συνθήκας οιασδήποτε, να τους παράσχη τροφάς και να μη διαλύση εντελώς την προς αυτούς φιλίαν, φοβούμενος μήπως, εν ελλείψει μέσων διά να διατηρήση πολλά πλοία, οι Πελοποννήσιοι, αναγκαζόμενοι να ναυμαχήσουν προς τους Αθηναίους, νικηθούν, ή, επειδή θα άδειαζαν από άνδρας τα πλοία των Λακεδαιμονίων (4) κατορθώσουν οι Αθηναίοι να πράξουν ό,τι ήθελαν, χωρίς να λάβουν ανάγκην αυτού· προ πάντων όμως εφοβείτο μήπως λεηλατήσουν την ήπειρον, διά να προμηθευθούν τροφάς. Κατόπιν λοιπόν των υπολογισμών τούτων και συμφώνως με το σχέδιον το οποίον είχε να αποκαταστήση την ισορροπίαν μεταξύ των Ελλήνων επρονόησε και προσεκάλεσε τους Πελοποννησίους, τους παρέσχε τροφάς και έκλεισε μετ' αυτών τρίτην συνθήκην, την εξής·

58 «Κατά το δέκατον τρίτον έτος της βασιλείας του Δαρείου, εφορεύοντος δε εν Λακεδαίμονι του Αλεξιππίδα, συνωμολογήθησαν συνθήκαι εν τω πεδίω του Μαιάνδρου μεταξύ των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων αφ' ενός, και αφ' ετέρου του Τισσαφέρνους, του Ιεραμένους και των παίδων του Φαρνάκου, ως προς τα πράγματα του βασιλέως, των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Όλη η χώρα του βασιλέως, ήτις αποτελεί μέρος της Ασίας, να μένη υπό την κυριαρχίαν του και να διαθέτη αυτήν όπως βούλεται. Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι να μη εισέρχωνται με κακόν σκοπόν εις την χώραν του βασιλέως, μήτε ο βασιλεύς να εισέρχεται με κακόν σκοπόν εις την χώραν των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Εάν τις εκ των Λακεδαιμονίων ή εκ των συμμάχων επέλθη προς βλάβην κατά της χώρας του βασιλέως, να εμποδίζουν αυτόν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι. Ομοίως, εάν τις εκ των υπηκόων του βασιλέως επέλθη κατά της χώρας των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων με σκοπόν εχθρικόν, να εμποδίση αυτόν ο βασιλεύς. Ο Τισσαφέρνης θα παράσχη τας συμφωνημένας τροφάς εις τον παρόντα στόλον μέχρι της ελεύσεως του βασιλικού στόλου. Μετά την έλευσιν των πλοίων του βασιλέως, εάν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι θέλουν να διατηρήσουν με δαπάνας ιδικάς των τα πλοία των, είναι κύριοι να το πράξουν, εάν δε προτιμούν να λαμβάνουν παρά του Τισσαφέρνους τον υποσχεθέντα μισθόν, ο Τισσαφέρνης θα τον παρέχη· αλλ' άμα τελειώση ο πόλεμος, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι είναι υπόχρεοι να αποδώσουν εις τον Τισσαφέρνην όσα χρήματα ήθελαν λάβει. Όταν φθάσουν τα πλοία του βασιλέως, ο στάλος των Λακεδαιμονίων, των συμμάχων και του βασιλέως θα επιχειρούν τον πόλεμον από κοινού, όπως ήθελαν αποφασίσει ο Τισσαφέρνης, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι· εάν δε θελήσουν να παύσουν τον πόλεμον, να παύσουν αυτόν ομοφώνως».

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings