Front matter (continued 3)
I. (Ioannes) Zervos translation
59. Αι μεν σπονδαί τοιαύται υπήρξαν. Και μετά ταύτα ο Τισσαφέρνης ητοιμάζετο και να προσκαλέση, όπως είχε συμφωνηθή, τα Φοινικικά πλοία, και να εκπληρώση όλας τας υποσχέσεις του· τουλάχιστον ήθελε να εφαίνετο ότι ενησχολείτο περί τούτων.
60. Οι δε Βοιωτοί, ενώ ετελείωνεν ήδη ο χειμών, εκυρίευσαν διά προδοσίας τον Ωρωπόν, εντός του οποίου εφρούρουν Αθηναίοι. Συνέπραξαν δε εις τούτο Ερετριείς τινες και αυτοί οι Ωρώπιοι, οίτινες υπεκίνουν την αποστασίαν της Ευβοίας, διότι, ενόσω οι Αθηναίοι κατείχαν τον Ωρωπόν, κείμενον απέναντι της Ερετρίας, ούτε η πόλις αύτη ούτε η άλλη Εύβοια ηδύνατο να είναι ασφαλής. Οι Ερετριείς, κύριοι γενόμενοι του Ωρωπού, μετέβησαν εις την Ρόδον, διά να προσκαλέσουν τους Πελοποννησίους εις την Εύβοιαν· αλλ' ούτοι ήσαν διατεθειμένοι μάλλον να βοηθήσουν την Χίον, ολοένα στενώτερα πολιορκουμένην. Ανεχώρησαν δε οι Πελοποννήσιοι εκ της Ρόδου και έπλεαν ήδη με όλον τον στόλον, ότε, φθάσαντες πλησίον του Τριοπίου, διέκριναν εις το πέλαγος τα πλοία των Αθηναίων ερχόμενα εκ της Χάλκης. Επειδή όμως κανέν εκ των δύο μερών δεν ήθελε να αρχίση την επίθεσιν, οι μεν Αθηναίοι απεχώρησαν εις την Σάμον, οι δε Πελοποννήσιοι εις την Μίλητον. Τότε ανεγνώρισαν ότι ήτο αδύνατον άνευ ναυμαχίας να βοηθήσουν την Χίον. Εν τούτοις έληξεν ο χειμών, καθώς και το εικοστόν έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.
61. Κατά δε το ακόλουθον θέρος (5), μόλις ήρχισεν η άνοιξις, ο Σπαρτιάτης Δερκυλίδας εστάλη διά ξηράς μετ' ολίγου στρατού εις τον Ελλήσποντον, διά να επαναστατήση την ’βυδον, αποικίαν των Μιλησίων. Οι Χίοι, καθ' όν καιρόν ο Αστύοχος ηπόρει πώς να τους βοηθήση, πιεσθέντες υπό της πολιορκίας ηναγκάσθηοαν να ναυμαχήσουν. Ο Αστύοχος ήτο ακόμη εις την Ρόδον, ότε οι Χίοι, μετά τον θάνατον του Πεδαρίτου, έλαβαν εκ Μιλήτου ως άρχοντα τον Σπαρτιάτην Λέοντα, ο οποίος συνέπλευσεν ως επιβάτης μετά του Αντισθένους· έλαβαν επίσης και δώδεκα πλοία, τα οποία εστάθμευαν εις την Μίλητον και μεταξύ των οποίων πέντε ήσαν των Θουρίων, τέσσαρα των Συρακουσών, έν των Αναίων, εν της Μιλήτου και έν ανήκον εις τον Λέοντα. Επεξελθόντες οι Χίοι πανδημεί κατέλαβαν θέσιν τινά οχυράν και συγχρόνως τα τριακονταέξ πλοία των προχωρήσαντα κατά των τριακονταδύο των Αθηναίων εναυμάχησαν. Η συμπλοκή έγινε πεισματώδης· αλλ' επειδή ήτο ήδη αργά, οι Χίοι και οι σύμμαχοι χωρίς να νικηθούν επέστρεψαν εις την πόλιν.
62. Ευθύς δε μετά ταύτα, εξελθόντος του Δερκυλίδου πεζή εκ της Μιλήτου, επανεστάτησεν η εν τω Ελλησπόντω ’βυδος και συνετάχθη με το μέρος του Δερκυλίδου και Φαρναβάζου· το αυτό δε έπραξε μετά δύο ημέρας και η Λάμψακος. Ο Στρομβιχίδης, μαθών εις την Χίον την είδησιν ταύτην, ήλθεν εις βοήθειαν με εικοσιτέσσαρα πλοία των Αθηναίων, μερικά των οποίων έφεραν στρατιώτας. Νικήσας εις μάχην τους αντεπεξελθόντας Λαμψακηνούς εκυρίευσεν αναιμωτί την Λάμψακον, ατείχιστον ούσαν διαρπάσας δε σκεύη και ανδράποδα και αποκαταστήσας εις τας οικίας των τους ελευθέρους άνδρας, διηυθύνθη εναντίον της Αβύδου. Αλλ' επειδή ούτε οι κάτοικοι αυτής παρεδίδοντο, ούτε αυτός ηδυνήθη να κυριεύση την πόλιν εξ εφόδου, έπλευσε προς την αντιπέραν της Αβύδου παραλίαν και έκαμε την Σηστόν, πόλιν της Χερσονήσου, την οποίαν κατείχαν άλλοτε οι Μήδοι, φρούριον και σκοπιάν όλου του Ελλησπόντου.
63. Τότε δε οι Χίοι έγιναν περισσότερον κύριοι της θαλάσσης· οι δε Πελοποννήσιοι, οι οποίοι ήσαν εις την Μίλητον, καθώς και η Αστύοχος, μαθόντες την είδησιν της ναυμαχίας και την αναχώρησιν του Στρομβιχίδου και του στόλου του, ανέλαβαν θάρρος. Ο Αστύοχος μετέβη μετά δύο πλοίων εις την Χίον, παρέλαβε τα εκεί πλοία, και μεθ' όλου του στόλου έπλευσε κατά της Σάμου· αλλ' επειδή οι Αθηναίοι, οι οποίοι εδυσπίστουν τότε προς αλλήλους, δεν επροχώρησαν κατ' αυτού, επέστρεψαν εις την Μίλητον· κατά την αυτήν εποχήν, και μάλιστα ολίγον πρότερον, η δημοκρατία κατελύθη εις τας Αθήνας. Ο Πείσανδρος και οι μετ' αυτού πρέσβεις επιστρέψαντες εις την Σάμον, αφού εγκατέλιπαν τον Τισσαφέρνην, αποκατέστησαν βεβαιότερον τα εν τω στρατοπέδω και έπεισαν τους Σαμίους, μολονότι επαναστατήσαντας άλλοτε κατ' αλλήλων, διά να καταλύσουν την ολιγαρχίαν, να παρακινήσουν τους δυνατούς να παραδεχθούν το ολιγαρχικόν πολίτευμα. Συγχρόνως οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήσαν εις την Σάμον, συνεσκέφθησαν και έκριναν κατάλληλον να παραιτηθούν του Αλκιβιάδου, αφού δεν ήθελε να τους βοηθήση και αφού δεν ήτο κατάλληλος να προσέλθη εις την ολιγαρχίαν· να επιβλέπουν αυτοί οι ίδιοι τας υποθέσεις των, αφού ευρίσκοντο ήδη εν κινδύνω· να επιμείνουν συγχρόνως εις τον πόλεμον, και λαμβάνοντες προθύμως εκ της ιδίας των περιουσίας, να δώσουν χρήματα και ό,τι άλλο ήθελε κριθή αναγκαίον, διότι δεν ειργάζοντο πλέον δι' άλλους παρά διά τον εαυτόν τους.
64. Μετά τας τοιαύτας λοιπόν προς αλλήλους προτροπάς έστειλαν αμέσως εις τας Αθήνας τον Πείσανδρον και τους ημίσεις των πρέσβεων, διά να διευθύνουν τας εκεί υποθέσεις, με την διαταγήν να αποκαταστήσουν την ολιγαρχίαν εις όλας τας υπηκόους πόλεις, όπου ήθελαν προσεγγίσει· τους δε άλλους ημίσεις έστειλαν εδώ και εκεί εις τας άλλας πόλεις της κυριαρχίας των Αθηναίων· ο Διοτρέφης, εκλεχθείς άρχων της Θράκης και ευρισκόμενος τότε εις την Χίον διετάχθη να μεταβή εις την θέσι του. Φθάσας εις Θάσον κατέλυσε την δημοκρατίαν· αλλά, μόλις παρήλθαν δύο μήνες από της αναχωρήσεως αυτού, οι Θάσιοι ωχύρωσαν την πόλιν των κρίνοντες ότι δεν είχαν πλέον ανάγκην της ολιγαρχίας των Αθηναίων και περιμένοντες από ημέρας εις ημέραν από τους Λακεδαιμονίους την ελευθερίαν των. ’λλως υπήρχαν έξω, εις την Πελοπόννησον, τινές των συμπατριωτών των εξορισθέντες υπό των Αθηναίων. Οι εξόριστοι δε ούτοι ενήργουν, συνεννοούμενοι μετά των εν τη Θάσω φίλων των, να φέρουν στόλον και να επαναστατήσουν την πόλιν. Η τύχη δε κατ' εξοχήν τους εβοήθησεν. Η πόλις εστηρίχθη άνευ κινδύνου και η δημοκρατική κυβέρνησις, η οποία αντέστη εις τα πραττόμενα, κατελύθη. Εις την Θάσον λοιπόν τα πράγματα απέβησαν άλλως παρ' ό,τι είχαν υπολογίσει οι εν Αθήναις ολιγαρχικοί, αληθώς δε το αυτό συνέβη και παρά πολλοίς άλλοις υπηκόοις· διότι αι πόλεις σωφρονισθείσαι και έχουσαι ελευθερίαν ενεργείας εχώρησαν προς την αληθή ελευθερίαν ενεργείας, μη προτιμήσασαι την υπό των Αθηναίων προσφερομένην επίπλαστον καλοδιοίκησιν.
65. Οι δε μετά του Πεισάνδρου παραπλέοντες κατέλυαν, όπως είχεν αποφασισθή, την δημοκρατίαν εις τας πόλεις· έλαβαν επίσης απ' εδώ και απ' εκεί στρατιώτας τινάς ως επικούρους και έφθασαν εις τας Αθήνας, όπου εύρον τα πλείστα προπαρασκευασθέντα υπό των εταίρων. Τωόντι τινές των νεωτέρων, σχηματίσαντες εταιρείαν, εφόνευσαν κρυφίως ένα κάποιον Ανδροκλέα, προεστώτα του δημοκρατικού κόμματος, ο οποίος και είχε συντείνει τα μέγιστα εις την εξορίαν του Αλκιβιάδου. Φονεύσαντες αυτόν ήθελαν και τον δημαγωγόν να πλήξουν και να αρέσουν εις τον Αλκιβιάδην, του οποίου η επάνοδος εφαίνετο προσεχής και ο οποίος έμελλε να τους προμηθεύση την φιλίαν του Τισσαφέρνους. Διά του αυτού τρόπου εξώντωσαν κρυφίως και άλλους τινάς αντιπάλους και επί πλέον εδημοσίευσαν, διά λόγου εκ μακρού χρόνου προετοιμασθέντος, ότι αι μόναι μισθοφόροι θέσεις εις το εξής θα ήσαν αι του στρατού, και ότι η διεύθυνσις των κοινών υποθέσεων δεν θα ανήκεν ειμή εις πεντακισχιλίους, και εκ τούτων πάλιν θα προετιμώντο οι μάλλον ικανοί εις το να ωφελούν την πολιτείαν διά των χρημάτων και των σωμάτων αυτών.
66. Το μέτρον δε τούτο ήτο καλώς προσαρμοσμένον προς τους πλείστους, καθότι η πόλις θα εκυβερνάτο μόνον υπ' εκείνων, οι οποίοι έμελλαν επίσης να μεταβάλουν το πολίτευμα. Εν τούτοις ο λαός και η διά των κυάμων εκλεγομένη βουλή συνήρχοντο ακόμη, αλλ' ουδέν απεφάσιζαν άνευ της επιδοκιμασίας των συνομοσάντων, με τους οποίους είχαν συνενωθή και οι ρήτορες, οι οποίοι προεξήταζαν πάντα όσα έμελλαν να προταθούν. Ουδείς ετόλμα να αντείπη εις τούτο, διότι εφοβούντο την συνωμοσίαν, η οποία εφαίνετο πολυάριθμος· εάν δέ τις αντέλεγεν, αμέσως εφονεύετο διά τινος τρόπου επιτηδείου. Τους δολοφόνους ούτε τους εζήτουν, ούτε, εάν τους εποπτεύοντα, τους ετιμώρουν. Ο λαός ησύχαζε, και ο τρόμος αυτού ήτο τοιούτος, ώστε και σιωπών ενόμιζε κέρδος, εάν διέφευγε την βίαν. Η ιδέα ότι οι συνωμόται ήσαν πλειότεροι παρ' όσοι ήσαν αληθώς, κατέβαλλε το πνεύμα των· ένεκα δε του μεγέθους της πόλεως και διότι δεν εγνωρίζοντο αμοιβαίως, ήτο αδύνατον να εξακριβώσουν τον αριθμόν αυτών· τούτου ένεκα ουδείς ετόλμα να εκμυστηρευθή την αγανάκτησίν του είς τινα, διά να σκεφθή μετ' αυτού περί εκδικήσεως, διότι τότε θα είχεν ανάγκην να ομιλήση προς τον τυχόντα άγνωστον ή προς ύποπτον. Η δυσπιστία ήτο γενική εις το δημοκρατικόν κόμμα και όλοι υπώπτευαν αλλήλους ότι μετείχαν της συνωμοσίας, προ πάντων αφ' ότου προσήλθαν εις αυτήν και άνθρωποι, τους οποίους ουδέποτε ήθελε πιστεύσει τις ικανούς να αποβλέψουν εις την ολιγαρχίαν. Ούτοι παρήγαγαν μεταξύ του λαού ανησυχίαν υπερβάλλουσαν και συνετέλεσαν πλειότερον παντός άλλου εις την ασφάλειαν των ολιγαρχικών, καταστήσαντες βεβαίαν την δυσπιστίαν του δήμου προς τον ίδιον εαυτόν του.
67. Τοιαύτη λοιπόν ήτο η κατάστασις των Αθηνών, ότε έφθασαν εις τας Αθήνας ο Πείσανδρος και οι μετ' αυτού, οι οποίοι αμέσως ήρχισαν να ενεργούν, διά να συντελεσθή εκείνο, το οποίον ήρχισε. Και πρώτον μεν συνεκάλεσαν τον λαόν και επρότειναν να εκλεχθούν δέκα συντάκται έχοντες πάσαν πληρεξουσιότητα, διά να παρουσιάσουν εις τον λαόν, εις προσδιωρισμένην ημέραν, το σχέδιον, το οποίον ήθελαν συντάξει περί του προσφορωτέρου τρόπου, διά να διοικηθή η πόλις· έπειτα, άμα έφθασεν η ημέρα εκείνη, συνεκάλεσαν την συνέλευσιν εις τόπον κλειστόν, εις τον Κολωνόν. Είναι δε ο Κολωνός ιερόν του Ποσειδώνος έξω της πόλεως απέχον δέκα σταδίους. Και οι συντάκται εκείνοι ουδέν άλλο επρότειναν, ειμή να επιτραπή εις έκαστον Αθήναιον το δικαίωμα να εκφέρη την γνώμην, την οποίαν ήθελεν· αλλ' επέβαλον μεγάλας ποινάς εναντίον εκείνου, ο οποίος ήθελε κατηγορήσει επί παραβιάσει των νόμων, ή, επί οιαδήποτε άλλη αιτία, τον ποιούντα χρήσιν της ελευθερίας ταύτης.
Ανεκηρύχθη τότε επισήμως, ότι καμμία αρχή δεν θα εξασκείται του λοιπού όπως εξησκείτο πρότερον, και ότι καταργούνται αι έμμισθοι θέσεις· ότι θα εκλεγούν πέντε πρόεδροι, οι οποίοι θα εξέλεγαν εκατόν άνδρας, των οποίων καθένας θα είχε περί εαυτόν τρεις· ότι οι τετρακόσιοι ούτοι, εισερχόμενοι εις το βουλευτήριον, ήθελαν διοικεί μετά πάσης πληρεξουσιότητος όπως ήθελαν κρίνει προτιμότερον και ήθελαν συγκαλεί τους πεντακισχιλίους οσάκις τους εφαίνετο εύλογον.
68. Ο ειπών δε την γνώμην ταύτην ήτο ο Πείσανδρος, ο οποίος και καθ' όλα τα άλλα συνετέλεσεν αναφανδόν και προθυμότατα εις την κατάλυσιν της δημοκρατίας. Αλλ' εκείνος, ο οποίος συνέλαβε το σχέδιον της αποφάσεως ταύτης και όστις το ητοίμασε προ πολλού, ήτο ο Αντιφών, είς των πλέον εναρέτων ανδρών, οι οποίοι υπήρχαν τότε εις τας Αθήνας. Ο Αντιφών διεκρίνετο διά την ικανότητα εις το να επινοή σχέδια και να διατυπώνη προφορικώς ταύτα· και εκουσίως μεν ουδέποτε ενεφανίζετο εις τας δημοσίας συναθροίσεις μηδέ εις τας γενικάς συζητήσεις· ήτο ύποπτος εις τον λαόν διά την φήμην της αυστηρότητός του· εις εκείνους όμως, οι οποίοι ηγωνίζοντο, είτε ενώπιον των δικαστηρίων, είτε ενώπιον του δήμου, η υποστήριξις μόνου τούτου του ανδρός ήτο πάσης άλλης ωφελιμωτέρα διά τους συμβουλευομένους αυτόν. Όταν δε βραδύτερον, οι πεσόντες τετρακόσιοι εκακοποιήθησαν υπό του λαού, κατηγορηθείς ως οπαδός των και καταδικασθείς εις θάνατον, φαίνεται υπερβαλών όλους τους συγχρόνους του ρήτορας διά την λαμπρότητα του λόγου τον οποίον απήγγειλε προς υπεράσπισίν του. Και ο Φρύνιχος επίσης υπήρξεν είς των ενθερμοτέρων οπαδών της ολιγαρχίας, επειδή εφοβείτο τον Αλκιβιάδην και ήξευρεν ότι εγίνωσκεν όλας τας εν τη Σάμω προς τον Αστύοχον ραδιουργίας του. Ενόμιζεν άλλως το οποίον ήτο και ορθόν, ότι ουδέποτε ο Αλκιβιάδης θα επετύγχανε την ανάκλησίν του παρά των ολιγαρχικών. Περιπλεχθείς δε άπαξ εις τον κίνδυνον, έδειξε μεγίστην σταθερότητα. Μεταξύ των πρώτων οι οποίοι κατέλυσαν την δημοκρατίαν ήτο και ο Θηραμένης, ο του ’γνωνος, μη στερούμενος ευγλωττίας μηδέ κρίσεως. Δεν είναι λοιπόν άπορον εάν η επιχείρησις αύτη, ωργανωθείσα υπό τοιούτων συνετών, και πολλών ανδρών, επέτυχε μολονότι ήτο μεγάλη, διότι ήτο πολύ δύσκολον, εκατόν έτη μετά την κατάλυσιν των τυράννων, να στερήσουν της ελευθερίας του τον δήμον των Αθηναίων όχι μόνον ασυνείθιστον εις το υπακούειν, αλλά μάλλον συνειθισμένον, υπέρ το ήμισυ της περιόδου ταύτης, να άρχη άλλων.
69. ’μα δε η εκκλησία εκύρωσε ταύτα χωρίς ουδείς να αντιλέξη διελύθη και ιδού διά τίνος τρόπου έπειτα εισήγαγαν τους τετρακοσίους εις το βουλευτήριον. Όλοι οι Αθηναίοι ήσαν πάντοτε ένοπλοι, είτε επί των τειχών, είτε εις τας τάξεις των, ένεκα των εχθρών όπου κατείχαν την Δεκέλειαν. Κατ' εκείνην λοιπόν την ημέραν άφησαν να αναχωρήσουν κατά το σύνηθες όλοι όσοι δεν ενείχοντο εις την συνωμοσίαν, ενώ ειδοποίησαν τους συνωμότας να ησυχάζουν, όχι εις τας θέσεις των, αλλά μακράν, και εάν τις επροσπάθει να αντισταθή εις τα πραττόμενα, να λάβουν τα όπλα και να τον εμποδίσουν. Μεταξύ δε εκείνων οι οποίοι έλαβαν την διαταγήν ταύτην και οι οποίοι ήλθαν ωπλισμένοι προς τον αυτόν σκοπόν, ευρίσκοντο ’νδριοι, Τήνιοι, τριακόσιοι Καρύστιοι καί τινες Αθηναίοι εκ των αποίκων της Αιγίνης. Αφού τοιουτοτρόπως ετακτοποιήθησαν ταύτα, οι τετρακόσιοι, έχοντες υπό τα ενδύματα των ξιφίδια και συνοδευόμενοι υπό των εκατόν είκοσι Ελλήνων νεανίσκων τους οποίους μετεχειρίζοντο διά τα τολμήματα ήλθαν εις το συμβούλιον των από του κυάμου βουλευτών, και τους διέταξαν να αναχωρήσουν λαμβάνοντες τον μισθόν των. Είχαν δε φέρει μαζί των την αναγκαίαν ποσότητα διά τον υπολειπόμενον χρόνον και την διένειμαν εις τους εξερχομένους.
70. Βλέποντες δε τους βουλευτάς αποχωρούντας χωρίς καμμίαν αντίστασιν, και τους άλλους πολίτας ουδέν κίνημα κάμνοντας, αλλ' ησυχάζοντας, οι τετρακόσιοι εισήλθαν εις το βουλευτήριον, εκλήρωσαν μεταξύ των τους πρυτάνεις και εγκατεστάθησαν εις τα αξιώματά των αφού ετέλεσαν τας συνήθεις ευχάς και θυσίας προς τους θεούς· αλλ' αργότερα μετέτρεψαν κατά πολύ το δημοκρατικόν πολίτευμα, χωρίς εν τούτοις να ανακαλέσουν τους εξορίστους ένεκα του Αλκιβιάδου. Εν γένει δε η διοίκησίς των υπήρξε βιαία· τινάς, όσους ενόμισαν καλόν να εξαφανίσουν, τους εφόνευσαν, άλλους έρριψαν εις τα δεσμά και άλλους εξώρισαν· έστειλαν δε και κήρυκα προς τον εν Δεκελεία ευρισκόμενον βασιλέα των Λακεδαιμονίων ’γιν διά να του ειπούν ότι ήσαν έτοιμοι να συνδιαλλαγούν και ότι προτιμότερον θα ήτο να συνθηκολογή εις το εξής μετ' αυτών παρά με τον δήμον ο οποίος είναι ανάξιος εμπιστοσύνης.
71. Αλλ' ο ’γις δεν επίστευεν ότι η πόλις ήτο πλέον ήσυχος και ότι ο λαός εγκατέλιπε τόσον ταχέως την παλαιάν ελευθερίαν· ενόμισεν ότι ήρκει να παρουσιασθή μετά δυνάμεων όπως εκραγή κίνημα ήδη προητοιμασμένον, τούτου δε ένεκα δεν έδοσεν εις τους απεσταλμένους των τετρακοσίων ουδεμίαν φιλικήν απόκρισιν, αλλ' εξ εναντίας προσεκάλεσεν εκ της Πελοποννήσου επικουρίαν πολλήν, και ολίγον μετά ταύτα, ενώσας την φρουράν της Δεκελείας μετά των ελθόντων, κατέβη μέχρις υπ' αυτά τα τείχη των Αθηναίων. Ήλπιζεν ότι οι Αθηναίοι, ή θέλουν ταραχθή και υποταχθή ευκολώτερον, ή ότι ήθελε κυριεύσει όλην την πόλιν χωρίς να χυθή αίμα ένεκα του θορύβου, πού πιθανώς θα ηγείρετο εντός και εκτός· τουλάχιστον ενόμιζεν ότι ήθελε καταλάβει τα μακρά τείχη αφού ταύτα είχαν εγκαταλειφθή έρημα. Αλλ' όταν επλησίασεν, οι Αθηναίοι, χωρίς να εκδηλώσουν ούτε την παραμικροτέραν κίνησιν εντός, εξήγαγαν τους ιππείς και μέρος τι των στρατιωτών των ψιλών και των τοξοτών, ανέτρεψαν εκείνους εκ των εχθρών όσοι είχαν πλησιάσει πολύ και έμειναν κύριοι όπλων τινών και νεκρών· τότε ο ’γις ιδών ταύτα απήγαγε πάλιν τον στρατόν, επέστρεψεν εις τον εν Δεκελεία πρότερον σταθμόν και απέστειλεν εις τα ίδια τους νεωστί ελθόντας στρατιώτας, αφού έμειναν ούτοι ολίγας τινάς ημέρας εις την χώραν. Ουχ' ήττον και μετά τούτο έστειλαν κήρυκας οι τετρακόσιοι προς τον ’γιν ο οποίος τους υπεδέχθη) μάλλον προσηνώς, και επί τη συμβουλή του έστειλαν πρέσβεις εις την Λακεδαίμονα διά να συνδιαλλαγούν.
72. Έστειλαν δε και εις την Σάμον δέκα άνδρας διά να καθησυχάσουν τον στρατόν και να τον βεβαιώσουν ότι η ολιγαρχία δεν εγκατέστη υπέρ της πόλεως και των πολιτών, αλλά προς σωτηρίαν όλων των πραγμάτων· ότι οι μέλλοντες να διευθύνουν τας υποθέσεις ήσαν πεντακισχίλιοι και ουχί τετρακόσιοι μόνον· ότι οι Αθηναίοι, ένεκα των εκστρατειών και των εκτός των συνόρων των ασχολιών, ουδέποτε είχαν συναθροισθή πεντακισχίλιοι, διά να συσκεφθούν περί καθενός ζητήματος, όσον και αν ήτο τούτο σπουδαίον. Δώσαντες δε εις αυτούς και όλας τας άλλας αναγκαίας οδηγίας τους απέστειλαν αμέσως μετά την εγκατάστασίν των, διότι εφοβούντο, όπερ και συνέβη, μήπως ο ναυτικός όχλος δεν θελήση να συνταχθή με το ολιγαρχικόν πολίτευμα και μήπως εκείθεν εκραγή κίνημα μέλλον να ανατρέψη και αυτούς τους ιδίους.
73. Ήδη ενηργείτο εις την Σάμον κατά της ολιγαρχίας αντίδρασις, η οποία εχρονολογείτο από της εγκαταστάσεως των τετρακοσίων. Εκείνοι εκ των Σαμίων, όσοι απετέλουν το δημοκρατικόν κόμμα και οι οποίοι άλλοτε είχαν επαναστατήσει κατά των πλουσίων, μετέβαλαν πάλιν φρόνημα και πεισθέντες υπό του Πεισάνδρου κατά την εν Σάμω διαμονήν του και υπό των ευρισκομένων εκεί Αθηναίων συνωμοτών συνώμοσαν τριακόσιοι εξ αυτών προς τον σκοπόν να επιτεθούν κατά των άλλων Σαμίων, τους οποίους εθεώρουν ως οπαδούς της δημοκρατίας. Υπήρχε τότε εις την Σάμον Αθηναίός τις ονόματι Υπέρβολος, άνθρωπος μοχθηρός, ο οποίος είχεν εξοστρακισθή, ουχί διότι εφοβούντο την δύναμιν και την επίδρασίν του, αλλά διά την κακίαν του και διότι ήτον αίσχος της πόλεως. Οι συνωμόται τον εφόνευσαν βοηθούμενοι υπό του Χαρμίνου, ενός των στρατηγών, καί τινων άλλων Αθηναίων ευρισκομένων εις την Σάμον, εις τους οποίους ήθελαν να δώσουν δείγμα πίστεως. Διά της βοηθείας επίσης αυτών εξετέλεσαν και άλλας τοιαύτας πράξεις· ήθελαν μάλιστα να επιτεθούν κατά των δημοκρατικών, ότε ούτοι εννοήσαντες τούτο ειδοποίησαν τους στρατηγούς Λέοντα και Διομέδοντα, αμφοτέρους δυσμενώς διακειμένους προς την ολιγαρχίαν ένεκα της υπολήψεως, την οποίαν είχε προς αυτούς ο λαός. Ειδοποίησαν ομοίως τον Θρασύβουλον και τον Θράσυλον, τον μεν αρχηγόν πλοίου, τον δε αρχηγόν στρατιωτών, καθώς και άλλους τινάς πολίτας γνωστούς πάντοτε ως εναντίους των συνωμοτών. Τους παρεκάλεσαν να μη παραβλέψουν αυτούς, ενώ επίκειται η καταστροφή των και ενώ η Σάμος αποχωρίζεται των Αθηνών, των οποίων η ηγεμονία είχε διατηρηθή μέχρι τότε υπό μόνης της πόλεως ταύτης. Ούτοι δε, αφού τους ήκουσαν, απετάθησαν προς καθένα στρατιώτην ιδιαιτέρως και τους υπεχρέωσαν να μη επιτρέψουν να συμβή το τοιούτο. Ικέτευσαν προ πάντων τα πλήρωμα της Παράλου, το οποίον απετελείτο μόνον από Αθηναίους ελευθέρους, οι οποίοι πάντοτε ανθίσταντο εις την ολιγαρχίαν και πριν ακόμη εγκατασταθή αύτη· οσάκις δε ο Λέων και ο Διομέδων έκαμναν εκδρομάς, τους άφηναν πλοίά τινα, διά να τους φυλάττουν. Ώστε εις την πρώτην κατ' αυτών επίθεσιν την γενομένην υπό των τριακοσίων όλοι αυτοί και ιδίως οι Πάραλοι έτρεξαν εις βοήθειαν και κατόρθωσαν να αναδειχθή νικηφόρον το δημοκρατικόν κόμμα. Οι Σάμιοι εφόνευσαν περί τους τριάκοντα εκ των τριακοσίων, κατεδίκασαν εις εξορίαν τρεις εκ των κυριωτάτων ενόχων, έδωκαν αμνηστείαν εις τους άλλους, και εξηκολούθησαν να ζώσιν εν αρμονία υπό το δημοκρατικόν πολίτευμα.
74. Οι δε Σάμιοι και οι στρατιώται, οι οποίοι δεν εγνώριζαν ακόμη ότι οι τετρακόσιοι είχαν καταλάβει την αρχήν, απέστειλαν μετά σπουδής το πλοίον Πάραλος μετά του Αθηναίου Χαιρίου του Αρχεστράτου, ο οποίος δραστηρίως μετέσχεν εις τα πραχθέντα, διά να αναγγείλουν τα γενόμενα. Αλλά, άμα έφθασεν η Πάραλος, οι τετρακόσιοι έρριψαν εις τα δεσμά τινας εκ των Παράλων δύο ή τρεις, τους δε άλλους, εξαγαγόντες εκ του πλοίου, τους μετεβίδασαν εις άλλο πλοίον εκ των μεταγωγικών και τους έστειλαν να φρουρούν περί την Εύβοιαν. Ο Χαιρέας είχε κατορθώσει να διαφύγη· ιδών δε τα εν Αθήναις συμβαίνοντα επανήλθεν εις την Σάμον. Μεγαλοποιών δε όσα έπρατταν οι Αθηναίοι ανήγγειλεν εις τον στρατόν ότι όλοι οι πολίται είχαν καταδικασθή εις μαστίγωσίν, ότι ουδείς ηδύνατο να αντείπη εις τους έχοντας εξουσίαν, ότι αι γυναίκες και τα παιδία αυτών υβρίζονται, και ότι οι τετρακόσιοι διενοούντο να συλλάβουν και να φυλακίσουν τους συγγενείς όλων εκείνων, οι οποίοι εις τον στρατόν της Σάμου δεν συνεμερίζοντο την γνώμην των, διά να τους θανατώσουν, εάν ηρνούντο να υπακούσουν. Προσέθηκε δε και πολλά άλλα ψεύδη.
75. Εις την διήγησιν δε ταύτην οι στρατιώται κατ' αρχάς μεν ώρμησαν, διά να λιθοβολήσουν τους αυτουργούς της ολιγαρχίας και τους άλλους τους συμμετασχόντας εις αυτήν· αλλ' αναχαιτισθέντες υπό των φρονίμων ανθρώπων, οι οποίοι τους συνεβούλευσαν να μη καταστρέψουν το παν, καθότι ο εχθρικός στόλος ήτο εγγύς προσωρμισμένος, ησύχασαν. Έπειτα δε ο υιός του Λύκου Θρασύβουλος και ο Θράσυλος, οι οποίοι προεξήρχαν της επαναστάσεως, θέλοντες να αποκαταστήσουν εδραίαν την δημοκρατίαν εις την Σάμον, ώρκισαν διά μεγίστων όρκων τους στρατιώτας και προ πάντων αυτούς τους οπαδούς της ολιγαρχίας να ζουν υπό το δημοκρατικόν πολίτευμα και εν ομονοία μεταξύ των, να εξακολουθήσουν μετά ζήλου τον κατά των Πελοποννησίων πόλεμον, να είναι εχθροί των τετρακοσίων και να μη έχουν καμμίαν με αυτούς σχέσιν. Όλοι οι Σάμιοι οι δυνάμενοι να φέρουν όπλα συνεδέθησαν διά του αυτού όρκου, οι δε Αθηναίοι στρατιώται κατέστησαν κοινά μετά των Σαμίων όλα τα συμφέροντα και όλα τα αποβησόμενα εκ των κινδύνων, πεπεισμένοι ότι ουδέν άλλο μέσον σωτηρίας υπήρχε, διά τους μεν και διά τους δε, αλλ' ότι ο θάνατός των ήτο βέβαιος αν ενίκων οι τετρακόσιοι, ή οι εχθροί οι ευρισκόμενοι εις την Μίλητον.
76. Διαίρεσις τότε έγινεν εις τον στρατόν, διότι οι μεν ήθελον να επιβάλουν εις τας Αθήνας την δημοκρατίαν, οι δε εζήτουν να επιβάλουν εις τον στρατόν την ολιγαρχίαν. Οι εν Σάμω στρατιώται συνήλθαν αμέσως εις εκκλησίαν και έπαυσαν τους προτέρους στρατηγούς και εκείνους εκ των τριηράρχων, τους οποίους υπώπτευαν, αντ' αυτών δ' εξέλεξαν άλλους και ιδίως τον Θρασύβουλον και τον Θράσυλον. Οι στρατιώται εγειρόμενοι εν τω μέσω της συνελεύσεως απέτειναν προς αλλήλους διαφόρους παραινέσεις και έλεγαν ότι δεν έπρεπε να αποθαρρυνθούν, εάν η πόλις εχωρίσθη απ' αυτών· ότι ο μικρότερος αριθμός απεσπάτο από του μεγαλυτέρου και τους πλείστους πόρους έχοντος εις παν είδος· ότι κύριοι όντες των ναυτικών δυνάμεων θα ηνάγκαζαν τας άλλας πόλεις, τας οποίας εξουσίαζαν, να δώσουν χρήματα, απαραλλάκτως ως εάν εξήρχοντο των Αθηνών, διά να απαιτήσουν τοιαύτα· ότι αυτοί είχαν την Σάμον, πόλιν τοσούτον ισχυράν, ώστε, ότε επολέμησε κατά των Αθηναίων, ολίγον έλειψε να αρπάση απ' αυτούς την ηγεμονίαν της θαλάσσης· ότι εκ της αυτής πόλεως έμελλαν να αποκρούσουν ως και πρότερον την επίθεσιν του εχθρού· ότι μετά του στόλου θα ήσαν εις καλλιτέραν κατάστασιν ή οι πολίται των Αθηνών εις το να προμηθεύωνται τα προς συντήρησιν χρειώδη· ότι μένοντες εις την Σάμον διά την ιδίαν των ασφάλειαν, αυτοί μέχρι τούδε ήσαν κύριοι του είσπλου του Πειραιώς· ότι, εάν η πόλις ηρνείτο να τους αποδώση το δημοκρατικόν πολίτευμα, από αυτούς εξηρτάτο να την αποκλείσουν διά θαλάσσης, παρά να αποκλεισθούν αυτοί· ότι αι βοήθειαι, τας οποίας αι Αθήναι ηδύναντο να στείλουν διά την εξακολούθησιν του πολέμου, ήσαν μηδαμιναί ή μικρού λόγου άξιαι· ότι δεν έχαναν τίποτε αποχωριζόμενοι εκείνων, οι οποίοι δεν είχαν πλέον μήτε χρήματα να στείλουν, αφού επορίζοντο ταύτα οι στρατιώται, μήτε συμβουλάς ωφελίμους να δώσουν, όπερ συνιστά την υπεροχήν των πόλεων επί των στρατών· ότι μάλιστα, υπό την έποψιν ταύτην, οι εν Αθήναις είχαν καταστή ένοχοι καταλύοντες τους νόμους της πατρίδος, ενώ ο στρατός της Σάμου τους είχε διατηρήσει και προσεπάθει να αναγκάση τους εν Αθήναις να τους επαναφέρουν· ότι τοιουτοτρόπως ο στρατός ουδόλως υπελείπετο της πόλεως και κατά την σύνεσιν· ότι ο Αλκιβιάδης, εάν εψήφιζαν την χάριν και την ανάκλησίν του, θα έσπευδε να τους δώση την συμμαχίαν του βασιλέως· ότι τέλος, το σπουδαιότερον, εάν απετύγχαναν όλα τα σχέδια, η κατοχή τοσούτου πολυαρίθμου στόλου θα τους διηυκόλυνε να εύρουν πολλά καταφύγια όπου θα υπήρχον και πόλεις και αγροί.
77. Αφού είπαν αυτά και ενεθαρρύνθησαν αμοιβαίως, εξηκολούθησαν ουχ ήττον προετοιμάζοντες τα του πολέμου. Ως προς τους δέκα δε πρεσβευτάς, τους οποίους οι τετρακόσιοι είχαν στείλει εις την Σάμον, άμα έφθασαν ούτοι εις την Δήλον και έμαθαν τας ειδήσεις ταύτας, δεν επροχώρησαν περαιτέρω.
78. Κατά την αυτήν δ' εποχήν οι εν τω ναυτικώ στρατιώται των Πελοποννησίων, οι οποίοι ήσαν εις την Μίλητον, εδυσφόρουν μεγαλοφώνως εναντίον του Αστυόχου και του Τισσαφέρνους, οι οποίοι, ως έλεγαν, κατέστρεφαν τα πράγματα. Τον μεν πρώτον τον κατηγόρουν, διότι δεν τους άφηνε να ναυμαχήσουν μήτε πρότερον, ότε αι δυνάμεις των ήσαν τέλειαι, αι δε των Αθηνών ολιγάριθμοι, μήτε τώρα, ότε ο εχθρός ήτο διηρημένος και τα πλοία του δεν είχαν συναθροισθή ακόμη, και διότι περιμένοντες τον Φοινικικόν στόλον, τον οποίον υπεσχέθη ο Τισσαφέρνης και ο οποίος ονόματι μόνον υπήρχε και ουχί πράγματι, εκινδύνευαν να εξαντληθούν ολοσχερώς· τον δε Τισσαφέρνην κατηγόρουν ότι δεν έφερε τον στόλον εκείνον και ότι παρέλυε το ναυτικόν των μη παρέχων τον μισθόν τακτικώς και ανελλιπώς. Έλεγαν λοιπόν ότι δεν έπρεπε να αναβάλουν πλειότερον, αλλά να ναυμαχήσουν, τους παρεκίνουν δε εις τούτο προ πάντων οι Συρακούσιοι.
79. Εννοήσαντες δε τους ψιθυρισμούς τούτους οι σύμμαχοι και ο Αστύοχος απεφάσισαν εν συμβουλίω να δώσουν ναυμαχίαν αποφασιστικήν· και επειδή τους είχαν ειδοποιήσει επίσης περί των ταραχών της Σάμου ανεχώρησαν μεν όλα τα πλοία, εκατόν δώδεκα τον αριθμόν, και έπλευσαν προς την Μυκάλην, αφού διέταξαν τους Μιλησίους να μεταβούν εκεί διά ξηράς. Οι Αθηναίοι, με ογδοήκοντα δύο πλοία, τα οποία είχαν εις την Σάμον, εστάθμευον κατά τύχην εις την Γλαύκην της Μυκάλης, απέναντι της Σάμου, και εις ολίγην απ' αυτής απόστασιν. ’μα δε είδαν τον Πελοποννησιακόν στόλον ερχόμενον προς συνάντησίν των, υπεχώρησαν εις την Σάμον μη νομίζοντες ότι αριθμητικώς ήσαν ικανοί να διακινδυνεύσουν περί του παντός· ειδοποιηθέντες άλλως εκ της Μιλήτου ότι ο εχθρός είχε σκοπόν να δώση ναυμαχίαν επερίμεναν να έλθη εις βοήθειάν των εκ του Ελλησπόντου μετά των πλοίων της Χίου, τα οποία είχαν μεταβή εις την ’βυδον, ο Στρομβιχίδης, προς τον οποίον είχαν στείλει προηγουμένως απεσταλμένον. Επέστρεψαν λοιπόν εις την Σάμον, ενώ οι Πελοποννήσιοι, αποβάντες εις την Μυκάλην, εστρατοπέδευσαν καθώς και ο πεζός στρατός των Μιλησίων και των πλησιοχώρων. Την επομένην κατά την στιγμήν που οι Πελοποννήσιοι έμελλαν να πλεύσουν κατά της Σάμου, ανηγγέλθη εις αυτούς ότι ο Στρομβιχίδης έφθασεν εκ του Ελλησπόντου μετά του στόλου, και επέστρεψαν αμέσως εις την Μίλητον. Εν τούτοις οι Αθηναίοι ενισχυθέντες υπό του στόλου τούτου επέδραμαν και αυτοί κατά της Μιλήτου μετά πλοίων εκατόν οκτώ, θέλοντες να ναυμαχήσουν. Επειδή, όμως ουδείς εξήλθε προς συνάντησίν των, απέπλευσαν πάλιν εις την Σάμον.
80. Κατά το αυτό δε θέρος, ευθύς μετά τα συμβάντα ταύτα, οι Πελοποννήσιοι, οι οποίοι με όλην την συγκέντρωσιν των δυνάμεών των δεν ενόμιζαν ότι ήσαν ικανοί να αντιταχθούν προς τους Αθηναίους, ευρέθησαν εις λίαν αμήχανον θέσιν διά την συντήρησιν τόσου στόλου, προ πάντων επειδή τόσον ατάκτως επλήρωνεν ο Τισσαφέρνης. Εσκέφθησαν λοιπόν να εκτελέσουν τας οδηγίας, τας οποίας είχαν λάβει κατά την αναχώρησίν των εκ της Πελοποννήσου, στέλλοντες Κλέαρχον τον Ραμφίου με τεσσαράκοντα πλοία προς τον Φαρνάβαζον. Τωόντι ο Φαρνάβαζος τους είχε προσκαλέσει να έλθουν και ήτο έτοιμος να τους δώση τροφάς, συγχρόνως δε το Βυζάντιον διεπραγματεύετο μετ' αυτών, όπως αποσπασθή από τους Αθηναίους. Τα πλοία ταύτα ανοίχθησαν εις το πέλαγος, διά να κρύψουν την πορείαν των από τους Αθηναίους, αλλά κατελήφθησαν υπό τρικυμίας, και τα μεν πλείστα έφθασαν μετά του Κλεάρχου εις την Δήλον και εκείθεν επέστρεψαν εις την Μίλητον, εκ της οποίας ο Κλέαρχος μετέβη διά ξηράς εις τον Ελλήσποντον, διά να λάβη την αρχηγίαν, τα δε δέκα τα μετά του Μεγαρέως στρατηγού Ελίξου διασωθέντα εις τον Ελλήσποντον επανεστάτησαν το Βυζάντιον. Μαθόντες τούτο οι εν τη Σάμω Αθηναίοι έστειλαν εις τον Ελλήσποντον επικουρίαν εκ πλοίων και στρατευμάτων· έγινε μάλιστα προ του Βυζαντίου μικρά ναυμαχία οκτώ πλοίων εναντίον οκτώ.
81. Μεταξύ δ' εκείνων, οι οποίοι εν τη Σάμω προΐσταντο των υποθέσεων, ήτο προ πάντων ο Θρασύβουλος, ο οποίος, αφ' ης στιγμής μετέβαλε τα πράγματα, επιμένων πάντοτε εις την αυτήν γνώμην να ανακαλέση τον Αλκιβιάδην, επέτυχε τέλος επ' εκκλησίας να πείση το πλήθος των στρατιωτών. ’μα δε εψηφίσθη υπ' αυτών η χάρις και η ανάκλησις, ο Θρασύβουλος μετέβη διά θαλάσσης προς τον Τισσαφέρνην και επανέφερεν εις την Σάμον τον Αλκιβιάδην, νομίζων ότι το μόνον μέσον σωτηρίας ήτο να αποσπασθή ο Τισσαφέρνης από τους Πελοποννησίους και να ενωθή με τους Αθηναίους. Γενομένης δ' εκκλησίας ο Αλκιβιάδης ήρχισε να θρηνή και να απαριθμή τας δυστυχίας της εξορίας του· ωμίλησεν επίσης πολύ περί των πολιτικών υποθέσεων και προσεπάθησε να εμπνεύση μεγάλας ελπίδας διά το μέλλον και εμεγαλοποίησεν υπερβολικά την ισχύν του επί του Τισσαφέρνους, διά να τον φοβηθούν οι αρχηγοί της ολιγαρχίας εν Αθήναις, διά να διαλύση τας συνωμοσίας, διά να καταστή μάλλον σεβαστός εις τους Αθηναίους της Σάμου και τους εμπνεύση εμπιστοσύνην προς εαυτούς, τέλος διά να διαβάλη όσον το δυνατόν περισσότερον τους εχθρούς του εις τον νουν του Τισσαφέρνους και να καταστρέψη τας ελπίδας, τας οποίας είχαν συλλάβει. Έδωκε λοιπόν ο Αλκιβιάδης πομπωδεστάτας υποσχέσεις λέγων επιδεικτικά ότι ο Τισσαφέρνης τον εβεβαίωσε μεθ' όρκου, ότι, εάν οι Αθηναίοι είλκυαν την εμπιστοσύνην του, ενόσω τω έμεναν πόροι, δεν θα τους εστέρει τροφών, έστω και εάν επί τέλους ηναγκάζετο να κατασκευάση αργύρια εκ της κλίνης του· ότι θα έφερε προς τους Αθηναίους και ουχί προς τους Πελλοποννησίους τον Φοινικικόν στόλον, ο οποίος ήτο τότε εις ’σπενδον, αλλ' ότι δεν ηδύνατο να εμπιστευθή εις τους Αθηναίους ειμή εάν ο Αλκιβιάδης ανακαλούμενος ανεδέχετο να τον διαβεβαιώση περί των αισθημάτων τούτων.
82. Οι δε στρατιώται, αφού ήκουσαν τας υποσχέσεις ταύτας και πολλά άλλα, τον εξέλεξαν αμέσως στρατηγόν μετά των προηγουμένως εκλεχθέντων και τω ανέθεσαν όλας τας υποθέσεις. Απ' εκείνης της στιγμής καθένας απ' αυτούς τόσον ενόμιζεν εαυτόν εξασφαλισθέντα περί της σωτηρίας του, και της τιμωρίας των τετρακοσίων, ώστε αντί ουδενός δεν θα αντήλλασσε την ελπίδα ταύτην. Ήδη μάλιστα, οι πιστεύοντες εις τους λόγους του Αλκιβιάδου, ήσαν διατεθειμένοι να πλεύσουν αμέσως εναντίον του Πειραιώς περιφρονούντες τους εχθρούς, τους οποίους είχαν ενώπιόν των. Αλλ' ο Αλκιβιάδης εναντίον της γενικής προθυμίας, ημπόδισε ζωηρώς να πλεύσουν κατά του Πειραιώς αφήνοντες εχθρούς πλησιεστέρους και τους είπεν, ότι εκλεχθείς στρατηγός θα μετέβαινε εις τον Τισσαφέρνην, διά να κανονίση εκ των προτέρων τα σχετικά με τον πόλεμον. Και τωόντι εξελθών της συνελεύσεως ανεχώρησεν αμέσως, διά να φανή εις μεν τους Αθηναίους ότι συνενοείτο μετ' εκείνου περί πάντων, εις δε τον Τισσαφέρνην ότι ήτο σπουδαιότερος και ότι εκλεχθείς στρατηγός ήτο εις θέσιν και να τον ωφελήση και να τον βλάψη. Τοιουτοτρόπως ο Αλκιβιάδης είχε το διπλούν πλεονέκτημα, να φοβίζη τους Αθηναίους διά του Τισσαφέρνους και τον Τισσαφέρνην διά των Αθηναίων.
83. Οι δε Πελοποννήσιοι, μαθόντες εις Μίλητον την ανάκλησιν του Αλκιβιάδου και δυσπιστούντες ήδη προς τον Τισσαφέρνην, εδείχθησαν τότε έτι μάλλον δύσπιστοι. Κατά σύμπτωσιν, η κατά της Μιλήτου επιδρομή των Αθηναίων, κατά την οποίαν οι Πελοποννήσιοι δεν ηθέλησαν να προχωρήσουν και να ναυμαχήσουν, παρέσχε νέαν αιτίαν, ώστε ο Τισσαφέρνης, γενόμενο, αμελέστερος περί την πληρωμήν του μισθού, να προσελκύση έτι μάλλον το μίσος, το οποίον οι Πελοποννήσιοι είχαν ήδη δι' αυτόν ένεκα του Αλκιβιάδου. Συνερχόμενοι μεταξύ των εις ομίλους ως και πρότερον, οι στρατιώται καί τινες άνδρες διακεκριμένοι μεταξύ των στρατιωτικών ανελογίζοντο ότι ούτε μισθόν έλαβάν ποτε εντελή, ούτε εκείνο το οποίον τοις εδίδετο, αν και ολίγον, επληρώνετο τακτικώς· ότι, εάν δεν απεφάσιζαν να ναυμαχήσουν ή να μεταβούν εις τόπον, όπου θα ηδύναντο να εύρουν τροφάς, οι ναύται θα εγκατέλειπον τα πλοία· ότι τέλος ο αίτιος όλων των δεινών ήτο ο Αστύοχος, ο οποίος χάριν των ατομικών ωφελειών ενέδιδεν εις τας ιδιοτροπίας του Τισσαφέρνους.
84. Ενώ δε διεκοίνουν μεταξύ των τας τοιαύτας σκέψεις, ηγέρθη αίφνης θόρυβος τις εναντίον του Αστυόχου. Ναύται Συρακούσιοι και Θούριοι, τόσω μάλλον θρασείς, όσω ήσαν ελεύθεροι, ήλθαν εν σώματι προς τον Αστύοχον και εζήτουν τον μισθόν των παρ' αυτού. Ο Αστύοχος απεκρίθη κάπως αυθαδέστερον, τους ηπείλησε και ύψωσε μάλιστα την βακτηρίαν του, διά να κτυπήση τον Δωριέα, όπου υπεστήριζε τας αιτήσεις των ναυτών. Εις την θέαν ταύτην, το πλήθος των στρατιωτών, βίαιοι ως ναύτας ώρμησαν βοώντες κατά του Αστυόχου, διά να τον λιθοβολήσουν· αλλ' ούτος προϊδών τον κίνδυνον κατέφυγεν εις βωμόν τινα, δεν επληγώθη και το πλήθος διελύθη. Κατέλαβαν δε οι Μιλήσιοι και το εν τη Μιλήτω οικοδομημένον υπό του Τισσαφέρνους φρούριον εξαίφνης επιπεσόντες, και εδίωξαν τους εν αυτώ φύλακας. Την πράξιν ταύτην επεδοκίμασαν οι σύμμαχοι και προ πάντων οι Συρακούσιοι· αλλ' ο Λίχας δεν ηυχαριστήθη. Είπε μάλιστα ότι οι Μιλήσιοι και οι άλλοι Ελληνες, όσοι κατώκουν εις την χώραν του βασιλέως, ώφειλαν να μείνουν υποταγμένοι εις τον Τισσαφέρνην με όρους μετρίους και να είναι εις αυτόν αφωσιωμένοι μέχρις ου τελειώση αισίως ο πόλεμος. Οι λόγοι ούτοι και άλλοι παραπλήσιοι παρώργισαν τους Μιλησίους και διά τούτο, ότε βραδύτερον απέθανεν ο Λίχας υπό νόσου, δεν επέτρεψαν να τον θάψουν εις το μέρος, το οποίον ήθελαν οι παρόντες Λακεδαιμόνιοι.
85. Είς τοιούτο δε σημείον ευρίσκοντο τα πράγματα και ο κατά του Αστυόχου και του Τισσαφέρνους ερεθισμός, ότε ο Μίνδαρος έφθασεν εκ της Λακεδαίμονος, διά να αντικαταστήση τον Αστύοχον εις την ναυμαχίαν. Ο Αστύοχος παραδώσας την αρχήν ανεχώρησε συνοδευόμενος υφ' ενός πρεσβευτού του Τισσαφέρνους, του Καρός Γαυλίτου, ο οποίος ωμίλει τας δύο γλώσσας και ήτο επιφορτισμένος να μεφθή τους Μιλησίους διά την κατάληψιν του φρουρίου και συγχρόνως διά να δικαιολογήση τον Τισσαφέρνην που εγνώριζεν ότι οι Μιλήσιοι επίτηδες μετέβαιναν εις την Λακεδαίμονα, διά να τον κατηγορήσουν προ πάντων, και ότι μετ' αυτών ευρίσκετο ο Ερμοκράτης εντολήν έχων να παραστήση τον Τισσαφέρνην ως καταστρέφοντα μετά του Αλκιβιάδου τα πράγματα των Πελοποννησίων και ως διπρόσωπον. Ο Τισσαφέρνης επέμενε μισών αυτόν από της εποχής όπου προέκυψε το ζήτημα της μισθοδοσίας. Εσχάτως μάλιστα, ότε ο στρατηγός ούτος εξωρίσθη από τας Συρακούσας και αντικατεστάθη εις την αρχηγίαν των εν τη Μιλήτω πλοίων των Συρακουσίων υπό του Ποτάμιδος, του Μύσκωνος και του Δημάρχου, ο Τισσαφέρνης πολύ περισσότερον επετέθη κατά του φυγάδος ήδη Ερμοκράτους, και μεταξύ άλλων κατηγοριών έλεγαν ότι έγινεν εχθρός του, διότι κάποτε του εζήτησε χρήματα και ο Τισσαφέρνης δεν του έδωκεν. Ο μεν λοιπόν Αστύοχος, οι Μιλήσιοι και ο Ερμοκράτης απέπλευσαν εις την Λακεδαίμονα· ο δε Αλκιβιάδης παραιτήσας τον Τισσαφέρνην επέστρεψε πάλιν εις την Σάμον.
86. Τότε δε έφθασαν εκ της Δήλου παρόντος του Αλκιβιάδου οι πρεσβευταί οι αποσταλέντες προηγουμένως υπό των τετρακοσίων, διά να καθησυχάσουν τους εν τη Σάμω Αθηναίους και να τους οδηγήσουν. Ότε δε έγινε συνέλευσις, εζήτησαν να ομιλήσουν, αλλ' οι στρατιώται ηρνούντο να τους ακούσουν και εφώναζαν ότι έπρεπε να φονεύσουν εκείνους, οι οποίοι κατέλυαν την δημοκρατίαν. Επί τέλους μόλις και μετά βίας ησύχασαν και συγκατετέθησαν να τους ακούσουν. Είπαν λοιπόν οι πρεσβευταί ότι η μεταβολή εκείνη έγινε, διά να σώση και ουχί διά να καταστρέψη την πόλιν, μήτε διά να παραδώση αυτήν εις τους εχθρούς, όπερ θα ηδύναντο να πράξουν κατά την εισβολήν των Πελοποννησίων οι τετρακόσιοι, κύριοι ήδη όντες της εξουσίας· ότι όσον αφορά εις τους πεντακισχιλίους, όλοι κατά σειράν θα συμμετείχαν της αρχής· ότι οι συγγενείς των δεν είχαν υβρισθή, όπως, διά να συκοφαντήση, ανήγγειλεν ο Χαιρέας, και ότι όχι μόνον δεν έπαθαν κανέν κακόν, αλλ' όλοι έμεναν ήσυχοι ενασχολούμενοι εις τας υποθέσεις των. Εις μάτην όμως επανελάμβαναν τας διαβεβαιώσεις ταύτας· οι στρατιώται τίποτε δεν ήθελαν να ακούσουν, και ο ερεθισμός υπήρξε μέγας· διάφοροι γνώμαι επροτάθησαν και προ πάντων να πλεύσουν κατά του Πειραιώς. Εις την περίστασιν ταύτην ο Αλκιβιάδης πρώτος και ουδενός ολιγώτερον ωφέλησε την πατρίδα του· διότι καθ' ην στιγμήν οι εν τη Σάμω Αθηναίοι έσπευδον να πλεύσουν κατά των συμπολιτών των (το οποίον θα εγίνετο αιτία, ώστε αναμφιβόλως οι εχθροί να καταλάβουν την Ιωνίαν και τον Ελλήσποντον), κατώρθωσε να τους εμποδίση. Ουδείς άλλος θα ηδύνατο, εις τοιαύτην στιγμήν, ν' αναχαιτίση το πλήθος· αλλ' ο Αλκιβιάδης το απέτρεψεν από του σκοπού τούτου και διά των επιπλήξεών του μετέβαλε την γνώμην εκείνων, οι οποίοι ιδίως είχαν οργισθή κατά των πρέσβεων, τους οποίους εξεδίωξεν ο ίδιος λέγων προς απόκρισιν ότι δεν θα ημπόδιζε τους πεντακισχιλίους να έχουν την αρχήν, αλλ' ότι εζήτει να απαλλαγούν από τους τετρακοσίους και να αποκαταστήσουν ως πρότερον την βουλήν των πεντακοσίων· ότι επαινούσε πολύ το μέτρον των οικονομιών, διά να αυξηθή η μισθοδοσία των στρατιωτών. Προ παντός δε συνίστα εις αυτούς να αντέχουν και να μη ενδώσουν εις τους εχθρούς· διότι, εάν η πόλις εσώζετο, μεγάλη ελπίς υπήρχε συμφιλιώσεως μεταξύ των· ενώ, εάν κατεστρέφετο έν εκ των δύο μερών, ή οι εν τη Σάμω ή οι εν ταις Αθήναις, ουδείς πλέον θα έμενε, μετά του οποίου να φιλιωθούν. Υπήρχαν δε εκεί παρόντες πρέσβεις των Αργείων, οι οποίοι υπέσχοντο εις το δημοκρατικόν κόμμα των εν τη Σάμω Αθηναίων να το βοηθήσουν· ο δε Αλκιβιάδης, επαινέσας αυτούς και ειπών να έλθουν, όταν τους προσκαλέσουν, τους εξεδίωξεν. Ήλθαν δε οι Αργείοι ούτοι μετά των Παράλων, τους οποίους, ως είδομεν, εισεβίβασαν οι τετρακόσιοι εις το στρατιωτικόν πλοίον, διά να περιπλέουν την Εύβοιαν, και τους οποίους είχαν διατάξει τότε να φέρουν εις την Λακεδαίμονα, τον Λαισποδίαν, τον Αριστοφώντα και τον Μελησίαν, πρέσβεις των Αθηνών στελλόμενοι υπό των τετρακοσίων. Αλλ' οι Πάραλοι, ενώ έπλεαν προς το ’ργος, συνέλαβαν τους πρέσβεις εκείνους και τους παρέδωκαν εις τους Αργείους, ως αποτελούντας μέρος των κυριωτάτων ανατροπέων της δημοκρατίας· και αυτοί οι ίδιοι δεν επέστρεψαν πλέον εις Αθήνας, αλλ' ήλθαν με τα πλοίά των εις την Σάμον φέροντες και τους πρέσβεις των Αργείων.
87. Κατά το αυτό δε θέρος, και κατά τον καιρόν που διά πολλάς αιτίας και προ πάντων διά την ανάκλησιν του Αλκιβιάδου οι Πελοποννήσιοι ήσαν ωργισμένοι κατά του Τισσαφέρνους, τον οποίον εθεώρουν ήδη ως φανερώς αττικίζοντα, ούτος, θέλων, ως εφαίνετο τουλάχιστον, να διαψεύση τα όσα δυσάρεστα του κατηγόρουν, ητοιμάσθη να μεταβή εις την ’σπενδον, διά να εύρη τα Φοινικικά πλοία. Προσεκάλεσε δε τον Λίχαν να τον συνοδεύση και υπεσχέθη να διατάξη τον ύπαρχόν του Ταμών να δίδη κατά την απουσίαν του τροφήν εις τον στρατόν. Διάφοροι γνώμαι επικρατούν περί της μεταβάσεως ταύτης και δεν είναι εύκολον να ηξεύρη τις μήτε διατί μετέβη ο Τισσαφέρνης εις την ’σπενδον, μήτε διατί, αφού μετέβη δεν έφερεν εκείθεν τα πλοία. Ότι τα Φοινικικά πλοία, εκατόν τεσσαράκοντα επτά τον αριθμόν, έφθασαν μέχρις Ασπένδου, τούτο γενικώς ομολογείται· διατί όμως δεν επροχώρησαν περαιτέρω, πολλαχώς σχολιάζεται. ’λλοι μεν νομίζουν ότι διά της αναχωρήσεώς του ταύτης ήθελε να εξασθενίση, όπως διενοήθη, τας δυνάμεις των Πελοποννησίων (τουλάχιστον ο Ταμώς, διαταχθείς να δίδη τροφήν, αντί να την αυξήση την ηλάττωσεν έτι μάλλον), άλλοι δε διά προσκαλέση τους Φοίνικας εις την ’σπενδον και να τους αποπέμψη, αφού τους αποσπάση χρήματα, διότι δεν είχε σκοπόν να τους μεταχειρισθή· άλλοι τέλος ότι δεν είχεν άλλον σκοπόν ειμή να αντικρούσει τα παράπονα τα εγερθέντα κατ' αυτού εις την Λακεδαίμονα, λέγων προς απολογίαν του ότι μετέβη, διά να εύρη τον στόλον εκείνον πράγματι πληρωμένον. Εγώ δε θεωρώ ως μάλλον πιθανόν ότι, διά να παραλύση και αποσυνθέση την δύναμιν των Ελλήνων, δεν έφερε τα πλοία· ήλπιζε την καταστροφήν των διά των πολλών αναβολών, τας οποίας επροξένει η απουσία του, και την διατήρησιν της ισορροπίας μη ενούμενος με καμμίαν εκ των δύο μερίδων, διά να μη καταστήση την μίαν ισχυροτέραν της άλλης. Τωόντι, εάν ήθελε να θέση τέρμα εις τον πόλεμον, ουδεμία αμφιβολία υπήρχεν ότι είχε το μέσον· διότι φέρων τον στόλον εις τους Λακεδαιμονίους θα έδιδε πιθανότατα την νίκην εις αυτούς, αφού ήδη ούτοι εστάθμευαν απέναντι του εχθρού μετά ναυτικού ίσου μάλλον παρά υποδεεστέρου. Προδίδει δε αυτόν έτι μάλλον η πρόφασις, την οποίαν είπε, μη οδηγήσας εκεί τα πλοία, ότι ταύτα είχαν συναθροισθή δήθεν ολιγώτερα παρ' όσα διέταξεν ο βασιλεύς. Αλλά κατά τούτο υπηρέτησε κάλλιστα τον κύριόν του μη δαπανήσας τα βασιλικά χρήματα και επιτυχών τον αυτόν σκοπόν με ολιγότερα έξοδα. Όπως και αν έχη το πράγμα, ο Τισσαφέρνης μετέβη εις ’σπενδον και εύρεν εκεί τους Φοίνικας, οι δε Πελοποννήσιοι κατ' αίτησιν αυτού έστειλαν εις προϋπάντησαν του στόλου τον Λακεδαιμόνιον Φίλιππον μετά δύο πλοίων.
88. Ο δε Αλκιβιάδης, άμα έμαθεν ότι ο Τισσαφέρνης διηυθύνετο προς την ’σπενδον, ανεχώρησε και αυτός μετά δεκατριών πλοίων υποσχόμενος εις τους Αθηναίους να τοις παράσχη ασφαλή και μεγάλην χάριν, ήτοι να φέρη αυτός ο ίδιος προς αυτούς τον Φοινικικόν στόλον, ή τουλάχιστον να τον εμποδίση να μεταβή με το μέρος των Πελοποννησίων. Εγνώριζεν ίσως εκ πολλού χρόνου ότι ο Τισσαφέρνης δεν είχε σκοπόν να φέρη τον στόλον τούτον, και ήθελε προ πάντων να τον διαβάλη εις τους Πελοποννησίους δεικνύων αυτόν φίλον ιδικόν του και των Αθηναίων, διά να τον αναγκάση τοιουτοτρόπως να ταχθή με το μέρος των Αθηναίων. Αναχωρήσας λοιπόν έπλευσε κατ' ευθείαν γραμμήν διά του πελάγους προς την Φάσηλιν και την Καύνον.
89. ’μα λοιπόν οι παρά των τετρακοσίων σταλέντες πρέσβεις επέστρεψαν εκ της Σάμου εις τας Αθήνας, ανεκοίνωσαν την απόκρισιν του Αλκιβιάδου, η οποία συνίστατο εις το να αντέχουν και να μη ενδώσουν εις τους εχθρούς, διότι μεγάλας ελπίδας είχε να τους συμφιλιώση μετά του στρατού και να νικήσουν τους Πελοποννησίους. Διά του τρόπου δε τούτου ανεζωπύρωσαν το θάρρος εκείνων, οι οποίοι είχαν αρχίσει ήδη να δυσαρεστώνται διά την ολιγαρχίαν, εις την εγκαθίδρυσιν της οποίας είχαν συμπράξει, και οι οποίοι επεθύμουν ν' απαλλαγούν αυτής, αδιάφορον διά τίνος τρόπον, άμα ελάμβαναν υπόσχεσιν ασφαλείας. Συνήρχοντο λοιπόν εις ομίλους και εμέμφοντο μεταξύ των την κατάστασιν των πραγμάτων· επί κεφαλής αυτών ήταν στρατηγοί διακεκριμένοι, οι οποίοι ανήκον εις το ολιγαρχικόν κόμμα και είχαν αξιώματα, οίοι Θηραμένης ο του ’γνωνος, Αριστοκράτης ο Σκελλίου και άλλοι, και οι οποίοι ήσαν μεν πρώτοι μεταξύ των διοικούντων τα πράγματα, αλλ' εφοβούντο, ως έλεγαν, πολύ το εν τη Σάμω στρατόν και τον Αλκιβιάδην, και προ πάντων μήπως οι εις την Λακεδαίμονα σταλέντες κάμουν κανέν κακόν εις την πόλιν άνευ της συναινέσεως εκείνων, οι οποίοι τους απέστειλαν. Χωρίς λοιπόν να αποβάλουν την ολιγαρχίαν έλεγαν ότι έπρεπεν η αρχή των πεντακισχιλίων να εγκατασταθή πράγματι και ουχί κατ' όνομα, και να δοθή πλειοτέρα ισότης εις την πολιτείαν. Ίο τοιούτο ουδέν άλλο ήτο ή πρόσχημα δημοτικότητος, διότι κατά βάθος οι πλείστοι ένεκα της ατομικής φίλοδοξίας των ηρέσκοντο εις την κατάστασιν ταύτην, εις την οποίαν προ πάντων η εκ δημοκρατίας γινομένη ολιγαρχία καταστρέφεται, διότι πάντες έχουν την αξίωσιν όχι να είναι ίσοι, αλλά να πρωτεύουν κατά πολύ έκαστος επί όλων των άλλων, ενώ εξ εναντίας, όταν η εκλογή γίνεται εις δημοκρατίαν, ευκολώτερον υφίσταταί τις τας συνεπείας, επειδή δεν βλέπει προτιμωμένους τους ομοίους του. Ότι δε πλέον από κάθε τι άλλο εδυνάμωνε το θάρρος των ολιγαρχικών τούτων, υπήρξεν η ισχυρά επίδρασις του Αλκιβιάδου εν τη Σάμω και η ιδέα ότι η ολιγαρχική των κατάστασις δεν έμελλε να διατηρηθή επί πολύ. Έκαστος λοιπόν ηγωνίζετο πως να γίνη αυτός πρώτος αρχηγός του δημοκρατικού κόμματος.
90. Όσοι δε εκ των τετρακοσίων ήσαν υπερβολικά ενάντιοι εις το τοιούτον είδος του πολιτεύματος και οι οποίοι ήσαν πρώτοι εις τα πολιτικά πράγματα, ο Φρύνιχος, ο οποίος άλλοτε στρατηγών εις την Σάμον είχεν έλθει εις διενέξεις προς τον Αλκιβιάδην, ο Αρίσταρχος, είς των θερμοτέρων και αρχαιοτέρων αντιπάλων της δημοκρατίας, ο Πείσανδρος, ο Αντιφών και άλλοι οι δυνατώτατοι, άμα τη εγκαταστάσει των, πρώτον μεν έστειλαν πρέσβεις εις την Λακεδαίμονα, διά να εργασθούν υπέρ του συμβιβασμού, έπειτα δε, ότε έμαθαν την δημοκρατικήν τροπήν πού έλαβαν τα πράγματα εν Σάμω, ήρχισαν να κατασκευάζουν τείχος εις την λεγομένην Ηετιώνειαν· πολύ δε μάλλον εδιπλασίασαν τας ενεργείας των, ότε επέστρεψαν εκ της Σάμου οι πρέσβεις και είδαν την μεταβολήν, η οποία έγινεν εις τους πολλούς και μάλιστα εις εκείνους, οι οποίοι εφαίνοντο οι μάλλον αφωσιωμένοι. Ανησυχούντες διά τα εν ταις Αθήναις και εν τη Σάμω συμβαίνοντα απέστειλαν βιαστικά εις την Λακεδαίμονα τον Αντιφώντα, τον Φρύνιχον και δέκα άλλους πρέσβεις με την διαταγήν να επιτύχουν να συμβιβασθούν με τους Λακεδαιμονίους με πάντα τρόπον οπωσούν ανεκτόν, και επέσπευσαν έτι μάλλον την οικοδομήν του τείχους της Ηετιωνείας. Το τείχος εκείνο, ως έλεγαν ο Θηραμένης και οι μετ' αυτού, δεν ωκοδομείτο προς τον σκοπόν να κλείση την είσοδον του Πειραιώς εις τους Αθηναίους της Σάμου, αλλά μάλλον διά να δέχωνται, όταν θέλουν, τους εχθρούς και διά ξηράς και διά θαλάσσης. Είναι δε η Ηετιώνεια κατωφερής ακτή του Πειραιώς, πλησίον της οποίας ανοίγεται αμέσως ο λιμήν. Ύψωσαν λοιπόν τείχος, το οποίον ήνωσαν με εκείνο, το οποίον υπήρχε πρότερον προς το μέρος της ηπείρου, εις τοιούτον τρόπον, ώστε θέτοντες εκεί ολίγους ανθρώπους ηδύναντο να είναι κύριοι της εισόδου του λιμένος· διότι το αρχαίον τείχος το προς την ήπειρον καθώς και το νέον το εντός του παλαιού κτιζόμενον προς την θάλασσαν ετελείωναν ακριβώς εις ένα εκ των δύο πύργων των τεθειμένων εις το στόμιον του λιμένος, ο οποίος ήτο στενός. Περιέκλεισαν επίσης εντός του τείχους στοάν μεγίστην ενουμένην με τον Πειραιά και ηνάγκασαν όλους να αποθέτουν εκεί όσον σίτον είχαν και όσον έφεραν διά θαλάσσης· εκ της αποθήκης δε ταύτης ώφειλαν να τον εξάγουν και να τον πωλούν.
91. Προ πολλού μεν ο Θηραμένης διέσπειρε τας φήμας ταύτας· και αφού οι πρέσβεις επέστρεψαν εκ της Λακεδαίμονος χωρίς να κατορθώσουν ουδέ συμβιβασμόν, είπεν αναφανδόν ότι φόβος υπήρχε μήπως το τείχος εκείνο επιφέρη την καταστροφήν της πόλεως. Τωόντι κατά τον αυτόν χρόνον εξ αιτίας προσκλήσεως των Ευβοέων τεσσαράκοντα δύο πλοία, εξελθόντα της Πελοποννήσου εστάθμευον εν τη Λα της Λακωνικής και ητοιμάζοντο να κατευθυνθούν εις την Εύβοιαν· μεταξύ δε των πλοίων εκείνων ήσαν τινα Ιταλιωτικά και Σικελικά εκ του Τάραντας και των Λοκρών, ήτο δε άρχων αυτών ο Σπαρτιάτης Αγησανδρίδας ο Αγησάνδρου. Κατά τα λεγόμενα του Θηραμένους ο στόλος εκείνος έμελλε να μεταβή ουχί προς βοήθειαν της Ευβοίας, αλλά μάλλον προς υποστήριξιν εκείνων, οι οποίοι ετείχιζαν την Ηετιώνειαν και ότι, εάν δεν ελάμβαναν τα μέτρα των, η πόλις θα κατεστρέφετο ήσυχα, ήσυχα. Η κατηγορία αύτη ήτο κάπως αληθής και δεν ήτο καθαρά συκοφαντία· οι τετρακόσιοι ήθελαν προ πάντων ολιγαρχούμενοι να άρχουν και των συμμάχων, και, εάν τούτο δεν ήτο δυνατόν, να διατηρήσουν την ανεξαρτησίαν φυλάττοντες τα πλοία και τα τείχη, τέλος δε εν αποτυχία και τούτου να μη πέσουν αυτοί πρώτοι θύματα του λαού, αναλαμβάνοντος τα δικαιώματά του, αλλά μάλλον να εισαγάγουν τους εχθρούς, να παραδώσουν εις αυτούς τα τείχη και τα πλοία, να συνθηκολογήσουν μετ' αυτών και να σώσουν όσον μέρος ηδύναντο εκ της εξουσίας των, εν τη πόλει διατηρούντες την ατομικήν των ασφάλειαν.
92. Διά τούτο κατεγίνοντο βιαστικά να οικοδομήσουν το τείχος αφήνοντες πυλίδας και κρυφίας εισόδους, διά να εισαγάγουν τους πολεμίους και διότι ήθελαν όλα να είναι τελειωμένα διά την κατάλληλον ευκαιρίαν. Και κατ' αρχάς μεν δεν ωμίλουν ειμή ολίγοι μεταξύ των και κρυφίως· αλλ' όταν ο Φρύνιχος, κατά την επιστροφήν του εκ της εις την Λακεδαίμονα πρεσβείας, επληγώθη δι' ενέδρας υφ' ενός των περιπόλων εν πληθούση αγορά και εξέπνευσε παραχρήμα, ολίγα βήματα μακράν του βουλευτηρίου· ότε μετά την απόδρασιν του δολοφόνου ο συνεργός, ο οποίος ήτο Αργείος, συλληφθείς και βασανισθείς κατά διαταγήν των τετρακοσίων, δεν ωνόμασε κανένα συμβουλεύσαντα το έγκλημα, αλλ' είπεν ότι ουδέν άλλο εγνώριζεν, ειμή ότι πολλοί άνθρωποι συνηθροίζοντο εις την κατοικίαν του περιπολάρχου, και εις άλλας οικίας, τότε ο Θηραμένης, ο Αριστοκράτης και όσοι άλλοι εκ των τετρακοσίων και εκ των έξωθεν ήσαν ομογνώμονες, βλέποντες ότι εκ της υποθέσεως ταύτης δεν προέκυψε τίποτε δυσάρεστον δι' αυτούς, επροχώρησαν θρασύτερον προς τον σκοπόν. Εν τω μεταξύ τούτω ο εκ της Λας εξελθών στόλος περιπλεύσας την παραλίαν εισήλθεν εις τον λιμένα της Επιδαύρου και επέδραμε κατά της Αιγίνης. Ο Θηραμένης ισχυρίσθη ότι ο στόλος ούτος, προορισμένος διά την Εύβοιαν, δεν ήτο φυσικόν να εισέλθη εις τον κόλπον της Αιγίνης και να επιστρέψη να αγκυροβολήση εις την Επίδαυρον εκτός εάν προσεκλήθη προς τον σκοπόν, τον οποίον δεν έπαυε να επιρρίπτη κατά των τετρακοσίων, και προσέθετεν ότι δεν έπρεπε πλέον να μένουν ήσυχοι. Τέλος μετά πολλούς λόγους στασιαστικούς και υποψίας, ήρχισαν ήδη ν' αναμιγνύωνται και δι' έργων εις τα πολιτικά πράγματα. Οι στρατιώται του Πειραιώς, οι οποίοι ειργάζοντο εις το τείχος της Ηετιωνείας, μεταξύ των οποίων ήτο ο Αριστοκράτης, ο οποίος καθό ταξίαρχος είχε και την εαυτού φυλήν, συλλαμβάνουν τον Αλεξικλέα, ένα των μάλλον αφωσιωμένων εις την ολιγαρχίαν στρατηγών, και αγαγόντες εις οικίαν τινά τον έκλεισαν εκεί. Συνέτρεξαν δε εις το έργον πολλοί άλλοι και ιδίως ο Έρμων διοικών τους περιπόλους, οι οποίοι είχαν ταχθή εις την Μουνιχίαν· το δε σπουδαιότερον ότι ταύτα επράττοντο με την συγκατάθεσιν του στίφους των στρατιωτών. ’μα δε οι τετρακόσιοι, οι οποίοι συνεδρίαζον τότε εις το βουλευτήριον, έμαθαν τα συμβαίνοντα ητοιμάσθησαν να λάβουν τα όπλα εκτός εκείνων, οι οποίοι δεν συνεμερίζοντο την γνώμην ταύτην και ηπείλουν τον Θηραμένην και τους μετ' αυτού. Ο δε Θηραμένης, απολογούμενος είπεν ότι ήτο έτοιμος να υπάγη μετ' αυτών προς απελευθέρωσιν του δεσμώτου. Και παραλαβών ένα των στρατηγών, ο οποίος ήτο και ομόφρων επροχώρει προς τον Πειραιά, προέδραμε δε και ο Αρίσταρχος μετά τίνων ιππέων νεανίσκων. Ο θόρυβος ήτο πολύς και τρομερός, διότι οι μεν εν τω άστει ενόμιζαν ήδη τον Πειραιά καταληφθέντα και τον συλληφθέντα φονευόμενον, οι δε εν τω Πειραιεί ενόμιζαν ότι μετ' ολίγον έμελλαν να επιπέσουν κατ' αυτών οι εκ του άστεως. Όλη η πόλις ήτο εις κίνησιν και όλοι έτρεχαν εις τα όπλα· μόλις δε κατωρθώθη να ησυχάσουν. Οι αγώνες των γερόντων και αι παρακλήσεις του Φαρσαλίου Θουκυδίδου, προξένου των Αθηνών, παρόντος και προθύμως εμποδίζοντος ένα έκαστον και κράζοντος να μη καταστρέφουν την πατρίδα την στιγμήν πού οι εχθροί ενήδρευαν πλησίον, τους ημπόδισαν να αλληλοσφαγούν. Και ο μεν Θηραμένης ελθών εις τον Πειραιά (διότι ήτο και αυτός στρατηγός) εδυσανασχέτει κατά των στρατιωτών, αλλά μόνον διά λόγων, ενώ ο Αρίσταρχος και οι ενάντιοι του πλήθους ήσαν αληθώς μανιώδεις. Ουχ ήττον οι πλείστοι στρατιώται εξηκολούθησαν το έργον των χωρίς να μεταμεληθούν και ηρώτησαν τον Θηραμένην αν εφρόνει ότι το τείχος ωκοδομήθη επ' αγαθώ ή αν ήτο καλλίτερον να το κατεδαφίσουν. Ούτος άπεκρίθη ότι, εάν τοιαύτη ήτο η γνώμη των συνεφώνει μετ' αυτών. Από της στιγμής εκείνης οι στρατιώται και πολλοί των εν Πειραιεί ανθρώπων αναβάντες επί του τειχίσματος ήρχισαν να κατεδαφίζουν αυτό. Είς την έκκλησιν δε, την οποίαν έκαμναν προς το πλήθος, έλεγαν «Όστις προτιμά να άρχουν οι πεντακισχίλιοι αντί των τετρακοσίων ας επιληφθή του έργου», διότι εκρύπτοντο ακόμη υπό το όνομα των πεντακισχιλίων, διά να μη προφέρουν αναφανδόν το του λαού λέγοντες, «Όστις θέλει να άρχη ο λαός». Εφοβούντο δε μήπως οι πεντακισχίλιοι υπήρχαν τωόντι και μήπως ενοχοποιηθούν αποτεινόμενοι προς αγνώστους. Διά τον αυτόν λόγον και οι τετρακόσιοι δεν ήθελαν μήτε να υπάρχουν οι πεντακισχίλιοι μήτε να είναι γνωστόν ότι δεν υπήρχαν, το μεν διότι ενόμιζαν ότι η συμμετοχή τοσούτων ανθρώπων εις την εξουσίαν θα ήτο αληθής δημοκρατία, το δε διότι η αβεβαιότης περί της υπάρξεως των θα παρήγεν αμοιβαίον φόβον.
93. Την δε επομένην ημέραν οι μεν τετρακόσιοι, αν και ανησυχούντες, συνηθροίσθησαν εις το βουλευτήριον· οι δε εις τον Πειραιά στρατιώται αφήσαντες τον Αλεξικλέα, τον οποίον είχαν συλλάβει, και κατεδαφίσαντες το τείχισμα ήλθαν εις το παρά την Μουνιχίαν θέατρον του Διονύσου, απέθεσαν τα όπλα και συνεκρότησαν συνέλευσιν. Μετά βραχείαν δε συνδιάσκεψιν μετέβησαν εις τα άστυ και κατέθεσαν τα όπλα εις το Ανάκειον (ναόν του Κάστορος και του Πολυδεύκους). Ελθόντες δε προς αυτούς μερικοί απεσταλμένοι των τετρακοσίων συνωμίλουν ανήρ προς άνδρα και έπειθαν όσους έβλεπαν μετριοπαθείς να μένουν ήσυχοι και να συγκρατούν τους άλλους, λέγοντες ότι οι πεντακισχίλιοι έμελλαν να ανακηρυχθούν και ότι εκ τούτων θα ελαμβάνοντο αλληλοδιαδόχως και κατ' εκλογήν οι τετρακόσιοι· ότι μέχρις εκείνης της ώρας δεν έπρεπε δι' ουδενός τρόπου να καταστρέφουν την πόλιν μηδέ να παραδίδουν αυτήν εις τους εχθρούς. Όλον δε το πλήθος, μετά πολλούς λόγους, απευθυνθέντας προς πολλούς ανθρώπους, έγινεν ηπιώτερον παρά πριν, διότι εφοβήθη προ πάντων διά την σωτηρίαν της πόλεως. Συνεφώνησαν λοιπόν να συγκαλέσουν εις ωρισμένην ημέραν συνέλευσιν εις το θέατρον του Διονύσου, διά να αποκαταστήσουν την ομόνοιαν.
94. Ότε δε έφθασεν η διά την εν τω θεάτρω του Διονύσου ορισθείσα ημέρα της συνελεύσεως και την στιγμήν πού επρόκειτο να συναθροισθούν, αγγέλλεται εις αυτούς ότι τα τεσσαράκοντα δύο πλοία και ο Αγησανδρίδας παρέπλεαν από των Μεγάρων εις την Σαλαμίνα. Τότε όλος ο λαός ενόμισεν ότι έβλεπε πραγματοποιούμενα όσα έλεγαν προ πολλού ο Θηραμένης και οι μετ' αυτού, ότι δηλαδή ο στόλος εκείνος επροχώρει, διά να καταλάβη το τείχισμα της Ηετιωνείας, και έχαιραν, διότι το είχαν κατεδαφίσει. Πιθανόν ο Αγησανδρίδας να έμενεν εις τα παράλια της Επιδαύρου κατ' ακολουθίαν συνεννοήσεών τινων· πιθανόν επίσης να περιέμενε την έκβασιν των εν Αθήναις διχονοιών, διά να παρουσιασθή εις στιγμήν κατάλληλον. Οπωσδήποτε οι Αθηναίοι, άμα τους ανηγγέλθη η είδησις αύτη, ευθύς έτρεξαν πανδημεί εις τον Πειραιά, φρονούντες ότι αι εσωτερικαί αυτών διαιρέσεις έπρεπε να υποχωρήσουν απέναντι του εχθρού, πού ήτο πλέον όχι μακράν, αλλά προ του λιμένος ήδη. Και οι μεν ανέβησαν εις τα εκεί ναυλοχούντα πλοία, οι δε έσυραν εις την θάλασσαν άλλα, άλλοι δέ τινες έδραμαν προς υπεράσπισιν των τειχών ή προς το στόμιον του λιμένος.
95. Τα δε πλοία των Πελοποννησίων, παραπλεύσαντα και κάμψαντα το Σούνιον προσωρμίσθησαν μεταξύ Θορικού και Πρασιών, ύστερον δε επήγαν εις Ωρωπόν. Οι δε Αθηναίοι, με όλην την αποσύνθεσιν των πληρωμάτων των, συνέπειαν αναπόφευκτον των εμφυλίων ταραχών, ηθέλησαν εν τούτοις να βοηθήσουν ταχέως μίαν των σπουδαιοτάτων κτήσεών των· και τωόντι, από του αποκλεισμού της Αττικής, η Εύβοια ήτο το παν δι' αυτούς. Στέλλουν λοιπόν τον στρατηγόν Θυμοχάρην και πλοία εις την Ερέτριαν, τα οποία φθάσαντα εκεί ηνώθησαν με τα πρότερον εν τη Ευβοία ευρισκόμενα, εγένοντο τριάκοντα έξ και ηναγκάσθησαν αμέσως να ναυμαχήσουν, διότι ο Αγησανδρίδας μετά το γεύμα έφερε τα πλοία εις το ανοικτόν πέλαγος εκ του Ωρωπού, ο οποίος δεν απέχει εκ της πόλεως των Ερετριέων, ειμή εξήκοντα στάδια θαλάσσια. ’μα λοιπόν εφάνησαν τα πλοία ταύτα, οι Αθηναίοι ήρχισαν να επιβιβάζουν τα πληρώματα εις τον στόλον, νομίζοντες τους στρατιώτας των εκεί πλησίον όντας· αλλ' ούτοι είχαν μεταβή προς εύρεσιν τροφών εις τας οικίας τας κειμένας εις τα έσχατα της πόλεως και όχι εις την αγοράν, όπου οι Ερετριείς είχαν φροντίσει να μη αφήσουν τίποτε προς πώλησιν, διά να δώσουν καιρόν εις του εχθρούς να επιπέσουν κατά των Αθηναίων ενασχολουμένων βραδέως εις την πλήρωσιν του στόλου και να τους αναγκάσουν να πλεύσουν προς ναυμαχίαν όπως ήσαν. Το δε σημείον της αρμοδίας στιγμής διά να αναχθούν οι Πελοποννήσιοι είχε δοθή εκ της Ερετρίας εις τον Ωρωπόν. Αναχθέντες δε και οι Αθηναίοι με τοιαύτην προετοιμασίαν και ναυμαχήσαντες προ του λιμένος της Ερετρίας αντέσχον μεν επί τινα χρόνον, έπειτα όμως τραπέντες εις φυγήν κατεδιώχθησαν εις την ξηράν. Και όσοι μεν κατέφυγαν εις την Ερέτριαν, ως εις πόλιν φιλικήν, υπέστησαν φρικωδεστάτην τύχην, διότι εφονεύθησαν υπό των κατοίκων· όσοι δε κατέφυγαν εις το τείχισμα το εν τη Ερετρία, όπερ κατείχαν αυτοί, εσώθησαν καθώς και τα πλοία, όσα έφθασαν εις την Χαλκίδα. Κυριεύσαντες δε οι Πελοποννήσιοι είκοσι δύο πλοία των Αθηναίων, και εκ των ανδρών άλλους μεν φονεύσαντες, άλλους δε συλλαβόντες αιχμαλώτους έστησαν τρόπαιον. Ύστερον δε μετ' ολίγον επαναστατήσαντες όλην την Εύβοιαν πλην της Ωρεού (διότι ταύτην κατείχαν οι Αθηναίοι) διωργάνωσαν αυτήν όπως ήθελαν.
96. ’μα δε εγνώσθησαν εις τας Αθήνας τα συμβάντα της Ευβοίας, τρόμος μεγαλύτερος από κάθε προγενέστερον κατέλαβε τους Αθηναίους, διότι ούτε η εν τη Σικελία συμφορά, όσον μεγάλη και αν εφάνη εις αυτούς τότε, ούτε ουδεμία άλλη δυστυχία εφόβησεν αυτούς τόσον. Ο στρατός της Σάμου ήτο εις πλήρη αποστασίαν· ούτε πλοία υπήρχαν πλέον ούτε πληρώματα, εντός της πόλεως διχοστασία, ο δε εμφύλιος πόλεμος έτοιμος να εκραγή. Και τέλος, προς επισφράγισιν των δεινών, απώλεσαν ένα στόλον, και το δεινότερον, την Εύβοιαν, εκ της οποίας πλειότερα ωφελούντο ή εκ της Αττικής. Πώς λοιπόν να μη αποθαρρυνθούν ευλόγως; Εξ όλων όμως των κινδύνων ανησυχούσεν αυτούς πλειότερον και εγγύτερον ο φόβος, μήπως οι εχθροί τολμηροί γινόμενοι ένεκα της νίκης πλεύσουν αμέσως εναντίον του Πειραιώς στερημένου πλοίων, και εις πάσαν στιγμήν επερίμεναν να τους ίδουν εμφανιζομένους. Και τωόντι ουδέν ευκολώτερον εις τους εχθρούς, εάν ήσαν τολμηρότεροι· διά του τρόπου δε τούτου ήθελαν αυξήσει την εν τη πόλει διαίρεσιν σταθμεύοντες προ αυτής, ή, εάν επέμεναν εις την πολιορκίαν, ήθελαν αναγκάσει και αυτόν τον στόλον της Ιωνίας, μολονότι εναντιούμενον εις την ολιγαρχίαν, να έλθη εις βοήθειαν των συγγενών του και όλης της πόλεως· απ' εκείνης δε της στιγμής ο Ελλήσποντος θα περιέπιπτεν εις την εξουσίαν των, καθώς και η Ιωνία και αι νήσοι και μέχρι της Βοιωτίας μέρη και ούτως ειπείν όλη η αρχή των Αθηναίων. Αλλ' η περίστασις αύτη δεν υπήρξεν η μόνη, καθ' ην οι Λακεδαιμόνιοι εφάνησαν προς τους Αθηναίους συμφερτικοί αντίπαλοι. Η άκρα του χαρακτήρος αντίθεσις μεταξύ των δύο τούτων λαών, των μεν ζωηρών των δε βραδέων, των μεν τολμηρών των δε ατόλμων, παρέσχεν άπειρον υπεροχήν εις τους Αθηναίους προ πάντων κατά τον εν τη θαλάσση αγώνα. Οι Συρακούσιοι το απέδειξαν κάλλιστα, διότι έχοντες τον αυτόν χαρακτήρα με τους Αθηναίους· τους επολέμησαν άριστα.
97. Εν τούτοις εις την είδησιν της καταστροφής ταύτης οι Αθηναίοι επλήρωσαν είκοσι πλοία και συνεκάλεσαν εκκλησίαν αμέσως εις την ονομαζομένην Πνύκα, όπου και άλλοτε συνήθιζαν να συνεδριάζουν. Εκεί κατήργησαν τους τετρακοσίους και εψήφισαν να ανατεθούν τα πράγματα εις τους πεντακισχιλίους, των οποίων θα απετέλει μέρος πας ο οποίος ήθελε προσφέρει όπλα, και να μη δίδεται μηδείς μισθός εις καμμίαν αρχήν επί ποινή αναθέματος. Έγιναν δε μετά ταύτα και άλλαι συνεδριάσεις, εις τας οποίας εψήφισαν νομοθέτας και εκανόνισαν όλα τα σχετικά με την πολιτείαν. Ουδέποτε, καθ' όσον ενθυμούμαι, οι Αθηναίοι επολιτεύθησαν καλλίτερον ή κατά τους πρώτους τούτους χρόνους, διότι έγινε μετρία σύγκρασις της ολιγαρχίας και της δημοκρατίας, τούθ' όπερ ανύψωσε την πόλιν εκ της πριν καταπτώσεώς της. Εψήφισαν επίσης την ανάκλησιν του Αλκιβιάδου και των άλλων φυγάδων, και έστειλαν προς αυτόν, καθώς και προς τον στρατόν της Σάμου, την πρόσκλησιν να αναλάβουν μετά ζήλου την διεύθυνσιν των πραγμάτων.
98. Ενώ δ' εγίνετο η μεταβολή αύτη, ο Πείσανδρος, ο Αλεξικλής και οι πρώτιστοι των ολιγαρχικών κατέφυγαν ταχέως εις την Δεκέλειαν. Μόνος δ' εξ αυτών ο Αρίσταρχος, ο οποίος ήτο συγχρόνως στρατηγός, λαβών ταχέως τοξότας τινάς, τους βαρβαρωτάτους, διηυθύνθη προς την Οινόην, φρούριον των Αθηναίων επί των μεθορίων της Βοιωτίας. Οι Κορίνθιοι, με την βοήθειαν εθελοντών Βοιωτών, τους οποίους προσεκάλεσαν, την επολιόρκουν τότε, διά να εκδικηθούν διά την απώλειαν των ανθρώπων των φονευθέντων υπό της φρουράς της Οινόης κατά την εκ της Δεκελείας επιστροφήν των. Ο Αρίσταρχος, αφού συνομίλησε μετά των πολιορκούντων, ηπάτησε την φρουράν της Οινόης λέγων εις αυτήν ότι είχαν συμβιβασθή εν Αθήναις μετά των Λακεδαιμονίων επί όλων των άλλων αντικειμένων, και ότι έπρεπε και αυτή να παραδώση την θέσιν εις τους Βοιωτούς σύμφώνως με την συνθήκην. Η φρουρά της Οινόης τον επίστευσε διότι ήτο στρατηγός, και επειδή δεν εγνώριζε τίποτε, διότι έμενεν εκεί πολιορκημένη, εξήλθε με σπονδάς. Και τοιουτοτρόπως οι Βοιωτοί παρέλαβαν την παραδοθείσαν Οινόην, ενώ συγχρόνως έπαυαν εις τας Αθήνας η ολιγαρχία και η στάσις.
99. Κατά την αυτήν δ' εποχήν του θέρους τούτου οι εις Μίλητον ευρισκόμενοι Πελοποννήσιοι, βλέποντες ότι ουδείς έδιδεν εις αυτούς τας τροφάς, τας οποίας ο Τισσαφέρνης κατά την εις ’σπενδον αναχώρησίν του είχε διατάξει να τους δίδωνται· ότι δεν έφθασαν ακόμη ούτε ο Φοινικικός στόλος ούτε ο Τισσαφέρνης· ότι ο συνοδεύσας αυτόν Φίλιππος καθώς και άλλος τις Σπαρτιάτης ονόματι Ιπποκράτης έγραφαν εκ Φασήλιδος προς τον ναύαρχον Μίνδαρον ότι ο στόλος εκείνος δεν θα ήρχετο και ότι οι Πελοποννήσιοι καθ' όλα ενεπαίχθησαν υπό του Τισσαφέρνους· προ πάντων δε ότι ο Φαρνάβαζος τους προσεκάλει και εδεικνύετο πρόθυμος να επαναστατήση κατά των Αθηναίων άμα τη αφίξει των τας επιλοίπους πόλεις της διοικήσεώς του, όπως είχε πράξει και ο Τισσαφέρνης, ελπίζων ότι ήθελεν ωφεληθή πλειότερον παρά αυτός· δι' όλους τούτους τους λόγους ο Μίνδαρος, εις σημείόν τι δοθέν απροσδοκήτως, διά να διαλάθη τους εν τη Σάμω Αθηναίους, ανεχώρησε με εβδομήκοντα τρία πλοία και μετά πολλής ευταξίας εκ της Μιλήτου και έπλευσε προς τον Ελλήσποντον. Ήδη κατά το αυτό θέρος είχαν έλθει εις αυτόν δεκαέξ πλοία, τα οποία ελεηλάτησαν μέρος τι της Χερσονήσου. Ο Μίνδαρος, καταληφθείς υπό τρικυμίας, ηναγκάσθη να καταπλεύση εις την Ίκαρον, όπου μείνας πέντε ή έξ ημέρας, ένεκα των εναντίων ανέμων, έφθασεν ακολούθως εις την Χίον.
100. ’μα δε ο Θράσυλος έμαθε την αναχώρησιν αυτού εκ της Μιλήτου, έπλευσεν αμέσως εκ της Σάμου με πεντήκοντα πέντε πλοία, σπεύδων να προλάβη την είσοδον του Μινδάρου εις τον Ελλήσποντον. Μαθών κατόπιν ότι ήτο εις την Χίον και νομίσας ότι θα έμενεν εκεί έθεσεν επί της Λέσβου και επί της αντιπέραν ηπείρου σκοπούς, διά να κατασκοπεύουν το ελάχιστον κίνημα του εχθρικού στόλου· αυτός δε μεταβάς εις την Μήθυμναν διέταξε να προετοιμάσουν άλευρα και άλλας ζωοτροφίας, έχων κατά νουν να κάμνη επιδρομάς εναντίον της Χίου, εν περιπτώσει πού ο πόλεμος ήθελε παραταθή επί πολύ· άλλως δε, επειδή η Έρεσος είχεν επαναστατήσει κατά της Λέσβου, ήθελε να μεταβή εκεί και να προσπαθήση, ει δυνατόν, να γίνη κύριος αυτής. Ισχυροί φυγάδες Μηθυμναίοι, προσκαλέσαντες εκ της Κύμης πεντήκοντα στρατιώτας, μετά των οποίων είχαν συνεταιρισθή, καθώς και στρατιώτας εκ της ηπείρου μισθωτούς, εν όλω τριακοσίους περίπου άνδρας, διοικουμένους υπό του Θηβαίου Αναξάρχου, ένεκα της συγγενείας των δύο λαών, ήλθαν κατ' αρχάς να προσβάλουν την Μήθυμναν. Αλλ αποκρουσθέντες εις την απόπειραν ταύτην υπό των εν Μυτιλήνη φρουρούντων Αθηναίων, οι οποίοι προσέδραμον, και διωχθέντες εκ δευτέρου μετά μάχην γενομένην εκτός της πόλεως διέβησαν το όρος και επανεστάτησαν την Έφεσον. Ο Θράσυλος μετέβη εκεί μεθ όλου του στόλου επί τω σκοπώ να επιτεθή κατ' αυτών. Αφ ετέρου δε ο Θρασύβουλος, εγκαταλείψας την Σάμον εις την είδησιν της διαβάσεως ταύτης των φυγάδων, ανεχώρησε προ αυτού μετά πέντε πλοίων· φθάσας πολύ βραδέως μετέβη εις την Έρεσον και εστάθμευσεν εκεί. Δύο πλοία, τα οποία εκ του Ελλησπόντου επέστρεφαν εις τα ίδια, ήλθαν να ενωθούν μετ αυτού καθώς και τα της Μηθύμνης. Εν όλω υπήρχαν εξήκοντα επτά πλοία. Τη βοηθεία δε των στρατευμάτων, τα οποία ήσαν επί των πλοίων, παρεσκευάζοντο να κυριεύσουν την Έρεσον, μεταχειριζόμενοι εις τούτο μηχανάς πολεμικάς και πάντα τα δυνατά μέσα.
101. Ο δε Μίνδαρος και ο στόλος των Πελοποννησίων ο οποίος ήτο εις την Χίον και ο οποίος είχε προμηθευθή τροφάς διά δύο ημέρας, λαβόντες παρά των Χίων τρεις τεσσαρακοστάς Χίας διά κάθε άνδρα (κατά κεφαλήν), ανεχώρησαν ταχέως εκ της Χίου· απέφυγαν δε το πέλαγος, διά να μη συναντήσουν τον εν τη Ερέσω ευρισκόμενον στόλον, και έχοντες την Λέσβον εν αριστερά έπλεαν προς την ήπειρον. Προσορμισθέντες εις τον εν Καρτερίοις της Φωκαϊδος λιμένα και προγευματίσαντες εκεί παρέπλευσαν την Κυμαίαν και εδείπνησαν εις τας Αργινούσας της ηπείρου απέναντι της Μυτιλήνης. Απ εκεί δε εν καιρώ νυκτός σκοτεινής εξηκολούθησαν τον παράπλουν και έφθασαν εις Αρματούντα της ηπείρου, καταντικρύ της Μηθύμνης. Προγευματίσαντες δε εκεί παρέπλευσαν γρήγορα το Λέκτον, την Λάρισαν, τον Αμαξιτόν και τα άλλα χωρία της χώρας ταύτης και έφθασαν προ του μεσονυκτίου εις το Ροίτειον, το οποίον αποτελεί ήδη μέρος του Ελλησπόντου· τινά δ εκ των πλοίων επλησίασαν εις το Σίγειον και εις άλλα μέρη της παραλίας.
102. Οι δε Αθηναίοι, οι οποίοι ήσαν εις την Σηστόν με δεκαοκτώ πλοία, άμα οι φρυκτωροί έκαμαν σημεία εις αυτούς και είδαν συγχρόνως πολλά πυρά αναφθέντα εξαίφνης εις το εχθρικόν έδαφος, ενόησαν ότι οι Πελοποννήσιοι εισέπλεαν εις τον Ελλήσποντον. Κατά την ιδίαν λοιπόν νύκτα, μεθ όλης της δυνατής ταχύτητας, διηυθύνθησαν προς τον Ελαιούντα, παραπλέοντες την Χερσόνησον και προσπαθούντες να φθάσουν εις το πέλαγος πριν συναντήσουν τους εχθρούς. Κατώρθωσαν δε τοιουτοτρόπως να διαφύγουν τα δεκαέξ πλοία των Πελοποννησίων, τα οποία ήσαν εις την ’βυδον, μολονότι ταύτα είχαν λάβει παρά του διελθόντος φιλικού στόλου την διαταγήν να παρατηρούν προσεκτικά τα κινήματα των Αθηναίων· αλλ άμα τη αυγή ανεκάλυψαν τα πλοία του Μινδάρου, τα οποία ήρχισαν να καταδιώκουν αυτούς. Και τα πλείστα μεν πλοία των Αθηναίων εσώθησαν εις την Ίμβρον και την Λήμνον· τέσσαρα δε, τα οποία έπλεαν τελευταίον όλων, τα κατέφθασαν προ του Ελαιούντος· έν τούτων, εξοκείλαν πλησίον του ιερού του Πρωτεσιλάου, συνελήφθη μεθ' όλων των εν αυτώ ανδρών, δύο άλλα άνευ των ανδρών, και το τέταρτον, το οποίον ήτο κενόν, επυρπολήθη πλησίον της Ίμβρου.
1) Νόμισμα της Χίου, το οποίον είχεν αξίαν ίσην με το έν τεσσαρακοστόν του χρυσού στατήρος, ήτοι με ημίσειαν δραχμήν αττικήν.
103. Μετά τούτο δε οι Πελοποννήσιοι ενώσαντες τα εκ της Αβύδου ελθόντα πλοία με τα άλλα, και σχηματίσαντες τοιουτοτρόπως στόλον εξ ογδοήκοντα έξ πλοίων, επολιόρκησαν την ιδίαν εκείνην ημέραν τον Ελαιούντα· μη δυνηθέντες όμως να κυριεύσουν αυτόν, απέπλευσαν εις την ’βυδον. Οι δε Αθηναίοι, απατηθέντες υπό των σκοπών και μη δυνάμενοι να πιστεύσουν ότι ο εχθρικός στόλος διήλθεν απαρατήρητος, επολέμουν αφρόντιστα προς τους επί των τειχών. Αλλά, άμα έλαβαν καλλίτερας πληροφορίας, έλυσαν αμέσως την πολιορκίαν της Ερέσου και έτρεξαν γρήγορα προς βοήθειαν του Ελλησπόντου. Δύο πλοία των Πελοποννησίων, τα οποία εις την έξαψιν της καταδιώξεως είχαν προχωρήσει εις το πέλαγος, έπεσαν εν μέσω αυτών και συνελήφθησαν. Φθάσαντες την επιούσαν προσωρμίσθησαν εις τον Ελαιούντα, έφεραν εκ της Ίμβρου όσα πλοία είχαν καταφύγει εκεί, και επί πέντε ημέρας παρεσκευάζοντο προς ναυμαχίαν.
104. Μετά τούτο δε η ναυμαχία έγινε κατά τον ακόλουθον τρόπον. Οι Αθηναίοι, παραταγμένος επί στοίχου, παρέπλεαν την ξηράν διευθυνόμενοι προς την Σηστόν, οι δε Πελοποννήσιοι, ιδόντες αυτούς εκ της Αβύδου, επροχώρησαν και αυτοί. ’μα ενόησαν ότι έμελλαν να ναυμαχήσουν, οι μεν Αθηναίοι παρέτειναν την γραμμήν με πλοία εβδομήκοντα έξ κατά μήκος της Χερσονήσου, αρχίσαντες από Ιδάκου μέχρις Αρριανών, οι δε Πελοποννήσιοι με πλοία ογδοήκοντα οκτώ από Αβύδου μέχρι Λαρδάνου. Και το μεν δεξιόν κέρας των Πελοποννησίων είχαν οι Συρακούσιοι, το δε αριστερόν αυτός ο Μίνδαρος και τα μάλλον ταχέα πλοία· των δε Αθηναίων το μεν αριστερόν είχεν ο Θράσυλος, το δε δεξιόν ο Θρασύβουλος. Και οι άλλοι επίσης στρατηγοί ήσαν τοποθετημένοι εις την οικείαν θέσιν έκαστος. Οι Πελοποννήσιοι έσπευσαν να αρχίσουν την μάχην, ίνα καλύπτοντες με το αριστερόν κέρας αυτών το δεξιόν των Αθηναίων, εμποδίσουν αυτούς, ει δυνατόν, να προχωρήσουν εις το πέλαγος, και προσβάλλοντες αυτούς διά του κέντρου να τους σπρώξουν προς την ξηράν η οποία δεν απείχε πολύ. Αλλ' οι Αθηναίοι εννοήσαντες τον σκοπόν των ανέπτυξαν την γραμμήν των προς το μέρος, όπου οι εχθροί ήθελαν να τους αποκλείσουν την έξοδον, και επρόλαβαν πλεύσαντες ταχύτερον. Ήδη το αριστερόν κέρας των έκαμψε την άκραν, ήτις ονομάζεται Κυνός σήμα· αλλά διά του κινήματος τούτου ευρέθησαν μη έχοντες εις το κέντρον ειμή πλοία ασθενή και διεσπαρμένα, των οποίων άλλως ο αριθμός ήτο κατώτερος του των εχθρών· προ πάντων δε συνέβαινεν, επειδή η περί το Κυνός σήμα θέσις έχει την προβολήν οξείαν και γωνιώδη, να μη δύνανται να βλέπουν τα επέκεινα αυτής συμβαίνοντα.
105. Επιπεσόντες λοιπόν οι Πελοποννήσιοι κατά του κέντρου έσπρωξαν εις την ξηράν τα πλοία των Αθηναίων, απέβησαν και αυτοί επί της παραλίας και εις το μέρος τούτο υπερτέρησαν κατά πολύ, ενώ ο Θρασύβουλος ένεκα του πλήθους των επικειμένων πλοίων, δεν ηδύνατο να φέρη εις βοήθειαν από του δεξιού εις το κέντρον και ο Θράσυλος δεν ηδύνατο ούτε αυτός από του αριστερού· διότι η άκρα Κυνός σήμα παρενεβάλετο εις την θέαν, και οι Συρακούσιοι καθώς και πλήθος άλλων εχθρών παραταγμένων εναντίον των Αθηναίων, τους συνεκράτουν. Αλλά τέλος οι Πελοποννήσιοι, οι οποίοι εις την μέθην της επιτυχίας κατεδίωκαν τους εχθρούς καθ' όλας τας διευθύνσεις, ήρχισαν εν μέρει να περιπίπτουν εις αταξίαν. Ιδόντες δε οι περί τον Θρασύβουλον ότι τα απέναντι αυτών πλοία είχαν σταματήσει έπαυσαν να παρατείνουν την γραμμήν των, και επαναστρέψαντες επετέθησαν αμέσως και έτρεψαν τον εχθρόν εις φυγήν. Και καταλαβόντες τα περιπλανώμενα πλοία πλησίον του μέρους, όπου οι Πελοποννήσιοι είχαν αναδειχθή νικηταί, τα συνέτριψαν και τα έτρεψαν σχεδόν όλα αμαχητί εις φυγήν. Την αυτήν οι Συρακούσιοι ενέδιδαν προ του Θρασύλου, και ετράπησαν εις πολύ ταχυτέραν φυγήν, άμα είδαν την τροπήν των άλλων.
106. Μετά την δε τροπήν ταύτην οι Πελοποννήσιοι κατέφυγαν πρώτον προς την ποταμόν Μείδιον και ύστερον εις την ’βυδον. Και είναι μεν αληθές ότι οι Αθηναίοι ολίγα συνέλαβαν πλοία, (διότι στενός ων ο Ελλήσποντος παρείχεν εις τους εναντίους ταχείας υπεκφυγάς), αλλά βεβαίως εκέρδισαν την ναυμαχίαν ταύτην εις στιγμήν επικαιροτάτην. Μέχρι τότε οι Αθηναίοι εφοβούντο το ναυτικόν των Πελοποννησίων, τόσον ένεκα των αλλεπαλλήλων δυστυχημάτων των, όσον ένεκα της εν τη Σικελία συμφοράς· απ' εκείνης δε της στιγμής έπαυσαν να αιτιώνται εαυτούς και να νομίζουν τους Πελοποννησίους ως έχοντας υπεροχήν τινα κατά θάλασσαν. Συνέλαβαν εν τούτοις εκ των εχθρικών πλοίων οκτώ των Χίων, πέντε των Κορινθίων, δύο των Αμπρακιωτών, δύο των Βοιωτών και ανά έν των Λευκαδίων, των Λακεδαιμονίων, των Συρακουσίων και των Πελληνέων· απώλεσαν δε και αυτοί δεκαπέντε. Στήσαντες δε τρόπαιον επί της άκρας, όπου ευρίσκεται το Κυνός σήμα, και συναθροίσαντες τα ναυάγια, και αποδώσαντες εις τους εχθρούς τους νεκρούς των, κατόπιν σπονδών έστειλαν πλοίον, δια να αναγγείλη εις τας Αθήνας την νίκην ταύτην. Εις την άφιξιν του πλοίου τούτου οι Αθηναίοι, μετά τας προσφάτους εν Ευβοία ατυχίας των και εκείνας αι οποίαι επήγασαν εκ των εσωτερικών ταραχών, μαθόντες τοσούτον ανέλπιστον ευτυχίαν, ανέλαβαν πολύ θάρρος και ενόμισαν ότι, εάν ενησχολούντο μετά ζήλον εις τας υποθέσεις των, υπήρχεν ακόμη ελπίς να υπηρετήσουν.
107. Τέσσαρας δε ημέρας μετά την ναυμαχίαν οι εν τη Σάμω Αθηναίοι επισπεύσαντες την επισκευήν των πλοίων έπλευσαν προς την Κύζικον, η οποία είχεν αποστατήσει· και ιδόντες προ του Αρπαγίου και του Πριάπου αγκυροβολημένα τα οκτώ πλοία του Βυζαντίου επέπεσαν κατ' αυτών, ενίκησαν τα επί της παραλίας πληρώματα και συνέλαβαν τα πλοία. Φθάσαντες δε εις την Κύζικον πού ήτο ατείχιστος επανέφεραν την πόλιν ταύτην υπό την εξουσίαν των και της επέβαλαν χρηματικήν συνεισφοράν. Εν τούτοις οι Πελοποννήσιοι μετέβησαν εκ της Αβύδου εις τον Ελαιούντα και επανεύρον εκείνα εκ των πλοίων των, τα οποία είχαν κυριευθή και τα οποία ήσαν εν καλή καταστάσει· τα άλλα είχαν πυρποληθή υπό των Ελαιουσίων. Έστειλαν επίσης τον Ιπποκράτην και τον Επικλέα εις την Εύβοιαν, διά να μεταφέρουν τα εκεί ευρισκόμενα πλοία.
108. Περί την αυτήν δ' εποχήν ο Αλκιβιάδης με τα δεκατρία πλοία, τα οποία είχε, μετέβη από της Καύνου και της Φασήλιδος εις την Σάμον, αγγέλλων ότι είχεν αποτρέψει τον Φοινικικόν στόλον να έλθη και να ενωθή με τους Πελοποννησίους, και ότι κατέστησε τον Τισσαφέρνην πλειότερον ή πρότερον φίλον των Αθηναίων. Και πληρώσας εννέα πλοία, εκτός εκείνων τα οποία είχεν ήδη, εισέπραξε πολλά χρήματα παρά των Αλικαρνασσέων και ωχύρωσε διά τείχους την Κων. Ταύτα πράξας και εγκαταστήσας εν τη Κω άρχοντα επανήλθεν εις την Σάμον περί το φθινόπωρον. Ότε δε ο Τισσαφέρνης έμαθεν ότι ο στόλος των Πελοποννησίων μετέβη εκ της Μιλήτου εις τον Ελλήσποντον, μετέβη και αυτός εκ της Ασπένδου εις την Ιωνίαν. Ενώ δε οι Πελοποννήσιοι ευρίσκοντο εις τον Ελλήσποντον, οι Αντάνδριοι (οι οποίοι είναι Αιολείς) αδικούμενοι υπό του Πάρσου Αρσάκου, υπάρχου του Τισσαφέρνους, έφεραν πεζή διά του όρους Ίδης στρατιώτας και εισήγαγαν αυτούς εις την πόλιν. Ο Αρσάκης ούτος, προφασιζόμενος ότι είχεν εχθρούς αδήλους, επροσκάλεσεν εις εκστρατείαν τους πρωτίστους εκ των Δηλίων των καταφυγόντων εις το Ατραμύττιον μετά την υπό των Αθηναίων δίωξίν των εκ της Δήλου κατά την εποχήν της καθάρσεως της νήσου ταύτης· εξαγαγών αυτούς εκ της πόλεως υπό ψευδές πρόσχημα συμμαχίας και φιλίας και επωφεληθείς της στιγμής πού ελάμβαναν το πρόγευμά των τους περιεκύκλωσε διά των ανθρώπων του και εφόνευσεν ακοντίζων αυτούς. Φοβούμενοι λοιπόν αυτόν διά τούτο το έργον, μήπως αποπειραθή και κατ' αυτών παρανομίαν τινά, άλλως δε πιεζόμενος υπό αφορήτων υποχρεώσεων, οι Αντάνδριοι εδίωξαν εκ της ακροπόλεως τους φρουρούς αυτού.
109. Ο δε Τισσαφέρνης εννοήσας ότι και τούτο ήτο έργον των Πελοποννησίων, καθώς και το συμβάν της Μιλήτου και της Κνίδου, οπόθεν αι φρουραί του είχαν ομοίως εκδιωχθή, εσκέφθη ότι διερράγη πλέον κάθε μετ' αυτών σχέσις, φοβηθείς δε μήπως πάθη υπ' αυτών και άλλας ζημίας και δυσανασχετήσας συγχρόνως, διότι ο Φαρνάβαζος, ο οποίος τους είχε προσκάλεσει προ ολίγου χρόνου και με ολιγώτερα έξοδα, επετύγχανε κάλλιον αυτού εις τον κατά των Αθηναίων πόλεμον, απεφάσισε να μεταβή προς αυτούς εις τον Ελλήσποντον, διά να τους μεμφθή διά τα συμβάντα της Αντάνδρου, αποκρούση τας εναντίον του διαβολάς και απολογηθή όσον το δυνατόν ευπρεπέστερον περί των Φοινικικών πλοίων. Και φθάσας πρώτον εις την Έφεσον προσέφερε θυσίαν εις την ’ρτεμιν. (Όταν ο μετά, το θέρος τούτο χειμών τελειώση, συμπληρώνεται το εικοστόν πρώτον έτος του πολέμου).
ΤΕΛΟΣ
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, Ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή πού πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ, προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις του Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Πελοποννησιακός πόλεμος είναι η θαυμασία ιστορία του εμφυλίου μακρού πολέμου των Ελλήνων, αποτέλεσμα του οποίου υπήρξεν η ανεπανόρθωτος εξασθένισις της Ελλάδος. Ανατρέχων εις τα απώτατα αίτια ο Θουκυδίδης εξηγεί τα της αναπτύξεως του Ελληνισμού από των αρχαιοτάτων χρόνων, περιγράφει την σύστασιν και την ζωήν των καθέκαστα πολιτειών, παρέχει δε συγχρόνως ούτως αρτίαν εικόνα της εθνικής των Ελλήνων ζωής.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο.Ε.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 ΤΗΛ. 614.686, 654.506
ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10
___________________________________
1) Δέκατον ένατον έτος· του πολέμου. 413 π. Χ.
2) Ήτοι το ήμισυ της δραχμής και συνεπώς το ήμισυ της συμφωνηθείσης αμοιβής των ναυτών.
3) Εκ του λογαριασμού των ανδρών του πληρώματος, ανερχομένου εις 1000, φαίνεται ότι το περιπλέον ήσαν 3 δραχμαί κατά μήνα δι' έκαστον άνδρα.
4) Διά την μη παροχήν χρημάτων υπ' αυτού.
5) Εικοστόν πρώτον έτος του πολέμου. 411 π. Χ.