← Table of contents
Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος πρώτος

Front matter

I. (Ioannes) Zervos translation

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. In five places, a small portion of the text is missing and has been supplemented by me, using the ancient text. Correction has been marked by brackets []. Obvious mistakes in the paragraph numbers have been corrected. Footnotes have been converted to endnotes.

Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Σε πέντε σημεία λείπει μικρό μέρος του κειμένου, το οποίο συμπληρώθηκε από μένα, μέσω του αρχαίου κειμένου. Η συμπλήρωση περικλείεται από αγκύλες []. Διορθώθηκαν εμφανή λάθη αριθμήσεις παραγράφων. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ Π0ΛΕΜΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

Ι Ω Α Ν. Ζ Ε Ρ Β Ο Υ

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

ΒΙΒΛΙΟΝ Α'. και Β.

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ

1910

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΝ Α'.

1. Θουκυδίδης ο Αθηναίος συνέγραψε τον πόλεμον των Πελοποννησίων και Αθηναίων πώς επολέμησαν προς αλλήλους, αρχίσας την ιστορίαν άμα τη αρχή του πολέμου και προβλέψας ότι ούτος ήθελεν είσθαι μέγας και αξιολογώτατος πάντων των προγενομένων, τεκμαιρόμενος τούτο πρώτον μεν διότι έβλεπεν αμφότερα τα μέρη ακμαίως εν πάσι παρεσκευασμένα, και δεύτερον διότι οι άλλοι Έλληνες ή συνετάσσοντο ευθύς εξ αρχής προς ένα εκ των δύο ή διενοούντο να πράξουν τούτο βραδύτερον. Και αληθώς η κίνησις αύτη εγένετο μεγίστη μεταξύ των Ελλήνων και μέρους τινός των βαρβάρων, καθόλου δε ειπείν και μεταξύ των πλείστων ανθρώπων. Τα δε προ του πολέμου τούτου και τα πλέον παλαιότερα σαφώς μεν να εύρη τις δια το πλήθος των παρελθόντων χρόνων ήτο αδύνατον, έκ τινων όμως τεκμηρίων, τα οποία επορίσθην μετά μακράν και ενδελεχή μελέτην, νομίζω ότι δεν εγένοντο μεγάλα ούτε υπό πολεμικήν έποψιν ούτε υπό άλλην οιανδήποτε.

2. Φαίνεται ότι η σήμερον καλουμένη Ελλάς δεν κατωκείτο διαρκώς έκπαλαι, αλλά πρότερον συνεκροτείτο εκ μεταναστάσεων και ευκόλως καθείς εγκατέλειπε την εαυτού χώραν, βιαζόμενος υπό τινων πάντοτε πλειόνων. Εμπορία ελευθέρα δεν υπήρχεν, οι δε άνθρωποι των τότε χρόνων μη δυνάμενοι να συγκοινωνούν αφόβως προς αλλήλους είτε διά ξηράς είτε διά θαλάσσης, και καλλιεργούντες τα κτήματά των τόσον μόνον όσον να αποζώσι και μη έχοντες περιουσίαν χρημάτων μηδέ την γην φυτεύοντες (διότι ήτο άδηλον πότε επερχόμενοι οι επιδρομείς και ευρίσκοντες αυτούς ατειχίστους ήθελον αφαιρέσει απ' αυτών τα πάντα), και βέβαιοι όντες ότι πανταχού ηδύναντο να εύρωσι την καθ' ημέραν αναγκαίαν τροφήν όχι δυσκόλως μετενάστευον, και δι' αυτό ούτε κατά το μέγεθος των πόλεων ίσχυον ούτε κατά την άλλην πολεμικήν παρασκευήν. Μάλιστα δε της γης η αρίστη είχε κατοίκων πάντοτε μεταβολάς, η σήμερον Θεσσαλία καλουμένη, και η Βοιωτία, και τα πλείστα της Πελοποννήσου πλην της Αρκαδίας, και αι άλλαι χώραι αι μάλλον εύφοροι. Διότι ένεκα της γονιμότητος της γης αι δυνάμεις αποβαίνουσαι εις τινας μεγαλύτεραι εγέννων φθοροποιάς στάσεις και συγχρόνως επέσυρον ακόμη μάλλον τον φθόνον και την επιβουλήν των αλλοφύλων. Αλλ' η Αττική εξ αρχής διά την αφορίαν αυτής μένουσα αστασίαστος κατωκείτο πάντοτε υπό των αυτών κατά το γένος ανθρώπων. Παράδειγμα δε του λόγου όχι μικρόν είναι, ότι διά της ελεύσεως των ξένων ηύξησε πλειότερον των άλλων χωρών· διότι οι εκ της άλλης Ελλάδος. είτε ένεκα πολέμου είτε ένεκα στάσεως εξοριζόμενοι, κατέφευγον οι ισχυρότατοι προς τους Αθηναίους ως προς βέβαιον άσυλον, και πολιτογραφούμενοι ευθύς από των παλαιοτάτων χρόνων ακόμη πλέον μεγαλυτέραν κατέστησαν την πόλιν κατά το πλήθος των ανθρώπων, ώστε και εις την Ιωνίαν ύστερον, μη ικανής ούσης της Αττικής προς συντήρησιν αυτών, εξέπεμψαν αποικίας.

3. Φανερώνει δε την ασθένειαν των παλαιών όχι ολίγον και τούτο, ότι προ των Τρωικών ουδέν φαίνεται πρότερον από κοινού επιχειρήσασα η Ελλάς· φρονώ δε ότι ουδέ το όνομα τούτο είχε σύμπασα εξ αρχής, αλλά προ του Έλληνος μεν του υιού του Δευκαλίωνος ουδέ καν ήτο γνωστή η ονομασία αύτη, έκαστον δε έθνος, και προ πάντων το Πελασγικόν, εκαλείτο διά του ιδίου αυτού ονόματος· ισχυσάντων όμως εν τη Φθιώτιδι του Έλληνος και των παίδων αυτού, και προσκαλουμένων προς βοήθειαν υπό άλλων πόλεων, εις μεν τας ιδιαιτέρας συνομιλίας εκαλούντο κατά προτίμησιν Έλληνες, αλλά δεν ηδυνήθη το όνομα τούτο να επικρατήση και μετά πολύν μετέπειτα χρόνον. Δίδει δε τούτου τεκμήριον προ πάντων ο Όμηρος· διότι μολονότι γενόμενος πολύ μεταγενέστερος των Τρωικών ουδαμού δίδει εις όλους γενικώς το όνομα τούτο ειμή μόνον εις τους μετά του Αχιλλέως εκ της Φθιώτιδος συνεκπλεύσαντας, οίτινες και πρώτοι Έλληνες ήσαν. Δαναούς δε εις τα έπη του και Αργείους και Αχαιούς αποκαλεί. Αλλ' ουδέ βαρβάρους ονομάζει αυτούς, διότι, ως νομίζω. το όνομα των Ελλήνων δεν διεκρίνετο ακόμη ως διαστολή από τους άλλους λαούς. Οπωσδήποτε οι Έλληνες, οι κατ' αρχάς μεν εις τας ιδιαιτέρας μόνον σχέσεις το όνομα τούτο φέροντες, ύστερον δε γενικώς κληθέντες ούτω, ουδέν προ των Τρωικών ένεκα ασθενείας και μη επικοινωνίας προς αλλήλους έπραξαν από κοινού. Αλλά και εις ταύτην την εκστρατείαν συνήλθον, διότι ήσαν ήδη μάλλον εξωκειωμένοι προς την θάλασσαν.

4. Ο Μίνως υπήρξεν ο αρχαιότατος από όσους ηξεύρομεν εξ ακοής ότι απέκτησε ναυτικόν, και της νυν ελληνικής θαλάσσης επί πολύ εκυριάρχησε, και των Κυκλάδων νήσων ήρξε, και πρώτος αυτός έγινεν οικιστής των πλείστων, εκδιώξας τους Κάρας και εγκαταστήσας ηγεμόνας τους ιδίους αυτού υιούς· όσον δε ηδύνατο εκαθάριζε την θάλασσαν από την πειρατείαν, διά να περιέρχωνται εις αυτόν ασφαλέστερον αι πρόσοδοι.

5. Διότι οι Έλληνες το πάλαι, και όσοι εκ των βαρβάρων κατώκουν τας παραλίας των ηπείρων, και όσοι τας νήσους, αφού ήρχισαν να συγκοινωνούν πλειότερον προς αλλήλους διά των πλοίων ετράπησαν προς την πειρατείαν, υπό την αρχηγίαν ανδρών δυνατών, χάριν ατομικού κέρδους και διά να προμηθεύουν τροφήν εις τους αδυνάτους· επιπίπτοντες δε κατά των ατειχίστων και κατά κώμας οικουμένων πόλεων ήρπαζον και προσεπορίζοντο ούτω το πλείστον μέρος της διατροφής των, μη θεωρουμένου του έργου τούτου ως επαισχύντου, αλλ' εξ εναντίας και ως δόξαν τινά μάλλον προξενούντος· αποδεικνύεται δε τούτο ακόμη και σήμερον έκ τινων ηπειρωτών υπερηφανευομένων διά την ευσεβώς και φιλανθρώπως ενεργουμένην πειρατείαν, και εκ των αρχαίων ποιητών, καθ' ους προς όλους τους νεωστί αποβιβαζομένους πανταχού ομοία ερώτησις απετείνετο, αν ήσαν πειραταί, καθότι ούτε υπό των πραττόντων εκρύπτετο ούτε υπό των ερωτώντων εθεωρείτο ως επονείδιστον το τοιούτον επάγγελμα. Ελήστευον δε αλλήλους και κατά ξηράν. Και μέχρι τούδε πολλά της Ελλάδος μέρη ζώσι κατά τον παλαιόν τρόπον, ως οι Λοκροί Οζόλαι, και οι Αιτωλοί, και οι Ακαρνάνες, και η γειτονική ήπειρος. Το έθιμον δε να σιδηροφορώσιν οι ηπειρώται ούτοι παρέμεινεν από της παλαιάς ληστείας.

6. ’λλοτε όλη η Ελλάς εσιδηροφόρει, διότι και αι πόλεις ήσαν ανοικταί και αι προς αλλήλους συγκοινωνίαι όχι ασφαλείς, και εν τω ιδιωτικώ βίω εσυνήθιζον οι Έλληνες να φέρουν όπλα ως οι βάρβαροι. Ένδειξις δε ότι τούτο άλλοτε ήτο γενικόν, είναι αυτά τα μέρη της Ελλάδος όπου επικρατεί εισέτι αυτή η συνήθεια. Εν τούτοις δε πρώτοι οι Αθηναίοι κατέθεσαν τον σίδηρον και ετράπησαν εις άνετον δίαιταν επί το τρυφερώτερον. Και δεν παρήλθε πολύς χρόνος αφ' ότου οι ευδαίμονες των πρεσβυτέρων έπαυσαν διά το αβροδίαιτον φορούντες λινούς χιτώνας και προσηλούντες χρυσούς τέττιγας εις τας εν είδει κρωβύλου (κότσου) πλεγμένας τρίχας της κεφαλής· εκ τούτου και οι πρεσβύτεροι των Ιώνων, ένεκα της αυτής καταγωγής, διετήρησαν επί πολύ την αυτήν διακόσμησιν. Απλήν δε εσθήτα και κατά τον σημερινόν τρόπον πρώτοι οι Λακεδαιμόνιοι μετεχειρίσθησαν, οι δε πλουσιώτεροι μεταξύ αυτών παρεδέχθησαν αδιακρίτως την αυτήν δίαιταν του λαού. Πρώτοι αυτοί εγυμνώθησαν και δειχθέντες εις το φανερόν ηλείφθησαν διά λίπους όπως αγωνισθώσι· το πάλαι δε, εις τους Ολυμπιακούς αγώνας, διαζώματα έχοντες περί τα αιδοία οι αθληταί ηγωνίζοντο, και δεν παρήλθον πολλά έτη αφ' ότου έπαυσεν η συνήθεια αύτη. Ακόμη δε και μεταξύ τινων εκ των σημερινών βαρβάρων, και μάλιστα των Ασιανών τίθενται άθλα πάλης και πυγμής, και διεζωσμένοι αγωνίζονται ούτοι περί αυτών. Πολλάς δε και άλλας αποδείξεις ηδύνατό τις να φέρη ότι οι παλαιοί Έλληνες διητώντο ομοιοτρόπως με τους σημερινούς βαρβάρους.

7. Των δε πόλεων όσαι μεν κατωκίσθησαν εσχάτως, ένεκα της ευχερεστέρας ναυτιλίας έχουσαι περισσοτέρας χρηματικάς περιουσίας, έκτιζον τα τείχη των επ' αυτών των αιγιαλών και κατελάμβανον τους ισθμούς χάριν της εμπορίας και χάριν ισχύος προς τους γείτονας· αι δε παλαιαί διά την επί πολύ διαρκέσασαν πειρατείαν εκτίσθησαν πολύ μακρύτερον από την θάλασσαν, και αι εις τας νήσους και εις τας ηπείρους (διότι οι πειραταί και αλλήλους ελήστευον και τους άλλους όσοι καίπερ μη όντες ναυτικοί κατώκουν εις τα παράλια), και μέχρι τούδε έτι είναι εκτισμέναι εις υψηλότερα μέρη.

8. Και οι νησιώται δε ήσαν όχι ολιγώτερον πειραταί. Κάρες όντες και Φοίνικες· διότι τοιούτοι λαοί κατώκησαν τας πλείστας των νήσων. Απόδειξις δε η εξής· καθαριζομένης της Δήλου υπό των Αθηναίων και εξαγομένων των θηκών όσαι ήσαν των εν τη νήσω αποθανόντων, εφάνησαν υπέρ το ήμισυ Κάρες, γνωσθέντες εκ τε της κατασκευής των μετ' αυτών συνταφέντων όπλων και του τρόπου δι' ου ακόμη και σήμερον θάπτουσι τους νεκρούς αυτών. Διοργανωθέντος δε του ναυτικού του Μίνωος, ευκολώτερον συνεκοινώνουν προς αλλήλους διά θαλάσσης· διότι οι εκ των νήσων κακούργοι απεδιώχθησαν υπ' αυτού, και περί τους χρόνους εκείνους κατώκισε τας πολλάς εξ αυτών. Και οι παρά την θαλασσαν άνθρωποι αποκτώντες ήδη περισσότερα χρήματα κατώκουν σταθερώτερον, καί τινες γινόμενοι πλουσιώτατοι περιεβάλλοντο με τείχη· επιθυμούντες δε τα κέρδη, και οι ασθενέστεροι υπέμενον την των ισχυροτέρων δουλείαν, και οι δυνατώτεροι έχοντες περιουσίας καθίστων υπηκόους τας μικροτέρας πόλεις. Και κατά τον τρόπον τούτον μάλλον τότε πλέον προοδεύσαντες εξεστράτευσαν βραδύτερον κατά της Τροίας.

9. Νομίζω δε ότι συνήθροισε τον στόλον ο Αγαμέμνων ουχί τόσον διότι οι της Ελένης μνηστήρες ενδίδοντες εις τους όρκους του Τυνδάρου εξέλεξαν αυτόν αρχηγόν, αλλά διότι προείχε κατά τας τότε δυνάμεις. Λέγουσι δε οι εκ παραδόσεως παρά των προτέρων διδαχθέντες την ιστορίαν της Πελοποννήσου, ότι πρώτος ο Πέλοψ διά του πλήθους των χρημάτων, τα οποία έφερεν εκ της Ασίας μεταξύ ανθρώπων απόρων αποκτήσας δύναμιν έδωκε το όνομά του εις την χώραν αν και ήτο ξένος, και ότι ύστερον οι απόγονοι αυτού εγένοντο ακόμη μάλλον ισχυροί. Ο Ευρυσθεύς πριν αναχωρήση εις την Αττικήν, όπου εφονεύθη υπό των Ηρακλειδών, ενεπιστεύθη τας Μυκήνας και την αρχήν ένεκα της συγγενείας εις τον εκ μητρός θείον αυτού Ατρέα διωχθέντα υπό του πατρός δια [τον φόνον του Χρυσίππου. Όταν δεν α]νήρχετο ο Ευρυσθεύς, τη συναινέσει και των Μυκηναίων φοβουμένων τους Ηρακλείδας και συγχρόνως διότι ήτο ισχυρός και εθεράπευε το πλήθος των Μυκηναίων και των άλλων λαών, των οποίων ήρχεν ο Ευρυσθεύς, παρέλαβε την αρχήν ο Ατρεύς και κατέστησε τους Πελοπίδας σημαντικωτέρους των Περσειδών. Νομίζω λοιπόν ότι πάντας αυτούς παραλαβών ο Αγαμέμνων και ισχύων περισσότερον των άλλων κατά το ναυτικόν, συνήθροισε τον στρατόν και εξεστράτευσε μάλλον ένεκα του φόβου ον ενέπνεεν ή διότι τω εχαρίσθησαν. Διότι φαίνεται και αυτός ελθών μετά πολλών πλοίων και εις τους Αρκάδας παράσχων τοιαύτα, ως εδήλωσε τούτο ο Όμηρος, εάν η μαρτυρία του δύναται να θεωρηθή ως αξιόπιστος. Προσέτι και κατά την του σκήπτρου παράδοσιν λέγει ότι αυτός «εβασίλευεν επί πολλών νήσων και επί όλου του ’ργους»· δεν ήτο λοιπόν δυνατόν, ενώ κατώκει ήπειρον, να άρχη νήσων άλλων παρά τας γειτονικάς (αύται δε δεν ήσαν πολλαί), εάν δεν είχε ναυτικόν. Εκ ταύτης δε της εκστρατείας πρέπει να συμπεράνωμεν οποία ήσαν και τα προ αυτής.

10. Και ότι μεν αι Μυκήναι ήσαν μικρά πόλις, ή και αν άλλη τις των αρχαίων πόλεων δεν φαίνεται σήμερον αξία λόγου, δεν δύναται τις ωσάν από ακριβές συμπέρασμα να απιστήση διά τούτο, ότι ο στόλος δεν ήτο τοσούτος όσον περιέγραψαν αυτόν οι ποιηταί και η παράδοσις παραδέχεται. Διότι, αν ηρημούτο τώρα η πόλις των Λακεδαιμονίων και δεν απέμενον ειμή οι ναοί και τα εδάφη των οικοδομών, νομίζω ότι μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου οι μεταγενέστεροι πολύ θα εδυσπίστουν περί της δυνάμεως και της δόξης αυτών (μολονότι εκ των πέντε μερών της Πελοποννήσου τα δύο νέμονται αυτοί και άρχουσιν ου μόνον ολοκλήρου της Πελοποννήσου αλλά και πολλών εκ των έξω συμμάχων. Επειδή όμως ούτε συνωκισμένη είναι η πόλις των ούτε έχει πολυτελή ιερά και μεγαλοπρεπείς οικοδομάς, κατοικείται δε κατά κώμας κατά τον παλαιόν της Ελλάδος τρόπον, θα εφαίνετο πολύ υποδεεστέρα), αν δε οι Αθηναίοι συνέβαινε να πάθωσι το αυτό, θα ενομίζετο διπλασία η δύναμις αυτών εκ της όψεως των ερειπίων παρ' ό,τι ήτο πράγματι. Δεν είναι λοιπόν εύλογον να απιστώμεν ουδέ να αποβλέπωμεν εις την όψιν μάλλον ή εις τας δυνάμεις των πόλεων, Αλλ' οφείλομεν να θεωρώμεν την εκστρατείαν εκείνην ότι ήτο μεγίστη μεν των προ αυτής, υποδεεστέρα δε των σημερινών· εάν δε είναι ανάγκη και ενταύθα να πιστεύσωμεν εις την ποίησιν του Ομήρου, ο οποίος καθό ποιητής εμεγαλοποίησε και εκόσμησε τα γεγονότα, πάλιν ταύτα και ούτω φαίνονται υποδεέστερα. Διότι εκ των χιλίων διακοσίων πλοίων, εξ ων συνεκροτείτο ο στόλος, λέγει ότι τα μεν των Βοιωτών περιείχον εκατόν είκοσιν άνδρας, τα δε του Φιλοκτήτου πεντήκοντα, δηλών διά τούτου, ως νομίζω, τα μέγιστα και τα ελάχιστα· άλλου τουλάχιστον μεγέθους δεν έκαμε μνείαν εις τον κατάλογον των πλοίων. Εδήλωσε δε ότι πάντες ήσαν ναύται και μάχιμοι εις τα του Φιλοκτήτου πλοία· διότι έκαμε τοξότας όλους τους κωπηλάτας. Δεν φαίνεται δε πιθανόν να υπήρχε πολύ πλήρωμα εκτός των βασιλέων και των εχόντων μεγάλα αξιώματα, προκειμένου άλλως τε και να διέλθωσι το πέλαγος μετά πολεμικών σκευών και των πλοίων μη όντων καταφράκτων, αλλά κατά τον παλαιόν τρόπον επί το ληστρικώτερον εξωπλισμένων. Λαμβάνοντες λοιπόν τον μέσον όρον μεταξύ των μεγίστων και των ελαχίστων πλοίων βλέπομεν ότι δεν ήσαν πολλοί οι συνελθόντες πολεμισταί, μολονότι πεμπόμενοι από κοινού εξ απάσης της Ελλάδος.

11. Αίτιον δε τούτου ήτο όχι τόσον η ολιγανθρωπία όσον η αχρηματία. Διότι οι Έλληνες μη έχοντες πόθεν να προμηθευθούν την αναγκαίαν τροφήν, και στρατόν ολιγώτερον έφερον και τόσον, όσον ήλπιζον ότι θα ηδύναντο να διαθρέψουν εκ των λαφύρων του πολέμου. ’μα δε φθάσαντες ενίκησαν την πρώτην μάχην (το δε πράγμα είναι φανερόν& διότι πώς άλλως θα ηδύναντο να περιτειχίσωσι το στρατόπεδον;), φαίνεται δε ότι ουδέ εις τούτο μετεχειρίσθησαν όλας αυτών τας δυνάμεις, αλλά προς γεωργίαν της χερσονήσου ετράπησαν και προς την ληστείαν διά την έλλειψιν της τροφής. Τούτου ένεκα οι Τρώες βλέποντες αυτούς ούτω διεσπαρμένους αντέσχον μετά περισσοτέρας δυνάμεως επί δέκα έτη, ισόπαλοι όντες με τους διαρκώς μένοντας εις το στρατόπεδον. Εάν όμως ήρχοντο έχοντες τροφάς, μη τρεπόμενοι δε εις ληστείας και γεωργίας επολέμουν συνεχώς και όλοι ομού, ευκόλως θα ενίκων και θα εκυρίευον την πόλιν, αφού μάλιστα, όχι ηνωμένοι, αλλά με το εκάστοτε παρόν μέρος των δυνάμεων των αντείχον· εάν δ' επεχείρουν την πολιορκίαν μετά περισσοτέρας επιμονής, θα εκυρίευον την Τροίαν εις ολιγώτερον χρόνον και με ολιγώτερον κόπον. Αλλά δι' αχρηματίαν και αι προηγούμεναι επιχειρήσεις ήσαν μικρού λόγου άξιαι, και αυτή αύτη η επί Τροίαν εκστρατεία, μολονότι ονομαστοτέρα όλων των πριν γενομένων, φαίνεται εκ των έργων ότι ήτο υποδεεστέρα της φήμης, ήτις επεκράτησε μέχρι των ημερών μας ένεκα των ποιημάτων του Ομήρου.

12. Ακόμη και μετά τα Τρωικά η Ελλάς υφίστατο πολλάς μεταναστεύσεις και μετοικεσίας, ώστε μη ησυχάζουσα δεν ηδύνατο να αυξηθή. Η εκ της Τροίας επιστροφή των Ελλήνων, βραδέως γενομένη, πολλάς διήγειρε στάσεις, πολλαί δε εμφύλιοι ταραχαί συνέβαινον εις πολλάς πόλεις, συνεπεία των οποίων οι εκδιωκόμενοι μετέβαινον να κτίσωσιν άλλας. Οι σημερινοί Βοιωτοί, εξήκοντα έτη μετά την άλωσιν του Ιλίου, αναγκασθέντες υπό των Θεσσαλών να εγκαταλείψουν την ’ρνην, κατώκησαν εις την σήμερον μεν Βοιωτίαν, πρότερον δε Καδμηίδα γην καλουμένην (κατωκείτο δε η χώρα αυτή και πρότερον υπό μέρους εκ των Βοιωτών τούτων, εξ ων τινες εξεστράτευσαν και εις Ίλιον), οι δε Δωριείς κατά το ογδοηκοστόν έτος κατέσχον την Πελοπόννησον μετά των Ηρακλειδών. Μόλις δε μετά μακράν περίοδον ετών ησυχάσασα εντελώς η Ελλάς και απαλλαγείσα των εμφυλίων σπαραγμών αποικίας εξέπεμψε, και εις μεν την Ιωνίαν και εις πολλάς νήσους μετέβησαν Αθηναίοι, εις δε το πλείστον μέρος της Ιταλίας και Σικελίας μετέβησαν Πελοποννήσιοι, καθώς και είς τινα μέρη της άλλης Ελλάδος. Πάντα δε ταύτα ύστερον των Τρωικών εκτίσθησαν.

13. Ότε δε έγινε δυνατωτέρα η Ελλάς και ησχολήθη πολύ μάλλον ή πρότερον περί την απόκτησιν χρημάτων, ιδρύοντο εις τας πόλεις τυραννίδες, ένεκα των αυξανομένων προσόδων (διότι πρότερον υπήρχον κληρονομικαί βασιλείαι, των οποίων τα προνόμια ήσαν ωρισμένα), και ναυτικόν παρεσκεύαζεν η Ελλάς και επεδίδετο περισσότερον εις την ναυτιλίαν. Πρώτοι δε λέγονται οι Κορίνθιοι μεταχειρισθέντες πλοία κατά πολύ προσεγγίζοντα τον σημερινόν τρόπον, και αι πρώται τριήρεις της Ελλάδος εναυπηγήθησαν εις την Κόρινθον. Φαίνεται δε ότι και διά τους Σαμίους ο Κορίνθιος ναυπηγός Αμεινοκλής εποίησε τεσσάρας ναυς· παρήλθον δε έτη τριακόσια από της εποχής καθ' ην ο Αμεινοκλής ήλθεν εις τους Σαμίους μέχρι του τέλους του παρόντος πολέμου. Και η αρχαιοτάτη δε ναυμαχία από όσας γνωρίζομεν είναι η των Κορινθίων προς τους Κερκυραίους· από της ναυμαχίας δε ταύτης μέχρι του αυτού χρόνου παρήλθον έτη διακόσια εξήκοντα. Οι Κορίνθιοι κατοικούντες την επί του ισθμού πόλιν, αείποτε είχον εμπόριον, διότι οι παλαιοί Έλληνες, τόσον οι εντός της Πελοποννήσου όσον και οι έξω, συνεκοινώνουν προς αλλήλους μάλλον διά ξηράς ή διά θαλάσσης, διερχόμενοι διά της πόλεως των Κορινθίων. Και χρηματικώς δε ήσαν δυνατοί οι Κορίνθιοι, ως μαρτυρεί ο Όμηρος αποκαλέσας τον τοπον «αφνειόν» (πλούσιον). ’μα δε η ναυτιλία επεξετάθη παρά τοις Έλλησιν, οι Κορίνθιοι, κατασκευάσαντες πλοία κατέστρεφον τους πειρατάς, και, εμπορευόμενοι διττώς, κατέστησαν την πόλιν ισχυράν διά χρηματικών προσόδων. Και οι Ίωνες ύστερον απέκτησαν πολύ ναυτικόν επί Κύρου του πρώτου βασιλέως των Περσών και του υιού αυτού Καμβύσου· πολεμούντες δε προς τον Κύρον εκυριάρχησαν επί τινα χρόνον της περί αυτούς θαλάσσης. Και Πολυκράτης ο επί της βασιλείας του Καμβύσου τύραννος της Σάμου, έχων ισχυρόν ναυτικόν, κατέστησεν και άλλας νήσους υπηκόους και την Ρήνειαν κυριεύσας ανέθηκεν εις τον Δήλιον Απόλλωνα. Και οι Φωκαείς, την Μασσαλίαν οικίζοντες, ενίκησαν εν ναυμαχία τους Καρχηδονίους.

14. Τοιαύται ήσαν αι πλέον δυναταί των ναυτικών δυνάμεων. Φαίνεται δε ότι και αύται εγένοντο μετά πολλάς γενεάς ύστερον των Τρωικών και συνέκειντο εξ ολίγων μεν τριήρων, το πλείστον δε εκ πεντηκοντόρων και πλοίων μακρών ως εκείνα τα οποία είχον κατά την πολιορκίαν. Ολίγον δε προ των Μηδικών και του θανάτου του Δαρείου, ο οποίος μετά τον Καμβύσην εβασίλευσεν επί των Περσών, οι τύραννοι της Σικελίας και οι Κερκυραίοι απέκτησαν πλήθος τριήρων· αύται υπήρξαν αι τελευταίαι αξιόλογοι ναυτικαί δυνάμεις της Ελλάδος. Διότι οι Αιγινήται και οι Αθηναίοι καί τινες άλλοι είχον ολιγίστας, και ταύτας συγκειμένας ως επί το πλείστον εκ πεντηκοντόρων· πολύ αργά δε, αφού έπεισεν ο Θεμιστοκλής τους Αθηναίους να πολεμήσωσι προς τους Αιγινήτας και περιεμένετο η εισβολή των βαρβάρων, κατεσκεύασαν οι Αθηναίοι πλοία, διά των οποίων και εναυμάχησαν· και ταύτα όμως δεν είχον ακόμη τέλεια καταστρώματα.

15. Τα μεν λοιπόν ναυτικά των Ελλήνων τοιαύτα ήσαν κατά τους αρχαιοτέρους χρόνους και τους επομένους. Έδωκαν όμως εις εαυτούς όχι ολίγην ισχύν οι επιδοθέντες εις αυτά διά των χρηματικών προσόδων και της επί των άλλων κυριαρχίας· διότι αποβιβαζόμενοι εις τας νήσους κατελάμβανον αυτάς, εκείνοι μάλιστα όσοι δεν είχον μόνιμον χώραν. Διά ξηράς δε πόλεμος, εξ ου ηδύνατο να αποκτηθή κάποια δύναμις, ουδείς εγένετο· πάντες δε οι προγενέστεροι πόλεμοι εγένοντο προς ομόρους λαούς· και μακρινάς εκστρατείας έξω της πατρίδος των επί σκοπώ κατακτήσεως ξένων χωρών δεν επεχείρησαν οι Έλληνες. Διότι αι υποδεέστεραι πόλεις δεν συνετάσσοντο τότε προς τας μεγίστας, ουδέ πάλιν οι Έλληνες συνεισέφερον εξ ίσου όπως σχηματίσωσι κοινάς εκστρατείας, μάλλον δε προς αλλήλους οι συνορεύοντες γείτονες επολέμουν. ’παξ μόνον κατά τον πάλαι ποτέ γενόμενον πόλεμον των Χαλκιδέων και των Ερετριέων οι Έλληνες διηρέθησαν συμμαχήσαντες με ένα εκ των δύο εμπολέμων μερών.

16. Πολλοί εκ διαφόρων μερών εύρισκον κωλύματα εις την αύξησίν των. Οι Ίωνες επί παραδείγματι είχον φθάσει εις αξιόλογον σημείον ευδαιμονίας ότε ο Κύρος, επί κεφαλής των Περσών, εκθρονίσας τον Κροίσον και καθυποτάξας όλην την μεταξύ του ’λυος ποταμού και της θαλάσσης χώραν, εξεστράτευσε κατ' αυτών και υπεδούλωσε τας εν τη ηπείρω πόλεις. Ύστερον δε ο Δαρείος, βοηθούμενος και υπό του ναυτικού των Φοινίκων, υπεδούλωσε και τας νήσους.

17. Όσοι δε τύραννοι ήσαν εις τας ελληνικάς πόλεις, έχοντες μόνον υπ' όψει τα ιδιαίτερά των συμφέροντα, ήτοι πώς να υπερασπίσωσιν εαυτούς και πώς να αυξήσωσι τον ίδιον οίκον, κατώκουν εις τας πόλεις μεθ' όσης ηδύναντο περισσοτέρας ασφαλείας και ουδέν έργον αξιόλογον έπραξαν ειμή ό,τι έκαστος επεχείρησε χωριστά εναντίον των γειτόνων του· οι τύραννοι όμως της Σικελίας απέκτησαν μεγάλην δύναμιν. Τοιουτοτρόπως δε [πανταχόθεν η Ελλάς επί πολύν χρόνον εμποδίζετο, ούτε από] κοινού πράξασα ουδέν ένδοξον, ούτε κατά πόλεις αναπτύξασα δραστηριότητά τινα.

18. Αφού οι τύραννοι των Αθηναίων και οι της άλλης Ελλάδος επί πολύ και πρότερον διοικούμενοι υπό τυράννων πλείστοι και τελευταίοι πλην των της Σικελίας κατελύθησαν υπό των Λακεδαιμονίων (διότι η Λακεδαίμων μετά την κτίσιν των σήμερον ενοικούντων αυτήν Δωριέων, καίπερ πλειότερον χρόνον πάσης άλλης γνωστής πόλεως συνταραχθείσα υπό εμφυλίων ερίδων, όμως από των παλαιοτάτων χρόνων και καλούς είχε νόμους και ήτο πάντοτε ατυράννευτος· παρήλθον δε τετρακόσια και ολίγον περισσότερα έτη μέχρι του τέλους του παρόντος πολέμου, αφ' ότου οι Λακεδαιμόνιοι κυβερνώνται υπό του αυτού πολιτεύματος, και δι αυτό ου μόνον αυτοί είναι ισχυροί, αλλά και εις τας άλλας πόλεις επιβάλλουν την θέλησίν των)· αφού λοιπόν κατελύθησαν οι τύραννοι εκ της Ελλάδος, μετά παρέλευσιν ουχί πολλών ετών εγένετο η εν Μαραθώνι μάχη μεταξύ Μήδων και Αθηναίων. Δέκα δε έτη μετ' αυτήν πάλιν ο βάρβαρος μετά μεγάλου στόλου ήλθε να υποδουλώση την Ελλάδα. Τοιούτου μεγάλου κινδύνου επικρεμασθέντος, και οι Λακεδαιμόνιοι ετέθησαν επί κεφαλής των συμπολεμησάντων Ελλήνων ως ανώτεροι κατά την δύναμιν, και οι Αθηναίοι, εισβαλόντων των Μήδων, διανοηθέντες να εγκαταλείψουν την πόλιν των και παραλαβόντες τα σκεύη των εισήλθον εις τα πλοία και εγένοντο ναυτικοί. Ολίγον ύστερον μετά την από κοινού αποδίωξιν του βαρβάρου, όσοι Έλληνες είχον αποστατήσει από του βασιλέως και όσοι είχον συμπολεμήσει μετ' αυτού συνετάχθησαν άλλοι μεν με τους Αθηναίους, άλλοι δε με τους Λακεδαιμονίους· διότι μεγίστην δύναμιν ανέπτυξαν αμφότεροι ούτοι· οι μεν ίσχυον κατά γην, οι δε κατά θάλασσαν. Και ο μεν σύνδεσμος ούτος ολίγον χρόνον διήρκεσεν, έπειτα δε οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι έχοντες διαφοράς μεταξύ των επολέμησαν μετά των συμμάχων προς αλλήλους, και εκ των άλλων Ελλήνων όσοι τυχόν εστασίαζον προς αλλήλους συνετάσσοντο προς τούτους. Ώστε από των Μηδικών μέχρι του παρόντος πολέμου πάντοτε οτέ μεν ειρηνεύοντες, οτέ δε πολεμούντες προς αλλήλους ή προς τους αποστατούντας συμμάχους των παρεσκευάσθησαν καλώς προς πόλεμον και εγένοντο εμπειρότεροι, καθό εξασκηθέντες μετά κινδύνων.

19. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι τους εαυτών συμμάχους μη έχοντες φόρου υποτελείς ήσαν ηγεμόνες, μη απαιτούντες άλλο ειμή να κυβερνώνται και ούτοι (οι σύμμαχοι) ολιγαρχικώς, οι δε Αθηναίοι του χρόνου προϊόντος παραλαβόντες τα πλοία των πόλεων, πλην των της Χίου και της Λέσβου, ήσαν ηγεμόνες επιβαλόντες εις πάντας και φόρους χρηματικούς. [Και εγένετο αυτοίς ες τόνδε τον πόλεμον η ιδία παρασκευή μείζων ως τα κράτιστά ποτε μετά ακραιφνούς της ξυμμαχίας ήνθησαν.]

20. Τα μεν λοιπόν παλαιά τοιαύτα εύρον και είναι πολύ σφαλερόν να πιστεύη τις εις παν είδος μαρτυρίας. Διότι οι άνθρωποι παραλαμβάνουν αβασανίστως παρ' αλλήλων τας φήμας των προγενεστέρων συμβάντων, και αυτών ακόμη των επιχωρίων. Ούτως ο Αθηναϊκός λαός νομίζει ότι ο Ίππαρχος ήτο τύραννος ότε εφονεύθη υπό του Αρμοδίου και του Αριστογείτονος, και αγνοεί ότι ο μεν Ιππίας ήτο άρχων ως πρεσβύτατος των υιών του Πεισιστράτου, ο δε Ίππαρχος και ο Θεσσαλός ήσαν αδελφοί αυτού, και ότι ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων υποπτευθέντες ότι η ημέρα και η στιγμή της εκτελέσεως είχον μηνυθή εις τον Ιππίαν υπό τινος των συντρόφων των· απέσχον να τον κτυπήσωσι νομίζοντες αυτόν εν γνώσει όντα του μελετωμένου σχεδίου, θέλοντες όμως πριν συλληφθώσι να πράξωσί τι παράτολμον και συναντήσαντες τον Ίππαρχον περί το καλούμενον Λεωκόριον, ασχολούμενον εις τας προετοιμασίας της Παναθηναϊκής πομπής εφόνευσαν αυτόν. Πολλά δε και άλλα υπάρχουσιν ακόμη και σήμερον μη εξαλειφθέντα υπό του χρόνου από της μνήμης και των οποίων ουχί ορθήν ιδέαν έχουσιν οι άλλοι Έλληνες, ως επί παραδείγματι ότι οι βασιλείς των Λακεδαιμονίων δεν δίδουσιν έκαστος μίαν ψήφον, αλλά δύο, και ότι υπάρχει παρ' αυτοίς και ο Πιτανάτης λόχος, όστις ουδέποτε, υπήρξεν. Ούτως αμελούσιν οι πολλοί την ζήτησιν της αληθείας τρεπόμενοι μάλλον προς τας ετοίμους φήμας.

21. Εν τούτοις εκ των ειρημένων τεκμηρίων δεν κινδυνεύει τις να απατηθή παραδεχόμενος ως αληθή τα γεγονότα τα οποία ανέφερον· ας μη πιστεύη δε ούτε τους ύμνους των ποιητών οίτινες μεθ' υπερβολής αυτούς κοσμούσιν, ούτε τας διηγήσεις τας αρεστάς μάλλον εις την ακρόασιν ή αληθείς τας οποίας οι λογογράφοι συνέθεσαν περί γεγονότων ανεξελέγκτων και ως επί το πλείστον ένεκα της παλαιότητος αυτών θεωρουμένων ως απιστεύτων και μυθωδών, ας πεισθή δε ότι τα γεγονότα ταύτα ανεύρον με όσην επιμέλειαν επέτρεπεν η αρχαιότης αυτών μεταξύ των φανερωτέρων μαρτυριών. Και μολονότι οι άνθρωποι τείνουσιν εις το να θεωρούν τον επί των ημερών των πόλεμον ως μέγιστον πάντων, αφού δε παύση, να θαυμάζωσι μάλλον τους αρχαίους, μολαταύτα αρκεί να επισκοπήσωμεν τα πράγματα όπως πεισθώμεν ότι ο παρών υπήρξε πολύ ανώτερος όλων των προλαβόντων.

22. Και όσους μεν λόγους είπον έκαστοι, είτε μέλλοντες να πολεμήσουν είτε εν αυτώ τω πολέμω, δύσκολον ήτο να απομνημονεύσω αυτολεξεί, τόσον εκείνους τους οποίους εγώ αυτός ήκουσα όσον και εκείνους τους οποίους ήκουσα παρ' άλλων· εξέθεσα όμως αυτούς όπως ενόμιζον ότι συνεβιβάζοντο καλύτερα προς τα πραττόμενα, διατηρών όσον το δυνατόν ακριβέστατα την έννοιαν των αληθώς λεχθέντων· τα δε πραχθέντα εν τω πολέμω έργα δεν ετόλμησα να γράψω ερωτών τον τυχόντα ουδέ όπως ενόμιζον εγώ, αλλ' αφού εβασάνισα μεθ' όλης της δυνατής ακριβείας και εκείνα εις τα οποία εγώ αυτός παρευρέθην και εκείνα τα οποία έμαθον παρ' άλλων. Με κόπον δε ευρίσκετο η αλήθεια, διότι οι παρόντες εις έκαστον γεγονός δεν έλεγον τα αυτά περί των αυτών, αλλά καθείς συμφώνως με την συμπάθειαν ή αναλόγως της μνήμης την οποίαν είχε. Και εις μεν την ακρόασιν ίσως το μη μυθώδες αυτών φανή όχι πολύ τερπνόν· όσοι όμως θελήσωσι και τα γενόμενα να μάθωσι σαφώς και εκ τούτων να εξαγάγωσιν ωφέλιμα συμπεράσματα περί των μελλόντων ποτέ πάλιν ούτω να συμβώσι, τοιούτων όντων και παραπλησίων κατά την ανθρωπίνην φύσιν, αρκούσαν θέλουσιν έχει την ωφέλειαν. Το παρόν έργον συνεγράφη ουχί διά να αρέση προς στιγμήν εις τον αναγινώσκοντα, αλλά μάλλον διά να παραμείνη αιώνιον κτήμα.

23. Εκ δε των προτέρων έργων το μέγιστον όπερ επράχθη είναι ο Μηδικός πόλεμος, και αυτός όμως ταχύ τέλος έσχε διά δύο ναυμαχιών και δύο πεζομαχιών. Του δε παρόντος πολέμου τοιαύτη υπήρξεν η διάρκεια και τοσαύτα παθήματα υπέστη ένεκεν αυτού η Ελλάς όσα ουδέποτε άλλοτε εν ίσω διαστήματι χρόνου. Διότι ούτε τοσαύται πόλεις κυριευθείσαι ηρημώθησαν, αι μεν υπό των βαρβάρων, αι δε υπό των Ελλήνων αντιπολεμούντων (υπάρχουσι δε καί τινες αι οποίαι κυριευθείσαι μετέβαλον οικήτορας), ούτε τοσαύται φυγαί ανθρώπων, ούτε τόσοι φόνοι εις μάχας και εις εμφυλίους ταραχάς. Και αυτά τα πρότερον εκ παραδόσεως λεγόμενα, σπανίως δε διά των έργων βεβαιούμενα, κατέστησαν πιστευτά· συνέβησαν, παραδείγματος χάριν, σεισμοί ισχυρότατοι, οίτινες εξετάθησαν επί του πλείστου μέρους της γης, ηλίου εκλείψεις συνεχέστεραι παρ' όσαι παλαιόθεν μνημονεύονται, μεγάλη ξηρασία είς τινα μέρη και ένεκα ταύτης λιμός και η ουκ ολίγον βλάψασα και μέρος τι καταστρέψασα λοιμώδης ασθένεια· ταύτα πάντα ενέσκηψαν συγχρόνως μετά τούτου του πολέμου. Ήρχισαν δε αυτόν οι Αθηναίοι και οι Πελοποννήσιοι διαλύσαντες τας τριακονταετείς συνθήκας, αίτινες εγένοντο μετά την άλωσιν της Ευβοίας. Τας αιτίας δε και τας διαφοράς ένεκα των οποίων διέλυσαν τας συνθήκας, ταύτας περιγράφω εν αρχή διά να μη ερωτήση τις απορών ποτε πόθεν ηγέρθη τοιούτος πόλεμος μεταξύ των Ελλήνων. Και η μεν αληθεστάτη πρόφασις, μη γενομένη όμως γνωστή, είναι, νομίζω, ότι οι Αθηναίοι γινόμενοι ισχυροί και φόβον εμπνέοντες εις τους Λακεδαιμονίους ηνάγκασαν αυτούς να πολεμήσωσιν· αι δε εις το φανερόν λεγόμεναι αιτίαι, ένεκα των οποίων έλυσαν τας σπονδάς και ήρχισαν τον πόλεμον, τοιαύται ήσαν εις αμφοτέρους.

24. Υπάρχει πόλις Επίδαμνος κειμένη προς τα δεξιά του εισπλέοντος εις τον Ιόνιον κόλπον· πλησίον δ' αυτής κατοικούσιν οι βάρβαροι Ταυλάντιοι, έθνος Ιλλυρικόν. Εις ταύτην την πόλιν έπεμψαν μεν αποικίαν οι Κερκυραίοι, οικιστής όμως εγένετο Φαλίος ο υιός του Ερατοκλείδου, το γένος Κορίνθιος, απόγονος του Ηρακλέους, λαβών το όνομα κατά τον παλαιόν νόμον εκ της μητροπόλεως. Κορίνθιοί τινες και άλλοι εκ της Δωρικής φυλής συνέπραξαν εις τον συνοικισμόν τούτον. Προϊόντος δε του χρόνου η πόλις των Επιδαμνίων εγένετο μεγάλη και πολυάνθρωπος. Στασιάσαντες όμως, οι κάτοικοι προς αλλήλους επί πολλά έτη, ως λέγεται, υπέφερον πολύ εκ πολέμου τινός προς τους γείτονας βαρβάρους και εστερήθησαν της περισσοτέρας των δυνάμεως. Εσχάτως δε, προ της κηρύξεως τούτου του πολέμου, οι δημοκρατικοί αυτών εξεδίωξαν τους προύχοντας, ούτοι δε απελθόντες προς τους βαρβάρους ελήστευον μετ' αυτών τους εν τη πόλει και κατά γην και κατά θάλασσαν. Οι δε εν τη πόλει μένοντες Επιδάμνιοι, επειδή επιέζοντο, πέμπουσι πρέσβεις εις Κέρκυραν καθό μητρόπολιν ούσαν, παρακαλούντες να μη τους παραβλέψη καταστρεφομένους, αλλά και προς τους εξορίστους να τους συνδιαλλάξη και τον πόλεμον των βαρβάρων να καταπαύση. Ταύτα δε παρεκάλουν καθίσαντες ικέται εις τον βωμόν της Ήρας. Οι δε Κερκυραίοι, δεν εδέχθησαν την ικεσίαν, και απέπεμψαν αυτούς απράκτους.

25. Ιδόντες δε οι Επιδάμνιοι ότι ουδεμίαν βοήθειαν ηδύναντο να περιμένωσιν από Κερκύρας ηπόρουν περί του πρακτέου, και πέμψαντες εις Δελφούς ηρώτων τον Απόλλωνα αν έπρεπε να αφιερώσωσι την πόλιν των εις τους Κορινθίους ως οικιστάς και να πειραθώσι να λάβωσι παρ' αυτών βοήθειάν τινα. Ο δε απεκρίθη εις αυτούς να παραδώσωσι την πόλιν και να αναγνωρίσωσιν αυτούς ως αρχηγούς. Τότε οι Επιδάμνιοι ελθόντες εις την Κόρινθον παρέδωκαν κατά το μαντείον την αποικίαν, αποδεικνύοντες ότι ο οικιστής αυτών ήτο εκ Κορίνθου και δηλούντες την απόκρισιν του μαντείου, και παρεκάλουν να μη τους παραβλέψωσι καταστρεφομένους, αλλά να τους βοηθήσωσιν. Οι δε Κορίνθιοι εδέχθησαν την αίτησίν των φρονούντες ότι είχον τοιούτο δικαίωμα, καθότι ενόμιζον ότι η αποικία ήτο ιδική των όσον και των Κερκυραίων, εν ταυτώ δε και ένεκα μίσους προς τους Κερκυραίους, οίτινες τους παρημέλουν καίπερ όντες άποικοι αυτών· διότι ούτε εις τας κοινάς πανηγύρεις έδιδον τα συνηθιζόμενα δώρα ούτε δι' ανδρός Κορινθίου ήρχιζον τας θυσίας, όπως έπραττον αι άλλαι αποικίαι, αλλά τους περιεφρόνουν, διότι ήσαν κατ' εκείνον τον χρόνον επίσης πλούσιοι όσον οι ευπορώτατοι των Ελλήνων, και κατά τας πολεμικάς παρασκευάς δυνατώτεροι, καυχώμενοι ενίοτε ότι πολύ υπερείχον και κατά το ναυτικόν και διότι η Κέρκυρα είχε κατοικηθή προγενεστέρως υπό των Φαιάκων φημιζομένων περί τα ναυτικά. Ένεκα τούτου δε ακόμη μάλλον κατήρτιζον το ναυτικόν των και ήσαν όχι αδύνατοι· διότι ότε ήρχισαν τον πόλεμον είχον εκατόν είκοσι τριήρεις.

26. Έχοντες λοιπόν πάντα ταύτα τα παράπονα οι Κορίνθιοι πρόθυμοι έπεμπον την βοήθειαν εις την Επίδαμνον, προσκαλούντες τον βουλόμενον να μεταβή και κατοικήση εκεί και πέμψαντες φρουρούς εξ Αμπρακιωτών και Λευκαδίων και Κορινθίων. Επορεύθησαν δε πεζή εις Απολλωνίαν, αποικίαν ούσαν των Κορινθίων, φοβούμενοι τους Κερκυραίους μήπως εμποδισθούν υπ' αυτών εάν μετέβαινον διά θαλάσσης. Οι δε Κερκυραίοι μαθόντες ότι και οικήτορες και φρουροί έφθασαν εις την Επίδαμνον και ότι η αποικία εδόθη εις τους Κορινθίους ωργίσθησαν· και πλεύσαντες ευθύς μετά εικοσιπέντε πλοίων και ύστερον μετ' άλλου στόλου επρόσταζον υβριστικώς και τους διωχθέντας να δεχθώσι (διότι ελθόντες εις Κέρκυραν οι φυγάδες των Επιδαμνίων εδείκνυον τους τάφους και παριστώντες κοινήν την καταγωγήν παρεκάλουν να τους επαναφέρουν εις την πατρίδα των) και να αποπέμψουν τους φρουρούς και τους οικήτορας, τους οποίους έπεμψαν οι Κορίνθιοι. Επειδή δε οι Επιδάμνιοι εις ουδέν εκ τούτων υπήκουον, οι Κερκυραίοι εκστρατεύουσι κατ' αυτών μετά τεσσαράκοντα πλοίων, συνεπάγοντες τους φυγάδας διά να αποκαταστήσουν αυτούς και προσλαβόντες τους Ιλλυριούς ως επικούρους. Ελθόντες δε ενώπιον της πόλεως ανήγγειλαν προηγουμένως ότι όσοι ήθελον εκ των Επιδαμνίων και των ξένων ηδύναντο να απέλθωσιν αβλαβείς, ειδεμή θα τους μετεχειρίζοντο ως εχθρούς. Επειδή δε δεν επείθοντο, οι μεν Κερκυραίοι επολιόρκουν την πόλιν κειμένην επί ισθμού.

27. Οι δε Κορίνθιοι, άμα ήλθον προς αυτούς εκ της Επιδάμνου αγγελίαι ότι πολιορκείται η πόλις, παρεσκεύαζον στρατόν και συγχρόνως ανεκοίνουν διά κηρύκων ότι ο βουλόμενος ηδύνατο να μεταβή προς αποικίαν εις την Επίδαμνον απολαύων ίσα και όμοια με τους Επιδαμνίους δικαιώματα· εάν δε τις δεν θέλη μεν να αναχωρήση αμέσως, θέλη όμως να μετάσχη της αποικίας, δύναται να μένη εις Κόρινθον καταβάλλων πεντήκοντα Κορινθιακάς δραχμάς. Ήσαν δε πολλοί και οι αναχωρήσαντες και οι τα χρήματα καταβαλόντες. Παρεκάλεσαν δε και τους Μεγαρείς να συνοδεύσωσι διά των πλοίων των τους Κορινθίους, μη τυχόν εμποδίσωσιν αυτούς οι Κερκυραίοι κατά τον διάπλουν· οι δε Μεγαρείς παρεσκεύασαν οκτώ πλοία διά να πλεύσουν ομού, και οι Παλείς της Κεφαλληνίας τέσσαρα. Παρεκάλεσαν δε και τους Επιδαυρίους, οι οποίοι παρέσχον πέντε, οι δε Ερμιονείς έν και οι Τροιζήνιοι δύο, οι δε Λευκάδιοι δέκα και οι Αμπρακιώται οκτώ. Παρά των Θηβαίων και των Φλειασίων εζήτησαν χρήματα, παρά των Ηλείων και πλοία κενά και χρήματα. Αυτοί δε οι Κορίνθιοι παρεσκεύασαν τριάκοντα πλοία και τρισχιλίους οπλίτας.

28. ’μα δε έμαθον οι Κερκυραίοι τας προπαρασκευάς, ελθόντες εις Κόρινθον μετά Λακεδαιμονίων και Σικυωνίων πρέσβεων, τους οποίους έλαβον μετ' αυτών, εζήτουν παρά των Κορινθίων να επαναφέρωσι τους εν Επιδάμνω αποσταλέντας φρουρούς και οικήτορας, καθότι ουδέν δικαίωμα είχον επί της Επιδάμνου. Εάν όμως αντιποιώνται αυτήν, ηδύναντο να υποβάλουν την υπόθεσιν εις την διαιτησίαν των Πελοποννησιακών πόλεων, τας οποίας ήθελον εκλέξει αμφότεροι· εις οιονδήποτε δε ήθελεν επιδικασθή η αποικία, εκείνος θα έμενε κύριος. Επρότεινον δε να ερωτήσουν και το μαντείον των Δελφών, και συντόμως ειπείν δεν ήθελον τον πόλεμον· άλλως θα ηναγκάζοντο και αυτοί να επιζητήσουν φίλους μη αρεστούς και άλλους παρ' εκείνους τους οποίους είχον τότε, ίνα ούτως ασφαλισθώσιν. Οι δε Κορίνθιοι απεκρίθησαν εις αυτούς ότι τότε θα σκεφθούν, όταν οι Κερκυραίοια αποσύρωσιν από της Επιδάμνου και τα πλοία και τους βαρβάρους· πριν τούτου όμως δεν εθεώρουν δίκαιον οι μεν Επιδάμνιοι να πολιορκώνται, οι δε Κορίνθιοι να δικάζωνται. Οι δε Κερκυραίοι αντέλεγον ότι θα έπραττον ταύτα, εάν και οι Κορίνθιοι επανήγον τους εν Επιδάμνω· συγκατετίθεντο μάλιστα να μένουν αμφότεροι εν ανακωχή εις τας θέσεις των έως ότου γίνη η δίκη.

29. Οι δε Κορίνθιοι ουδεμίαν των προτάσεων τούτων εδέχοντο, αλλ' επειδή τα πλοία των ήσαν ήδη πλήρη και είχον φθάσει οι σύμμαχοι, έπεμψαν πρώτον κήρυκα διά να κηρύξη τον πόλεμον εις τους Κερκυραίους και απάραντες μετά πλοίων εβδομηκονταπέντε και οπλιτών δισχιλίων έπλευσαν προς την Επίδαμνον διά να πολεμήσουν εναντίον των Κερκυραίων· εστρατήγουν δε των μεν πλοίων Αριστεύς ο Πελλίχου, Καλλικράτης ο Καλλίου και Τιμάνωρ ο Τιμάνθους, των δε πεζών Αρχέτιμος ο Ευρυτίμου και Ισαρχίδας ο Ισάρχου. Αφού δε έφθασαν εις το ’κτιον της Ανακτορίας γης, όπου υπάρχει το ιερόν του Απόλλωνος, έμπροσθεν του στομίου του Αμπρακικού κόλπου, οι Κερκυραίοι και κήρυκα έπεμψαν προς αυτούς εντός ακατίου διά να τους εμποδίση να πλεύσουν εναντίον αυτών και συγχρόνως επλήρουν τα πλοία, επιδιορθώσαντες τα παλαιά ώστε να είναι πλόϊμα και προετοιμάσαντες τα άλλα. Αφού δε ο κήρυξ επέστρεψεν ουδέν ειρηνικόν φέρων εκ μέρους των Κορινθίων, επειδή προς τούτοις τα πλοία των, ογδοήκοντα τον αριθμόν (διότι τεσσαράκοντα επολιόρκουν την Επίδαμνον), ήσαν ήδη καθ' όλα έτοιμα, πλεύσαντες εναντίον των Κορινθίων και παραταχθέντες εναυμάχησαν· και ενίκησαν οι Κερκυραίοι νίκην μεγάλην και εξωλόθρευσαν δεκαπέντε πλοία των Κορινθίων. Κατά την αυτήν δε ημέραν συνέβη να παραδοθή και η Επίδαμνος εις τους πολιορκούντας αυτήν διά συνθήκης, διά της οποίας συνεφωνήθη οι μεν ξένοι να πωληθούν, οι δε Κορίνθιοι να μείνουν αιχμάλωτοι μέχρις ου αποφασισθή άλλο τι περί αυτών.

30. Μετά δε την ναυμαχίαν οι Κερκυραίοι στήσαντες τρόπαιον επί της Λευκίμμης, ακρωτηρίου της Κερκύρας, τους μεν άλλους εκ των αιχμαλώτων τους οποίους έλαβον εφόνευσαν, τους δε Κορινθίους εκράτησαν δεσμίους. Ύστερον δε, αφού οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοί των, νικηθέντες κατά θάλασσαν ανεχώρησαν εις τας πατρίδας των, οι Κερκυραίοι έμειναν κύριοι όλων εκείνων των παραλίων, και πλεύσαντες εις Λευκάδα, αποικίαν των Κορινθίων, κατηρήμωσαν τον τόπον και επυρπόλησαν την Κυλλήνην νεώριον των Ηλείων, καθότι ούτοι είχον παράσχει εις τους Κορινθίους χρήματα και πλοία. Κατά το πλείστον δε του χρόνου, μετά την ναυμαχίαν, επεκράτουν της θαλάσσης, και αποβιβαζόμενοι εις τας χώρας των συμμάχων των Κορινθίων ελεηλάτουν αυτάς, μέχρις ου οι Κορίνθιοι πέμψαντες περί τα τέλη του θέρους πλοία και στρατόν, επειδή εκακοποιούντο οι σύμμαχοί των, εστρατοπέδευσαν εις ’κτιον και περί το Χειμέριον της Θεσπρωτίδος, όπως φυλάττωσι και την Λευκάδα και τας άλλας πόλεις όσαι ήσαν φιλικαί προς αυτούς. Εστρατοπέδευον δε αντιθέτως και οι Κερκυραίοι επί της Λευκίμμης μετά πλοίων και στρατού. Μη ελθόντες δε εις ουδεμίαν σύγκρουσιν μεταξύ των, αλλά μείναντες καθ' όλον εκείνο το υπόλοιπον του θέρους απέναντι αλλήλων ανεχώρησαν επελθόντος του χειμώνος εις τα ίδια.

31. Ολόκληρον δε το μετά την ναυμαχίαν έτος και το επόμενον οι Κορίνθιοι, ωργισμένοι διά τον προς τους Κερκυραίους πόλεμον, εναυπήγουν και παρεσκεύαζον ισχυρότατον στόλον, συναθροίζοντες κωπηλάτας επί μισθώ και εκ της Πελοποννήσου και εκ της άλλης Ελλάδος. Μανθάνοντες δε οι Κερκυραίοι τας προπαρασκευάς αυτών εφοβούντο, και απεφάσισαν (επειδή μετ' ουδενός των Ελλήνων είχον συμμαχίαν ουδέ ήσαν εγγεγραμμένοι εις τας των Αθηναίων ή των Λακεδαιμονίων συνθήκας) ελθόντες προς τους Αθηναίους να συμμαχήσουν μετ' αυτών και να προσπαθήσουν να τύχωσι συνδρομής τινος. Οι δε Κορίνθιοι μαθόντες ταύτα έπεμψαν και αυτοί πρέσβεις εις τας Αθήνας, ίνα μη το ναυτικόν των Αθηναίων ενούμενον με το των Κερκυραίων γίνη εμπόδιον εις την διεύθυνσιν την οποίαν ήθελον να δώσωσιν εις τον πόλεμον. Συγκληθείσης δε εκκλησίας ήλθον αμφότερα τα μέρη εις αντιπαράστασιν. Και οι μεν Κερκυραίοι τοιαύτα είπον.

32. «Είναι δίκαιον, ώ Αθηναίοι, οι ερχόμενοι να ζητήσουν βοήθειαν παρ' άλλου καθώς πράττομεν ημείς σήμερον, χωρίς να στηρίζωνται ούτε επί μεγάλης ευεργεσίας ούτε επί προτέρας συμμαχίας, να καταδείξουν πρώτον μεν και προ πάντων ότι αι αιτήσεις των είναι συμφέρουσαι, ή τουλάχιστον όχι επιζήμιοι, έπειτα δε ότι και η ευγνωμοσύνη των θα είναι αιωνία· εάν δε εκ τούτων μηδέν φανερόν καταστήσωσι, να μη οργισθώσι διά την άρνησιν.

Οι δε Κερκυραίοι πεπεισμένοι ότι μετά της αιτήσεως της συμμαχίας ηδύναντο να σας εξασφαλίσουν ταύτα, μας απέστειλαν. Συνέπεσε δε η πολιτική ημών προς δυστυχίαν μας και κατά την κρίσιν σας να είναι παράλογος ως προς την παρούσαν ανάγκην και ασύμορφος κατά την παρούσαν στιγμήν. Διότι ουδενός γενόμενοι κατά τους προτέρους χρόνους θεληματικώς σύμμαχοι, ερχόμεθα σήμερον να ζητήσωμεν τούτο παρ' άλλων, και δι'αυτό εις τον παρόντα κατά των Κορινθίων πόλεμον είμεθα έρημοι. Και ούτω κατήντησεν η πρότερον θεωρουμένη σωφροσύνη ημών, ήτις συνίστατο εις το να μη συγκινδυνεύωμεν κατά την βούλησιν του άλλου εις ξένην συμμαχίαν, να φαίνεται σήμερον αφροσύνη και φανερά αδυναμία. Και κατά μεν την γενομένην ναυμαχίαν ημείς μόνοι απωθήσαμεν τους Κορινθίους· αλλ' επειδή ούτοι έρχονται καθ' ημών, μετά μεγαλυτέρων δυνάμεων ληφθεισών από της Πελοποννήσου και της άλλης Ελλάδος και ημείς βλέπομεν ότι είμεθα αδύνατοι να κατισχύσωμεν διά μόνων των ίδιων ημών δυνάμεων, συγχρόνως δε ότι μέγας ο κίνδυνος εάν υποκύψωμεν εις αυτούς, είναι ανάγκη να ζητήσωμεν και υμών και παντός άλλου τας επικουρίας, και συγγνώμην, διότι όχι με κακίαν αλλά μάλλον από αποτυχίαν γνώμης προβαίνομεν τολμηρώς εις διάβημα αντίθετον της προτέρας απραγμοσύνης.

33. »Η συνδρομή την οποίαν θα δώσητε εις ημάς, εάν πεισθήτε, θέλει γίνει και εις σας πολύ ωφέλιμος, πρώτον μεν διότι θα βοηθήσετε ανθρώπους αδικουμένους και ουχί βλάπτοντας ετέρους, έπειτα δε διότι δεχόμενοι ημάς καθ' ην στιγμήν διατρέχομεν τον έσχατον κίνδυνον, μας προσφέρετε χάριν την οποίαν ουδέποτε θα λησμονήσωμεν, και τέλος διότι έχομεν το μεγαλύτερον ναυτικόν μετά το ιδικόν σας. Και σκεφθήτε τις ευτυχία σπανιωτέρα, ή τις διά τους πολεμίους λυπηροτέρα παρά μία δύναμις, της οποίας την προσθήκην υμείς ηθέλετε θεωρήσει άλλοτε αξίαν πολλών χρημάτων και ευγνωμοσύνης, να έρχεται αύτη προς υμάς αφ' εαυτής, άνευ κινδύνου και δαπάνης δίδουσα εαυτήν και προσέτι φέρουσα εις υμάς την γενικήν επιδοκιμασίαν, την ευγνωμοσύνην εκείνων τους οποίους θα προστατεύσετε και την αύξησιν των δυνάμεών σας, πράγματα τα οποία εις ολίγους μόνον μέχρι τούδε, συνέπεσε να προσφερθώσι συνηνωμένα, και ολίγοι ζητούντες συμμαχίαν προσφέρουσιν εις εκείνους, των οποίων επικαλούνται την συνδρομήν, ασφάλειαν και δόξαν όχι ολιγωτέραν εκείνης την οποίαν έρχονται να λάβουν· όστις δε εξ υμών φρονεί τυχόν ότι δεν θέλει εκραγή ο πόλεμος εις τον όποιον θα σας εφαινόμεθα χρήσιμοι δεν κρίνει ορθώς και δεν αισθάνεται ότι οι Λακεδαιμόνιοι φοβούμενοι υμάς επιθυμούν τον πόλεμον, ότι οι Κορίνθιοι, πολλήν ισχύν έχουσι παρ' αυτοίς, ότι είναι εχθροί σας και ζητούν να μας προλάβουν εις την παρούσαν επιχείρησιν[ίνα μη το] μίσος μας ενώση κατ' αυτών, και ίνα μη αποτύχωσι του διττού σκοπού των, ήτοι να βλάψωσιν ημάς, και να εξασφαλίσωσιν εαυτούς. Ημέτερον δε πάλιν έργον είναι να προλάβωμεν, ημείς μεν δίδοντες, σεις δε δεχόμενοι την συμμαχίαν, και να κινήσωμεν μάλλον πρώτοι κατ' αυτών ή να περιμείνωμεν την επίθεσίν των.

34. »Εάν δε λέγωσιν ότι δεν είναι δίκαιον να δέχεσθε τους αποίκους αυτών, ας μάθωσιν ότι πάσα αποικία ευεργετουμένη μεν τιμά την μητρόπολιν, αδικουμένη δε αποξενούται· διότι οι άποικοι εκπέμπονται όχι διά να είναι δούλοι, αλλά διά να είναι ίσοι με τους μένοντας. Ότι δε μας ηδίκησαν είναι σαφές, διότι προσκληθέντες να δικασθώσι προκειμένου περί της Επιδάμνου επροτίμησαν να διεκδικήσωσι τα παράπονα των μάλλον διά του πολέμου ή διά του δικαίου. Και αυτά τα οποία πράττουν προς ημάς συγγενείς αυτών όντας ας γίνωσιν εις σας μαθήματα, ώστε μήτε δι' απάτης να παρασυρθήτε υπ' αυτών μήτε, εάν παρακαλέσωσιν ειλικρινώς, να ενδώσετε εις τας δεήσεις των· διότι ο ολιγωτέραν δεικνύων μεταμέλειαν διά τας χάριτας, τας οποίας έκαμεν εις τους εναντίους αυτός είναι και εις πληρεστέραν ασφάλειαν.

35. »Δεχόμενοι ημάς μηδενός όντας συμμάχους δεν παραβαίνετε διόλου τας μετά των Λακεδαιμονίων συνθήκας. Διότι διετυπώθη εν αυταίς ότι πάσα εκτός της συμμαχίας Ελληνίς πόλις δύναται να προσέλθη εις όντινα εκ των δύο αρέσκεται. Και είναι λυπηρόν οι μεν Κορίνθιοι να πληρώσι τα πλοία των και από των διά συνθήκης συμμάχων πόλεων και προσέτι και εκ της άλλης Ελλάδος, όχι ολίγον δε και εκ των υπηκόων σας, ημάς δε να ζητούν να εμποδίσουν από της προκειμένης συμμαχίας και από πάσης άλλης οθενδήποτε βοηθείας. Ου μόνον δε τούτο αλλά και να θεωρήσωσιν ως έγκλημα εάν σεις πεισθέντες ενδώσετε εις τας παρακλήσεις μας, ενώ εξ εναντίας ημείς μάλλον πρέπει να δυσαρεστηθώμεν εάν τας απορρίψετε· διότι ημάς μεν κινδυνεύοντας και μη όντας εχθρούς θέλετε απωθήσει, αυτούς δε εχθρούς όντας και επερχομένους ου μόνον δεν θέλετε εμποδίσει αλλά και θέλετε τοις επιτρέψει να προσλάβωσιν εκ του υμετέρου κράτους δύναμιν, το οποίον δεν είναι δίκαιον, αλλ' ή και εκείνων τους μισθοφόρους τους οποίους λαμβάνουσιν εκ της ιδικής σας χώρας πρέπει να εμποδίσετε ή και εις ημάς να πέμψετε βοήθειαν καθ' οιονδήποτε τρόπον ηθέλετε νομίσει καλόν, μάλιστα δε να μας δεχθήτε συμμάχους εις το φανερόν. Πολλά δε είναι, ως εν αρχή είπομεν, τα συμφέροντα τα οποία σας δεικνύομεν, και το μέγιστον ότι έχομεν τους αυτούς πολεμίους (το οποίον είναι ασφαλεστάτη εγγύησις), ούτοι δε είναι όχι ασθενείς, αλλ' ικανοί να βλάψουν τους απ' αυτών αποσπασθέντας· ναυτικής δε ούσης και ουχί ηπειρωτικής της προσφερο[μένης συμμαχίας] δεν είναι αδιάφορος η αποποίησις αυτής· αλλά μάλιστα, εάν μεν δύνασθε, δεν πρέπει να επιτρέψετε εις κανένα να έχη πλοία, εάν δε δεν δύνασθε, τότε πρέπει, να έχετε φίλον τον έχοντα ισχυρότατον ναυτικόν.

36. »Και όστις από σας νομίζει ότι αυτά τα οποία λέγομεν είναι μεν συμφέροντα, φοβείται δε μήπως πειθόμενος λύση τας σπονδάς, ας μάθη ότι ο φόβος του στηριζόμενος επί της ισχύος θα φοβίση μάλλον τους εναντίους, ενώ τανάπαλιν το θάρρος του, αν δεν δεχθή ημάς, επειδή θα είναι ασθενές, ολιγώτερον θα φοβίση εχθρούς οίτινες έχουσιν ισχύν, και προσέτι ότι σήμερον διασκέπτεται ολιγώτερον περί της Κερκύρας ή περί των Αθηνών, και ότι δεν εννοεί καλώς τα συμφέροντα της πατρίδος του, όταν απέναντι επικειμένου και σχεδόν παρόντος πολέμου, αποβλέπων εις την παρούσαν στιγμήν, διστάζη να προσλάβη δύναμιν, ήτις συνοδευομένη με τα μέγιστα επακολουθήματα δύναται να αποβή ωφέλιμος ή εναντία. Διότι κειμένη εις θέσιν πρόσφορον κατά τον προς την Ιταλίαν και την Σικελίαν παράπλουν δύναται να εμποδίζη το εκείθεν προς βοήθειαν των Πελοποννησίων πεμπόμενον ναυτικόν καθώς και το εντεύθεν προς τα εκεί, και κατά πολλά δε άλλα το πράγμα είναι συμφερώτατον. Από την εξής δε βραχυτάτην περίληψιν και εν γένει και εν μέρει, θέλετε μάθει ότι δεν πρέπει να μας εγκαταλείψετε· τρεις είναι αι άξιαι λόγου ναυτικαί δυνάμεις των Ελλήνων, η ιδική σας, η ιδική μας και η των Κορινθίων· εάν αφήσετε να ενωθώσιν αι δύο τούτων και προκαταλάβωσιν ημάς οι Κορίνθιοι, τότε θα έχετε να ναυμαχήσετε κατά των Κερκυραίων συγχρόνως και των Πελοποννησίων· δεχόμενοι δε ημάς θα πολεμήσετε προς αυτούς με τα πλοία σας ενισχυόμενα διά των ιδικών μας». Τοιαύτα μεν είπον οι Κερκυραίοι, μετ' αυτούς δε οι Κορίνθιοι είπον τα εξής.

37. »Επειδή οι Κερκυραίοι ούτοι όχι μόνον διά να τους δεχθήτε ωμίλησαν αλλά και διά να δείξουν ότι ημείς τους αδικούμεν και αυτοί ουχί δίκαια πολεμούνται, νομίζομεν αναγκαίον και ημείς να εξετάσωμεν πρώτον αμφότερα ταύτα· και έπειτα να προβώμεν και εις τα λοιπά, ίνα και την εκ μέρους ημών δικαίαν απαίτησιν ασφαλέστερον γνωρίσετε, και την παράκλησιν αυτών ουχί απερισκέπτως αποκρούσητε. Λέγουσι λοιπόν ότι εκ φρονήσεως ουδενός την συμμαχίαν εδέχθησαν ακόμη· τούτο όμως έπραξαν μάλλον διά να κακουργώσι παρά από αρετήν, διότι δεν ήθελον να έχουν ούτε σύμμαχόν τινα εις τα αδικήματα, ούτε μάρτυρα, ούτε να αισχύνωνται διά τας απορρίψεις των αιτήσεών των. Συγχρόνως δε επειδή η πόλις των κείται εις πρόσφορον θέσιν, δίδει εις αυτούς την εξουσίαν ώστε να γίνωνται αυτοί μάλλον, παρά σύμφωνα με συνθήκας, δικασταί των αδικημάτων τα οποία πράττουσιν εις άλλους· καθότι σπανιώτατα εκπλέοντες προς τους άλλους δέχονται πολλούς εξ ανάγκης καταπλέοντας εις τον λιμένα των. Και εκ τούτου η εύσχημος από των σπονδών αποχή, ουχί διά να μη λαμβάνωσι μέρος εις τας αδικίας των άλλων αλλά διά να αδικούν αυτοί μόνοι, και εκεί μεν όπου υπερισχύουν μεταχειρίζωνται βίαν, εκεί δε όπου μένουν απαρατήρητοι υπερτερούν, αν δε οικειοποιηθούν τι μη έχουν αισχύνην. Αν ήσαν τωόντι άνδρες αγαθοί, ως λέγουν, όσω μάλλον εξησφαλισμένοι ήσαν από των προσβολών των άλλων, τόσω μάλλον θα ηδύναντο να κάμνουν καταφανεστέραν την αρετήν των, συναλλασσόμενοι κατά το δίκαιον.

38. »Αλλ' ούτε προς τους άλλους ούτε προς ημάς είναι τοιούτοι, άποικοι δε όντες ημών πάντοτε αντέστησαν εις ημάς και τώρα μας πολεμούν, προφασιζόμενοι ότι δεν επέμφθησαν εις αποικίαν διά να κακοπαθούν. Ημείς δε λέγομεν ότι δεν απωκίσαμεν αυτούς διά να μας υβρίζουν, αλλά διά να μας θεωρούν ηγεμόνας των και μας αποδίδουν τας προσηκούσας τιμάς. Αι άλλαι αποικίαι τιμώσιν ημάς, και τα μάλιστα αγαπώμεθα υπό των αποίκων· εάν λοιπόν αρέσκωμεν εις τους περισσοτέρους, είναι φανερόν ότι αδίκως απαρέσκομεν εις τούτους μόνους, ουδέ θα τους επολεμούμεν έξω του πρέποντος εάν δεν ηδικούμεθα υπερβαλλόντως. Και επί τη υποθέσει όμως ότι εσφάλαμεν, καλόν μεν εις αυτούς ήθελεν είσθαι εάν υπεχώρουν εις την ημετέραν οργήν, αισχρόν δ' εις ημάς εάν μετεχειριζόμεθα την βίαν κατά της ανεξικακίας αυτών· διά της υπεροψίας των όμως και της ύβρεως της προερχομένης υπό του πλούτου διέπραξαν πολλάς αδικίας προς ημάς, και εσχάτως ότε η εις ημάς ανήκουσα Επίδαμνος έπασχε δεν την εβοήθουν, ότε όμως ημείς εδράμομεν εις βοήθειάν της κατέλαβον αυτήν διά της βίας και την κρατούσι.

39. »Λέγουν δε ότι ήσαν έτοιμοι να υποβληθώσι πρότερον εις δίκην. Εις τούτο αποκρινόμεθα ότι η δικαιοσύνη δεν φαίνεται να τηρήται υπ' εκείνου όστις λαμβάνει εκ των προτέρω τας προφυλάξεις του, αλλά υπ' εκείνου όστις, πριν διαγωνισθή, καθιστά ίσον τον άλλον και εις τα έργα ομοίως και εις τους λόγους. Ούτοι δε, ουχί πριν πολιορκήσουν την Επίδαμνον, αλλ' ότε παρετήρησαν ότι δεν θα εμένομεν αδιάφοροι προέτειναν την εύσχημον πρόφασιν της διαιτησίας· έπειτα δε, μετά τας εκεί διαπραχθείσας αδικίας, έρχονται και εδώ προσκαλούντες υμάς ουχί να συμμαχήσετε μετ' αυτών, αλλά να συναδικήτε και να τους δεχθήτε ενώ είναι εχθροί ημών· έπρεπεν, ότε ήσαν ασφαλέστατοι, τότε να προσέλθουν πλησίον σας και όχι καθ' ην στιγμήν ημείς μεν ηδικήθημεν αυτοί δε κινδυνεύουν. Μη λαβόντες πρότερον μέρος εις την δύναμίν των δεν πρέπει να τοις παράσχητε σήμερον την βοήθειαν, καθότι μείναντες μέχρι τούδε αμέτοχοι εις τα ανομήματά των θέλετε όμως ομοίαν κατηγορίαν λάβει από ημάς. Έπρεπε προ πολλού να έχετε κοινάς τας δυνάμεις ίνα έχετε μετ' αυτών κοινά και τα αποτελέσματα.

40. »Ότι δε ημείς μεν ήλθομεν προς υμάς δίκαια παράπονα έχοντες, αυτοί δε ότι είναι βίαιοι και πλεονέκται, απεδείχθη ήδη· ότι δε δικαίως δεν πρέπει να δεχθήτε αυτούς, τούτο πρέπει να μάθετε. Διότι εάν εγράφη εις τας συνθήκας ότι επιτρέπεται εις τας μη μετασχούσας των συνθηκών πόλεις να ενωθώσι με οποίον εκ των δύο ήθελον, ο όρος ούτος εγράφη ουχί δι' εκείνους οίτινες έρχονται με σκοπόν να βλάψουν τους άλλους, αλλά δι' εκείνους οίτινες, μη στερούντες άλλους της συμμαχίας των, έχουν ανάγκην ασφαλείας και οίτινες φέρουν προς εκείνους οίτινες ήθελον έχει την φρόνησιν να τους δεχθούν ουχί πόλεμον αλλ' ειρήνην· το οποίον τώρα θα πάθετε και υμείς εάν δεν μας ακούσετε. Διότι όχι μόνον επίκουροι αυτών θα γίνετε, αλλά και εχθροί ημών αντί συμμάχων. Και αναγκαίως εάν ενωθήτε μετ' αυτών, δεν θα δυνηθώμεν να τους πολεμήσωμεν χωρίς να πολεμήσωμεν και σας. Εάν είσθε δίκαιοι, μάλιστα μεν πρέπει να μείνετε ουδέτεροι, ειδεμή, τουναντίον πρέπει να βαδίσετε κατ' αυτών μεθ' ημών (διότι με τους Κορινθίους μεν συνδέεσθε διά συνθήκης, με τους Κερκυραίους δε ουδέποτε ουδέ ανακωχήν συνωμολογήσατε), και να μη καθιερώσετε τον νόμον να δέχεται τις εκείνους οίτινες αποσπώνται από τους άλλους. Διότι ουδ' ημείς ότε οι Σάμιοι επανεστάτησαν εδώκαμεν ψήφον εναντίον υμών, αν και οι άλλοι Πελοποννήσιοι εδιχοψήφισαν, αν πρέπει να βοηθήσωσιν αυτούς, φανερά δε αντείπομεν ότι ο καθείς πρέπει να τιμωρή τους ιδικούς του συμμάχους. Εάν λοιπόν τους κακόν τι πράττοντας δεχόμενοι βοηθήσετε, τότε θα ιδήτε και όχι ολίγους εκ των συμμάχων σας ερχομένους προς ημάς, και τον νόμον τον οποίον καθιερώσατε πολύ περισσότερον βλάπτοντα σας παρά ημάς.

41. »Και τοιαύτα μεν δικαιώματα έχομεν απέναντι υμών ικανά κατά τους νόμους των Ελλήνων, συμβουλεύομεν δε και αξιούμεν την εξής χάριν· επειδή δεν είμεθα ούτε εχθροί διά να σας βλάψωμεν, ούτε φίλοι διά να κάμωμεν κατάχρησιν της φιλίας σας, ζητούμεν να μας ανταποδώσετε σήμερον παλαιάν ευεργεσίαν. Ότε άλλοτε, κατά τον προς τους Αιγινήτας πόλεμον, προ των Μηδικών, σας έλειψαν μακρά πλοία, ελάβετε παρά των Κορινθίων είκοσιν· αυτή δε η ευεργεσία και η κατά τα Σαμιακά, οπότε εξ αιτίας ημών οι Πελοποννήσιοι δεν εβοήθησαν τους Σαμίους, κατέστησαν εις σας δυνατόν τους μεν Αιγινήτας να νικήσετε, τους δε Σαμίους να τιμωρήσετε. Ταύτα δε εγένοντο εις καιρούς καθ' ους οι άνθρωποι όλως παραδομένοι εις την καταδίωξιν των ιδίων εχθρών τα πάντα παραβλέπουν εκτός της νίκης· φίλον νομίζουν τον υπηρετούντα, έστω και αν ήτο ούτος πρότερον εχθρός, πολέμιον δε τον ανθιστάμενον, έστω και αν τύχη να είναι φίλος των. Και αυτάς δε τας οικιακάς των υποθέσεις παραμελούν διά να ευχαριστήσουν το στιγμιαίον αυτών πάθος.

42. «Συλλογισθήτε αυτά τα οποία είπομεν, και εάν τις νεώτερος μάθη ταύτα παρά των πρεσβυτέρων ας επιμείνη να αποδοθή και εις ημάς ομοία χάρις, και μη νομίση ότι σύμφωνοι μεν προς το δίκαιον είναι οι λόγοι ούτοι, τα δε συμφέροντα, εν περιπτώσει πολέμου, είναι άλλα. Εκεί όπου τα σφάλματα είναι μικρότερα, το συμφέρον είναι μεγαλύτερον και η μέλλουσα έκβασις του πολέμου, διά του οποίου σας φοβερίζουν οι Κερκυραίοι και σας παρακινούν προς αδικίαν, είναι ακόμη αφανής, και δεν είναι άξιον, παρακινούμενοι υπό του αδήλου μέλλοντος, να επισύρετε εκ μέρους των Κορινθίων βεβαίαν και άμεσον έχθραν. Είναι φρονιμώτερον να ελαττώσετε τας δυσπιστίας αίτινες υπήρχαν προηγουμένως ένεκα των Μεγαρέων διότι η τελευταία χάρις εγκαίρως γινομένη, έστω και ελαχίστη, δύναται να εξαλείψη μεγάλην αδικίαν. Ουδέ πρέπει να δελεασθήτε εκ της προσφοράς μεγάλης ναυτικής συμμαχίας· επειδή το να μη αδική τις τους ομοίους είναι πολύ ισχυροτέρα δύναμις ή να υπερισχύση εν μέσω των κινδύνων παρασυρόμενος υπό του πρόχειρα και κατά πρώτον παρουσιαζομένου συμφέροντος.

43. »Επειδή δε περιεπέσαμεν εις την αυτήν περίπτωσιν διά την οποίαν είπομεν άλλοτε εις τους Λακεδαιμονίους ότι έκαστος έχει το δικαίωμα ο ίδιος να τιμωρή τους εαυτού συμμάχους, περιμένομεν σήμερον παρ' υμών το αυτό και όχι να βλαφθώμεν εκ της ψήφου σας ενώ υμείς ωφελήθητε εκ της ημετέρας. Ανταποδώσατε λοιπόν εις ημάς τα ίσα, σκεπτόμενοι ότι αυτή είναι η περίστασις κατά την οποίαν ο ευνοών ημάς γίνεται τα μάλιστα φίλος, ενώ ο εναντιούμενος τα μάλιστα εχθρός. Τούτους δε τους Κερκυραίους ούτε συμμάχους πρέπει να δεχθήτε εν' όσω ημείς δεν το θέλομεν, ούτε να τους βοηθήσετε αδικούντας. Ταύτα ποιούντες και τα καθήκοντα σας θέλετε εκπληρώσει και τα προσφιλέστερά σας συμφέροντα θέλετε υπηρετήσει». Τοιαύτα δε και οι Κορίνθιοι είπον.

44. Οι δε Αθηναίοι άμα ήκουσαν τους λόγους αμφοτέρων συνεκάλεσαν δις τον λαόν εις εκκλησίαν. Και εις μεν την πρώτην ο λόγος των Κορινθίων εγένετο όχι ολιγώτερον ευπρόσδεκτος του των Κερκυραίων, κατά δε την δευτέραν μετέβαλον γνώμην και απεφάσισαν με τους Κερκυραίους μεν να μη συμμαχήσωσιν ώστε να έχουν μετ' αυτών κοινούς τους φίλους και τους εχθρούς (διότι, εάν οι Κερκυραίοι τους υπεχρέουν να συμπλεύσουν κατά της Κορίνθου, τότε θα ελύοντο αι μετά των Πελοποννησίων σπονδαί), αλλά να συνδέσουν επιμαχίαν όπως βοηθούν αλλήλους εναντίον εκείνου όστις είτε την Κέρκυραν ήθελε προσβάλει, είτε τας Αθήνας, είτε τινά εκ των συμμάχων των. Διότι ησθάνοντο καλώς ότι οπωσδήποτε ήθελεν εκραγή ο προς τους Πελοποννησίους πόλεμος, και ήθελον να μη εγκαταλείψουν εις τους Κορινθίους την Κέρκυραν τοσούτον ναυτικόν έχουσαν, αλλά μάλλον να φέρουν αυτούς τους δύο λαούς εις όσην περισσοτέραν ηδύναντο σύγκρουσιν προς αλλήλους, ίνα οι Αθηναίοι δυνηθούν εν ανάγκη να καταπολεμήσουν τους Κορινθίους και τους άλλους τους έχοντας ναυτικόν όταν γίνουν ασθενέστεροι. Συγχρόνως δε η νήσος της Κερκύρας εφαίνετο εις αυτούς πρόσφορα κειμένη εις τον προς Ιταλίαν και Σικελίαν παράπλουν.

45. Τοιούτος ήτο ο σκοπός των Αθηναίων δεχομένων τους Κερκυραίους, ολίγον δε μετά την αναχώρησιν των Κορινθίων έπεμψαν βοήθειαν εις τους Κερκυραίους δέκα πλοία επί των οποίων ήσαν στρατηγοί Λακεδαιμόνιος ο Κίμωνος, Διότιμος ο Στρομβίχου και Πρωτέας ο Επικλέους. Προσέταξαν δε αυτούς να μη ναυμαχήσουν προς τους Κορινθίους, εκτός εάν ούτοι θελήσουν να πλεύσουν κατά της Κερκύρας και πρόκειται να αποβιβασθούν εις την νήσον ή είς τινα λιμένα αυτής· εις ταύτην μόνον την περίπτωσιν ώφειλον να τους εμποδίσουν διά παντός τρόπου. Προσέταξαν δε ταύτα ίνα μη λύσουν τας μετά των Λακεδαιμονίων σπονδάς. Και τα μεν πλοία φθάνουν εις την Κέρκυραν.

46. Οι δε Κορίνθιοι, επειδή παρεσκευάσθησαν, έπλευσαν κατά της Κερκύρας μετά πλοίων εκατόν πεντήκοντα. Εκ τούτων δέκα μεν ήσαν των Ηλείων, δώδεκα δε των Μεγαρέων και δέκα των Λευκαδίων, εικοσιεπτά δε των Αμπρακιωτών και έν των Ανακτορίων, αυτών δε των Κορινθίων ενενήκοντα. Και εκάστη μεν εκ των πόλεων όσαι έστειλαν πλοία είχε τον ίδιον στρατηγόν, οι δε Κορίνθιοι είχον Ξενοκλείδην τον Ευθυκλέους μετά τεσσάρων άλλων. Αφού δε έφθασαν εις την απέναντι της Κερκύρας ήπειρον πλέοντες από της Λευκάδος, προσορμίζονται εις το Χειμέριον της Θεσπρωτίδος. Είναι δε τούτο λιμήν, και πόλις άνωθεν αυτού κείται μακράν της θαλάσσης, η εν τη Ελαιάτιδι της Θεσπρωτίδος Εφύρη. Παρ' αυτήν εκβάλλει εις την θάλασσαν η Αχερουσία λίμνη· διά δε της Θεσπρωτίδος ρέων ο ποταμός Αχέρων εισβάλλει εις την λίμνην ταύτην και δίδει εις αυτήν το όνομά του· ρέει δε και ο Θύαμις ποταμός, διαχωρίζων την Θεσπρωτίδα από της Κεστρίνης· μεταξύ δε των δύο τούτων ποταμών προβάλλει το ακρωτήριον Χειμέριον. Οι μεν Κορίνθιοι λοιπόν προσορμίζονται εις το μέρος τούτο της ηπείρου και στρατοπεδεύονται.

47. Οι δε Κερκυραίοι, άμα έμαθον ότι επλησίαζον οι Κορίνθιοι, εξοπλίσαντες εκατόν δέκα ναυς, των οποίων ήρχε Μεικιάδης και Αισιμίδης και Ευρύβατος, εστρατοπέδευσαν εν μια των νήσων, αίτιτες καλούνται Σύβοτα· ήλθον επίσης εκεί και αι δέκα Αττικαί. Το πεζικόν αυτών και χίλιοι οπλίται βοηθοί Ζακύνθιοι ήσαν επί του ακρωτηρίου της Λευκίμμης. Είχον δε και οι Κορίνθιοι επίσης πολλούς εκ των βαρβάρων βοηθούς εν τη ηπείρω· διότι οι εν αυτή ηπειρώται πάντοτε διετέλεσαν φίλοι αυτών.

48. Ότε δε οι Κορίνθιοι παρεσκευάσθησαν, λαβόντες τριών ημερών τροφάς έπλευσαν ανοικτά διά νυκτός από του Χειμερίου απόφασιν έχοντες να ναυμαχήσουν. Και ενώ έπλεον είδον περί την χαραυγήν εις το πέλαγος τα πλοία των Κερκυραίων ερχόμενα εναντίον των. ’μα δε είδον αλλήλους, αντιπαρετάσσοντο επί μεν το δεξιόν κέρας των Κερκυραίων τα πλοία των Αθηναίων, το δε άλλο κατείχον αυτοί οι Κερκυραίοι, διαιρέσαντες τον στόλον εις τρεις μοίρας, και δώσαντες την αρχηγίαν εκάστης εις ένα εκ των τριών στρατηγών. Και ούτω μεν παρετάχθησαν οι Κερκυραίοι· εις δε τους Κορινθίους το μεν δεξιόν κέρας κατείχον τα Μεγαρικά πλοία και τα Αμπρακιωτικά, το μέσον οι άλλοι σύμμαχοι, ιδιαιτέρως έκαστος, το δε αριστερόν κέρας αυτοί οι Κορίνθιοι μετά των ευκινητοτέρων πλοίων· ούτω δε ευρίσκοντο απέναντι των Αθηναίων και του δεξιού κέρατος των Κερκυραίων.

49. Ότε δε υψώθησαν εκατέρωθεν τα σήματα, συνεπλάκησαν και εναυμάχουν, πολλούς μεν οπλίτας έχοντες αμφότεροι επί των καταστρωμάτων, πολλούς δε και τοξότας και ακοντιστάς, ανεπιτηδείως εισέτι και κατά τον αρχαίον τρόπον παρεσκευασμένους. Ήτο δε η ναυμαχία επίμονος, ουχί όμως και τεχνική, και ωμοίαζε μάλλον προς πεζομαχίαν. Επειδή, άμα προσέβαλλον αλλήλους, δεν απεχωρίζοντο ευκόλως ου μόνον ένεκα του μεγάλου πλήθους και της συγχύσεως των πλοίων, αλλά και διότι περισσοτέρας ελπίδας είχον να νικήσουν διά των επί του καταστρώματος οπλιτών, οίτινες σταθερώς εμάχοντο ακινητούντων των πλοίων. Ναυτικοί χειρισμοί πλοίων δεν ήτο δυνατόν να γίνουν, ώστε εμάχοντο μετά πλειοτέρου θάρρους και δυνάμεως ή επιστήμης. Πανταχού λοιπόν επεκράτει πολύς θόρυβος, και ταραχώδης ήτο η ναυμαχία, καθ' ην αι Αττικαί νήες προστρέχουσαι όπου έβλεπον τους Κερκυραίους πιεζομένους, φόβον μεν ενέπνεον εις τους εναντίους, δεν επολέμουν όμως διότι οι στρατηγοί εφοβούντο τας διαταγάς των Αθηναίων. Προ πάντων δε έπαθε δεινώς το δεξιόν κέρας των Κορινθίων· διότι οι Κερκυραίοι τρέψαντες αυτό εις φυγήν δι' είκοσι πλοίων των το κατεδίωξαν εις την ήπειρον, και πλεύσαντες μέχρι του στρατοπέδου αυτών και αποβιβασθέντες εις την ξηράν έκαυσαν τας εγκαταλελειμμένας σκηνάς και διήρπασαν τα χρήματα. Εις τούτο λοιπόν το μέρος οι μεν Κορίνθιοι και οι σύμμαχοι αυτών ενικώντο, οι δε Κερκυραίοι επεκράτουν· εις το μέρος όμως όπου ήσαν αυτοί οι Κορίνθιοι, ήτοι εις το αριστερόν, εκεί ενικήθησαν οι Κερκυραίοι οι οποίοι όντες εξ αρχής υποδεέστεροι κατά τον αριθμόν των πλοίων εστερούντο κατ' εκείνην την στιγμήν της βοηθείας των προς καταδίωξιν πεμφθέντων είκοσι πλοίων. Οι δε Αθηναίοι βλέποντες τους Κερκυραίους πιεζομένους εβοήθουν αυτούς μάλλον ανεπιφυλάκτως, κατ' αρχάς μεν απέχοντες πάσης επιθέσεως· αλλ' άμα η τροπή έγινε τελεία, και οι Κορίνθιοι ήρχισαν την καταδίωξιν, τότε όλοι μετέσχον εις το έργον και δεν διεκρίνετο πλέον τίποτε, αλλ' εξ ανάγκης συνεπλάκησαν προς αλλήλους οι Κορίνθιοι και οι Αθηναίοι.

50. Γενομένης δε της τροπής, οι Κορίνθιοι δεν εφρόντισαν να ανασύρουν εκ του ύδατος τα σκάφη των πλοίων τα οποία είχον βυθίσει, αλλά λαβόντες διαφόρους διευθύνσεις ησχολήθησαν μάλλον εις την σφαγήν των ανδρών παρά επί την αιχμαλώτισιν αυτών· και τους εαυτών φίλους, αγνοούντες την ήτταν ην υπέστη το δεξιόν αυτών κέρας, εφόνευον χωρίς να το αντιλαμβάνωνται. Επειδή δε είχον αμφότερα τα μέρη πολλά πλοία, και επειδή ταύτα κατείχον μεγάλην έκτασιν της θαλάσσης, συνέβη ώστε κατά την συμπλοκήν να μη διακρίνωνται ευκόλως οι νικώντες και οι ηττώμενοι. Η ναυμαχία δε αύτη, ένεκα του αριθμού των πλοίων, υπήρξεν η σημαντικωτέρα πασών όσας μέχρι της εποχής εκείνης έκαμον Έλληνες εναντίον Ελλήνων. Αφού δε κατεδίωξαν τους Κερκυραίους οι Κορίνθιοι μέχρι της ξηράς, ετράπησαν προς τα ναυάγια και τους νεκρούς αυτών· και ευρόντες τους πλείστους εκόμισαν εις τα Σύβοτα, ένθα υπήρχεν ο κατά γην στρατός των επικουρικών βαρβάρων· είναι δε τα Σύβοτα λιμήν έρημος της Θεσπρωτίδος. Τούτο πράξαντες και συναθροισθέντες πάλιν ώρμησαν κατά των Κερκυραίων. Ούτοι δε φοβηθέντες μη οι Κορίνθιοι πειραθούν ν' αποβώσιν εις την νήσον των αντεπεξήλθαν μετά των πλοίων άτινα ήσαν εις καλήν κατάστασιν ενώσαντες εις αυτά το επίλοιπον του στόλου και τας Αττικάς ναυς. Ήδη δε ήτο αργά και ήρχιζεν ο παιάν της επιθέσεως, ότε οι Κορίνθιοι έστρεψαν απροόπτως πρύμναν ιδόντες προχωρούσας είκοσι ναυς των Αθηναίων, τας οποίας, κατόπιν των δέκα, εξέπεμψαν εις βοήθειαν οι Αθηναίοι φοβηθέντες (όπερ εγένετο) μήπως νικηθούν οι Κερκυραίοι και δεν αρκέσουν προς υπεράσπισίν των αι πρώται δέκα.

51. Ταύτας λοιπόν ιδόντες πρώτοι οι Κορίνθιοι και υποπτευθέντες ότι ήσαν πλειότεραι παρ' όσαι εφαίνοντο ήρχισαν να οπισθοχωρώσιν. Αλλ' οι Κερκυραίοι, ως εκ του μη καταλλήλου της θέσεώς των, δεν τας έβλεπον και εθαύμαζον διά την υποχώρησιν των Κορινθίων, μέχρις ου τινες ιδόντες είπον ότι ήσαν πλοία προχωρούντα. Τότε και αυτοί ανεχώρουν, διότι ήρχιζεν ήδη να γίνεται σκότος και οι Κορίνθιοι διά της αναχωρήσεως των έδωκαν τέλος εις την μάχην. Ούτω τα δύο μέρη απεχωρίσθησαν και η ναυμαχία ετελείωσε κατά την νύκτα. Ενώ δε οι Κερκυραίοι ήσαν εστρατοπεδευμένοι πλησίον της Λευκίμμης, τα είκοσι εκείνα πλοία των Αθηνών των οποίων ήρχε Γλαύκων ο Λεάγρου και Ανδοκίδης ο Λεωγόρου, προχωρούντα διά των νεκρών και των συντριμμάτων, έφθανον εις το στρατόπεδον όχι πολύ μετά την εμφάνισίν των. Οι δε Κερκυραίοι, επειδή ήτο νυξ, κατ' αρχάς μεν εφοβήθησαν μήπως ήσαν εχθρικά, έπειτα όμως τα ανεγνώρισαν και ηγκυροβόλησαν.

52. Την δε επομένην πλεύσασαι ανοικτά εις το πέλαγος αι τριάκοντα Αττικαί νήες και όσαι των Κερκυραίων ήσαν αβλαβείς, διηυθύνθησαν προς τον εν τοις Συβότοις λιμένα, όπου ήσαν ηγκυροβολημένοι οι Κορίνθιοι, θέλοντες να γνωρίσωσιν αν ούτοι εσκόπουν να ναυμαχήσωσιν. Αλλ' οι Κορίνθιοι ελκύσαντες προς την ξηράν τα πλοία των και παρατάξαντες αυτά εις τον όρμον ησύχαζον, ουδόλως σκεπτόμενοι ν' αρχίσουν εκουσίως, την ναυμαχίαν, αφού έβλεπον τούτο μεν ότι ήλθον πλοία εξ Αθηνών τα οποία ήσαν ανέπαφα, τούτο δε διότι προέκυψαν εις αυτούς πολλαί δυσχέρειαι, τόσον περί την φύλαξιν των αιχμαλώτων τους οποίους είχον εις τα πλοία, όσον και περί την επισκευήν των πλοίων των αδύνατον ούσαν εν τόπω ερήμω· μάλλον δε διεσκέπτοντο πώς να επιστρέψουν εις τα ίδια φοβούμενοι μήπως οι Αθηναίοι νομίσαντες τας συνθήκας διαλυμένας, διότι συνεπλάκησαν, δεν τους αφήσουν ν' αποπλεύσουν.

53. Απεφάσισαν λοιπόν επιβιβάσαντες άνδρας εις ακάτιον να πέμψωσιν αυτούς άνευ κηρυκείου προς τους Αθηναίους διά να εννοήσουν τους σκοπούς των. Και πέμψαντες έλεγον τα εξής, «Αδίκως φέρεσθε, ώ Αθηναίοι, αρχόμενοι του πολέμου και λύοντες τας συνθήκας· διότι εις ημάς θέλοντας να τιμωρήσωμεν τους εχθρούς μας ίστασθε εμπόδιον και εγείρετε όπλα. Εάν δε σκοπεύετε να μας εμποδίσετε να πλεύσωμεν κατά της Κερκύρας ή όπου αλλαχού θέλομεν, λύσατε τας συνθήκας και ημάς πρώτους συλλαβάντες μεταχειρισθήτε ως πολεμίους». Και οι μεν απεσταλμένοι ταύτα είπον· όσοι δε εκ του στρατοπέδου των Κερκυραίων ήκουσαν ανεβόησαν ευθύς να συλλάβουν και φονεύσουν αυτούς, αλλ' οι Αθηναίοι απεκρίθησαν τα εξής. «Ούτε αρχίζομεν τον πόλεμον, ώ άνδρες Πελοποννήσιοι, ούτε λύομεν τας συνθήκας, αλλ' ήλθομεν προς βοήθειαν των Κερκυραίων τούτων, οίτινες είναι σύμμαχοι ημών. Και εάν μεν θέλετε να μεταβήτε αλλαχού, δεν σας εμποδίζομεν· εάν δε θέλετε να πλεύσετε κατά της Κερκύρας ή τινος εξαρτήματος αυτής, δεν θα επιτρέψωμεν τούτο, εφ' όσον είναι εις ημάς δυνατόν»,

54. Ότε τοιαύτα απεκρίθησαν οι Αθηναίοι, οι μεν Κορίνθιοι παρεσκευάζοντο να πλεύσουν οίκαδε και έστησαν τρόπαιον επί των εν τη ηπείρω Συβότων· οι δε Κερκυραίοι, συναθροίσαντες τα ναυάγια και τα πτώματα όσα το κύμα και ο άνεμος, όστις ηγέρθη κατά την νύκτα διεσκόρπισεν αυτά πανταχού, έστησαν και αυτοί επίσης τρόπαιον επί των εν τη νήσω Συβότων ως νικήσαντες. Ιδού δε διατί αμφότερα τα μέρη ωκειοποιήθησαν την νίκην. Οι μεν Κορίνθιοι υπερτερήσαντες εις την ναυμαχίαν μέχρι νυκτός, ώστε και ναυάγια πλείστα και νεκρούς να συνάξωσι, και αφού άνδρας συνέλαβον αιχμαλώτους όχι ολιγωτέρους των χιλίων, και πλοία κατεβύθισαν περί τα εβδομήκοντα, έστησαν τρόπαιον· οι δε Κερκυραίοι καταστρέψαντες, τριάκοντα πλοία, και μετά την άφιξιν των Αθηναίων, συναθροίσαντες τα ίδια ναυάγια και τους νεκρούς, και επί τω λόγω ότι την προτεραίαν οι Κορίνθιοι ιδόντες τας Αττικάς ναυς πρύμναν στρέψαντες υπεχώρησαν και δεν εξήλθον εκ των Συβότων προς απάντησιν του εχθρού, διά ταύτα έστησαν τρόπαιον. Και τοιουτοτρόπως μεν καθείς των δύο ηξίου υπέρ εαυτού την νίκην.

55. Οι δε Κορίνθιοι επιστρέφοντες εις την πατρίδα των εκυρίευσαν δι' απάτης το Ανακτόριον κείμενον εις το στόμιον του Αμπρακικού κόλπου (ανήκε δε τούτο από κοινού εις αυτούς και εις τους Κερκυραίους), και αφήσαντες εκεί οικήτορας Κορινθίους ανεχώρησαν εις τα ίδια· και εκ των Κερκυραίων οκτακοσίους μεν, οίτινες ήσαν δούλοι, επώλησαν, διακοσίους πεντήκοντα δε κρατήσαντες εφύλαττον ως αιχμαλώτους και τους περιεποιούντο καλώς ίνα κατά την επιστροφήν των τους βοηθήσωσιν εις την καθυπόταξιν της Κερκύρας· έτυχε δε να είναι οι πλείστοι εξ αυτών κατά την δύναμιν πρώτοι της πόλεως. Η μεν Κέρκυρα λοιπόν ούτως εσώθη εν τω προς τους Κορινθίους πολέμω, και τα πλοία των Αθηναίων ανεχώρησαν εξ αυτής. Αύτη δε υπήρξεν η πρώτη αιτία του πολέμου των Κορινθίων προς τους Αθηναίους, ότι ούτοι, ενώ είχον συνθήκην με τους Κορινθίους, εναυμάχουν ηνωμένοι μετά των Κερκυραίων.

56. Ευθύς δε μετά ταύτα συνέβησαν και αι εξής διαφοραί μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων ικαναί να προκαλέσουν τον πόλεμον. Ενώ οι Κορίνθιοι ειργάζοντο όπως τιμωρήσουν τους Αθηναίους, ούτοι, υποπτευθέντες την έχθραν των, διέταξαν τους Ποτειδαιάτας, οίτινες κατοικούσιν επί του ισθμού της Παλλήνης, και είναι μεν άποικοι των Κορινθίων, αλλά διατελούν σύμμαχοι αυτών (των Αθηναίων) και φόρου υποτελείς, να κατεδαφίσωσι το προς την Παλλήνην τείχος και να δώσουν ομήρους· προσέτι δε να αποπέμψουν τους επιδημιουργούς και του λοιπού να μη δέχωνται εκείνους τους οποίους καθ' έκαστον έτος έπεμπον εις αυτούς οι Κορίνθιοι. Έπραττον δε ταύτα, διότι εφοβούντο όχι μόνον μήπως οι Ποτειδαιάται αποστατήσουν πειθόμενοι εις τας εισηγήσεις του Περδίκκου και των Κορινθίων, αλλά μήπως κάμουν ν' αποστατήσωσι μετ' αυτών και οι άλλοι σύμμαχοι οι εν τη Θράκη.

57. Ταύτα παρεσκεύαζον κατά των Ποτειδαιατών οι Αθηναίοι ευθύς μετά την εν Κερκύρα ναυμαχίαν· διότι όχι μόνον οι Κορίνθιοι ήσαν ήδη φανεροί εχθροί, αλλά και ο Περδίκκας, ο υιός του Αλεξάνδρου και βασιλεύς των Μεκεδόνων, σύμμαχος ων πρότερον και φίλος, τώρα εκηρύχθη πολέμιος. Η αιτία δε διά την οποίαν εκηρύχθη εχθρός αυτών ήτο διότι οι Αθηναίοι είχον συμμαχήσει μετά του αδελφού του Φιλίππου και του ανεψιού του Δέρδα, οι οποίοι από κοινού επολέμουν αυτόν. Και φοβηθείς διεπραγματεύετο μετά της Λακεδαίμονος προτρέπων να γίνη πόλεμος μεταξύ Πελοποννησίων και Αθηναίων, και τους Κορινθίους περιεποιείτο χάριν της αποστατήσεως της Ποτειδαίας· προέτρεπε δ' επίσης και τους εν Θράκη Χαλκιδείς και Βοττιαίους να συναποστατήσουν, νομίζων, ότι, αν είχε συμμάχους τους γειτονικούς αυτούς τόπους, ευκολώτερος θα καθίστατο διά της βοηθείας αυτών ο πόλεμος. Ταύτα όμως μαθόντες οι Αθηναίοι και θέλοντες να προκαταλάβουν τας αποστασίας των πόλεων (επειδή κατ' εκείνην την στιγμήν συνέπιπτε να στέλλουν κατά του Περδίκαου τριάκοντα πλοία με χιλίους οπλίτας υπό τας διαταγάς Αρχεστράτου του Λυκομήδους και δέκα άλλων στρατηγών), διατάσσουν τους άρχοντας των πλοίων να λάβουν ομήρους παρά των Ποτειδαιατών, να κατεδαφίσουν το τείχος και να επιτηρούν τας πλησίον πόλεις ίνα μη αύται αποστατήσουν.

58. Οι δε Ποτειδαιάται έπεμψαν μεν πρέσβεις προς τους Αθηναίους, με την ελπίδα να τους πείσουν να μη επιχειρήσουν τι εναντίον αυτών, ελθόντες δε και εις την Λακεδαίμονα μετά Κορινθίων ενήργουν να τοις δοθή βοήθεια εν ανάγκη. Επειδή δε μετά μακράς προς τους Αθηναίους διαπραγματεύσεις ουδέν ηδυνήθησαν να επιτύχουν παρ' αυτών ευνοϊκόν, και επειδή τα εναντίον της Μακεδονίας αποσταλέντα πλοία είχον διαταγήν να πλεύσουν ομοίως και κατ' αυτών, οι δε προύχοντες των Λακεδαιμονίων υπέσχοντο εις αυτούς να εισβάλουν εις την Αττικήν άμα οι Αθηναίοι ήθελον επέλθει κατά της Ποτειδαίας, επωφελήθησαν τότε της ευκαιρίας ταύτης ίνα συνομόσαντες από κοινού αποστατήσουν μετά των Χαλκιδέων και των Βοττιαίων. Και ο Περδίκκας πείθει τους Χαλκιδείς, ίνα εγκαταλείποντες τας παραλίους πόλεις των και κατεδαφίζοντες αυτάς αποκατασταθούν εις Όλυνθον, μίαν πόλιν αλλ' ισχυράν αυτήν καθιστώντες· εις τους μεταναστεύοντας δε τούτους έδωκε να νέμωνται τας περί την Βόλβην λίμνην εν Μυγδονία γαίας αυτού, εφ' όσον ήθελε διαρκέσει ο προς τους Αθηναίους πόλεμος. Και ούτοι μεν καθαιρούντες τας πόλεις των μετέβαινον εις το ένδον της χώρας και παρεσκευάζοντο προς πόλεμον.

59. Τα δε τριάκοντα πλοία των Αθηναίων φθάνουσιν εις τα παράλια της Θράκης και καταλαμβάνουν και την Ποτείδαιαν και τας άλλας αποστατησάσας πόλεις. Νομίσαντες δε οι στρατηγοί ότι ήτο αδύνατον με τας δυνάμεις τας οποίας είχον να πολεμήσουν συγχρόνως και προς τον Περδίκκαν και προς τας αποστατησάσας πόλεις τρέπονται κατά της Μακεδονίας, εναντίον της οποίας αρχικώς είχον εκπεμφθή, και φθάσαντες εκεί επολέμουν μετά του Φιλίππου και των αδελφών του Δέρδου οίτινες είχον εισβάλει μετά στρατού εκ του άνω μέρους.

60. Εν τω μεταξύ οι Κορίνθιοι, ιδόντες αποστατήσασαν την Ποτείδαιαν και τα Αττικά πλοία όντα περί την Μακεδονίαν, εφοβήθησαν διά την πόλιν ταύτην, και τον κίνδυνον νομίζοντες ιδικόν των πέμπουν και εθελοντάς Κορινθίους και εκ των άλλων Πελοποννησίων πείσαντες με μισθόν χιλίους εξακοσίους, όλους οπλίτας και ψιλούς τετρακοσίους. Ήτο δε στρατηγός αυτών Αριστεύς ο Αδειμάντου, και οι πλειότεροι των εκ Κορίνθου εθελοντών στρατιωτών τον ηκολούθουν μάλλον από φιλίαν, διότι ήτο πάντοτε αφωσιωμένος εις τους Ποτειδαιάτας. Και φθάνουσιν ούτοι εις τα της Θράκης παράλια την τεσσαρακοστήν ημέραν μετά την αποστασίαν της Ποτειδαίας

61. Αμέσως δε ήλθεν εις τους Αθηναίους η αγγελία ότι απεστάτησαν αι πόλεις· άμα δε έμαθον και την άφιξιν του υπό τον Αριστέα στρατού, πέμπουν κατά των πόλεων αι οποίαι απεστάτησαν δισχιλίους οπλίτας Αθηναίους και τεσσαράκοντα πλοία υπό την στρατηγίαν Καλλίου του Καλλιάδου μετά τεσσάρων άλλων. Φθάσαντες δε ούτοι πρώτον εις την Μακεδονίαν ευρίσκουν τους προ αυτών αναχωρήσαντας χιλίους κυριεύσαντας ήδη την Θέρμην και πολιορκούντας την Πύδναν. Στρατοπεδεύσαντες δε και αυτοί επολιόρκουν την Πύδναν, έπειτα όμως, επειγόμενοι να φθάσωσιν εις Ποτείδαιαν όπου ήτο ήδη ο Αριστεύς, συνομολογήσαντες συμφωνίαν και συμμαχίαν βιαστικά προς τον Περδίκκαν, ανεχώρησαν εκ της Μακεδονίας. Αφικόμενοι δε εις Βέρροιαν και εκείθεν επιστρέφοντες αφού πρώτον προσεπάθησαν να την κυριεύσουν και απέτυχον, επορεύθησαν διά ξηράς προς την Ποτείδαιαν, αριθμούμενοι εις τρισχιλίους οπλίτας Αθηναίους, εκτός πολλών συμμάχων και εξακοσίων ιππέων Μακεδόνων των μετά του Φιλίππου και του Παυσανίου, και συγχρόνως παρέπλεον εβδομήκοντα πλοία. Αργά δε βαδίζοντες έφθασαν μετά τρεις ημέρας εις Γίγωνον και εστρατοπέδευσαν.

62. Οι δε Ποτειδαιάται και οι μετά του Αριστέως Πελοποννήσιοι αναμένοντες τους Αθηναίους εστρατοπεδεύοντο πλησίον της Ολύνθου εν τω ισθμώ και έστησαν αγοράν έξω της πόλεως. Και όλοι μεν του πεζικού οι σύμμαχοι εξέλεξαν στρατηγόν τον Αριστέα, του δε ιππικού τον Περδίκκαν, όστις είχεν αποστατήσει, ευθύς πάλιν από των Αθηναίων και είχε συμμαχήσει μετά των Ποτειδαιατών, καταστήσας εις την θέσιν του άρχοντα τον Ιόλαον. Η ιδέα δε του Αριστέως ήτο, έχων εν τω ισθμώ το μεθ' εαυτούς στρατόπεδον, να επιτηρή τους Αθηναίους, εάν επήρχοντο, να μενωσι δε εν Ολύνθω οι Χαλκιδείς, και οι έξω του ισθμού σύμμαχοι, και οι υπό τον Περδίκκαν διακόσιοι ιππείς· και ότε οι Αθηναίοι ήθελον προχωρήσει διά να προσβάλουν το στρατόπεδον του Αριστέως, ούτοι, επερχόμενοι εκ των νώτων, να θέσουν τους πολεμίους εις το μέσον. Αλλ' ο Καλλίας ο των Αθηναίων στρατηγός και οι συστράτηγοι εις μεν την Όλυνθον πέμπουν το μακεδονικόν ιππικόν και ολίγους εκ των συμμάχων, όπως εμποδίζουν πάσαν εκ των έσω προς τα έξω βοήθειαν, αυτοί δε εγείραντες το στρατόπεδον επροχώρουν εναντίον της Ποτειδαίας. Και άμα έφθασαν εις τον ισθμόν και είδον τους εναντίους παρασκευαζομένους ως διά μάχην, αντιπαρετάχθησαν και αυτοί, και μετ' ου πολύ συνεπλάκησαν. Και το μεν κέρας του Αριστέως και όσοι ήσαν περί αυτόν εκλεκτοί Κορίνθιοι και άλλοι έτρεψαν εις φυγήν τους απέναντι των εχθρούς και κατεδίωξαν αυτούς επί πολύ· το άλλο όμως στρατόπεδον των Ποτειδαιατών και Πελοποννησίων ηττήθη υπό των Αθηναίων και κατέφυγεν εις το τείχος.

63. Επιστρέψας δε ο Αριστεύς εκ της καταδιώξεως και ιδών το επίλοιπον στράτευμα νικημένον εδίσταζε προς ποίον μέρος να υποχωρήση, προς την Όλυνθον ή προς την Ποτείδαιαν απεφάσισε δε συνάζων όσους είχε μαζί του εις όσον το δυνατόν ελάχιστον χώρον να τραπή βιαίως προς την Ποτείδαιαν, και παρήλθε κοντά από την ακτήν της θαλάσσης προσβαλλόμενος δεινώς, ολίγους μέν τινας απολέσας, τους δε πλείστους σώσας. Οι δε από της Ολύνθου βοηθοί των Ποτειδαιατών (απέχει δε η Όλυνθος εξήκοντα περίπου σταδίους και είναι καταφανής εκ της Ποτειδαίας), άμα ήρχισεν η μάχη και υψώθησαν τα σημεία, επροχώρησαν ολίγον διά να βοηθήσουν· αλλ' οι Μακεδόνες ιππείς αντιπαρετάχθησαν διά να εμποδίσουν αυτούς· επειδή δε ταχέως η νίκη έκλινεν υπέρ των Αθηναίων και τα σημεία κατέβησαν, επέστρεψαν πάλιν όπισθεν του τείχους, και οι Μακεδόνες προς τους Αθηναίους. Ούτω λοιπόν το ιππικόν αμφοτέρων των μερών έμεινεν άπρακτον. Μετά δε την μάχην οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον, και απέδωκαν κατά τα συμφωνημένα τους νεκρούς εις τους Ποτειδαιάτας· απέθανον δε εκ μεν των Ποτειδαιατών και των συμμάχων σχεδόν τριακόσιοι, εκ δε των Αθηναίων εκατόν πεντήκοντα και ο στρατηγός Καλλίας.

64. Ευθύς δε οι Αθηναίοι ύψωσαν έτερον τείχος εις το προς την Ποτείδαιαν τείχος και έθεσαν φρουράν· το δε προς την Παλλήνην τείχος αφήκαν ελεύθερον· διότι έβλεπον ότι δεν είχον αρκετάς δυνάμεις ώστε να φρουρούν τον ισθμόν και συγχρόνως να μεταβούν εις την Παλλήνην διά να εγείρουν όμοιον τείχος, και διότι εφοβούντο μήπως διαιρούμενοι ούτως εις δύο, προσβληθούν υπό των Ποτειδαιατών και των συμμάχων των. Ότε όμως έμαθον οι εν Αθήναις ότι η Παλλήνη έμενεν ατείχιστος, έπεμψαν βραδύτερον χιλίους εξακοσίους οπλίτας Αθηναίους υπό τον στρατηγόν Φορμίωνα τον Ασωπίου· όστις αναχωρήσας εξ Αφύτιος και φθάσας εις την Παλλήνην επλησίασε τον στρατόν προς την Ποτείδαιαν βραδέως προχωρών και λεηλατών την πεδιάδα· επειδή δε ουδείς εξήρχετο διά να πολεμήση, περιέκλεισε δι' ετέρου τείχους το προς την Παλλήνην τείχος. Και τοιουτοτρόπως η Ποτείδαια ολότελα από τα δύο μέρη επολιορκείτο, συγχρόνως δε και διά θαλάσσης υπό των ηγκυροβολημένων πλοίων.

65. Ο δε Αριστεύς, μετά τον διά τείχους αποκλεισμόν αυτής, ουδεμίαν έχων ελπίδα σωτηρίας, εκτός αν ήρχετο βοήθειά τις εκ της Πελοποννήσου ή συνέβαινεν απροσδόκητόν τι, συνεβούλευε μεν, πλην πεντακοσίων, οι λοιποί άμα πνεύση ούριος άνεμος να εκπλεύσουν όπως επαρκέσουν πλειότερον χρόνον τα τρόφιμα, αυτός δε να είναι μεταξύ των μενόντων. Αλλ' επειδή η γνώμη του δεν υπερίσχυσε, θέλων να κάμη τας αναγκαίας προετοιμασίας και να τακτοποιήση όσον το δυνατόν καλλίτερον και τας έξω υποθέσεις, εξήλθε της θαλάσσης διαφυγών την προσοχήν της Αθηναϊκής φρουράς· και μεταβάς εις τους Χαλκιδείς επολέμει μετ' αυτών εις διάφορα μέρη, στήσας δε ενέδραν πλησίον της πόλεως των Σερμυλίων πολλούς εκ τούτων εφόνευσε και συγχρόνως ήτο εις διαπραγματεύσεις μετά των Πελοποννησίων, όπως επιτύχη βοήθειάν τινα παρ' αυτών. Μετά τον αποκλεισμόν δε της Ποτειδαίας, ο Φορμίων έχων μεθ' εαυτού τους χιλίους εξακοσίους οπλίτας ελεηλάτει την Χαλκιδικήν και την Βοττικήν, και εκυρίευσε μικράς τινας πόλεις.

66. Τοιαύται υπήρξαν αι προ του πολέμου αιτίαι μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων· οι μεν Κορίνθιοι παρεπονούντο ότι, ενώ η Ποτείδαια ήτο ιδική των αποικία, και οι εν αυτή άνδρες Κορίνθιοι και Πελοποννήσιοι, επολιορκούντο υπό των Αθηναίων· οι δε Αθηναίοι εκάκιζον τους Πελοποννησίους ότι διήγειρον εις αποστασίαν πόλιν σύμμαχον και φόρου υποτελή, και ήλθον να τους πολεμήσουν αναφανδόν μετά των Ποτειδαιατών. Εν τούτοις δεν είχε κηρυχθή ακόμη ο πόλεμος, αλλ' υφίστατο ακόμη ανακωχή, διότι ταύτα έπραξαν οι Κορίνθιοι μόνοι των.

67. Καθ' ον καιρόν δε επολιορκείτο η Ποτείδαια, δεν ησύχαζον οι Κορίνθιοι, διότι είχον συμπολίτας κλεισμένους εντός αυτής και συγχρόνως διότι εφοβούντο διά την πόλιν ταύτην. Αμέσως λοιπόν παρεκάλεσαν τους συμμάχους να μεταβούν εις Λακεδαίμονα, ελθόντες δε και οι ίδιοι κατηγορούν τους Αθηναίους ότι παρεβίασαν τας συνθήκας και ηδίκουν την Πελοπόννησον. Και οι μεν Αιγινήται δεν έπεμψαν πρέσβεις αναφανδόν, φοβούμενοι τους Αθηναίους, κρυφίως όμως συνετάσσοντο με την γνώμην των Κορινθίων, και επρότεινον όχι ολιγώτερον ενθέρμως τον πόλεμον, προφασιζόμενοι ότι δεν απήλαυον της ανεξαρτησίας της απονεμομένης υπό των συνθηκών. Οι δε Λακεδαιμόνιοι προσκαλέσαντες να παρουσιασθώσιν οι σύμμαχοι και κάθε άλλος ισχυριζόμενος ότι ηδικήθη υπό των Αθηναίων συνεκρότησαν το σύνηθες αυτών συμβούλιον και τους επρόσταξαν να εξηγηθώσι. Πολλοί και διάφοροι προσελθόντες εις το μέσον· εφανέρωνον τα παράπονα των· ιδίως οι Μεγαρείς, μεταξύ άλλων παραπόνων έλεγον προ πάντων ότι, παρά τας συνθήκας, τους είχον αποκλείσει από όλους τους λιμένας τους υπαγομένους εις την εξουσίαν των Αθηναίων, προσέτι δε και εκ της αγοράς της Αττικής. Παρελθόντες δε τελευταίοι οι Κορίνθιοι, αφού πρώτον αφήκαν τους άλλους να παροξύνωσι τους Λακεδαιμονίους, είπον τα εξής.

68. «Η ειλικρίνεια, ω Λακεδαιμόνιοι, του πολιτικού και ιδιωτικού σας βίου σας καθιστά δυσπιστοτέρους εις τα περί των άλλων λεγόμενα κακά· ως εκ τούτου είσθε μεν συνετοί, η αμάθειά σας όμως ως προς τας εξωτερικάς υποθέσεις είναι μεγαλυτέρα από την σύνεσιν. Διότι πολλάκις σας προείπομεν όσα εμέλλομεν να πάθωμεν υπό των Αθηναίων, αλλά σεις όχι μόνον δεν ωφελήθητε εξ εκείνων τα οποία σας εδιδάσκομεν εκάστοτε, αλλ' ενομίζετε ότι οι λέγοντες ωμίλουν μάλλον περί των ιδίων εαυτών συμφερόντων· και δι' αυτό, όχι πριν πάθωμεν, αλλά τώρα ότε ολονέν πάσχομεν προσεκαλέσατε τούτους τους συμμάχους, μεταξύ των οποίων εις ημάς αρμόζει προ πάντων να ομιλήσωμεν, επειδή ημείς έχομεν πλειότερα παράπονα, υπό μεν των Αθηναίων υβριζόμενοι, υφ' υμών δε παραμελούμενοι. Και εάν μεν οι Αθηναίοι ηδίκουν αφανώς πως την Ελλάδα, έπρεπε να φωτίσωμεν τους μη γνωρίζοντας. Τώρα όμως τις η ανάγκη μακρών λόγων, αφού βλέπετε άλλους μεν να υποδουλώνουν, άλλους δε να επιβουλεύωνται, προ πάντων τους ημετέρους συμμάχους, και προ πολλού να ευρίσκωνται προητοιμασμένοι εν περιπτώσει καθ' ην ήθελον περιέλθει εις πόλεμον; διότι, αν δεν ήσαν προπαρεσκευασμένοι, δεν θα μας ήρπαζον διά δόλου την Κέρκυραν και δεν θα επολιόρκουν την Ποτείδαιαν, εκ των οποίων η μεν τελευταία είναι θέσις πολύ επίκαιρος διά τας επί Θράκης επιχειρήσεις, η δε πρώτη ηδύνατο να παράσχη μέγιστον ναυτικόν εις τους Πελοποννησίους.

69. »Τούτων δε των συμβαινόντων αίτιοι είσθε υμείς, πρώτον μεν διότι αφήκατε αυτούς να ενισχύσουν την πόλιν των μετά τα Μηδικά, και ύστερον να κτίσουν τα μακρά τείχη, αποστερούντες μέχρι τούδε πάντοτε όχι μόνον την ελευθερίαν εκείνων τους οποίους υποδουλώνουν, αλλά και τώρα αυτών ακόμη των συμμάχων σας· διότι επιβάλλει αληθώς την δουλείαν όχι ο υποδουλώνων, αλλ' ο δυνάμενος μεν να εμποδίση ταύτην, παραμελεί δε να το πράξη, μολονότι έχων την ένδοξον φήμην ότι είναι ελευθερωτής της Ελλάδος. Μόλις δε σήμερον συνήλθομεν, αλλά και σήμερον ακόμη υπάρχει εις σας αμφιβολία αν αδικούμεθα· διότι, εάν υπήρχε βεβαιότης, έπρεπεν όχι να εξετάσετε αν αδικούμεθα, αλλά πώς να υπερασπισθώμεν. Οι δραστήριοι άνθρωποι και όχι βραδείς, αφού πρότερον αποφασίσουν, επέρχονται, κατά των εχθρών, οίτινες ακόμη δεν απεφάσισαν· γινώσκομεν δε κατά ποίον τρόπον και πόσον βραδέως οι Αθηναίοι επιτίθενται, κατά των άλλων. Και, ενόσω μεν νομίζουν ότι μένουν απαρατήρητοι ως εκ της απροσεξίας σας, έχουν ολιγώτερον θάρρος, άμα δε σας εννοήσουν ότι, μολονότι γινώσκοντες, τους παραβλέπετε, τότε βαρέως θα επιτεθώσι. Μεταξύ των Ελλήνων σεις μόνον ησυχάζετε, ω Λακεδαιμόνιοι, και απωθείτε τον εχθρόν ουχί διά της δυνάμεως, αλλά διά της αδρανείας· σεις μόνον επίσης καταστρέφετε την αύξησιν των εχθρών ουχί όταν άρχεται, αλλ' όταν διπλασιάζεται. Φήμη επεκράτει διά σας ότι είσθε ησφαλισμένοι από των εξωτερικών κινδύνων, αλλά, ως εκ των υστέρων εφάνη, η περί υμών φήμη απεδείχθη ψευδής. Ημείς ηξεύρομεν ότι οι Μήδοι ήλθον από τα πέρατα της γης μέχρι της Πελοποννήσου πριν ή αντιτάξητε κατ' αυτών δυνάμεις αξίας υμών, τώρα δε ότε οι Αθηναίοι δεν είναι μακράν ως οι Μήδοι, αλλά πλησίον, τους βλέπετε μετ' αδιαφορίας και, αντί να τους προσβάλετε, προτιμάτε να τους αποκρούσετε ελθόντας, και, πολεμούντες προς πολύ δυνατωτέρους, να περιέλθητε εις τας αδήλους τύχας του πολέμου, μολονότι γνωρίζοντες ότι και αυτός ο βάρβαρος εις πλείστα σφάλματα περιέπεσε μόνος του και ημείς πολλάκις εθριαμβεύσαμεν κατά των Αθηναίων πολύ μάλλον ένεκα των σφαλμάτων των ή με την βοήθειάν σας· διότι αι ελπίδες τας οποίας είχον προς υμάς τινες πιστεύσαντες και αμελήσαντες να παρασκευασθούν επροξένησαν ήδη την καταστροφήν των. Ας μη νομίση δε κανείς ότι λέγομεν ταύτα από έχθραν μάλλον ή από φιλικήν επίπληξιν· διότι επιπλήττομεν μεν φίλους άνδρας, όταν σφάλλουν, κατηγορούμεν δε τους εχθρούςς όταν αδικούν.

70. »Εκτός τούτου, όπερ πάντας τους άλλους νομίζομεν ότι έχομεν το δικαίωμα να μεμφθώμεν τους άλλους, τοσούτω μάλλον όσω πρόκειται περί μεγάλων συμφερόντων, των οποίων την αξίαν νομίζομεν ότι όχι μόνον δεν αισθάνεσθε, αλλ', ουδ' εσυλλογίσθητε ουδέποτε ποίοι είναι οι Αθηναίοι προς τους οποίους θα αγωνισθήτε, και πόσον ο χαρακτήρ αυτών είναι εντελώς διάφορος του ιδικού σας. Αυτοί μεν, ως γνωστόν, είναι νεωτερισταί και ταχείς εις τας επινοήσεις και εις τας εκτελέσεις των αποφασισθέντων· σεις δε εξ εναντίας θέλετε να διατηρήτε τα υπάρχοντα, χωρίς ούτε να εφευρίσκετε τίποτε, ούτε να εκτελήτε καν οσα κρίνονται αναγκαία. Προσέτι δε οι μεν Αθηναίοι είναι υπέρ τας δυνάμεις των παράτολμοι, και απιστεύτως ριψοκίνδυνοι, και εις τους κινδύνους αισιόδοξοι· ο δε ιδικός σας τρόπος είναι να πράττετε πράγματα κατώτερα των δυνάμεων σας, να μη πιστεύετε εις ασφαλή τεκμήρια, και να νομίζετε ότι ουδέποτε θέλετε απαλλαγή των δεινών. Προς τούτοις δε είναι ενεργητικοί παραβαλλόμενοι προς σας τους βραδείς, και αποδημούσιν εκ της πατρίδος των, ενώ σεις δεν αποσπάσθε από της ιδικής σας. Και αυτοί μεν νομίζουν ότι απουσιάζοντες δύνανται να αποκτήσουν επί πλέον κάτι, σεις δε, εάν επιδράμετε, νομίζετε ότι βλάπτετε τα ετοίμην απόλαυσιν παρέχοντα. Και εάν μεν νικήσουν τους εχθρούς, εξακολουθούν να πολεμούν επί πλείστον χρόνον, εάν δε νικηθούν, δι' ολίγον καιρόν στενοχωρούνται. Προσέτι δε, προκειμένου να υπηρετήσουν την πατρίδα, τα μεν σώματα των θεωρούν ως εντελώς ξένα, το δε πνεύμα των ως εντελώς ιδικόν των κτήμα. Και αν μεν δεν εκτελέσουν όσα διενοήθησαν, νομίζουν ότι εστερήθησαν ιδικά των· εάν δε επιτύχουν, τα πραχθέντα τοις φαίνονται ελάχιστα συγκρινόμενα προς τα μέλλοντα να εκτελεσθούν. Μόνοι οι Αθηναίοι άμα ελπίσουν κάτι το επιτυγχάνουν, καθότι επιχειρούν ταχέως τα αποφασισθέντα. Και ταύτα πάντα επιδιώκουν μετά μόχθων και κινδύνων αιωνίως, ελαχίστην δε απόλαυσιν λαμβάνουν των υπαρχόντων αυτών ένεκα της μανίας την οποίαν έχουσι να προσκτώνται πάντοτε, ουδεμίαν άλλην νομίζοντες καλυτέραν ανάπαυσιν ή να ενεργούν τα πρέποντα, και μηδόλως θεωρούντες ως συμφοράν την επίπονον ασχολίαν, αλλά τουναντίον την απράγμονα ησυχίαν. Ώστε, αν έλεγε τις δι' ολίγων λέξεων, ότι οι Αθηναίοι προωρίσθησαν ούτε αυτοί να ησυχάζουν, ούτε τους άλλους να αφήνουν ησύχους, θα έλεγε την αλήθειαν.

71. » Ταύτην και τοιαύτην πόλιν έχοντες αντίπαλον, ω Λακεδαιμόνιοι, βαρύνεσθε να ενεργήσητε και νομίζοντες ότι δεν ήθελε διατηρηθή επί πολύ η ησυχία μεταξύ ανθρώπων, οίτινες την μεν εις πόλεμον προπαρασκευήν ήθελον πράξει μη παραβαίνοντες τον νόμον, δεικνύουν δε φανερά ότι σκοπόν έχουν να μη επιτρέπουν να τους αδικούν. Σεις νομίζετε ότι εξ ίσου συντελεί εις την διατήρησιν της ειρήνης το να μη λυπήτε τους άλλους και αμυνόμενοι να μη βλάπτεσθε. Τούτο όμως μόλις θα το επετυγχάνετε, εάν είχετε γείτονας ομοίους με σας. Αλλά, ως σας είπομεν προ ολίγου, τα σημερινά ήθη σας, παραβαλλόμενα προς τα των Αθηναίων, είναι αρχαϊκά. Ανάγκη δε, ως και εις τας τέχνας, τα νεώτερα μέσα να επικρατούν των παλαιών· και, ενόσω μεν ησυχάζει η πόλις, οι αμετάβλητοι θεσμοί είναι άριστοι, όταν δε αναγκασθή αύτη να επιχειρήση πολλά, είναι ανάγκη να καταφύγη εις πολλάς καινοτομίας. Τούτου δε ένεκα η πολιτική των Αθηναίων, ένεκα των πολλών καινοτομιών, είναι πολύ πλέον νεωτεριστική της ιδικής σας. Ας παύση λοιπόν η βραδύτης σας από σήμερον και βοηθήσατε, ως υπεσχέθητε, τους Ποτειδαιάτας και τους άλλους συμμάχους, ταχέως εισβάλλοντες εις την Αττικήν, ίνα μη άνδρας φίλους και συγγενείς εγκαταλείψητε εις εχθρούς αμειλίκτους, και ημάς τους άλλους, αναγκάσητε να ζητήσωμεν άλλην τινά συμμαχίαν. Εάν πράξωμεν τούτο, δεν θέλομεν αμαρτήσει ούτε προς τους μάρτυρας των όρκων θεούς, ούτε προς τους φρονίμους ανθρώπους. Διότι παραβιάζουν τας συνθήκας ουχί οι ένεκεν εγκαταλείψεως ζητούντες νέους φίλους, αλλ' οι μη βοηθούντες εκείνους προς τους οποίους ωρκίσθησαν να συμμαχούν. Εάν θέλετε να μας βοηθήσετε, μένομεν σύμμαχοι σας· διότι ηθέλομεν είσθαι ανόσιοι αλλάσσοντες συμμάχους, και δεν θα ευρίσκαμεν άλλους γνωριμωτέρους. Σκεφθήτε λοιπόν επί όλων τούτων φρονίμως και προσπαθήσατε ίνα μη, υπό την ιδικήν σας ηγεμονίαν, η Πελοπόννησος εκπέση της θέσεως την οποίαν κατείχεν ότε παρέδωκαν αυτήν εις σας οι πρόγονοι».

72. Ταύτα είπον οι Κορίνθιοι· οι δε Αθηναίοι, διότι έτυχε να ευρίσκεται προηγουμένως εις Λακεδαίμονα πρεσβεία ελθούσα δι' άλλας υποθέσεις, άμα ήκουσαν τους λόγους εκείνους, ενόμισαν καθήκον των να έλθουν ενώπιον των Λακεδαιμονίων, ουχί διά να απολογηθούν περί των κατηγοριών όσας αι πόλεις εξετόξευον κατά των Αθηνών, αλλά διά να καταδείξουν εις αυτούς προ παντός άλλου ότι δεν έπρεπε ν' αποφασίσουν μετά σπουδής, αλλά να σκεφθούν μάλλον ωρίμως. Διά του τρόπου τούτου ήθελον να φανερώσουν πόσον ήσαν ισχυραί αι Αθήναι, να υπενθυμίσουν εις τους πρεσβυτέρους εκείνα τα οποία εγίνωσκον, και να εκθέσουν εις τους νεωτέρους όσα ηγνόουν, ελπίζοντες ότι διά της ομιλίας των ήθελον καταπείσει τους Λακεδαιμονίους να κλίνωσι μάλλον προς την ειρήνην ή προς τον πόλεμον. Προσελθόντες λοιπόν προς τους Λακεδαιμονίους, είπον ότι ήθελον και αυτοί να ομιλήσουν προς τον λαόν, εάν δεν υπήρχέ τι το εμποδίζον. Ότε δε οι Λακεδαιμόνιοι επέτρεψαν να προσέλθουν, προχωρήσαντες οι Αθηναίοι είπον τα εξής.

73. «Η αποστολή ημών εγένετο ουχί όπως έλθωμεν εις συζητήσεις μετά των συμμάχων σας, αλλ' ίνα περατώσωμεν τας υποθέσεις διά τας οποίας μας έπεμψεν η πόλις μας· μαθόντες όμως την κατακραυγήν η οποία ηγείρετο καθ' ημών, ενεφανίσθημεν ενταύθα, ουχί διά να αντείπωμεν εις τας κατηγορίας των πόλεων (διότι δεν θα συγκατετιθέμεθα να ομιλήσωμεν, αν εθεωρούμεν υμάς δικαστάς ημών και τούτων), αλλ' ίνα μη πειθόμενοι εις τους συμμάχους, εκφέρητε κακήν απόφασιν επί πράγματος τόσον σπουδαίου. Συγχρόνως δε θέλομεν να αποδείξωμεν προς όλους τούτους τους εναντίον ημών κατακραυγάζοντας ότι όσα κατέχομεν τα ελάβομεν άνευ αδικιών, και ότι η πόλις ημών είναι αξία λόγου. Και τα μεν πανάρχαια, τίς η ανάγκη να τα αναφέρωμεν, αφού ως μάρτυρες αυτών είναι μάλλον τα ώτα ή οι οφθαλμοί των ακουόντων ; Τα Μηδικά όμως και όσα εξ ιδίας πείρας γινώσκετε, όσον και αν είναι οχληρόν να τα αναφέρη τις πάντοτε, πρέπει να τα είπωμεν. Ότε επολεμούμεν κινδυνεύοντες υπέρ της σωτηρίας της Ελλάδος, του μεν έργου μετέσχετε και σεις, δεν πρέπει όμως να στερώμεθα και ημείς όλως διόλου του επαίνου, εάν ο έπαινος παρέχη ωφέλειάν τινα. Ομιλούμεν όχι τόσον διά να δικαιολογηθώμεν όσον διά να καταστήσωμεν φανερόν προς ποίαν πόλιν θα αγωνισθήτε εάν δεν λάβετε συνετά μέτρα. Λέγομεν λοιπόν ότι εν Μαραθώνι προεκινδυνεύσαμεν μόνοι κατά του βαρβάρου, και ότε ούτος ήλθε πάλιν βραδύτερον, μη όντες αρκούντως ισχυροί όπως πολεμήσωμεν κατά γην, εισήλθομεν πανδημεί εις τα πλοία, και συν τοις άλλοις Έλλησιν εναυμαχήσαμεν εν Σαλαμίνι· το οποίον ακριβώς εμπόδισεν αυτόν αποβαίνοντα από πόλεως εις πόλιν να κυριεύση την Πελοπόννησον, της οποίας οι κάτοικοι αδύνατοι όντες δεν ηδύναντο να βοηθήσουν αλλήλους εναντίον τόσων πλοίων. Απόδειξιν τούτου μεγίστην παρέσχεν αυτός ο βάρβαρος, διότι νικηθείς εις την θαλασσαν, και μη έχων πλέον αξιόμαχον δύναμιν ανεχώρησε ταχέως μετά του πλειοτέρου στρατού.

74. »Τοιούτου όντος του συμβάντος τούτου, και αποδειχθέντος σαφώς ότι η σωτηρία των Ελλήνων ωφείλετο εις τα πλοία αυτών, τρία τινά ωφελιμώτατα παρέσχομεν κατά τον περί των όλων αγώνα τούτον, ναυτικόν πολυαριθμότατον, στρατηγόν συνετώτατον, και προθυμίαν ακάματον. Εκ των τετρακοσίων πλοίων τα δύο τρίτα σχεδόν τα εδώκαμεν ημείς· στρατηγός υπήρξεν ο Θεμιστοκλής, ο οποίος εγένετο κυρίως αίτιος της εντός του στενού ναυμαχίας, ο οποίος προφανέστατα έσωσε την Ελλάδα, και τον οποίον σεις αυτοί ετιμήσατε διά τούτο πλειότερον παρά πάντα άλλον ξένον, ότε ήλθεν εις την πόλιν σας. Επεδείξαμεν δε και προθυμίαν εξαιρετικώς τολμηροτάτην, ημείς οίτινες, ως γνωστόν, επειδή δεν ήρχετο κανείς να μας βοηθήση κατά γην, διότι πάντες οι άλλοι υπεδουλώθησαν εκτός ημών, αφήνοντες την πόλιν και καταστρέφοντες τα σκεύη και την άλλην περιουσίαν, εκρίναμεν άξιον ημών να μη εγκαταλείψωμεν τους περιλειπομένους συμμάχους, μήτε να γίνωμεν άχρηστοι εις αυτούς διασπειρόμενοι εδώ κ' εκεί αλλ' εισερχόμενοι εις τα πλοία να διακινδυνεύσωμεν και να μη οργισθώμεν διότι δεν μας προελάβετε διά της συνδρομής σας. Λέγομεν λοιπόν ότι, σας ωφελήσαμεν πλειότερον παρά ημάς· διότι σεις, έχοντες τας πόλεις οικουμένας και εξακολουθούντες να κατέχετε και να καρπούσθε αυτάς, επειδή εφοβήθητε διά σας και όχι τόσον δι' ημάς επέμψατε βοηθείας· δεν εδράμετε όμως ότε ημείς είμεθα σώοι. Το καθ' ημάς ορμώμενοι από πόλεως η οποία δεν υπήρχε πλέον και αψηφούντες τον κίνδυνον χωρίς να έχωμεν μεγάλην ελπίδα να ανακτήσωμεν αυτήν, και σάς εσώσαμεν εν μέρει και ημάς αυτούς. Εάν όμως εκ των προτέρων υποτασσώμεθα εις τους Μήδους, φοβούμενοι ως τόσοι άλλοι διά την χώραν μας, ή εάν, θεωρούντες ημάς αυτούς ως εντελώς κατεστραμμένους, δεν ετολμώμεν ύστερον να εισέλθωμεν εις τα πλοία, τότε δεν θα είχετε πλέον ανάγκην, στερούμενοι ικανών πλοίων, να ναυμαχήσετε, και αι υποθέσεις του Μήδου θα προώδευον ησύχως και όπως ήθελεν αυτός.

75. » Βεβαίως είμεθα άξιοι, ω Λακεδαιμόνιοι, διά τον τότε ζήλον μας και διά την σύνεσιν των αποφάσεών μας, να μη φθονώμεθα τόσον υπερμέτρως υπό των Ελλήνων διά την ηγεμονίαν την οποίαν έχομεν· διότι την ηγεμονίαν ταύτην επετύχομεν ουχί διά της βίας αλλ' ότε σεις μεν δεν ηθελήσατε να επιμείνετε μέχρι τέλους εις τον κατά των βαρβάρων πόλεμον, οι δε σύμμαχοι ήλθον προς ημάς οίκοθεν και μας προσέφερον την ηγεμονίαν. Εξ αυτής της φύσεως του πράγματος ηναγκάσθημεν εξ αρχής να υψώσωμεν αυτήν μέχρι τούτου του σημείου, προ πάντων μεν εξ αιτίας φόβου, έπειτα δε εξαιτίας τιμής και τελευταίον εξ αιτίας συμφέροντος. Δεν μας εφάνη δε και ασφαλές να αμελήσωμεν, αφού οι πλείστοι μας εμίσουν, αφού τινές αποστατήσαντες υπετάγησαν διά της βίας, αφού σεις δεν ήσθε πλέον ως άλλοτε φίλοι μας, αλλ' ύποπτοι και εχθροί· διότι, εάν ημελούμεν, τότε οι επαναστατούντες θα μετέβαινον εις το μέρος σας. Ουδεμία λοιπόν μομφή, προκειμένου περί μεγίστων κινδύνων, να οικονομή τις καλώς τα συμφέροντα του.

76. » Σεις, ω Λακεδαιμόνιοι, διοικείτε τας εν Πελοποννήσω πόλεις εισάγοντες εις αυτάς τους συμφέροντας θεσμούς· αλλ' εάν κατά τον Μηδικόν πόλεμον επιμένοντες μέχρι τέλους εις την ηγεμονίαν εγίνεσθε μισητοί ως ημείς, γινώσκομεν καλώς ότι όχι ολιγώτερον ημών ηθέλετε αναγκασθή ή να κυβερνήσετε με αυστηρότητα ή να κινδυνεύσετε σεις οι ίδιοι. Διά ταύτα λοιπόν και ημείς ούτε τι απορίας άξιον επράξαμεν, ούτε αλλότριον της των ανθρώπων φύσεως, εάν εδέχθημεν αρχήν προσφερομένην, και αν δεν την παραμελούμεν συμμορφωθέντες προς τα μέγιστα αισθήματα, την τιμήν, τον φόβον και τα συμφέροντα· εκτός τούτου δεν υπήρξαμεν ημείς οι πρώτοι αίτιοι της τοιαύτης καταστάσεως των πραγμάτων, αλλ' ανέκαθεν επεκράτησε συνήθεια ίνα ο ασθενέστερος υποκύπτη εις τον ισχυρότερον. Ενομίσαμεν ότι ήμεθα άξιοι να ηγεμονεύσωμεν, το ενομίζετε μάλιστα και σεις μέχρι της στιγμής καθ' ην, λαμβάνοντες υπ' όψιν τα συμφέροντά σας, σας ήλθεν αίφνης εις τον νουν να λάβετε το δίκαιον ως πρόφασιν· αλλ' ουδείς έως τώρα προβάλλων τοιαύτην πρόφασιν, άμα ήλθεν η ευκαιρία να επιτύχη τι διά της βίας, απετράπη του να ωφεληθή περισσότερα. Είναι δε άξιοι επαίνων εκείνοι οίτινες υπακούοντες εις την ανθρωπίνην ροπήν του άρχειν επί των άλλων, είναι ως εκ της δικαιοσύνης των υπέρτεροι της ισχύος των. Νομίζομεν τουλάχιστον, ότι, εάν ελάμβανον άλλοι την ημετέραν αρχήν, ήθελον δείξει σαφέστατα πόσον είμεθα μέτριοι. Ένεκα δε της μετριότητος ημών ταύτης προσειλκύσαμεν αδίκως μομφάς μάλλον ή επαίνους.

77. Και όταν αποδεικνυώμεθα έχοντες κατά τα συμβόλαια άδικον εις τας προς τους συμμάχους δίκας, και όταν παρ' ημίν αυτοίς και κατά τους κοινούς νόμους εκφέρωμεν τας αποφάσεις, πάλιν νομιζόμεθα φιλόδικοι. Ουδείς αυτών λαμβάνει υπ' όψιν διατί οι διοικούντες άλλας χώρας και ολιγώτερον ημών μετρίω φερόμενοι προς τους υπηκόους δεν υφίστανται την αυτήν μομφήν. Διότι ο δυνάμενος να μεταχειρισθή την βίαν δεν έχει ανάγκην να καταφύγη εις την δικαιοσύνην. Οι σύμμαχοι ημών, συνηθισμένοι να φέρωνται προς ημάς ως ίσοι, εάν υποστώσιν ελάττωσίν τινα εις τας αξιώσεις των, είτε διά δικαστικής αποφάσεως είτε διά της βίας διότι άρχομεν, δεν μας χρεωστούν χάριν ότι δεν στερούνται τα περισσότερα, αλλά πλειότερον δυσανασχετούν διά την μερικήν στέρησιν παρά εάν εξ αρχής, αφήσαντες κατά μέρος πάσαν νομικήν διάταξιν, διεπράττομεν φανεράς πλεονεξίας· διότι εν τοιαύτη περιπτώσει δεν θα ετόλμων να υποστηρίξουν ότι δεν πρέπει ο ασθενέστερος να υποκύπτη εις τον ισχυρότερον. Φαίνεται δε ότι οι άνθρωποι πλειότερον οργίζονται όταν αδικώνται ή όταν βιάζονται· διότι εκείνο μεν νομίζεται πλεονεξία προερχομένη από ομοίων, τούτο δε ανάγκη επιβαλλομένη υπό του ισχυροτέρου. Μολονότι υπό την εξουσίαν του Μήδου έπασχον δεινότερα τα υπέφερον· η δε ημετέρα αρχή τοις φαίνεται μισητή, και ευλόγως· διότι το παρόν πάντοτε βαρύνει τους υπηκόους. Σεις οι ίδιοι, εάν καταλύοντες την ημετέραν αρχήν ήρχεσθε εις την εξουσίαν, ταχέως θα εχάνετε την εύνοιαν την οποίαν απεκτήσατε ένεκα του φόβου τον οποίον εμπνέομεν, διότι και σήμερον θα έχετε το αυτό φρόνημα οποίον απεδείξατε κατά την ολιγοχρόνιον ηγεμονίαν την οποίαν ανελάβετε κατά την εισβολήν των Μήδων. Τα έθιμά σας είναι ασυμβίβαστα προς τα των άλλων Ελλήνων, προσέτι δε έκαστος από σας αποδημών ούτε τους θεσμούς της πατρίδος του ακολουθεί, ούτε συμμορφούται προς τους θεσμούς της άλλης Ελλάδος.

78. »Σκεφθήτε λοιπόν βραδέως, διότι δεν πρόκειται περί ασημάντου πράγματος, και μη αυξήσετε τους ιδίους σας περισπασμούς, πειθόμενοι εις τας αλλοτρίας γνώμας και παράπονα. Πριν επιχειρήσετε τον πόλεμον σκεφθήτε εις πόσους παραλογισμούς δύναται ούτος να παρασύρη. Όταν παρατείνεται, αρέσκεται να πολλαπλασιάζη τας αβεβαίους τύχας από τας οποίας εξίσου απέχομεν αμφότεροι, και είναι άδηλον και αμφίβολον υπέρ τίνος θα αποβή. Επιχειρούντες οι άνθρωποι πόλεμόν τινα, αρχίζουν εξ εκείνου του σημείου εις το οποίον έπρεπε να τελειώνουν, κακοπαθούντες δε τότε αρχίζουν να σκέπτωνται. Ημείς όμως μηδέν τοιούτο λάθος πράξαντες, βλέποντες δε και σας μη περιπεσόντας εις τοιούτο, σας συμβουλεύομεν, ενόσω ακόμη υπάρχει εις αμφοτέρους ελευθέρα διάσκεψις, να μη λύσωμεν τας συνθήκας, μήτε να παραβώμεν τους όρκους, τας δε διαφοράς μας να τας λύσωμεν δικαστικώς, ως εγράφη εις τας συνθήκας. Εν εναντία περιπτώσει ημείς, λαμβάνοντες μάρτυρας τους θεούς προ των οποίων ωρκίσθημεν, θα προσπαθήσωμεν να τιμωρήσωμεν τους παραβάτας διά του αυτού τρόπου του οποίου σεις ηθέλετε δώσει παράδειγμα».

79. Ταύτα είπον οι Αθηναίοι. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, αφού ήκουσαν τα παράπονα των συμμάχων κατά των Αθηναίων, και τους λόγους των Αθηναίων, διατάξαντες να αποσυρθούν όλοι, συνεσκέπτοντο μεταξύ των περί του παρόντος ζητήματος. Και οι μεν πλείστοι συνεφώνουν ότι οι Αθηναίοι έπραξαν ήδη αδικίας, και πρέπει ταχέως να πολεμηθούν. Προσελθών δε εις το μέσον ο βασιλεύς αυτών Αρχίδαμος, θεωρούμενος ως ανήρ ικανός και συνετός, είπε ταύτα.

80. «Ουχί μόνον εγώ, ω Λακεδαιμόνιοι, έχω πείραν πολλών ήδη πολέμων, αλλά και τοιούτους βλέπω μεταξύ σας τους ομήλικάς μου· δεν θα μιμηθώμεν λοιπόν τους πολλούς των ανθρώπων οίτινες ένεκα απειρίας νομίζουν τον πόλεμον ωφέλιμον και ακίνδυνον. Τωόντι θέλετε εύρει ότι ο πόλεμος ούτος, περί ου σήμερον διασκέπτεσθε, θα είναι όχι μικράς σπουδαιότητος, εάν σκεφθήτε περί αυτού απαθώς. Διότι προς μεν τους Πελοποννησίους και τους συνορεύοντας γείτονας δυνάμεθα ν' αντιτάξωμεν ομοίαν δύναμιν και ταχέως να επικρατήσωμεν παντού· αλλά προς ανθρώπους κατοικούντας μακράν, και όντας εμπειροτάτους περί τα ναυτικά, αφθόνως καθ' όλα παρεσκευασμένους, με ιδιωτικόν και δημόσιον πλούτον, με πλοία, με ίππους, με όπλα, με άνδρας όσους δεν ευρίσκομεν εις ουδεμίαν άλλην ελληνικήν χώραν, προσέτι δε έχοντας πολλούς συμμάχους φόρου υποτελείς, προς τοιούτους ανθρώπους πώς να επιχειρήσωμεν πόλεμον άνευ ωρίμου σκέψεως; και εις τί βασιζόμενοι θέλομεν σπεύσει απαράσκευοι; Εις τα πλοία μας; αλλ' είμεθα υποδεέστεροι· εάν δε θελήσωμεν να γυμνασθώμεν και να τοις αντιτάξωμεν αξιόμαχον ναυτικόν, θα μεσολαβήση χρόνος. Εις τα χρήματα μας; αλλά και κατά τούτο είμεθα πολύ υποδεέστεροι, διότι ούτε κοινόν ταμείον έχομεν, ούτε συνεισφέρομεν ταχέως εκ των ιδίων.

81. »Ίσως τις θαρρευόμενος είπη ότι υπερέχοντες κατά τους οπλίτας και το πλήθος δυνάμεθα να ερημώνωμεν την χώραν των εισβάλλοντες συχνάκις εις αυτήν. Αλλ' οι Αθηναίοι άρχουσι πολλών άλλων χωρών, και θέλουν εισάγει διά θαλάσσης εκείνα τα οποία χρειάζονται. Εάν δε πάλιν αποπειραθώμεν να εγείρωμεν εναντίον των τους συμμάχους των, θα χρειασθή και τούτους να βοηθήσωμεν διά πλοίων, αφού οι πλείστοι είναι νησιώται. Ποίον λοιπόν πόλεμον θα επιχειρήσωμεν; διότι, εάν δεν νικήσωμεν κατά θάλασσαν, ή εάν δεν αφαιρέσωμεν απ' αυτών τα εισοδήματα διά των οποίων συντηρούν το ναυτικόν των, θέλομεν βλαφθή μεγάλως. Και εν τοιαύτη θέσει διατελούντες δεν θα δυνηθώμεν να τελειώσωμεν εντίμως τον πόλεμον, προ πάντων διότι θα φανώμεν ότι ημείς μάλλον ή οι Αθηναίοι υπήρξαμεν οι πρώτοι αίτιοι της διαφοράς. Ας μη γινώμεθα λοιπόν φαντασμένοι, παρασυρόμενοι υπό της ελπίδος εκείνης ότι ταχέως θέλει παύσει ο πόλεμος, εάν λεηλατήσωμεν την χώραν των. Πολύ μάλλον φοβούμαι μη καταλίπωμεν αυτόν εις τους παίδας μας, τόσον πιθανόν ότι εκ μεγαλοφροσύνης οι Αθηναίοι ούτε δούλοι θέλουν γίνει της ιδίας εαυτών γης, ούτε, ως άπειροι άνθρωποι, θέλουν φοβηθή τον πόλεμον.

82. » Δεν λέγω όμως πάλιν να τους αφήσωμεν αναισθήτως να βλάπτουν τους συμμάχους μας και να παραβλέπωμεν τας επιβουλάς των, αλλ' όπλα μεν να μη κινήσωμεν εισέτι, να πέμψωμεν δε πρέσβεις προς αυτούς οίτινες να εκθέσωσι τα παράπονά μας μήτε πόλεμον κηρύττοντες φανερά μήτε συγκατάβασιν δεικνύοντες, και εν τω μεταξύ και τας ημετέρας δυνάμεις να παρασκευάζωμεν και συμμάχους Έλληνας και βαρβάρους να προσλαμβάνωμεν, ει δυνατόν δε, αδιάφορον πόθεν, να προμηθευθώμεν ενίσχυσιν πλοίων ή χρημάτων (διότι δεν είναι αξιόμεμπτον, αφού μας επιβουλεύονται οι Αθηναίοι, να ενωθώμεν όχι με Έλληνας αλλά και με βαρβάρους όπως σωθώμεν), και τέλος να προσπαθήσωμεν να πορισθώμεν πάντα τα αναγκαιούντα εις ημάς. Και αν μεν δώσωσι προσοχήν εις τους πρέσβεις, έχει καλώς· εάν δε όχι, τότε μετά παρέλευσιν δύο ή και τριών ετών, κάλλιον παρεσκευασμένοι, εκστρατεύομεν κατ' αυτών, εάν μας φανή εύλογον. Και ίσως, όταν ίδωσιν οι Αθηναίοι τας ετοιμασίας ημών, και τους λόγους ομοίους προς τας πράξεις υποχωρήσουν τοσούτω μάλλον όσω η χώρα αυτών θέλει είσθαι ακόμη αλώβητος, και θα δύνανται να διασκέπτωνται περί των υπαρχόντων ακόμη αγαθών και μη καταστραφέντων. Τωόντι μη νομίσετε την χώραν των ως άλλο τι ειμή ως ενέχυρον το οποίον τοσούτω μάλλον είναι ασφαλές όσω καλλίτερον καλλιεργείται. Όσω το δυνατόν πρέπει να φείδεσθε αυτής, και να μη καταστήσετε την ήτταν των πλέον δύσκολον εξωθούντες αυτούς εις απόγνωσιν. Διότι, εάν απαράσκευοι και ενδίδοντες εις τας εισηγήσεις των συμμάχων καταστρέψωμεν την χώραν, προσέξατε μήπως πράξωμέν τι, το οποίον θα προξενήση μεγαλυτέραν αισχύνην και αμηχανίαν εις την Πελοπόννησον. Αι διαφοραί των πόλεων και των ιδιωτών δύνανται να συμβιβασθούν· όταν όμως, χάριν των ιδιωτικών συμφερόντων, εγείρωνται όλοι ομού προς πόλεμον, του οποίου δεν δύναται τις να προΐδη την έκβασιν, δεν θέλει είσθαι εύκολον έντιμον τέλος.

83. » Κανείς μη φαντασθή ότι ήθελεν είσθαι ανανδρία αν πολλοί όντες δεν σπεύσετε να προσβάλετε ταχέως μίαν μόνην πόλιν διότι και οι Αθηναίοι έχουν όχι ολιγωτέρους ημών συμμάχους συνεισφέροντας χρήματα, και ο πόλεμος εξαρτάται όχι τόσον εκ των όπλων όσον εκ της δαπάνης διά της οποίας τα όπλα καθίστανται ωφέλιμα, προ πάντων όταν ούτος γίνεται εκ μέρους ηπειρωτών προς θαλασσινούς. Ας πορισθώμεν λοιπόν πρώτον την δαπάνην ταύτην, και μη παρασυρθώμεν πρότερον από τους λόγους των συμμάχων και επειδή ημείς θα έχωμεν την μεγαλυτέραν ευθύνην και κατά την ατυχή έκβασιν του πολέμου, ημείς πρέπει να σκεφθώμεν ωρίμως αμφοτέρας ταύτας τας πιθανότητας.

84. »Ποσώς μη αισχυνθήτε διά την βραδύτητα και την αναβολήν διά τας οποίας τόσον μας μέμφονται· η επίσπευσις δεν θέλει επιφέρει άλλο αποτέλεσμα ειμή να κάμετε να βραδύνη το τέλος πολέμου τον οποίον ηθέλετε επιχειρήση απαράσκευοι όντες. ’λλως τε και ένεκα αυτής ταύτης της βραδύτητος και περισκέψεως νεμόμεθα διά παντός πόλιν ελευθέραν και ενδοξοτάτην. Αυτό διά το οποίον μας ελέγχουσιν ουδέν άλλο είναι ή λογαριασμένη φρόνησις και περίσκεψις· διότι ημείς μόνοι ούτε εις τας ευτυχίας γινόμεθα αυθάδεις ούτε εις τας αποτυχίας αποθαρρυνόμεθα ως τόσοι άλλοι. Προσέτι ούτε παρασυρόμεθα από την ηδονήν, την οποίαν παρέχουν οι επαινούντες διά να παρακινήσουν ημάς επί τους κινδύνους, παρά την πεποίθησιν ημών, ούτε είναι δυνατόν να μεταπεισθώμεν υπό των επιπλήξεων διά των οποίων προσπαθούν να μας παροτρύνουν. Η σωφροσύνη αύτη καθιστά ημάς ισχυρούς εν τω πολέμω και συνετούς εις τας συσκέψεις· ισχυρούς, διότι εκ της σωφροσύνης πηγάζει το αίσθημα της τιμής, εκ τούτου δε η ευψυχία· συνετούς, διότι εξεπαιδεύθημεν τόσον απλώς ώστε να μη περιφρονώμεν τους νόμους και τόσον αυστηρώς ώστε να μη απειθώμεν εις αυτούς· τέλος διότι μη όντες τόσον σοφοί εις τα ανωφελή πράγματα δεν κατέχομεν την τέχνην να μεμφώμεθα διά λόγων ωραίων τας προετοιμασίας των πολεμίων, και έπειτα να πράττωμεν έργα ανόμοια προς τους λόγους. Νομίζομεν ότι αι σκέψεις των άλλων ομοιάζουν με τας ιδικάς μας και ότι αι συμβαίνουσαι μεταβολαί της τύχης δεν δύνανται να διακριθούν διά του λόγου. Πρέπει πάντοτε να υποθέτωμεν τους εναντίους ως συνετά μέτρα λαβόντας, και να αντιτάσσωμεν κατ' αυτών πραγματικάς προπαρασκευάς· να μη στηρίζωμεν τας ελπίδας μας εις τα σφάλματα όσα ήθελον πράξει, αλλ' εις την ασφαλή πρόνοιαν ημών αυτών. Δεν πρέπει δε να πιστεύωμεν ότι άνθρωπος από άνθρωπον διαφέρει πολύ, αλλ' ότι ο τελειότερος είναι εκείνος, όστις εξεπαιδεύθη εις τα αναγκαιότατα πράγματα.

85. » Ταύτα λοιπόν τα αξιώματα τα οποία μας παρέδωκαν οι πατέρες ημών και τα οποία πάντοτε μας ωφέλησαν, ας μη παραιτήσωμεν· ας μη σπεύσωμεν, ότε πρόκειται περί τόσων ανθρώπων, χρημάτων, πόλεων και δόξης, να αποφασίσωμεν εντός ολίγων μόνον στιγμών, αλλ' ας σκεφθώμεν με ησυχίαν. Εξ αιτίας της δυνάμεως, την οποίαν έχομεν, επιτρέπεται τούτο εις ημάς πλειότερον ή εις πάντα άλλον. Πέμψατε εις Αθήνας πρέσβεις διά την Ποτείδαιαν, πέμψατε επίσης να συνάξετε πληροφορίας περί των αδικιών διά τας οποίας παραπονούνται οι σύμμαχοι· τοσούτω μάλλον όσω και αυτοί οι Αθηναίοι είναι έτοιμοι να δικασθούν. Διότι δεν είναι δίκαιον να προσβάλετε εκ των προτέρων ως αδικούντα εκείνον όστις ζητεί να δικαιολογηθή. Συγχρόνως όμως εκτελείτε τας προετοιμασίας σας. Τα μέτρα δει ταύτα θα είναι κάλλιστα και εις τους εναντίους φοβερώτατα». Και ταύτα μεν είπεν ο Αρχίδαμος· προχωρήσας δε τελευταίος ο Σθενελαίδας, είς των εφόρων τότε ων, είπε προς τους Λακεδαιμονίους τα ακόλουθα.

86. «Τους μεν μακρούς λόγους των Αθηναίων δεν εννοώ. Αφού επήνεσαν πολύ εαυτούς, ουδόλως απέκρυψαν ότι αδικούν τους ημετέρους συμμάχους και την Πελοπόννησον. Και όμως, αν κατά των Μήδων εφάνησαν καλοί, σήμερον δε φέρονται κακώς προς ημάς, είναι άξιοι διπλασίας τιμωρίας, διότι μετεβλήθησαν από αγαθούς εις κακούς. Ημείς δε και τότε και σήμερον είμεθα οι αυτοί, και τους συμμάχους, εάν είμεθα φρόνιμοι, δεν θα παραβλέψωμεν ν' αδικώνται, ουδέ θα βραδύνωμεν να τους βοηθήσωμεν ούτω δε μέλλουν να παύσουν εις το εξής τα παθήματα των.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings