← Table of contents
Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος πρώτος

Front matter (continued 3)

I. (Ioannes) Zervos translation

19. Εν τούτοις, αφού προσέβαλαν την Οινόην και έθεσαν ματαίως εις ενέργειαν όλα τα μέσα προς κυρίευσιν αυτής, μη βλέποντες να έρχεται εξ Αθηνών κανείς κήρυξ, έλυσαν την πολιορκίαν και εισέβαλαν εις την Αττικήν, ογδοήκοντα ημέρας μετά την είσοδον των Θηβαίων εις Πλαταιάς, εις τα μέσα του θέρους την εποχήν του σίτου· ήτο δε στρατηγός αυτών ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Αρχίδαμος ο Ζευξιδάμου. Και στρατοπεδεύσαντες πρώτον εις την Ελευσίνα και το Θριάσιον πεδίον ελεηλάτησαν αυτά και έτρεψαν εις φυγήν μερικούς Αθηναίους ιππείς περί τους καλουμένους Ρείτους. Έπειτα επροχώρησαν διά της Κρωπίας δεξιά έχοντες το Αιγάλεων όρος έως ου έφθασαν εις τας Αχαρνάς, ένα εκ των μεγίστων δήμων της Αττικής. Και σταματήσαντες εκεί έστησαν το στρατόπεδόν των και έμειναν πολύν καιρόν λεηλατούντες τα πέριξ.

20. Ιδού δε, ως λέγεται, ποίον σκοπόν είχεν ο Αρχίδαμος, ο οποίος παραταχθείς ως εις μάχην έμενε περί τας Αχαρνάς και δεν κατέβη εις την πεδιάδα κατά την εισβολήν εκείνην. Ήλπιζεν ότι οι Αθηναίοι, έχοντες πολυάριθμον και ακμάζουσαν νεολαίαν και όντες παρεσκευασμένοι προς πόλεμον όσον ουδέποτε άλλοτε, ήθελον ίσως έλθει εναντίον του και δεν θα υπέφερον να ίδουν λεηλατουμένην την χώραν αυτών. Μη συναντήσας δε αυτούς μήτε εις την Ελευσίνα μήτε εις το Θριάσιον πεδίον, ηθέλησε να δοκιμάση αν στρατοπεδεύων πλησίον των Αχαρνών θα τους ηνάγκαζε να εξέλθουν· διότι και ο χώρος εκείνος εφαίνετο εις αυτόν κατάλληλος εις στρατοπέδευσιν και διότι εσκέπτετο ότι οι Αχαρνείς αποτελούντες μέγα μέρος του πληθυσμού της πόλεως (επειδή παρείχον τρισχιλίους οπλίτας) δεν θα άφηναν να καταστραφούν τα υπάρχοντά των, αλλ' ήθελαν ορμήσει πάντες εις μάχην. Εάν όμως δεν επεξήρχοντο οι Αθηναίοι κατά της εισβολής εκείνης, τότε ουδέν θα ημπόδιζε τους Πελοποννησίους να λεηλατήσουν κατόπιν την πεδιάδα και να προχωρήσουν μέχρι και αυτής της πόλεως. Υποθέτων λοιπόν ο Αρχίδαμος ότι οι Αχαρνείς, καταστρεφομένων των κτημάτων των, δεν θα ήσαν πρόθυμοι να εκτεθούν εις κίνδυνον χάριν των άλλων, και κατεχόμενος υπ' αυτής της σκέψεως έμενε χρονοτριβών περί τας Αχαρνάς.

21. Οι δε Αθηναίοι μέχρις ου ο μεν στρατός ήτο πλησίον της Ελευσίνος και του Θριασίου πεδίου, είχαν ελπίδα τινά ότι δεν θα επροχώρει εγγύτερον, ενθυμούμενοι ότι και ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Πλειστοάναξ ο Παυσανίου, ότε εισέβαλεν εις την Αττικήν μετά στρατού Πελοποννησιακού, δεκατέσσαρα έτη προ του παρόντος πολέμου, είχεν έλθει μέχρι της Ελευσίνος και του Θριασίου πεδίου, αλλ' ανεχώρησε πάλιν μη προχωρήσας περισσότερον (διό και εξωρίσθη εκ της Σπάρτης επί τη υπονοία ότι επείσθη διά χρημάτων να αναχωρήση)· ότε όμως είδον τον στρατόν περί τας Αχαρνάς εξήκοντα στάδια της πόλεως απέχοντα, δεν ηδυνήθησαν πλέον να κρατηθούν. Η υπ' αυτούς τους οφθαλμούς των λεηλασία των αγρών ήτο τωόντι φρικώδες θέαμα, το οποίον όχι μόνον οι νεώτεροι, αλλ' ουδ' αύται οι πρεσβύτεροι δεν ενεθυμούντο να έγινεν άλλοτε εκτός επί των Μηδικών. Όλοι και προ πάντων οι νέοι ήθελαν να εξέλθουν και να εκδικηθούν την ύβριν εκείνην. Συναθροιζόμενοι λοιπόν εφιλονείκουν ζωηρώς, οι μεν θέλοντες να εξέλθουν, οι δε μη θέλοντες. Οι μάντεις έψαλλον παντός είδους χρησμούς, τους οποίους καθείς ηκροάτο αναλόγως της ψυχικής του διαθέσεως. Και οι Αχαρνείς, οι οποίοι εθεωρούντο ως απαρτίζοντες μέρος των Αθηναίων ουχί ασήμαντον, βλέποντες καταστρεφομένην την χώραν των, εζήτουν μετά κραυγών την έξοδον. Η πόλις περιήλθεν εις μέγιστον ερεθισμόν και όλοι ωργίζοντο κατά του Περικλέους. Όλαι αι προγενέστεραι συμβουλαί του είχον λησμονηθή, και τον εχαρακτήριζον ως αίτιον όλων των κακών, τα οποία έπασχον.

22. Ο δε Περικλής βλέπων μεν αυτούς δυσφορούντας διά τα παρόντα και έχοντας γνώμην εσφαλμένην, πεπεισμένος δε ότι είχε δίκαιον ανθιστάμενος εις την έξοδόν των, ούτε εις εκκλησίαν αυτούς συνεκάλεσεν ούτε επέτρεψε καμμίαν συνάθροισιν, φοβηθείς μήπως ο λαός πράξη σφάλμα τι υπό οργής μάλλον ή υπό φρονήσεως συναθροιζόμενος. Περιωρίζετο δε εις το να φυλάττη την πόλιν και να διατηρή την ησυχίαν όσον ηδύνατο. Δεν έπαυεν εν τούτοις να στέλλη έξω ιππείς, όπως εμποδίζη την εχθρικήν εμπροσθοφυλακήν από του να εισπίπτη εις τους εγγύς της πόλεως αγρούς και καταστρέφη αυτούς· εγένετο μάλιστα και μικρά τις συμπλοκή εν Φρυγίοις μεταξύ του βοιωτικού ιππικού και ενός αθηναϊκού λόχου υποστηριζομένου υπό Θεσσαλών, κατά την οποίαν οι Αθηναίοι και οι Θεσσαλοί δεν εφάνησαν κατώτεροι μέχρι της στιγμής όπου ο εχθρός, ενισχυθείς υπό Βοιωτών οπλιτών, έτρεψεν αυτούς εις φυγήν και εφόνευσεν όχι πολλούς· και εν τούτοις οι Αθηναίοι ηδυνήθησαν να συναθροίσουν τους νεκρούς των αυθημερόν και άνευ συνθήκης. Οι δε Πελοποννήσιοι έστησαν την επομένην ημέραν τρόπαιον. Η βοήθεια αύτη των Θεσσαλών εστάλη προς τους Αθηναίους δυνάμει αρχαίας συμμαχίας. Ήλθον λοιπόν προς αυτούς Λαρισαίοι, Φαρσάλιοι, Παρράσιοι, Κραννώνιοι, Πυράσιοι, Γυρτώνιοι, Φεραίοι. Επί κεφαλής τούτων ήσαν ο Πολυμήδης και ο Αριστόνους, αμφότεροι εκ Λαρίσης, αλλ' αντιθέτων κομμάτων, και ο Μένων εκ Φαρσάλου· καθεμία δε των άλλων πόλεων είχε τον αρχηγόν της.

23. Οι δε Πελοποννήσιοι, μη βλέποντες τους Αθηναίους να εξέρχονται εις μάχην, ανεχώρησαν εξ Αχαρνών και ελεηλάτησαν άλλους τινάς δήμους κειμένους μεταξύ της Πάρνηθος και του Βριλησσού όρους. Ενώ δε αυτοί ευρίσκοντο εις την Αττικήν, οι Αθηναίοι απέστειλαν περί την Πελοπόννησον τα εκατόν πλοία, τα οποία είχαν εξοπλίσει, επιβιβάσαντες επ' αυτών χιλίους οπλίτας και τετρακοσίους τοξότας· εστρατήγει δε Καρκίνος ο Ξενοτίμου, Πρωτέας ο Επικλέους και Σωκράτης ο Αντιγένους. Και οι μεν πλεύσαντες εις τα ανοικτά μετά της τοιαύτης παρασκευής επροχώρουν ανά τα παράλια, οι δε Πελοποννήσιοι μείναντες εις την Αττικήν εφ' όσον χρόνον είχαν τρόφιμα, ανεχώρησαν διά της Βοιωτίας και ουχί διά της οδού διά της οποίας εισήλθον· διερχόμενοι δε έμπροσθεν της Ωρωπού, ελεηλάτησαν την χώραν, η οποία καλείται Πειραϊκή, και την οποίαν νέμονται οι Ωρώπιοι υπήκοοι των Αθηναίων. Επιστρέψαντες δε εις την Πελοπόννησον απεχωρίσθησαν και μετέβη καθείς εις τον τόπον του.

24. Αφού δε αυτοί ανεχώρησαν, οι Αθηναίοι κατέστησαν φύλακας διά ξηράς και θαλάσσης, ως εάν έμελλον να φυλάττουν καθ' όλην την διάρκειαν του πολέμου· εψήφισαν δε ως εξαιρετικόν μέτρον να θέσουν κατά μέρος χίλια τάλαντα εκ των εν τη ακροπόλει ευρισκομένων χρημάτων και να μη τα εξοδεύσουν, αλλά τα έξοδα του πολέμου να γίνουν με τα άλλα· εάν δε τις κάμη ή θέση εις ψηφοφορίαν την πρότασιν να εγγίσουν τα χρήματα εκείνα δι' άλλο τι, να καταλογίζεται κατ' αυτού θάνατος, εκτός εάν οι εχθροί επέλθουν κατά της πόλεως μετά ναυτικού στρατού και ληφθή ανάγκη να υπερασπισθούν (ναυτικώς) εαυτούς. Εψήφισαν ομοίως να φυλάξουν κατά μέρος εκατόν τριήρεις, εκλεγομένας κατ' έτος μεταξύ των αρίστων, και τους τριηράρχους αυτών· να μη μεταχειρισθούν δε αυτάς καθώς και τα χρήματα του θησαυρού ειμή μόνον κατά την περίστασιν κατά την οποίαν ο αυτός κίνδυνος ήθελεν απαιτήσει τούτο.

25. Οι δε Αθηναίοι οίτινες ήσαν επί των εκατόν πλοίων των πεμφθέντων περί την Πελοπόννησον, καθώς και οι Κερκυραίοι οι ελθόντες μετά πεντήκοντα πλοίων προς βοήθειάν των, καί τινες άλλοι σύμμαχοι των παραλίων εκείνων κατέστρεψαν κατά τον περίπλουν των πολλά μέρη και αποβάντες εις την Μεθώνην της Λακωνίας προσέβαλον το τείχος αυτής, το οποίον ήτο ασθενές και εστερείτο ανθρώπων. Έτυχεν όμως εις τα περίχωρα ο Βρασίδας, υιός του Τέλλιδος, ανήρ Σπαρτιάτης, έχων μαζί του έν σώμα στρατιωτικόν. Ειδοποιηθείς περί του κινδύνου έδραμε προς βοήθειαν του φρουρίου μετά εκατόν οπλιτών. Διασχίσας δε το στρατόπεδον των Αθηναίων, διεσπαρμένον ανά την χώραν και ενασχολημένον περί τας εργασίας της πολιορκίας, ρίπτεται εις την Μεθώνην, και ολίγους μόνον άνδρας απολέσας εις την εισδρομήν εκείνην και την πόλιν έσωσε και ένεκα του τολμήματος τούτου επηνέθη εν Σπάρτη ως πρώτος των ανδρείων. Οι δε Αθηναίοι άραντες τας αγκύρας παρέπλεον τας ακτάς και αποβιβασθέντες εις την Ηλείαν, όχι μακράν της Φειάς, ελεηλάτουν την χώραν επί δύο ημέρας και πολεμήσαντες εναντίον τριακοσίων εκλεκτών, οι οποίοι είχον έλθει εκ της κοίλης Ήλιδος καί τινων άλλων περιοίκων των Ηλείων, ενίκησαν αυτούς. Καταληφθέντες υπό τρικυμίας σφοδράς, οι πλείστοι εισήλθον πάλιν εις τα πλοία και κάμψαντες το ακρωτήριον το καλούμενον Ιχθύν έφθασαν εις τον εν τη Φειά λιμένα· εν τούτω δε τω μεταξύ οι Μεσσήνιοι και μερικοί άλλοι, οίτινες δεν είχον δυνηθή να επιβούν εις τα πλοία, επροχώρησαν διά ξηράς μέχρι της Φειάς και έγιναν κύριοι αυτής· έπειτα πλησιάσας ο στόλος τους παρέλαβε· και ανήχθησαν εις το πέλαγος εγκαταλιπόντες την Φειάν, εις βοήθειαν της οποίας είχε προσδράμει ήδη ο πολύς στρατός των Ηλείων. Περιπλέοντες δε οι Αθηναίοι ελεηλάτουν και άλλα μέρη.

26. Περί τον αυτόν χρόνον οι Αθηναίοι εξέπεμψαν τριάκοντα πλοία εις τα πέριξ της Λοκρίδος και διά να φυλάξουν συγχρόνως την Εύβοιαν· εστρατήγει δε αυτών Κλεόπομπος ο Κλεινίου. Ενεργήσας ούτος αποβάσεις και ελεηλάτησε μέρη τινά της παραλίας χώρας και το Θρόνοιν εκυρίευσε και ομήρους έλαβε και ενίκησεν εις την Αλόην τους σπεύσαντας να βοηθήσουν Λοκρούς.

27. Κατά το αυτό θέρος οι Αθηναίοι έδιωξαν τους Αίγινήτας εκ της Αιγίνης, άνδρας, γυναίκας και παίδας, κατηγορούντες αυτούς ότι ήσαν οι κύριοι αίτιοι του πολέμου· άλλως δε ενόμισαν φρόνιμον να κατέχουν αυτοί οι ίδιοι την Αίγιναν ως γειτονεύουσαν με την Πελοπόννησον. Έπεμψαν λοιπόν μετά τινα χρόνον εις αυτήν οικήτορας Αθηναίους. Εις τους διωχθέντας δε Αιγινήτας οι Λακεδαιμόνιοι έδωκαν να κατοικήσουν την Θυρέαν και να νέμωνται τους αγρούς αυτής, εκ μίσους προς τους Αθηναίους και ευγνωμονούντες διά την ευεργεσίαν, την οποίαν άλλοτε οι Αιγινήται είχαν προσφέρει κατά τον σεισμόν και την επανάστασιν των ειλώτων. Η δε Θυρεάτις γη κείται επί των μεθορίων της Αργολίδος και της Λακωνικής και εκτείνεται μέχρι της θαλάσσης. Και μερικοί μεν εξ αυτών των Αιγινητών κατώκησαν εδώ, οι δε λοιποί διεσπάρησαν εις την άλλην Ελλάδα.

28. Κατά το αυτό θέρος και κατά την εποχήν της νέας σελήνης, μόνην στιγμήν καθ' ην δύναται να συμβή το φαινόμενον τούτο, ο ήλιος εξέλιπε μετά μεσημβρίαν και πάλιν ανεπληρώθη ο δίσκος του, αφού έλαβε σχήμα μηνοειδές και εφάνησαν αστέρες τινές.

29. Και πάλιν κατά το αυτό θέρος οι Αθηναίοι θέλοντες να κάμουν σύμμαχόν των τον Σιτάλκην ωνόμασαν πρόξενον και προσεκάλεσαν τον Αβδηρίτην Νυμφόδωρον τον υιόν του Πυθέως, τον οποίον μέχρι της εποχής εκείνης εθεώρουν ως εχθρόν των και ο οποίος είχεν ισχύν επί του Σιτάλκου του Τήρου βασιλέως των Θρακών γαμβρού του εξ αδελφής. Ούτος ο Τήρης ο πατήρ του Σιτάλκου υπήρξεν ιδρυτής της μεγάλης βασιλείας των Οδρυσών, της οποίας εξέτεινε την κυριαρχίαν επί του πλείστου μέρους της Θράκης· διότι αρκετόν μέρος των Θρακών είναι ακόμη αυτόνομον. Ο Τήρης ούτος ουδέν κοινόν έχει με τον Τηρέα, τον σύζυγον της Πρόκνης, θυγατρός του Αθηναίου Πανδίονος, ουδέ ήσαν εκ της αυτής Θράκης. Αλλ ο μεν Τηρεύς κατώκει εν Δαυλεία της σήμερον καλουμένης Φωκίδος, τότε δε υπό Θρακών κατοικουμένης, και εις την χώραν αυτήν αι γυναίκες του Τηρέως έσφαξαν τον υιόν αυτού Ίτυν· τούτου ένεκα πολλοί ποιηταί, ομιλούντες περί της αηδόνος, ονομάζουν αυτήν Δαυλειάδα όρνιν (πτηνόν). Είναι δε πιθανόν ότι ο Πανδίων δι' αμοιβαίαν ωφέλειαν αποκατέστησε την θυγατέρα του εις γείτονα μάλλον τόπον ή εις τας Οδρύσας, αι οποίαι έκειντο πολλάς ημέρας μακράν. Ο δε Τήρης, του οποίου και αυτό το όνομα είναι διάφορον του Τηρέως, υπήρξε πρώτος ισχυρός βασιλεύς των Οδρυσών. Μετά του Σιτάλκου λοιπόν, υιού του βασιλέως εκείνου, οι Αθηναίοι συνέδεσαν συμμαχίαν, θέλοντες να σύρουν προς το μέρος των και τας πόλεις της Θράκης και αυτόν τον Περδίκκαν. Ελθών δε ο Νυμφόδωρος εις τας Αθήνας, και την συμμαχίαν του Σιτάλκου κατώρθωσε, και τον υιόν αυτού Σαρόκον έκαμε πολίτην Αθηναίον, και υπεσχέθη να καταπαύση τον πόλεμον της Θράκης υποχρεών τον Σιτάλκην να πέμψη εις τους Αθηναίους θρακικόν στρατόν εξ ιππέων ακοντιστών. Συνεφιλίωσεν επίσης τον Περδίκκαν μετά των Αθηναίων και έπεισεν αυτούς να τω αποδώσουν την Θέρμην· ο δε Περδίκκας εξεστράτευσεν αμέσως μαζί με τους Αθηναίους και τον Φορμίωνα κατά των Χαλκιδέων. Ούτω λοιπόν Σιτάλκης ο Τήρου βασιλεύς των Θρακών, και Περδίκκας ο Αλεξάνδρου βασιλεύς των Μακεδόνων, έγιναν σύμμαχοι των Αθηναίων.

30. Οι δε Αθηναίοι οίτινες μετά των εκατόν πλοίων περιέπλεον ακόμη την Πελοπόννησον, κυριεύουν το Σόλλιον, πόλιν των Κορινθίων, και παραδίδουν αυτό και την χώραν εις τους Παλαιρείς, αυτούς μόνους εκ των Ακαρνάνων· εκυρίευσαν επίσης εξ εφόδου τον Αστακόν εκδιώξαντες τον τύραννον αυτού Εύαρχον και προσαρτήσαντες την πόλιν ταύτην εις την συμμαχίαν των. Εντεύθεν πλεύσαντες εναντίον της Κεφαλληνίας υπέταξαν αυτήν άνευ μάχης· κείται δε η Κεφαλληνία απέναντι της Ακαρνανίας και της Λευκάδος και έχει τεσσάρας πόλεις, την των Παλέων, την των Κρανίων, την των Σαμαίων και την των Προνναίων. Όχι δε πολύ κατόπιν επέστρεψαν τα πλοία εις τας Αθήνας.

31. Περί δε το φθινόπωρον του θέρους τούτου οι Αθηναίοι και οι μέτοικοι εισέβαλαν πανδημεί εις την Μεγαρίδα, υπό την στρατηγίαν Περικλέους του Ξανθίππου. Οι δε περιπλέοντες την Πελοπόννησον μετά των εκατόν πλοίων Αθηναίοι (επιστρέφοντες εις τα ίδια και ευρισκόμενοι ήδη εις Αίγιναν), άμα έμαθαν ότι οι εξ Αθηνών ελθόντες ήσαν πανστρατιά εις την Μεγαρίδα, έπλευσαν προς αυτούς και συνηνώθησαν. Τοιούτο στρατόπεδον μέγιστον ουδέποτε εσχημάτισαν οι Αθηναίοι, διότι η πόλις των ήκμαζεν ακόμη και δεν είχεν εξασθενίσει υπό του λοιμού· μόνοι οι Αθηναίοι ηρίθμουν δεκακισχιλίους οπλίτας, χωρίς να υπολογισθούν οι πολιορκούντες την Ποτείδαιαν τρισχίλιοι· εις την εκστρατείαν δε ταύτην είχαν λάβει μέρος και τρισχίλιοι οπλίται μέτοικοι, εις τους οποίους πρέπει να προσθέσωμεν και τον άλλον όχι μικρόν όμιλον των ελαφρών. Λεηλατήσαντες δε τα πλείστον της χώρας ανεχώρησαν. Ύστερον δε διαρκούντος του πολέμου, οι Αθηναίοι έκαμναν κατ' έτος και άλλας εισβολάς εις την Μεγαρίδα, οτέ μεν μετά των ιππέων, οτέ δε πανστρατιά, μέχρις ου εκυρίευσαν την Νίσαιαν.

32. Κατά δε τα τέλη του θέρους τούτου οι Αθηναίοι έκτισαν φρούριον εις την Αταλάντην, νήσον η οποία εγειτόνευε με τους Λοκρούς τους Οπουντίους και ήτο πρότερον έρημος, όπως εμποδίζουν τους πειρατάς να εξέρχωνται της Οπούντος και της άλλης Λοκρίδας και διαρπάζουν την Εύβοιαν. Και ταύτα μεν έγιναν κατά το θέρος τούτο μετά την εκ της Αττικής αναχώρησιν των Πελοποννησίων.

33. Τον ακόλουθον δε χειμώνα Εύαρχος ο Ακαρνάν, θέλων να κατέλθη εις τον Αστακόν, πείθει τους Κορινθίους να τον φέρουν εκεί διά θαλάσσης μετά τεσσαράκοντα πλοίων και χιλίων πεντακοσίων οπλιτών, εις τους οποίους επρόσθεσε καί τινας επικούρους τους οποίους εμίσθωσεν ο ίδιος. Επί κεφαλής του στρατού εκείνου ήσαν Ευφαμίδας ο Αριστωνύμου, Τιμόξενος ο Τιμοκράτους και Εύμαχος ο Χρύσιδος. Και πλεύσαντες κατέστησαν πάλιν αυτόν άρχοντα εκεί· θελήσαντες δε να υποτάξουν καί τινα παράλια μέρη της Ακαρνανίας και μη επιτυχόντες εις την απόπειραν ταύτην επέστρεψαν εις την Κόρινθον. Κατά τον παράπλουν των δε προσωρμίσθησαν εις την Κεφαλληνίαν και απέβησαν εις τους Κρανίους· αλλ' απατηθέντες υπ' αυτών εκ τίνος συνθήκης και προσβληθέντες εξ απρόοπτου υπό των Κρανίων, χάνουν μερικούς άνδρας εκ του στρατού των, και επιβιβασθέντες ταχέως εις τα πλοία επανήλθον εις τα ίδια.

34. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα οι Αθηναίοι συμφώνως προς τα πάτρια έθιμα έκαμαν την επίσημον κηδείαν των κατά τον πόλεμον τούτον πρώτων αποθανόντων. Ιδού δε κατά ποίον τρόπον τελούνται οι ενταφιασμοί ούτοι. Τα μεν οστά των αποθανόντων εκτίθενται υπό σκηνήν εστημένην προ τριών ημερών, φέρει δε έκαστος ό,τι θέλει προς εκείνον τον οποίον έχασεν· άμα έλθη η στιγμή της εκφοράς, άμαξαι φέρουν κυπαρισσίνας λάρνακας, μίαν διά κάθε φυλήν· υπάρχουν δε εντός τα οστά της φυλής εις την οποίαν καθείς ανήκε. Μία κλίνη εστρωμένη αλλά κενή φέρεται προς τιμήν των αφανών, δηλαδή εκείνων, των οποίων τα σώματα δεν ευρέθησαν. Συνοδεύει δε την κηδείαν οποίος βούλεται, είτε αστός είτε ξένος, και προσέτι αι συγγένισσαι ίστανται πλησίον του τάφου μοιρολογούσαι. Θέτουν λοιπόν τα φέρετρα ταύτα εις το δημόσιον μνημείον, το οποίον ευρίσκεται εις το κάλλιστον προάστιον της πόλεως και όπου πάντοτε θάπτουν τους εις τας μάχας πεσόντας, όχι όμως και τους εν Μαραθώνι· διότι κρίναντες έκτακτον την ανδρείαν των έκαμαν τον τάφον των επ' αυτού του πεδίου της μάχης. Όταν δε συντελεσθή ο ενταφιασμός, η πόλις εκλέγει άνδρα διακρινόμενον διά σύνεσιν και δι' αξίωμα, ο οποίος απαγγέλλει τον αρμόζοντα έπαινον· μετά δε τούτο απέρχονται. Ούτω γίνεται η κηδεία· και καθ' όλην την διάρκειαν του πολέμου εις ομοίαν περίστασιν εφήρμοζαν το έθιμον τούτο. Επί των πρώτων λοιπόν τούτων πεσόντων εξελέγη να ομιλήση ο υιός του Ξανθίππου Περικλής. Ότε δε επήλθεν η στιγμή, προχωρήσας από του μνημείου εις βήμα υψηλόν, διά να ακούεται από το πλείστον μέρος του πλήθους, είπε τα εξής.

35. «Οι μεν πολλοί αφ' όσους ωμίλησαν ήδη από του βήματος τούτου επήνεσαν τον νομοθέτην, ο οποίος τον ορισμόν τούτον επρόσθεσεν εις τον νόμον, ότι καλόν είναι να απαγγέλλεται λόγος επί του τάφου των πιπτόντων κατά τους πολέμους, όταν θαπτωνται. Το κατ' εμέ, εάν μοι εδίδετο να κρίνω, θα επροτίμων ίνα η ανδρεία η δι' έργων εκδηλωθείσα τιμάται δι' έργων μόνον, ως είναι αι γινόμεναι δημοσία δαπάνη πομπαί της κηδείας αυτής, και μη διατρέχουν κίνδυνον αι αρεταί πολλών από ένα μόνον, είτε καλώς είτε κακώς ομιλήση. Διότι είναι δύσκολον το να ομιλήση τις με μέτρον, το οποίον και μόλις επαρκεί διά να γίνη της αληθείας η φανέρωσις. Ο μεν καλά πληροφορημένος και ευνοϊκά διατεθειμένος ακροατής ευρίσκει τον λόγον ίσως ολίγον σύμφωνον προς όσα θέλει να λεχθούν και όσα αυτός γνωρίζει, ο δε αγνοών τα έργα νομίζει υπό φθόνου ότι όχι μόνον δεν λέγονται ολιγώτερα, αλλά μάλιστα περισσότερα, εάν εκείνα τα οποία ακούει υπερβαίνουν τας δυνάμεις του. Οι έπαινοι οι διδόμενοι εις άλλους τόσον μόνον είναι ανεκτοί όσον έκαστος νομίζει εαυτόν ικανόν να πράξη εκείνα τα οποία ακούει· όταν δε υπερβούν το όριον τούτο, ο φθόνος προκαλεί την απιστίαν. Επειδή όμως τοιουτοτρόπως ταύτα έκριναν ως ορθώς έχοντα οι παλαιοί, πρέπει και εγώ, ακολουθών το έθιμον τούτο, να προσπαθήσω να ανταποκριθώ ως επί το πλείστον εις τας ευχάς και τας προσδοκίας καθενός από σας.

36. »Θέλω δε αρχίσει από των προγόνων διότι είναι καθήκον ημών, άμα δε και πρέπον εις τοιαύτην περίστασιν να δίδεται εις αυτούς η προτίμησις αύτη της μνημονεύσεως. Διότι την χώραν αυτήν, την οποίαν πάντοτε κατώκησαν της αυτής φυλής άνθρωποι, παρέδωκαν εις ημάς διά της ανδρείας των ελευθέραν μέχρι τούδε. Και εκείνοι δε είναι άξιοι επαίνων, περισσότερον όμως οι πατέρες ημών, διότι εις την χώραν, την οποίαν απηλευθερωμένην έλαβαν, επρόσθεσαν αυτοί ουχί ακόπως την νυν υπάρχουσαν εις ημάς αρχήν. Ταύτης δε της αρχής το πλειότερον μέρος ημείς, οι εν τη ωρίμω ηλικία, προσεθέσαμεν παρασκευάσαντες την πόλιν ημών ούτως ώστε να είναι αυταρκεστάτη κατά πάντα και εν πολέμω και εν ειρήνη. Και εκείνα μεν τα πολεμικά έργα, διά των οποίων ταύτα απεκτήσαμεν και διά των οποίων ημείς ή οι πατέρες ημών απωθήσαμεν προθύμως τας προσβολάς των βαρβάρων ή των Ελλήνων, θέλω παρασιωπήσει, μη θέλων να μακρηγορήσω ομιλών προς γνωρίζοντας· αλλά διά ποίου πολιτεύματος ήλθεν η παρούσα κατάστασις των πραγμάτων και διά ποίων θεσμών και ηθών κατέστημεν τοσούτον ισχυροί, τούτο πρώτον φανερώσας θα προβώ κατόπιν και εις τον έπαινον των προκειμένων πολεμιστών, πεπεισμένος ότι η τοιαύτη εξέτασις όχι μόνον δεν είναι ανάρμοστος εις την παρούσαν περίστασιν, αλλά και ότι είναι ωφέλιμον να ακούσουν αυτήν μετά προσοχής όλοι οι παριστάμενοι αστοί και ξένοι.

37. » Έχομεν λοιπόν πολίτευμα το οποίον παρ' ουδενός δανείζεται νόμους, και αντί να μιμώμεθα άλλους, ημείς μάλλον χρησιμεύομεν ως παράδειγμα. Και κατά μεν το όνομα, διότι έχει συνταχθή εις προστασίαν όχι των ολίγων, αλλά των πολλών, εκλήθη το πολίτευμα δημοκρατία. Και κατά μεν τους νόμους πάντες μετέχουν του ίσου, εις δε την εκλογήν προς διοίκησιν των κοινών πραγμάτων προτιμώνται όχι οι πλούσιοι, αλλ' οι ικανοί και εκείνοι οι όποιοι δύνανται να πράξουν αγαθόν τι υπέρ της πόλεως, ουδείς δε πένης διά την ασημότητά του εμποδίζεται να υπηρετήση την πατρίδα του. Μετ' ελευθερίας δε διοικούμεν τα κοινά και δεν ερευνώμεν μετά φιλυπόπτου περιεργείας την ιδιωτικήν διαγωγήν των άλλων, ούτε και μεμφόμεθα αυτούς, εάν πράττωσί τι κατά την επιθυμίας αυτών και δεν προσθέτομεν εις ημάς αυτούς αζημίους μεν, οχληράς δε προδήλως δυσαρεσκείας. Ανενοχλήτως δε επικοινωνούντες προς αλλήλους εις τον ιδιωτικόν βίον σεβόμεθα τα δημόσια, υπακούοντες εις τας εγκατεστημένας αρχάς και τους νόμους, εκ τούτων δε εις εκείνους μάλιστα οι οποίοι είναι γραμμένοι προς ωφέλειαν των αδικουμένων και εις εκείνους οι οποίοι, αν και άγραφοι, εγκολάπτουσιν εις τους παραβάτας αυτών αισχύνην ομολογουμένην.

38. » Προς δε τούτοις και πλείστα μέσα ανακουφίσεως πνευματικής επορίσθημεν, είτε αγώνας και εορτάς συνεχείς καθ' όλον το έτος τελούντες είτε κατασκευάζοντες και διακοσμούντες κτίρια, των οποίων η καθημερινή τέρψις αποδιώκει την σκυθρωπότητα. Συρρέουν δε εις την πόλιν ημών, ένεκα του μεγέθους αυτής, όλα τα προϊόντα εξ όλων των μερών της γης, εις τρόπον ώστε απολαμβάνομεν μετά της αυτής ευκολίας και τα ιδικά μας αγαθά και τα των άλλων ανθρώπων.

39. »Υπερέχομεν δε και κατά τας στρατιωτικάς ασκήσεις από τους αντιπάλους μας εις τα εξής. Η πόλις η ιδική μας είναι ανοικτή εις πάντας και δεν υπάρχει παρ' ημίν νόμος ξενηλασίας, όστις να εμποδίζη τους ξένους από του να μάθουν ή να ίδουν τι από φόβον τάχα ότι εάν, μηδέν απομένη κρυπτόν, ο εχθρός ήθελεν ωφεληθή εξ εκείνου το οποίον έβλεπε. Πράττομεν δε τούτο, διότι κατά την μάχην δεν εμπιστευόμεθα τόσον εις τα προς άμυναν μέσα και τους δόλους, όσον εις την από της ψυχής μας πηγάζουσαν ευτολμίαν. ’λλοι εκπαιδεύονται δι' επιπόνου ασκήσεως και ευθύς εκ νεαράς ηλικίας έργον έχουν το να επαγγέλλωνται την ανδρείαν, ημείς δε αναπαυτικά ζώντες, όμως δεν προχωρούμεν ολιγώτερον των άλλων εις τους κινδύνους εναντίων των αντιπάλων. Απόδειξις τούτου είναι ότι οι Λακεδαιμόνιοι ουδέποτε μόνοι, αλλά μεθ' όλων των συμμάχων των εκστρατεύουν εναντίον ημών· ενώ ημείς, οσάκις επερχόμεθα κατά της χώρας των άλλων ευκόλως ως επί το πλείστον νικώμεν μαχόμενοι επί εδάφους ξένου και εναντίον ανθρώπων υπερασπιζομένων την ιδικήν των χώραν. Και ολόκληρον την δύναμίν μας ουδείς των εχθρών μας έως τώρα συνήντησε, διότι και με τα ναυτικά απασχολούμεθα και εις πολλούς της ξηράς τόπους κάμνομεν αποστολάς στρατού· εάν δε που οι εχθροί συμπλακούν με μικρόν μέρος των δυνάμεων μας, νικήσαντες μεν καυχώνται ότι μας απώθησαν όλους, νικηθέντες δε λέγουν ότι ενικήθησαν υπό πάντων ημών. Και εάν όμως μας αρέσκη να κινδυνεύωμεν ανέτως μάλλον ή δι' επιπόνου ασκήσεως, και όχι τόσον μετ' ανδρείας προερχομένης εκ της επιβολής των νόμων, όσον μετ' ανδρείας προερχομένης εκ της εμφύτου ανδρείας ημών, έχομεν εκ τούτου το πλεονέκτημα να μη κουραζώμεθα προηγουμένως με την προπαρασκευήν και μελέτην των επικειμένων λυπηρών κατά την στιγμήν δε της δοκιμασίας δεν φαινόμεθα ολιγώτερον τολμηροί εκείνων, οι οποίοι διαρκώς κοπιάζουν. Η δε πόλις ημών όχι μόνον διά ταύτα είναι αξία θαυμασμού, αλλ' ακόμη και δι' άλλα.

40. »Διότι είμεθα φιλόκαλοι με μικράν δαπάνην και ασχολούμεθα εις την φιλοσοφίαν χωρίς να εκθηλυνώμεθα· και τα πλούτη μας μεταχειριζόμεθα εν καιρώ ανάγκης μάλλον ή προς επίδειξιν. Και το να ομολογώμεν την πτωχείαν μας δεν θεωρείται αισχρόν, αίσχιστον όμως το να μη την αποφεύγωμεν διά της εργασίας. Και υπάρχουν παρ' ημίν άνθρωποι οίτινες και τα οικεία συμφέροντα επιμελούνται και τα της πολιτείας, και άλλοι εις τα επιτηδεύματα των ενασχολούμενοι, οίτινες όχι κακώς εννοούν τα της πολιτικής· ημείς μόνοι τωόντι θεωρούμεν τον πολίτην τον μη αναμιγνυόμενον εις την πολιτικήν, ουχί ως φιλήσυχον, αλλ' ως άχρηστον. Και ή κρίνομεν μόνοι μας τα πράγματα ή προσπαθούμεν να λάβωμεν ορθήν κρίσιν αυτών, ουχί νομίζοντες ότι οι λόγοι βλάπτουν τα έργα, αλλά μάλλον επιζήμιον θεωρούντες το να μη προδιδαχθώμεν διά του λόγου όσα πρέπει να πράξωμεν πριν ή έλθωμεν εις τα έργα. Έχομεν δε υπεροχήν και κατά τούτο, ότι, ενώ ημείς τολμώμεν πολύ και σκεπτόμεθα ωρίμως περί εκείνων, τα οποία θέλομεν επιχειρήσει, τουναντίον παρά τοις άλλοις η μεν αμάθεια φέρει θρασύτητα, η δε σκέψις προκαλεί δισταγμόν. Και υπέρτεροι εις ευψυχίαν δικαίως δέον να κρίνωνται εκείνοι, οι οποίοι γινώσκοντες κάλλιον παντός άλλου τας κακουχίας και τας απολαύσεις δεν οπισθοχωρούν προ των κινδύνων. Και κατά την αρετήν ακόμη υπερέχομεν από τους άλλους, επειδή ουχί ευεργετούμενοι, αλλ', ευεργετούντες αποκτώμεν φίλους. Ο δε ευεργέτης είναι πιστότερος, επειδή ενδιαφέρεται να μη απολεσθή η προς αυτόν οφειλομένη ευγνωμοσύνη, ενώ ο ευεργετηθείς είναι ψυχρότερος, επειδή ηξεύρει ότι θα αποδώση την καλωσύνην όχι προς χάριν, αλλά προς απότισιν χρέους. Μόνοι δε ημείς όχι τόσον διά την σκέψιν του συμφέροντος, όσον διά το ειλικρινές αίσθημα, το οποίον εμπνέει η ελευθερία ωφελούμεν χωρίς να φοβώμεθα αγνωμοσύνην.

41. » Και περιληπτικώς λέγω ότι εν γένει μεν η ημετέρα πόλις είναι σχολείον της Ελλάδος, ιδία δε νομίζω ότι έκαστος ημών δύναται ο ίδιος να επαρκέση εις πλείστα είδη βίου και εργασίας, με χάριν μάλιστα και επιδεξιότητα εκτελών αυτά. Απόδειξις δε ότι όσα λέγω δεν είναι κομπορρημοσύνη, αλλά πραγματική αλήθεια, είναι αυτή η δύναμις της πόλεως, την οποίαν απεκτήσαμεν ορμώμενοι από τούτων των ιδιοτήτων. Διότι μόνη αυτή από όσας πόλεις εξ ακοής είναι τώρα γνωσταί δοκιμαζόμενη αποδεικνύεται καλλιτέρα πασών, και μόνη αυτή ούτε κινεί εις αγανάκτησιν τον επερχόμενον εχθρόν διότι νικάται υπό τοιούτων ανδρών, ούτε εις τους υπηκόους προκαλεί παράπονα ότι κυβερνώνται υπό αναξίων. Διά τρανών δε δειγμάτων και βεβαίως ουχί άνευ αποδείξεων τουλάχιστον βεβαιώσαντες την ισχύν ταύτην θέλομεν θαυμάζεσθαι και υπό της παρούσης γενεάς και υπό της μελλούσης, χωρίς μάλιστα να έχωμεν ανάγκην ούτε Ομήρου επαινετού ούτε άλλου τινός, όστις διά στίχων θέλει τέρψει μεν προς το παρόν, ενώ η πραγματική αλήθεια θέλει ελαττώσει την περί των πραγμάτων ιδέαν, αλλ' αναγκάσαντες κάθε θάλασσαν και κάθε γην να γίνουν προσιταί εις την ημετέραν τόλμην, εγκαταστήσαντες δε πανταχού μνημεία αΐδια ευεργεσιών ή τιμωριών. Υπέρ αυτής λοιπόν της πόλεως και αυτοί εδώ μαχόμενοι ετελεύτησαν, επειδή είχον την αξίωσιν να μη την στερηθώσιν· υπέρ αυτής δ' επίσης αρμόζει ο καθείς των επιζώντων να κοπιά.

42. » Διά τούτο δε και εμακρολόγησα εις τα περί της πόλεως πρώτον μεν διά να διδάξω ότι ο αγών δεν είναι δι' ίσα πράγματα μεταξύ ημών και των άλλων αυτών, οι οποίοι ουδέν όμοιον έχουσιν, έπειτα δε διά να καταστήσω διά σημείων φανερόν τον έπαινον τούτων, προς εγκώμιον των οποίων ομιλώ. Και είπα περί αυτών ό,τι μέγιστον ηδύνατο να λεχθή, διότι πάντα όσα εξύμνησα εν τη ημετέρα δημοκρατία οφείλονται εις τας αρετάς τούτων και των τοιούτων, και ο λόγος ούτος δι' ολίγους Έλληνας όσον διά τους προκειμένους ήθελε φανή ανάλογος των πράξεών των. Νομίζω δε ότι η σήμερον των προκειμένων τελευτή και ως πρώτη απόδειξις της αρετής αυτών και ως τελευταία επιβεβαίωσις δεικνύει την ανδραγαθίαν. Διότι και οι κατά τα άλλα ολιγώτερον επαινετοί είναι δίκαιον να προβάλλουν την υπέρ της πατρίδος ανδραγαθίαν εις τους πολέμους· διότι το κακόν διά του καλού εξαφανίσαντες εξαγοράζουν τα άδικα της ιδιωτικής διαγωγής των διά των προσφερθεισών δημοσίων ευεργεσιών. Αλλά μεταξύ των πολεμιστών τούτων ουδείς εδείχθη εν τω πολέμω δειλός ένεκα της επί μακρότερον απολαύσεως του πλούτου, ουδέ ανέβαλε τον κίνδυνον με την ελπίδα ότι διαφεύγων την πενίαν ήθελε πλουτήσει· αλλά λογίσαντες ποθεινοτέραν την τιμωρίαν των εχθρών απεφάσισαν κινδυνεύοντες τους μεν εναντίους να τιμωρήσουν, τα δε συμφέροντα των να παραμελήσουν, το μεν άδηλον της νίκης αποθέσαντες εις την ελπίδα, ως προς δε την ενέργειαν αξιούντες ότι πρέπει να έχουν πεποίθησιν εις εαυτούς περί του ήδη προ των οφθαλμών αυτών προκειμένου κινδύνου. Και κατά την ώραν της μάχης προτιμήσαντες να εκδικηθούν και να αποθάνουν παρά να σωθούν ενδίδοντες, τον μεν εξονειδισμόν αυτών διά λόγου απέφυγαν, το δε έργον του πολέμου υπέστησαν πεσόντες, και εις βραχυτάτην κρίσιμον ώραν απηλλάγησαν της ζωής, εις ακμήν δόξης ευρισκόμενοι μάλλον παρά εις στιγμήν φόβου.

43. » Και ούτοι μεν τοιούτοι εδείχθησαν επαξίως της πόλεως· οι δε λοιποί επιζώντες πρέπει να εύχεσθε ασφαλέστερον μεν τον βίον, να μη κρίνετε δε αρμόζον εις σας το να έχετε ατολμοτέραν την προς τους πολεμίους ψυχικήν διάθεσιν· μη αρκούμενοι μόνον εις το να εξυμνήτε διά λόγων τα αγαθά τα συνοδεύοντα την υπεράσπισιν της πατρίδος και την τιμωρίαν των κατ' αυτής επερχομένων (αγαθά τα οποία γνωστά εις σας όντα παραλείπω να απαριθμήσω ενταύθα), αλλά εμπράκτως θεωρούντες καθ' ημέραν την δύναμιν της πόλεως χαίρετε δι' αυτήν· και βλέποντες την μεγάλην δόξαν αυτής, ενθυμηθήτε ότι άνδρες τολμηροί, συνετοί και κατά τας μάχας έχοντες αίσθημα τιμής ύψωσαν αυτήν τοσούτον· άνδρες οίτινες, μολονότι απετύγχανον ενίοτε ες τους αγώνας των, δεν έκρινον όμως άξιον εαυτών να στερήσουν την πόλιν της ιδικής των ανδρείας, αλλά προσέφερον υπέρ αυτής την καλλίστην συνεισφοράν. Διότι κοινώς θυσιάζοντες τα σώματά των ελάμβανον ατομικώς καθείς αθάνατον έπαινον και επισημότατον τάφον, όχι δηλαδή τον τόπον της ταφής, αλλά την απονεμομένην εις αυτούς δόξαν, η οποία αιώνια τους παρακολουθεί εις κάθε περίστασιν και λόγου και έργου. Διότι των επιφανών ανδρών πάσα η γη τάφος, και όχι μόνον δεικνύει αυτούς η επιγραφή των στηλών εν τη οικεία πατρίδι, αλλά και εν τη ξένη η ενθύμησις της διαθέσεως μάλλον των πεσόντων ή των κατορθωμάτων των μένει ζώσα άνευ επιγραφής. Τούτους λοιπόν και σεις μιμούμενοι και πεπεισμένοι ότι η ευδαιμονία έγκειται εις την έλευθερίαν, και η ελευθερία εις την γενναιότητα, μη αποδειλιάτε προς τους πολεμικούς κινδύνους. Διότι δεν είναι δίκαιον οι δυστυχείς, οι μη έχοντες να ελπίζουν τι αγαθόν, να αψηφούν την ζωήν των περισσότερον εκείνων οίτινες κινδυνεύουν να χειροτερεύση εις το μέλλον η ζωή των και οίτινες μεγάλην θα υποστούν απώλειαν, εάν αποτύχουν. Εις άνδρα βέβαια έχοντα συναίσθησιν εαυτού και υπερηφάνειαν είναι αλγεινοτέρα η διά δειλίαν ταπείνωσις παρά ο μη αισθητός θάνατος ο πλήττων τον πολεμιστήν εν καιρώ της δυνάμεως αυτού και ενώ έχει κοινώς αποδεκτάς ελπίδας περί επιτυχίας.

44. » Διά τούτο, αντί να κλαύσω τους γονείς των προκειμένων όσοι είναι παρόντες, εξ εναντίας θέλω παραμυθήσει αυτούς. Ανατραφέντες και περιπεσόντες εις ποικίλας βιοτικάς συμφοράς, γνωρίζουν ότι ευδαίμονες είναι εκείνοι οίτινες, ως σήμερον, οι υιοί των, έτυχαν ενδοξοτάτου τέλους, παρά ως σεις, ενδοξοτάτης λύπης· ευδαίμονες δ' επίσης είναι εκείνοι, που η ζωή αυτών προωρίσθη επίσης ευδαίμων ως και ο θάνατος. Γινώσκω ότι είναι δύσκολον να σας πείσω, διότι πολλάκις η ευτυχία των άλλων θα σας παρέχη αφορμάς προς ενθύμησιν των αγαθών, τα οποία απηλαύετε και σεις αυτοί άλλοτε· και λυπείται κανείς όχι διά την στέρησιν αγαθών τα οποία δεν εδοκίμασεν, αλλά διά την στέρησιν αγαθών, εις τα οποία εσυνήθισεν. Όσοι ευρίσκονται ακόμη εις ηλικίαν διά ν' απολαύσουν και άλλα τέκνα πρέπει να φανούν καρτερικοί· διότι οι γεννώμενοι κατόπιν υιοί εις την οικογένειαν θα αντικαταστήσουν τους μη υπάρχοντας πλέον, η δε πόλις διπλά θα ωφεληθή, μη ερημουμένη και διατελούσα εν ασφαλεία· δεν είναι δυνατόν να σκέπτωνται περί των κοινών επίσης ορθώς και δικαίως οι πατέρες οι μη έχοντες, ως αυτοί, υιούς να τους εκθέτουν εις τους κινδύνους, όπως συνεισφέρουν και άλλα πράγματα. Όσοι δε υπερέβητε της τεκνοποιήσεως την ηλικίαν, θεωρήσατε ως κέρδος ότι διήλθετε το πλείστον μέρος της ζωής εν ευτυχία, και σκεπτόμενοι ότι το υπόλοιπον θα είναι σύντομον ανακουφίζετε την θλίψιν σας διά της δόξης των προκειμένων υιών. Των τιμών η αγάπη είναι το μόνον πάθος, το οποίον ουδέποτε γηράζει και εις το γήρας η μόνη ηδονή δεν είναι, ως λέγουν μερικοί, το να συναθροίζουν πλούτη, αλλά το να τιμώνται.

45. » Διά σας τους εδώ παρόντας παίδας ή αδελφούς των προκειμένων βλέπω ότι ο αγών θα είναι δύσκολος· διότι καθείς συνηθίζει να επαινή τον μη υπάρχοντα πλέον, σεις δε, και υπερβολικήν αρετήν αν εδεικνύετε, ηθέλετε κριθή όχι όμοιοι, αλλά κάπως ολίγον κατώτεροι. Οι ζώντες φθονούν αλλήλους, ό,τι δε εις μηδένα είναι εναντίον τιμάται με αδιαφιλονείκητον εύνοιαν. Εάν αρμόζη επίσης να υπομνήσω ποία πρέπει να είναι η αρετή των γυναικών, αίτινες εις το εξής θα ζήσουν εν χηρεία, διά βραχείας παραινέσεως θα είπω τα πάντα. Μεγάλη θα είναι δι' αυτάς η υπόληψις, εάν δεν φανώσι κατώτεραι της ιδίας των φύσεως, και μάλιστα δι' εκείνην, της οποίας το όνομα δεν θα αναφέρεται υπό των ανδρών ούτε δι' έπαινον ούτε διά κατηγορίαν.

46. » Ειπώθησαν λοιπόν και από εμέ κατά τα νόμιμα όσα είχον κατάλληλα. Και οι μεν προκείμενοι νεκροί εκοσμήθησαν δι εμπράκτων εκδηλώσεων, τους δε παίδας των η πόλις θέλει αναθρέψει από τούδε δημοσία δαπάνη μέχρι της εφηβότητος αυτών, προσφέοουσα ούτω διά τοιούτους αγώνας στέφανον ωφέλιμον εις τους πεσόντας και εις τους επιζήσαντας· διότι εκεί όπου υπάρχουν βραβεία αρετής μέγιστα, εκεί ζώσι πολίται και άριστοι άνδρες. Τώρα δε αφού εθρήνησε καθείς σας εκείνον που είναι πρέπον αποχωρήσατε».

47. Τοιαύτη υπήρξεν η επικήδειος πομπή η οποία έγινε κατά τον χειμώνα εκείνον, μετά του οποίου ετελείωσε και το πρώτον έτος του πολέμου. ’μα δε τη αρχή του θέρους οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι, συναθροισθέντες εκ των δύο μερών όπως εις το πρώτον έτος, εισέβαλον εις την Αττικήν· ήτο δε ηγεμών αυτών ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Αρχίδαμος ο Ζευξιδάμου. Και στρατοπεδεύσαντες ελεηλάτουν την γην. Ενώ δε ευρίσκοντο αυτοί ουχί προ πολλών ημερών εις την Αττικήν, ήρχισεν η νόσος πρώτον μεταξύ των Αθηναίων. Η νόσος αύτη ελέγετο μεν ότι και πρότερον είχεν ενσκήψει πολλαχού και περί την Λήμνον και εις πολλάς πόλεις, ουδέποτε όμως και ουδαμού ενεθυμούντο τοσαύτην απώλειαν ανθρώπων. Διότι ούτε οι ιατροί εξήρκουν προς θεραπείαν καθό αγνοούντες την αρχήν του κακού και αποθνήσκοντες μάλιστα και εξ αυτών όσοι ήρχοντο εις περισσοτέραν συνάφειαν μετά των ασθενών, ούτε ουδεμία άλλη ανθρωπίνη τέχνη· εις μάτην προσηύχοντο εις τους ναούς ή ηρώτων τα μαντεία ή κατέφευγον εις άλλα παρόμοια μέσα· τα πάντα ήσαν ανωφελή, και επί τέλους παρητήθησαν αυτών καταβαλλόμενοι υπό του κακού.

48. Η νόσος δ' αύτη ήρχισεν, ως λέγεται, εκ της Αιθιοπίας, άνωθεν της Αιγύπτου, εκείθεν δε κατέβη εις την Αίγυπτον και Λιβύην και εις τα πλείστα μέρη της κυριαρχίας του βασιλέως. Ενέπεσε δε εις την πόλιν των Αθηναίων και πρώτον επρόσβαλε τους κατοίκους του Πειραιώς τόσον απροόπτως, ώστε ούτοι είπον ότι οι Πελοποννήσιοι έρριψαν δηλητήρια εις τα φρέατα, διότι κρήναι δεν υπήρχον ακόμη εις Πειραιά. Ύστερον δε και εις την άνω πόλιν έφθασε και απέθνησκον πολύ περισσότεροι. Ας είπη μεν λοιπόν έκαστος ιατρός ή ιδιώτης ό,τι γινώσκει περί της πιθανής αιτίας του κακού τούτου, και ας αναζητήση τους λόγους, οι οποίοι επέφερον τον τοιούτον όλεθρον· εγώ δε θέλω περιγράψει τον χαρακτήρα και τα συμπτώματα αυτού, ίνα, εάν ποτε και πάλιν επιπέση, δύναται ο καθείς να το αναγνωρίζη και να προφυλάσσεται. Θέλω δε ομιλήσει ως άνθρωπος όχι μόνον ασθενήσας, αλλά και άλλους ιδών πάσχοντας.

49. Το μεν έτος εκείνο, όπως οι πάντες παρεδέχοντο, ήτο μάλλον των άλλων απηλλαγμένον των συνήθων ασθενειών· εάν δέ τις προσεβάλλετο υπό κακοδιαθεσίας τινός, αύτη κατέληγεν εις την νόσον ταύτην. Εν γένει, άνευ ουδεμίας αιτίας, αλλ' εξ απροόπτου και εν πλήρει υγεία, ησθάνοντο οι άνθρωποι πρώτον μεν μεγάλην θερμότητα εις την κεφαλήν, ερυθήματα και φλογώσεις εις τους οφθαλμούς, εντός δε, η φάρυγξ και η γλώσσα, εγίνοντο ευθύς αιματόχροοι, η αναπνοή ήτον άτακτος και η εκπνοή από του στόματος είχε κακήν οσμήν· έπειτα επήρχετο πτάρσιμον και στενοχωρία των βρόγχων και μετ' ολίγον ο πόνος κατέβαινεν εις τα στήθη μετά βηχός ισχυρού· ότε δε έφθανεν εις τον στόμαχον, ανέστρεφεν αυτόν και επήρχοντο όλαι αι εξεμέσεις της χολής, αι υπό των ιατρών κατονομασθείσαι· αύται δε επήρχοντο μετά πόνων οξέων. Εις τους περισσοτέρους δε επήρχετο λυγξ χωρίς έμετον, σφοδρόν προξενούσα σπασμόν, ο οποίος εις άλλους μεν έπαυε μετ' ολίγον, εις άλλους δε όμως έπαυε πολύ βραδέως. Και το μεν σώμα έξωθεν εγγιζόμενον ούτε πολύ θερμόν ήτο ούτε ωχρόν, αλλ' υπέρυθρον, πελιδνόν, με εξανθήματα, μικράς φλυκταίνας και έλκη· έσωθεν δε τόσον εκαίετο, ώστε δεν ηνείχετο ούτε τα λεπτότερα ιμάτια, ούτε τας σινδόνας, ούτε άλλο τι. Οι ασθενείς ήθελον να μένουν γυμνοί και ευχαρίστως ερρίπτοντο εις ύδωρ ψυχρόν. Και πολλοί εκ των παρημελημένων ανθρώπων, βασανιζόμενοι από άπαυστον δίψαν, έπιπτον εις τα φρέατα· η δίψα δε εκείνη, είτε έπινον ολίγον είτε έπινον πολύ, έμενεν η αυτή. Η αέναος ταραχή και η αγρυπνία εβάρυνεν αυτούς. Και το σώμα, εφ' όσον χρόνον η νόσος ευρίσκετο εις την ακμήν της, δεν εμαραίνετο, αλλ' αντείχε παρά πάσαν προσδοκίαν εις την ταλαιπωρίαν, ούτως ώστε οι πλείστοι των ασθενών διετήρουν ακόμη δύναμίν τινα ότε απέθνησκον κατά την ενάτην ή εβδόμην ημέραν καταναλισκόμενοι από τον εσωτερικόν πυρετόν· ή, εάν διέφευγον τον θάνατον κατά το τέρμα τούτο, το νόσημα κατέβαινεν εις την κοιλίαν και επροξένει εις αυτήν ισχυράν εξέλκωσιν, την οποίαν παρηκολούθει επίμονος διάρροια και ατονία, εκ της οποίας οι πολλοί κατόπιν απέθνησκον. Ούτω λοιπόν το νόσημα, αφού ήρχιζεν άνωθεν και ενετοπίζετο κατ' αρχάς εις την κεφαλήν, διέτρεχε βαθμηδόν όλον το σώμα άνωθεν έως κάτω, και, εάν τις διέφευγε τα σπουδαιότερα συμπτώματα, το κακόν προσέβαλλε τα άκρα, αφήνον ίχνη της διαβάσεως του· διότι ενέσκηπτεν εις τα αιδοία και εις τα άκρα των χειρών και των ποδών, και πολλοί διέφευγον τον θάνατον διά της απωλείας των μελών τούτων, άλλοι δε διά της απωλείας των οφθαλμών, άλλοι τέλος έχανον εντελώς την μνήμην και εγειρόμενοι δεν ανεγνώριζον ούτε εαυτούς ούτε τους οικείους.

50. Η δε νόσος αύτη, το είδος της οποίας είναι αδύνατον να περιγραφή, ενέσκηπτεν εις έκαστον μετά βιαιότητος υπερβαινούσης τας ανθρωπίνους δυνάμεις. Απόδειξις δε ότι διέφερε πασών των γνωστών ασθενειών είναι η εξής· τα σαρκοβόρα όρνεα και τα τετράποδα, όσα τρέφονται δι' ανθρωπίνων πτωμάτων, μολονότι έμενον πολλά τοιαύτα, δεν επλησίαζον ή, εάν εγεύοντο, απέθνησκον. Τεκμήριον τούτου φανερόν υπήρξε το ότι ούτε περί τα πτώματα ούτε αλλαχού επαρουσιάσθησαν αυτά τα όρνεα· και οι κύνες δε οι ζώντες μετά των ανθρώπων καθιστών το φαινόμενον τούτο μάλλον επαισθητόν.

51. Το νόσημα λοιπόν τούτο (παραλείπω δε πολλά και διάφορα συμπτώματα εκδηλωνόμενα διαφορετικά επί εκάστου ανθρώπου) τοιούτον ήτο εν γένει. Εφ' όσον χρόνον δε διήρκεσεν ουδεμία των συνήθων ασθενειών εμάστιζε την κοινωνίαν ή, εάν συνέβαινε καμμία, μετετρέπετο εις τούτο. Απέθνησκον δε οι μεν άνευ θεραπείας, οι δε μετά πολλών περιποιήσεων. Δεν ευρέθη δε πράγματι και κανέν φάρμακον, το οποίον προσφερόμενον να ηδύνατο να ωφελήση· διότι εκείνο το οποίον ωφέλει τον ένα έβλαπτε τον άλλον. Ουδεμία κράσις, ισχυρά ή ασθενής, ηδυνήθη να προφυλαχθή από το κακόν τούτο, αλλά γενικός ήτον ο όλεθρος και αυτών ακόμη, πού με κάθε επιμέλειαν εθεραπεύοντο. Το δεινότατον του κακού ήτο η αθυμία υπό της οποίας, εκυριεύοντο οι πάσχοντες (οίτινες ευθύς απελπιζόμενοι πολύ περισσότερον ενέδιδον και δεν αντείχον), παρέχοντες δε ο είς προς τον άλλον τας θεραπείας των απέθνησκον ως τα πρόβατα· και τούτο επροξένει την πλείστην φθοράν. Όσοι υπό φόβου δεν ήθελον να συγκοινωνήσουν αναμεταξύ των απέθνησκον αβοήθητοι, και πολλαί οικίαι ηρημώθησαν ούτως ελλείψει συνδρομής· όσοι δε επλησίαζον τους ασθενείς προσεβάλλοντο αμέσως, και προ πάντων οι καυχώμενοι ότι δεν εφοβούντο· διότι εντρεπόμενοι δεν εδείκνυον προφύλαξιν διά τον εαυτόν των και εισήρχοντο προς τους φίλους, επειδή και αυτοί οι συγγενείς, νικώμενοι υπό του πολλού κακού, εβαρύνοντο επί τέλους τους ολοφυρμούς των αποθνησκόντων. Εκείνοι εν τούτοις οίτινες διέφυγον τον κίνδυνον ησθάνοντο πλειοτέραν συμπάθειαν και προς τους θνήσκοντας και προς τους ασθενείς, διότι προέβλεπον τον κίνδυνον και διετέλουν εν πλήρει ασφαλεία, του κακού μη προσβάλλοντος θανασίμως τον αυτόν άνθρωπον δις. Οι τοιούτοι δε και εμακαρίζοντο υπό των άλλων και χαίροντες διά την παρούσαν στιγμήν είχαν αβεβαίαν τινά ελπίδα ότι και εις το μέλλον δεν ήθελον αρπαγή υπ' άλλου νοσήματος.

52. Μαζί δε με την συμφοράν αυτήν επίεσεν ακόμη περισσότερον τους Αθηναίους η μετακόμισις των αγροτών εις την πόλιν, οίτινες προ πάντων έπαθον. Διότι μη υπαρχουσών οικιών ηναγκάσθησαν να καταλύσουν εν καιρώ θέρους εις καλύβας πνιγηράς και τούτου ένεκα απέθνησκον πολλοί μετά μεγίστης αταξίας. Τα σώματα των αποθνησκόντων έκειντο νεκρά τα μεν επί των δε, και πολλοί ημιθανείς εκυλίοντο εις τας οδούς και πλησίον εις τας κρήνας απάσας, κυριευόμενοι υπό φλογέρας δίψης· και τα ιερά δε εντός των οποίων κατεσκήνουν ήσαν πλήρη νεκρών, εκεί μέσα αποθνησκόντων των ανθρώπων· διότι ένεκα του υπερβάλλοντος κακού μη ηξεύροντες τι θα γίνουν απώλεσαν τον σεβασμόν προς τα ιερά και τα όσια. Όλαι αι συνήθειαι αι επικρατούσαι πρότερον διά τας ταφάς παρεβιάσθησαν, και έθαπτον τους νεκρούς όπως ηδύναντο. Και πολλοί στερούμενοι των προς ταφήν αναγκαίων κατέφευγον εις επονείδιστα μέσα ένεκα των συχνών αποβιώσεων εις τας οικογενείας των· οι μεν απέθετον τους νεκρούς των εις πυράς, αίτινες δεν τοις ανήκον, και προλαμβάνοντες τους στήσαντας αυτάς έθετον πυρ· οι δε, ενώ άλλος νεκρός εκαίετο, ρίπτοντες άνωθεν εκείνον τον οποίον έφερον, έφευγον.

53. Το νόσημα δε τούτο υπήρξεν αφορμή των πρώτων αταξιών της πόλεως, διότι έκαστος ευκολώτερον ετόλμα εκείνα, τα οποία κρυφίως μόνον εξετέλει, βλέπων ότι δι' αιφνιδίας μεταβολής οι μεν πλούσιοι απέθνησκον εξ απροόπτου, οι δε πρότερον άποροι κατελάμβανον ευθύς τα υπάρχοντα εκείνων. Θεωρούντες τα σώματα και τα χρήματα ομοίως εφήμερα, δεν εσκέπτοντο άλλο ειμή πώς να απολαύσουν και να ευχαριστήσουν τας ορέξεις των. Ουδείς ήτο πρόθυμος να επιδοθή εις κοπιαστικήν εργασίαν, διότι ουδείς εγίνωσκεν αν θα έζη διά να κατορθώση ταύτην. Ό,τι ήτο γνωστόν ως ευχάριστον και ως παρέχον πολλά κέρδη, τούτο κατέστη καλόν και χρήσιμον. Ούτε ο φόβος των θεών ούτε ο φόβος των νόμων ημπόδιζε τους ανθρώπους· το πρώτον, διότι βλέποντες τους πολίτας όλους αποθνήσκοντας αδιακρίτως έκριναν ότι ουδεμία υπήρχε διαφορά μεταξύ ευσεβείας και ασεβείας· το δεύτερον, διότι ουδείς ήλπιζεν ότι ήθελε ζήσει μέχρις ου δικασθή και τιμωρηθή, πολύ δε περισσότερον εφοβούντο την υπέρ τας κεφάλας των επικρεμαμένην απόφασιν και έκριναν εύλογον, πριν προσβληθούν υπ' αυτής, να απολαύσουν ολίγην τινά ηδονήν βίου.

54. Οι δε Αθηναίοι περιπεσόντες εις τοιαύτην κακοπάθειαν επιέζοντο, εντός μεν ένεκα των θνησκόντων ανθρώπων, εκτός δε ένεκα της λεηλασίας των αγρών των. Εις την δυστυχίαν δε ταύτην ευρισκόμενοι ενεθυμήθησαν φυσικώς τον ακόλουθον στίχον, τον οποίον οι πρεσβύτεροι έλεγαν ότι είχαν ακούσει ψαλλόμενον· «Θέλει έλθει δωρικός πόλεμος και λοιμός μετ' αυτού». Έρις λοιπόν ηγέρθη μεταξύ των ανθρώπων, καθόσον έλεγαν μερικοί ότι εις τον στίχον τούτον οι αρχαίοι δεν έλεγαν λοιμόν αλλά λιμόν· υπερίσχυσεν όμως τότε η γνώμη των λεγόντων λοιμόν, διότι οι άνθρωποι συνταυτίζουν τας αναμνήσεις των με τα δεινά, τα οποία πάσχουν. Εάν όμως εγερθή ποτε άλλος δωρικός πόλεμος μετά τον παρόντα και συμπέση να συμβή λιμός, νομίζω ότι θα υπερισχύση η αντίθετος γνώμη. Ενεθυμούντο δε και τον προς τους Λακεδαιμονίους χρησμόν όσοι είχον λάβει γνώσιν αυτού, ότε ερωτηθείς ο θεός υπ' αυτών, αν έπρεπε να πολεμήσουν, απεκρίθη ότι θα ενίκων, εάν επολέμουν κατά κράτος, προσθείς ότι και αυτός θέλει έλθει εις βοήθειάν των. Τοιουτοτρόπως δε εζήτουν να συνδυάσουν τον χρησμόν με τα γινόμενα, καθότι η ασθένεια ήρχισεν αμέσως μετά την εισβολήν των Πελοποννησίων. Και εις μεν την Πελοπόννησον δεν εισήλθεν αύτη, το οποίον είναι άξιον προσοχής, εδεκάτισεν όμως προ πάντων τας Αθήνας, έπειτα δε τα πολυανθρωπότατα εκ των άλλων χωρίων. Και ταύτα μεν όσον αφορά την επισυμβάσαν νόσον.

55. Οι δε Πελοποννήσιοι, αφού ελεηλάτησαν την πεδιάδα,, επροχώρησαν προς την χώραν την καλουμένην Πάραλον μέχρι του Λαυρείου, όπου υπάρχουν τα μεταλλεία του αργύρου τανήκοντα εις τους Αθηναίους. Και πρώτον μεν ελεηλάτησαν το μέρος, το οποίον βλέπει προς την Πελοπόννησον, έπειτα δε το προς την Εύβοιαν και την ’νδρον εστραμμένον. Ο δε Περικλής, στρατηγός ων και τότε, περί μεν του ότι δεν έπρεπε να εξέλθουν εις συνάντησιν κατά των εχθρών οι Αθηναίοι την αυτήν γνώμην είχεν ως και κατά την προτέραν εισβολήν.

56. Εν όσω δε οι Πελοποννήσιοι ήσαν ακόμη εις την πεδιάδα και δεν είχαν φθάσει εις την παραλίαν, ο Περικλής παρεσκεύασεν εκατόν πλοία διά να πλεύση κατά της Πελοποννήσου, και άμα ητοιμάσθησαν ανοίχθη εις το πέλαγος. Εισεβίβασε δε εις αυτά τετρακισχιλίους οπλίτας Αθηναίους και τριακόσιους ιππείς επί πλοίων ιππαγωγών, τότε κατά πρώτον κατασκευασθέντων εκ των παλαιών πλοίων· συνεξεστράτευσαν δε και οι Χίοι και οι Λέσβιοι μετά πεντήκοντα πλοίων. Ότε δε έπλεεν εις ανοικτά ο στόλος ούτος των Αθηναίων, αφήκε τους Πελοποννησίους εις την παραλίαν της Αττικής. Ελθόντες δε οι Αθηναίοι εις την Επίδαυρον της Πελοποννήσου ελεηλάτησαν τα πλείστα μέρη της χώρας και προσβαλόντες την πόλιν ήλπισαν ότι ήθελον την κυριεύσει, αλλ' απέτυχον. Αφήσαντες λοιπόν την Επίδαυρον ελεηλάτησαν την Τροιζηνίδα γην και την Αλιάδα και την Ερμιονίδα· όλα δ' αυτά είναι παραθαλάσσια μέρη της Πελοποννήσου. Αποπλεύσαντες δε εκείθεν έφθασαν εις Πρασιάς, παράλιον πόλιν της Λακωνικής, και όχι μόνον την χώραν ελεηλάτησαν, αλλά και την πόλιν εκυρίευσαν και διήρπασαν. Ταύτα ποιήσαντες επέστρεψαν εις τα ίδια. Τους Πελοποννησίους όμως δεν τους εύρον πλέον εις την Αττικήν, διότι είχον αναχωρήσει.

57. Εφ' όσον δε χρόνον οι Πελοποννήσιοι ήσαν εις την Αττικήν και οι Αθηναίοι εξεστράτευον διά των πλοίων, η νόσος κατέστρεφε τους Αθηναίους και εν τω στρατώ και εν τη πόλει, ούτως ώστε ελέχθη ότι οι Πελοποννήσιοι φοβηθέντες το νόσημα, άμα έμαθον παρά των αυτομόλων ότι υπήρχεν εις την πόλιν και είδον οφθαλμοφανώς τους αποθνήσκοντας, έσπευσαν να εξέλθουν της χώρας. Κατά την δευτέραν δε ταύτην εισβολήν παρέμειναν πλειότερον χρόνον και ελεηλάτησαν όλους τους αγρούς, διότι έμειναν τεσσαράκοντα ολοκλήρους ημέρας εις την Αττικήν.

58. Κατά το αυτό δε θέρος ’γνων ο Νικίου και Κλεόπομπος ο Κλεινίου, συστράτηγοι όντες του Περικλέους, λαβόντες τον στρατόν, τον οποίον μετεχειρίσθη εκείνος, εστράτευσαν αμέσως κατά των Χαλκιδέων της Θράκης και κατά της Ποτειδαίας η οποία ακόμη επολιορκείτο. Φθάσαντες δε και μηχανάς έστησαν κατά της Ποτειδαίας και προσεπάθουν παντοιοτρόπως να την κυριεύσουν. Αλλά δεν κατώρθωσαν ούτε τούτο να πράξουν ούτε άλλο τι άξιον των δυνάμεων των, διότι επισκήψασα η ασθένεια και εκεί πολύ επίεσε τους Αθηναίους, καταστρέφουσα τον στρατόν τοσούτον, ώστε και οι πρότερον στρατιώται, οίτινες προτού απήλαυον άκρας υγείας, εμολύνθησαν υπό των μετά του ’γνωνος ελθόντων εξ Αθηνών (Ο Φορμίων και οι μετ' αυτού χίλιοι εξακόσιοι δεν ήσαν πλέον πλησίον των Χαλκιδέων). Ο μεν λοιπόν ’γνων ανεχώρησε πάλιν μετά των πλοίων εις τας Αθήνας, απολέσας εντός τεσσαράκοντα ημερών εκ της νόσου χιλίους πεντήκοντα οπλίτας εκ των τετρακισχιλίων· οι δε προηγούμενοι στρατιώται μείναντες εις την χώραν επολιόρκουν την Ποτείδαιαν.

59. Μετά την δευτέραν δε εισβολήν των Πελοποννησίων οι Αθηναίοι, επειδή και η χώρα αυτών είχε λεηλατηθή εκ δευτέρου, η δε νόσος και ο πόλεμος επίεζον αυτούς συγχρόνως, μετέβαλον φρονήματα, και τον μεν Περικλέα κατηγόρουν ως πείσαντα αυτούς να πολεμήσουν, προς δε τους Λακεδαιμονίους εφαίνοντο διατεθειμένοι να ενδώσουν. Και τωόντι έπεμψαν προς αυτούς πρέσβεις τινάς, αλλ' οι πρέσβεις επέστρεψαν άπρακτοι. Περιελθόντες εις άκραν αμηχανίαν επετίθεντο κατά του Περικλέους. Ούτος δε βλέπων αυτούς αγανακτούντας διά τα παρόντα δεινά και πράττοντας όλα όσα προείδε συνεκάλεσεν εκκλησίαν (διότι ήτο ακόμη στρατηγός) θέλων να τους ενθαρρύνη και το φρόνημά των, το οποίον ήτο ωργισμένον, να καταστήση ηπιώτερον και ολιγώτερον περίφροντι. Αναβάς δε εις το βήμα είπε ταύτα.

60. « Μολονότι αποδέχομαι όχι με έκπληξιν τας εκδηλώσεις της οργής σας εναντίον μου (διότι καλώς γινώσκω τας αιτίας), σας συνεκάλεσα όμως εις εκκλησίαν ίνα σας υπομνήσω και σας μεμφθώ ότι άδικα καταφέρεσθε κατ' εμού και χάνετε το θάρρος σας εις τας δυστυχίας. Εγώ νομίζω, ότι πλειότερον τα άτομα είναι ευτυχή, όταν η πόλις όλη ευπραγή παρά εάν τα άτομα ευτυχούν, η δε πόλις αθρόα μαραίνεται. Ο ευτυχών εις τας ιδιωτικάς του υποθέσεις συμπεριλαμβάνεται εις την καταστροφήν της πατρίδος όπως και ο αποτυγχάνων, ενώ ο αποτυγχάνων έχει πλειοτέρας ελπίδας να σωθή ευρισκόμενος εις ευτυχούσαν πόλιν παρά εις δυστυχούσαν. Αφού λοιπόν η μεν πόλις δύναται να υποστή τας μερικάς των ανθρώπων δυστυχίας, χωριστά δε καθείς αδυνατεί να υφίσταται τας δυστυχίας εκείνης, βεβαίως πρέπει να ενωθώμεν προς υπεράσπισίν της και όχι να πράττωμεν ό,τι πράττετε σήμερον· παραφερθέντες διά τας οικιακάς δυστυχίας αμελείτε την κοινήν σωτηρίαν και συναπεφασίσατε όχι μόνον εμέ να κατηγορήτε, διότι σας συνεβούλευσα να κάμετε πόλεμον, αλλά και τον εαυτόν σας, διότι συνεμερίσθητε την γνώμην μου. Και όμως οργίζεσθε εναντίον πολίτου ως εγώ, πολίτου ο οποίος, ως νομίζω, ουδενός είναι κατώτερος εις το να εννοή τα συμφέροντα και να παριστά ταύτα σαφώς διά του λόγου και ο οποίος αγαπά την πατρίδα και είναι αφιλοκερδής. Ο γινώσκων τα ωφέλιμα και μη διδάσκων αυτά φανερά ουδόλως διαφέρει από τον μη γινώσκοντα· ο δε έχων αμφότερα ταύτα τα πλεονεκτήματα, διακείμενος όμως δυσμενώς προς την πόλιν, δεν θα έλεγε τα συμφέροντα εις την πόλιν, ως θα έπραττεν, εάν ηγάπα την πόλιν· ο έχων τέλος και το προσόν τούτο, εξαγοραζόμενος όμως υπό των χρημάτων, θα επώλει όλα ταύτα αντί χρημάτων. Ώστε, αφού πιστεύσαντες ότι είχα μάλλον παντός άλλου τα πλεονεκτήματα ταύτα, έστω και μετρίως, επείσθητε να κάμετε πόλεμον, παραλόγως με κατηγορείτε σήμερον ότι σας αδικώ.

61. » Τωόντι, όσοι έχουν ελευθερίαν εκλογής και είναι ευτυχείς, μεγάλως θα ήσαν παράφρονες, εάν εξέλεγαν τον πόλεμον αλλά, εάν ήτο ανάγκη ή να υποκύψουν και να υποστούν αμέσως τον ξένον ζυγόν ή να κινδυνεύσουν και σωθούν, μάλλον κατηγορίας άξιος θα ήτο ο φυγών τον κίνδυνον παρά ο υποστάς αυτόν. Και εγώ μεν είμαι ο αυτός και δεν μεταβάλλομαι σεις δε μεταβάλλεσθε, επειδή συνέβη να πεισθήτε μεν, ότε ήσθε αβλαβείς, να μετανοήσετε δε σήμερον ότε πάσχετε. Όπως είναι εξασθενημένον το φρόνημα σας νομίζετε τας συμβουλάς μου ως μη ορθάς, διότι καθείς αισθάνεται αμέσως την ιδίαν βλάβην, πάντες δε δεν διακρίνουσι την κοινήν ωφέλειαν εις το μέλλον. Εις τοιαύτην μεγάλην μεταβολήν η οποία επήλθεν αιφνιδίως, το φρόνημά σας έγινε πολύ ταπεινόν και δεν δύνασθε να επιμείνετε με αντοχήν εις τα αποφασισθέντα. Διότι καταβάλλουν το φρόνημα τα αιφνίδια και απροσδόκητα και τα έξω από κάθε υπολογισμόν συμβαίνοντα· τούτο συνέβη και εις σας ένεκα της νόσου, η οποία επήλθε μαζί με τάλλα κακά. Κατοικούντες όμως πόλιν μεγάλην και ανατεθραμμένοι με ήθη ανάλογα του μεγέθους αυτής πρέπει και εις τας μεγίστας συμφοράς να ανθίστασθε και το αξίωμα αυτής να μη αφανίζετε διότι οι άνθρωποι συνηθίζουν να μέμφωνται επίσης τον διά δειλίαν φαινόμενον κατώτερον της δόξης την οποίαν έχει, καθώς και να μισούν τον διά θρασύτητα επιδιώκοντα δόξαν, που δεν του ανήκει. Λησμονήσατε λοιπόν τας ιδίας συμφοράς και ασχοληθήτε περί της κοινής σωτηρίας.

62. » Εάν δε φοβήσθε μήπως η καταπόνησις εκ του παρόντος πολέμου παραταθή επί πολύ και μήπως επί τέλους δεν υπερισχύσετε, αρκεσθήτε εις όσα σας είπον, έως τώρα πολλάκις, διά να σας αποδείξω ότι ο φόβος αυτός είναι αβάσιμος. Θέλω φανερώσει δε και το εξής, το οποίον αναφερόμενον εις το μέγεθος της ηγεμονίας ημών νομίζω ότι ούτε εσυλλογίσθητέ ποτε ότι έχετε, ούτε εγώ εμνημόνευσα εις τους προγενεστέρους λόγους μου· και ούτε σήμερον θα σας ανέφερον τούτο, επειδή έχει όψιν κάπως αλαζονικήν, εάν δεν σας έβλεπον παραλόγως να διατελήτε υπό κατάπληξιν. Νομίζετε ότι μόνον επί των συμμάχων άρχετε, εγώ δε διατείνομαι ότι εκ των δύο μερών, τα οποία φανερά είναι προωρισμένα εις χρήσιν των ανθρώπων, της γης και της θαλάσσης, σεις είσθε οι απόλυτοι κύριοι του ενός όχι μόνον καθ' όλην την έκτασιν την οποίαν κατέχετε σήμερον, αλλά και πλειότερον ακόμη, εάν θελήσετε· και ουδείς ούτε βασιλεύς ούτε άλλος κανείς λαός εκ των εν τω κόσμω είναι ικανός να σας εμποδίση πλέοντας διά του υπάρχοντος στόλου. Ώστε αύτη η δύναμις φαίνεται πολύ μεγαλυτέρα της των οικιών και των αγρών, των οποίων στερηθέντες νομίζετε ότι εστερήθητε μεγάλων πραγμάτων ουδέ είναι πρέπον να θλίβεσθε διά την στέρησιν πραγμάτων, τα οποία παραβαλλόμενα με την δύναμίν σας δεν πρέπει να έχουν άλλην αξίαν ειμή κηπαρίων και επιδείξεων πλούτου. Σκεφθήτε ότι διά μεν της ελευθερίας, εάν διά των αγώνων μας διατηρήσωμεν αυτήν, ευκόλως θέλομεν ανακτήσει ταύτα, διά δε της υποταγής μας εις άλλους και όσα έχομεν πρότερον αποκτήσει θέλουσιν ελαττωθή. Υπό την διπλήν ταύτην έποψιν δεν πρέπει ναι φανώμεν κατώτεροι των πατέρων ημών οι οποίοι ουχί κληρονομήσαντες, αλλά μετά κόπων αποκτήσαντες και προσέτι διαφυλάξαντες παρέδωκαν εις ημάς την δύναμιν αυτήν (είναι δε αισχρότερον να χάση τις ό,τι είχε παρά να αποτύχη προσπαθών να το αποκτήση). Βαδίσατε λοιπόν κατά των εχθρών γενναίως όχι μόνον μετά τυφλού αλλά και μετά λογικού θάρρους. Διότι η αμάθεια, όταν συνοδεύεται με ευτυχίαν, δύναται να εμπνεύση υπερηφάνειαν και εις αυτόν τον δειλόν, ενώ το λογικόν θάρρος δεν ανήκει παρά εις εκείνον, όστις εν γνώσει πιστεύει ότι είναι υπέρτερος του εχθρού. Τούτο δε το αίσθημα υπάρχει εις ημάς. Και όταν αι πιθανότητες από τα δύο μέρη είναι όμοιαι η πεποίθησις της υπεροχής καθιστά την τόλμην ασφαλεστέραν, και δεν στηρίζεται τόσον εις την ελπίδα, της οποίας η δύναμις χρησιμεύει εν καιρώ στενοχωρίας, όσον εις την γνώσιν των ιδίων μέσων, η οποία καθιστά το μέλλον ασφαλέστερον.

63. »Την τιμήν ταύτην, η οποία προέρχεται εκ της δυνάμεως της πόλεως ημών και διά την οποίαν όλοι υπερηφανεύεσθε, καθήκον σας είναι να διατηρήσετε διά πάσης θυσίας και να μη αποφύγετε τους κόπους, εκτός αν παύσετε να αγαπάτε τας τιμάς· μη νομίσετε ότι πρόκειται αγών περί ενός μόνου, να μη γίνετε δούλοι αντί ελευθέρων, αλλά περί της στερήσεως της αρχής και περί του κινδύνου, όστις δύναται να προκύψη από το μίσος, το οποίον επεσύρατε διαρκούσης της κυριαρχίας σας. Ταύτην να καταθέσητε δεν είναι πλέον δυνατόν, και αν ακόμη υπό φόβου ή αδρανείας σας παρεκίνει κανείς παράτολμα προς την πράξιν αυτήν· διότι εξασκείτε ταύτην ως τυραννίαν, την οποίαν φαίνεται μεν άδικον να καταλάβη τις, είναι δε επικίνδυνον να απολέση. Όσοι ήθελον συμβουλεύσει τούτο, εάν έπειθον τους ακούοντας, τάχιστα ήθελον αφανίσει την πόλιν και επί τη υποθέσει ακόμη ότι ήθελον δυνηθή να διατηρήσουν την αυτονομίαν των διότι η ησυχία δεν εξασφαλίζεται, εάν δεν συνοδεύεται από την δραστηριότητα, ουδέ αρμόζει εις κυρίαρχον πόλιν, αλλ' εις υπόδουλον, να υπακούη εις άλλην χάριν της ιδικής της ασφαλείας.

64. » Σεις δε μη παρασύρεσθε υπό τοιούτων φίλων της ειρήνης· αφού συνεμερίσθητε την γνώμην μου να πολεμήσωμεν, δεν πρέπει να οργίζεσθε κατ' εμού, αν οι εχθροί επελθόντες έπραξαν όσα ήτο επόμενον να πράξουν μετά την άρνησίν σας εις το να ενδώσετε εις αυτούς, και εάν παρά πάσαν προσδοκίαν ενέσκηψεν η νόσος αυτή, πού διόλου δεν επεριμένομεν να συμβή. Ηξεύρω ότι εν μέρει η νόσος αύτη μάλλον παρά η λεηλασία της χώρας είναι αίτια να μισούμαι από σας. Τούτο είναι άδικον, εκτός εάν, και όταν απροσδοκήτως συμβή ευτυχία τις εις σας, αποδώσητε αυτήν εις εμέ. Εξ ανάγκης πρέπει να υποφέρητε και τα από των θεών προερχόμενα δεινά και τα από των πολεμίων. Τοιούτον άλλοτε ήτο το αξίωμα της πόλεως ταύτης, δεν πρέπει δε να παύση σήμερον. Μάθετε καλώς ότι μη υποκύπτουσα εις τας συμφοράς, αλλά θυσιάζουσα πλείστα σώματα και κόπους εις πολέμους επέτυχε μεγίστην φήμην μεταξύ των ανθρώπων και απέκτησε μέχρι τούδε μεγίστην δύναμιν, η οποία θα απομείνη διά παντός εις την μνήμην των μεταγενεστέρων, και εάν ποτε εξασθενίση κάπως η δύναμίς μας σήμερον (διότι τα πάντα εν τη φύσει αυξάνουν και ελαττώνονται). Μάθετε καλώς ότι Ελληνες όντες εγίναμεν άρχοντες επί πλείστων Ελλήνων και εις τους μεγίστους πολέμους αντέσχομεν και εναντίον όλων και εναντίον χωρισμένων· τέλος ότι κατωκήσαμεν πόλιν πολυανθρωποτάτην και ευπορωτάτην κατά πάντα. Και όμως ο μεν φίλος της ειρήνης θέλει μεμφθή όλ' αυτά, ο δε δραστήριος θέλει ζηλοτυπήσει, ο δε μηδέν κεκτημένος θέλει φθονήσει· ως γνωστόν, το να μισήται τις και να είναι δυσάρεστος υπήρξεν ο κλήρος εκείνων, οίτινες ηξίωσαν να είναι άρχοντες επί των άλλων· ο ένεκα μεγίστων αυτού κερδών φθονούμενος σκέπτεται ορθώς. Διότι το μίσος δεν διαρκεί επί πολύ, η δε παρούσα λαμπρότης και η μετέπειτα δόξα καταλείπεται αείμνηστος. Σεις δε προβλέποντες εις μεν το μέλλον δόξαν, εις δε το παρόν όχι αισχύνην εξασφαλίσατε ταύτα διά της σημερινής προθυμίας, μήτε κήρυκας πέμποντες προς τους Λακεδαιμονίους μήτε διά φανερών εκδηλώσεων δεικνύοντες ότι κατεπονήθητε από τα παρόντα κακά. Εις τας συμφοράς οι ολιγώτερον λυπούμενοι και ενεργητικώτερον ανθιστάμενοι, λαοί ή ιδιώται, αυτοί είναι οι ισχυρότεροι μεταξύ πάντων».

65. Τοιαύτα λέγων ο Περικλής προσεπάθει και την κατ' αυτού οργήν να παραλύση και να στρέψη την σκέψιν των από των παρόντων κακών. Εκείνοι δε δημοσίως μεν επείσθησαν εις τους λόγους του και δεν έπεμψαν πλέον πρέσβεις εις την Λακεδαίμονα, αλλ' έκλιναν μάλλον προς πόλεμον, ιδιαιτέρως όμως ελυπούντο διά τα παθήματα· ο μεν λαός, διότι απώλεσε και αυτά τα ολίγα τα οποία είχεν, οι δε πλούσιοι, διότι απώλεσαν τους ωραίους αγρούς των, τας καλάς οικοδομάς των και τα πολυτελή έπιπλά των, όλοι δε διότι είχον πόλεμον αντί ειρήνης. Δεν έπαυσε δε η οργή των ειμή αφού τον κατεδίκασαν εις χρηματικήν αποζημίωσιν. Μετ' ολίγον δε ύστερον, τούτο δε είναι σύνηθες εις τον λαόν, εξέλεξαν πάλιν αυτόν στρατηγόν και του ανέθεσαν την ανωτάτην διεύθυνσιν των πραγμάτων. Τούτο δε διότι αι ατομικαί συμφοραί ήρχισαν ήδη να εξασθενούν, και διότι ο Περικλής τοις εφαίνετο ότι ήτο ο μόνος άνθρωπος, του οποίου είχεν ανάγκην η πόλις. Διότι, εφ' όσον χρόνον προΐστατο της πόλεως εν καιρώ ειρήνης, εκυβέρνησε μετριοπαθώς και ασφαλή διεφύλαξεν αυτήν και εις μέγιστον βαθμόν δυνάμεως την προώδευσεν επί των ημερών του, και ότε ο πόλεμος εξερράγη, αυτός πάλιν είχε προΐδει την σπουδαιότητα του. Επέζησε δε δύο έτη και τρεις μήνας, και αφού απέθανεν εγνώρισαν σαφέστερον την ακρίβειαν των υπολογισμών του. Διότι ο μεν Περικλής είπεν εις τους Αθηναίους ότι ήθελον υπερτερήσει, εάν έμενον ησυχάζοντες, αρκούμενοι εις την επιμέλειαν του ναυτικού, μη επεκτείνοντες την αρχήν των και μη διακινδυνεύοντες την πόλιν των· οι δε Αθηναίοι όχι μόνον έπραξαν τα εναντία όλων τούτων, αλλά και διά να ικανοποιήσουν τας ιδιαιτέρας των φιλοτιμίας και τα ατομικά των συμφέροντα επεχείρησαν πράγματα ξένα προς τον πόλεμον και αποβάντα ολέθρια και εις εαυτούς και εις τους συμμάχους των διότι, εάν μεν επετύγχανον, η τιμή και η ωφέλεια ήσαν μάλλον ιδιωτικαί, εάν δε απετύγχανον, έβλαπτον την πόλιν ως προς τον πόλεμον. Αιτία δε τούτου ήτο ότι ο Περικλής, ισχυρός ων ένεκα του αξιώματος του και της συνέσεως του και του αδωροδοκήτου χαρακτήρος του, εξήσκει επί του λαού αναμφισβήτητον επίδρασιν και αυτός μάλλον παρέσυρεν αυτόν παρά υπ' αυτού παρεσύρετο, καθότι απέκτησε την επίδρασιν εκείνην ουχί διά μέσων αθεμίτων, και ουδ' εκολάκευεν αυτόν διά των λόγων του, αλλ' αντέλεγε μάλιστα ενίοτε με ήθος κυριαρχικόν και οργίλον. Ότε έβλεπεν αυτούς ότι παρεφέροντο ακαίρως εις ύβρεις, τους κατέπληττε και τους εφόβιζε διά των λόγων του, ότε δε πάλιν εφοβούντο άνευ λόγου διήγειρεν εντέχνως το θάρρος των. Και κατ' όνομα μεν η τοιαύτη διοίκησις εκαλείτο δημοκρατία, πράγματι δε ήτο εξουσία, την οποίαν διηύθυνεν ο πρώτος ανήρ. Οι δε διάδοχοι αυτού, ίσοι μάλλον όντες μεταξύ των και ποθούντες καθείς να λάβη τον πρώτον βαθμόν, ήρχισαν να κολακεύουν τον δήμον και να χαλαρώνουν την διοίκησιν των δημοσίων πραγμάτων. Εκ τούτου προέκυψαν, ως συμβαίνει εις μεγάλην πόλιν και κυρίαρχον, πολλά άλλα σφάλματα, ιδίως δε η εις την Σικελίαν ναυτική εκστρατεία, η οποία απέτυχεν όχι τόσον διότι δεν εξετίμησαν δεόντως τας εχθρικάς δυνάμεις, όσον διότι οι ψηφίσαντες αυτήν δεν παρέσχον εις τους αναχωρήσαντας τα μέσα των οποίων είχαν ανάγκην, αλλά καταγινόμενοι εις τας ιδιαιτέρας των έριδας, διά να αποκτήσουν την ανωτάτην αρχήν, και ενέργειαν ολιγωτέραν κατέβαλλαν εις την κατάρτισιν του στρατού εκείνου και εν Αθήναις διήγειραν διχονοίας αγνώστους μέχρι της εποχής εκείνης. Μολονότι δε κατεστράφησαν εν Σικελία και απωλέσθη το μεγαλύτερον μέρος του στόλου, οι Αθηναίοι, με όλην την μεταξύ των διάστασιν, όμως τρία έτη αντέστησαν εναντίον των πρότερον υπαρχόντων πολεμίων και των μετ' αυτών ενωθέντων Σικελιωτών και των πλείστων αποστατησάντων συμμάχων των· τέλος δε και κατά του Κύρου, του υιού του βασιλέως, ο οποίος ηνώθη μετ' αυτών και παρείχε χρήματα εις τους Πελοποννησίους διά το ναυτικόν· και δεν ενέδωκαν παρά αφού πρώτον εξηντλήθησαν υπό των εμφυλίων ερίδων, εις τας οποίας είχον περιπέσει. Τοσούτον ο Περικλής είχε προΐδει διά τίνων μέσων κατά τον παρόντα πόλεμον οι Αθηναίοι ευκόλως ήθελαν σώσει την πόλιν από τους Πελοποννησίους.

66. Κατά το αυτό δε θέρος οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι εστράτευσαν μετά εκατόν πλοίων κατά της νήσου Ζακύνθου, η, οποία κείται αντικρύ της Ήλιδος· ήσαν δε οι Ζακύνθιοι άποικοι των της Πελοποννήσου Αχαιών και σύμμαχοι των Αθηναίων. Υπήρχον δε επί των πλοίων χίλιοι οπλίται Λακεδαιμόνιοι και ναύαρχος ήτον ο Σπαρτιάτης Κνήμος. Και αποβιβασθέντες εις την ξηράν ελεηλάτησαν τα περισσότερα μέρη της νήσου, και, επειδή δεν ηδυνήθησαν να την υποτάξουν, επέστρεψαν εις τα ίδια.

67. Περί τα τέλη δε του αυτού θέρους ο Κορίνθιος Αριστεύς και οι πρέσβεις των Λακεδαιμονίων Ανήριστος, Νικόλαος, Στρατόδαμος, ο Τεγεάτης Τιμαγόρας και ο Αργείος Πόλλις αυτόκλητος, μεταβαίνοντες εις την Ασίαν προς τον βασιλέα διά να πείσουν αυτόν να δώση χρήματα και συμπολεμήση, φθάνουν πρώτον εις Θράκην προς τον Σιτάλκην τον Τήρου, θέλοντες να πείσουν αυτόν, αν ηδύνατο να διαλύση την μετά των Αθηναίων συμμαχίαν και να βοηθήση την Ποτείδαιαν πολιορκουμένην υπ' αυτών και ζητούντες την συνδρομήν του να διαβούν τον Ελλήσποντον και να φθάσουν εις τον Φαρνάκην τον Φαρναβάζου, ο οποίος έμελλε να τους πέμψη προς τον βασιλέα. Ευρεθέντες δε κατά τύχην παρά τω Σιτάλκη οι πρέσβεις των Αθηναίων Λέαρχος ο Καλλιμάχου και Αμεινιάδης ο Φιλήμονος πείθουν τον Σάδοκον, τον πολιτογραφηθέντα Αθηναίον, τον υιόν του Σιτάλκου, να τοις παραδώση τους πρέσβεις εκείνους, ίνα μη διαβάντες προς τον βασιλέα βλάψουν όσον αυτοί θα ηδύναντο την θετήν αυτού πατρίδα. Εκείνος δε πεισθείς, ενώ επορεύοντο διά της Θράκης προς το πλοίον διά του οποίου έμελλον να διαπεράσουν τον Ελλήσποντον, συλλαμβάνει αυτούς πριν επιβιβασθούν συμπέμψας και άλλους άνδρας μετά του Λεάρχου και Αμεινιάδου και διατάξας να τους παραδώσουν εις εκείνους· εκείνοι δε λαβόντες τους έφεραν εις τας Αθήνας. Ότε δε αυτοί έφθασαν, οι Αθηναίοι, φοβηθέντες μήπως ο Αριστεύς διαφυγών ήθελε βλάψει περισσότερον παρά πρότερον, καθόσον εις αυτόν απέδιδον όλα τα εν τη Ποτειδαία και τη Θράκη συμβαίνοντα, χωρίς να τους δικάσουν και να τους αφήσουν να ειπούν ολίγα τινά, εφόνευσαν πάντας αυθημερόν και έρριψαν εις φάραγγας, δικαιολογούμενοι ότι απέδιδαν τα ίσα εις τους Λακεδαιμονίους, οι οποίοι συλλαβόντες τους Αθηναίους εμπόρους περί την Πελοπόννησο πλέοντας επί φορτηγών πλοίων, εφόνευσαν αυτούς και εις φάραγγας έρριψαν. Διότι οι Λακεδαιμόνιοι πάντας όσους συνελάμβανον εν θαλάσση ως πολεμίους εθανάτωνον, και τους μετά των Αθηναίων συμπολεμούντας και τους ουδετέρους.

68. Κατά την αυτήν δ' εποχήν κατά τα τέλη του θέρους οι Αμπρακιώται μετά πολλών βαρβάρων, τους οποίους είχον διεγείρει, εξεστράτευσαν κατά του Αμφιλοχικού ’ργους και της άλλης Αμφιλοχίας. Ιδού δε η αρχή της έχθρας των Αμπρακιωτών κατά των Αργείων. Μετά τον τρωικόν πόλεμον Αμφίλοχος ο Αμφιαράου επιστρέψας εις τα ίδια και μη αρεσκόμενος εις την κατάστασιν του ’ργους ανεχώρησε και έκτισε το Αμφιλοχικόν ’ργος και την άλλην Αμφιλοχίαν εν τω Αμπρακικώ κόλπω, ονομάσας αυτό ’ργος από την ιδικήν του πατρίδα. Εγένετο δε η πόλις αύτη η μεγίστη της Αμφιλοχίας και είχε κατοίκους πλουσιοτάτους. Αλλά μετά πολλάς γενεάς οι Αργείοι πιεζόμενοι υπό πολλών συμφορών προσεκάλεσαν συνοίκους τους Αμπρακιώτας τους γείτονας με την Αμφιλοχίαν και τότε πρώτον έμαθαν ούτοι την ελληνικήν γλώσσαν, την οποίαν μεταχειρίζονται μέχρι σήμερον· οι δε άλλοι Αμφίλοχοι είναι βάρβαροι. Με τον καιρόν οι Αμπρακιώται εκδιώκουν τους Αργείους και καταλαμβάνουν αυτοί την πόλιν. Τούτου δε γενομένου οι Αμφίλοχοι παραδίδονται εις τους Ακαρνάνας, και επεκαλέσθησαν αμφότεροι την συνδρομήν των Αθηναίων, οι οποίοι έπεμψαν προ αυτούς τον στρατηγόν Φορμίωνα μετά τριάκοντα πλοίων. Ότε δε έφθασεν ο Φορμίων, κυριεύουν διά της βίας το ’ργος, εξανδραποδίζουν τους Αμπρακιώτας και κατοικίζουν αυτό από κοινού Αμφίλοχοι και Ακαρνάνες. Συνεπεία τούτου λοιπόν οι Ακαρνάνες εισήλθον εις την συμμαχίαν των Αθηναίων και οι Αμπρακιώται συνέλαβαν μίσος αδιάλλακτον κατά των Αργείων ένεκα του ανδραποδισμού εις τον οποίον είχον υποβληθή. Ύστερον δε διαρκούντος του παρόντος πολέμου οι Αμπρακιώται ενωθέντες μετά των Χαόνων και άλλων βαρβάρων εκ των πλησίον χώρων επεχείρησαν την εκστρατείαν την οποίαν ανεφέραμεν και ελθόντες πλησίον του ’ργους της μεν χώρας έγιναν κύριοι, την δε πόλιν προσβαλόντες και μη δυνηθέντες να κυριεύσουν επέστρεψαν εις τα ίδια και διελύθησαν κατά λαούς. Τοιαύτα υπήρξαν τα γεγονότα του θέρους τούτου.

69. Κατά τον επόμενον δε χειμώνα οι Αθηναίοι είκοσι μεν πλοία έστειλαν περί την Πελοπόννησον υπό τον στρατηγόν Φορμίωνα, ο οποίος σταθμεύσας εις Ναύπακτον προσείχε μήτε να εκπλέη τις εκ Κορίνθου και του Κρισαίου κόλπου μήτε να εισπλέη, έτερα δε έξ κατά της Καριάς και της Λυκίας υπό τον στρατηγόν Μελήσανδρον, όπως ταύτα συνάζουν χρήματα και μη αφήνουν τους Πελοποννησίους πειρατάς να ορμώνται εκείθεν και βλάπτουν τα ταξίδια των από Φασήλιδος και Φοινίκης και της εκείθεν ηπείρου φορτηγών πλοίων. Προχωρήσας δ' ο Μελήσανδρος προς την Λυκίαν μετά σώματος εκ συμμάχων και Αθηναίων, τους οποίους έλαβεν από τα πλοία, αποθνήσκει νικηθείς και καταστρέφεται μέρος τι του στρατού του.

70. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα οι Ποτειδαιάται, επειδή δεν ηδύναντο πλέον να ανθέξουν πολιορκούμενοι, καθότι και αι εις την Αττικήν εισβολαί των Πελοποννησίων δεν ηδυνήθησαν να αναγκάσουν τους Αθηναίους να λύσουν την πολιορκίαν της πόλεως των, και ο σίτος τοσούτον έλειψεν, ώστε κατήντησαν οι άνθρωποι να τρώγωνται μεταξύ των, προέτεινον λόγους περί συμβάσεως προς τους στρατηγούς των Αθηναίων, Ξενοφώντα τον Ευριπίδου και Εστιόδωρον τον Αριστοκλείδου και Φανόμαχον τον Καλλιμάχου, τους ευρισκομένους επί κεφαλής του πολιορκούντος στρατού. Ούτοι δε εδέχθησαν τας προτάσεις, τούτο μεν διότι έβλεπον την ταλαιπωρίαν του στρατού εις χώραν όπου το ψύχος ήτο δριμύ, τούτο δε διότι αι Αθήναι εδαπάνησαν ήδη εις την πολιορκίαν εκείνην δισχίλια τάλαντα. Οι όροι της συμβάσεως εκείνης ήσαν να εξέλθουν οι πολιορκούμενοι μετά των γυναικών και των τέκνων των και των βοηθών στρατιωτών, οι μεν άνδρες μεθ' ενός ενδύματος, αι δε γυναίκες μετά δύο, και εφωδιασμένοι μετά ωρισμένης χρηματικής ποσότητος. Και αυτοί μεν, δυνάμει της συμβάσεως ταύτης, εξήλθον επί την Χαλκιδικήν και κατέφυγον όπου ηδυνήθη καθείς· οι δε Αθηναίοι και τους στρατηγούς εμέμφθησαν ότι εσυνθηκολόγησαν άνευ της συγκαταθέσεώς των (διότι ενόμιζον ότι η Ποτείδαια ήθελε παραδοθή άνευ όρων) και ύστερον έπεμψαν εις την Ποτείδαιαν αποικίαν εκ των ιδίων συμπολιτών, οι οποίοι αποκατεστάθησαν εις αυτήν. Ταύτα ήσαν τα γεγονότα του χειμώνος τούτου, μετά του οποίου τελειώνει το δεύτερον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.

71. Το ακόλουθον δε θέρος (3) οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι των εις μεν την Αττικήν δεν εισέβαλον, εξεστράτευσαν δε επί την Πλάταιαν· ήτο δε ηγεμών αυτών ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Αρχίδαμος ο Ζευξιδάμου· και στήσας το στρατόπεδόν του έμελλε να λεηλατήση την χώραν· οι δε Πλαταιείς ευθύς πέμψαντες προς αυτόν πρέσβεις έλεγον ταύτα, « Αρχίδαμε και Λακεδαιμόνιοι, δεν πράττετε δίκαια και άξια υμών και των πατέρων σας εκστρατεύοντες κατά της γης των Πλαταιών. Διότι ο Λακεδαιμόνιος Παυσανίας ο Κλεομβρότου ελευθερώσας την Ελλάδα από τους Μήδους μετά των Ελλήνων, οι οποίοι ηθέλησαν να συμμερισθούν τους κινδύνους της μάχης, η οποία εγένετο υπό τα τείχη ημών, προσέφερε θυσίας εις τον Ελευθέριον Δία εν τη αγορά των Πλαταιών και συγκαλέσας πάντας τους συμμάχους απέδωκεν εις τους Πλαταιείς την πόλιν και την χώραν αυτών διά να ζουν εν αυτή αυτόνομοι και ουδείς ουδέποτε να εκστρατεύση κατ'αυτών αδίκως διά να τους υποδουλώση· άλλως οι παρόντες σύμμαχοι ήσαν υποχρεωμένοι να τους βοηθήσουν, καθείς όσον ηδύνατο. Και ταύτα μεν μας παρεχώρησαν οι πατέρες σας προς αμοιβήν του θάρρους και του ζήλου, τον οποίον εδείξαμεν κατ' εκείνους τους κινδύνους, σεις δε πράττετε όλως τα εναντία· διότι ήλθετε ενταύθα μετά των Θηβαίων των εχθροτάτων εις ημάς ίνα μας υποδουλώσητε. Επικαλούμενοι δε μάρτυρας τους ορκίους θεούς και τους ιδικούς σας πατρώους και τους ημετέρους εγχωρίους λέγομεν εις σας να σεβασθήτε την χώραν των Πλαταιών, να μη παραβήτε τους όρκους και να μας αφήσετε να ζώμεν αυτόνομοι, συμφώνως με την δικαίαν απόφασιν του Παυσανίου».

72. Ότε είπον ,ταύτα οι Πλαταιείς, ο Αρχίδαμος απαντήσας είπε· «Δίκαια λέγετε, ω άνδρες Πλαταιείς, εάν τα έργα είναι σύμφωνα με τους λόγους. Τηρείτε την αυτονομίαν, την οποίαν εξησφάλισεν εις σας ο Παυσανίας, αλλ' ενωθήτε μεθ' ημών, ίνα ελευθερώσωμεν τους άλλους, οίτινες μετάσχοντες των τότε κινδύνων ηνώθησαν με σας διά των αυτών όρκων και σήμερον διατελούν υπό τον δεσποτισμόν των Αθηναίων. Η παρούσα μεγάλη προπαρασκευή και ο πόλεμος ούτος ουδένα άλλον σκοπόν έχουν ή την απελευθέρωσιν αυτών. Προτιμότερον δε ήθελεν είσθαι να συνεργήσετε και σεις εις τούτο μένοντες πιστοί εις τους όρκους σας· ειδεμή, πράξατε ό,τι σας επροτείναμεν ήδη, ησυχάζετε νεμόμενοι τα αγαθά σας και μένοντες ουδέτεροι· δέχεσθε αμφότερους ως φίλους, χωρίς να βοηθήτε μήτε τον ένα μήτε τον άλλον διά των όπλων. Ευχαριστούμεθα εις τούτο». Ταύτα είπεν ο Αρχίδαμος, οι δε πρέσβεις των Πλαταιών ακούσαντες τους λόγους τούτους εισήλθον εις την πόλιν και ανακοινώσαντες τα ρηθέντα εις το πλήθος απεκρίθησαν εις αυτόν ότι είναι αδύνατον να δεχθούν τας προτάσεις ταύτας άνευ της συγκαταθέσεως των Αθηναίων, καθότι αι γυναίκες και τα τέκνα των ήσαν εις τας Αθήνας· ότι εφοβούντο και διά την πόλιν των μήπως αποχωρησάντων των Πελοποννησίων έλθουν οι Αθηναίοι και δεν τοις επιτρέψουν πλέον να μείνουν εις αυτήν· καθώς επίσης μήπως οι Θηβαίοι, δυνάμει της συνθήκης εκείνης του να δέχωνται αμφότερα τα εμπόλεμα μέρη, αποπειραθούν να καταλάβουν πάλιν την πόλιν των. Ο δε Αρχίδαμος ενθαρρύνων αυτούς είπε· «Παραδώσατε εις ημάς τους Λακεδαιμονίους την πόλιν και τας οικίας σας και αποδείξατε τα όρια της χώρας σας και αριθμήσατε τα δένδρα και ό,τι άλλο υπάγεται εις απαρίθμησιν· σεις δε αποχωρήσατε όπου θέλετε ενόσω διαρκεί ο πόλεμος. ’μα δε ούτος παρέλθη, θέλομεν, σας αποδώσει όσα παρελάβομεν. Μέχρι τότε θέλομεν κρατεί αυτά ως παρακαταθήκην, καλλιεργούντες τας γαίας σας και δίδοντες εις σας εισόδημα αρκούν εις τας ανάγκας σας.

73. Οι δε πρέσβεις ακούσαντες εισήλθον πάλιν εις την πόλιν και συσκεφθέντες μετά του πλήθους απεκρίθησαν ότι επεθύμουν να ανακοινώσουν πρώτον εις τους Αθηναίους τας προτάσεις ταύτας και να εκτελέσουν αυτάς εάν εκείνοι πεισθούν, μέχρι τότε όμως εζήτουν να γίνη ανακωχή και μη λεηλατηθή η χώρα των. Ο δε Αρχίδαμος επέτρεψεν ανακωχήν τοσούτων ημερών, όσα, ήρκουν διά να υπάγουν εις τας Αθήνας και να επιστρέψουν και δεν ελεηλάτησε την χώραν των. Ελθόντες δε οι Πλαταιείς πρέσβεις προς τους Αθηναίους και συσκεφθέντες μετ' αυτών επέστρεψαν εις τους συμπολίτας των αναγγέλλοντες εις αυτούς τα εξής. » Ω άνδρες Πλαταιείς, οι Αθηναίοι λέγουν ότι ούτε πρότερον αφ' ότου εγενόμεθα σύμμαχοι αυτών επέτρεψαν εις κανένα να μας αδικήοη, ούτε σήμερον θέλουν επιτρέψει τούτο, αλλά θα μας βοηθήσουν κατά δύναμιν. Σας εξορκίζουν λοιπόν εις τους όρκους, τους οποίους ώμοσαν οι πατέρες ημών, να μη μεταβάλετε κατ' ουδέν την υπάρχουσαν συμμαχίαν».

74. Αφού ανήγγειλαν ταύτα οι πρέσβεις, οι Πλαταιείς απεφάσισαν να μη προδώσουν τους Αθηναίους, αλλά να ανεχθούν εν ανάγκη και την λεηλασίαν της χώρας των υπό τους οφθαλμούς των και πάν ό,τι άλλο ηδύνατο να συμβή. Απεφάσισαν επίσης να μη αφήσουν πλέον κανένα να εξέλθη της πόλεως, αλλά να αποκριθούν από του τείχους ότι είναι αδύνατον εις αυτούς να πράξουν όσα προτείνουν οι Λακεδαιμόνιοι. Τοιαύτη υπήρξεν η απόκρισίς των. Εκ τούτου δε ηναγκάσθη ο βασιλεύς Αρχίδαμος να λάβη πρώτον την επιμαρτυρίαν των θεών και των εγχωρίων ηρώων λέγων τα εξής. «Θεοί προστάται της Πλαταιίδος χώρας και ήρωες, ας είσθε μάρτυρες ότι ουχί αδίκως, αλλά αφού επιώρκησαν οι άνθρωποι ούτοι, ήλθομεν κατά της χώρας των, εις την οποίαν οι πατέρες ημών επικαλεσθέντες την βοήθειάν σας ενίκησαν τους Μήδους, και την οποίαν κατεστήσατε επιτηδείαν διά τας μάχας των Ελλήνων. Και σήμερον, οιαιδήποτε και αν είναι αι πράξεις μας, δεν θέλουν εκληφθή ως άδικοι· διότι προτείναντες πολλά και δίκαια δεν εισηκούσθημεν. Συγχωρήσατε λοιπόν να τιμωρηθούν οι υβρισταί και βοηθήσατε τους επιβάλλοντας δικαίαν τιμωρίαν».

75. Μετά την επίσημον ταύτην επίκλησιν διέθεσε τον στρατόν προς έφοδον. Και πρώτον μεν διά των δένδρων, τα οποία είχαν κόψει περιεχαράκωσαν αυτούς, ίνα καταστήσουν αδύνατον κάθε έξοδον, έπειτα ύψωσαν πρόχωμα κατά του τείχους, ελπίζοντες ότι διά της εργασίας τόσου στρατεύματος ήθελε γίνει ταχεία η παράδοσις. Κόπτοντες λοιπόν ξύλα εκ του Κιθαιρώνος έκαμναν προχείρους οικοδομάς από τα δύο μέρη του προχώματος κατασκευάζοντες τους τοίχους με δεμάτια το έν επί του άλλου διά να μη καταρρέη το χώμα πολύ. Έρριπτον δε εις το διάκενον ξύλα, λίθους, χώμα και κάθε άλλο συντελούν προς πλήρωσιν αυτού. Ειργάσθησαν δε εις τούτο συνεχώς εβδομήκοντα ημέρας και νύκτας, διηρημένοι κατ' αναπαύλας ούτως ώστε οι μεν να φέρουν τα υλικά, οι δε να κοιμώνται ή να τρώγουν· οι Λακεδαιμόνιοι, οι διοικούντες τα στρατεύματα κάθε πόλεως, επετήρουν τους εργαζομένους και επέσπευδον το έργον. Οι δε Πλαταιείς, βλέποντες το πρόχωμα υψούμενον, κατεσκεύασαν ξύλινον τείχος και στήσαντες αυτό επί του τείχους των προς το επαπειλούμενον μέρος εφωδίασαν αυτό με πλίνθους ληφθείσας από την κατεδάφισιν των πλησίον οικιών. Συνέδεσαν δε τα ξύλα, ίνα μη το οικοδόμημα αποβή αδύνατον ένεκα του ύψους αυτού· είχε δε ως προκαλύμματα κατειργασμένα και ακατέργαστα δέρματα· ώστε και οι εργαζόμενοι και τα ξύλα να μη προσβάλλωνται από πυρφόρα βέλη και να διατελούν εν ασφαλεία. Το τείχος υψώθη εις ύψος μέγα, αλλά και το πρόχωμα δεν υψούτο μετ' ολιγωτέρας ταχύτητος. Τότε οι Πλαταιείς επενόησαν στρατήγημά τι· διατρυπήσαντες το τείχος των προς το μέρος όπου υψούτο το πρόχωμα αφήρουν κάτωθεν το χώμα.

76. Οι δε Πελοποννήσιοι εννοήσαντες τα γινόμενα εγέμισαν με πηλόν καλάθια από κάλαμον και έθεσαν αυτά εις τας οπάς, διά να μη διαρρέουν όπως το χώμα. Οι Πλαταιείς ιδόντες το σχέδιόν των διαλυόμενον την μεν εργασίαν διέκοψαν, ανοίξαντες δε υπόνομον εκ της πόλεως μέχρις υποκάτωθεν του προχώματος κατ' εικασίαν ήρχισαν πάλιν να σύρουν προς εαυτούς το χώμα. Η εργασία αύτη έμεινεν επί πολύ απαρατήρητος από τους πολιορκούντας, οίτινες όσον περισσότερον έρριπτον χώμα τόσον ολιγώτερον υψούτο το πρόχωμα, διότι, καθ' όσον αφηρείτο το χώμα υποκάτωθεν, το πρόχωμα εχαμηλούτο ακαταπαύστως. Φοβηθέντες δε οι Πλαταιείς μήπως ουδέ διά του τρόπου τούτου δυνηθούν να ανθέξουν ολίγοι εναντίον πολλών εφεύρον, ακόμη και το εξής μέσον· την μεν εργασίαν του μεγάλου οικοδομήματος, το οποίον υψώνετο απέναντι του προχώματος έπαυσαν, ένθεν δε και ένθεν αυτού, αρχίζοντες από το εσωτερικόν μέρος του μικρού τείχους μέχρι της πόλεως, έκτισαν δεύτερον τείχος μηνοειδές, όπως εν περιπτώσει κατά την οποίαν ήθελε κυριευθή το μέγα τείχος ανθέξη το δεύτερον τούτο, και οι εχθροί αναγκασθούν να εγείρουν δεύτερον πρόχωμα εναντίον του νέου τούτου οικοδομήματος, προχωρούντες δε εντός και διπλασίους κόπους να υποστούν και να περιέλθουν εις πλειοτέραν αμηχανίαν. Εν τούτοις οι Πελοποννήσιοι συγχρόνως με την πρόσχωσιν έφερον πλησίον της πόλεως και μηχανάς, μίαν μεν η οποία προσαχθείσα εις το πρόχωμα κατέσεισε μέγα μέρος του μεγάλου οικοδομήματος και κατεφόβισε τους Πλαταιείς, άλλας δε εφήρμοσαν εις διάφορα μέρη του τείχους. Αλλ' οι Πλαταιείς περιβάλλοντες αυτάς διά βρόχων τας έσυρον προς εαυτούς, και κρεμάσαντες μεγάλας δοκούς διά μακρών σιδηρών αλύσεων από των δύο άκρων δύο κεραιών αι οποίαι έκλιναν και εξείχον υπεράνω του τείχους εκράτουν αυτάς κρεμασμένας εγκαρσίως· άμα δε επρόκειτο να προσπέση κάπου η μηχανή, εχαλάρουν τας αλύσεις της δοκού και δεν εκράτουν αυτάς διά των χειρών· η δε δοκός, ορμητικώς πίπτουσα, απέκοπτε την προεκβολήν της μηχανής.

77. Μετά τούτο δε οι Πελοποννήσιοι, επειδή και αι μηχαναί ουδόλως ωφέλουν και αντιτείχισμα υψούτο εναντίον του προχώματός των, κρίναντες ότι ένεκα των ατυχημάτων, τα οποία υφίσταντο, ήτο αδύνατον να κυριεύσουν την πόλιν, ητοιμάσθησαν να περιτειχίσουν αυτήν. Αλλά προηγουμένως ενόμισαν καλόν να αποπειραθούν, αν ηδύναντο, δι' ευνοϊκού ανέμου, να πυρπολήσουν την πόλιν, η οποία δεν ήτο μεγάλη· διότι πάσαν ιδέαν επενόουν πώς να κυριεύσουν αυτήν άνευ δαπάνης και τακτικής πολιορκίας. Κομίζοντες λοιπόν δεμάτια ξύλων τα έρριπτον εκ του ύψους του προχώματος πρώτον μεν εις το μεταξύ του τείχους και του προχώματος διάστημα· αφού δε τούτο εγέμισε ταχέως ένεκα των πολλών προς τούτο εργαζομένων χειρών, επεσώρευσαν και εις αυτήν την πόλιν, όσον μακράν ηδύναντο να φθάσουν εκ του ύψους, όπου ευρίσκοντο. Εμβαλόντες δε πυρ μετά θείου και πίσσης ανήψαν τα ξύλα. Τοσαύτη δε φλοξ εγένετο, όσην ουδείς ουδέποτε μέχρι των χρόνων εκείνων είδεν αναφθείσαν υπό χειρών ανθρωπίνων· διότι, άλλως, συμβαίνει ενίοτε εις τα όρη, τα δένδρα των δασών τριβόμενα μεταξύ των υπό των ανέμων να ανάπτουν αυτομάτως και να αναδίδουν φλόγας.

Η πυρκαϊά δε αυτή ήτο μεγίστη, και ολίγον έλειψεν οι Πλαταιείς να καταστραφούν υπό του πυρός, αφού διέφυγον τους άλλους κινδύνους· διότι εντός της πόλεως ήτο αδύνατον να πλησιάση κανείς εις πολλά μέρη, εάν δε ήθελε πνεύσει ο άνεμος προς την διεύθυνσιν της πόλεως, το οποίον και ήλπιζαν οι ενάντιοι, οι Πλαταιείς δεν θα εσώζοντο. Αλλά λέγουν ότι κατ' εκείνην την στιγμήν συνέβη και τούτο, ύδωρ πολύ πεσόν εξ ουρανού μετά βροντών έσβεσε την φλόγα και ούτω κατέπαυσεν ο κίνδυνος.

78. Οι δε Πελοποννήσιοι επειδή και εις τούτο απέτυχον αποπέμψαντες μέρος του στρατού μετεχειρίσθησαν το υπόλοιπον διά να αποκλείσουν διά τείχους την πόλιν γύρωθεν, ορίσαντες τους στρατιώτας κάθε πόλεως να εργασθούν επί ωρισμένης εκτάσεως. Έσωθεν δε και έξωθεν υπήρχε τάφρος, το χώμα της οποίας εχρησίμευε προς κατασκευήν πλίνθων. Και ότε ετελείωσε το έργον κατά την επιτολήν του Αρκτούρου (4) καταλιπόντες φύλακας του ημίσεος τείχους (το δε άλλο ήμισυ το εφύλαττον Βοιωτοί) ανεχώρησαν μετά του στρατού και διελύθησαν κατά πόλεις. Οι δε Πλαταιείς, έχοντες ήδη μετακομίσει προηγουμένως εις τας Αθήνας τους παίδας και τας γυναίκας και τους γέροντας και το άχρηστον πλήθος των ανθρώπων, έμειναν εντός της πολιορκουμένης πόλεως τετρακόσιοι μετά ογδοήκοντα Αθηναίων και εκατόν δέκα γυναικών αρτοποιών. Τόσοι ήσαν εν συνόλω οι πολιορκούμενοι, και ουδείς άλλος υπήρχεν εις τα τείχη είτε δούλος είτε ελεύθερος. Και τοιαύτα μεν ήσαν τα μέσα διά των οποίων εγένετο η πολιορκία των Πλαταιών.

79. Κατά το αυτό δε θέρος και διαρκούσης της πολιορκίας των Πλαταιών οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν μετά δισχιλίων οπλιτών και διακοσίων ιππέων κατά των εις την Θράκην Χαλκιδέων και των Βοττιαίων. Ο σίτος ήτο ώριμος τότε. Εστρατήγει δε αυτών Ξενοφών ο Ευριπίδου μετά δύο άλλων στρατηγών. Ελθόντες δε εις την πόλιν της Βοττικής Σπάρτωλον διήρπαζον τα στάχυα. Ενόμιζον μάλιστα ότι ήθελε προσχωρήσει η πόλις ένεκα των συνεννοήσεων, τας οποίας είχον μετά τινων κατοίκων· αλλ' οι εναντιούμενοι εις ταύτα εζήτησαν βοήθειαν εκ της Ολύνθου, και ήλθον οπλίται και άλλοι στρατιώται προς φύλαξιν· οι φύλακες δε ούτοι εξελθόντες εκ της Σπαρτώλου συνεπλάκησαν εις μάχην προς τους Αθηναίους υπ' αυτά τα τείχη της πόλεως. Και οι μεν οπλίται των Χαλκιδέων και μερικοί επίκουροι μετ' αυτών νικώνται υπό των Αθηναίων και αναχωρούν εις την Σπάρτωλον, οι δε ιππείς και ψιλοί των Χαλκιδέων νικούν τους ιππείς και ψιλούς των Αθηναίων. Οι Χαλκιδείς είχον μαζύ τους ολίγους τινάς ακοντιστάς από την χώραν την ονομαζομένην Κρουσίδα. Ενώ δε μόλις προ ολίγου είχε τελειώσει η μάχη, ήλθον προς βοήθειαν και άλλοι ακοντισταί εκ της Ολύνθου. ’μα δε είδον αυτούς οι εκ της Σπαρτώλου ψιλοί, υπερήφανοι διότι δεν είχον νικηθή και ενθαρρυνθέντες περισσότερον εκ της παρουσίας των, επιτίθενται πάλιν μετά των Χαλκιδέων ιππέων και των νεωστί ελθόντων κατά των Αθηναίων, οίτινες απεσύρθησαν προς τας δύο τάξεις, τας οποίας είχον αφήσει προς φύλαξιν των σκευών. Και, οπότε μεν ώρμων οι Αθηναίοι, οι εχθροί ωπισθοχώρουν· οπότε δε υπεχώρουν, οι Χαλκιδείς επετίθεντο κατ' αυτών και τους προσέβαλλον δι' ακοντίων. Και οι ιππείς δε των Χαλκιδέων προστρέχοντες παντού όπου ήτο ανάγκη επετίθεντο και φοβίσαντες όχι ολίγον τους Αθηναίους έτρεψαν αυτούς εις φυγήν και τους κατεδίωξαν επί πολύ. Και οι μεν Αθηναίοι καταφεύγουν εις την Ποτείδαιαν, και ύστερον παραλαβόντες τους νεκρούς διά συνθήκης αναχωρούν εις τας Αθήνας μετά του υπολειπομένου στρατού· απέθανον δε εξ αυτών τετρακόσιοι τριάκοντα και πάντες οι στρατηγοί. Οι δε Χαλκιδείς και οι Βοττιαίοι έστησαν τρόπαιον και συναθροίσαντες τους νεκρούς των ανεχώρησαν εις τας πόλεις των.

80. Κατά το αυτό δε θέρος, όχι πολύ μετά τα συμβάντα ταύτα, οι Αμπρακιώται και οι Χάονες θέλοντες να υποτάξουν όλην την Ακαρνανίαν και να την αποσπάσουν από τους Αθηναίους πείθουν τους Λακεδαιμονίους να παρασκευάσουν ναυτικόν συμμαχικόν και να πέμψουν εις την Ακαρνανίαν χιλίους οπλίτας, λέγοντες ότι, εάν ηνώνοντο μετ' αυτών και προσέβαλλον την χώραν διά ξηράς άμα και θαλάσσης, θα ημπόδιζαν τους παραθαλασσίους Ακαρνάνας να βοηθήσουν τους εν τω εσωτερικώ, και ότι γινόμενοι κύριοι της Ακαρνανίας ευκόλως θα κατελάμβαναν και την Ζάκυνθον και την Κεφαλληνίαν, ο δε περί την Πελοπόννησον περίπλους δεν θα ήτο εις το εξής τόσον εύκολος εις τους Αθηναίους· ήλπιζον δε προσέτι να καταλάβουν και την Ναύπακτον. Οι δε Λακεδαιμόνιοι πεισθέντες πέμπουν ευθύς τον Κνήμον, ο οποίος ήτο και τότε ναύαρχος, μετά των οπλιτών και ολίγων πλοίων, παρήγγειλαν δε να παρασκευασθή τάχιστα το ναυτικόν και να μεταβή εις Λευκάδα. Οι Κορίνθιοι προ πάντων εδείκνυαν μέγαν ζήλον υπέρ των Αμπρακιωτών, οι οποίοι ήσαν άποικοι των. Και το μεν ναυτικόν της Κορίνθου και της Σικυώνος και των γειτονικών πόλεων παρεσκευάζετο, το δε της Λευκάδος και της Αμπρακίας, φθάσαν προ των άλλων εις την Λευκάδα επερίμενεν εκεί. Ο δε Κνήμος και οι μετ' αυτού χίλιοι οπλίται, αφού διεπεραιώθησαν διαφυγόντες τον Φορμίωνα, ο οποίος ήρχε των είκοσιν αθηναϊκών πλοίων, τα οποία εφρούρουν περί την Ναύπακτον, ευθύς παρεσκεύαζαν την κατά ξηράν εκστρατείαν. Οι δε μετά δε του Κνήμου ευρισκόμενοι Έλληνες ήσαν Αμπρακιώται και Λευκάδιοι και Ανακτόριοι και οι χίλιοι Πελοποννήσιοι, τους οποίους είχε φέρει μαζί του, βάρβαροι δε ήσαν χίλιοι Χάονες χωρίς ηγεμόνα, διοικούμενοι υπό των ετησίων αρχηγών των Φωτίου και Νικάνορος της αρχούσης οικογενείας. Μετά των Χαόνων δε συνεξεστράτευσαν και οι επίσης χωρίς ηγεμόνα Θεσπρωτοί. Τους δε Μολοσσούς και τους Ατιντάνας ωδήγει ο Σαβύλινθος, επίτροπος ων του βασιλέως Θαρύπου, ο οποίος ήτο ακόμη παιδίον, τους Παραυαίους δε ο βασιλεύς Όροιδος. Χίλιοι δε Ορέσται, με την συγκατάθεσιν του βασιλέως των Αντιόχου, συνόδευσαν τους Παραυαίους και ετέθησαν υπό τας διαταγάς του Οροίδου. Και ο Περδίκκας έπεμψε κρυφίως από τους Αθηναίους χιλίους Μακεδόνας, οι οποίοι ήλθον κατόπιν. Με τούτον τον στρατόν επορεύετο ο Κνήμος, μη περιμείνας το εκ της Κορίνθου ναυτικόν· και διελθόντες διά της χώρας των Αργείων εξεπόρθησαν την Λιμναίαν, η οποία ήτο ατείχιστος, και έφθασαν εις την μεγάλην πόλιν της Ακαρνανίας Στράτον, νομίζοντες ότι, εάν ταύτην πρώτην κυριεύσουν, ευκόλως ήθελαν υποτάξει τας λοιπάς.

81. Οι δε Ακαρνάνες μαθόντες ότι στρατός πολυάριθμος εισήλθεν εις την χώραν των διά ξηράς και ότι συγχρόνως οι πολέμιοι έμελλον να έλθουν με τα πλοία των διά θαλάσσης, δεν ηνώθησαν προς κοινήν υπεράσπισιν, αλλά καθείς εφύλαττε τα ίδια, και έπεμπον εις τον Φορμίωνα ζητούντες παρ' αυτού βοήθειαν· αλλ' ούτος απεκρίθη ότι επειδή επερίμενεν από στιγμής εις στιγμήν το εκ Κορίνθου ναυτικόν, δεν ηδύνατο να εγκαταλείψη την Ναύπακτον ανυπεράσπιστον. Οι δε Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι εις τρία διαιρεθέντες επροχώρουν προς την των Στρατιών πόλιν διά να στρατοπεδεύσουν πλησίον και να επιχειρήσουν την προσβολήν του τείχους, εάν δεν εγίνοντο κύριοι διά της πειθούς. Εις το κέντρον του στρατού εβάδιζαν οι Χάονες και οι άλλοι βάρβαροι, εις τα δεξιά αυτών οι Λευκάδιοι και οι Ανακτόριοι και οι μετά τούτων, εις τα αριστερά δε ο Κνήμος και οι Πελοποννήσιοι και οι Αμπρακιώται· απείχον δε πολύ απ' αλλήλων και ενίοτε ουδ' εβλέποντο. Και οι μεν Έλληνες επροχώρουν εν τάξει και προσέχοντες μέχρις ου εστρατοπέδευσαν εις χώρον κατάλληλο. Οι δε Χάονες έχοντες πεποίθησιν εις τας δυνάμεις των και αξιούντες ότι ήσαν μαχιμώτεροι πάντων των εν τη ηπείρω εκείνη κατοικούντων δεν έσχον την υπομονήν να στήσουν στρατόπεδον, αλλά προχωρήσαντες ορμητικώς μετά των άλλων βαρβάρων, ενόμισαν ότι ήθελον κυριεύσει την πόλιν με αλαλαγμόν και ότι το κατόρθωμα τούτο ήθελεν αποδοθή εις αυτούς. Εννοήσαντες δε αυτούς οι Στράτιοι ότι επλησίαζον και σκεφθέντες ότι, εάν τους ενίκων απομονωμένους, οι Ελληνες θα εβράδυνον την προσβολήν των, έστησαν ενέδρας περί την πόλιν, και, άμα έφθασαν οι βάρβαροι πλησίον, επετέθησαν κατ' αυτών συγχρόνως και εκ της πόλεως και εκ των ενεδρών εξελθόντες. Οι Χάονες καταληφθέντες υπό τρόμου εφονεύθησαν πολλοί, οι δε άλλοι βάρβαροι, άμα είδον αυτούς υποχωρήσαντας, δεν αντέστησαν, αλλ' ετράπησαν εις φυγήν. Οι Έλληνες των δύο στρατοπέδων δεν ενόησαν την μάχην εκείνην, καθότι οι βάρβαροι είχαν προχωρήσει πολύ, και ενόμισαν ότι έσπευσαν την πορείαν των, διά να στήσουν το στρατόπεδόν των. Ότε δε οι βάρβαροι φεύγοντες έπεσαν εις το μέσον αυτών, τους εσύναξαν, εσχημάτισαν έν μόνον στρατόπεδον και ησύχαζαν αυτού κατά το υπόλοιπον της ημέρας. Οι Στράτιοι δεν συνεπλάκησαν μετ' αυτών, διότι δεν είχον ενισχυθή ακόμη παρά των άλλων Ακαρνάνων, αλλ' εσφενδόνιζον μακρόθεν και τους έφεραν εις μεγάλην αμηχανίαν· διότι δεν ηδύναντο ουδέ βήμα να προχωρήσουν άνευ ασπίδος· οι δε Ακαρνάνες φημίζονται ότι είναι άριστοι σφενδονισταί.

82. Αφού δε επήλθεν η νυξ, αναχωρήσας ο Κνήμος ταχέως μετά του στρατού προς τον ποταμόν ’ναπον, ο οποίος απέχει ογδοήκοντα σταδίους από της πόλεως Στράτου, και τους νεκρούς συνήθροισε την επομένην διά συνθήκης και προσελθόντων των Οινιαδών ως φίλων αναχωρεί εις την χώραν των πριν έλθη η ενίσχυσις των άλλων Ακαρνάνων. Εκείθεν δε ανεχώρησαν εις τα ίδια. Οι δε Στράτιοι έστησαν τρόπαιον διά την ήτταν των βαρβάρων.

83. Το δε ναυτικόν των Κορινθίων και των άλλων συμμάχων, το οποίον εκ του Κρισαίου κόλπου εξερχόμενον ώφειλε να ενωθή με τον Κνήμον, όπως εμποδίσουν τους παραθαλασσίους Ακαρνάνας να δώσουν βοηθειαν εις τους μεσογείους, δεν προσήλθεν, αλλ' ηναγκάσθη, κατά τας αυτάς ημέρας της εν Στράτω μάχης να ναυμαχήση προς τον Φορμίωνα και τα δέκα πλοία των Αθηναίων, τα οποία εφρούρουν εις Ναύπακτον. Διότι ο Φορμίων επετήρει αυτούς παραπλέοντας έξω του κόλπου, σκοπεύων να επιτεθή κατ' αυτών εις μέρος ευρύχωρον. Οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοι έπλεον προς την Ακαρνανίαν ουχί ωσάν να επρόκειτο διά ναυμαχίαν, αλλ' ους αν εσχεδίαζαν μάλλον εκστρατείαν διά ξηράς, διότι δεν επίστευον ποτέ ότι οι Αθηναίοι μετά των είκοσι πλοίων των ήθελον τολμήσει να συνάψουν ναυμαχίαν εναντίον αυτών εχόντων τεσσαράκοντα επτά πλοία· εν τούτοις, ενώ επροχώρουν παραπλέοντες την ξηράν, έβλεπαν τους Αθηναίους αντιπαραπλέοντας εις την αντιπέραν παραλίαν, και, ενώ εκ των Πατρών της Αχαΐας διηυθύνοντο προς την αντικρύ ήπειρον, διά να φθάσουν εις την Ακαρνανίαν, είδαν ευδιακρίτως τους Αθηναίους προχωρούντας κατ' αυτών εκ της Χαλκίδος και του ποταμού Ευήνου. Μη δυνηθέντες λοιπόν να αγκυροβολήσουν απαρατήρητοι ηναγκάσθησαν να ναυμαχήσουν εις το μέσον του πορθμού. Εκάστη πόλις είχε τους στρατηγούς της, οι οποίοι και εκανόνισαν τα της ναυμαχίας. Στρατηγοί δε της Κορίνθου ήσαν ο Μαχάων, ο Ισοκράτης και ο Αγαθαρχίδας. Και οι μεν Πελοποννήσιοι παρέταξαν τα πλοία των κυκλοτερώς, όσον ηδυνήθησαν ανετώτερα, χωρίς εν τούτοις να αφήνουν πέρασμα εις τον εχθρόν, έχοντες τας πρώρας έξω και τας πρύμνας έσω, και θέσαντες εις το μέσον τα μικρά πλοία όσα συνεξέπλευσαν μετ' αυτών και πέντε εκ των μάλλον ταχυπλόων πλοίων, διά να προστρέχουν πανταχού, όπου επέπιπτον οι εχθροί.

84. Οι δε Αθηναίοι παραταγμένοι κατά μίαν ναυν εστρέφοντο περί τον κύκλον και ηνάγκαζον αυτόν να συστέλλεται ολίγον κατ' ολίγον, ακροθιγώς πάντοτε παραπλέοντες και φαινόμενοι ότι ήσαν εις την ακμήν να επιτεθούν· τους είχε δε απαγορεύσει ο Φορμίων να συμπλακούν πριν αυτός δώση το σημείον. Διότι ήλπιζεν ότι ο εχθρικός στόλος δεν ήθελε διατηρήσει την τάξιν ως στρατός ξηράς, αλλ' ότι τα μεγάλα πλοία ήθελον συμπέσει προς άλληλα και ότι τα μικρά ήθελον προξενήσει ταραχήν· τέλος ήλπιζεν ότι, εάν ηγείρετο ο άνεμος, όστις συνήθως έπνεεν εκ του κόλπου περί την αυγήν, δεν ήθελεν αφήσει εις αυτούς ουδέ στιγμής ησυχίαν. Και προσδοκών τούτο περιέπλεεν. Επειδή δε τα πλοία του ήσαν ελαφρότερα, ενομιζεν ότι από αυτόν εξηρτάτο η στιγμή της επιθέσεως, η οποία ουδόλως αμφέβαλεν ότι ήθελεν αποβή υπέρ αυτού. Ότε λοιπόν ήρχισε να πνέη ο άνεμος, τα δε πλοία, εις στενόν χώρον ευρισκόμενα, εταράσσοντο συγχρόνως και υπό του άνεμου και υπό των μικρών πλοίων· ότε το έν προσέπιπτεν επί του άλλου, τα δε πληρώματα μετά κραυγών και λοιδοριών και χειρισμών εσπρώχνοντο (διά να μη συγκρούωνται) με κοντούς· ότε μη ακούοντες καθαρά μήτε τας διαταγάς μήτε τους κελευστάς, οι άπειροι εκείνοι άνθρωποι, αδυνατούντες να μεταχειρισθούν τας κώπας εις ταραγμένην θάλασσαν, έκαμναν τα πλοία απειθή προς τους κυβερνήτας· τότε ο Φορμίων δίδει το σημείον, και επιτεθέντες οι Αθηναίοι πρώτον μεν καταβυθίζουν μίαν ναυαρχίδα, έπειτα δε καταστρέφουν και όλα όσα προσέβαλον, ούτως ώστε ο εχθρός μη δυνηθείς να αντισταθή ετράπη εις άτακτον φυγήν και κατέφυγεν εις τας Πάτρας και την Δύμην της Αχαΐας. Οι δε Αθηναίοι καταδιώξαντες και συλλαβόντες δώδεκα πλοία, και φονεύσαντες τους πλείστους άνδρας αυτών απέπλευσαν εις Μολύκρειον, και στήσαντες τρόπαιον επί του Ρίου και αναθέσαντες πλοίον εις τον Ποσειδώνα ανεχώρησαν εις Ναύπακτον. Αμέσως δε ανεχώρησαν και οι Πελοποννήσιοι με τα μείναντα πλοία εκ Δύμης και Πατρών διά την Κυλλήνην λιμένα των Ηλείων· και από της Λευκάδος ο Κνήμος και τα εκ της νήσου εκείνης πλοία, τα οποία ώφειλον να ενωθούν με τα της Πελοποννήσου, φθάνουν εις την Κυλλήνην μετά την εν Στράτω μάχην.

85. Οι δε Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν προς τον Κνήμον ως συμβούλους επί των πλοίων τον Τιμοκράτην, τον Βρασίδαν και τον Λυκόφρονα με διαταγήν να προετοιμασθούν καλλίτερον προς νέαν ναυμαχίαν και να μη αφήνουν να αποκλείεται η θάλασσα υπό ολίγων πλοίων. Διότι, μολονότι η ναυμαχία εκείνη ήτο πρώτη απόπειρα, εξεπλήττοντο όμως διά τοσαύτην καταστροφήν, και δεν επίστευαν ότι το ναυτικόν των ήτον υποδεέστερον, αλλά μάλλον απέδιδαν την ήτταν εις ανανδρίαν, μη αντισταθμίζοντες την αρχαίαν των Αθηναίων εμπειρίαν με την πρόσφατον ιδικήν των μαθητείαν· μετ' οργής λοιπόν απέστειλαν τους συμβούλους. Ούτοι δε φθάσαντες διέταξαν μετά του Κνήμου τας διαφόρους πόλεις να πέμψουν πλοία και τα υπάρχοντα προητοίμαζον καταλλήλως προς ναυμαχίαν. Στέλλει δε και ο Φορμίων εις τας Αθήνας αναγγέλλων τας προετοιμασίας των Λακεδαιμονίων και διηγούμενος τα της ναυμαχίας, την οποίαν ενίκησεν· εζήτει δε να του στείλουν ταχέως όσα περισσότερα πλοία, καθότι από ημέρας εις ημέραν επεριμένετο νέα ναυμαχία. Οι δε Αθηναίοι έπεμψαν προς αυτόν είκοσι πλοία και παρήγγειλαν εις τον κομίζοντα αυτά να διέλθη πρώτον εκ Κρήτης, διότι Κρης τις Γορτύνιος, ο Νίας, πρόξενος ων, έπεισεν αυτούς να έλθουν εις Κυδωνίαν, πόλιν πολεμίαν των Αθηνών, υποσχεθείς να την παραδώση εις αυτούς· ενήργει δε ταύτα χαριζόμενος εις τους ομόρους των Κυδωνιατών Πολιχνίτας. Και ο μεν κομιστής λαβών τα πλοία ανεχώρησε διά την Κρήτην και ενωθείς μετά των Πολιχνιτών ελεηλάτει την χώραν των Κυδωνιατών, αλλ' εμποδισθείς υπό των ανέμων και της τρικυμίας εχρονοτρίβησεν εκεί όχι ολίγον χρόνον.

86. Οι δε εν τη Κυλλήνη Πελοποννήσιοι, καθ' ον χρόνον οι Αθηναίοι εκρατούντο εις την Κρήτην, παρασκευασθέντες προς ναυμαχίαν παρέπλευσαν μέχρι του Πανόρμου του Αχαϊκού, όπου είχεν έλθει ο κατά ξηράν στρατός των Πελοποννησίων προς βοήθειαν των. Έπλευσε δε και ο Φορμίων προς το Ρίον το Μολυκρικόν και ηγκυροβόλησεν έξωθεν αυτού με τα είκοσι πλοία, τα οποία είχον ήδη ναυμαχήσει. Τούτο δε το Ρίον ανήκεν εις τους Αθηναίους, ενώ το άλλο το απέναντι ανήκεν εις τους Πελοποννησίους· το διάστημα της θαλάσσης το οποίον χωρίζει το έν από του άλλου, είναι επτά ολοκλήρων σταδίων και σχηματίζει το στόμιον του Κρισαίου κόλπου. Οι Πελοποννήσιοι λοιπόν εις τούτο το Ρίον της Αχαΐας, το οποίον ολίγον απείχε του Πανόρμου, όπου υπήρχεν ο πεζός στρατός, ηγκυροβόλησαν και αυτοί με εβδομήκοντα επτά πλοία, άμα είδον τους Αθηναίους. Και επί έξ ή επτά ημέρας οι δύο στόλοι έμεναν αντιμέτωποι και ετοιμαζόμενοι προς ναυμαχίαν, καθόσον οι μεν Πελοποννήσιοι δεν ήθελον να εξέλθουν των Ρίων εις το πέλαγος, φοβούμενοι το προηγούμενον πάθημα, οι δε Αθηναίοι εφοβούντο να εισπλεύσουν εις τα στενά, νομίζοντες ότι η εν τω στενώ ναυμαχία ήθελεν αποβή υπέρ των Πελοποννησίων. Τέλος ο Κνήμος, ο Βρασίδας και οι άλλοι στρατηγοί των Πελοποννησίων, θέλοντες να βιάσουν την ναυμαχίαν πριν έλθη από τας Αθήνας άλλη ενίσχυσις, συνεκάλεσαν πρώτον τους στρατιώτας και βλέποντες πολλούς εξ αυτών φοβουμένους διά την προτέραν ήτταν και μη όντας προθύμους απέτειναν προς αυτούς την εξής παρότρυνσιν.

87. «Η μεν γενομένη ναυμαχία, ω άνδρες Πελοποννήσιοι, εάν κανείς από σας φοβήται ένεκα αυτής την μέλλουσαν, παρέχει ουχί δίκαιον συμπέρασμα προς εκφόβισιν ημών. Διότι, ως ηξεύρετε, και κατά την προπαρασκευήν έγινεν ατελώς και ημείς επλέομεν μάλλον ωσάν δια εκστρατείαν παρά ωσάν διά ναυμαχίαν· συνέβησαν δε και όχι ολίγα τυχαία εναντία, και ίσως κατά τι και η απειρία ημών μας έκαμε να αποτύχωμεν εις την πρώτην ναυμαχίαν. Ώστε ενικήθημεν όχι εξ αιτίας της δειλίας μας· και δεν είναι δίκαιον το φρόνημα ημών, το οποίον δεν ενικήθη διόλου, έχει δε αφ' εαυτού κάποιαν αιτιολογίαν της νίκης, να εξασθενήται εκ της τυχαίας συμφοράς. Σκέφθητε ότι πάντες οι άνθρωποι υπόκεινται εις τυχαία σφάλματα, αλλά το θάρρος των πρέπει πάντοτε να μένη ακλόνητον. Δεν αρμόζει, ενώ έχουν ανδρείαν, προφασιζόμενοι απειρίαν, να γίνωνται δειλοί. Η υπερβολική ημών τόλμη αντισταθμίζει την απειρίαν· τούτων δε η εμπειρία, την οποίαν τόσον φοβείσθε, εάν ηνούτο μετά της ανδρείας, θα ενεθυμείτο και θα εξετέλει κατά την στιγμήν του κινδύνου όσα έμαθεν· αλλ' άνευ της ευτολμίας ουδεμία επιστήμη ισχύει εναντίον των κινδύνων, διότι ο φόβος ταράττει την μνήμην, η δε μάθησις άνευ της ευψυχίας ουδόλως ωφελεί. Αντιτάξατε λοιπόν προς μεν την μεγαλυτέραν εμπειρίαν μεγαλυτέραν τόλμην, προς δε τον φόβον τον προερχόμενον εκ της πρώτης ήττης την σκέψιν ότι ετύχατε απροετοίμαστοι. Έχετε το πλεονέκτημα ότι υπερτερείτε κατά τα πλοία και ότι ναυμαχείτε πλησίον των παραλίων σας και επί παρουσία των οπλιτών σας· ως επί το πολύ δε η νίκη είναι υπέρ των περισσοτέρων και των καλλίτερον παρεσκευασμένων. Εξετάζοντες λοιπόν δεν ευρίσκομεν ουδεμίαν εύλογον αιτίαν φόβου· και όσα επάθομεν πρότερον δύνανται σήμερον να γίνουν μαθήματα. Μετά θάρρους λοιπόν και κυβερνήται και ναύται ας πράξουν το καθήκον των και ας μη καταλίπουν φεύγοντες την τάξιν, εις την οποίαν ετάχθησαν. Το σχέδιον της επιθέσεώς μας δεν θα είναι χειρότερον εκείνου, το οποίον εφήρμοσαν οι πρότερον καταναυμαχηθέντες στρατηγοί και δεν θα δώσωμεν εις κανένα την πρόφασιν να φανή άνανδρος. Εάν δε φανή τοιούτος, θα τιμωρηθή διά της πρεπούσης τιμωρίας, οι δε ανδρείοι θα τιμηθούν διά των αμοιβών πού αρμόζουν εις την ανδρείαν».

88. Τοιαύται ήσαν αι παρακελεύσεις των Πελοποννησίων αρχηγών. Ο δε Φορμίων φοβούμενος και αυτός την αποθάρρυνσιν των στρατιωτών του και μαθών ότι ωμίλουν μεταξύ των μετά τρόμου περί του πλήθους των εχθρικών πλοίων, απεφάσισε να τους συναθροίση διά να τους ενθαρρύνη και τους συμβουλεύση εις την παρούσαν περίστασιν. Προηγουμένως είχε προπαρασκευάσει τα πνεύματα λέγων πάντοτε εις αυτούς ότι, οιοσδήποτε και αν ήτο ο στόλος, όστις έμελλε να επέλθη, ουδέποτε θα ήτο τοσούτος, ώστε να μη δυνηθούν να αντισταθούν κατ' αυτού· και οι στρατιώται προ πολλού είχαν σχηματίσει την απόφασιν ότι όντες Αθη, ναίοι δεν έπρεπε να υποχωρήσουν ενώπιον των πελοποννησιακών πλοίων, όση και αν ήτο η πληθύς αυτών. Τότε δε βλέπων αυτούς κυριευομένους από αθυμίαν εις την θέαν του εχθρού ηθέλησε να ανακαλέση το θάρρος των, και συγκαλέσας τους Αθηναίους είπε ταύτα.

89. «Στρατιώται, βλέπων ότι κυριεύεσθε από φόβον διά το πλήθος των εχθρών σας συνεκάλεσα, διότι δεν επερίμενα να φοβήσθε τα μη επίφοβα. Και πρώτον αυτοί ένεκα της προηγουμένης ήττης των αισθάνονται ότι δεν είναι ισοδύναμοι με σας και διά τούτο όχι ίσα αλλά περισσότερα πλοία παρεσκεύασαν· έπειτα δε, εάν προσέρχωνται με πεποίθησιν ότι είναι φυσικά ανδρείοι, η ανδρεία αύτη δεν στηρίζεται εις άλλο τι παρά εις την εμπειρίαν των κατά ξηράν πολέμων· επειδή συνήθως αναδεικνύονται εις αυτούς νικηταί, νομίζουν ότι και εις τα ναυτικά θα κατορθώσουν το αυτό. Εν τούτοις είναι δίκαιον να έχωμεν και ημείς την κατά θάλασσαν υπεροχήν όπως αυτοί έχουν την κατά ξηράν. Κατά την ευψυχίαν βεβαίως δεν είμεθα κατώτεροι τούτων· ένεκα δε της πλειωτέρας εμπειρίας την οποίαν έχομεν εκάτεροι, είμεθα εκάτεροι πλέον τολμηροί. Οι Λακεδαιμόνιοι διοικούντες τους συμμάχους των χάριν της ιδίας των δόξης αναγκάζουν άκοντας τους πλείστους εξ αυτών να προσέλθουν εις τας μάχας· εάν δεν υπήρχεν ο καταναγκασμός αυτός, οι πολλοί των συμμάχων ουδέποτε ήθελον επιχειρήσει δευτέραν ναυμαχίαν μετά την πρώτην εντελή καταστροφήν. Μη φοβηθήτε λοιπόν την τόλμην αυτών. Πολύ δε περισσότερον και αληθέστερον φόβον προξενείτε σεις εις εκείνους, είτε διότι τους ενικήσατε ήδη, είτε διότι νομίζουν ότι δεν ηθέλετε αντισταθή, εάν δεν εμέλλετε να πράξετε τι αντάξιον της προτέρας εξόχου νίκης. Διότι οι πλείστοι εχθροί, καθώς αυτοί, συνήθως επέρχονται έχοντες πεποίθησιν εις την δύναμίν των μάλλον παρά εις την αξίαν των οι δε αριθμητικώς πολύ υποδεέστεροι και συγχρόνως μη καταναγκαζόμενοι ανθίστανται, μεγάλην έχοντες την σταθερότητα του φρονήματος. Ταύτα αναλογιζόμενοι και ούτοι, μάλλον φοβούνται διά τους ολίγους πόρους τους οποίους έχομεν παρά εάν είχομεν ίσην με αυτούς δύναμιν. Ως γνωστόν, πολλοί μεγάλοι στρατοί ενικήθησαν υπό μικροτέρων διά την απειρίαν των, μερικοί δε και διά την ατολμίαν των· σήμερον ημείς ούτε απειρίαν έχομεν ούτε ατολμίαν. Τον αγώνα, όσον εξαρτάται από εμέ, δεν θα τον διεξαγάγω εντός του κόλπου ουδέ θα εισπλεύσω εις αυτόν. Διότι βλέπω ότι εναντίον αδεξίων αλλά πολλών πλοίων δεν συμφέρει εις τα έμπειρα και ευκίνητα πλοία η στενοχωρία. Εάν δεν βλέπη κανείς τους εχθρούς μακρόθεν, δεν δύναται ούτε να ορμήση καταλλήλως διά του εμβόλου ούτε εν ανάγκη να υποχωρήση πιεζόμενος· ελεύθεροι διέξοδοι και επιστροφαί δεν είναι δυναταί, καθότι ταύτα είναι έργα πλοίων δυναμένων να κινώνται ελευθέρως. Εν τοιαύτη περιπτώσει η ναυμαχία μεταβάλλεται εις πεζομαχίαν, εις δε το τοιούτον είδος της μάχης τα πλειότερα πλοία γίνονται χρησιμώτερα. Και περί μεν όλων τούτων εγώ θα λάβω πάσαν δυνατήν πρόνοιαν· σεις δε μένοντες εύτακτοι εις τας θέσεις σας εκτελείτε ταχέως τα παραγγέλματα, τόσω μάλλον όσω ο σταθμός των εχθρών είναι εις μικράν απόστασιν, και κατά την μάχην τηρείτε ευπείθειαν και σιωπήν, αι οποίαι είναι ωφέλιμοι εις όλα τα πολεμικά έργα, προ πάντων όμως εις τας ναυμαχίας. Φανήτε άξιοι των πρώτων κατορθωμάτων σας. Ο αγών είναι κρίσιμος διά σας· πρόκειται ή να αφαιρέσητε από τους Πελοποννησίους την εις το ναυτικόν ελπίδα, ή να καταστήσετε εις τους Αθηναίους πλησιέστερον τον φόβον ότι θα χάσουν την θαλασσοκρατορίαν. Σας υπενθυμίζω δε πάλιν ότι έχετε ήδη νικήσει τους περισσοτέρους εξ αυτών. Οι δε ηττημένοι άνθρωποι δεν δεικνύουν συνήθως εις τους αυτούς κινδύνους το αυτό θάρρος το οποίον έδειξαν πριν νικηθούν».

90. Τοιουτοτρόπως ο Φορμίων ενεθάρρυνε τους στρατιώτας του. Οι δε Πελοποννήσιοι, επειδή οι Αθηναίοι δεν εισήρχοντο εις τον κόλπον και εις τα στενά, ζητούντες να παρασύρουν αυτούς και μη θέλοντας άνοιξαν τα ιστία άμα εξημέρωσε και τάξαντες τα πλοία ανά τέσσαρα παρέπλεον κατά μήκος των παραλίων των εντός του κόλπου, με το δεξιόν κέρας προπορευόμενον και τηρούντες την τάξιν την οποίαν είχον ότε ηγκυροβόλησαν· εις τούτο το κέρας έταξαν τα είκοσι πλοία τα άριστα πλέοντα, όπως, εν περιπτώσει κατά την οποίαν ο Φορμίων ήθελε νομίσει ότι έπλεον κατά της Ναυπάκτου και ήθελε σπεύσει προς βοήθειαν αυτής επαπειλουμένης, μη δυνηθούν οι Αθηναίοι να αποφύγουν την επίθεσιν των είκοσι πλοίων, τα οποία έπλεον έξω του δεξιού κέρατος, αλλά να περικυκλωθούν υπ' αυτών. Ο δε, τούθ' όπερ και εκείνοι περιέμενον, φοβηθείς περί της Ναυπάκτου, η οποία ήτον αφύλακτος άμα είδεν αυτούς πλέοντας προς τανοικτά, παρά την θέλησίν του και βιαστικά επιβιβάσας εις τα πλοία τους στρατιώτας έπλεε παρά την ξηράν, όπου το πεζικόν των Μεσσηνίων παρεπορεύετο ως επικουρικόν. Ιδόντες δε οι Πελοποννήσιοι ότι οι εχθροί παρέπλεον τεταγμένοι ανά έν πλοίον και ότι ήδη ευρίσκοντο εντός του κόλπου και πλησίον της ξηράς, όπως ήθελαν, έκαμον αίφνης και δι' ενός σημείου στροφήν επ' αριστερά και μετά πάσης ταχύτητος έπλεον κατά των Αθηναίων ελπίζοντες ότι ήθελον περικυκλώσει όλον τον εχθρικόν στόλον. Αλλά τα μεν ένδεκα πλοία, τα οποία προηγούντο, διαφεύγουν το κέρας των Πελοποννησίων και εξέρχονται εις μέρος ανοικτόν· φθάσαντες δε τα άλλα οι Πελοποννήσιοι τα ώθησαν εις την ξηράν φεύγοντα, τα κατέστρεψαν και εφόνευσαν όλους τους Αθηναίους, όσοι δεν ηδυνήθησαν να σωθούν κολυμβώντες, δέσαντες δέ τινα πλοία κενά τα ερρυμούλκουν, εν δε μεταξύ αυτών το είχον συλλάβει ήδη μεθ' όλου του πληρώματος. Αλλ' οι Μεσσήνιοι, οίτινες παραπορευόμενοι την παραθαλασσίαν είχον σπεύσει εις βοήθειαν, εισήλθαν ένοπλοι εις την θάλασσαν, και αναβάντες εις τα ρυμουλκούμενα εκείνα πλοία επολέμησαν από των καταστρωμάτων και τα απέσπασαν από τον εχθρόν, ενώ τα έσυρον ήδη.

91. Εις τούτο λοιπόν το μέρος οι Πελοποννήσιοι ενίκησαν και κατέστρεψαν τα Αττικά πλοία· αλλά τα είκοσι πλοία των του δεξιού κέρατος κατεδίωκον τα ένδεκα πλοία των Αθηναίων τα οποία είχον διαφύγει την περικύκλωσιν και εξήλθον εις μέρος ευρύχωρον. Ταύτα, εκτός ενός, κατορθούν να καταφύγουν εις Ναύπακτον και αγκυροβολήσαντα πλησίον του ναού του Απόλλωνος στρέφουν τας πρώρας των προς τα εκτός και ετοιμάζονται να υπερασπίσουν εαυτά, εάν οι Πελοποννήσιοι επήρχοντο να τα καταδιώξουν μέχρι της παραλίας. Εκείνοι δε έφθασαν αργότερα, και έπλεον ψάλλοντες τον παιάνα, ως αν είχον ήδη νικήσει, και την μίαν ναυν των Αθηναίων, την μείνασαν οπίσω, κατεδίωκε μία ναυς Λευκαδία πολύ των άλλων προηγουμένη. Ολίγον μακράν από της παραλίας ευρίσκετο φορτηγόν πλοίον ηγκυροβολημένον, περί το οποίον στραφέν το αθηναϊκόν πλοίον αφού επλησίασε την διώκουσαν Λευκαδίαν ναυν κτυπά αυτήν εις το μέσον και την καταβυθίζει. Και οι μεν Πελοποννήσιοι ιδόντες το απροσδόκητον και παράδοξον εκείνο γεγονός κατελήφθησαν υπό τρόμου· και αμέσως τινές εξ αυτών, ατάκτως διώκοντες διά την πεποίθησιν, την οποίαν είχον περί της νίκης, ταπεινώσαντες τας κώπας των εσταμάτησαν τον πλουν θέλοντες να περιμείνουν τους άλλους, πράξις η οποία είναι επικίνδυνος απέναντι εχθρού τοσούτον πλησίον ευρισκομένου· άλλα δε πλοία εξώκειλαν εις υφάλους, ένεκεν αγνοίας του μέρους.

92. Οι δε Αθηναίοι ιδόντες τα γενόμενα ταύτα ανέκτησαν το θάρρος των και εις έν πρόσταγμα ώρμησαν κατά των εχθρών μετά μεγάλων κραυγών. Οι δε Πελοποννήσιοι, ένεκα των σφαλμάτων, εις τα οποία είχον υποπέσει και της αταξίας, εις την οποίαν ευρίσκοντο βραχείαν αντέταξαν αντίστασιν και έπειτα ετράπησαν προς τον Πάνορμον, από του οποίου είχον αναχωρήσει. Καταδιώκοντες δε οι Αθηναίοι και έξ πλοία τα εγγύτερον αυτών ευρισκόμενα εκυρίευσαν και επανέκτησαν εκείνα, τα οποία τοις ανήκον και τα οποία οι Πελοποννήσιοι κατά την έναρξιν της μάχης βλάψαντες πλησίον της ξηράς έσυρον κατόπιν των· εκ των ανδρών δε άλλους μεν εφόνευσαν, μερικούς δε συνέλαβον ζώντας. Επί δε του Λευκαδίου πλοίου, το οποίον κατεβυθίσθη πλησίον του φορτηγού πλοίου, πλέων ο Τιμοκράτης ο Λακεδαιμόνιος, άμα κατεστράφη το πλοίον, εσφάγη μόνος του και το πτώμα του ερρίφθη υπό των κυμάτων εις τον λιμένα των Ναυπακτίων. Αναχωρήσαντες δε οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον εις το μέρος, εκ του οποίου ορμήσαντες ενίκησαν, και τους νεκρούς και τα ναυάγια όσα ήσαν προς το μέρος των εσύναξαν και απέδωκαν τα των εχθρών διά συνθήκης. Έστησαν δε και οι Πελοποννήσιοι τρόπαιον ως τρέψαντες εις φυγήν τα πλοία, τα οποία συνέτριψαν πλησίον της ξηράς· και το πλοίον το οποίον είχαν κυριεύσει το ανέθεσαν επί του Ρίου του Αχαϊκού παρά το τρόπαιον. Μετά ταύτα, φοβούμενοι την εξ Αθηνών βοήθειαν, εισέπλευσαν διά νυκτός εις τον Κρισαίον κόλπον και την Κόρινθον πάντες πλην των Λευκαδίων. Οι δε Αθηναίοι, οίτινες ήρχοντο εκ Κρήτης μετά των είκοσι πλοίων και οίτινες ώφειλον να ενωθώσι μετά του Φορμίωνος προ της ναυμαχίας, έφθασαν εις Ναύπακτον ολίγον μετά την αναχώρησιν των εχθρικών πλοίων. Και το θέρος ετελείωσεν.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings