Front matter (continued 2)
I. (Ioannes) Zervos translation
Και άλλοι μεν έχουν χρήματα πολλά, και πλοία, και ίππους, ημείς δε έχομεν συμμάχους καλούς, τους οποίους δεν πρέπει να παραδώσωμεν εις τους Αθηναίους, μηδέ να λύσωμεν την προς τους Αθηναίους διαφοράν με κρίσεις και με λόγους, αφού και οι σύμμαχοι μας δεν βλάπτονται με λόγους· αλλά πρέπει να τους βοηθήσωμεν ταχέως και όσον είναι δυνατόν. Κανείς ας μη μας είπη ότι καθό αδικούμενοι πρέπει να σκεφθώμεν· η πολυχρόνιος σκέψις αρμόζει μάλλον εις τους μέλλοντας να αδικήσουν. Ψηφίσατε λοιπόν επαξίως της Σπάρτης, ω Λακεδαιμόνιοι, τον πόλεμον· και ούτε τους Αθηναίους αφήνετε να γίνωνται μεγαλύτεροι, ούτε τους συμμάχους να καταπροδίδωμεν, αλλά τη βοήθεια των θεών ας δράμωμεν κατά των αδικούντων».
87. Ταύτα ειπών έθεσεν ο ίδιος το ζήτημα, ως έφορος, εις την ψηφοφορίαν της εκκλησίας των Λακεδαιμονίων· επειδή δε η κρίσις γίνεται διά βοής και ουχί διά ψήφου, είπεν ότι δεν ηδύνατο να διακρίνη την βοήν εκ τίνος μέρους ήτο μεγαλυτέρα· θέλων δε διά της φανερώς απαγγελλομένης εκάστου γνώμης να παροτρύνη ακόμη περισσότερον αυτούς εις πόλεμον είπεν. «Όστις εξ υμών, ω Λακεδαιμόνιοι, νομίζει ότι αι συνθήκαι διελύθησαν, και ότι οι Αθηναίοι αδικούν, ας εγερθή και ας υπάγη εις εκείνο το μέρος (και έδειξε μέρος τι)· όστις δε φρονεί το εναντίον, ας μεταβή εις το αντίθετον μέρος». Αναστάντες οι δε Λακεδαιμόνιοι διεμοιράσθησαν· και οι νομίζοντες ότι αι συνθήκαι είχον διαλυθή ευρέθησαν περισσότεροι. Προσκαλέσαντες δε τότε τους συμμάχους είπον προς αυτούς ότι πείθεται μεν η συνέλευσις περί της ενοχής των Αθηναίων, αλλά θέλει, πριν κηρυχθή ο πόλεμος, να συναθροισθούν εις σύσκεψιν όλοι οι σύμμαχοι και να ψηφίσουν αυτόν εν γενική συνεδριάσει. Και οι μεν σύμμαχοι ακούσαντες ταύτα επέστρεψαν εις τα ίδια, οι δε πρέσβεις των Αθηναίων ανεχώρησαν βραδύτερον, αφού εξεπλήρωσαν τον σκοπόν της αποστολής των. Η απόφασις αύτη της συνελεύσεως η κηρύττουσα την διάλυσιν των συνθηκών εγένετο κατά το δέκατον τέταρτον έτος από της υπογραφής της τριακονταετούς ανακωχής η οποία συνωμολογήθη μετά την κατάκτησιν της Ευβοίας.
88. Εψήφισαν δε οι Λακεδαιμόνιοι την διάλυσιν των συνθηκών και την ανάγκην του πολέμου, όχι τόσον διότι επείσθησαν εις τους λόγους των συμμάχων, όσον διότι εφοβούντο μήπως οι Αθηναίοι γίνουν ισχυρότεροι, και διότι έβλεπον ότι ήσαν ήδη εις την εξουσίαν τούτων τα πλειότερα μέρη της Ελλάδος.
89. Ιδού δε με ποίον τρόπον οι Αθηναίοι περιήλθον εις τοιαύτην ακμήν δυνάμεως. Ότε οι Μήδοι ανεχώρησαν εκ της Ευρώπης νικηθέντες υπό των Ελλήνων κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, οι δε καταφυγόντες μετά των πλοίων των εις την Μυκάλην κατεστράφησαν, ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Λεωτυχίδης, ο οποίος ήτο στρατηγός των εν Μυκάλη Ελλήνων, απεχώρησεν εις τα ίδια, φέρων μεθ' εαυτού και τους Πελοποννησίους συμμάχους. Αλλ' οι Αθηναίοι και οι εκ της Ιωνίας και του Ελλησπόντου σύμμαχοι, οίτινες είχον ήδη αποσπασθή από του βασιλέως, μείναντες εκεί μετά την αναχώρησίν του επολιόρκουν την Σηστόν κατεχομένην υπό των Μήδων, και διατρίψαντες όλον τον χειμώνα εκυρίευσαν αυτήν μετά την αναχώρησιν των βαρβάρων και μετά τούτο απέπλευσαν εκ του Ελλησπόντου ο καθείς εξ αυτών εις τας πόλεις των. Οι δε κάτοικοι των Αθηνών, άμα οι βάρβαροι απήλθον εκ της χώρας των, μετεκόμισαν αμέσως τας γυναίκας, τους παίδας και τα περισωθέντα πράγματα εκ του μέρους εις το οποίον τα είχον αποθέσει, και ητοιμάζοντο να ανοικοδομήσουν την πόλιν και τα τείχη· διότι εκ του περιβόλου ελάχιστον μέρος είχε μείνει σώον, και αι πλείσται οικίαι είχον πέσει, εκτός ολίγων εις τας οποίας είχον κατασκηνώσει οι σημαντικώτεροι των Περσών.
90. Οι δε Λακεδαιμόνιοι προβλέποντες το μέλλον, έπεμψαν πρεσβείαν εις Αθήνας, όχι μόνον διότι μετ' ευχαριστήσεως θα έβλεπον και αυτήν και πάσαν άλλην πόλιν μένουσαν ατείχιστον, αλλά διότι παρωτρύνοντο υπό των συμμάχων, οίτινες εφοβούντο και το πολύ ναυτικόν των Αθηναίων, όπερ πρότερον δεν υπήρχε, και το τολμηρόν θάρρος το οποίον έδειξαν κατά τον Μηδικόν πόλεμον. Ηξίουν δε παρά των Αθηναίων όχι μόνον να μη ανοικοδομήσουν τα τείχη των, αλλά και ενούμενοι μετ' αυτών να κατεδαφίσουν όλους τους περιβόλους όσοι υπήρχον έξω της Πελοποννήσου, την μεν πρόθεσιν και την δυσπιστίαν μη φανερώνοντες, προφασιζόμενοι δε ότι, αν πάλιν επέστρεφαν οι βάρβαροι, να μη εύρουν τετειχισμένον μέρος εξ ου να διευθύνωσι τας προσβολάς των, ως έπραξαν εις τας Θήβας κατά τον πόλεμον εκείνον· παρετήρουν συγχρόνως ότι η Πελοπόννησος ήτο αρκετή διά να προσφέρη εις όλους τους Έλληνας καταφύγιον και σημείον αναχωρήσεως. Αλλ' οι Αθηναίοι, κατά συμβουλήν του Θεμιστοκλέους, εις μεν τους Λακεδαιμονίους ταύτα ειπόντας απεκρίθησαν ότι θα έπεμπον αμέσως πρέσβεις περί της εν λόγω υποθέσεως και τους απέλυσαν· ο δε Θεμιστοκλής συνεβούλευσε να τον πέμψουν όσον τάχιστα εις την Λακεδαίμονα, τους δε άλλους τους οποίους ήθελον εκλέξει ως συμπρέσβεις να μη τους στείλουν αμέσως, αλλά να τους κρατήσουν τόσον καιρόν έως ότου ανυψωθούν ικανώς τα τείχη, ώστε οι πολεμούντες να δύνανται να υπερασπίζωνται εκ του απολύτως αναγκαίου ύψους· να κτίζουν δε τα τείχη όλος ο λαός ο εν τη πόλει και άνδρες, και γυναίκες, και παίδες, μη φειδόμενοι μήτε ιδίου μήτε δημοσίου οικοδομήματος από του οποίου δύναται να προκύψη ωφέλειά τις εις το έργον, αλλά καταρρίπτοντες τα πάντα. Και ο μεν ταύτα συμβούλευσας και αφήσας να εννοήσουν ότι αυτός θέλει πράξει τα λοιπά εις την Λακεδαίμονα ανεχώρησε. Και ελθών εις την Λακεδαίμονα δεν παρουσιάσθη εις τας αρχάς, αλλ' έμενεν αναβάλλων την εμφάνισίν του υπό διαφόρους προφάσεις· και, ότε τον ηρώτησέ τις των αρχόντων διατί δεν παρουσιάζεται εις το κοινόν, απεκρίθη ότι ανέμενε τους συμπρέσβεις, οίτινες είχον μείνει οπίσω διά τινα υπόθεσιν, περιμένη όμως αυτούς να έλθουν ταχέως, και απορεί πώς δεν έφθασαν ακόμη.
91. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ακούοντες εις μεν τον Θεμιστοκλέα επείθοντο διά την φιλίαν αυτού· ότε όμως ήλθόν τινες και κατήγγελλον μετά βεβαιότητος ότι το τείχος των Αθηνών ήρχισε να κτίζεται και ότι έλαβεν ήδη αρκετόν ύψος, δεν ηδύναντο πλέον να μη πιστεύσωσι. Μαθών δε ο Θεμιστοκλής τα γινόμενα παρακινεί αυτούς να μη παρασύρωνται πλεότερον υπό των λόγων, αλλά να πέμψουν εκ των συμπολιτών των άνδρας τινάς χρηστούς, οίτινες να εκθέσουν πιστώς όσα ήθελον ιδεί. Αποστέλλουν λοιπόν. Αλλ' ο Θεμιστοκλής ειδοποιεί κρυφίως τους Αθηναίους συμβουλεύων αυτούς να συλλάβουν όσον το δυνατόν μυστικά τους πρέσβεις και να μη τους αφήσουν πριν αυτός και οι μετ' αυτού συμπρέσβεις επιστρέψουν εις Αθήνας (διότι είχον ήδη έλθει προς αυτόν οι συμπρέσβεις Αβρώνιχος ο Λυσικλέους, και Αριστείδης ο Λυσιμάχου, αγγέλλοντες ότι το τείχος είχεν υψωθή αρκετά), καθότι εφοβείτο μήπως οι Λακεδαιμόνιοι, αφού μάθουν την αλήθειαν σαφώς, δεν τους αφήσουν πλέον. Και οι Αθηναίοι λοιπόν, συμφώνως με την συμβουλήν του, εκράτησαν τους πρέσβεις των Λακεδαιμονίων, και ο Θεμιστοκλής εμφανισθείς εις το κοινόν είπε φανερώς ότι η πόλις των περιετειχίσθη ήδη επί τοσούτον ώστε να προφυλάττη τους οικούντας εντός αυτής· ότι, αν θέλουν οι Λακεδαιμόνιοι ή οι σύμμαχοι να πέμψουν εις Αθήνας πρέσβεις δι' υπόθεσίν τινα, έπρεπεν εις το εξής να μεταβαίνουν ως προς ανθρώπους γινώσκοντας ομοίως και τα εαυτών συμφέροντα και τα κοινά· ότι, ότε οι Αθηναίοι ενόμισαν αναγκαίον να εγκαταλείψουν την πόλιν των και να εμβούν εις τα πλοία, συνέλαβον την τολμηράν εκείνην απόφασιν χωρίς να συμβουλευθούν τους Λακεδαιμονίους· ότι εις όσα συμβούλια συνεκρότησαν, από κοινού μετ' εκείνων, ουδενός εδείχθησαν κατώτεροι κατά την σύνεσιν· ότι, και σήμερον επίσης ενόμιζον αναγκαίον να περιτειχίσουν την πόλιν των· ότι δι' αυτούς ιδία και δια τους συμμάχους εν γένει η ωφέλεια θα είναι μεγαλυτέρα· ότι ήτο αδύνατον μη έχοντες όμοιας δυνάμεις να συσκέπτωνται μετ' ισότητος και δικαιοσύνης εις τα από κοινού συγκροτούμενα συμβούλια· και ότι τέλος ή έπρεπεν όλοι οι Έλληνες να συμμαχήσουν μένοντες άνευ τειχών ή να επιδοκιμασθή το έργον των Αθηναίων ως ορθώς έχον.
92. Ακούσαντες ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι οργήν μεν φανεράν δεν έδειξαν προς τους Αθηναίους· διότι ηξίουν ότι όχι προς παρακώλυσιν, αλλά προς παραίνεσιν δήθεν είχον στείλη πρεσβείαν εις τας Αθήνας, συγχρόνως δε διότι ήσαν εις αυτούς προσφιλείς διά την μεγάλην προθυμίαν την οποίαν έδειξαν κατά τον Μηδικόν πόλεμον. Κρυφίως όμως εδυσφόρησαν διότι απέτυχαν του σκοπού· οι δε πρέσβεις εκατέρων επέστρεψαν εις τα ίδια ανενόχλητοι.
93. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι ετείχισαν εις ολίγον χρόνον την πόλιν των. Ακόμη δε και σήμερον είναι φανερόν ότι η οικοδομή εγένετο βιαστικά· διότι τα θεμέλια σύγκεινται εκ παντοίων λίθων, και είς τινα μέρη ακατεργάστων και όπως τους έφερεν έκαστος, πολλαί δε στήλαι επιτάφιοι και λίθοι κατειργασμένοι συγκατελέχθησαν, διότι μεγαλυνθείς ο περίβολος περιέβαλεν όλην την πόλιν· και διά τούτο τα πάντα αδιακρίτως μετακινούντες έσπευδον. Έπεισε δε ο Θεμιστοκλής να οικοδομήσουν και τα λοιπά τείχη του Πειραιώς (των οποίων η οικοδομή είχεν αρχίσει ότε αυτός ανέλαβε την ενιαυσίαν αρχήν), φρονών ότι η θέσις είναι καλή ως έχουσα τρεις φυσικούς λιμένας, και ότι οι Αθηναίοι, γινόμενοι ναυτικοί, μεγάλην ένεκα τούτου θ' απέκτων δύναμιν. Αυτός πρώτος ετόλμησε να είπη εις τους Αθηναίους να επιδοθούν εις τα ναυτικά, και συνετέλεσεν ευθύς εις την αποκατάστασιν της ηγεμονίας των. Κατά την συμβουλήν του λοιπόν έδωκαν εις το τείχος το πάχος εκείνο, όπερ και σήμερον ακόμη φαίνεται περί τον Πειραιά. Δύο άμαξαι, αντίθετα προς αλλήλας διευθυνόμεναι, εκόμιζον τους λίθους. Εντός δε ούτε χάλυψ ούτε πηλός υπήρχεν, αλλά μεγάλοι λίθοι συνηρμολογημένοι και διαγωνίως λαξευμένοι, δεμένοι έξωθεν προς αλλήλους διά σιδήρου και μολύβδου. Το δε ύψος ήτο το ήμισυ εκείνου όπερ διενοήθη, διότι ήθελε διά του μεγέθους και του πάχους των να αποκρούουν τας προσβολάς των πολεμίων· και ενόμιζεν ότι προς υπεράσπισίν των ήθελον αρκέσει ολίγιστοι άνθρωποι, οι μάλλον αδύνατοι, οι δε άλλοι να επιβιβάζωνται εις τα πλοία· διότι εις τα πλοία προ πάντων επέμενεν, ιδών, ως φρονώ, ότι η στρατιά του βασιλέως ευκολώτερον έκαμνε τας εφόδους διά θαλάσσης ή διά ξηράς. Και τον Πειραιά ενόμιζεν ωφελιμώτερον της άνω πόλεως, και πολλάκις συνεβούλευε τους Αθηναίους, εάν ποτε υποκύψωσι κατά ξηράν, καταβάντες εις αυτόν να αντισταθούν διά των πλοίων προς πάντας. Οι μεν Αθηναίοι λοιπόν ούτως ετειχίσθησαν και κατεσκεύασαν και τας άλλας αυτών οικοδομάς ευθύς μετά την αναχώρησιν των Μήδων.
94. Παυσανίας δε ο Κλεομβρότου απεστάλη εκ Λακεδαίμονος με είκοσι πλοία της Πελοποννήσου ως στρατηγός των Ελλήνων· συνέπλευσαν δε και οι Αθηναίοι με τριάκοντα πλοία και πολλούς άλλους συμμάχους. Και πρώτον μεν εξεστράτευσαν κατά της Κύπρου και υπέταξαν τα πλειότερα αυτής μέρη, ύστερον δε, υπό τον αυτόν στρατηγόν, κατά του Βυζαντίου, το οποίον κατείχον οι Μήδοι, και το οποίον πολιορκήσαντες εκυρίευσαν.
95. Αλλ' επειδή κατά την στρατηγίαν εκείνην ο Παυσανίας εφαίνετο πολύ βίαιος, όλοι μεν οι άλλοι Έλληνες δυσηρεστήθησαν, ιδίως όμως οι Ίωνες και όσοι είχον αποσείσει εσχάτως τον ζυγόν του βασιλέως· μεταβαίνοντες δε συχνάκις προς τους Αθηναίους παρεκάλουν αυτούς ένεκα της αυτής καταγωγής να γίνουν ηγεμόνες των και να μη επιτρέπουν εις τον Παυσανίαν να βιαιοπραγή. Οι Αθηναίοι εδέχθησαν τους λόγους των και προσείχον να μη δείξουν αδιαφορίαν, και να τακτοποιήσουν όσα εφαίνοντο άριστα εις τους συμμάχους. Εν τούτω τω μεταξύ, οι Λακεδαιμόνιοι μετεκάλεσαν τον Παυσανίαν διά να τον ανακρίνουν περί όσων είχον ακούσει· διότι οι εις Λακεδαίμονα ερχόμενοι Έλληνες πολύ τον κατηγόρουν διά τας αδικίας του, και διότι η στρατηγία του ωμοίαζε μάλλον με τυραννίδα. Συνέπεσε δε η μετάκλησίς του να γίνη συγχρόνως με την μετάβασιν των συμμάχων, πλην των εκ της Πελοποννήσου στρατιωτών, προς το μέρος των Αθηναίων ένεκα του προς αυτόν μίσους. Ελθών δε εις Λακεδαίμονα ετιμωρήθη μεν διά τα προς ιδιώτας γενόμενα αδικήματα, απελύθη, όμως διά τας σπουδαιοτέρας κατηγορίας· κατηγορείτο δε προ πάντων διά Μηδισμόν (φιλίαν προς τους Μήδους) και το πράγμα ενομίζετο σαφέστατον. Και εκείνον μεν δεν αποστέλλουν πλέον άρχοντα, στέλλουν δε τον Δόρκιν και άλλους τινάς μετ' αυτού, έχοντας όχι πολύ στράτευμα, προς τους οποίους όμως δεν αφήκαν πλέον οι σύμμαχοι την αρχηγίαν. Ούτοι δε εννοήσαντες τούτο απήλθον, και άλλους ύστερον δεν εξέπεμψαν πλέον οι Λακεδαιμόνιοι, φοβούμενοι μήπως οι εξερχόμενοι της χώρας παρασύρωνται εις διαφθοράν, όπερ είδον να πάθη και ο Παυσανίας, και θέλοντες να απαλλαγούν του Μηδικού πολέμου· ενόμιζον δε τους Αθηναίους ικανούς να τον διεξαγάγουν, διότι κατ' εκείνην την εποχήν ήσαν φίλοι των.
96. Παραλαβόντες δε οι Αθηναίοι την ηγεμονίαν τοιουτοτρόπως με την θέλησιν των συμμάχων διά το κατά του Παυσανίου μίσος προσέταξαν ποίαι πόλεις ώφειλον να δώσουν χρήματα εις τον κατά του βαρβάρου πόλεμον και ποίαι πλοία. Το πρόσχημα ήτο να εκδικηθούν δι'όσα έπαθον, λεηλατούντες την χώραν του βασιλέως. Και τότε κατά πρώτον συνεστήθη υπό των Αθηναίων η αρχή των Ελληνοταμιών, οίτινες εδέχοντο τον φόρον· διότι ούτως ωνομάσθη η χρηματική συνεισφορά. Ήτο δε ο κατά πρώτον ταχθείς φόρος τετρακόσια εξήκοντα τάλαντα, ταμείον των ήτο η Δήλος και αι συνελεύσεις εγίνοντο εις το ιερόν.
97. Διαρκούσης της ηγεμονίας των επί συμμάχων κατ' αρχάς αυτονόμων και εχόντων δικαίωμα ψήφου εις τας κοινάς συνελεύσεις, ιδού πόσα κατά το μεταξύ του παρόντος πολέμου και του Μηδικού συνέβησαν πολεμικά έργα, τα οποία επεχείρησαν αυτοί κατά του βαρβάρου, κατά των αποστατούντων συμμάχων των, και κατά των Πελοποννησίων τους οποίους συνήντων εκάστοτε με έκαστον των συμμάχων. Έγραψα δε αυτά, και έκαμα την παρέκβασιν ταύτην του λόγου διά τούτο, ότι οι προ εμού γράψαντες παρέλειψαν το μέρος τούτο της ιστορίας, και ή τα προ των Μηδικών Ελληνικά συνέγραψαν ή αυτά τα Μηδικά· τα γεγονότα δε ταύτα μόλις εμνημόνευσεν εν τη Αττική συγγραφή ο Ελλάνικος (1), αναφέρων αυτά διά βραχέων και ουχί ακριβώς κατά τας εποχάς. Συγχρόνως η παρεκβολή αύτη θα αποδείξη με ποίον τρόπον αποκατέστη η αρχή των Αθηναίων.
98. Και πρώτον μεν, στρατηγούντος Κίμωνος του υιού του Μιλτιάδου, επολιόρκησαν και εξηνδραπόδισαν την επί του Στρυμόνος Ηιόνα κατεχομένην υπό των Μήδων έπειτα την εν τω Αιγαίω νήσον Σκύρον, την οποίαν κατώκουν Δόλοπες, ηνδραπόδισαν και κατώκησαν αυτοί. Επολέμησαν προς τούτοις και κατά των Καρυστίων, άνευ της συμμετοχής των άλλων Ευβοέων, και μετά τινα χρόνον συνεβιβάσθησαν διά συνθήκης. Ακολούθως επολέμησαν κατά των αποστατησάντων Ναξίων, τους οποίους πολιορκήσαντες καθυπέταξαν. Αύτη ήτο η πρώτη σύμμαχος πόλις η οποία, παρά τους κειμένους νόμους, υπεδουλώθη· κατόπιν δε υπέστησαν την αυτήν τύχην και αι άλλαι.
99. Αιτίαι δε των αποστατήσεων τούτων ήσαν πολλαί και διάφοροι, μέγισται όμως αι των φόρων και των πλοίων καθυστερήσεις, καθώς και η λιποστρατία εκ μέρους τινών εκ των συμμάχων. Διότι οι Αθηναίοι καθίσταντο μισητοί μεταχειριζόμενοι την βίαν και καταναγκάζοντες εκείνους , οίτινες ούτε συνήθειαν είχον μήτε θέλησιν να αναδέχωνται τα βάρη ταύτα. ’λλως τε δε και οι Αθηναίοι δεν ήσαν πλέον εν τη διοικήσει των επίσης ευάρεστοι ως άλλοτε και ουδέ τους συμμάχους μετεχειρίζοντο ως ίσους εις τας εκστρατείας, τοις ήτο δε εύκολον να υποτάσσουν τους εξανισταμένους. Τούτων δε των αποστατήσεων αίτιοι ήσαν αυτοί οι σύμμαχοι· διότι οι περισσότεροι εξ αυτών, ένεκα της προς τας εκστρατείας οκνηρίας των και διά να μη εξέρχωνται από τας πατρίδας των έταξαν να δίδουν αντί πλοίων την αντιστοιχούσαν δαπάνην. Και των μεν Αθηναίων το ναυτικόν ηύξανεν από της δαπάνης την οποίαν συνεισέφεραν οι σύμμαχοι, ούτοι δε, οπότε απεστάτουν, περιεπλέκοντο εις τον πόλεμον απαράσκευοι ως άποροι.
100. Συνέβη δε μετά ταύτα και η εν τη Παμφυλία τη επ' Ευρυμέδοντι ποταμώ πεζομαχία και ναυμαχία των Αθηναίων και των συμμάχων προς τους Μήδους· και ενίκων κατά την αυτήν ημέραν εις αμφότερα οι Αθηναίοι, στρατηγούντος Κίμωνος του υιού του Μιλτιάδου, και εκυρίευσαν ή κατέστρεψαν τας τριήρεις των Φοινίκων συμποσουμένας εις διακοσίας. Μετά τινα δε χρόνον συνέβη να αποστατήσουν απ' αυτούς οι Θάσιοι, ελθόντες εις διένεξιν περί των εις την αντιπέραν όχθην της Θράκης εμπορίων και μεταλλείων, τα οποία ενέμοντο. Και κατά μεν της Θάσου ελθόντες οι Αθηναίοι μετά πλοίων ενίκησαν εις ναυμαχίαν και απέβησαν εις την ξηράν· επί δε τας όχθας του Στρυμόνος πέμψαντες κατά τους αυτούς χρόνους δέκα χιλιάδας οικήτορας Αθηναίους και συμμάχους, διά να οικήσωσι τας τότε καλουμένας Εννέα οδούς, σήμερον δε Αμφίπολιν, τας μεν Εννέα οδούς τας οποίας κατείχον οι Ηδωνοί εκυρίευσαν, προχωρήσαντες δε εις τα μεσόγεια της Θράκης κατεστράφησαν σύμπαντες εν Δραβήσκω τη Ηδωνική υπό των Θρακών, εις τους οποίους απήρεσκε το περιτειχιζόμενον χωρίον των Εννέα οδών.
101. Νικηθέντες δε εις τας μάχας οι Θάσιοι και πολιορκούμενοι επεκαλούντο τους Λακεδαιμονίους και παρεκάλουν αυτούς να τους βοηθήσουν εισβάλλοντες εις την Αττικήν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι υπέσχοντο μεν κρυφίως από τους Αθηναίους και θα ετήρουν την υπόσχεσίν των, ημποδίσθησαν όμως υπό του γενομένου σεισμού, ως εκ του οποίου ευρόντες ευκαιρίαν οι Είλωτες και οι περίοικοι, Θουριάται και Αιθαιείς, επανεστάτησαν και κατέφυγον εις το όρος Ιθώμην. Οι πλείστοι των Ειλώτων ήσαν απόγονοι των άλλοτε υποδουλωθέντων παλαιών Μεσσηνίων, ένεκα του οποίου και εκαλούντο πάντες Μεσσήνιοι. Προς μεν λοιπόν τους εν Ιθώμη ήρχισαν τον πόλεμον οι Λακεδαιμόνιοι· οι δε Θάσιοι, πολιορκούμενοι επί τρία έτη, εσυνθηκολόγησαν μετά των Αθηναίων κατεδαφίσαντες τα τείχη και παραδώσαντες τα πλοία υπεσχέθησαν δε να δώσουν αμέσως τα απαιτούμενα χρήματα, να εξακολουθούν και εις το μέλλον πληρώνοντες φόρον, και να εγκαταλείψουν τα εν τη ηπείρω κτήματα και μεταλλεία.
102. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, βλέποντες παρατεινόμενον τον πόλεμον προς τους εν Ιθώμη, επεκαλέσθησαν και άλλους συμμάχους, ιδίως δε τους Αθηναίους· ούτοι δε, στρατηγούντος του Κίμωνος, ήλθον με όχι ολίγον πλήθος. Προσεκάλεσαν δε αυτούς προ πάντων, διότι εφημίζοντο ότι ήσαν δυνατοί εις το να μάχωνται από του τείχους. Αλλ' επειδή η πολιορκία εξηκολούθει να παρατείνεται, η φήμη των αύτη εφάνη ενδεής· διότι, εάν μετεχειρίζοντο ολίγην περισσοτέραν βίαν, θα εκυρίευον την θέσιν. Από της εκστρατείας ταύτης πρώτον εγένετο φανερά η μεταξύ Λακεδαιμονίων και Αθηναίων διχόνοια. Διότι οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή η θέσις δεν εκυριεύετο διά της βίας, φοβηθέντες τον τολμηρόν και νεωτεριστικόν χαρακτήρα των Αθηναίων, και εν ταυτώ θεωρούντες αυτούς ως αλλοφύλους, μήπως, εάν παραμείνουν επιφέρωσι μεταβολήν τινα πεισθέντες εις τας εισηγήσεις των εν Ιθώμη απέπεμψαν μόνους αυτούς εκ των συμμάχων, μη εκδηλώσαντες μεν την υποψίαν, ειπόντες δε ότι δεν είχον πλέον την ανάγκην των εις τίποτε. Οι Αθηναίοι όμως ενόησαν ότι τους απέπεμπον χωρίς να τοις είπουν τον αληθή λόγον, αλλά διότι είχον συλλάβει κατ' αυτών υπόνοιάν τινα· όθεν αγανακτήσαντες και μη δυνάμενοι να υποφέρουν το τοιούτο εκ μέρους των Λακεδαιμονίων, ευθύς άμα ανεχώρησαν, αφήκαν την μετ' αυτών γενομένην συμμαχίαν εναντίον των Μήδων και εγένοντο σύμμαχοι με τους εχθρούς των Λακεδαιμονίων Αργείους· αμφότεροι δε ηνώθησαν με τους Θεσσαλούς διά των αυτών όρκων και της αυτής συνθήκης.
103. Οι δε εν Ιθώμη, μετά δεκαετή πολιορκίαν, μη δυνάμενοι πλέον να ανθέξουν, εσυνθηκολόγησαν προς τους Λακεδαιμονίους, επί τω όρω να εξέλθουν εκ της Πελοποννήσου με σπονδάς και μηδέποτε να επιστρέψουν εις αυτήν· όστις δε συνελαμβάνετο να μένη δούλος του λαβόντος. Υπήρχε δε προηγουμένως εις τους Λακεδαιμίους χρησμός εκ Δελφών να αφήνουν ανενόχλητον τον ικέτην του Ιθωμήτα Διός. Εξήλθον λοιπόν αυτοί και οι παίδες και αι γυναίκες, και δεχθέντες αυτούς οι Αθηναίοι ένεκα του ήδη προς τους Λακεδαιμονίους μίσους των κατώκισαν αυτούς εις την Ναύπακτον, την οποίαν εσχάτως είχον κυριεύσει παρά των κατεχόντων αυτήν Λοκρών των Οζολών. Και οι Μεγαρείς επίσης εισήλθαν εις την συμμαχίαν, αποστατήσαντες από τους Λακεδαιμονίους, ένεκα του πολέμου τον οποίον είχον προς τους Κορινθίους περί των συνόρων της γης αυτών. Και ούτως οι Αθηναίοι εγένοντο κύριοι των Μεγαρέων και των Πηγών, και ωκοδόμησαν τα μακρά τείχη των Μεγάρων τα από της πόλεως εις Νίσαιαν άγοντα, και τα εφρούρουν αυτοί. Και των μεν Κορινθίων το σφοδρόν μίσος από της εποχής εκείνης προ πάντων ήρχισε πρώτον να γεννάται κατά των Αθηναίων.
104. Ο δε Λίβυς Ινάρως ο Ψαμμητίχου, βασιλεύς των Λιβύων των συνορευόντων με την Αίγυπτον, ορμώμενος εκ της Μαρείας, πόλεως κειμένης άνωθεν του Φάρου, απεστάτησεν από του βασιλέως Αρταξέρξου τα πλείστα μέρη της Αιγύπτου, και γενόμενος άρχων αυτός προσεκάλεσε τους Αθηναίους. Ούτοι δε (διότι έτυχον εις εκστρατείαν κατά της Κύπρου με διακόσια πλοία εαυτών και των συμμάχων) ήλθον αφήσαντες την Κύπρον, και αναπλεύσαντες τον Νείλον από θαλάσσης, και γενόμενοι κύριοι του ποταμού τούτου και των δύο τρίτων της Μέμφιδος, προσέβαλαν το τρίτον μέρος όπερ καλείται λευκόν τείχος. Εκεί υπήρχον οι φυγάδες Πέρσαι και Μήδοι, και όσοι εκ των Αιγυπτίων δεν είχον συναποστατήσει.
105. Οι δε Αθηναίοι προσεγγίσαντες μετά του στόλου των εις Αλιάς και αποβιβασθέντες συνεκρότησαν μάχην προς τους Κορινθίους και Επιδαυρίους, και ενίκων οι Κορίνθιοι. Και ύστερον οι Αθηναίοι εναυμάχησαν πλησίον της Κεκρυφαλείας κατά των πελοποννησιακών πλοίων και ενίκων οι Αθηναίοι. Εκραγέντος δε του πολέμου μεταξύ Αιγινητών και Αθηναίων, συγκροτείται μετά ταύτα πλησίον της Αιγίνης μεγάλη ναυμαχία εις ην έλαβον μέρος και οι σύμμαχοι εκατέρων. Οι Αθηναίοι ενίκησαν, και κυριεύσαντες εβδομήκοντα πλοία αυτών απέβησαν εις την ξηράν και επολιόρκησαν την πόλιν, Λεωκράτους του Στροίβου στρατηγούντος. Έπειτα θέλοντες οι Πελοποννήσιοι να βοηθήσουν τους Αιγινήτας εις μεν την Αίγιναν διεβίβασαν τριακόσιους οπλίτας οίτινες, είχον χρησιμεύσει πρότερον ως επίκουροι των Κορινθίων και Επιδαυρίων, κατέλαβαν δε τα ύψη της Γερανείας. Και εις την Μεγαρίδα δε κατέβησαν οι Κορίνθιοι μετά των συμμάχων, νομίζοντες ότι οι Αθηναίοι, των οποίων πολύς στρατός ήτο απών εις την Αίγιναν και εις την Αίγυπτον, δεν θα ήσαν εις κατάστασιν να βοηθήσουν τους Μεγαρείς, ή, εάν τους εβοήθουν, θα έλυαν τουλάχιστον την πολιορκίαν της Αιγίνης. Αλλ' οι Αθηναίοι το μεν προ της Αιγίνης στράτευμα δεν μετεκίνησαν, φθάνουσι δε εις τα Μέγαρα οι υπολειφθέντες εις Αθήνας πρεσβύτατοι και νεώτατοι υπό την στρατηγίαν του Μυρωνίδου. Και γενομένης μάχης ισορρόπου προς τους Κορινθίους εχωρίσθησαν απ' αλλήλων, εκατέρου μέρους ισχυριζομένου ότι δεν ενικήθη υπό του ετέρου. Και οι μεν Αθηναίοι (οίτινες όμως πλειότερον ενίκησαν) μετά την αναχώρησίν των Κορινθίων έστησαν τρόπαιον. Οι δε Κορίνθιοι, κακιζόμενοι υπό των εν τη πόλει πρεσβυτέρων και παρασκευασθέντες ύστερον επί δώδεκα ημέρας ολοκλήρους, ήλθον και έστησαν τρόπαιον και αυτοί απέναντι του των Αθηναίων ως νικήσαντες. Αλλ' οι Αθηναίοι προσδραμόντες εκ των Μεγάρων τους μεν εγείραντας το τρόπαιον εφονευσαν, συμπλακέντες δε μετά των άλλων ενίκησαν.
106. Οι δε Κορίνθιοι νικηθέντες υπεχώρηοαν, και μέρος αυτών αρκετόν, βιασθέν ισχυρώς και αποπλανηθέν της οδού, ενέπεσεν εις ιδιωτικόν τι κτήμα περικυκλούμενον υπό μεγάλης τάφρου και μη έχον έξοδον. Τούτο εννοήσαντες οι Αθηναίοι έκλεισαν την είσοδον με τους οπλίτας και παρατάξαντες κύκλω τους ψιλούς εφονευσαν διά λιθοβολισμών πάντας τους εισελθόντας, και το πάθημα τούτο υπήρξε μέγα διά τους Κορινθίους. Το δε πλείστον μέρος του στρατού αυτών ανεχώρησεν εις τα ίδια.
107. Ήρχισαν δε κατά τους χρόνους τούτους οiκοδομούμενα τα μακρά τείχη μέχρι της θαλάσσης, ήτοι το μέχρι Φαλήρου και το μέχρι Πειραιώς. Ότε δε οι Φωκείς εστράτευσαν εις Δωρίδα, μητρόπολιν των Λακεδαιμονίων, κατά του Βοιού, του Κυτινίου και του Ερινεού, και εκυρίευσαν μίαν εκ των μικρών τούτων πόλεων, οι Λακεδαιμόνιοι, υπό την στρατηγίαν Νικομήδους του Κλεομβρότου, κηδεμόνας του νεαρού εισέτι βασιλέως Πλειστοάνακτος του Παυσανίου, εβοήθησαν τους Δωριείς μετά χιλίων πεντακοσίων οπλιτών Λακεδαιμονίων και δεκακισχιλίων συμμάχων, και αναγκάσαντες τους Φωκείς να αποδώσωσι την πόλιν διά συνθήκης απεχώρησαν πάλιν. Και διά θαλάσσης μεν, εάν ήθελον να περαιωθώσι διά του Κρισαίου κόλπου, οι περιπλέοντες Αθηναίοι έμελλον να τους εμποδίσωσι· διά δε της Γερανείας δεν εφαίνετο ασφαλές εις αυτούς να διαπεραιωθούν ενόσω οι Αθηναίοι κατείχαν τα Μέγαρα και τας Πηγάς. Διότι και δύσβατος ήτο η Γεράνεια και εφρουρείτο πάντοτε υπό Αθηναίων οι δε Λακεδαιμόνιοι ενόουν ότι και τότε έμελλον ούτοι να εμποδίσουν εις αυτούς και την διάβασιν εκείνην. Ενόμισαν λοιπόν πρέπον να παραμείνουν εις Βοιωτίαν και να σκεφθούν με ποίον ασφαλέστατον τρόπον να διαπορευθούν. ’λλως και προσεκαλούντο κρυφίως υπό τινων Αθηναίων, οίτινες ήλπιζαν να καταλύσωσι την δημοκρατίαν και τα οικοδομούμενα μακρά τείχη. Έδραμον δε κατ' αυτών οι Αθηναίοι πανστρατιά μετά χιλίων Αργείων και άλλων τους οποίους απέστειλε καθεμία σύμμαχος πόλις· συνεποσώθησαν δε εις δεκατέσσαρας χιλιάδας. Την εκστρατείαν εκείνην επεχείρησαν διότι έβλεπον αυτούς αμηχανούντας πόθεν να διέλθουν και υποπτευόμενοι ότι ετεκταίνετό τι περί καταλύσεως της δημοκρατίας. Ήλθον προσέτι προς τους Αθηναίους δυνάμει της συμμαχίας ιππείς Θεσσαλοί, οίτινες όμως κατά την ώραν της συμπλοκής μετέβησαν προς τους Λακεδαιμονίους.
108. Γενομένης δε μάχης εν Τανάγρα της Βοιωτίας, ενίκων οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, και ο φόνος εγένετο πολύς εξ αμφοτέρων των μελών. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι, εισελθόντες εις την Μεγαρίδα και αποκόψαντες τα δένδρα, απήλθον πάλιν εις τον τόπον αυτών διά της Γερανείας και του ισθμού· οι δε Αθηναίοι, εξήκοντα δύο ημέρας μετά την μάχην, εστράτευσαν κατά των Βοιωτών, υπό την στρατηγίαν του Μυρωνίδου, και νικήσαντες αυτούς εις μάχην εν Οινοφύτοις εγένοντο κύριοι της Βοιωτίας και Φωκίδος, κατηδάφισαν το τείχος των Ταναγραίων, έλαβον ομήρους εκατόν άνδρας εκ των πλουσιωτάτων Λοκρών των Οπουντίων, και απετελείωσαν τα μακρά αυτών τείχη. Μετά ταύτα εσυνθηκολόγησαν προς τους Αθηναίους και οι Αιγινήται, κατεδαφίσαντες τα τείχη των, και τα πλοία παραδώσαντες, και υποσχεθέντες να τελούν φόρον εις τον μετέπειτα χρόνον. Οι Αθηναίοι περιέπλευσαν και την Πελοπόννησον, υπό την στρατηγίαν Τολμίδου του Τολμαίου, επυρπόλησαν τον ναύσταθμον των Λακεδαιμονίων, εκυρίευσαν την πόλιν των Κορινθίων Χαλκίδα, και αποβιβασθέντες εις την ξηράν ενίκησαν τους Σικυωνίους.
109. Οι δε εν τη Αιγύπτω Αθηναίοι και οι σύμμαχοι επέμεναν ακόμη, και δι' αυτούς ο πόλεμος είχε λάβει διαφόρους φάσεις. Κατά πρώτον μεν εγένοντο κύριοι της Αιγύπτου οι Αθηναίοι, και ο βασιλεύς πέμπει εις Λακεδαίμονα τον Μεγάβαζον, Πέρσην άνδρα, έχοντα χρήματα μαζί του, ίνα πείση τους Πελοποννησίους να εισβάλουν εις την Αττικήν και αναγκάση ούτω τους Αθηναίους να εκκενώσουν την Αίγυπτον. Αλλά, επειδή η υπόθεσίς του δεν επροχώρει και τα χρήματα εξωδεύοντο ματαίως, τον μεν Μεγάβαζον μετά των υπολειπομένων χρημάτων ανακαλεί εις την Ασίαν· πέμπει δε τον Πέρσην Μεγάβυζον τον Ζωπύρου μετά πολλής στρατιάς· ο οποίος ελθών διά ξηράς ενίκησε τους Αιγυπτίους και τους συμμάχους, εξεδίωξεν από την Μέμφιδα τους Έλληνας και απέκλεισε τέλος αυτούς εις την νήσον Προσωπίτιδα· επολιόρκει δε αυτούς επί έν ολόκληρον έτος και μήνας έξ, μέχρις ου αποξηράνας την διώρυγα και παρατρέψας αλλαχού το ύδωρ τα μεν πλοία έφερεν εν ξηρώ, της δε νήσου το πλείστον μέρος κατέστησεν ήπειρον· διαβάς δε πεζή εκυρίευσε την νήσον.
110. Ούτω κατεστράφησαν τα ελληνικά πράγματα, μετά εξαετή πόλεμον· και ολίγοι εκ των πολλών πορευόμενοι διά της Λιβύης εσώθησαν εις την Κυρήνην, οι δε πλείστοι απωλέσθησαν. Η Αίγυπτος δε πάλιν εγένετο υποτελής του βασιλέως, πλην του Αμυρταίου του βασιλεύοντος εις την τελματώδη χώραν. Τούτον, ένεκα της μεγάλης εκτάσεως του τέλματος, δεν ηδύναντο να υποτάξωσιν, εν ταυτώ δε διότι οι κάτοικοι των τελμάτων εκείνων είναι οι μαχιμώτατοι των Αιγυπτίων, Ινάρως δε ο των Λιβύων βασιλεύς, ο οποίος τα πάντα είχε πράξει προς διατάραξιν της Αιγύπτου, συλληφθείς διά προδοσίας, ανεσταυρώθη. Εν τούτοις πεντήκοντα τριήρεις των Αθηναίων και των άλλων συμμάχων πλέουσαι προς την Αίγυπτον ίνα αντικαταστήσουν τας πρώτας ήραξαν εις το Μενδήσιον στόμιον, αγνοούντων των πληρωμάτων όσα είχον συμβή. Προσβληθείσαι διά ξηράς μεν υπό πεζών, διά θαλάσσης δε υπό του ναυτικού των Φοινίκων εχάθησαν πολλαί, και μόλις ολίγισται κατώρθωσαν να διαφύγουν. Και τα μεν κατά την μεγάλην στρατείαν των Αθηναίων και των συμμάχων εις Αίγυπτον ούτως ετελείωσαν.
111. Εκ δε της Θεσσαλίας εξορισθείς ο Ορέστης ο υιός του βασιλέως των Θεσσαλών Εχεκρατίδου έπεισε τους Αθηναίους να τον αποκαταστήσουν εις την εξουσίαν. Και οι Αθηναίοι παραλαβόντες τους Βοιωτούς και τους Φωκείς, συμμάχους όντας, εξεστράτευσαν κατά των Φαρσάλων της Θεσσαλίας· και της μεν γης, δεν ήσαν κύριοι άλλου μέρους ειμή όσον είχον διά στρατόπεδον, χωρίς να απομακρύνωνται πολύ απ' αυτού, διότι ημποδίζοντο υπό των Θεσσαλών ιππέων, την δε πόλιν δεν εκυρίευσαν, και το σχέδιον ένεκα του οποίου εξεστράτευσαν απέτυχεν εντελώς. Επέστρεψαν λοιπόν άπρακτοι έχοντες μεθ' εαυτών τον Ορέστην. Μετά ταύτα, όχι ύστερον από πολύ, χίλιοι Αθηναίοι, επιβάντες εις τα εν ταις Πηγαίς πλοία (διότι αυτοί κατείχον τας Πηγάς) παρέπλευσαν μέχρι Σικυώνος, στρατηγούντος Περικλέους του Ξανθίππου, και αποβάντες εις την ξηράν ενίκησαν τους μετ' αυτών συμπλακέντας Σικυωνίους, και ευθύς παραλαβόντες τους Αχαιούς και διαπλεύσαντες εις την αντιπέραν όχθην εστράτευσαν κατά της Οινιάδος της Ακαρνανίας και επολιόρκησαν αυτήν· αλλά μη δυνηθέντες να την κυριεύσουν απεχώρησαν εις Αθήνας.
112. Ύστερον δε, μετά παρέλευσιν τριών ετών, σπονδαί πενταετείς εγένοντο μεταξύ Πελοποννησίων και Αθηναίων. Και ελληνικού μεν πολέμου απέσχον οι Αθηναίοι, εξεστράτευσαν δε κατά της Κύπρου με διακόσια πλοία ιδικά των και των συμμάχων, στρατηγούντος του Κίμωνος. Και εξήκοντα μεν εκ τούτων των πλοίων έπλευσαν εις την Αίγυπτον, κατά πρόσκλησιν του Αμυρταίου του βασιλέως της τελματώδους χώρας, τα δε άλλα επολιόρκουν το Κίτιον. Αλλά, αποθανόντος του Κίμωνος και επελθούσης πείνης, απεχώρησαν από του Κιτίου· και πλεύσαντες άνωθεν της εν Κύπρω Σαλαμίνος εναυμάχησαν και επεζομάχησαν συγχρόνως κατά των Φοινίκων και Κιλίχων, και νικήσαντες εις αμφότερα απεχώρησαν εις τα ίδια ακολουθούμενοι υπό των πλοίων τα οποία είχον επιστρέψει εκ της Αιγύπτου. Μετά ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι επεχείρησαν τον ιερόν καλούμενον πόλεμον, και καταλαβόντες το εν Δελφοίς ιερόν παρέδωκαν αυτό εις τους Δελφούς. Αλλ' ύστερον πάλιν οι Αθηναίοι μετά την αποχώρησιν αυτών πέμψαντες στρατόν και καταλαβόντες το παρέδωκαν εις τους Φωκείς.
113. Ότε ολίγος χρόνος παρήλθε μετά ταύτα, επειδή οι Βοιωτοί φυγάδες κατείχον την Ορχομενόν και την Χαιρώνειαν και άλλας τινάς πόλεις της Βοιωτίας, οι Αθηναίοι, στρατηγούντος Τολμίδου του Τολμαίου, εξεστράτευσαν κατά των πολεμίων εκείνων πόλεων με χιλίους εαυτών οπλίτας και όσους έδωκαν οι άλλοι σύμμαχοι. Κυριεύσαντες δε την Χαιρώνειαν απεχώρουν, αφού αφήκαν φρουράν. Ενώ όμως επορεύοντο προς την Κορώνειαν, επιτίθενται κατ' αυτών οι εκ της Ορχομενού Βοιωτοί φυγάδες, και οι μετ' αυτών Λοκροί, και οι Ευβοείς, και όσοι ήσαν της αυτής γνώμης· νικήσαντες δε μέρος μεν των Αθηναίων απέκτεινον, μέρος δε συνέλαβον ζώντας. Και την Βοιωτίαν πάσαν εξεκένωσαν οι Αθηναίοι συνθηκολογήσαντες να τοις αποδοθούν οι αιχμάλωτοι. Επιστρέψαντες δε εις τας πατρίδας των οι των Βοιωτών φυγάδες και όλοι οι άλλοι έγιναν πάλιν αυτόνομοι.
114. Μετά ταύτα, όχι πολύ ύστερον, απεστάτησεν από τους Αθηναίους η Εύβοια· και ότε είχεν ήδη μεταβή εις αυτήν ο Περικλής ηγγέλθη εις αυτόν ότι απεστάτησαν τα Μέγαρα, ότι οι Πελοποννήσιοι μέλλουν να εισβάλουν εις την Αττικήν και ότι οι φρουροί των Αθηναίων κατεσφάγησαν υπό των Μεγαρέων, εκτός εκείνων όσοι διεσώθησαν εις Νίσαιαν· απεστάτησαν δε οι Μεγαρείς, αφού προηγουμένως εζήτησαν την συνδρομήν των Κορινθίων, των Σικυωνίων και των Επιδαυρίων. Έσπευσε λοιπόν ο Περικλής να επαναφέρη τον στρατόν εκ της Ευβοίας. Έπειτα οι Πελοποννήσιοι, οδηγούμενοι υπό του βασιλέως των Λακεδαιμονίων Πλειστοάνακτος του Παυσανίου, εισέβαλον εις την Αττικήν και εδήωσαν την Ελευσίνα και το Θρίον· μη προχωρήσαντές δε περαιτέρω επέστρεψαν εις τα ίδια. Οι δε Αθηναίοι διαβάντες πάλιν την Εύβοιαν, στρατηγούντος του Περικλέους, την καθυπέταξαν όλην. Και εις μεν τας άλλας αυτής πόλεις επέβαλον όρους, τους δε κατοίκους της Ιστιαίας εκδιώξαντες κατέσχον την χώραν των αυτοί.
115. Όχι δε μετά πολύν χρόνον μετά την αναχώρησίν των από της Ευβοίας συνωμολόγησαν προς τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους αυτών τριακονταετείς συνθήκας αποδώσαντες την Νίσαιαν, τας Πηγάς, την Τροιζήνα και την Αχαΐαν διότι ταύτας τας πόλεις ούσας των Πελοποννησίων κατείχον οι Αθηναίοι. Μετά έξ δε έτη ηγέρθη πόλεμος μεταξύ Σαμίων και Μιλησίων περί της Πριήνης· και οι Μιλήσιοι φανέντες υποδεέστεροι εις τον πόλεμον ήλθον εις τας Αθήνας και παρεπονούντο κατά των Σαμίων. Συνεπεβοήθουν δε αυτούς καί τινες ιδιώται εξ αυτής της Σάμου θέλοντες να μεταβάλουν το πολίτευμα αυτής. Πλεύσαντες λοιπόν εις Σάμον οι Αθηναίοι με τεσσαράκοντα πλοία εγκατέστησαν την δημοκρατίαν, και λαβόντες ομήρους εκ των Σαμίων, πεντήκοντα παίδας και ίσους άνδρας, τους οποίους απέθεσαν εις την Λήμνον, ανεχώρησαν εγκαταλιπόντες φρουράν.
Τότε τινές εκ των Σαμίων, οίτινες δεν είχον δυνηθή να υπομείνωσιν, αλλ' είχον φύγει, συμμαχήσαντες μετά των εν τη πόλει ισχυροτάτων και μετά του Πισσούθνα του Υστάσπου, όστις τότε εκυβέρνα τας Σάρδεις, και λαβόντες επτακοσίους επικούρους διέβησαν διά νυκτός εις την Σάμον. Και πρώτον μεν επανεστάτησαν κατά του δήμου και συνέλαβον τους πλείστους, έπειτα υποκλέψαντες εκ Λήμνου τους εαυτών ομήρους απεστάτησαν αναφανδόν και παρέδωκαν εις τον Πισσούθναν τους φρουρούς των Αθηναίων και τους άρχοντας, οίτινες ήσαν παρ' αυτοίς, και παρεσκευάζοντο ευθύς να εκστρατεύσουν κατά της Μιλήτου. Μετ' αυτών δε συναπεστάτησαν και οι Βυζάντιοι.
116. ’μα έμαθον ταύτα οι Αθηναίοι, έπλευσαν κατά της Σάμου με εξήκοντα πλοία, εξ ων τα μεν δεκαέξ δεν μετεχειρίσθησαν (διότι μέρος μεν αυτών έπεμψαν εις την Καρίαν διά να κατασκοπεύσουν τον φοινικικόν στόλον, μέρος δε διά να ειδοποιήσουν την Χίον και την Λέσβον όπως στείλουν βοηθείας), με τα άλλα δε τεσσαράκοντα τέσσαρα, υπό την στρατηγίαν του Περικλέους και εννέα άλλων, συνεκρότησαν ναυμαχίαν πλησίον της Τραγίης νήσου προς τα εβδομήκοντα πλοία των Σαμίων, εκ των οποίων τα είκοσι είχον στρατιώτας· όλα δε τα πλοία ταύτα ήρχοντο εκ της Μιλήτου. Και οι Αθηναίοι ενίκησαν. Ύστερον δε ενισχύθησαν με άλλα τεσσαράκοντα πλοία των Αθηναίων, και με εικοσιπέντε των Χίων και Λεσβίων. Και αποβάντες εις την ξηράν και έχοντες ανώτερον πεζικόν επολιόρκησαν την πόλιν διά τριών τειχών και εκ της θαλάσσης. Ο δε Περικλής λαβών εξήκοντα εκ των προσωρμισμένων πλοίων ανεχώρησε ταχέως εις Καύνον και Καρίαν, άμα ηγγέλθη ότι πλέουσι κατ' αυτών φοινικικά πλοία. Ανεχώρησε δ' εκ της Σάμου μετά πέντε πλοίων ο Στησαγόρας και οι άλλοι όπως ενωθούν με τα φοινικικά.
117.Εν τούτω τω μεταξύ εκπλεύσαντες οι Σάμιοι εξ απροόπτου και επιπεσόντες κατά του απροφυλάκτου στρατοπέδου τας μεν προφυλακίδας ναυς κατέστρεψαν, ναυμαχήσαντες δε προς εκείνας αι οποίαι ώρμησαν εναντίον των ενίκησαν αυτάς και εγένοντο κύριοι της θαλάσσης των περί τας δεκατέσσαρας ημέρας εισκομίζοντες και εκκομίζοντες όσα ήθελον. Ελθόντος δε του Περικλέους κατεκλείσθησαν πάλιν διά των πλοίων. Και εκ των Αθηνών ύστερον εστάλη και άλλη επικουρία, τεσσαράκοντα μεν πλοία υπό τον Θουκυδίδην και τον ’γνωνα και τον Φορμίωνα, είκοσι δε υπό τον Τληπόλεμον και τον Αντικλέα, και τριάκοντα εκ της Χίου και της Λέσβου. Και μικράν μεν ναυμαχίαν έκαμαν οι Σάμιοι· μη δυνάμενοι δε να ανθέξουν υπεχώρησαν εις τους πολιορκητάς τον ένατον μήνα, και παραδοθέντες διά συνθήκης κατηδάφισαν το τείχος των, έδωκαν ομήρους, παρέδωκαν τα πλοία και υπεχρεώθησαν να πληρώνουν κατά προθεσμίας τα δαπανηθέντα χρήματα. Εσυνθηκολόγησαν δε και οι Βυζάντιοι να μένουν υπήκοοι καθώς ήσαν πρότερον.
118. Ολίγα έτη κατόπιν συνέβησαν τα προαναφερθέντα συμβάντα, ήτοι τα Κερκυραϊκά και τα Ποτειδαιατικά και όσα εχρησίμευσαν ως πρόφασις διά τον παρόντα πόλεμον. Όλα δε ταύτα όσα οι Έλληνες έπραξαν προς αλλήλους και προς τον βάρβαρον εγένοντο εις πεντήκοντα έτη από της αναχωρήσεως του Ξέρξου μέχρι της αρχής τούτου του πολέμου. Εις το διάστημα τούτο οι Αθηναίοι και την ιδικήν των αρχήν κατέστησαν μονιμωτέραν και αυτοί επροχώρησαν εις μέγαν βαθμόν δυνάμεως. Οι δε Λακεδαιμόνιοι αισθανθέντες τούτο δεν τους ημπόδισαν ειμή επ' ολίγον και το πλείστον του χρόνου ησύχαζον, όντες μεν ως και πρότερον οκνοί εις το να επιχειρούν πολέμους, εκτός εάν ηναγκάζοντο εις τούτο, εμποδιζόμενοι δ' ενίοτε και υπό των ιδικών των πολέμων· τέλος όμως η δύναμις των Αθηναίων, ανυψωθείσα περιφανώς, έβλαπτε πλέον και τους συμμάχους αυτών. Τότε δε εξηντλήθη η υπομονή των και ενόμισαν καθήκον των να κινηθούν μετά πάσης σπουδής και να καθαιρέσουν την ισχύν, εάν δυνηθώσιν, επιχειρούντες τον παρόντα πόλεμον. Αυτοί λοιπόν οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν να θεωρήσουν ως διαλυμένας τας σπονδάς και τους Αθηναίους ως αδικούντας. Πέμψαντες δε εις Δελφούς ηρώτων τον θεόν αν ο πόλεμος ήθελεν αποβή υπέρ αυτών. Ο δε θεός είπεν εις αυτούς, ως λέγεται, ότι ήθελον νικήσει, εάν επολέμουν με όλας τας δυνάμεις των, και ότι αυτός ήθελεν έλθει εις βοήθειάν των είτε προσκαλούμενος είτε απρόσκλητος.
119. Προσκαλέσαντες λοιπόν και πάλιν τους συμμάχους ηθέλησαν να τους συμβουλευθούν αν έπρεπε να πολεμήσουν. Ότε δε ήλθον οι πρέσβεις από τας συμμάχους πόλεις και συνήλθε συνέλευσις, έκαστος είπεν όσα ήθελε, κατηγορούντες οι περισσότεροι τους Αθηναίους και φρονούντες ότι έπρεπε να γίνη πόλεμος· αλλ' οι Κορίνθιοι, οίτινες προηγουμένως είχον παρακαλέσει ιδαιτέρως κάθε πόλιν να ψηφίση τον πόλεμον, φοβηθέντες, μήπως εις αυτό το αναμεταξύ καταστραφή η Ποτείδαια, και ευρεθέντες τότε παρόντες επροχώρησαν τελευταίοι και είπον τα εξής.
120. «Τους μεν Λακεδαιμονίους, ω γενναίοι σύμμαχοι, δεν δυνάμεθα πλέον να κατηγορώμεν ότι δεν απεφάσισαν αυτοί τον πόλεμον, καθ' όσον μας εκάλεσαν εδώ σήμερον προς τούτο· διότι ούτω πρέπει οι αρχηγοί, τα ιδιαίτερα συμφέροντα ίσα και αμερόληπτα διαχειριζόμενοι, να φροντίζουν εξαιρετικώς περί των κοινών, αφού εις τας άλλας διακρίσεις αυτοί προ πάντων προτιμώνται. Εξ ημών δε όσοι μεν συνανεμίγησαν και ωμίλησαν προς τους Αθηναίους δεν έχουν ανάγκην διδαχής διά να προφυλάττωνται απ' αυτών· οι δε κατοικούντες την μεσόγειον μάλλον ή τα παράλια πρέπει να μάθουν, ότι, εάν δεν βοηθήσουν τους παραλίους, δυσκολωτέρα θα είναι εις αυτούς η εξαγωγή των προϊόντων της χώρας, και η εισαγωγή εκείνων όσα διά της θαλάσσης παρέχονται εις τους μεσόγεια οικούντας. Δεν πρέπει λοιπόν να γίνουν σήμερον κακοί κριταί των λεγομένων, νομίζοντες ότι ταύτα δεν τους ενδιαφέρουν, αλλά να σκεφθούν ότι, εάν παραμελήσουν τας παραλίους πόλεις, ο κίνδυνος θέλει προχωρήσει μέχρις αυτών, και ότι κατ' αυτήν την στιγμήν πρέπει να σκέπτωνται τόσον περί εαυτών όσον και περί των άλλων. Διά τούτο δεν πρέπει να διστάζουν να ανταλλάξουν τον πόλεμον με την ειρήνην. Διότι ανδρών μεν φρονίμων ίδιον είναι να ησυχάζουν εφ' όσον δεν αδικούνται· των δε ανδρείων, άμα αδικηθούν, να μεταπίπτουν εκ της ειρήνης εις τον πόλεμον, και εν καιρώ τω δέοντι να επανέρχωνται πάλιν εκ του πολέμου εις την ειρήνην· και ούτε διά την εν τω πολέμω ευτυχίαν να υπερηφανεύωνται, ούτε να αφήνουν ν' αδικώνται αρεσκόμενοι εις την ησυχίαν της ειρήνης. Διότι και ο χάριν της ηδονής φοβούμενος τους κόπους, εάν ησυχάζη όταν δεν πρέπη, τάχιστα θέλει στερηθή του αταράχου βίου τον οποίον φοβείται μη χάση, και ο υπερηφανευόμενος διά τας ευτυχίας του πολέμου δεν ενθυμείται ότι απατηλή είναι η έπαρσίς του. Διότι πολλαί επιχειρήσεις κακαί, επειδή οι αντίπαλοι έτυχον μάλλον οκνοί, επέτυχον, και ακόμη μάλλον πλειότεραι, αι οποίαι εφαίνοντο καλά λογαριασμέναι, τουναντίον απέβησαν καταστρεπτικαί. Ουδείς εκτελεί εμπράκτως μετά της αυτής πεποιθήσεως όσα εσυλλογίσθη· αλλ' αφόβως μεν συλλογιζόμεθα, μετά φόβου δε και ελλιπώς εκτελούμεν το έργον.
121. »Ημείς δε σήμερον εγείρομεν τον πόλεμον και διότι αδικούμεθα και διότι έχομεν σημαντικά εναντίον αυτών παράπονα και μόλις επιτυχώς υπερασπισθώμεν εναντίον των Αθηναίων θέλομεν παύση εγκαίρως αυτόν. Διά πολλάς δε αιτίας είναι πιθανόν να νικήσωμεν· πρώτον μεν διότι είμεθα πολυαριθμότεροι και έχομεν εμπειρίαν πολεμικήν, έπειτα δε διότι πάντες ανεξαιρέτως θα εκτελέσωμεν τα παραγγελλόμενα. Ως προς το ναυτικόν δε, εις το οποίον υπερτερούν, θέλομεν εξοπλίσει τοιούτο διά της υπαρχούσης εις έκαστον ημών περιουσίας και διά των εν Δελφοίς και εν Ολυμπία χρημάτων. Θέλομεν κάμει δε αυτό το δάνειον ίνα δι' αδροτέρου μισθού προσελκύσωμεν εις το μέρος μας τους ξένους ναύτας αυτών. Διότι η δύναμις των Αθηναίων είναι μάλλον μισθωτή παρά ιδική των. Η δε ημετέρα θέλει είσθαι εις ολιγώτερον κίνδυνον εκτεθειμένη, καθότι στηρίζεται μάλλον επί των σωμάτων ή επί των χρημάτων. Εάν άπαξ νικηθούν εν ναυμαχία, κατά πάσαν πιθανότητα καταβάλλονται. Εάν δε η αντίστασίς των παραταθή, θα λάβωμεν καιρόν να εξασκηθώμεν περί τα ναυτικά· και, όταν εξισωθώμεν κατά την ναυτικήν μάθησιν με αυτούς, θέλομεν βεβαίως τους υπερβή κατά την γενναιότητα. Ό,τι ημείς έχομεν εκ φύσεως πλεονέκτημα, εκείνοι δεν δύνανται να το απολαύσουν διά της διδαχής. Ό,τι δε έχουσιν ανώτερον ως εκ της μαθήσεως, ημείς πρέπει να το εκμηδενίσωμεν διά της μελέτης. Χρήματα όσα απαιτούνται προς τον σκοπόν τούτον θα τα φέρωμεν. Διότι θα ήτο δεινόν, ενώ οι σύμμαχοι των Αθηναίων δεν αποκάμνουν πληρώνοντες διά την δουλείαν των, να μη δαπανήσωμεν ημείς διά να τιμωρήσωμεν τους εχθρούς μας, και συγχρόνως διά να σωθώμεν ημείς αυτοί, και τέλος να μη στερηθώμεν των αγαθών μας και πάθωμεν όσα κακά έπαθον και αυτοί.
122. » Υπάρχουν δε εις ημάς και άλλοι τρόποι πολέμου· να παρακινήσωμεν τους συμμάχους των εις αποστασίαν, ήτις θέλει είσθαι έμμεσος αφαίρεσις των προσόδων με τας οποίας αποκτούν ισχύν· ν' αποκλείσωμεν διά τειχών την χώραν των, και άλλα διάφορα, τα οποία δεν είναι δυνατόν σήμερον να προΐδη τις. Διότι ο πόλεμος δεν προβαίνει κατά κανόνας ρητούς, αλλ' αυτός μόνος του επινοεί τεχνάσματα κατά τας εκάστοτε περιστάσεις· τότε ο μεν φερθείς μετριοπαθώς είναι ασφαλέστερος, ο δε παραφερθείς πράττει περισσότερα σφάλματα. Ας ενθυμώμεθα δε και ότι, εάν έκαστος εξ ημών εφιλονείκει περί γης ορίων μετά ισοπάλων, ήθελεν είσθαι υποφερτόν. Αλλά σήμερον οι Αθηναίοι όντες εις κατάστασιν να πολεμήσουν προς σύμπαντας ημάς, είναι ακόμη περισσότερον δυνατοί να μας πολεμήσουν κατά πόλεις· ώστε, εάν δεν απωθήσωμεν αυτούς από κοινού και κατά έθνη και κατά πόλεις ομοφώνως, θα μας υποτάξουν άκοπα ευρίσκοντες ημάς διηρημένους. Και η ήττα, την οποίαν και ν' ακούη τις είναι δυσάρεστον, μάθετε ότι δεν θέλει επιφέρει άλλο τι ή την εντελή δουλείαν· το οποίον και λεγόμενον μόνον υποθετικώς αποτελεί εντροπήν διά την Πελοπόννησον, δηλαδή πόλεις τοσαύται να φέρουν τον ζυγόν μιας. Εάν όμως συμβή τούτό, θα φανώμεν ότι ή δικαίως πάσχομεν ή διά δειλίαν ανεχόμεθα τα παθήματα, και θα δειχθώμεν κατώτεροι των πατέρων ημών, οι οποίοι ηλευθέρωσαν την Ελλάδα από τους Πέρσας· ημείς δε ούτε και ημών αυτών την ελευθερίαν εξασφαλίζομεν, αλλ' αφήνομεν μίαν πόλιν να εγκατασταθή ως τύραννος, μολονότι έχομεν την αξίωσιν να καταλύωμεν εκείνους, οίτινες είναι τύραννοι εις μίαν πόλιν. Αγνοούμεν ότι ο τοιούτος τρόπος ημών μετέχει τριών μεγίστων σφαλμάτων, της ασυνεσίας, της δειλίας και της αμελείας. Και βεβαίως ουχί αποφυγόντες ταύτα προέβητε εις τοσούτον βλαπτικήν διά τους πλείστους ανθρώπους καταφρόνησιν, ήτις, διότι απεπλάνησε πολλούς, μετωνομάσθη διά του εναντίου ονόματος αφροσύνη.
123. » Προς τι λοιπόν να αιτιώμεθα τα προγενέστερα μακρότερον παρ' όσον συμφέρει εις τα παρόντα ; Χάριν των μελλόντων πρέπει να ταλαιπωρηθώμεν και να υποστηρίξωμεν τα παρόντα· διότι μας εδίδαξαν οι πατέρες μας ότι πρέπει διά κόπων ν' αποκτώμεν την εκ των κατορθωμάτων ημών δόξαν· μη μεταβάλλετε το έθος τούτο, εάν σήμερον υπερέχετε ολίγον κατά τον πλούτον και την δύναμιν (διότι δεν ήθελεν είσθαι δίκαιον, όσα υπό απορίας εκτήθησαν, να απολεσθούν διά της ευπορίας), αλλά πρέπει ευθαρσώς να κινηθώμεν προς πόλεμον διά πολλάς αιτίας, πρώτον μεν διότι το διέταξε διά του μαντείου ο θεός, όστις υπεσχέθη να μας βοηθήση, έπειτα δε διότι η επίλοιπος Ελλάς θέλει συναγωνισθή υπό φόβου ή υπό συμφέροντος και τέλος διότι δεν λύετε σεις πρώτοι σπονδάς τας οποίας και αυτός ο θεός, διατάττων υμάς να πολεμήσετε, θεωρεί παραβιασθείσας, αλλά μάλλον τιμωρείτε την παραβίασίν των. Διότι λύουσιν αυτάς όχι οι αμυνόμενοι, αλλ' οι πρώτοι παραβιάζοντες.
124. » Ώστε, αφού πανταχόθεν παρουσιάζεται καλόν το να πολεμήσετε, και ημείς παρακινούμεν τούτο από κοινού, επειδή είναι αναμφισβήτητον ότι συμφέρει και εις τας πόλεις και εις τους ιδιώτας, μη βραδύνετε να βοηθήσετε τους Ποτειδαιάτας, οι οποίοι είναι Δωριείς και υπό Ιώνιον πολιορκούνται (όπερ αντίθετον του άλλοτε συμβαίνοντος), και να επιδιώξετε την ελευθερίαν των άλλων, καθότι δεν είναι δίκαιον ένεκα του αναποφασίστου υμών άλλοι μεν να έχουν πάθει ήδη, άλλοι δε να κινδυνεύουν να πάθουν τα αυτά, εάν μάλιστα γίνη γνωστόν ότι συνήλθομεν μεν, δεν τολμώμεν όμως να δώσωμεν βοήθειαν. Εκτιμώντες λοιπόν, ω άνδρες σύμμαχοι, το κρίσιμον των περιστάσεων εις τας οποίας ευρισκόμεθα, και προσέτι την σπουδαιότητα των λόγων ημών ψηφίσατε τον πόλεμον, μη φοβούμενοι το στιγμιαίον δεινόν, αλλά την απ' αυτού μέλλουσαν να προκύψη διαρκή ειρήνην· διότι διά μεν του πολέμου επί πλέον στερεώνεται η ειρήνη, διά δε της ησυχίας δεν αποτρέπεται ο πόλεμος. Ούτω λοιπόν αποκτώντες πεποίθησιν ότι η πόλις η οποία εγκατέστη ως τύραννος εν μέσω της Ελλάδος μας απειλεί όλους ομοίως, αφού άρχει ήδη επί των μεν, διανοείται δε να άρξη επί των δε, ας βαδίσωμεν διά να την υποτάξωμεν. Και του λοιπού ημείς μεν να ζώμεν ακινδύνως, τους δε σήμερον δουλωμένους Έλληνας ας ελευθερώσωμεν». Και τοιαύτα μεν είπον οι Κορίνθιοι.
125. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, αφού ήκουσαν την γνώμην απάντων, προσεκάλεσαν να ψηφίσωσιν όλοι οι παρόντες σύμμαχοι, αι μεγάλαι πόλεις καθώς και αι μικραί· και η πλειονοψηφία απεφάνθη υπέρ του πολέμου. Ότε απεφασίσθη ούτος, ευθύς μεν ήτο αδύνατον να τον επιχειρήσουν, καθότι ήσαν απαράσκευοι, απεφάσισαν δε να παράσχη έκαστος άνευ της ελαχίστης αναβολής ό,τι ηδύνατο. Διά να ετοιμάσουν όμως όσα εχρειάζοντο δεν κατέτριψαν μεν ολόκληρον έτος, αλλ' ολίγον τι του έτους υπελείπετο ότε εισέβαλον εις την Αττικήν και ήρχισαν τον πόλεμον φανερά.
126. Εις αυτό το διάστημα έστειλαν πρέσβεις προς τους Αθηναίους παραπονούμενοι κατ' αυτών όπως έχουν δικαιοτέραν πρόφασιν πολέμου, εάν δεν εισηκούοντο. Και πρώτον μεν έπεμψαν πρέσβεις οι Λακεδαιμόνιοι ζητούντες παρά των Αθηναίων να αποτινάξουν το άγος της θεάς· το δε άγος τούτο ήτο το εξής. Υπήρχεν εν Αθήναις ανήρ Ολυμπιονίκης, ονόματι Κύλων, εξ οικογενείας ευγενούς και ισχυράς. Ούτος ενυμφεύθη την θυγατέρα του Θεαγένους, ανδρός Μεγαρέως, ο οποίος εκείνον τον καιρόν ήτο τύραννος των Μεγάρων. Ημέραν τινά κατά την οποίαν ο Κύλων ηρώτα το μαντείον των Δελφών, το μαντείον είπεν εις αυτόν να καταλάβη την ακρόπολιν των Αθηναίων κατά την μεγίστην εορτήν του Διός. Ο Κύλων λαβών δυνάμεις παρά του Θεαγένους και καταπείσας τους φίλους, ότε εωρτάζοντο τα εν Πελοποννήσω Ολύμπια, κατέλαβε την ακρόπολιν με τον σκοπόν να εγκατασταθή ως τύραννος, νομίσας ότι η εορτή εκείνη ήτο η μεγίστη του Διός, και ήρμοζε κάπως εις αυτόν ως νικήσαντα εις τα Ολύμπια. Εάν ο χρησμός υπενόει την μεγάλην εορτήν εν τη Αττική ή αλλαχού, ούτε ενόησεν ούτε το μαντείον εδήλωσε (διότι τελούνται επίσης υπό των Αθηναίων έξω της πόλεως τα Διάσια, άτινα καλούνται μεγίστη εορτή του Μειλιχίου Διός, κατά την οποίαν πανδημεί θυσιάζουν, οι πλείστοι όμως όχι ιερεία, αλλά μικρά σφάγια)· νομίσας δε ο Κύλων ότι ορθώς ενόησε τον χρησμόν, επεχείρησε το έργον. Αλλ' οι Αθηναίοι μαθόντες τα γινόμενα προσέδραμον πανδημεί από την εξοχήν εναντίον αυτού και περικυκλώσαντες επολέμουν.
Επειδή δε παρήρχετο ο καιρός, οι Αθηναίοι βαρυνθέντες την πολιορκίαν, απήλθον οι περισσότεροι, αναθέσαντες εις τους εννέα άρχοντας την φύλαξιν της ακροπόλεως και δόσαντες εις αυτούς πάσαν πληρεξουσιότητα να κανονίσουν τα πράγματα όπως νομίσουν καλλίτερον· τότε δε τας πλειοτέρας πολιτικάς υποθέσεις διεξήγον οι εννέα άρχοντες. Οι δε μετά του Κύλωνος πολιορκούμενοι πολύ υπέφερον ως εκ της ελλείψεως τροφίμων και του ύδατος. Ο μεν λοιπόν Κύλων και ο αδελφός αυτού φεύγουν κρυφίως· οι δε άλλοι, επειδή επιέζοντο, καί τινες μάλιστα απέθνησκον της πείνης, εκάθισαν ως ικέται εις τον εν τη ακροπόλει βωμόν. Σηκώσαντες δ' εκείθεν αυτούς οι Αθηναίοι, εκείνοι εις τους οποίους ήτο ανατεθειμένη η φύλαξις, ότε τους είδον αποθνήσκοντας εν τω ιερώ, και απομακρύνοντες με την υπόσχεσιν ότι διόλου δεν θα τους εκακοποίουν, τους εφόνευσαν· εν παρόδω δε εφόνευσαν καί τινας καθημένους επί των βωμών των σεμνών θεών (2). Ένεκα τούτου και εκείνοι εκαλούντο ανόσιοι και ασεβείς προς την θεάν, και οι εξ εκείνων καταγόμενοι. Έδιωξαν λοιπόν τους ανοσίους τούτους οι Αθηναίοι, έδιωξε δε αυτούς ύστερον και ο Λακεδαιμόνιος ο Κλεομένης μετά των στασιαζόντων Αθηναίων· όχι μόνον δε εδίωκον τους ζώντας, αλλά και τα οστά των αποθανόντων εκθάπτοντες έρριπτον έξω των συνόρων. Επέστρεψαν όμως βραδύτερον οι εκδιωχθέντες, και οι απόγονοι αυτών ευρίσκονται ακόμη εις την πόλιν.
127. Τούτο λοιπόν το άγος έδιδον εντολήν εις αυτούς οι Λακεδαιμόνιοι να αποτινάξουν, πρώτον μεν διά να εξιλεωθούν δήθεν οι θεοί, δεύτερον δε διότι εγνώριζον ότι Περικλής ο Ξανθίπου ενείχετο εις τούτο εκ μητρός, και διότι ενόμιζον ότι, αν έπιπτεν αυτός από την εξουσίαν, ευκολώτερον ήθελον επιτύχει εις τας μετά των Αθηναίων υποθέσεις των. Ναι μεν δεν ήλπιζον τόσον την εξορίαν του, ήλπιζον όμως να διεγείρουν κατ' αυτού εις την πόλιν κατακραυγήν ότι ο πόλεμος εγίνετο εν μέρει από την επίδρασιν αυτού· διότι ων δυνατώτατος πάντων των άλλων και διοικών την πολιτείαν ήτο ενάντιος πάντοτε προς τους Λακεδαιμονίους, εμποδίζων να ενδώσουν εις αυτούς και εξορμών τους Αθηναίους εις τον πόλεμον.
128. Αλλά και οι Αθηναίοι εζήτουν παρά των Λακεδαιμονίων να καθαρισθούν και αυτοί από του άγους του Ταινάρου, διότι οι Λακεδαιμόνιοι σηκώσαντες κάποτε εκ του εν τω Ταινάρω ιερού του Ποσειδώνος τους ικέτας των ειλώτων τους απήγαγον και τους εφόνευσαν· νομίζουν μάλιστα ότι ένεκα τούτου τοις συνέβη ο μέγας σεισμός εν Σπάρτη. Έδιδαν εντολήν επίσης εις αυτούς να καθαρισθούν και από το άγος της Χαλκιοίκου Αθηνάς, το οποίον ήτο το εξής. Ότε ο Λακεδαιμόνιος Παυσανίας, ανακληθείς από της εν Ελλησπόντω αρχής, εκρίθη υπ' αυτών και απελύθη, θέσιν μεν δημοσίαν δεν τω ενεπιστεύθησαν, αυτός όμως ιδιαιτέρως λαβών τριήρη Ερμιονίδα, άνευ της αδείας των Λακεδαιμονίων φθάνει εις τον Ελλήσποντον, προφασιζόμενος μεν τον Ελληνικόν πόλεμον, πράγματι δε θέλων να εξακολουθήση τας ραδιουργίας τας οποίας είχεν ήδη συνδέσει μετά του βασιλέως προς τον σκοπόν του να καταλάβη την ελληνικήν αρχήν. Ιδού δε η πρώτη εκδούλευσις την οποίαν προσέφερε προς τον βασιλέα, και η αρχή όλης της ραδιουργίας την οποίαν έκαμε. Κυριεύσας το Βυζάντιον κατά την πρώτην του εκστρατείαν μετά την από της Κύπρου αναχώρησιν (διότι κατείχον αυτό οι Μήδοι, και εκ των εν αυτώ αιχμαλωτευθέντων τινές ήσαν συγγενείς και σύμμαχοι του βασιλέως), όσους συνέλαβε τους στέλλει εις τον βασιλέα εν αγνοία των άλλων συμμάχων, προφασισθείς ότι απέδρασαν. Ταύτα έπραττεν εκ συνεννοήσεως μετά του Γογγύλου του Ερετριέως, εις τον οποίον ενεπιστεύθη και το Βυζάντιον και τους αιχμαλώτους. Έπεμψε δε και επιστολήν προς τον βασιλέα διά του Γογγύλου, εις την οποίαν έγραφε τα εξής· «Παυσανίας, ο ηγεμών της Σπάρτης, θέλων να χαρισθή προς σε, σου πέμπει τούτους, τους οποίους ηχμαλώτευσεν εν τω πολέμω και είμαι διατεθειμένος, εάν επιδοκιμάζης και συ, να νυμφευθώ την θυγατέρα σου και να καταστήσω υποχείριόν σου την Σπάρτην και την άλλην Ελλάδα. Νομίζω δε ότι δύναμαι να πράξω ταύτα μετά σου συνεννοούμενος. Εάν λοιπόν σου αρέση τι εκ τούτων, πέμπε προς την θάλασσαν άνδρα πιστόν, διά του οποίου να ανταποκρινώμεθα του λοιπού».
129. Ταύτα έγραφεν η επιστολή. Ο δε Ξέρξης ηυχαριστήθη τα μέγιστα δι' αυτήν, και αποστέλλει προς την θάλασσαν Αρτάβαζον τον Φαρνάκου, διατάσσων αυτόν να αναλάβη την σατραπείαν του Δασκυλίου, εις αντικατάστασιν του Μεγαβάτου, ο οποίος ήτο πρότερον άρχων, και αναθέτων να πέμψη τάχιστα επιστολήν προς τον Παυσανίαν εις Βυζάντιον και να επιδείξη την σφραγίδα· εάν δε ο Παυσανίας τω παραγγείλη τι σχετικόν προς τας ιδίας του υποθέσεις, να το εκτελέση μετά μεγίστου ζήλου και πιστότατα. Ο δε Αρτάβαζος φθάσας εκεί και τα άλλα εξετέλεσεν όπως παρηγγέλθη και την επιστολήν έπεμψε. Περιείχε δε αύτη την εξής απόκρισιν «Τα εξής λέγει προς τον Παυσανίαν ο βασιλεύς Ξέρξης· και η διάσωσις των ανδρών τους οποίους λαβών εν Βυζαντίω μου έπεμψες εκ της αντιπέραν θαλάσσης είναι ευεργεσία, η οποία θέλει μένει διά παντός αξιοσημείωτος εις τον ημέτερον οίκον, και οι λόγοι σου είναι αρεστοί εις εμέ. Μη σε σταματά μήτε ημέρα μήτε νυξ, ώστε να αναλάβης την εκπλήρωσιν εκείνων τα οποία μοι υπεσχέθης· μη σε κωλύση χρυσού και αργύρου δαπάνη, μηδέ πλήθος στρατού, όπου ήθελε θεωρηθή αναγκαία η παρουσία αυτού· αλλά μετ' Αρταβάζου ανδρός αγαθού, τον οποίον σου έπεμψα, έχε συνεννοήσεις μετά θάρρους περί των εμών και των σων υποθέσεων και κανόνισον αυτάς διά τρόπου καλλίστου και ωφελιμωτάτου εις αμφοτέρους».
130. Λαβών ο Παυσανίας τα γράμματα ταύτα, και έχων ήδη μεγίστην υπόληψιν μεταξύ των Ελλήνων ένεκα της στρατηγίας του εν Πλαταιαίς, τότε έγινε πολύ περισσότερον αλαζών, και δεν ηδύνατο πλέον να ζη κατά τους συνηθισμένους τρόπους, αλλ' ενδυθείς μηδικήν στολήν εξήρχετο του Βυζαντίου, και διέτρεχε την Θράκην δορυφορούμενος υπό Μήδων και Αιγυπτίων. Η τράπεζα του παρετίθετο κατά τον περσικόν τρόπον, και δεν ηδύνατο να κρύπτη την σκέψιν του, αλλά δι' ασημάντων έργων προεφανέρωνεν όσα εμελέτα να πράξη κατόπιν μεγάλα. Δύσκολα ηδύνατο κανείς να τον ίδη και τοσούτον οργίλως και υπερηφάνως εφέρετο προς πάντας ομοίως, ώστε ουδείς ηδύνατο να τον πλησιάση· διά τούτο όχι ολίγον συνετέλεσεν εις το να μεταστώσιν οι σύμμαχοι προς τους Αθηναίους.
131. Οι δε Λακεδαιμόνιοι μαθόντες ταύτα, όπως έπραξαν το πρώτον, ανεκάλεσαν αυτόν και πάλιν διά τας αυτάς αιτίας ότε εξέπλευσεν εκ δευτέρου μετά του ερμιονικού πλοίου άνευ της αδείας αυτών. Αναγκασθείς υπό των Αθηναίων να φύγη εκ του εκπολιορκηθέντος Βυζαντίου εις μεν την Σπάρτην δεν επέστρεψεν, εγκατασταθείς δε εις τας εν Τρωάδι Κολωνάς κατηγγέλθη εις τους Λακεδαιμονίους ως συνεννοούμενος μετά των βαρβάρων, και ότι όχι επ' αγαθώ παρέτεινε την εκεί διαμονήν του. Τότε δεν ανέβαλλον επί πλέον, αλλά πέμψαντες οι έφοροι κήρυκα και σκυτάλην τον διέταξαν να ακολουθήση τον κήρυκα, ειδεμή, πόλεμον θα εκήρυττον κατ' αυτού οι Σπαρτιάται. Αυτός δε θέλων να μη φανή ύποπτος, και πιστεύων ότι διά χρημάτων ήθελε δυνηθή να διαλύση την κατηγορίαν, επέστρεψε και εκ δευτέρου εις την Σπάρτην. Και πρώτον μεν ρίπτεται εις την ειρκτήν υπό των εφόρων (έχουσι δε δικαίωμα οι έφοροι να ενεργώσιν ούτω και κατά του βασιλέως), έπειτα δ' επέτυχε την αποφυλάκισίν του προσφερθείς ν' απολογηθή προς εκείνους, οίτινες ήθελον τον κατηγορήσει.
132. Και φανερόν μεν σημείον δεν είχον ούτε οι Σπαρτιάται, ούτε οι εχθροί, ούτε η πόλις όλη, εις το οποίον βασιζόμενοι να τιμωρήσωσιν άνδρα καταγόμενον εκ γένους βασιλικού και έχοντα τότε τιμητικόν αξίωμα (διότι επετρόπευε τον υιόν του Λεωνίδου, τον νεαρόν βασιλέα Πλείσταρχον, του οποίου ήτο εξάδελφος). Εν τούτοις διά τας παρανομίας του και την μίμησιν των βαρβαρικών συνηθειών πολλάς παρείχεν υποψίας ότι ήθελε να υψωθή πλειότερον της παρούσης του καταστάσεως. Ανεσκόπησαν την παρελθούσαν αυτού διαγωγήν διά να εύρουν αν παρεξετράπη που από των καθεστώτων νομίμων, και ενεθυμήθησαν ότι άλλοτε, επί του τρίποδος τον οποίον ανέθεσαν οι Έλληνες εις τους Δελφούς ως ακροθίνιον των από των Μήδων ληφθέντων λαφύρων, ετόλμησε να επιγράψη αυτός αφ' εαυτού το εξής ελεγειακόν δίστιχον·
Παυσανίας, Ελλήνων αρχηγός, αφού κατέστρεψε τον στρατόν των Μήδων, ανέθηκεν εις τον Φοίβον το μνημείον τούτο.
Το ελεγείον λοιπόν τούτο εξήλειψαν αμέσως από του τρίποδος και επέγραψαν ονομαστί τας πόλεις, όσαι συγκαταστρέψασαι τον βάρβαρον έστησαν το αφιέρωμα, Η πράξις αύτη του Παυσανίου κατελογίσθη ως έγκλημα, και εις την κατάστασιν, εις την οποίαν διετέλει εύρισκον αυτήν λίαν σύμφωνον προς τους παρόντας σκοπούς του. Έμαθον δε ότι και με τους είλωτας είχε συνεννοήσεις. Και τούτο ήτο αληθές. Διότι υπέσχετο εις αυτούς ελευθερίαν και ισότητα, εάν συναπεστάτουν μετ' αυτού και τον εβοήθουν εις όλα του τα σχέδια. Εν τούτοις με όλας τας μηνύσεις τινών αξιοπίστων ειλώτων, δεν ενόμισαν εύλογον να φερθούν κατά νέον τρόπον προς αυτόν, αλλ' έμειναν πιστοί εις τον τρόπον όστις επεκράτει παρ' αυτοίς, να μη σπεύδουν να εκφέρωσι καταδικαστικήν απόφασιν κατ' ανδρός Σπαρτιάτου χωρίς αναμφισβητήτους αποδείξεις. Αλλά τέλος ο μέλλων να κομίση τας τελευταίας αυτού επιστολάς προς τον Αρτάβαζον, Αργίλιός τις, όστις άλλοτε παις ων ηγαπάτο υπό του Παυσανίου και τότε ήτο εμπιστευμένος αυτού, εγένετο ως λέγουσι μηνυτής του· φοβηθείς ούτος επί τη αναμνήσει ότι ουδείς των προαπεσταλμένων επέστρεψεν οπίσω, και παραποιήσας τας σφραγίδας, ίνα μη ανακαλυφθή εάν ηπατάτο εις τας υπονοίας του, ή εάν ο Παυσανίας του εζήτει να τω επιστραφούν αι επιστολαί διά να επιφέρη μεταβολήν τινα εις τα γραφόμενα, αποσφραγίζει αυτάς υποπτευόμενος ότι περιείχετό τι κατ' αυτού εν αυταίς και εύρεν ότι διετάττετο η θανάτωσίς του.
133. Τότε πλέον οι έφοροι ότε έδειξεν αυτός τα γράμματα επίστευσαν περισσότερον, θελήσαντες δε να ακούσουν οι ίδιοι τους λόγους του Παυσανίου περί του αντικειμένου τούτου, συνεφώνησαν μετά του ανθρώπου εκείνου να μεταβή ως ικέτης εις το Ταίναρον και να εγείρη εκεί καλύβην χωριζομένην εις δύο διά χωρίσματος· εις το έν μέρος αυτής έκρυψέ τινας των εφόρων· ότε δε ήλθε προς αυτόν ο Παυσανίας και ηρώτα την αιτίαν της ικετείας, οι έφοροι ήκουσαν πάντα καθαρώς. Ο μεν Αργίλιος εμέμφετο του Παυσανίου δι' όσα έγραψε περί αυτού, τω διηγήθη λεπτομερώς όλα τα καθέκαστα, τω είπεν ότι ουδέποτε τον ενοχοποίησε κατά τας προς τον βασιλέα αποστολάς του, και εν τούτοις κατεδικάζετο να θανατωθή ως και οι άλλοι απεσταλμένοι· ο δε Παυσανίας συνωμολόγει την αλήθειαν τούτων, και παρεκάλει τον Αργίλιον να μη οργισθή διά τα συμβαίνοντα, αλλά να πεισθή και εξέλθη εκ του ιερού, βιάζων αυτόν να αναχωρήση ως τάχιστα και να μη γίνεται εμπόδιον εις τα ενεργούμενα.
134. Οι έφοροι ακούσαντες ταύτα ακριβώς, τότε μεν απήλθον, πεισθέντες δε πλέον περί της ενοχής του προητοίμασαν την εν τη πόλει σύλληψίν του. Λέγεται δε ότι ενώ έμελλε να συλληφθή εν τη οδώ, άμα είδε το πρόσωπον ενός εκ των προσερχομένων εφόρων, εμάντευσε την αιτίαν της ελεύσεώς των, και ότι εις έν νεύμα αδιόρατον, όπερ μετεχειρίσθη είς άλλος, νεύσας ένεκα ευμενείας, έδραμε και κατέφυγεν εις το ιερόν της Χαλκιοίκου· ήτο δε πλησίον το τέμενος. Και διά να μη ταλαιπωρήται υπαίθριος, εισήλθεν εις όχι μέγα οίκημα, το οποίον ήτο παράρτημα του ιερού, και ησύχαζεν. Οι δε έφοροι κατ' εκείνην μεν την στιγμήν δεν ηδυνήθησαν να τον συλλάβουν, αλλ' έπειτα ανακαλύψαντες αυτόν ότι ήτο εντός, αφήρεσαν την στέγην και τας θύρας του οικήματος και κλείσαντες εντός τον περιετείχισαν, παραμείναντες δε έξω τον επολιόρκουν διά της πείνης. Εννοήσαντες δε ότι έμελλε να εκπνεύση ένεκα της εν τω οικήματι εκείνω καταστάσεώς του, εξήγαγον αυτόν εκ του ιερού ενώ έζη ακόμη. Και εξαχθείς απέθανεν αμέσως. Και τότε μεν ηθέλησαν να τον ρίψουν εις τον Κεάδαν, όπου συνήθιζον να ρίπτωσι τους κακούργους· αλλ' έπειτα απεφάσισαν να τον θάψουν εκεί που πλησίον. Ο δε εν Δελφοίς θεός διέταξεν ύστερον τους Λακεδαιμονίους να μεταφέρουν τον τάφον αυτού εκεί όπου απέθανε (και σήμερον κείται εις τον χώρον προ του τεμένους, ως δηλούσιν αι επιγεγραμμέναι στήλαι), και επειδή η πράξις των ήτο ανόσιος, διέταξε να αποδώσωσιν εις την Χαλκίδικον δύο σώματα αντί του ενός. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, κατασκευάσαντες δύο χαλκούς ανδριάντας, ανέθεσαν αυτούς δήθεν αντί του Παυσανίου.
135. Οι δε Αθηναίοι, επειδή και ο θεός έκρινε τους Λακεδαιμονίους ως ανοσίους, αντιπαρήγγειλαν εις αυτούς να αποπλύνουν το άγος εκείνο. Οι Λακεδαιμόνιοι όμως έπεμψαν πρέσβεις προς τους Αθηναίους διά να κατηγορήσουν και τον Θεμιστοκλέα διά το έγκλημα του μηδισμού, ομοίως με τον Παυσανίαν, διότι τάχα προέκυψε τούτο εκ της ανακρίσεως, η οποία έγινε κατά του Παυσανίου, και προέβαλον την αξίωσιν να υποστή και αυτός την αυτήν ποινήν. Οι δε Αθηναίοι πεισθέντες (διότι έτυχε τότε εξωστρακισμένος, και διατριβών μεν εις το ’ργος, επισκεπτόμενος δε και την άλλην Πελοπόννησον) πέμπουν μετά των Λακεδαιμονίων, ετοίμων όντων να τον συγκαταδιώξουν, άνδρας έχοντας διαταγήν να τον φέρουν, όπου και αν τον εύρουν.
136. Ο Θεμιστοκλής, ειδοποιηθείς εγκαίρως, φεύγει εκ της Πελοποννήσου εις την Κέρκυραν, της οποίας ήτο ευεργέτης. Επειδή δε έλεγον οι Κερκυραίοι ότι εφοβούντο να τον κρατώσι μήπως δυσαρεστηθούν οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι, διαπεραιώνεται κατ' αίτησίν του υπ' αυτών εις την ήπειρον την καταντικρύ· και διωκόμενος υπό των τεθέντων εκεί προς σύλληψίν του, οίτινες επληροφορούντο τα μέρη, εις τα οποία μετέβαινεν, αναγκάζεται, περιελθών εις απορίαν, να καταλύση εις τον βασιλέα των Μολοσσών ’δμητον, ο οποίος δεν ήτο φίλος του. Και ο μεν ’δμητος έτυχεν αποδημών. Ο δε Θεμιστοκλής γίνεται ικέτης της γυναικός αυτού η οποία τον συμβουλεύει να καθίση παρά την εστίαν κρατών εις τας αγκάλας του τον παίδα των· και ότε ήλθε μετ' ολίγον ο ’δμητος, ο Θεμιστοκλής φανερούται εις αυτόν, και τω παριστά ότι ήθελεν είσθαι ανάξιον να εκδικηθή καθ' ενός εξόριστου, μολονότι ο εξόριστος εκείνος αντείπε πολλάκις εις τας προς τους Αθηναίους παρακλήσεις του Αδμήτου· ότι θα ήτο κακόν να τιμωρήση τώρα άνθρωπον πολύ ασθενέστερον εκείνου· ότι η γενναιότης απαιτεί να τιμωρή τις τους ισοδυνάμους· τέλος ότι ο Θεμιστοκλής αντετάχθη εις αυτόν ότε επρόκειτο περί δευτερεύοντος συμφέροντος, και όχι περί ατομικής σωτηρίας· ενώ, εάν ο ’δμητος παρέδιδεν αυτόν (και εγνωστοποίησε τους διώκτας και τα αίτια της καταδιώξεώς του), θα του εστέρει την ζωήν.
137. Ο δε ’δμητος ακούσας ανήγειρεν αυτόν μετά του υιού του μαζύ (τον οποίον ο Θεμιστοκλής καθήμενος εκράτει εις τας αγκάλας του, τούτο δε ήτο η πλέον εύγλωττος ικεσία) και ότε μετ' ολίγον ήλθον οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι και πολλά είπον, ο ’δμητος δεν τον παρέδωκεν, αλλά τον απέστειλεν, επειδή ήθελε να μεταβή παρά τω βασιλεί, διά ξηράς εις Πύδναν, πόλιν του Αλεξάνδρου, η οποία κείται επί της άλλης θαλάσσης. Ο Θεμιστοκλής επιτυχών εκεί φορτηγόν πλοίον αποπλέον προς την Ιωνίαν, και επιβάς εφέρθη υπό της τρικυμίας προς το στρατόπεδον των Αθηναίων, το οποίον επολιόρκει την Νάξον. ’γνωστος ων εις τους εν τω πλοίω και φοβηθείς αποκαλύπτει εις τον ναύκληρον ποίος ήτο και διατί έφευγε, λέγων ότι, εάν ηρνείτο να τον σώση, θα εκήρυττεν ότι τον εδέχθη εις το πλοίον του πεισθείς εις χρηματικήν αμοιβήν· ότι το ασφαλέστερον ήτο να μη εξέλθη κανείς εκ του πλοίου μέχρις ου επαναλάβουν τον πλουν και ότι, εάν επείθετο εις αυτόν, δεν θα ελησμόνει την αξίαν της χάριτος. Ο ναύκληρος πράττει ταύτα και αγκυροβολήσας εις τα ανοικτά μίαν ημέραν και μίαν νύκτα υπεράνω του στρατοπέδου έφθασεν έπειτα εις την Έφεσον. Και ο Θεμιστοκλής τον αντήμειψε διά χρημάτων (διότι έλαβεν εξ Αθηνών παρά των φίλων και εξ ’ργους όπου είχε κατατεθειμένα), και φθάσας εις την άνω Ασίαν, μεθ' ενός των κάτω Περσών, πέμπει γράμματα εις τον υιόν του Ξέρξου Αρταξέρξην, ο οποίος νεωστί ανέβη εις τον θρόνον. Έλεγε δε η επιστολή, ότι «εγώ ο Θεμιστοκλής έρχομαι προς σε, αφού επροξένησα εις τον οίκον σου πλειότερα κακά παρ' όσα ουδείς των άλλων Ελλήνων, καθ' όλον τον χρόνον ότε ηναγκάσθην να υπερασπισθώ εμαυτόν εναντίον του επελθόντος πατρός σου· αλλά πολύ περισσότερα τω απέδωκα καλά όταν, εις την αποχώρησίν του, εγώ μεν ήμην ασφαλής, εκείνος δε διέτρεχε πολλούς κινδύνους. Μου οφείλεται λοιπόν ευγνωμοσύνη (και ενεθύμιζεν εν τη επιστολή του ότι εκ Σαλαμίνος τον είχεν ειδοποιήσει περί της αναχωρήσεως των Ελλήνων, και ότι είχεν εμποδίσει την διάλυσιν των γεφυρών περί της οποίας είχε κυκλοφορήσει ψευδής διάδοσις), και τώρα καταδιωκόμενος υπό των Ελλήνων διά την σην φιλίαν έρχομαι έχων να σου προσφέρω μεγαλυτέρας εκδουλεύσεις. Θέλω δε μετά παρέλευσιν ενός έτους σου δηλώσει εγώ αυτός τα αίτια της ελεύσεώς μου».
138. Ο βασιλεύς δε, ως λέγεται, εθαύμασε το μεγαλείον της ψυχής αυτού και τω επέτρεψε να πράξη κατά την αίτησίν του. Ούτος δε κατά την ενιαυσίαν διαμονήν του και την Περσικήν γλώσσαν έμαθεν όσον ηδυνήθη και τους θεσμούς της χώρας. Αφού δ' επέρασεν έτος, παρουσιάσθη εις τον βασιλέα ο οποίος τον ύψωσεν εις βαθμόν υψηλότερον παρά κάθε άλλον Έλληνα ελθόντα παρ' αυτώ, όχι μόνον διά την προϋπάρχουσαν εις αυτόν αξίαν και την ελπίδα την οποίαν έτρεφε να υποδουλώση δι' αυτού την Ελλάδα, αλλά προ πάντων διότι εφαίνετο άνθρωπος συνετός και έμπειρος. Και όντως ο Θεμιστοκλής επέδειξε φυσικήν υπεροχήν, και υπό την έποψιν ταύτην ουδείς άλλος ήτο μάλλον αυτού άξιος θαυμασμού· διά μόνης της ισχύος του πνεύματος του, και άνευ προηγουμένης ή υστέρας μαθήσεως, στιγμιαία σκέψις τω ήρκει διά να κρίνη ασφαλώς και περί των παρόντων πραγμάτων και να προβλέπη μετά σπανίας διορατικότητας τα απώτατα συμβησόμενα. Και τα μεν γνωστά εις αυτόν ζητήματα, τα διηύθυνεν επιδεξιώτατα, εκείνα δε των οποίων δεν είχε πείραν, ήτο ικανός να τα κρίνη ορθώς· προ πάντων προέβλεπε την καλήν ή την κακήν έκβασιν των απροσδιορίστων ακόμη υποθέσεων, και εν συνάψει δι' ισχυρού πνεύματος και μελέτης βραχυτάτης, διέπρεπεν ως επινοών τα δέοντα· ασθενήσας δε ετελεύτησε. Τινές λέγουσιν ότι απέθανε δηλητηριασθείς εκουσίως, ότε ανεγνώρισε το αδύνατον του να τηρήση τας υποσχέσεις, τας οποίας είχε δώσει προς τον βασιλέα. Ο τάφος του υπάρχει εν τη αγορά της Ασιανής Μαγνησίας, διότι ταύτην την χώραν έδωκεν εις αυτόν ο βασιλεύς να κυβερνά, την μεν Μαγνησίαν, η οποία έδιδε πεντήκοντα ταλάντων ετήσιον εισόδημα, διά τον άρτον, την δε Λάμψακον, η οποία εφημίζετο ως λίαν παραγωγική οίνων, διά τον οίνον, και την Μυούντα διά τα φαγητά. Τα δε οστά αυτού λέγουν ότι μετέφερον οι συγγενείς εις την πατρίδα κατ' εντολήν του και κατέθεσαν αυτά εν τη Αττική εν αγνοία των Αθηναίων διότι δεν επετρέπετο να τυγχάνη ταφής ο επί προδοσία εξοστρακιζόμενος. Και τα μεν κατά Παυσανίαν τον Λακεδαιμόνιον και Θεμιστοκλέα τον Αθηναίον, τους δύο λαμπροτάτους των τότε Ελλήνων, τοιούτον είχον τέλος.
139. Οι δε Λακεδαιμόνιοι κατά μεν την πρώτην πρεσβείαν τοιαύτας έδωκαν και έλαβον παραγγελίας ως προς την εκδίωξιν των ανοσίων· ύστερον δε, μετά συχνάς μεταβάσεις προς τους Αθηναίους, εζήτησαν παρ' αυτών να λύσουν την πολιορκίαν της Ποτειδαίας και να αφήσουν την Αίγιναν αυτόνομον· προ πάντων όμως, και διά τρόπου λίαν σαφούς, ειδοποίησαν αυτούς ότι δεν θα εγίνετο πόλεμος, εάν ανεκαλείτο το περί Μεγαρέων ψήφισμα, το οποίον απηγόρευεν εις τους Μεγαρείς να εισέρχωνται εις τους υπό την δικαιοδοσίαν των Αθηναίων λιμένας και την αγοράν της Αττικής. Αλλ' οι Αθηναίοι ούτε εις τα άλλα υπήκουσαν ούτε το ψήφισμα κατήργησαν, κατηγορούντες τους Μεγαρείς ότι εκαλλιέργουν την ιεράν γην και την μη υπό ορίων περιοριζομένην, και ότι παρείχον άσυλον εις τους φυγάδας δούλους. Τέλος δε ότε ήλθον οι τελευταίοι εκ Λακεδαίμονος πρέσβεις, ο Ράμφιος, ο Μελήσιππος και ο Αγήσανδρος και δεν επρότειναν άλλο τι εκ των προτέρων προταθέντων ειμή τούτο, «ότι οι Λακεδαιμόνιοι επιθυμούν την ειρήνην, θα διατηρηθή δε αύτη, εάν αφήσετε τους Έλληνας αυτονόμους», συγκαλέσαντες εκκλησίαν οι Αθηναίοι επρότειναν τας γνώμας αυτών, και απεφάσισαν να σκεφθούν άπαξ και να αποκριθούν περί όλων. Διάφοροι ωμίλησαν και εύρον υπερασπιστάς αμφότεραι αι γνώμαι· οι μεν υπεστήριζαν ότι ο πόλεμος είναι αναγκαίος, οι δε ότι το ψήφισμα δεν πρέπει να είναι εμπόδιον της ειρήνης, αλλά να καταργηθή. Ελθών δε εις το βήμα ο Περικλής, ο υιός του Ξανθίππου, ανήρ κατ' εκείνον τον χρόνον πρώτος των Αθηναίων και ικανώτατος και εις τους λόγους και εις τα έργα, συνεβούλευε τα εξής.
140. «Εις την αυτήν μεν γνώμην, ω Αθηναίοι, να μη υποχωρήσωμεν δηλαδή εις τους Πελοποννησίους, επιμένω πάντοτε, μολονότι γνωρίζω ότι οι άνθρωποι δεν καταβάλλουν την αυτήν ζέσιν εις το να επιχειρούν τον πόλεμον οποίαν εις το να ψηφίζουν αυτόν, και ότι η γνώμη αυτών μεταβάλλεται αναλόγως προς τα συμβαίνοντα. Βλέπω δε ότι και σήμερον πρέπει να δώσω ομοίας και παραπλησίους συμβουλάς, και αξιώ όσοι πεισθούν εις την γνώμην μου να υποστηρίξουν εν περιπτώσει αποτυχίας τα κοινώς αποφασισθέντα, ή εάν επιτύχωμεν είς τι να μη αποδίδουν εις εαυτούς την σύνεσιν. Διότι ενδέχεται τα συμβάντα να λάβουν πορείαν επίσης απροσδόκητον, όπως είναι και αι σκέψεις του ανθρώπου· διά τούτο δε συνηθίζομεν να παραπονώμεθα με την τύχην δι' όσα απροσδόκητα συμβώσιν. Οι Λακεδαιμόνιοι και πρότερον ήσαν φανεροί ότι μας επεβουλεύοντο και τώρα όχι ολιγώτερον. Και μολονότι έχει ορισθή εις τας σπονδάς να λύωνται αι διαφοραί φιλικώς και να διατηρώμεν εκάτεροι όσα έχομεν, οι Λακεδαιμόνιοι ούτε εζήτησαν ποτε διαιτησίαν ούτε ότε ημείς επροτείναμεν την εδέχθησαν, αλλά προτιμούν να λύσουν τας έριδας μάλλον διά πολέμου ή διά των λόγων, φέροντες ενταύθα ουχί αιτιάσεις αλλά διαταγάς. Μας διατάττουν να λύσωμεν την πολιορκίαν της Ποτειδαίας και να αφήσωμεν την Αίγιναν αυτόνομον και να καταργήσωμεν το περί Μεγαρέων ψήφισμα· οι δε εσχάτως ενταύθα φθάσαντες λέγουν φανερά να αφήσωμεν αυτονόμους τους Έλληνας. Κανείς από σας ας μη νομίση ότι θα περιπλακώμεν εις πόλεμον διά πράγμα ελάχιστον, οίον είναι η διατήρησις του κατά των Μεγαρέων ψηφίσματος, το οποίον ούτοι αιωνίως προφασίζονται, και ότι αρκεί να καταργήσωμεν το ψήφισμα τούτο όπως αποφύγωμεν τον πόλεμον, και μην αφήσετε εις την συνείδησίν σας μομφήν ότι διά μικρόν τι επολεμήσατε· διότι τούτο το ως μικρόν τι θεωρούμενον παρέχει πλήρη επιβεβαίωσιν και εξέλεγξιν της διαθέσεώς σας. Εάν υποχωρήσετε σήμερον, αύριον θα σας διατάξουν άλλο τι βαρύτερον, θα αποδώσουν την συγκατάθεσίν σας εις φόβον· εντόνως δε αποκρούοντες τας προτάσεις αυτών θα δείξετε εις αυτούς καθαρά ότι πρέπει να φέρωνται προς σας ως ίσοι προς ίσους.
141. » Διά τούτο πρέπει ευθύς να αποφασίσετε ή να υπακούσωμεν πριν πάθωμεν βλάβην τινά, ή να πολεμήσωμεν, το οποίον εις εμέ φαίνεται προτιμότερον, και να μη ενδώσωμεν υπό ουδεμίαν πρόφασιν είτε μικράν είτε μεγάλην, ίνα μη μετά φόβου διατηρώμεν τας κτήσεις μας. Διότι πάσα απαίτησις είτε μεγίστη είτε ελαχίστη, προ της δίκης επιβαλλομένη υπό των ίσων, δύναται να επιφέρη υποδούλωσιν. Ως προς τον πόλεμον τούτον και τους υπάρχοντας πόρους εις καθέν από τα δύο μέρη μάθετε εκ των ακολούθων λεπτομερειών ότι δεν θέλομεν είσθαι υποδεέστεροι. Οι Πελοποννήσιοι καλλιεργούν αυτοί οι ίδιοι την γην αυτών και ούτε ιδιαίτερα χρήματα έχουσιν, ούτε δημόσια, ούτε πείραν μακρών και ανά τας θαλάσσας πολέμων, διότι οι μεταξύ των πόλεμοι είναι βραχυχρόνιοι ένεκα της πτωχείας των. Τοιούτοι δε λαοί δεν δύνανται ούτε πλοία να εξοπλίζουν ούτε να αποστέλλουν συνεχώς πεζούς στρατούς, επειδή αναγκάζονται και εκ των αγρών των να απομακρύνωνται, και εκ των ιδίων χρημάτων να δαπανούν και προσέτι να εμποδίζωνται διά θαλάσσης· τους δε πολέμους διατηρούν μάλλον αι περιουσίαι των χρημάτων ή οι κατηναγκασμένοι φόροι. Οι διά των ιδίων χειρών εργαζόμενοι είναι προθυμότεροι να ριψοκινδυνεύουν εις τον πόλεμον τα σώματά των ή τα χρήματά των, διότι τα μεν σώματα πιστεύουν ότι θα διασωθούν καν εκ των κινδύνων, τα δε χρήματα φοβούνται μήπως πρόωρα δαπανήσουν προ πάντων εάν ο πόλεμος, παρά την προσδοκίαν των και ως είναι πιθανόν, παραταθή επί μακρόν. Και εις μίαν μεν μάχην οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι των δύνανται να ανθέξουν εναντίον όλων των Ελλήνων, δεν δύνανται όμως να υποστούν τον πόλεμον εναντίον δυνάμεως η οποία διαφορετικήν έχει προετοιμασίαν. Ούτε κοινόν βουλευτήριον έχουν ούτε εκτελούν ζωηρώς και αμέσως τίποτε, πάντες δε ισόψηφοι όντες αλλ' ουχί ομόφυλοι επιδιώκουν έκαστος το ιδικόν του συμφέρον· εκ τούτου δε έπεται ότι τίποτε δεν γίνεται εντελές διότι οι μεν θέλουν προ παντός άλλου να ικανοποιήσουν την εκδίκησίν των, οι δε να βλάψουν όσον το δυνατόν ολιγώτερον τα υπάρχοντά των. Και μετά βραδύτητος συνερχόμενοι ολίγιστον καιρόν σκέπτονται περί των κοινών υποθέσεων, τον περισσότερον δε καιρόν κατατρίβουν χάριν των επιτοπίων συμφερόντων· έκαστος νομίζει ότι ένεκα της αμελείας του δεν θα επέλθη βλάβη τις, και ότι άλλος τις θα φροντίση αντ' αυτού· τοιουτοτρόπως δε, διά του τοιούτου μερικού συλλογισμού, ανεπαισθήτως θυσιάζεται όλον ομού το κοινόν αγαθόν.
142. »Αλλ' ουδέν θα τους εμποδίση περισσότερον όσον η έλλειψις των χρημάτων και η δυσκολία με την οποίαν θα πορισθούν ταύτα· εν δε τω πολέμω αι ευκαιρίαι δεν δύνανται να περιμένουν. Και προσέτι ουδέ τα τείχη των ουδέ το ναυτικόν των είνε επίφοβα. Διότι τα μεν τείχη, και όταν υπάρχη ειρήνη δύσκολον είναι να εγείρη πόλις ισχυρά· πολύ δε περισσότερον να κτίση τοιαύτα επί εχθρικού εδάφους όπου και ημείς έχομεν όχι ολιγώτερα παρά εκείνοι επιτειχίσματα εναντίον αυτών, εάν δε εγείρουν απλούν οχύρωμα, θα ηδύναντο μεν διά καταδρομών να βλάψουν μέρος της γης ημών και να προκαλέσουν αυτομολίας δούλων, δεν θα ηδύναντο όμως να εγείρουν επιτειχίσματα και συγχρόνως να μας εμποδίζουν και να πλεύσωμεν κατά της χώρας των, και διά του ναυτικού, το οποίον αποτελεί την δύναμιν ημών, να πράξωμεν εκεί τα ίσα. Διότι ημείς έχομεν πλείονα εμπειρίαν των κατά ξηράν πραγμάτων ένεκα της ενασχολήσεως ημών εις τα ναυτικά, παρ' ό,τι εκείνοι έχουν εις τα ναυτικά εκ των κατά ξηράν ενασχολήσεων αυτών. Το να εκμάθουν δε την ναυτικήν επιστήμην δεν είναι εύκολον, διότι ούτε και σεις δεν εγίνατε ακόμη τέλειοι, μολονότι καταγινόμενοι από της εποχής των Μηδικών πολέμων. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν άνδρες γεωργοί και όχι ναυτικοί, τους οποίους άλλως δεν θα αφήσετε να γυμνασθούν, διότι θα τους κρατήτε αποκλεισμένους πάντοτε διά των πολλών πλοίων σας, να πράξουν τι άξιον λόγου ; εάν επρόκειτο ν' αντιπαραταχτούν προς ολίγα πλοία πρόσκοπα, ίσως ο αριθμός αυτών, ενθαρρύνων την αμάθειάν των, θα τους παρώτρυνε να διακινδυνεύσουν, αλλ' εμποδιζόμενοι υπό πολλών θα αναγκασθούν να μείνουν ήσυχοι· η έλλειψις ασκήσεως θέλει αυξήσει την ανεπιτηδειότητά των, και ένεκα τούτου θα κατασταθούν δειλότεροι. Το ναυτικόν, υπέρ παν άλλο, απαιτεί πείραν, και δεν επιτρέπει να μελετάται όπως έτυχε και παρέργως· ίνα δε σαφέστερον εξηγηθώ, ουδέν πάρεργον ανέχεται.
143. » Εάν δε και λαβόντες έν μέρος των εν Ολυμπία ή Δελφοίς θησαυρών προσεπάθουν διά μεγαλυτέρου μισθού να προσελκύσουν τους ναύτας μας, τούτο ήθελεν είσθαι δεινόν εάν, εισερχόμενοι εις τα πλοία ημείς και οι μέτοικοι, δεν είμεθα ικανοί να επιτεθώμεν κατ' αυτών· σήμερον όμως η υπεροχή αύτη υπάρχει και, το κυριώτερον, κυβερνήτας έχομεν πολίτας και ναύτας πλειοτέρους και καλλιτέρους όλης της Ελλάδος. Και ουδείς των ξένων θα θελήση, λαμβάνων μεγάλον μισθόν δι' ολίγας ημέρας, να ενωθή μετ' αυτών έχων ολιγωτέρας ελπίδας και κινδυνεύων να εξορισθή εκ της πατρίδος του. Και τα μεν Πελοποννησιακά εις εμέ φαίνονται ότι είναι τοιαύτα και παραπλήσια, τα δε ημέτερα είναι απηλλαγμένα όχι μόνον των μομφών τας οποίας απηρίθμησα, αλλά και πολύ υπέρτερα. Εάν δε και εναντίον της χώρας ημών έλθουν μετά πεζού στρατού, ημείς θέλομεν πλεύσει εναντίον της χώρας εκείνων, και δεν θα είναι πλέον το αυτό να λεηλατηθή μέρος τι της Πελοποννήσου και η Αττική ολόκληρος· διότι οι μεν Πελοποννήσιοι δεν θα δυνηθούν να καταλάβουν άλλην χώραν αμαχητί, η δε ιδική μας χώρα είναι πολλή εις τας νήσους και εις την ξηράν· διότι είναι τι μέγα η κυριαρχία της θαλάσσης. Σκέφθητε καλώς· εάν, είμεθα νησιώται, τίνες πλειότερον ημών ήθελον είσθαι απροσβλητότεροι; και τώρα πρέπει εκλαμβάνοντες ως πραγματικόν τοιούτον τι περίπου, και εγκαταλείποντες αγρούς και οικίας να περιορισθώμεν εις την υπεράσπισιν της θαλάσσης και της ημετέρας πόλεως, χωρίς να οργισθώμεν διά την απώλειαν των λοιπών και να πολεμήσωμεν κατά των πολυαριθμοτέρων Πελοποννησίων. Νικήσαντες δε θα τους εμποδίσωμεν να έλθουν πάλιν όχι ολιγώτερον πολυάριθμοι· νικηθέντες θα χάσωμεν συγχρόνως εκείνο το οποίον αποτελεί την ισχύν μας, εννοώ τους συμμάχους μας, οίτινες δεν θα ησυχάσουν άμα ιδούν ότι δεν είμεθα ικανοί να εκστρατεύσωμεν κατ' αυτών. Ό,τι πρέπει να κλαύσωμεν δεν είναι η απώλεια των αγρών και των οικιών, αλλά των ανδρών· διότι τα πράγματα ταύτα δεν αποκτούν τους άνδρας, αλλ' οι άνδρες αποκτούν αυτά. Εάν επίστευον ότι ήθελον σας πείσει, θα σας έλεγον να εξέλθετε σεις οι ίδιοι και να καταστρέψετε ταύτα διά να δείξετε εις τους Πελοποννησίους ότι δεν θα υπακούσετε εις αυτούς χάριν τοιούτων πραγμάτων.
144. »Πολλούς δε και άλλους έχω ακόμη λόγους να ελπίζω την νίκην, αρκεί να μη θελήσετε, μολονότι πολεμούντες, να επεκτείνετε την κυριαρχίαν σας και επισύρετε εκουσίους κινδύνους· διότι περισσότερον φοβούμαι τα ίδια ημών σφάλματα παρά τα σχέδια των εναντίων. Αλλά το πράγμα τούτο θέλω εξετάσει εις άλλον λόγον όταν αι εργασίαι θέλουν αρχίσει· τώρα δε ας αποπέμψωμεν τους πρέσβεις τούτους αποκρινόμενοι ότι τότε θα επιτρέψωμεν εις τους Μεγαρείς να κάμουν χρήσιν της αγοράς και των λιμένων ημών, όταν οι Λακεδαιμόνιοι παύσουν να καταδιώκουν ημάς και τους ημετέρους συμμάχους (διότι ούτε εκείνο απαγορεύεται εις τας συνθήκας ούτε τούτο), ότι θα αφήναμεν αυτονόμους τας πόλεις, εάν παρελαμβάνομεν αυτάς αυτονόμους, ότε υπεγράψαμεν τας συνθήκας και εάν οι Λακεδαιμόνιοι επιτρέψουν εις τας πόλεις των να κυβερνώνται μόναι των όχι συμφώνως με το πολίτευμα των Λακεδαιμονίων αλλ' όπως ήθελεν εκάστη, ότι θέλομεν να δικασθώμεν σύμφωνα προς τας συνθήκας, και ημείς μεν δεν θέλομεν αρχίσει τον πόλεμον, άμα όμως ούτοι κάμουν αρχήν θα τους αποκρούσωμεν. Ιδού η μάλλον δικαία και μάλλον αξιοπρεπής συγχρόνως απόκρισις της πόλεως ημών. Πρέπει δε να ηξεύρετε ότι ο πόλεμος είναι άφευκτος· ότι, εάν δεχθώμεν προθύμως αυτόν, οι αντίπαλοι θέλουν μας πιέσει ολιγώτερον· άλλως τε και διά τας πόλεις καθώς και διά τους ιδιώτας, εκ των μεγίστωμ κινδύνων γεννώνται αι μέγισται τιμαί. Ούτω τουλάχιστον οι πατέρες ημών πολεμούντες εναντίον των Μήδων, και όχι μόνον στερούμενοι των πολυπληθών μέσων τα οποία έχομεν ημείς αλλά και θυσιάσαντες εκείνα τα οποία είχον κατώρθωσαν διά της συνέσεώς των μάλλον παρά διά της τύχης, διά της τόλμης των μάλλον παρά διά της δυνάμεώς των, και τον βάρβαρον ν' αποκρούσουν και τας Αθήνας να υψώσουν εις τον βαθμόν, τον οποίον κατέχουν σήμερον. Μη δειχθώμεν κατώτεροι αυτών, αλλά και κατά των εχθρών ας υπερασπισθώμεν παντοιοτρόπως, και ας προσπαθήσωμεν να μη μεταβιβάσωμεν την δύναμιν ταύτην μικροτέραν εις τους απογόνους ημών».
145. Ο μεν Περικλής λοιπόν τοιαύτα είπεν. Οι δε Αθηναίοι, πεισθέντες ότι αρίστη ήτο η παραίνεσις αυτού, εψήφισαν όσα προέτεινε και απεκρίθησαν εις τους Λακεδαιμονίους ό,τι τους υπηγόρευσε, λεπτομερώς και εν συνόλω, ειπόντες ότι ουδεμίαν είχον διάθεσιν να δεχθούν διαταγάς, αλλ' ότι ήσαν έτοιμοι να διαλύσουν τας διαφοράς διά της δικαιοσύνης και εν ισότητι. Και οι μεν πρέσβεις ανεχώρησαν εις την πατρίδα των και έκτοτε δεν επανήλθον πλέον.
146. Τα δε παράπονα και αι διαφοραί αμφοτέρων προ του πολέμου αύται ήσαν, και ήρχισαν ευθύς μετά τα συμβάντα εν Επιδάμνω και Κερκύρα. Είχον όμως σχέσεις προς αλλήλους και συνεκοινώνουν άνευ κήρυκος μεν, ουχί όμως και ανυπόπτως· τωόντι δε η κατάστασις αύτη των πραγμάτων ήτο σύγχυσις των συνθηκών και πρόφασις πολέμου.
ΒΙΒΛΙΟΝ Β'.
ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΝ Β'.
1. Εντεύθεν ήδη άρχεται ο πόλεμος μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων και των συμμάχων των δύο, κατά την διάρκειαν του οποίου δεν συνεκοινώνουν πλέον προς αλλήλους ειμή διά κήρυκος και επολέμουν συνεχώς· τα εις τον πόλεμον τούτον αφορώντα εγράφησαν χρονολογικώς, κατά θέρος και κατά χειμώνα.
2. Η τριακονταετής ειρήνη η ομολογηθείσα μετά την άλωσιν της Ευβοίας, δεκατέσσαρα μόνον έτη διήρκεσε· κατά δε το δεκατον πέμπτον έτος, ότε εξηκολούθησε να είναι ιέρεια προ τεσσαρακονταοκτώ ετών εν ’ργει η Χρυσηίς, και ήτο ο Αινησίας έφορος εις την Σπάρτην και ο Πυθόδωρος επί δύο ακόμη μήνας ήτο άρχων των Αθηναίων, κατά τον έκτον μήνα μετά την εν Ποτειδαία μάχην κατά την αρχήν της ανοίξεως οι Θηβαίοι, ολίγοι περισσότεροι των τριακοσίων, (οδηγούμενοι υπό των βοιωταρχών Πυθαγγέλου του Φυλείδου και Λιεμπόρου του Ονητορίδου) εισήλθον ένοπλοι κατά την ώραν του πρώτου ύπνου εις Πλάταιαν της Βοιωτίας, η οποία ήτο σύμμαχος των Αθηναίων. Προσεκάλεσαν δε αυτούς και ήνοιξαν τας πύλας ο Πλαταιεύς Ναυκλείδης και οι μετ' αυτού, θέλοντες, όπως εξασφαλίσουν την εξουσίαν των, να φονεύσουν τους εναντιουμένους συμπολίτας των και να παραδώσουν την πόλιν εις τους Θηβαίους. Εσκευώρησαν δε ταύτα μετά του Ευρυμάχου, ο οποίος είχε μεγάλην πολιτικήν ισχύν μεταξύ των Θηβαίων. Διότι προϊδόντες οι Θηβαίοι ότι έμελλε να εκραγή ο πόλεμος, ήθελον να καταλάβουν την Πλάταιαν, η οποία πάντοτε ήτο εχθρά αυτών, ενόσω υπήρχεν ακόμη ειρήνη και αι εχθροπραξίαι δεν ήρχισαν αναφανδόν. Δεν εδυσκολεύθησαν δε να εισέλθουν απαρατήρητοι, διότι δεν υπήρχον ακόμη εις αυτήν φρουροί. Αποθέσαντες τα όπλα των εις την αγοράν, εις μεν τους προσκαλέσαντας δεν υπήκουον ώστε να αρχίσουν αμέσως το έργον και να ορμήσουν κατά των οικιών των εχθρών, επροτίμησαν δε να μεταχειρισθούν κηρύγματα επιτήδεια και προσελκύσουν τους κατοίκους εις φιλικήν σύμβασιν. Και ο κήρυξ εφώναξεν ανά τας οδούς ότι, όστις ήθελε κατά τα πάτρια πάντων των Βοιωτών να συμμαχήση, να έλθη και αποθέση τα όπλα του πλησίον των ιδικών των, διότι ήλπιζον ότι διά του τρόπου τούτου ευκόλως ήθελεν υποταγή η πόλις.
3. Οι δε Πλαταιείς άμα έμαθον ότι οι Θηβαίοι εισήλθον και κατέλαβον την πόλιν εξ απροόπτου, καταληφθέντες υπό φόβου και νομίσαντες ότι εισήλθον πολύ περισσότεροι (διότι δεν έβλεπον κατά την νύκτα), ενέδωκαν εις την σύμβασιν και δεχθέντες τους λόγους ησύχαζον, τόσω μάλλον ευκόλως όσω ουδείς εξ αυτών εβλάβη υπό των Θηβαίων. Αλλ' ενώ έκαμναν τας διαπραγματεύσεις ταύτας παρετήρησαν ότι οι Θηβαίοι δεν ήσαν πολλοί και εσκέφθησαν ότι επιτιθέμενοι κατ' αυτών ευκόλως ήθελον τους νικήσει· διότι το πλήθος των Πλαταιέων δεν ήθελε να αποσπασθή από τους Αθηναίους. Απεφάσισαν λοιπόν να επιχειρήσουν την επίθεσιν και συνηθροίζοντο αναμεταξύ τους διατρυπώντες τους κοινούς (των οικιών) τοίχους, ίνα μη γίνουν φανεροί διατρέχοντες τας οδούς, όπου έθεσαν αμάξας άνευ των υποζυγίων, όπως χρησιμεύσουν αντί τείχους, και τα άλλα διέθετον όπως έκαστος ενόμιζε συμφερώτερον προς τας παρούσας περιστάσεις. ’μα δε τα πάντα ητοιμάσθησαν κατά το δυνατόν, επωφεληθέντες εκ του υπολοίπου της νυκτός και χωρίς να περιμένουν να φανή η αυγή εξήλθον εκ των οικιών και εβάδισαν κατά των Θηβαίων. Εάν ανέτελλεν η ημέρα, πιθανόν οι Θηβαίοι ενθαρρυνόμενοι υπό του φωτός να καθίστων την νίκην αμφίβολον, ενώ κατά την νύκτα, καταλαμβανόμενοι υπό του φόβου και μη γνωρίζοντες τα μέρη της πόλεως, ήθελον φανή ασθενέστεροι των Πλαταιέων. Τους προσέβαλον λοιπόν αμέσως και ήλθον εις χείρας άνευ αναβολής.
4. Οι δε Θηβαίοι άμα εγνώρισαν την απάτην, επύκνωσαν τους ζυγούς και απώθουν τας προσβολάς των επιτιθεμένων. Και δις μεν ή τρις τους απέκρουσαν, έπειτα όμως ότε οι Πλαταιείς ώρμησαν κατ' αυτών μετά θορύβου πολλού, ότε εκ των οικιών αι γυναίκες και οι υπηρέται μετά κραυγών και ολολυγμών έρριψαν κατ' αυτών λίθους και κεράμους, ότε βροχή ραγδαία πεσούσα επηύξησε την σκοτίαν (καθότι ταύτα, συνέβαινον προς το τέλος της σελήνης), εφοβήθησαν και τραπέντες έφυγον διά της πόλεως, οι πλείστοι χωρίς να γνωρίζουν, μεταξύ του σκότους και του πηλού, τας διόδους διά των οποίων έπρεπε να σωθούν και καταδιωκόμενοι υπό εχθρών, οίτινες διά να τους εμποδίσουν την διαφυγήν εγνώριζον όλας τας διαιρέσεις· ώστε εχάθησαν πολλοί. Κάποιος Πλαταιεύς, την πύλην διά της οποίας εισήλθον και η οποία μόνη ήτο ανεωγμένη, έκλεισε διά σιδηρού ακοντίου το οποίον εισήγαγεν εις τον μοχλόν αντί σύρτου, ώστε και εκ τούτου του μέρους εκλείσθη η έξοδος. Και καταδιωκόμενοι ανά την πόλιν, τινές μεν εξ αυτών αναβαίνοντες επί του τείχους ερρίφθησαν έξω και εφονεύθησαν οι περισσότεροι, οι δε φθάσαντες απαρατήρητοι εις πύλην τινά μη χρησιμευομένην έθραυσαν τον μοχλόν διά πελέκεως, τον οποίον τοις έδωκε κάποια γυνή, και εξήλθον όχι πολλοί, διότι μετ' ολίγον τους ενόησαν, άλλοι δε εχάθησαν σποραδικώς εις την πόλιν. Οι δε πλείστοι και όσοι μάλιστα ήσαν συσσωματωμένοι εισπίπτουν εις μεγάλην οικίαν, η οποία ήτο πλησίον του τείχους και η θύρα της έτυχε να είναι ανοικτή, νομίσαντες ότι η θύρα του οικήματος εκείνου ήτο πύλη της πόλεως και ότι ενώπιόν των υπήρχε διέξοδος προς τα έξω. Ιδόντες δε αυτούς οι Πλαταιείς ούτως εγκλεισθέντας συνεσκέφθησαν αν έπρεπε να κατακαύσουν αυτούς όπως ήσαν, πυρπολούντες το οίκημα, ή να μεταχειρισθούν άλλο μέσον. Τέλος δε και αυτοί και όσοι άλλοι Θηβαίοι ήσαν διεσπαρμένοι ανά την πόλιν παρεδόθησαν άνευ όρων και κατέθεσαν τα όπλα. Και η μεν τύχη των εις την Πλάταιαν εισελθόντων Θηβαίων τοιαύτη υπήρξεν.
5. Οι δε άλλοι Θηβαίοι, οίτινες είχε συμφωνηθή ενόσω ακόμη ήτο νυξ να έλθουν πανστρατιά, εν περιπτώσει καθ' ην οι εισελθόντες προηγουμένως εις την πόλιν δεν επετύγχανον, μαθόντες καθ' οδόν τα γενόμενα έσπευσαν το βήμα. Απέχει δε η Πλάταια από τας Θήβας σταδίους εβδομήκοντα, και η επισυμβάσα βροχή εβράδυνε την πορείαν των διότι ο Ασωπός ποταμός επλημμύρησε και δεν ήτο ευκολοπέραστος. Και εξακολουθούντες την πορείαν με βροχήν και τον ποταμόν δυσκόλως διαβάντες έφθασαν βραδύτατα, ότε πλέον οι σύντροφοί των είχον αιχμαλωτισθή ή φονευθή. ’μα δε έμαθον οι Θηβαίοι τα γενόμενα, εσκέφθησαν να στήσουν ενέδραν κατά των έξω της πόλεως Πλαταιέων, διότι υπήρχον εις τους αγρούς πολλοί άνθρωποι με τα πράγματα των, μη προβλέποντες ότι ήθελέ ποτε συμβή το απροσδόκητον εκείνο κακόν εν καιρώ ειρήνης. Ήθελον δε οι Θηβαίοι να κάμουν ώστε όσοι θα εσυλλαμβάνοντο αιχμάλωτοι να εγγυηθούν διά την ζωήν εκείνων, οίτινες είχον συλληφθή ζώντες εντός της πόλεως. Και οι μεν Θηβαίοι αυτά διενοούντο. Οι δε Πλαταιείς, ενώ εκείνοι ακόμη διεσκέπτοντο, υποπτευθέντες τους σκοπούς των και φοβηθέντες περί των έξω, έπεμψαν κήρυκα προς τους Θηβαίους, λέγοντες ότι δεν ήτο όσιον υπαρχούσης ειρήνης να αποπειραθούν να καταλάβουν την πόλιν και ότι να φυλαχθούν να μη βλάψουν κανένα εκ των έξω, διότι άλλως αυτοί θα φονεύσουν όσους είχον αιχμαλώτους· υπόσχονται δε να τοις αποδώσουν τούτους άμα ήθελον αναχωρήσει εκ της χώρας. Αυτά διηγούνται οι Θηβαίοι και προσθέτουν ότι η συμφωνία αύτη επεβεβαιώθη και δι' όρκου· αλλ' οι Πλαταιείς διατείνονται ότι δεν υπεσχέθησαν ν' αποδώσουν αμέσως τους άνδρας, αλλ' ότι απλώς ήσαν εις διαπραγματεύσεις μήπως ήθελον δυνηθή να έλθουν εις συμπέρασμά τι και βεβαιούν ότι ουδόλως ωρκίσθησαν. Και οι μεν Θηβαίοι ανεχώρησαν εκ της χώρας εκείνων χωρίς να βλάψουν κανένα, οι δε Πλαταιείς, αφού έφεραν εντός της πόλεως ταχέως πάνα τα εις τους αγρούς, ευθύς εφόνευσαν τους αιχμαλώτους. Ήσαν δε ούτοι εκατόν ογδοήκοντα, και μεταξύ αυτών ο Ευρύμαχος, μετά του οποίου είχον συνεννοηθή οι προδόται.
6. Αφού δε έπραξαν τούτο, έστειλαν εις τας Αθήνας απεσταλμένον, απέδοσαν τους νεκρούς εις τους Θηβαίους διά συνθήκης και έκαμον εις την πόλιν τας προετοιμασίας, όσας ενόμιζον αναγκαίας προς τας παρούσας περιστάσεις. Οι δε Αθηναίοι, άμα έμαθον τα υπό των Πλαταιέων γενόμενα, συνέλαβον αμέσως τους Βοιωτούς, όσοι ήσαν εις την Αττικήν και έπεμψαν κήρυκα εις την Πλάταιαν παραγγέλλοντες εις αυτόν να τους ειδοποιήση εις μηδέν μέτρον να προβούν κατά των Θηβαίων, τους οποίους εκράτουν αιχμαλώτους πριν ή αυτοί σκεφθούν και αποφασίσουν περί αυτών· διότι δεν είχεν αγγελθή εις τους Αθηναίους ότι είχον φονευθή. Ο πρώτος απεσταλμένος είχεν αναχωρήσει εκ Πλαταιών την στιγμήν όπου εισήρχοντο οι Θηβαίοι, ο δε δεύτερος ότε μόλις προ ολίγου είχον νικηθή και συλληφθή· εκ των μετέπειτα συμβάντων ουδέν έμαθον. Ούτω λοιπόν οι Αθηναίοι μη γνωρίζοντες απέστειλαν κήρυκα, όστις αφικόμενος εύρε τους άνδρας φονευθέντας. Και μετά ταύτα στρατεύσαντες εις Πλάταιαν και σίτον εισήγαγον και φρουρούς αφήκαν εκεί και εκ των ανδρών όσοι ήσαν άχρηστοι με τας γυναίκας μαζί και τα παιδία εξήγαγον.
7. Αφού δ' έγεινε το εν Πλαταιαίς συμβάν, και καταφανώς διελύθησαν αι συνθήκαι, οι Αθηναίοι παρεσκευάζοντο προς πόλεμον, παρεσκευάζοντο δε και οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι αυτών. Αμφότερα δε τα μέρη είχαν σκοπόν να στείλουν πρεσβείας και προς τον βασιλέα των Περσών και προς άλλους βαρβάρους παρά των οποίων ήλπιζον να επιτύχουν συνδρομήν τινα, και προσέτι τα πάντα εμηχανεύοντο, όπως προσελκύσουν εις την συμμαχίαν των τας πόλεις όσαι δεν ήσαν υπό την κυριαρχίαν των. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι τας πόλεις της Ιταλίας και της Σικελίας, αίτινες είχον ενωθή με το μέρος των, τας διέταξαν, εκτός των πλοίων τα οποία παρ' αυτοίς υπήρχον, να κατασκευάσουν και άλλα, αναλόγως του μεγέθους εκάστης πόλεως, εις τρόπον ώστε ο αριθμός όλων εκείνων των πλοίων έμελλε να αναβή μέχρι των πεντακοσίων· διέταξαν επίσης τους συμμάχους να ετοιμάσουν ωρισμένην ποσότητα χρημάτων και να μη δέχωνται εις τους λιμένας των πλειότερα του ενός Αθηναϊκού πλοίου μέχρις ου τα πάντα παρασκευασθούν. Οι δε Αθηναίοι και τους υπάρχοντας συμμάχους επεθεώρουν και πρεσβείας έπεμπον ιδίως προς τας περί την Πελοπόννησον πόλεις, την Κέρκυραν, την Κεφαλληνίαν, την Ακαρνανίαν και την Ζάκυνθον, προβλέποντες ότι, εάν εξησφαλίζοντο περί της φιλίας αυτών, ήθελον πολεμήσει αποτελεσματικώς επί όλων των ακτών της Πελοποννήσου.
8. Και το έν και το άλλο μέρος δεν εμελέτων μικρά σχέδια, αλλ' ητοιμάζοντο δυνατά προς πόλεμον. Και δεν πρέπει να απορώμεν διά τούτο, διότι πάντοτε κατά την έναρξιν έργου τινός οι άνθρωποι αναπτύσσουν πλειότερον ζήλον. Τότε δε η νεολαία πολλή μεν ήτο εις την Πελοπόννησον, πολλή δε και εις τας Αθήνας, η οποία ένεκα απειρίας εζήτει ευχαρίστως να περιπλακή εις πόλεμον. Και όλη η άλλη Ελλάς ήτο μετέωρος περιμένουσα την στιγμήν πού αι πρώται πόλεις ήθελον έλθει εις χείρας. Και πολλαί μεν προρρήσεις ελέγοντο, πολλοί δε χρησμολόγοι έψαλλον και εις τας μέλλουσας να πολεμήσουν πόλεις και εις τας άλλας. Ακόμη δε και η Δήλος ολίγον προ τούτων ησθάνθη σεισμόν, η οποία αφ' ότου οι Έλληνες ενεθυμούντο ουδέποτε πρότερον εσείσθη. Ελέγετο δε και επιστεύετο, ότι τούτο εσήμαινε τα μέλλοντα να συμβούν· και ανεζήτουν πανταχού μήπως έτυχε να συμβή και άλλο τι παραπλήσιον. Η εύνοια των ανθρώπων έκλινε παραπολύ προς τους Λακεδαιμονίους, προ πάντων διότι είχον προειπεί ότι εσκόπευον να ελευθερώσουν την Ελλάδα. Πανταχού αντηγωνίζοντο πόλεις και ιδιώται τις πρώτος να τους βοηθήση αναλόγως της δυνάμεως του, είτε διά λόγων είτε δι' έργων· και ο καθείς ενόμιζεν ότι, όπου αυτός δεν ήθελεν είσθαι παρών, η πρόοδος των πραγμάτων θα ημποδίζετο. Τοιαύτην οργήν είχον οι πλείστοι κατά των Αθηναίων, οι μεν θέλοντες να αποσείσουν τον ζυγόν των, οι δε φοβούμενοι μήπως υποκύψουν εις αυτόν.
9. Με τοιαύτας λοιπόν προπαρασκευάς και με τοιαύτα αισθήματα ήρχισεν ο πόλεμος. Αι σύμμαχοι δε πόλεις τας οποίας είχον καθείς των δύο ήσαν αι εξής. Οι μεν Λακεδαιμόνιοι είχον όλους τους εντός του ισθμού Πελοποννησίους πλην των Αργείων και των Αχαιών (οίτινες ήσαν φίλοι αμφοτέρων· εκ των Αχαιών δε μόνοι οι Πελληνείς συνεπολέμουν κατ' αρχάς μετά των Λακεδαιμονίων, κατόπιν όμως τους εμιμήθησαν όλοι), έξω δε της Πελοποννήσου είχον τους Μεγαρείς, τους Φωκείς, τους Λοκρούς, τους Βοιωτούς, τους Αμπρακιώτας, τους Λευκαδίους και τους Ανακτορίους. Εκ τούτων ναυτικόν παρέσχον οι Κορίνθιοι, οι Μεγαρείς, οι Σικυώνιοι, οι Πελληνείς, οι Ηλείοι, οι Αμπρακιώται και οι Λευκάδιοι, ιππικόν δε οι Βοιωτοί, οι Φωκείς και οι Λοκροί· αι δε άλλαι πόλεις προσέφεραν πεζικόν. Αύτη ήτο η συμμαχία των Λακεδαιμονίων οι δε Αθηναίοι είχον τους Χίους, τους Λεσβίους, τους Πλαταιείς, τους εν Ναυπάκτω Μεσσηνίους, τους πλείστους Ακαρνάνας, τους Κερκυραίους και άλλας πόλεις υποτελείς μεταξύ τοσούτων εθνών, ήτοι την ναυτικήν Καρίαν, τους γείτονας των Καρών Δωριείς, την Ιωνίαν, τον Ελλήσποντον, τας πόλεις της Θράκης, όλας τας νήσους τας κειμένας προς ανατολάς μεταξύ της Πελοποννήσου και της Κρήτης, και όλας τας άλλας Κυκλάδας πλην της Μήλου και της Θήρας. Εκ τούτων ναυτικόν έδωκαν οι Χίοι, οι Λεσβίοι και οι Κερκυραίοι, οι δε άλλοι πεζούς και χρήματα. Ούτοι ήσαν οι σύμμαχοι και τα πολεμικά μέσα των δύο μερών.
10. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ευθύς μετά τα εν Πλαταιαίς συμβάντα παρήγγειλαν εις τας εντός και εκτός της Πελοποννήσου συμμάχους πόλεις να προετοιμάσουν τους στρατούς και πάντα τα αναγκαιούντα διά μακρυνήν εκστρατείαν, το οποίον εσήμαινεν ότι επρόκειτο να εισβάλουν εις την Αττικήν. ’μα δε τα πάντα ευρέθησαν έτοιμα κατά τον ορισθέντα χρόνον, μετέβησαν εις τον ισθμόν οι αποσταλέντες από καθεμίαν πόλιν εντός ή έξω της Πελοποννήσου κειμένης. Και αφού συνηθροίσθη όλον το στράτευμα, ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Αρχίδαμος, ο οποίος ήτο στρατηγός της εκστρατείας ταύτης, συγκαλέσας τους στρατηγούς όλων των πόλεων και τους πρώτους των αρχόντων και σημαντικωτάτους, απηύθυνε προς αυτούς την εξής προσφώνησιν.
11. «Ώ άνδρες Πελοποννήσιοι και σεις οι σύμμαχοι, μολονότι οι πατέρες ημών πολλάς έκαμαν στρατείας και εντός αυτής της Πελοποννήσου και εκτός, οι δε πρεσβύτεροι μεταξύ ημών δεν είναι άπειροι πολέμων, εν τούτοις ουδέποτε εξεστρατεύσαμεν με τόσην προετοιμασίαν. Και ευλόγως· διότι προκειμένου να πολεμήσωμεν σήμερον, εναντίον πόλεως δυνατωτάτης, πρέπει να είμεθα πλείστοι και άριστοι. Δίκαιον λοιπόν μήτε κατώτεροι να φανώμεν των πατέρων ημών, μήτε υποδεέστεροι της δόξης μας. Η Ελλάς όλη είναι μετέωρος και περιμένει επιθυμούσα ένεκα του κατά των Αθηναίων μίσους να κατορθώσωμεν όσα κατά νουν έχομεν. Μολονότι όμως φαινόμεθα ότι υπερέχομεν κατά το πλήθος και ότι έχομεν πολλήν βεβαιότητα ότι ο εχθρός δεν θα τολμήση να έλθη εναντίον μας, δεν πρέπει διά τούτο να προχωρήσωμεν πριν συμπληρώσωμεν τας προετοιμασίας ημών, αλλά και οι στρατηγοί και οι στρατιώται καθεμιάς πόλεως πρέπει να έχουν υπ' όψει ότι θα ευρεθώμεν εις κάποιον κίνδυνον. Διότι η τύχη του πολέμου είναι άδηλος και ως επί το πολύ αι προσβολαί γίνονται αιφνίδιαι και απότομοι· και πολλάκις το ολιγώτερον πλήθος μετά προφυλάξεως βαίνον εθριάμβευσεν εναντίον αντιπάλων πολυαριθμοτάτων, διότι ούτοι καταφρονούντες τους εχθρούς έμειναν απροετοίμαστοι. Πρέπει δε πάντοτε εις την εχθρικήν γην να προχωρή τις έχων μεν θάρρος πολύ εις την καρδίαν, ενεργών όμως με δειλήν φρόνησιν. Τοιουτοτρόπως δε οι ενεργούντες και εις το να προσβάλλουν τους εναντίους θα έχουν μεγαλυτέραν ευτυχίαν και ασφαλέστατοι θα είναι από τας προσβολάς των εναντίων· ημείς δε βαίνομεν ουχί κατά αδυνάτου πόλεως, αλλά κατά πάντα άριστα παρεσκευασμένης. Εάν μέχρι τούδε δεν εκινήθησαν καθ'ημών οι Αθηναίοι, τούτο προέρχεται διότι είμεθα ακόμη μακράν· αλλ' άμα μας ίδωσι λεηλατούντας την χώραν αυτών και καταστρέφοντας τα υπάρχοντά των, τότε πρέπει να περιμένωμεν ότι θα εξέλθουν εις μάχην. Διότι πάντας καταλαμβάνει οργή, όταν πάσχουν κάτι που είναι ασυνήθιστον προ των οφθαλμών των και που τους συμβαίνει πλησιέστατα αυτών και όσοι πολύ ολίγον μεταχειρίζονται τον ορθόν λόγον, ούτοι ως επί το πλείστον βαίνουν εις τας πράξεις των μετά σφοδρότητας. Τούτο, πιθανώς θέλουν πράξει πλειότερον παντός άλλου οι Αθηναίοι οι οποίοι αξιούν να άρχουν επί των άλλων και διά των επιδρομών των να λεηλατούν μάλλον τας ξένας χώρας ή να βλέπουν λεηλατουμένην την ιδικήν των χώραν. Επειδή λοιπόν εκστρατεύομεν κατά τοσούτον ισχυράς πόλεως, και επειδή η δόξα ημών και των προγόνων θα εξαρτηθή ούτως από τον δοξασμόν ή την αδοξίαν μας, ακολουθήσατε όπου σας οδηγήσουν τηρούντες προ παντός άλλου την στρατιωτικήν τάξιν, όντες άγρυπνοι και εκτελούντες ζωηρώς τα παραγγέλματα. Τίποτε καλύτερον δεν είναι και ασφαλέστατον από στρατόν πολυάριθμον τακτικώς ενεργούντα.
12. Ταύτα ειπών ο Αρχίδαμος και διαλύσας την συνέλευσιν αποστέλλει κατ' αρχάς εις τας Αθήνας Μελήσιππον τον Διακρίτου, άνδρα Σπαρτιάτην, ίνα μάθη αν οι Αθηναίοι βλέποντες τους εχθρούς ήδη καθ' οδόν ευρισκομένους απεφάσιζαν να φανούν κάπως συμβιβαστικώτεροι. Ούτοι όμως δεν εδέχθησαν αυτόν ούτε εις την πόλιν ούτε εις την συνέλευσιν, διότι προηγουμένως είχεν υπερισχύσει η γνώμη του Περικλέους, ο οποίος είπε μήτε κήρυκα μήτε πρεσβείαν να δεχθούν εκ μέρους των Λακεδαιμονίων εκστρατευόντων· αποπέμπουν λοιπόν αυτόν πριν τον ακούσουν και τον προστάζουν να εξέλθη των ορίων αυθημερόν, προσθέσαντες ότι, εάν οι Λακεδαιμόνιοι ήθελον να έλθουν μετ' αυτών εις διαπραγματεύσεις, έπρεπε πρώτον να επιστρέψουν εις τα ίδια. Δίδουν δε εις τον Μελήσιππον και συνοδούς, όπως μη συγκοινωνήση με κανένα. Εκείνος δε, άμα έφθασεν εις τα σύνορα και έμελλε να υπερβή ταύτα, απεμακρύνθη ειπών ταύτα μόνον «Η ημέρα αυτή θα είναι διά τους Έλληνας μεγάλων κακών αρχή». Μετά τον ερχομόν αυτού εις το στρατόπεδον πεισθείς ο Αρχίδαμος ότι οι Αθηναίοι εις ουδέν ήθελον ενδώσει, εξεκίνησε τον στρατόν και επροχώρησε κατά της Αττικής. Οι δε Βοιωτοί εις μεν τους Πελοποννησίους, διά την κοινήν εκστρατείαν, έδωκαν το αναλογούν εις αυτούς μέρος και τους ιππείς, μετά του υπολειπομένου δε στρατού των ελθόντες εις την Πλάταιαν ελεηλάτουν αυτήν.
13. Ενώ ο ακόμη οι Πελοποννήσιοι συνηθροίζοντο εις τον ισθμόν και ήσαν καθ' οδόν, πριν εισβάλλουν εις την Αττικήν, Περικλής ο Ξανθίππου είς των δέκα στρατηγών των Αθηναίων, προβλέπων την επικειμένην εισβολήν, και υποπτεύσας ότι χάριν υπάρχοντος δεσμού φιλοξενίας πιθανόν να εφείδετο ο Αρχίδαμος των κτημάτων του είτε μόνος του θέλων να χαρισθή προς αυτόν είτε κατά διαταγήν των Λακεδαιμονίων, διά να καταστήσουν αυτόν ύποπτον (καθότι δι' αυτόν κυρίως είχαν ζητήσει προηγουμένως παρά των Αθηναίων την εξορίαν των ανοσίων), ανήγγειλε προηγουμένως εις την εκκλησίαν των Αθηναίων ότι ο Αρχίδαμος ήτο μεν φίλος του, αλλά τούτο δεν θα απέβαινε προς κακόν της πόλεως· τους δε αγρούς αυτού και τας οικίας, εάν δεν τα κατέστρεφον οι πολέμιοι, καθώς και τα των άλλων, δωρεί αυτά εις το δημόσιον, ίνα μηδεμία επί του αντικειμένου τούτου μείνη κατ' αυτού δυσμενής προκατάληψις. Ανενέωσε και διά τας παρούσας περιστάσεις όσας συμβουλάς είχε δώσει πρότερον, να παρασκευάζονται προς πόλεμον και να μεταφέρουν εις την πόλιν όσα είχον εις τους αγρούς, να μη εξέλθουν εις μάχην, αλλ' εισελθόντες να φυλάττουν την πόλιν, να στρέψουν όλην την προσοχήν των εις το ναυτικόν, το οποίον ήτο η ισχύς των, και να κρατούν υποχείριους τους συμμάχους, λέγων ότι η ισχύς του κράτους προήρχετο από τα χρήματα, τα οποία παρείχαν ούτοι και ότι η ψυχή του πολέμου είναι η φρόνησις και τα χρήματα. Τους παρώτρυνε δε να έχουν θάρρος, αφού η πόλις εισέπραττε συνήθως εξακόσια τάλαντα κατ' έτος από τους φόρους των συμμάχων εκτός των άλλων εισοδημάτων και αφού υπήρχον ακόμη τότε εις την ακρόπολιν εξακόσια τάλαντα εις αργυρά νομίσματα (υπήρχον άλλοτε εννέα χιλιάδες και επτακόσια, αλλ' εδαπανήθησαν εις τα προπύλαια της Ακροπόλεως, εις τα άλλα οικοδομήματα και εις την πολιορκίαν της Ποτειδαίας), χωρίς να συμπεριλαμβάνονται εις την ποσότητα ταύτην ο άκοπος χρυσός και άργυρος, ο προερχόμενος εκ των δημοσίων και ιδιωτικών αφιερωμάτων, τα των πομπών και των αγώνων ιερά σκεύη, τα μηδικά λάφυρα και άλλα παρόμοια ανερχόμενα εις ποσότητα ουχί μικροτέραν των πεντακοσίων ταλάντων. Απηρίθμησε προσέτι και τους όχι ολίγους θησαυρούς των άλλων ναών, τους οποίους ηδύναντο να διαθέσουν, και τέλος, ότι εν εσχάτη ανάγκη, ηδύναντο να κάμουν χρήσιν και αυτών των χρυσών κοσμημάτων της θεάς· εβεβαίου δε ότι το άγαλμα είχεν εις καθαρόν χρυσόν βάρος τεσσαράκοντα ταλάντων δυνάμενον να αποσπασθή ολόκληρον, αφού δε το μεταχειρισθούν προς σωτηρίαν της πόλεως, να το αντικαταστήσουν δι' ίσου βάρους. Τοιουτοτρόπως τους ενεθάρρυνεν ως προς τα οικονομικά· ως προς δε τους οπλίτας είπεν ότι είχον δεκατρείς χιλιάδας πλην των εις τα φρούρια και τας επάλξεις δεκαέξ χιλιάδων. Τοσούτοι ήσαν εξ αρχής, εις πάσαν εισβολήν του εχθρού, οι φυλάσσοντες· ούτοι δε συνίσταντο εκ των πρεσβυτάτων, εκ των νεωτάτων, και εκ των μετοίκων, όσοι ήσαν οπλίται. Το Φαληρικόν τείχος ήτο τριακονταπέντε σταδίων μέχρι του περιβόλου της πόλεως και το φυλασσόμενον μέρος αυτού του περιβόλου ήτο τεσσαράκοντα σταδίων· υπήρχε δε και μέρος το οποίον ήτο αφύλακτον, το μεταξύ του μακρού τείχους και του Φαληρικού· τα δε μακρά τείχη μέχρι Πειραιώς είχον έκτασιν τεσσαράκοντα σταδίων, το έξωθεν δε μόνον μέρος αυτών εφρουρείτο. Ολόκληρος ο περίβολος του Πειραιώς και της Μουνιχίας ήτο εξήκοντα σταδίων, και το ήμισυ μόνον αυτού εφρουρείτο. Ο Περικλής επρόσθεσεν ακόμη ότι είχον χιλίους διακοσίους ιππείς και ιπποτοξότας, χιλίους εξακόσιους τοξότας και τριακοσίας τριήρεις εν καλή καταστάσει. Αύται ήσαν, άνευ ουδεμιάς ελαττώσεως αι δυνάμεις των Αθηναίων κατά την εποχήν της πρώτης εισβολής των Πελοποννησίων και την έναρξιν του παρόντος πολέμου. Επρόσθεσε δε και άλλα ο Περικλής, ως συνήθιζε, προς απόδειξιν ότι η νίκη θ' απέβαινεν υπέρ αυτών.
14. Οι δε Αθηναίοι ακούσαντες επείσθησαν και μετεκόμισαν εκ των αγρών τους παίδας και τας γυναίκας και όλα τα οικιακά σκεύη, αφαιρέσαντες και αυτήν την ξυλείαν των οικιών τα δε πρόβατα και τα υποζύγια μετέφεραν εις την Εύβοιαν και τας παρακειμένας νήσους. Η μετατόπισις όμως εκείνη τοις εφάνη οχληρά, επειδή ήσαν συνειθισμένοι να ζουν οι πολλοί εις τους αγρούς.
15. Η συνήθεια αύτη προ αμνημονεύτων χρόνων επεκράτησε παρά τοις Αθηναίοις περισσότερον παρ' ό,τι εις άλλους. Επί Κέκροπος και των πρώτων βασιλέων μέχρι Θησέως η Αττική πάντοτε κατωκείτο κατά κώμας, των οποίων εκάστη είχε το πρυτανείον της και τους άρχοντάς της. Και οπότε δεν είχον τι να φοβηθούν δεν συνηθροίζοντο περί τον βασιλέα όπως διασκεφθούν, αλλ' επολιτεύοντο και διεσκέπτοντο χωριστά. Τινές μάλιστα και επολέμησαν τον βασιλέα, όπως οι μετά του Ευμόλπου Ελευσίνιοι κατά του Ερεχθέως. Αλλ' άμα εβασίλευσεν ο Θησεύς, ο οποίος συνήνωνε την μεγαλοφυίαν με την δύναμιν, και κατά τα άλλα διηυθέτησε την χώραν, και των άλλων κωμών καταργήσας τα βουλευτήρια και τας αρχάς συνήθροισεν όλους τους πολίτας εις την σημερινήν πόλιν, όπου εγκαθίδρυσεν έν μόνον βουλευτήριον και έν μόνον πρυτανείον. Τούς ηνάγκασε δε να κατοικήσουν εις μίαν μόνην πόλιν, νεμόμενοι όμως τα υπάρχοντα των ως και πρότερον. Χάρις εις την συγκέντρωσιν ταύτην η πόλις των Αθηνών έλαβε ταχείαν ανάπτυξιν, και ήτο ήδη μεγάλη ότε ο Θησεύς την παρέδωκεν εις τους διαδόχους του· ακόμη δε και σήμερον οι Αθηναίοι κάμνουν προς τιμήν της θεάς δημοτελή εορτήν, την οποίαν ονομάζουν συνοικία. Πρότερον η πόλις συνίστατο μόνον εκ της ακροπόλεως και του κατωτέρου μέρους του μάλλον εστραμμένου προς νότον. Απόδειξις δε τούτου είναι οι ναοί πολλών θεών ευρισκόμενοι εντός αυτής ταύτης της ακροπόλεως και προ πάντων προς το μέρος εκείνο της πόλεως είναι εκτισμένοι οι πλείστοι των έξω ναών, παραδείγματος χάριν ο ναός του Ολυμπίου Διός, του Πυθίου Απόλλωνος, της Γης και του Λιμναίου Βάκχου, προς τιμήν του οποίου τελούνται τα αρχαιότερα Διονύσια την δωδεκάτην του μηνός Ανθεστηριώνος, συνήθεια η οποία ακόμη και σήμερον επικρατεί εις τους εξ Αθηναίων καταγομένους Ίωνας. Και άλλα δε αρχαία ιερά είναι ιδρυμένα επί του μέρους εκείνου. Εκεί προσέτι ήτο η κρήνη η σήμερον καλούμενη Εννεάκρουνος, ένεκα του σχήματος το οποίον έδωκαν εις αυτήν οι τύραννοι, αλλ' η οποία άλλοτε, ότε αι πηγαί ήσαν φανεραί, εκαλείτο Καλλιρρόη. Η κρήνη εκείνη πλησίον της πόλεως ευρισκομένη εχρησίμευεν εις πλείστας αξίας λόγου εργασίας, και από των αρχαίων χρόνων παρέμεινε μέχρι σήμερον η συνήθεια να μεταχειρίζωνται το ύδωρ αυτής εις τας τελετάς του γάμου και άλλας ιεροπραξίας. Διά την παλαιάν δε ταύτην κατοίκησιν η Ακρόπολις καλείται και μέχρι τούδε ακόμη υπό των Αθηναίων πόλις.
16. Ούτω λοιπόν οι Αθηναίοι επί πολύ κατώκησαν ανεξάρτητα το έδαφος της Αττικής· ακόμη δε και μετά τον συνοικισμόν των αι πλείσται των αρχαίων και των νέων οικογενειών μεταβάσαι κατά συνήθειαν εις τους αγρούς έζων εκεί μέχρι του παρόντος πολέμου. Μετά ζωηράς λοιπόν δυσαρεσκείας μετενάστευον, τοσούτω μάλλον όσω προ μικρού μόλις είχαν επιδιορθώσει τας ζημίας τας επελθούσας εξ αιτίας των Μηδικών· εβαρύνοντο δε και εδυσανασχέτουν εγκαταλείποντες τας οικίας και τα ιερά, τα οποία ένεκα αυτού ακόμη του αρχαϊκού τρόπου της ζωής των εθεώρουν ως κληρονομικά· εις το εξής έμελλον να μεταβάλουν τρόπους ζωής εγκαταλείπων ο καθείς αυτόν τον τόπον της γεννήσεώς του.
17. Φθάσαντες εις Αθήνας ολίγοι εξ αυτών εύρον κατοικίας ή καταλύματα εις φίλους και συγγενείς, οι περισσότεροι δε κατώκησαν εις τα έρημα μέρη της πόλεως και εις τα ιερά και τα ηρώα όλα εκτός της ακροπόλεως, του Ελευσινίου και άλλων κτιρίων στερεώς κλεισμένων. Και αυτό το Πελασγικόν, το οποίον έκειτο κάτωθεν της ακροπόλεως και ήτο κατηραμένον να μένη ακατοίκητον ένεκα της απαγορεύσεως ενός ακροτελευτίου στίχου του Πυθικού μαντείου λέγοντος « Προτιμότερον να μένη έρημον το Πελασγικόν », κατωκήθη τότε ένεκα της στιγμιαίας ανάγκης. Μου φαίνεται δε ότι ο χρησμός εξεπληρώθη αντιστρόφως παρ' ό,τι περιέμενον· διότι αι συμφοραί της πόλεως επήλθον ουχί ένεκα της παρανόμου κατοικήσεως αυτού, αλλ' ένεκα του πολέμου επήλθεν η ανάγκη της οικήσεως· το δε μαντείον μη υποδεικνύον τον πόλεμον διά του ονόματός του επρόβλεπεν ότι το Πελασγικόν έμελλε να κατοικηθή εις ημέρας ουχί αγαθάς. Πολλοί κατεσκήνωσαν εις τους πύργους των τειχών και όπου αλλαχού ηδύνατο καθείς· διότι συνελθόντας δεν εχώρεσεν αυτούς η πόλις, αλλ' ύστερον διανείμαντες μεταξύ των το μεσάζον διάστημα των μακρών τειχών και πλείστον μέρος των του Πειραιώς κατοίκησαν ενταύθα. Συγχρόνως όμως ενησχολούντο εις τας προετοιμασίας του πολέμου και τους συμμάχους συναθροίζοντες και εξοπλίζοντες εκατόν πλοία διά να τα εκπέμψουν κατά της Πελοποννήσου. Και οι μεν Αθηναίοι εις τούτο το σημείον της προπαρασκευής ευρίσκοντο.
18. Ο δε στρατός των Πελοποννησίων προχωρών έφθασε πρώτον εις την Οινόην της Αττικής, από της οποίας είχαν σκοπόν να εισβάλουν. Αφού δε έστησαν το στρατόπεδόν των, προητοιμάζοντο να προσβάλουν το τείχος διά μηχανών και δί' άλλων τρόπων· διότι η Οινόη κειμένη εις τα μεθόρια της Αττικής και της Βοιωτίας ήτο περιτειχισμένη και οι Αθηναίοι μετεχειρίζοντο αυτήν ως φρούριον εν καιρώ πολέμου. Οι Πελοποννήσιοι λοιπόν επολιόρκησαν την πόλιν ταύτην και απώλεσαν εις μάτην πολύν χρόνον, και ο Αρχίδαμος βαρέως ένεκα τούτου ενοχοποιήθη, διότι ενομίζετο ότι και δραστηριότητα ολίγην ανέπτυξεν εις την συνάθροισιν των στρατευμάτων και ευνοϊκός εφαίνετο προς τους Αθηναίους μη παρακινών τον στρατόν του προς πόλεμον. Από της συναθροίσεως των στρατευμάτων, η εν τω ισθμώ παρατεινομένη διαμονή του, η βραδύτης περί την λοιπήν πορείαν, και προ πάντων η χρονοτριβή του ενώπιον της Οινόης, τον κατέστησαν ύποπτον. Διότι οι Αθηναίοι μετεκομίσθησαν κατά το διάστημα τούτο εντός της πόλεως, ενώ άνευ της βραδύτητας του αρχηγού και εάν επήρχοντο με ταχύτητα οι Πελοποννήσιοι ηδύναντο να καταλάβουν τα πάντα έξω των τειχών. Ούτως ο στρατός ωργίζετο διά την χρονοτριβήν του. Ο δε Αρχίδαμος υπέμενεν ελπίζων (ως λέγεται) ότι οι Αθηναίοι, επειδή απέμενεν αβλαβής ακόμη η γη αυτών θα εφαίνοντο πλέον υποχωρητικοί και δεν θα ηνείχοντο να ίδουν ψυχρώς την λεηλασίαν αυτής.