Front matter
I. (Ioannes) Zervos translation
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monοtonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been converted to endnotes.
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΙΟΑΝ. ΖΕΡΒΟΥ
ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
I Ω Α Ν. Ζ Ε Ρ Β Ο Υ
ΒΙΒΛΙΟΝ Γ'.
1. Κατά δε το επακολουθήσαν θέρος (1) οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι την εποχήν της ωριμάσεως του σίτου εξεστράτευσαν κατά της Αττικής· ήτο δε ηγεμών αυτών ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Αρχίδαμος ο Ζευξιδάμου. Και στρατοπεδεύσαντες ελεηλάτουν την χώραν. Οι δε Αθηναίοι ιππείς επετίθεντο κατά το σύνηθες παντού όπου παρουσιάζετο ευκαιρία, και ημπόδιζαν τα ελαφρά στρατεύματα να απομακρύνωνται του στρατοπέδου και καταστρέφουν τα περίχωρα της πόλεως. Διαμείναντες δε οι Πελοποννήσιοι όσον καιρόν είχον τρόφιμα ανεχώρησαν και διελύθησαν κατά πόλεις.
2. Ευθύς δε μετά την εισβολήν των Πελοποννησίων απεστάτησεν από τους Αθηναίους η Λέσβος εκτός της Μηθύμνης· τούτο είχον αποφασίσει μεν οι Λεσβίοι και προ του πολέμου, αλλά, επειδή οι Λακεδαιμόνιοι δεν το παρεδέχθησαν, ηναγκάσθησαν να το εκτελέσουν ταχύτερον του απ' αρχής ορισθέντος χρόνου. Το σχέδιον αυτών ήτο κυρίως να προσχώσουν τους λιμένας, να εγείρουν τείχη, να κατασκευάσουν πλοία, και τέλος να προμηθευθούν εκ του Ευξείνου πόντου όσα εχρειάζοντο, ήτοι τοξότας, τρόφιμα και όσα είχον παραγγείλει. Αλλ' οι Τενέδιοι, οι οποίοι ήσαν εχθροί των, οι Μηθυμναίοι καί τινες πολίται Μυτιληναίοι οπαδοί και δι' όρκων φιλοξενίας συνδεόμενοι μετά των Αθηναίων εμήνυσαν εις τας Αθήνας ότι εξηναγκάζοντο οι κάτοικοι της Λέσβου να συναθροίζωνται εις την Μυτιλήνην και ότι με βίαν διωργανούτο η αποστασία εκ συμφώνου μετά των Λακεδαιμονίων και των Βοιωτών, οι οποίοι ήσαν εκ της αυτής φυλής με τους Λεσβίους· ότι τέλος, εάν δεν επρολαμβάνετο το πράγμα αμέσως, η Λέσβος ήθελεν αποσπασθή οριστικώς από των Αθηνών.
3. Οι δε Αθηναίοι, επειδή είχαν πάθει πολλά από την νόσον και τον προ μικρού αρξάμενον και ήδη εις ακμήν ευρισκόμενον πόλεμον, ενόμισαν ότι μέγα θα ήτο το έργον, εάν μαζί με τάλλα επεχείρουν τον πόλεμον και κατά της Λέσβου, η οποία είχε ναυτικόν και δύναμιν ακεραίαν, και δεν επίστευσαν κατ' αρχάς εις την κατηγορίαν εκείνην, διά μόνον τον λόγον ότι επεθυμούσαν να ήτο ψευδής· εν τούτοις, αφού έπεμψαν πρέσβεις εις τους Μυτιληναίους και δεν ηδυνήθησαν να τους πείσουν να παύσουν την συνάθροισιν και τας πολεμικάς παρασκευάς, ήρχισαν να φοβώνται και ηθέλησαν να τους προλάβουν. Στέλλουν δε αιφνιδίως τεσσαράκοντα πλοία, τα οποία ήσαν παρεσκευασμένα να πλεύσουν κατά της Πελοποννήσου· Κλεϊππίδης δε ο Δεινίου ήτο στρατηγός μετά δύο άλλων. Είχον αναγγείλει εις τους Αθηναίους ότι ετελείτο έξω της πόλεως η εορτή του Μαλόεντος Απόλλωνος, εις την οποίαν προστρέχουν πανδημεί οι Μυτιληναίοι, και ότι υπήρχεν ελπίς να τους προκαταλάβουν επιπίπτοντες εξαίφνης. Και, εάν μεν επετύγχανεν η απόπειρα αύτη, καλώς· άλλως θα διέτατταν τους Μυτιληναίους να παραδώσουν τα πλοία των και να κρημνίσουν τα τείχη, εάν δε δεν υπήκουαν, θα τους επολέμουν. Και τα μεν πλοία των Αθηναίων ανεχώρησαν· τας δε δέκα τριήρεις των Μυτιληναίων, αι οποίαι έτυχαν τότε κατά τας συνθήκας της συμμαχίας πλησίον αυτών, κατέσχον οι Αθηναίοι και εφυλάκισαν τα πληρώματα αυτών. Ευτυχώς όμως διά τους Μυτιληναίους ανήρ τις εκ των Αθηνών διαβάς την Εύβοιαν και ελθών πεζός εις Γεραιστόν επέτυχεν εκεί φορτηγόν πλοίον εκπλέον, και, επειδή έπνεεν ούριος άνεμος, έφθασε μετά τρεις ημέρας εξ Αθηνών εις Μυτιλήνην και ανήγγειλε την επικειμένην εκστρατείαν. Οι δε Μυτιληναίοι ουδέ εις τον Μαλόεντα εξήλθον και αμυντικάς προφυλάξεις έλαβον, φράξαντες τα τείχη και τους λιμένας, των οποίων δεν είχε συμπληρωθή η κατασκευή.
4. Και οι Αθηναίοι καταπλεύσαντες μετ' ολίγον είδον τα γενόμενα. Οι δε στρατηγοί ανεκοίνωσαν μεν εις τους Μυτιληναίους τας διαταγάς, τας οποίας έφεραν, επειδή δε δεν υπήκουαν οι Μυτιληναίοι, ήρχισαν τας εχθροπραξίας. Οι Μυτιληναίοι απαράσκευοι όντες και αναγκασθέντες να πολεμήσουν εξήλθον μετά των πλοίων των ολίγον έξω του λιμένος, ωσάν θέλοντες να ναυμαχήσουν· αλλά καταδιωχθέντες υπό των Αττικών πλοίων επρότειναν λόγους συμβιβαστικούς προς τους στρατηγούς, με τον σκοπόν να απομακρύνουν τα πλοία προς το παρόν, ει δυνατόν, κάμνοντες επιεικείς συμφωνίας. Οι δε στρατηγοί των Αθηναίων απεδέχθησαν, φοβούμενοι και αυτοί μήπως δεν είναι ικανοί να πολεμήσουν εναντίον όλης της Λέσβου. Και, αφού εσυμφωνήθη ανακωχή, στέλλουν οι Μυτιληναίοι εις τας Αθήνας ένα εκ των μηνυτών, ο οποίος είχεν ήδη μετανοήσει, και άλλους πρέσβεις διά να επιτύχουν την ανάκλησιν του στόλου υποσχόμενοι ότι δεν ήθελον αποστατήσει. Συγχρόνως όμως αποστέλλουν και εις την Λακεδαίμονα πρέσβεις επί ενός πολεμικού πλοίου διαφυγόντες την προσοχήν του ναυτικού των Αθηναίων, το οποίον ήτο ηγκυροβολημένον εις την προς βορράν της πόλεως Μαλέαν άκραν, διότι δεν επίστευαν ότι ήθελον επιτύχει παρά τοις Αθηναίοις. Και οι μεν πρέσβεις ταλαιπωρηθέντες εις το πέλαγος έφθασαν εις την Λακεδαίμονα και διεπραγματεύοντο εκεί, όπως σταλή βοήθεια (εις Μυτιλήνην).
5. Επειδή δε οι εξ Αθηνών πρέσβεις επανήλθον άπρακτοι, οι Μυτιληναίοι και η λοιπή Λέσβος πλην της Μηθύμνης απεφάσισαν να πολεμήσουν· οι Μηθυμναίοι μετά των Ιμβρίων και των Λημνίων και τινων άλλων ολίγων συμμάχων ήλθον εις βοήθειαν των Αθηναίων. Οι Μυτιληναίοι έκαμαν γενικήν έξοδον εναντίον του στρατοπέδου των Αθηναίων και εγένετο μάχη· και μολονότι εις αυτήν οι Μυτιληναίοι δεν ενικήθησαν, όμως ούτε να κατασκηνώσουν εις τους αγρούς ετόλμησαν ούτε να εμπιστευθούν εις τας δυνάμεις των, αλλ' ανεχώρησαν εις τα τείχη των, όπου έμεναν ησυχάζοντες και μη θέλοντες να κινδυνεύσουν ειμή με άλλας προπαρασκευάς, και εάν ήρχετο προς αυτούς βοήθεια εκ Πελοποννήσου. Τωόντι ο Λάκων Μελέας φθάνει, και ο Θηβαίος Ερμαιώνδας, οι οποίοι απεστάλησαν μεν προ της αποστασίας, αλλά μη δυνηθέντες να προλάβουν τους Αθηναίους κρυφίως μετά την μάχην ύστερον εισήλθον εις τον λιμένα διά πολεμικού πλοίου και συνεβούλευσαν να πέμψουν εις την Λακεδαίμονα και άλλους πρεσβευτάς μαζί με αυτούς επί άλλου πολεμικού πλοίου· τούτο δε και εγένετο.
6. Οι δε Αθηναίοι ενθαρρυνθέντες από την ησυχίαν των Μυτιληναίων και συμμάχους προσεκάλουν, οι οποίοι προθύμως προσήρχοντο βλέποντες ότι οι Λεσβίοι δεν ήσαν ισχυροί, και προσορμισθέντες εις το νότιον μέρος της πόλεως ωχύρωσαν δύο στρατόπεδα από τα δύο μέρη της πόλεως και απέκλεισαν και τους δύο λιμένας. Και την μεν χρήσιν της θαλάσσης απηγόρευσαν εις τους Μυτιληναίους, ούτοι όμως και οι άλλοι Λεσβίοι, οι οποίοι είχον ήδη ελθή προς βοήθειάν των, ήσαν κύριοι της επιλοίπου χώρας· οι Αθηναίοι δεν κατείχον πολύ διάστημα γύρω των στρατοπέδων, και η Μαλέα εχρησίμευε μάλλον εις αυτούς ως τόπος αγκυροβολήσεως των πλοίων και αγοράς. Τοιαύτα υπήρξαν τα πρώτα έργα της πολιορκίας της Μυτιλήνης.
7. Κατά την αυτήν εποχήν, διαρκούντος του θέρους τούτου, οι Αθηναίοι εξαπέστειλαν και κατά της Πελοποννήσου τριάκοντα πλοία, υπό τον στρατηγόν Ασώπιον τον Φορμίωνος συνεπεία αιτήσεως των Ακαρνάνων να τοις σταλή ως στρατηγός υιός τις ή συγγενής του Φορμίωνος. Τα πλοία εκείνα παραπλέοντα κατέστρεψαν τα παραθαλάσσια μέρη της Λακωνικής. Έπειτα ο Ασώπιος τα μεν πλειότερα των πλοίων αποστέλλει πάλιν εις Αθήνας, αυτός δε έχων δώδεκα φθάνει εις Ναύπακτον, και ύστερον σηκώσας εις τα όπλα όλους τους Ακαρνάνας στρατεύει κατά των Οινιαδών. Και αυτός μεν μετά των πλοίων αναπλέει τον Αχελώον, ο δε κατά γην στρατός ελεηλάτει την χώραν. Επειδή όμως η πόλις δεν παρεδίδετο, τον μεν πεζόν στρατόν διέλυσεν, αυτός δε πλεύσας εις την Λευκάδα απεβιβάσθη εις την Νήρικον· αλλά κατά την αναχώρησίν του αυτός και μέρος του στρατού φονεύονται από τους τρέξαντας εις βοήθειαν και από μερικούς ευρισκομένους εκεί διά την φρούρησιν. Ύστερον δε οι Αθηναίοι απέπλευσαν παραλαβόντες μαζί τους και τους νεκρούς διά συνθήκης.
8. Οι δε πρέσβεις των Μυτιληναίων οι διά του πρώτου πλοίου σταλέντες μετέβησαν εις την Ολυμπίαν, όπως παρήγγειλαν εις αυτούς οι Λακεδαιμόνιοι, ίνα και οι λοιποί σύμμαχοι συσκεφθούν, αφού τους ακούσουν. Ήτο δε η Ολυμπιάς κατά την οποίαν ενίκα το δεύτερον ο εκ Ρόδου Δωριεύς. (2) Και, επειδή μετά την εορτήν συνηθροίσθησαν εις συμβούλιον, οι πρέσβεις ωμίλησαν ως εξής.
9. « Ω άνδρες Λακεδαιμόνιοι και σεις οι σύμμαχοι, γνωρίζομεν την επικρατούσαν εις τους Έλληνας συνήθειαν λαός όστις αποστατεί εν καιρώ πολέμου και εγκαταλείπει τους πρώην συμμάχους του, καθίσταται μεν ευάρεστος εις τους υποδεχομένους αυτόν καθ' όσον ούτοι ωφελούνται, αλλά συγχρόνως περιφρονείται υπ' αυτών, διότι τον νομίζουν προδότην των προτέρων του φίλων. Η κρίσις αύτη δεν θα ήτο άδικος, εάν μεταξύ των αποστατούντων και εκείνων από τους οποίους ούτοι αποχωρίζονται υπήρχεν ομοιότης αισθημάτων και αγάπης, ισότης μέσων και δυνάμεως, και εάν δεν υπήρχε καμμία λογική αιτία προς αποστασίαν· αλλά μεταξύ ημών και των Αθηναίων τίποτε τοιούτον δεν υπάρχει. Δεν είναι λοιπόν παράδοξον αν, τιμώμενοι υπ' αυτών εν καιρώ ειρήνης ζητούμεν να τους εγκαταλείψωμεν εν καιρώ κινδύνων.
10. » Και πρώτον μεν θέλομεν εξετάσει το ζήτημα υπό την έποψιν της δικαιοσύνης και της χρηστότητος, ζητούντες προ πάντων την συμμαχίαν σας. Ηξεύρομεν ότι ούτε διαρκής φιλία υπάρχει μεταξύ των ιδιωτών ούτε συμμαχία ειλικρινής μεταξύ των πόλεων χωρίς την αμοιβαίαν τιμιότητα και χωρίς την ομοιότητα χαρακτήρων διότι εις την διαφοράν των αισθημάτων στηρίζονται αι διαφοραί των πράξεων. Μεταξύ ημών και των Αθηναίων εγένετο κατά πρώτον η συμμαχία, ότε σεις απεχωρήσατε εκ του Μηδικού πολέμου και οι Αθηναίοι έμειναν ίνα διεξαγάγουν αυτόν μέχρι τέλους. Εγίναμεν δε σύμμαχοι, ουχί διά να υποδουλώσωμεν τους Έλληνας εις τους Αθηναίους, αλλά διά να ελευθερώσωμεν τους Έλληνας από του Μήδου. Και ενόσω μεν οι Αθηναίοι ήσαν αρχηγοί με ισοτιμίαν τους ακολουθούσαμεν προθύμως· αλλ' ότε είδαμεν αυτούς να χαλαρώνουν το κατά του Μήδου μίσος και να καταγίνωνται με ζήλον διά την υποδούλωσιν των συμμάχων προς ωφέλειάν των, δεν ηδυνήθημεν να μη καταληφθώμεν υπό φόβων. Ένεκα της πολυψηφίας μη δυνάμενοι οι σύμμαχοι να συνέλθουν εις έν ίνα αντισταθούν υπεδουλώθησαν πλην ημών και των Χίων· ημείς δε όντες δήθεν αυτόνομοι και κατ' όνομα ελεύθεροι συνεστρατεύσαμεν. Αλλ' έχοντες ως παραδείγματα τα προηγούμενα γεγονότα δεν είχαμεν πλέον την αυτήν εμπιστοσύνην εις την ηγεμονίαν των διότι δεν ήτο πιθανόν, αφού υπεδούλωσαν εκείνους, τους οποίους εδέχθησαν ως ημάς εις την συμμαχίαν των, να μη πράξουν το αυτό και διά τους άλλους συμμάχους, εάν ήθελαν δυνηθή.
11. » Εάν διετηρούμεν όλοι την αυτονομίαν μας, θα ήμεθα οπωσδήποτε βεβαιότεροι ότι δεν ήθελαν εις βάρος μας νεωτερίση εις τίποτε. Αλλ' επειδή είχαν ήδη υποχειρίους τους πλείστους συμμάχους, και ημείς ήμεθα οι μόνοι προς τους οποίους ωμίλουν ισοτίμως, ήτο φυσικόν ότι εν μέσω της γενικής υποταγής μετά φθόνου θα έβλεπαν την εξαιρετικήν ημών ισότητα, καθ' όσον μάλιστα αυτοί μεν εγίνοντο οσημέραι δυνατώτεροι, ημείς δε εμένομεν πλέον απομονωμένοι. Ο αμοιβαίος φόβος είναι ο μόνος όστις παρέχει ασφαλή εγγύησιν εις συμμαχίαν· διότι ο θέλων να παραβή καθήκον τι προς τους συμμάχους αποτρέπεται συλλογιζόμενος ότι ισοδύναμος ων ίσως δεν ήθελεν υπερισχύσει. Εμείναμεν μέχρι τούδε αυτόνομοι ουχί δι' άλλο τι παρά διά να έχουν εύσχημον δικαιολογίαν της επί των Ελλήνων ηγεμονίας των, την οποίαν ήθελον να καταλάβουν διά διπλωματικής μάλλον μεθόδου παρά διά της βίας. Μετεχειρίζοντο ημάς ως απόδειξιν λέγοντες ότι οι ισόψηφοι Μυτιληναίοι δεν θα συνεξεστράτευον μη θέλοντες, εάν δεν είχον άδικον εκείνοι εναντίον των οποίων εξεστράτευον οι Αθηναίοι· συγχρόνως δε και τους ισχυροτάτους ημάς παρελάμβανον πρώτους εναντίον των ασθενεστέρων Ελλήνων, ίνα, αφού υπεδουλώνοντο οι άλλοι και εμένομεν ημείς τελευταίοι, μας νικήσουν ευκολώτερον ένεκα της εξασθενήσεως ημών. Εάν ήρχιζον από ημάς, ότε οι άλλοι σύμμαχοι είχαν ακόμη τας δυνάμεις των και στήριγμά τι, θα τοις ήτο ολιγώτερον εύκολον να μας υποτάξουν· άλλως τε και το ναυτικόν ημών ενέβαλε κάποιον φόβον μή ποτε συγκεντρούμενον και προστιθέμενον εις το ιδικόν σας ή εις άλλο εμβάλη αυτούς εις κίνδυνον· εν μέρει δε διαμένομεν ακέραιοι μέχρι σήμερον κολακεύοντες πάντοτε αυτούς και διαφθείροντες διά δώρων τους άρχοντας αυτών. Έχοντες ως παραδείγματα τα προς τους άλλους υπό των Αθηναίων γενόμενα νομίζομεν ότι η αυτονομία ημών αύτη δεν θα διήρκει επί πολύ, εάν δεν επήρχετο ο παρών πόλεμος.
12. »Τις ήτο λοιπόν η φιλία αύτη παρά η σταθερά ελευθερία την οποίαν είχαμεν περιποιούμενοι αλλήλους μετά δυσπιστίας ; Οι μεν Αθηναίοι μας επεριποιούντο ένεκα φόβου εν καιρώ πολέμου, ημείς δε επράττομεν προς αυτούς το αυτό εν καιρώ ειρήνης· και ενώ παρά τοις άλλοις η αγάπη βεβαιώνει την πίστιν, εις ημάς έκαμνεν αυτήν ισχυράν ο προς αλλήλους φόβος, διότι μάλλον υπό φόβου ή υπό φιλίας εμποδιζόμενοι εμένομεν σύμμαχοι· και οι ταχύτερον ενθαρρυνθέντες διά της ασφαλείας, εκείνοι έμελλον πρώτοι να διαλύσουν τας συνθήκας. Ώστε, εάν νομίση τις ότι αδικούμεν διά τον λόγον ότι απεστατήσαμεν χωρίς πριν να ίδωμεν τους Αθηναίους κακοποιούντας ημάς και χωρίς να περιμείνωμεν καταφανή απόδειξιν του κινδύνου που μας απειλεί, η σκέψις αυτού δεν είναι ορθή. Διότι, εάν ήμεθα επίσης δυνατοί όσον αυτοί ώστε και ότε μας επεβουλεύοντο να αντεπιβουλεύωμεν και ότε μας ανέβαλλαν να αναβάλλωμεν, τις η ανάγκη να υπακούωμεν εις αυτούς, ενώ είμεθα ίσοι κατά την δύναμιν; Επειδή δε είναι πάντοτε εις την εξουσίαν των να προσβάλλουν, είναι ανάγκη να προφυλαχθώμεν πριν μας επιτεθούν.
13. »Τοιαύτα, ω Λακεδαιμόνιοι και σύμμαχοι, έχοντες αίτια και αφορμάς απεστατήσαμεν. Καθαρά μεν αποδειγμένας εις τους ακούοντας, ώστε η πράξις μας να μην είναι αναιτιολόγητος, τόσον δε σοβαράς ώστε να εκφοβήσουν ημάς και να μας αναγκάσουν να ζητήσωμεν εξασφάλισιν. Ήδη προ πολλού εζητήσαμεν τούτο, ότε η ειρήνη διήρκει ακόμη, και επέμψαμεν προς σας διά να ομιλήσωμεν περί της αποστατήσεως· αλλ' ημποδίσθημεν ένεκα της μη παραδοχής σας· σήμερον δε, επειδή οι Βοιωτοί μας προσεκάλεσαν, υπηκούσαμεν ευθύς. Ενομίσαμεν ότι έπρεπε να χωρισθώμεν και από τους Έλληνας διά να μη τους αδικώμεν μετά των Αθηναίων, αλλά να ενεργήσωμεν μαζί σας την απελευθέρωσίν των, και από τους Αθηναίους διά να τους προλάβωμεν και να μη καταστραφώμεν υπ' αυτών βραδύτερον. Είναι αληθές ότι η αποστασία ημών εγένετο ταχύτερον αφ' ό,τι έπρεπε και απροπαράσκευα· αλλά τούτο είναι ισχυρότερος λόγος να μας δεχθήτε συμμάχους και να μας αποστείλητε ταχείαν βοήθειαν, όπως φανήτε ότι ηξεύρετε να προστατεύετε τους αξίους προστασίας και συγχρόνως να βλάπτετε τους εχθρούς. Ευκαιρίαν καλλιτέραν ταύτης δεν θα εύρετε. Διότι οι Αθηναίοι εξηντλήθησαν και υπό της νόσου και υπό της χρηματικής δαπάνης· εκ των πλοίων των δε τα μεν ευρίσκονται γύρω εις την χώραν σας, τα δε προσδιωρίσθησαν προς υποδούλωσιν ημών, ώστε δεν είναι πιθανόν ότι θα απαντήσετε πολλά πλοία των, εάν κατά το θέρος τούτο εισβάλητε και εκ δευτέρου διά θαλάσσης συγχρόνως και διά ξηράς. Εν τη περιπτώσει δε ταύτη ή δεν θα αντισταθούν εναντίον σας, όταν επιτεθήτε, ή θα φύγουν και από την χώραν σας και από την χώραν μας. Ας μη νομίση κανείς ότι περί ξένης γης θέλει εκτεθή εις ατομικούς κινδύνους. Η Λέσβος θα ευρίσκεται εγγύτατα διά να ωφελήση εκείνον, όστις την νομίζει απομακρυσμένην. Διότι ο πόλεμος δεν θα γίνη εις την Αττικήν, ως νομίζουν, αλλ' εις την χώραν ένεκα της οποίας η Αττική ωφελείται. Αι χρηματικαί πρόσοδοι των Αθηναίων προέρχονται από τους συμμάχους, θα αυξήσουν δε αύται ακόμη περισσότερον, εάν υποδουλώσουν ημάς· διότι ουδείς άλλος θέλει αποστατήσει πλέον, και τα εισοδήματα των θέλουν αυξηθή διά των ημετέρων φόρων, θέλομεν δε πάθει πλειότερα δεινά παρ' όσα έπασχον οι προ της υποδουλώσεως ημών υπήκοοί των. Εάν όμως μας βοηθήσετε προθύμως, και πόλιν θα αποκτήσετε μαζί σας έχουσαν μέγα ναυτικόν, του οποίου τα μάλιστα έχετε ανάγκην, και τους Αθηναίους ευκολώτερον θέλετε καταβάλη αποσπώντες χωρίς βίαν απ' αυτών τους συμμάχους (διότι θαρραλεώτερον θα προσέρχεται προς σας καθένας), και την κατηγορίαν την οποίαν είχετε μέχρι τούδε θα αποφύγετε, ότι δεν βοηθείτε τους από των Αθηναίων αποστατούντας. Εάν δε φανήτε ελευθερωταί, τότε η νίκη θα σας είναι ασφαλεστέρα.
14. » Σεβασθέντες λοιπόν και τας προς σας ελπίδας των Ελλήνων και τον Δία τον Ολύμπιον, εντός του ναού του οποίου καθήμεθα ως ικέται, βοηθήσατε τους Μυτιληναίους γινόμενοι σύμμαχοι ημών και μη μας εγκαταλείψετε, πού μολονότι εκθέτομεν την ζωήν μας εις κίνδυνον ατομικόν, εν τούτοις θα παράσχωμεν εις όλους εν περιπτώσει επιτυχίας ωφέλειαν κοινήν, αλλ' επίσης γενικωτέραν βλάβην, εάν, διότι δεν θα επείθεσθε σεις, ηθέλαμεν αποτύχει. Φανήτε άνδρες, οποίους και οι Έλληνες σας περιμένουσι και ο φόβος ημών σας επιθυμεί».
15. Ταύτα είπον οι Μυτιληναίοι. Οι δε Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, αφού τους ήκουσαν, δεχθέντες τας προτάσεις και τους Λεσβίους έκαμαν συμμάχους, και εις τους παρόντας συμμάχους παρήγγειλαν να υπάγουν ταχέως εκ των δύο μέρων εις τον ισθμόν διά να εισβάλουν εις την Αττικήν, και αυτοί πρώτοι έφθασαν εις τον ισθμόν, και μηχανάς προητοίμασαν διά να σύρουν τα πλοία και τα μεταφέρουν άνωθεν του ισθμού εκ της Κορίνθου εις την προς τας Αθήνας θάλασσαν, διότι εσκόπευον να επιτεθούν συγχρόνως και διά ξηράς και διά θαλάσσης. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι προθύμως έπραττον ταύτα· οι δε άλλοι σύμμαχοι απασχολημένοι εις την συγκομιδήν των καρπών και κουρασθέντες από τους πολέμους βραδέως συνηθροίζοντο.
16. Εννοήσαντες δε οι Αθηναίοι ότι αι προετοιμασίαι εκείναι εγίνοντο, διότι τους ενόμιζον αδυνάτους ηθέλησαν να αποδείξουν ότι η κρίσις των δεν ήτο ορθή, και ότι, χωρίς να καλέσουν οπίσω τον εν Λέσβω στόλον, ηδύναντο να αποδιώξουν εύκολα τον επερχόμενον από της Πελοποννήσου. Οπλίσαντες λοιπόν εκατόν πλοία και εισελθόντες εις αυτά αυτοί και οι μέτοικοι, πλην των ιππέων και των πεντακοσιομεδίμνων, παρέπλευσαν τον ισθμόν κάμνοντες επίδειξιν των δυνάμεων των και αποβιβαζόμενοι όπου ήθελον. Οι δε Λακεδαιμόνιοι βλέποντες τοιαύτην τόλμην, ενόμισαν ότι οι Λεσβίοι τους ηπάτησαν και ότι η επιχείρησις, την οποίαν εσκόπευαν, δεν θα ήτο δυνατόν να πραγματοποιηθή. Και επειδή οι σύμμαχοι δεν εφαίνοντο και ανηγγέλλετο ότι τα τριάκοντα πλοία των Αθηναίων τα περιπλέοντα την Πελοπόννησον κατέστρεφον τους αγρούς της Λακεδαίμονος, επέστρεψαν εις τα ίδια. Ύστερον δε παρεσκεύασαν ναυτικόν διά να το στείλουν εις την Λέσβον και εζήτησαν παρά των πόλεων να δώσουν αυταί τεσσαράκοντα πλοία και διώρισαν ναύαρχον τον Αλκίδαν, ο οποίος έμελλε να διεξαγάγη την εκστρατείαν εκείνην. Ανεχώρησαν δε και οι Αθηναίοι με τα εκατόν πλοία, ότε είδαν εκείνους αναχωρήσαντας.
17. Και κατά την εποχήν εκείνην, ότε εξέπλεον τα πλοία ταύτα, αι Αθήνας είχον πλοία πολλά και λαμπρά εις ενέργειαν, όμοια δε και ακόμη περισσότερα κατά την έναρξιν του πολέμου. Διότι και την Αττικήν και την Εύβοιαν και την Σαλαμίνα εφύλασσον με εκατόν, και περί την Πελοπόννησον ήσαν άλλα εκατόν, χωρίς να υπολογίσωμεν τα περί την Ποτείδαιαν και τα εις άλλα μέρη· εις τρόπον ώστε, εις έν μόνον θέρος, ο αριθμός όλων των πλοίων ανήλθεν εις διακόσια και πεντήκοντα. Η διατήρησις του στόλου τούτου και η πολιορκία της Ποτειδαίας εξήντλησαν ολίγον κατ' ολίγον τον δημόσιον θησαυρόν. Διότι την Ποτείδαιαν επολιόρκουν στρατιώται λαμβάνοντες δύο δραχμάς (διότι έκαστος αυτών είχε μίαν δραχμήν καθ' ημέραν και μίαν διά τον υπηρέτην του), τρισχίλιοι μεν όντες οι πρώτοι, οίτινες έμειναν καθ' όλην την διάρκειαν της πολιορκίας, εξακόσιοι δε και χίλιοι οι μετά του Φορμίωνος ελθόντες, οι οποίοι όμως δεν έμειναν μέχρι τέλους. Όλα τα πληρώματα των πλοίων ελάμβανον τον αυτόν μισθόν. Τα μεν χρήματα λοιπόν τοιουτορόπως εξωδιάσθησαν και τοιούτος ήτον ο αριθμός των εξωπλισμένων πλοίων.
18. Οι δε Μυτιληναίοι, κατά την αυτήν εποχήν, που οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν περί τον ισθμόν, αυτοί και οι επίκουροι αυτών εστράτευσαν διά ξηράς εναντίον της Μηθύμνης, ελπίζοντες ότι ήθελον την κυριεύσει διά προδοσίας· προσβαλόντες όμως αυτήν και ιδόντες ότι δεν παρεδίδετο ανεχώρησαν διά της Αντίσσης, της Πύρρας και της Ερέσου· καταστήσαντες δε τα αμυντικά μέσα των πόλεων τούτων ασφαλέστερα και ενδυναμώσαντες τα τείχη, επέστρεψαν ταχέως εις τα ίδια. Μετά την αναχώρησιν αυτών εξεστράτευσαν οι Μηθυμναίοι κατά της Αντίσσης· αλλά υποστάντες επίθεσιν από τους εξελθόντας Αντισσαίους και τους βοηθήοαντας αυτούς εφονεύθησαν πολλοί, οι δε λοιποί ανεχώρησαν βιαστικά. Οι δε Αθηναίοι μαθόντες ταύτα, ότι οι Μυτιληναίοι ήσαν κύριοι της χώρας και ότι οι Αθηναίοι στρατιώται δεν ήσαν ικανοί δια να τους συγκρατούν, στέλλουν εις την αρχήν του φθινοπώρου τον στρατηγόν Πάχητα τον Επικούρου μετά χιλίων στρατιωτών αυτών. Οι στρατιώται ούτοι, εκτελούντες οι ίδιοι χρέη κωπηλατών, έφθασαν και περιετείχισαν την Μυτιλήνην δι' απλού τείχους κυκλοτερούς, οικοδομήσαντες συγχρόνως και φρούρια επί διαφόρων υψηλών μερών. Και η μεν Μυτιλήνη, ούτω στενώς επολιορκείτο από τα δύο μέρη και διά ξηράς και διά θαλάσσης, και ο χειμών ήρχιζε να γίνεται επαισθητός.
19. Έχοντες δε οι Αθηναίοι ανάγκην χρημάτων διά να εξακολουθήσουν την πολιορκίαν κατέβαλαν αυτοί πρώτοι συνεισφοράν εκ διακοσίων ταλάντων και έστειλαν προς τους συμμάχους των διά να συνάξουν χρήματα δώδεκα πλοία υπό τας διαταγάς του στρατηγού Λυσικλέους και τεσσάρων άλλων. Ο Λυσικλής περιπλέων διάφορους παραλίας συνήθροιζε χρήματα, και προχωρήσας εις την Καρίαν διά της πεδιάδος του Μαιάνδρου, από της Μυούντος μέχρι του Σανδίου λόφου, προσεβλήθη υπό των Καρών και των Αναιιτών και εχάθη μαζί με το περισσότερον μέρος του στρατού του.
20. Κατά τον αυτόν χειμώνα οι Πλαταιείς (πολιορκούμενοι πάντοτε υπό των Πελοποννησίων και των Θηβαίων), επειδή επιέζοντο υπό της πείνης και δεν ήλπιζαν ούτε βοήθειαν εκ των Αθηνών ούτε σωτηρίαν εξ άλλου μέρους, απεφάσισαν, συνεννοηθέντες μετά των συμπολιορκουμένων Αθηναίων, πρώτον μεν να εξέλθουν όλοι ομού και να υπερβούν τα τείχη των εχθρών, εάν κατώρθωναν ν' ανοίξουν διά της βίας διέξοδον. Του σχεδίου τούτου εισηγηταί ήσαν ο μάντις Θεαίνετος ο Τολμίδου και ο στρατηγός Ευμολπίδης ο Δαϊμάχου· έπειτα οι μεν ημίσεις εδίστασαν, νομίσαντες μεγάλον τον κίνδυνον, διακόσιοι δε και είκοσιν άνδρες επέμειναν μόνοι να εκτελέσουν την έξοδον διά του ακολούθου τρόπου. Έκαμαν κλίμακας ίσας με το τείχος των πολεμίων· εμέτρησαν δε αυτό κατά προσέγγισιν, οδηγούμενοι από τας επιστρώσεις των πλίνθων των τεθειμένων προς το μέρος των Πλαταιών και τας οποίας είχον αμελήσει να σκεπάσουν διά κονιάματος. Πολλοί συγχρόνως ηρίθμουν τας επιστρώσεις, και οι μεν ενδεχόμενον ήτο να σφάλλουν, οι δε περισσότεροι να επιτύχουν την αληθή αρίθμησιν. ’λλως δε επανελάμβανον πολλάκις την αρίθμησιν, και η απόστασις δεν ήτο τοσαύτη, ώστε να μη διακρίνουν εύκολα το μέρος, το οποίον ήθελον. Την μεν καταμέτρησιν λοιπόν των κλιμάκων τοιουτοτρόπως έλαβον, εικάσαντες το μέτρον εκ του πάχους μιας πλίνθου.
21. Το δε τείχος των Πελοποννησίων τοιούτον ήτο κατά την οικοδομήν. Είχε μεν δύο περιβόλους, τον ένα προς τας Πλαταιάς και τον άλλον εστραμμένον προς τα έξω, διά να αντισταθούν προς τας βοηθείας, αι οποίαι πιθανόν να ήρχοντο εξ Αθηνών, απείχον δε οι περίβολοι απ' αλλήλων δεκαέξ πόδας ολοκλήρους. Εις το μεταξύ των δεκαέξ τούτων ποδών διάστημα ήσαν κτισμένα οικήματα μοιρασμένα εις τους φύλακας, και ήσαν τοσούτον συνεχή, ώστε εφαίνοντο ως έν τείχος παχύ έχον αμφοτέρωθεν επάλξεις. Από δέκα δε εις δέκα επάλξεις υψούντο πύργοι μεγάλοι και ίσον πλάτος έχοντες με το τείχος, και κατείχον όλον το διάστημα το περιλαμβανόμενον μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού μετώπου, ούτως ώστε να μη υπάρχη διάβασις πλησίον των πύργων, αλλά να συνέχωνται δι' οπών ανοικτών εις το κέντρον αυτών. Κατά τας νύκτας λοιπόν, οπότε ο χειμών ήτο βροχερός, τας μεν επάλξεις εγκατέλειπαν, εφρούρουν δε εις τους πύργους, οίτινες ήσαν στεγασμένοι και απείχον ολίγον απ' αλλήλων. Το μεν τείχος λοιπόν διά του οποίου περιεφρουρούντο οι Πλαταιείς ήτο τοιούτον.
22. Ούτοι δε, άμα ητοιμάσθησαν, περιμείναντες νύκτα χειμερινήν, βροχεράν και συνάμα ασέληνον, εξήλθον της πόλεως· επί κεφαλής δ' αυτών ήσαν οι αίτιοι της επιχειρήσεως. Και πρώτον μεν διέβησαν την τάφρον ήτις περιέβαλλεν αυτούς, έπειτα δε επλησίασαν εις το τείχος των πολεμίων διαφυγόντες την προσοχήν των φυλάκων, οίτινες ούτε να τους ιδούν ηδύναντο ένεκα του σκότους, ούτε να ακούσουν τον κρότον των πλησιαζόντων βημάτων των ένεκα του ανέμου ο οποίος εβόϋζε δυνατά· εκτός τούτου οι Πλαταιείς ήσαν εις μακράν απόστασιν απ' αλλήλων, διά να μη τους προδώσουν τα αλληλοσυγκρουόμενα όπλα των. Ήσαν δ' ελαφρώς ωπλισμένοι και φορούντες υπόδημα μόνον εις τον αριστερόν πόδα διά να μη γλιστρούν εις τον πηλόν. Επλησίασαν λοιπόν εις τας μεταξύ των πύργων επάλξεις, όπου ήξευραν ότι ήσαν αφρούρητοι, πρώτον μεν οι φέροντες τας κλίμακας και προσήρμοσαν αυτάς· έπειτα δε ανέβησαν δώδεκα στρατιώται έχοντες ξιφίδιον και θώρακα, των οποίων ήτον αρχηγός Αμμέας ο Κοροίβου, ο οποίος και πρώτος ανέβη. Μετ' αυτόν δε ανέβαινον οι επόμενοι έξ εις καθένα από τους πύργους. Έπειτα μετά τούτους επροχώρουν άλλοι ελαφρά ωπλισμένοι με μικρά δόρατα, άλλοι δε κατόπιν έφερον τας ασπίδας των, όπως εκείνοι ευκολώτερον αναβαίνουν και τας οποίας ώφειλον να δώσουν άμα ήθελον φθάσει πλησίον των εχθρών. Οι πλειότεροι είχον ήδη αναβή, ότε ενόησαν αυτούς οι φύλακες των πύργων· διότι Πλαταιεύς τις, αναρριχηθείς εις τας επάλξεις, έρριψε κάτω μίαν κεραμίδα, ήτις πεσούσα έκαμε κρότον. Και αμέσως υψώθη βοή, οι δε πολιορκούντες ώρμησαν επί του τείχους χωρίς να ηξεύρουν πόθεν ήτο ο θόρυβος εκείνος εν μέσω της σκοτεινής και θυελλώδους νυκτός. Συγχρόνως δε οι εν τη πόλει μείναντες Πλαταιείς εξελθόντες προσβάλλουν το μέρος του τείχους το αντίθετον εκείνου διά του οποίου είχαν αναβή οι άνδρες αυτών όπως περισπάσουν την προσοχήν των Πελοποννησίων. Οι εχθροί λοιπόν θορυβηθέντες έμεναν ακίνητοι, ουδείς δ' ετόλμα να αφήση την θέσιν του αγνοών τι να εικάση περί των γινομένων. Εν τούτοις οι τριακόσιοι Πελοποννήσιοι, οίτινες είχον διαταγήν να βοηθούν, όπου ήθελεν επιστή ανάγκη, επροχώρησαν έξω του τείχους προς την βοήν, και ύψωσαν πυρά προς το μέρος των Θηβών, ίνα αναγγείλουν τον ερχομόν των εχθρών· αλλά και οι Πλαταιείς της πόλεως ύψωσαν επίσης πολλά πυρά παρεσκευασμένα εκ των προτέρων προς τον σκοπόν τούτον, ίνα οι εχθροί συγχύσουν τα πυρφόρα ταύτα σημεία, και υποπτεύοντες παν άλλο ή την αλήθειαν μη τρέξουν εις βοήθειαν πριν οι εξελθόντες Πλαταιείς διαφύγουν και εξασφαλισθούν.
23. Κατά το αυτό διάστημα οι Πλαταιείς εξηκολούθουν την ανάβασίν των· άμα δε οι πρώτοι έφθασαν εις την κορυφήν, έσφαξαν τους φύλακας και έγιναν κύριοι και των δύο πύργων καταλαβόντες τας διόδους διά να εμποδίσουν τους θέλοντας διά των διόδων τούτων να τρέξουν εις βοήθειαν. Έπειτα εφαρμόσαντες εκ του ύψους των τειχών κλίμακας εις τους πύργους ανεβίβασαν πλείστους εκ των συστρατιωτών των. Οι μεν εκ των πύργων τοξεύοντες ημπόδιζον τους ερχόμενους εις βοήθειαν και εκ των κάτω και εκ των άνω· συγχρόνως δε οι άλλοι, οίτινες ήσαν περισσότεροι, έστησαν ομού πολλάς κλίμακας και αποσπάσαντες τας επάλξεις υπερέβαινον το μεταξύ των πύργων κενόν διάστημα. Καθ' όσον διήρχοντο έμενον επί του χείλους της τάφρου και απ' εκεί ετόξευαν και ηκόντιζαν εναντίον καθενός, που προχωρών εις βοήθειαν προς το τείχος παρεκώλυε την διάβασιν των. Αφού όλοι διεπεραιώθησαν, οι εις τους πύργους ευρισκόμενοι, καταβαίνοντες τελευταίοι, έφθασαν μετά δυσκολίας εις την τάφρον, και τότε οι τριακόσιοι Πελοποννήσιοι τους εκυνήγησαν με δάδας εις τας χείρας. Αλλ' οι Πλαταιείς ευρισκόμενοι εις το χείλος της τάφρου, ηδύναντο εις το σκότος να τους διακρίνουν καλλίτερα και τους ετόξευον και τους ηκόντιζαν εις τα γυμνά μέρη του σώματος, ενώ ο εχθρός θαμβούμενος από τα φώτα δεν ηδύνατο να τους διακρίνη μέσα εις το σκότος. Τοιουτοτρόπως όλοι οι Πλαταιείς μέχρι και του τελευταίου διέβησαν την τάφρον μετά πολλής δυσκολίας και βίας· διότι ο σχηματισθείς επ' αυτής κρύσταλλος δεν ήτο τόσον στερεός ώστε να διαβούν δι' αυτού, αλλά μάλλον ήτο υδατώδης όπως συμβαίνει όταν πνέη ανατολικός μάλλον άνεμος παρά βορεινός, και η κατά την ανεμώδη εκείνην νύκτα πεσούσα χιών είχε πληρώσει ύδατος την τάφρον την οποίαν διεπέρασαν οι Πλαταιείς μόλις έχοντες την κεφαλήν εκτός του ύδατος. Εν τούτοις η απόδρασίς των έγινεν ευκολωτέρα ένεκα της βιαιότητος της θυέλλης.
24. Ορμήσαντες δ' από της τάφρου οι Πλαταιείς επροχώρουν άπαντες εις τον δρόμον, τον φέροντα προς τας Θήβας, δεξιά έχοντες τον ναόν του ήρωος Ανδροκράτους. Ενόμιζον ότι ποτέ δεν ήθελον τους υποπτεύσει ότι θα εξέλεγον την οδόν ταύτην, ήτις έφερε προς τους εχθρούς. Εν τούτοις έβλεπον τους Πελοποννησίους ότι τους εκυνήγουν με δάδας προς την οδόν την διά του Κιθαιρώνος και των Δρυός κεφαλών φέρουσαν εις τας Αθήνας. Και επί έξ μεν ή επτά σταδίους οι Πλαταιείς επροχώρουν προς τας Θήβας, έπειτα δε στρέψαντες προς τα οπίσω ηκολούθησαν τον δρόμον, που φέρει προς το όρος, εις Ερύθρας και Υσιάς· και διελθόντες τα όρη κατέφυγον εις τας Αθήνας διακόσιοι δώδεκα άνδρες. Είχον αναχωρήσει περισσότεροι· αλλά τινές εξ αυτών είχον επιστρέψει εις την πόλιν πριν αναβούν τας κλίμακας, είς μάλιστα τοξότης είχε συλληφθή κατά την εξωτερικήν τάφρον. Οι μεν λοιπόν Πελοποννήσιοι παύσαντες την καταδίωξιν επέστρεψαν εις τας θέσεις των· οι δε εν τη πόλει μείναντες Πλαταιείς ηγνόουν εντελώς τα γινόμενα· και μαθόντες παρά των επιστρεψάντων ότι ουδείς έζη εκ των συστρατιωτών των έπεμψαν κήρυκα άμα εξημέρωσε διά να συναθροίσουν διά συνθήκης τους νεκρούς· μαθόντες όμως την αλήθειαν έπαυσαν. Οι μεν Πλαταιείς λοιπόν τοιουτοτρόπως εσώθησαν διά μέσου των εχθρών.
25. Κατά τα τέλη δε του αυτού χειμώνος ο Λακεδαιμόνιος Σάλαιθος αποστέλλεται με πλοίον πολεμικόν εις Μυτιλήνην. Και φθάσας εις Πύρραν εξηκολούθησεν εκείθεν την πορείαν του διά ξηράς, και διαφυγών την προσοχήν εισήλθεν εις την Μυτιλήνην από μίαν χαράδραν, όπου το περιτείχισμα ήτο δυνατόν να το υπερβή κανείς, και είπεν εις τους άρχοντας ότι η εις την Αττικήν εισβολή έμελλε να γίνη προσεχώς, και τα τεσσαράκοντα πλοία τα προωρισμένα προς βοήθειάν των επρόκειτο να φθάσουν εντός ολίγου. Προσέθετε δε ότι αυτός είχε προαποσταλή διά να αναγγείλη ταύτα και διά να ενασχοληθή εις τας λοιπάς πολεμικάς παρασκευάς. Και οι μεν Μυτιληναίοι ενεθαρρύνθησαν και ολιγώτερον έκλινον προς την γνώμην να συνθηκολογήσουν μετά των Αθηναίων. Και ο χειμών αυτός ετελείωνε καθώς και το τέταρτον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.
26. Κατά το ακόλουθον δε θέρος οι Πελοποννήσιοι απέστειλαν εις την Μυτιλήνην τα τεσσαράκοντα δύο πλοία υπό τον Αλκίδαν τον οποίον κατέστησαν ναύαρχον εις αυτά, ούτοι δε καθώς και οι σύμμαχοι εισέβαλαν εις την Αττικήν, ίνα οι Αθηναίοι, παρενοχλούμενοι από τα δύο μέρη, μη δυνηθούν να προσβάλουν τα πλοία τα πλέοντα προς την Μυτιλήνην. Αρχηγός δε της εισβολής εκείνης ήτο ο Κλεομένης, προς πατρός θείος και επίτροπος του Παυσανίου, υιού του Πλειστοάνακτος και ανηλίκου ακόμη βασιλέως. Ελεηλάτησαν δε και τα πρότερον λεηλατηθέντα μέρη, και τα αναβλαστήσαντα, και όσα είχον παραλειφθή κατά τας προτέρας εισβολάς. Η εισβολή αύτη, μετά την δευτέραν, υπήρξε διά τους Αθηναίους η καταστρεπτικωτάτη από όλας· διότι οι Πελοποννήσιοι, περιμένοντες πάντοτε παρά της Λέσβου ειδήσεις περί των πλοίων των, τα οποία, ως επίστευαν, είχον ήδη φθάσει εκεί, διέτρεξαν όλην σχεδόν την χώραν λεηλατούντες αυτήν. Αλλ' επειδή η προσδοκία εκείνη απέβαινε ματαία και τα τρόφιμα είχαν τελειώσει, ανεχώρησαν και διελύθησαν κατά πόλεις.
27. Εν τω μεταξύ τούτω οι Μυτιληναίοι βλέποντες ότι δεν ήρχοντο τα από της Πελοποννήσου πλοία, ότι ο καιρός παρήρχετο και ότι τα τρόφιμα ήρχιζαν να τελειώνουν, αναγκάζονται να συνθηκολογήσουν προς τους Αθηναίους διά την εξής αιτίαν. Ο Σάλαιθος μη περιμένων πλέον και αυτός τα πλοία έδωκεν όπλα εις τον λαόν, ο οποίος πρότερον δεν είχε τοιαύτα, διά να κάμουν έξοδον εναντίον των Αθηναίων· αλλά μόλις ο λαός ωπλίσθη δεν ήθελε πλέον ν' ακούση τους άρχοντας, αλλά συναθροιζόμενος εις ομίλους επρόσταξε τους πλουσίους να φανερώσουν τον σίτον, τον οποίον είχαν κρυμμένον και να τον μοιράσουν εις όλους· άλλως, απειλούσαν ότι συνθηκολογούντες μετά των Αθηναίων θα παρέδιδον εις αυτούς την πόλιν.
28. Μαθόντες ταύτα οι διοικούντες, αλλά μη δυνάμενοι να εμποδίσουν τον λαόν και εννοούντες τον κίνδυνον τον οποίον ήθελον διατρέξει, εάν απεκλείοντο εκ της μετά των Αθηναίων συνθήκης, ηνώθησαν μετ' αυτού, διά να συνομολογήσουν μετά του Πάχητος και του στρατού του σύμβασιν, κατά την οποίαν οι Αθηναίοι θα ήσαν κύριοι να αποφασίσουν ό,τι ήθελαν περί των Μυτιληναίων, να εισέλθη ο στρατός των εις την πόλιν και να αποστείλουν εις τας Αθήνας οι Μυτιληναίοι πρεσβείαν διά να φροντίση περί των ιδίων των υποθέσεων. Μέχρις όμως της επιστροφής των πρέσβεων ο Πάχης υπεχρεούτο μήτε να δέση μήτε να ανδραποδίση μήτε να αποκτείνη κανένα Μυτιληναίον. Και η μεν σύμβασις αύτη εγένετο. Οι δε μετά των Λακεδαιμονίων συνεννοούμενοι καταληφθέντες υπό φόβου κατά την είσοδον του στρατού και μη νομίζοντες εαυτούς ασφαλείς εκάθισαν παρά τους βωμούς· ανεγείρας δ' αυτούς ο Πάχης τοις υπεσχέθη να μη τους βλάψη και τους παρακατέθεσεν εις την Τένεδον μέχρις ου οι Αθηναίοι ήθελαν αποφασίσει περί αυτών. Πέμψας δε και εις την ’ντισσαν τριήρεις υπέταξεν αυτήν και έλαβεν όλα τα στρατιωτικά μέτρα όσα ενόμισε κατάλληλα.
29. Οι δε εντός των τεσσαράκοντα πλοίων Πελοποννήσιοι, οίτινες ώφειλαν να φθάσουν γρήγορα, και περί την Πελοπόννησον ενδιέτριψαν πολύ και τον επίλοιπον πλουν εξετέλεσαν με αργοπορίαν· εις τρόπον ώστε η αναχώρησίς των δεν έγινε γνωστή εις τας Αθήνας ειμή αφού προσήγγισαν εις την Δήλον. Εκ της νήσου δε ταύτης μετέβησαν οι Πελοποννήσιοι εις την Ίκαρον και την Μύκονον, όπου έμαθαν κατά πρώτον ότι εκυριεύθη η Μυτιλήνη. Θέλοντες δε να βεβαιωθούν κατέπλευσαν εις το Έμβατον της Ερυθραίας· ότε δε κατέπλευσαν εις το Έμβατον, είχαν παρέλθει επτά ολόκληροι ημέραι από της αλώσεως της Μυτιλήνης. Βεβαιωθέντες δε περί της αληθείας συνεκρότησαν συμβούλιον περί των ληπτέων μέτρων· ο δε Ηλείος Τευτίαπλος είπε προς αυτούς τα εξής.
30. «Αλκίδα και αρχηγοί του Πελοποννησιακού στρατού όσοι είσθε παρόντες, η γνώμη μου είναι να πλεύσωμεν προς την Μυτιλήνην όπως ευρισκόμεθα, πριν γνωσθή ο ερχομός μας. Πολύ πιθανόν να εύρωμεν αφυλάκτους τους ανθρώπους, οίτινες μόλις προ μικρού εγένοντο κύριοι της πόλεως· προ πάντων εκ του μέρους της θαλάσσης, πού ποτέ δεν υποθέτουν ότι δύναται από αυτό να επέλθη εχθρός τις και όπου έχομεν κάθε δύναμιν όπως επιχειρήσωμεν την επίθεσιν. Είναι επίσης πιθανόν ότι και το πεζικόν αυτών θα είναι διεσπαρμένον εις τας οικίας κατά την συνήθη των νικητών αμέλειαν. Εάν λοιπόν επιτεθώμεν αίφνης και διά νυκτός, ελπίζω ότι μετά των εν τη πόλει, εάν μας έμεινεν ακόμη κανείς πιστός, θέλομεν γίνει κύριοι. Μη φοβηθώμεν τον κίνδυνον, έχοντες πεποίθησιν ότι ουδέν άλλο είναι το τοιούτον παρά νίκη εξ επιθέσεως. Ο στρατηγός, όστις και αυτός προφυλάσσεται και επιβλέπει τον εχθρόν, διά να επιχειρήση τοιαύτην επίθεσιν, πάντοτε σχεδόν αναδεικνύεται νικητής ».
31. Εκείνος μεν ταύτα ειπών δεν έπεισε τον Αλκίδαν. ’λλοι δέ τινες των εκ της Ιωνίας φυγάδων και οι συμπλέοντες Λεσβίοι τον συνεβούλευσαν, επειδή εφοβείτο τον κίνδυνον τούτον, να καταλάβη μίαν των εν τη Ιωνία πόλεων, ή την Αιολίοα Κύμην, ίνα έχοντες από την πόλιν εκείνην ορμητήριον δυνηθούν να επαναστατήσουν την Ιωνίαν (υπήρχε δε τοιαύτη ελπίς, καθότι κανείς δεν είδε δυσαρέστως την άφιξίν των). Και τους Αθηναίους ήθελον στερήσει της πρωτίστης πηγής των προσόδων των, και αυτοί θα ωφελούντο, εάν διετήρουν εκεί στόλον· ήλπιζον προσέτι ότι διά του μέσου τούτου ήθελον πείσει τον Πισσούθνην να συμπολεμήση μετ' αυτών. Ο δε Αλκίδας ουδέ ταύτα παρεδέχθη, αλλ' επέμενεν ότι, επειδή δεν ηδυνήθη να βοηθήση εγκαίρως την Μυτιλήνην, έπρεπε τάχιστα να επιστρέψη εις την Πελοπόννησον.
32. Αναχωρήσας ο εκ του Εμβάτου παρέπλεε τας ακτάς· και αποβιβασθείς εις την Μυόννησον των Τηίων έσφαξε τους πλείστους εκ των αιχμαλώτων, τους οποίους είχε συλλάβει κατά τον πλουν. ’μα δε ηγκυροβόλησεν εις τον λιμένα της Εφέσου, φθάνουν εκ των Αναίων Σάμιοι πρέσβεις λέγοντες ότι δεν ήτο συντελεστικόν προς απελευθέρωσιν των Ελλήνων να φονεύη ανθρώπους, που ούτε ωπλισμένας χείρας ύψωσαν ούτε εχθροί ήσαν, αλλά διετέλουν αναγκαστικώς σύμμαχοι των Αθηναίων· εάν δε εξηκολούθει πράττων ταύτα, ολιγίστους εχθρούς ήθελεν ελκύσει εις την φιλίαν του, μάλλον δε πολλούς φίλους ήθελε καταστήσει εχθρούς. Ο Αλκίδας πεισθείς εις τους λόγους τούτους ηλευθέρωσε και τους Χίους, οίτινες του έμεναν ακόμη αιχμάλωτοι, και άλλους τινάς· διότι εις την θέαν των πλοίων εκείνων ουδείς έφευγεν, αλλ' εξ εναντίας πάντες επλησίαζον νομίζοντες ότι ήσαν των Αθηναίων, και ουδ' εφαντάζοντό ποτε ότι πελοποννησιακός στόλος ήθελε πλησιάσει εις την Ιωνίαν ενόσω οι Αθηναίοι ήσαν κύριοι της θαλάσσης.
33. Αναχωρήσας δ' εκ της Εφέσου ο Αλκίδας έπλεε γρήγορα ωσάν να ετρέπετο εις φυγήν· διότι, ενώ ευρίσκετο ακόμη εις τα ύδατα της Κλάρου, έγινεν αντιληπτός από τα πλοία Σαλαμινίαν και Πάραλον (τα οποία έτυχον ερχόμενα εξ Αθηνών), και φοβηθείς την καταδίωξιν έπλεεν εις τ' ανοικτά, απόφασιν έχων να μη προσεγγίση θεληματικώς αλλού παρά εις την Πελοπόννησον. Αι ειδήσεις αύται έφθασαν εις τον Πάχητα και τους Αθηναίους πρώτον εκ της Ερυθραίας· κατόπιν δ' έφθασαν πανταχόθεν και επειδή η Ιωνία ήτον ατείχιστος, εφοβήθησαν πολύ μήπως οι Πελοποννήσιοι, μολονότι μη έχοντες σκοπόν να μείνουν, λεηλατήσουν τας πόλεις όσας ήθελον προσβάλει κατά τον περίπλουν αυτών. Η δε Σαλαμινία και η Πάραλος ήλθον αι ίδιαι να αναγγείλουν ότι είδον τον Αλκίδαν εις την Κλάρον. Τότε ο Πάχης έσπευσε να τον καταδιώξη, και επροχώρησε μάλιστα μέχρι της νήσου Πάτμου, αλλά βλέπων ότι δεν ηδύνατο να τον φθάση επέστρεψε. Κέρδος δε ενόμισεν, επειδή δεν συνήντησε το εχθρικόν ναυτικόν εις το πέλαγος, ότι δεν έμεινε τούτο εις κανέν άλλο μέρος όπου να στήση στρατόπεδον και να τον αναγκάση να το φυλάττη και να το περικλείση.
34. Παραπλέων δε εσταμάτησε κατά την επιστροφήν του εις το Νότιον, πόλιν των Κολοφωνίων, όπου ο λαός ούτος κατώκησεν, αφού η άνω πόλις εκυριεύθη υπό του Ιταμάνους και των βαρβάρων, τους οποίους προσεκάλεσεν εκεί εμφυλία στάσις· εκυριεύθη δε η πόλις αύτη, ότε εγίνετο εις την Αττικήν η δευτέρα εισβολή των Πελοποννησίων. Εν τούτοις οι καταφυγόντες εις το Νότιον και κατοικήσαντες εκεί ήρχισαν πάλιν τας εμφυλίους έριδας. Και μία μεν μερίς εξ αυτών εισαγαγούσα επικουρικόν στρατόν από Αρκάδας και βαρβάρους, τους οποίους είχε στείλει ο Πισσούθνης, εκλείσθη εις διατείχισμά τι· εισήλθον δ' επίσης μετ' αυτών και εκυβέρνων τας υποθέσεις όσοι από τους Κολοφωνίους της άνω πόλεως ήσαν φίλοι των Μήδων· η δε αντίπαλος μερίς αναγκασθείσα να φύγη προσεκάλεσε τον Πάχητα. Ούτος εζήτησε συνέντευξιν μετά του Ιππίου του εν τω διατειχίσματι αρχηγού των Αρκάδων, υποσχεθείς εις αυτόν ότι θα τον απέλυε πάλιν σώον και υγιά, εάν δεν εδέχετο τας προτάσεις του. Και ο μεν Ιππίας εξήλθε προς αυτόν· ο δε Πάχης τούτον μεν εφυλάκισεν, όχι όμως σιδηροδέσμιον, επιτεθείς δε εξ απροόπτου κατά του τειχίσματος εκυρίευσεν αυτό και εφόνευσεν όλους τους εν αυτώ ευρισκομένους Αρκάδας και βαρβάρους· επανέφερε δε τον Ιππίαν ως είχεν υποσχεθή· αλλ' άμα εισελθόντα τον συλλαμβάνει και τον φονεύει διά τόξου. Και απέδωκε το Νότιον εις τους Κολοφωνίους εξαιρέσας εκείνους όσοι έδειξαν φιλίαν προς τους Μήδους. Βραδύτερον οι Αθηναίοι στείλαντες οικιστάς, σύμφωνα με τους νόμους των, συνώκισαν το Νότιον, συναθροίσαντες εκ των διαφόρων πόλεων όλους τους διεσπαρμένους Κολοφωνίους.
35. Ο δε Πάχης επιστρέψας εις την Μυτιλήνην υπέταξε την Πύρραν και την Έρεσον· συλλαβών δε τον Λακεδαιμόνιον Σάλαιθον κρυμμένον εν τη πόλει αποστέλλει αυτόν εις Αθήνας μετά των εν Τενέδω κρατουμένων και των άλλων, τους οποίους υπέθετεν ως αιτίους της αποστασίας· αποπέμπει επίσης και το πλειότερον μέρος του στρατού. Μείνας δε μετά του υπολοίπου διωργάνωσε κατά το δοκούν τα της Μυτιλήνης και της λοιπής Λέσβου.
36. Ότε δ' έφθασαν οι Μυτιληναίοι και ο Σάλαιθος, οι Αθηναίοι τον μεν Σάλαιθον ευθύς εφόνευσαν, μολονότι ούτος υπέσχετο μεταξύ πολλών άλλων να απομακρύνη τους Πελοποννησίους και από των Πλαταιών, αι οποίαι επολιορκούντο ακόμη· περί δε των λοιπών διεσκέπτοντο. Εν τη οργή των απεφάσισαν όχι μόνον τους παρόντας να φονεύσουν, αλλά και όλους τους εφήβους Μυτιληναίους, και να ανδραποδίσουν τους παίδας και τας γυναίκας. Διότι εύρισκαν ασυγχώρητον το ότι απεστάτησαν χωρίς να έχουν παράπονα ως οι άλλοι· εκείνο δε το οποίον ηύξανε την οργήν των ήτο ότι ο στόλος των Πελοποννησίων, όπως βοηθήση την Μυτιλήνην, ετόλμησε να διακινδυνεύση εις τα παράλια της Ιωνίας· διότι δεν επίστευαν ότι οι Μυτιληναίοι είχαν αποστατήσει χωρίς να έχουν κατά νουν μέγα σχέδιον. Στέλλουν λοιπόν τριήρη προς τον Πάχητα, όπως αναγγείλη τα αποφασισθέντα και διατάξη αυτόν να φονεύση ταχέως τους Μυτιληναίους· αλλά κατά την επομένην ημέραν κατέλαβεν αυτούς ευθύς η μεταμέλεια και ανελογίσθησαν την σοβαρότητα και την σκληρότητα αποφάσεως, η οποία κατεδίκαζεν εις θάνατον ολόκληρον πόλιν και όχι τους αιτίους. ’μα ενόησαν τούτο οι παρόντες πρέσβεις των Μυτιληναίων και οι εν Αθήναις φίλοι των, παρεσκεύασαν τους άρχοντας ούτως ώστε να σκεφθούν και πάλιν περί του πράγματος τούτου· τους έπεισαν δε ευκόλως· διότι και οι άρχοντες ούτοι είχαν πεποίθησιν ότι οι πλείστοι των πολιτών επεθύμουν να κάμουν δευτέραν διάσκεψιν. Σχηματισθείσης λοιπόν της εκκλησίας αμέσως, ο καθείς επρότεινε την γνώμην του. Κλέων δε ο Κλεαινίτου, του οποίου η υπέρ του θανάτου γνώμη είχεν υπερισχύσει κατά την προτεραίαν, ο βιαιότερος των πολιτών εις πάσαν περίστασιν και μεγίστην έχων τότε επίδρασιν επί του δήμου, ανελθών εις το βήμα πάλιν έλεγε ταύτα.
37. «Πολλάκις και τώρα και κατά το παρελθόν υπεστήριξα ότι η δημοκρατία είναι αδύνατον να κυβερνά άλλους λαούς, και την γνώμην ταύτην ισχυροποιεί ακόμη περισσότερον η σημερινή μεταμέλειά σας περί των Μυτιληναίων. Συνηθίσαντες εις τον καθημερινόν βίον μήτε να φοβήσθε μήτε να επιβουλεύησθε αλλήλους πράττετε το αυτό και προς τους συμμάχους· και εάν η παραπειθόμενοι από την ευγλωττίαν των ή ενδίδοντες από οίκτον περιπίπτετε εις σφάλμα τι, δεν πιστεύετε ότι η αδυναμία σας θα σας αποβή επικίνδυνος και άνευ ευγνωμοσύνης εκ μέρους των συμμάχων. Δεν παρατηρείτε ότι η κυριαρχία σας είναι αληθής τυραννία επιβεβλημένη επί ανθρώπων επιβούλων, οίτινες ακουσίως υπακούουν, οίτινες, ουδεμίαν σας χρεωστούν χάριν διά τας γινομένας προς αυτούς με βλάβην ιδικήν σας χάριτας, αλλ' οίτινες σας υποτάσσονται από ανάγκην μάλλον παρά από ευγνωμοσύνην. Το δεινότατον δε πάντων είναι ότι ουδεμία πλέον σταθερότης θέλει υπάρχει εις τας αποφάσεις μας και δεν θα εννοώμεν ότι καλήτερον η πόλις μας να έχη κακούς, αλλά σταθερούς νόμους παρά καλούς αλλά ακύρους· ότι σώφρων αμάθεια είναι ωφελιμωτέρα της ακολάστου δεξιότητος· και ότι ως επί το πλείστον αι πόλεις ευδαιμονούν όταν έχουν ανθρώπους μετρίους παρ' όταν έχουν ανθρώπους συνετωτάτους· διότι ούτοι θέλουν αι ιδικαί των γνώμαι να φαίνωνται σοφώτεραι από τους νόμους και τα λεγόμενά των να κατισχύουν εις τας συνελεύσεις, ως να μη υπήρχον τάχα άλλαι μεγαλύτεραι ευκαιρίαι διά να δείξουν την ευφυίαν των, τούτου δ' ένεκα καταστρέφουν τας πόλεις· ενώ οι άλλοι, οι δυσπιστούντες προς την ιδίαν αυτών σύνεσιν, ομολογούν ότι είναι αμαθέστεροι των νόμων και ολιγώτερον ικανοί να επικρίνουν τον λόγον του ρήτορος· δίκαιοι δε όντες μάλλον κριταί παρά ρητορικοί αθληταί επιτυγχάνουν σχεδόν πάντοτε. Ούτω λοιπόν πρέπει να πράττωμεν και ημείς αντί να περιπλεκώμεθα εις αγώνα ευγλωττίας και ευφυίας και σας δίδωμεν συμβουλάς αντιθέτους προς τας πεποιθήσεις μας.
38. »Και εγώ μεν την αυτήν έχω γνώμην και απορώ με εκείνους, οίτινες επρότειναν δευτέραν διάσκεψιν περί των Μυτιληναίων και επροκάλεσαν χρονοτριβήν ήτις αποβαίνει προς όφελος των αδικησάντων (διότι η οργή του παθόντος εναντίον του αδικήσαντος γίνεται χαλαρωτέρα, ενώ η άμυνα, όταν ακολουθή αμέσως μετά την ύβριν, επειδή επέρχεται ευθύς προς αντίκρουσιν, επιβάλλει την αρμόζουσαν τιμωρίαν), απορώ δε και ποίος θέλει αντείπει εις εμέ και αποδείξει ότι αι μεν αδικίαι των Μυτιληναίων είναι ωφέλιμοι εις ημάς, αι δε συμφοραί μας καθίστανται βλαβεραί εις τους συμμάχους. Είναι φανερόν ότι βασιζόμενος εις την ρητορικήν αυτού δεινότητα ήθελε προσπαθήσει να υποστηρίξη το εναντίον, διά να αποδείξη ότι δεν εγένετο κοινή απόφασις, ή, κινούμενος από κέρδος, ήθελε παρασκευάσει μετά κόπου λόγον ευπρόσωπον, αποπειρώμενος να σας απατήση. Δυστυχώς η πολιτεία τα μεν βραβεία των τοιούτων αγώνων δίδει εις άλλους, δι' εαυτήν δε επιφυλάσσει μόνον τους κινδύνους. Του κακού τούτου αίτιοι είσθε σεις, οίτινες κακώς διανέμοντες τας αμοιβάς συνηθίζετε να παρίστασθε θεαταί των λόγων και ακροαταί των έργων. Από τους τεχνικούς λόγους των καλώς ομιλούντων κρίνετε περί των μελλόντων έργων, παρασυρόμενοι δε τοιουτοτρόπως πιστεύετε ότι τα μέχρι τούδε πραχθέντα εγένοντο ουχί όπως τα είδατε αλλ' όπως τα ακούετε παρ' αυτών· και από καινοφανή μεν λόγον τείνετε παραπολύ εις το ν' απατάσθε, υπό λόγου δε εκ πείρας ανεγνωρισμένου ως αρίστου δεν πείθεσθε, ακαθέκτως παρασυρόμενοι υπό των εκάστοτε παραδόξων και περιφρονούντες των συνήθων. Όλοι θέλετε να είσθε ρήτορες, επειδή δε τούτο δεν είναι δυνατόν, ανταγωνίζεσθε προς τους όντας τοιούτους, διά να μη φανήτε ότι ηκολουθήσατε την προηγούμενως τεθείσαν γνώμην, αλλ' ότι πρότερον επεδοκιμάσατε, αν είπη τι με ευφυίαν ο ρήτωρ. Ταχείς εις το να προαισθάνεσθε όσα σας λέγουσιν είσθε βραδείς εις το να προβλέπετε τα εξ αυτών αποβησόμενα. Ζητούντες, ούτως ειπείν, άλλα νεώτερα από όσα είνε συνηθισμένα και με τα οποία κυβερνώμεθα, ουδέ περί των παρόντων κρίνετε ορθώς. Τέλος παρασυρόμενοι υπό της τέρψεως της ακοής ομοιάζετε μάλλον με καθημένους ακροατάς σοφιστών παρά με πολίτας σκεπτομένους περί των συμφερόντων της πόλεως.
39. » Εκ τούτων των ελαττωμάτων θέλων να σας αποτρέψω αποφαίνομαι ότι οι Μυτιληναίοι την πόλιν ημών πλειότερον παρά κάθε άλλη πόλις ηδίκησαν. Και εκείνους μεν οίτινες απεστάτησαν μη δυνηθέντες να υποφέρουν την ημετέραν δεσποτείαν ή αναγκασθέντες υπό των εχθρών τους συγχωρώ· τι να είπω όμως δι' εκείνους οίτινες έχοντες νήσον μετά τειχών και μόνον κατά θάλασσαν φοβούμενοι τους ημετέρους εχθρούς, και εν τη οποία όμως (θαλάσση) ηδύναντο να αντιτάξουν προς αυτούς πλοία, είναι αυτόνομοι και απολαύουν των πρώτων τιμών; τι άλλο παρά ότι η διαγωγή των είναι συνωμοσία και επανάστασις μάλλον παρά αποστασία (διότι η αποστασία προέρχεται μόνον από καταπιεζομένους), τι άλλο τέλος παρά συνεννόησις μετά των σκληροτάτων εχθρών μας, διά να τους βοηθήσουν να μας καταστρέψουν; Το έγκλημά των είναι μεγαλύτερον παρά εάν στηριζόμενοι επί των ιδίων των δυνάμεων μας εκήρυτταν πόλεμον φανερόν. Ουδέν εχρησίμευσεν αυτοίς ως παράδειγμα, ούτε αι συμφοραί των άλλων όσοι αποστατήσαντες από ημάς υπετάγησαν ήδη, ούτε η παρούσα ευδαιμονία των τους απέτρεψεν από του να ριφθούν εις τους κινδύνους, γενόμενοι δε θρασείς προς το μέλλον και ελπίσαντες πράγματα μεγαλύτερα μεν της δυνάμεώς των, μικρότερα δε της πραγματικής θελήσεώς των έκαμαν πρώτοι πόλεμον, προτιμήσαντες την βίαν παρά την προς ημάς πίστιν· και άμα ενόμισαν ότι ήσαν ισχυρότεροι προσέβαλον ημάς χωρίς να αδικηθούν. Πολλάκις συμβαίνει ώστε αι πόλεις εις όσας έλθη απροσδόκητος ευτυχία να τρέπωνται εις την ύβριν· εξ εναντίας αι κατά τους φυσικούς νόμους ευτυχίαι είναι ολιγώτερον επικίνδυνοι των απροσδοκήτων και είναι ευκολώτερον ούτως ειπείν να αποκρούσουν την δυστυχίαν παρά να διασώσουν την ευδαιμονίαν. Έπρεπε προ πολλού ήδη οι Μυτιληναίοι να μη τιμώνται παρ' ημών τόσον ευνοϊκώτερα των άλλων· εάν εγίνετο τούτο, δεν θα περιήρχοντο εις τοιούτον βαθμόν αυθαδείας, τοσούτω μάλλον όσω έγκειται εις την φύσιν του ανθρώπου να περιφρονή τους θωπεύοντας και να σέβεται τους μη υποχωρούντας. Ας τιμωρηθούν λοιπόν σήμερον ανταξίως της αδικίας των, και μη συγχωρήσετε τον λαόν επιρρίπτοντες το σφάλμα εις τους ολιγαρχικούς. Όλοι επετέθησαν καθ' ημών ομοίως, ενώ ηδύναντο προστρέχοντες εις ημάς να αποκατασταθούν τώρα πάλιν εις την πόλιν των· αλλά προτιμήσαντες να συγκινδυνεύσουν μετά των αριστοκρατών συναπεστάτησαν. Σκέφθητε καλώς· εάν επιβάλλετε την αυτήν τιμωρίαν εις τους συμμάχους οίτινες αποστατούν αναγκαζόμενοι υπό των εχθρών και εις τους συμμάχους των οποίων η αποστασία είναι εκουσία, νομίζετε ότι θα ευρεθή κανείς, όστις δεν θέλει αποστατήσει με την πλέον παραμικράν πρόφασιν, όταν λάβη υπ' όψιν του ότι νικήσας μεν θα γίνη ελεύθερος, νικηθείς δε δεν θα πάθη τίποτε αθεράπευτον; Πολεμούντες εναντίον κάθε πόλεως θέλομεν διακινδυνεύει την περιουσίαν και τα σώματα ημών. Και εάν μεν επιτύχωμεν, θα παραλαμβάνωμεν πόλιν κατεστραμμένην και θα στερώμεθα διά παντός της προσόδου, ήτις αποτελεί την δύναμιν ημών· εάν δε αποτύχωμεν, θα προσθέτωμεν εις τους προϋπάρχοντας και άλλους εχθρούς, και τον χρόνον τον οποίον έπρεπε να διαθέτωμεν εις το να πολεμώμεν τους υπάρχοντας εχθρούς θα τον διαθέτωμεν εις το να πολεμώμεν τους ιδικούς μας συμμάχους.
40. » Δεν πρέπει λοιπόν να ελπίσουν ότι θα τύχουν συγγνώμης, διότι ημάρτησαν ανθρωπίνως, ούτε διά της πειθούς ούτε διά των χρημάτων· διότι έβλαψαν όχι χωρίς να θέλουν, αλλ' επεβουλεύθησαν ημάς εν γνώσει· είναι δε αξιοσυγχώρητα μόνα τα ακούσια σφάλματα. Εγώ και τότε και σήμερον διατείνομαι ότι δεν πρέπει να μετανοήτε διά τα άπαξ αποφασισθέντα, εάν θέλετε να αποφύγετε τους τρεις βλαπτικωτάτους διά την πολιτείαν σκοπέλους, τον οίκτον, την από τους λόγους γοητείαν και την επιείκειαν. Διότι δίκαιος οίκτος οφείλεται προς ανθρώπους ομοίους με ημάς, ουδόλως δε προς εκείνους, οίτινες είναι ανάξιοι του οίκτου ημών και οίτινες δεν θα παύσουν να είναι πάντοτε εχθροί. Οι ρήτορες πού σας ευχαριστούν με τους λόγους των δύνανται να εύρουν στάδιον εις άλλας περιστάσεις ολιγώτερον σπουδαίας από την παρούσαν, και όχι τώρα, ότε η μεν πόλις βραχείαν ηδονήν απολαύσασα θέλει ζημιωθή μεγάλως, αυτοί δε θέλουν πληρωθή καλώς διά την καλήν ομιλίαν των. Τέλος η επιείκεια οφείλεται εις τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι και θα είναι φίλοι, και όχι εις εκείνους, οι οποίοι θα μείνουν πάντοτε οι ίδιοι και την αυτήν έχθραν θα διατρέφουν πάντοτε προς ημάς. Εν ενί λόγω, εάν μεν πεισθήτε εις εμέ, θέλετε πράξει ό,τι είναι δίκαιον προς τους Μυτιληναίους και συμφέρον προς ημάς, μη πεισθέντες δε όχι μόνον αυτών την ευγνωμοσύνην δεν θέλετε επισύρει, αλλά μάλλον θα καταδικάσετε τον εαυτόν σας. Διότι, εάν η αποστασία των ήτο νόμιμος, τότε η κυριαρχία σας δεν θα είναι τοιαύτη. Εάν δε, μολονότι παράνομον ούσαν, θελήσετε εισέτι να την εξασκήτε, πρέπει επίσης παρανόμως και τούτους να τιμωρήσετε χάριν του συμφέροντος της αρχής. ’λλως παραιτήσατε την αρχήν και μετέρχεσθε ανδραγαθίαν ακίνδυνον. Μεταχειρισθήτε αυτούς όπως θα σας μετεχειρίζοντο. Διαφυγόντες τον κίνδυνον μη φανήτε πλέον απαθείς από εκείνους, που σας επεβουλεύθησαν. Ενθυμηθήτε τι θα έπραττον ούτοι πιθανώς προς σας, εάν ενίκων, και προ πάντων ότι αυτοί υπήρξαν οι πρώτοι αδικήσαντες. Οι άνευ προφάσεως προσβάλλοντές τινα επιμένουν μέχρις ου τον εξολοθρεύσουν, επειδή φοβούνται τον εκ του υπολειπομένου εχθρού κίνδυνον· διότι ο αδίκως παθών τι οργίζεται μάλλον κατά του αδικήσαντος αυτόν παρά ο παθών τι από δικαίας αιτίας. Μη γίνετε προδόται του εαυτού σας, αλλά αναλογιζόμενοι τι εμέλλετε να πάθετε, και προ πάντων πόσας θυσίας ηθέλετε υποστή, διά να τους νικήσετε, ανταποδώσατε σήμερον ό,τι εμέλλετε να πάθετε, χωρίς να δείξετε αιφνιδίαν αδυναμίαν και χωρίς να λησμονήσετε τον προ ολίγου επί των κεφαλών επικρεμασθέντα κίνδυνον. Και τούτους τιμωρήσατε αξίως και δείξατε φανερά διά παραδείγματος εις τους συμμάχους ότι πάσης αποστασίας η τιμωρία θα είναι θάνατος. ’μα γίνη γνωστή η απόφασίς σας, σπανιώτερον θα αμελήτε τους εχθρούς σας, διά να πολεμήτε τους συμμάχους σας ».
41. Ταύτα είπεν ο Κλέων· μετ' αυτόν δε ο Διόδοτος ο Ευκράτους, ο οποίος και κατά την προτέραν εκκλησίαν επολέμησε ζωηρώς το κατά των Μυτιληναίων ψήφισμα θανάτου, αναβάς και τότε εις το βήμα, είπε τα εξής.
42. « Ούτε τους προτείναντας την δευτέραν περί των Μυτιληναίων διάσκεψιν κατηγορώ, ούτε επαινώ εκείνους, που επικρίνουν την επανειλημμένην σύσκεψιν περί των σπουδαιοτάτων υποθέσεων· νομίζω δε ότι δύο πράγματα είναι εναντιώτατα εις την καλήν σκέψιν, η ταχύτης και η οργή, εκ των οποίων η μεν προέρχεται από ανοησίαν, η δε από την αγροικίαν και την μετριότητα του νου. Ο υποστηρίζων ότι η συζήτησις δεν διαφωτίζει τα πράγματα, ή ασύνετος είναι ή έχει ατομικόν συμφέρον· ασύνετος, εάν νομίζη ότι υπάρχει άλλο μέσον, διά να εκφρασθή τις περί του μέλλοντος και του αφανούς· ενδιαφερόμενος, εάν θέλων να προτείνη κάτι κακόν και μη ελπίζων ότι θα δυνηθή να υποστηρίξη διά κακών λόγων κακήν υπόθεσιν ζητή δι' επιτηδείων διαβολών να εκφοβίση τους αντιπάλους και τους ακροατάς του. Οι επικινδυνότατοι όμως πάντων είναι οι κατηγορούντες τους ανταγωνιστάς των ότι πωλούν αντί χρημάτων την ρητορικήν των τέχνην. Εάν κατηγορούν αυτούς δι' αμάθειαν, τότε η ήττα αυτών θα επέφερεν απώλειαν ρητορικής ικανότητος μόνον, όχι δε και τιμιότητος· αλλ' ενώπιον κατηγορίας επί αισχροκερδεία, εάν μεν ο ρήτωρ πείση, καθίσταται ύποπτος, εάν δε αποτύχη του σκοπού, χάνει συγχρόνως την υπόληψίν του και ως προς την φρόνησιν και ως προς την τιμιότητα του. Εις τοιαύτην δε περίστασιν η πόλις ουδόλως ωφελείται, διότι ο φόβος στερεί αυτήν των συμβούλων της, ενώ εξ εναντίας θα ηυδαιμόνει περισσότερον, εάν οι τοιούτοι κατήγοροι δεν ήσαν καλοί ρήτορες, διότι τότε δεν θα την παρέσυρον εις τόσα σφάλματα. Πρέπει δε ο αγαθός πολίτης να φαίνεται ότι προτείνει τα άριστα, όχι θέλων να εκφοβίζη τους αντιφρονούντας, αλλ' ομιλών χωρίς να εξασφαλίζη κανέν ιδιαίτερον πλεονέκτημα, η δε σώφρων πολιτεία δεν πρέπει μήτε μαζί με την υπάρχουσαν να δίδη και άλλην τιμήν εις τον πολλά και άριστα συμβουλεύοντα, μήτε όμως να μικρύνη την εις αυτόν υπάρχουσαν· όχι μόνον δεν πρέπει να τιμωρή τον αποτυγχάνοντα ρήτορα, αλλ' ούτε και να δεικνύη προς αυτόν δυσμένειαν. Διά του τρόπου τούτου ούτε ο επιτυχών εις τας προτάσεις του θα ομιλή εναντίον του αισθήματος του και διά να αρέση εις το πλήθος, όπως αξιωθή ακόμη μεγαλυτέρων τιμών, ούτε ο αποτυχών θα καταφεύγη εις αυτά τα μέσα, χαριζόμενος και αυτός διά να προσελκύση το πλήθος.
43. »Τούτων ημείς πράττομεν τα εναντία, και ακόμη εάν κανείς τα άριστα μεν συμβουλεύη, καταστή όμως ύποπτος ότι ομιλεί διά κάποιον κέρδος, φθονήσαντες αυτόν διά τα κέρδη περί των οποίων υποψίαν μόνον έχομεν, στερούμεν την πολιτείαν φανεράς ωφελείας. Εις τοιούτο δε σημείον περιήλθομεν, ώστε αι καλαί συμβουλαί, άνευ ρητορικων στολισμάτων λεγόμεναι, δεν είναι ολιγώτερον ύποπτοι των κακών. Είναι λοιπόν ανάγκη όχι μόνον ο προτείνων ολεθριωτάτην πρότασιν να πείθη το πλήθος δι' απάτης, αλλά και η μάλλον ωφέλιμος γνώμη πρέπει να περιβάλλεται με ψεύδος, διά να γίνη πιστευτή. Ένεκα του φιλυπόπτου αυτής χαρακτήρος η πόλις ημών είναι η μόνη την οποίαν δεν δύναται κανείς να υπηρετήση φανερά και χωρίς να την απατήση. Ο δίδων φανερώς ωφέλιμον συμβουλήν διεγείρει υπονοίας ότι επιζητεί κρυφίως κάποιαν ατομικήν αμοιβήν. Πρέπει δε, προκειμένου περί των μεγίστων συμφερόντων και εις τοιαύτην κρίσιμον περίστασιν, να απαιτήτε να λέγωμεν κάτι ημείς των οποίων η διάνοια φθάνει μακρύτερα από σας, οι οποίοι δι' ολίγην ώραν σκέπτεσθε, προ πάντων επειδή ημείς είμεθα υπεύθυνοι σύμβουλοι και σεις ανεύθυνοι ακροαταί. Εάν όμως υφίστατο ζημίαν και ο πείσας και ο πεισθείς, αι αποφάσεις θα ήσαν δικαιότεραι· σήμερον δε, εάν περιπίπτετε ενίοτε εις σφάλματα παρασυρόμενοι υπό της ορμής, την οποίαν θα τύχη να έχετε, τιμωρείτε μόνον την γνώμην του πείσαντος, όχι δε και τας ιδικάς σας, αι οποίαι, μολονότι πολλαί, συνημάρτησαν.
44. » Εγώ δε ανέβην εις το βήμα, όχι διά να αντείπω εις τα κατά των Μυτιληναίων αποφασισθέντα ουδέ διά να κατηγορήσω αυτούς. Διότι, εάν κρίνωμεν φρονίμως τα πράγματα, όχι περί της αδικίας εκείνων πρόκειται εις ημάς συζήτησις, αλλά ποία η συμφερωτέρα δι' ημάς απόφασις. Και εάν αποδειχθή ότι είναι εις τον ανώτατον βαθμόν ένοχοι, δεν θα συμβουλεύσω διά τούτο ότι είναι άξιοι θανάτου, καθώς επίσης δεν θα τους συγχωρήσω ειμή καθ' όσον συμφέρει εις την πολιτείαν. Νομίζω δε ότι πρέπει να σκεφθώμεν μάλλον διά το μέλλον παρά διά το παρόν. Και μολονότι ο Κλέων ισχυρίζεται ότι η θανατική ποινή θα είναι ωφέλιμος εις το μέλλον, διότι θα ελαττώση τας αποστασίας, εγώ αποβλέπων εις την μέλλουσαν ησυχίαν μας ισχυρίζομαι τα εναντία. Μη παρασυρθήτε από την ευπρέπειαν του λόγου του και ούτως απορρίψετε την από του ιδικού μου λόγου ωφέλειαν· διότι ο λόγος του, ένεκα της οργής, την οποίαν έχετε εναντίον των Μυτιληναίων, δύναται να σας φανή δικαιότερος και να σας πείση· ημείς όμως δεν δικαζόμεθα προς αυτούς ώστε να έχωμεν ανάγκην δικαιοσύνης, αλλά σκεπτόμεθα περί αυτών κατά πόσον ο θάνατος ή η σωτηρία των συμφέρει προς ημάς.
45. »Εις τας πλείστας πόλεις η ποινή του θανάτου είναι καθιερωμένη διά πολλά εγκλήματα, των οποίων τινά δεν εξισούνται με το των Μυτιληναίων· όμως παρασυρόμενοι από την ελπίδα οι άνθρωποι αψηφούν τον κίνδυνον, και ουδείς μέχρι τούδε εξετέθη εις αυτόν πιστεύων ότι δεν θα επιτύχη εις το κατά των εχθρών επιχείρημα του· επίσης ποία πόλις αποστατούσα επεχείρησε τούτο χωρίς να έχη αρκούσαν βεβαιότητα ότι θα υποστηριχθή είτε από τα ιδικά της μέσα είτε από τας δυνάμεις των συμμάχων; Είναι φυσικόν εις όλους τους ανθρώπους να σφάλλουν και εις τον ιδιωτικον βίον και εις τον δημόσιον, ουδέ υπάρχει νόμος δυνάμενος να εμποδίση τούτο, διότι οι άνθρωποι εδοκίμασαν διαδοχικώς όλας τας τιμωρίας επαυξάνοντες αυτάς κατά μικρόν, διά να προφυλάσσωνται περισσότερον από τους κακούργους. Είναι μάλιστα πιθανόν ότι άλλοτε αι ποιναί ήσαν ηπιώτεραι διά τα μέγιστα εγκλήματα· αλλ' επειδή τα περιεφρόνουν, ανέβησαν αι πολλαί τούτων διά του χρόνου εις τον θάνατον· και με αυτόν όμως οι άνθρωποι παραβαίνουν τους νόμους. Ή πρέπει λοιπόν να εύρωμεν άλλο φόβητρον τρομερώτερον, ή να ομολογήσωμεν ότι η θανατική ποινή είναι ανωφελής. Όλοι οι άνθρωποι ωθούνται προς τους κινδύνους· ο μεν πτωχός ενθαρρύνεται υπό της ανάγκης, ο δε πλούσιος υπό της υπερηφανείας του πλούτου, οι δε τυχόν άλλοι υπό άλλων παθών τα οποία έχουσι και τα οποία τους παρασύρουν. Η ελπίς και η επιθυμία ευρίσκονται πανταχού· η επιθυμία προηγείται, η ελπίς ακολουθεί· εκείνη μεν σχεδιάζουσα την επιχείρησιν, αύτη δε υποδεικνύουσα την ευκολίαν της επιτυχίας, προξενούν τα μεγαλύτερα δυστυχήματα· και επειδή είναι αφανείς, διά τούτο είναι φοβερώτεροι των φανερών κινδύνων. Εκτός τούτων συντελεί όχι λιγώτερον εις την παρακίνησιν ημών και η τύχη· διότι παρισταμένη απροσδοκήτως και από μικρών αφορμών παρασύρει τον άνθρωπον προς τους κινδύνους, και προ πάντων τας πόλεις, μάλιστα διότι πρόκειται περί δύο μεγάλων ζητημάτων ως προς αυτάς, ήτοι περί της ελευθερίας ή της των άλλων αρχής, και έκαστος ενούμενος μετά των συμπολιτών του νομίζει ότι είναι κάπως ισχυρότερος παρά όσον είναι πράγματι. Εν συντόμω φρονώ παράλογον και πολύ βλακώδες το να πιστεύωμεν, ότι η ανθρωπίνη φύσις, όταν παρασύρεται βίαια προς πράξίν τινα, είναι δυνατόν να αποτραπή είτε διά της ισχύος των νόμων είτε διά κανενός φόβου.
46. » Δεν πρέπει λοιπόν μήτε να εκφέρητε κακήν απόφασιν πιστεύοντες ότι η θανατική ποινή παρέχει εγγύησιν, μήτε να αφαιρέσητε από τους αποστατήσαντας κάθε ιδέαν μετανοίας και ταχείας εξαλείψεως του εγκλήματός των. Σκεφθήτε ότι σήμερον, εάν καμμία πόλις αποστατήση και ιδή ότι δεν είναι ικανή να υπερισχύση, δύναται να έλθη εις συμβιβασμόν ενόσω ακόμη είναι εις κατάστασιν να αποζημιώση διά τα έξοδα του πολέμου και εις το μέλλον να πληρώνη φόρους· εν εναντία περιπτώσει, νομίζετε ότι θα ευρίσκετο, πόλις η οποία δεν ήθελε παρασκευασθή τελειότερον παρ' ό,τι τώρα αι πόλεις παρασκευάζονται και δεν ήθελεν υποστή την μέχρι τελείας εξαντλήσεως πολιορκίαν, εάν ήξευρεν ότι ουδεμία υπήρχε διαφορά μεταξύ ταχείας υποταγής και παρατάσεως του αγώνος; δεν θα ήτο δε και εις ημάς επιζήμιον να δαπανώμεν διά πολιορκίαν πόλεως απόφασιν εχούσης να μη παραδοθή, αφού δε την κυριεύομεν, να την ευρίσκωμεν κατεστραμμένην και να χάνωμεν του λοιπού τας εξ αυτής προσόδους ; Και όμως διά των προσόδων τούτων είμεθα ισχυροί εναντίον των εχθρών ημών. Δεν πρέπει λοιπόν να βλάπτωμεν ημάς αυτούς τιμωρούντες αυστηρώς τους αμαρτάνοντας, αλλ' ας προσπαθώμεν μάλλον διά μετρίων ποινών να έχωμεν τας πόλεις ακμαίας εις πλούτον, εξαρτώντες την φύλαξιν αυτών όχι από την αυστηρότητα των νόμων αλλ' από την πραγματικήν επιμέλειαν. Σήμερον πράττομεν τα εναντία τούτων. Εάν υποδουλώσωμεν ένα λαόν ελεύθερον του οποίου διά της βίας άρχομεν και ο οποίος αποστατεί κατά φυσικόν νόμον χάριν της αυτονομίας του, νομίζομεν ότι πρέπει να τον τιμωρήσωμεν αυστηρώς. Εν τούτοις δεν πρέπει να τιμωρώμεν απηνώς άνδρας ελευθέρους οίτινες αποστατούσιν, αλλά πρέπει να τους επιτηρώμεν αυστηρά πριν αποστατήσουν και να προλαμβάνωμεν μηδέ εις την φαντασίαν των να έρχεται τοιαύτη ιδέα, ή, αφού τους υποτάσσωμεν, να μη επιρρίπτωμεν την ενοχήν που αρμόζει να επιρρίπτωμεν παρά εις όσον το δυνατόν ολίγους.
47. » Σκέφθητε πόσον θα σφάλετε πειθόμενοι εις τον Κλέωνα. Σήμερον εις όλας τας πόλεις ο λαός είναι ευνοϊκός προς σας και δεν επαναστατεί μετά των ολιγαρχικών, παρά, εάν βιασθή, αμέσως γίνεται εχθρός εκείνων οίτινες τον ηνάγκασαν να αποστατήση· και όταν εκστρατεύετε εναντίον πόλεως εχθρικής, έχετε σύμμαχον· το πλήθος αυτής. Εάν όμως εξολοθρεύσετε τον λαόν των Μυτιληναίων, ο οποίος όχι μόνον δεν μετέσχε της αποστασίας, αλλ' άμα έλαβεν όπλα παρέδωκεν εκουσίως την πόλιν, πρώτον μεν θα αδικήσετε φονεύοντες τους ευεργέτας, έπειτα δε θα πράξετε διά τους ισχυρούς των ανθρώπων εκείνο, το οποίον κατ' εξοχήν επιθυμούν διότι, αποστατούντες ούτοι τας πόλεις, ευθύς θα έχουν σύμμαχον τον δήμον, αφού σεις εδείξατε προηγουμένως ότι η αυτή ποινή περιμένει και τους αθώους και τους ενόχους. Πρέπει δε, και εάν είναι ένοχοι, να υποκρινώμεθα ότι δεν είναι, διά να μη καταστήσωμεν εχθρόν τον μόνον σύμμαχον, ο οποίος μας μένει. Νομίζω δε ότι είναι πολύ συμφερώτερον προς διατήρησιν της αρχής να αδικηθώμεν εκουσίως παρά να εξολοθρεύσωμεν δικαίως ανθρώπους, τους οποίους πρέπει να φεισθώμεν προς το συμφέρον της πόλεως. Και ό,τι ο Κλέων υποστηρίζει ως δίκαιον να γίνη και ως συμφέρον δεν είναι δυνατόν να είναι τοιούτον συγχρόνως (δίκαιον και συμφέρον).
48. » Σεις δε αναγνωρίζσντες ότι ταύτα είναι συμφερώτερα, και μήτε εις τον οίκτον μήτε εις την επιείκειαν ενδίδοντες περισσότερον (κατά των οποίων εγώ πρώτος θα είχον καθήκον να σας προφυλάξω) ακούσατε μόνον την φωνήν του ορθού λόγου. Δικάσατε χωρίς μεγάλην βιασύνην τους Μυτιληναίους, τους οποίους ο Πάχης έπεμψεν ως ενόχους, τους δε άλλους αφήσατε να ζουν ήσυχα εις τας οικίας των. Η πράξις αύτη και διά το μέλλον είναι ωφέλιμος και από τούδε διά τους εχθρούς φοβερά· διότι ο φρόνιμα σκεπτόμενος είναι ισχυρότερος παρά ο μετά πραγματικής μεν δυνάμεως, αλλ' αφρόνως προσβάλλων τους εχθρούς ».
49. Ταύτα είπεν ο Διόδοτος. Αφού δε ειπώθησαν αι τελείως αντίθετοι μεταξύ των γνώμαι αύται, οι Αθηναίοι εφιλονείκησαν μεν ως προς την απόφασιν, και μάλιστα αι ψήφοι διηρέθησαν, υπερίσχυσεν όμως η γνώμη του Διοδότου. Ευθύς λοιπόν, έστειλαν δεύτερον πολεμικόν πλοίον, ίνα μη το άλλο, το οποίον είχεν εκπεμφθή μίαν ημέραν και μίαν νύκτα πρότερον, φθάση πρώτον και ευρεθή κατεστραμμένη η Μυτιλήνη. Αφού δε επρομήθευσαν οι Μυτιληναίοι πρέσβεις εις το πλοίον, οίνον και άλευρον και πολλά υπεσχέθησαν, εάν έφθανον εγκαίρως οι εις αυτό εισελθόντες. Τοσαύτη δε κατεβλήθη ταχύτης εις τον πλουν, ώστε οι κωπηλάται εκωπηλάτουν τρώγοντες συγχρόνως άλευρα ζυμωμένα με οίνον και έλαιον, και οι μεν εκοιμώντο, οι δε εκωπηλάτουν αλληλοδιαδόχως. Κατά τύχην δε επειδή δεν εσηκώθη άνεμος κανείς αντίθετος και το πρώτον πλοίον το οποίον έφερε την τρομεράν διαταγήν δεν έπλεε ταχέως, η δε άλλη έσπευδε τοιουτοτρόπως, η μεν πρώτη τοσούτον μόνον επρόλαβε την δευτέραν όσον ήρκει να αναγνώση ο Πάχης το ψήφισμα και να ετοιμάση τα προς εκτέλεσιν αυτού· η άφιξις όμως της τελευταίας τον ημπόδισεν. Ούτω λοιπόν παρ' ολίγον να καταστραφή η Μυτιλήνη.
50. Οι δε άλλοι Μυτιληναίοι, τους οποίους είχε πέμψει ο Πάχης ως πρωτίστους αιτίους της αποστασίας, εθανατώθησαν υπό των Αθηναίων κατά πρότασιν του Κλέωνος· και ήσαν ούτοι ολίγον περισσότεροι των χιλίων. Κατεδαφίσαντες δε οι Αθηναίοι τα τείχη των Μυτιληναίων παρέλαβον τα πλοία. Ύστερον φόρον μεν δεν επέβαλον εις τους Λεσβίους, διαιρέσαντες δε την χώραν των, εκτός της των Μηθυμναίων, εις τρισχίλια τεμάχια, τα μεν τριακόσια αφιέρωσαν εις τους θεούς, εις δε τα άλλα έπεμψαν διά να τα καταλάβουν άποικοι Αθηναίοι, εις τους οποίους έπεσεν ο κλήρος να τα λάβουν, και οι Λεσβίοι, υποχρεωθέντες να πληρώνουν κατ' έτος δύο μνας δι' έκαστον τεμάχιον, εκαλλιέργουν αυτοί οι ίδιοι την γην. Κατέλαβαν επίσης οι Αθηναίοι και όλα τα χωρία όσα είχον οι Μυτιληναίοι εις την αντικρύ ήπειρον και υπέταξαν αυτούς υπό την κυριαρχίαν των. Και τα μεν συμβάντα της Μυτιλήνης τοιαύτα υπήρξαν.
51. Κατά το αυτό δε θέρος, μετά την άλωσιν της Λέσβου, οι Αθηναίοι υπό την στρατηγίαν Νικίου του Νικηράτου εξεστράτευσαν κατά της νήσου Μινώας, η οποία κείται προ των Μεγάρων. Οι Μεγαρείς είχαν οικοδομήσει εκεί πύργον και μετεχειρίζοντο αυτόν ως φρούριον. Ήθελε δε ο Νικίας να θέση φρουράν εις το μέρος εκείνο, το οποίον ήτο πλησιέστερον προς τους Αθηναίους παρά το Βούδορον και η Σαλαμίς, διά να παύσουν οι Πελοποννήσιοι να στέλλουν από το μέρος εκείνο κρυφίως πολεμικά πλοία και πειρατάς, το οποίον έγίνετο προηγουμένως, και εμποδισθή κάθε είσπλευσις εις τα Μέγαρα. Εκυρίευσε λοιπόν πρώτον διά θαλάσσης και διά μηχανών δύο πύργους προέχοντας, προς το μέρος της Νισαίας, και, αφού ηλευθέρωσε τον είσπλουν μεταξύ της νήσου και της ηπείρου, έκλεισε το μέρος από το οποίον ήτο δυνατόν, διά γεφύρας άνωθεν από τα τέλματα, να έλθη βοήθεια εις την νήσον μη απέχουσαν πολύ από της στερεάς. Ότε δε συνετελέσθη το έργον εις ολίγας ημέρας, ο Νικίας αφήσας εις την Μινώαν φρούριον και φρουράν επέστρεψε μετά του στρατού.
52. Κατά την αυτήν εποχήν, διαρκούντος του θέρους εκείνου, οι Πλαταιείς μη έχοντες πλέον σίτον μηδέ δυνάμενοι να υφίστανται την πολιορκίαν υπετάγησαν εις τους Πελοποννησίους κατά τον ακόλουθον τρόπον. Οι πολιορκούντες προσέβαλον το τείχος των, οι δε Πλαταιείς δεν ηδυνήθησαν να το υπερασπισθούν. Εννοήσας δ' ο Λακεδαιμόνιος στρατηγός την αδυναμίαν των διά της βίας μεν δεν ηθέλησε να κυριεύση την πόλιν (διότι εξ οδηγιών πεμφθεισών εκ Λακεδαίμονος είχε μάθει ότι, εάν ποτε εγίνετο ειρήνη με τους Αθηναίους και απεφασίζετο και υπό των δύο η απόδοσις των κυριευθεισών πόλεων, η Πλάταια έπρεπε να εξαιρεθή ως παραδοθείσα εκουσίως), έπεμψε όμως προς τους Πλαταιείς κήρυκα λέγοντα ότι, εάν συγκατετίθεντο να παραδώσουν θεληματικώς την πόλιν των εις τους Λακεδαιμονίους και να τους λάβουν ως δικαστάς, θα ετιμώρουν τους ενόχους και ουδένα θα κατεδίκαζον χωρίς να τον δικάσουν. Ταύτα είπεν ο κήρυξ, εκείνοι δε (διότι ήσαν πλέον εις την εσχάτην εξασθένησιν) παρέδωκαν την πόλιν. Και τους Πλαταιείς έτρεφον οι Πελοποννήσιοι επί τινας ημέρας, μέχρις ου έφθασαν οι εκ Λακεδαίμονος πέντε δικασταί. Ελθόντες ούτοι ουδεμίαν κατηγορίαν απήγγειλαν κατά των Πλαταιέων, αλλά προσκαλέσαντες ηρώτων αυτούς τούτο μόνον· « Εάν κατά τον παρόντα πόλεμον είχον προσφέρει εκδούλευσίν τινα εις τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους ». Εκείνοι δε ζητήσαντες να ομιλήσουν ευρύτερον ανέθεσαν το έργον τούτο εις δύο Πλαταιείς, τον Αστύμαχον τον Ασωπολάου και τον Λάκωνα τον Αειμνήστου, ο οποίος ήτο και πρόξενος των Λακεδαιμονίων. Προχωρήσαντες λοιπόν ούτοι είπον τα εξής.
53. «Την μεν πόλιν σας παρεδώσαμεν, ω Λακεδαιμόνιοι, νομίζοντες ότι η δίκη μας θα εγίνετο οπωσδήποτε δικαιοτέρα παρ' όσον γίνεται την στιγμήν ταύτην, και παρουσιάσθημεν όχι ενώπιον άλλων δικαστών, αλλ' ενώπιόν σας φρονούντες ότι από σας μόνον θα ευρίσκομεν δικαιοσύνην. Τώρα δε φοβούμεθα ότι και εις τα δύο ηπατήθημεν διότι υποπτεύομεν ευλόγως ότι πρόκειται όχι μόνον να αγωνισθώμεν κατά του θανάτου, αλλά και ότι η απόφασίς σας δεν θα είναι αμερόληπτος, συμπεραίνοντες τούτο εκ του ότι και κατηγορία εναντίον μας δεν έγινε κατά της οποίας να αντιτάξωμεν λόγους υπερασπίσεως (αλλ' ημείς αυτοί εζητήσαμεν τον λόγον) και εκ του ότι, επειδή η ερώτησίς σας είναι συνοπτική, εάν μεν είπωμεν την αλήθειαν, θα στραφή αύτη καθ' ημών, εάν δε είπωμεν ψεύδη, θα εξελεγχθώμεν ως ψεύσται. Μολονότι δε περιελθόντες εις την εσχάτην αμηχανίαν, αναγκαζόμεθα εν τούτοις και νομίζομεν ασφαλέστερον να διακινδυνεύσωμεν λέξεις τινάς προς απολογίαν μας· διότι η σιωπή ημών εις τοιαύτην περίστασιν θα μας εξέθετεν εις την μομφήν ότι δεν επράξαμεν ό,τι ήτο δυνατόν, διά να σωθώμεν. Εις τα δεινά δε ταύτα προστίθεται και η δυσκολία να σας πείσωμεν. Εάν ήμεθα άγνωστοι προς αλλήλους, θα ηδυνάμεθα να ωφεληθώμεν προσάγοντες μαρτυρίας διά τας οποίας να μη έχετε είδησιν· αλλά σήμερον θα ομιλήσωμεν προς ανθρώπους γνωρίζοντας τα πάντα, και φοβούμεθα ότι θα κρίνετε τας εκδουλεύσεις ημών κατωτέρας των ιδικών σας και θα καταλογίσετε τούτο εις ημάς ως έγκλημα, καθόσον μάλλον προς ευχαρίστησιν άλλων εισαγόμεθα εις δίκην προαποφασισμένην.
54. » Παρέχοντες όμως προς υπεράσπισίν μας δικαιολογίας ως προς τας διενέξεις ημών προς τους Θηβαίους και προς σας τους άλλους Έλληνας θέλομεν κάμει υπόμνησιν των αγαθών πράξεων ημών και θέλομεν προσπαθήσει να σας πείσωμεν. Αποκρινόμεθα λοιπόν προς την βραχείαν εκείνην επερώτησιν. «Εάν κατά τον παρόντα πόλεμον προσεφέραμεν καμμίαν εκδούλευσιν εις τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους»· εάν μεν μας ερωτάτε ως εχθρούς, δεν πρέπει να εύρετε κακόν ότι δεν σας παρέσχομεν καμμίαν υπηρεσίαν, εάν δε μας νομίζετε φίλους, τον εαυτόν σας μάλλον να κατηγορήσετε, διότι ήλθατε να μας πολεμήσετε. Ως προς δε την διαγωγήν ημών εν καιρώ ειρήνης και εν καιρώ του πολέμου κατά του Μήδου, αύτη υπήρξεν άμεμπτος· και την μεν ειρήνην δεν διελύσαμεν ημείς πρώτοι, κατά δε τον μηδικόν πόλεμον μόνοι ημείς εκ των Βοιωτών επολεμήσαμεν διά την ελευθερίαν της Ελλάδος. Μολονότι ηπειρώται, εναυμαχήσαμεν εις το Αρτεμίσιον, και κατά την μάχην την γενομένην εις την χώραν μας ηνώθημεν μαζί με σας και τον Παυσανίαν· δεν υπάρχει δε κίνδυνος απειλήσας κατ' εκείνην την εποχήν τους Έλληνας εις τον οποίον να μη μετέσχομεν περισσότερον των δυνάμεών μας. Ως προς σας δε ιδίως, ότε ο σεισμός περιέζωσε την Σπάρτην και απεχώρησαν εις την Ιθώμην οι αποστατήσαντες Είλωτες, ημείς επέμψαμεν εις βοήθειαν σας το έν τρίτον του στρατού μας· τοιαύται υπηρεσίαι δεν πρέπει να λησμονώνται.
55. »Και κατά μεν τας παλαιάς και κρισίμους εκείνας περιστάσεις τοιούτοι εφάνημεν, ύστερον όμως εγενόμεθα εχθροί. Τούτου αίτιοι είσθε σεις, διότι, ότε, εζητήσαμεν την συμμαχίαν σας ότε μας προσέβαλον διά της βίας οι Θηβαίοι, σεις μας απεκρούσατε ειπόντες να αποταθώμεν προς τους Αθηναίους υπό την πρόφασιν ότι ούτοι είναι πλησίον, σεις δε πολύ μακράν. Και κατά μεν τον πόλεμον τούτον ούτε επάθετε ούτε εκινδυνεύσατε να πάθητε τίποτε υφ' ημών. Εάν δε δεν ηθελήσαμεν να αποσπασθώμεν από τους Αθηναίους, καθώς μας εσυμβουλεύσατε, η διαγωγή μας δεν ήτο άδικος, διότι και οι Αθηναίοι εβοήθησαν ημάς εναντίον των Θηβαίων, ότε σεις ηρνήθητε να μας βοηθήσετε. Ήθελεν είσθαι αισχρόν να τους προδώσωμεν προ πάντων ότε, αφού εδέχθημεν τας ευεργεσίας των, εισήλθομεν εις την συμμαχίαν των, ζητήσαντες αυτήν, και μετέσχομεν του δικαιώματος της ισοπολιτείας. Είχομεν λοιπόν καθήκον να ακολουθώμεν προθύμως τας διαταγάς των. Εις τας διαταγάς, τας οποίας δίδετε ως ηγεμόνες οι μεν ή οι δε εις τους συμμάχους σας, εάν υπάρχη τι αξιοκατάκριτον, δεν πταίουν οι ακολουθούντες αλλ' οι αρχηγούντες, οι οποίοι δεν οδηγούσιν ορθώς.
56. » Οι δε Θηβαίοι πολλάς και άλλας αδικίας έπραξαν προς ημάς, την δε τελευταίαν γνωρίζετε σεις, διότι ένεκα ταύτης πάσχομεν ταύτα σήμερον. Εισήλθον εις την πόλιν μας εν καιρώ ειρήνης και εις ημέραν εορτής, δικαίως λοιπόν τους ετιμωρήσαμεν σύμφωνα με τον κοινώς ανεγνωρισμένον νόμον, όστις καθιεροί το δικαίωμα να απωθή τις τον επερχόμενον πολέμιον, και δεν είναι δίκαιον να μας τιμωρήσετε σήμερον χάριν αυτών. Εάν θεωρήσετε το δίκαιον αποβλέποντες εις το προσωρινόν συμφέρον σας και την έχθραν εκείνων, θέλετε φανή ότι είσθε όχι αληθείς κριταί του ορθού, αλλά μάλλον δούλοι του συμφέροντος. Εν τούτοις, εάν οι Θηβαίοι σας φαίνωνται χρήσιμοι σήμερον, ημείς όμως και οι άλλοι Έλληνες υπήρξαμεν πολύ περισσότερον άλλοτε, ότε διετρέχετε μεγαλύτερον κίνδυνον· αλλά κατ' εκείνον τον καιρόν, ότε ο βάρβαρος έφερε πανταχού την δουλείαν, οι Θηβαίοι ήσαν μετ' αυτού. Δίκαιον λοιπόν είναι εις το σημερινόν σφάλμα, εάν τωόντι εσφάλομεν, να αντισταθμίσετε την τότε προθυμίαν. Θα εύρετε δε ταύτην σχετικώς μεγαλυτέραν και εις περιστάσεις, κατά τας οποίας ήτο σπάνιον μεταξύ των Ελλήνων να αντιτάξη τις ανδρείαν κατά της δυνάμεως του Ξέρξου. Τότε επηνούντο μάλλον οι μη πράττοντες ακινδύνως τα συμφέροντα εις αυτούς ως προς την έφοδον των βαρβάρων, και εκουσίως αψηφούντες τους κινδύνους χάριν του καλού. Απ' αυτούς όντες και ημείς και τιμηθέντες άλλοτε διά των πρώτων τιμών φοβούμεθα σήμερον μήπως χαθώμεν, διότι ηκολουθήσαμεν τας αυτάς αρχάς προτιμήσαντες τους Αθηναίους χάριν της δικαιοσύνης μάλλον παρά εκ συμφέροντος. Εν τούτοις πρέπει να έχετε την αυτήν γνώμην περί των αυτών, και να μη νομίσετε ότι το συμφέρον είναι άλλο τι παρά το να δύνασθε να συμβιβάζετε την εκάστοτε ωφέλειάν σας με την σταθεράν ευγνωμοσύνην των συμμάχων.
57. »Σκεφθήτε επίσης ότι παρά των πλείστων Ελλήνων νομίζεσθε ως παράδειγμα αρετής· εάν εκφέρετε καθ' ημών άδικον απόφασιν (η δε δίκη δεν δύναται να δικασθή αφανώς, διότι και οι κρίνοντες είναι επαινούμενοι και οι κρινόμενοι αξιόμεμπτοι), προσέξατε μήπως απαρέση εις τους Έλληνας να καταδικασθούν άνδρες ανδρείοι υπό ανδρών ακόμη πλέον ανδρείων και ανατεθούν εις τα κοινά ιερά τα εκ των πτωμάτων λάφυρα ημών των ευεργετών της Ελλάδος. Θα φανή τρομερόν ότι σεις οι Λακεδαιμόνιοι επορθήσατε την Πλάταιαν, την οποίαν οι μεν πατέρες σας ως μαρτύριον ανδρείας ανέγραψαν εις τον εν Δελφοίς τρίποδα, σεις δε εξηφανίσατε σύρριζα από όλον το ελληνικόν χάριν των Θηβαίων. Ιδού λοιπόν εις ποίον σημείον συμφοράς περιήλθομεν ημείς, οι οποίοι, και οι Μήδοι εάν ενίκων, θα κατεστρεφόμεθα και σήμερον νικώμεθα υπό των Θηβαίων εμπρός εις σας, οι οποίοι άλλοτε ήσθε φίλτατοι. Δύο τρομερούς αγώνας υπέστημεν· προ μικρού μεν εκινδυνεύσαμεν να αποθάνωμεν υπό πείνης, εάν δεν παρεδίδομεν την πόλιν, τώρα δε να καταδικασθώμεν εις θάνατον, και εξ όλων των Ελλήνων ημείς οι Πλαταιείς οι τοσούτον πρόθυμοι εις το να συντρέχωμεν τους Έλληνας υπεράνω των δυνάμεων μας, ημείς μόνοι παρηγκωνίσθημεν και κατηντήσαμεν να εγκαταλειφθώμεν έρημοι και αβοήθητοι· ουδείς εκ των τότε συμμάχων μας ωφελεί, φοβούμεθα δε ότι και σεις, ω Λακεδαιμόνιοι, η μόνη ελπίς, ουδεμίαν βοήθειαν θέλετε μας παράσχει.
58. » Σας ικετεύομεν εν ονόματι των θεών των εφόρων της ημετέρας συμμαχίας και εν ονόματι της αφοσιώσεως ημών προς τους Έλληνας να καμφθήτε και να μεταβάλετε την απόφασιν την οποίαν εσχηματίσατε πεισθέντες εις τους Θηβαίους, και σας παρακαλούμεν να απαιτήσετε και σεις την χάριν να μη φονεύσετε εκείνους τους οποίους δεν αρμόζει εις σας να φονεύσετε· απολαύσατε έντιμον ευγνωμοσύνην αντί ατίμου, και μη επισύρετε εναντίον σας δυσφημίαν, διά να αρέσητε εις τους άλλους· μία στιγμή αρκεί, διά να εξαφανίση τα σώματα ημών, είναι όμως επίπονον να εξαλείψετε την δυσφημίαν από την πράξιν αυτήν. Ημείς τους οποίους θα τιμωρήσετε δεν είμεθα εχθροί, διότι τότε θα ήτο δίκαιον, αλλά φίλοι, οι οποίοι εξ ανάγκης σας επολέμησαν. Χαρίζοντες εις ημάς την ζωήν θέλετε πράξει όσιον έργον. Ενθυμηθήτε ότι παρεδόθημεν εκουσίως τείνοντες προς σας ικέτιδας χείρας (ο δε καθιερωμένος νόμος εις τους Έλληνας απαγορεύει να φονεύωνται ικέται), και προσέτι εγενόμεθα ευεργέται σας εις κάθε περίστασιν. Αποβλέψατε εις τους τάφους των πατέρων σας, τους οποίους φονευθέντας υπό των Μήδων και ταφέντας εις την ημετέραν γην, ετιμώμεν κατ' έτος δημοσία προσφέροντες και τας εν χρήσει θυσίας και τας απαρχάς όλων των ημετέρων καρπών, ευνοϊκοί προς άνδρας εκ φιλικής χώρας καταγομένους και σύμμαχοι προς αρχαίους συμπολεμιστές. Τούτων θέλετε πράξει σεις τα εναντία, εάν εκφέρετε άδικον απόφασιν. Σκεφθήτε καλώς· ο Παυσανίας έθαψεν αυτούς ενταύθα νομίζων ότι τους απέθετε και εις γην φιλικήν και πλησίον φίλων· σεις δε, εάν μας φονεύσετε και την χώραν των Πλαταιών μεταβάλετε εις χώραν των Θηβών, τι άλλο θα πράξετε παρά θα εγκαταλείψετε τους πατέρας σας και τους συγγενείς σας εις γην πολεμίαν και πλησίον των φονέων των, και θα τους στερήσετε των τιμών, τας οποίας έχουν σήμερον ; Προς τούτοις και την γην, εις την οποίαν ηλευθερώθησαν οι Έλληνες, θα την καταστήσετε υπόδουλον, και τους ναούς των θεών, τους οποίους επικαλεσθέντες ενίκησαν τους Μήδους θέλετε ερημώσει, και θέλετε αφαιρέσει από τους ναούς τούτους τας θυσίας, τας οποίας εθέσπισαν οι ιδρυταί αυτών.
59. » Τοιαύτη διαγωγή, ω Λακεδαιμόνιοι, θα ήτον αναξία της δόξης σας, εναντία εις τα κοινά των Ελλήνων έθιμα, και υβριστική διά τους προγόνους σας· μη θυσιάσετε ημάς τους ευεργέτας ένεκα έχθρας, την οποίαν άλλοι μας έχουν, αλλά μάλλον φεισθήτε ημών και καμφθήτε υπό συμπαθείας συνετής. Λάβετε υπ' όψιν όχι μόνον την σπουδαιότητα της ποινής, την οποίαν θα υποστώμεν, αλλ' ότι θέλουν υποστή αυτήν άνδρες ωσάν ημείς και ότι δεν δύναται κανείς να προΐδη πότε και επάνω εις ποίον θα πέση η συμφορά, που δυνατόν να μη ήτο άξιος αυτής. Ημείς, όπως πρέπει εις δυστυχείς και όπως απαιτεί η ανάγκη, επικαλούμενοι τους θεούς τους τιμωμένους εις τους αυτούς και ομοίους βωμούς και κοινούς εις όλους τους Έλληνας ικετεύωμεν να σας πείσουν περί τούτων, συνάμα ζητούντες να μη λησμονήσετε ότι ενθυμούμενοι τους όρκους, τους οποίους ώμοσαν οι πατέρες σας, εγενόμεθα ικέται των πατρόων τάφων σας και επικαλούμενα τους αποθανόντας να μη δουλωθώμεν υπό των Θηβαίων μήτε να παραδοθώμεν εις εχθίστους, ενώ είμεθα φίλοι. Υπενθυμίζομεν προσέτι την ημέραν εκείνην, κατά την οποίαν μετ' εκείνων εδοξάσθημεν, ενώ η παρούσα μας απειλεί διά της εσχάτης τιμωρίας. Περαίνοντες τον λόγον, το οποίον είναι υποχρεωτικόν συνάμα, αλλά και φοβερόν διά τους εν τοιαύτη καταστάσει ευρισκομένους, επειδή και ο βίος συντελευτά συνήθως μετά του λόγου, λέγομεν τέλος, ότι δεν παρεδώσαμεν εις τους Θηβαίους την πόλιν ημών (διότι αντί τούτου προτιμότερος ο ελεεινότατος θάνατος ο διά του λιμού), αλλά προσήλθομεν εμπιστευθέντες εις σας. Είναι δίκαιον, εάν δεν πείσωμεν, να επανέλθωμεν εις την αυτήν θέσιν, εις την οποίαν ευρισκόμεθα προτερον και να μας αφήσετε την εκλογήν του κινδύνου. Σας εξορκίζομεν συγχρόνως, ω Λακεδαιμόνιοι, να μη παραδώσετε διά των ιδίων σας χειρών και εναντίον της πίστεώς σας τους ικέτας σας και προθυμοτάτους υπερασπιστάς της Ελλάδος Πλαταιείς εις τους Θηβαίους τους εχθροτάτους προς ημάς. Γενήτε μάλλον σωτήρες ημών και μη μας εξολοθρεύσετε καθ' ην στιγμήν αποδίδετε την ελευθερίαν εις τους άλλους Έλληνας ».
60. Ταύτα είπον οι Πλαταιείς, οι δε Θηβαίοι φοβηθέντες μήπως οι Λακεδαιμόνιοι καμφθώσι παρασυρόμενοι από τον λόγον τούτον επροχώρησαν λέγοντες ότι ήθελαν και αυτοί να ομιλήσουν, αφού, εναντίον της γνώμης, την οποίαν είχαν δώσει, επετράπη εις τους Πλαταιείς να παρατείνουν πέραν του δέοντος την απόκρισίν των εις την υποβληθείσαν ερώτησιν. ’μα δε εδόθη εις αυτούς η άδεια, είπαν τα εξής.
61. «Δεν θα εζητούμεν τον λόγον, εάν οι Πλαταιείς απεκρίνοντο με συντομίαν εις την ερώτησιν και εάν στρέφοντες τον λόγον εναντίον μας δεν κατηγόρουν ημάς· τέλος, εάν δεν έκαμναν μακράν και έξω του προκειμένου απολογίαν και δεν επήνουν εκείνα, τα οποία ουδείς εμέμφθη. Τούτο μας αναγκάζει τα μεν να αποκρούσωμεν, τα δε να εξελέγξωμεν, διά να μη ωφεληθούν μήτε από την κακίαν ημών μήτε από την ιδικήν των δόξαν και διά να δικάσετε, αφού ακούσετε τα αληθή περί αμφοτέρων. Η πρώτη αιτία, διά την οποίαν εχωρίσθημεν απ' αυτούς, είναι, διότι οι Πλαταιείς, αφού ημείς εγίναμεν κύριοι της Βοιωτίας και εκτίσαμεν την Πλάταιαν και άλλας πόλεις, εκ των οποίων εδιώξαμεν τους συμμίκτους λαούς, δεν κατεδέχοντο να κυβερνώνται υφ' ημών, όπως εσυμφωνήθη κατ' αρχάς, μόνοι δε μεταξύ των Βοιωτών παραβαίνοντες τα πάτρια, επειδή ηθελήσαμεν να τους σωφρονίσωμεν, ηνώθησαν με τους Αθηναίους και μετ' αυτών μας έβλαπταν πολύ, αλλά και ημείς τοις ανταπεδίδαμεν τα ίσα.
62. » Ότε δε ο βάρβαρος ήλθε κατά της Ελλάδος, λέγουν ότι αυτοί μόνοι δεν εμήδισαν (ετάχθησαν με τους Μήδους), και τούτου ένεκα προ πάντων αγάλλονται και μας χλευάζουν. Ημείς όμως δεν είπομεν ότι εμήδισαν, καθώς ούτε οι Αθηναίοι· αλλ' ότε βραδύτερον οι Αθηναίοι, τον αυτόν σκοπόν έχοντες ως οι Μήδοι, επήλθον κατά των Ελλήνων, λέγομεν ότι οι Πλαταιείς μόνοι μεταξύ των Βοιωτών εκηρύχθησαν αττικίζοντες. Σκεφθήτε εν τούτοις ποίον πολίτευμα μας διείπεν εκατέρους, ότε επράξαμεν τούτο. Η μεν πόλις ημών ούτε κατ' ολιγαρχίαν αριστοκρατικήν επολιτεύετο τότε, ούτε κατά δημοκρατίαν· αλλ' εκείνο που και εις τους νόμους και εις την σωφροσύνην είναι εναντιώτατον και εις την τυραννίαν πλησιέστατον εγίνετο εις ημάς, ήτοι ολίγοι άνδρες κατείχον βιαίως την αρχήν. Ούτοι δε ελπίσαντες ότι ήθελον γίνει δυνατώτεροι, εάν επεκράτουν οι Μήδοι, προσεκάλεσαν αυτούς κυριαρχούντες του λαού διά της βίας· και ότε ολόκληρος η πόλις έπραξε τούτο, δεν ήτο κυρία εαυτής και δεν έπρεπε να ονειδίζεται δι' εκείνα, τα οποία έπραξεν ευρισκομένη εις έκνομον κατάστασιν. Αλλ' ότε ο Μήδος έφυγε και η πόλις ανέλαβε το νόμιμόν της πολίτευμα, ότε βραδύτερον εισέβαλον οι Αθηναίοι προσπαθούντες να καθυποτάξουν την χώραν ημών και την άλλην Ελλάδα, ότε διά των διαιρέσεων κατέλαβαν ήδη τα πλείστα μέρη αυτής, σκεφθήτε, αν νικήσαντες αυτούς εις την Κορώνειαν δεν ηλευθερώσαμεν την Βοιωτίαν και εάν σήμερον δεν συνελευθερούμεν προθύμως τους άλλους και ιππικόν παρέχοντες και πολεμικά εφόδια πλειότερα παρά κάθε άλλος εκ των συμμάχων. Και ταύτα μεν απολογούμεθα ως προς τον μηδισμόν ημών.
63. » Ότι δε σεις (οι Πλαταιείς) ηδικήσατε περισσότερον τους Έλληνας και ότι είσθε αξιώτεροι παρ' ό,τι ημείς κάθε τιμωρίας, τούτο θα προσπαθήσωμεν να αποδείξωμεν. Λέγετε ότι, διά να μας εκδικηθήτε, εγίνατε σύμμαχοι και πολίται αυτών. Έπρεπε λοιπόν μόνον καθ' ημών να φέρετε αυτούς και όχι να βαδίσετε μετ' αυτών κατά των άλλων· τούτο δε ήτο εις την εξουσίαν σας, και εάν ακόμη εβιάζεσθε υπό των Αθηναίων, αφού η μετά των Λακεδαιμονίων κατά του Μήδου συμμαχία υπήρχεν ήδη, συμμαχία, την οποίαν προβάλλετε αιωνίως. Τωόντι αύτη ήτο ικανή να σας προφυλάττη από τας προσβολάς μας, και προ πάντων να σας επιτρέπη να σκέπτεσθε αφόβως. Αλλ' εκόντες, και ουχί βιαζόμενοι επροτιμήσατε τους Αθηναίους. Λέγετε ότι θα ήτο αισχρόν να προδώσετε τους ευεργέτας· και όμως ήτο πολύ αισχρότερον και αδικώτερον να καταπροδίδετε όλους τους Έλληνας, μετά των οποίων είχετε συμμαχήσει, παρά τους Αθηναίους μόνους, από την στιγμήν, πού αυτοί μεν ειργάζοντο προς υποδούλωσιν της Ελλάδος, εκείνοι δε προς ελευθέρωσιν αυτής. Και όμως δεν ανταπεδώκατε εις αυτούς ουδέ καν ισαξίαν χάριν, η οποία να μη φέρη αισχύνην, διότι προσεκαλέσατε μεν αυτούς, ως διατείνεσθε, διά να σας προφυλάξουν από πάσης αδίκου επιθέσεως, εγίνετε δε συνεργοί αυτών να επιτεθούν αδίκως εναντίον των άλλων. Εν τούτοις είναι μάλλον αισχρόν το να μη αποδίδη κανείς τας ίσας χάριτας παρά τας δικαίως μεν οφειλομένας, των οποίων όμως η απόδοσις αδικεί άλλους.
64. » Κατεστήσατε φανερόν ότι, εάν σεις μόνοι δεν εμηδίσατε τότε, επράξατε τούτο όχι χάριν των Ελλήνων, αλλά διότι και οι Αθηναίοι δεν εμήδισαν, και διότι άλλοτε μεν ηθέλετε να μιμήσθε τούτους, άλλοτε δε να αντιπράττετε εις τους άλλους. Και σήμερον αξιούτε να ωφεληθήτε εξ εκείνων, τα οποία επράξατε προς όφελος και προς χάριν άλλων. Αλλά τούτο δεν είναι δίκαιον· αφού επροτιμήσατε τους Αθηναίους, μένετε τούτων σύμμαχοι και συναγωνισταί, και μη προβάλλετε την κατά τον γνωστόν εκείνον χρόνον γενομένην συμμαχίαν λέγοντες ότι πρέπει να σωθήτε ένεκα αυτής. Την εγκατελίπετε, την παρεβιάσατε συντελούντες εις το να υποδουλωθούν οι Αιγινήται και άλλοι σύμμαχοι, αντί να κωλύετε τούτο. Και όλα ταύτα δεν τα επράττετε ακουσίως, αλλ' αυτόνομοι όντες μέχρι σήμερον και χωρίς να αναγκάζεσθε ως ημείς. Την τελευταίαν πρόσκλησιν, η οποία, πριν να πολιορκηθήτε σας έγινεν όπως ησυχάζετε και μένετε ουδέτεροι, δεν την εδέχεσθε. Τίνες λοιπόν άλλοι παρά σεις, οι οποίοι προς βλάβην εκείνων επεδεικνύετε αρετήν, είναι δικαιότερον να μισώνται υφ' όλων των Ελλήνων; Και όσα μεν παρέσχετε άλλοτε από ενάρετον πρόθεσιν, όπως διατείνεσθε, απεδείξατε σήμερον ότι δεν ήσαν σύμφωνα με τον αληθινόν σας χαρακτήρα, όσα δε ήθελεν ο φυσικός σας χαρακτήρ εφανερώθησαν κατά την αληθή των όψιν, διότι ηκολουθήσατε τους Αθηναίους εις την οδόν της αδικίας. Και ως προς μεν τον ημέτερον ακούσιον μηδισμόν και τον ιδικόν σας εκούσιον αττικισμόν αυτά είχομεν να είπωμεν.
65. » Ως προς δε τα τελευταία αδικήματα, τα οποία λέγετε (ότι δηλαδή παρανόμως επετέθημεν κατά της πόλεώς σας, ενώ ήτον ειρήνη και ετελείτο εορτή), νομίζομεν ότι ουδέ εις ταύτα αδικούμεν πλειότερον παρ' ό,τι σεις. Διότι, εάν ημείς αυτόκλητοι ηρχόμεθα εις την πόλιν σας με σκοπόν να πολεμήσωμεν και να λεηλατήσωμεν την χώραν ως πολέμιοι, θα είχομεν άδικον· αφού όμως πολλοί εκ των συμπολιτών σας, οι πρώτοι κατά τα χρήματα και το γένος, θέλοντες να σας αποσπάσουν από την εξωτερικήν συμμαχίαν και να σας επαναφέρουν εις τα κοινά πάτρια πάντων των Βοιωτών, μας προσεκάλεσαν μόνοι των θεληματικώς, τότε πού η αδικία ημών; Διότι οι άγοντες παρανομούν μάλλον παρά οι ακολουθούντες. Αλλά, καθώς κρίνομεν ημείς, ούτε εκείνοι παρενόμησαν ούτε ημείς. Πολίται όντες, ως σεις, και πλειότερα έχοντες να χάσουν ήνοιξαν τας θύρας και εισήγαγον ημάς φιλικώς, και όχι εχθρικώς, εις την πόλιν των. Ήθελαν και οι μεταξύ σας πλέον κακοί να μη γίνουν χειρότεροι, και οι καλλίτεροι να τιμηθούν κατ' αξίαν. Ήθελαν να περιστείλουν την ορμήν της ψυχής ημών χωρίς να στερήσουν την πόλιν από τα άτομα, συμφιλιώνοντες σάς προς τους ομοφύλους σας και μη κάμνοντες εχθρούς κανενός, αλλά φίλους όλων.
66. » Απόδειξις δε ότι ενηργούμεν όχι εχθρικώς και ότι δεν ηδικήσαμεν κανένα είναι ότι ημείς προείπομεν ότι ο θέλων δύναται να προσέλθη προς ημάς και να διέπεται κατά τα πάτρια των Παμβοιωτών. Και σεις με προθυμίαν δεχθέντες τούτο και σύμβασιν ποιήσαντες κατ' αρχάς μεν ησυχάζατε, ύστερον δε εννοήσαντες ημάς ολίγους όντας (υποτεθείσθω δε ότι εφέρθημεν ολίγον απρεπώς εισελθόντες εις την πόλιν σας άνευ της συγκαταθέσεως του πλήθους) τα μεν ίσα δεν ανταπεδώκατε εις ημάς, αλλά, χωρίς να μας προειδοποιήσετε ότι ηθέλετε παρεκτραπή εις βιαιοπραγίας, χωρίς να προσπαθήσετε διά του λόγου να μας πείσετε να εξέλθωμεν, επετέθητε εναντίον μας παραβαίνοντες την συμφωνίαν. Και όσους μεν εφονεύσατε μετ' αυτών κατά την συμπλοκήν δεν λυπούμεθα (διότι οπωσδήποτε τούτο εγένετο κατά τους πολεμικούς νόμους), αλλά δεν είναι δεινόν πράγμα να φονεύσετε παρανόμως τους ικέτας, τους οποίους εσυλλάβετε ζώντας και τους οποίους μας υπεσχέθητε ύστερον ότι δεν θα φονεύσετε; Και εν τούτοις, ενώ επράξατε εντός ολίγου καιρού τρεις αδικίας, την διάλυσιν της συμβάσεως, τον μετά ταύτα θάνατον των συλληφθέντων και την ψευδή υπόσχεσιν ότι δεν θα τους φονεύσετε, εάν αφήσωμεν αβλαβείς τους αγρούς σας, όμως λέγετε ότι ημείς παρενομήσαμεν και ότι σεις δεν πρέπει να τιμωρηθήτε. Όχι, εάν ούτοι δικάσουν ορθώς· αλλά προ πάντων ένεκα τούτων των αδικιών θέλετε τιμωρηθή.
67. » Και ταύτα, ω Λακεδαιμόνιοι, διά τον λόγον αυτόν διεξήλθομεν διά σας και δι' ημάς, ίνα σεις μεν εννοήσετε ότι δικαίως θέλετε καταδικάσει αυτούς, ημείς δε, ότι ακόμη δικαιοτέραν εκδίκησιν θέλομεν λάβει από σας. Μη καμφθήτε εκ της απαριθμήσεως των πολλών ανδραγαθιών των, εάν έκαμάν ποτε τοιαύτας. Αι ανδραγαθίαι δύνανται να έλθουν εις επικουρίαν ανδρών αδικουμένων, αλλά πρέπει να επισύρουν διπλήν τιμωρίαν κατ' εκείνων, οι οποίοι κάμνουν έργα άτιμα, διότι το έγκλημά των είναι διάψευσις της προτέρας αρετής. Ας μη τους ωφελήσουν ο ολοφυρμός και ο οίκτος, μολονότι επικαλούνται τους τάφους των πατέρων σας και την ιδίαν των εγκατάλειψιν, διότι και ημείς θα αντιτάξωμεν ότι πολύ χειρότερα έπαθον οι υπ' αυτών φονευθέντες νέοι, των οποίων οι πατέρες οι μεν έπεσαν εις την Κορώνειαν θέλοντες να καταστήσουν σύμμαχόν σας την Βοιωτίαν, οι δε εγκαταλειφθέντες γέροντες και άνευ τέκνων εις τας οικίας, σας ικετεύουν πολύ δικαιότερον να τους τιμωρήσετε. Οι παρ' αξίαν πάσχοντες, ούτοι είναι μάλλον άξιοι οίκτου· αλλά διά τους δικαίως πάσχοντας, ως τους Πλαταιείς τούτους, εξ εναντίας η τιμωρία των καθίσταται αντικείμενον χαράς. Την σημερινήν των εγκατάλειψιν εις ουδένα άλλον πρέπει να την αποδώσουν παρά εις εαυτούς, διότι τους καλλιτέρους συμμάχους μόνοι τους τούς απέρριψαν και παρενόμησαν χωρίς να πάθουν τίποτε προηγουμένως υφ' ημών, αλλά παρακινούμενοι από μίσος μάλλον παρά από δικαιοσύνην και χωρίς να τιμωρηθούν μέχρι τούδε όπως έπρεπε, θέλουν δε τιμωρηθή κατά τους νόμους, όχι επειδή έτειναν, ως λέγουν, μετά την μάχην χείρας ικέτιδας, αλλ' επειδή δυνάμει συμβάσεως παρεδόθησαν διά να δικασθούν. Εκδικήσατε λοιπόν, ω Λακεδαιμόνιοι, τους νόμους των Ελλήνων, παραβιασθέντας υπό τούτων, και ανταποδώσατε εις ημάς χάριν δικαίαν διά την προθυμίαν, την οποίαν επεδείξαμεν. Μη απωθήσετε ημάς πεισθέντες εις τους λόγους των, αλλά δείξατε διά παραδείγματος εις τους Έλληνας ότι οι αγώνες, τους οποίους θέλετε προβάλει, δεν είναι λόγων αγώνες, αλλ' έργων· ταύτα, όταν μεν είναι αγαθά, αρκούν ολίγαι λέξεις διά να τα αναγγείλουν, όταν δε είναι αξιόμεμπτα, έχουν ανάγκην λόγων στολισμένων δι' εντέχνων φράσεων, αίτινες χρησιμεύουν ως περικαλύμματα. Αλλ' εάν οι αρχηγοί, όπως είσθε σεις σήμερον, τα πάντα εις έν συμπεριλαβόντες διακοινώσουν συντόμους αποφάσεις, εις το εξής θα ελαττωθούν οι έντεχνοι λόγοι διά τας αδίκους πράξεις».
68. Ταύτα είπον και οι Θηβαίοι. Οι δε Λακεδαιμόνιοι δικασταί ενόμισαν συμφέρον να επιμείνουν εις την προτέραν ερώτησιν, « εάν παρέσχον οι Πλαταιείς εκδούλευσίν τινα εις αυτούς ». Επειδή τωόντι είχαν προσκαλέσει άλλοτε τους Πλαταιείς να ησυχάζουν, σύμφωνα με τας παλαιάς συνθήκας, αι οποίαι συνωμολογήθησαν μετά την φυγήν του Μήδου· επειδή ύστερον, πριν τους πολιορκήσουν, τους επρότειναν, δυνάμει της αυτής συνθήκης, να μένουν ουδέτεροι και δεν το εδέχθησαν· υπό την πρόφασιν ταύτην οι Λακεδαιμόνιοι, νομίζοντες ότι οι Πλαταιείς παραβιάσαντες τας σπονδάς δικαίως υπέστησαν επίθεσιν, διέταξαν αυτούς να παρουσιασθούν, και απέτειναν εκ νέου εις έκαστον αυτών την αυτήν ερώτησιν «εάν κατά τον παρόντα πόλεμον παρέσχον υπηρεσίαν τινά εις τους Λακεδαιμονίους »· επί τη αρνητική δε αποκρίσει των απήγον αυτούς και τους εφόνευον χωρίς να εξαιρέσουν κανένα. Διά του τρόπου τούτου εθανατώθησαν όχι ολιγώτεοοι των διακοσίων Πλαταιέων και εικοσιπέντε Αθηναίοι, οι οποίοι είχον συμπολιορκηθή, αι δε γυναίκες εξηνδραποδίσθησαν. Όσον αφορά την πόλιν, οι Θηβαίοι προσέφεραν αυτήν να την κατοικήσουν οι Μεγαρείς, οι οποίοι ένεκα εμφυλίων ερίδων είχαν απομακρυνθή της πατρίδος των, και εις τους ομοφρονούντας εκ των Πλαταιέων, τους οποίους δεν ετιμώρησαν καθόλου· ύστερον δε κατεδαφίσαντες αυτήν εκ θεμελίων ωκοδόμησαν πλησίον του Ηραίου πανδοχείον διακοσίων ποδών, έχον ολόγυρα οικήματα διώροφα. Διά την οικοδομήν ταύτην μετεχειρίσθησαν τας στέγας και τα θυρώματα των Πλαταιών. Τα δε εν τη πόλει έπιπλα, χαλκά και σιδηρά, τα μετεχειρίσθησαν προς κατασκευήν κλινών ανατεθεισών εις την Ήραν, οικοδομήσαντες συγχρόνως προς τιμήν αυτής λίθινον ναόν εκτάσεως εκατόν ποδών. Αι γαίαι εδημεύθησαν και εμισθώθησαν επί δέκα έτη, ενέμοντο δε αυτάς οι Θηβαίοι. Το κύριον δε αίτιον, αν όχι το μόνον, της τόσης αποστροφής των Λακεδαιμονίων προς την πόλιν των Πλαταιέων ήτο πως να αρέσουν εις τους Θηβαίους, νομίζοντες ότι ούτοι ήθελον τους ωφελήσει κατά τον προ ολίγου αρχίσαντα πόλεμον. Ούτω κατεστράφη η Πλάταια, αφού επί ενενήκοντα τρία έτη υπήρξε σύμμαχος των Αθηναίων.
69. Εν τούτοις τα τεσσαράκοντα πλοία των Πελοποννησίων, τα οποία ήρχοντο προς βοήθειαν των Λεσβίων, και τα οποία, ως εγνωρίσαμεν, έφυγον διά του πελάγους καταδιωκόμενα από τα των Αθηναίων, υπέστησαν κατά τα παράλια της Κρήτης τρικυμίαν, η οποία τα διεσκόρπισε προς την Πελοπόννησον. Φθάσαντα συνήντησαν εις την Κυλλήνην δεκατρείς τριήρεις των Λευκαδίων και των Αμπρακιωτών και τον Βρασίδαν τον Τέλλιδος ελθόντα ως σύμβουλον του Αλκίδου. Ήθελον δε οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή απέτυχον εις την Λέσβον, να αυξήσουν το ναυτικόν των, να πλεύσουν εις την Κέρκυραν, η οποία διετέλει εις στάσιν, και να προλάβουν τους Αθηναίους μη έχοντας πλησίον της Ναυπάκτου ειμή δώδεκα μόνον πλοία, και πριν έλθουν εξ Αθηνών άλλαι βοήθειαι. Ο Βρασίδας λοιπόν και ο Αλκίδας παρεσκευάζοντο προς ταύτα.
70. Οι δε Κερκυραίοι ήρχισαν να στασιάζουν αμέσως μετά την επιστροφήν των συμπολιτών των, οι οποίοι είχον συλληφθή κατά τας ναυμαχίας περί την Επίδαμνον και αφεθή παρά των Κορινθίων με αιτιολογίαν μεν αντί οκτακοσίων ταλάντων, των οποίων την πληρωμήν ηγγυήθησαν οι πρόξενοι των, πράγματι δε διότι οι αιχμάλωτοι ούτοι υπέσχοντο να υποτάξουν την Κέρκυραν εις τους Κορινθίους. Ήρχισαν λοιπόν τωόντι ραδιουργούντες και κατηχούντες έκαστον των πολιτών, όπως διεγείρουν την πόλιν κατά των Αθηναίων. Μετά την άφιξιν δε ενός πλοίου εξ Αθηνών και ενός εκ Κορίνθου φερόντων πρέσβεις συνεκρότησαν συμβούλια και εψήφισαν να εξακολουθούν μεν οι Κερκυραίοι την μετά των Αθηναίων συμμαχίαν, συμφώνως προς τα κείμενα, να μένουν δε φίλοι των Πελοποννησίων καθώς και πρότερον. Υπήρχε τότε κάποιος Πειθίας εθελοπρόξενος των Αθηναίων και του δήμου προεστώς, τον οποίον οι αιχμάλωτοι εκείνοι εκάλεσαν εις δίκην λέγοντες ότι ενήργει να υποδουλωθή η Κέρκυρα εις τους Αθηναίους. Αλλ' απολυθείς ενήγαγε και αυτός πέντε από τους αντιπάλους του, τους μάλλον πλουσίους, λέγων ότι έκοπταν κλώνους αμπέλου φυτευτικούς (χάρακας) από τα ιερά κτήματα (τεμένη) του Διός και του Αλκίνου· διά κάθε δε χάρακα ήτο ωρισμένον πρόστιμον ένας στατήρ. Καταδικασθέντες να πληρώσουν, επειδή το πρόστιμον ήτον υπέρογκον(3), κατέφυγον εις τα ιερά ως ικέται, ίνα επιτύχουν προθεσμίας προς πληρωμήν. Ο Πειθίας (ο οποίος τότε ετύγχανεν ων μέλος της βουλής) πείθει να εφαρμόσουν κατ' αυτών την βίαν του νόμου. Εκείνοι δε, επειδή και υπό του νόμου κατηναγκάζοντο και έμαθον ότι ο Πειθίας, ενόσω ήτο βουλευτής, θα κατεγίνετο να πείση τον λαόν να έχη φίλους και εχθρούς τους φίλους και εχθρούς των Αθηναίων, συνώμοσαν και οπλισθέντες δι' εγχειριδίων εισήλθον απροσδοκήτως εις την βουλήν και εφόνευσαν τον Πειθίαν και εξήκοντα άλλους εκ των βουλευτών και ιδιωτών. Τινές δε εκ των ομοφρόνων του Πειθίου κατέφυγαν εις το Αττικόν πλοίον, μένουσαν ακόμη εις τον λιμένα.
71. Πράξαντες τούτο και συγκαλέσαντες τους Κερκυραίους είπαν ότι ταύτα ήσαν τα καλλίτερα των μέτρων και τα μόνα διά να διαφύγουν την δουλείαν των Αθηναίων· ότι εις το μέλλον πρέπει να ησυχάζουν και να μη δέχωνται τους Αθηναίους και τους Λακεδαιμονίους ειμή επί ενός μόνον πλοίου, και, εάν παρουσιάζοντο περισσότεροι, να τους μεταχειρίζωνται ως εχθρούς. Αφού έγινεν η ανακοίνωσις αυτή, ηνάγκασαν τον λαόν να την επικυρώση. Πέμπουν δε ευθύς πρέσβεις εις τας Αθήνας, όπως και τα πεπραγμένα αναγγείλουν ως μέτρα ωφέλιμα και τους εκεί καταφυγόντας πείσουν να μη πράξουν τίποτε ακατάλληλον δυνάμενον να διεγείρη την προσοχήν.
72. Μετά τον ερχομόν των πρέσβεων τούτων οι Αθηναίοι συλλαβόντες αυτούς ως στασιαστάς και τους οπαδούς αυτών κατέθεσαν εις Αίγιναν. Εν τω μεταξύ δε τούτω, ενώ είχεν έλθει εις Κέρκυραν έν πολεμικόν πλοίον κορινθιακόν μετά πρέσβεων Λακεδαιμονίων, οι εν τοις πράγμασι Κερκυραίοι επετέθησαν κατά του δήμου και πολεμήσαντες ενίκησαν. Ότε δε επήλθε νυξ, οι μεν δημοκρατικοί κατέφυγαν εις την ακρόπολιν και τα ύψη της πόλεως και συναθροισθέντες αυτού εγκατέστησαν και κατέλαβαν τον Υλλαϊκόν λιμένα· οι δε της εναντίας μερίδος και την αγοράν κατέλαβον, όπου οι πλείστοι εξ αυτών είχον τας οικίας των, και τον λιμένα τον πλησίον αυτής και προς την ήπειρον.
73. Την επιούσαν έγιναν μερικοί ακροβολισμοί. Αμφότεραι αι μερίδες έστειλαν εις τους αγρούς διά να προσκαλέσουν με το μέρος των τους δούλους υποσχόμενοι εις αυτούς την ελευθερίαν· και μετά των δημοκρατικών μεν ηνώθη το πλήθος των καταγινομένων εις οικιακά δούλων, εις δε τους άλλους προσήλθον εκ της άντικρυ ηπείρου οκτακόσιοι επίκουροι.
74. Μετά μιας ημέρας διάλειμμα γίνεται πάλιν μάχη, και νικούν οι δημοκρατικοί υπερέχοντες και κατά τας θέσεις και κατά τον αριθμόν· αι γυναίκες συνέτρεξαν αυτούς τολμηρώς ρίπτουσαι από των οικιών κεράμους και παρά την γυναικείαν αδυναμίαν υπομένουσαι τον θόρυβον. Ότε δε επήλθεν η οριστική επικράτησις περί το δειλινόν, οι ολιγαρχικοί, φοβηθέντες μήπως σύσσωμος ο λαός επελθών καταλάβη τον λιμένα και αποκτείνη αυτούς, ενέπρησαν τας οικίας, αι οποίαι ήσαν περί την αγοράν και τας συνοικίας (4) διά να προφυλαχθούν από την έφοδον, μη φεισθέντες μήτε των ιδίων μήτε των αλλοτρίων, ούτως ώστε και πολλαί πραγματείαι εμπόρων κατεκάησαν και η πόλις εκινδύνευε να αποτεφρωθή όλη, εάν εσηκώνετο άνεμος φέρων τας φλόγας προς αυτήν. Αι δύο μερίδες παύσασαι την μάχην, διά να αναπαυθούν, επέρασαν την νύκτα φρουρούσαι· και η Κορινθία ναυς, ότε εφάνη η επικράτησις των δημοκρατικών, ανεχώρησε κρυφίως, και οι πλείστοι των επικούρων διέβησαν αντικρύ εις την ήπειρον.
75. Κατά την ακόλουθον ημέραν ο στρατηγός των Αθηναίων Νικόστρατος ο Διιτρέφους ήλθεν εις βοήθειαν εκ Ναυπάκτου μετά δώδεκα πλοίων και πεντακοσίων οπλιτών Μεσσηνίων διεπραγματεύθη σύμβασιν και έπεισε να συγχωρήσουν αλλήλους εισάγοντες εις δίκην τους δέκα πολίτας τους μάλλον ενόχους, οίτινες όμως και αμέσως έφυγαν κρυφά, τους δε άλλους να αφήσουν ανενοχλήτους και να κάμουν συνθήκην μετά των Αθηναίων, ώστε να έχουν αμφότεροι τους αυτούς φίλους και τους αυτούς εχθρούς. Και ο μεν ταύτα πράξας ητοιμάζετο να αποπλεύση· οι δε προεστώτες των δημοκρατικών πείθουν αυτόν πέντε μεν εκ των πλοίων του να αφήση εις αυτούς, όπως περιστέλλουν τα κινήματα των αντιπάλων, εξοπλίζοντες δε πέντε εκ των ιδικών των να τον προπέμψουν δι' αυτών. Και εκείνος, μεν συγκατετέθη, αυτοί δε εκλέγοντες μεταξύ των εχθρών τους εβίαζον να εισέλθουν εις τα πλοία. Φοβηθέντες ούτοι μήπως σταλούν εις Αθήνας κατέφυγαν εις το ιερόν των Διοσκούρων, αλλ' ο Νικόστρατος ανεγείρων αυτούς προσεπάθει να τους ενθαρρύνη. Αλλ' επειδή δεν τους έπειθεν, οπλισθείς ο λαός επί τη προφάσει ταύτη, ότι δηλαδή η άρνησίς των εις το να υπακούσουν υπέκρυπτε κάποιαν απιστίαν, αφήρεσε τα όπλα από τας οικίας των και ήθελε μάλιστα φονεύσει και μερικούς, τους οποίους συνήντησεν, αν δεν ημπόδιζεν ο Νικόστρατος. Βλέποντες δε και οι άλλοι τα γινόμενα κάθονται ικέται εις τον ναόν της Ήρας και συναθροίζονται εκεί σχεδόν τετρακόσιοι. Ο δε λαός, φοβηθείς μήπως προκαλέσουν επανάστασιν, τους έπεισε να εγερθούν και τους μετεκόμισεν εις την απέναντι του Ηραίου νήσον πέμψας εις αυτούς και τρόφιμα.
76. Εις τούτο το σημείον ευρίσκετο η στάσις, ότε, τέσσαρας ή πέντε ημέρας μετά την μετακόμισιν των πολιτών εκείνων εις την νήσον, τα πελοποννησιακά πλοία τα μετά την επιστροφήν των εκ της Ιωνίας συναθροισθέντα εις την Κυλλήνην έφθασαν πεντήκοντα τρία τον αριθμόν· ήτο δε άρχων αυτών ο Αλκίδας ως πρότερον, και ο Βρασίδας συνέπλεεν ως σύμβουλος αυτού. Προσορμισθέντα εις Σύβοτα, λιμένα της Ηπείρου, έπλευσαν μόλις εξημέρωσε προς την Κέρκυραν.
77. Οι δε Κερκυραίοι εις πολλήν ταραχήν ευρισκόμενος ως εκ της εσωτερικής των καταστάσεως και ως εκ της προσεγγίσεως του στόλου εκείνου εξώπλισαν μετά σπουδής εξήκοντα πλοία, και καθ' όσον αυτά εξωπλίζοντο τα έστελλαν κατά του εχθρού μολονότι οι Αθηναίοι τους συνεβούλευσαν να αφήσουν αυτούς να εξέλθουν πρώτοι και έπειτα να τους βοηθήσουν μεθ' όλων των πλοίων. Και, επειδή τα πλοία των Κερκυραίων επροχώρουν κατά του εχθρού χωριστά, δύο μεν ευθύς ηυτομόλησαν, επί τινων δε άλλων συμπλακέντα τα πληρώματα εμάχοντο μεταξύ των, και τα πάντα ήσαν εις μεγίστην αταξίαν. Ιδόντες την ταραχήν ταύτην οι Πελοποννήσιοι κατά μεν των Κερκυραίων αντέταξαν είκοσι πλοία των· ο επίλοιπος δε στόλος των έπλευσε κατά των αττικών πλοίων, μεταξύ των οποίων ήσαν η Σαλαμινία και η Πάραλος.
78. Και οι μεν Κερκυραίοι μερικώς και ατάκτως επιπίπτοντες εξηντλούντο εις ματαίους αγώνας· οι δε Αθηναίοι φοβούμενοι το πλήθος των εχθρικών πλοίων και την περικύκλιοσιν δεν τα επρόσβαλον αθρόα ουδέ κατά το μέσον, αλλ' επιπεσόντες καθενός κέρατος εβύθισαν έν πλοίον. Και μετά ταύτα περιέπλεον περί τα εχθρικά πλοία, τα οποία είχον ταχθή κυκλοειδώς και επροσπάθουν να τα εμβάλουν εις ταραχήν. Οι δε Πελοποννήσιοι, οίτινες ήσαν εναντίον των Κερκυραϊκών πλοίων, ιδόντες τον σκοπόν τούτον και φοβηθέντες μήπως συμβή ό,τι συνέβη εις την Ναύπακτον έτρεξαν εις βοήθειαν· και ενώσαντες τα πλοία επροχώρουν κατά των Αθηναίων, ούτοι όμως χωρίς να στρέψουν τα νώτα ήρχισαν να υποχωρούν, όπως δώσουν καιρόν εις τους Κερκυραίους να φύγουν ταχέως, ενώ αυτοί θα υπεχώρουν βραδέως και θα συνείχον τους εναντίον των βαλμένους εχθρούς. Η μεν ναυμαχία λοιπόν, τοιαύτη γενομένη, ετελείωνε περί την δύσιν του ηλίου.
79. Οι δε Κερκυραίοι, φοβηθέντες μήπως οι πολέμιοι, ήδη νικηταί, πλεύσουν εναντίον της πόλεως, είτε διά να αρπάσουν τους εντός αύτης διαμένοντας, είτε διά να φέρουν αντίδρασίν τινα, μετεκόμισαν πάλιν εις το Ηραίον τους ευρισκομένους εις την νήσον και εφύλασσον την πόλιν. Οι δε Πελοποννήσιοι κατά μεν της πόλεως δεν ετόλμησαν να πλεύσουν μολονότι νικηταί· έχοντες όμως δεκατρία πλοία των Κερκυραίων απέπλευσαν εις την ήπειρον, εκ της οποίας είχον αναχωρήσει. Και μάλιστα ουδέ κατά την επομένην ετόλμησαν να επιτεθούν κατά της πόλεως, μολονότι εν αυτή επεκράτει ταραχή και μέγας φόβος και ο Βρασίδας συνεβούλευσεν, ως λέγεται, τον Αλκίδαν να πράξη τούτο. Αλλά δεν υπερίσχυσεν η γνώμη του και οι Πελοποννήσιοι απέβησαν εις το ακρωτήριον Λευκίμμην και κατέστρεφον τους αγρούς.
80. Εν τούτοις οι δημοκρατικοί εκ των Κερκυραίων περίτρομοι γενόμενοι μήπως υποστούν προσβολήν διά θαλάσσης ήρχισαν διαπραγματεύσεις μετά των ικετών και των άλλων πως να σώσουν την πόλιν. Καί τινας μεν εξ αυτών έπεισαν να εισέλθουν εις τα πλοία· και εγέμισαν τοιουτοτρόπως τριάκοντα. Οι δε Πελοποννήσιοι λεηλατήσαντες την χώραν μέχρι της μεσημβρίας απέπλευσαν. Και επελθούσης της νυκτός πυρά εκ Λευκάδος ανήγγειλεν εις αυτούς την προσέγγισιν εξήκοντα πλοίων αττικών, τα οποία οι Αθηναίοι, μαθόντες την στάσιν της Κερκύρας και την μελετωμένην επίθεσιν των μετά του Αλκίδου πλοίων, απέστειλαν υπό τον στρατηγόν Ευρυμέδοντα τον Θουκλέους.
81. Οι μεν λοιπόν Πελοποννήσιοι μόλις επήλθεν η νυξ βιαστικά εξεκίνησαν εις τα ίδια παραπλέοντες την παραλίαν· και μετακομίσαντες τα πλοία των άνωθεν του ισθμού της Λευκάδος, ίνα μη παραπλέοντες γίνουν ορατοί, ανεχώρησαν. Οι δε Κερκυραίοι μαθόντες ότι επλησίαζον τα πλοία των Αθηναίων και ότι τα εχθρικά ανεχώρησαν εισήγαγον εις την πόλιν τους μέχρις εκείνης της στιγμής μένοντας έξω Μεσσηνίους και πέμψαντες εις τον Υλλαϊκόν λιμένα τα ετοιμασθέντα πλοία εφόνευον κατ' αυτό το διάστημα όσους συνελάμβανον εκ των εχθρών των εκείνους δε τους οποίους είχον πείσει να εισέλθουν εις τα πλοία, εξάγοντες αυτούς, τους εφόνευον· ελθόντες δε εις το Ηραίον έπεισαν περί τους πεντήκοντα από τους εκεί καταφυγόντας άνδρας να υποστούν δίκην και κατεδίκασαν πάντας εις θάνατον. Οι δε πολλοί των ικετών, όσοι δεν επείσθησαν, βλέποντες τα γενόμενα, εφόνευον αλλήλους εντός του ιερού, και μερικοί απηγχονίζοντο εκ των δένδρων, άλλοι δε απέθνησκον όπως ηδύνατο καθείς. Κατά τας επτά δε ημέρας, κατά τας οποίας παρέμεινεν εις την Κέρκυραν ο μετά των εξήκοντα πλοίων ελθών Ευρυμέδων, οι Κερκυραίοι εφόνευαν όσους ενόμιζαν ως εχθρούς των, κατηγορούντες αυτούς ότι ήθελαν να καταλύσουν την δημοκρατίαν, εφονεύθησαν όμως και μερικοί ένεκα ιδιαιτέρας έχθρας, και άλλοι υπ' εκείνων, εις τους οποίους είχαν δανείσει χρήματα· ο θάνατος επήρχετο υπό μυρίας μορφάς (διά μυρίας προφάσεις) παν ό,τι συμβαίνει εις τοιαύτας περιστάσεις, συνέβη και τότε, και ακόμη περισσότερον. Διότι πατήρ εφόνευε τον υιόν, και ικέται απεσπώντο από των ναών και πλησίον των ιερών εκείνων τόπων εφονεύοντο· μερικοί δ' εθανατώθησαν περιτειχισθέντες εντός του ιερού του Διονύσου.
82. Τοιουτοτρόπως απάνθρωπα επροχώρησεν η στάσις ή μάλλον εφάνη τοιαύτη, διότι υπήρξεν η πρώτη. Βραδύτερον όλη η Ελλάς εκινήθη ένεκα των διαφορών, αι οποίαι υπήρχον πανταχού, των μεν προεστώτων του δήμου προσκαλούντων τους Αθηναίους, των δε ολιγαρχικών τους Λακεδαιμονίους. Και εν καιρώ ειρήνης μεν δεν θα είχον ούτε την πρόφασιν ούτε την θέλησιν να επικαλώνται την βοήθειάν των, αλλ' εν πολέμω αι προσκλήσεις αύται απέβαιναν εύκολοι εις τους θέλοντας να επιχειρήσουν μεταβολήν τινα με την βοήθειαν συμμαχιών γενομένων πότε από τον ένα και πότε από τον άλλον διά κακοποίησιν του εναντίου κόμματος και ενίσχυσιν της ιδίας δυνάμεως. Επήλθον εις τας πόλεις, ένεκα των στάσεων τούτων, πολλαί συμφοραί, αι οποίαι συμβαίνουν μεν και θα συμβαίνουν ενόσω η ανθρωπίνη φύσις είναι η αυτή, θα είναι δε περισσότερον ή ολιγώτερον απαίσιαι και διάφοροι τον χαρακτήρα αναλόγως των παρουσιαζομένων ποικίλων περιστάσεων. Εν καιρώ ειρήνης και ευδαιμονίας και αι πόλεις και οι ιδιώται έχουν καλλιτέρας γνώμας, διότι δεν πιέζονται από ανωτέραν ανάγκην· αλλ' ο πόλεμος, καταστρέφων την ευπορίαν του καθημερινού βίου, γίνεται βίαιος διδάσκαλος και ρυθμίζει τα πάθη του πλήθους ανάλογα με τας περιστάσεις της ώρας. Εστασίαζαν λοιπόν αι πόλεις, και αι κατόπιν ερχόμεναι, διδασκόμεναι από τα προηγούμενα παραδείγματα, έφεραν εις τα πνεύματα τελείαν αναστάτωσιν και ως προς την επινόησιν νέων παρεκτροπών και ως προς την τελειοποίησιν των επιβαλλομένων ποινών. Εις την πρακτικήν ενέργειαν η αξία των συνήθων λέξεων μετεβλήθη αυθαίρετα· διότι η μεν άλογος τόλμη εχαρακτηρίσθη ως θάρρος αφωσιωμένον προς τους συνεταίρους· η προβλεπτική βραδύτης ως ευπρεπής δειλία· η μετριοφροσύνη ως πρόσχημα ανανδρίας· η πολλή περίσκεψις ως εντελής αδράνεια· η τυφλή παραφορά εθεωρείτο ως ένδειξις ανδρείας· η σύνεσις ως εύλογος πρόφασις προς αποφυγήν. Και ο μεν βίαιος ελογίζετο ως πάντοτε πιστός, ο δε αντιλέγων ως ύποπτος. Ο σύρων τους εχθρούς εις ενέδραν τινά ενομίζετο συνετός, επιτηδειότερος δε ο αποφεύγων αυτήν. Ο αποφεύγων με φρόνησιν τα μέτρα ταύτα υπεδεικνύετο ως προδότης και ως φοβούμενος τους αντιπάλους. Και μ' ένα λόγον επηνείτο ο προλαμβάνων τον μέλλοντα να κακοποιήση και ο παρορμών τον μη έχοντα κατά νουν τούτο. Ολιγωτέραν οικειότητα είχον μετά των συγγενών των παρά μετά των συνεταίρων των, διότι οι τελευταίοι ούτοι ήσαν ετοιμότεροι να τολμούν τα πάντα απροφάσιστα· τωόντι οι συνεταιρισμοί ούτοι δεν εσχηματίζοντο κατά τους κειμένους νόμους επί ωφελεία, αλλά μάλλον κατά παράβασιν των καθεστώτων και προς πλεονεξίαν· τα δε εκατέρωθεν διδόμενα μαρτύρια της πίστεως εθεμελιούντο μάλλον επί της συνενοχής του εγκλήματος παρά επί του θείου νόμου. Εάν υπερείχον, παρεδέχοντο τα υπό των εχθρών καλώς λεγόμενα όχι εκ γενναιότητος, αλλά διά να προφυλάττουν τον εαυτόν τους, πλειοτέραν δε αξίαν απέδιδον εις το να τιμωρήσουν ύβριν τινά παρά να προλάβουν αυτήν. Οι ενίοτε διδόμενοι όρκοι συνδιαλλαγής ισχύν είχον μόνον εφ' όσον οι συνδιαλλαττόμενοι δεν ευρίσκοντο εις θέσιν να πράξουν άλλο τίποτε· εις την ελαχίστην δε ευκαιρίαν, ο πρώτος αναλαμβάνων θάρρος, άμα έβλεπε τον αντίπαλόν του απροφύλακτον, εξεδικείτο ευχαριστότερον διά προδοσίας παρά διά φανεράς δυνάμεως. Υπελόγιζεν ούτω την ασφάλειάν του, και επιτυγχάνων διά της απάτης προσελάμβανε και τον έπαινον ότι ήτο επιτηδειότατος. Διότι ευκολώτερον οι κακούργοι καλούνται επιτήδειοι, παρά οι απλοί και αγαθοί άνθρωποι· και διά μεν την αγαθότητα αισχύνονται, διά δε την κακίαν σεμνύνονται. Όλα δε ταύτα τα κακά προέρχονται εκ της μανίας των ανθρώπων προς το να άρχουν, την οποίαν εμπνέουν η πλεονεξία και η φιλοδοξία· εκ τούτου δε διεγείρονται και αντιζηλίαι. Διότι οι προεξάρχοντες των πραγμάτων εις τας πόλεις, έχοντες ως σύνθημα οι μεν την πολιτικήν ισονομίαν του πλήθους, οι δε την σώφρονα αριστοκρατίαν, προυτίθεντο, ως έλεγον, το δημόσιον καλόν ως σκοπόν των εργασιών των, και αγωνιζόμενοι δι' όλων των μέσων να υποσκελίσουν αλλήλους έκαμναν τα αίσχιστα. Κατεδίωκον τους αντιπάλους των επιβάλλοντες εις αυτούς μεγίστας τιμωρίας, όχι οποίας απήτει το δίκαιον και το συμφέρον της πόλεως, αλλ' όπως ήθελον η μία μερίς ή η άλλη· και ότε κατελάμβανον την αρχήν έσπευδον είτε δι' αδίκων αποφάσεων είτε διά της βίας να ικανοποιήσουν την στιγμιαίαν φιλοδοξίαν των. Εις τρόπον ώστε ούτε οι μεν ούτε οι δε εσέβοντο τους όρκους, αλλ επήνουν εκείνους, οι οποίοι διά της ευγλωττίας των επετύγχανον κάποιον αξιοζήλευτον αποτέλεσμα. Οι δε μετριοπαθείς εκ των πολιτών έπιπταν θύματα αμφοτέρων, είτε διότι δεν συνεμερίζοντο τους κινδύνους, είτε διότι εφθονούντο διά την ησυχίαν των.