Front matter (continued 3)
I. (Ioannes) Zervos translation
49. Και οι εν τη Ναυπάκτω Αθηναίοι και Ακαρνάνες εκστρατεύοντες περί τα τέλη του θέρους εκυρίευσαν διά προδοσίας το Ανακτόριον, πόλιν της Κορινθίας, η οποία κείται εις το στόμιον του Αμβρακικού κόλπου. Οι Ακαρνάνες ούτοι εδίωξαν εκ πάντων των μερών τους Κορινθίους οικήτορας και κατέλαβαν όλην την πόλιν. Και το θέρος ετελείωσεν.
50. Κατά τον ακόλουθον δε χειμώνα, Αριστείδης ο Αρχίππου, είς των στρατηγών του στόλου, ο οποίος είχε σταλή, διά να σύναξη χρήματα από τους συμμάχους, συλλαμβάνει εις Ηιόνα την επί του Στρυμόνος τον Πέρσην Αρταφέρνη πάμφθηνα υπό του βασιλέως εις την Λακεδαίμονα. Ότε δε εφέρθη αυτός εις τας Αθήνας, τας μεν επιστολάς ανέγνωσαν οι Αθηναίοι μεταφρασθέντες αυτάς εκ της Ασσυριακής γλώσσης και είδον ότι μεταξύ άλλων έλεγαν ο βασιλεύς εν συνάψει εις τους Λακεδαιμονίους, ότι δεν εννοεί τι εζήτουν παρ' αυτού, ότι, μολονότι πολλοί ήλθον προς αυτόν πρέσβεις, ουδείς όμως έλεγε τα αυτά, και ότι, εάν ήθελαν να εξηγηθούν καθαρά, έπρεπε να στείλουν προς αυτόν πρέσβεις μετά του Πάρσου· τον δε Αρταφέρνη απέστειλαν ύστερον οι Αθηναίοι διά τριήρους εις την Έφεσον και πρέσβεις συγχρόνως, οι οποίοι μαθόντες εκεί ότι απέθανεν ο υιός του Ξέρξου Αρταξέρξης (ο οποίος πράγματι απέθανε κατ' εκείνον τον χρόνον) επέστρεψαν εις τα ίδια.
51. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα οι Χίοι κατηδάφισαν το νέον τείχος των κατά διαταγήν των Αθηναίων, οι οποίοι τους εποπτεύοντα ότι εμελέτων επανάσταση τινα κατ' αυτών· εν τούτοις υπήκουσαν μόνον, αφού επέτυχον παρά των Αθηναίων οριστικών διαβεβαίωσιν ότι ουδένα διέτρεχαν κίνδυνον. Και τοιουτοτρόπως ετελείωσεν ο χειμών και το έβδομον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.
52. Μόλις δε ήλθε το επόμενον θέρος και ευθύς με την νέαν σελήνην έγινεν έκλειψις ηλίου και σεισμός κατά τας πρώτας ημέρας του αυτού μηνός. Οι φυγάδες των Μυτιληναίων και των άλλων Λεσβίων, ορμώμενοι οι πολλοί εκ της ηπείρου και μισθώσαντες εκ της Πελοποννήσου βοηθούς και συναθροίσαντες και άλλους από την στερεάν, εκυρίευσαν το Ροίτειον· λαβόντες δε δισχιλίους, στατήρας Φωκαΐτας (6) την απέδωκαν πάλιν χωρίς να πράξουν ουδέν άλλο άδικον, και μετά ταύτα εκστρατεύοντες εναντίον της Αντάνδρου κατέλαβαν αυτήν διά προδοσίας. Το δε σχέδιόν των ήτο να ελευθερώσουν από τους Αθηναίους και τας άλλας πόλεις τας καλουμένας Ακταίας και τας οποίας πρότερον κατείχον οι Μυτιληναίοι, και προ πάντων την ’ντανδρον. Επειδή το μέρος τούτο ήτο κατάλληλον προς ναυπήγησιν πλοίων, ένεκα των υπαρχόντων ξύλων και της άνωθεν κειμένης Ίδης, ήθελαν, οχυρούντες την ’ντανδρον και εφοδιάζοντες αυτήν με κάθε άλλο αναγκαίον, να έχουν εύκολον ορμητήριον, διά να λεηλατούν την Λέσβον, η οποία έκειτο πλησίον, και να καταλάβουν τας άλλας αιολικάς πόλεις της στερεάς. Και ούτοι μεν ταύτας τας επιχειρήσεις είχαν κατά νουν.
53. Οι δε Αθηναίοι κατά το αυτό θέρος εξεστράτευσαν κατά των Κυθήρων έχοντες εξήκοντα πλοία, δισχιλίους οπλίτας και ολίγους ιππείς· συνώδευαν δε αυτούς οι εκ Μιλήτου σύμμαχοι και άλλοι τινές, και στρατηγοί ήσαν Νικίας ο Νικηράτου, Νικόστρατος ο Διοτρέφους και Αυτοκλής ο Τολμαίου. Είναι δε τα Κύθηρα νήσος παρακειμένη εις την Λακωνικήν και πλησίον του Μαλέα. Οι κάτοικοι αυτών είναι περίοικοι Λακεδαιμόνιοι, και κατ' έτος μετέβαινεν εκεί εκ Σπάρτης είς άρχων καλούμενος κυθηροδίκης. Οι δε Λακεδαιμόνιοι διετήρουν εκεί πάντοτε φρουράν εξ οπλιτών και επετήρουν την νήσον ταύτην με πολλήν φροντίδα, διότι εχρησίμευεν ως ορμητήριον των εκ της Αιγύπτου και της Λιβύης ερχομένων εμπορικών πλοίων· κυρίως δε επροφύλαττεν από της ληστείας την παραλίαν, η οποία ήτο το μόνον ευκολοκυρίευτον μέρος της Λακωνικής, διότι όλη η νήσος εκτείνεται προς το Σικελικόν και το Κρητικόν πέλαγος.
54. Πλησιάσαντες ο οι Αθηναίοι διά δέκα μεν πλοίων και δισχιλίων Μιλησίων οπλιτών κατέλαβαν την παραθαλασσίαν πόλιν Σκάνδειαν, μετά του υπολοίπου δε στρατού αποβάντες εις τα παρά τον Μαλέαν μέρη της νήσου επροχώρησαν κατά της παραθαλασσίας πόλεως των Κυθηρίων και ευρέθησαν ευθύς στρατοπεδευμένοι έξω των τειχών. Αφού δε έγινε μάχη, αντέστησαν μεν επί ολίγον οι Κυθήριοι, αλλ' έπειτα τραπέντες εις φυγήν κατέφυγαν εις την άνω πόλιν, και ύστερον συνεβιβάσθησαν με τον Νικίαν και τους συνάρχοντας να παραδοθούν μεν εις τους Αθηναίους, αλλά να μη φονευθούν. Προηγουμένως ο Νικίας είχε συνομιλήσει μετά τινων Κυθηρίων και ένεκα τούτου η συνθήκη εκείνη έγινε και ταχύτερον και ωφελιμώτερον διά το παρόν και διά το μέλλον, διότι άλλως οι Αθηναίοι θα απεδίωκον τους Κυθηρίους, επειδή ήσαν Λακεδαιμόνιοι και η νήσος των ήτο πλησιεστάτη εις την Λακωνικήν. Μετά δε την σύμβασιν οι Αθηναίοι καταλαβόντες χωρίς αντίστασιν την Σκάνδειαν, η οποία κείται πλησίον του λιμένος, έθεσαν φρουράν εις τα Κύθηρα και έπλευσαν προς την Ασίνην, το Έλος και τας πλείστας παραθαλασσίας πόλεις· αποβιβαζόμενοι δε και διανυκτερεύοντες εις μέρη κατάλληλα ελεηλάτουν την χώραν επί ολοκλήρους επτά ημέρας.
55. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, ότε είδαν ότι οι Αθηναίοι κατείχον τα Κύθηρα, περιμένοντες δε παρομοίας αποβάσεις και εις την χώραν αυτών, συνηθροισμένην μεν δύναμιν ουδαμού αντέταξαν, έστειλαν όμως πλήθος οπλιτών εις όλην την χώραν, διά να φυλάττουν όπου ήτο ανάγκη, διότι εφοβούντο μήπως συμβή μεταβολή τις εις το πολίτευμά των εξ αιτίας της μεγάλης και απροόπτου καταστροφής, την οποίαν έπαθαν εις την Σφακτηρίαν, και διότι κατελήφθησαν η Πύλος και τα Κύθηρα υπό των εχθρών και διά τον τοσούτον αιφνίδιον εκείνον πόλεμον, ο οποίος τους ήρχετο πανταχόθεν, ενώ διετέλουν απροφύλακτοι. Διά τούτο εσχημάτισαν, παρά την συνήθειάν των, σώμα εκ τετρακοσίων ιππέων και τοξοτών. Περισσότερον δε είπερ ποτέ εφαίνοντο βραδείς περί τα πολεμικά, διότι ήσαν περιπλεγμένοι εις ναυτικόν αγώνα, του οποίου αι προπαρασκευαί ήσαν ξέναι από τας συνηθείας των, εναντίον μάλιστα των Αθηναίων, οι οποίοι ενόμιζαν ότι η απραξία ήτον αληθινή απώλεια. Συγχρόνως άπειρα ατυχήματα, επελθόντα εις ολίγον καιρόν και εναντίον κάθε προσδοκίας, τους έφεραν εις μεγίστην αμηχανίαν εφοβούντο δε μήπως ημέραν τινά τοις συμβή και πάλιν δυστύχημα τι ως το της Σφακτηρίας. Διά τούτο δεν είχαν πλέον την αυτήν τόλμην εις τας μάχας, και εις κάθε κίνημα ενόμιζαν ότι έσφαλλον· τοσούτον η πεποίθησίς των εκλονίσθη από ατυχήματα, εις τα οποία δεν ήσαν συνηθισμένοι.
56. Ενώ δε οι Αθηναίοι ελεηλάτουν τα παράλια της Λακωνικής, οι Λακεδαιμόνιοι έμεναν ως επί το πλείστον ήσυχοι, διότι, όπου εγίνετο απόβασις, οι εκεί φρουρούντες ενόμιζον ότι ήσαν κατώτεροι κατά τον αριθμόν και ο ταραγμένος νους αυτών έρρεπε προς τοιαύτην υπόθεσιν. Μία μόνη φρουρά ήτις ημύνετο πλησίον της Κοτύρτας και της Αφροδιτίας ώρμησε κατά του πλήθους των ψιλών, οίτινες ήσαν διεσπαρμένοι και τους έτρεψεν εις φυγήν, αλλ' αντιταχθέντων των οπλιτών υπεχώρησε· πάλιν, εξ αυτής δε εφονεύθησαν ολίγοι άνδρες και ελήφθησαν τα όπλα των. Τότε οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον και απέπλευσαν εις τα Κύθηρα. Εκείθεν παραπλέοντες έφθασαν εις Επίδαυρον την Λιμηράν και λεηλατήσαντες μέρος της χώρας ήλθον εις την Θυρέαν, η οποία αποτελεί μεν μέρος της καλουμένης Κυνοσουρίας, κείται δε εις τα μεθόρια της Αργολίδος και της Λακωνίας. Οι Λακεδαιμόνιοι εις τους οποίους ανήκεν η πόλις αύτη, είχον παραχωρήσει εις τους διωχθέντας εκ της πατρίδος Αιγινήτας να την κατοικούν είτε ως αντάλλαγμα διά τας ευεργεσίας τας οποίας ούτοι παρέσχον κατά την εποχήν του σεισμού και της επαναστάσεως των Ειλώτων, είτε διότι οι Αιγινήται, μολονότι υπήκοοι των Αθηναίων, έτειναν πάντοτε προς τους Λακεδαιμονίους.
57. Ότε δε επλησίαζον οι Αθηναίοι, οι Αιγινήται το μεν επί της παραλίας τείχος, το οποίον έτυχον οικοδομούντες, εγκατέλιπον, απεχώρησαν δε εις την άνω πόλιν, εις την οποίαν κατώκουν και η οποία απέχει δέκα σταδίους από της θαλάσσης. Μεταξύ των Λακεδαιμονίων φρουρών αίτινες ήσαν εις την χώραν μία μόνη, ήτις ειργάζετο μετά των Αιγινητών εις την κατασκευήν του τείχους, ηρνήθη με όλας τας παρακλήσεις αυτών να εισέλθη εις την πόλιν, διότι ενόμιζεν επικίνδυνον να κατακλεισθή· αποσυρθείσα δε εις τα ύψη και νομίζουσα ότι δεν ήτον αξιόμαχος έμενεν ησυχάζουσα. Εν τούτοις οι Αθηναίοι πλησιάσαντες ευθύς πανστρατιά εκυρίευσαν την Θυρέαν, την επυρπόλησαν και διήρπασαν ό,τι εύρον. Μετά ταύτα επέστρεψαν εις τας Αθήνας φέροντες αιχμάλωτον μαζί τους τον Λακεδαιμόνιον Τάνταλον τον Πατροκλέους, ο οποίος ήτον άρχων και είχε πληγωθή. Παρέλαβαν επίσης καί τινας Κυθηρίους, τους οποίους διά περισσοτέραν ασφάλειαν ενόμισαν ότι έπρεπε να μεταφέρουν αλλαχού. Και τούτους μεν οι Αθηναίοι απεφάσισαν να καταθέσουν εις τας νήσους και να κατοικούν οι άλλοι Κυθήριοι την πατρίδα των πληρώνοντες φόρον τεσσάρων ταλάντων, όλους δε τους Αιγινήτας όσους συνέλαβαν να τους φονεύσουν, ένεκα της αιωνίας αυτών έχθρας κατά των Αθηναίων· τον δε Τάνταλον να δέσουν πλησίον των άλλων Λακεδαιμονίων, τους οποίους συνέλαβαν εις την Σφακτηρίαν.
58. Κατά το αυτό δε θέρος πρώτον μεν συνωμολογήθη εν Σικελία ανακωχή μεταξύ των Καμαριναίων και των Γελώων· έπειτα δε και οι άλλοι Σικελιώται οι αποσταλέντες ως πρέσβεις εξ όλων των πόλεων και συνελθόντες εις την Γέλαν συνδιεσκέπτοντο πώς να συμφιλιωθούν. Πολλαί γνώμαι επροτάθησαν υπέρ και κατά· έκαστος δε διήγειρε δυσκολίας ή αξιώσεις καθ' όσον ενομιζεν ότι κατεπατούντο τα δικαιώματα του. Ερμοκράτης δε ο Έρμωνος, ο οποίος και έπεισε τους πρέσβεις, απέτεινεν εις την συνέλευσιν τους εξής λόγους.
59. « Απεσταλμένος πόλεως όχι μικράς ούτε υπερβολικά εξηντλημένης από τον πόλεμον, θα ομιλήσω, ω Σικελιώται, προς την συνέλευσιν, διά να εκφράσω την γνώμην, η οποία μου φαίνεται αρίστη δι' όλην την Σικελίαν. Και ότι ο πόλεμος είναι δυσάρεστον πράγμα, προς τι να μακρηγορήσω διηγούμενος με λεπτομέρειαν όλα τα κακά, όσα εις αυτόν ενυπάρχουν, προς ανθρώπους, οι οποίοι καλώς τα γνωρίζουν; ’λλως τε κανείς ούτε επιχειρεί τον πόλεμον από απειρίαν ούτε τον αποφεύγει από φόβον, άμα νομίση ότι θέλει επιτύχει ωφέλειάν τινα. Αλλ' οι μεν θεωρούν τα κέρδη του μεγαλύτερα των κινδύνων, οι δε προτιμούν να εκτεθούν εις τους κινδύνους πριν πάθουν προσωρινήν τινα ζημίαν. Εάν εν τούτοις συμβή, ώστε και οι μεν και οι δε να ηπατήθησαν εις τας σκέψεις των, τότε αι περί συνδιαλλαγής παραινέσεις είναι ωφέλιμοι, και δι' ημάς θα καθίσταντο ανεκτίμητοι, εάν επειθόμεθα εις αυτάς. Προσέχων έκαστος εις τα συμφέροντα του βεβαίως εξ αρχής έλαβε τα όπλα, διά να τα υποστήριξη, σήμερον δε προσπαθούμεν ακόμη φιλονεικούντες να έλθωμεν εις συμβιβασμόν· και, εάν δεν κατορθώσωμεν, ώστε να απέλθη έκαστος ευχαριστημένος, θα αρχίσωμεν πάλιν τον πόλεμον.
60. » Και όμως πρέπει να γνωρίσωμεν ότι, εάν είμεθα φρόνιμοι, όχι μόνον τα ιδιαίτερα μας συμφέροντα θα κανονίσωμεν κατά την συνέλευσιν αυτήν, αλλά και όλην την Σικελίαν θα σώσωμεν εκτεθειμένην, ως νομίζω, εις τας επιβουλάς των Αθηναίων· διά να σας συμφιλιώσω δε, δεν ελπίζω τόσον εις τον λόγον, όσον εις αυτούς τούτους τους Αθηναίους, οι οποίοι, μεγίστην έχοντες δύναμιν μεταξύ, των Ελλήνων επιτηρούν τα σφάλματά μας ευρισκόμενοι ενταύθα μετά τίνων πλοίων και υπό το νόμιμον όνομα συμμάχων μεταχειριζόμενοι ευσχήμως προς το συμφέρον των την φυσικήν αυτών έχθραν. Εάν εξακολουθήσωμεν τον πόλεμον, εάν προσκαλέσωμεν και εκ δευτέρου τους άνδρας τούτους, οι οποίοι και εις τους προσκαλούντας αυτούς παρουσιάζονται ένοπλοι, εάν καταστρέφωμεν αλλήλους με ιδικάς μας δαπάνας, εάν διευκολύνωμεν ημείς αυτοί την επέκτασιν της ηγεμονίας των, είναι πιθανόν ότι, άμα ιδούν ημάς εξηντλημένους, θα έλθουν με στόλον μεγαλύτερον να υποτάξουν όλους τούτους τους τόπους.
61. » Και όμως, εάν είμεθα φρόνιμοι, έπρεπε να ζητώμεν να έχωμεν συμμάχους και να παίρνωμεν επάνω μας τους αναγκαίους κινδύνους, όχι διά να αποκτώμεν τα ξένα, αλλά διά να μη βλάπτωμεν τα υπάρχοντα· ας σκεφθώμεν ότι η διαίρεσις καταστρέφει εν γένει μεν τας πόλεις, ιδία δε την Σικελίαν, της οποίας, ως γνωστόν, όλοι μεν οι κάτοικοι ευρίσκονται εκτεθειμένοι εις τας επιβουλάς των ξένων, όλαι δε αι πόλεις είναι διηρημέναι. Πεισθέντες περί της αληθείας ταύτης ας συμφιλιωθούν οι πολίται με τους πολίτας και αι πόλεις με τας πόλεις, και ας προσπαθήσουν διά κοινών αγώνων να σώσουν ολόκληρον την Σικελίαν. Κανείς ας μη νομίση ότι οι μεταξύ ημών ευρισκόμενοι Δωριείς είναι εχθροί των Αθηναίων, και ότι οι Χαλκιδείς είναι ασφαλείς ένεκα της Ιωνικής συγγενείας των, διότι οι Αθηναίοι επέρχονται ουχί ένεκα έχθρας εθνικής και αντιπαθείας φυλετικής, αλλ' εποφθαλμιώντες τα αγαθά της Σικελίας, όσα ανήκουν εις όλους ημάς κοινώς. Απέδειξαν τούτο σήμερον προσκληθέντες υπό της Χαλκιδικής φυλής, διότι, χωρίς ουδέποτε να λάβουν βοήθειαν λόγω αρχαίας συμμαχίας, αυτοί μάλλον μετά προθυμίας παρέσχον την υπό της συνθήκης υπαγορευμένην βοήθειαν. Και οι μεν Αθηναίοι είναι συγχωρητέοι έχοντες τοιαύτην φιλοδοξίαν και προνοητικότητα, και δεν κατηγορώ εκείνους, πού ζητούν να άρχουν, αλλ' εκείνους, που στέργουν να υπακούουν, διότι είναι φυσικόν εις τον άνθρωπον να άρχη επί των ενδιδόντων και να αντιτάσσεται κατά των επερχομένων. Όσοι δε ενώ γνωρίζουν ταύτα δεν λαμβάνουν τας αναγκαίας προφυλάξεις έχουν άδικον, καθώς επίσης και όσοι ήλθον εδώ χωρίς να σκεφθούν ότι το σπουδαιότατον δι' ημάς είναι ν' απαλλαγώμεν όλοι ομού από τον κίνδυνον ο οποίος μας απειλεί. Τάχιστα δε θ' απαλλαγώμεν αυτού, εάν συμφωνήσωμεν μεταξύ μας· διότι οι Αθηναίοι δεν είναι εις την χώραν των αλλ' εις την χώραν εκείνων, οίτινες τους προσεκάλεσαν. Τοιουτοτρόπως ουχί ο πόλεμος θα παύση διά του πολέμου, αλλά διά της ειρήνης θα παύσουν άνευ κόπων αι διαφοραί ημών, οι δε άπιστοι βοηθοί οι με εύσχημον πρόφασιν αδίκως ελθόντες θέλουν επιστρέψει άπρακτοι με εύλογον αιτίαν.
62. » Και ως προς μεν τους Αθηναίους ευρίσκομεν ότι τόσον μέγα θα έχωμεν αγαθόν, αν σκεπτώμεθα ορθώς· την δε ειρήνην ήτις υπό πάντων ομολογείται ότι είναι άριστον πράγμα πώς δεν συνομολογούμεν μεταξύ μας; ή νομίζετε ότι, εάν εις τον ένα μεν υπάρχη αγαθόν τι, εις τον άλλον δε το εναντίον, δύναται όχι τόσον η ησυχία όσον ο πόλεμος το μεν κακόν να παύση, το δε αγαθόν να διατηρήση εις καθένα, και ότι η ειρήνη δεν έχει τας τιμάς και τας λαμπρότητας ακινδυνοτέρας και μυρία άλλα πλεονεκτήματα, τα οποία είναι επίσης μακρά εις την απαρίθμησιν όσον πολλά είναι και τα κακά του πολέμου; Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενοι μη παρακούσητε τους λόγους μου, αλλά καθένας ας προΐδη εξ αυτών τα μέσα της σωτηρίας του. Εάν τις φαντασθή ότι θέλει επιτύχει εξ άπαντος είτε διά του δικαίου του είτε διά της βίας, ας μη δυσφορή κατόπιν, εάν απατηθή ανελπίστως· ας μάθη δε ότι πολλοί μέχρι τούδε καταδιώκοντες τους αδικούντας με σχέδια εκδικήσεως όχι μόνον δεν επέτυχον, αλλά και διεκινδύνευσαν την ιδίαν των ασφάλειαν· άλλοι δε, ελπίζοντες να αποκτήσουν διά της βίας αύξησίν τινα, όχι μόνον δεν εκέρδησαν τίποτε, αλλ' απώλεσαν και εκείνα τα οποία είχον. Τωόντι ο εκδικούμενος δεν επιτυγχάνει καθώς ήτο δίκαιον, επειδή προηδικήθη, ουδ' ο ισχυρός πρέπει να είναι βέβαιος περί της νίκης επαναπαυόμενος εις την ισχύν του· συνήθως διευθύνει το μέλλον η αβεβαιότης της τύχης, με όλην όμως την αβεβαιότητα αυτής φαίνεται η τύχη ωφελιμωτάτη· διότι ως εκ του φόβου, τον οποίον έχομεν όλοι ομοίως, προσβάλλομεν αλλήλους έχοντες μεγαλυτέραν προφυλακτικότητα.
63. »Τοιουτοτρόπως και σήμερον ανησυχούντες διπλά, και διά την αβεβαιότητα του αδήλου αυτού μέλλοντος και διά την φοβεράν παρουσίαν των Αθηναίων, και άλλως έχοντες πεποίθησιν ότι η μη εκπλήρωσις των ελπίδων μας ήτο αποτέλεσμα των δύο τούτων εμποδίων, ας αποπέμψωμεν εκ της χώρας τους απειλούντας αυτήν εχθρούς· ημείς δε αυτοί το καλλίτερον μεν είναι να συμβιβασθώμεν διά παντός, εάν όμως τούτο δεν είναι δυνατόν, ας κάμωμεν όσον το δυνατόν πλέον μακροχρόνιον ανακωχήν και ας αναβάλωμεν δι' άλλοτε τας ιδιαιτέρας διαφοράς. Διά να ομιλήσω δε σύντομα : πεισθήτε ότι ακολουθούντες την γνώμην μου θα έχετε πόλεις ελευθέρας πού όταν είσθε κύριοι αυτών θα δύνασθε να αμείβετε ή να τιμωρήτε με ίσην δικαιοσύνην όσους σας κάμνουν καλόν τι ή κακόν. Εάν όμως δεν πεισθήτε εις τους λόγους μου και ακούσετε άλλας συμβουλάς, τότε ο αγών δεν θα είναι πλέον περί εκδικήσεως· αλλά και επί τη υποθέσει ότι θα είμεθα παραπολύ ευτυχείς, όμως θα γίνωμεν κατ' ανάγκην φίλοι αμειλίκτων εχθρών και εχθροί καλλίστων φίλων.
64. »Εγώ, ως είπα εις την αρχήν του λόγου, αντιπροσωπεύων πόλιν ισχυράν, η οποία έχει τόσην δύναμιν, ώστε μάλλον να επιτίθεται παρά να αμύνεται, προβλέπων τους ειρημένους κινδύνους, επιμένω να συμβιβασθώμεν και να μη βλάπτωμεν ημάς αυτούς ζητούντες να βλάψωμεν τους εναντίους. Δεν θέλω δε κατά τρόπον μωρόν φιλονεικών να ισχυρίζωμαι ότι, καθώς είμαι κύριος της γνώμης μου, ούτως είμαι κύριος και της τύχης, την οποίαν δεν εξουσιάζω, αλλ' απεναντίας θέλω να ενδίδω όσον πρέπει. Ευρίσκω δε δίκαιον να πράξουν και οι άλλοι ως εγώ, να ενδώσουν οικειοθελώς και ουχ' άναγκαζόμενοι υπό των εχθρών. Διότι δεν είναι αισχρόν οι συγγενείς να ενδίδουν εις τους συγγενείς, ο Δωριεύς εις τον Δωριέα και ο Χαλκιδεύς εις τον ομόφυλον. Εν συντόμω, ας ενεργήσωμεν από κοινού και αφού είμεθα γείτονες, κατοικούμεν χώραν περιβρεχομένην υπό της θαλάσσης και μ' ένα όνομα καλούμεθα Σικελιώται. Έχω πεποίθησιν ότι πάλιν θα πολεμήσωμεν, όταν παρουσιασθή περίστασις, και πάλιν θα συμφιλιωθώμεν μόνοι μας μεταχειριζόμενοι αμοιβαίας δικαιολογίας· αλλ' εάν είμεθα φρόνιμοι, ας αποδιώκωμεν εκάστοτε με κοινήν προσπάθειαν τους εναντίον μας επερχομένους ξένους, αφού χωρισμένοι βλάπτοντες αλλήλους κινδυνεύομεν όλοι· εις το εξής ας μη προσκαλώμεν ουδέποτε μήτε συμμάχους μήτε συνδιαλλακτάς. Ταύτα δε πράττοντες θέλομεν παράσχει εις την Σικελίαν δύο αγαθά προς το παρόν· θα απαλλάξωμεν αυτήν από τους Αθηναίους και θα παύσωμεν τον εμφύλιον πόλεμον· εν τω μέλλοντι δε θα κατοικώμεν χώραν ελευθέραν και την οποίαν ολιγώτερον παρά πριν θα επιβουλεύωνται οι ξένοι».
65. Αφού είπεν αυτά ο Ερμοκράτης, επείσθησαν οι Συρακούσιοι και συνεφώνησαν μεταξύ των να απαλλαγούν του πολέμου, να διατηρήσουν όσα είχαν καθένας και να αφήσουν την Μοργαντίνην εις τους Καμαριναίους με τον όρον να πληρώσουν ούτοι εις τους Συρακούσιους ωρισμένην τινά χρηματικήν ποσότητα. Οι δε σύμμαχοι των Αθηναίων εμήνυσαν εις όσους εξ αυτών ήσαν στρατηγοί ότι εσκόπευαν να συμβιβασθούν και ότι αι σπονδαί θα ήσαν και εις εκείνους κοιναί· ότε δε συνήνεσαν αυτοί, συνωμολογήθη η συνθήκη και μετά ταύτα απέπλευσαν εκ της Σικελίας τα πλοία των Αθηναίων. Επιστρέψαντας εις τας Αθήνας τους στρατηγούς οι Αθηναίοι τους μεν δύο, τον Πυθόδωρον και τον Σοφοκλέα, κατεδίκασαν εις εξορίαν, τον δε τρίτον, τον Ευρυμέδοντα, εις χρηματικήν πληρωμήν, διά τον λόγον, ότι, μολονότι, δυνάμενοι να υποτάξουν την Σικελίαν, ανεχώρησαν δωροδοκηθέντες. Τόσον βασιζόμενοι εις την παρούσαν ευτυχίαν είχαν την αξίωσιν ότι, τίποτε δεν ημπορούσε να τους αντισταθή, αλλ' ότι και μετά μεγάλων και μετά μικρών μέσων έπρεπεν ομοίως να εκτελούν ό,τι ήτο δυνατόν και ό,τι ήτο αδύνατον. Αιτία δε τούτου ήτο η ανέλπιστος επιτυχία εις τας πλειοτέρας των επιχειρήσεις, η οποία τους έκαμνε να εκλαμβάνουν την ελπίδα ως πραγματικότητα.
66. Κατά το αυτό δε θέρος οι εν τη πόλει μείναντες Μεγαρείς, πιεζόμενοι τούτο μεν υπό των Αθηναίων, των οποίων όλος ο στρατός εισήρχετο τακτικώς δις του έτους εις την χώραν των, τούτο δε υπό των ιδίων των εξορίστων, οίτινες διωχθέντες εκ των Πηγών υπό του πλήθους συνεπεία στάσεως απέβαινον επίφοβοι λεηλατούντες την χώραν, ήρχισαν να συσκέπτωνται αν έπρεπε να παραδεχθούν τους φυγάδας, διά να μη πάσχη η πόλις από δύο μέρη. Οι δε φίλοι των έξω εννοήσαντες τον θόρυβον ηθέλησαν και αυτοί μάλλον φανερώς παρά πρότερον να υποστηρίξουν την πρότασιν ταύτην. Μαθόντες δε οι προεστώτες του δήμου ότι ο λαός δεν θα ήτο δυνατόν ένεκα των πολλών συμφορών να μη ενδώση εφοβήθησαν και έκαμαν προτάσεις εις τους στρατηγούς των Αθηναίων, Ιπποκράτην τον Αρίφρονος και Δημοσθένην τον Αλκισθένους να παραδώσουν εις αυτούς την πόλιν, νομίζοντες ότι δι' αυτούς θα ήτο ολιγώτερον επικίνδυνον το μέτρον τούτο παρά η κάθοδος των εξορισθέντων υπ' αυτών. Και πρώτον μεν συνεφώνησαν να καταλάβουν οι Αθηναίοι τα μακρά τείχη (τα οποία εκτείνονται μέχρι του λιμένος της Νισαίας απεχούσης οκτώ σταδίους από της πόλεως), διά να μη εξέρχωνται οι Πελοποννήσιοι εκ της Νισαίας, εντός της οποίας αυτοί μόνον είχαν φρουράν προς ασφάλειαν των Μεγάρων έπειτα δε και την άνω πόλιν να προσπαθήσουν να παραδώσουν εις τους Αθηναίους· τούτο δε ήθελε κατορθωθή ευκολώτερα μετά την κατάληψιν των μακρών τειχών.
67. Αφού λοιπόν συνεφωνήθησαν τα πάντα από τα δύο μέρη και διά λόγων και δι' έργων, οι μεν Αθηναίοι απεβιβάσθησαν διά νυκτός εις την νήσον Μινώαν των Μεγαρέων μετά εξακοσίων οπλιτών οδηγουμένων υπό του Ιπποκράτους, και κρυβέντες εις κάποιον βαθούλωμα της γης, το οποίον δεν απείχε πολύ, έσυραν εξ αυτού πλίνθους διά την κατασκευήν των τειχών οι δε μετά του Δημοσθένους, του ετέρου στρατηγού, ψιλοί Πλαταιείς και άλλοι περίπολοι έστησαν ενέδραν εις το μέρος Ενυάλιον, το οποίον είναι πλησιέστερον εις την πόλιν. Ουδείς άλλος εγίνωσκε τας νυκτερινάς εκείνας κινήσεις ειμή μόνον οι ενδιαφερόμενοι. Ολίγον δε προ της αυγής οι προδίδοντες Μεγαρείς μεταχειρίσθησαν το ακόλουθον στρατήγημα. Προ πολλού μελετώντες ν' ανοίξουν τας πύλας έπεισαν τον διοικητήν να τοις επιτρέψη να μεταφέρουν διά νυκτός και εφ' αμάξης διά της τάφρου και μέχρι της παραλίας έν ακάτιον με δύο κώπας, διά του οποίου διέτρεχαν την θαλασσαν ως πειραταί· άμα δε εξημέρωνε το επανέφερον πάλιν εις το τείχος διά της αμάξης και το εισήγον διά των πυλών. Διά του τρόπου τούτου οι εν τη Μινώα φυλάσσοντες Αθηναίοι δεν έβλεπον εις τον λιμένα κανέν πλοίον και κατά συνέπειαν δεν διηγείρετο η προσοχή των. Κατά την νύκτα εκείνην, ήτο ήδη η άμαξα προ των πυλών και ηνοίγοντο αύται, διά να εισέλθη το ακάτιον. Iδόντες τα γινόμενα οι Αθηναίοι (διότι είχον ειδοποιηθή διά συνθήματος) ώρμησαν εκ της ενέδρας θέλοντες να φθάσουν πριν κλεισθούν αι πύλαι· ενώ δε ακόμη η άμαξα ήτο εις την είσοδον και παρημπόδιζε το κλείσιμον, αυτοί και οι συμπράττοντες Μεγαρείς φονεύουν τους φύλακας των πυλών. Και πρώτον μεν οι περί τον Δημοσθένην Πλαταιείς και οι περίπολοι εισέδραμον όπου σήμερον είναι το τρόπαιον, και αμέσως εγένετο μάχη εντός των πυλών μεταξύ των Πλαταιέων και των Πελοποννησίων εκείνων πού πολύ πλησίον ευρισκόμενοι και ιδόντες τα συμβαίνοντα έτρεξαν εις βοήθειαν. Αλλ' οι Πλαταιείς ενίκησαν και έδωκαν ελευθέραν είσοδον εις τους οπλίτας Αθηναίους.
68. Έπειτα δε, καθόσον αυτοί εισήρχοντο, επροχώρουν προς το τείχος. Οι Πελοποννήσιοι φρουροί, μολονότι ολιγάριθμοι, αντέστησαν όμως εις την αρχήν και μερικοί εφονεύθησαν αλλά μετ' ολίγον οι πλείστοι ετράπησαν εις φυγήν, φοβηθέντες εκ της νυκτερινής εκείνης προσβολής και της προδοσίας των Μεγαρέων, και ενόμισαν ότι όλοι οι Μεγαρείς ήσαν προδόται. Τυχαία τις περίστασις επεβεβαίωσε την πλάνην ταύτην. Αθηναίος τις κήρυξ εκήρυξεν αυτογνωμόνως να έλθουν όσοι ήθελον εκ των Μεγαρέων και να ενώσουν τα όπλα των με τους Αθηναίους. ’μα ήκουσαν ταύτα οι Μεγαρείς, δεν υπέμειναν πλέον, αλλά νομίσαντες ότι τωόντι προσεβάλλοντο υπό των εχθρών από κοινού, κατέφυγον εις την Νίσαιαν. ’μα δε τη αυγή, οπότε είχαν καταληφθή πλέον τα τείχη και οι εν τη πόλει Μεγαρείς διετέλουν εις ταραχήν, οι μετά των Αθηναίων συμπράξαντες και άλλοι μετ' αυτών, όσοι είχαν λάβει μέρος εις την σκευωρίαν, εζήτησαν να ανοίγουν αι πύλαι και να εξέλθουν εις μάχην. Ήτο δε συμφωνημένον, άμα ανοίγουν αι πύλαι, να εισορμήσουν οι Αθηναίοι. Οι συνωμόται, διά να αναγνωρισθούν και μη πάθουν τιποτε, θα ήσαν αλειμμένοι διά λίπους. Δεν διέτρεχον δε μέγαν κίνδυνον ανοίγοντες τας πύλας, διότι κατά τα συμφωνημένα τέσσαρες χιλιάδες οπλίται Αθηναίοι και εξακόσιοι ιππείς είχαν φθάσει εξ Ελευσίνος οδοιπορήσαντες διά νυκτός. Οι συνωμόται, αφού ηλείφθησαν διά του λίπους, εστέκοντο ήδη κοντά εις τας πύλας, ότε είς εξ αυτών επρόδωσε την επιβουλήν εις τους αγνοούντας αυτήν. Τότε ούτοι αμέσως ενωθέντες ήλθον αθρόοι και είπαν ότι δεν έπρεπεν ούτε να εξέλθουν (καθότι και προηγουμένως δεν ετόλμησαν να πράξουν τούτο, μολονότι ήσαν ισχυρότεροι) ούτε να εκθέσουν την πόλιν εις κίνδυνον φανερόν, εάν όμως δεν επείθοντο, ευθύς θα εγίνετο μάχη εκεί. Έλεγον δε ταύτα χωρίς ουδόλως να δεικνύουν ότι εγνώριζον τα διατρέχοντα, αλλ' ισχυρίζοντο ότι η γνώμη των ήτο καλλίστη και συγχρόνως παρέμειναν φυλάσσοντες κοντά εις τας πύλας εις τρόπον, ώστε οι επίβουλοι δεν ηδυνήθησαν να εκτελέσουν το σχέδιόν των.
69. Εννοήσαντες δε οι στρατηγοί των Αθηναίων ότι συνέβαινε κάποια εναντιότης και ότι δεν θα ηδύναντο να καταλάβουν την πόλιν διά της βίας ήρχισαν αμέσως να περιτειχίζουν την Νίσαιαν, ελπίζοντες ότι, εάν κυριεύσουν αυτήν πριν έλθωσιν επικουρίαι, τα Μέγαρα δεν θα εβράδυνον να παραδοθούν· μετ' ολίγον δε ήλθον εξ Αθηνών λιθουργοί, σίδηρος και τα άλλα επιτήδεια. Αρχίσαντες δ' από του τείχους το οποίον κατείχον επροχώρουν οικοδομούντες προς το μέρος, το οποίον εκτείνεται προς τα Μέγαρα, εκείθεν δε εξέτειναν αυτό εκατέρωθεν μέχρι της θαλάσσης της Νισαίας. Ο στρατός διένειμε μεταξύ του την εργασίαν των τειχών και της τάφρου· μετεχειρίσθησαν λίθους και πλίνθους του προαστείου, έκοψαν δένδρα και κλάδους, διά να κατασκευάζουν χαρακώματα όπου ήτο ανάγκη· τέλος αι οικίαι του προαστίου ενισχυόμεναι με επάλξεις εγένοντο οχυρώματα. Και καθ' όλην μεν την ημέραν εκείνην ειργάσθησαν κατά την επιούσαν δε περί το δειλινόν το τείχος σχεδόν ήτο τελειωμένον. Οι εν τη Νισαία διετέλουν εις μεγάλην στενοχωρίαν, διότι τα τρόφιμα τα οποία επρομηθεύοντο καθ' ημέραν εκ της άνω πόλεως επρόκειτο να λείψουν, μη περιμένοντες δε ταχείαν τινα βοήθειαν εκ μέρους των Πελοποννησίων και θεωρούντες συγχρόνως τους Μεγαρείς ως πολεμίους συνεβιβάσθησαν με τους Αθηναίους να μείνουν ελεύθεροι πληρώνοντες καθείς προσδιωρισμένην χρηματικήν ποσότητα, παραδίδοντες τα όπλα και αφήνοντες τους Αθηναίους κυρίους να αποφασίσουν περί της τύχης των Λακεδαιμονίων, του άρχοντος και κάθε άλλου ευρισκομένου εντός. Ταύτα συνομολογήσαντες εξήλθον. Και οι Αθηναίοι κατεδαφίσαντες τα προς τα Μέγαρα μακρά τείχη και παραλαβόντες την Νίσαιαν ενησχολήθησαν εις άλλα έργα.
70. Είς τον καιρόν δε αυτόν ο Λακεδαιμόνιος Βρασίδας ο Τέλλιδος έτυχε να ευρίσκεται περί την Σικυώνα και την Κόρινθον συναθροίζων στρατόν διά την Θράκην. ’μα δε έμαθε την άλωσιν των τειχών, φοβηθείς διά τους εν Νισαία Πελοποννησίους και διά την τύχην αυτών των Μεγάρων, πέμπει προς τους Βοιωτούς δίδων εντολήν εις αυτούς να τον συναντήσουν γρήγορα εις τον Τριποδίσκον (ούτω δε καλείται μία κώμη της Μεγαρίδος εις την υπώρειαν της Γερανείας), αυτός δε ήλθεν έχων δύο χιλιάδας και επτακοσίους οπλίτας Κορινθίους, τετρακοσίους Φλειασίους, εξακοσίους Σικυωνίους και τους άλλους όσοι είχον ήδη συναθροισθή. Ενόμιζε δε ότι ήθελε προφθάσει εις την Νίσαιαν πριν αύτη παραδοθή. Αλλ' άμα έμαθε την παράδοσιν αυτής (διότι είχε προχωρήσει διά νυκτός μέχρι του Τριποδίσκου) εξέλεξε τριακοσίους άνδρας εκ του στρατού, και πριν γίνη γνωστή η πορεία του επλησίασεν εις τα Μέγαρα χωρίς να τον εννοήσουν οι Αθηναίοι, οίτινες ήσαν εστρατοπεδευμένοι πλησίον της θαλάσσης. Και πρόσχημα μεν είχε να κάμη κάποιαν απόπειραν κατά της Νισαίας, την οποίαν είχε σκοπόν τω όντι να εκτελέση, αν ήτο δυνατόν· ο κύριος όμως σκοπός του ήτο να εισέλθη εις την πόλιν των Μεγαρέων, διά να εξασφαλίση αυτήν. Εζήτει λοιπόν παρά των Μεγαρέων να τον δεχθούν λέγων ότι ήλπιζε να πάρη οπίσω την Νίσαιαν.
71. Εκ των δύο φατριών αι οποίαι εχώριζαν τα Μέγαρα η μεν εφοβείτο μήπως ο Βρασίδας εξώση αυτήν και επαναφέρη τους φυγάδας, η δε μήπως ο δήμος φοβούμενος το αυτό αποτέλεσμα επιτεθή κατ' αυτής, και ούτως η πόλις κατασπαραχθή και γίνη λεία εις τους παραμονεύοντας αυτήν Αθηναίους. Δεν εδέχθησαν λοιπόν τον Βρασίδαν, αλλ' αμφότερα τα μέρη έκριναν καλόν να περιμείνουν το μέλλον εν ησυχία, διότι ήλπιζαν ότι θα συνεκροτείτο μάχη μεταξύ των Αθηναίων και των προστρεξάντων εις βοήθειαν και ότι τότε ηδύναντο ασφαλέστερα να παραδοθούν μετά την μάχην εις εκείνον, πού θα ήτο ευνοϊκώτερος προς αυτούς. Αλλ' ο Βρασίδας, μη δυνηθείς να τους πείση, επέστρεψε πάλιν προς το άλλο στράτευμα.
72. ’μα δε εξημέρωσεν, έφθασαν οι Βοιωτοί· και είχαν μεν σκοπόν αυτοί προ της παραγγελίας του Βρασίδου να στείλουν βοήθειαν εις τα Μέγαρα και ευρίσκοντο μάλιστα μεθ' όλου του στρατού των εις τας Πλαταιάς, αλλ' ότε ήλθεν, ο άγγελος έλαβον πολύ περισσότερον θάρρος και αποστείλαντες δύο χιλιάδας διακοσίους οπλίτας και εξακοσίους ιππείς επέστρεφαν μετά του επιλοίπου στρατού. Όλος δε ο συναχθείς εκεί στρατός συνεποσούτο εις εξακισχιλίους περίπου άνδρας. Προς το μέρος των Αθηναίων οι οπλίται ήσαν παραταμένοι παρά την Νίσαιαν και την παραλίαν, οι δε ψιλοί ήσαν διεσκορπισμένοι ανά την πεδιάδα, ότε οι ιππείς των Βοιωτών επιπεσόντες απροσδοκήτως κατά των ψιλών έτρεψαν αυτούς προς την θάλασσαν· διότι μέχρις εκείνης της στιγμής ουδεμία βοήθεια είχεν έλθει εις τους Μεγαρείς. Αντεπεξελθόντες δε οι ιππείς των Αθηναίων συνεπλάκησαν εκ του συστάδην και επί πολλήν ώραν εγένετο ιππομαχία, αμφότερα δε τα μέρη διεφιλονείκησαν την νίκην. Τωόντι οι Αθηναίοι κατεδίωξαν προς την Νίσαιαν τον ίππαρχον των Βοιωτών και άλλους τινάς όχι πολλούς, τους οποίους φονεύσαντες εσκύλευσαν, έμειναν κύριοι των νεκρών, τους απέδωκαν έπειτα διά συνθήκης και έστησαν τρόπαιον· εν συνόλω εν τούτοις η νίκη δεν εξεχώρισεν ούτε υπέρ του ενός ούτε υπέρ του άλλου και απεχωρίσθησαν, οι μεν Βοιωτοί διά να ενωθούν με τους ιδικούς των, οι δε Αθηναίοι διά να επιστρέψουν εις την Νίσαιαν.
73. Μετά τούτο δε ο Βρασίδας και το στράτευμα επλησίασαν προς την θάλασσαν και την πόλιν των Μεγαρέων, καταλαβόντες δε μέρος κατάλληλον παρετάχθησαν και ησύχαζον περιμένοντες να τους επιτεθούν οι Αθηναίοι και ηξεύροντες ότι οι Μεγαρείς επετήρουν προς ποίον ήθελε κλίνει η νίκη. Οι Λακεδαιμόνιοι εσκέπτοντο ότι το κίνημα τούτο θα τους ωφελούσεν υπό δύο επόψεις· πρώτον ότι δεν ήθελαν προσβάλει αυτοί πρώτοι και δεν ήθελαν αρχίσει άνευ ανάγκης μάχην επικίνδυνον· έφθανεν ότι εδείχθησαν διατεθειμένοι να πολεμήσουν, διά να δύνανται δικαίως να δώσουν εις εαυτούς την νίκην χωρίς να χάσουν ούτε ρανίδα αίματος· δεύτερον ότι τούτο ήτο το καλύτερον μέτρον το οποίον ώφειλαν να λάβουν ως προς τους Μεγαρείς· διότι, εάν δεν τους έβλεπον ερχομένους, δεν θα ενόμιζαν ότι τούτο εγίνετο εκ τύχης, αλλ' ότι προφανώς είχαν νικηθή και θα εστερούντο αμέσως της πόλεως· αν οι Αθηναίοι ηρνούντο να αγωνισθούν, τότε ο σκοπός διά τον οποίον ήλθαν ήθελεν επιτύχει· τούτο δε και εγένετο. Οι Αθηναίοι εξήλθον και παρετάχθησαν προ των μακρών τειχών αλλά βλέποντες ότι ο εχθρός δεν ήρχετο να τους προσβάλη έμενον και αυτοί ησυχάζοντες, διότι οι στρατηγοί των εθεώρουν ότι μετά την εντελή σχεδόν επιτυχίαν της επιχειρήσεώς των ο κίνδυνος δεν θα ήτο ίσος μεταξύ αυτών και εχθρού ανωτέρου κατά τον αριθμόν διότι, εάν μεν ενίκων, τα Μέγαρα μόνον θα ελάμβανον, εάν δε ηττώντο, θα έχανον τους πλέον εκλεκτούς οπλίτας των. Εξ εναντίας εις τους Πελοποννησίους συνέφερε να εκτεθούν εις τους κινδύνους της μάχης μετά τινος μέρους οιουδήποτε του στρατεύματος ή και μεθ' όλης αυτών της δυνάμεως. Έμειναν λοιπόν ούτως επί τινα χρόνον επειδή δε ουδείς ήρχιζε πρώτος την προσβολήν, ανεχώρησαν πρώτοι οι Αθηναίοι εις Νίσαιαν και κατόπιν οι Πελοποννήσιοι εις το μέρος από του οποίου είχαν αναχωρήσει. Τότε οι φίλοι των φυγάδων Μεγαρείς, ενθαρρυνθέντες διότι οι Αθηναίοι δεν ηθέλησαν να πολεμήσουν, ήνοιξαν τας πύλας εις τον Βρασίδαν, ως εις νικητήν, και εις τους άρχοντας των πόλεων· και δεχθέντες ήρχισαν να συνδιασκέπτωνται μετ' αυτών, ενώ οι οπαδοί των Αθηναίων διετέλουν εις μεγίστην αμηχανίαν.
74. Έπειτα οι σύμμαχοι διελύθησαν κατά πόλεις, ο δε Βρασίδας επανήλθε και αυτός εις την Κόρινθον, διά να προετοιμάση την κατά της Θράκης εκστρατείαν την οποίαν εξ αρχής εσχεδίαζεν. Αφού δ' απεχώρησαν οι Αθηναίοι, όσοι εκ των Μεγαρέων είχαν ενοχοποιηθή ότι είχον συνεννοήσεις μετ αυτών, μαθόντες ότι ανεκαλύφθησαν, έφυγαν αμέσως εκ της πόλεως, οι δε άλλοι διασκεφθέντες μετά των φίλων των εξορίστων επανέφεραν αυτούς εκ των Πηγών, αφού τους υπεχρέωσαν δι' επισήμων όρκων να μη μνησικακήσουν διόλου, αλλά να φροντίσουν και αυτοί περί των συμφερόντων της πόλεως. Εν τούτοις οι άνθρωποι ούτοι, μόλις έγιναν κύριοι της αρχής, έκαμαν στρατιωτικήν επιθεώρησιν και αφού μετά προσοχής διήρεσαν τους λόχους εξέλεξαν εκ των εχθρών και εξ εκείνων τους οποίους ενόμιζον ότι ήσαν ευνοϊκοί προς τους Αθηναίους περί τους εκατόν ηνάγκασαν δε τον λαόν να δώση φανεράν ψήφον κατά των ανδρών τούτων, και, άμα κατεδικάσθησαν, τους εθανάτωσαν και μετέβαλαν το πολίτευμα εις άκραν ολιγαρχίαν. Ούτω λοιπόν τα Μέγαρα δεν απηλλάγησαν της στάσεως ειμή διά να περιπέσουν πάλιν υπό τον ζυγόν της ολιγαρχίας η οποία διήρκεσεν επί πολύ.
75. Κατά το αυτό δε θέρος, ενώ επρόκειτο να οχυρωθή η ’ντανδρος υπό των Μυτιληναίων συμφώνως με το σχέδιον το οποίον ούτοι είχον συλλάβει, οι χρηματοσυλλέκται στρατηγοί των Αθηναίων Δημόδοκος και Αριστείδης ευρισκόμενοι κοντά εις τον Ελλήσποντον (διότι ο τρίτος στρατηγός Λάμαχος είχε πλεύσει εντός με δέκα πλοία προς τον Πόντον) έμαθαν τας προετοιμασίας αι οποίαι εγίνοντο διά την θέσιν ταύτην και εφοβήθησαν μήπως συμβή και εκεί ό,τι συνέβη εις τα ’ναια πλησίον της Σάμου. Οι Σάμιοι εξόριστοι είχαν εγκατασταθή εκεί και συνέτρεχον τους Πελοποννησίους εις τα ναυτικά στέλλοντες κυβερνήτας, δημιουργούντες ταραχάς εις τους εν τη πόλει Σαμίους και δεχόμενοι τους εξ αυτής εξερχομένους. Διά τον φόβον λοιπόν τούτον οι Αθηναίοι στρατηγοί συνήθροισαν συμμαχικόν στρατόν, επλησίασαν εις την ’ντανδρον, ενίκησαν εις μάχην τους ελθόντας προς απόκρουσιν και ανέκτησαν πάλιν την θέσιν. Μετ' ου πολύ ο Λάμαχος, ο οποίος είχεν εισπλεύσει εις τον Πόντον, προσορμισθείς εις τον Κάληκα ποταμόν πλησίον της Ηρακλείας, απώλεσε τα πλοία του ένεκα μεγάλου χειμάρρου πού κατέβη αιφνιδίως εκ των ορέων. Αυτός δε μετά του στρατού επέρασε πεζή την χώραν των Βιθυνών Θρακών (οι οποίοι κατοικούν εις την απέναντι παραλίαν εν Ασία) και έφθασεν εις την Χαλκηδόνα, η οποία κείται εις το στόμιον του Πόντου και είναι αποικία των Μεγαρέων.
76. Κατά το αυτό δε θέρος ο στρατηγός των Αθηναίων Δημοσθένης φθάνει μετά τεσσαράκοντα πλοίων εις την Ναύπακτον, ευθύς μετά την εκ της Μεγαρίδος αναχώρησίν του· διότι μετ' αυτού και μετά του Ιπποκράτους συνενοούντο Βοιωτοί τινες επί σκοπώ να μεταβάλουν το πολίτευμα των πόλεων και να καταστήσουν αυτό δημοκρατίαν, κατά μίμησιν των Αθηναίων προ πάντων δε κατ' εισήγησιν του εκ Θηβών εξορίστου Πτοιοδώρου απεφάσισαν τα εξής. Προδόται τινές έμελλον να τοις παραδώσουν τας Σίφας· είναι δε αι Σίφαι πόλις παραθαλασσία ανήκουσα εις τας Θεσπιάς και κειμένη εις το βάθος του Κρισαίου κόλπου. ’λλοι εξ Ορχομενού έμελλον να παραδώσουν την Χαιρώνειαν, ανήκουσαν εις τον Ορχομενόν, ο οποίος άλλοτε μεν εκαλείτο Μινύειος, σήμερον δε Βοιώτιος. Συνήργουν δε εις ταύτα προ πάντων οι φυγάδες των Ορχομενίων και ελάμβανον μισθωτούς στρατιώτας εκ της Πελοποννήσου· είναι δε η Χαιρώνεια η τελευταία πόλις προς την Φανότιδα της Φωκίδος· και εις την συνωμοσίαν ταύτην μετείχον τινές εκ των Φωκέων. Οι δε Αθηναίοι εχρεώστουν να καταλάβουν το Δήλιον, το εν τη Τανάγρα προς την Εύβοιαν εστραμμένον ιερόν του Απόλλωνος, όλα δε ταύτα έπρεπε να γίνουν συγχρόνως και εν ωρισμένη ημέρα, διά να μη δυνηθούν αι Βοιωτοί να τρέξουν εις βοήθειαν του Δηλίου, αλλά καθένας απ' αυτούς να κινηθή προς βοήθειαν της ιδίας αυτού πόλεως. Εάν δε επετύγχανεν η απόπειρα και ετειχίζετο το Δήλιον, ήλπιζαν ευκόλως ότι, και αν ακόμη δεν επήρχετο αμέσως μεταβολή τις εις το πολίτευμα των Βοιωτών, γινόμενοι κύριοι των θέσεων τούτων και επειδή η χώρα θα έμενεν εκτεθειμένη εις την ληστείαν και καθείς θα είχε πλησιέστατον καταφύγιον, η παρούσα κατάστασις των πραγμάτων δεν θα διήρκει επί πολύ, αλλά με τον χρόνον, επειδή οι μεν Αθηναίοι ηδύναντο να συντρέχουν τους αποστατούντας, οι δε Βοιωτοί ηδυνάτουν να συγκεντρώσουν τας εαυτών δυνάμεις, θα εγκαθιδρύετο εις την Βοιωτίαν οποίον ήθελον αυτοί πολίτευμα.
77. Η μεν λοιπόν επιβουλή τοιαύτη παρεσκευάζετο· ο δε Ιπποκράτης αυτός μεν έχων στρατόν εκ της πόλεως των Αθηνών έμελλεν εγκαίρως να βαδίση εναντίον των Βοιωτών, τον δε Δημοσθένην προαπέστειλε μετά των τεσσαράκοντα πλοίων εις την Ναύπακτον, ίνα συλλέξας εξ εκείνων των μερών στρατόν εξ Ακαρνάνων και άλλων συμμάχων πλεύση προς τας Σίφας, αι οποίαι έμελλον να του παραδοθούν διά προδοσίας· είχαν δε συμφωνήσει μεταξύ των περί της ημέρας ότε θα εξετέλουν αυτά συγχρόνως. Ο Δημοσθένης μόλις έφθασε κατέλαβε την πόλιν των Οινιαδών, την οποίαν όλοι οι Ακαρνάνες εβίασαν να εισέλθη εις την συμμαχίαν των Αθηναίων. Εξεγείρας δε όλους τους συμμάχους των μερών εκείνων εξεστράτευσε πρώτον κατά του Σαλυνθίου και των Αγραίων· και, αφού εβίασε και τούτους να προσέλθουν προς το μέρος του, ήρχισε να, ετοιμάζεται, διά να ευρεθή προ των Σιφών άμα ήτο καιρός.
78. Κατά την αυτήν δε εποχήν του θέρους ο Βρασίδας ανεχώρησε διά την Θράκην με επτακοσίους οπλίτας· άμα δε έφθασεν εις την εν Τραχίνι Ηράκλειαν, έπεμψε προηγουμένως άγγελον εις Φάρσαλα προς τους φίλους του, διά να ζητήση απ' αυτούς να τον οδηγήσουν μαζί με τον στρατόν του διά της Θεσσαλίας. Ο Πάναιρος, ο Δώρος, ο Ιππολοχίδας, ο Τορύλαος και ο πρόξενος των Χαλκιδέων Στρόφακος ήλθον εις την Μελιτίαν της Αχαΐας και τότε εκείνος επροχώρησε μετ' αυτών. Ωδήγουν δε αυτόν και άλλοι Θεσσαλοί και ο Νικονίδας εκ Λαρίσης, οπαδός του Περδίκκου. Τωόντι δεν ήτο εύκολον να διέλθη τις την Θεσσαλίαν χωρίς οδηγόν και μάλιστα ένοπλος· άλλως τε και μεταξύ όλων των Ελλήνων επεκράτει η συνήθεια να θεωρούν ως ύποπτον την διά της χώρας των άνευ αδείας δίοδον των ξένων· εκτός δε τούτου οι πλείστοι των Θεσσαλών πάντοτε υπήρξαν ευνοϊκοί προς τους Αθηναίους· εις τρόπον ώστε, εάν η Θεσσαλία εκυβερνάτο ισονόμως μάλλον παρά υπό δυναστών, ο Βρασίδας δεν θα ηδύνατο να προχωρήση. Διότι και τότε ακόμη, ενώ επορεύετο, άλλοι Θεσσαλοί εκ του αντιθέτου κόμματος ήλθαν εις συνάντησίν του πλησίον του Ενιπέως ποταμού και τον ημπόδισαν λέγοντες ότι ήτο προσβολή να προχωρήση εις την χώραν των άνευ της συγκαταθέσεως όλου του έθνους. Οι δε συνοδεύοντες αυτόν απεκρίθησαν ότι δεν διενοείτο να διέλθη χωρίς την θέλησίν των, αλλ' ότι είχεν έλθει αιφνιδίως και ότι αυτοί όντες ξένοι του ενόμισαν καθήκον των να τον συνοδεύσουν. Έλεγε δε και αυτός ο Βρασίδας ότι διήρχετο την χώραν των Θεσσαλών ως φίλος, ότι δεν έφερεν όπλα κατ' αυτών, αλλά κατά των Αθηναίων, ότι δεν ήξευρεν αν υπήρχε μεταξύ των Θεσσαλών και των Λακεδαιμονίων έχθρα τις, ήτις να εμποδίζη τους μεν να διέρχωνται διά της χώρας των δε, και ότι τώρα δεν θα προχωρήση χωρίς την θέλησιν αυτών, αφού μάλιστα δεν ηδύνατο, και τους παρεκάλει να μη τον εμποδίσουν. Και εκείνοι μεν ακούσαντες ταύτα απήλθον, ο δε Βρασίδας, επί τη συμβουλή των οδηγών, χωρίς να σταματήση ουδαμού, επέσπευσε την πορείαν του πριν γίνη μεγαλυτέρα συνάθροισις, όπως τον εμποδίση. Την ιδίαν ημέραν της εκ Μελιτίας αναχωρήσεως του έφθασεν εις Φάρσαλα και εστρατοπέδευσε πλησίον του ποταμού Απιδανού, εκείθεν δε εις Φάκιον και εξ αυτού εις Περραιβίαν. Από τούτου δε του μέρους οι μεν οδηγοί των Θεσσαλών επέστρεφαν εις τα ίδια, οι δε Περραιβοί, υπήκοοι όντες των Θεσσαλών, τον ωδήγησαν μέχρι του Δίου εις την επικράτειαν του Περδίκκου. Η πόλις αύτη κείται εις τους πρόποδας του Ολύμπου της Μακεδονίας προς το μέρος της Θεσσαλίας.
79. Τοιουτοτρόπως ο Βρασίδας επρόφθασε να διατρέξη την Θεσσαλίαν πριν ληφθή μέτρον τι προς παρεμπόδισίν του και έφθασεν εις τον Περδίκκαν και την Χαλκιδικήν. Επειδή αι υποθέσεις των Αθηναίων επήγαιναν καλά, οι λαοί της Θράκης, όσοι είχαν αποσπασθή από την συμμαχίαν των Αθηναίων, και ο Περδίκκας, καταληφθέντες υπό φόβου, προσεκάλεσαν τον στρατόν τούτον εκ της Πελοποννήσου· οι μεν Χαλκιδείς, διότι ενόμιζαν ότι οι Αθηναίοι κατά πρώτον ήθελον επέλθει κατ' αυτών (και συγχρόνως αι γειτονικαί πόλεις αυτών αι μη αποστατήσασαι τον προσεκάλουν επίσης, αλλά κρυφίως), ο δε Περδίκκας, διότι, μολονότι δεν ήτο κεκηρυγμένος εχθρός των Αθηναίων, είχεν όμως αρχαίας διαφοράς, αι οποίαι τον ανησύχουν, και προ πάντων διότι ήθελε να υποτάξη τον βασιλέα των Λυγκηστών Αρριβαίον. Τα παρόντα δε ατυχήματα των Λακεδαιμονίων συνετέλεσαν, ώστε οι Θράκες να φέρουν έξω ευκολώτερα τον στρατόν τούτον εκ της Πελοποννήσου.
80. Επειδή δε οι Αθηναίοι δεν έπαυαν κακοποιούντες την Πελοπόννησον και ιδίως την Λακωνικήν, οι Λακεδαιμόνιοι εσκέφθησαν ότι το καλλίτερον μέσον διά να τους περισπάσουν θα ήτο να στείλουν στρατόν κατά των συμμάχων των, τοσούτω μάλλον όσω οι σύμμαχοι ούτοι ήσαν διατεθειμένοι εις την διατροφήν αυτού και τον προσεκάλουν, διά να αποστατήσουν κατά των Αθηναίων. Ήθελον προς τούτοις να εξαγάγουν υπό οιανδήποτε πρόφασιν μέρος τι των Ειλώτων, φοβούμενοι μήπως αποστατήσουν ούτοι εις τοιαύτας περιστάσεις και ότε η Πύλος ήτο εις την εξουσίαν του εχθρού· έπραξαν επίσης και το εξής, φοβούμενοι την νεότητα αυτών και το πλήθος (διότι πάντοτε παρά τοις Λακεδαιμονίοις ο κύριος σκοπός των πλείστων θεσμών των ήτο να προφυλάττωνται από τους Είλωτας)· ειδοποίησαν αυτούς ότι όσοι ησθάνοντο θάρρος να τους βοηθήσουν εις τας μάχας έπρεπε να το δηλώσουν, διά να κηρυχθούν ελεύθεροι. Ήτο τούτο απόπειρα, διότι εσκέπτοντο ότι οι πρώτοι οίτινες ήθελον επιθυμήσει την ελευθερίαν θα ήσαν επίσης οι πρώτοι, οίτινες ένεκα του γενναίου φρονήματός των θα έκλινον προς την αποστασίαν. Εξέλεξαν λοιπόν περί τους δισχιλίους, οίτινες εστεφανωμένοι περιήρχοντο τους ναούς ως ηλευθερωμένοι· αλλά μετ' ολίγον οι Λακεδαιμόνιοι τους εξηφάνισαν χωρίς να μάθη κανείς πώς έκαστος εξ αυτών εξηφανίσθη. Τότε επίσης έσπευσαν να στείλουν εξ αυτών επτακοσίους οπλίτας μετά του Βρασίδου, του οποίου ο επίλοιπος στρατός συνέκειτο εκ μισθοφόρων ληφθέντων υπ' αυτού εκ της Πελοποννήσου.
81. Αυτόν δε τον Βρασίδαν έπεμψαν οι Λακεδαιμόνιοι θέλοντα και ζητήσαντα τούτο επιμόνως. Οι δε Χαλκιδείς επεθύμησαν επίσης να έχουν τον άνδρα τούτον, ο οποίος εν Σπάρτη εφημίζετο ότι ήτο δραστήριος εις τα πάντα και ο οποίος μετά την αναχώρησίν του πολλάς εκδουλεύσεις παρέσχεν εις τους Λακεδαιμονίους. Μετ' ολίγον τωόντι δεικνυόμενος δίκαιος και μέτριος προς τας πόλεις απέσπασε πολλάς εξ αυτών εκ της συμμαχίας των Αθηναίων, άλλας δε κατέλαβε διά προδοσίας· ώστε οι Λακεδαιμόνιοι, ότε βραδύτερον ηθέλησαν να κλείσουν ειρήνην (όπερ και έπραξαν), ημπόρεσαν να ανταλλάσσουν πόλεις με πόλεις και να καταπαύσουν τον πόλεμον εν τη Πελοποννήσω. Και κατ' αυτόν τον μετά την εκστρατείαν της Σικελίας πόλεμον η αρετή και η σύνεσις, τας οποίας ανέπτυξε τότε ο Βρασίδας, και τας οποίας οι μεν εγνώριζον εκ πείρας, οι δε εκ φήμης, ενέπνευσαν εις τους συμμάχους των Αθηναίων μεγάλην κλίσιν προς τους Λακεδαιμονίους· διότι αυτός πρώτος εκστρατεύσας εκτός της πατρίδος του και δείξας ότι ήτο κατά πάντα ενάρετος αφήκε μεταξύ αυτών σταθεράν πεποίθησιν ότι τοιούτοι ήσαν και οι άλλοι.
82. Μαθόντες δε οι Αθηναίοι την άφιξίν του εις την Θράκην εκήρυξαν τον Περδίκκαν ως πολέμιον, επειδή εθεώρουν αυτόν ως αίτιον της διόδου του Βρασίδου, και έλαβαν δραστηριώτερα μέτρα προς επιτήρησιν των συμμάχων της χώρας εκείνης.
83. Ο δε Περδίκκας ενώσας τον στρατόν του μετά του Βρασίδου προχωρεί ευθύς εναντίον του Αρριβαίου του Βρομερού, βασιλέως των Λυγκηστών Μακεδόνων, ο οποίος ήτο γείτων και μετά του οποίου είχε διαφοράς τινας και ήθελε να τον υποτάξη. ’μα δε ο Περδίκκας έφθασεν εις τα σύνορα της Λύγκου μετά του στρατού του Βρασίδου, ο στρατηγός ούτος είπεν ότι, πριν αρχίσουν τας εχθροπραξίας, ήθελε να μεταβή και προσπαθήση πρώτον, εάν ηδύνατο, να πείση τον Αρριβαίον να συμμαχήση μετά των Λακεδαιμονίων· διότι και αυτός ο Αρριβαίος είπε διά κήρυκος ότι ήτον έτοιμος να αναγνωρίση τον Βρασίδαν ως διαιτητήν, και οι πρέσβεις των Χαλκιδέων, οίτινες ήσαν παρόντες, συνεβούλευον τον τελευταίον τούτον να μη κατευνάση τους φόβους του Περδίκκου, διά να τον εύρουν προθυμότερον εις τα ιδιαίτερά των συμφέροντα· συγχρόνως δε οι εις την Λακεδαίμονα υπό του Περδίκκου πεμφθέντες πρέσβεις έλεγον παρόμοιόν τι, προσθέτοντες ότι ο βασιλεύς ούτος θα καθίστα συμμάχους των Λακεδαιμονίων πολλάς των περί αυτόν πόλεων· ένεκα τούτου λοιπόν ο Βρασίδας είχε την αξίωσιν να επεμβή εις τας υποθέσεις του Αρριβαίου. Ο δε Περδίκκας είπεν ότι δεν εζήτησε τον Βρασίδαν ως διαιτητήν των διαφορών του, αλλά μάλλον ως καθαιρέτην εκείνων τους οποίους θα του υπεδείκνυεν ως εχθρούς, και ότι ενόσω έτρεφε το ήμισυ του πελοποννησιακού στρατού δεν ήτο δίκαιον να συνεννοήται μετά του Αρριβαίου· αλλ' ο Βρασίδας, παρά την θέλησιν του Περδίκκου και μετά ζωηράν μάλιστα φιλονεικίαν, συνδιελέχθη μετά του Αρριβαίου, και πεισθείς εις τους λόγους του απέσυρε τον στρατόν πριν μάλιστα εισβάλη εις την χώραν. Μετά τούτο ο Περδίκκας, νομίσας τον εαυτόν του προσβλημένον, δεν έδιδε πλέον ειμή το τρίτον της τροφής αντί του μισού.
84. Κατά το αυτό δε θέρος, αμέσως μετά τα συμβάντα ταύτα, ο Βρασίδας μετά των Χαλκιδέων εστράτευσε κατά της Ακάνθου, αποικίας των Ανδρίων, ολίγον προ του τρυγητού. Όσοι εκ των κατοίκων αυτής, συνεννοηθέντες μετά των Χαλκιδέων, προσεκάλεσαν αυτόν, και ο δήμος, ήσαν διηρημένοι διά να δεχθούν τον Βρασίδαν. Αλλά φοβηθείς ο δήμος περί της συγκομιδής πού υπήρχεν ακόμη έξω επείσθη υπό του Βρασίδου να δεχθή μόνον αυτόν και να μη αποφασίση τίποτε πριν τον ακούση· παρουσιασθείς λοιπόν εις την συνέλευσιν (δεν εστερείτο δε ευγλωττίας, μολονότι Λακεδαιμόνιος) είπε ταύτα.
85. «Η μεν αποστολή εμού και του στρατού υπό των Λακεδαιμωνίων έγινεν, ω Ακάνθιοι, διά να επιβεβαιώση την αιτίαν την οποίαν ανεκοινώσαμεν πριν αρχίσωμεν τον πόλεμον, ότι θα πολεμήσωμεν τους Αθηναίους, διά να ελευθερώσωμεν την Ελλάδα, εάν δε ήλθομεν εδώ αργά, μη μας μεμφθήτε· ηπατήθημεν περί της πιθανής διαρκείας των εχθροπραξιών, τας οποίας επιχειρήσαμεν κατά της Αττικής, την οποίαν ηλπίζαμεν να υποτάξωμεν ταχέως ημείς μόνον χωρίς να συγκινδυνεύσετε και σεις μαζί μας· σήμερον δε ότε εδόθη ευκαιρία ήλθομεν και θα προσπαθήσωμεν μαζί σας να τους νικήσωμεν. Απορώ δε διά τι εκλείσατε εις εμέ τας πύλας και δεν με εδέχθητε άσμενοι. Διότι ημείς μεν οι Λακεδαιμόνιοι νομίζοντες ότι και προ του πραγματικού μας ερχομού θα έλθωμεν εις συμμάχους κατά το φρόνημα τουλάχιστον, και ότι η παρουσία ημών θα ήτο ευάρεστος, απετολμήσαμεν τοιούτον κίνδυνον διερχόμενοι επί πολλάς ημέρας διά χώρας ξένης και καταβάλλοντες κάθε δυνατήν προθυμίαν· δεινόν δε θα ήτο αν υμείς έχετε άλλα κατά νουν και θέλετε όχι μόνον να εναντιωθήτε εις την ιδικήν σας ελευθερίαν, αλλά και εις την των άλλων Ελλήνων· διότι εκτός της αντιστάσεως την οποίαν δεικνύετε σεις, εκείνοι προς τους οποίους θα μεταβώ θα με δεχθούν με ολιγωτέραν προθυμίαν και θα προφασισθούν ότι σεις, τους οποίους επεσκέφθην κατά πρώτον, σεις, όπου είσθε πολίται σημαντικής πόλεως, σεις, όπου φημίζεσθε διά την φρόνησίν σας, δεν με εδέχθητε· την αιτίαν της μη παραδοχής μου δεν θα ηξεύρω πώς να καταστήσω πιστευτήν και θα φανώ ότι ή φέρω δολίαν ελευθερίαν ή ότι είμαι αδύνατος και ασθενής να σας υπερασπισθώ, εάν επήρχοντο καθ' ημών οι Αθηναίοι. Εν τούτοις, ότε έτρεξα να βοηθήσω την Νίσαιαν, οι Αθηναίοι, μολονότι πλειότεροι, δεν ετόλμησαν να συμπλακούν με τον στρατόν τούτον, τον οποίον διοικώ σήμερον. Ώστε δεν είναι πιθανόν να αποστείλουν εναντίον σας διά θαλάσσης ίσον στρατόν με εκείνον τον οποίον είχον εις Νίσαιαν.
86. » Εγώ δε ήλθα, όχι διά να κακοποιήσω, αλλά διά να ελευθερώσω τους Έλληνας, υποχρεώσας δι' όρκων μεγίστων τους άρχοντας των Λακεδαιμονίων να αφήσουν αυτονόμους όσους εγώ θα έφερα ως συμμάχους και προς τούτοις να μη σας θεωρούν ως συμμάχους προσληφθέντας διά της βίας ή της απάτης, αλλά να σας βοηθήσουν κατά των Αθηναίων, οι οποίοι σας υπεδούλωσαν. Δεν πρέπει λοιπόν ούτε εμέ ατομικώς να υποπτεύεσθε, αφού σας έδωκα τοιαύτας εγγυήσεις, ούτε τον στρατόν μου να νομίσετε αδύνατον βοηθόν αλλ' ενωθήτε μετ' εμού θαρραλέως. Και, εάν κανείς από σας ένεκα ατομικών λόγων φοβηθή μήπως παραδώσω την διοίκησιν της πόλεως εις ολίγους τινάς, ας είναι ήσυχος μάλλον των άλλων διότι δεν ήλθα διά να προστεθώ εις τινα μερίδα, ουδέ νομίζω ότι πρέπει να επιφέρω αμφίβολον ελευθερίαν καταργών τους πατρίους θεσμούς και υποτάσσων τον δήμον εις τους ολίγους ή τους ολίγους εις τον δήμον. Τοιαύτη ελευθερία θα ήτο σκληροτέρα ξένης κυριαρχίας, και ημείς οι Λακεδαιμόνιοι θα ήμεθα άξιοι όχι ευγνωμοσύνης διά τους κόπους μας, αλλά μάλλον μομφής αντί τιμής και δόξης· και τα εγκλήματα διά τα οποία καταπολεμούμεν τους Αθηναίους ηθέλομεν επισύρει καθ' ημών αυτών απεχθέστερα παρά ο μη προσποιηθείς αρετήν. Δι' εκείνον πού απολαύει εξαιρετικής υπολήψεως, είναι αισχρότερον να επιβάλλεται με εύσχημον απάτην παρά με φανεράν βίαν· διότι αύτη μεν επέρχεται δικαιολογούσα τας πράξεις της διά την ισχύν την οποίαν έδωκεν η τύχη, εκείνη δε παρουσιάζεται δεικνύουσα πνεύμα επίβουλον και ποταπόν. Τόσην πολλήν περίσκεψιν έχομεν περί των τοιούτων τα μέγιστα εις ημάς συμφερόντων.
87. »Πλην των όρκων βεβαιοτέρα εγγύησις διά σας είναι τα έργα μας· παραβάλλοντες ταύτα με τους λόγους ημών θέλετε εύρει αναντίρρητον απόδειξιν της ειλικρινείας μας. Εάν εν τούτοις αντιτάξητε ότι δεν δύνασθε να δεχθήτε τας προτάσεις ταύτας, και, εάν, επειδή είσθε ευνοϊκοί προς ημάς, απαιτήσετε, χωρίς να πάθετε τίποτε, να μας αποπέμψετε προφασιζόμενοι ότι η προσφερομένη ελευθερία δεν σας φαίνεται ακίνδυνος, και ότι είναι δίκαιον να την προσφέρωμεν εις εκείνους, οι οποίοι είναι εις κατάστασιν να την δεχθούν χωρίς να την επιβάλλωμεν βιαίως εις κανένα, τότε θα λάβω ως μάρτυρας τους θεούς και τους εγχώριους ήρωας ότι ελθών εδώ διά το καλόν σας δεν ηδυνήθην να σας πείσω, και θα προσπαθήσω να επιβάλω αυτήν βιαίως λεηλατών την χώραν σας. Μακράν του να νομίζω την πράξιν ταύτην ως αδικίαν, νομίζω μάλλον ότι εξαναγκάζομαι εις τούτο υπό δύο αναγκαίων αιτιών· υπό του συμφέροντος των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι με όλην την προς αυτούς εύνοιάν σας δεν δύνανται να ανεχθούν περισσότερον να στέλλετε χρήματα εις τους Αθηναίους, και υπό του συμφέροντος των Ελλήνων, διά να μη σας έχουν ως πρόσκομμα εις την ελευθερίαν των διότι άλλως δεν ήθέλομεν πράξει ταύτα πρεπόντως, ουδέ οφείλομεν ημείς οι Λακεδαιμόνιοι να ελευθερώνωμεν τους Έλληνας τους μη θέλοντας, εκτός εάν πρόκειται περί κοινού τίνος αγαθού. Εξ άλλου όμως ουδεμίαν έχομεν προσωπικήν φιλοδοξίαν· αλλά, ενώ προθυμοποιούμεθα να καταπαύσωμεν την των άλλων, θα εφαινόμεθα άδικοι προς τους πλείστους εάν, ενώ φέρομεν την αυτονομίαν εις όλους, παρεβλέπωμεν σας τους εναντιουμένους. Σκεφθήτε καλώς επί των παρατηρήσεων τούτων· προσπαθήσατε να συνεργήσετε πρώτοι εις την ελευθερίαν των Ελλήνων, να θέσετε τας βάσεις αφθάρτου δόξης, να μη βλάψετε τα ιδιαίτερά σας συμφέροντα και να δώσετε εις ολόκληρον την πόλιν το κάλλιστον όνομα ».
88. Ο μεν Βρασίδας ταύτα είπεν. Οι δε Ακάνθιοι μετά πολλάς συζητήσεις υπέρ και κατά εψήφισαν μυστικώς. Παρασυρθέντες δε από το επαγωγόν της ομιλίας του Βρασίδου και φοβούμενοι περί της συγκομιδής του καρπού απεφάσισαν οι πλείστοι να αποσπασθούν από τους Αθηναίους. Αφού λοιπόν τον ηνάγκασαν διά των αυτών όρκων, τους οποίους είχον ομόσει οι άρχοντες των Λακεδαιμονίων, ότε τον απέστειλαν, να αφήση αυτονόμους τους συμμάχους όσους θα προσήγεν αυτός, εδέχθησαν τον στρατόν του. Ολίγον μετά ταύτα απεσπάσθη επίσης από την συμμαχίαν των Αθηναίων και η Στάγιρος, αποικία των Ανδρίων. Και ταύτα μεν εγένοντο κατά το θέρος τούτο.
89. Κατά τας αρχάς δε του επομένου χειμώνος είχαν ληφθή κατάλληλα μέτρα, διά να παραδοθή η Βοιωτία εις τους Αθηναίους στρατηγούς Ιπποκράτην και Δημοσθένην. Ο τελευταίος ούτος ήτον ωρισμένον να έλθη μετά του στόλου εις τας Σίφας, ενώ ο Ιπποκράτης επροχώρει κατά του Δηλίου. Αλλ' επειδή έκαμαν λάθος ως προς την ημέραν την προσδιορισθείσαν διά την διπλήν ταύτην επιχείρησιν, ο Δημοσθένης ανεχώρησε πρώτος και έπλευσε κατά των Σιφών έχων επί των πλοίων Ακαρνάνας και πολλούς εκ των εκεί συμμάχων και απέτυχε του σκοπού. Η συνωμοσία είχεν ανακαλυφθή υπό του εκ Φανοτέως Φωκέως Νικομάχου, ο οποίος την ανεκοίνωσεν εις τους Λακεδαιμονίους, οίτινες πάλιν την ανεκοίνωσαν εις τους Βοιωτούς. Επειδή δε έτρεξαν εις βοήθειαν όλων των Βοιωτών (διότι ο Ιπποκράτης δεν είχεν έλθει ακόμη, διά να παρεμποδίση τα κινήματα των), καταλαμβάνονται πρότερον και αι Σίφαι και η Χαιρώνεια. ’μα δε οι προδίδοντες ενόησαν ότι ανεκαλύφθη η επιβουλή των, δεν διετάραξαν πλέον την ησυχίαν των πόλεων.
90. Ο δε Ιπποκράτης λαβών μαζί του τους Αθηναίους όλους, αυτούς και τους μετοίκους και εκ των ξένων όσοι ήσαν παρόντες, έφθασε βραδέως εις το Δήλιον, διότι οι Βοιωτοί είχαν ήδη αναχωρήσει από των Σιφών· στρατοπεδεύσας δε ήρχισε να περιτειχίζη το Δήλιον, το ιερόν του Απόλλωνος, κατά τον εξής τρόπον. Έσκαψαν περί το ιερόν και τον ναόν τάφρον, της οποίας το χώμα έρριπτον εις το χείλος, διά να χρησιμεύση αντί τοίχου· καθ' όλον το μήκος ενέπηξαν πασσάλους και συνήψαν αυτούς με κλάδους κόπτοντες αυτούς εκ της περί το ιερόν αμπέλου· κατηδάφιζον τα παλαιά πλησιόχωρα οικοδομήματα, διά να πάρουν απ' αυτά λίθους και πλίνθους, και τοιουτοτρόπως ύψωναν το πρόχωμα. Έκτισαν ξυλίνους πύργους εις τα κατάλληλα μέρη και όπου δεν υπήρχε πλέον κανέν οικοδόμημα του ιερού· διότι παντού η στοά είχε καταπέσει. Η εργασία αύτη ήρχισε κατά την τρίτην ημέραν μετά την εξ Αθηνών αναχώρησιν και εξηκολούθησε καθ' όλην την τετάρτην και την πέμπτην μέχρι της ώρας του δείπνου. Έπειτα, επειδή ετελείωσε το πλείστον μέρος του έργου, ο στρατός αφήκε το Δήλιον και επροχώρησε περί τα δέκα στάδια, διά να επιστρέψη εις την Αττικήν· και οι μεν πλείστοι ψιλοί εξηκολούθησαν να προχωρούν, οι δε οπλίται καταθέσαντες τα όπλα ανεπαύοντο. Αλλ' ο Ιπποκράτης έμεινεν ακόμη εις το Δήλιον ολίγον καιρόν, διά να εγκαταστήση τους φύλακας και να συμπληρώση όσα υπελείποντο διά την οχύρωσιν.
91. Κατ' αυτάς δε τας ημέρας οι Βοιωτοί συνηθροίζοντο εις την Τανάγραν· αφού δε συνήχθησαν εξ όλων των πόλεων και έμαθαν ότι οι Αθηναίοι επέστρεφον εις τα ίδια, οι βοιωτάρχαι, οι οποίοι είναι ένδεκα, δεν ενέκριναν να πολεμήσουν αυτούς, καθότι δεν ήσαν πλέον εις την Βοιωτίαν (και τωόντι οι Αθηναίοι ευρίσκοντο ήδη εις τα μεθόρια της Ωρωπίας, ότε εστάθησαν, διά να αναπαυθούν), αλλ' ο Παγώνδας ο Αιολάδου, ο οποίος ήτο βοιωτάρχης των Θηβών με τον Αριανθίδην του Λυσιμαχίδου, και διοικούσε τότε τον στρατόν, ηθέλησε να κάμη μάχην νομίζων ότι ήτο προτιμότερον να διατρέξη τον κίνδυνον αυτής· συνεκάλεσε λοιπόν τους Βοιωτούς χωριστά κατά λόχους, διά να μη εγκαταλείψουν όλοι συγχρόνως τα όπλα, και έπεισε τους στρατιώτας να βαδίσουν κατά των Αθηναίων και πολεμήσουν αυτούς, αποτείνων τον ακόλουθον λόγον.
92. « Ώ Βοιωτοί, δεν έπρεπε μηδέ να περάση καν από τον νουν κανενός εξ ημών των αρχηγών ότι δεν είναι φρόνιμον να πολεμήσωμεν τους Αθηναίους, και αν ακόμη δεν ηθέλομεν δυνηθή να τους προφθάσωμεν εις την Βοιωτίαν· διότι την Βοιωτίαν ήθελαν να καταστρέψουν, αφού, ελθόντες από γειτονικήν χώραν, οικοδόμησαν φρούριον· είναι δε πολέμιοι ημών πάντοτε, είτε εις το μέρος όπου τους φθάσωμεν είτε εις το μέρος εκ του οποίου ήλθον, διά να κακοποιήσουν. Όποιος νομίζει ότι είναι ασφαλέστερον να μη πράξωμεν τίποτε ας αλλάξη τώρα γνώμην, διότι ο προσβαλλόμενος δεν πρέπει να συλλογίζεται τόσον πολύ, όταν υπερασπίζεται την χώραν του, όσον εκείνος, ο οποίος έχων τα ιδικά του, ορεγόμενος δε πλειότερα επέρχεται κατά του άλλου. Εις ημάς είναι πατροπαράδοτον να πολεμώμεν τον αλλόφυλον στρατόν, είτε κατά της χώρας ημών επέρχεται είτε κατά της χώρας των άλλων. Τους Αθηναίους όμως προ πάντων πρέπει να αποκρούσωμεν, τοσούτω μάλλον, όσω τους έχομεν γείτονας, διότι ως προς τους γείτονας η ενάμιλλος ανδρεία καθίσταται εις πάντας και ελευθερία. Και πώς να μη πολεμήσωμεν τον περί των όλων αγώνα κατ' ανθρώπων, πού έχουν σκοπόν να υποδουλώσουν όχι μόνον τους γείτονας των, αλλά και τους μακράν ευρισκομένους λαούς ; (έχομεν δε παράδειγμα την κατάστασιν εις την οποίαν ευρίσκονται οι Ευβοείς της αντιπέραν όχθης και σχεδόν όλοι οι λοιποί Έλληνες)· και πρέπει να ηξεύρωμεν ότι οι πλησιόχωροι λαοί πολεμούν μεταξύ των διά τα όρια της χώρας των. Αλλά διά την ημετέραν χώραν, εάν νικηθώμεν, εν μόνον όριον θα τεθή αναντίρρητον· διότι εισερχόμενοι εις την χώραν μας οι Αθηναίοι θα καταλάβουν τας κτήσεις μας διά της βίας· τοσούτω η γειτνίασις αυτών είναι επικινδυνοτέρα πάσης άλλης. Όσοι προσβάλλουν καθώς αυτοί τους άλλους θρασυνόμενοι από την δύναμίν των συνήθως επέρχονται με μικρότερον φόβον κατ' εκείνου, ο οποίος ησυχάζων μόνον την χώραν του υπερασπίζει, ενώ ανθίστανται με μικροτέραν προθυμίαν κατ' εκείνου, ο οποίος προχωρεί έξω των ορίων του και εν ανάγκη γίνεται επιτιθέμενος. Τούτου πείραν ελάβομεν από τους Αθηναίους, διότι, αφού τους ενικήσαμεν εις την Κορώνειαν, ότε βοηθούμενοι από τας εσωτερικάς ταραχάς μας κατέλαβαν την χώραν μας, κατεστήσαμεν έως τώρα εντελώς ανενόχλητον την Βοιωτίαν. Τούτο ενθυμούμενοι ας είμεθα όμοιοι ημείς οι πρεσβύτεροι προς τας προτέρας ημών πράξεις, οι δε νεώτεροι, οι παίδες των τότε ανδρείων αναδειχθέντων πατέρων, ας προσπαθήσουν να μη εντροπιάσουν τας κληρονομικάς αρετάς. Ας αναθέσωμεν την πεποίθησιν ημών εις την προστασίαν του θεού, του οποίου τον ναόν καταλαβόντες παρανόμως οι Αθηναίοι ωχύρωσαν, και εις τας θυσίας τας οποίας προσεφέραμεν και αι οποίαι εφάνησαν καλαί. Ας βαδίσωμεν ευθύς εναντίον αυτών και ας δείξωμεν εις αυτούς ότι, διά να απολαύσουν εκείνα τα οποία διήγειραν την απληστίαν των, πρέπει να πολεμήσουν προς μη αμυνομένους, και ότι δεν δύνανται να διαφύγουν άνευ μάχης ανθρώπους συνηθισμένους να πολεμούν υπέρ της ελευθερίας των χωρίς ουδέποτε να ζητούν να υποδουλώσουν αδίκως την των άλλων ».
93. Ταύτα συμβουλεύσας ο Παγώνδας έπεισε τους Βοιωτούς να κινήσουν κατά των Αθηναίων· και με ταχύτητα εκκινήσας ωδήγει τον στρατόν, διότι επλησίαζεν η εσπέρα. Πλησιάσας τον εχθρικόν στρατόν εστάθη εις μέρος τι, εκ του οποίου οι δύο στρατοί χωριζόμενοι διά λόφου δεν ηδύναντο να βλέπουν αλλήλους. Παρέταξε λοιπόν τους στρατιώτας του και παρεσκευάζετο εις μάχην. Μαθών ο Ιπποκράτης, ο οποίος ήτον ακόμη εις το Δήλιον, ότι επέρχονται Βοιωτοί, έστειλε πάραυτα εις τον στρατόν διαταγήν να παραταχθή εις μάχην, έφθασε δε και αυτός μετ' ολίγον καταλιπών τριακοσίους περίπου ιππείς περί το Δήλιον, διά να φυλάττουν την θέσιν ταύτην εν περιπτώσει προσβολής, και διά να περιμένουν συγχρόνως την κατάλληλον ώραν να επιτεθούν κατά των Βοιωτών διαρκούσης της συμπλοκής· αλλ' οι Βοιωτοί αντέταξαν εις τούτους στρατόν ικανόν, διά να τους συγκρατή εκεί. ’μα δε οι Βοιωτοί ητοίμασαν τα πάντα, εφάνησαν επί του λόφου και εσταμάτησαν, παραταγμένοι όπως έπρεπε, διά να πολεμήσουν. Ήσαν δε επτά χιλιάδες πεζοί, δέκα χιλιάδες και πλέον ελαφρά ωπλισμένοι, χίλιοι ιππείς και πεντακόσιοι πελτασταί. Και το μεν δεξιόν κέρας είχαν οι Θηβαίοι και οι ομόσπονδοι αυτών, το κέντρον οι Αλιάρτιοι, οι Κωπαιείς και οι άλλοι οι περί την Κωπαΐδα λίμνην, το δε αριστερόν οι Θεσπιείς, οι Ταναγραίοι και οι Ορχομένιοι. Πλησίον δε εις καθέν κέρας ήσαν οι ιππείς και οι ψιλοί. Και οι μεν Θηβαίοι παρετάχθησαν κατά βάθος εις εικοσιπέντε τάξεις, οι δε άλλοι όπως έτυχεν έκαστος. Τοιαύτη ήτο η προετοιμασία και η τάξις των Βοιωτών.
94. Εις το στρατόπεδον δε των Αθηναίων οι μεν οπλίται, ίσοι κατά τον αριθμόν με τους εναντίους, παρετάχθησαν εις οκτώ τάξεις κατά βάθος, οι δε ιππείς επί καθενός κέρατος· ψιλοί, κανονικώς ωπλισμένοι, δεν υπήρχον κατ' εκείνην την εποχήν, ουδέ υπήρξαν μάλιστα ποτέ εις τας Αθήνας· εκείνοι εν τούτοις, πού έλαβαν μέρος εις την εκστρατείαν αυτήν, ήσαν πολυαριθμότεροι των του εχθρού, και, επειδή είχε γίνει στρατολογία γενική παντός ξένου και πολίτου, πολλοί άοπλοι παρηκολούθησαν τον στρατόν, οι οποίοι είχαν σπεύσει ταχύτερον να επανέλθουν εις τα ίδια ολιγίστους μόνον αφήσαντες κατ' εκείνην την ημέραν εις το στρατόπεδον. Αφού λοιπόν παρετάχθη ο στρατός εις μάχην και επλησίαζε να αρχίση η συμπλοκή, ο στρατηγός Ιπποκράτης διατρέξας το στρατόπεδον κατά μέτωπον απέτεινε την εξής ενθάρρυνσιν.
95. «Ω Αθηναίοι, η συμβουλή μου θα είναι βραχεία, διότι προς ανδρείους απευθυνομένη μάλλον δύναται να χρησιμεύση ως υπόμνησις παρά ως παρότρυνσις. Κανείς ας μη φαντασθή ότι διακινδυνεύομεν παραλόγως εις χώραν ξένην, διότι ο αγών γίνεται εις την χώραν των Βοιωτών υπέρ της σωτηρίας της ημετέρας χώρας. Εάν νικήσωμεν, οι Πελοποννήσιοι, στερηθέντες του βοιωτικού ιππικού, δεν θα εισβάλουν πλέον εις την Αττικήν· εις μίαν δε μάχην και την Βοιωτίαν αποκτάτε και την Αττικήν κάμνετε πλέον ελευθέραν, Βαδίσατε λοιπόν κατ' αυτών ως άξιοι πολίται της πρώτης των Ελληνίδων πόλεων, την οποίαν καθένας σας πρέπει να υπερηφανεύεται ότι έχει πατρίδα, και ως άξιοι υιοί εκείνων, οι οποίοι εν Οινοφύτοις μετά του Μυρωνίδου εθριάμβευσαν και υπέταξαν την Βοιωτίαν ».
96. Ταύτα δε λέγων ο Ιπποκράτης διέτρεξε μόνον το ήμισυ του στρατού και δεν επήγε περαιτέρω, διότι οι Βοιωτοί, τους οποίους ο Παγώνδας είχεν επίσης διά βραχέων ενθαρρύνει, κατέβησαν εκ του λόφου ψάλλοντες τον παιάνα. Αντεπεξήλθον δε και οι Αθηναίοι και επροχώρησαν προς συνάντησίν των. Τα άκρα εκατέρων των στρατοπέδων δεν ήλθον εις χείρας, αλλ' έπαθαν το αυτό· οι χείμαρροι τα εσταμάτησαν. Το δε επίλοιπον επολέμησε μετά τόσης μανίας, ώστε αι ασπίδες συνεκρούοντο. Και το μεν ευώνυμον κέρας των Βοιωτών ενικάτο υπό των Αθηναίων, οι οποίοι εις το μέρος τούτο είχαν πιέσει τους εχθρούς και προ πάντων τους Θεσπιείς, οι οποίοι, αφού υπεχώρησαν οι περί αυτούς παραταγμένοι, περιεκυκλώθησαν εντός ολίγου υπό των Αθηναίων και λυσσωδώς αμυνόμενοι κατεκόπησαν· και εκ των Αθηναίων τινές περικυκλώσαντες τον εχθρόν διέλυσαν τας τάξεις, και χωρίς να το εννοήσουν εφόνευσαν αλλήλους. Εις το μέρος λοιπόν τούτο ενικήθησαν οι Βοιωτοί και κατέφυγαν προς εκείνους, οι οποίοι ακόμη επολέμουν· αλλά το δεξιόν κέρας, όπου ήσαν οι Θηβαίοι, ενίκησε τους Αθηναίους, τους απώθησε και τους εκυνήγησε κατ' αρχάς βραδέως. Διά να βοηθήση δε ο Παγώνδας το καταβαλλόμενον αριστερόν κέρας, έστειλε κρυφίως δύο ίλας ιππικού περί τον λόφον. Η αιφνιδία εμφάνισίς των ενέπνευσε τρόμον εις την νικώσαν πτέρυγα των Αθηναίων, η οποία τας εξέλαβεν ως νέον στρατόν ερχόμενον κατ' αυτής· τότε πιεζόμενος εκατέρωθεν και υπό του ιππικού τούτου και υπό των αγώνων των Θηβαίων, οι οποίοι εξηκολούθουν καταδιώκοντες και διαρρηγνύοντες τας τάξεις του, ετράπη εις φυγήν όλος ο στρατός των Αθηναίων. Και οι μεν ώρμησαν προς το Δήλιον και την θάλασσαν, οι δε προς τον Ωρωπόν, άλλοι προς το όρος Πάρνηθα και άλλοι όπου ενόμιζαν ότι είχαν ελπίδα σωτηρίας. Οι δε παρακολουθούντες Βοιωτοί εφόνευαν, και μάλιστα οι ιππείς των και οι Λοκροί, φθάσαντες κατά την στιγμήν της φυγής· ότε όμως επήλθεν η νυξ, το πλήθος τούτο των φευγόντων ηδυνήθη να σωθή ευκολώτερον. Και κατά την επομένην ημέραν, όσοι είχαν καταφύγει εις τον Ωρωπόν και το Δήλιον, άφησαν φρουράν εις την τελευταίαν ταύτην θέσιν, (την οποίαν κατείχον ακόμη), και επέστρεψαν εις τα ίδια διά θαλάσσης.
97. Οι δε Βοιωτοί στήσαντες τρόπαιον, συνάξαντες τους νεκρούς των, σκυλεύσαντες τους νεκρούς των εχθρών και καταλιπόντες φρουράν ανεχώρησαν εις την Τανάγραν και εσχεδίαζαν να προσβάλουν το Δήλιον. Κήρυξ δε πεμφθείς εκ μέρους των Αθηναίων, διά να ζητήση τους νεκρούς, συνήντησε καθ' οδόν Βοιωτόν κήρυκα, ο οποίος τον εγύρισεν οπίσω ειπών ότι τίποτε δεν θα έπραττε πριν αυτός επιστρέψη πάλιν. Παρουσιασθείς ο Βοιωτός κήρυξ εις τους Αθηναίους έλεγε τα υπό των Βοιωτών παραγγελθέντα ότι είχαν κάμει αδίκημα παραβιάσαντες τα έθιμα των Ελλήνων διότι υπάρχει έν κοινόν εις όλους, όταν επέρχωνται οι μεν κατά των δε, να σέβωνται τα υπάρχοντα ιερά· ότι οι Αθηναίοι εξ εναντίας οχυρώσαντες το Δήλιον εγκατεστάθησαν εκεί· ότι πράττουν εκεί όσα οι άνθρωποι πράττουν εις τόπον βέβηλον ότι και ύδωρ ήντλουν, το οποίον οι Βοιωτοί απείχον να εγγίζουν, εκτός ότε ενίπτοντο διά τας θρησκευτικάς τελετάς. Συνεπώς λοιπόν οι Βοιωτοί, χάριν των δικαιωμάτων του θεού και των ιδικών των, επροσκάλουν τους Αθηναίους εν ονόματι των προστατών της χώρας και του Απόλλωνος να απέλθουν εκ του ιερού λαμβάνοντες μαζί των όσα ανήκον εις αυτούς.
98. Ότε είπεν αυτά ο κήρυξ, ο Αθηναίοι έστειλαν κήρυκα και αυτοί και τον επεφόρτισαν να είπη ότι ούτε το ιερόν εβεβήλωσαν ούτε θα το βεβηλώνουν θεληματικώς εις το εξής· ότι εξ αρχής δεν εισήλθον επί τούτω τω σκοπώ, αλλά μάλλον ίνα εξ αυτού αποκρούουν τους επιτιθεμένους· ότι ο νόμος των Ελλήνων ήτον, ότε κατέκτα τις χώραν μικράν ή μεγάλην, να γίνεται κύριος και των εις αυτήν ευρισκομένων ιερών και να κάμνη χρήσιν κατά τα θρησκευτικά έθιμα και δι' όλων των δυνατών μέσων ότι αυτοί οι Βοιωτοί και πολλοί άλλοι λαοί, όσοι κατέλαβαν χώραν τινά εκδιώξαντες τους κατοίκους αυτής διά της βίας, κατ' αρχάς εισήλθον εις ξένα ιερά και σήμερον κατέχουν αυτά ως ιδικά των· εάν δε οι Αθηναίοι ηδύναντο να καταλάβουν μεγαλύτερον μέρος της Βοιωτίας, θα το διετήρουν· ότι δεν θα αποσυρθούν εκουσίως εκ του μέρους το οποίον θεωρούν σήμερον ως ιδιοκτησίαν των· ότι έκαμαν χρήσιν του ύδατος εξ ανάγκης, όχι με σκοπόν να βεβηλώσουν, αλλ' αναγκασθέντες να υπερασπισθούν κατά των Βοιωτών, πού πρώτοι εισέβαλαν εις την χώραν των· ότι ο θεός βεβαίως θα ήτον επιεικής διά πράξιν, η οποία επεβλήθη εις αυτούς υπό του πολέμου και των συμφορών· ότι οι βωμοί ήσαν καταφύγιον των ακουσίων αμαρτημάτων ότι εκαλείτο παρανομία το κακόν το γινόμενον άνευ ανάγκης και όχι εκείνο το οποίον κανείς πιεζόμενος υπό των περιστάσεων αναγκάζεται να διαπράξη· ότι οι Βοιωτοί, αξιούντες να ανταλλάξουν τους νεκρούς με τα ιερά, παρανομούν μάλλον εκείνων, οι οποίοι αρνούνται να λάβουν εκείνα τα οποία τοις ανήκουν· τέλος διέταξαν τον κήρυκα να είπη σαφώς, ότι οι Αθηναίοι ήθελαν να σηκώσουν τους νεκρούς των όχι αναχωρούντες εκ της Βοιωτίας (διότι δεν ήσαν πλέον εις την χώραν των Βοιωτών, αλλ' εις χώραν, την οποίαν είχαν κατακτήσει διά των όπλων), αλλά συμφωνούντες διά συνθήκης εις την απόδοσιν κατά την επικρατούσαν συνήθειαν.
99. Οι δε Βοιωτοί απεκρίθησαν ότι, εάν μεν οι Αθηναίοι ήσαν εις την Βοιωτίαν, έπρεπε να αναχωρήσουν λαμβάνοντες μαζί των όσα τοις ανήκον· εάν δε ήσαν επί ιδικής των χώρας, αυτοί έπρεπε να σκεφθούν περί του πρακτέου. Εφρόνουν μεν ότι η Ωρωπία, εις τα όρια της οποίας εγένετο η μάχη και έκειντο οι νεκροί, ήτο υπήκοος των Αθηναίων, δεν εφρόνουν όμως ότι ηδύναντο να λάβουν τους νεκρούς άνευ της συγκαταθέσεως αυτών των Βοιωτών· αφ' έτερου δεν ήθελαν να συνθηκολογήσουν ως περί χώρας που ανήκεν εις τους Αθηναίους και επροτίμησαν να αποκριθούν αορίστως ότι ώφειλαν να αναχωρήσουν εκ της Βοιωτίας και να λάβουν όσα ζητούν. Ακούσας δε ταύτα ο κήρυξ των Αθηναίων απήλθεν άπρακτος.
100. Αμέσως δε οι Βοιωτοί εζήτησαν εκ του Μαλιακού κόλπου ακοντιστάς και σφενδονιστάς· είχαν δε φθάσει εις βοήθειάν των μετά την μάχην δισχίλιοι οπλίται εκ Κορίνθου, οι Πελοποννήσιοι φρουροί οι εξελθόντες εκ της Νισαίας και Μεγαρείς μετά των επικουριών τούτων εστράτευσαν κατά του Δηλίου και επρόσβαλαν το τείχισμα. Μεταξύ δε των διαφόρων μέσων, τα οποία μετεχειρίσθησαν, ήτο και μηχανή, την οποίαν έφεραν και η οποία εκυρίευσεν αυτό. Διά να την κατασκευάσουν, επριόνισαν εις δύο μεγάλην κεραίαν, την οποίαν εκοίλαναν καθ' όλον το μήκος και την προσήρμοσαν πάλιν ακριβώς ως αυλόν. Εις την μίαν δε άκραν εκρέμασαν δι' αλύσεων λέβητα· έν δε ακροφύσιον σιδηρούν, όπου έκλινε προς τον λέβητα, εκρέματο από της κεραίας, της οποίας το πλείστον μέρος ήτον επίσης ενουμένον με σίδηρον. Η μηχανή αύτη κομισθείσα δι' αμαξών προσηρμόσθη εις το τείχος εκεί οπού το οχύρωμα ήτο προ πάντων ωκοδομημένον εκ ξύλων και κλάδων αμπέλου· ότε δε προσήγγιζεν εις το τείχος, προσαρμόσαντες μεγάλα φυσερά εις την προς το μέρος των άκραν της κεραία, ήρχιζαν να φυσούν. Ο δε πιεζόμενος αήρ εισχωρών διά του αυλού μέχρι του λέβητος, πού ήτο γεμάτος αναμμένα κάρβουνα, θείον και πίσσαν, τοιαύτην φλόγα ανέδωκεν, ώστε ήναψεν η ξυλεία του τείχους και κανείς δεν ηδύνατο να μείνη εκεί πλησίον. Εγκαταλιπόντες λοιπόν αυτό οι πολιορκούμενοι ετράπησαν εις φυγήν και τοιουτοτρόπως εκυριεύθη υπό των πολεμίων. Εκ δε των φρουρών άλλοι μεν απέθανον, διακόσιοι δε συνελήφθησαν· ο δε υπόλοιπος στρατός εισελθών εις τα πλοία επέστρεψεν εις τα ίδια.
101. Αφού δε εκυριεύθη το Δήλιον κατά την δεκάτην εβδόμην ημέραν μετά την μάχην, και ότε ο εξ Αθηνών κήρυξ, αγνοών τα διατρέξαντα, ήλθε μετ' ολίγον, διά να ζητήση τους νεκρούς, οι Βοιωτοί τους απέδωκαν και δεν απεκρίθησαν πάλιν τα αυτά. Απέθαναν δε εν τη μάχη εκ μεν των Βοιωτών σχεδόν πεντακόσιοι, εκ δε των Αθηναίων σχεδόν χίλιοι, μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Ιπποκράτης. Απέθαναν επίσης πλείστοι ψιλοί και σκευοφόροι. Μετά δε την μάχην ταύτην και ο Δημοσθένης, ο οποίος πλεύσας διά να καταλάβη τας Σίφας διά προδοσίας δεν είχε δυνηθή να επιτύχη, έχων τον στρατόν επί των πλοίων και τετρακοσίους οπλίτας Ακαρνάνας, Αγραίους και Αθηναίους, έκαμεν απόβασιν εις την Σικυωνίαν. Πριν όμως πλησιάσουν όλα τα πλοία εις την παραλίαν, ελθόντες οι Σικυώνιοι προς βοήθειαν έτρεψαν εις φυγήν όσους είχαν αποβιβασθή, κατεδίωξαν αυτούς μέχρι των πλοίων, εφόνευσαν τους μεν, συνέλαβαν ζώντας τους δε, έστησαν τρόπαιον και απέδωκαν τους νεκρούς διά συνθήκης. Κατά τας αυτάς δε ημέρας απέθανε και ο βασιλεύς των Οδρυσών Σιτάλκης, στρατεύσας κατά των Τριβαλλών και νικηθείς εις μάχην τινά. Σεύθης δε ο Σπαραδόκου, ο οποίος ήτον ανεψιός τον, εβασίλευσε καθώς εκείνος επί των Οδρυσών και της Θράκης.
102. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα ο Βρασίδας, έχων τους συμμάχους της Θράκης, εξεστράτευσε κατά της Αμφιπόλεως, αποικίας των Αθηναίων επί του Στρυμόνος ποταμού. Την θέσιν ταύτην, όπου σήμερον υπάρχει η πόλις, πρώτος ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, φεύγων τον Δαρείον, είχεν αποπειραθή να συνοικίση, αλλ' απεκρούσθη υπό των Ηδώνων· έπειτα δε μετά τριάκοντα δύο έτη, έστειλαν και οι Αθηναίοι δεκακισχιλίους αποίκους ιδικούς των και εκ των ξένων τους θέλοντας να υπάγουν, οι οποίοι κατεστράφησαν εν Δραβήσκω υπό των Θρακών. Μετά εικοσιεννέα, δε έτη οι Αθηναίοι επανήλθον μετά του ’γνωνος του Νικίου, ο οποίος εστάλη ως οικιστής, και εκδιώξαντες τους Ηδώνας έκτισαν την θέσιν ταύτην, η οποία πρότερον εκαλείτο Εννέα οδοί. Είχαν δε αναχωρήσει εκ της Ηιόνος, επιθαλασσίου εμπορικού λιμένος, την οποίαν είχαν επί του στομίου του ποταμού, εικοσιπέντε σταδίους μακράν της σημερινής πόλεως, την οποίαν ο ’γνων ωνόμασεν Αμφίπολιν, διότι την περιεκύκλωσε διά τείχους χωρίζων αυτήν από το μέρος των δύο βραχιόνων του περιβρέχοντος αυτήν Στρυμόνος, και την έκτισεν εις τρόπον, ώστε να είναι περίβλεπτος και εκ της θαλάσσης και εκ της ξηράς.
103. Κατά της πόλεως λοιπόν ταύτης επορεύετο μετά του στρατού ο Βρασίδας, αναχωρήσας εκ των Αρνών της Χαλκιδικής· φθάσας δε περί δείλην εις Αυλώνα και Βρομίσκον, όπου η λίμνη Βόλβη εισβάλλει εις την θάλασσαν, και δειπνήσας εξηκολούθησε την πορείαν του διά νυκτός. Ήτο δε κακοκαιρία και έπιπτεν ολίγη χιών, τούτο δε τον ηνάγκασε να σπεύση περισσότερον την πορείαν του, διά να μη τον εννοήσουν οι κάτοικοι της Αμφιπόλεως, εκτός εκείνων, οι οποίοι επρόδιδον. Εν τη Αμφιπόλει ήσαν Αργίλιοι, (άποικοι των Ανδρίων) και άλλοι, οι οποίοι μετείχον εις την προδοσίαν, οι μεν δελεασθέντες υπό του Περδίκκου, οι δε υπό των Χαλκιδέων. Προ πάντων όμως μέγα μέρος ελάμβανον οι Αργίλιοι, οι οποίοι κατοικούντες πλησίον και ύποπτοι όντες πάντοτε εις τους Αθηναίους επεβούλευον την θέσιν, επειδή η περίστασις ήτον ευνοϊκή, επειδή ήλθεν ο Βρασίδας και επειδή προ πολλού προσεπάθουν με ραδιουργίας να παρασύρουν τους εν τη Αμφιπόλει συμπολίτας των, ίνα την παραδώσουν εις αυτόν, τον εδέχθησαν τότε εις την πόλιν των, απεστάτησαν από τους Αθηναίους κατά την ιδίαν εκείνην νύκτα και οδήγησαν τον στρατόν του Βρασίδου μακράν της πόλεως, εις την γέφυραν του ποταμού. Η δε Αμφίπολις δεν απέχει πολύ από της γεφύρας και κατ' εκείνην την εποχήν τα τείχη δεν απέληγον εκεί ως σήμερον· μία μόνον μικρά φρουρά ευρίσκετο εκεί, την οποίαν ευκόλως διά της βίας εξετόπισεν ο Βρασίδας· βοηθούμενος δε υπό της προδοσίας και του κακού καιρού επέπεσεν απροσδοκήτως, διέβη την γέφυραν και κατέλαβεν αμέσως όλα όσα είχαν οι Αμφιπολίται, οι κατοικούντες έξω της πόλεως.
104. Επειδή δε οι εν τη πόλει δεν επερίμεναν την διάβασιν του Βρασίδου, και επειδή μεταξύ των έξω κατοικούντων πολλοί συνελήφθησαν αιχμάλωτοι, ενώ άλλοι κατέφυγον εις το τείχος, οι Αμφιπολίται εις μεγάλην ταραχήν περιήλθον, προ πάντων επειδή είχαν αναμεταξύ των υποψίας. Λέγουν μάλιστα ότι, εάν ο Βρασίδας δεν επέτρεπεν εις τον στρατόν να παραδοθή εις την διαρπαγήν, αλλ' εβάδιζεν ευθύς προς την πόλιν, θα την εκυρίευε πιθανώς. Αντί τούτου όμως στήσας έξω τον στρατόν και μη βλέπων να προχωρούν τα πράγματα εν τη πόλει ως είχεν ελπίσει, έμενεν ησυχάζων· όσοι δε ήσαν ενάντιοι των προδιδόντων και υπέρτεροι κατά τον αριθμόν, ώστε να εμποδίζουν να ανοιχθούν αμέσως αι πύλαι, έπεμψάν τινας μετά του στρατηγού Ευκλέους, που είχε σταλή εξ Αθηνών, διά να φρουρή την πόλιν, προς τον άλλον στρατηγόν, ο οποίος εφρούρει εις Θράκην, τον Θουκυδίδην υιόν του Ολόρου, ο οποίος συνέγραψε την παρούσαν ιστορίαν και ο οποίος ευρίσκετο εις την Θάσον (είναι δε η νήσος αύτη αποικία των Παρίων και απέχει από της Αμφιπόλεως ημισείας ημέρας πλουν), προσκαλούντες αυτόν εις βοήθειαν. Και ο μεν Θουκυδίδης, εις την πρόσκλησιν ταύτην, έσπευσε να επιβιβασθή επί επτά πλοίων, τα οποία έτυχον εκεί παρόντα, θέλων προ πάντων να προλάβη την παράδοσιν της Αμφιπόλεως ή τουλάχιστον να εξασφάλιση την Ηιόνα.
105. Ο δε Βρασίδας, εν τούτω τω μεταξύ, φοβούμενος την βοήθειαν των πλοίων, τα οποία επρόκειτο να έλθουν εκ της Θάσου, και μαθών ότι ο Θουκυδίδης απέκτησεν εις την χώραν εκείνην της Θράκης πλουσιώτατα χρυσού μεταλλεία, τα οποία καθιστών αυτόν ένα εκ των τα πρώτα δυναμένων ηπειρωτών, έσπευδε να προκαταλάβη την πόλιν, αν ήτο δυνατόν, ίνα μη, ότε εκείνος έφθανεν, ο λαός της Αμφιπόλεως ηρνείτο να παραδοθή με την ελπίδα ότι ήθελε τον σώσει ο στρατηγός ούτος διά των πλοίων τα οποία ήθελε φέρει και διά του στρατού τον οποίον ήθελε συναθροίσει εκ της Θράκης. Προσέφερε λοιπόν μετρίας συμφωνίας και ανήγγειλε διά κήρυκος ότι οι Αμφιπολίται και οι Αθηναίοι όσοι ήσαν εντός της πόλεως ηδύναντο να μείνουν εις αυτήν, εάν ήθελαν, απολαύοντες ίσων δικαιωμάτων· όσοι δε δεν ήθελαν, ηδύναντο να εξέλθουν εντός εικοσιπέντε ημερών λαμβάνοντες μαζί τους όσα τοις ανήκον.
106. Ο δε λαός ακούσας το κήρυγμα τούτο μετέβαλε γνώμην τόσω μάλλον, όσω ολίγιστοι μόνον Αθηναίοι ήσαν εις την πόλιν και οι πλείστοι των κατοίκων ήσαν σύμμικτοι, οι δε έξω συλληφθέντες είχαν πολλούς συγγενείς εντός της πόλεως. Ένεκα του φόβου τον οποίον ησθάνοντο εύρισκον δίκαιον το κήρυγμα· οι μεν Αθηναίοι, διότι ηυχαριστούντο να εξέλθουν, νομίζοντες ότι διέτρεχον πλειότερον κίνδυνον από τους άλλους και μη περιμένοντες ταχείαν βοήθειαν, οι δε άλλοι, διότι παρά πάσαν προσδοκίαν θα διετήρουν ισότητα δικαιωμάτων και δεν θα διέτρεχον κανένα κίνδυνον. Ήδη οι συνεργοί του Βρασίδου δεν εκρύπτοντο πλέον παρουσιάζοντες ως δικαίας τας προτάσεις ταύτας, διότι έβλεπαν τον λαόν μεταβληθέντα και μη ακούοντα πλέον τον παρόντα στρατηγόν των Αθηναίων. Ότε δε έγινεν η συνθηκολόγησις, ο Βρασίδας έγινε δεκτός υπό τους όρους τους οποίους είχε διακηρύξει. Και οι μεν Αμφιπολίται παρέδωκαν την πόλιν τοιουτοτρόπως, ο δε Θουκυδίδης και τα πλοία κατέπλευσαν εις την Ηιόνα περί το εσπέρας της ιδίας εκείνης ημέρας. Και την μεν Αμφίπολιν προ ολίγου είχε καταλάβει ο Βρασίδας, την δε Ηιόνα μία νυξ εχρειάζετο, διά να καταλάβη επίσης· διότι, εάν τα πλοία δεν έφθαναν ταχέως εις βοήθειαν, η πόλις αύτη θα εκυριεύετο άμα τη πρωία.
107. Μετά δε τούτο ο μεν Θουκυδίδης έλαβε τα αναγκαία μέτρα, διά να εξασφαλίση την πόλιν προς το παρόν από της επιθέσεως του Βρασίδου και διά να διατηρήση αυτήν εις το μέλλον, δεχθείς όσους ηθέλησαν να εξέλθουν της Αμφιπόλεως κατά τας συνθήκας· ο δε Βρασίδας έπλευσεν αίφνης προς την Ηιόνα ακολουθών το ρεύμα του ποταμού μετά πολλών πλοίων έχων σκοπόν να καταλάβη την προέχουσαν από του τείχους άκραν και να καταστή κύριος της εκ του ποταμού εισόδου· επιχειρήσας δε και κατά ξηράν απόπειραν απεκρούσθη και από τα δύο μέρη και ενησχολήθη να τακτοποιήση τα κατά την Αμφίπολιν. Η δε Ηδωνική πόλις Μύρκινος παρεδόθη εις αυτόν μετά τον φόνον του βασιλέως Πιττακού, τον οποίον εξετέλεσαν οι υιοί του Γράξιος και η σύζυγος αυτού Βραυρώ. Η Γαληψός και η Οισύμη, αποικίαι των Θασίων, δεν εβράδυναν να παραδοθούν. Ο δε Περδίκκας, ελθών αμέσως μετά την άλωσιν της Αμφιπόλεως, εβοήθησε τον Βρασίδαν εις τας επιχειρήσεις ταύτας.
108. Αφού δε ούτως εκυριεύθη η Αμφίπολις, οι Αθηναίοι περιήλθον εις μέγαν φόβον, διότι η πόλις ήτον άλλως εις αυτούς ωφέλιμος διά τα ναυπηγήσιμα αυτής ξύλα και την χρηματικήν πρόσοδον. Προηγουμένως οι Λακεδαιμόνιοι ηδυνήθησαν, διερχόμενοι διά της Θεσσαλίας, να φθάσουν μέχρι του Στρυμόνος και να προσβάλουν τους συμμάχους των Αθηνών· αλλά, ενόσω δεν ήσαν κύριοι της γέφυρας, δεν θα ηδύναντο να διέλθουν τον ποταμού τούτον, ο οποίος σχηματίζει ευρείαν λίμνην άνωθεν της πόλεως και του οποίου το πλησίον της Ηιόνος στόμιον φυλάσσεται υπό πλοίων. Οι Αθηναίοι ενόμιζαν ότι η δίοδος τότε θα καθίστατο εύκολος, και εφοβούντο επίσης μήπως αποστατήσουν οι σύμμαχοι. Διότι ο Βρασίδας εδεικνύετο μετριοπαθής εις όλα και επανελάμβανε πανταχού ότι εστάλη, διά να ελευθερώση την Ελλάδα. Αι υπήκοοι των Αθηναίων πόλεις μαθούσαι την παράδοσιν της Αμφιπόλεως, τας υποσχέσεις του Βρασίδου και την πραότητα αυτού έκλιναν τότε μάλλον προς την αποστασίαν και αποστείλασαι κρυφίως κήρυκας προσεκάλουν αυτόν να τας επισκεφθή εν παρόδω· εκάστη αυτών ήθελε να αποστατήση πρώτη, νομίζουσα ήδη ότι δεν είχε πλέον τίποτε να φοβηθή. Ευρισκόμενοι εις αυτήν την πλάνην δεν εφαντάζοντο ότι η δύναμις των Αθηναίων ήτο τόσον μεγάλη, όσον εφάνη ύστερον, και έκριναν μάλλον υπό αβεβαίας θελήσεως ή υπό ασφαλούς προνοίας. Συνήθως οι άνθρωποι πιστεύουν μετ' απερισκέπτου ελπίδος όσα επιθυμούν και σκέπτονται μόνον πώς να αποφύγουν οσα τους δυσαρεστούν. Προσέτι δε οι σύμμαχοι είχαν ενθαρρυνθή υπό της προσφάτου καταστροφής των Αθηναίων εν Βοιωτία και υπό των δελεαστικών λόγων του Βρασίδου πού παριστά τους Αθηναίους ως μη τολμήσαντας να συμπλακούν προς αυτόν εις την Νίσαιαν, όπου μόνον τον στρατόν του είχε, και επίστευαν ότι κανείς δεν ήθελεν έλθει να τους προσβάλη. Το δε μέγιστον, παρασυρόμενοι υπό του θελγήτρου του νεωτερισμού και της σκέψεως ότι πρώτην ήδη φοράν έμελλον να δοκιμάσουν τον ζήλον των Λακεδαιμονίων, ήσαν έτοιμοι να διακινδυνεύσουν τα πάντα. Τούτο εννοήσαντες οι Αθηναίοι έπεμψαν φρουράς εις τας πόλεις, εφ' όσον επέτρεπεν αυτοίς ο χειμών και το βραχύ του χρόνου· ο δε Βρασίδας εμήνυσεν εις την Λακεδαίμονα, διά να ζητήση και άλλας επικουρίας, και ητοιμάζετο να ναυπηγήση τριήρεις εν τω Στρυμόνι. Αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι δεν εβοήθησαν τους σκοπούς του, το μεν ένεκα του φθόνου, τον οποίον είχαν κατ' αυτού οι πρώτοι πολίται, το δε διότι επροτίμων να επιτύχουν την απόδοσίν των εν τη νήσω αιχμαλωτισθέντων ανδρών και να καταπαύσουν τον πόλεμον.
109. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα οι Μεγαρείς επανέλαβον τα μακρά τείχη, τα οποία κατείχαν οι Αθηναίοι και κατέσκαψαν αυτά εκ θεμελίων, ενώ ο Βρασίδας, αφού εκυρίευσε την Αμφίπολιν, έχων τους συμμάχους, εξεστράτευσεν εναντίον της καλουμένης Ακτής, η οποία αρχομένη από της διώρυγος του βασιλέως παρατείνεται εις το εσωτερικόν της χώρας· ο δε ’θως, όρος υψηλόν, αποτελεί μέρος αυτής και καταλήγει εις το Αιγαίον πέλαγος. Πολλαί δε πόλεις υπάρχουν εις την χώραν ταύτην, η Σάνη, αποικία των Ανδρίων, κειμένη πλησίον της διώρυγος και εστραμμένη εις το προς την Εύβοιαν πέλαγος· προσέτι η Θυσσός, αι Κλεωναί, οι Ακρόθωοι, η Ολοφυξος, το Δίον, αι οποίαι κατοικούνται υπό συμμίκτων εθνών βαρβάρων δύο γλώσσας ομιλούντων. Εις τας πόλεις ταύτας υπάρχουν και ολίγοι Χαλκιδείς, αλλά το μεγαλύτερον μέρος σύγκειται εκ των Πελασγών εκείνων, οι οποίοι άλλοτε υπό το όνομα των Τυρρηνών κατώκησαν την Λήμνον και τας Αθήνας, εκ Βισαλτών, εκ Κρηστωναίων και Ηδώνων. Κατοικούν δε ούτοι εις μικράς πόλεις, των οποίων αι πλείσται υπετάγησαν εις τον Βρασίδαν, αλλ' η Σάνη και το Δίον αντέστησαν· τούτου ένεκα λοιπόν ελεηλάτησε την χώραν των μείνας εκεί με τον στρατόν του.
110. Επειδή δε αι πόλεις αύται δεν υπετάσσοντο, εστράτευσεν ευθύς εναντίον της Χαλκιδικής Τορώνης, κατεχομένης υπό των Αθηναίων· είχε δε προσκληθή υπό ολίγων ανδρών ετοίμων να παραδώσουν εις αυτόν την πόλιν. Φθάσας δε ενώ ήτον ακόμη νυξ και περί τα εξημερώματα εσταμάτησε τον στρατόν πλησίον του ναού των Διοσκούρων, ο οποίος απέχει της πόλεως τρεις ολοκλήρους σταδίους. Η πορεία του διέλαθε μεν την προσοχήν των κατοίκων της Τορώνης και των φρουρούντων εν αυτή Αθηναίων, αλλ' οι μετ' αυτού συμπράττοντες εγνώριζαν ότι έμελλε να έλθη, καί τινες εξ αυτών εξήλθαν κρυφίως, διά να επιτηρήσουν κατά τον ερχομόν του. ’μα δε είδαν ότι ήλθεν, εισήγαγον μεθ' εαυτών εις την πόλιν επτά άνδρας ψιλούς έχοντας εγχειρίδια· διότι εκ των είκοσιν, οι οποίοι είχαν εκλεχθή προς τον σκοπόν τούτον, αυτοί μόνον ετόλμησαν να εισέλθουν (ωδήγει δε αυτούς ο Ολύνθιος Λυσίστρατος)· εισδύσαντες δε αθορύβως διά του προς το πέλαγος τείχους και αναβάντες μέχρι του ανωτάτου φυλακτηρίου, διότι η πόλις είναι κτισμένη επί λόφου, εφόνευσαν τους φρουρούς και συνέτριψαν την προς το Καναστραίον μικράν πύλην.
111. Ο δε Βρασίδας προχωρήσας ολίγον εστάθη μετά του υπολοίπου στρατού και έστειλεν εμπρός εκατόν πελταστάς, οι οποίοι ώφειλαν να ορμήσουν πρώτοι, άμα ηνοίγοντο πύλαι τινές και υψούτο το συμφωνημένον σημείον. Επειδή δε το σημείον ήργισε να φανή, οι πελτασταί εκπληττόμενοι επλησίασαν ανεπαισθήτως την πόλιν. Κατ' αυτό το διάστημα οι μετά των επτά στρατιωτών εισελθόντες Τορωναίοι παρεσκευάζοντο ένδοθεν· αφού συνέτριψαν την μικράν πύλην και κόψαντες τον μοχλόν ήνοιξαν τας προς την αγοράν πύλας, πρώτον μεν εισήγαγόν τινας διά της μικράς πύλης, διά να εκφοβίσουν εκ των νώτων και αμφοτέρωθεν τους εν τη πόλει αγνοούντας τα πραττόμενα· έπειτα ύψωσαν κατά τα συμφωνημένα το πύρινον σημείον και εισήγαγον διά των κατά την αγοράν πυλών τους λοιπούς πελταστάς.
112. Ιδών δε ο Βρασίδας το σύνθημα έδραμε ταχέως αναστήσας τον στρατόν, ο οποίος βοήσας ομοθυμαδόν ενέβαλε τους κατοίκους εις πολλήν έκπληξιν. Και οι μεν εισώρμησαν αμέσως διά των πυλών, οι δε, τη βοήθεια τετραγώνων δοκών, αι οποίαι έτυχαν κείμεναι εκεί διά την ανολκήν των λίθων του πεσόντος και οικοδομουμένου τείχους. Και ο μεν Βρασίδας μετά του πολλού στρατού ευθύς ετράπη προς τα υψηλότερα μέρη της πόλεως, θέλων να κυριεύση αυτήν μετ' άκρας ασφαλείας και βεβαιότητος· ο δε άλλος στρατός διεσπάρη ομοίως εις πάντα τα μέρη.
113. Ενώ δε κατελαμβάνετο ούτως η πόλις, το μεγαλύτερον μέρος των Τορωναίων, μη γνωρίζον τίποτε, εθορυβείτο, οι δε προδόται και εκείνοι εις τους οποίους ήρεσκον τα πραττόμενα ηνώθησαν αμέσως μετά των εισελθόντων. Οι δε Αθηναίοι (διότι έτυχον κοιμώμενοι μέσα εις την αγοράν πεντήκοντα περίπου οπλίται) άμα ενόησαν τα διατρέχοντα, τινές μεν εφονεύθησαν μαχόμενοι, οι δε άλλοι διεσώθησαν ή πεζοί ή εις τα δύο πλοία, τα οποία εφρούρουν εκεί, και κατέφυγαν εις το φρούριον την Λήκυθον, της οποίας οι Αθηναίοι ήσαν κύριοι, και η οποία κατέχει μίαν άκραν χωρισμένην εκ της άλλης πόλεως διά στενού ισθμού. Προς αυτούς δε κατέφυγαν και όσοι εκ των Τορωναίων ήσαν εις αυτούς αφωσιωμένοι.
114. Ήτο δε ήδη ημέρα και η πόλις είχε καταληφθή ασφαλώς, ότε ο Βρασίδας διεκήρυξεν εις τους Τορωναίους, όσοι είχαν φύγει μετά των Αθηναίων, ότι ηδύνατο ο θέλων να επιστρέψη αφόβως εις τα κτήματα του και να απολαύη τελείαν ελευθερίαν των πολιτικών του δικαιωμάτων. Έστειλεν επίσης κήρυκα προς τους Αθηναίους, διά να τους διατάξη να εξέλθουν της Ληκύθου διά συνθήκης, καθότι η θέσις αύτη ανήκεν εις τους Χαλκιδείς· αλλ' οι Αθηναίοι απεκρίθησαν ότι δεν την εγκαταλείπουν και εζήτησαν μιας ημέρας ανακωχήν, διά να συνάξουν τους νεκρούς των. Ο δε Βρασίδας επέτρεψε δύο. Εν τω διαστήματι δε τούτω ενίσχυσε τας πλησίον της Ληκύθου οικίας, ενώ οι Αθηναίοι έπραττον τα ίδια και αυτοί. Συναθροίσας δε τους Τορωναίους απέτεινε προς αυτούς τα αυτά περίπου, όσα είχεν ειπεί εις τους Ακανθίους, ότι δεν θα ήτο δίκαιον να θεωρώνται ως κακοί πολίται και ως προδόται όσοι συνενοήθησαν μετ' αυτού διά την παράδοσιν της πόλεως (διότι έπραξαν τούτο όχι λαβόντες χρήματα ή διά να υποδουλώσουν αυτήν, αλλά διά να την καταστήσουν ευτυχή και ελευθέραν)· ότι όσοι δεν έλαβαν μέρος δεν έπρεπε να νομίζουν ότι ήθελαν στερηθή από τα δικαιώματά τους, τα οποία απήλαυον οι άλλοι· ότι δεν ήλθε προς καταστροφήν πόλεως ή ιδιώτου· ότι το κήρυγμα το οποίον έστειλε προς εκείνους, οι οποίοι κατέφυγαν πλησίον των Αθηναίων, προς τον σκοπόν τούτον εγένετο, καθότι δεν τους εθεώρει ως κακούς πολίτας διά την προς εκείνους φιλίαν των· ότι δεν αμφέβαλλεν ότι, εάν έκαμναν πείραν της φιλίας των Λακεδαιμονίων, θα εδείκνυον και προς αυτούς όχι ολιγωτέραν εύνοιαν, η οποία τοσούτω μάλλον θα ηύξανεν, όσω οι Λακεδαιμόνιοι θα έπραττον δικαιοτέρας πράξεις· ότι οι φόβοι των προήρχοντο, διότι δεν τους εδοκίμασαν ακόμη. Είπε δε εις όλους να παρασκευασθούν και γίνωσι πιστοί σύμμαχοι, μη έχοντες άλλην ευθύνην ειμή των σφαλμάτων, τα οποία ήθελαν πράξει εις το εξής· ότι ως προς το παρελθόν ουδέν δικαίωμα είχαν οι Λακεδαιμόνιοι να παραπονεθούν, διότι δεν ηδικήθησαν αυτοί, αλλά μάλλον οι Τορωναίοι υπό λαού ισχυροτέρου και ότι τέλος η προτέρα αντίστασίς των ήτον αξία συγγνώμης.
115. Και ο μεν ταύτα ειπών και ενθαρρύνας αυτούς προσέβαλε την Λήκυθον, αφού παρήλθεν η ανακωχή· οι δε Αθηναίοι υπερησπίζοντο άνωθεν παλαιωμένων τειχών και οικιών, αι οποίαι είχαν επάλξεις. Και επί μίαν μεν ημέραν απέκρουσαν την προσβολήν· την επομένην δε ημέραν, ενώ έμελλε να προσαχθή κατ' αυτών υπό των πολεμίων μηχανή, διά της οποίας διενοούντο ούτοι να ρίψουν πυρ εις τα ξύλινα παραφράγματα, και ενώ επλησίαζεν ο στρατός, οι Αθηναίοι αντέταξαν κατ' αυτού ξύλινον πύργον, τον οποίον ύψωσαν επί τινος οικήματος, εις το μέρος, όπου ενόμισαν ότι ο εχθρός έμελλε να πλησιάση την μηχανήν και το οποίον ήτο το μάλλον αδύνατον. Έφεραν δε εκεί επάνω πολλούς αμφορείς και πίθους ύδατος και μεγάλους λίθους, πολλοί δε άνθρωποι ανέβησαν εκεί. Αλλά, το οίκημα λαβόν μεγαλύτερον βάρος διερράγη εξαίφνης και μετά μεγάλου κρότου. Και όσοι μεν των Αθηναίων ήσαν εγγύς μάλλον ελυπήθησαν ή εφοβήθησαν, αι δε μακράν ευρισκόμενοι, και μάλιστα οι πολύ μακράν, νομίσαντες ότι η πόλις εκυριεύθη ήδη εκ τούτου του μέρους ώρμησαν προς την θάλασσαν και τα πλοία.
116. Ο δε Βρασίδας ιδών τους Αθηναίους εγκαταλείποντας τας επάλξεις επροχώρησε μετά του στρατού και κατέλαβεν ευθύς το τείχισμα φονεύσας όσους εύρεν εντός αυτού. Και οι μεν Αθηναίοι εγκαταλιπόντες ούτω την πόλιν διεκομίσθησαν διά των πλοίων και των λέμβων εις την Παλλήνην· ο δε Βρασίδας (διότι υπάρχει εν τη Ληκύθω ιερόν της Αθηνάς και έτυχε να έχη κηρύξει, ότε έμελλε να γίνη η επίθεσις, ότι θα έδιδε τριάκοντα αργυράς μνας εις εκείνον, ο οποίος πρώτος ήθελεν αναβή εις το τείχος) κρίνων ότι η άλωσις του φρουρίου έγινεν άλλως παρά δι' ανθρωπίνου τρόπου απέδωκεν εις το ιερόν της θεάς τας τριάκοντα μνας και κατεδαφίσας την Λήκυθον ανέτρεψε τα οικοδομήματα και κατέστησε τέμενος όλον τον χώρον. Και ο μεν Βρασίδας καθ' όλον το υπόλοιπον του χειμώνος ησχολήθη εις το να τακτοποιή τας πόλεις, τας οποίας είχε κυριεύσει, και να μελετά την κατάκτησιν άλλων· και με το τέλος του χειμώνος έληγε το όγδοον έτος του πολέμου τούτου.
117. Οι δε Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι μόλις ήλθεν η άνοιξις του ακολούθου θέρους, συνεφώνησαν ανακωχήν ενός έτους. Οι μεν Αθηναίοι ήθελαν διά του τρόπου τούτου να εμποδίσουν τον Βρασίδαν από του να αποσπάση άλλας πόλεις από την συμμαχίαν των πριν παρασκευασθούν εν ησυχία να αντισταθούν, και εσκέπτοντο ότι εν ανάγκη ηδύνατο η ανακωχή αύτη να παραταθή. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ενόησαν ότι τοιούτοι ήσαν οι φόβοι των Αθηναίων και ότι διά της καταπαύσεως ταύτης των ταλαιπωριών του πολέμου θα έκλιναν μάλλον εις το να καταπαύσουν αυτόν δι' ειρήνης οριστικής και αποδόσεως των αιχμαλώτων διότι οι Λακεδαιμόνιοι επεθύμουν υπερβολικά να λάβουν τους αιχμαλώτους τούτους, ενόσω ακόμη ο Βρασίδας είχεν ευνοϊκά υπέρ αυτού τα πράγματα. Ενόουν κάλλιστα ότι, εάν ο Βρασίδας προώδευε περισσότεροι και αποκαθίστα την ισορροπίαν, τους μεν αιχμαλώτους θα έχαναν, αυτοί δε οι ίδιοι θα ήσαν ηναγκασμένοι να διατρέξουν νέους κινδύνους. Συνωμολόγησαν λοιπόν δι' εαυτούς και τους συμμάχους των την ακόλουθον ανακωχήν.
118. «Ως προς τον ναόν και το μαντείον του Πυθίου Απόλλωνος απεφασίσαμεν να κάμνη χρήσιν αυτών άνευ δόλου και φόβου πας ο θέλων, συμφώνως προς τους πατρίους νόμους. Τοιαύτη είναι η απόφασις των Λακεδαιμονίων και των παρόντων συμμάχων· υπόσχονται δε ούτοι να πείσουν όπως δυνηθούν τους Βοιωτούς και τους Φωκείς πέμποντες προς αυτούς κήρυκα. Ως προς τους θησαυρούς δε του θεού θα φροντίσωμεν, όπως ανακαλύψωμεν τους άρπαγας αυτών, μεταχειριζόμενοι τους πατρίους νόμους ορθώς και δικαίως, σεις, ημείς και καθείς, πού θέλει, συμμορφούμενοι πάντες με τους πατρίους νόμους. Οι δε Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, εάν οι Αθηναίοι συναινέσουν να γίνη ειρήνη, δέχονται να μείνουν εκάτεροι εις τα όρια αυτών διατηρούντες όσα έχουν σήμερον. Οι μεν εν τω Κορυφασίω να μένουν εντός της Βουφράδος και του Τομέως· οι δε εν τοις Κυθήροις να μη συγκοινωνούν μετά των ημετέρων συμμάχων, μήτε ημείς μετ' αυτών, μήτε αυτοί μεθ' ημών· οι εν τη Νισαία και Μινώα να μη υπερβαίνουν την οδόν, η οποία εκ των πυλών του Νίσου άγει προς τον ναόν του Ποσειδώνος, και εκ του ναού τούτου προχωρεί κατ' ευθείαν έως εις την γέφυραν της Μινώας· μήτε οι Μεγαρείς και οι σύμμαχοί των να υπερβαίνουν την οδόν ταύτην και την νήσον να έχουν οι Αθηναίοι, την οποίαν κατέλαβαν, μη συγκοινωνούντες μηδαμού οι μεν μετά των δε· και οι Λακεδαιμόνιοι να διατηρήσουν όσα έχουσι σήμερον εν τη Τροιζήνι και κατά τας συμφωνίας των με τους Αθηναίους, εκάτεροι δε δύνανται να πλέουν εν τη θαλάσση, η οποία βρέχει την χώραν των και την των συμμάχων. Οι Λακεδαιμόνιοι δεν θα πλέουν εν τη θαλάσση μετά, μακρών πλοίων, αλλά με κάθε άλλο είδος πλοίου κινουμένου με κώπας πεντακοσίων ταλάντων χωρητικότητος. Οι δε κήρυκες, οι πρέσβεις και οι ακόλουθοι, όσους κρίνουν ότι πρέπει να έχουν αμφότερα τα μέρη, θέλουν διατελεί υπό την εγγύησιν της δημοσίας πίστεως, ενόσω διαρκεί η μετάβασις και η επιστροφή αυτών, είτε διά ξηράς είτε διά θαλάσσης, εν τη Πελοποννήσω ή εν ταις Αθήναις προς διαπραγμάτευσιν της ειρήνης ή ρύθμισιν των διαφορών. Κατ' αυτό δε το διάστημα δεν θα γίνωνται δεκτοί μήτε από σας μήτε από ημάς αυτόμολοι, είτε ελεύθεροι είτε δούλοι. Εις τας διαφοράς σεις θα δικάζεσθε από ημάς και ημείς από σας συμφώνως με τα πάτρια, όλα δε τα αμφισβητούμενα θα διαλύωνται διά του δικαίου και όχι διά του πολέμου. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι ταύτα απεφάσισαν εάν δε σεις έχετε άλλας προτάσεις καλλιτέρας ή δικαιοτέρας, μεταβήτε εις την Λακεδαίμονα, διά να τας προτείνετε, όντες βέβαιοι ότι ουδεμία δικαία πρότασις θέλει απορριφθή υπό των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Όσοι όμως επιφορτισθούν με τοιαύτην αποστολήν, ας έλθουν έχοντες πληρεξουσιότητα, καθώς απαιτείται να πράξωμεν και ημείς το αυτό. Η δε ανακωχή θέλει διαρκέσει ένα ενιαυτόν, Ταύτα απεφάσισεν ο δήμος. Η Ακαμαντίς φυλή επρυτάνευεν, ο Φαίνιππος εγραμμάτευεν, ο Νικιάδης επεστάτει. Ο Λάχης επρότεινε ταύτα «τύχη αγαθή» των Αθηναίων· ήτοι να γίνη ανακωχή όπως προτείνοντες συμφωνούσιν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι· και συνωμολογήθη εν τω δήμω να διαρκέση η ανακωχή επί έν έτος, να άρχεται δε από την ημέραν εκείνην δεκάτην τετάρτην του Ελαφηβολιώνος μηνός. Κατ' αυτόν τον χρόνον οι πρέσβεις και οι κήρυκες θα μετέβαινον παρ' αμφοτέροις τοις συμβαλλομένοις, διά να συζητήσουν περί των μέσων της καταπαύσεως του πολέμου. Οι δε στρατηγοί και οι πρυτάνεις θα συγκαλέσουν εκκλησίαν, εις την οποίαν κατά πρώτον οι Αθηναίοι θέλουν συζητήσει περί της ειρήνης και του τρόπου, διά του οποίου οι πρέσβεις ήθελαν παρουσιασθή, διά να προτείνουν την κατάπαυσιν του πολέμου. Αμέσως δε μετά ταύτα οι παρόντες πρέσβεις να ορκισθούν ενώπιον του δήμου ότι θα διατηρήσουν την ειρήνην επί έν έτος ».
119. Ταύτα συνεφώνησαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι των αφ' ενός, και οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοι των αφ' ετέρου, και ώμοσαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι κατά την δωδέκατην του λακεδαιμονίου μηνός Γεραστίου. Συνεφώνησαν δε και έκαμαν σπονδάς εκ μέρους μεν των Λακεδαιμονίων οι εξής· Ταύρος Εχετιμίδα, Αθηναίος Περικλείδα, Φιλοχαρίδας Ερυξιδαΐδα· εκ μέρους δε των Κορινθίων Αινέας Ωκύτου, Ευφαμίδας Αριστωνύμου· εκ μέρους δε των Σικυωνίων Δαμότιμος Ναυκράτους, Ονάσιμος Μεγακλέους· εκ μέρους δε των Μεγαρέων Νίκασος Κεκάλου, Μενεκράτης Αμφιδώρου· εκ των Επιδαυρίων Αμφίας Ευπαΐδα· και τέλος εκ των Αθηναίων οι στρατηγοί Νικόστρατος Διιτρέφους, Νικίας Νικηράτου, Αυτοκλής Τολμαίου. Η μεν λοιπόν ανακωχή έγινε κατ' αυτόν τον τρόπον, κατά την διάρκειαν δε αυτής εις πολλάς ήλθον διαπραγματεύσεις περί οριστικής ειρήνης.
120. Περί δε τας ημέρας ταύτας, όποτε έγινεν η ανταλλαγή των επικυρώσεων, η Σκιώνη, πόλις κειμένη εν τη Παλλήνη, απεστάτησεν από τους Αθηναίους και συνετάχθη με τον Βρασίδαν. Λέγουν δε οι Σκιωναίοι ότι κατάγονται εκ της εν Πελοποννησω Παλλήνης, και, ότι οι πρόγονοί των επιστρέφοντες εκ της Τροίας κατελήφθησαν υπό της τρικυμίας, ήτις διεσκόρπισε τους Αχαιούς και ερρίφθησαν εις την χώραν εκείνην, όπου εγκαθιδρύθησαν. Μετά την αποστασίαν δ' αυτών ο Βρασίδας έπλευσε διά νυκτός εις την Σκιώνην. Πλοίον πολεμικόν φιλικόν έπλεεν εμπρός, αυτός δε ηκολούθει μακρόθεν δι' ενός ταχυπλόου μικρού πλοίου, ίνα, εάν μεν τούτο συναντήση άλλο πλοίον μεγαλύτερον, να τον υπερασπίση το πολεμικόν πλοίον, εάν δε συνήντα άλλο ισοδύναμον πλοίον, κατά πάσαν πιθανότητα τούτο δεν θα εστρέφετο κατά του μικροτέρου πλοίου, αλλά κατά του μεγαλυτέρου, κατ' αυτό δε το διάστημα θα ηδύνατο ούτος να διασωθή. Περαιωθείς δε ούτω και συγκαλέσας τους Σκιωναίους εις εκκλησίαν έλεγαν εις αυτούς τα αυτά όσα είπεν εις την ’κανθον και εις την Τορώνην, προσθέτων ότι ήσαν άξιοι μεγίστων επαίνων, αυτοί οίτινες κλεισμένοι εν τω ισθμώ της Παλλήνης υπό των εχόντων την Ποτείδαιαν Αθηναίων και όντες ουδέν άλλο ή νησιώται, μόνοι των θεληματικώς συνετάχθησαν με τους επιδιώκοντας την ελευθερίαν και δεν ανέμειναν δειλώς να τους βιάση η ανάγκη εις το να ζητήσουν εκείνο, το οποίον προφανώς ήτο συμφέρον των, και ότι η πραξίς των αυτή ήτο απόδειξις ότι ανδρείως ήθελαν υπομείνει και τας μεγίστας δοκιμασίας, εάν αι υποθέσεις των εκανονίζοντο κατ' ευχήν· ότι τους εθεώρει ως πιστοτάτους αληθώς φίλους των Λακεδαιμονίων, και ότι ουδεμίαν θα παρέβλεπε περίστασιν όπως τοις απονείμη τιμήν.
121. Και οι μεν Σκιωναίοι υπερηφανεύθησαν υπό των λόγων τούτων και ενθαρρυνθέντες όλοι ομοίως, ως και εκείνοι εις τους οποίους πρότερον δεν ήρεσκον τα πραττόμενα, διενοήθησαν και τον πόλεμον να υποστούν προθύμως και τον Βρασίδαν να υποδεχθούν λαμπρώς· και δημοσία μεν η πόλις τον περιέβαλε διά χρυσού στεφάνου ως ελευθερωτήν της Ελλάδος, ιδία δε τον εκόσμουν διά ταινιών και τον επευφήμουν ως αθλητήν. Ο δε Βρασίδας αφήσας προσωρινήν φρουράν ανεχώρησε· μετ' ολίγον δε έστειλε πλειότερον στρατόν θέλων να επιχειρήση με αυτόν απόπειράν τινα κατά της Μένδης και της Ποτειδαίας, καθότι εσκέπτετο ότι οι Αθηναίοι δεν θα εχρονοτρίβουν προκειμένου να στείλουν βοήθειαν εις πόλιν την οποίαν εθεώρουν ως νήσον, και ήθελε διά τούτο να τους προλάβη· συγχρόνως δε συνενοείτο μετά των πόλεων τούτων να του παραδοθούν διά προδοσίας.
122. Ενώ κατεγίνετο εις ταύτα, οι επιφορτισθέντες την ανακοίνωσιν της ανακωχής, εκ μεν των Αθηναίων ο Αριστώνυμος, εκ δε των Λακεδαιμονίων ο Αθηναίος, έφθασαν προς αυτόν με πολεμικόν πλοίον. Και ο μεν στρατός επέστρεψε πάλιν εις την Τορώνην, οι δε απεσταλμένοι ανεκοίνωσαν εις τον Βρασίδαν την συνθήκην, και όλοι οι εν τη Θράκη σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων παρεδέχθησαν τα γενόμενα. Αλλ' ο Αριστώνυμος, ο οποίος συγκατένευεν εις όλα όσα απέβλεπαν εις τους άλλους συμμάχους, αναγνωρίσας διά της αριθμήσεως των ημερών ότι οι Σκιωναίοι είχαν αποστατήσει μετά την συνθήκην, δεν ήθελε να συμπεριληφθούν και αυτοί. Ο δε Βρασίδας υπεστήριζεν εξ εναντίας ότι η αποστασία αυτών ήτο προτέρα και δεν ήθελε να εγκαταλείψη την πόλιν. Μόλις ο Αριστώνυμος ανήγγειλεν εις τας Αθήνας τα διατρέχοντα, αμέσως οι Αθηναίοι εφάνησαν έτοιμοι να εκστρατεύσουν εναντίον της Σκιώνης. Οι δε Λακεδαιμόνιοι πιστεύοντες εις τον Βρασίδαν διεξεδίκουν ως φίλην αυτών την πόλιν και έστειλαν πρέσβεις διά να παραστήσουν εις τους Αθηναίους ότι παρέβαινον την συνθήκην· άλλως ήσαν έτοιμοι να υποβάλουν την υπόθεσιν εις διαιτησίαν. Αλλ' οι Αθηναίοι δεν ήθελαν να διατρέξουν τον κίνδυνον δίκης και επροτιμούσαν να εκστρατεύσουν όσον το δυνατόν ταχύτερον, αγανακτούντες διότι και οι εν ταις νήσοις ήδη όντες επρόβαλαν την αξίωσιν ν' αποστατούν απ' αυτούς. Η αλήθεια δε ήτο ότι ως προς την αποστασίαν της Σκιώνης αι αξιώσεις των Αθηναίων ήσαν δίκαιαι, διότι οι Σκιωναίοι απεστάτησαν δύο ημέρας μετά την συνθήκην. Πεισθέντες οι Αθηναίοι εις την γνώμην του Κλέωνος εψήφισαν αμέσως να καταστρέψουν την Σκιώνην και να φονεύσουν όλους τους κατοίκους· καταπαύσαντες δε πάσαν άλλην ασχολίαν ητοιμάζοντο εις τούτο.
123. Εν τούτω τω αναμεταξύ αποστατεί από αυτούς η Μένδη, πόλις εν τη Παλλήνη και αποικία των Ερετριέων· ο Βρασίδας την εδέχθη χωρίς ουδόλως να διστάση εκ του ότι απεστάτησε φανερά ενώ υπήρχεν ανακωχή, διότι και αυτός ο ίδιος απέδιδε κατηγορίαν εις τους Αθηναίους ότι παρεβίασαν άρθρα τινά της συνθήκης. Τούτο ενεθάρρυνε πλειότερον τους Μενδαίους, διότι έβλεπαν την καλήν θέλησιν του Βρασίδου, και εκ των συμβάντων της Σκιώνης εσυμπέραιναν ότι δεν ήθελε τους προδώσει· άλλως οι μεταξύ αυτών οπαδοί των Λακεδαιμονίων ολίγοι όντες δεν ήθελαν να παραιτηθούν επιχειρήσεως όπου τόσον είχε προχωρήση, και φοβηθέντες μήπως ανακαλυφθούν ώθησαν τον λαόν να αποστατήση ακουσίως. Ότε δε οι Αθηναίοι έμαθαν ταύτα, οργισθέντες περισσότερον ακόμη ητοιμάζοντο να εκστρατεύσουν και κατά των δύο πόλεων. Ο δε Βρασίδας περιμένων την προσεχή επίθεσίν των μετεκόμισεν εις την Χαλκιδικήν Όλυνθον τα παιδία και τας γυναίκας των Σκιωναίων και των Μενδαίων· έπειτα έστειλε προς αυτούς πεντακοσίους οπλίτας Πελοποννησίους και τριακοσίους πελταστάς Χαλκιδείς, όλους υπό την οδηγίαν του Πολυδαμίδου. Και αι μεν πόλεις περιμένουσαι από στιγμής εις στιγμήν την εμφάνισιν των Αθηναίων παρεσκεύαζαν από κοινού τα προς άμυναν μέσα.
124. Είς το αναμεταξύ δε ο Βρασίδας και ο Περδίκκας εξεστράτευσαν εκ δευτέρου από κοινού εις Λύγκον κατά του Αρριβαίου. Και ο μεν Περδίκκας ωδήγει τον στρατόν των Μακεδόνων τον οποίον είχεν υπό την εξουσίαν του, καθώς και οπλίτας στρατολογηθέντας μεταξύ των εκεί κατοικούντων Ελλήνων, ο δε Βρασίδας, εκτός του υπολοίπου Πελοποννησιακού στρατού, είχε Χαλκιδείς και Ακανθίους και όσους βοηθούς του έστειλαν αι άλλαι πόλεις. Οι Έλληνες οπλίται απετέλουν σώμα εκ τρισχιλίων περίπου ανδρών, οι δε ιππείς Μακεδόνες και Χαλκιδείς ήσαν σχεδόν χίλιοι, εκτός πολλού πλήθους βαρβάρων. Εισβαλόντες δε εις την χώραν του Αρριβαίου και ευρόντες τους Λυγκηστάς αντιστρατοπεδευμένους κατ' αυτών εστάθησαν απέναντι. Οι πεζοί παρετάχθησαν από τα δύο μέρη επί λόφου, εις δε το μέσον ηπλώνετο πεδιάς· και πρώτον μεν κατέβησαν εις αυτήν οι ιππείς αμφοτέρων και ιππομάχησαν, έπειτα δε και ο Βρασίδας και ο Περδίκκας, αφού επροχώρησαν πρότερον από του λόφου μετά των ιππέων των Λυγκηστών οπλιτών και, αφού ήσαν έτοιμοι να πολεμήσουν, επετέθησαν κατ' αυτών και συμπλακέντες τους έτρεφαν εις φυγήν· και πολλούς μεν εξ αυτών εφόνευσαν, οι δε λοιποί διεσώθησαν εις τα υψώματα και έμειναν ησυχάζοντες. Μετά τούτο στήσαντες τρόπαιον έμειναν εκεί επί δύο ή τρεις ημέρας περιμένοντες τους Ιλλυριούς, οίτινες μισθωθέντες υπό του Περδίκκου επεριμένοντο να φθάσουν· έπειτα ο Περδίκκας ηθέλησε να προχωρήσουν κατά των τοποθεσιών που είχεν ο Αρριβαίος και να μη μένωσιν αργοί· αλλ' ο Βρασίδας, φοβούμενος μη συμβή δυστύχημά τι εις την Μένδην ένεκα αιφνιδίου ερχομού των Αθηναίων και βλέπων συγχρόνως ότι οι Ιλλυριοί δεν ήρχοντο, με κανένα τρόπον δεν ήθελε να προχωρήση, αλλά μάλλον επεθύμει να επιστρέψη.
125. Ενώ εξηκολούθει η φιλονεικία αυτών, ηγγέλθη ότι οι Ιλλυριοί, προδώσαντες τον Περδίκκαν, ηνώθησαν μετά του Αρριβαίου· τούτο ακούσαντες απεφάσισαν αμφότεροι να αναχωρήσουν, διότι εφοβούντο τους φιλοπολέμους εκείνους ανθρώπους· αλλ' ένεκα της έριδός των δεν ώρισαν την στιγμήν της αναχωρήσεως. Ότε επήλθεν η νυξ, οι Μακεδόνες και το πλήθος των βαρβάρων, καταληφθέντες αμέσως υπό φόβου (τοιούτος δε φόβος καταλαμβάνει ενίοτε τα μεγάλα στρατόπεδα), ενόμισαν ότι οι εχθροί ήσαν πολυπληθέστεροι παρ' ό,τι ήσαν πράγματι και ότι μετ' ολίγον έμελλον να εμφανισθούν· αίφνης λοιπόν ετράπησαν εις φυγήν και επέστρεφαν εις τα ίδια. Ο Περδίκκας, ο οποίος δεν είχεν εννοήσει κατ' αρχάς την κίνησίν των, άμα ενόησεν αυτήν ηναγκάσθη να αναχωρήση πριν ιδή τον Βρασίδαν (διότι τα στρατόπεδά των ευρίσκοντο πολύ απομακρυσμένα αναμεταξύ των). ’μα δε εξημέρωσεν, ο Βρασίδας, ιδών τους Μακεδόνας μακρυνθέντας και τους μετά του Αρριβαίου Ιλλυριούς ετοίμους να τον προσβάλουν, συνήθροισε και αυτός τους οπλίτας του, έταξεν αυτούς εις τετράγωνον, έθεσε τους ψιλούς εν τω μέσω και διενοείτο να υποχωρήση. Και τους μεν νεωτέρους διέταξε να εξέλθουν από τας τάξεις και να τρέξουν προς όλα τα απειλούμενα μέρη, αυτός δε έχων τριακοσίους λογάδας απόφασιν είχε να υποχωρήση τελευταίος, ανθιστάμενος σταθερώς κατά των πρώτων, που θα επετίθεντο. Πριν δε πλησιάσουν οι εχθροί παρεκίνει βιαστικά, και ενεθάρρυνε τους στρατιώτας του με την εξής προσφώνησιν:
126. Εάν δεν σας υπώπτευον, ω Πελοποννήσιοι, ότι εφοβήθητε διότι απεμονώθητε και διότι οι βάρβαροι επέρχονται πολλοί, θα ηρκούμην να σας ενθαρρύνω χωρίς άλλην συμβουλήν· αλλ' η αναχώρησις των συμμάχων μας και το πλήθος των εχθρών, με αναγκάζει διά βραχείας υπενθυμίσεως να σας συμβουλεύσω τα κυριώτερα. Η εις τας μάχας σταθερότης σας βασίζεται ουχί επί της συνεχούς παρουσίας των συμμάχων σας αλλ' επί της ατομικής ανδρείας σας και εις την συνήθειαν την οποίαν έχετε να μη φοβήσθε τον εχθρόν, οιοσδήποτε και αν είναι ο αριθμός αυτού. Δεν έρχεσθε από πολιτειών όπου οι πολλοί διοικούν τους ολίγους, αλλ' από πολιτειών όπου οι ολίγοι διοικούν τους πολλούς, και εις ουδέν άλλο χρεωστείτε την δύναμίν σας παρά εις την νίκην σας εις τους πολέμους. Οι βάρβαροι ούτοι, τους οποίους φοβείσθε, διότι δεν τους εγνωρίσατε, μάθετε ότι δεν είναι επίφοβοι, και αποκτήσατε πεποίθησιν περί τούτου εκ των αγώνων τους οποίους προ ολίγου εκάματε κατά των βαρβάρων της Μακεδονίας και εξ όσων εγώ συμπεραίνω και ήκουσα παρ' άλλων. Όταν εχθρός τις, ασθενής πράγματι, παρουσιάζεται κατ' επιφάνειαν ισχυρός, αρκεί να εννοήση κανείς την αληθινήν αξίαν του διά να αποκτήση πλειότερον θάρρος προς άμυναν· όταν όμως ο εχθρός είναι ομολογουμένως ισχυρός, ο μη γινώσκων επακριβώς την αξίαν ταύτην διατρέχει τον κίνδυνον να προσβάλη τολμηρότερον του πρέποντος. Ούτοι δε οι βάρβαροι εις όσους μεν δεν τους γνωρίζουν είναι επίφοβοι πριν συμπλακούν, τρομεροί διά το πλήθος των, αφόρητοι διά τας μεγάλας κραυγάς των, και ο μάταιος κραδασμός των όπλων έχει και αυτός κάτι απειλητικόν. ’μα όμως συμπλακούν, δεν φαίνονται πλέον οι ίδιοι, διότι ωρισμένην θέσιν δεν έχουν ούτε εντρέπονται, εάν την εγκαταλείψουν βιαζόμενοι. Η φυγή και η έφοδος την αυτήν έχουν δι' αυτούς αξίαν και ούτε ανδρείαν ούτε ανανδρίαν δεν μαρτυρούν. Μάχη κατά την οποίαν καθείς είναι αυτεξούσιος να πράττη ό,τι θέλει, δύναται να παράσχη ευκόλως εύσχημον πρόφασιν προς φυγήν. Ασφαλέστερον νομίζουν να αποπειρώνται την εκφόβισιν ημών παρά να έρχωνται εις χείρας· διότι άλλως θα επροτιμούσαν την μάχην παρά τας απειλάς. Βλέπετε φανερά ότι όλα ταύτα τα προηγούμενα φοβερίσματα είναι πράγματι μεν όλως ακίνδυνα, βλεπόμενα δε και ακουόμενα εκπλήττουν. Αντισταθήτε εις τα φοβερίσματα ταύτα, εάν επέλθουν εναντίον σας, και όταν έλθη η κατάλληλος στιγμή υποχωρήσατε με τάξιν και ευκοσμίαν. Μετ' ολίγον θα φθάσωμεν εις μέρος ασφαλές και θα γνωρίζετε εις το εξής ότι διά τους υπομείναντας την πρώτην προσβολήν οι τοιούτοι όχλοι μόνον μακρόθεν δείχνουν προκλητικά υπερηφάνειαν διά την ανδρείαν των και απειλούν να επιτεθούν αλλ' επίσης, άμα δεν υπάρχη πλέον κίνδυνος, επιδεικνύουν την γενναιότητά των διώκοντες ταχέως και σφοδρώς τους υποχωρούντας».
127. Τοιαύτα συμβουλεύσας ο Βρασίδας ήρχισε την υποχώρησιν. Ιδόντες δε οι βάρβαροι επετέθησαν κατ' αυτού με πολλήν βοήν και θόρυβον νομίζοντες ότι έφευγε και ότι ήρκει να τον φθάσουν διά να τον καταστρέψουν. Αλλ' επειδή πανταχού όπου επετίθεντο συνήντων τους προσκόπους, και ο Βρασίδας αυτός μετά των λογάδων υφίστατο τας επιθέσεις των, επειδή ο στρατός του Βρασίδου αντισταθείς παρά την προσδοκίαν των εις την πρώτην έφοδον ημύνετο, όταν εκείνοι επετίθεντο, και υπεχώρει, όταν εκείνοι ησύχαζαν, τότε οι πλείστοι των βαρβάρων διέκοψαν την καταδίωξιν των μετά του Βρασίδου Ελλήνων εις την πεδιάδα, και μικρόν μεν μέρας αυτών έμεινε διά να τους παρακολουθή και τους προσβάλλη, οι δε λοιποί, έτρεξαν εναντίον των φευγόντων Μακεδόνων και εφόνευον όσους επρόφθανον. Φθάσαντες δε πριν έλθη ο εχθρός κατέλαβον την στενήν ατραπόν, η οποία κείται μεταξύ δύο λόφων και φέρει εις το βασίλειον του Αρριβαίου, ηξεύροντες ότι δεν υπήρχεν άλλη δίοδος διά τον Βρασίδαν· και, ενώ ούτος επλησίαζεν εις το δυσχερές εκείνο μέρος, διεσπάρησαν εις τα πέριξ διά να τον περικυκλώσουν.