← Table of contents
Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος δεύτερος

Front matter (continued 2)

I. (Ioannes) Zervos translation

83. Ούτω λοιπόν παρά τοις Έλλησι κάθε είδος ανομίας διεπράχθη εξ αιτίας των στάσεων. Η ηπιότης, η αχώριστος αύτη σύντροφος της ευθύτητος του χαρακτήρος, έγινεν αντικείμενον γέλωτος και εξηφανίσθη, και υπερίσχυσε κατά πολύ το να αντιτάσσωνται οι μεν εναντίον των δε με αμοιβαίαν δυσπιστίαν. Ούτε λόγος υπήρχε τοσούτον ισχυρός ούτε λόγος τοσούτον φοβερός, ώστε να φέρη συνδιαλλαγήν. Κατεχόμενοι άπαντες υπό της ιδέας ότι δεν ήτο δυνατόν να ελπίσουν τίποτε σταθερόν, και μη δυνάμενοι να εμπιστευθούν εις κανένα, ενησχολούντο μάλλον πώς να προφυλαχθούν. Συνήθως οι μάλλον περιωρισμένον πνεύμα έχοντες εδέσποζον επί των άλλων διότι φοβούμενοι μήπως ένεκα της ανικανότητάς των και της συνέσεως των εναντίων νικηθούν υπό της ευγλωττίας των και προληφθούν υπό του πολυμηχάνου πνεύματος των εχώρουν τολμηρώς εις τα έργα. Οι δε ενάντιοι, περιφρονούντες και αυτήν την προαίσθησιν του κινδύνου, και νομίζοντες ότι δεν ήτο ανάγκη έργων εκεί όπου ήρκει ο λόγος, έμεναν απροφύλακτοι και κατεστρέφοντο.

84. Πρώτη λοιπόν η Κέρκυρα έδωκε το σημείον των πλείστων ανομιών και εκείνων που διεπράχθησαν είτε υπό πολιτών εκδικουμένων και τιμωρούντων εκείνους, οι οποίοι τους είχον κυβερνήσει μετ' αυθαδείας μάλλον παρά μετά μετριότητας, είτε υπό ιδιωτών, οι οποίοι επιθυμούντες να απαλλαγούν της συνήθους πτωχείας των, ή μάλλον εποφθαλμιώντες τα ξένα αγαθά, διέπρατταν κάθε βιαιότητα, είτε τέλος υπ' εκείνων, οι οποίοι επιτιθέμενοι όχι εκ πλεονεξίας, αλλά μάλλον διά να ανταποδώσουν τα ίσα, και παραφερόμενοι υπό τυφλής οργής εξεδικούντο σκληρά και ανηλεώς. Κατ' εκείνην την εποχήν η κοινωνία συνεταράχθη εις την κακότυχον αυτήν πόλιν και η ανθρωπίνη φύσις, η οποία και υπ' αυτό το κράτος των νόμων ρέπει συνήθως προς την αδικίαν, τεθείσα υπεράνω από τους νόμους, πρόθυμα εφανέρωσεν ότι ήτο ακράτητος εις την οργήν αυτής, ισχυροτέρα του δικαίου και εχθρά της υπεροχής. Διότι, εάν ο φθόνος δεν είχε τόσην τάσιν εις το να βλάπτη, δεν θα επροτιμούσαν την εκδίκησιν αντί του οίκτου, το κέρδος αντί της δικαιοσύνης· άλλως τε και οι άνθρωποι, προκειμένου να τιμωρήσουν τους άλλους, αρέσκονται να καταργούν πριν τους κοινούς νόμους, οι οποίοι αφήνουν εις τον ένοχον κάποιαν ελπίδα σωτηρίας, με κίνδυνον μάλιστα να μη δύνανται να τους επικαλεσθούν αυτοί οι ίδιοι, εάν ποτε λάβουν ανάγκην αυτών.

85. Τοιαύτα τα αποτελέσματα των πρώτων εν Κερκύρα ταραχών, ο δε Ευρυμέδων και οι Αθηναίοι ανεχώρησαν μετά των πλοίων. Αργότερα οι Κερκυραίοι φυγάδες (διεσώθησαν δε πεντακόσιοι) καταλαβόντες τα φρούρια, τα οποία ήσαν εις την αντικρύ ήπειρον, έγιναν κύριοι της αντικρυνής γης και εκείθεν ορμώμενοι ελεηλάτουν τους εν τη νήσω και έβλαπταν αυτούς υπερβολικά, ένεκα δε τούτου φρικώδης λιμός συνέβη εις την πόλιν. Έστειλαν δε και πρέσβεις εις την Λακεδαίμονα και εις την Κόρινθον, διά των οποίων εζήτουν να επανέλθουν εις την πόλιν. Αλλά, επειδή όλαι εκείναι αι προσπάθειαι απέβησαν μάταιαι, μετά τινα καιρόν ετοιμάσαντες πλοία και παραλαβόντες επικούρους διέβησαν εις την νήσον εξακόσιοι εν όλω. Εμπρήσαντες δε τα πλοία, διά να μη τους μένη άλλη ελπίς παρά να κυριεύσουν την χώραν, ανέβησαν εις το όρος Ιστώνην και οικοδομήσαντες φρούριον έβλαπταν διαρπάζοντες τα πέριξ της πόλεως και ήσαν κύριοι των αγρών.

86. Κατά τα τέλη δε του αυτού θέρους οι Αθηναίοι έστειλαν εις Σικελίαν είκοσι πλοία υπό τους στρατηγούς Λάχητα τον Μελανώπου και Χαροιάδην τον Ευφιλήτου, διότι τότε οι Συρακούσιοι και οι Λεοντίνοι είχαν περιπλακή εις πόλεμον προς αλλήλους. Σύμμαχοι δε των μεν Συρακουσίων ήσαν, εξαιρέσει των Καμαριναίων, όλαι αι Δωρικαί πόλεις αι συνταχθείσαι με τους Λακεδαιμονίους μόλις ήρχισεν ο πελοποννησιακός πόλεμος χωρίς όμως και να συμπολεμήσουν, των δε Λεοντίνων αι Χαλκιδικαί πόλεις και η Καμαρίνα. Εν Ιταλία οι μεν Λοκροί ήσαν υπέρ των Συρακουσίων, οι δε Ρηγίνοι ένεκα της αυτής καταγωγής υπέρ των Λεοντίνων. Οι σύμμαχοι των Λεοντίνων πέμψαντες πρεσβείαν εις τας Αθήνας δυνάμει παλαιάς συμμαχίας και ως Ίωνες έπεισαν τους Αθηναίους να στείλουν προς βοήθειαν αυτών πλοία, διότι οι Συρακούσιοι τους είχαν αποκλείσει και δια ξηράς και διά θαλάσσης. Οι Αθηναίοι εδέχθησαν την αίτησιν υπό το πρόσχημα της μετά των Λεοντίνων συγγενείας, πράγματι όμως διότι ήθελαν να μη εισάγεται εκείθεν σίτος εις την Πελοπόννησον. Συγχρόνως ήθελαν να δοκιμάσουν, αν ηδύναντο να γίνουν κύριοι της νήσου εκείνης. Εγκατασταθέντες λοιπόν εις το Ρήγιον της Ιταλίας ήρχισαν τον πόλεμον ενωθέντες μετά των συμμάχων των. Και το θέρος ετελείωσεν.

87. Κατά τον ακόλουθον δε χειμώνα ενέσκηψεν εις τους Αθηναίους και εκ δευτέρου η νόσος, η οποία δεν είχε μεν παύσει εντελώς, είχεν όμως διακοπή. Η δευτέρα αύτη εμφάνισις δεν διήρκεσεν ολιγώτερον του ενός έτους, η δε πρώτη δύο ολόκληρα έτη, ώστε ουδέν άλλο συνετέλεσε πλειότερον εις την εξασθένησιν των Αθηναίων. Από τας τάξεις του στρατού δεν απέθαναν ολιγώτεροι των τετρακισχιλίων και τετρακοσίων οπλιτών και των τριακοσίων ιππέων, του δε λοιπού πληθυσμού ο αριθμός υπήρξεν ανεξεύρετος. Τότε δε συνέβησαν και οι περισσότεροι σεισμοί της γης εν Αθήναις, εν Ευβοία, εν Βοιωτία και προ πάντων εις τον Ορχομενόν.

88. Κατά τον αυτόν χειμώνα οι εν Σικελία Αθηναίοι και οι Ρηγίνοι εξεστράτευσαν μετά τριάκοντα πλοίων κατά των καλουμένων νήσων του Αιόλου, διότι η ανυδρία δεν επιτρέπει κατά το θέρος τοιαύτας εκστρατείας. Οι Λιπαραίοι, άποικοι όντες των Κνιδίων, νέμονται αυτάς και κατοικούν εις μίαν εκ των νήσων όχι μεγάλην, η οποία καλείται Λιπάρα· εκ ταύτης δε μεταβαίνουν και καλλιεργούν τας άλλας, την Διδύμην, την Στρογγύλην και την Ιεράν. Οι κάτοικοι της Ιεράς νομίζουν ότι ο Ήφαιστος χαλκεύει εις την νήσον εκείνην, διότι κατά μεν την νύκτα φαίνεται ότι αναδίδεται απ' αυτήν πυρ πολύ, κατά δε την ημέραν καπνός. Κείνται δε αι νήσοι αύται απέναντι των αγρών των Σικελών και των Μεσσηνίων, και οι κάτοικοι των ήσαν σύμμαχοι των Συρακουσίων. Οι δε Αθηναίοι, αφού ελεηλάτησαν μεν τας νήσους εκείνας, δεν κατώρθωσαν δε να τας κυριεύσουν, επέστρεψαν εις το Ρήγιον. Τοιουτοτρόπως ετελείωσεν ο χειμών και το πέμπτον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.

89. Κατά δε το ακόλουθον θέρος οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι υπό την στρατηγίαν ’γιδος του Αρχιδάμου, βασιλέως των Πελοποννησίων, ήλθον μεν εις τον ισθμόν επί τω σκοπώ να εισβάλουν εις την Αττικήν, επειδή δε έγιναν πολλοί σεισμοί, απετράπησαν του σκοπού και η εισβολή δεν έγινε. Κατά τους χρόνους εκείνους, ενώ οι σεισμοί εξηκολούθουν εν ταις Οροβίαις της Ευβοίας, η θάλασσα επροχώρησε διά τινος μέρους, το οποίον τότε ήτο γη, και εξογκωθείσα επήλθε κατά της πόλεως· και μέρος μεν της ξηράς εσκέπασαν τα κύματα, από το άλλο δε μέρος απεσύρθησαν, και σήμερον είναι θάλασσα εκείνο, πού άλλοτε ήτο γη. Όλοι οι μη προφθάσαντες ν' αναβούν εις τα υψηλά μέρη εχάθησαν. Ομοία δε κατακάλυψις υπό ύδατος έγινε και εις την νήσον Αταλάντην κειμένην πλησίον των Οπουντίων Λοκρών, ήτις και μέρος του φρουρίου των Αθηναίων παρέσυρε και εκ των δύο επί της παραλίας ανειλκυσμένων πλοίων συνέτριψε το έν. Εξεχείλισαν ομοίως τα κύματα και επί της Πεπαρήθου, αλλά δεν την κατέκλυσαν, σεισμός δε επισυμβάς ανέτρεψε μέρος του τείχους, το πρυτανείον καί τινας οικίας. Εγώ νομίζω ως αίτιον τούτου το ότι εκεί, όπου ο σεισμός γίνεται ισχυρότατος, η θάλασσα απωθείται, και κατά την αιφνιδίαν επιστροφήν της καθιστά την επίκλυσιν βιαιοτέραν· χωρίς δε σεισμόν μου φαίνεται ότι δεν είναι δυνατόν να συμβή το τοιούτο.

90. Κατά το αυτό θέρος επολέμουν εις την Σικελίαν και άλλοι, όπως ετύχαινε, και αυτοί οι Σικελιώται εκστρατεύοντες εναντίον αλλήλων και οι Αθηναίοι μετά των συμμάχων· θέλω δε αναφέρει τα μάλλον άξια λόγου από όσα έπραξαν οι σύμμαχοι ούτοι βοηθούμενοι υπό των Αθηναίων παρά οι πολεμούντες εναντίον των Αθηναίων. Επειδή δε είχεν ήδη φονευθή ο στρατηγός των Αθηναίων Χαροιάδης έν τινι μάχη υπό των Συρακουσίων, ο Λάχης παρέλαβε την διοίκησιν όλων των πλοίων και εξετράτευσε μετά των συμμάχων κατά των Μυλών, φρουρίου των Μεσσηνίων. Έτυχον δε εις τας Μυλάς να φρουρούν δύο φυλαί των Μεσσηνίων, αίτινες έστησαν ενέδραν τινά κατά των αποβάντων εκ πλοίων. Οι δε Αθηναίοι και οι σύμμαχοι και τους ενεδρεύοντας τρέπουν εις φυγήν και φονεύουν πολλούς, και προσβαλόντες το φρούριον τους ηνάγκασαν και την ακρόπολιν να παραδώσουν διά συνθήκης και κατά της Μεσσήνης να συνεκστρατεύσουν. Μετά τούτο οι Μεσσήνιοι, ιδόντες επερχομένους τους Αθηναίους και τους συμμάχους, παρεδόθησαν και αυτοί δώσαντες ομήρους και παρασχόντες όλας τας αιτηθείσας εγγυήσεις.

91. Κατά το αυτό θέρος οι Αθηναίοι τριάκοντα μεν πλοία έστειλαν περί την Πελοπόννησον, των οποίων ήτο στρατηγός Δημοσθένης ο Αλκισθένους και Προκλής ο Θεοδώρου, εξήκοντα δε εις Μήλον μετά δισχιλίων οπλιτών, των οποίων ήτο στρατηγός Νικίας ο Νικηράτου, διότι ήθελον να υποτάξουν τους Μηλίους, οίτινες νησιώται όντες ηρνούντο να υπακούσουν και να εισέλθουν εις την συμμαχίαν των. Επειδή όμως οι Μήλιοι, μολονότι ελεηλατείτο η χώρα των, δεν υπέκυπτον, αποπλεύσαντες οι Αθηναίοι εκ της Μήλου έπλευσαν προς τον Ωρωπόν κείμενον εις την άντικρυ στερεάν. Πλησιάσαντες εκεί νύκτα απεβίβασαν ευθύς τους οπλίτας, οίτινες επορεύθησαν πεζή προς την Τάναγραν της Βοιωτίας. Εις σημείον δοθέν οι κάτοικοι των Αθηνών, στρατηγούντος Ιππονίκου του Καλλίου και Ευρυμέδοντος του Θουκλέους, ήλθον διά ξηράς και τους συνήντησαν. Και στρατοπεδεύσαντες ελεηλάτουν κατ' εκείνην την ημέραν τα πέριξ της Τανάγρας και διενυκτέρευσαν εκεί. Κατά δε την επομένην ημέραν ενίκησαν εν μάχη τους εξελθόντας Ταναγραίους και μερικούς ελθόντας εις βοήθειαν Θηβαίους, και λαβόντες όπλα και στήσαντες τρόπαιον ανεχώρησαν, οι μεν εις Αθήνας, οι δε εις τα πλοία. Παραπλεύσας δε ο Νικίας μετά των εξήκοντα πλοίων ελεηλάτησε τα παραθαλάσσια μέρη της Λοκρίδος και επέστρεψεν εις τας Αθήνας.

92. Κατά τον αυτόν χρόνον οι Λακεδαιμόνιοι ίδρυσαν την εν Τραχινία αποικίαν της Δεκελείας κατά την ακόλουθον περίστασιν. Όλοι οι Μαλιείς είναι διηρημένοι εις τρία μέρη, εις Παραλίους, εις Ιερείς και εις Τραχινίους, αλλ' οι τελευταίοι ούτοι νικηθέντες υπό των γειτόνων Οιταίων, εσκέφθησαν κατ' αρχάς να παραδοθούν εις τους Αθηναίους· έπειτα όμως, φοβηθέντες μήπως δεν τους εύρουν πιστούς, έστειλαν εις την Λακεδαίμονα εκλέξαντες ως πρεσβευτήν τον Τισαμενόν. Εις την πρεσβείαν ταύτην ηνώθη και η πόλις των Δωριέων, μητρόπολις ούσα των Λακεδαιμονίων, διά να ζητήση τα αυτά, επειδή οι κάτοικοι αυτής έπασχον ομοίως από τας εχθροπραξίας των Οιταίων. Ακούσαντες οι Λακεδαιμόνιοι εγνωμάτευσαν να πέμψουν αποικίαν, όπως προστατεύση και τους Τραχινίους και τους Δωριείς, τοσούτω μάλλον όσω και η πόλις τοις εφαίνετο κειμένη εις επίκαιρον θέσιν διά τον κατά των Αθηναίων πόλεμον διότι και ναυτικόν ηδύναντο να παρασκευάζουν εκεί, και να διαπερούν ταχέως εις την Εύβοιαν, και εις την Θράκην να μεταβαίνουν ευκολώτερον. Δι' όλους αυτούς τους λόγους επεχείρησαν μετά ζήλου την ίδρυσιν εκείνην. Και πρώτον μεν ηρώτησαν τον εν Δελφοίς θεόν ότε δε αυτός προέτρεψεν εις τούτο, έστειλαν εκεί ιδίους οικήτορας και περιοίκους, προσκαλούντες να συνοδεύσουν την αποικίαν όσοι ήθελον εκ των άλλων Ελλήνων πλην των Ιώνων, των Αχαιών καί τινων άλλων λαών. Την διεύθυνσιν της εγκαταστάσεως εκείνης ανέλαβον τρεις Λακεδαιμόνιοι, ο Λέων, ο Αλκίδας και ο Δαμάγων. Φθάσαντες δε ετείχισαν εκ νέου την πόλιν, η οποία καλείται σήμερον Ηράκλεια και απέχει από μεν των Θερμοπυλών τεσσαράκοντα σταδίους, από δε της θαλάσσης είκοσι. Κατεσκεύασαν ωσαύτως και νεώρια, τα οποία ήρχισαν από αυτό το στενόν των Θερμοπυλών, διά να τα προφυλάττουν ευκολώτερον.

93. Οι δε Αθηναίοι καθ' ον καιρόν συνωκίζετο η πόλις αυτή πρώτον μεν εφοβήθησαν και ενόμισαν ότι κυρίως ηπειλείτο η Εύβοια, διότι πολύ μικρόν διάστημα την χωρίζει από το Κήναιον ακρωτήριον της Ευβοίας. Έπειτα όμως δεν επηλήθευσαν οι φόβοι των, διότι δεν έπαθαν τίποτε εκ της αποικίας εκείνης και ιδού ο λόγος. Οι Θεσσαλοί, κύριοι των χωρών εκείνων και του μέρους όπου εκτίσθη η πόλις, φοβηθέντες μήπως οι γείτονές των κατασταθούν πολύ ισχυροί, δεν έπαυαν πολεμούντες τους νεωστί εγκαταστημένους εκείνους ανθρώπους μέχρις ου κατέστρεψαν αυτούς εντελώς, μολονότι αυτοί ήσαν κατ' αρχάς πολυαριθμότατοι (διότι πας τις ήρχετο θαρραλέως νομίζων ότι η πόλις ήθελεν είσθαι σταθερά οικιζομένη υπό των Λακεδαιμονίων)· αλλ' αυτοί ούτοι οι εκ Λακεδαίμονος ερχόμενοι άρχοντες συνετέλεσαν εις την ελάττωσιν του πληθυσμού εκφοβούντες τους πολλούς και κυβερνώντες μετά ταχύτητος, ενίοτε δε μετ' αδικίας, εις τρόπον ώστε ευκόλως ηδυνήθησαν να κατισχύσουν αυτών οι γείτονες.

94. Κατά το αυτό δε θέρος και περί τον αυτόν χρόνον καθ' ον οι Αθηναίοι ησχολούντο περί της Μήλου οι άλλοι Αθηναίοι οι μετά των τριάκοντα πλοίων πλέοντες περί την Πελοπόννησον πρώτον εφόνευσαν εν τω Ελλομένω της Λευκαδίας φρουρούς τινας ενεδρεύσαντες, και έπειτα ήλθον κατά της Λευκάδος μετά μεγαλυτέρου στόλου. Σύμπαντες οι Ακαρνάνες, εκτός των Οινιαδών, ηκολούθουν αυτούς, καθώς καί τινες Ζακύνθιοι και Κεφαλλήνες και δεκαπέντε πλοία των Κερκυραίων. Και οι μεν Λευκάδιοι, μολονότι ελεηλάτουν την χώραν των και την έξω και την έσω του ισθμού, όπου και η Λευκάς υπάρχει και το ιερόν του Απόλλωνος, ησύχαζον εξαναγκαζόμενοι εις τούτο από την υπεροχήν του αριθμού· οι δε Ακαρνάνες παρεκάλουν τον στρατηγόν των Αθηναίων Δημοσθένην να περιτειχίση αυτούς, ελπίζοντες ότι ευκόλως ήθελον εκπολιορκήσει αυτήν και απαλλαγή πόλεως η οποία πάντοτε ήτον έχθρα προς αυτούς. Αλλά κατά τον αυτόν χρόνον οι Μεσσήνιοι έπεισαν τον Δημοσθένην ότι θα ήτο άξιον αυτού, αφού είχε μαζί του τόσον στρατόν συνηθροισμένον, να επιτεθή κατά των Αιτωλών, οι οποίοι ήσαν εχθροί της Ναυπάκτου, και μάλιστα διότι, εάν ήθελε τους υποτάξει, ευκόλως υπό τους Αθηναίους θα καθυπέτασσε τους προς τα μέρη ταύτα άλλους λαούς της Ηπείρου· έλεγον ότι τωόντι οι Αιτωλοί είναι έθνος μέγα και μάχιμον, αλλ' επειδή είναι ελαφρώς ωπλισμένον και κατοικεί κατά κώμας ατείχιστους, απομακρυσμένας δε πολύ απ' αλλήλων δεν θ' απέβαινε δύσκολον να τους νικήσουν πριν βοηθήσουν αλλήλους. Τον συνεβούλευον δε να προσβάλη πρώτον τους Αποδότους, έπειτα τους Οφιονείς, και μετά τούτους τους Ευρυτάνας, οίτινες απήρτιζον το πλείστον μέρος των Αιτωλών, ωμίλουν γλώσσαν όλως ακατάληπτον και έτρωγαν, ως έλεγον, ωμά κρέατα. Εάν οι λαοί ούτοι υπετάσσοντο, ευκόλως ήθελον υποταγή και τα άλλα μέρη.

95. Ο δε Δημοσθένης, διά να αρέση εις τους Μεσσηνίους, επείσθη νομίσας μάλιστα ότι και άνευ της δυνάμεως των Αθηναίων θα ηδύνατο μετά των ηπειρωτικών συμμάχων και μετά των Αιτωλών να επιτεθή κατά των Βοιωτών διά ξηράς. Προς τούτο ήρκει να διέλθη διά των Οπουντίων Λοκρών και να φθάση εις το Κυτίνιον το Δωρικόν έχων εν δεξιά τον Παρνασσόν μέχρις ου καταβή εις τους Φωκείς, οίτινες ένεκα της φιλίας η οποία υπήρχε πάντοτε μεταξύ αυτών και των Αθηναίων, θα συνεξεστράτευον προθύμως μετ' αυτού, ή τουλάχιστον θα εξηναγκάζοντο να πράξουν τούτο (καθότι η Βοιωτία συνορεύει με τους Φωκείς προς τούτο το μέρος)· εκπλεύσας λοιπόν μετά παντός του στρατού από της Λευκάδος παρά την θέλησιν των Ακαρνάνων παρέπλευσε μέχρι του Σολλίου. Ανακοινώσας το σχέδιόν του εις τους Ακαρνάνας, οίτινες ηρνήθησαν να το παραδεχθούν δυσαρεστηθέντες διότι δεν επολιάρκησε την Λευκάδα, μετέβη να πολεμήση τους Αιτωλούς μετά του υπολειπομένου στρατού, δηλαδή μετά των Κεφαλλήνων, των Μεσσηνίων, των Ζακυνθίων και τριακοσίων επιβατών Αθηναίων, οίτινες ευρίσκοντο επί των ιδικών των πλοίων, διότι τα δεκαπέντε πλοία των Κερκυραίων είχον απέλθει. Ανεχώρησε δε εκ του εν Λοκρίδι Οινεώνος. Οι δε Οζόλαι ούτοι Λοκροί ήσαν σύμμαχοι των Αθηναίων και ώφειλαν να ενωθούν πανστρατιά με τους Αθηναίους εις το εσωτερικόν της χώρας. Όντες γείτονες των Αιτωλών και τα αυτά όπλα φέροντες ενομίζοντο ότι μεγάλην ωφέλειαν ήθελον παράσχει εις την εκστρατείαν ταύτην, καθότι και την χώραν εγνώριζον και τον τρόπον του πολέμου.

96. Διανυκτερεύσας δε μετά του στρατού εντός του ιερού του Νεμείου Διός, όπου, ως λέγεται, ο ποιητής Ησίοδος εφονεύθη υπό των ανθρώπων του μέρους εκείνου, προρρηθέντος εις αυτόν υπό τινος χρησμού ότι έμελλε να πάθη τούτο εν τη Νεμέα, ανεχώρησεν άμα τη πρωία και επροχώρει προς την Αιτωλίαν. Και κατά μεν την πρώτην ημέραν εκυρίευσε την Ποτιδανίαν, κατά δε την δευτέραν το Κροκύλειον, και κατά την τρίτην το Τείχιον. Εκεί εσταμάτησε και έπεμψε την λείαν εις το Ευπάλιον της Λοκρίδος, διότι εσκόπευε, μετά την καθυπόταξιν της χώρας, να επιστρέψη εις Ναύπακτον και να εκστρατεύση ακολούθως κατά των Οφιονέων, εάν ηρνούντο να υποταχθούν. Αλλά τους Αιτωλούς δεν διέφυγαν αι προετοιμασίαι αύται, ενόησαν μάλιστα το σχέδιον ευθύς εξ αρχής· και, ότε ο στρατός εισήλθεν εις την χώραν, όλοι έσπευσαν εναντίον του προς συνάντησίν του με ισχυράς δυνάμεις· εις τρόπον ώστε και αυτοί οι εις τα έσχατα σύνορα των Οφιονέων λαοί, πλησίον του Μαλιακού κόλπου, Βωμιείς και Καλλιείς, έτρεξαν εις βοήθειαν.

97. Οι δε Μεσσήνιοι εξηκολούθουν δίδοντες εις τον Δημοσθένην την αυτήν συμβουλήν ως και πρότερον, παριστώντες εις αυτόν ότι ήθελεν είσθαι εύκολος η καθυπόταξις των Αιτωλών, και τον ηνάγκαζον να βαδίση όσον τάχιστα κατά των κωμών και να προσπαθή να καταλαμβάνη όσας εύρισκε προχείρους, χωρίς να περιμείνη ώστε να συναθροισθούν όλαι αι δυνάμεις εναντίον του. Ο δε Δημοσθένης πεισθείς εις αυτούς και αποθέσας τας ελπίδας του εις την τύχην, επειδή αύτη ουδέποτε του υπήρξεν εναντία, δεν περιέμεινε τους Λοκρούς οίτινες έμελλον να έλθουν εις βοήθειάν του (μολονότι είχε μεγίστην ανάγκην ψιλών ακοντιστών), αλλά προχωρήσας κατά του Αιγιτίου εκυρίευσεν αυτό αμαχητί, διότι οι κάτοικοι έφυγαν και απεσύρθησαν επί των λόφων των υπεράνω της πόλεως· ήτο δε η πόλις αύτη κτισμένη επί μέρους υψηλού, ογδοήκοντα σταδίους απέχουσα της θαλάσσης. Οι δε Αιτωλοί (οίτινες είχαν φθάσει εις βοήθειαν του Αιγιτίου) προσέβαλλαν τους Αθηναίους και τους συμμάχους, ορμώντες πανταχόθεν εκ των λόφων και ακοντίζοντες αυτούς. Και, ότε μεν επροχώρει ο στρατός των Αθηναίων, υπεχώρουν, ότε δε ανεχώρει, επετίθεντο. Το είδος τούτο της μάχης, η οποία συνίστατο εις διώξεις και υποχωρήσεις, διήρκεσεν επί πολύ, και κατ' αμφοτέρας τας περιπτώσεις οι Αθηναίοι εφάνησαν υποδεέστεροι.

98. Οι δε Αθηναίοι, ενόσω μεν οι τοξόται είχον τα βέλη των και ηδύναντο να τα μεταχειρίζωνται, αντείχον· διότι οι Αιτωλοί, ελαφρώς ωπλισμένοι, υπεχώρουν τοξευόμενοι· φονευθέντος όμως του τοξάρχου διεσπάρησαν, οι δε Αθηναίοι εκουράσθησαν υπό της αδιάκοπου επαναλήψεως των αυτών κινημάτων τότε οι Αιτωλοί, διπλασιάζοντες τας προσπαθείας των, εκάλυψαν αυτούς διά βελών, εις τρόπον ώστε οι Αθηναίοι ετράπησαν επί τέλους εις φυγήν, και πίπτοντες εις χαράδρας αδιεξόδους και εις μέρη τα οποία δεν εγνώριζον, κατεστρέφοντο, διότι ο οδηγός των οδών, Χρόμων ο Μεσσήνιος, είχεν ήδη φονευθή. Οι δε Αιτωλοί, ταχύποδες και ελαφρώς ωπλισμένοι, ηκόντιζον τους φυγάδας και καταδιώκοντες αυτούς από κοντά, τους έφθανον και τους εφόνευον· τους πλείστους όμως, παραπλανηθέντας εις τον δρόμον και εμπεσόντας εις δάσος αδιέξοδον, ανάψαντες πυρ κατέκαυσαν. Οι δε Αθηναίοι υποστάντες πανωλεθρίαν έφυγον καθ' όλας τας διευθύνσεις, και μόλις οι περισωθέντες ηδυνήθησαν να φθάσουν εις την θάλασσαν και τον Οινεώνα της Λοκρίδος, εκ του οποίου είχον αναχωρήσει. Απέθαναν δε και εκ των συμμάχων πολλοί και εξ αυτών των Αθηναίων εκατόν είκοσιν οπλίται· τοσούτοι ήσαν κατά το πλήθος οι εν τη ακμή της ηλικίας εκείνοι πολεμισταί, τους οποίους απώλεσεν η πόλις των Αθηναίων κατά τον πόλεμον τούτον. Απέθανε δε και ο έτερος στρατηγός Προκλής. Τους δε νεκρούς συναθροίσαντες διά συνθήκης προς τους Αιτωλούς ανεχώρησαν εις την Ναύπακτον και ύστερον εφέρθησαν (οι νεκροί ούτοι) διά των πλοίων εις τας Αθήνας. Ο δε Δημοσθένης έμεινε περί την Ναύπακτον και τας πέριξ πόλεις, φοβούμενος την οργήν των Αθηναίων διά τα συμβάντα.

99. Κατά τον αυτόν χρόνον οι Αθηναίοι οίτινες ήσαν περί την Σικελίαν έπλευσαν προς την Λοκρίδα, και αποβιβασθέντες ενίκησαν τους εναντίον των δραμόντας Λοκρούς και κατέλαβον ισχυράν τινα θέσιν κειμένην εις το στόμιον του ’ληκος ποταμού.

100. Κατά το αυτό δε θέρος οι Αιτωλοί, έχοντες στείλει προηγουμένως πρέσβεις εις Κόρινθον και εις Λακεδαίμονα, τον Οφιονέα Τόλοφον, τον Ευρυτάνα Βοριάδην και τον Απόδωτον Τίσανδρον, επέτυχον να τοις αποσταλή στρατός προωρισμένος να προσβάλη την Ναύπακτον, η οποία είχε προσκαλέσει την βοήθειαν των Αθηναίων. Και εξαπέστειλαν οι Λακεδαιμόνιοι περί το φθινόπωρον τρισχιλίους οπλίτας εκ των συμμάχων. Τούτων πεντακόσιοι ήσαν εκ της εν Τραχίνι πόλεως Ηρακλείας, νεοκτίστου τότε ούσης· αρχηγός δε της εκστρατείας ταύτης ήτο ο Σπαρτιάτης Ευρύλοχος, τον οποίον συνώδευον οι Σπαρτιάται Μακάριος και Μενεδάϊος.

101. Ότε δε συνηθροίσθη ο στρατός εις Δελφούς, ο Ευρύλοχος έπεμψε κήρυκα εις τους Λοκρούς τους Οζόλας, διότι και δι' αυτών έπρεπε να διέλθη διά να υπάγη εις Ναύπακτον και διότι ήθελε να τους αποσπάση από τους Αθηναίους. Εις την διαπραγμάτευσιν ταύτην τον εβοήθησαν προ πάντων οι Λοκροί της Αμφίσσης διά τον φόβον τον οποίον τοις ενέπνεε το μίσος των Φωκέων. Αυτοί δε πρώτοι δώσαντες ομήρους υπεχρέωσαν και τους άλλους, οίτινες εφοβούντο την προσέγγισιν του στρατού, να δώσουν και αυτοί. Και πρώτον μεν έπεισαν τους Μυονείς (διά τούτων δε είναι δυσχερεστάτη η εις την Λοκρίδα είσοδος), έπειτα δε τους Ιπνείς, τους Μεσσαπίους, τους Τριταιείς, τους Χαλαίους, τους Τολοφωνίους, τους Ησσίους και τους Οιανθείς. Πάντες δε ούτοι και συνεξεστράτευσαν. Οι δε Φωκιείς έδωκαν μεν ομήρους, όμως δεν συνεξεστράτευσαν· και οι Υαίοι δεν έδωκαν ομήρους παρά αφού εκυριεύθη η κώμη των, ήτις εκαλείτο Πόλις.

102. Ότε δε όλα ητοιμάσθησαν και οι όμηροι αφέθησαν φυλαττόμενοι εις το Κυτίνιον το Δωρικόν, ο Ευρύλοχος επροχώρησε μετά του στρατού κατά της Ναυπάκτου διά των Λοκρών, και καθ' οδόν εκυρίευσε τας πόλεις του Οινεώνος και του Ευπαλίου, αι οποίαι είχον αρνηθή να ενωθούν μετ' αυτού. Φθάσας δ' ο στρατός εις Ναυπακτίαν και ενωθείς ήδη μετά των Αιτωλών ελεηλάτει την χώραν και εκυρίευσε το προάστιον το οποίον ήτο ατείχιστον. Ελθών δε και εις το Μολύκρειον, αποικίαν μεν των Κορινθίων, υπήκοον όμως των Αθηναίων, εκυρίευσεν αυτό· Δημοσθένης δε ο Αθηναίος, (ο οποίος έτυχε να ευρίσκεται ακόμη εις τα πέριξ της Ναυπάκτου μετά την εκστρατείαν της Αιτωλίας) προϊδών την εισβολήν του στρατού και φοβηθείς διά την Ναύπακτον μετέβη και έπεισε τους Ακαρνάνας να στείλουν βοήθειαν. Μετά δυσκολίας όμως επέτυχε τούτο ένεκα της αναχωρήσεώς του εκ της Λευκάδος. Εν τούτοις τω έδωκαν χιλίους οπλίτας, τους οποίους επεβίβασεν επί των πλοίων και οι οποίοι εισελθόντες εις την πόλιν έσωσαν αυτήν· διότι, επειδή ήτο μεγάλον το τείχος και ολίγοι οι αμυνόμενοι, υπήρχε φόβος ότι δεν ήθελεν ανθέξει. Ο δε Ευρύλοχος και οι μετ' αυτού, μαθόντες ότι εισήλθεν εις την πόλιν στρατός και ότι ήτο αδύνατον να την κυριεύσουν διά της βίας, ανεχώρησαν όχι εις την Πελοπόννησον, αλλ' εις την Αιολίδα, την σήμερον ονομαζομένην Καλυδώνα και Πλευρώνα, εις τα περίχωρα αυτής και εις το Πρόσχιον της Αιτωλίας. Διότι ελθόντες οι Αμπρακιώται προς αυτούς τους έπεισαν να προσβάλουν από κοινού το Αμφιλοχικόν ’ργος, την επίλοιπον Αμφιλοχίαν και την Ακαρνανίαν, προσθέτοντες ότι, εάν γίνουν κύριοι των χωρών τούτων, όλοι οι ηπειρώται ήθελαν γίνει σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων. Και ο μεν Ευρύλοχος πεισθείς και αποπέμψας τους Αιτωλούς έμεινεν ησυχάζων μετά του στρατού κατά τους τόπους εκείνους, μέχρις ου θα ήρχετο ο καιρός να ενωθή με τους Αμπρακιώτας, οίτινες είχον αναχωρήσει διά να πολιορκήσουν το ’ργος. Και το θέρος ετελείωνε τότε.

103. Κατά τον ακόλουθον δε χειμώνα οι εν τη Σικελία Αθηναίοι ενωθέντες με τους Έλληνας συμμάχους των και με όσους εκ των Σικελών είχαν αφήσει την συμμαχίαν των Συρακουσίων ένεκα της τυραννικής αυτών διοικήσεως και προσέλθουν εις τους Αθηναίους, προσέβαλαν από κοινού την Ίνησσαν, μικράν Σικελικήν πόλιν, της οποίας την ακρόπολιν κατείχον οι Συρακούσιοι· μη δυνηθέντες όμως να την κυριεύσουν ανεχώρησαν. Αλλά κατά την αναχώρησιν εκείνην οι σύμμαχοι, οι οποίοι εβάδιζαν όπισθεν των Αθηναίων, προσεβλήθησαν υπό των Συρακουσίων του φρουρίου, οι οποίοι επετέθησαν κατ' αυτών, έτρεψαν μέρος του στρατού εις φυγήν και εφόνευσαν όχι ολίγους. Μετά το συμβάν τούτο ο Λάχης και οι Αθηναίοι επιχειρήσαντες μερικάς αποβάσεις εις την Λοκρίδα, ενίκησαν πλησίον του Καικίνου ποταμού τριακόσιους Λοκρούς ελθόντας να τους πολεμήσουν μετά του Προξένου και Καπάτωνος και λαβόντες όπλα ανεχώρησαν.

104. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα οι Αθηναίοι εκαθάρισαν την Δήλον υπακούοντες εις ένα χρησμόν. Ήδη ο τύραννος Πεισίστρατος είχε καθαρίσει αυτήν πρότερον, όχι καθ όλην αυτής την έκτασιν, αλλά μόνον κατά το μέρος της νήσου όπου εφαίνετο ο ναός· τότε δε εκαθαρίσθη ολόκληρος κατά τον ακόλουθον τρόπον. Όλοι οι τάφοι όσοι ευρέθησαν εκεί αφηρέθησαν, και εδόθη διαταγή μήτε θάνατος μήτε τοκετός να μη γίνεται εις την νήσον, αλλ' οι ψυχορραγούντες και αι ετοιμόγεννοι γυναίκες να μεταφέρονται εις την Ρήνειαν. Τόσον ολίγον δε απέχει η Ρήνεια από της Δήλου, ώστε ο τύραννος των Σαμίων Πολυκράτης, ο οποίος επί τινα χρόνον είχεν ισχυρόν ναυτικόν και υπέταξεν υπό την κυριαρχίαν του τας άλλας νήσους, κυριεύσας την Ρήνειαν την ανέθηκεν εις τον Δήλιον Απόλλωνα δέσας αυτήν δι' αλύσεως μετά της Δήλου. Και τότε κατά πρώτον μετά την κάθαρσιν εώρτασαν οι Αθηναίοι τα ανά πάσαν πενταετίαν τελούμενα Δήλια. ’λλοτε, εις απωτάτην εποχήν, εγίνετο εις Δήλον μεγάλη συρροή Ιώνων και γειτόνων νησιωτών, οι οποίοι μετέβαινον μετά γυναικών και τέκνων, καθώς σήμερον μεταβαίνουν οι Ίωνες εις τα Εφέσια. Εγίνετο δε εκεί αγών γυμνικός και μουσικός, και αι πόλεις έστελλαν εκεί χορούς (θρησκευτικάς συνοδείας). Τούτο μαρτυρεί και ο Όμηρος εις τους ακολούθους στίχους του ύμνου προς τον Απόλλωνα·

«Αλλ', ω Φοίβε, εις την Δήλον προ πάντων ευχαριστήθη, η ψυχή σου Εκεί προς τιμήν σου συναθροίζονται οι μακροχίτωνες Ίωνες με τα τέκνα και τας συζύγους των εις την πανήγυρίν σου.

Εκεί, διά του χορού και διά του άσματος, σε τέρπουν ψάλλοντές σε, όταν κατέρχωνται εις αγώνας.

Ότι δε υπήρχε και αγών μουσικής και ήρχοντο όπως αγωνισθούν εις τα τοιαύτα, τούτο το μαρτυρεί διά των άλλων στίχων του αυτού ύμνου. Διότι υμνήσας τον Δηλιακόν χορόν των γυναικών τελειώνει τον έπαινον διά των εξής επών, εις τα οποία αναφέρει και τον εαυτόν του·

«Αλλ' ας είναι εις ημάς ίλεοι ο Απόλλων και η ’ρτεμις· σεις δε πάσαι, χαίρετε. Εμέ δε και κατόπιν ενθυμηθήτε, όταν βραδύτερον κανείς ξένος έλθη ενταύθα ταλαιπωρημένος και σας ερωτήση : Ω κόραι, ποίος εξ όλων των αοιδών είναι μάλλον ευάρεστος εις σας αφ' όσους έρχονται εδώ κ' ευχαριστείσθε απ'αυτόν περισσότερον;

Σεις δε πρόθυμοι όλαι αποκριθήτε επαινετικά: Ο τυφλός, ο κατοικών εις την πετρώδη νήσον της Χίου».

Ιδού λοιπόν πώς ο Όμηρος, υπέδειξεν ότι άλλοτε εγίνετο μεγάλη συρροή και εορτή εις την Δήλον· ύστερον δε τους μεν χορούς και τα αναθήματα εξηκολούθουν να στέλλουν οι νησιώται και οι Αθηναίοι, οι αγώνες όμως και τα άλλα κατελύθησαν, πιθανώς υπό των συμφορών, μέχρι της στιγμής κατά την οποίαν οι Αθηναίοι αποκατέστησαν αυτούς πάλιν προσθέσαντες και ιπποδρομίας, αι οποίαι δεν υπήρχον πρότερον.

105. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα οι Αμπρακιώται, συμφώνως με την υπόσχεσιν, την οποίαν είχον δώσει εις τον Ευρύλοχον διά να κρατήση τον στρατόν του, εξεστράτευσαν κατά του Αμφιλοχικού ’ργους μετά τρισχιλίιων οπλιτών και εισβαλόντες εις την Αργείαν κατέλαβον τας Όλπας, τείχος ισχυρόν επί λόφου πλησίον της θαλάσσης, το οποίον κτίσαντες άλλοτε οι Ακαρνάνες μετεχειρίζοντο ως κοινόν δικαστήριον· απέχει δε τούτο εικοσιπέντε σταδίους από της πόλεως των Αργείων, η οποία είναι παραθαλασσία. Εκ των Ακαρνάνων μέρος μεν έσπευσε προς βοήθειαν του ’ργους, μέρος δε εστρατοπέδευσεν εις χωρίον τι της Αμφιλοχίας, το οποίον ονομάζεται Κρήναι, όπως εμποδίσουν την ένωσιν των Αμπρακιωτών μετά του Ευρυλόχου και των Πελοποννησίων. Έστειλαν επίσης να προσφέρουν την αρχηγίαν εις τον Δημοσθένην, ο οποίος υπήρξε στρατηγός των Αθηναίων εις την Αιτωλίαν, και ειδοποίησαν τα είκοσι πλοία των Αθηναίων, τα οποία ευρίσκοντο περί την Πελοπόννησον και τα οποία εκυβερνώντο από τον Ιεροφώντα του Αντιμνήστου. Απέστειλαν δε και οι περί τας Όλπας Αμπρακιώται άγγελον εις την Αμπρακίαν, διά να ζητήσουν πολλήν συνδρομήν. Εφοβούντο μήπως οι μετά του Ευρυλόχου δεν δυνηθούν να διέλθουν διά των Ακαρνάνων και αναγκασθούν να πολεμήσουν μόνοι των ή να κινδυνεύσουν, εάν επεχείρουν υποχώρησιν.

106. Οι μεν λοιπόν μετά του Ευρυλόχου Πελοποννήσιοι, άμα έμαθαν την άφιξιν των Αμπρακιωτών εις τας Όλπας, ανεχώρησαν εκ του Προσχίου και έσπευσαν να τους συναντήσουν. Και διαβάντες τον Αχελώον επροχώρουν κατά της Ακαρνανίας, η οποία είχε μείνει έρημος ένεκα της συγκεντρώσεως των κατοίκων της εις το ’ργος, εν δεξιά μεν έχοντες την πόλιν των Στρατιών και την φρουράν αυτών, εν αριστερά δε την άλλην Ακαρνανίαν. Διελθόντες την χώραν των Στρατιών επροχώρουν διά της Φυτίας, έπειτα διά των έσχατων του Μεδεώνος και διά της Λιμναίας· εισήλθον δε εις την χώραν των Αγραίων, η οποία δεν ανήκεν ακόμη εις την Ακαρνανίαν, αλλ' ήτο χώρα φιλική. Φθάσαντες εις το όρος Θύαμον, το οποίον είναι άγριον, επροχώρουν δι' αυτού και κατέβησαν εις την Αργείαν, ενώ είχεν επέλθει ήδη νυξ, και διελθόντες απαρατήρητοι μεταξύ της πόλεως των Αργείων και της φρουράς των εν ταις Κρήναις Ακαρνάνων, ηνώθησαν μετά των εν ταις Όλπαις Ακαρνάνων.

107. Ενωθέντες δ' ούτω εσταμάτησαν άμα τη ημέρα πλησίον της ονομαζομένης Μητροπόλεως, όπου και εστραποπέδευσαν. Οι δε Αθηναίοι ολίγον μετά ταύτα ήλθον και μετά των είκοσι πλοίων εις τον Αμπρακικόν κόλπον, διά να βοηθήσουν τους Αργείους. Ήλθεν ωσαύτως και ο Δημοσθένης οδηγών διακοσίους οπλίτας Μεσσηνίους και εξήκοντα τοξότας Αθηναίους. Και τα μεν πλοία ηγκυροβόλησαν ενώπιον του λόφου τον οποίον κατείχον αι Όλπαι· οι δε Ακαρνάνες και ολίγοι Αμφίλοχοι (επειδή οι περισσότεροι εκρατούντο διά της βίας υπό των Αμπρακιωτών) συνελθόντες ήδη εις το ’ργος ητοιμάζοντο να πολεμήσουν τους εναντίους και εξέλεξαν ηγεμόνα όλου του συμμαχικού στρατού τον Δημοσθένην συνεργούντων και των ιδίων αυτών στρατηγών. Ούτος δε προσαγαγών τον στρατόν πλησίον της Όλπης εστρατοπέδευσεν εκεί· βαθεία δε χαράδρα εχώριζε τους δύο στρατούς. Και επί πέντε μεν ημέρας ησύχαζον, κατά δε την έκτην παρετάχθησαν αμφότεροι προς μάχην. Επειδή δε ο στρατός των Πελοποννησίων ήτον ισχυρότερος και κατείχε μέγα διάστημα, φοβηθείς ο Δημοσθένης μήπως κυκλωθή, έθεσεν ενέδραν εις οδόν τινα κοίλην και λοχμώδη οπλίτας και ψιλούς τετρακοσίους εν άλω, ίνα κατά την συμπλοκήν εγερθούν και προσβάλουν κατά νώτον τον εχθρόν προς το μέρος όπου ούτος ήθελεν είσθαι υπέρτερος κατά τον αριθμόν. Αφού δ' αμφότεροι ητοιμάσθησαν, ήλθον εις χείρας, και ο μεν Δημοσθένης κατείχε το δεξιόν κέρας μετά των Μεσσηνίων και ολίγων Αθηναίων, το δε άλλο, παραταγμένον εις σώματα ωρισμένα, κατείχον οι Ακαρνάνες μετά των ακοντιστών Αμφιλόχων, οίτινες ήσαν παρόντες εις την μάχην. Οι δε Πελοποννήσιοι και οι Αμπρακιώται ήσαν παραταγμένοι ανάμικτοι, πλην των Μαντινέων, οι οποίοι ήσαν συνηθροισμένοι προς το αριστερόν κέρας, αλλ' όχι εις την άκραν, την οποίαν κατείχεν ο Ευρύλοχος και οι μετ' αυτού, οι οποίοι ήσαν απέναντι των Μεσσηνίων και του Δημοσθένους.

108. Ήδη η συμπλοκή έγινε και το κέρας των Πελοποννησίων, υπέρτερον κατά τον αριθμόν, περιεκύκλωνε το δεξιόν των εναντίων, ότε οι εκ της ενέδρας Ακαρνάνες επιπεσόντες κατ' αυτού το προσέβαλον εκ των όπισθεν και το έτρεψαν εις φυγήν, ούτως ώστε μη δυνηθέν να υπομείνη την προσβολήν και κυριευθέν υπό φόβου παρέσυρεν εν τη φυγή του και το πλείστον μέρος του στρατεύματος· διότι, άμα είδον οι Πελοποννήσιοι καταστρεφόμενον το υπό τον Ευρύλοχον σώμα, το οποίον ήτο και το ισχυρότερον όλων, εφοβήθησαν πολύ περισσότερον. Οι Μεσσήνιοι, οίτινες ευρίσκοντο εις το μέρος τούτο, διεξήγαγον το πλείστον του έργου· οι δε Αμπρακιώται και οι κατά το δεξιόν κέρας ενίκων εις το μέρος των και εδίωξαν τον εχθρόν προς το ’ργος, διότι είναι οι μαχιμώτατοι των περί τα μέρη εκείνα κατοικούντων. Αλλ' ότε κατά την επιστροφήν των είδον την ήτταν του πλειοτέρου στρατού, πιεζόμενοι και αυτοί πολύ υπό των άλλων Ακαρνάνων, μόλις εσώθησαν εις τας Όλπας. Πλείστοι όμως αυτών εφονεύθησαν, άτακτα και συγκεχυμένα πίπτοντες εις το μέσον του εχθρού. Μόνοι οι Μαντινείς υπεχώρησαν εις καλήν τάξιν μετά του υπολοίπου στρατού. Και η μεν μάχη ετελείωσε περί την εσπέραν.

109. Την άλλην ημέραν δε ο Μενεδάϊος, ο οποίος παρέλαβε την στρατηγίαν μετά τον θάνατον του Ευρυλόχου και του Μακαρίου, απορών πώς, ύστερον από τοιαύτην ήτταν, θα υπομείνη την πολιορκίαν ευρισκόμενος αποκλεισμένος διά ξηράς και διά θαλάσσης από τα Αττικά πλοία, ή πώς θα σωθή, εάν υπεχώρει, στέλλει προς τον Δημοσθένην και τους στρατηγούς των Ακαρνάνων μήνυμα περί σπονδών και αναχωρήσεως και παραλαβής των νεκρών. Ούτοι δε συνήνεσαν εις την τελευταίαν αυτήν αίτησιν, έστησαν τρόπαιον και εσύναξαν τους νεκρούς των, τριακοσίους τον αριθμόν· αλλά δεν επέτρεψαν φανεράν αναχώρησιν εις όλους· μόνον ο Δημοσθένης, με την συγκατάθεσιν των συστρατήγων Ακαρνάνων, επέτρεψε κρυφίως εις τους Μαντινείς, εις τον Μενεδάϊον, εις τους άλλους στρατηγούς των Πελοποννησίων και εις τους επισημοτέρους του στρατού να αποχωρήσουν ταχέως, θέλων να απομονώση τους Αμπρακιώτας και το πλήθος των μισθωτών ξένων και να κατορθώση να εκπέσουν εις την υπόληψιν των Ελλήνων των χωρών εκείνων οι Λακεδαιμόνιοι και οι Πελοποννήσιοι παριστών αυτούς ως προδότας προτιμήσαντας μάλλον την ιδικήν των σωτηρίαν. Και οι μεν Πελοποννήσιοι συνάζοντες τους νεκρούς τους έθαπτον ταχέως και όπως ηδύναντο, και εκείνοι, εις τους οποίους είχε δοθή η άδεια να αποχωρήσουν επερίμεναν την κατάλληλον στιγμήν, διά να εκτελέσουν τούτο κρυφά.

110. Εις δε τον Δημοσθένην και τους Ακαρνάνας αγγέλλεται ότι οι Αμπρακιώται της πόλεως, εις την πρώτην εκ των Ολπών αγγελίαν, ήρχοντο προς βοήθειαν πάντες ομού, διά της χώρας των Αμφιλόχων, έχοντες σκοπόν να ενωθούν μετά των ευρισκομένων εις τας Όλπας και χωρίς να ηξεύρουν τίποτε εκ των εκεί συμβάντων. Ευθύς λοιπόν ο Δημοσθένης στέλλει μέρος του στρατού, διά να στήση εκ των προτέρων ενέδρας εις τας οδούς και καταλάβη τας οχυράς θέσεις. Μετά του επιλοίπου δε στρατού παρεσκευάζετο να σπεύση κατ' αυτών.

111. Εν τούτοις οι Μαντινείς και εκείνοι προς τους οποίους εσυνθηκολόγησεν εξελθόντες με την πρόφασιν να συλλέξουν λάχανα, και φρύγανα ανεχώρησαν ολίγον κατ' ολίγον, συλλέγοντες εκείνα διά τα οποία δήθεν εξήλθον· ότε δε έφθασαν πέραν της Όλπης, έσπευσαν την πορείαν των. Οι δε Αμπρακιώται και οι άλλοι οίτινες έμενον συναθροισμένοι, εννοήσαντες την αναχώρησίν των, ώρμησαν και αυτοί και ήρχισαν να τρέχουν θέλοντες να τους φθάσουν. Οι Ακαρνάνες ενόμισαν κατ' αρχάς ότι όλοι ανεχώρουν άνευ συνθήκης, και διά τούτο ήρχισαν να καταδιώκουν τους Πελοποννησίους· και μάλιστα στρατηγούς τινας οίτινες ανθίσταντο εις την καταδίωξιν και έλεγαν ότι υπήρχε σύμβασις είς στρατιώτης Ακαρνάν τους εκτύπησε διά του ακοντίου του νομίζων αυτούς προδότας· επί τέλους όμως τους μεν Μαντινείς και Πελοποννησίους αφήκαν να περάσουν, τους δε Αμπρακιώτας εφόνευσαν. Πολλή δε φιλονεικία επεκράτησε και άγνοια περί του ποίος ήτον Αμπρακιώτης και ποίος Πελοποννήσιος. Και διακόσιοι μεν περίπου εξ αυτών εφονεύθησαν, οι δε άλλοι κατέφυγαν εις την Αγραΐδα, η οποία ήτο γειτονική, όπου ο βασιλεύς των Αγραίων Σαλύνθιος, φίλος ων, υπεδέξατο αυτούς.

112. Οι δε εκ της πόλεως Αμπρακιώται φθάνουν εις την Ιδομένην· είναι δε η Ιδομένη δύο λόφοι υψηλοί. Ήτο ήδη νυξ ότε οι προαποσταλέντες υπό του Δημοσθένους στρατιώται προκατέλαβον τους Αμπρακιώτας και έφθασαν απαρατήρητοι εις τον μεγαλύτερον εξ αυτών· οι Αμπρακιώται, οι οποίοι είχον επίσης αναβή επί του μικροτέρου, διενυκτέρευσαν εκεί. Ο δε Δημοσθένης δειπνήσας επροχώρει μετά του επίλοιπου στρατεύματος άμα τη εσπέρα. Και αυτός μεν μετά του ημίσεος στρατού ήλθεν εις το στενόν, το δε άλλο ήμισυ διηυθύνετο διά των Αμφιλοχικών ορέων. ’μα τω όρθρω επιπίπτει κατά των Αμπρακιωτών, οι οποίοι ακόμη εκοιμώντο και δεν είχον εννοήσει τα γενόμενα νομίσαντες ότι οι επερχόμενοι ήσαν φίλοι· διότι επίτηδες ο Δημοσθένης προέταξε πρώτους τους Μεσσηνίους και προσέταξε να προσαγορεύουν τον εχθρόν λαλούντες την Δωρικήν γλώσσαν και να εμπνεύσουν εμπιστοσύνην εις τους προφύλακας· άλλως δε ήτο ακόμη νυξ και δεν ηδύναντο να αναγνωρισθούν. ’μα λοιπόν επέπεσε κατά του στρατεύματος των Αμπρακιωτών, το έφερεν εις αταξίαν και τους μεν περισσοτέρους αυτών εφόνευσαν, οι δε λοιποί έφυγαν ταχέως προς τα όρη. Αλλ' επειδή αι οδοί ήσαν από πριν κατειλημμέναι και συγχρόνως οι Αμφίλοχοι εγνώριζον την ιδικήν των χώραν και ήσαν ψιλοί εναντίον οπλιτών, ενώ ούτοι αγνοούντες τας διόδους δεν ήξευραν προς ποίον μέρος να διευθυνθούν, έπιπτον εις χαράδρας και τας προητοιμασμένας ενέδρας και κατεστρέφοντο. Έφευγον δε προς πάσας τας διευθύνσεις και μερικοί ετράπησαν προς την θάλασσαν, ήτις δεν απείχε πολύ, και άμα είδον τα Αττικά πλοία, τα οποία παρέπλεον κατά την ώραν, πού έγινεν η τροπή, διηυθύνθησαν προς αυτά κολυμβώντες, προτιμώντες εις τον τρόμον των να απολεσθούν διά της χειρός των εν τοις πλοίοις, εάν ήτο ανάγκη, παρά διά της χειρός των βαρβάρων και εχθίστων Αμφιλόχων. Οι μεν Αμπρακιώται λοιπόν τοιαύτην δεινήν ήτταν παθόντες εσώθησαν εις την πόλιν ολίγοι από πολλών· οι δε Ακαρνάνες σκυλεύσαντες τους νεκρούς και στήσαντες τρόπαια επέστρεψαν εις το ’ργος.

113. Την δ'επιούσαν ήλθε προς αυτούς κήρυξ εκ μέρους των Αμπρακιωτών, οίτινες εκ της Όλπης είχον καταφύγει εις τους Αγραίους, διά να ζητήση τα σώματα των ανδρών όσοι εφονεύθησαν μετά την πρώτην μάχην, ότε μετά των Μαντινέων και εκείνων πού εσυνθηκολόγησαν με σπονδάς εξήλθον άσπονδοι. Ιδών δε ο κήρυξ τα όπλα των εκ της πόλεως Αμπρακιωτών εθαύμαζε το πλήθος αυτών, διότι δεν εγνώριζε το πάθημα, αλλ' ενόμιζεν ότι ήσαν των συμπολιτών του. Ερωτηθείς δε υπό τινος διατί θαυμάζει και πόσοι εξ αυτών είχον φονευθή (ενόμιζε δε ο ερωτών ότι ο κήρυξ απετέλει μέρος των εν ταις Ιδομεναίς), ο κήρυξ απεκρίθη ότι εφονεύθησαν έως διακόσιοι. Απαντήσας δε ο ερωτών είπεν· « αλλ' αυτά τα όπλα δεν είναι διακοσίων ανδρών αλλά πλέον των χιλίων». Απεκρίθη πάλιν ο κήρυξ· «δεν είναι λοιπόν των ανδρών οίτινες εμάχοντο μεθ' ημών; »· ο συνομιλών είπε « ναι, εάν σεις επολεμήσατε χθες εν Ιδομένη»· «αλλ' ημείς δεν επολεμήσαμεν χθες με κανένα, αλλά προχθές εις την υποχώρησιν»· «και ημείς επολεμήσαμεν χθες προς αυτούς εξελθόντας εκ της πόλεως των Αμπρακιωτών, διά να βοηθήσουν τους συμπατριώτας των». ’μα ήκουσε ταύτα ο κήρυξ και ενόησεν ότι η πεμφθείσα εκ της πόλεως βοήθεια είχε καταστραφή, στενάξας βαθέως και καταπλαγείς διά το μέγεθος της καταστροφής, ανεχώρησεν αμέσως άπρακτος χωρίς να ζητήση πλέον τους νεκρούς. Η καταστροφή δε αύτη υπήρξεν η μεγίστη αφ' όσας υπέστη ελληνική πόλις εντός τόσον ολίγων ημερών κατά τον παρόντα πόλεμον. Δεν ανέφερα δε τον αριθμόν των αποθανόντων, διότι λέγεται ότι εχάθη απίστευτον πλήθος σχετικώς με το μέγεθος της πόλεως· ηξεύρω όμως ότι, εάν οι Ακαρνάνες και οι Αμφίλοχοι ήθελαν να καταλάβουν την Αμπρακίαν, πειθόμενοι εις τους Αθηναίους και τον Δημοσθένην, θα ηδύναντο ευκολώτατα να πράξουν τούτο· αλλ' εφοβήθησαν μήπως οι Αθηναίοι, έχοντες αυτήν, κατασταθούν γείτονες επίφοβοι.

114. Μετά ταύτα δώσαντες το τρίτον μέρος των σκύλων εις τους Αθηναίους διένειμαν τα άλλα μεταξύ των συμμάχων πόλεων. Και τα μεν εις τους Αθηναίους δοθέντα εκυριεύθησαν εις την θάλασσαν, αι δε τριακόσιαι πανοπλίαι, αίτινες φαίνονται σήμερον εις τους ναούς της Αττικής, εδόθησαν ιδιαιτέρως εις τον Δημοσθένην, ο οποίος τας έφερε διά θαλάσσης εις την πατρίδα του· η νίκη δε αύτη μετά την της Αιτωλίας συμφοράν κατέστησεν εις αυτόν την εις Αθήνας κάθοδον ολιγώτερον επικίνδυνον. Απήλθον δε εις την Ναύπακτον και οι ευρισκόμενοι εντός των είκοσι πλοίων Αθηναίοι. Μετά την αναχώρησιν αυτών και του Δημοσθένους οι Ακαρνάνες και οι Αμφίλοχοι συνωμολόγησαν μετά των Αμπρακιωτών και των Πελοποννησίων, οίτινες είχον καταφύγει πρώτον μεν εις τον βασιλέα των Αγραίων Σαλύνθιον, έπειτα δε εις τους Οινιάδας, συνθήκην, ήτις επέτρεψεν εις αυτούς να εγκαταλείψουν το άσυλον εκείνο. Κατόπιν οι Ακαρνάνες και οι Αμφίλοχοι έκαμον συνθήκας και εκατονταετή συμμαχίαν μετά των Αμπρακιωτών υπό τους ακολούθους όρους. Μήτε οι Αμπρακιώται ηνωμένοι μετά των Ακαρνάνων να πολεμήσουν τους Πελοποννησίους, μήτε οι Ακαρνάνες μετά των Αμπρακιωτών τους Αθηναίους, αλλά να βοηθούν αμοιβαίως τας ιδικάς των χώρας, να αποδώσουν οι Αμπρακιώται όσα χωρία και όσους ομήρους των Αμφιλόχων κατεκράτουν και να μη στείλουν βοήθειαν εις το Ανακτόριον, πόλιν πολεμίαν των Ακαρνάνων. Ταύτα συνομολογήσαντες έπαυσαν τον πόλεμον. Μετά δε ταύτα οι Κορίνθιοι έστειλαν εις την Αμπρακίαν φρουράν εκ τριακοσίων οπλιτών υπό τον στρατηγόν Ξενοκλείδαν τον Ευθυκλέους, οίτινες μετέβησαν διά ξηράς και έφθασαν μετά πολλάς ταλαιπωρίας. Και τα μεν συμβάντα της Αμπρακίας τοιαύτα ήσαν.

115. Οι δε εν τη Σικελία Ελληνες έκαμον κατά τον αυτόν χειμώνα απόβασιν εις την Ιμεραίαν, ενώ οι Σικελοί εισέβαλον εκ του εσωτερικού εις τα όρια της Ιμεραίας. Έπλευσαν επίσης και κατά των νήσων του Αιόλου. Επιστρέψαντες εις Ρήγιον εύρον εκεί τον Πυθόδωρον τον Ισολάχου, στρατηγόν των Αθηναίων, ελθόντα να διαδεχθή τον Λάχητα εις την διοίκησιν του στόλου. Τούτο δε, διότι οι εν Σικελία σύμμαχοι ήλθον προς τους Αθηναίους και τους έπεισαν να πέμψουν βοήθειαν εκ περισσοτέρων πλοίων· διότι οι Συρακούσιοι, κύριοι όντες της ξηράς και αγανακτούντες διότι ημποδίζοντο κατά θάλασσαν υπό ολίγων πλοίων, συνήθροιζον το ναυτικόν και ητοιμάζοντο να μη ανεχθούν επί πλέον την ύβριν ταύτην. Οι Αθηναίοι λοιπόν εξώπλισαν τεσσαράκοντα πλοία, διά να τα αποστείλουν εις τους συμμάχους των, συνάμα μεν νομίζοντες ότι τοιουτοτρόπως ήθελε τελειώσει ταχύτερον ο εκεί πόλεμος, συνάμα δε θέλοντες να εκτελέσουν ναυτικάς ασκήσεις. Είς εκ των τριών στρατηγών εστάλη πρώτος μετά τινων πλοίων, κατόπιν δε έμελλον να αποσταλούν ο Σοφοκλής Σωστρατίδου και ο Ευρυμέδων Θουκλέους μετά των περισσοτέρων πλοίων. Ο δε Πυθόδωρος παραλαβών από τον Λάχητα την διοίκησιν των πλοίων έπλευσε κατά τα τέλη του χειμώνος εναντίον του φρουρίου των Λοκρών, το οποίον ο Λάχης είχε κυριεύσει εις προηγουμένην εκστρατείαν. Νικηθείς όμως υπό των Λοκρών ανεχώρησεν.

116. Ότε δ' επλησίαζεν η άνοιξις, ρύαξ πυρός έρρευσεν από την Αίτναν, όπως τούτο είχε συμβή και πρότερον, και κατέστρεψε μέρος της χώρας των Καταναίων, οι οποίοι κατοικούν εις τους πρόποδας του όρους Αίτνης, ήτις είναι το μέγιστον των εν Σικελία ορέων. Λέγουν δε ότι η δευτέρα αύτη έκρηξις έγινε πεντήκοντα έτη μετά την πρώτην, και ότι εν συνόλω συνέβησαν τρεις εκρήξεις αφ' ότου η Σικελία κατοικείται υπό Ελλήνων. Ταύτα ήσαν τα συμβάντα του χειμώνος τούτου, μετά του οποίου ετελείωσε και το έκτον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.

ΒΙΒΛΙΟΝ Δ'.

ΘΟYΚΥΔΙΔΟΥ

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΝ Δ'.

1. Κατά το ακόλουθον θέρος, ότε ήρχισε να σχηματίζη στάχυς ο σίτος, δέκα πλοία των Συρακουσίων και άλλα τόσα των Λοκρών μετέβησαν επί τη προσκλήσει των κατοίκων εις Μεσσήνην της Σικελίας και κατέλαβαν αυτήν, αποσπασθείσαν τοιουτοτρόπως από της συμμαχίας των Αθηναίων. Έπραξαν δε τούτο οι Συρακούσιοι προ πάντων διότι έβλεπον ότι η θέσις εκείνη καθίστα εύκολον την προσβολήν της Σικελίας και διότι εφοβούντο μήπως οι Αθηναίοι εξ αυτής αφορμώμενοί ποτε επέλθουν κατ' αυτών μετά μεγαλυτέρας δυνάμεως. Το αίτιον δε των Λοκρών ήτο το μίσος των κατά των Ρηγίνων, τους οποίους ήθελαν να καταπολεμήσουν και από τα δύο μέρη. Εισέβαλαν λοιπόν οι Λοκροί εις την χώραν των Ρηγίνων με όλον τον στρατόν αυτών, διά να τους εμποδίσουν να στείλουν βοήθειαν εις τους Μεσσηνίους και συγχρόνως επειδή τους παρεκίνουν οι φυγάδες του Ρηγίου, οι οποίοι ήσαν πλησίον των διότι οι Ρηγίνοι προ πολλού εστασίαζαν και ήτον αδύνατον τότε να αποκρούσουν τους Λοκρούς, οι οποίοι ένεκα τούτου επέμεναν να επιτεθούν. Και οι μεν Λοκροί λεηλατήσαντες την χώραν απεσύρθησαν μετά του πεζικού, τα δε πλοία έμειναν φυλάττοντα την Μεσσήνην και τα άλλα πλοία, όσα ητοιμάζοντο, έμελλον να προσορμισθούν εκεί, διά να εξακολουθήσουν τον πόλεμον.

2. Περί την αυτήν εποχήν, κατά το έαρ, και πριν ωριμάση ο σίτος, οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι εισέβαλαν εις την Αττικήν· ήτο δε στρατηγός ’γις ο Αρχιδάμου, βασιλεύς των Λακεδαιμονίων· και στρατοπεδεύσαντες ελεηλάτουν την χώραν. Οι δε Αθηναίοι και τα τεσσαράκοντα πλοία απέστειλαν εις Σικελίαν άμα παρεσκευάσθησαν, και τους υπολοίπους δύο στρατηγούς, τον Ευρυμέδοντα και τον Σοφοκλέα· διότι ο τρίτος αυτών, ο Πυθόδωρος, είχεν ήδη φθάσει πρότερον εις Σικελίαν. Είπον δε εις αυτούς να προστατεύσουν συνάμα τους εν τη πόλει Κερκυραίους, οι οποίοι εληστεύοντο υπό των ευρισκομένων εις το όρος φυγάδων, προς βοήθειαν των οποίων είχον έλθει εξήκοντα πλοία των Πελοποννησίων και, επειδή η πόλις έπασχε μεγάλως από πείναν, ήλπιζαν ότι ευκόλως ήθελον καταστή κύριοι αυτής. Ο δε Δημοσθένης, μένων ιδιώτης μετά την εξ Ακαρνανίας επιστροφήν, προσεκλήθη υπό των Αθηναίων, κατ' αίτησίν του, να μεταχειρισθή τα πλοία ταύτα, εάν ήθελε, περί την Πελοπόννησον.

3. Φθάσαντες δε εις τα παράλια της Λακωνικής και μαθόντες ότι τα πλοία των Πελοποννησίων ήσαν ήδη εις Κέρκυραν ο μεν Ευρυμέδων και ο Σοφοκλής έσπευδον να μεταβούν εις Κέρκυραν, ο δε Δημοσθένης εζήτει εξ εναντίας να προσεγγίσουν πρώτον εις την Πύλον, και, αφού πράξουν εκεί όσα έπρεπε, να εξακολουθήσουν έπειτα τον πλουν. Ενώ δε οι άλλοι, στρατηγοί αντέλεγαν εις την γνώμην ταύτην, επήλθε σφοδρά, τρικυμία, η οποία έσπρωξε τα πλοία εις την Πύλον. Ο Δημοσθένης ήρχισε πάλιν να παρακινή επιμόνως, όπως ευθύς οχυρώσουν την πόλιν διά τείχους (λέγων ότι προς τον σκοπόν τούτον είχε συνεκπλεύσει μετ' αυτών), και παρίστα ότι υπήρχεν αφθονία ξύλων και λίθων και ότι η θέσις ήτο φύσει οχυρά και ακατοίκητος καθώς και το πλείστον μέρος των πέριξ· διότι η Πύλος, κειμένη εις την αρχαίαν Μεσσηνίαν απέχει της Σπάρτης, τετρακοσίους σταδίους, καλούν δε αυτήν οι Λακεδαιμόνιοι Κορυφάσιον. Εις ταύτα οι στρατηγοί απεκρίθησαν ότι πολλά έρημα ακρωτήρια υπάρχουν εις την Πελοπόννησον, τα οποία ηδύνατο να καταλάβη, εάν ήθελε να υποβάλη την πόλιν εις μεγάλας δαπάνας. Αλλ' εις τον Δημοσθένην η θέσις αύτη εφαίνετο πολύ μάλλον κατάλληλος παρά κάθε άλλη, καθότι είχε λιμένα, και οι Μεσσήνιοι, συνηθισμένοι όντες προς αυτήν παλαιόθεν και λαλούντες την αυτήν διάλεκτον με τους Λακεδαιμονίους ηδύναντο μεγάλας βλάβας να προξενούν εις τον εχθρόν, ορμώμενοι εκείθεν και συγχρόνως να φυλάττουν αυτήν πιστώς.

4. Επειδή όμως δεν έπειθεν ούτε τους στρατηγούς ούτε ύστερον τους στρατιώτας, ότε ανεκοίνωσε το σχέδιόν του εις τους ταξιάρχας, έμεινεν ήσυχος εμποδιζόμενος υπό των εναντίων ανέμων μέχρις ου ζωηρά επιθυμία κατέλαβε τους στρατιώτας, οι οποίοι έμεναν αργοί, να περιτειχίσουν την θέσιν. Αμέσως λοιπόν ήρχισαν το έργον, μη έχοντες μεν εργαλεία διά το πελέκημα των λίθων, φέροντες όμως τους λίθους τους οποίους εξέλεγαν ένα προς ένα και τακτοποιούντες αυτούς όπως προσηρμόζετο έκαστος· και τον πηλόν, όπου υπήρχεν ανάγκη αυτού, εκόμιζον επί της ράχεώς των εν ελλείψει αγγείων, κύπτοντες διά να τον υποβαστάζουν και συμπλέκοντες όπισθεν τας χείρας διά να μη πίπτη. Και έσπευδαν παντοιοτρόπως να προλάβουν τους Λακεδαιμονίους τειχίζοντες τα μάλλον εύκολα εις έξωθεν επίθεσιν μέρη πριν ούτοι σπεύσουν προς βοήθειαν της θέσεως· διότι το πλείστον μέρος αυτής ήτο φύσει οχυρόν και δεν είχεν ανάγκην τείχους.

5. Οι δε Λακεδαιμόνιοι τότε ετέλουν εορτήν τινα· και, άμα έμαθον την είδησιν ταύτην, δεν ανησύχησαν, νομίζοντες ότι επί τη εμφανίσει των ο εχθρός δεν ήθελε δυνηθή να υπομείνη την επίθεσίν των ή ότι ευκόλως ήθελαν καταλάβει την θέσιν διά της βίας· ημποδίζοντο δε άλλοις, διότι ο στρατός αυτών ήτο ακόμη εις τας Αθήνας. Τειχίσαντες δε οι Αθηναίοι εις έξ ημέρας τα προς την ήπειρον μέρη και όσα άλλα είχαν απόλυτον ανάγκην, αφήκαν προς φύλαξιν της θέσεως τον Δημοσθένην μετά πέντε πλοίων, και με τα επίλοιπα πλοία έσπευσαν να πλεύσουν προς την Κέρκυραν και την Σικελίαν.

6. Οι δε ευρισκόμενοι εις την Αττικήν Πελοποννήσιοι, άμα ήκουσαν ότι κατελήφθη η Πύλος, επέστρεψαν ταχέως εις τα ίδια. Οι Λακεδαιμόνιοι και ο βασιλεύς ’γις εθεώρουν ότι το συμβάν της Πύλου απέβλεπεν εις αυτούς ατομικώς· άλλως δε, επειδή εισέβαλαν πολύ προώρως και ο σίτος δεν είχεν ωριμάσει ακόμη, οι πλείστοι εστερούντο τροφής· επί πλέον επήλθε ψύχος ασύνηθες εις τοιαύτην ώραν του έτους και ο στρατός υπέφερε πολύ. Όλα ταύτα τα αίτια συνετέλεσαν, ώστε να αναχωρήσουν ταχύτερον και να καταστήσουν πολύ ολιγοχρόνιον την εισβολήν εκείνην· διότι μόνον δεκαπέντε ημέρας έμειναν εις την Αττικήν.

7. Κατά τον αυτόν δε χρόνον ο στρατηγός των Αθηναίων Σιμωνίδης, συναθροίσας ολίγους Αθηναίους εκ των φρουρίων και πλήθος συμμάχων εγχωρίων, κατέλαβε διά προδοσίας την Ηιόνα εις τα παράλια της Θράκης, αποικίαν των Μενδαίων και εχθράν των Αθηναίων. Αλλά, επειδή έτρεξαν ταχέως οι Χαλκιδείς και οι Βοττιαίοι προς βοήθειαν, απεκρούσθη και έχασε πολλούς των στρατιωτών.

8. Μόλις επέστρεψαν οι Πελοποννήσιοι εκ της Αττικής, οι μεν Σπαρτιάται και οι πλησιέστεροι περίοικοι έσπευσαν προς βοήθειαν της Πύλου, οι δε άλλοι Λακεδαιμόνιοι, μόλις φθάσαντες από άλλην εκστρατείαν, εκίνησαν πολύ αργότερα. Παρήγγειλαν δε εις την Πελοπόννησον να πέμψη όσον τάχιστα βοηθείας εις την Πύλον και προσεκάλεσαν επίσης να έλθουν και τα εν Κερκύρα εξήκοντα πλοία των, τα οποία μεταφερθέντα άνωθεν του ισθμού της Λευκάδος έφθασαν εις την Πύλον χωρίς να παρατηρηθούν υπό των εν Ζακύνθω αττικών πλοίων· είχε δε προσέλθη ήδη και ο πεζός στρατός. Ο δε Δημοσθένης ενώ επλησίαζεν ο πελοποννησιακός στόλος, εξαπέστειλεν εις Ζάκυνθον δύο πλοία, διά να μηνύση εις τον Ευρυμέδοντα και τους ευρισκομένους εις τα πλοία Αθηναίους να σπεύσουν, διότι εκινδύνευεν η Πύλος. Και τα μεν πλοία ανεχώρησαν ταχέως εκ της Ζακύνθου, κατά την παραγγελίαν του Δημοσθένους· οι δε Λακεδαιμόνιοι παρεσκευάζοντο να προσβάλουν το τείχος κατά γην και κατά θάλασσαν, νομίζοντες ότι ευκόλως θα εκυρίευαν κτίριον το οποίον κατεσκευάσθη βιαστικά και εφυλάσσετο από ολίγους ανθρώπους. Περιμένοντες από στιγμής εις στιγμήν προστρέχοντα εις βοήθειαν τα πλοία των Αθηναίων είχον κατά νουν, εάν δεν κατώρθουν να κυριεύσουν πρότερον την θέσιν, να κλείσουν όλας τας εισόδους του λιμένος, όπως μη δυνηθούν να προσορμισθούν εις αυτόν οι Αθηναίοι. Η νήσος η σήμερον ονομαζομένη Σφακτηρία, εκτεινομένη κατά μήκος του λιμένος και κειμένη εγγύς, την προφυλάττει από τους ανέμους και δύο μόνον εισόδους αφήνει στενάς· εκ τούτων η πρώτη, απέναντι της Πύλου και των Αθηναϊκών τειχισμάτων, εις δύο μόνον πλοία παρέχει δίοδον η δευτέρα, εις την άλλην άκραν, δύναται να δεχθή οκτώ ή εννέα. Η νήσος αύτη, τότε έρημος, ήτο πολύδενδρος και δεν είχε δρόμους διαβατούς, το δε μήκος αυτής ήτον έως δεκαπέντε στάδιοι. Και τας μεν εισόδους έμελλον να κλείσουν στενώς διά των πλοίων, τα οποία να έχουν εστραμμένην την πρώραν εις την θάλασσαν, εις δε την νήσον, επειδή εφοβούντο μήπως ο εχθρός τους πολεμήση, απ' εκεί, απεβίβασαν οπλίτας και έθεσαν άλλους καθ' όλον το μήκος της ηπείρου. Διά του τρόπου τούτου οι Αθηναίοι ήθελαν εύρει την νήσον κατειλημμένην και ουδέν μέρος κατάλληλον προς απόβασιν επειδή τα έξω της εισόδου και προς το πέλαγος παράλια της Πύλου δεν έχουν λιμένας, οι Αθηναίοι ουδαμού ηδύναντο να αποβιβασθούν, διά να σπεύσουν εις βοήθειαν των στρατιωτών των· και τοιουτοτρόπως οι Πελοποννήσιοι άνευ ναυμαχίας και κινδύνου θα ηδύναντο κατά πάσαν πιθανότητα να εκπολιορκήσουν την θέσιν, η οποία εστερείτο τροφίμων και εφρουρείτο ανεπαρκώς. Αφού δε παρεδέχθησαν τα μέτρα ταύτα, διεβίβασαν εις την νήσον τους οπλίτας κληρώσαντες αυτούς εξ όλων των λόχων. Και είχαν μεν διαβιβασθή πρότερον άλλοι διαδοχικώς, οι τελευταίοι όμως, οίτινες και έμειναν εκεί, ήσαν τετρακόσιοι είκοσι, εκτός των Ειλώτων. Αρχηγός δε αυτών ήτον Επιτάδας ο Μολόβρου.

9. Βλέπων δε ο Δημοσθένης τους Λακεδαιμονίους ετοιμαζομένους να επιτεθούν διά ξηράς και διά θαλάσσης παρεσκευάζετο και αυτός και ανασύρας εις την παραλίαν τα πλοία τα οποία του είχαν αφήσει, παρέταξεν αυτά υπό το τείχισμα και ώπλισε τους ναύτας αυτών με ασπίδας φθαρμένας και κατεσκευασμένας ως επί το πλείστον από λυγαριάν· διότι εις τον έρημον εκείνον τόπον δεν ήτο δυνατόν να εύρουν άλλα όπλα· εκείνα μάλιστα, τα οποία μετεχειρίσθησαν, τα έλαβαν από ένα τριακόντορον πλοίον και ένα ταχύπλουν πειρατικόν των Μεσσηνίων, τα οποία ευρέθησαν εκεί κατά τύχην. Οι Μεσσήνιοι ούτοι παρέσχον τεσσαράκοντα οπλίτας, τους οποίους ο Δημοσθένης ήνωσε μετά των άλλων. Και τους μεν πολλούς των αόπλων και των ωπλισμένων έταξε προς το μέρος της ηπείρου επί όλων των ισχυρών και ασφαλών μερών, διατάξας αυτούς ν' απωθήσουν το πεζικόν, εάν επήρχετο κατ' αυτών· αυτός δε εκλέξας εξ όλων εξήκοντα οπλίτας και ολίγους τοξότας εχώρει έξω του τείχους προς την θάλασσαν, εις το μέρος, όπου υπέθετεν ότι οι εχθροί ήθελαν αποπειραθή ν' αποβιβασθούν· το μέρος εκείνο ήτο μεν δυσπρόσιτον και πετρώδες και προς το πέλαγος στραμμένον, αλλά, επειδή το τείχος εκεί ήτον ασθενέστερον, ενόμισεν ο Δημοσθένης ότι οι εχθροί μετά προθυμίας ήθελαν σπεύσει να αποβιβασθούν· οι δε Αθηναίοι, μη υποθέσαντές ποτε ότι ήτο δυνατόν να νικηθούν κατά θάλασσαν, παρημέλησαν να οχυρώσουν το μέρος εκείνο, εις τρόπον ώστε ο εχθρός, εάν επεχείρει εκεί απόβασιν, είχεν ελπίδα επιτυχίας. Ενταύθα λοιπόν, προχωρήσας προς αυτήν την παραλίαν, παρέταξε τους οπλίτας, όπως εμποδίση, ει δυνατόν, την απόβασιν και τους απηύθυνε την εξής προτροπήν :

10. «Ω άνδρες, οι μετ' εμού συμμεριζόμενοι τον παρόντα κίνδυνον, κανείς ας μη θελήση εις τοιαύτην κρίσιμον στιγμήν να φανή ότι είναι συνετός, ακριβώς υπολογίζων το μέγεθος του κινδύνου πού μας περιστοιχίζει, αλλά μάλλον, πλήρης απερισκέπτου πεποιθήσεως ας ορμήση κατά των εχθρών ελπίζων ότι ούτω μόνον θέλει αναδειχθή νικητής. Απέναντι αναποφεύκτου ανάγκης ουδεμία σκέψις απαιτείται αλλά παράβολος τόλμη. Εγώ δε βλέπω ότι πλείστας ελπίδας έχομεν επιτυχίας, εάν θελήσωμεν να υπομείνωμεν και να μεταχειρισθώμεν τα πλεονεκτήματα ημών χωρίς να φοβηθώμεν το πλήθος των εχθρών. Το δυσπρόσιτον της θέσεως νομίζω ότι αποβαίνει υπέρ ημών. Εάν υπομείνωμεν, θα μας είναι υποβοηθητικόν, εάν δε υποχωρήσωμεν, μολονότι είναι δύσκολα προσιτόν, θέλει κατασταθή ευκολοπρόσιτον εις τους Λακεδαιμονίους, όταν κανείς δεν ευρεθή εκεί, διά να τους αντισταθή· τότε δε θα τους εύρωμεν πολύ φοβερωτέρους, εάν, μη δυναμένους να υποχωρήσουν, θελήσωμεν έπειτα να τους αναγκάσωμεν εις τούτο. Ενόσω ευρίσκονται επί των καταστρωμάτων, εύκολον είναι να τους πολεμήσωμεν, άμα όμως αποβιβασθούν, ο αγών καθίσταται ίσος. Αλλ' ουδέ το πλήθος αυτών είναι επίφοβον· διότι, μολονότι πολύ, μικρόν όμως μέρος αυτού θα πολεμή κάθε φοράν, μη ευρίσκον μάλιστα πού να προσορμισθή. Δεν πρόκειται ενταύθα περί μάχης εις πεδιάδα, ότε, επειδή είναι ίσα όλα τα μέσα, η πλάστιγξ κλίνει υπέρ του αριθμητικώς ανωτέρου, αλλά περί μάχης εκ των πλοίων, και γνωστόν είναι ότι εις την θάλασσαν απαιτείται να συντρέξουν πολλαί και ευνοϊκαί περιστάσεις. Νομίζω λοιπόν ότι τα μειονεκτήματα αυτών ισοφαρίζουν τον μικρόν αριθμόν μας. Ομιλών προς σας, πού είσθε Αθηναίοι, και γνωρίζετε εκ πείρας πόσον δυσχερής είναι η απόβασις, επί παρουσία εχθρού, ο οποίος έχει απόφασιν να υπομείνη και να μη υποχωρήση φοβηθείς τον κρότον των κυμάτων και την ορμητικήν προσέγγισιν των πλοίων, σας προτρέπω να μείνετε σταθεροί εις τους βράχους τούτους και να αμυνθήτε κατά του εχθρού, όπως και τον εαυτόν σας σώσετε και την θέσιν αυτήν ».

11. Μετά την παρότρυνσιν ταύτην του Δημοσθένους οι Αθηναίοι ησθάνθησαν πλειότερον θάρρος, και ακολουθήσαντες αυτόν παρετάχθησαν παρά την θάλασσαν, Οι δε Λακεδαιμόνιοι επροχώρησαν τότε και προσέβαλαν την θέσιν διά του πεζού στρατού και των πλοίων, τα οποία ήσαν τεσσαράκοντα τρία· ήτο δε ναύαρχος αυτών ο Σπαρτιάτης Θρασυμηλίδας ο Κρατησικλέους, όστις και προσέβαλε το μέρος το οποίον είχε προϊδεί ο Δημοσθένης. Και οι μεν Αθηναίοι ημύνοντο αμφοτέρωθεν, και εκ της ξηράς και εκ της θαλάσσης· οι δε Λακεδαιμόνιοι, διαιρέσαντες τον στόλον εις μικράς μοίρας, διότι δεν ηδύναντο να πλησιάσουν πολλοί, προσέβαλλαν και ανεπαύοντο αλληλοδιαδόχως. Οι δε στρατιώται κάθε προθυμίαν κατέβαλλαν παροτρυνόμενοι αμοιβαίως διά ν' απωθήσουν τους Αθηναίους και καταλάβουν την θέσιν, προ πάντων όμως διεκρίθη ο Βρασίδας. Αυτός διοικών έν πλοίον και βλέπων ότι ένεκα του δυσπροσίτου της ακτής οι τριήραρχοι και οι κυβερνήται, φοβούμενοι μήπως συντρίψουν τα πλοία των, εδίσταζον να πλησιάσουν και εις αυτά ακόμη τα μέρη όπου εφαίνετο δυνατή η προσέγγισις, εβόα λέγων ότι δεν έπρεπε, φειδόμενοι ξύλων, να αφήσουν τους εχθρούς να εγείρουν τείχος εις την χώραν των, και παρώτρυνεν όχι μόνον να προσεγγίσουν και να κατασυντρίψουν τα πλοία, αλλά και οι σύμμαχοι να μη διστάσουν κατόπιν τόσων ευεργεσιών, να θυσιάσουν κατά την περίστασιν ταύτην τα πλοία των εις τους Λακεδαιμονίους, εξοκέλλοντες δε και αποβιβαζόμενοι διά παντός τρόπου να νικήσουν τους εχθρούς και να κυριεύσουν την θέσιν.

12. Και ο μεν Βρασίδας τοιουτοτρόπως παρώτρυνε και τους άλλους και τον ιδικόν του κυβερνήτην αναγκάσας να εξοκείλη το πλοίον επροχώρησε προς την αποβάθραν· αλλ' ενώ προσεπάθει να αποβή ανεκόπη υπό των Αθηναίων, και τραυματισθείς εις πολλά μέρη του σώματος ελιποψύχησε· καθ' ην στιγμήν δε έπιπτεν εις τα έμπροσθεν της πρώρας, η ασπίς ωλίσθησεν εις την θάλασσαν και οι Αθηναίοι λαβόντες αυτήν, ριφθείσαν υπό των κυμάτων εις την ξηράν, προσήρτησαν ύστερα εις το τρόπαιον, το οποίον έστησαν προς ανάμνησιν της προσβολής εκείνης. Οι δε άλλοι, με όλας των τας προσπάθειας, δεν ηδυνήθησαν να αποβούν τόσον ένεκα του δυσπροσίτου της θέσεως, όσον και ένεκα της αντιστάσεως των Αθηναίων, οι οποίοι δεν υπεχώρουν.

Αλλόκοτος μεταβολή τύχης! Οι Αθηναίοι κατά ξηράν και εις χώραν Λακωνικήν απέκρουον τους Λακεδαιμονίους επιτιθεμένους διά θαλάσσης, ενώ ούτοι επιβαίνοντες εις πλοία προσεπάθουν να αποβιβασθούν εις ιδίαν χώραν, γενομένην όμως εχθρικήν, και να προσβάλλουν τους Αθηναίους· διότι κατ' εκείνον τον χρόνον, γενική επεκράτει ιδέα ότι οι μεν υπερείχον διά την ηπειρωτικήν τακτικήν, οι δε διά την περί τα ναυτικά τελείαν εμπειρίαν των.

13. Μετά τας προσβολάς τας οποίας έκαμον κατ' εκείνην την ημέραν και μέρος της ακολούθου έπαυσαν την μάχην· κατά την τρίτην δε ημέραν έστειλαν και μερικά πλοία εις Ασίνην, διά να φέρουν ξύλα προς κατασκευήν μηχανών, ελπίζοντες διά των μηχανών τούτων να κυριεύσουν το προς τον λιμένα τείχος, το οποίον ήτο μεν υψηλόν, παρείχεν όμως ευκολίαν προς απόβασιν. Εν τούτω τω μεταξύ φθάνουν τα πεντήκοντα πλοία των Αθηναίων εκ της Ζακύνθου· διότι μετ' αυτών είχαν ενωθή τινα εκ των φρουρούντων την Ναύπακτον και τέσσαρα των Χίων. Ότε δε είδον την ήπειρον και την νήσον πλήρη οπλιτών, και εις τον λιμένα τον εχθρικόν στόλον μη εξερχόμενον, ευρέθησαν εις απορίαν πού να αράξουν· ακολούθως όμως έπλευσαν προς την νήσον Πρώτην, η οποία είναι έρημος και δεν απέχει πολύ, και διενυκτέρευσαν εκεί. Την επιούσαν δ' έπλευσαν εις τανοικτά προπαρασκευασθέντες ως διά ναυμαχίαν, κάμνοντες διπλήν υπόθεσιν, ή ότι ο εχθρός θα εξήρχετο εις το πέλαγος προς συνάντησίν των, ή ότι αυτοί θα εισήρχοντο εις τον λιμένα. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι ούτε εξήλθον εις το πέλαγος, ούτε έκλεισαν τας εισόδους του λιμένος, ως διενοήθησαν αλλ' ησυχάζοντες επί της ξηράς ενησχολούντο να επιβιβάζουν τα στρατεύματα των και να παρασκευάζωνται, εν περιπτώσει προσβολής, να ναυμαχήσουν εντός του λιμένος, ο οποίος δεν ήτο μικρός.

14. Οι δε Αθηναίοι εννοήσαντες τους σκοπούς των επέπεσαν κατ' αυτών δι' αμφοτέρων των εισόδων, και προσβαλόντες τα περισσότερα πλοία, τα οποία προτείναντα την πρώραν απεμακρύνοντο ήδη από της παραλίας, έτρεψαν αυτά εις φυγήν. Καταδιώκοντες δε αυτά, επειδή ο χώρος ήτο μικρός, έβλαψαν πολλά, εκυρίευσαν πέντε, και έν πλοίον πολεμικόν με όλον το πλήρωμα· ώρμησαν δε και κατά των λοιπών, τα οποία είχον καταφύγει εις την ξηράν και κατέστρεψαν εκείνα εις τα οποία, δεν είχον προφθάσει να εισέλθουν τα πληρώματα και να απομακρυνθούν· άλλα πάλιν τα έδεσαν εκ της πρύμνης και τα έσυρον κενά, τραπέντων εις ταχείαν φυγήν των εις αυτά ανδρών. Ταύτα βλέποντες οι Λακεδαιμόνιοι και υπερβολικά στενοχωρούμενοι διά το πάθημα, το οποίον έκλειεν εις την νήσον τους πολεμιστάς των, ηγωνίσθησαν να τους βοηθήσουν και εισερχόμενοι εις την θάλασσαν ένοπλοι ελάμβαναν τα πλοία των και τα έσυρον προς το μέρος, όπου έμεναν. Έκαστος ενόμιζεν ότι θα επήρχετο αποτυχία όπου αυτούς δεν συνήργει ατομικώς. Ηγέρθη λοιπόν θόρυβος μέγας και διαφέρων μόνον ως προς τον τρόπον, διά του οποίου καθείς των μαχομένων επολέμει πέριξ των πλοίων διότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι καταπλαγέντες, αλλά πλήρεις προθυμίας, ουδέν άλλο έπρατταν, ούτως ειπείν, παρά εναυμάχουν επί της ξηράς, οι δε Αθηναίοι, νικώντες και θέλοντες, να παρατείνουν όσον το δυνατόν περισσότερον τα πλεονεκτήματα των, επεζομάχουν επί των πλοίων. Τέλος μετά πολλούς αγώνας και πληγάς εκατέρωθεν εχωρίσθησαν, και οι Λακεδαιμόνιοι διέσωσαν τα κενά των πλοία, εκτός εκείνων, τα οποία είχον κυριευθή εις τας αρχάς. Ότε δε απεσύρθησαν καθείς εις το ίδιον στρατόπεδον, οι μεν Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον, απέδωκαν τους νεκρούς, εσύναξαν τα ναυάγια των πλοίων και ευθύς ήρχισαν να περιπλέουν την νήσον, διά να αποκλείουν φυλάττοντες τους εν αυτή μείναντας Λακεδαιμονίους, οι δε εν τη ηπείρω Πελοποννήσιοι, οι οποίοι πανταχόθεν είχον έλθει ήδη προς βοήθειαν, έμειναν στρατοπεδευμένοι πλησίον της Πύλου.

15. ’μα ηγγέλθησαν εις την Σπάρτην τα γεγονότα της Πύλου, απεφασίσθη, ως αν προέκειτο περί μεγάλης συμφοράς, να καταβούν οι άρχοντες εις το στρατόπεδον, ίνα, εκ του σύνεγγυς βλέποντες τα πράγματα, σκεφθούν αμέσως τι συνέφερε να πράξουν. Οι άρχοντες ανεγνώρισαν μεν το αδύνατον του να συντρέξουν τους πολεμιστάς των, δεν ηθέλησαν όμως να τους αφήσουν να αποθάνουν της πείνης ή να καταβληθούν υπό του πλήθους· έκριναν λοιπόν ότι προτιμότερον ήτο να συνομολογήσουν με τους στρατηγούς των Αθηναίων ανακωχήν μόνον ως προς την Πύλον, εάν συγκατετίθεντο να στείλουν εις τας Αθήνας πρέσβεις προς συμβιβασμόν και να προσπαθήσουν όσον το δυνατόν ταχύτερον να ελευθερώσουν τους πολεμιστάς των.

16. Ότε δε εδέχθησαν οι στρατηγοί την πρότασιν ταύτην, συνωμολογήθη η ανακωχή υπό τους εξής όρους. Οι μεν Λακεδαιμόνιοι να φέρουν εις την Πύλον και να παραδώσουν εις τους Αθηναίους τα πλοία μετά των οποίων είχον ναυμαχήσει καθώς και όλα τα μακρά πλοία όσα ευρίσκοντο εις την Λακωνικήν, και να απέχουν κάθε επιθέσεως εναντίον του τειχίσματος είτε διά ξηράς είτε διά θαλάσσης· οι δε Αθηναίοι να επιτρέπουν εις τους εν τη νήσω αποκλεισμένους άνδρας ωρισμένην ποσότητα σίτου αλεσμένου, ήτοι δύο χοίνικας Αττικάς αλεύρου δι' έκαστον, δύο κοτύλας οίνου και κρέας, εις έκαστον δε υπηρέτην τα μισά εκ τούτων· αι αποστολαί αύται ώφειλον να γίνουν υπό τα όμματα των Αθηναίων και κανέν πλοίον να μη εισπλεύση κρυφά· να φυλάττουν δε και την νήσον οι Αθηναίοι χωρίς όμως να αποβιβασθούν εις αυτήν και να απέχουν κάθε επιθέσεως κατά του Πελοποννησιακού στρατού είτε διά ξηράς είτε διά θαλάσσης. Εις την ελαχίστην δε παραβίασιν, η οποία ήθελε γίνει υπό του ενός ή υπό του άλλου, η ανακωχή διελύετο. Έμελλε δε αύτη να διαρκέση μέχρις ου επανέλθουν εκ των Αθηνών οι πρέσβεις των Λακεδαιμονίων, τους οποίους υπεχρεούντο να αποστείλουν οι Αθηναίοι διά πολεμικού πλοίου και να τους επαναφέρουν. ’μα δε τη επιστροφή των η ανακωχή ήθελε παύσει και οι Αθηναίοι ώφειλαν να παραδώσουν τα πλοία εις την κατάστασιν εις την οποίαν τα είχον παραλάβει. Και η μεν ανακωχή έγινεν υπό τοιούτους όρους και παρεδόθησαν πλοία περί τα εξήκοντα· οι δε πρέσβεις ελθόντες εις τας Αθήνας είπον ταύτα.

17. « Οι Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν ημάς, ω Αθηναίοι, διά να διαπραγματευθώμεν μαζί σας περί των ευρισκομένων εις την νήσον ανδρών και να σας πείσωμεν να πράξετε εκείνο, το οποίον και εις σας θα είναι ωφέλιμον, και εις ημάς αξιοπρεπές εις την παρούσαν ημών συμφοράν. Δεν παραβαίνομεν δε τας συνηθείας μας, εάν σήμερον μακρύνωμεν τον λόγον, διότι το αξίωμά μας είναι να ομιλώμεν ολίγα, όπου δεν χρειάζονται πολλά, και να λέγωμεν πολλά, όταν παρουσιάζεται περίστασις να πράττωμεν το καθήκον μας ερμηνεύοντες διά λόγων μακροτέρων κάθε σπουδαίαν υπόθεσιν. Ακούσατε λοιπόν τους λόγους τούτους όχι ως παρά πολεμίων λεγομένους, μηδέ ως διδασκαλίαν γινομένην προς ασυνέτους, αλλά μάλλον ως υπενθύμισιν διδομένην προς άνδρας συνετούς, όπως σκεφθούν καλώς. Εις την εξουσίαν σας απόκειται το να μεταχειρισθήτε την παρούσαν ευτυχίαν προς το συμφέρον σας διατηρούντες όσα κατέχετε και προσλαμβάνοντες τιμήν και δόξαν. Μη μιμηθήτε τους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι ευτυχήσαντες απροσδοκήτως δεν έχουν πλέον όριον εις την φιλοδοξίαν των. ’νθρωποι, πού καθώς σεις και ημείς εδοκιμάσαμεν πόσον η τύχη είναι ασταθής, έχουν δικαίωμα και καθήκον να δυσπιστούν προς αυτήν.

18. » Διά να πεισθήτε, αρκεί να ρίψετε έν βλέμμα εις τας παρούσας ημών συμφοράς. Ημείς, οι οποίοι απολαύομεν πλείστης υπολήψεως μεταξύ των Ελλήνων, ερχόμεθα να ζητήσωμεν από σας εκείνο, το οποίον προ ολίγου ενομίζαμεν ότι ημείς μάλλον ήμεθα κύριοι να δώσωμεν. Και μόλον τούτο επάθαμεν αυτό ούτε ένεκα στερήσεως δυνάμεως ούτε υπερηφανευθέντες διά την αύξησιν αυτής, αλλ' επειδή, την αυτήν έχοντες πάντοτε δύναμιν, ηπατήθημεν εις τας σκέψεις μας, όπως τούτο δύναται να συμβή εις πάντας. Δεν πρέπει λοιπόν και σεις, ένεκα της δυνάμεως της πόλεώς σας και του μεγέθους των προσφάτων επιτυχιών σας, να πιστεύσετε ότι η ευτυχία θα σας είναι πάντοτε σύντροφος. Φρόνιμοι είναι οι εξασφαλίζοντες τας αμφιβόλους ευτυχίας, οι προς τας συμφοράς συνετώτερον αντέχοντες, και οι γνωρίζοντες ότι δεν δύνανται να μακραίνουν ή να παρατείνουν κατ' αρέσκειαν τον πόλεμον, αλλ' ότι αι περιστάσεις οδηγούν αυτούς· οι δε τοιούτοι εις ολιγώτερα περιπίπτουν σφάλματα, διότι δεν επαίρονται βασιζόμενοι εις την κατά τον πόλεμον επιτυχίαν των και συμβιβάζονται προς τους εχθρούς εις αυτήν την ακμήν της ευτυχίας των. Τούτο είναι έντιμον, ω Αθηναίοι, να πράξετε σήμερον προς ημάς, ίνα μη βραδύτερον αποδοθούν εις την τύχην και αι μέχρι τούδε επιτυχίαι σας, εάν μη πειθόμενοι πράξετε σφάλματα (εις τα οποία πολλά όντα ενδέχεται να περιπέσετε), ενώ δύνασθε να καταλίπετε εις τους μεταγενεστέρους ασφαλή υπόληψιν ανδρείας και ευβουλίας.

19. » Οι δε Λακεδαιμόνιοι σας προσκαλούν να συνθηκολογήσετε και να διαλύσετε τον πόλεμον, προσφέροντες μεν εις σας ειρήνην, συμμαχίαν και κάθε φιλίαν και οικειότητα προς αλλήλους να υπάρχη· αντί τούτων δε ζητούν τους εν τη νήσω άνδρας, νομίζοντες ότι είναι προτιμότερον εις αμφοτέρους ημάς να μη διατρέξωμεν πλέον άλλους κινδύνους είτε διαφύγουν οι άνδρες ούτοι διά της βίας ωφελούμενοι από κάποιαν ευνοϊκήν περίστασιν είτε, στενώς πολιορκηθέντες, περιέλθουν περισσότερον εις την εξουσίαν σας παρ' ό,τι τώρα. Και έχομεν την γνώμην ότι αι μεγαλύτεραι έχθραι διαλύονται βεβαιότερα όχι όταν ανταμυνόμενος κανείς και νικών κατά το πλείστον εις τον πόλεμον αναγκάζη αυτόν δι' όρκων και μη θέλοντα εις συνθήκας αδίκους, αλλ' όταν, δυνάμενος να πράξη τούτο μετ' επιεικείας, και υπερτερών κατά την γενναιότητα την προσδοκίαν του εχθρού, συμβιβάζεται μετ' αυτού με μετρίους όρους. Τότε ο εχθρός ούτος, οφείλων να μη εκδικηθή ως βιασθείς, αλλά ν' αποδώση την ευεργεσίαν, αισχύνεται και εμμένει προθυμότερον εις τας συνθήκας· άλλως οι άνθρωποι δεικνύουν μετριοπάθειαν μάλλον προς τους μεγαλυτέρους εχθρούς των παρά προς εκείνους, μετά των οποίων έχουν μετρίας διενέξεις. Εις εκείνους οι οποίοι έκαμαν θεληματικάς παραχωρήσεις είναι φυσικόν να ενδίδη κανείς με πλειοτέραν ευχαρίστησιν, ενώ προς τους μεγαλαυχούντας ανθίσταται εναντίον του ορθού λόγου.

20. » Εις ημάς δε η συμφιλίωσις είναι εκατέρωθεν είπερ ποτέ καλή, πριν μας επέλθη καμμία παρεμπεσούσα ανεπανόρθωτος βλάβη εις το μέσον, διότι τότε αναγκαίως μαζί με την κοινήν να έχετε και την ιδιαιτέραν ημών αιωνίαν έχθραν, και να στερηθήτε εκείνο, το οποίον σας προσκαλούμεν να δεχθήτε σήμερον. Ας διαλλαγώμεν ενόσω ακόμη μένουν αναποφάσιστοι τα εις την Σφακτηρίαν πράγματα και δύνασθε να εξασφαλίσετε την δόξαν σας και την φιλίαν μας· ενώ ημείς, πριν πάθωμεν τίποτε αισχρόν, δυνάμεθα να υποστώμεν μετρίαν ποινήν. Ας προτιμήσωμεν αμφότεροι την ειρήνην αντί του πολέμου και ας δώσωμεν ανάπαυσιν μετά τοσαύτα παθήματα εις τους άλλους Έλληνας, οι οποίοι και κατά την περίστασιν ταύτην θα σας νομίσουν ως κυριοτέρους αιτίους του ευεργετήματος τούτου· διότι ευρίσκονται εις πόλεμον χωρίς να γνωρίζουν τις πρώτος ήρχισεν αυτόν όταν δε επέλθη κατάπαυσις του πολέμου, πού σήμερον εξαρτάται από σας μάλλον, τότε προς σας θα χρεωστούν χάριν. Εάν πεισθήτε, θα καταστήσετε τους Λακεδαιμονίους βέβαιους φίλους, διότι αυτοί οι ίδιοι σας προσκαλούν ελπίζοντες ότι μάλλον θα χαρισθήτε ή θα μεταχειρισθήτε βίαν. Σκεφθήτε πόσα καλά δύνανται να προέλθουν εκ της συμφιλιώσεως ταύτης, διότι όταν ημείς έχωμεν ομόνοιαν οι άλλοι Έλληνες, οι οποίοι είναι υποδεέστεροι, θα σέβωνται τα υφ' ημών οριζόμενα».

21. Οι μεν λοιπόν Λακεδαιμόνιοι τοσαύτα είπον νομίζοντες ότι οι Αθηναίοι προηγουμένως διατεθειμένοι προς συμβιβασμόν, όστις ένεκα της εναντιώσεως των Λακεδαιμονίων είχεν αποτύχει, ήθελαν μετά προθυμίας δεχθή την προσφερομένην ειρήνην και ήθελαν αποδώσει τους εν τη νήσω άνδρας. Αλλ' οι Αθηναίοι, έχοντες αυτούς αποκλεισμένους, επίστευαν ότι ήσαν κύριοι να κλείσουν ειρήνην ότε ήθελον, και τούτου ένεκα ηύξανεν η πλεονεξία των. Προ πάντων δε ηρέθιζεν αυτούς ο Κλέων του Κλεαινέτου, δημαγωγός της εποχής εκείνης και εις τον οποίον μεγάλως επείθετο το πλήθος· τους έπεισε λοιπόν να αποκριθούν ότι έπρεπε πρώτον να παραδοθούν και να κομισθούν εις τας Αθήνας οι εν τη νήσω άνδρες και τα όπλα, μετά δε την αφιξίν των να αποδώσουν οι Λακεδαιμόνιοι την Νίσαιαν, τας Πηγάς, την Τροιζήνα, και την Αχαΐαν, τας οποίας έλαβον ουχί δικαιώματι πολέμου αλλά διά προηγουμένης συνθήκης, εις την οποίαν οι Αθηναίοι είχαν ενδώσει κατόπιν συμφορών και ότε η ειρήνη ήτο δι' αυτούς μάλλον αναγκαία· μόνον υπό τους όρους τούτους έστεργον να αποδώσουν τους άνδρας και να κάμουν ειρήνην, της οποίας αμφότεροι ήθελον προσδιορίσει την διάρκειαν.

22. Οι δε πρέσβεις ουδεμίαν αντίρρησιν έκαμαν εις την απόκρισιν ταύτην, αλλ' εζήτησαν να εκλεχθώσι σύνεδροι, οι οποίοι να συζητήσουν ησύχως μετ' αυτών τα διάφορα άρθρα και να παραδεχθούν εκείνα, εις τα οποία αμφότεροι ήθελον συμφωνήσει. Εις την πρότασιν όμως ταύτην ο Κλέων είπε μετά πλειοτέρας βιαιότητας ότι ήξευρε μεν και πρότερον ότι οι Λακεδαιμόνιοι ουδένα καλόν σκοπόν είχον, αλλά τώρα εγίνετο τούτο καταφανές, αφού ηρνούντο να εξηγηθούν ενώπιον του πλήθους και ήθελαν να συζητήσουν εις συνέλευσιν η οποία ν' αποτελήται από ολίγους μόνον άνδρας. Τους προσεκάλεσε λοιπόν, εάν οι σκοποί των ήσαν ειλικρινείς, να τους εκθέσουν επί παρουσία όλων. Αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι, βλέποντες ότι ήτον αδύνατον να ομιλήσουν ενώπιον του πλήθους, μολονότι ήθελαν ένεκα των συμφορών των να κάμουν υποχωρήσεις, επί τω φόβω όμως μήπως συκοφαντηθούν εις τους συμμάχους ότι ωμίλησαν και δεν εισηκούσθησαν, και προϋποθέτοντες άλλως ότι οι Αθηναίοι δεν θα συγκατετίθεντο με μετρίους όρους, ανεχώρησαν εξ Αθηνών άπρακτοι.

23. Κατά την επιστροφήν των ευθύς διελύθη η ανακωχή της Πύλου, και οι Λακεδαιμόνιοι απήτουν τα πλοία των, όπως είχον συμφωνήσει· αλλ' οι Αθηναίοι, προφασιζόμενοι ότι επετέθησαν κατά του τειχίσματος παρά τα συμφωνηθέντα και ότι έπραξαν και άλλας τινάς ασημάντους παραβιάσεις, δεν τα απέδωκαν και επέμεναν ότι η ανακωχή εθεωρείτο διαλυθείσα εις την ελαχίστην οιανδήποτε παραβίασιν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι αντέλεγαν ελέγχοντες αυτούς ότι κατεκράτουν αδίκως τα πλοία, και απήλθον, διά ν' αρχίσουν εκ νέου τας εχθροπραξίας. Αμφότεροι λοιπόν ήρχισαν να πολεμούν με όλας τας δυνάμεις των περί την Πύλον. Και οι μεν Αθηναίοι περιέπλεον δι' όλης της ημέρας την νήσον μετά δύο πλοίων διασταυρουμένων, κατά δε την νύκτα όλα τα πλοία περιεκύκλουν την νήσον, όχι όμως και το προς το πέλαγος μέρος, ότε έπνεεν άνεμος· είχον δε έλθει εξ Αθηνών προς φύλαξιν της νήσου είκοσι πλοία, ώστε όλος ο στόλος συνέκειτο ήδη εξ εβδομήκοντα πολεμικών πλοίων· οι δε Πελοποννήσιοι, εστρατοπεδευμένοι εις την ήπειρον και προσβάλλοντες το τείχος, επερίμενον κατάλληλον περίστασιν να σώσουν τους συμπολεμιστάς των.

24. Εν τούτοις οι εις την Σικελίαν Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι, ενώσαντες με τα πλοία τα οποία εφρούρουν την Μεσσήνην εκείνα τα οποία είχαν παρασκευάσει, ήρχισαν εκ της πόλεως ταύτης να κάμουν πολεμικάς επιδρομάς. Ηρέθιζον δε αυτούς προ πάντων οι Λοκροί διά το μίσος το οποίον είχον κατά των Ρηγίνων, εισελθόντες πανδημεί και αυτοί εις το Ρήγιον. Ήθελον δε οι Συρακούσιοι, να αποπειραθούν και ναυμαχίας· βλέποντες ότι οι Αθηναίοι ολίγα μόνον πλοία είχον παρόντα, και ηξεύροντες ότι τα πλειότερα τα οποία έμελλον να φθάσουν επολιόρκουν την Σφακτηρίαν. Ήλπιζον ότι νικώντες άπαξ κατά θάλασσαν ευκόλως ήθελαν υποτάξει το Ρήγιον, προσβάλλοντες αυτό διά πεζού στρατού και πλοίων, και αυξήσει ούτω την δύναμίν των· διότι ένεκα της μικράς αποστάσεως, η οποία υπήρχε μεταξύ του εν Ιταλία Ρηγίου και της εν Σικελίω Μεσσήνης, οι Αθηναίοι δεν θα ηδύναντο να προσορμίζωνται εκεί και να είναι κύριοι του πορθμού. Πορθμός δε είναι η μεταξύ Ρηγίου και Μεσσήνης θάλασσα, εις το μέρος όπου η Σικελία προσεγγίζει πλειότερον προς την ήπειρον καλείται Χάρυβδις και λέγουν ότι την διήλθεν ο Οδυσσεύς. Ένεκα δε της στενότητος αυτού τα ύδατα της Τυρρηνικής και της Σικελικής θαλάσσης, εισπίπτοντα μεθ' ορμής, κάμνουν ρεύματα, ώστε δικαίως ενομίσθη επικίνδυνος.

25. Εντός τούτου λοιπόν του στενού οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι μετά πλοίων ολίγω περισσοτέρων των τριάκοντα ηναγκάσθησαν περί την δύσιν του ηλίου να ναυμαχήσουν εξ αιτίας ενός πλοίου διαβαίνοντος, προχωρήσαντες εναντίον δεκαέξ πλοίων των Αθηναίων και οκτώ των Ρηγίνων. Νικηθέντες όμως υπό των Αθηναίων απέπλευσαν γρήγορα και όπως ηδυνήθη έκαστος εις τα στρατόπεδα τους, εις Μεσσήνην και εις Ρήγιον, χάσαντες έν πλοίον, και η μάχη διήρκεσε μέχρι νυκτός. Μετά δε τούτο οι μεν Λοκροί απήλθον εκ της χώρας των Ρηγίνων, τα δε πλοία των Συρακουσίων και των συμμάχων συναθροισθέντα εις την Πελωρίδα της Μεσσήνης προσωρμίσθησαν εκεί παρόντος και του πεζού στρατού. Οι Αθηναίοι και Ρηγίνοι επλησίασαν, και βλέποντες τα πλοία κενά ώρμησαν κατ' αυτών, αλλ' απώλεσαν μίαν ναυν υπό σιδηράς αρπάγης (χειρός) συλληφθείσαν, της οποίας το πλήρωμα εσώθη κολυμβών. Έπειτα, ενώ οι Συρακούσιοι εισελθόντες εις τα πλοία έσυρον αυτά διά σχοινιών και έπλεον κοντά εις την παραλίαν, διά να φθάσουν εις την Μεσσήνην, προσεβλήθησαν πάλιν υπό των Αθηναίων· αλλ' ο στόλος των Συρακουσίων απομακρυνθείς της παραλίας και ορμήσας κατ' αυτών εκυρίευσε και άλλο πλοίον. Εις τον διάπλουν και την ναυμαχίαν ταύτην τοιουτοτρόπως γενομένην οι Συρακούσιοι ουδεμίαν ελάττωσιν υποστάντες έφθασαν εις τον εν τη Μεσσήνη λιμένα. Και οι μεν Αθηναίοι, ειδοποιηθέντες ότι η Καμαρίνα επροδόθη εις τους Συρακουσίους υπό του Αρχίου και των μετ' αυτού, έπλευσαν εκεί· οι δε Μεσσήνιοι εν τούτω τω μεταξύ πανδημεί διά ξηράς και διά θαλάσσης εστράτευσαν κατά της Νάξου της Χαλκιδικής, η οποία ήτο όμορος. Την πρώτην ημέραν κλείσαντες τους Ναξίους εις τα τείχη των ελεηλάτουν την χώραν, την επομένην δε διά μεν των πλοίων περιπλεύσαντες τον Ακεσίνην ποταμόν ελεηλάτουν τους αγρούς, διά δε του πεζικού στρατού εισέβαλαν εις την πόλιν. Αλλά κατά το διάστημα τούτο πολλοί Σικελοί κατέβαιναν από τα ύψη, διά να την βοηθήσουν κατά των Μεσσηνίων. ’μα είδον αυτούς οι Νάξιοι, ενεθαρρύνθησαν και, παροτρυνόμενοι αμοιβαίως με την ιδέαν ότι οι Λεοντίνοι και οι άλλοι Έλληνες σύμμαχοι έρχονται να τους βοηθήσουν, εξέρχονται αίφνης εκ της πόλεως και επιπίπτουν κατά των Μεσσηνίων· τρέψαντες αυτούς εις φυγήν εφόνευσαν υπέρ τους χιλίους, οι δε λοιποί μόλις και μετά βίας εσώθησαν διότι οι βάρβαροι επιπεσόντες εις τας οδούς κατέστρεφαν τους πλείστους. Και τα πλοία τα προσορμισθέντα εις την Μεσσήνην διελύθησαν ύστερον και καθείς επέστρεφεν εις τα ίδια. Ευθύς δε οι Λεοντίνοι και οι σύμμαχοι εξεστράτευσαν μετά των Αθηναίων κατά της Μεσσήνης, νομίζοντες αυτήν εξησθενημένην. Και προσβαλόντες αυτήν οι μεν Αθηναίοι έκαμναν αποπείρας διά των πλοίων προς το μέρος του λιμένος, ο δε πεζός στρατός προς το μέρος της πόλεως. Οι Μεσσήνιοι καί τινες Λοκροί υπό τον Δημοτέλην, οίτινες μετά το πάθημα είχαν μείνει ως φρουροί, εξελθόντες και επιπεσόντες αιφνιδίως, έτρεψαν εις φυγήν το πλείστον μέρος του στρατεύματος των Λεοντίνων και εφόνευσαν πολλούς. Ιδόντες δε οι Αθηναίοι και αποβάντες εκ των πλοίων εβοήθουν, επέπεσαν δε κατά των εν αταξία ευρισκομένων Μεσσηνίων και κατεδίωξαν αυτούς μέχρι της πόλεως. Έπειτα έστησαν τρόπαιον και ανεχώρησαν εις το Ρήγιον. Μετά ταύτα δε οι εν τη Σικελία Έλληνες εξηκολούθησαν πολεμούντες αναμεταξύ των διά ξηράς και διά θαλάσσης χωρίς την συνδρομήν των Αθηναίων.

26. Εις δε την Πύλον οι Αθηναίοι εξηκολούθουν πολιορκούντες τους εν τη νήσοι Λακεδαιμονίους, ενώ το εις την αντικρύ ξηράν στρατόπεδον των Πελοποννησίων έμενεν εις τας θέσεις του. Η φρούρησις όμως της νήσου ήτον επίπονος διά τους Αθηναίους ένεκα της ελλείψεως τροφίμων και ύδατος· διότι μία μόνον κρήνη υπήρχεν εις την ακρόπολιν της Πύλου, και αύτη όχι μεγάλη· διά τούτο οι περισσότεροι σκάπτοντες οπάς εις την χαλικώδη παραλίαν έπιναν τοιούτον δήθεν πόσιμον ύδωρ. Εις μικρόν χώρον στρατοπεδευμένοι, υπέκειντο εις πολλάς στερήσεις· επειδή δε δεν υπήρχεν όρμος διά τα πλοία, μέρος των πληρωμάτων μετέβαινεν εις την ξηράν και επρομηθεύετο, ενώ το άλλο έμενεν εις το πέλαγος. Προ πάντων όμως τους έφερεν εις πλείστην αθυμίαν η παρά πάσαν προσδοκίαν χρονοτριβή, διότι κατ' αρχάς είχαν πιστεύσει ότι έφθαναν ολίγαι ημέραι, διά να υποτάξουν ανθρώπους πολιορκουμένους εις νήσον έρημον και πίνοντας αλμυρόν ύδωρ. Την παράτασιν δε ταύτην επέτυχαν οι Λακεδαιμόνιοι προσφέροντες πολλήν χρηματικήν αμοιβήν εις καθένα, που ήθελε φέρει εις την νήσον άλευρον, οίνον, τυρόν και κάθε άλλο τρόφιμον χρήσιμον εις τους πολιαρκουμένους, και υποσχόμενοι την ελευθερίαν εις κάθε είλωτα, ο οποίος ήθελεν εισαγάγει τοιαύτα είδη. Πολλοί λοιπόν, ιδίως δε οι είλωτες, εισήγον τοιαύτα με κίνδυνον της ζωής των· ανεχώρουν δε εξ όλων των μερών της Πελοποννήσου και επλησίαζαν νύκτα εις τα προς το πέλαγος μέρη της νήσου, προ πάντων όμως έπραττον τούτο, ότε έπνεεν ο άνεμος εκ του πελάγους, διότι τότε διέφευγαν ευκολώτερα την προσοχήν των πολεμικών πλοίων, τα οποία δεν ηδύναντο να περιπλέουν την νήσον ένεκα της τρικυμίας, ενώ ούτοι αψήφιστα επεχείρουν να προσεγγίσουν· έρριπτον δε τα πλοία εις την ξηράν βέβαιοι ότι ήθελαν αποζημιωθή διά την απώλειαν αυτών· υπήρχον άλλως οπλίται φυλάττοντες όλα τα ευπρόσιτα μέρη της νήσου. Όσοι όμως εισέπλεαν εις καιρόν γαλήνης συνελαμβάνοντο. Εισήρχοντο δε εις τον λιμένα δύται κολυμβηταί σύροντες διά καλωδίου ασκούς περιέχοντας μήκωνας διατηρημένους με μέλι και λινόσπορον τριμμένον. Και κατ' αρχάς μεν επερνούσαν απαρατήρητοι, ύστερον όμως επετηρούντο. Εκατέρωθεν δε κάθε μέσον εφεύρισκον, οι μεν διά να εισαγάγουν τρόφιμα, οι δε διά να εμποδίσουν την εισαγωγήν.

27. Ότε δε έμαθαν εις τας Αθήνας ότι ο στρατός ταλαιπωρείται και ότι εισάγονται τρόφιμα εις τους εν τη νήσω, ηπόρουν περί του πρακτέου και εφοβήθησαν μη καταλάβη ο χειμών τους πολιορκούντας και κατασταθή αδύνατον να τους στείλουν ζωοτροφίας από τα παράλια της Πελοποννήσου, αφού και κατ' αυτήν την εποχήν του θέρους δυσκόλως ηδύναντο να στέλλουν αρκετάς προμηθείας εις χώραν στερημένην των πάντων επειδή δε τα παράλια δεν είχαν λιμένας, ο στόλος των δεν θα ηδύνατο να προσορμίζεται· κατά συνέπειαν δε οι εν τη νήσω άνδρες, ή χαλαρωμένου του αποκλεισμού θα συνετηρούντο ή με τα πλοιάρια, τα οποία τους έφεραν τα τρόφιμα θα διέφευγον εν καιρώ τρικυμίας. Οι Αθηναίοι εφοβούντο προ πάντων τους Λακεδαιμονίους, διότι ενόμιζαν ότι ούτοι, άμα ανελάμβαναν δύναμίν τινα, ήθελαν παύσει στέλλοντες κήρυκας περί ειρήνης, και μετενόουν, διότι δεν εδέχθησαν τας προτάσεις των. Ο δε Κλέων εννοήσας ότι ήρχισαν να εγείρωνται δυσαρέσκειαι κατ' αυτού ως εμποδίσαντος την σύμβασιν, ισχυρίσθη ότι αι ειδήσεις δεν ήσαν αληθείς. Επειδή δε οι ελθόντες παρεκίνουν να γίνη, εάν τους επίστευαν, αποστολή μερικών ανδρών, διά να επισκοπήσουν τα συμβαίνοντα, οι Αθηναίοι εξέλεξαν προς τον σκοπόν τούτον τον Κλέωνα αυτόν και τον Θεαγένην. Τότε ο Κλέων ησθάνθη ότι θα ηναγκάζετο ή να επιβεβαιώση την έκθεσιν εκείνων τους οποίους εσυκοφάντει, ή, εάν έλεγε τα εναντία, θα κατηγορείτο ως ψεύστης· ιδών όμως τους Αθηναίους κλίνοντας μάλλον προς τον πόλεμον συνεβούλευσεν αυτούς να μη στείλουν εξεταστάς των πραγμάτων μηδέ να χάνουν την ευκαιρίαν δι' αναβολών, αλλ' εάν τα αγγελλόμενα τοις εφαίνοντο αληθή, να πλεύσουν αμέσως εναντίον των ευρισκομένων εις την νήσον. Απευθύνων έπειτα υπαινιγμούς τινας εναντίον του στρατηγού Νικίου του Νικηράτου, του οποίου ήτο εχθρός προσωπικός και αντίπαλος πολιτικός, είπεν ότι, εάν ήσαν άνδρες οι στρατηγοί, ευκόλως θα ηδύναντο με τας δυνάμεις, τας οποίας είχαν, να πλεύσουν εναντίον των ευρισκομένων εις την νήσον και να συλλάβουν αυτούς· προσέθετε δε ότι και αυτός ούτος θα το έπραττεν, εάν ήτο στρατηγός.

28. Επειδή δε οι Αθηναίοι υποκώφως εθορυβούσαν κατά του Κλέωνος διατί τάχα αυτός δεν ανεχώρει αμέσως, αφού η επιχείρησις του εφαίνετο εύκολος, ο Νικίας, πειραχθείς διά τον σαρκασμόν του Κλέωνος, απεκρίθη ότι οι στρατηγοί του επέτρεπαν να λάβη όσας ήθελε δυνάμεις και να επιχειρήση την προσβολήν. Ο Κλέων, νομίσας εις τας αρχάς ότι παρεχώρει την θέσιν του με λόγους μόνον, ητοιμάζετο να δεχθή· εννοήσας όμως ότι ούτος ήθελε τωόντι να παραδώση εις αυτόν την στρατηγίαν υπεχώρησε λέγων ότι όχι αυτός, αλλ' ο Νικίας ήτο στρατηγός. Ήρχισε δε ήδη να φοβήται και δεν επίστευεν ότι ο Νικίας θα ετόλμα να παραχωρήση προς αυτόν την θέσιν του· και πάλιν όμως ο Νικίας επέμεινε και καταθέσας την εναντίον της Πύλου στρατηγίαν επεκαλείτο ως μάρτυρας τούτου τους Αθηναίους. Ούτοι δε (κατά την συνήθειαν του όχλου) όσον μάλλον ο Κλέων έκαμνεν υπεκφυγάς διά την εκστρατείαν και ανεκάλει όσα είπε, τόσον μάλλον εβίαζαν τον Νικίαν να παραδώση την αρχήν και έκραζαν προς τον Κλέωνα να αναχωρήση. Τότε ο Κλέων, μη δυνάμενος πλέον να αντείπη, εδέχθη την εκστρατείαν, και προχωρήσας εις το μέσον της συνελεύσεως είπεν ότι δεν φοβείται τους Λακεδαιμονίους, ότι θα πλεύση χωρίς να συμπαραλάβη κανένα εκ της πόλεως, αλλά μόνον τους παρόντας εκ των Λημνίων και των Ιμβρίων, τους εκ της Αίνου ελθόντας εις βοήθειαν πελταστάς, και τετρακοσίους τοξότας άλλων τόπων. Διά τούτων και των εις την Πύλον υπαρχόντων στρατιωτών υπέσχετο ή να φέρη εντός είκοσιν ημερών ζώντας τους Λακεδαιμονίους, ή να τους φονεύση επί τόπου. Οι Αθηναίοι εγέλασαν ολίγον διά την κουφότητα των λόγων τούτων, αλλ' οι φρόνιμοι εχάρησαν σκεφθέντες ότι εκ των δύο αγαθών ήθελον επιτύχει το έν ή θα απηλλάσσοντο του Κλέωνος, το οποίον ήτο πιθανώτερον, ή, εν εναντία περιπτώσει, θα εκράτουν τους Λακεδαιμονίους υπό την εξουσίαν των.

29. Και αφού εκανόνισε τα πάντα εις την εκκλησίαν και έλαβε διά την εκστρατείαν ταύτην τας ψήφους των Αθηναίων, επέσπευσε την αναχώρησιν παραδεχθείς ως συστράτηγον ένα μόνον εκ των εν τη Πύλω στρατηγών, τον Δημοσθένην. Προσέλαβε δε τον Δημοσθένην μαθών ότι διενοείτο και αυτός να κάμη απόβασιν εις την νήσον· διότι οι στρατιώται, κακοπαθούντες από στερήσεις και όντες μάλλον πολιορκούμενοι ή πολιορκούντες, ζωηρά επεθύμουν να διακινδυνεύσουν. Εις την απόφασιν ταύτην τον ενεθάρρυνεν ακόμη περισσότερον ο εμπρησμός της νήσου, διότι πριν συμβή τούτο εφοβείτο να αποβή εις νήσον, η οποία, διότι πάντοτε έμενεν ακατοίκητος, ήτο δασώδης και άβατος· η ιδιότης δε αύτη του εφαίνετο ότι ωφέλει μάλλον τους εχθρούς, οι οποίοι εξερχόμενοι εξ αφανών μερών ηδύναντο να βλάπτουν τους εις την νήσον αποβαίνοντας, διότι τα σφάλματα και αι προπαρασκευαί των, ένεκα της πυκνότητος του δάσους, δεν θα εφαίνοντο καθαρά, ενώ όλα τα σφάλματα του στρατού των Αθηναίων, μένοντα καταφανή, θα επέτρεπαν εις τον εχθρόν να επιπίπτη απροσδοκήτως όπου ήθελε, διότι θα ήτο κύριος της προσβολής. ’λλως ο Δημοσθένης εσκέπτετο ότι, εάν ηναγκάζετο να πολεμήση εντός του δάσους, στρατιώται ολιγώτεροι μεν τον αριθμόν, γνωρίζοντες δε τα μέρη, θα ενίκων στρατόν πολυαριθμότερον μεν, μη γνωρίζοντα δε τα μέρη· τέλος δε ότι ο πολυάριθμος στρατός του θα κατεστρέφετο σιγά σιγά, χωρίς να δύνανται τα διάφορα σώματα να βλέπουν τον εχθρόν μακρόθεν και να βοηθώνται αμοιβαίως.

30. Προ πάντων δ' ένεκα του εις την Αιτωλίαν παθήματος (το οποίον εν μέρει συνέβη ως εκ του δάσους) ήρχοντο εις τον νουν του αι σκέψεις αύται. Επειδή δε οι Αθηναίοι στρατιώται ένεκα της στενοχωρίας του στρατοπέδου των επλησίαζαν τα άκρα της νήσου, διά να ετοιμάσουν το γεύμα των θέτοντες γύρω φρουρούς και κάποιος χωρίς να το θέλη έκαυσεν ολίγους θάμνους και ηγέρθη άνεμος κατεκάη εκείθεν ανεπαισθήτως το πλείστον μέρος του δάσους. Εκ τούτου ο Δημοσθένης ηδυνήθη να ίδη καλλίτερον ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν περισσότεροι, και απ' εκείνης της στιγμής επείσθη ότι οι Αθηναίοι έπρεπε να σκεφθούν σπουδαίως περί τοσούτον σοβαράς επιχειρήσεως· διότι εις τας αρχάς είχε νομίσει ότι εισήγοντο εις την νήσον τρόφιμα, δι' ολιγωτέρους ανθρώπους· βλέπων δε επίσης ότι η εις την νήσον απόβασις καθίστατο ευχερεστέρα ητοιμάζετο να την εκτελέση ζητήσας στρατόν από τους γειτονικούς συμμάχους και τα άλλα ετοιμάζων. Εν τούτοις ο Κλέων, στείλας προηγουμένως εις τον Δημοσθένην άγγελον, διά να τον ειδοποιήση ότι έμελλε να έλθη μετ' ολίγον και να του φέρη τον ζητηθέντα στρατόν, φθάνει εις την Πύλον· και ενωθέντες οι δύο στρατηγοί στέλλουν πρώτον εις το επί της αντικρύ ξηράς στρατόπεδον κήρυκας προσκαλούντες αυτούς, εάν ήθελαν, να διατάξουν τους εν τη νήσω πολεμιστάς των να παραδοθούν μετά των όπλων των, με την υπόσχεσιν ότι οι Αθηναίοι θα κρατούν μέτριον αποκλεισμόν μέχρις ου συνομολογήσουν οριστικόν συμβιβασμόν.

31. Επειδή δε αυτοί δεν εδέχθησαν, οι Αθηναίοι στρατηγοί περιέμειναν ακόμη μίαν ημέραν αλλά κατά την επομένην εμακρύνθησαν από τον λιμένα διά νυκτός, αφού επεβίβασαν τους οπλίτας επί ολίγων πλοίων· ολίγον δε προ της αυγής απέβησαν εις την νήσον εκ δύο μερών, εκ του πελάγους και προ του λιμένος, οκτακόσιοι οπλίται εν συνόλω, και ώρμησαν εναντίον της πρώτης φρουράς της νήσου. Οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν παραταγμένοι κατά τον ακόλουθον τρόπον. Εις ταύτην μεν την πρώτην φρουράν ήσαν τριάκοντα περίπου οπλίται, το μέσον δε και ομαλώτατον, το πέριξ του ύδατος, κατείχον οι πλείστοι εξ αυτών και ο άρχων Επιτάδας· τέλος μικρόν σώμα εφύλαττε την εσχατιάν της νήσου την προς την Πύλον, η οποία και απόκρημνος είναι προς το μέρος της θαλάσσης και δυσπρόσιτος διά ξηράς, επειδή υπήρχεν εκεί παλαιόν οχύρωμα εκ λίθων ακατεργάστων, το οποίον ενόμιζον οι Λακεδαιμόνιοι ότι ήθελεν είναι εις αυτούς ωφέλιμον, εάν ηναγκάζοντο εις βιαίαν υποχώρησιν. Ούτω λοιπόν ήσαν ταγμένοι οι Λακεδαιμόνιοι.

32. Οι δε Αθηναίοι τους μεν πρώτους φύλακας, εναντίον των οποίων ώρμησαν, εφόνευσαν ευθύς, και μάλιστα ενώ ακόμη εκοιμώντο ή μόλις έπαιρναν τα όπλα. Η απόβασις είχεν ενεργηθή μετά τοσαύτης σιωπής, ώστε οι εχθροί την εξέλαβον ως την συνήθη κίνησιν των προσορμιζομένων κατά την νύκτα πλοίων. ’μα δε εξημέρωσε απέβαινον και οι λοιποί στρατιώται μετά των ιδίων όπλων καθένας, από εβδομήκοντα πλοία ή ολίγον περισσότερα, επί των οποίων δεν αφήκαν άλλους ειμή τους θαλαμίους (5). Ήσαν οκτακόσιοι τοξόται, ισάριθμοι πελτασταί, οι εις βοήθειαν ελθόντες Μεσσήνιοι καθώς και όλη η φρουρά της Πύλου εκτός εκείνων πού επρόκειτο να φυλάξουν τα τείχη. Ταχθέντες υπό του Δημοσθένους διηρέθησαν κατά διακοσίους, κατά το μάλλον ή ήττον, και κατέλαβον τας υψηλοτέρας θέσεις, ίνα ο εχθρός, περικυκλούμενος πανταχόθεν, ευρεθή εις εντελή αμηχανίαν, χωρίς να ηξεύρη προς ποίον μέρος να αντιταχθή, και να προσβληθή κατά πάσαν διεύθυνσιν υπό του πλήθους, κατά νώτον μεν, εάν ήθελε προχωρήσει, εις τα πλάγια δε, εάν εφέρετο προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά. Δεν θα ηδύνατο ουδέ βήμα να κάμη χωρίς να έχη κατόπιν του τους ψιλούς και εκείνους οίτινες μη έχοντες κανέν όπλον θα τον προσέβαλλον διά βελών, ακοντίων, λίθων και σφενδονών. Δεν θα ηδύνατο δε και να προχωρήση κατά των στρατιωτών τούτων, διότι και φεύγοντες είχον υπεροχήν, και άμα αυτός υπεχώρει θα τον προσέβαλλον εκ των όπισθεν. Τοιούτον ήτο το σχέδιον της προσβολής το οποίον προηγουμένως είχε καταρτίσει ο Δημοσθένης και ήδη επραγματοποίει.

33. Οι δε περί την Επιτάδαν, οι οποίοι ήσαν οι περισσότεροι, άμα είδον ότι η πρώτη φρουρά κατεστράφη και ότι επροχώρει κατ' αυτών στρατός, παρετάχθησαν εις μάχην και επροχώρησαν κατά των Αθηναίων οπλιτών θέλοντες να συμπλακούν προς αυτούς, διότι τους είχαν απέναντι, εκ πλαγίου δε και εις τα νώτα είχαν τους ελαφρά ωπλισμένους· και με τους οπλίτας μεν δεν ηδυνήθησαν να συμπλακούν ουδέ να χρησιμοποιήσουν την εμπειρίαν των· διότι οι μεν ψιλοί τους ημπόδιζαν τοξεύοντες εκατέρωθεν, οι δε Αθηναίοι οπλίται δεν αντεπεξήλθον, αλλ' έμεναν ησυχάζοντες. Τους ψιλούς όμως τους έτρεπον εις φυγήν πανταχού όπου επλησίαζον πολύ· αλλ' ούτοι, ελαφρώς ωπλισμένοι, εμάχοντο υποχωρούντες και έφευγαν εύκολα πριν τους φθάσουν, ένεκα της ανωμαλίας των μερών, τα οποία, ακατοίκητα έως τότε, ήσαν δύσβατα, και οι Λακεδαιμόνιοι, βαρέως ωπλισμένοι, δεν ηδύναντο να καταδιώξουν αυτούς.

34. Και επί τινα μεν χρόνον εμάχοντο ακροβολιστικά τοιουτοτρόπως· αλλά μετ' ολίγον οι Λακεδαιμόνιοι δεν ηδύναντο πλέον να τρέχουν αρκετά ταχέως προς τα απειλούμενα μέρη, οι δε ψιλοί ενόησαν ότι οι προς υπεράσπισιν αγώνες των καθίσταντο ολονέν πλέον δύσκολοι, και έλαβον πλειότερον θάρρος βλέποντες εαυτούς περισσοτέρους και συνηθίσαντες πλέον να μη τους νομίζουν επίσης φοβερούς όσον πρότερον, διότι δεν έπαθαν ευθύς όσα επερίμεναν, ότε κατά πρώτον απέβησαν εις την νήσον κατεχόμενοι υπό τρόμου ότι έμελλον να πολεμήσουν Λακεδαιμονίους. Περιφρονούντες λοιπόν αυτούς εξέβαλον κραυγάς και ώρμησαν αθρόοι κατ' αυτών ρίπτοντες λίθους, βέλη, ακόντια, και παν ό,τι είχεν έκαστος πρόχειρον. Αι συν τη βιαία ταύτη επιθέσει κραυγαί κατέπληξαν ανθρώπους μη συνηθισμένους εις τοιαύτην μάχην. Νέφη στάκτης από το δάσος, το οποίον εσχάτως είχε καή, υψώνοντο εις τον αέρα και ήτο αδύνατον να ίδη κανείς τα προ των οφθαλμών του ένεκα των βελών και των λίθων που ερρίπτοντο υπό πολλών ανθρώπων και μετά του κονιορτού εφέροντο. Από της στιγμής ταύτης τρομερά υπήρξεν η θέσις των Λακεδαιμονίων, διότι και τα μάλλινα θωράκιά των δεν ηδύναντο να τους προφυλάττουν πλέον κατά των τοξευμάτων, και τα δοράτια συνετρίβοντο εις τας χείρας των, ενώ τους προσέβαλαν πανταχόθεν. Δεν ήξευραν δε πλέον πώς να μεταχειρισθούν τον εαυτόν τους, διότι δεν ηδύναντο να βλέπουν τα προ των οφθαλμών των, και η μεγάλη βοή των πολεμίων τους ημπόδιζε να ακούουν τα προστάγματα. Ο κίνδυνος τους είχε περικυκλώσει από παντού και ουδεμίαν πλέον είχαν ελπίδα να σωθούν μαχόμενοι.

35. Τέλος δε, αφού ετραυματίσθησαν πολλοί, διότι περιεστρέφοντο εις την ιδίαν θέσιν πάντοτε, επύκνωσαν τους ζυγούς και επροχώρησαν μέχρι του εσχάτου οχυρώματος της νήσου, το οποίον δεν απείχε πολύ, και των φυλασσόντων αυτό ανδρών. Οι ψιλοί, ιδόντες αυτούς υποχωρούντας, ενεθαρρύνθησαν περισσότερον και επετέθησαν ζωηρότερα και μετά μεγαλυτέρων κραυγών. Και όσοι μεν εκ των Λακεδαιμονίων περιεκυκλώθησαν κατά την υποχώρησιν κατεστράφησαν· οι δε περισσότεροι, καταφυγόντες εις το οχύρωμα, παρετάχθησαν μετά των φυλάκων προς κάθε μέρος ευπρόσβλητον, όπως υπερασπίσουν τον εαυτόν τους. Οι Αθηναίοι τους ηκολούθησαν από κοντά, αλλά μη δυνάμενοι να τους περικυκλώσουν, διότι ήτον απόκρημνος η θέσι επλησίασαν κατά μέτωπον και προσεπάθουν να τους πιέσουν. Επί πολύ και κατά το πλείστον μέρος της ημέρας ταλαιπωρούμενοι αμφότεροι υπό της μάχης, της δίψης και του καύσωνας αντείχον και προσεπάθουν οι μεν να διώξουν τους εχθρούς από τα ύψη, οι δε να μη υποχωρήσουν. Εν τούτοις οι Λακεδαιμόνιοι ημύνοντο ευκολώτερα παρά πριν, διότι είχαν εξησφαλισμένα τα πλάγια.

36. Επειδή δε τοιουτοτρόπως δεν εδίδετο τέλος, προσελθών ο στρατηγός των Μεσσηνίων εις τον Κλέωνα και τον Δημοσθένην τους είπεν ότι μάταια εκοπίαζαν· αλλ' εάν ήθελαν να του δώσουν μέρος των τοξοτών και των ψιλών, θα προσεπάθει να προσβάλη τον εχθρόν από τα νώτα διά τινος οδού, την οποίαν θα εύρισκε και θα κατώρθωνε διά της βίας την διάβασιν. Λαβών δε όσα εζήτει ανεχώρησεν αθορύβως, και αποκρύπτων την πορείαν του εις τους εχθρούς έφθασε μετά πολλούς κόπους και περιστροφάς διά τινος οδού, την οποίαν εύρε βατήν μεταξύ των κρημνών της νήσου, μέχρι του μέρους, το οποίον οι Λακεδαιμόνιοι πιστεύσαντες ως ισχυρόν δεν εφύλαττον. Ότε δε αυτός ενεφανίσθη αιφνιδίως επί του ύψους όπισθεν, οι μεν Λακεδαιμόνιοι κατελήφθησαν υπό τρόμου διά την απροσδόκητον εκείνην εμφάνισιν, οι δε Αθηναίοι πολύ μάλλον ενεθαρρύνθησαν ιδόντες ό,τι επερίμεναν. Από της στιγμής δε εκείνης οι Λακεδαιμόνιοι, προσβαλλόμενοι εκατέρωθεν ευρέθησαν (διά να παραβάλωμεν τα μικρά προς τα μεγάλα) εις θέσιν ομοίαν των εν Θερμοπύλαις, όταν οι Πέρσαι τους περιεκύκλωσαν και κατέστρεψαν αυτούς. Περικυκλωθέντες λοιπόν και ούτοι από τα δύο μέρη δεν ηδυνήθησαν πλέον να αντισταθούν, αλλά μαχόμενοι ολίγοι προς πολλούς και εξηντλημένοι εκ της πείνης ήρχισαν να υποχωρούν και οι Αθηναίοι ήσαν ήδη κύριοι των διόδων.

37. Εν τούτοις ο Κλέων και ο Δημοσθένης βλέποντες ότι ο στρατός των έμελλε να καταστρέψη εντελώς τους Λακεδαιμονίους, εάν ολίγον ακόμη υπεχώρουν, έπαυσαν την μάχην και εκράτησαν τους στρατιώτας των, θέλοντες να φέρουν ζώντας τους Λακεδαιμονίους εις τας Αθήνας, εάν νικώμενοι υπό τόσων παθημάτων υπήκουαν εις το κήρυγμα και εταπεινούντο τόσον, ώστε να παραδώσουν τα όπλα. Τους προσεκάλεσαν λοιπόν διά κήρυκος να παραδώσουν τα όπλα και εαυτούς εις τους Αθηναίους, οι οποίοι θα απεφάσιζαν περί της τύχης των ό,τι ήθελαν κρίνει εύλογον.

38. Ακούσαντες δε την προκήρυξιν κατέθεσαν οι πλείστοι τας ασπίδας και ανέσεισαν τας χείρας δηλούντες ότι εδέχοντο. Έπειτα, γενομένης ανακωχής, ο Κλέων και ο Δημοσθένης ήλθον εις διαπραγματεύσεις μετά του Στύφωνος του Φαρνάκου, στρατηγού των Λακεδαιμονίων διότι, εκ των προηγουμένων στρατηγών ο μεν Επιτάδας είχε φονευθή πρώτος, ο δε Ιππαγρέτας, ο οποίος είχεν εκλεχθή κατόπιν, μολονότι έζη ακόμη, έκειτο κατά γης ωσάν αποθαμμένος. Ο δε Στύφων είχεν εκλεχθή τρίτος, σύμφωνα με τον νόμον, διά να άρχη, εάν ετύχαινε να πάθουν τίποτε οι δύο άλλοι. Έλεγε δε ο Στύφων και οι μετ' αυτού ότι ήθελαν να στείλουν κήρυκα εις τους επί της ηπείρου μείναντας Λακεδαιμονίους περί του πρακτέου. Αλλ' οι Αθηναίοι δεν άφησαν να εξέλθη κανείς Λακεδαιμόνιος, επροσκάλεσαν δε οι ίδιοι κήρυκας εκ της ηπείρου και, γενομένων επερωτήσεων δις ή τρις, ο τελευταίος από των εκ της ηπείρου Λακεδαιμονίων ελθών εις την νήσον είπεν ότι «οι Λακεδαιμόνιοι σας δίδουν εντολήν να σκεφθήτε μόνοι σας διά τον εαυτόν σας, μηδέν ατιμωτικόν πράττοντες». Ούτοι δε διασκεφθέντες παρέδωκαν τα όπλα και εαυτούς. Και ταύτην μεν την ημέραν και την ακόλουθον νύκτα εφρούρουν αυτούς οι Αθηναίοι· την επομένην δε ημέραν, οι μεν Αθηναίοι στήσαντες τρόπαιον ητοίμασαν τα πάντα προς απόπλουν και ενεπιστεύθησαν τους αιχμαλώτους εις την φύλαξιν των τριηράρχων, οι δε Λακεδαιμόνιοι στείλαντες κήρυκα μετέφεραν τους νεκρούς. Ιδού δε ο αριθμός των φονευθέντων εν τη νήσω και εκείνων, οι οποίοι συνελήφθησαν ζώντες· τετρακόσιοι είκοσιν οπλίται εν όλοις είχαν διαβή εις την νήσον· εκ τούτων διακόσιοι ενενήκοντα δύο μετεκομίσθησαν εις τας Αθήνας ζώντες, οι δε λοιποί εφονεύθησαν. Μεταξύ των ζώντων ήσαν εκατόν είκοσι περίπου Σπαρτιάται. Εκ δε των Αθηναίων εφονεύθησαν όχι πολλοί, διότι η μάχη δεν ήτον εκ του συστάδην.

39. Ο καιρός δε όσος παρήλθεν, αφ' ότου οι άνδρες εκείνοι έμεναν αποκλεισμένοι εις την νήσον, από της ναυμαχίας μέχρι της εν τη νήσω μάχης, ήτον εβδομήκοντα δύο ημέραι. Εκ τούτων περί τας είκοσιν ημέρας, κατά τας οποίας οι πρέσβεις απήλθον, όπως διαπραγματευθούν συνθήκην, οι Λακεδαιμόνιοι εσιτοδοτούντο, κατά τας υπολοίπους δε διετρεφόντο από τους εισπλέοντας κρυφά· ευρέθησαν εν τούτοις εις την νήσον σίτος και άλλαι τροφαί αφεθείσας εκεί, διότι ο άρχων Επιτάδας εμοίραζεν εις καθένα ολιγωτέρας μερίδας αφ' όσας είχε διαθέσιμους. Ανεχώρησαν λοιπόν οι Αθηναίοι και οι Πελοποννήσιοι μετά του στρατού των εκ της Πύλου και μετέβη καθείς εις την πατρίδα του, η δε υπόσχεσις του Κλέωνος, αν και παράλογος, εξεπληρώθη· διότι εντός είκοσιν ημερών έφερε τους Λακεδαιμονίους εις τας Αθήνας, ως υπεσχέθη.

40. Και εξ όλων των κατά τον πόλεμον εκείνον συμβάντων, τούτο υπήρξε το μάλλον απροσδόκητον, διότι επίστευον ότι ούτε η πείνα ούτε ουδεμία άλλη ανάγκη θα ηδύνατο να αναγκάση τους Λακεδαιμονίους να παραδώσουν τα όπλα, αλλ' ότι θα απέθνησκον έχοντες αυτά και μαχόμενοι μέχρι τέλους· δεν ηδύναντο δε να πιστεύσουν ότι οι αποθανόντες ήσαν όμοιοι με τους παραδοθέντας. Και πρός τινα σύμμαχον των Αθηναίων, ο οποίος ηρώτησε κάποτε ένα εκ των αιχμαλώτων ειρωνικώς, αν ήσαν ανδρείοι οι φονευθέντες, ο αιχμάλωτος απεκρίθη ότι ο χάρος (εννοών το βέλος) θα, ήτο ανεκτίμητος, εάν ηδύνατο να διακρίνη τους ανδρείους, φανερώνων διά των λέξεων τούτων ότι τα τοξεύματα και οι λίθοι εφόνευαν τυχαίως.

41. Ότε δε εφέρθησαν οι άνδρες, οι Αθηναίοι απεφάσισαν να τους φυλάττουν σιδηροδεσμίους, μέχρις ου γίνη συμβιβασμός τις· εάν δε προ τούτου εισβάλουν εις την Αττικήν οι Πελοποννήσιοι, να τους εξαγάγουν από την φυλακήν και να τους φονεύσουν. Και εις την Πύλον αφήκαν φρουράν. Οι δε Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου θεωρούντες αυτήν ως πατρίδα των (διότι η Πύλος ανήκεν άλλοτε εις την Μεσσηνίαν) έστειλαν τους μάλλον ικανούς προς τούτο εκ των συμπολιτών των, οι οποίοι ελήστευαν την Λακωνικήν και έβλαπταν μεγάλως καθό ομιλούντες την αυτήν διάλεκτον. Οι Λακεδαιμόνιοι, αγνοούντες μέχρις εκείνης της εποχής την ληστείαν και το είδος εκείνο του πολέμου και φοβούμενοι μήπως ένεκα της αυτομολήσεως των ειλώτων το πνεύμα της αποστασίας επεκταθή εις όλην την χώραν ήρχισαν να ανησυχούν πολύ· και μολονότι δεν ήθελαν να φανερωθούν οι φόβοι των εις τους Αθηναίους, έστειλαν όμως προς αυτούς κήρυκας, διά να διαπραγματευθούν την απόδοσιν των αιχμαλώτων και της Πύλου. Αλλ' οι Αθηναίοι είχαν μεγαλυτέρας αξιώσεις και έστειλαν οπίσω απράκτους πολλάς πρεσβείας, αι οποίαι ήλθαν εκ της Πελοποννήσου. Και ταύτα μεν ήσαν τα γεγονότα της Πύλου.

42. Κατά το αυτό δε θέρος και αμέσως μετά ταύτα οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν κατά της Κορινθίας με ογδοήκοντα πλοία και δύο χιλιάδας ιδικούς των οπλίτας και διακοσίους ιππείς επί ιππαγωγών πλοίων· ηκολούθουν δε αυτούς εκ των συμμάχων οι Μιλήσιοι, οι ’νδριοι και οι Καρύστιοι, στρατηγός δε ήτο Νικίας ο Νικηράτου μετά δύο άλλων. Πλέοντες εις την ανοικτήν θαλασσαν έφθασαν το πρωί μεταξύ της Χερσονήσου και του Ρείτου εις τον αιγιαλόν όπου υψούται ο Σολύγειος λόφος και επί του οποίου εγκατασταθέντες τον παλαιόν καιρόν οι Δωριείς επολέμουν κατά των εν τη πόλει Κορινθίων, οι οποίοι ήσαν Αιολείς· ακόμη δε και σήμερον σώζεται εκεί κώμη ονομαζομένη Σολύγεια. Από του αιγιαλού δε εκείνου, όπου τα πλοία επλησίασαν, η μεν κώμη αύτη απέχει δώδεκα σταδίους, η δε πόλις των Κορινθίων εξήκοντα, ο δε ισθμός είκοσι. Μαθόντες οι Κορίνθιοι εξ ’ργους ότι ο στρατός των Αθηναίων δεν θα εβράδυνε να φθάση συνηθροίσθησαν ενωρίτερα εις τον ισθμόν όλοι, πλην των έξω του ισθμού· και εξ αυτών πεντακόσιοι μεν επήγαν να φυλάξουν την Αμπρακίαν και την Λευκάδα, όλοι δε οι λοιποί επετήρουν τους Αθηναίους πού ήθελον προσορμισθή· αλλ' ούτοι τους ηπάτησαν και προσωρμίσθησαν εν καιρώ νυκτός. Αμέσως λοιπόν υψώθησαν τα σημεία και οι Κορίνθιοι, υπόσαντες τους ημίσεις εκ των στρατιωτών εις την Κεγχρειάν, διά τον φόβον μήπως οι Αθηναίοι διευθυνθούν κατά του Κρομμυώνος, επροχώρησαν γρήγορα προς συνάντησίν των.

43. Ο είς δε των στρατηγών, ο Βάττος (διότι ήσαν παρόντες δύο εις την μάχην), λαβών ένα λόχον ήλθεν εις την Σολύγειαν κώμην, διά να την φυλάξη, διότι ήτο ατείχιστος, ο δε Λυκόφρων επετέθη μετά των άλλων. Και κατ' αρχάς μεν οι Κορίνθιοι επετέθησαν κατά του δεξιού κέρατος των Αθηναίων, άμα αποβιβασθέντος προ της Χερσονήσου, έπειτα δε και κατά του λοιπού στρατού. Η μάχη έγινε πεισματώδης και πάντοτε σώμα προς σώμα. Και το μεν δεξιόν κέρας των Αθηναίων και Καρυστίων (οίτινες ήσαν οι τελευταίοι της παρατάξεως) εδέχθη την προσβολήν των Κορινθίων και με πολλήν δυσκολίαν τους απέκρουσεν· ούτοι δε οπισθοχωρήσαντες έως εις κάποιον υψηλόν μέρος (διότι όλον το έδαφος είναι κατωφερικόν) έρριπταν εκ του ύψους εκείνου λίθους και ψάλλοντες τον παιάνα επανέλαβον την επίθεσιν. Οι Αθηναίοι όμως τους εδέχθησαν με σταθερότητα και ήρχισε πάλιν η μάχη σώμα προς σώμα. Εν τούτοις λόχος τις των Κορινθίων, ελθών προς βοήθειαν του αριστερού κέρατος, έτρεψεν εις φυγήν το δεξιόν κέρας των Αθηναίων και το κατεδίωξε μέχρι της θαλάσσης· αλλ' οι Αθηναίοι και οι Καρύστιοι, εξελθόντες πάλιν εκ των πλοίων, επέστρεψαν εις την μάχην, ο δε άλλος στρατός εμάχετο αδιάκοπα από τα δύο μέρη, και μάλιστα το δεξιόν κέρας των Κορινθίων, όπου ευρισκόμενος ο Λυκόφρων εμάχετο εναντίον των Αθηναίων, διότι εφοβείτο μήπως ούτοι προχωρήσουν κατά της Σολυγείας κώμης.

44. Επί πολύ μεν αντείχον και οι δύο μη υποχωρούντες ο είς προς τον άλλον· αλλ' έπειτα, επειδή οι Αθηναίοι επλεονέκτουν κατά το ιππικόν το οποίον εμάχετο μετ' αυτών, ενώ οι εχθροί δεν είχαν ίππους, ετράπησαν εις φυγήν οι Κορίνθιοι και υπεχώρησαν προς τον λόφον· καταθέσαντες δε τα όπλα έμειναν εκεί εις ησυχίαν και δεν κατέβησαν πλέον. Εις την φυγήν αυτήν πλείστοι Κορίνθιοι εφονεύθησαν εκ του δεξιού κέρατος, μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Λυκόφρων. Ο δε άλλος στρατός, μολονότι νικηθείς, δεν κατεδιώχθη ζωηρά, αλλ' αναγκασθείς να υποχωρήση απεσύρθη βραδέως προς τα ύψη και εγκατεστάθη εκεί. Τότε οι Αθηναίοι, επειδή δεν επανήρχοντο πλέον οι εχθροί, διά να τους προσβάλουν, σκυλεύσαντες τους νεκρούς των εχθρών και συναθροίσαντες τους ιδικούς των, έστησαν αμέσως τρόπαιον. Εν τούτοις οι ημίσεις των Κορινθίων, οι οποίοι έμενον φυλάσσοντες την Κεγχρειάν διά τον φόβον μήπως οι Αθηναίοι, πλεύσουν κατά του Κρομμυώνος, δεν ηδύναντο να ίδουν την μάχην, διότι ευρίσκετο εις το αναμεταξύ το Όνειον όρος· αλλ' άμα είδον τον κονιορτόν ενόησαν τα διατρέχοντα και έτρεξαν αμέσως εις βοήθειαν. Επίσης έτρεξαν εις βοήθειαν εκ της πόλεως και οι πρεσβύτεροι των Κορινθίων, άμα έμαθαν τα συμβαίνοντα. Ιδόντες δε οι Αθηναίοι επερχομένους όλους τούτους και νομίσαντες ότι ήτο βοήθεια στελλομένη εκ των πλησιοχώρων γειτόνων Πελοποννησίων απεσύρθησαν με βίαν εις τα πλοία έχοντες τα σκυλεύματα και τους νεκρούς των εκτός δύο τους οποίους εγκατέλιπον μη δυνάμενοι να τους εύρουν. Και αναβάντες εις τα πλοία επεραιώθησαν εις τας παρακειμένους νήσους, οπόθεν έπεμψαν κήρυκα και έλαβον διά συμφωνίας τους νεκρούς τους οποίους εγκατέλιπον. Απέθανον δε εις ταύτην την μάχην εκ μεν των Κορινθίων διακόσιοι δώδεκα, εκ δε των Αθηναίων πεντήκοντα ως έγγιστα.

45. Αναχωρήσαντες δ' εκ των νήσων οι Αθηναίοι έπλευσαν αυθημερόν προς τον Κρομμυώνα της Κορινθίας· απέχει δε ούτος εκατόν είκοσι σταδίους από της πόλεως. Και προσορμισθέντες εκεί ελεηλάτησαν την χώραν και διενυκτέρευσαν εκεί. Την δε επιούσαν, παραπλεύσαντες πρώτον μέχρι της Επιδαυρίας, έκαμαν απόβασίν τινα· έπειτα έφθασαν εις την Μεθώνην (Μέθανα) την μεταξύ Επιδαύρου και Τροιζήνος, και καταλαβόντες τον ισθμόν της Χερσονήσου όπου κείται η Μεθώνη, έκλεισαν αυτόν διά τείχους και ήγειραν φρούριον. Εκείθεν δε ελήστευαν τας χώρας της Τροιζηνίας, της Αλιάδος και της Επιδαυρίας· και, αφού ωχύρωσαν το μέρος εκείνο, επέστρεψαν εις τα ίδια.

46. Κατά τον αυτόν δε χρόνον (ότε) συνέβαινον ταύτα, ο Ευρυμέδων και ο Σοφοκλής, αναχωρήσαντες εκ Πύλου διά την Σικελίαν επί των πλοίων των Αθηναίων, έφθασαν εις Κέρκυραν. Ενωθέντες δε με τους εις την πόλιν εξεστράτευσαν κατά των επί του όρους της Ιστώνης εγκατεστημένων, οίτινες μετά την στάσιν μεταβάντες εκεί έγιναν κύριοι των πέριξ και επροξένουν πολλάς ζημίας. Προσβαλόντες αυτούς εκυρίευσαν το τείχος, οι δε διωχθέντες κατέφυγον αθρόοι εις ύψωμά τι και συνήνεσαν διά συνθήκης να παραδώσουν τους βοηθούς, να καταθέσουν τα όπλα και δικασθούν ακολούθως υπό του δήμου των Αθηναίων. Τους μετέφεραν λοιπόν οι στρατηγοί κατά την συμφωνίαν ταύτην εις την νήσον Πτυχίαν, διά να φυλάττωνται μέχρις ου σταλούν εις τας Αθήνας, υπό τον ρητόν όρον να διαλυθούν αι συνθήκαι δι' όλους, εάν κανείς φανερωθή θέλων να φύγη. Οι δε προεστώτες του δήμου των Κερκυραίων, φοβηθέντες μήπως οι Αθηναίοι δεν φονεύσουν τους αιχμαλώτους τούτους, επενόησαν το εξής. Στείλαντες κρυφίως ολίγους φίλους προσεπάθησαν με προσποιημένην συμπάθειαν να πείσουν τινάς των εν τη νήσω ότι καλλίτερον δι' αυτούς θα ήτο να αποδράσουν το ταχύτερον και ότι αυτοί οι ίδιοι θα είχον δι' αυτούς πλοίον έτοιμον προς τον σκοπόν τούτον, διότι οι στρατηγοί των Αθηναίων έμελλαν να τους παραδώσουν εις τον δήμον των Κερκυραίων.

47. ’μα δ' ούτοι επείσθησαν και ελήφθησαν όλα τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να συλληφθή το φέρον αυτούς πλοίον, αι συνθήκαι διελύθησαν και παρεδόθησαν όλοι εις τους Κερκυραίους. Συνήργησαν δε εις την μηχανορραφίαν ταύτην όχι ολίγον και οι στρατηγοί των Αθηναίων, ώστε και η πρόφασις να φανή ευλογοφανής και οι επινοηταί αυτής τολμηρότεροι εις την επιχείρησιν· έβλεπε τις σαφώς ότι μέλλοντες να πλεύσουν εις την Σικελίαν δεν ήθελαν να μετακομισθούν οι αιχμάλωτοι δι' άλλων εις τους οποίους η πράξις αύτη ήθελε περιποιήσει τιμήν. Παραλαβόντες λοιπόν αυτούς οι Κερκυραίοι τους έκλεισαν εις μέγα οίκημα. Έπειτα τους εξήγον ανά είκοσι και τους ηνάγκαζον να διέρχονται διά δύο στοίχων οπλιτών παραταγμένων εκατέρωθεν. Δεμένοι προς αλλήλους εδέροντο και εκεντώντο υπό των παραταγμένων, άμα ούτοι έβλεπον μεταξύ αυτών κανένα εχθρόν τους. Μαστιγοφόροι δε βαδίζοντες πλησίον των επετάχυναν το βάδισμα των βραδύτερον προχωρούντων.

48. Και περί τους εξήκοντα μεν άνδρες εξήχθησαν του κτιρίου αυτού τοιουτοτρόπως και εφονεύθησαν εν αγνοία των εντός κεκλεισμένων (οι οποίοι ενόμιζαν ότι τους εξήγον διά να τους μεταφέρουν αλλαχού) αλλ' ότε έμαθαν τούτο παρά τινος, ο οποίος τους το εφανέρωσεν, επεκαλέσθησαν τους Αθηναίους και εζήτησαν να τους αφήσουν, εάν ήθελαν, να φονευθούν μεταξύ των. Ηρνούντο να εξέλθουν εκ του οικήματος και διεκήρυξαν ότι κάθε προσπάθειαν θα κατέβαλλον, διά να μη αφήσουν κανένα να εισέλθη. Οι δε Κερκυραίοι ουδ' αυτοί διενοήθησαν να παραβιάσουν τας θύρας, αλλ' αναβάντες εις την στέγην του οικήματος και διατρυπήσαντες την οροφήν έρριπταν κεράμους και ετόξευαν κάτω. Οι αιχμάλωτοι και επροφυλάσσοντο όπως ηδύναντο και συγχρόνως οι πολλοί εφόνευαν αλλήλους οι μεν εμπηγνύοντες εις τον λαιμόν τα βέλη, τα οποία οι προσβάλλοντες έρριπταν κατ' αυτών, οι δε απαγχονιζόμενοι με σχοινιά από σπαρτά, τα οποία επρομηθεύοντο από μερικάς κλίνας ευρισκομένας εκεί δι αυτούς και διά λωρίδων, τας οποίας έκαμναν από τα ενδύματα των. Και κατά το πλείστον μέρος της νυκτός (διότι επήλθεν η νυξ διαρκούσης της σφαγής ταύτης) φονεύοντες αυτοί εαυτούς και προσβαλλόμενοι υπό των άνω κατεστράφησαν. Ότε δε εξημέρωσε, συσσωρεύσανε οι Κερκυραίοι τα πτώματα επί αμαξών απήγαγον έξω της πόλεως, όλαι δε αι γυναίκες όσαι συνελήφθησαν εις το τείχος επωλήθησαν ως ανδράποδα. Τοιουτοτρόπως οι εν τω άρει καταφυγόντες Κερκυραίοι εξολοθρεύθηκαν υπό του δήμου, και η στάσις αύτη, αφού έλαβε τόσην μεγάλην έκτασιν, έλαβε τοιούτο τέλος, τουλάχιστον σχετικώς με τον πόλεμον τούτον και τωόντι δεν έμεινε πλέον τίποτε άξιον μνείας. Οι δε Αθηναίοι έπλευσαν εις την Σικελίαν, όπου εξ αρχής εσκόπευαν να μεταβούν, και ενωθέντες μετά των εκεί συμμάχων επολέμουν.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings