Front matter
Panagiotes I. Phermpos translation
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Footnotes have been converted to endnotes and are included in (). I have also added explanation of words in endnotes. These are included in [].// Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και περικλείονται σε (). Έχω προσθέσει στο τέλος του βιβλίου επεξηγήσεις λέξεων. Αυτές έχουν σημειωθεί με [].
Ο ΣΑΝΣΕΛΛΩΡ

ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ
Ο ΣΑΝΣΕΛΛΩΡ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΦΕΡΜΠΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ
ΜΕΤΑ 45 ΕΙΚΟΝΩΝ
ΘΗΣΕΥΣ Κ. ΛΙΒΕΡΙΟΣ ΕΚΔΟΤΗΣ
ΕΚΤΑΚΤΑ ΤΑΞΕΙΔΙΑ
_____

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ
ΒΡΑΒΕΥΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΕΙΑΣ
ΚΑΤΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΦΕΡΜΠΟΥ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ
ΜΕΤΑ 45 ΕΙΚΟΝΩΝ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
Εκδότης Θησεύς Κ. Λιβέριος
1892
_____
ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΟΥ ΕΠΙΒΑΤΟΥ I. Ρ. ΚΑΖΑΛΛΟΝ
Α'
— Κάρλεστον. — Τη 27 Σεπτεμβρίου 1869. — Καταλείπομεν την προκυμαίαν του Πυροβολείου τη 3 μ.μ. . εν τη ακμή της παλιρροίας, η δε άμπωτις εκφέρει ημάς ταχέως εις το πέλαγος. Ο πλοίαρχος Χόντλυ εκέλευσε να εκπετάσωσι τα ανώτερα ιστία και τα κατώτερα, η δε πνοή του Βορρά ωθεί τον Σάνσελλορ ανά τον κολπίσκον. Μετ' ου πολύ κάμπτομεν το φρούριον Σόντερ, και αφίνομεν αριστερά τα μετωποβόλα πυροβολεία της παραλίας. Την τετάρτην ώραν το στόμιον του λιμένος, εξ ού εκφεύγει ταχύ ρεύμα αμπώτιδος, παρέχει δίοδον εις το πλοίον. Αλλά το πέλαγος είνε εισέτι μακράν· ίνα δε φθάσωμεν αυτό, οφείλομεν να παρακολουθήσωμεν τους στενούς πόρους, ούς το κύμα έσκαψε μεταξύ των όχθων της άμμου. Ο πλοίαρχος Χόντλυ εκπίπτει λοιπόν εις την ΝΔ αύλακα, κάμπτων τον φάρον της άκρας διά της αριστεράς γωνίας του φρουρίου Σόντερ. Τότε δε τα ιστία του Σάνσελλορ ηυθετίσθησαν προς τον άνεμον, και την 7 μ. μ. το πλοίον ημών, παραπλεύσαν την εσχάτην αμμώδη άκραν της παραλίας, διά μιας εισβάλλει εις τον Ατλαντικόν.

Ο Σάνσελλορ, εύμορφον πλοίον τρίστηλον [ 1] , ενεακοσίων τόννων, ανήκει τω πλουσίω οίκω των Αδελφών Ληρδ εκ Λιβερπούλης. Είνε δύο ετών, έχει επιχάλκωσιν μετά γόμφων [ 2] χαλκών και είνε ηρμολογημένον εξ αρίστης ξυλείας των Ινδιών· οι κατώτεροι αυτού ιστοί, πλην του επιδρόμου [3] , είνε σιδηροί ως και η εξαρτία [4] . Το στερεόν τούτο και κομψόν σκάφος, καταγεγραμμένον εκ των πρώτων εν τω Νηιγνώμονι, εκτελεί την στιγμήν ταύτην τον τρίτον αυτού πλουν μεταξύ Κάρλεστον και Λιβερπούλης. Εξερχόμενον των πόρων του Κάρλεστον αναπεταννύει την βρεττανικήν σημαίαν αλλ' όμως ναυτικός τις βλέπων αυτό δεν θα ηδύνατο να απατηθή περί της καταγωγής του, είνε ακριβώς οποίον φαίνεται, τούτ' έστιν είνε Αγγλικόν από της ισάλου αυτού γραμμής [5] μέχρι των επιμήλων [6] .
Ιδού δε ο λόγος δι' όν επεβιβάσθην επί του Σάνσελλορ καταπλέοντος εις Αγγλίαν.
Ουδεμία υπάρχει κατ' ευθείαν ατμοπλοϊκή γραμμή μεταξύ της Νοτίου Καρολίνης και του Ηνωμένου βασιλείου· ίνα δε λάβη τις γραμμήν υπερωκεάνειον, οφείλει είτε να ανέλθη προς βορράν των Ηνωμένων Πολιτειών, εις Νέαν Υόρκην, είτε να κατέλθη προς νότον, εις Νέαν Αυρηλίαν. Μεταξύ δε της Νέας Υόρκης και της παλαιάς ηπείρου υπάρχουσι πολλαί γραμμαί, Αγγλική, Γαλλική, Αμβουργική και μία Σκωτία, είς Περέρ, μία Ολσατία θα με έφερον τάχιστα εις τον προς όν όρον. Μεταξύ δε Νέας Αυρηλίας και Ευρώπης τα ατμόπλοα της Εθνικής ατμοπλοϊκής Εταιρείας, άτινα συνεχίζουσι την υπερατλάντειον Γαλλικήν από Κολόν μέχρι Ασπινουάλ, εκτελούσι ταχείς πλους. Αλλά διατρέχων τας προκυμαίας του Κάρλεστον είδον τον Σάνσελλορ· Ο Σάνσελλορ μοι ήρεσε και ουκ οίδα οποίον τι ένστιγμά με ώθησεν εις το πλοίον τούτο, ού τινος τα πάντα ήσαν άνετα. Άλλως τε η ιστιοφόρος ναυτιλία όταν ευνοήται υπό τε του ανέμου και της θαλάσσης — ταχεία σχεδόν όσον και η ατμήρης — είνε προτιμητέα κατά πάντα: Αρχομένου του φθινοπώρου, υπό τα γεωγραφικά ταύτα πλάτη, τα νότια ήδη, ο καιρός είνε ακόμη καλός. Λοιπόν απεφάσισα να επιβιβασθώ επί του Σάνσελλορ.
Καλώς εποίησα ή κακώς; Άρα γε θα μετανοήσω διά την απόφασίν μου; Το μέλλον θα με το διδάξη. Συντάσσω καθ' ημέραν τας σημειώσεις ταύτας, και καθ' ήν στιγμήν γράφω, δεν ειξεύρω περισσότερα των αναγινωσκόντων το ημερολόγιον τούτο, — αν ίσως και εύρη ποτέ αναγνώστας.
Β'
— 28 Σεπτεμβρίου. — Είπον ότι ο πλοίαρχος του Σάνσελλορ επονομάζεται Χόντλυ — τα κύρια δε ονόματα αυτού Τζων Σάιλας. Είνε Σκώτος εκ Δούνδης, πεντηκοντούτης, φημιζόμενος ως επιδέξιος του Ατλαντικού γνώστης. Ανάστημα έχει μέτριον, ώμους στενούς, κεφαλήν μικράν και εκ συνηθείας ολίγον τι κεκλιμένην προς αριστερά. Δεν είμαι πρώτης τάξεως φυσιογνώμων, μοι φαίνεται όμως ότι δύναμαι ήδη να κρίνω τον πλοίαρχον Χόντλυ, ει και από τινων μόνον ωρών γινώσκω αυτόν.
Ότι ο Σάιλας Χόντλυ φημίζεται ως καλός ναυτικός και ότι γινώσκει εντελώς το επάγγελμά του, δεν αντιλέγω· αλλ' ότι όμως ενυπάρχει εν τω ανθρώπω τούτω χαρακτήρ σταθερός, δραστηριότης φυσική τε και ηθική, ουχί! τούτο δεν είνε παραδεκτόν.
Και όντως, η στάσις του πλοιάρχου Χόντλυ είνε βαρεία, το δε σώμα του εμφαίνει τινά ατονίαν. Είνε νωχελής, ως δηλοί το ασταθές του βλέμματός του, η παθητική των χειρών του κίνησις, και η ταλάντωσις η φέρουσα αυτόν βραδέως από του ετέρου ποδός εις τον έτερον. Δεν είνε, δεν δύναται να είνε ανήρ δραστήριος, ουδέ επίμονος, διότι οι οφθαλμοί του δεν συσπώνται, η σιαγών του είνε μαλακή, και αι πυγμαί του δεν έχουσι συνήθη τάσιν να κλείωνται. Προς δε τούτοις ανευρίσκω εν αυτώ ήθος αλλόκοτον, περί ού δεν δύναμαι ακόμη να εξηγηθώ, αλλά θα τον παρατηρήσω μετά προσοχής, ής είνε άξιος ο κυβερνήτης πλοίου, ο καλούμενος «ο μετά Θεόν κύριος!»
Αλλ' όμως, αν μη απατώμαι, μεταξύ Θεού και Σάιλα Χόντλυ υπάρχει εν τω πλοίω έτερος ανήρ, όστις μου φαίνεται προωρισμένος, τυχούσης περιστάσεως, να καταλάβη θέσιν αξίαν λόγου. Είνε ο δεύτερος του Σάνσελλορ, όν ακόμη δεν εσπούδασα επαρκώς και περί ού επιφυλάσσομαι να λαλήσω βραδύτερον.
Το πλήρωμα του Σάνσελλορ αποτελείται εκ του πλοιάρχου Χόντλυ, του δευτέρου Ροβέρτου Κόρτις, του υποπλοιάρχου Ουάλτερ, του αρχιναύτου και δεκατεσσάρων ναυτών, Άγγλων ή Σκώτων, τούτ' έστιν εκ δεκαοκτώ ναυτικών, — όσοι εξασκούσιν εις τον χειρισμόν πλοίου τριστήλου ενεακοσίων τόνων. Πάντες δε οι άνδρες ούτοι φαίνονται γινώσκοντες το έργον των. Τούτο δε μόνον δύναμαι να βεβαιώσω μέχρι τούδε ότι, διευθύνοντος του δευτέρου, εξετέλεσαν επιδεξίως τους χειρισμούς εν τοις πόροις του Κάρλεστον.

Συμπληρών την απαρίθμησιν των επιβαινόντων του Σάνσελλορ, αναφέρω τον τροφοδότην Χόμμπαρτ, τον μαύρον μάγειρον Γύγξτροπ, και παρέχω τον κατάλογον των επιβατών.
Οι επιβάται είνε οκτώ τον αριθμόν και εμού συμπεριλαμβανομένου. Μόλις γινώσκω αυτούς, αλλ' η μονοτονία του διάπλου, τα συμβαίνοντα καθ' εκάστην, ο καθημερινός διαγκωνισμός ανθρώπων συνεσφιγμένων εν διαστήματι στενώ, η χρεία εκείνη η τοσούτον φυσική της ανταλλαγής ιδεών, η έμφυτος τη ανθρωπίνη καρδία περιεργία, πάντα ταύτα θα προσελκύσωσι μετ' ου πολύ πάντας ημάς προς αλλήλους, διότι μέχρι τούδε ο θόρυβος της επιβιβάσεως, η κατάληψις των θαλάμων, η διευθέτησις πάντων των χρειωδών εις ταξείδιον μέλλον να διαρκέση είκοσιν ίσως ημέρας μέχρι είκοσι πέντε, ασχολίαι διάφοροι, εκράτησαν ημάς απομεμακρυσμένους απ' αλλήλων. Χθες δε και σήμερον πάντες οι δαιτυμόνες ουδέ καν εφάνησαν ακόμη εις την τράπεζαν, ίσως δε τινες αυτών κατατρύχονται υπό της ναυτίας. Όθεν δεν τους είδον πάντας, αλλά γινώσκω όμως ότι μεταξύ των επιβατών συγκαταριθμούνται δύο κυρίαι έχουσαι τους πρυμναίους θαλάμους, ών τα παράθυρα ήσαν επί του άβακος [7] του πλοίου.
Περί πλέον ιδού και ο κατάλογος των επιβατών απαράλλακτος ως τον αντέγραψα εκ του επιβατολογίου του Σάνσελλορ:
Ο Κος και η Κα Κηρ, Αμερικανοί, εκ Βουφφάλου.
Μις Χέρμπυ, Αγγλίς, ακόλουθος της Κας Κηρ.
Κος Λετουρνέρ και ο υιός του Ανδρέας Λετουρνέρ, Γάλλοι, εκ Χάβρης.
Ουίλλιαμ Φάλστεν, μηχανικός εκ Μαγχεστρίας, και Τζων Ρώμπυ μεγαλέμπορος εκ Κάρδιφ, αμφότεροι Άγγλοι.
Ι. Ρ. Κάζαλλον, εκ Λονδίνου, — ο συγγραφεύς του ημερολογίου τούτου.

Γ'
— 29 Σεπτεμβρίου. — Η φορτωτική του πλοιάρχου Χόντλυ, τούτ' έστιν η πράξις η βεβαιούσα την φόρτωσιν των εμπορευμάτων επί του Σάνσελλορ και τους όρους της μεταφοράς αυτών, έχει ώδε:
ΒΡΟΝΣΦΙΛΔ ΚΑΙ ΣΑ. . ΠΑΡΑΓΓΕΛΕΙΟΔΟΧΟΙ ΚΑΡΛΕΣΤΟΝ
«Εγώ, Τζων Σάιλας Χόντλυ, εκ Σούνδης (Σκωτία), πλοίαρχος του πλοίου Σάνσελλορ, τόνων ενεακοσίων ή ως έγγιστα, ηγκυροβολημένον επί του παρόντος εν Κάρλεστον, διά να αποπλεύσω καιρού επιτρέποντος και με την βοήθειαν του Θεού και μέχρι προ της πόλεως Λιβερπούλης εκεί όπου θα εκφορτώσω, — ομολογώ ότι παρέλαβον εν τω ειρημένω πλοίω μου και υπό το ελεύθερον αυτού κατάστρωμα παρ' υμών των κκ. Βρόνσφιλδ και Σα, παραγγελειοδόχων εν Κάρλεστον, χίλια επτακόσια δέματα βάμβακος, αξίας εικοσιέξ χιλιάδων λιρών, σώα και εν καλή καταστάσει, επιγεγράμμένα διά των εν τω περιθωρείω στοιχείων και αριθμών. Ταύτα δε υπισχνούμαι να κομίσω καλώς έχοντα, πλην των θαλασσίων κινδύνων και ατυχημάτων, εις Λιβερπούλην, και εκεί να παραδώσω αυτά εις τους κκ. Αδελφούς Ληρδ ή εις την διαταγήν αυτών, λαμβάνων ως ναύλον μου το ποσόν δισχιλίων λιρών, άνευ τινός προσθήκης, κατά το συμφωνητικόν, προς δε τούτοις και τας ναυφθορίας [8] κατά τα θαλάσσια έθιμα. Προς εκπλήρωσιν δε των ανωτέρω εγγυήθην και εγγυώμαι προσωπικώς και διά των υπαρχόντων μου και του ειρημένου πλοίου μετά πάντων των εξαρτημάτων αυτού.
»Εις πίστωσιν τούτου υπέγραψα τρεις ομοίας φορτωτικάς, εξ ών της μιας των όρων εκπληρωθέντων, αι λοιπαί δύο θα είνε άκυροι.
» Εγένετο εν Κάρλεστον τη 13 Σεπτεμβρίου 1850.
Τ. Σ. ΧΟΝΤΛΥ»
Όθεν λοιπόν ο Σάνσελλορ κομίζει εις Λιβερπούλην χίλια επτακόσια δέματα βάμβακος, ών αποστολείς μεν οι Βρόνσφιλδ και Σα εν Κάρλεστον, παραλήπται δε οι Αδελφοί Ληρδ εκ Λιβερπούλης.
Η φόρτωσις δε αύτη εγένετο μετά μεγίστης επιμελείας, διότι το πλοίον είχεν εξεπίτηδες ναυπηγηθή προς μεταφοράν βάμβακος. Τα δέματα κατέχουσιν όλον το κύτος, πλην μικρού τινος μέρους προωρισμένου ιδία εις τας αποσκευάς των επιβατών. Τα δέματα δε ταύτα, ών η συμπίεσις κατωρθώθη διά μηχανής, αποτελούσι μίαν μάζαν συμπαγεστάτην. Λοιπόν ουδείς τόπος του κύτους έμεινεν άχρηστος, — πλεονέκτημα σημαντικόν εις πλοίον δυνάμενον ούτω να περιλάβη όσα χωρεί εμπορεύματα.
Δ'
— Από της 30 Σεπτεμβρίου μέχρι της 6 Οκτωβρίου. — Ο Σάνσελλορ είνε ταχύς δρομεύς, όστις παν άλλο ισομέγεθες πλοίον ακόπως [δεν θα] ηδύνατο να υπερβή· αφ' ότου δ' εδρόσισεν ο άνεμος, μακρά αύλαξ ευκρινέστατα κεχαραγμένη εκτείνεται έξω βολής οφθαλμών εκ της πρύμνης, ως λευκόν τρίχαπτον [9] ηπλωμένον επί της θαλάσσης, ως επί πεδίου κυανού.
Ο Ατλαντικός Ωκεανός δεν ταράσσεται πολύ υπό των ανέμων. Ουδείς των εν τω πλοίω, καθ' όσον γινώσκω, ενοχλείται πλέον ούτε υπό του παρακυλίσματος [10] του πλοίου ούτε υπό του προνευστασμού [ 11] . Άλλως τε ουδείς των επιβατών είνε πρωτοτάξειδος, και πάντες έχουσι κατά το μάλλον ή ήττον εξοικειωθή προς την θάλασσαν. Όθεν ουδεμία θέσις κενή πέριξ της τραπέζης την ώραν του φαγητού. Αι των επιβατών προς αλλήλους σχέσεις άρχονται συναπτόμεναι, και ο επί του πλοίου βίος γίνεται ήττον μονότονος. Ο Γάλλος, κ. Λετουρνέρ, και εγώ συνδιαλεγόμεθα συχνάκις.
Ο κ. Λετουρνέρ είνε ανήρ πεντηκοντούτης, υψηλός το ανάστημα, πολιός [12] την κόμην, και το γένειον μιξοπόλιος, φαίνεται δε πρεσβύτερος της ηλικίας του — αποτελέσματα του πολυπαθούς βίου του. Υπό δεινών εδοκιμάσθη θλίψεων και, προσθέτω, δοκιμάζεται ακόμη. Ο ανήρ ούτος φέρει προδήλως εν εαυτώ πηγήν ακένωτον δυσθυμίας, ως φαίνεται εκ του καταβεβλημένου πως σώματός του, εκ της κεφαλής της συχνότατα κεκλιμένης προς το στήθος. Ουδέποτε γελά, μειδιά μόλις, και μόνον προς τον υιόν του. Οι οφθαλμοί του είνε γλυκείς, αλλά μοι φαίνεται ότι το βλέμμα του διαφαίνεται διά μέσου σκέπης υγράς. Το πρόσωπόν του ενέχει τι μετέχον πικρίας και αγάπης, η δε καθ' όλου έκφρασις της φυσιογνωμίας του είνε έκφρασις προσηνείας και αγαθότητος.
Θα έλεγέ τις ότι ο κ. Λετουρνέρ κατατρύχεται υπό των ελέγχων της συνειδήσεως, ένεκα ακουσίου τινός δυστυχήματος.
Και όντως!
Αλλά τις δεν θα συγκινηθή βαθύτατα μανθάνων οποίοι τινες είνε οι έλεγχοι ούτοι οι υπερβολικοί, βεβαίως, ών ένεκα ο «πατήρ» ούτος ελέγχει αυτός εαυτόν;
Ο κ. Λετουρνέρ είνε μετά του υιού του Ανδρέου, νεανίου είκοσι περίπου ετών όψεως γλυκείας και συμπαθητικής. Είνε δε η εικών, ολίγον τι εσβεσμένη, του κ. Λετουρνέρ, αλλά — και αύτη είνε η ανίατος του πατρός του λύπη — ο Ανδρέας είνε ανάπηρος. Ο αριστερός αυτού πους, ελεεινώς διεστραμμένος προς τα έξω, τον αναγκάζει να χωλαίνη, και δεν δύναται να βαδίζη, αν μη στηρίζεται επί της ράβδου του.
Ο πατήρ λατρεύει το παιδίον τούτο και πας τις αισθάνεται ότι όλος αυτού ο βίος είνε εν τη ατυχή ταύτη υπάρξει. Πάσχει διά την εκ γενετής ασθένειαν του υιού έτι μάλλον ή αυτός ο υιός, και ίσως ζητεί παρ' αυτού συγγνώμην. Η προς τον Ανδρέαν αφοσίωσις αυτού είνε αδιάλειπτος. Ουδέποτέ τον εγκαταλείπει, και τας ελαχίστας αυτού επιθυμίας προλαμβάνων και τας ελαχίστας πράξεις επιτηρών. Οι βραχίονές του ανήκουσι μάλλον τω υιώ ή εαυτώ και περιβάλλουσι και υποβαστάζουσι τον νεανίαν περιπατούντα επί του καταστρώματος του Σάνσελλορ.
Ο κ. Λετουρνέρ είνε ιδία μάλλον συνδεδεμένος μετ' εμού και αείποτέ μοι ομιλεί περί του τέκνου του.
Σήμερον είπον προς αυτόν:
«Τώρα δα ήμην μετά του κ Ανδρέα. Μα έχετε αξιόλογον υιόν, κύριε Λετουρνέρ. Είνε νέος ευφυής και ευπαίδευτος.
— Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ, ου τα χείλη υποχαράσσουσι μειδίαμα, είνε ψυχή καλή εν αθλίω σώματι, — η ψυχή της ταλαίνης μητρός του, ήτις απέθανε φέρουσα αυτόν εις τον κόσμον!
— Σας αγαπά, κύριε Λετουρνέρ.
— Αι, το καϊμένον! ψιθυρίζει ο κ. Λετουρνέρ κύπτων την κεφαλήν. Α! επαναλαμβάνει, υμείς δεν δύνασθε να νοήσετε τι πάσχει ο πατήρ βλέπων το τέκνον του ανάπηρον. . . ανάπηρον εκ γενετής!
— Κύριε Λετουρνέρ, απεκρίθην, της συμφοράς ήτις έπληξε το τέκνον σας και, κατ' ακολουθίαν, υμάς, δεν μετέχει εξ ίσου έκαστος υμών. Ο κύριος Ανδρέας είνε αξιολύπητος, αναμφιβόλως· αλλ' όμως ολίγον είνε εις αυτόν το να αγαπάται υφ' υμών, όπως αγαπάται; Ασθένειαν φυσικήν υπομένει ο άνθρωπος ευκολώτερον ή λύπην ηθικήν, εις υμάς δε μάλιστα έλαχεν η ηθική λύπη. Παρατηρώ μετά προσοχής τον υιόν σας, και νομίζω ότι δύναμαι να διαβεβαιώσω, ότι, αν είνε πράγμα όπερ ιδία τον λυπεί, είνε η ιδία υμών θλίψις. . .
— Δεν τον αφίνω να καταλάβη τίποτε! απεκρίθη ζωηρώς ο κ. Λετουρνέρ. Μίαν και μόνην έχω ενασχόλησιν, να τον διασκεδάζω κατά πάσαν στιγμήν του βίου του. Ανεγνώρισα δε ότι, παρά την ασθένειάν του, το τέκνον μου είχε μανίαν εις τα ταξείδια. Το πνεύμα του έχει πόδας, πτερά μάλιστα, και από πολλών ετών συνταξειδεύομεν. Επεσκέφθημεν όλην την Ευρώπην, κατά πρώτον, και προ μικρού διήλθομεν τας κυριωτάτας Πολιτείας της Ενώσεως. Εγώ αυτός εξεπαίδευσα τον Ανδρέαν, διότι δεν ήθελον να τον στείλω εις σχολείον, και την εκπαίδευσίν του ταύτην συμπληρώ διά των περιηγήσεων. Ο Ανδρέας είνε κεκοσμημένος δι' οξείας διανοίας και ζωηράς φαντασίας· είνε ευαίσθητος, και ενίοτε μετά χαράς συλλογίζομαι ότι λησμονεί, περιπαθώς διακείμενος προ των μεγάλων θεαμάτων της φύσεως!
— Μάλιστα, κύριε. . . . αναμφιβόλως. . . . είπον.
— Αλλ' εάν λησμονή, υπέλαβεν ο κ. Λετουρνέρ θλίβων μου την χείρα, εγώ όμως δεν λησμονώ, ουδέ θα λησμονήσω ποτέ! Κύριε, κύριε, νομίζετε ότι ο υιός μου συγχωρεί την μητέρα του και εμέ διότι τον εγεννήσαμεν ασθενή;»
Η λύπη του πατρός τούτου κατηγορούντος εαυτόν διά δυστύχημα, ού η ευθύνη ουδένα εβάρυνε, με καταλυπεί δεινώς! Θέλω να τον παρηγορήσω, αλλ' επιφαίνεται ο υιός του την στιγμήν εκείνην. Ο κ. Λετουρνέρ τρέχει προς αυτόν και τον βοηθεί να αναβή την κλίμακα, ολίγον τι ορθίαν, την καταλήγουσαν εις το επίστεγον [13] .
Εκεί δε ο Ανδρέας Λετουρνέρ κάθηται επί τινος των θρανίων των διατεθειμένων επί των κλωβών των ορνίθων, και παρ' αυτώ κάθηται ο πατήρ. Αμφότεροι συνδιαλέγονται, και εγώ αναμιγνύομαι εις την συνδιάλεξιν. Το υποκείμενον δε της συνδιαλέξεως είνε ο πλους του Σάνσελλορ, αι περιπέτειαι του ταξειδίου, το πρόγραμμα του εν τω πλοίω βίου. Ο κ. Λετουρνέρ είχεν, ως και εγώ, μετρίαν γνώμην περί του πλοιάρχου Χόντλυ. Το αμφίρροπον του ανδρός τούτου, η υπναλέα αυτού όψις, αηδώς εκίνησαν την ψυχήν του. Η γνώμη του κ Λετουρνέρ είνε τουναντίον ευνοϊκωτάτη προς τον δεύτερον πλοίαρχον, τον Ροβέρτον Κόρτις, νέον τριακοντούτη, ευεκτικόν [14] , μυικής δυνάμεως μεγάλης, αείποτε εν κινήσει διατελούντα, και ού τινος η ζωηρά θέλησις φαίνεται αδιαλείπτως ετοίμη διά πράξεων να εκδηλωθή.
Ο Ροβέρτος Κόρτις την στιγμήν ταύτην ανήλθεν εις το κατάστρωμα. Τον παρατηρώ μετά προσοχής και εκπλήττομαι εκ των συμπτωμάτων, άτινα εμφαίνουσι την ισχύν αυτού και την ζωικήν ανάπτυξιν. Είνε εκεί, ευθυτενής, ευκίνητος, υπερήφανος το βλέμμα και μόλις συσπών τους οφρυαίους μυς. Είνε ανήρ δραστήριος και θα έχη το απαθές εκείνο θάρρος το απαραίτητον εις τον αληθή ναυτικόν.
Αλλ' εν ταυτώ είνε ψυχή αγαθή, διότι φαίνεται συμπαθών προς τον νέον Λετουρνέρ και προθυμείται να τω φανή χρήσιμος εν πάση περιστάσει.
Εξετάσας την κατάστασιν του ουρανού και την ιστιοφορίαν του πλοίου, έρχεται προς ημάς και μετέχει της συνδιαλέξεως.
Βλέπω δε ότι ο νέος Λετουρνέρ ευαρεστείται συνομιλών μετ' αυτού.
Ο Ροβέρτος Κόρτις δίδει ημίν λεπτομερείς τινας πληροφορίας περί των επιβατών προς ούς ατελεστάτας έτι σχέσεις έχομεν συνάψη.
Και ο μεν Μίστερ και η Μίσσιζ Κηρ είνε Αμερικανοί εκ της Βορείου Αμερικής, ωφεληθέντες μεγάλως εκ της καλλιεργείας πηγών πετρελαιοφόρων. Γνωστόν όντως ότι αύτη είνε η αρχή των νεωτέρων μεγάλων περιουσιών εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις. Αλλ' ο κύριος ούτος Κηρ, ανήρ πεντηκοντούτης, φαινόμενος ως πλουτήσας μάλλον ή ως πλούσιος, είνε οχληρός ομοτράπεζος, ουδέν άλλο επιζητών και θέλων, ή τας αναπαύσεις του. Ήχος μεταλλικός εξέρχεται κατά πάσαν στιγμήν εκ των θυλακίων του, εν οίς αι δύο του χείρες είνε αδιαλείπτως βεβυθυσμέναι. Αλαζών και μάταιος, θαυμάζων εαυτόν και καταφρονών τους άλλους, προοσποιείται αδιαφορίαν προς παν ό τι δεν είνε εαυτού. Βρενθύεται [15] ως ταώς [16] , «οσφραίνεται εαυτόν, εντρυφά εαυτώ, απογεύεται εαυτόν», ίνα μεταχειρισθώμεν τους όρους του σοφού φυσιογνώμονος Γρατιολέτου. Τέλος είνε μωρός και φίλαυτος. Δεν εξηγούμαι δε διατί επεβιβάσθη επί του Σάνσελλορ, απλού εμπορικού πλοίου, όπερ δεν δύναται να παράσχη αυτώ τας ανέσεις των Υπερατλαντείων σκαφών.
Η δε μίσσιζ Κηρ είνε γυνή άσημος, νωχελής, αδιάφορος, τεσσαρακοντούτις, αφυής, άνευ αναγνώσεως, άνευ συνδιαλέξεως. Κυττάζει μεν, αλλά δεν βλέπει, ακροάται, αλλά δεν ακούει. Σκέπτεται; δεν δύναμαι να το βεβαιώσω.
Μόνη ασχολία της γυναικός ταύτης είνε να υπηρετήται κατά πάσαν στιγμήν υπό της ακολούθου αυτής Αγγλίδος μις Χέρμπυ, νεάνιδος εικοσαέτιδος γλυκείας και πράου, κερδαινούσης άνευ ταπεινώσεως τας ολίγας τινάς λίρας άς τη ρίπτει ο βαθύπλουτος Πετρέλαιος.
Η νεάνις αυτή είνε κομψοτάτη, και ξανθή μετά βαθυκυάνων οφθαλμών, η δε χαρίεσσα αυτής όψις δεν έχει το άσημον εκείνο όπερ απαντά παρά τισι των ομοφύλων αυτής. Το στόμα της θα ήτο θελκτικόν, εάν είχε ποτε καιρόν ή αφορμήν να μειδιάση. Αλλά προς τίνα και διατί ήθελε μειδιάση η τάλαινα κόρη, υποκειμένη εις τας αδιαλείπτους προσβολάς και τας γελοίας ιδιοτροπίας της κυρίας; Αλλ' όμως ει και πάσχει ενδομύχως, υποτάσσεται, τουλάχιστον, και φαίνεται υπείκουσα εις την τύχην της.
Ο δε Ουίλλιαμ Φάλστεν είνε μηχανικός εκ Μαγχεστρίας, έχων ήθος αγγλικώτατον. Διευθύνει μέγα υδραυλικόν εργαστήριον εν τη Μεσημβρινή Καρολίνη και απέρχεται εις Ευρώπην αναζητών τας νεωτάτας συσκευάς, και πλην άλλων τους μύλους μετά φυξικέντρου [17] δυνάμεως του οίκου Κάιλ. Είνε δε ανήρ τεσσαράκοντα πέντε ετών, τρόπον τινά σοφός τις, μόνον αυτού μέλημα έχων τας μηχανάς και απορροφώμενος υπό της μηχανικής και των υπολογισμών· πέρα δε τούτων δεν βλέπει τίποτε. Ο μετ' αυτού συνδιαλεγόμενος είνε των αδυνάτων να απαλλαχθή ευκόλως, περιπλέκεται όλος ως εν τροχώ γιγγλυμωτώ [18] .
Ό δε κυρ Ρόμπυ εκπροσωπεί τον κοινόν μεγαλέμπορον άνευ τινός μεγαλείου, άνευ πρωτοτυπίας. Από εικοσαετίας ο ανήρ ούτος πωλεί μόνον και αγοράζει. Επειδή δε ανεξαιρέτως επώλησεν ακριβότερον παρ' όσον ηγόρασεν, έγινε κάτοχος περιουσίας. Τι θα την κάμη, ουδ' αυτός δύναται να είπη. Ο Ρόμπυ ούτος, ού όλος ο βίος απεκτηνώθη εν τω κατά μέρος εμπορίω, δεν σκέπτεται, δεν διανοείται πλέον. Ο εγκέφαλός του είνε του λοιπού κλειστός εις πάσαν εντύπωσιν, και κατ' ουδένα τρόπον δικαιολογεί το υπό του Πασχάλ ειρημένον: «Προδήλως ο άνθρωπος επλάσθη ίνα σκέπτεται· εν τούτω πάσα αυτού η αξιοπρέπεια και η αξία.»
Ε'
— 7 Οκτωβρίου. — Ιδού παρήλθον δέκα ημέραι αφ' ότου απεπλεύσαμεν εκ του Κάρλεστον, και μοι φαίνεται ότι διηνύσαμεν την οδόν καλώς και ταχέως. Πολλάκις μοι συμβαίνει να συνδιαλέγομαι μετά του δευτέρου πλοιάρχου και μεταξύ ημών κατέστη ποια τις οικειότης.
Σήμερον δε ο Ροβέρτος Κόρτις με πληροφορεί ότι δεν πρέπει να είμεθα πολύ απομεμακρυσμένοι του συμπλέγματος των Βερμούδων νήσων, τούτ' έστιν απέναντι του ακρωτηρίου Χαττεράς. Γενομένης δε παρατηρήσεως ευρέθη πλάτος βόρειον 32°20', μήκος δε 64°50' προς δυσμάς του μεσημβρινού του Γρηνουιχίου.
«Θα γνωρίσωμεν τας Βερμούδας νήσους, ιδία δε την νήσον του Αγίου Γεωργίου, προ της νυκτός, μοι είπεν ο δεύτερος πλοίαρχος.
— Πώς, απεκρίθην εγώ, προσεγγίζομεν εις τας Βερμούδας; Αλλ' εγώ ενόμιζον ότι ο Σάνσελλορ εκπλέων εκ της Κάρλεστον εις Λιβερπούλην, ώφειλε να πλεύση προς βορράν και να παρακολουθήση το ρεύμα Γελφ Στρημ [19] !
— Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, αύτη είνε η διεύθυνσις ήν συνήθως λαμβάνουσι τα πλοία, αλλά φαίνεται ότι σήμερον ο πλοίαρχος δεν ήτο της γνώμης να την λάβη.
— Και διατί;
— Δεν ειξεύρω, αλλ' έδωκε την διεύθυνσιν προς ανατολάς, και ο Σάνσελλορ πλέει προς ανατολάς.
— Και δεν τω παρετηρήσατε ότι. . . .
— Μάλιστα, τω παρετήρησα ότι δεν ήτο η συνήθης οδός, αλλά μ' απεκρίθη ότι «αυτός ειξεύρει τι θα κάμη!»
Και ούτω λαλών ο Ροβέρτος Κόρτις συνοφρυούται, πολλάκις φέρει αυτομάτως την χείρα εις το μέτωπον, και νομίζω ότι καταλαμβάνω ότι δεν λέγει παν ό τι ήθελε να είπη.
«Εν τούτοις, κύριε Κόρτις, υπέλαβον εγώ, έχομεν ήδη 7 Οκτωβρίου και δεν είνε κατάλληλος η περίστασις να δοκιμάζωμεν οδούς νέας. Δεν πρέπει να χάσωμεν ουδέ μίαν ημέραν, εάν θέλωμεν να καταπλεύσωμεν εις Ευρώπην προ του χειμώνος.
— Όχι, κύριε Κάζαλλον, ουδέ μίαν ημέραν!
— Κύριε Κόρτις, θα ήμην πολύ αδιάκριτος εάν σας ηρώτων τι φρονείτε περί του πλοιάρχου Χόντλυ;
— Φρονώ, μ' αποκρίνεται ο δεύτερος πλοίαρχος, φρονώ ότι. . . είνε πλοίαρχός μου!»
Η δι' υπεκφυγής αύτη απόκρισις εξακολουθεί εμβάλλουσά με εις φροντίδας.
Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν ηπατήθη. Περί ώραν τρίτην ο φρουρός ναύτης αναγγέλλει γην προς Μέσην (ΒΑ), αλλ' η γη αύτη φαίνεται έτι ως ατμός.
Την έκτην ώραν αναβαίνω εις το κατάστρωμα μετά του κ. Λετουρνέρ και βλέπομεν το σύμπλεγμα των Βερμούδων, νήσων σχετικώς ολίγον υψηλών, άς υπερασπίζει σειρά φοβερά βράχων.
«Ιδού λοιπόν το εξαίσιον αρχιπέλαγος, είπεν ο Ανδρέας Λετουρνέρ, το γραφικόν τούτο σύμπλεγμα, το οποίον ο ποιητής σας Θωμάς Μουρ, κύριε Κάζαλλον, εξύμνησε διά των ωδών του. Ήδη τω 1643, ο εξόριστος Ουάλτερ ένθους περιέγραψε τας νήσους ταύτας, και, αν μη απατώμαι, αι Αγγλίδες κυρίαι επί τινα χρόνον δεν ήθελον να φορώσι πλέον άλλους πίλους, παρά τους κατασκευαζομένους έκ τινος φύλλου φοίνικος βερμουδείου.
— Έχετε δίκαιον, αγαπητέ μοι Ανδρέα, το αρχιπέλαγος των Βερμούδων ήτο πολύ του συρμού κατά τον δέκατον έβδομον αιώνα, αλλά την σήμερον κατέπεσεν εις εντελή λήθην.
— Άλλως τε, κύριε Ανδρέα, είπε τότε ο Ροβέρτος Κόρτις, οι ποιηταί οι ομιλούντες ενθουσιωδώς περί των νήσων τούτων, δεν θα ευρεθώσι σύμφωνοι μετά των ναυτικών, διότι η διαμονή αύτη, της οποίας η θέα εγοήτευσεν αυτούς είνε δυσπρόσιτος εις τα πλοία, οι δε σκόπελοι δύο ή τρεις λεύγας από της γης αποτελούσι ζώνην ημικυκλικήν, κατακλυζομένην υπό των υδάτων, ήν εξαιρέτως φοβούνται οι θαλασσοπόροι. Θα προσθέσω δε ότι το αίθριον του ουρανού, το οποίον επαινούσιν οι Βερμούδειοι, συχνότατα συνταράσσεται υπό των θυελλών. Αι νήσοι των δέχονται την ουράν των καταιγίδων τούτων, αι οποίαι αφανίζουσι τας Αντίλλας, η δε ουρά αύτη, ως ουρά φαλαίνης, είνε ίσα ίσα η μάλιστα επίφοβος. Ουδόλως λοιπόν υποχρεώνω τους οδοιπόρους του Ωκεανού να έχωσι πεποίθησιν εις τα παραμύθια του Ουάλτερ και του Θωμά Μουρ!
— Κύριε Κόρτις, υπολαμβάνει μειδιών ο Ανδρέας Λετουρνέρ, θα έχετε δίκαιον αλλ' οι ποιηταί είνε ως αι παροιμίαι, ο είς αντικρούει τον άλλον. Εάν ο Θωμάς Μουρ και ο Ουάλτερ εξύμνησαν το αρχιπέλαγος τούτο ως θαυμαστήν διαμονήν, τουναντίον ο μέγιστος των ποιητών σας, ο Σαιξπείρος, γινώσκων αυτό κάλλιον βεβαίως, ενόμισε πρέπον να θέση ενταύθα τας φοβερωτάτας σκηνάς της Τρικυμίας του!»
Και όντως, κινδυνωδέστατοι είνε αι ακταί αύται αι γειτνιάζουσαι προς το βερμούδειον αρχιπέλαγος. Οι Άγγλοι, οίτινες πάντοτε κατείχον αυτό αφ' ότου ανεκαλύφθη, το χρησιμοποιούσιν απλώς ως σταθμόν στρατιωτικόν ερριμμένον μεταξύ των Αντιλλών και της Νέας Σκωτίας. Άλλως τε προώρισται να αυξηθή και πιθανώς επί ευρείας κλίμακος. Συν τω χρόνω — τη αρχή ταύτη του έργου της φύσεως, — το αρχιπέλαγος αποτελούμενον ήδη εξ εκατόν πεντήκοντα νήσων ή νησυδρίων, θα έχη έτι μείζονα αριθμόν, διότι τα οστρακώδη ζωόφυτα εργάζονται αδιαλείπτως εις κατασκευήν νέων Βερμούδων, αίτινες θα συνδεθώσι προς αλλήλας και θα αποτελέσωσι, κατά μικρόν, νέαν ήπειρον.»
Ούτε οι τρεις έτεροι επιβάται ούτε η μίσσιζ Κηρ έλαβον τον κόπον να ανέλθωσιν εις το κατάστρωμα να εξετάσωσι το περίεργον τούτο αρχιπέλαγος. Η δε μις Χέρμπυ μόλις ήρχετο εις το επίστεγον και παρευθύς η συρομένη φωνή της μίσσιζ Κηρ ηκούετο καλούσα την νεάνιδα, και αναγκάζουσα αυτήν να επανέλθη και καθίση πλησίον της.
ΣΤ'
— Από της 8 μέχρι της 13 Οκτωβρίου. — Ο άνεμος άρχεται πνέων από του Μέσου (ΒΑ) μετά τινος βίας, ο δε Σάνσελλορ υπό τους δόλωνας [20] αυτού συνεσταλμένους και το ακάτιον ιστίον [ 21] , εδέησε να ανακωχεύση δι' αντιμονής [22] οιακιστής [23] .
Η θάλασσα είνε πολύσαλος και το πλοίον καταπονείται, θόρυβος πολύς γίνεται, οι δ' επιβάται ίστανται ως επί το πολύ υπό το επίστεγον.
Εγώ δε προτιμώ να μείνω επί του καταστρώματος καί τοι βροχή λεπτοτάτη με διαπερά διά των υπό του άνεμου εις κόνιν μεταβαλλομένων μοριδίων αυτής.
Επί δύο ημέρας τρέχομεν ούτω πως ο άνεμος βαθμηδόν γίνεται σφοδρότερος, τα επιστήλια [24] καταβιβάζονται· την στιγμήν ταύτην ο άνεμος διανύει μίλια πεντήκοντα μέχρι εξήκοντα την ώραν (25) .
Ει και ο Σάνσελλορ είνε πλοίον εξαίρετον, η έκπτωσις όμως αυτού είνε σημαντική και παρεσύρθημεν προς Νότον. Η κατάστασις του ουρανού, σκοτισθέντος υπό των νεφών, δεν επιτρέπει να αναχθώμεν. Επειδή δε η διεύθυνσις του πλοίου δεν είχεν ορισθή, ανάγκη να υπολογίσωμεν κατά προσέγγισιν.
Οι συμπλωτήρες μου προς ούς ο δεύτερος πλοίαρχος ουδέν είπε, δεν είνε δυνατόν να μάθωσιν ότι πλέομεν κατά διεύθυνσιν όλως ανεξήγητον. Η Αγγλία είνε προς Μέσην (ΒΑ), και όμως ημείς τρέχομεν προς Εύρον (ΝΑ)! Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να νοήση την επιμονήν του πλοιάρχου, όστις ώφειλε τουλάχιστον να μεταβάλη τους προτόνους [26] και σπεύδων προς Σκίρωνα (ΒΑ) να επιτύχη ευνοϊκά ρεύματα. Αλλ' ουχί! Αφ' ότου ο άνεμος εξηκολούθει ενάντιος, ο Σάνσελλορ έτι μάλλον βυθίζεται εις τον Νότον.
Την ημέραν εκείνην ευρεθείς μόνος εν τω επιστέγω μετά του Ροβέρτου Κόρτις, τω είπον:
«Μα είνε λοιπόν τρελός ο πλοίαρχός σας;
— Και εγώ ήθελον να σας ερωτήσω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, αφ' ού και υμείς το παρετηρήσατε ήδη.
— Μα το ναι δεν ειξεύρω τι να σας αποκριθώ, αλλ' ομολογώ ότι η αλλόκοτος φυσιογνωμία του, οι βλοσυροί οφθαλμοί του!. . . Συνεταξειδεύσατε και άλλοτε μετ' αυτού;
— Όχι, τώρα πρώτην φοράν.
— Και τω επανελάβετε τας παρατηρήσεις σας περί της διευθύνσεως προς την οποίαν πλέομεν;
— Μάλιστα, αλλά μ' απεκρίθη ότι αύτη η διεύθυνσις είνε η καλή.
— Κύριε Κόρτη, επανέλαβον, τι λέγουσιν οι άλλοι του πλοίου;
— Ό τι και εγώ.
— Και αν ο πλοίαρχος Χόντλυ ήθελε να διευθύνη το πλοίον του εις την Κίναν;
— Θα υπακούσωμεν εις το θέλημά του.
— Αλλ' όμως έχει και η υπακοή τα όριά της.
— Ουχί, εφ' όσον η διαγωγή του πλοιάρχου δεν φέρει το πλοίον εις απώλειαν.
— Αλλ' αν είνε τρελός;
— Εάν είνε τρελός, κύριε Κάζαλλον, τότε θα ίδω τι πρέπει να κάμω.»
Πού να ήλπιζον εγώ τοιαύτην περιπλοκήν, ότε επεβιβαζόμην επί του Σάνσελλορ!
Εν τούτοις ο άνεμος εγίνετο κατ' ολίγον χειρότερος και αληθής καταιγίς ενσκήπτει επί του μέρους τούτου του Ατλαντικού. Το πλοίον ηναγκάσθη να ανακωχεύση [27] υπό τα συνεσταλμένα ιστία, τούτ' έστιν αντιμετωπίζει τον άνεμον πάση δυνάμει. Αλλ', ως είπον, η έκπτωσις είνε μεγίστη και μάλλον καταφερόμεθα προς Νότον.
Τούτο δε είνε προδηλότατον, ότε την νύκτα της 11 προς την 12 ο Σάνσελλορ εμπίπτει εις την θάλασσαν των Σαργασσών.
Η θάλασσα αύτη περισφιγγομένη υπό του χλιαρού ρεύματος του Γελφ Στρημ είνε ευρεία έκτασις υδάτων, κεκαλυμμένη υπό των φυκών του είδους εκείνου του υπό των Ισπανών ονομαζομένου «σαργάσσο» τα δε πλοία του Κολόμβου μετά πλείστης δυσχερείας διέπλευσαν αυτήν κατά τον πρώτον αυτών διάπλουν του Ωκεανού.
Ότε εξημέρωσεν, ο Ατλαντικός παρίσταται προ των οφθαλμών ημών αλλόκοτος την θέαν, και οι κκ. Λετουρνέρ έρχονται να παρατηρήσωσιν αυτόν, ει και οι μετάλλινοι πρότονοι ηχούσι θορυβωδώς πληττόμενοι υπό του καταιγίζοντος ανέμου, ως αυτόχρημα χορδαί άρπης. Τα ενδύματα ημών, κολλητά επί του σώματος, θα εγίνοντο ράκη, εάν τυχόν παρείχον την ελαχίστην λαβήν εις τον άνεμον. Το πλοίον επήδησεν επί ταύτης της θαλάσσης, ήν η γόνιμος αύτη οικογένεια των φυκών καθιστά πυκνοτέραν, ως ευρείαν χορτοσκεπή πεδιάδα, ήν η τρόπις [28] διασχίζει ως το υννίον του αρότρου. Εκ διαλειμμάτων δε μακραί ίνες υπό του ανέμου αναρπαζόμεναι περιελίσσονται εις τα σχοινία ως αι έλικες της αμπέλου και σχηματίζουσι σκιάδα χλοεράν εκτεταμένην από ιστού εις ιστόν. Εκ των μακρών δε τούτων φυκών — ταινιών ατελευτήτων μήκους τριακοσίων τουλάχιστον ή τετρακοσίων ποδών — πολλά περιελίσσονται και εις αυτά έτι τα επίμηλα ως επισείοντες κυμαινόμενοι. Επί τινας δε ώρας ανάγκη να αγωνισθώμεν κατά της εισβολής ταύτης των φυκών, και κατά τινας στιγμάς ο Σάνσελλορ, έχων πάντας τους ιστούς κεκαλυμμένους υπό των υδροφύτων των περιπεπλεγμένων διά των ιδιοτρόπων τούτων κλιματίδων, θα ομοιάζη προς άλσος κινητόν εν τω μέσω λειμώνος απεράντου.

Ζ'
— 14 Οκτωβρίου. — Ο Σάνσελλορ κατέλιπε τέλος τον φυτικόν τούτον Ωκεανόν, και η σφοδρότης του ανέμου ηλαττώθη κατά πολύ, μετατραπείσα εις άνεμον εύδιον [29] , και ήδη βαδίζομεν ταχέως μετά δύο σειρών εις τους δόλωνας.
Ο ήλιος ανεφάνη σήμερον και λάμπει ζωηρώς, η θερμοκρασία γίνεται ήδη θερμοτάτη· η δε μαγνητική βελόνη διευθετηθείσα καλώς δεικνύει 21° 33' βορείου πλάτους και 50° 17' δυτικού μήκους. Λοιπόν ο Σάνσελλορ κατήλθε πλέον ή δέκα μοίρας προς Νότον. Και εξακολουθεί κατευθυνόμενος προς Εύρον (ΝΑ)!
Θέλων να πληροφορηθώ περί της ακαταλήπτου ταύτης ισχυρογνωμοσύνης του πλοιάρχου Χόντλυ, πολλάκις συνδιελέχθην μετ' αυτού. Έχει σώας τας φρένας ή ου; Αγνοώ τι να πιστεύσω. Καθ' όλου ειπείν ομιλεί λογικώς. Υπόκειται λοιπόν εις μερικήν παραφροσύνην, εις είδος τι «απροσεξίας», αναφερομένης ακριβώς εις τα του επαγγέλματός του; Παρετηρήθησαν ήδη τινές των φυσιολογικών τούτων περιπτώσεων, και λέγω περί τούτου προς τον Ροβέρτον Κόρτις, όστις με ακροάται απαθώς, λέγων μοι και επαναλαμβάνων ότι δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνη εις τα του πλοιάρχου του, εφ' όσον το πλοίον δεν κινδυνεύει να απολεσθή ένεκα πράξεώς τινος αυτού αποδεικνυούσης ότι είνε παράφρων. Και όντως τούτο είνε μέτρον σπουδαίον, και σπουδαίαν ήθελε καταστήση την ευθύνην αυτού.
Επανήλθον εις τον θάλαμόν μου περί την ογδόην εσπερινήν ώραν, και εις το φως της κρεμαστής λυχνίας μου διήλθον μίαν ώραν αναγινώσκων, αλλά και σκεπτόμενος. Έπειτα δε κατακλιθείς απεκοιμήθην.
Αφυπνίσθην μετά τινας ώρας υπό θορύβου ασυνήθους. Βήματα βαρέα αντηχούσιν επί του καταστρώματος και ζωηραί παρακελεύσεις ακούονται. Μοι φαίνεται ότι οι άνδρες του πληρώματος τρέχουσι μετά τινος σπουδής. Τις άρα γε η αιτία της εκτάκτου ταύτης ταραχής; Αναμφιβόλως χειρισμός τις ένεκα στροφής τινος του πλοίου. . . Αλλ' ουχί! Δεν είνε ίσως τούτο, διότι το πλοίον εξακολουθεί κλίνον προς τον δεξιόν τοίχον, και κατ' ακολουθίαν δεν μετέβαλε διεύθυνσιν.
Σκέπτομαι επί στιγμήν να αναβώ εις το κατάστρωμα, αλλ' ο θόρυβος πάραυτα κατέπαυσεν. Ακούω τότε τον πλοίαρχον Χόντλυ εισερχόμενον εις τον θάλαμόν του, κείμενον έμπροσθεν του επιστέγου, και εγώ εχώθην πάλιν εις την κρεμαστήν κλίνην μου. Χειρισμός τις αναμφιβόλως προεκάλεσε τας διαδρομάς εκείνας. Οπωςδήποτε αι κινήσεις του πλοίου δεν ηυξήθησαν, άρα ο άνεμος δεν έπνεε σφοδρός.
Την επιούσαν, 14 του μηνός, αναβαίνω εις το επίστεγον την 6 π. μ. και παρατηρώ το πλοίον.
Ουδεμία μεταβολή, — φαινομένη. Ο Σάνσελλορ τρέχει έχων τους προτόνους αριστερά, έχων τα κατώτερα αυτού ιστία, τους δόλωνας και τους φώσωνας [30] . Στηρίζεται καλώς και φέρεται θαυμασίως επί της θαλάσσης εκείνης ήν υπεγείρει πνοή ανέμου δροσερά και ευμεταχείριστος. Η ταχύτης του είνε σημαντική την στιγμήν ταύτην, και δεν θα είνε κατωτέρα των ένδεκα μιλίων την ώραν.
Μετ' ού πολύ ο κ. Λετουρνέρ και ο υιός επιφαίνονται επί του καταστρώματος. Βοηθώ τον νεανίαν να αναβή εις το επίστεγον. Ο Ανδρέας έρχεται ασμένως να αναπνεύση τον πρωινόν αέρα, τον ούτω ζωογόνον και κατάμεστον θαλασσίων οσμών.
Ερωτώ τους κυρίους τούτους εάν αφυπνίσθησαν την νύκτα υπό κρότου βημάτων δηλούντος ταραχήν τινα εν τω πλοίω.
«Το κατ' εμέ, όχι, απεκρίθη ο Ανδρέας Λετουρνέρ, εγώ εξύπνησα με ένα ύπνον.
— Αγαπητόν μου τέκνον, είπεν ο κ. Λετουρνέρ, συ εκοιμάσο τότε, διότι και εγώ εξύπνησα υπό του κρότου, περί του οποίου λέγει ο κ. Κάζαλλον. Μ' εφάνη μάλιστα ότι διέκρινα τας λέξεις ταύτας «Γρήγορα! γρήγορα! 'ς τα καπάκια! 'ς τα καπάκια!» [31]
— Αχ! είπον, και τι ώρα ήτο;
— Τρεις περίπου, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
— Και δεν ειξεύρετε την αιτίαν του θορύβου;
— Δεν την ειξεύρω, κύριε Κάζαλλον, αλλά δεν θα ήτο σπουδαία, αφ' ού ουδείς ημών προσεκλήθη εις το κατάστρωμα.
Παρατηρώ τους καθέκτας [32] τους έμπροσθεν και όπισθεν του μεγάλου ιστού δι' ών γίνεται η κατάβασις εις το κύτος του πλοίου. Είνε κλειστοί, ως συνήθως, αλλά βλέπω ότι τους καλύπτουσιν υποβλήματα πυκνά, και ότι έχουσι ληφθή πάσαι αι αναγκαίαι προφυλάξεις όπως η κλείσις γίνη στεγανή. Αλλά διατί κατέκλεισαν ούτως επιμελώς τα ανοίγματα ταύτα; Ενυπάρχει αιτία, ήν δεν δύναμαι να μαντεύσω, και αναμφιβόλως ο Ροβέρτος Κόρτις θα μοι την είπη. Περιμένω λοιπόν να έλθη η σειρά της τετραωρίας του, και κρατώ δι' εμαυτόν τας παρατηρήσεις μου, προτιμήσας να μη τας ανακοινώσω τω κ. Λετουρνέρ.
Η ημέρα θα είνε καλή, διότι ο ήλιος ανατέλλων είνε μεγαλοπρεπέστατος και φαίνεται ξηρός, — όπερ είνε αίσιος οιωνός. Φαίνεται έτι υπεράνω του αντιθέτου ορίζοντος ο δίσκος της σελήνης ημίβρωτος [ 33] , όστις δεν θα δύση προ της δεκάτης ώρας και πεντήκοντα επτά λεπτά προ μεσημβρίας. Εντός τριών ημερών είνε το τελευταίον τέταρτον της σελήνης, την δε 24 θα έχωμεν νέαν σελήνην. Παρατηρώ την επετηρίδα και βλέπω ότι την ημέραν εκείνην θα έχωμεν λαμπράν παλίρροιαν συζυγίας. Ολίγον διαφέρει ημίν, οίτινες κυμαινόμενοι εν μέσω Ωκεανώ δεν θα δυνηθώμεν να ίδωμεν ταποτελέσματα της παλιρροίας ταύτης· αλλά κατά πάσας τας ακτάς των τε ηπείρων και των νήσων το φαινόμενον θα είνε αξιοπαρατήρητον, διότι η νέα σελήνη θα ανεγείρη τους υδατίνους όγκους εις ύψος σημαντικόν.
Είμαι μόνος επί του επιστέγου, διότι οι κκ. Λετουρνέρ κατέβησαν εις το τέιον, και περιμένω τον δεύτερον πλοίαρχον.
Τη ογδόη ώρα ο Ροβέρτος Κόρτις έρχεται να αναλάβη την τετραωρίαν, ήν παραχωρεί αυτώ ο Ουάλτερ, και προχωρώ να τον δεξιωθώ.
Πριν μοι είπη την καλημέραν, ο Ροβέρτος Κόρτις εξακοντίζει ταχέως έν βλέμμα επί του καταστρώματος και συνοφρυούται ελαφρώς. Έπειτα δε εξετάσας την κατάστασιν του ουρανού και την ιστιοφορίαν, ήλθε προς τον Ουάλτερ και τον ηρώτησεν:
«Και ο πλοίαρχος Χόντλυ;
— Δεν τον είδον ακόμη, κύριε.
— Ουδέν νεώτερον;
— Ουδέν.»
Έπειτα δε ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Ουάλτερ συνδιελέχθησαν ολίγον ταπεινή τη φωνή.
Ερωτήσαντος του Ροβέρτου ερώτησίν τινα, ο Ουάλτερ αποκρίνεται ανανεύων.
«Στείλε μου τον αρχιναύτην,» είπεν ο δεύτερος προς τον Ουάλτερ απερχόμενον.
Μετ' ου πολύ φαίνεται ο αρχιναύτης, ο δε Ροβέρτος Κόρτις ερωτά αυτόν, εκείνος δε αποκρίνεται ταπεινή τη φωνή, αλλά σείων την κεφαλήν. Έπειτα δε κελεύσαντος του δευτέρου, ο αρχιναύτης προσκαλεί τους ναύτας της τετραωρίας και παραγγέλλει να καταβρέξωσι τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τον μέγαν καθέκτην.
Μετ' ολίγας στιγμάς έρχομαι προς τον Ροβέρτον Κόρτις, και η συνδιάλεξις ημών περιστρέφεται πρώτον μεν περί ασήμαντά τινα· βλέπων δε ότι ο δεύτερος δεν άπτεται του θέματος όπερ εγώ θέλω να πραγματευθώ, τω είπον:
«Αλήθεια, κύριε Κόρτις, τι συνέβη την νύκτα;»
Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις με παρατηρεί μετά προσοχής και δεν αποκρίνεται.
«Μάλιστα, εξηκολούθησα εγώ, εξύπνησα υπό θορύβου ασυνήθους, όστις διέκοψε και του κ. Λετουρνέρ τον ύπνον. Τι συνέβη;
— Τίποτε, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις. Σφαλερός οιακισμός του πηδαλιούχου μικρού δειν ανέκοψε την πορείαν του πλοίου, και εδέησε να κερουλκήσωμεν παρευθύς, ως εκ τούτου δε επήλθε κίνησις επί του καταστρώματος. Αλλά το κακόν τάχιστα διωρθώθη, και ο Σάνσελλορ επανέλαβε αμέσως τον δρόμον του.»
Μοι φαίνεται ότι ο Ροβέρτος Κόρτις, ο συνήθως ευθύς, δεν μοι λέγει την αλήθειαν.
Η'
— Από της 15 μέχρι της 18 Οκτωβρίου — Ο πλους εξακολουθεί επί ταις αυταίς συνθήκαις, πνέοντος πάντοτε του ανέμου Μέσου (ΒΑ). Πας δε μη προκατειλημμένος νομίζει ότι ουδεμία συνέβη εν τω πλοίω ανωμαλία.
Και όμως «κάτι τι τρέχει!»
Οι ναύται πολλάκις συναθροιζόμενοι συνδιαλέγονται, και ευθύς ως ημείς πλησιάσωμεν, σιωπώσι. Πολλάκις ήρπασα, ούτως ειπείν, την λέξιν «τα καπάκια», ήτις είχεν ήδη εκπλήξη την νύκτα τον κ. Λετουρνέρ. Τι είνε λοιπόν εν τω κύτει του Σάνσελλορ, όπερ απαιτεί προφυλάξεις; Διατί τα «καπάκια» τούτ' έστιν οι καθέκται είνε ούτω στεγανώς κλειστοί; Αληθώς έχομεν ίσως πλήρωμα πολέμιον, καθειργμένον υπό το κατάστρωμα, και περί αυτού ελαμβάνομεν μέτρα μάλλον και μάλλον αυστηρότερα ίνα το φυλάττωμεν στενώς!
Τη 15 του μηνός περιπατών επί του πρωραίου καταστρώματος ακούω τον ναύτην Όουεν λέγοντα προς τους συνναύτας:
«Παιδιά, 'ξέρετε και ένα πράγμα; Εγώ δεν θα περιμένω ως 'ς την τελευταίαν ώραν. Ο καθένας διά τον εαυτόν του.
— Μα τι θα κάμης, Όουεν; τον ηρώτησεν ο μάγειρος Γύγξτροπ.
— Αι, καλά! απεκρίθη ο ναύτης. Η βάρκες τάχα έγιναν διά τες φώκες;»
Ο διάλογος ούτος αποτόμως διεκόπη, και δεν ηδυνήθην να μάθω περισσότερον.
Τεκταίνεται λοιπόν συνωμοσία τις κατά των αξιωματικών του πλοίου;
Ο Ροβέρτος Κόρτις παρετήρησε συμπτώματα στάσεως; Πάντοτε είνε επίφοβος κακή θέλησίς τινων ναυτών, και οφείλει τις να επιβάλη πειθαρχίαν σιδηράν.
Τρεις ημέραι παρήλθον, καθ' άς ουδέν νέον έχω κατά το φαινόμενον να παρατηρήσω.
Αλλ' από χθες παρατηρώ ότι ο πλοίαρχος και ο δεύτερος έχουσι συχνάς πυκνάς συνδιαλέξεις. Κινήσεις αγανακτήσεως διαφεύγουσι τον Ροβέρτον Κόρτις — εκπλήττομαι δε βλέπων ούτω πως νέον, όστις γινώσκω ότι είνε κύριο εαυτού, — αλλά μοι φαίνεται ότι ένεκα των συνδιαλέξεων τούτων ο πλοίαρχος Χόντλυ εξακολουθεί επιμένων υπέρ ποτε εις τας γνώμας του. Πλην δε τούτου, μοι φαίνεται κατατρυχόμενος υπό υπερερεθισμού, ού η αιτία με διαφεύγει.
Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ παρετηρήσαμεν κατά τας ώρας του φαγητού το σιωπηλόν του πλοιάρχου και την ταραχήν του Ροβέρτου Κόρτις. Ενίοτε ο δεύτερος αποπειράται να παρατείνη την συνδιάλεξιν, αλλά σχεδόν παρευθύς χαλαρούται, και ούτε ο μηχανικός Φάλστεν, ούτε ο μίστερ Κηρ, είνε άνθρωποι να την αναστηλώσωσι, πολύ δε μάλλον ο Ρόμπυ. Εν τούτοις οι επιβάται ούτοι παραπονούνται ήδη, ουχί αλόγως, διά το μήκος του διάπλου. Ο δε μίστερ Κηρ, ως άνθρωπος αξιών να κλίνωσιν ενώπιον αυτού τα στοιχεία, φαίνεται καθιστών τον πλοιάρχον Χόντλυ υπεύθυνον διά τας βραδύτητας ταύτας και φέρεται προς αυτόν αγερώχως.
Κατά την ημέραν της 17 του μηνός και από της στιγμής ταύτης, κατά παραγγελίαν του δευτέρου πλοιάρχου, καταβρέχουσι το κατάστρωμα πολλάκις της ημέρας. Συνήθως δε η εργασία αύτη γίνεται την πρωίαν, αλλ' αναμφιβόλως αιτιολογείται νυν διά της υψωμένης θερμοκρασίας ήν υφιστάμεθα, διότι είχομεν ριφθή πολύ προς Νότον. Τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τους καθέκτας διατηρούνται εν διαρκεί υγρά καταστάσει, το δε ύφασμα αυτών πυκνωθέν κατέστησεν αυτά αδιάβροχα. Έχει δε ο Σάνσελλορ αντλίας καθιστώσας εύκολον την πλύσιν ταύτην δι' ύδατος αφθόνου. Πιστεύω μάλιστα ότι το κατάστρωμα και των πολυτελεστάτων ιδιωτικών ημιολιών [34] δεν υποβάλλεται εις τελειοτέραν καθαριότητα. Και μέχρι μεν τινος σημείου, το πλήρωμα ηδύνατο να παραπονήται επί τη προσθέτω ταύτη εργασία, αλλ' όμως «δεν παραπονείται».
Την νύκτα της 23 προς την 24 του μηνός η θερμοκρασία των θαλάμων και της κοινής αιθούσης μ' εφάνη σχεδόν πνιγηρά. Ει δε και η θάλασσα εταράσσετο υπό σφοδρού σάλου, εδέησε να αφήσω ανοικτήν την παραφωτίδα [35] του θαλάμου μου κειμένην επί του δεξιού τοίχου του πλοίου.
Οριστικώς είνε πρόδηλον ότι είμεθα υπό τους τροπικούς!
Ανέβην εις το κατάστρωμα άμα τη ημέρα. Φαινόμενον ικανώς ανεξήγητον, δεν εύρον την εξωτερικήν θερμοκρασίαν ανάλογον της εσωτερικής του πλοίου. Η πρωία είνε δροσερά μάλλον, διότι ο ήλιος μόλις ανέτειλεν υπέρ τον ορίζοντα, και όμως δεν ηπατήθην, ήτο όντως μεγίστη θερμότης εν τω επιστέγω.
Τότε δε οι ναύται ασχολούνται εις την αδιάλειπτον πλύσιν του καταστρώματος και αι αντλίαι αντλούσι το ύδωρ, όπερ, παρακολουθούν την κλίσιν του πλοίου, διεκφεύγει διά των οπών των δύο τοίχων του πλοίου.
Οι ναύται ανυπόδητοι τρέχουσιν εν τη διαυγεί οθόνη, ήτις αφρίζει κυμαινομένη. Δεν ειξεύρω διατί μοι επήλθεν όρεξις να τους μιμηθώ. Εκβάλλω λοιπόν τα υποδήματά μου και τα περιπόδια, και ιδού πλαταγίζω εν τω δροσερώ τούτω θαλασσίω ύδατι.
Σφόδρα δ' εξεπλάγην αισθανόμενος το κατάστρωμα του Σάνσελλορ, επαισθητώς θερμόν υπό τους γυμνούς πόδας μου, και δεν δύναμαι να συγκρατήσω κραυγήν εκπλήξεως.
Ο Ροβέρτος Κόρτις μ' ακούει, στρέφεται, έρχεται προς με και αποκρινόμενος εις ερώτησίν μου, ήν δεν δύναμαι ακόμη να διατυπώσω, μοι λέγει:
«Λοιπόν, μάλιστα! Πυρκαϊά εν τω πλοίω!»

Θ'
— 19 Οκτωβρίου. — Τα πάντα, εξηγούνται, τα διαβούλια των ναυτών, το τεταραγμένον αυτών ήθος, οι λόγοι του Όουεν, το κατάβρεγμα του καταστρώματος όπερ θέλουσι να διατηρήσωσιν εν διαρκεί υγρασία, και τέλος η θερμότης αύτη, ήτις διαχέεται νυν εν τη αιθούση και καθίσταται σχεδόν αφόρητος. Οι επιβάται ενοχλούνται υπ' αυτής ως και εγώ, αλλ' ουδέν δύνανται να νοήσωσιν εκ της ακανονίστου ταύτης θερμοκρασίας.
Ο Ροβέρτος Κόρτις μετά την σπουδαίαν ανακοίνωσίν του εσίγησεν, αναμένων ερωτήσεις μου. Αλλ' ομολογώ ότι κατ' αρχάς φρικίασις με κατέλαβεν όλον. Ενώπιόν μου είχον το φοβερώτατον των ενδεχομένων να συμβώσιν εν διάπλω, ουδείς δε ανήρ, όσον και αν είνε κύριος εαυτού, θακούση άνευ φρίκης τας απαισίας ταύτας λέξεις: «Πυρκαϊά εν τω πλοίω.»
Εν τούτοις αναλαμβάνω την αταραξίαν μου πάραυτα σχεδόν, και πρώτη μου ερώτησις είνε ήδε:
«Και από πότε η πυρκαϊά;. . .
— Από έξ ημερών!
— Από έξ ημερών! ανεφώνησα. Ώστε και την νύκτα;
— Μάλιστα, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, την νύκτα, καθ' ήν η ταραχή έγινε μεγάλη επί του καταστρώματος του Σάνσελλορ. Οι ναύται της τετραωρίας είχον παρατηρήση ελαφρόν καπνόν εξερχόμενον εκ των σχισμάδων του μεγάλου καθέκτου. Ο πλοίαρχος και εγώ ελάβομεν είδησιν παρευθύς. Ουδεμία αμφιβολία δυνατή! Τα εμπορεύματα ήναψαν εντός του κύτους του πλοίου, και ουδείς πλέον τρόπος ήτο να φθάσωμεν εις την εστίαν της πυρκαϊάς. Εξετελέσαμεν δε το μόνον όπερ ηδύνατο να γίνη εν τοιαύτη περιστάσει, τούτ' έστι κατεκλείσαμεν τους καθέκτας, εμποδίσαντες την είσοδον του αέρος εις τα ένδον του πλοίου. Ήλπιζον δε ότι ηθέλομεν κατορθώση ούτω να καταπνίξωμεν την έναρξιν τοιαύτης πυρκαϊάς, και όντως τας πρώτας ημέρας ενόμισα ότι την κατεστείλαμεν! Αλλ' από τριών ημερών εβεβαιώθη δυστυχώς ότι το πυρ εκ νέου προώδευεν. Η θερμότης η αναπτυχθείσα υπό τους πόδας μας αυξάνει ακαταπαύστως, και άνευ των προφυλακτικών μέσων τα όποια έλαβον, του να διατηρήται το κατάστρωμα υγρό ημέρας και νυκτός, το πυρ θα ήτο ήδη ακατάσχετον. — Προτιμώ τέλος πάντων, να τα ειξεύρετε όλα υμείς, κύριε Κάζαλλον, προσέθηκεν ο Ροβέρτος Κόρτις, και ιδού ο λόγος δι' όν σας τα λέγω.»

Ήκουσα εν σιγή την διήγησιν του δευτέρου πλοιάρχου. Κατανοώ όλην την βαρύτητα της καταστάσεως ενώπιον πυρκαϊάς, ής η έντασις αυξάνει οσημέραι [36] , και ίσως ουδεμία δύναμις ανθρωπίνη δύναται να την εξαλείψη.
«Ειξεύρετε πόθεν προήλθεν η πυρκαϊά; ηρώτησα τον Ροβέρτον Κόρτις.
— Πιθανώτατα, μοι αποκρίνεται, προέρχεται εξ αυτομάτου αναφλέξεως του βάμβακος.
— Και συμβαίνει τούτο συχνάκις;
— Συχνάκις, όχι· αλλ' ενίοτε, διότι όταν ο βάμβαξ δεν είνε εντελώς στεγνός την ώραν της φορτώσεως, η ανάφλεξις δύναται να γίνη αυτομάτως, όπως ευρίσκεται εντός υγρού κύτους, όπερ είνε δύσκολον να αερίζεται. Άρα, κατ' εμέ τουλάχιστον, είνε βέβαιον ότι η πυρκαϊά δεν έχει άλλην αιτίαν.
— Και έπειτα τι σημαίνει η αιτία; απεκρίθην. Είνε δυνατόν να γίνη τίποτε, κύριε Κόρτις;
— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, σας είπον και σας επαναλαμβάνω ότι ελάβομεν τας εν τοιαύτη περιστάσει απαιτουμένας προφυλάξεις. Εσκέφθην να θαλασσώσω το πλοίον μέχρι της ισάλου στάθμης διά να εισέλθη ύδωρ αρκετόν, το οποίον έπειτα αι αντλίαι ήθελον αντλήση· αλλ' ενομίσαμεν ότι ανεκαλύψαμεν ότι η πυρκαϊά διεδόθη μεταξύ των μεσολαβούντων στρωμάτων του φορτίου, και διά να το φθάσωμεν, θα έπρεπε να κατακλύσωμεν εντελώς το κύτος. Εν τούτοις παρήγγειλα να διατρυπήσωσι το κατάστρωμα εις διάφορα μέρη, και την νύκτα χύνουσιν ύδωρ διά των ανοιγμάτων τούτων, αλλά τούτο είνε ανεπαρκές. Όχι, έν μόνον πράγμα υπολείπεται να πράξωμεν, — όπερ πράττουσιν εν παρομοία περιστάσει, να ενεργήσωμεν διά του πνιγμού, κλείοντες πάσαν είσοδον εις τον εξωτερικόν αέρα, και αναγκάζοντες την πυρκαϊάν, ελλείψει οξυγόνου, να σβεσθή αφ' εαυτής.
— Και η πυρκαϊά εξακολουθεί αυξανομένη;
— Μάλιστα! απόδειξις ότι ο αήρ εισδύει εις το κύτος διά τινος σχισμάδος, ήν επανειλημμένως αναζητήσαντες, δεν κατωρθώσαμεν να ανακαλύψωμεν.
— Αναφέρονται παραδείγματα πλοίων, τα οποία ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν εν τοιαύτη περιστάσει ευρεθέντα, κύριε Κόρτις;
— Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, και δεν είνε σπάνιον, πλοία έχοντα φορτίον βάμβακα, να καταπλεύσωσιν εις Λιβερπούλην ή εις Άβρην μετά μέρους του φορτίου των απηνθρακωμένου. Αλλ' όμως εν τη περιπτώσει ταύτη η πυρκαϊά είχε κατορθωθή να σβεσθή, ή τουλάχιστον να περιορισθή κατά τον διάπλουν. Εγνώρισα πολλούς πλοιάρχους καταπλεύσαντας εις τον λιμένα μετά καταστρώματος καίοντος υπό τους πόδας των. Η εκφόρτωσις εξετελείτο τότε όσον τάχιστα, και το αβλαβές μέρος των εμπορευμάτων εσώζετο μετά του πλοίου. Αλλ' ως προς ημάς το πράγμα διαφέρει, και αισθάνομαι καλώς ότι το πυρ αντί να ανασταλή, τουναντίον οσημέραι προοδεύει. Αναγκαίως θα υπάρχει που οπή ήτις διέφυγε τας ερεύνας μας, και δι' αυτής ο έξωθεν αήρ συντηρεί την πυρκαϊάν.
— Και δεν είνε τρόπος να επανέλθωμεν οπίσω όθεν εξεκινήσαμεν, και να προσεγγίσωμεν εις την πλησιεστάτην ξηράν;
— Ίσως, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, και το ζήτημα τούτο θα συζητήσωμεν σήμερον μετά του πλοιάρχου. Αλλά, κύριε Κάζαλλον, εις υμάς το λέγω μόνον, εγώ ήδη ανέλαβον επ' ευθύνει μου να μεταβάλω την διεύθυνσιν την οποίαν έχομεν μέχρι τούδε, και πλέομεν, έχοντες ούριον τον άνεμον, προς τον Σκίρωνα (ΝΔ), ό έστι προς την ακτήν.
— Οι επιβάται δεν ειξεύρουσι καθόλου τον κίνδυνον όστις τους απειλεί;
— Τίποτε, και σας παρακαλώ να φυλάξετε μυστικήν την ανακοίνωσίν μου. Δεν πρέπει ο τρόμος των γυναικών και των μικροψύχων ανδρών να αυξήση έτι μάλλον την αμηχανίαν μας. Και το πλήρωμα έλαβε την παραγγελίαν να μη είπη τίποτε.»
Κατανοώ τους σπουδαίους λόγους τους αναγκάζοντας τον δεύτερον πλοίαρνον να λαλή ούτω πως, και τω υπισχνούμαι άκραν εχεμυθίαν.
Ι'
— 20 και 21 Οκτωβρίου. — Επί τοις όροις τούτοις ο Σάνσελλορ εξακολουθεί τον πλουν, έχων ανεπτυγμένα όσα ιστία δύναται να φέρη η εξαρτία του. Ενίοτε τα επιστήλια κάμπτονται ούτως, ώστε επίκειται η θραύσις των, αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις γρηγορεί. Διαμένων παρά το οιακοστρόφιον [ 37] , δεν θέλει να καταλίπη τον οίακα [38] εις μόνον τον πηδαλιούχον. Διά μικρών δε παροιακισμών, επιδεξίως γινομένων, υποχωρεί προς την πνοήν του ανέμου, ότε η ασφάλεια του πλοίου θα ηδύνατο να κινδυνεύση, και, κατά το δυνατόν, ουδ' ελάχιστον μέρος της ταχύτητος του Σάνσελλορ απόλλυται υπό την κυβερνώσαν αυτόν χείρα.
Την ημέραν ταύτην της 20 Οκτωβρίου οι επιβάται ανέβησαν πάντες εις το επίστεγον. Θα παρετήρησαν πιθανώς την ανώμαλον ύψωσιν της ατμοσφαίρας εν τη μεγάλη αιθούση, αλλ' όμως, αδυνατούντες να υποπτεύσωσι την αλήθειαν, ουδόλως ταράσσονται. Άλλως τε οι πόδες των, αρμοδίως υποδεδεμένοι, δεν ησθάνθησαν την θερμότητα την διαπερώσαν τας σανίδας του καταστρώματος, καίπερ αδιαλείπτως σχεδόν καταβρεχομένας. Ο χειρισμός ούτος των αντλιών ηδύνατο τουλάχιστον να προκαλέση την έκπληξιν αυτών αλλ' ουδέν τοιούτον εγένετο, και οι πλείστοι εξηπλωμένοι επί των θρανίων όλως αμέριμνοι ελικνίζοντο υπό του διατοιχισμού [39] του πλοίου.
Μόνος ο κ. Λετουρνέρ φαίνεται εκπληττόμενος και παρατηρών ότι το πλήρωμα επιδίδεται εις υπερβολικήν καθαριότητα ολίγον συνήθη εις τα εμπορικά πλοία. Μοι λέγει δε λέξεις τινάς περί τούτου, και εγώ αποκρίνομαι μετ' αδιαφορίας. Και όμως ο Γάλλος ούτος είνε ανήρ δραστήριος, και ηδυνάμην τα πάντα να τω είπω, αλλά σιγώ, υποσχεθείς εις τον Ροβέρτον Κόρτις ότι θα σιγήσω.
Έπειτα δε, καθήμενος και αναλογιζόμενος τα επακολουθήματα της ενδεχομένης καταστροφής, αισθάνομαι την καρδίαν μου θλιβομένην. Είμεθα εικοσιοκτώ ψυχαί εν τω πλοίω, εικοσιοκτώ θύματα ίσως, εις ά η φλοξ μετ' ου πολύ ουδέ μίαν σανίδα θα αφήση άθικτον!
Σήμερον εγένετο η σύσκεψις του πλοιάρχου, του δευτέρου, του υποπλοιάρχου και του αρχιναύτου, εξ ής κρέμαται η σωτηρία του Σάνσελλορ, των επιβατών και του πληρώματος.
Ο Ροβέρτος Κόρτις μοι ανεκοίνωσε τα εν αυτή αποφασισθέντα. Ο πλοίαρχος Χόντλυ απώλεσεν όλον το ψυχικόν αυτού σθένος, — όπερ ευκόλως ηδύνατό τις να προΐδη· ούτε αταραξίαν πλέον έχει, ούτε δραστηριότητα, και καταλείπει σιωπηλώς την κυβέρνησιν του πλοίου τω Ροβέρτω Κόρτις. Αι πρόοδοι της πυρκαϊάς εν τοις ένδον του πλοίου είνε νυν αδιαφιλονίκητοι, και ήδη εν τη θέσει του πληρώματος, κειμένη εν τη πρώρα, είνε δύσκολος η διαμονή. Πρόδηλον ότι το πυρ δεν δύναται να καταδαμασθή, και ότι ευθύς ή ύστερον θα εκραγή μετά σφοδρότητος.
Εν δε τη περιστάσει ταύτη τι ποιητέον; μία και μόνη απόφασις είνε δυνατή, ο κατάπλους εις την εγγυτάτην γην. Η γη δε αύτη, παρατηρήσεως γενομένης, είνε η των Μικρών Αντιλλών, και δυνάμεθα να ελπίζωμεν ότι θα τας φθάσωμεν ταχέως διά του επικρατούντος τούτου ανέμου, του Μέσου (ΒΑ).
Της γνώμης ταύτης αποδεκτής γενομένης, ο δεύτερος ουδέν άλλο υπελείπετο να πράξη, ή να διατηρήση την από εικοσιτέσσαρων ωρών διεύθυνσιν του πλοίου. Οι δε επιβάται, ουδέν σημείον διαγνωστικόν έχοντες επί του απείρου τούτου ωκεανού, και ολίγον εξωκειωμένοι προς τας ενδείξεις της πυξίδος, δεν ηδυνήθησαν να αναγνωρίσωσι την μεταβολήν της διευθύνσεως του Σάνσελλορ, όστις, έχων υψωμένους τους τε σιπάρους [40] και τα παρίστια [41] , σπεύδει προς τας ακτάς των Αντιλλών, ών έτι απέχει πλέον ή εξακόσια μίλια.
Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις, προς τον κ. Λετουρνέρ επερωτήσαντα περί της μεταβολής της διευθύνσεως του πλου, αποκρίνεται ότι, επειδή δεν δύναται να παλαίση κατά του ανέμου, θα ζητήση προς Ζέφυρον (Δ) ρεύματα ευνοϊκώτερα.
Αύτη δε ήτο η μόνη παρατήρησις, ήν προεκάλεσεν η μεταρρύθμισις η επενεχθείσα εις την διεύθυνσιν του Σάνσελλορ.
Την επιούσαν, 21 Οκτωβρίου, η κατάστασις είνε η αυτή. Κατά τους επιβάτας ο διάπλους τελείται ως συνήθως, όθεν κατ' ουδέν μετέβαλον το πρόγραμμα του εν τω πλοίω βίου των.
Άλλως τε αι πρόοδοι της πυρκαϊάς δεν εκδηλούνται εις τα έξω, σημείον καλόν. Τα δε ανοίγματα εφράχθησαν τόσον στεγανώς, ώστε ουδείς καπνός προδίδει την εσωτερικήν καύσιν. Ίσως θα γίνη δυνατόν να συγκεντρώσωσι το πυρ εν τω κύτει, και ίσως τέλος, δι' έλλειψιν αέρος θα σβεσθή ή θα εξακολουθή εμφωλεύον, και δεν θα διαδοθή καθ' όλον το φορτίον. Τούτο ελπίζει και ο Ροβέρτος Κόρτις, και προς πλείονα προφύλαξιν εκέλευσε μάλιστα να φράξωσιν επιμελώς το στόμιον των αντλιών, ών ο σωλήν, παρατεινόμενος μέχρι του πυθμένος του κύτους, ηδύνατο να παράσχη δίοδον εις λεπτά τινα μόρια αέρος.
Είθε να επέλθη ημίν ουρανόθεν βοήθεια, διότι, αληθώς, ουδέν δυνάμεθα ημείς αυτοί!
Η ημέρα αύτη θα διήρχετο άνευ τινός συμβάντος, αν μη τυχαίως ήκουον λέξεις τινάς συνδιαλέξεως, εξ ών προκύπτει ότι η κατάστασις ημών, η τοσούτον ήδη σοβαρά, μέλλει να δεινωθή.
Περί τούτου θα κρίνωσιν οι αναγνώσται.
Εκαθήμην εν τω επιστέγω, δύο δε των επιβατών συνδιελέγοντο ταπεινή τη φωνή, ουδόλως υποπτεύοντες ότι λέξεις τινές αυτών ηδύναντο να έλθωσιν εις τα ώτα μου. Ήσαν δε ούτοι ο μηχανικός Φάλστεν και ο μεγαλέμπορος Ρόμπυ, συχνά πυκνά συνδιαλεγόμενοι κατ' ιδίαν.
Εν πρώτοις επισπώσι την προσοχήν μου έν ή δύο νεύματα εκφραστικά του μηχανικού, όστις φαίνεται ελέγχων σφόδρα τον μεθ' ού συνδιαλέγεται.
Δεν δύναμαι να κρατηθώ να μη παραβάλω το ους, και ακούω τους λόγους τούτους.
» Αλλ' όμως είνε άτοπον! επαναλαμβάνει ο Φάλστεν! Δεν υπάρχει μεγαλητέρα απερισκεψία!
— Πα! αποκρίνεται ο Ρόμπυ αμέριμνος, δεν θα συμβή τίποτε!
— Τουναντίον μάλιστα, δυνατόν να συμβώσι δεινά δυστυχήματα! επαναλαμβάνει ο μηχανικός.
— Αι, καλά! άπαντα ο έμπορος, δεν είνε δα και η πρώτη φορά όπου το κάμνω.
— Αλλ' όμως μικρά σύγκρουσις δυνατόν να προκαλέση έκρηξιν.
— Το έχω στερεά περιτυλιγμένον το δοχείον, κύριε Φάλστεν, και επαναλαμβάνω ότι δεν είνε φόβος καθόλου.
— Και διατί δεν το είπες εις τον πλοίαρχον;
— Αι! διότι δεν θα ήθελε να το παραλάβη.»
Του ανέμου επ' ολίγον κοπάσαντος, δεν ακούω πλέον τίποτε· αλλ' όμως είνε φανερόν ότι ο μεν μηχανικός εξακολουθεί επιμένων, ο δε Ρόμπυ απλώς ανυψοί τους ώμους.
Και όντως μετ' ου πολύ νέοι λόγοι έρχονται μέχρι εμού.
«Ναι! ναι! λέγει ο Φάλστεν, πρέπει να γίνη γνωστόν εις τον πλοίαρχον! πρέπει να ρίψωμεν το δοχείον εις την θάλασσαν! Δεν έχω όρεξιν να ανατιναχθώ εις τον αέρα!»
Να ανατιναχθώ εις τον αέρα! Ανατινάσσομαι ακούσας τας λέξεις ταύτας! Τι άρα γε νοεί ο μηχανικός; Τι υπαινίσσεται; Και όμως δεν γινώσκει την κατάστασιν του Σάνσελλορ, και αγνοεί ότι πυρκαϊά νέμεται το φορτίον!
Αλλά λέξις τις — λέξις «φοβερά» ως έχουσι τα παρόντα πράγματα — μοι φέρει σφοδρόν τιναγμόν.
Και η λέξις αύτη ή μάλλον αι λέξεις αύται «πικρικόν κάλι» επαναλαμβάνονται πολλάκις.
Εν ριπή οφθαλμού είμαι πλησίον των δύο επιβατών και ακουσίως, μετά δυνάμεως ανανταγωνίστου, αρπάζω τον Ρόμπυ από του περιλαιμίου.
«Υπάρχει πικρικόν εντός του πλοίου;
— Ναι! αποκρίνεται ο Φάλστεν, έν δοχείον περιέχον τριάκοντα λίτρας.
— Και πού;
— Εις το κύτος, μαζί με τα εμπορεύματα!»
ΙΑ'
— Συνέχεια της 21 Οκτωβρίου. — Ακούω την απόκρισιν του Φάλστεν και δεν δύναμαι να διηγηθώ τι συμβαίνει εν εμαυτώ! το συναίσθημά μου δεν είνε κατάπληξις, αλλά μάλλον ώσπερ τις υποταγή εις το θέλημα του Θεού! Μοι φαίνεται δε ότι το απρόοπτον τούτο συμπληροί την κατάστασιν ημών, και μάλιστα ότι δυνατόν να είνε και η καταστροφή αυτής! Όθεν μετά πάσης αταραξίας πορεύομαι εις συνάντησιν του Ροβέρτου Κόρτις επί του πρωραίου καταστρώματος.
Μαθών ότι δοχείον περικλείον τριάκοντα λίτρας πικρικού, — τούτ' έστιν όσον αρκεί να ανατινάξη όρος, — κείται εν τω πλοίω, εν τω πυθμένι του κύτους, εν αυτή τη εστία της πυρκαϊάς, και ότι ο Σάνσελλορ δυνατόν να εκραγή όσον ούπω, ο Ροβέρτος Κόρτις δεν συνοφρυούται, μόλις δε το μέτωπόν του ρυτιδούται και των οφθαλμών του η κόρη διαστέλλεται.
«Έχει καλώς! μοι αποκρίνεται. Μηδέ γρυ περί τούτου. Και πού είνε ο Ρόμπυ;
— Εις το επίστεγον.
— Ελάτε μαζί μου, κύριε Κάζαλλον.»
Μεταβαίνομεν ομού εις το επίστεγον, ένθα συζητούσιν έτι ο μηχανικός και ο έμπορος.
Ο Ροβέρτος Κόρτις κατευθύνεται προς αυτούς και ερωτά τον Ρόμπυ:
«Το εκάμετε σεις αυτό;
— Αι, μάλιστα! το έκαμα!» αποκρίνεται ησύχως ο Ρόμπυ, νομίζων εαυτόν ένοχον το πολύ πολύ δόλου και απάτης.
Μοι φαίνεται μίαν στιγμήν, ότι ο Ροβέρτος Κόρτις θα κατασυντρίψη τον άθλιον επιβάτην, όστις δεν δύναται να κατανοήση το σπουδαίον της ασυνεσίας του! Αλλά κατορθοί να συγκρατήση εαυτόν, και τον βλέπω σφίγγοντα τας χείρας οπίσω των νώτων, ίνα μη τω επέλθη ο πειρασμός να αρπάση τον Ρόμπυ από του λαιμού.
Έπειτα δε μετά φωνής ησύχου ερωτά τον Ρόμπυ. Ούτος δε βεβαιοί τα γεγονότα, ών ανωτέρω εμνημόνευσα. Μεταξύ των δεμάτων των παρεμπορευμάτων του υπάρχει δοχείον περικλείον τριάκοντα περίπου λίτρας της κινδυνώδους ουσίας. Ο επιβάτης ούτος προσηνέχθη εν τη περιστάσει ταύτη μετά της ασυνεσίας, ήτις, ομολογητέον, είνε έμφυτος ταις αγγλοσαξωνικαίς φυλαίς, και εισήγαγε το εκρηκτικόν τούτο μίγμα εις το κύτος του πλοίου ως Γάλλος τις ήθελε εισαγάγη απλήν φιάλην οίνου. Δεν εδήλωσε δε το είδος του περιεχομένου, διότι εγίνωσκε κάλλιστα ότι ο πλοίαρχος ήθελεν αποποιηθή να το παραλάβη.
«Και τέλος πάντων, προσθέτει υψών τους ώμους, δεν είνε δα και πράξις αξία αγχόνης. Και αν το δοχείον μου σας ενοχλή τόσον πολύ, δύνασθε κάλλιστα να το ρίψετε εις την θάλασσαν. Διότι τα εμπορεύματά μου τα έχω ησφαλισμένα!»
Την απόκρισιν ταύτην ακούσας, δεν δύναμαι να κρατηθώ, διότι δεν έχω την αταραξίαν του Ροβέρτου Κόρτις. Παραφερόμενος υπό της οργής, εφορμώ κατά του Ρόμπυ, πριν δυνηθή ο δεύτερος να με αναχαιτίση, και αναφωνώ:
«Άθλιε! Δεν ειξεύρεις λοιπόν ότι είνε πυρκαϊά εντός του πλοίου;»
Άμα εκστομίσας τας λέξεις ταύτας, ευθύς μετενόησα, αλλ' είνε πλέον πολύ αργά! Απερίγραπτον αποτέλεσμα παράγουσιν επί του Ρόμπυ. Ο τάλας καταλαμβάνεται υπό φόβου νευρικού. Το σώμα έχων παράλυτον υπό τετανικής ακαμψίας, φρίσσουσαν την κόμην, το όμμα υπερμέτρως ανοικτόν, την αναπνοήν πνευστιώσαν ως ασθματικού, δεν δύναται να λαλήση, και ο φόβος αυτού ανήλθεν εις το έπακρον. Αίφνης οι βραχίονες αυτού κινούνται, παρατηρεί το κατάστρωμα τούτο του Σάνσελλορ, όπερ από στιγμής εις στιγμήν δυνατόν να ανατιναχθή εις τον αέρα. Εφορμά κάτω του επιστέγου, ανεγείρεται, διατρέχει το πλοίον, χειρονομών ως παράφρων. Έπειτα αναλαμβάνει τον λόγον, και από του στόματός του εξέρχονται αι απαίσιαι αύται λέξεις:
«Πυρκαϊά! πυρκαϊά!»

Το πλήρωμα, ακούσαν την κραυγήν ταύτην, σπεύδει επί του καταστρώματος, διότι ενόμισεν αναμφιβόλως ότι η πυρκαϊά εξώρμησεν εκ των ένδον, και ότι επήλθεν η ώρα να φύγωσι διά των εφολκίων [42] . Επέρχονται και οι επιβάται, ο μίστερ Κηρ, η σύμβιός του μίσιζ Κηρ, η μις Χέρμπυ και οι δύο Λετουρνέρ.
Ο Ροβέρτος Κόρτις θέλει να επιβάλη σιγήν εις τον Ρόμπυ, αλλ' αυτός δεν έχει πλέον σώας τας φρένας.
Την στιγμήν ταύτην η αταξία είνε εσχάτη. Η μίσιζ Κηρ κατέπεσεν επί του καταστρώματος αναίσθητος, ο δε σύμβιος ουδόλως φροντίζει περί αυτής, καταλείπων την μις Χέρμπυ να την περιποιηθή.
Οι δε ναύται έχουσιν ήδη ενάψη τα σύσπαστα [ 43] της ακάτου, ίνα την καταβιβάσωσιν εις την θάλασσαν.
Κατά τον χρόνον δε τούτον γνωστοποιώ τοις κκ. Λετουρνέρ ό τι αγνοούσι, τούτ' έστιν ότι το φορτίον πυρπολείται, ο δε νους του πατρός παρευθύς φέρεται προς τον Ανδρέαν, όν περιβάλλει διά των βραχιόνων του· αλλ' ο νέος διατελεί ατάραχος και απαθής, και θαρρύνει τον πατέρα του, επαναλαμβάνων ότι ο κίνδυνος δεν είνε άμεσος.
Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις βοηθούμενος υπό του υποπλοιάρχου, κατώρθωσε να αναχαιτίση τους άνδρας, βεβαιών αυτούς ότι η πυρκαϊά δεν εποίησε νέας προόδους, ο δ' επιβάτης Ρόμπυ δεν έχει συνείδησιν ούτε του τι πράττει, ούτε του τι λέγει, ότι δεν πρέπει να σπεύδωσι και ότι, όταν έλθη ο καιρός, θα καταλίπωσι πάντες το πλοίον. . .
Οι πλείστοι των ναυτών ίστανται ακούοντες την φωνήν του δευτέρου, όν αγαπώσι και σέβονται. Ούτος επιτυγχάνει παρ' αυτών ό τι ο πλοίαρχος Χόντλυ δεν ήθελε δυνηθή να κατορθώση, η δε άκατος διαμένει επί των υποστατών.
Ευτυχώς πάνυ [44] ο Ρόμπυ ουδέν είπε περί του πικρικού εκείνου, του εγκεκλεισμένου εν τω κύτει του πλοίου. Εάν το πλήρωμα εγίνωσκε την αλήθειαν, εάν εμάνθανεν ότι το πλοίον είνε αύτο δη τούτο ηφαίστειον έτοιμον να διαρραγή υπό τους πόδας του, το πλήρωμα, λέγω, ήθελεν απολέση παν ηθικόν σθένος, δεν θα ήτο δυνατόν να το κρατήσωσι και θα έφευγεν εξ άπαντος.
Ο δεύτερος ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ, οι τρεις μόνοι γινώσκωμεν τίνι φοβερώ τρόπω ήτο περιπεπλεγμένη η πυρκαϊά του πλοίου, και επάναγκες είνε ημείς μόνοι να το γινώσκωμεν.
Της τάξεως αποκαταστάσης, ο Ροβέρτος Κόρτις και εγώ ερχόμεθα εις το επίστεγον προς συνάντησιν του Φάλστεν, όν ευρίσκομεν εσταυρωμένας έχοντα τας χείρας και σκεπτόμενον ίσως περί τινος προβλήματος της μηχανικής εν τω γενικώ εκείνω φόβω και τρόμω. Συνιστώμεν δε αυτώ να μη είπη τίποτε περί της νέας ταύτης περιπλοκής, της οφειλομένης εις την απερισκεψίαν του Ρόμπυ.
Και ο μεν Φάλστεν υπισχνείται να τηρήση το απόρρητον. Προς δε τον πλοίαρχον Χόντλυ, όστις αγνοεί έτι την εσχάτην σοβαρότητα της καταστάσεως, αναλαμβάνει ο Ροβέρτος Κόρτις να την καταστήση γνωστήν.
Αλλά προ τούτου πρέπει να ληφθή πρόνοια περί του Ρόμπυ, διότι ο τάλας διατελεί εν παντελεί παραφροσύνη. Δεν έχει πλέον συναίσθησιν των πράξεών του, και τρέχει ανά το κατάστρωμα κραυγάζων αδιαλείπτως: Πυρκαϊά! πυρκαϊά!»
Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει τους ναύτας να συλλάβωσι τον επιβάτην, όν κατορθούσι να φιμώσωσι και προσδέσωσι στερεώς. Έπειτα μεταφέρεται εις τον θάλαμόν του, ένθα του λοιπού θα φυλάσσεται φυλακή αδέσμω.
Η φοβερά λέξις δεν εξέφυγε του στόματός του!
ΙΒ'
— 22 και 23 Οκτωβρίου. — Ο Ροβέρτος Κόρτις εγνωστοποίησε τα πάντα τω πλοιάρχω Χόντλυ. Ο δε πλοίαρχος Χόντλυ, δικαιώματι, αν μη πράγματι, είνε προϊστάμενός του και δεν ηδύνατο να τον αποκρύψη την κατάστασιν των πραγμάτων.
Γρυ δεν απήντησεν ο πλοίαρχος εις την ανακοίνωσιν ταύτην και αφ' ού έφερε την χείρα επί του μετώπου, ως τις θέλων να αποσοβήση σκέψιν τινά οχληράν, εισήλθεν ησύχως εις τον θάλαμόν του ουδέν παραγγείλας.
Ο Ροβέρτος Κόρτις, ο υποπλοίαρχος, ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ συσκεπτόμεθα, και εκπλήσσομαι επί τη απαθεία ήν έκαστος ημών έχει εν τη περιστάσει ταύτη. Πάσαι αι πιθανότητες της σωτηρίας συνεζητήθησαν, ο δε Ροβέρτος Κόρτις συνοψίζει την κατάστασιν των πραγμάτων ωδέ πως.
«Η πυρκαϊά δεν δύναται να ανασταλή, και ήδη η θερμοκρασία κατά την πρώραν κατέστη αφόρητος. Θα επέλθη λοιπόν στιγμή, μετ' ου πολύ ίσως, καθ' ήν η έντασις του πυρός θα είνε τοιαύτη, ώστε αι φλόγες θα εξέλθωσι διά του καταστρώματος. Εάν δε προ της νέας ταύτης όψεως της καταστροφής η κατάστασις της θαλάσσης επιτρέπη να χρησιμοποιήσωμεν τα εφόλκιά μας, θα αφήσωμεν το πλοίον και θα φύγωμεν. Αλλ' εάν όμως τουναντίον δεν είνε δυνατόν να αφήσωμεν τον Σάνσελλορ, θα αγωνισθώμεν κατά του πυρός μέχρι εσχάτων. Τις οίδεν εάν δεν το καταβάλωμεν όταν θα προβάλη έξω! Ίσως θα κατανικήσωμεν ευκολώτερον τον φανερόν εχθρόν ή τον κρυπτόμενον.
— Τούτο φρονώ, αποκρίνεται ησύχως ο μηχανικός.
— Και εγώ, είπον εγώ. Αλλά, κύριε Κόρτις, δεν υπολογίζετε και την περίπτωσιν ταύτην, ότι τριάκοντα λίτραι εκρηκτικής ουσίας εγκλείονται εν τω πυθμένι του κύτους;
— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, διότι είνε απλή τις λεπτομέρεια, και διά τούτο ουδόλως την υπολογίζω! Και διατί τάχα να κάθημαι και να μεριμνώ περί τούτου; Δύναμαι να αναζητήσω την ουσίαν ταύτην εντός φορτίου πυρπολουμένου και εντός κύτους, όπου οφείλομεν να μη επιτρέψωμεν την είσοδον του αέρος; Όχι! Λοιπόν ουδέ καν το συλλογίζομαι! Πριν τελειώση η φράσις την οποίαν προφέρω, δύναται το πικρικόν τούτο να επιφέρη το αποτέλεσμά του; Ναι. Λοιπόν το πυρ ή θα το φθάση ή δεν θα το φθάση. Κατ' ακολουθίαν, την περίπτωσιν περί ής λέγετε εγώ την θεωρώ ως μη υπάρχουσαν. Εις τον Θεόν και ουχί εις εμέ, εναπόκειται πλέον η απαλλαγή ημών από της εσχάτης ταύτης καταστροφής!
Ο Ροβέρτος Κόρτις απήγγειλε τους λόγους τούτους σοβαρώς, ημείς δε κλίνομεν την κεφαλήν άναυδοι. Αφ' ού, τοιαύτης ούσης της θαλάσσης, η άμεσος φυγή είνε αδύνατος, οφείλομεν να λησμονήσωμεν την περίπτωσιν ταύτην.
«Η έκρηξις δεν είνε αναγκαία, θα έλεγε λεπτολόγος τις, αλλά μόνον ενδεχομένη.»
Την παρατήρησιν ταύτην εποίησεν ο μηχανικός μετά απαραμίλλου απαθείας.
«Μίαν ερώτησιν, κύριε Φάλστεν, εις την οποίαν παρακαλώ να μ' απαντήσετε, είπον εγώ προς αυτόν. Δύναται να αναφλεχθή το πικρικόν κάλι αν δεν προηγηθή σύγκρουσις;
— Βεβαίως, αποκρίνεται ο μηχανικός. Υπό τας συνήθεις περιστάσεις το πικρικόν κάλι δεν είνε μεν περισσότερον εύφλεκτον της κοινής πυρίτιδος, αλλ' όμως είνε όσον και εκείνη. Άρα,..»
Ο Φάλστεν είπεν «Άρα». Δεν ηθέλετε νομίση ότι λέγει απόδειξίν τινα διδάσκων χημείαν;
Έπειτα αναβαίνομεν πάλιν εις το κατάστρωμα. Εν ώ δε εξηρχόμεθα της αιθούσης, ο Ροβέρτος Κόρτις λαβών με από της χειρός, μοι είπεν ουδόλως επιχειρών να κρύψη την συγκίνησίν του:
«Κύριε Κάζαλλον, τον Σάνσελλορ, τον οποίον τόσον αγαπώ, να τον βλέπω βοράν του πυρός και να μη δύναμαι τίποτε, τίποτε!,,
— Κύριε Κόρτις, η συγκίνησίς σας. . .
— Κύριε, λέγει εκείνος, δεν δύναμαι να την καταδαμάσω. Υμείς μόνος θα έχετε παρατηρήση τι υποφέρω. — Αλλά τετέλεσται, προσέθηκε προσπαθών βιαίως να καταστείλη εαυτόν.
— Η κατάστασις λοιπόν είνε απελπιστική; ηρώτησα τότε.
— Η κατάστασις, ιδού, αποκρίνεται απαθώς ο Ροβέρτος Κόρτις. Ευρισκόμεθα επί υπονόμου και η άπτρα είνε αναμμένη. Υπολείπεται να μάθωμεν πόσον είνε το μήκος της άπτρας!»
Και ταύτα ειπών απέρχεται.
Όπως δήποτε το τε πλήρωμα και οι λοιποί επιβάται αγνοούσι μέχρι πόσου έχει δεινωθή η κατάστασις ημών.
Αφ' ότου έγινε γνωστή η πυρκαϊά, ο μίστερ Κηρ καταγίνεται συναθροίζων τα πολυτιμότατα των πραγμάτων του και, ως εικός, ουδόλως έχει τον νουν του εις την γυναίκα του. Αφ' ού δε ανεκοίνωσεν επισήμως τω δευτέρω πλοιάρχω ότι οφείλει να προβή εις την κατάσβεσιν της πυρκαϊάς, και κατέστησεν αυτόν υπεύθυνον παντός ενδεχομένου, εισήλθε πάλιν εις τον παρά την πρύμναν θάλαμόν του και ουδέποτε πλέον εξήλθε.
Η δε μίσιζ Κηρ εκβάλλει στεναγμούς και η τάλαινα γυνή, ει και γελοία, εμποιεί οίκτον. Η μις Χέρμπυ, εν τοις καιροίς τούτοις, νομίζει εαυτήν ολιγώτερον παρά ποτε απηλλαγμένην των προς την κυρίαν αυτής καθηκόντων, και την περιποιείται μετ' άκρας αφοσιώσεως. Θαυμάζω καθ' υπερβολήν την διαγωγήν της κόρης ταύτης, ήτις θεωρεί το καθήκον ως πάντων ανώτατον.
Την επιούσαν, 23 Οκτωβρίου, ο πλοίαρχος Χόντλυ προσκαλεί τον δεύτερον εις τον θάλαμόν του και γίνεται μεταξύ αυτών ο εξής διάλογος, όν μοι ανεκοίνωσεν έπειτα ο Ροβέρτος Κόρτις.
«Κύριε Κόρτις, λέγει ο πλοίαρχος, ού το βλοσυρόν όμμα δηλοί διατάραξιν των διανοητικών δυνάμεων, είμαι ναυτικός, δεν είν' αλήθεια;
— Μάλιστα, κύριε.
— Λοιπόν, φαντάσθητε ότι δεν ειξεύρω πλέον το επάγγελμά μου, αγνοώ τι συμβαίνει εν εμοί. . . αλλά λησμονώ. . . δεν ειξεύρω πλέον. . . Δεν πλέομεν προς Μέσην (ΒΑ), αφ' ότου απεπλεύσαμεν εκ του Κάρλεστον;
— Όχι, κύριε, αποκρίνεται ο δεύτερος, πλέομεν προς Εύρον (ΝΑ) κατά τας οδηγίας σας.
— Και όμως εφορτώσαμεν διά Λιβερπούλην!
— Αναμφιβόλως.
— Και ο;. . . πώς ονομάζεται το πλοίον, κύριε Κόρτις;
— Σάνσελλορ.
— Α, ναι! ο Σάνσελλορ! Και ευρίσκεται τώρα;
— Προς νότον του Τροπικού.
— Λοιπόν, κύριε, δεν αναλαμβάνω να τον επαναφέρω προς βορράν!. . . Όχι!. . . δεν θα δυνηθώ. . . Επιθυμώ να μη εξέλθω πλέον εκ του θαλάμου μου. . . Η θέα της θαλάσσης με βλάπτει!. . .
— Κύριε, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, ελπίζω ότι διά των περιποιήσεων. . .
— Ναι, ναι, βλέπομεν αργότερα. — Εν τοσούτω θα σας δώσω μίαν διαταγήν, αλλά θα είνε η τελευταία την οποίαν θα λάβετε παρ' εμού.
— Σας ακούω, αποκρίνεται ο δεύτερος.
— Κύριε, επαναλαμβάνει ο πλοίαρχος, από της στιγμής ταύτης δεν είμαι πλέον τίποτε εν τω πλοίω, και λαμβάνετε υμείς την κυβέρνησιν του Σάνσελλορ. Αι περιστάσεις είνε ισχυρώτεραι εμού, και αισθάνομαι ότι δεν δύναμαι να ανθέξω,.. Η κεφαλή μου είνε άνω κάτω! — Πάσχω πολύ, κύριε Κόρτις,» προσθέτει ο Σάιλας Χόντλυ θλίβων το μέτωπόν του δι' αμφοτέρων των χειρών.
Ο δεύτερος εξετάζει μετά προσοχής τον τέως κυβερνώντα το πλοίον και αρκείται μόνον αποκρινόμενος:
«Έχει καλώς, κύριε.»
Έπειτα δε ανελθών εις το κατάστρωμα, μοι διηγείται τα διατρέξαντα. «Μάλιστα, λέγω, ο άνθρωπος ούτος έχει τουλάχιστον ασθενή τον εγκέφαλον, αν δεν είνε παράφρων, και προτιμότερον ότι παρητήθη μόνος του.
— Τον αντικαθιστώ εις περιστάσεις σοβαράς, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις· αλλ' αδιάφορον, θα πράξω το καθήκον μου.»
Ταύτα ειπών ο δεύτερος, καλεί ναύτην τινά και τω λέγει να υπάγη να εύρη τον αρχιναύτην, όστις πάραυτα έρχεται.
«Να προσκληθή το πλήρωμα, λέγει προς τον αρχιναύτην, παρά την πτέρναν του μεγάλου ιστού.»
Ο αρχιναύτης αποχωρεί και μετά τινας στιγμάς οι άνδρες του Σάνσελλορ είνε συνηγμένοι εν τω υποδειχθέντι τόπω.
Ο δε Ροβέρτος Κόρτις προσελθών προς αυτούς λέγει μετά φωνής γαληνιαίας:
«Παιδιά, εις την κατάστασιν εις την οποίαν ευρισκόμεθα, και διά λόγους οι οποίοι είνε εις εμέ γνωστοί, ο κύριος Σάιλας Χόντλυ ενόμισε καθήκον του να παραιτηθή του πλοιαρχικού αξιώματος. Όθεν από της ημέρας ταύτης εγώ είμαι ο κυβερνήτης.»
Ούτω πως εξετελέσθη η μεταβολή αύτη, ήτις εξ άπαντος θα αποβή εις καλόν πάντων. Έχομεν αρχηγόν άνδρα δραστήριον και ασφαλή, όστις προ ουδενός μέσου θα υποχωρήση, τείνοντος εις την κοινήν σωτηρίαν. Οι κκ. Λετουρνέρ, ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ συγχαίρομεν παρευθύς τω Ροβέρτω Κόρτις, ο δε υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης προσθέτουσι τα συγχαρητήριά των εις τα ημέτερα.
Ο πλους του Σάνσελλορ εξακολουθεί προς Λίβα (ΝΔ), ο δε Ροβέρτος Κόρτις βιάζων, επιζητεί να προσεγγίση εν τω βραχυτάτω διαστήματι χρόνου εις την εγγυτάτην των Μικρών Αντιλλών.
ΙΓ'
— Από της 24 μέχρι 29 Οκτωβρίου. — Κατά τας πέντε επομένας ημέρας η θάλασσα είνε αγρία. Ο δε Σάνσελλορ, ει και δεν παλαίει πλέον κατ' αυτής και τρέχει συν τω ανέμω και τω κύματι, κινείται όμως καθ' υπερβολήν. Κατά τον διάπλουν τούτον, τον επί πυρπολικού, ουδ' επί στιγμήν έχομεν ησυχίαν. Παρατηρούμεν μετά πόθου το ύδωρ τούτο όπερ, περιβάλλον το πλοίον, έλκει, κατακηλεί.
«Αλλά, είπον προς τον Ροβέρτον Κόρτις, διατί να μη τρυπήσωμεν το κατάστρωμα; διατί να μη χύσωμεν τόννους ύδατος εις το κύτος; Και όταν το πλοίον γεμίση, πού έγκειται το κακόν; Της πυρκαϊάς σβεσθείσης αι αντλίαι θα χύσωσι πάλιν όλον το ύδωρ εις την θάλασσαν!
— Κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, σας το είπον και σας το επαναλαμβάνω, εάν αφήσωμεν τον αέρα να διέλθη, έστω και όσον δήποτε και ολίγον, το πυρ θα διαδοθή εν ακαρεί καθ' όλον το πλοίον, αι δε φλόγες θα το περιβάλωσιν από της τρόπιδος μέχρι του επιμήλου των ιστίων. Είμεθα καταδεδικασμένοι εις απραξίαν και υπάρχουσι περιστάσεις, καθ' άς οφείλει ο άνθρωπος να έχη την γενναιότητα του απρακτείν!»
Μάλιστα! Ο μόνος τρόπος του να καταπολεμηθή η πυρκαϊά είνε να φραχθή στεγανώς πάσα είσοδος.
Εν τούτοις αι πρόοδοι του πυρός είνε ακατάπαυστοι και ίσως ταχύτεραι ή όσον υποθέτομεν. Κατά μικρόν η θερμότης καθίσταται αρκούντως ισχυρά, ώστε οι επιβάται εδέησε να καταφύγωσιν επί της γεφύρας οι δε πρυμναίοι θάλαμοι ευρέως φωτιζόμενοι διά των παραθύρων του άβακος, είνε έτι κατοικήσιμοι. Αλλ' εκ τούτων τον μεν δεν εγκαταλείπει η μίσιζ Κηρ, τον δ' έτερον διέθεσεν ο Ροβέρτος Κόρτις τω εμπόρω Ρόμπυ. Πολλάκις μετέβην εις επίσκεψιν του ταλαιπώρου τούτου, όστις είνε όλως παράφρων, και ανάγκης να τον κρατώσι δέσμιον, αν μη θέλωσι να θραύση την θύραν του θαλάμου του. Πράγμα παράδοξον! Διετήρησεν εν τη παραφροσύνη του αίσθημα φρικαλέου τρόμου, και εκβάλλει φρικώδεις κραυγάς, ως εάν υπό την επίδρασιν φαινομένου φυσιολογικού, ησθάνετο αληθή καύματα.
Και τον τέως πλοίαρχον πολλάκις επισκέπτομαι και ευρίσκω εν αυτώ άνδρα ηρεμώτατον και λαλούντα λογικώς πλην των αναφερομένων εις τα ναυτικά. Ως προς τούτο δεν έχει πλέον τον κοινόν νουν. Προσφέρομαι να τον περιποιηθώ, διότι πάσχει, αλλά δεν θέλει να δεχθή τας περιποιήσεις μου και δεν εξέρχεται πλέον εκ του θαλάμου του.
Σήμερον εισεπήδησεν εις την θέσιν του πληρώματος καπνός δριμύς και ναυτιώδης διηθούμενος διά των σχισμάδων του φράγματος. Είνε δε βέβαιον ότι η πυρκαϊά προοδεύει προς το μέρος τούτο, παραβάλλοντες δε το ους, ακούομεν υπόκωφον βόμβον. Αλλά πόθεν λοιπόν το πυρ λαμβάνει όλον τούτον τον αέρα όστις το τρέφει; Ποία τις η ρωγμή η διαφυγούσα τας ερεύνας ημών; Η φρικώδης καταστροφή δεν θα ηδύνατο νυν να αποσοβηθή! Ίσως είνε ζήτημά τινων μόνον ημερών, ωρών τινων, και δυστυχώς η θάλασσα κυμαίνεται ούτως ώστε δεν είνε δυνατόν να σκεφθώμεν περί φυγής διά των εφολκίων.
Κατά παραγγελίαν του Ροβέρτου Κόρτις το φράγμα της θέσεως καλύπτεται διά υποβλήματος διαβρεχομένου απαύστως. Αλλά, μάταιαι φροντίδες, ο καπνός εξακολουθεί εξερχόμενος εν μέσω θερμότητος υγράς, ήτις διαχεομένη επί της πρώρας καθιστά τον αέρα σχεδόν ανεπιτήδειον εις αναπνοήν.
Ευτυχώς ο μέγας ιστός και ο ακάτιος είνε σιδηροί· ει δε μη, καιόμενοι από της πτέρνης θα είχον ήδη καταπέση, και ημείς θα είχομεν απολεσθή.
Ο Ροβέρτος Κόρτις λοιπόν βιάζει όσον οίον τε, και υπό τον άνεμον τούτον, τον Μέσην (ΒΑ), όστις επιτείνεται, ο Σάνσελλορ βαδίζει μετά πολλής ταχύτητος.
Ιδού ήδη δεκατέσσαρες ημέραι από της εμφανίσεως της πυρκαϊάς και αι πρόοδοι αυτής είνε ακατάπαυστοι, διότι δεν ηδυνήθημεν να καταπαύσωμεν αυτάς. Ήδη ο χειρισμός εν τω πλοίω είνε μάλλον και μάλλον δυσχερής. Επί του επιστέγου, ού το σανίδωμα δεν συνέχεται αμέσως προς το κύτος δυνάμεθα έτι να σταθώμεν αλλά επί του καταστρώματος μέχρι του πρωραίου είνε των αδυνάτων να βαδίσωμεν ουδέ μετά χονδρών υποδημάτων. Το ύδωρ δεν εξαρκεί πλέον ίνα δροσίζη τας σανίδας ταύτας, άς το πυρ λέχει και ανακυρτούνται επί των ράβδων των. Η ρητίνη του ελατίνου τούτου ξύλου κροτεί πέριξ των όζων ως πίπτουσα χάλαζα, οι αρμοί διανοίγονται, η δε πίσσα, ρευστοποιουμένη υπό της θερμότητος διαρρέει σχεδιάζουσα παμποίκιλα ιδιόρρυθμα σχήματα επί του καταστρώματος κατά τας απαιτήσεις του διατοιχισμού του πλοίου.
Το δ' έσχατον της συμφοράς, αίφνης αναπηδά αποτόμως άνεμος Σκίρων (ΒΔ), πνέων μετά μανίας! Αυτόχρημα τυφών, οποίος ενίοτε παράγεται εν ταις ακταίς ταύταις, και μας απομακρύνει από της γης των Αντιλλών, εις ήν προσπαθούμεν να προσεγγίσωμεν! Ο Ροβέρτος Κόρτις θέλει να αντισταθή αντιμένων[45] , αλλ' ο άνεμος είνε ούτω βίαιος, ώστε ο Σάνσελλορ δεν δύναται να αντιμείνη, και ανάγκη είνε μετ' ου πολύ να παραδοθή τω ανέμω, ίν' αποφύγη τους κλύδωνας, οίτινες είνε φοβεροί όταν πλήττωσι πλοίον κατά το ισχίον.
Τη 29 η τρικυμία είνε εν όλη αυτής τη βία. Ο Ωκεανός είνε τεταραγμένος και η λεπτή βροχή η εκ της συγκρούσεως των κυμάτων κατακαλύπτει τον Σάνσελλορ καθ' ολοκληρίαν. Των αδυνάτων να καταβιβασθή εφόλκιον εις την θάλασσαν χωρίς πάραυτα να καταποντισθή. Ημείς δε έχομεν καταφύγη οι μεν εις το επίστεγον, οι δε εις το πρυμναίον κατάστρωμα. Αποβλέπομεν προς αλλήλους, αλλά δεν τολμώμεν να λαλήσωμεν.
Περί δε του δοχείου του πικρικού ουδέ καν διανοούμεθα. Ελησμονήσαμεν «την λεπτομέρειαν ταύτην» ίνα κατά Ροβέρτον Κόρτις είπω. Δεν ειξεύρω μα το ναι, αν μη ήτο ευκταία η έκρηξις του πλοίου, ήτις έμελλε διά μιας να διαλύση την κατάστασιν των πραγμάτων. Την φράσιν ταύτην αναγράφω, διότι θέλω να παραστήσω ακριβώς την κατάστασιν των πνευμάτων μας. Ο άνθρωπος επί πολύν χρόνον επαπειλούμενος υπό τινος κινδύνου, επιθυμεί τέλος να επέλθη ο κίνδυνος όσον τάχιστα, διότι η προσδοκία καταστροφής αναποδράστου είνε φρικωδεστέρα της πραγματικής αληθείας!
Εν όσω δε ήτο καιρός, ο πλοίαρχος Κόρτις παρήγγειλε την εξαγωγήν μέρους των τροφών των αποτεταμιευμένων εν τω διανομείω, εις ό δεν θα ήτο πλέον δυνατόν να εισέλθη τις. Η θερμότης έχει ήδη βλάψη μέγα ποσόν προμηθειών αλλ' όμως βυτία τινά διπυρίτου [46] και κρέατος παστού, είς κόρος ρακής και βυτία ύδατος ετέθησαν επί του καταστρώματος, προς δε τούτοις καλύμματα, όργανα, πυξίς, ιστία, ίνα, εάν τύχη, δυνηθώμεν να εγκαταλίπωμεν πάραυτα το πλοίον.
Την ογδόην εσπερινήν ώραν, ει και ο πάταγος του τυφώνος είνε μέγας, όμως ακούεται βόμβος θορυβώδης. Οι καθέκται του καταστρώματος υπεγείρονται πιεζόμενοι έσωθεν υπό του θερμού αέρος, και δίναι καπνού μαύρου διαφεύγουσι διά των καθεκτών, ως ο ατμός διαφεύγει υπό την πλάκα της επιστομίδος λέβητος.
Το πλήρωμα σπεύδει προς τον Ροβέρτον Κόρτις και ζητεί τας διαταγάς του. Μία και μόνη γνώμη κατέχει πάντας, να φύγωμεν δήλα δή το ηφαίστειον τούτο, όπερ μέλλει να εκραγή υπό τους πόδας ημών.
Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρεί τον Ωκεανόν ού τα τεράστια κύματα εκχύνονται. Ουδέ δύναται τις πλέον να προσεγγίση εις την άκατον την κειμένην επί των υποστατών εν τω μέσω του καταστρώματος· αλλ' είνε έτι δυνατόν να χρησιμοποιήσωμεν την λέμβον την ανακρεμαμένην από των επωτίδων [47] του δεξιού τοίχου του πλοίου, ως και την φαλαινίδα [ 48] κρεμαμένην κατά την πρύμναν.
Οι ναύται ορμώσι προς την λέμβον.
«Όχι, αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις, όχι! Μη θυσιάσωμεν και την τελευταίαν μας ελπίδα!»
Τινές όμως των ναυτών κατεπτοημένοι, προεξάρχοντος του Όουεν, θέλουσι να καταβιβάσωσι το εφόλκιον. Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις σπεύδει εις το επίστεγον και αρπάσας πέλεκυν αναφωνεί:
«Ο πρώτος όπου θα εγγίση το σύσπαστα, του σχίζω την κεφαλήν!»
Οι ναύται αποχωρούσι. Καί τινες μεν τούτων αναβαίνουσιν εις τας κλιμακίδας των επιτόνων [49] , τινές δε καταφεύγουσι μέχρι των θωρακίων.[ 50]
Την ενδεκάτην της νυκτός ακούονται εν τω κύτει σφοδροί κρότοι εκρήξεως· συντρίβονται τα φράγματα και αφίνουσι διέξοδον εις τον θερμόν αέρα και εις τον καπνόν. Πάραυτα χείμαρροι ατμού εκθρώσκουσιν από του στομίου της πρωραίας θέσεως και γλώσσα φλογός μακρά λείχει τον ακάτιον ιστόν.

Κραυγαί ακούονται τότε.
Η μίσιζ Κηρ υποβασταζομένη υπό της μις Χέρμπυ καταλείπει εσπευσμένως τους θαλάμους, ούς το πυρ κατέφθασεν ήδη. Έπειτα ο Σάιλας Χόντλυ επιφαίνεται, το πρόσωπόν του είνε κατάμαυρον υπό του καπνού και ησύχως, αφ' ού εχαιρέτισε τον Ροβέρτον Κόρτις, κατευθύνεται προς τους επιτόνους, αναβαίνει τας κλιμακίδας και εγκαθιδρύεται επί του θωρακίου του επιδρόμου.
Ιδών τον Σάιλας Χόντλυ, ευθύς ενθυμούμαι ότι έτερός τις διαμένει καθειργμένος υπό το επίστεγον εν τω θαλάμω εκείνω, όν αι φλόγες μέλλουσιν ίσως να καταβροχθίσωσι.
Πρέπει λοιπόν να αφήσωμεν να αποθάνη τον ταλαίπωρον Ρόμπυ; Ορμώ προς την κλίμακα. . . . Αλλ' ο παράφρων θραύσας τα δεσμά του φαίνεται την στιγμήν εκείνην, έχων την κόμην κεκαυμένην και τα ενδύματα φλεγόμενα. Ουδέν λέγων περιπατεί επί του καταστρώματος και οι πόδες του δεν καίονται! Ρίπτεται εις τας συστροφάς του καπνού, και ο καπνός δεν τον πνίγει. Ως ανθρωπίνη σαλαμάνδρα διατρέχει αναμέσον των φλογών!
Νέος κρότος εκρήγνυται τότε και η άκατος διεσκορπίζεται εις τεμάχια, ο μεσαίος καθέκτης ανατινάσσεται διασχίσας το υπόβλημά του, και πίδαξ πυρός επί πολύ συμπεπιεσμένος αναπηδά μέχρι του ημίσεος του ιστού.
Την στιγμήν εκείνην ο παράφρων εκβάλλει κραυγάς δυνατάς και εκ του στόματός του εκφεύγουσιν αι λέξεις αύται:
«Το πικρικόν! το πικρικόν! Όλοι θα πηδήσωμεν εις τον αέρα! εις τον αέρα! εις τον αέρα!»

Έπειτα δε πριν λάβωμεν καιρόν να τον αναχαιτίσωμεν κατακρημνίζεται διά του καθέκτου εις την φλεγομένην κάμινον.
ΙΔ'
— Την νύκτα της 29 Οκτωβρίου. — Η σκηνή αύτη υπήρξε φοβερά, έκαστος δε, ει και έβλεπε την άνευ τινος ελπίδος κατάπτωσιν εν ή διετέλει, συνησθάνθη όμως όλην αυτής την φρίκην.
Ο Ρόμπυ δεν ζη πλέον, αλλ' οι τελευταίοι λόγοι του θα έχωσιν επακολουθήματα ολεθριώτατα· διότι οι ναύται τον ήκουσαν κράζοντα: «Το πικρικόν! το πικρικόν!» Ενόησαν δε ότι το πλοίον δύναται να ανατιναχθή εις τον αέρα από στιγμής εις στιγμήν, και ότι δεν τους απειλεί πλέον μόνον πυρκαϊά, αλλά και φοβερά έκρηξις.
Τινές των ανδρών, ακράτητοι ήδη, θέλουσι να φύγωσιν εξ άπαντος και άνευ αναβολής.
«Την λέμβον! την λέμβον!» ανακράζουσι.
Δεν βλέπουσι δε, δεν θέλουσι να ίδωσιν οι άφρονες, ότι η θάλασσα είνε εις άκρον τεταραγμένη και ότι ουδέν εφόλκιον δύναται να καταφρονήση τα κύματα εκείνα τα ανατινασσόμενα εις ύψος τεράστιον! Ουδέν δύναται να τους συγκρατήση, και δεν ακούουσι πλέον την φωνήν του πλοιάρχου των. Ο Ροβέρτος Κόρτις ρίπτεται εις το μέσον του πληρώματός του, αλλά μάτην, διότι ο ναύτης Όουεν εξερεθίζει τους συνναύτας του. Οι δεσμοί της λέμβου χαλαρούνται, και η λέμβος ωθείται προς τα έξω.
Το εφόλκιον αιωρείται μίαν στιγμήν εν τω αέρι, και υπακούον εις το παρακύλισμα του πλοίου, προσκόπτει επί του τροπού [51] , και μετά τελευταίαν προσπάθειαν των ναυτών αποσπάται και ήδη άπτεται της θαλάσσης· αλλά αίφνης κύμα τεράστιον την καλύπτει, την απομακρύνει μίαν στιγμήν και μετά δυνάμεως ακρατήτου την κατασυντρίβει επί της πλευράς του Σάνσελλορ.
Η τε άκατος και η λέμβος κατεστράφησαν ήδη και μόνον υπολείπεται ημίν μία εύθραυστος και στενή φαλαινίς.
Οι ναύται κατάπληκτοι ίστανται ακίνητοι, και μόνον ακούονται οι συριγμοί του ανέμου μεταξύ των αρμένων του πλοίου, και ο βόμβος της πυρκαϊάς. Η κάμινος προχωρεί μεγεθυνομένη βαθέως προς το κέντρον του πλοίου, και χείμαρροι ατμών λιγνυωδών [52] εκθρώσκοντες εκ του καθέκτου ανέρχονται προς τον ουρανόν. Από του πρωραίου καταστρώματος μέχρι του επιστέγου δεν βλεπόμεθα πλέον, και φραγμός φλογός διαχωρίζει εις δύο τον Σάνσελλορ.
Οι επιβάται και δύο ή τρεις των του πληρώματος κατέφυγον εις το όπισθεν του επιστέγου. Η μίσιζ Κηρ είνε εξηπλωμένη αναίσθητος επί τινος των κλωβών των ορνίθων, και παρ' αυτή κάθηται η μις Χέρμπυ. Ο κ. Λετουρνέρ ήρπασε τον υιόν του και τον κρατεί εν ταις αγκάλαις του, θλίβων αυτόν επί του πατρικού στήθους του. Εμέ κατέλαβε νευρική ταραχή και δεν δύναμαι να την κατανικήσω. Ο δε μηχανικός Φάλστεν παρατηρεί απαθώς το ωρολόγιόν του και σημειοί την ώραν εν τω σημειωματαρίω του.
Τι δε συμβαίνει κατά την πρώραν, ένθα ευρίσκονται αναμφιβόλως ο υποπλοίαρχος, ο αρχιναύτης και το υπόλοιπον του πληρώματος, ούς ημείς δεν δυνάμεθα πλέον να ίδωμεν; Πάσα συγκοινωνία διεκόπη μεταξύ των δύο ημίσεων του πλοίου, και ουδείς ηδύνατο να διέλθη το εκ φλογών παραπέτασμα, όπερ ανέρχεται εκ του μεγάλου καθέκτου.
Έρχομαι προς τον Ροβέρτον Κόρτις και τον ερωτώ:
«Τα πάντα τετέλεσται;
— Όχι, μ' αποκρίνεται. Επειδή ο καθέκτης είνε ανοικτός, θα επιχύσωμεν χείμαρρον ύδατος εις την κάμινον, και θα κατορθώσωμεν ίσως να την κατασβέσωμεν.
— Αλλά πώς θα γίνη ο χειρισμός των αντλιών επί του καίοντος τούτου καταστρώματος, κύριε Κόρτις; Πώς θα δοθώσι διαταγαί εις τους ναύτας διά μέσου των φλογών τούτων;
Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν μ' αποκρίνεται.
«Τετέλεσται τα πάντα; ηρώτησα και εκ δευτέρου.
— Όχι! κύριε, μοι λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, όχι! Και εφ' όσον μία μόνη σανίς του πλοίου τούτου μένει υπό τους πόδας μου, δεν θα απελπισθώ.»
Και όμως η δύναμις της πυρκαϊάς διπλασιάζεται και τα θαλάσσια ύδατα βάφονται διά λάμψεως υπερύθρου. Άνωθεν δε τα χαμηλά νέφη αντανακλώσι μεγάλας φλόγας ξανθάς. Μακροί πίδακες πύρινοι αναπηδώσι διά των καθόδων, ημείς δε κατεφύγομεν εις την κορώνην [53] , όπισθεν του επιστέγου. Η δε μίσιζ Κηρ κατετέθη εν τη φαλαινίδι ήτις κρέμαται από των επωτίδων της, και παρ' αυτή έλαβε θέσιν η μις Χέρμπυ.
Ποία νυξ φοβερά! και οποία τις γραφίς θα ηδύνατο να γράψη το φρικαλέον αυτής;
Ο τυφών τότε εν όλη αυτού τη σφοδρότητι πνέει επί της ανθρακιάς ταύτης ως υπερμέγεθες αεριστήριον. Ο Σάνσελλορ τρέχει εν τω σκότει ως πυρπολικόν γιγαντιαίον. Δυοίν δε θάτερον [54] ή πρέπει να ριφθώμεν εις την θάλασσαν ή να γίνωμεν παρανάλωμα των φλογών!
Αλλά το πικρικόν δεν θα ανάψη λοιπόν; Το ηφαίστείον τούτο δεν θα ανοιχθή υπό τους πόδας ημών; Λοιπόν εψεύσθη ο Ρόμπυ; Δεν υπάρχει λοιπόν ουσία εκρηκτική εγκεκλεισμένη εν τω κύτει;
Την ενδεκάτην και ημίσειαν, καθ' ήν στιγμήν η θάλασσα είνε φοβερά όσον ουδέποτε άλλοτε, προστίθεται εις τον κρότον των μαινομένων στοιχείων βρόμος [55] ιδιάζων, όν οι ναυτικοί σφόδρα φοβούνται· αντηχεί δε κατά την πρώραν η κραυγή αύτη·
«Σκόπελοι! σκόπελοι δεξιά!»
Ο Ροβέρτος Κόρτις πηδά επί του παραρρύμματος, ρίπτει βλέμμα ταχύ επί των λευκών κυμάτων, και στρεφόμενος προς τον πηδαλιούχον αναφωνεί μετά φωνής επιτακτικής:
«Τον οίακα δεξιά, πάντη!»
Αλλ' είνε λίαν αργά.
Αισθάνομαι ότι ανηρπάγημεν επί των νώτων κυμάτων τεραστίων, και αίφνης γίνεται σύρραξις. Το πλοίον ψαύει κατά την πρύμναν, πτερνοκοπεί πολλάκις και ο ιστός του επιδρόμου, θραυσθείς σύρριζα επί του καταστρώματος, πίπτει εις την θάλασσαν.
Ο Σάνσελλορ είνε ακίνητος.
ΙΕ'
— Συνέχεια της νυκτός της 29 Οκτωβρίου. — Δεν είνε ακόμη μεσονύκτιον, σελήνη δεν υπάρχει και το σκότος είνε βαθύ. Δεν δυνάμεθα να γινώσκωμεν πού εκάθισε το πλοίον. Βιαίως απωθούμενον προσήγγισεν άρα γε εις την Αμερικανικήν ακτήν και άρα γε φαίνεται η γη;
Είπον ότι ο Σάνσελλορ, αφ' ού επ' ολίγον επτερνοκόπησε, απέμεινεν όλως ακίνητος. Μετ' ολίγον κρότος αλύσεων αντηχήσας εν τη πρύμνη, δίδει είδησιν τω Ροβέρτω Κόρτις ότι αι άγκυραι εποντίσθησαν.
«Καλά! καλά! είπεν. Ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης επόντισαν τας δύο αγκύρας. Πρέπει να ελπίζωμεν ότι θα εστερεώθησαν!»
Βλέπω τότε τον Ροβέρτον Κόρτις προχωρούντα επί των παραρρυμμάτων μέχρι του ορίου όπερ αι φλόγες δεν επιτρέπουσι να υπερβή. Ολισθαίνει επί του δεξιού επιτόνου προς το μέρος όπου το πλοίον είχε κλίνη, και ίσταται εκεί επί τινας στιγμάς πληττόμενος υπό των βαρέων κυμάτων. Τον βλέπω παραβάλλοντα το ους, ως εάν ήκουε ιδιάζοντά τινα θόρυβον εν τω μέσω του θορύβου της τρικυμίας.
Τέλος ο Ροβέρτος Κόρτις επανέρχεται εις το επίστεγον και μοι λέγει:
«Τα νερά εισέρχονται εις το πλοίον, και τα νερά αυτά, Θεού ευδοκούντος, θα καταβάλουν ίσως την πυρκαϊάν!
— Και έπειτα; είπον εγώ.
— Κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, το «έπειτα» είνε μέλλον και απόκειται εις το θέλημα του Θεού. Ημείς ας μεριμνώμεν περί του παρόντος!»
Και ήδη πρώτον πάντων έπρεπε να καταφύγωμεν εις τους σίφωνας, αλλά την στιγμήν εκείνην δεν δύνανται να τους φθάσωσιν εν τω μέσω των φλογών! Πιθανώς σανίς τις εθραύσθη εν τω πυθμένι του πλοίου, και δι' αυτής εισέρχεται ύδωρ άφθονον, διότι μοι φαίνεται ότι η βία του πυρός ήδη ελαττούται. Ακούονται συριγμοί εκκωφωτικοί, τεκμήριον ότι τα δύο στοιχεία παλαίουσι. Βεβαίως δε η βάσις της εστίας είνε ήδη κατάκλυστος, και η πρώτη σειρά των δεμάτων του βάμβακος είνε εν τω ύδατι. Λοιπόν, το ύδωρ τούτο ας πνίξη την πυρκαϊάν, και ημείς πάλιν έπειτα θα το πολεμήσωμεν, και ίσως θα είνε ολιγώτερον φοβερόν του πυρός, διότι το ύδωρ είνε το στοιχείον του ναυτικού και αυτός είνε συνηθισμένος να το νικά.
Κατά τας τρεις άλλας ώρας καθ' άς διήρκεσεν έτι η τόσον μακρά αύτη νυξ, αναμένομεν μετ' αγωνίας απεριγράπτου. Πού είμεθα; Το μόνον βέβαιον είνε ότι το ύδωρ αποσύρεται κατ' ολίγον, και η σφοδρότης των κυμάτων καταπαύει. Ο Σάνσελλορ πρέπει να έψαυσε μίαν ώραν μετά την πλημμυρίδα, αλλ' είνε δύσκολον να γνωσθή ακριβώς άνευ υπολογισμών και άνευ παρατηρήσεων. Εάν δε είνε τούτο, δυνάμεθα να ελπίζωμεν, επί τω λόγω όμως ότι η πυρκαϊά εσβέσθη, ότι ο Σάνσελλορ ταχέως θα απαλλαχθή κατά την προσεχή παλίρροιαν.
Περί ώραν τετάρτην και ημίσειαν προ μεσημβρίας το εκ φλογών παραπέτασμα, το μεταξύ πρώρας και πρύμνης ηπλωμένον, διασκορπίζεται κατ' ολίγον, και εκείθεν διακρίνομεν τέλος όμιλον μαύρον, το πλήρωμα, όπερ είχε καταφύγη εις το πρωραίον στενόν κατάστρωμα,, Μετ' ου πολύ αι συγκοινωνίαι αποκαθίστανται αύθις μεταξύ των δύο άκρων του πλοίου, και ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης έρχονται προς ημάς, εις το επίστεγον, βαδίζοντες επί των τροπών, διότι δεν είνε ακόμη δυνατόν να πατήσωσιν επί του καταστρώματος.

Ο πλοίαρχος Κόρτις, ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης παρόντος μου συσκέπτονται και συμφωνούσιν ως προς τούτο, ότι δήλα δή ουδέν πρέπει να επιχειρήσωμεν πριν γίνη ημέρα. Και εάν μεν η γη είνε πλησίον, η δε θάλασσα προσιτή, θα αποβιβασθώμεν εις την παραλίαν είτε διά της φαλαινίδος είτε διά σχεδίας. Αλλ' εάν όμως μηδεμία γη φαίνεται και ο Σάνσελλορ έχη εξοκείλη επί σκοπέλου απομεμονωμένου, θα καταβληθή προσπάθεια να τον ανασύρωμεν, ώστε να τον καταστήσωμεν ικανόν να καταπλεύση εις τον εγγύτατον λιμένα.
«Αλλά, ο Ροβέρτος Κόρτις, ού την γνώμην συμμερίζεται ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης, είνε δύσκολον, λέγει, να μαντεύσω που είμεθα, διότι διά των βορειοδυτικών τούτων ανέμων ο Σάνσελλορ θα ερρίφθη αρκετά μακράν προς νότον. Ιδού ότι επί πολύν χρόνον δεν ηδυνήθην να μετρήσω το ύψος, και όμως επειδή δεν γνωρίζω σκόπελόν τινα κατά το μέρος τούτο του Ατλαντικού Ωκεανού, δυνατόν να εξοκείλαμεν επί τινος γης της Νοτίου Αμερικής.
— Αλλά, είπον εγώ, εξακολουθούμεν απειλούμενοι υπό της εκρήξεως. Δεν θα ήτο δυνατόν να εγκαταλίπωμεν τον Σάνσελλορ και να καταφύγωμεν. . .
— Επί του σκοπέλου τούτου; απαντά ο Ροβέρτος Κόρτις. Αλλ' οποία τις είνε η κατασκευή του; δεν καλύπτεται υπό της πλημμυρίδος; Δυνάμεθα να τον αναγνωρίσωμεν εντός του σκότους τούτου; Ας αφήσωμεν να γίνη ημέρα, και βλέπομεν.»
Τους λόγους τούτους του Ροβέρτου Κόρτις αναφέρω πάραυτα προς τους άλλους επιβάτας. Και ναι μεν δεν είνε απολύτως θαρρυντικοί, αλλ' ουδείς θέλει να ίδη τον νέον κίνδυνον, όν δημιουργεί η κατάστασις του πλοίου, εάν κατά δυστυχίαν έχη ριφθή επί αγνώστου σκοπέλου, εκατοστύας μιλίων μακράν πάσης γης. Μία δε μόνη παρατήρησις επικρατεί, ότι δήλα δή το ύδωρ νυν μάχεται υπέρ ημών και παλαίει επωφελώς κατά της πυρκαϊάς, και κατ' ακολουθίαν κατά των πιθανοτήτων της εκρήξεως.
Τω όντι, τας περιαυγείς φλόγας διαδέχεται κατά μικρόν καπνός πυκνός μαύρος, εκθρώσκων εκ του καθέκτου εις υγράς περιστροφάς. Γλώσσαι τινες φλογεραί ανατινάσσονται έτι μεταξύ σκοτεινών ελίκων, αλλά σβέννυνται σχεδόν παρευθύς. Τον δε βόμβον του πυρός διαδέχονται συριγμοί του ύδατος, εξατμιζομένου επί της εσωτερικής εστίας. Είνε βέβαιον ότι η θάλασσα πράττει εκεί ό τι ούτε αι αντλίαι ημών ούτε οι κάδοι θα ηδύναντο να πράξωσι. Πλημμύρας δε μόνον έργον ώφειλε να είνε η κατάσβεσις της πυρκαϊάς ταύτης, της διαδεδομένης μεταξύ χιλίων επτακοσίων δεμάτων βάμβακος!
ΙΣΤ'
— 30 Οκτωβρίου. — Αι πρώται πρωιναί λάμψεις ελεύκαναν τον ορίζοντα, αλλ' αι ομίχλαι του πελάγους κωλύουσι το βλέμμα επί περιφερείας ικανώς περιωρισμένης. Ουδεμία γη φαίνεται ακόμη, και όμως ο οφθαλμός ημών ανερευνά μετ' αγωνίας ανυπομόνως όλον το δυτικόν και το μεσημβρινόν μέρος του Ωκεανού.
Κατ' εκείνην την στιγμήν η θάλασσα ειχε σχεδόν όλως αποσυρθή και δεν υπάρχει έξ ποδών ύδωρ πέριξ του πλοίου, όπερ βυθίζεται εις δεκαπέντε περίπου όταν είνε κατάφορτον. Κορυφαί τίνες βράχων προκύπτουσι τήδε κακείσε, και φαίνεται έκ τινων χρωμάτων του πυθμένος, ότι ο σκόπελος ούτος αποτελείται εκ βράχων βασαλτικών. Πώς ηδυνήθη ο Σάνσελλορ να μετενεχθή τοσούτον εμπρός επί της υφάλου ταύτης; Κύμα υπερμέγεθες θα τον ανύψωσεν, αυτό δε τούτο ησθάνθην ολίγας στιγμάς πριν εξοκείλη. Όθεν εξετάσας την γραμμήν των βράχων των περικυκλούντων το πλοίον, ερωτώ εμαυτόν πώς θα κατορθωθή η εκείθεν ανέλκυσις του. Είνε κεκλιμένον από της πρύμνης εις την πρώραν, εξ ού καθίσταται επιπονωτάτη η επί του καταστρώματος πορεία, και πλην τούτου, καθ' όσον η του Ωκεανού επιφάνεια ταπεινούται, φαίνεται έτι μάλλον αποκλίνον προς αριστερά. Ο Ροβέρτος Κόρτις εφοβήθη μάλιστα προς στιγμήν μήπως εξοκείλη εις τα ρηχά. Αλλ' η κλίσις αυτού επαγιώθη τέλος οριστικώς και ουδείς υπάρχει ως προς τούτο φόβος.
Την έκτην πρωινήν ώραν συγκρούσεις βίαιαι γίνονται επαισθηταί. Ο ιστός του επιδρόμου, όστις πρότερον είχε παρασυρθή υπό των κυμάτων, επανελθών πλήττει τας πλευράς του Σάνσελλορ. Ταυτοχρόνως δε κραυγαί αντηχούσι και το όνομα του Ροβέρτου Κόρτις πλεονάκις ακούεται προφερόμενον.
Παρατηρούμεν κατά την διεύθυνσιν εκείσε όθεν έρχονται αι κραυγαί, και εν τω σκιόφωτι της υποφωσκούσης ημέρας βλέπομεν άνθρωπον συγκρατούμερον από του θωρακίου του επιδρόμου, τον Σάιλας Χόντλυ, όστις ειχε συμπαρασυρθή υπό της πτώσεως του ιστού και ως εκ θαύματος διέφυγε τον θάνατον.

Ο Ροβέρτος Κόρτις σπεύδει παρευθύς εις βοήθειαν του πρώην πλοιάρχου του, και αψηφών μυρίους όσους κινδύνους, κατορθοί να τον επαναγάγη εις το πλοίον. Ο Σάιλας Χόντλυ ουδέ γρυ ειπών, επορεύθη εις την απωτάτην γωνίαν του επιστέγου και εκάθισεν. Ο άνθρωπος ούτος γενόμενος όν όλως παθητικόν, περί ουδενός μεριμνά.
Επετύχομεν έπειτα να υπηνεμώσωμεν τον ιστόν του επιδρόμου και δέσωμεν αυτόν στερεώς εις το πλοίον, ού τας πλευράς δεν απειλεί πλέον. Το διασωθέν τούτο ναυάγιον ίσως, χρησιμεύση εις ημάς, τις οίδε;
Ήδη η ημέρα αρκούντως προυχώρησε και η ομίχλη άρχεται υψουμένη. Ήδη το βλέμμα δύναται να διαδράμη επαρκώς την περίμετρον του ορίζοντος πλέον των τριών μιλίων, αλλ' ουδέν ακόμη φαίνεται ομοιάζον προς ακτήν. Η γραμμή των ρηγμίνων [56] διαθέει προς Λίβα (ΝΔ) και προς Μέσην (ΒΑ) επί έν περίπου μίλιον. Προς Βορράν αναδύει ώσπερ τι νησύδριον ακανονίστου σχήματος, ιδιότροπος σύστασις βράχων ύψους πεντήκοντα ποδών υψουμένη διακοσίας το πολύ οργυιάς από του μέρους ένθα εξώκειλεν ο Σάνσελλορ. Θα υπέρκειται λοιπόν της επιφανείας των υψίστων παλιρροιών. Ώσπερ τις οδός κτιστή στενοτάτη μεν αλλά ευδιάβατος εν αμπώτιδι, θα επιτρέψη εις ημάς να έλθωμεν εις το νησύδριον τούτο χρείας τυχούσης.
Εκείθεν η θάλασσα αναλαμβάνει το σκοτεινόν αυτής χρώμα. Εκεί το ύδωρ είνε βαθύ, εκεί τελευτά ο σκόπελος.
Αμηχανία άπειρος, ήν δικαιολογεί η του πλοίου κατάστασις, καταλαμβάνει τα πνεύματα πάντα. Είνε φόβος τω όντι μήπως αι ρηγμίνες αύται δεν συνέχονται προς ουδεμίαν ακτήν.
Την στιγμήν ταύτην, ώραν εβδόμην, η ημέρα είνε φωτεινή η δε ομίχλη εξηφανίσθη. Ο ορίζων φαίνεται πέριξ του Σάνσελλορ μετά τελείας διαυγείας, αλλ' η γραμμή του ύδατος και η του ουρανού συγχέονται επί της αυτής περιοχής, η δε θάλασσα πληροί όλον το διάστημα.
Ο Ροβέρτος Κόρτις ακίνητος παρατηρεί τον Ωκεανόν κυρίως προς Ζέφυρον (Δ). Ο δε κ. Λετουρνέρ και εγώ όρθιοι πλησίον αλλήλων, εξετάζομεν και τας ελαχίστας αυτού κινήσεις, και αναγινώσκομεν σαφώς τας εννοίας τας συνθλιβομένας εν τω εγκεφάλω αυτού. Η έκπληξις αυτού μεγάλη, διότι ηδύνατο να πιστεύη ότι ήμεθα πλησίον ακτής, αφ' ού σχεδόν πάντοτε εξηκολουθούμεν πλέοντες προς Νότον από της προσορμίσεως του πλοίου παρά τας Βερμούδας νήσους, και όμως ουδεμία γη φαίνεταί που.
Την στιγμήν ταύτην ο Ροβέρτος Κόρτις, καταλιπών το επίστεγον, μεταβαίνει διά των παρραρυμμάτων μέχρι των επιτόνων, ανέρχεται ταχέως τας κλιμακίδας, αρπάζει τους επιτόνους του μεγάλου επιστηλίου, υπερβαίνει τα δίζυγα και φθάνει ταχέως το ανώτατον του επιστηλίου. Εκείθεν δε επί τινα λεπτά της ώρας εξετάζει επιμελέστατα όλον το διάστημα. Έπειτα δε αρπάσας σχοινίον τι ωλίσθησε μέχρι των τροπών και επανήλθε πλησίον ημών.
Τον ερωτώμεν διά των βλεμμάτων.
«Ουδεμία γη» αποκρίνεται απαθώς.
Τότε προχωρεί ο μίστερ Κηρ και ερωτά δυσθύμως πως:
«Και πού είμεθα, κύριε;»
— Δεν ειξεύρω τίποτε, κύριε, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.
— Έπρεπε να ειξεύρης! αποκρίνεται ανοήτως ο Πετρέλαιος.
— Έστω, αλλά δεν ειξεύρω.
— Λοιπόν, επαναλαμβάνει ο μίστερ Κηρ, μάθε λοιπόν ότε δεν έχω εγώ σκοπόν να μείνω αιωνίως εις το πλοίον σου, κύριε, και. . . »
Ο Ροβέρτος Κόρτις αρκείται υψών τους ώμους.
Έπειτα δε στρεφόμενος προς τον κ. Λετουρνέρ και εμέ λέγει:
«Θα μετρήσω το ύψος, εάν ο ήλιος φανή, και τότε θα μάθωμεν επί τινος σημείου του Ατλαντικού Ωκεανού μας έρριψεν η τρικυμία.»
Ο Ροβέρτος Κόρτις τότε ασχολείται εις την διανομήν τροφών εις τους επιβάτας και εις το πλήρωμα, διότι πάντες έχομεν χρείαν τροφής, καταβεβλημένοι υπό του καμάτου και της πείνης. Τρώγομεν διπυρίτην και ολίγον κρέας παστόν. Έπειτα δε ο πλοίαρχος όσον τάχιστα λαμβάνει διάφορα μέτρα προς επαναφοράν του πλοίου εις την πλήμμυραν.
Η πυρκαϊά ηλαττώθη πολύ, και ήδη ουδεμία φλοξ εξέρχεται, ο δε καπνός είνε ήττον [57] άφθονος ει και μαύρος έτι. Είνε δε βέβαιον ότι ο Σάνσελλορ έχει εν τω κύτει ικανήν ποσότητα ύδατος, αλλά δεν είνε δυνατόν να βεβαιωθώμεν περί τούτου, διότι το κατάστρωμα δεν είνε προσιτόν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει τότε να καταβρέχωσι τας καιομένας σανίδας, και μετά δύο ώρας οι ναύται δύνανται να βαδίζωσιν επί του καταστρώματος.
Πρώτον πάντων γίνεται φροντίς περί βολιδοσκοπήσεως, ήν εκτελεί ο αρχιναύτης. Εξελέγξεως δε γενομένης ευρίσκεται ότι υπάρχει εν τω κύτει ύδωρ πέντε ποδών, αλλ' ο πλοίαρχος δεν παραγγέλλει ακόμη να το αντλήσωσι, διότι θέλει να το αφήση να αποτελειώση το έργον του.
Την πυρκαϊάν πρώτον και έπειτα το ύδωρ.
Και νυν προτιμότερον είνε να εγκαταλίπωμεν ευθύς το πλοίον και να καταφύγωμεν επί του σκοπέλου; Ο πλοίαρχος Κόρτις δεν έχει ταύτην την γνώμην, συμφωνεί δε ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης. Τω όντι, όπως η θάλασσα είνε τρικυμιώδης δεν θα είνε δυνατόν να σταθή τις επί των βράχων τούτων και αυτών έτι των υψίστων, ούς θα σαρώνωσι τα μεγάλα κύματα. Αι δε πιθανότητες της εκρήξεως ηλαττώθησαν ήδη επαισθητώς, διότι το ύδωρ κατέκλυσε βεβαίως το μέρος του κύτους, εν ώ είνε κατατεθειμένον το παρεμπόρευμα του Ρόμπυ, και κατ' ακολουθίαν, κατέκλυσε και το δοχείον του πικρικού. Απόφασις λοιπόν εγένετο μήτε οι επιβάται να εγκαταλίπωσι το Σάνσελλορ μήτε το πλήρωμα.
Καταγίνονται δε τότε παρασκευάζοντες εν τη πρύμνη επί του επιστέγου ώσπερ τινά κατασκήνωσιν, και τινά στρώματα άτινα δεν έχει προσβάλη το πυρ, διατίθενται υπέρ των δύο επιβατριών. Οι δε άνδρες του πληρώματος, σώσαντες τους σάκκους των, τοποθετούσιν αυτούς υπό το πρωραίον κατάστρωμα και εγκαθίστανται εκεί, διότι η θέσις των είνε όλως ακατοίκητος.

Ευτυχώς πάνυ αι βλάβαι εν τω διανομείω δεν εγένοντο μέγισται, τα τρόφιμα κατά μέγα μέρος διεσώθησαν ως και αι υδροδόκαι. Ωσαύτως δε άθικτος είνε και η ιστιοθήκη κειμένη εν τη πρώρα.
Τέλος ίσως είμεθα περί το τέρμα των δοκιμασιών! θα εκινείτο τις να το πιστεύση, διότι από της πρωίας ο άνεμος εξέλιπε κατά το πλείστον, και εν τω πελάγει ο σάλος εκόπασε πολύ. Περίπτωσις ευνοϊκή, διότι κύματα μέλλοντα να προσβάλωσι τον Σάνσελλορ κατ' εκείνην την στιγμήν, θα τον συνέτριβον αφεύκτως επί των σκληρών τούτων βασαλτών.
Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ επί πολύ συνδιελέχθημεν περί των αξιωματικών του πλοίου, περί του πληρώματος και περί της διαγωγής πάντων κατά την περίοδον ταύτην των κινδύνων. Πάντες επεδείξαντο θάρρος και δραστηριότητα. Ιδία δε διεκρίθησαν ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ, ο αρχιναύτης, και ο ξυλουργός Δαούλας. Υπάρχουσιν εν αυτώ άνδρες γενναίοι, ναυτικοί καλοί εις ούς δύναται τις να έχη πεποίθησιν. Περί δε του Ροβέρτου Κόρτις, ούτος δεν χρήζει εγκωμίων, είνε δραστηριώτατος και πανταχού παρών. Ουδεμία δυσχέρεια παρίσταται, ήν δεν είνε έτοιμος να διαλύση, παραθαρρύνει τους ναύτας του διά λόγου και διά νεύματος, και κατέστη η ψυχή του πληρώματος τούτου όπερ δι' αυτού και μόνου ενεργεί.
Εν τούτοις από της εβδόμης πρωινής ώρας άρχεται η θάλασσα υψουμένη· είνε δε ήδη ενδεκάτη και πάσαι αι κορυφαί των ρηγμίνων εξηφανίσθησαν υπό την πλημμυρίδα. Πρέπει να αναμένωμεν να ίδωμεν την επιφάνειαν του ύδατος ανερχομένην εν τω κύτει του Σάνσελλορ, καθ' όσον και της θαλάσσης η επιφάνεια ανέρχεται, όπερ και συμβαίνει. Η βολίς δεικνύει μετ' ου πολύ εννέα πόδας, και νέα στρώματα βάμβακος κατεκλύσθησαν υπό του ύδατος, δι' ό είμεθα άξιοι συγχαρητηρίων.
Από της ώρας δε της πλημμυρίδος, το πλείστον των πέριξ του πλοίου βράχων κατεκλύσθη, και μένει μόνον ορατόν το πλαίσιον μικράς λεκάνης κυκλικής, διαμέτρου διακοσίων πεντήκοντα μέχρι τριακοσίων ποδών, ής την βόρειον γωνίαν κατέχει ο Σάνσελλορ. Είνε δε εκεί η θάλασσα αρκούντως ήρεμος, τα δε κύματα δεν διαδίδονται μέχρι του πλοίου — Περίπτωσις σφόδρα ευάρεστος, διότι το πλοίον ημών ιστάμενον ακίνητον, θα επλήττετο υπ' αυτών ως τις σκόπελος.
Την ενδεκάτην και ημίσειαν ο ήλιος, όν νέφη τινά εκάλυπτον από της δεκάτης, εφάνη επικαιρότατα. Ο δε πλοίαρχος, όστις είχεν ήδη δυνηθή την πρωίαν να υπολογίση μίαν γωνίαν ωρικήν [58] , παρασκευάζεται να λάβη ύψος μεσημβρινόν και περί μεσημβρίαν ποιεί παρατήρησιν ακριβεστάτην.
Έπειτα δε, κατελθών εις τον θάλαμόν του υπολογίζει τον γενόμενον δρόμον του πλοίου, επανέρχεται εις το επίστεγον και λέγει προς ημάς:
«Είμεθα δεκαοκτώ μοίρας και πέντε πλάτους βορείου, και τεσσαράκοντα πέντε μοίρας και πεντήκοντα τρία μήκους δυτικού.»
Εξηγήθη δε τότε υπό του πλοιάρχου η κατάστασις προς πάντας όσους οι αριθμοί του μήκους και του πλάτους δεν είνε συνήθεις. Ο Ροβέρτος Κόρτις ευλόγως ουδέν θέλει να κρύψη, και επιμένει όπως πας τις γινώσκη ακριβώς εις τι να αρκεσθή εν τη παρούση καταστάσει.
Ο Σάνσελλορ εκάθισε 18" 5' πλάτους βορείου και 45" 53' μήκους δυτικού επί σκοπέλου όν οι ναυτικοί πίνακες δεν δεικνύουσι. Πώς είνε δυνατόν να υπάρχωσι τοιούτοι βράχοι κατά τούτο το μέρος του Ατλαντικού Ωκεανού και να μη είνε γνωστοί; Λοιπόν το νησύδριον τούτο θα εσχηματίσθη αρτίως και θα είνε προϊόν πλουτωνείου τινός εξάρσεως; Δεν βλέπω πώς άλλως δύναται τις να εξηγήση το γεγονός τούτο.

Όπως δήποτε το νησύδριον τούτο απέχει οκτακόσια μίλια από των Γουυανών, τούτ' έστι των εγγυτάτων γαιών.
Ο Σάνσελλορ λοιπόν παρεσύρθη προς Νότον μέχρι του δεκάτου ογδόου παραλλήλου, κατ' αρχάς μεν ένεκα της ασυνέτου επιμονής του Σάιλας Χόντλυ, έπειτα δε υπό της σφοδρότητος του Σκίρωνος (ΒΔ), όστις τον ηνάγκασε να φύγη. Κατ' ακολουθίαν ο Σάνσελλορ οφείλει να πλεύση έτι υπέρ τα οκτακόσια μίλια πριν φθάση την εγγυτάτην ακτήν.
Τοιαύτη η κατάστασις των πραγμάτων. Κατάστασις σπουδαία, αλλ' η εντύπωσις η εκ της ανακοινώσεως ταύτης του πλοιάρχου δεν είνε κακή, — την στιγμήν ταύτην τουλάχιστον. Ποίοι νέοι κίνδυνοι ηδύναντο νυν να συγκινήσωσιν ημάς, τους άρτι διαφυγόντας τον διπλούν κίνδυνον της τε πυρκαϊάς και της εκρήξεως; Λησμονούμεν ότι το κύτος του πλοίου είνε κατάκλυστον υπό του ύδατος, ότι η γη είνε απομεμακρυσμένη, ότι ο Σάνσελλορ, όταν αναχθή εις το πέλαγος, δύναται να καταποντισθή κατά τον διάπλουν. . . Αλλά τα πνεύματα είνε έτι υπό τας εντυπώσεις των τρόμων του παρελθόντος, ευρίσκοντα δε ολίγην ηρεμίαν, είνε διατεθειμένα να έχωσι πεποίθησιν.
Και νυν τι θα ποιήση ο Ροβέρτος Κόρτις; Απλούστατα ό τι ο ορθός λόγος κελεύει: Να σβεσθή τελείως η πυρκαϊά, να ριφθή εις την θάλασσαν όλον το φορτίον ή μέρος αυτού, εννοείται δε και το δοχείον του πικρικού, να φραχθώσιν αι οπαί δι' ών το ύδωρ εισρέει, και τότε, του πλοίου κουφισθέντος, επωφελούμενοι της πλημμυρίδος, να εγκαταλίπωμεν τον σκόπελον όσον τάχιστα.
ΙΖ'
— Συνέχεια της 30 Οκτωβρίου. — Συνδιαλεχθείς μετά του κ. Λετουρνέρ περί της ημετέρας καταστάσεως, νομίζω ότι ηδυνήθην να τον βεβαιώσω ότι η επί της υφάλου διαμονή ημών θα είνε βραχεία, εάν αι περιστάσεις ηυνόουν ημάς. Αλλ' ο κ. Λετουρνέρ δεν φαίνεται συμφωνών.
«Τουναντίον μάλιστα φοβούμαι, μοι αποκρίνεται, μήπως επί πολύ μείνωμεν επί των βράχων τούτων!
— Και διατί; υπέλαβον εγώ. Δεν είνε δα και δύσκολον πράγμα να ριφθώσιν εις την θάλασαν ολίγαι εκατοστύες δεμάτων βάμβακος, και δεν θέλει και πολύ, εντός δύο ή τριών ημερών η εργασία τελειώνει.
— Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, θα εγίνετο τάχιστα η εργασία αύτη, εάν ηδύνατο το πλήρωμα από σήμερον να την αρχίση. Αλλ' είνε των αδυνάτων να εισδύση άνθρωπος εις το κύτος του Σάνσελλορ, διότι ο αήρ είνε εκεί ακατάλληλος εις αναπνοήν, και Κύριος οίδε πόσαι ακόμη ημέραι θα παρέλθωσι πριν κατορθωθή τούτο, αφ' ού το μεταξύ στρώμα του φορτίου ακόμη καίει. Άλλως τε και αν άπαξ καταβάλωμεν το πυρ, θα είμεθα άρα γε εις κατάστασιν να πλεύσωμεν; Όχι! Οφείλομεν να φράξωμεν την διαρροήν του ύδατος, ήτις θα είνε μεγάλη και να την φράξωμεν μετά μεγίστης επιμελείας, εάν δεν θέλωμεν να καταποντισθώμεν, αφ' ού εκινδυνεύσαμεν να καώμεν! Όχι, κύριε Κάζαλλον, δεν κάθημαι εγώ να απατώμαι, και θα το θεωρήσω ως ευτυχή περίπτωσιν, εάν εντός τριών εβδομάδων αποπλεύσωμεν εκ του σκοπέλου τούτου. Είθε δε να μη εγερθή τρικυμία πριν αναχθώμεν εις το πέλαγος, διότι ο Σάνσελλορ ήθελε κατασυντριβή επί της υφάλου ταύτης, ήτις τότε θα εγίνετο τάφος ημών!»
Τω όντι απειλούμεθα υπό του μεγίστου των απειλούντων ημάς κινδύνων, διότι την μεν πυρκαϊάν θα καταβάλωμεν, το δε πλοίον θα ανελκύσωμεν, τουλάχιστον τα πάντα πιθανολογούσι τούτο, αλλ' όμως διατελούμεν εν τη εξουσία μιας πνοής σφοδρού ανέμου. Και υποτεθέντος ότι το ύψιστον μέρος του σκοπέλου δύναται να παράσχη ημίν καταφύγιον εν ώρα τρικυμίας, αλλά τι θα γίνωσιν οι επιβάται και το πλήρωμα του Σάνσελλορ, όταν εκ του πλοίου των ουδέν άλλο θα υπολείπεται ή απλούν έκβρασμα ναυαγίου;