Front matter (continued 2)
Panagiotes I. Phermpos translation
«Κύριε Λετουρνέρ, ηρώτησα τότε, έχετε πεποίθησιν εις τον Ροβέρτον Κόρτις;»
— Πεποίθησιν άκραν, κύριε Κάζαλλον, και θεωρώ ως χάριν ουρανόθεν ότι ο πλοίαρχος Χόντλυ ανέθηκεν εις αυτόν την κυβέρνησιν του πλοίου. Παν ό τι απαιτείται να πράξη διά να μας εξαγάγη του κακού τούτου στενού, είμαι βεβαιότατος ότι ο Ροβέρτος Κόρτις θα το πράξη».
Ερωτώ τον πλοίαρχον ως πόσην ορίζει την διάρκειαν της διαμονής ημών επί της υφάλου ταύτης, και μοι αποκρίνεται ότι δεν δύναται ακόμη να την υπολογίση, διότι προ πάντων εξαρτάται εκ των περιστάσεων, αλλ' ελπίζει ότι η ατμοσφαιρική κατάστασις δεν θα είνε δύσνους. Τω όντι το βαρόμετρον εξακολουθεί ανερχόμενον αδιαλείπτως και άνευ ταλαντώσεων, όπως ότε τα ατμοσφαιρικά στρώματα δεν είνε ακόμη εν καλή ισορροπία. Εν τούτω λοιπόν υπάρχει σύμπτωμα νηνεμίας διαρκούς, και κατ' ακολουθίαν οιωνός άριστος υπέρ των εργασιών ημών.
Άλλως τε ουδεμία ώρα απώλετο, και έκαστος επιλαμβάνεται του έργου μετά δραστηριότητος.
Ο Ροβέρτος Κόρτις προ παντός άλλου διανοείται να κατασβέση την πυρκαϊάν, ήτις νέμεται έτι το ανώτερον στρώμα των δεμάτων του βάμβακος υπεράνω της επιφανείας του εν τω κύτει ύδατος. Αλλά δεν πρόκειται να γίνεται απώλεια χρόνου προς διάσωσιν του φορτίου,, Πρόδηλον είνε ότι ο μόνος τρόπος της ενεργείας είνε να καταπνιγή το πυρ μεταξύ δύο στρωμάτων ύδατος. Αι αντλίαι λοιπόν επαναλαμβάνουσι το έργον των.
Κατά τας πρώτας ταύτας εργασίας το πλήρωμα εξαρκεί εις τον χειρισμόν των αντλιών. Οι επιβάται δεν προσεκλήθησαν, αλλ' όμως είμεθα πάντες έτοιμοι να προσφέρωμεν τους βραχίονας ημών, η δε επικουρία ημών δεν είνε αξιοκαταφρόνητος, όταν θα προβώμεν εις την εκφόρτωσιν του πλοίου. Όθεν επί του παρόντος οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ διερχόμεθα την ώραν είτε συνδιαλεγόμενοι, είτε αναγινώσκοντες, και πλην τούτου εγώ διαθέτω ώρας τινάς εις την σύνταξιν του ημερολογίου μου. Ο δε μηχανικός Φάλστεν ήττον κοινωνικός, ασχολείται ατενώς περί τους αριθμούς του ή χαράσσει σχέδια μηχανών μετά του διαγράμματος, της διατομής και της ορθογραφίας αυτών. Είθε να δυνηθή, να επινοήση ισχυρόν τι μηχάνημα δι' ού να ανελκυσθή ο Σάνσελλορ. Οι δε σύζυγοι Κηρ κάθηνται κατά μέρος, και απαλλάσσουσιν ημάς της ανίας του να ακούωμεν τας αδιαλείπτους αυτών αντεγκλήσεις. Δυστυχώς η μις Χέρμπυ είνε ηναγκασμένη να μένη μετ' αυτών, και ολίγον τι ή ουδόλως βλέπομεν την νεάνιδα. Ο δε Σάιλας Χόντλυ ουδαμώς αναμιγνύεται εις τα της σωτηρίας του πλοίου, εν αυτώ δεν υπάρχει πλέον ο ναυτικός, και μόλις σώζεται εν αυτώ ο άνθρωπος, φυτού βίου ζων. Ο τροφοδότης Χόμμπαρτ εκτελεί την συνήθη αυτού υπηρεσίαν, ως εάν το πλοίον διετέλει διαπλέον τον τακτικόν αυτού διάπλουν. Είνε δε ο Χόμμπαρτ ούτος ανήρ καθ' υπερβολήν φιλόφρων, κρυψίνους και καθ' όλου ειπείν ολίγον εν αρμονία προς τον μάγειρον αυτού Γύγξτροπ, μαύρον κακοπρόσωπον, κτηνώδη το ήθος και αναιδή, αναμιγνυόμενον δε μετά των άλλων ναυτών πέρα του πρέποντος.
Λοιπόν οία δήποτε τέρψις εν τω πλοίω είνε τι σπανιώτατον. Ευτυχώς μοι επέρχεται όρεξις να εξέλθω εις εξερεύνησιν της αγνώστου υφάλου, εφ' ής εκάθισεν ο Σάνσελλορ. Ο περίπατος αναμφιβόλως ούτε μακρός θα είνε ούτε ποικίλος, αλλ' είνε ευκαιρία να καταλίπω το πλοίον επί τινας ώρας, να μελετήσω έδαφος ού η αρχή είνε βεβαίως περίεργος.
Άλλως τε είνε επάναγκες να ληφθή μετ' επιμελείας το σχέδιον της υφάλου ταύτης, ήτις δεν δεικνύεται εν τοις ναυτικοίς χάρταις. Νομίζω δε ότι οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ δυνάμεθα να εκτελέσωμεν μεθ' ικανής ευκολίας την υδρογραφικήν ταύτην εργασίαν, καταλείποντες τω πλοιάρχω Κόρτις την φροντίδα της συμπληρώσεως, όταν θα υπολογίση εκ νέου το μήκος και το πλάτος του σκοπέλου μετά πάσης της δυνατής ακριβείας.
Η πρότασίς μου γίνεται αποδεκτή υπό των κκ. Λετουρνέρ, η δε φαλαινίς κομίζουσα βολίδας, μεθ' ενός ναύτου ίνα την κυβερνά, παρεχωρήθη ημίν, και καταλείπομεν τον Σάνσελλορ την πρωίαν της 31 Οκτωβρίου.
ΙΗ'
— Από της 31 Οκτωβρίου μέχρι της 5 Νοεμβρίου. — Αρχόμεθα κατά πρώτον περιπλέοντες τον σκόπελον, ού το μήκος είνε περίπου τέταρτον μιλίου.
Ο «περίπλους» δε ούτος εκτελείται τάχιστα, ημείς δε ανά χείρας έχοντες την βολίδα ανευρίσκομεν ότι αι προσελεύσεις της υφάλου είνε απότομοι και απόκρημνοι, το ύδωρ είνε εσχάτως βαθύ παρά τους βράχους και δεν είνε αμφίβολον ότι έξαρσις αιφνιδία, ώσις σφοδρά, οφειλομένη εις την ενέργειαν των πλουτωνείων δυνάμεων, εξήγαγε τον σκόπελον τούτον έξω της επιφανείας των υδάτων.
Άλλως τε η αρχή του νησυδρίου δεν είνε συζητήσιμος, ούσα καθαρώς ηφαιστειακή. Πανταχού υπάρχουσιν όγκοι βασάλτου διατεθειμένοι εν τελεία τάξει, και ών τα κανονικά πρίσματα παρέχουσιν όψιν γιγαντιαίας αποκρυσταλλώσεως. Η θάλασσα, είνε θαυμασίως διαφανής καθέτως της περιμέτρου του σκοπέλου και δεικνύει την περίεργον δέσμην των πρισματικών στύλων ήτις υποβαστάζει την υποβρύχιον ταύτην οικοδομήν.
«Ιδού παράδοξον νησύδριον, λέγει ο κ. Λετουρνέρ, και θα ανέδυσε βεβαίως νεωστί.»
— Είνε προφανές, αποκρίνεται ο νέος Ανδρέας· προσθέτω δε ότι φαινόμενον απαράλλακτον όπως τα φαινόμενα της νήσου Ιουλίας, επί της ακτής της Σικελίας, και της νήσου Θήρας εν τω Αιγαίω πελάγει, εδημιούργησε το νησύδριον τούτο ακριβώς εις καιρόν κατάλληλον διά να δυνηθή ο Σάνσελλορ να καθίση επ' αυτού!
— Τω όντι, προσέθηκα εγώ, πρέπει να συνέβη έξαρσις κατά το μέρος τούτο του Ωκεανού, αφ' ού ο σκόπελος ούτος δεν σημειούται εις τους νεωτάτους ναυτικούς χάρτας· διότι δεν ήτο δυνατόν να διαφύγη τους οφθαλμούς των ναυτικών, εις το τμήμα τούτο του Ωκεανού το οποίον συχνάζεται τόσον πολύ. Ας τον εξετάσωμεν λοιπόν μετά προσοχής και θα τον φέρωμεν εις γνώσιν των ναυτιλλομένων.
— Αλλά τις οίδεν εάν δεν εξαφανισθή μετ' ου πολύ ένεκα φαινομένου ομοίου προς εκείνο το οποίον τον παρήγαγεν, αποκρίνεται ο Ανδρέας Λετουρνέρ. Ειξεύρετε, κύριε Κάζαλλον, των ηφαιστειακών τούτων νήσων η διάρκεια είνε συχνάκις εφήμερος και όταν οι γεωγράφοι θα εγγράψουν το νησύδριον τούτο εις τους νέους των γεωγραφικούς πίνακας, ίσως δεν θα υπάρχη πλέον!
— Αδιάφορον, αγαπητέ μοι υιέ, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. Προτιμότερον να καταδείξωμεν κίνδυνον μη υπάρχοντα, παρά να παραλείψωμεν κίνδυνον υπάρχοντα. Οι δε ναύται δεν θα έχουν δικαίωμα να παραπονώνται αν δεν ευρίσκουν πλέον σκόπελον εκεί όπου θα υπάρχη σημειωμένος!
— Έχετε δίκαιον, λέγει προς τον πατέρα του ο Ανδρέας, και το κάτω κάτω της γραφής είνε λίαν δυνατόν το νησύδριον τούτο να είνε προωρισμένον να διαρκέση όσον και αι ήπειροί μας. Μόνον εάν μέλλη να εξαφανισθή, ο πλοίαρχος Κόρτις θα ήθελε να γίνη τούτο μετά τινας ημέρας, αφ' ού διορθώση τας βλάβας του, διότι ούτω πως θα απηλλάσσετο του κόπου να ανελκύση το πλοίον του.
— Αλήθεια, Ανδρέα, ανεφώνησα αστεϊζόμενος, αξιοίς να διαθέτης τα της φύσεως ως άρχων! Θέλεις να αναβιβάζη και να καταβιβάζη ένα σκόπελον κατά την θέλησίν σου, κατά την ιδίαν σου ανάγκην, και αφ' ού εδημιούργησε τους βράχους τούτους εξεπίτηδες διά να βοηθήσωσι να κατασβεσθή η πυρκαϊά του Σάνσελλορ, πάλιν να τους εξαφανίση όταν συ κτυπήσης διά της ράβδου σου, διά να τον απαλλάξη;
— Τίποτε άλλο δεν θέλλω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται μειδιών ο νέος, παρά να ευχαριστήσω τον Θεόν διότι τόσον φανερά μας επροστάτευσε· ηθέλησε να ρίψη το πλοίον μας επί της υφάλου ταύτης και πάλιν θα το επαναφέρη εις την θάλασσαν όταν έλθη η ώρα.
— Και θα τον βοηθήσωμεν κατά το μέτρον όλων μας των δυνάμεων· δεν έχει ούτω φίλοι μου;
— Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ, διότι νόμος της ανθρωπότητος είνε το βοηθείν αλλήλους. Εν τούτοις ο Ανδρέας έχει δίκαιον αναθέτων την πεποίθησίν του εις τον Θεόν. Βεβαίως ο άνθρωπος ριψοκινδυνών επί της θαλάσσης, ποιείται χρήσιν αξιόλογον των ιδιοτήτων άς έλαβεν εκ φύσεως· αλλά επί του απείρου τούτου Ωκεανού, όταν τα στοιχεία ενσκήπτωσι κατ' αυτού, αισθάνεται πόσον εύθραστον είνε το φέρον αυτόν πλοίον και αυτός πόσον είνε ανίσχυρος και αφοπλισμένος! Όθεν νομίζω ότι το σύμβολον του ναυτικού έπρεπε να είνε: Έχε πεποίθησιν εις σεαυτόν και πίστιν εις τον Θεόν.
— Ουδέν αληθέστερον τούτου, κύριε Λετουρνέρ, απεκρίθην εγώ, και πιστεύω ότι πολλά ολίγοι ναυτικοί υπάρχουσι, των οποίων η ψυχή να είνε επιμόνως κλειστή εις τας εντυπώσεις της θρησκείας!»
Και ούτω πως συνδιαλεγόμενοι εξερευνώμεν τους βράχους τους αποτελούντας την βάσιν του νησυδρίου, και τα πάντα πείθουσιν ημάς ότι αρτίως ανεφάνη. Και τω όντι ουδέ έν κογχύλιον υπάρχει επ' αυτού, ουδέ θύσανος φυκών είνε προσκεκολλημένος επί των πλευρών του βασάλτου. Εραστής της φυσικής ιστορίας μάτην θα ανεσκάλευε τον σωρόν τούτον των λίθων, ένθα η φυτική και η ζωική φύσις δεν επέθηκεν ακόμη τον τύπον της σφραγίδος της. Τα μαλάκια όλως ελλείπουσιν, ωσαύτως δε και τα υδρόφυτα. Ο άνεμος δεν έφερεν ακόμη ουδέ έν σπέρμα, και τα θαλάσσια πτηνά ουδόλως εζήτησαν εν αυτοίς καταφύγιον. Μόνος ο γεωλόγος δύναται να εύρη ύλην προς αξίαν λόγου μελέτην, εξετάζων την βασαλτικήν ταύτην θεμελιώδη κατασκευήν, ήτις φέρει τα ίχνη πλουτωνείου σχηματισμού.
Την στιγμήν ταύτην η λέμβος ημών επανέρχεται εις την νότιον άκραν του νησυδρίου εφ' ής εκάθισεν ο Σάνσελλορ Προτείνω εις τους συντρόφους μου να αποβιβασθώμεν, και δέχονται την πρότασίν μου.
«Εάν τυχόν το νησύδριον έμελλε να εξαφανισθή, λέγει ο Ανδρέας γελών, πρέπει τουλάχιστον να το έχουν επισκεφθή ανθρώπινα πλάσματα».
Η λέμβος προσεγγίζει εις την ακτήν και αποβαίνομεν επί του βασαλτικού βράχου. Και ο μεν Ανδρέας προηγείται, διότι το έδαφος είνε αρκούντως βατόν και ο νέος δεν έχει χρείαν βραχίονος ίνα τον υποστηρίξη. Ο πατήρ του μένει ολίγον τι οπίσω πλησίον μου, και ιδού αναβαίνομεν εις τον σκόπελον δι' ελαφράς ανωφερείας, αγούσης εις την υψίστην των κορυφών του.
Τέταρτον ώρας εξαρκεί ίνα διανύσωμεν το διάστημα τούτο, και καθήμεθα και οι τρεις επί βασαλτικού πρίσματος, όπερ επιστέφει τον ύψιστον βράχον του νησυδρίου. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ εξάγει τότε εκ του θυλακίου του σημειωματάριον και σχεδιάζει τον σκόπελον, ού το περίγραμμα φαίνεται καθαρώτατα προ των οφθαλμών ημών εις το πράσινον πεδίον των υδάτων.

Ο ουρανός είνε αίθριος, η δε θάλασσα, ταπεινή έτι, αποκαλύπτει τας τελευταίας κορυφάς αίτινες αναδύουσι προς Νότον, καταλείπουσαι μεταξύ αυτών τον στενόν πόρον όν ηκολούθησεν ο Σάνσελλορ πριν καθίση.
Το σχήμα του σκοπέλου είνε αρκούντως παράδοξον και υπενθυμίζει καθ' όλου το του «χοιρομηρίου της Υόρκης», ού το κεντρικόν μέρος εξογκούται μέχρι του εξοιδήματος, ού την κορυφήν κατέχομεν.
Όθεν ότε ο Ανδρέας εσχεδίασε την περίμετρον του νησυδρίου, λέγει προς αυτόν ο πατήρ:
«Αλλά, παιδί μου, συ εσχεδίασες αυτού χοιρομήριον»
— Μάλιστα, πάτερ μου, αποκρίνεται ο Ανδρέας, χοιρομήριον βασαλτικόν του οποίου το μέγεθος ήθελεν ευφράνη και τον ακόρεστον Γαργαντούαν. Και εάν ο πλοίαρχος Κόρτις συναινή, θα ονομάσωμεν την ύφαλον ταύτην Βραχοχοιρομήριον.
— Βέβαια ανεφώνησα, το όνομα επιτυχέστατον, Βραχοχοιρομήριον! Και είθε οι ναυτιλλόμενοι να μη το πλησιάζουν πάρα πολύ, διότι δεν είνε διά τα δόντια των!»
Κατά την νότιον εσχατιάν του νησυδρίου είχε ψαύση ο Σάνσελλορ, τούτ' έστι επί της λαβής αυτής του χοιρομηρίου και εν τω ορμίσκω τω σχηματιζομένω υπό της κοιλότητος της λαβής ταύτης. Είνε δε κεκλιμένος επί του δεξιού ισχίου και εις μέγιστον βαθμόν την στιγμήν ταύτην, διότι η παλίρροια είνε καθ' υπερβολήν ταπεινή.
Αποπερατωθέντος του σχεδίου του Ανδρέου Λετουρνέρ, καταβαίνομεν δι' ετέρας κλιτύος ηρέμα κατερχομένης προς δυσμάς, και μετ' ού πολύ παρίσταται προ των οφθαλμών ημών άντρον κομψότατον. Βλέπων τις αυτό θα έλεγεν αληθώς ότι είνε έργον αρχιτεκτονικόν, ρυθμού εξ εκείνων ούς η φύσις ίδρυσεν ανά τας νήσους Εβρίδας και ειδικώτερον εν τη νήσω Στάφφα. Οι κκ. Λετουρνέρ οίτινες έχουσιν επισκεφθή το Φιγγάλειον άντρον, ανευρίσκουσιν αυτό ενταύθα, ολόκληρον, αλλά μικροτέρων διαστάσεων. Η αυτή διάθεσις των ομοκέντρων πρισμάτων προερχομένη εκ του τρόπου της ψύξεως των βασαλτών· το αυτό επιστέγασμα εκ μαύρων δοκών, ών αι συναρμογαί είνε πεφραγμέναι διά κίτρινης ύλης· η αυτή ακρίβεια των πρισματικών γωνιών, ών τας κόψεις η γλυφίς κοσμηματοποιού δεν ήθελε καλλιτεχνήση καθαρώτερον, τέλος ο αυτός βρόμος του αέρος διά μέσου των ηχηρών τούτων βασαλτών, εξ ού οι Γαέλσοι, ο αρχαίος ούτος λαός της Ιρλανδίας και Σκωτίας, εδημιούργησαν τας άρπας των Φιγγαλείων σκιών.
Κατά τούτο δε μόνον διαφέρει του άντρου της Στάφφας, ότι εκεί μεν το έδαφος είνε σινδών υγρά, ενταύθα δε μόνον τα μεγάλα κύματα δύνανται να προσβάλλωσι το άντρον και το μεταξύ των πρισματικών στύλων αποτελεί στερεόν λιθόστρωτον.
«Προς τούτοις, παρατηρεί ο Ανδρέας Λετουρνέρ, το μεν άντρον της Στάφφας είνε ευρύχωρος γοτθική εκκλησία, τούτο δε είνε παρεκκλήσιον μόνον της μητροπόλεως εκείνης! Αλλά τις θα ήλπιζε ποτε να εύρη τοιούτον θαυμάσιον επί αγνώστου υφάλου του Ωκεανού!»
Αναπαυθέντες επί μίαν ώραν εν τω άντρω, πορευόμεθα κατά μήκος της παραλίας του νησυδρίου και επανερχόμεθα εις τον Σάνσελλορ Ο Ροβέρτος Κόρτις πληροφορείται περί των ανακαλύψεών μας και εγγράφει το νησύδριον επί του χάρτου του μετά του ονόματος όπερ έδωκεν αυτώ ο Ανδρέας.
Κατά τας επομένας ημέρας ουδέποτε παρημελήσαμεν να εξερχώμεθα εις περίπατον μέχρι του άντρου του Βροχοχοιρομηρίου, ένθα διερχόμεθα ώρας τινάς ευαρέστους. Το επεσκέφθη και ο Ροβέρτος Κόρτις, αλλ' ως άνθρωπος απησχολημένος περί παν άλλο ή περί τον θαυμασμόν φυσικού θαυμασίου. Και ο Φάλστεν ήλθεν άπαξ ίνα εξετάση την φύσιν των βράχων και θραύση τεμάχιά τινα μετά της ασπλαγχνίας γεωλόγου. Ο μίστερ Κηρ δεν ηθέλησε να ταραχθή, και έμεινε περιωρισμένος εν τω πλοίω. Είπον τη μίσιζ Κηρ να μας συνοδεύση εν μια των εκδρομών ημών, αλλ' απέκρουσε την πρότασίν μου φοβουμένη μη την ενοχλήση η επιβίβασις εις την λέμβον ή την καταλάβη ο ελάχιστος κάματος.
Και ο κ. Λετουρνέρ είπε προς την μις Χέρμπυ εάν ευαρεστήται να επισκεφθή την ύφαλον. Η νεάνις ενόμισεν ότι ηδύνατο να αποδεχθή την πρότασίν ταύτην, ευτυχής διότι έμελλε να λυτρωθή, έστω και επί μίαν ώραν, της ιδιοτρόπου τυραννίας της κυρίας της. Αλλ' ότε παρακάλεσε την μίσιζ Κηρ να τη δώση άδειαν εξόδου, η μίσιζ Κηρ αρνείται διαρρήδην.
Πειραχθείς επί τη διαγωγή ταύτη, μεσολαβώ παρά τη μίσιζ Κηρ υπέρ της μις Χέρμπυ. Ανάγκη να αγωνισθώ, αλλ' επειδή ήδη είχον τύχη της ευκαιρίας να παράσχω υπηρεσίας τινάς εις την φίλαυτον επιβάτριαν, και επειδή δυνατόν να λάβη χρείαν εμού εν τω μέλλοντι, υπεχώρησε τέλος εις τας επιμόνους παρακλήσεις μου.
Λοιπόν η μις Χέρμπυ συνοδεύει ημάς πολλάκις εν τοις ανά μέσον των βράχων περιπάτοις· πολλάκις ωσαύτως αλιεύομεν εν τη παραλία του νησυδρίου και γευματίζομεν φαιδρώς εν τω άντρω, εν ώ αι βασαλτικαί άρπαι δονούνται υπό της πνοής του ανέμου. Είμεθα όντως ευτυχείς βλέποντες την μις Χέρμπυ ευφραινομένην, διότι αισθάνεται εαυτήν επί τινας ώρας ελευθέραν. Βεβαίως το νησύδριον είνε μικρόν, αλλ' ουδέν εν τω κόσμω ουδέποτε εφάνη τη νεάνιδι ούτω μέγα. Και ημείς δε αγαπώμεν την άγονον ταύτην ύφαλον, και μετ' ου πολύ δεν θα υπάρχη λίθος όστις να μη είνε γνωστός ημίν, ουδέ ατραπός ήν να μη διήλθομεν πολλάκις μετά χαράς. Είνε γη ευρεία παραβαλλομένη προς το στενόν κατάστρωμα του Σάνσελλορ, και είμαι βέβαιος ότι την ώραν της αναχωρήσεως θα την καταλίπωμεν ουχί άνευ λύπης.

Περί δε της νήσου Στάφφας ο Ανδρέας Λετουρνέρ πληροφορεί ημάς ότι ανήκει τη οικογένεια των Μακ Δόναλδ, οίτινες την εκμισθώνουσιν ετησίως αντί δώδεκα λιρών στερλινών, ό έστι τριακοσίων δραχμών.
«Λοιπόν, κύριοι, ερωτά η μις Χέρμπυ, νομίζετε ότι ήθελεν ενοικιάση τις αυτήν εδώ περισσότερον του ημίσεος ταλλήρου;
— Ουδέ αντί μιας δεκάρας, μις, είπον εγώ γελών. Μήπως σκοπεύετε να την εκμισθώσετε;
— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται η νεάνις καταστέλλουσα στεναγμόν, και όμως εδώ ίσως είνε το μόνον μέρος όπου ησθάνθην ευτυχίαν.
— «Και εγώ!» ψιθυρίζει ο Ανδρέας.
Πολλά εγκρύπτονται δεινά εν τη αποκρίσει ταύτη της μις Χέρμπυ! Η νεάνις, άπορος, ορφανή, άνευ φίλων δεν εύρεν ακόμη την ευτυχίαν — ολίγων τινών στιγμών ευτυχίαν — , αλλαχού, ή επί αγνώστου βράχου του Ατλαντικού Ωκεανού!
ΙΘ'
— Από της 6 μέχρι της 15 Νοεμβρίου — Τας πρώτας πέντε ημέρας, αφ' ότου εκάθισεν ο Σάνσελλορ, ατμοί δριμείς και πυκνοί εκθρώσκουσιν από του κύτους αυτού, έπειτα κατά μικρόν ηλαττώθησαν, και τη 6 Νοεμβρίου δυνάμεθα να θεωρήσωμεν την πυρκαϊάν ως εσβεσμένην. Εν τούτοις, κατά μέτρον συνετόν ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει να εξακολουθήση ο χειρισμός των αντλιών, ώστε το σκάφος είνε ήδη τεθαλασσωμένον μέχρι του ύψους του μεταφράγματος. Μόνον δε όταν είνε άμπωτις, το ύδωρ ταπεινούται και εν τω κύτει, και αι δύο υγραί επιφάνειαι ισορροπούσιν ένδοθεν και έξωθεν.
«Όπερ αποδεικνύει, λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, ότι η διαρροή είνε σημαντική, αφ' ού η εκροή γίνεται μετά τοσαύτης ταχύτητος.
Και όντος το ρήγμα το γενόμενον εν τω σκάφει δεν έχει επιφάνειαν ολιγωτέραν των τεσσάρων τετραγωνικών ποδών. Εκ των ναυτών ο Φλαιπόλ ριφθείς εις την θάλασσαν κατά την ώραν της αμπώτιδος ανεγνώρισε την θέσιν και την σπουδαιότητα της ναυφθορίας. Η διαρροή ανοίγεται τριάκοντα πόδας επί του έμπροσθεν του πηδαλίου και τρεις επηγκενίδες [59] συνετρίβησαν υπό της οξείας κορυφής βράχου τινός, δύο σχεδόν πόδας υπεράνω του κανθού της τρόπιδος. Η σύρραξις εγένετο μετ' άκρας σφοδρότητος, διότι και το πλοίον όντως ήτο βαρέως πεφορτισμένον και η θάλασσα εκυμαίνετο. Είνε μάλιστα εκπλήξεως άξιον ότι το σκάφος δεν ερράγη πολλαχού. Ως προς δε την διαρροήν θα είνε άρα γε εύκολον να φραχθή; τούτο θα γνωσθή όταν, του φορτίου εξαχθέντος ή μετατοπισθέντος, θα δυνηθή ο ξυλουργός να εισδύση μέχρι αυτής. Αλλ' απαιτούνται δύο έτι ημέραι πριν γίνη δυνατόν να εισδύση τις εις το κύτος του Σάνσελλορ και να ανελκύση τα δέματα του βαμβακίου ών εφείσθη το πυρ.
Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις δεν μένει αργός, τη μετά ζήλου δε βοηθεία του πληρώματος αξιολογώτατα έργα ετελέσθησαν.
Ούτως ο πλοίαρχος αναστηλώνει τον ιστόν του επιδρόμου, όστις είχε καταπέση την στιγμήν καθ' ήν εκάθισεν ο Σάνσελλορ, και είχον κατορθώση να τον ανελκύσωσιν επί της υφάλου μεθ' όλης αυτού της εξαρτίας. Αμείβοντες ετοποθετήθησαν εν τη πρύμνη και η στήλη του ιστού κατωρθώθη να τεθή πάλιν επί του παλαιού τεθραυσμένου τεμαχίου, όπερ ο ξυλουργός Δαούλας επίτηδες ενέσκαψε. Κατάλληλα δε άμβολα, συγκρατούμενα δι' ισχυρών επιδέσμων και γόμφων σιδηρών, εξασφαλίζουσι την ένωσιν των δύο τεθραυσμένων τεμαχίων.
Τούτου δε γενομένου, όλη η εξαρτία εξετάζεται επιμελώς, οι επίτονοι, οι παράτονοι, οι πρότονοι εντείνονται εκ νέου, ιστία τινά αλλάσσονται, και τα σχοινιά των τροχίλων [60] καταλλήλως αποκατασταθέντα θα καταστήσωσι τον πλουν ημών ασφαλέστερον.
Πλείστη όση εργασία γίνεται κατά τε την πρύμναν και την πρώραν του πλοίου, διότι το επίστεγον και η θέσις του πληρώματος εβλάβησαν δεινώς υπό των φλογών. Εντεύθεν επάναγκες τα πάντα να αποκατασταθώσιν, όπερ απαιτεί χρόνον και φροντίδας. Χρόνος δεν ελλείπει, και δυνάμεθα μετ' ου πολύ να εισέλθωμεν πάλιν εις τους θαλάμους ημών.
Την ογδόην του μηνός μόνον κατωρθώθη να γίνη επωφελώς αρχή της εκφορτώσεως. Επειδή δε τα δέματα του βάμβακος είνε τεθαλασσωμένα εν τω ύδατι, όπερ πληροί το κύτος εν ώρα πλημμυρίδος, τα σύσπαστα ετοποθετήθησαν υπεράνω των καθεκτών, και παρέχομεν χείρα βοηθείας εις τους άνδρας του πληρώματος προς ανέλκυσιν των βαρέων τούτων δεμάτων, άτινα κατά το πλείστον είνε όλως εφθαρμένα. Τα επιβιβάζομεν ανά έν επί της φαλαινίδος — και μεταβιβάζονται επί του νησυδρίου.
Αφαιρεθέντος ούτω του πρώτου στρώματος του φορτίου, δέον να φροντίσωμεν όπως αντλήσωμεν, εν μέρει τουλάχιστον, το ύδωρ το πληρούν το κύτος. Εντεύθεν επάναγκες να φράξωμεν όσον οίον τε στεγανώς την οπήν, ήν ο βράχος εποίησεν εν τω σκάφει του πλοίου. Έργον δυσχερές μεν, αλλ' όπερ ο τε ναύτης Φλαιπόλ και ο αρχιναύτης εκτελούσι μετά ζήλου κρείττονος οίου δήποτε επαίνου, κατά την ώραν της αμπώτιδος, βυθιζόμενοι μέχρι υπό το δεξιόν ισχίον, ίνα καθηλώσωσι φύλλον χαλκού επί της οπής· αλλ' επειδή το φύλλον τούτο δεν θα δυνηθή να υπομείνη την πίεσιν, όταν η εν τω πλοίω επιφάνεια του ύδατος θα κατέλθη διά της ενεργείας των αντλιών, ο Ροβέρτος Κόρτις αποπειράται να εξασφαλίση την έμφραξιν της οπής, επισωρεύων δέματα βάμβακος επί των τεθραυσμένων επηγκενίδων. Το υλικόν είνε άφθονον και μετ' ου πολύ ο πυθμήν του Σάνσελλορ είνε ως υπεστρωμένος διά των βαρέων και αδιαβρόχων τούτων δεμάτων, άτινα, ελπίζομεν, θα επιτρέψωσιν εις το φύλλον του χαλκού να ανθέξη έτι μάλλον.
Η επίνοια του πλοιάρχου επέτυχεν, ως τούτο καταφαίνεται άμα τη κινήσει των αντλιών, διότι η επιφάνεια του ύδατος εν τω κύτει κατέρχεται κατά μικρόν και οι άνδρες δύνανται να εξακολουθήσωσι την εκφόρτωσιν.
«Είνε λοιπόν πιθανόν, λέγει ημίν ο Ροβέρτος Κόρτις, ότι θα δυνηθώμεν να επιτύχωμεν την βλάβην και να την διορθώσωμεν εσωτερικώς. Βεβαίως προτιμότερον θα ήτο να κατακλίνωμεν το πλοίον και να αντικαταστήσωμεν τας επηγκενίδας, αλλά μ' ελλείπουν τα μέσα διά να επιχειρήσω τόσον μέγα έργον. Έπειτα δε θα μ' εμπόδιζεν ο φόβος μήπως επέλθη κακοκαιρία εν ώ το πλοίον θα είνε πλαγιασμένον, και τότε θα εξετίθετο εις την διάθεσιν των κυμάτων. Εν τούτοις νομίζω καθήκον μου να σας διαβεβαιώσω ότι η διαρροή θα φραχθή δεόντως και θα δυνηθώμεν εντός ολίγου να δοκιμάσωμεν να καταπλεύσωμεν εις την ακτήν μετ' ασφαλείας ικανής.
Μετά διήμερον εργασίαν το ύδωρ κατά μέγα μέρος είχεν εξαντληθή, και η εκφόρτωσις των τελευταίων δεμάτων του φορτίου εγένετο άνευ δυσχερείας. Εδέησε δε να βοηθήσωμεν και ημείς εις τον χειρισμόν των αντλιών προς ανακούφισιν του πληρώματος, εξετελέσαμεν δε τούτο μετ' ευσυνειδησίας. Και ο Ανδρέας Λετουρνέρ, και φιλάσθενος ών, ηνώθη μεθ' ημών και έκαστος εξετέλεσε κατά δύναμιν το καθήκον του.
Και όμως αύτη είνε κοπιώδης εργασία και δεν δυνάμεθα να την εξακολουθήσωμεν πολλήν ώραν άνευ διακοπής προς ανάπαυσιν. Η χειρ και οι νεφροί τάχιστα κατακόπτωνται υπό της διαδρομής των μοχλών της αντλίας και εννοώ ότι οι ναύται δυσχεραίνουσι το έργον τούτο. Προσέτι δε εκτελούμεν αυτό επί όροις ευνοϊκοίς, καθ' όσον το πλοίον κείται επί βυθού στερεού, και δεν είνε υπό τους πόδας ημών βάραθρον. Δεν υπερασπίζομεν την ζωήν ημών εναντίον θαλάσσης εισβαλλούσης, και δεν πρόκειται αγών μεταξύ ημών και ύδατος εισρέοντος καθ' όσον ημείς εξάγομεν αυτό. Είθε να μη υποβληθώμεν ποτε εις τοιαύτην δοκιμασίαν επί πλοίου βυθιζομένου!
Κ'
— Από της 15 μέχρι της 20 Νοεμβρίου. — Σήμερον καθωρθώθη να γίνη η επίσκεψις του κύτους. Τέλος ανεκαλύφθη και το δοχείον του πικρικού κατά την πρύμναν, έν τινι μέρει όπου δεν είχεν ευτυχώς φθάση το πυρ, το δοχείον είνε άθικτον, ουδέ εβλάβη υπό του ύδατος το περιεχόμενον. Απετέθη δε εν ασφαλεί τόπω κατά την εσχατιάν του νησυδρίου. Αλλά διατί δεν το ρίπτουσι παρευθύς εις την θάλασσαν; αγνοώ, αλλά τέλος δεν το έρριψαν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Δαούλας κατά την επίσκεψιν αυτών βεβαιούσιν ότι το κατάστρωμα και τα υποστηρίγματα αυτού έχουσι πάθη ολιγώτερον ή όσον ενομίζομεν. Η μεγίστη θερμότης εις ήν αι παχείαι αύται σανίδες και αι ισχυραί δοκοί υπεβλήθησαν, τας εκύρτωσε μεν, αλλά δεν τας έφαγε βαθέως, και η ενέργεια του πυρός φαίνεται ότι ειδικώτερον κατηυθύνθη προς τας πλευράς του σκάφους.
Τω όντι επί μέγιστον μήκος η εντερόνεια, τούτ' έστιν αι σανίδες της εσωτερικής επιφανείας του πλοίου, κατεβροχθίσθη υπό των φλογών, άκραι γόμφων ξυλίνων απηνθρακωμένων εξέχουσι τήδε κακείσε, και δυστυχώς τα εγκοίλια είνε τα μάλιστα εφθαρμένα, το στυπείον των γομφώσεων και των αρμών έχει χαλαρωθή, και δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως θαύμα ότι το πλοίον από πολλού δεν διερράγη.
Ομολογητέον δυσάρεστοι περιστάσεις είνε αύται. Ο Σάνσελλορ υπέστη βλάβας τοιαύτας, ώστε ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται προφανώς να τας θεραπεύση διά των περιορισμένων μέσων ά διαθέτει, και δεν θα ηδύνατο να καταστήση το πλοίον του στερεόν προς μακρόν διάπλουν.
Όθεν ο πλοίαρχος και ο ξυλουργός επανέρχονται σφόδρα εμφρόντιδες. Αι βλάβαι είνε αληθώς ούτω σπουδαίαι, ώστε ο πλοίαρχος εάν ήτο επί νήσου και ουχί επί σκοπέλου, όν η θάλασσα δύναται να σαρώση από ώρας εις ώραν, δεν ήθελε διστάση να διαλύση το πλοίον και να ναυπηγήση άλλο μικρότερον, εις ό θα ηδύνατο να έχη τουλάχιστον πεποίθησιν.
Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις αποφασίζει τάχιστα, και καλέσας πάντας, επιβάτας τε και πλήρωμα, επί του καταστρώματος του Σάνσελλορ, λέγει.
«Φίλοι μου, αι βλάβαι είνε σπουδαιότεραι παρ' όσον υπεθέτομεν, και το σκάφος του πλοίου είνε πολύ βεβλαμμένον. Επειδή δε το μεν, ουδέν μέσον έχομεν προς επισκευήν, το δε, όντες επί του νησυδρίου τούτου εις την διάκρισιν της ελαχίστης τρικυμίας, δεν έχομεν τον καιρόν να ναυπηγήσωμεν άλλο, ιδού τι προτίθεμαι να πράξω. Να φραχθή η διαρροή όσον οίον τε στερεώς και να καταπλεύσωμεν εις τον εγγύτατον λιμένα. Απέχομεν οκτακόσια μόνον μίλια από της ακτής του Παραμαρίβου, της βορείου παραλίας της Ολλανδικής Γουυάνης, και εντός δώδεκα ημερών, καιρού βοηθούντος, θα εύρωμεν εκεί καταφύγιον!»
Τι άλλο ηδυνάμεθα να πράξωμεν; Όθεν η απόφασις του Ροβέρτου Κόρτις εγένετο αποδεκτή ομοθύμως.
Τότε δε ο Δαούλας και οι βοηθοί καταγίνονται να φράξωσιν εσωτερικώς την διαρροήν και στερεώσωσι κατά το δυνατόν τα πυρίβρωτα ζεύγη των εγκοιλίων. Αλλ' είνε πολύ προφανές ότι ο Σάνσελλορ δεν παρέχει ασφάλειαν επαρκή προς μακρόν πως διάπλουν, και ότι θα κηρυχθή άχρηστος άμα προσορμισθείς εις τον πρώτον τυχόντα λιμένα.
Ο ξυλουργός διανάπει και τους εξωτερικούς αρμούς των επηγκενίδων εν τω μέρει του σκάφους, όπερ μένει έξω των υδάτων κατά την ώραν της αμπώτιδος· αλλά δεν δύναται να επισκεφθή το μέρος το μένον υπό το ύδωρ και κατά την ώραν της αμπώτιδος, οφείλει δε να αρκεσθή εις εσωτερικήν τινα επισκευήν.
Αι διάφοροι αύται εργασίαι διήρκεσαν μέχρι της 20 του μηνός. Την ημέραν δε ταύτην ο Ροβέρτος Κόρτις, ποιήσας ήδη παν ό τι ήτο ανθρωπίνως δυνατόν προς επισκευήν του πλοίου του, αποφασίζει να το εξαγάγη αύθις.
Περιττόν δε να είπωμεν ότι, από της στιγμής καθ' ήν το κύτος εκενώθη του τε φορτίου και του περιεχομένου ύδατος, ο Σάνσελλορ δεν έπαυσεν επιπλέων και προ της πλημμυρίδος. Επειδή δε προνοήσαντες είχον αγκυρώση αυτόν κατά τε την πρώραν και την πρύμναν, δεν ενέπεσεν εις την ύφαλον, αλλά διέμεινεν εν τη μικρά εκείνη φυσική λεκάνη, προφυλαττόμενος δεξιόθεν και αριστερόθεν υπό των βράχων ούς δεν κατακλύζει ουδέ η μεγίστη παλίρροια. Αλλ' ευρίσκεται όμως ότι η λεκάνη αύτη κατά το ευρύτατον αυτής δύναται να επιτρέψη τω Σάνσελλορ να εκτελέση ελιγμόν πλήρη, ο δε χειρισμός ούτος γίνεται ευκόλως διά ρυμάτων προσδεθέντων επί του σκοπέλου ούτως, ώστε το πλοίον έχει νυν εστραμμένην την πρώραν προς Νότον.
Φαίνεται λοιπόν ότι θα είνε εύκολον να απαλλάξωμεν τον Σάνσελλορ είτε επαιρομένων των ιστίων εάν ο άνεμος είνε ούριος, είτε, εάν είνε εναντίος, προέλκοντες αυτόν μέχρι έξω του πόρου. Εν τούτοις η εργασία παρέχει τινάς δυσχερείας, περί ών θα γίνη ανάγκη να προνοήσωμεν. Τω όντι η είσοδος του πόρου φράσσεται υπό τινος τρόπον τινά καμάρας εκ βασάλτου, ής άνωθεν, εν ώρα πλημμυρίδος, υψούται το ύδωρ μόλις όσον απαιτείται εις το βύθισμα του Σάνσελλορ, ει και είνε αφερμάτιστος. Διήλθε δε υπεράνω της καμάρας ταύτης πριν καθίση, διότι, επαναλαμβάνω, επήρθη υπό κύματος υπερμεγέθους και υπ' αυτού ερρίφθη εις την λεκάνην. Άλλως τε την ημέραν ταύτην ήτο ού μόνον παλίρροια νουμηνίας, αλλά και η σημαντικωτάτη του έτους, πολλοί δε μήνες δέον να παρέλθωσι πριν επαναληφθή τοσούτον ισχυρά παλίρροια ισημεριακή.
Λοιπόν είνε προφανές ότι ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να αναμένη πλείονας μήνας. Σήμερον είνε μεγάλη παλίρροια συζυγίας και οφείλει να ωφεληθή αυτήν εις απαλλαγήν του πλοίου του. Έπειτα δε, άπαξ εξαχθέν της λεκάνης, θα το ερματίση [61] , ώστε να δύναται να φέρη ιστία, και θα αρμενίση.
Ακριβώς ο άνεμος είνε καλός, διότι είνε Μέσης (ΒΑ), και κατ' ακολουθίαν, προς την διεύθυνσιν του πόρου. Αλλ' ο πλοίαρχος ελλόγως δεν σπεύδει να καθελκύση πλησίστιον και εναντίον κωλύματος δυναμένου κάλλιστα να το αναχαιτίση, πλοίον ού η στερεότης είνε νυν τα μάλιστα προβληματώδης. Λοιπόν συσκεψάμενος μετά του υποπλοιάρχου Ουάλτερ, του ξυλουργού και του αρχιναύτου, αποφασίζει ίνα ο Σάνσελλορ προελκυσθή. Κατ' ακολουθίαν προστίθεται κατά την πρύμναν άγκυρα, εάν τυχόν, της επιχειρήσεως αποτυχούσης, γίνη χρεία να επαναχθή το πλοίον εις το αγκυροβόλιον έπειτα δε δύο άλλαι άγκυραι φέρονται έξω του πόρου, ού το μήκος δεν υπερβαίνει τους διακοσίους πόδας. Τότε δε αλύσεις προστίθενται εις το βαρουλκόν, το πλήρωμα επιλαμβάνεται των σκυταλών του βαρούλκου, και την τετάρτην ώραν μετά μεσημβρίαν ο Σάνσελλορ άρχεται κινούμενος.
Τη 4 ώρα και 23' η παλίρροια θα είνε πλήρης. Όθεν δέκα λεπτά πρότερον το πλοίον ειλκύσθη όσον επέτρετε το βύθισμά του· αλλά το πρόσθιον της τρόπιδος μετ' ου πολύ ήγγισεν ελαφρά επί της καμάρας και εδέησε να σταθή εκεί.
Και νυν, επειδή η κατωτέρα άκρα της στείρας [ 62] υπερέβη το κώλυμα, ουδείς πλέον λόγος υπάρχει ίνα ο Ροβέρτος Κόρτις μη ενώση την ενέργειαν του ανέμου προς την μηχανικήν δύναμιν του βαρούλκου. Όθεν τα τε κατώτερα και τα ανώτερα ιστία αναπτύσσονται και ευθετίζονται προς τον ούριον άνεμον.
Και ήδη είνε η κατάλληλος στιγμή, η θάλασσα νηνεμεί. Επιβάται και ναύται επιλαμβάνονται των σκυταλών του βαρούλκου. Και οι κκ. Λετουρνέρ, ο Φάλστεν και εγώ κρατούμεν την προς τα δεξιά σκυτάλην, ο δε Ροβέρτος Κόρτις είνε επί του επιστέγου επιτηρών την ιστιοφορίαν, ο δε υποπλοίαρχος επί του πρωραίου καταστρώματος, ο δε αρχιναύτης επί του πηδαλίου.

Ο Σάνσελλορ αισθάνεταί τινας κλονισμούς και η εξοιδουμένη θάλασσα υπεγείρει αυτόν ελαφρά, αλλ' ευτυχώς είνε ήρεμος.
«Εμπρός, φίλοι μου, αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις διά της ηρεμαίας και πεποίθησιν εμποιούσης φωνής του. Δύναμιν, και όλοι μαζί, εμπρός!»
Αι σκυτάλαι του βαρούλκου κινούνται, ακούεται ο οξύς τριγμός των κατακλείδων [63] , αι δε αλύσεις εντεινόμεναι κατά μικρόν κατατρίβουσι τους οφθαλμούς της πρώρας. Ο άνεμος επιτείνεται και επειδή το πλοίον δεν δύναται να λάβη ταχύτητα επαρκή, οι ιστοί κάμπτονται ωθούμενοι υπό των ιστίων. Το πλοίον προέβη εικοστύν τινα ποδών. Και τις των ναυτών άδει τι εκ των λαρυγγωδών εκείνων ασμάτων, ών ο ρυθμός επιβοηθεί εις το να καταστήση τας κινήσεις των εργαζομένων ταυτοχρόνους.
Αι προσπάθειαι ημών διπλασιάζονται και ο Σάνσελλορ τρέμει. . .
Αλλά μάταιαι προσπάθειαι. Ήδη άρχεται η άμπωτις και δεν θα δυνηθώμεν να διέλθωμεν.
Αλλά, αφ' ής στιγμής το πλοίον δεν δύναται να διαβή, δεν δύναται να μείνη ταλαντευόμενον επί της καμάρας ταύτης, διότι κατά την άμπωτιν ήθελε συντριβή. Κελεύσαντος του πλοιάρχου, τα ιστία συστέλλονται ταχέως, η δε άγκυρα η κατά την πρύμναν ευθύς ήδη θα χρησιμεύση. Στιγμή δεν πρέπει να παρέλθη μάτην. Στρέφομεν προς ανάκρουσιν και επίκειται στιγμή δεινής αγωνίας. . . Αλλ' ο Σάνσελλορ ολισθαίνει επί της τρόπιδος και επαναπίπτει εις την λεκάνην, ήτις νυν χρησιμεύει ως ειρκτή αυτού.
«Λοιπόν, πλοίαρχε, ερωτά τότε ο αρχιναύτης, πώς θα περάσωμεν;
— Δεν ειξεύρω, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, αλλ' όμως θα περάσωμεν.»
ΚΑ'
— Από της 21 μέχρι της 23 Νοεμβρίου — Τω όντι επάναγκες είνε να εγκαταλίπωμεν την στενήν ταύτην λεκάνην και άνευ αναβολής, διότι ο καιρός ο ευνοήσας ημάς καθ' όλον τον μήνα Νοέμβριον κινδυνεύει να μεταβληθή. Το βαρόμετρον κατήλθε από της χθες και σάλος άρχεται εγειρόμενος περί το νησύδριον, όπερ δεν είνε κατάλληλος και ασφαλής διαμονή εν ώρα τρικυμίας, διότι ο Σάνσελλορ θα κατεκερματίζετο.
Την εσπέραν ταύτην μάλιστα κατά την άμπωτιν ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, ο αρχιναύτης, ο Δαούλας και εγώ μετέβημεν εις εξέτασιν της καμάρας, ήτις είνε νυν έξω των υδάτων. Είς μόνος τρόπος διαβάσεως υπάρχει, να φάγωμεν την επιφάνειαν της καμάρας διά σιδηρών μοχλών εις πλάτος δέκα ποδών και μήκος έξ· οκτώ δε ή εννέα δακτύλων ταπείνωσις της επιφανείας θα αρκή εις το βύθισμα το Σάνσελλορ· θα διέλθη δε την μικράν ταύτην διώρυχα, βάλλων μετά προσοχής σημεία εντός αυτής, και θα ευρεθή αύθις πέραν των υδάτων, άτινα αμέσως γίνονται βαθέα.
«Αλλά ο βασάλτης αυτός ήνε σκληρός σαν γρανίτης, παρατηρεί ο αρχιναύτης, και θα χρειασθή πολύ εργασία, αφ' ού μάλιστα μόνον όταν χαμηλώνουν τα νερά θα ειμπορή να γίνη, ό έστι μόλις δύο ώρας εις τας είκοσιτέσσαρας.
— Ίσα ίσα είς λόγος διά να μη χάσωμεν μίαν στιγμήν, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.
— Αι, καπετάνιε, λέγει ο Δαούλας, θα έχωμεν διά ένα μήνα! Τάχα δεν θα ήτο δυνατόν να ανατινάξωμεν τους βράχους; Πυρίτιδα έχομεν εις το πλοίον.
— Πολύ ολίγην, αποκρίνεται ο αρχιναύτης!»
Η κατάστασις ημών είνε εις άκρον σπουδαία. Ενός μηνός εργασία! Αλλά εντός ενός μηνός το πλοίον θα είνε διαλελυμένον υπό της θαλάσσης!
«Έχομεν καλλίτερον παρά πυρίτιδα, λέγει τότε ο Φάλστεν.
— Τι; ερωτά ο Ροβέρτος Κόρτις, στρεφόμενος προς τον μηχανικόν.
— Πικρικόν κάλι!» αποκρίνεται ο Φάλστεν.
Πικρικόν κάλι, τω όντι! Το δοχείον το επιβιβασθέν υπό του μακαρίτου Ρόμπυ, η εκρηκτική ουσία ήτις μικρού δειν ανετίναξε το πλοίον, θα ανατινάξη αξιόλογα το κώλυμα! Μία οπή αρκεί να ανοιχθή επί του βασάλτου και η καμάρα δεν θα υπάρχη πλέον!
Το δοχείον του πικρικού, ως είπον ανωτέρω, απετέθη επί της υφάλου εν τόπω ασφαλεί. Ευτυχώς πάνυ, θεία φώτισις ήτο και δεν το ερρίψαμεν εις την θάλασσαν ότε εξήχθη εκ του κύτους.
Και οι μεν ναύται μεταβαίνουσιν εις εύρεσιν μοχλών, ο δε Δαούλας οδηγούμενος υπό του Φάλστεν επιχειρεί να ανοίξη οπήν υπονόμου κατά την διεύθυνσιν ήτις οφείλει να παραγάγη το άριστον αποτέλεσμα. Τα πάντα δε επιτρέπουσιν ημίν να ελπίζωμεν ότι η υπόνομος θα αποπερατωθή εντός της νυκτός και ότι αύριον άμα τη ημέρα, της εκρήξεως παραγαγούσης το ποθούμενον αποτέλεσμα, ο πόρος θα κατασταθή ελεύθερος.
Γνωστόν ότι το πικρικόν οξύ είνε προϊόν κρυσταλλώδες και πικρόν, εξαγόμενον εκ της ζωπίσσης των γαιανθράκων, συνδυαζόμενον δε μετά του καλίου, ήτοι της ποτάσσης, αποτελεί άλας κίτρινον, όπερ είνε το πικρικόν κάλι, ή άλλως λεγομένη πικρική πότασσα. Η εκρηκτική δε δύναμις της ουσίας ταύτης είνε κατωτέρα μεν της βαμβακοπυρίτιδος και της δυναμίτιδος, αλλ' είνε όμως πολύ ανωτέρα της συνήθους πυρίτιδος, διότι έν γραμμάριον πικρικού παράγει αποτέλεσμα δεκατριών γραμμαρίων συνήθους πυρίτιδος. Την δε ανέφλεξιν αυτής ευκόλως δύναται τις να προκαλέση διά σφοδράς και ξηράς κρούσεως, και θα το κατορθώσωμεν ευκόλως διά καψυλίων πυροκροτικού άλατος.
Το έργον του Δαούλα βοηθουμένου υπό των βοηθών αυτού, διεξάγεται μετά ζήλου, αλλ' επήλθεν όμως η ημέρα και εκείνο ακόμη δεν ετελειώθη· τω όντι δεν είνε δυνατόν να εργάζωνται εις την οπήν άλλην ώραν παρά κατά την άμπωτιν, ό έστι επί μίαν μόλις ώραν. Έπεται λοιπόν ότι απαιτούνται να παρέλθωσι τέσσαρες παλίρροιαι ίνα η οπή λάβη το προσήκον βάθος.
Μόνον την 23 του μηνός, την πρωίαν, απεπερατώθη τέλος το έργον. Ο εκ βασάλτου όγκος έχει ήδη οπήν πλαγίαν, δυναμένην να περιλάβη δεκάδα λιτρών εκρηκτικού άλατος, ήτις και θα πληρωθή πάραυτα.
Είνε περίπου ογδόη ώρα.
Την στιγμήν της εισαγωγής του πικρικού εις την οπήν, ο Φάλστεν λέγει ημίν·
«Φρονώ ότι έπρεπε να το αναμίξωμεν μετά κοινής πυρίτιδος, διότι τούτο θα μας επιτρέψη να ανάψωμεν την υπόνομον διά άπτρας, αντί διά καψυλίου, του οποίου η έκρηξις πρέπει να γίνη διά κρούσεως, είνε δε και ευκολώτερον. Προς δε τούτοις είνε βέβαιον ότι η ταυτόχρονος χρήσις πυρίτιδος και πικρικού είνε καλλιτέρα εις παραγωγήν εκρήξεως σκληρών βράχων, το πικρικόν φύσει σφοδρότατον θα προλεάνη την οδόν της πυρίτιδος, ήτις βραδύτερον αναφλεγομένη και κανονικώτερον, θα διασπάση έπειτα τον βασάλτην τούτον.»
Ο μηχανικός Φάλστεν δεν ομιλεί συχνάκις, αλλ' ομολογητέον όμως ότι οσάκις ομιλεί, ομιλεί καλώς. Εκτελείται η συμβουλή του, αναμιγνύονται αι δύο ουσίαι, και εισαχθείσης προηγουμένως άπτρας μέχρι του πυθμένος της οπής, χύνεται εις την οπήν το μίγμα και πιέζεται προσηκόντως.
Ο Σάνσελλορ απέχων αρκούντως από της υπονόμου ουδέν φοβείται εκ της εκρήξεως. Εν τούτοις, χάριν ασφαλείας, επιβάται και πλήρωμα κατεφύγομεν εις την εσχατιάν της υφάλου, εις το άντρον. Και ο μίστερ Κηρ εδέησε να καταλίπη το πλοίον παρά τας αντεγκλήσεις του.
Έπειτα δε ο Φάλστεν, ανάψας την άπτραν, ήτις θα καίη επί δέκα περίπου λεπτά της ώρας, έρχεται προς ημάς.
Η έκρηξις εγένετο· υπόκωφος δε και μετά πολύ ολιγωτέρου κρότου ή όσον θα υπέθετέ τις. Αλλά τούτο συμβαίνει πάντοτε οσάκις η οπή είνε βαθεία.

Σπεύδομεν εις το κώλυμα. . . Το έργον επέτυχε πληρέστατα. Ο εκ βασάλτου βράχος εγένετο κατά γράμμα κόνις, και νυν μικρά αύλαξ πληρουμένη ήδη υπό της πλημμυρίδος, αφαιρεί το κώλυμα και καθιστά τον πόρον ελεύθερον.
Επεφημίαι μια φωνή εξερράγησαν. Η θύρα της ειρκτής είνε ανοικτή και οι καθειργμένοι ουδέν άλλο υπολείπεται να πράξωσιν ή να φύγωσι!
Κατά την ακμήν της παλιρροίας ο Σάνσελλορ, ελκυσθείς επί των αγκύρων του διαβαίνει τον πόρον και πλέει επί της ελευθέρας θαλάσσης.
Αλλ' επί μίαν έτι ημέραν δέον να παραμείνη παρά το νησύδριον, διότι δεν δύναται να πλεύση εν ή καταστάσει διατελεί, και είν' επάναγκες να επιβιβάσωμεν έρμα προς εξασφάλισιν της ισορροπίας του. Λοιπόν κατά τας επομένας είκοσι τεσσάρας ώρας το πλήρωμα καταγίνεται επιβιβάζον λίθους και τα ήττον εφθαρμένα εκ των δεμάτων του βάμβακος.
Κατά την ημέραν ταύτην οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ και εγώ εξερχόμεθα άπαξ έτι εις περίπατον μεταξύ των βασαλτών της υφάλου ταύτης ήν ουδέποτε θα επανίδωμεν και εφ' ής διετρίψαμεν τρεις εβδομάδας. Το όνομα του Σάνσελλορ, το του σκοπέλου, η ημερομηνία της καθίσεως του πλοίου εχαράχθησαν εντέχνως υπό του Ανδρέου επί τινος των τοίχων του άντρου, και προσαγορεύομεν το ύστατον τον βράχον τούτον, εφ' ού διήλθομεν πολλάς ημέρας, ών τινας θα συγκαταριθμώμεν μεταξύ των αρίστων του βίου ημών!
Τέλος τη 14 Νοεμβρίου, κατά την πρωινήν παλίρροιαν, ο Σάνσελλορ απαίρει υπό τα κατώτερα αυτού ιστία, τους δόλωνας και τους φώσωνας, και μετά δύο ώρας, η τελευταία κορυφή του Βραχοχοιρομηρίου εξηφανίσθη υπό τον ορίζοντα.
ΚΒ'
— Από της 24 Νοεμβρίου μέχρι της 1 Δεκεμβρίου. — Ιδού λοιπόν είμεθα εν τη θαλάσση, επιβαίνοντες πλοίου ού η στερεότης έπαθε μεν, αλλ' ευτυχώς πάνυ δεν πρόκειται πλέον περί μακρού διάπλου. Έχομεν να διανύσωμεν οκτακόσια μόνον μίλια. Εάν δε ο άνεμος Μέσης (ΒΑ) διατηρηθή επί τινας ημέρας, ο Σάνσελλορ ουριοδρομών [64] θα κοπιάση ολίγον και θα φθάση ασφαλώς την παραλίαν της Γουυάνης.
Το πλοίον λαμβάνει διεύθυνσιν προς Λίβα (ΝΔ), και ο εν αυτώ βίος λαμβάνει τον κανονικόν αυτού ρουν.
Αι πρώται ημέραι παρέρχονται άνευ τινος συμβάντος. Η διεύθυνσις του ανέμου εξακολουθεί μεν ούσα καλή· αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν θέλει να αυξήση τα ιστία, μήπως επιβάλλων υπερβολικήν ταχύτητα εις το πλοίον, προκαλέση νέον άνοιγμα της διαρροής.
Ανιαρός, ενί λόγω, διάπλους ο γινόμενος επί τοιούτοις όροις, όταν δεν έχωμεν πεποίθησιν εις το πλοίον όπερ φέρει ημάς! Έπειτα δε πλέομεν προς τα οπίσω αντί να προχωρώμεν! Όθεν έκαστος ημών κατέχεται υπό των σκέψεων τούτων, και το πλοίον δεν έχει την μεταδοτικήν εκείνην ζωηρότητα ήν προκαλεί ασφαλής και ταχύς πλους.
Κατά την ημέραν της 29 του μηνός ο άνεμος ανέρχεται κατά έν τέταρτον προς Βορράν· όθεν η πνοή του ουρίου ανέμου δεν δύναται να διατηρηθή. Δέον να κερουλκήσωσι και να ευθετίσωσι τα ιστία και να ποδώσωσι δεξιά. Τούτου δ' ένεκα το πλοίον τοιχίζει εις μέγιστον βαθμόν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις αισθανόμενος πόσον καταπονεί η έγκλισις την τρόπιν του Σάνσελλορ, συστέλλει τους φώσωνας. Και ευλόγως, αφ' ού δεν πρόκειται τόσον να εκτελέση ταχέως τον διάπλουν, όσον να καταπλεύση άνευ νέου δυστυχήματος εις στερεάν.
Η νυξ της 29 προς την 30 είνε σκοτεινή και ομιχλώδης. Ο άνεμος επιτείνεται οσημέραι και δυστυχώς προσεγγίζει προς Σκίρωνα (ΒΔ). Οι πλείστοι των επιβατών επανέρχονται εις τους θαλάμους των, αλλ' ο πλοίαρχος Κόρτις δεν καταλείπει το επίστεγον, το δε πλήρωμα όλον διαμένει επί του καταστρώματος. Το πλοίον εξακολουθεί κεκλιμένον ισχυρώς, ει και δεν φέρει πλέον ουδέν των ανωτέρων αυτού ιστίων.
Περί την δευτέραν πρωινήν ώραν ετοιμαζόμενος να καταβώ εις τον θάλαμον, βλέπων ναύτην, τον Βάρκε, ανερχόμενον εσπευσμένως εκ του κύτους και αναφωνούντα·
«Δύο πόδας νερά!»
Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης κατέρχονται εις το κύτος και εξακριβούσιν ότι η απαισία είδησις είνε αληθεστάτη. Και ή η διαρροή εκ νέου ήνοιξεν, ει και είχε ληφθή πάσα ασφάλεια, ή αρμοί τίνες κακώς φραχθέντες εχαλαρώθησαν και το ύδωρ εισδύει μεθ' ορμής εις το κύτος.
Ο πλοίαρχος επανελθών εις το κατάστρωμα επαναφέρει το πλοίον κατά τον ούριον άνεμον, ίνα ολιγώτερον καταπονήται, και αναμένομεν την ημέραν.
Την αυγήν γίνεται καταμέτρησις και ευρίσκονται τρεις πόδες ύδατος.
Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις. Ωχρότης παροδική ελεύκανε τα χείλη του, αλλά διατηρεί όλην αυτού την απάθειαν. Οι επιβάται, ών πλείονες έχουσιν αναβή επί του καταστρώματος, μανθάνουσι τι συμβαίνει, άλλως τε ήτο δυσχερές να το αποκρύψη τις.
«Νέον δυστύχημα; μοι λέγει ο κ. Λετουρνέρ.
— Ήτο επόμενον, απεκρίθην εγώ, αλλά δεν θα είμεθα πολύ μακράν της ξηράς, και ελπίζω ότι θα την φθάσωμεν.
— Ο Θεός να δώση! αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
— Και μήπως ο Θεός είν' εδώ μέσα; αναφωνεί ο Φάλστεν υψών τους ώμους.
— «Είνε, κύριε,» αποκρίνεται η μις Χέρμπυ.
Ο δε μηχανικός εσίγησε μετά σεβασμού προ της αποκρίσεως ταύτης, της μεστής πίστεως αδιαφιλονικήτου.
Εν τούτοις, κελεύσαντος του Ροβέρτου Κόρτις, κατηρτίσθη η υπηρεσία των αντλιών, το δε πλήρωμα εργάζεται μετά μείζονος καρτερίας ή προθυμίας· αλλ' ήδη πρόκειται ζήτημα περί σωτηρίας, οι δε ναύται διηρημένοι εις δύο, μεταλλάσσονται εις τας σκυτάλας των αντλιών.
Κατά το διάστημα της ημέρας ο αρχιναύτης εκτελεί νέας καταμετρήσεις και εξακριβούται ότι η θάλασσα εισδύει βραδέως μεν, αλλ' αδιαλείπτως εις τα ένδον του πλοίου.
Αλλά δυστυχώς αι αντλίαι εκ της πολλής χρήσεως βλάπτονται και κατ' ανάγκην χρήζουσιν επισκευής. Προσέτι δε φράσσονται είτε υπό τέφρας είτε υπό κλωνίων βάμβακος, ών έτι είνε πλήρες το κάτω μέρος του κύτους· τούτου ένεκα ανάγκη επανειλημμένου καθαρισμού, όστις γίνεται αιτία απωλείας μέρους του εκτελεσθέντος έργου.
Την επιούσαν πρωίαν μετά νέαν καταμέτρησιν εβεβαιώθη ότι η επιφάνεια του ύδατος είνε εις ύψος πέντε ποδών. Εάν λοιπόν δι' οίον δήποτε λόγον ο χειρισμός των αντλιών διεκόπτετο, το πλοίον ήθελε πληρωθή ύδατος. Τούτο δε θα ήτο απλούστατον ζήτημα χρόνου βραχυτάτου. Η ίσαλος στάθμη του Σάνσελλορ, είνε ήδη τεθαλασσωμένη ένα πόδα και το σκάφος προνευστάζει [65] μάλλον-μάλλον αμβλύτερον, διότι δυσχερέστατα υψούται υπό του κύματος. Βλέπω τον πλοίαρχον Κόρτις συνοφρυούμενον οσάκις ο αρχιναύτης ή ο υποπλοίαρχος κομίζουσιν αυτώ είδησίν τινα.
Κακός οιωνός.
Ο χειρισμός των αντλιών εξηκολούθησεν όλην την ημέραν και όλην την νύκτα, αλλ' η θάλασσα υπερτερεί ημών. Το πλήρωμα είνε εξησθενωμένον και συμπτώματα αποθαρρύνσεως ακυρούται μεταξύ των ανδρών. Εν τούτοις ο αρχιναύτης και ο δεύτερος δίδουσι το καλόν παράδειγμα και οι επιβάται προσέρχονται και τοποθετούνται προ των σκυταλών των αντλιών.
Η κατάστασις ημών δεν είνε πλέον η αυτή και ότε ο Σάνσελλορ είχε καθίση επί του στερεού εδάφους του Βραχοχοιρομηρίου. Το πλοίον ημών επιπλέει επί αβύσου, εις ήν δύναται κατά πάσαν στιγμήν να εξαφανισθή.
ΚΓ'
— Από της 2 μέχρι της 3 Δεκεμβρίου. — Επί είκοσι και τεσσάρας έτι ώρας αγωνιζόμεθα δραστηρίως και παρακωλύομεν την επιφάνειαν του ύδατος να ανέλθη εν τω εσωτερικώ του πλοίου· αλλ' είνε προφανές ότι θα επέλθη μετ' ου πολύ στιγμή, καθ' ήν αι αντλίαι δεν θα επαρκώσι να αφαιρέσωσι ύδατος ποσότητα ίσην προς το εισρέον διά της διαρραγής του σκάφους.
Κατά την ημέραν ταύτην ο πλοίαρχος Κόρτις, ουδ' επ' ελάχιστον αναπαυόμενος, κατέρχεται αυτός εις εξέτασιν του σκάφους και τον ακολουθώ και εγώ μετά του ξυλουργού και του αρχιναύτου. Δέματά τινά βάμβακος εξετοπίσθησαν και εξακριβούμεν παραβάλλοντες το ους, ότι ακούεται ώσπερ κυματισμός τις, «κλου κλου», ακριβέστερον ειπείν. Άρα γε η διαρροή ήνοιξεν εκ νέου ή συνέβη εξάρθρωσις γενική όλου του σκάφους; Αδύνατον είνε να εξακριβωθή. Όπως δήποτε ο Ροβέρτος Κόρτις θα δοκιμάση να καταστήση το σκάφος στεγανώτερον κατά την πρύμναν, περικαλύπτων αυτό έξωθεν διά κεδρωτών ιστίων. Ίσως δε ούτω κατορθώση να διακόψη πάσαν συγκοινωνίαν, προσωρινώς τουλάχιστον, μεταξύ των ένδον και των εκτός.
Και εάν η εισροή του ύδατος στιγμιαίως κωλυθή, θα δύνανται να αντλώσι λυσιτελέστερον και αναμφιβόλως να ανορθώσωσι το πλοίον.
Αλλ' η εκτέλεσις είνε δυσχερεστέρα παρ' όσον φανταζόμεθα αυτήν διότι πρέπει πρώτον να ελαττωθή ο δρόμος του πλοίου, έπειτα δε, αφ' ού εβυθίσθησαν υπό την τρόπιν ιστία ισχυρά, συγκρατούμενα δι' επαρτών [ 66] , προσωθήθησαν μέχρι της παλαιάς διαρροής, ώστε να καλύψωσι τελείως το μέρος τούτο του σκάφους του Σάνσελλορ.
Από της στιγμής δε ταύτης αι αντλίαι υπερτερούσιν ολίγον τι και ημείς επιλαμβανόμεθα αύθις του έργου μετά θάρρους. Αναμφιβόλως το ύδωρ εισρέει έτι, αλλά εν ελάσσονι ποσότητι, και περί το τέλος της ημέρας είνε βέβαιον ότι η επιφάνεια του ύδατος κατήλθε τινας δακτύλους. Δακτύλους τινάς μόνον! Αδιάφορον! Αι αντλίαι νυν εκρίπτουσι διά των σωλήνων ύδωρ περισσότερον του εισρέοντος εις το κύτος, και δεν τας εγκαταλείπομεν ουδ' επί στιγμήν.
Ο άνεμος επιτείνεται αρκούντως σφοδρός την νύκτα, νύκτα σκοτεινήν. Εν τούτοις ο πλοίαρχος Κόρτις ηθέλησε να διατηρήση όσον οίον τε πλείονα ιστία. Γινώσκει καλώς ότι το σκάφος του Σάνσελλορ είνε ανεπαρκέστατα εξησφαλισμένον και σπεύδει να καταπλεύση απέναντι ξηράς. Εάν πλοίον εφαίνετο πλέον εις το πέλαγος, δεν θα εδίσταζεν ο Ροβέρτος Κόρτις να σημάνη αυτώ σημεία αμηχανίας, να επιβιβάση εις αυτό τους επιβάτας του και αυτό το πλήρωμά του, και εάν έμελλε να μείνη αυτός μόνος εν τω πλοίω μέχρι της στιγμής καθ' ήν ο Σάνσελλορ ήθελε καταποντισθή υπό τους πόδας του.
Αλλά πάντα τα μέτρα ταύτα δεν έμελλον να καταλήξωσιν εις τίποτε.
Τω όντι την νύκτα το εξ υφάσματος περίβλημα υπεχώρησεν εις την έξωθεν πίεσιν, την δ' επιούσαν, 3 Δεκεμβρίου, ο αρχιναύτης μετά την καταμέτρησιν δεν ηδυνήθη να αναστείλη τας λέξεις ταύτας συνοδευομένας υπό βλασφημιών.
«Ακόμη έξ πόδες νερόν εις το κύτος!»
Το πράγμα είνε βέβαιον και υπερβέβαιον! Το πλοίον εκ νέου πληρούται, βυθίζεται προφανώς και ήδη η ίσαλος είνε επαισθητώς τεθαλασσωμένη.
Εν τούτοις χειριζόμεθα τας αντλίας μετά θάρρους ει πέρ ποτε μείζονος και εξαντλούμεν τας υστάτας ημών δυνάμεις. Οι βραχίονες ημών κατεπονήθησαν, οι δάκτυλοι αιμάσσουσιν, αλλά μάτην κοπιώμεν! καταβαλλόμεθα υπό του ύδατος. Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει και τοποθετείται άλυσις κατά το άνοιγμα του μεγάλου καθέκτου και οι κάδοι μεταδίδονται τάχιστα από χειρός εις χείρα.
Αλλά τα πάντα ανωφελή!
Την ογδόην και ημίσειαν προ μεσημβρίας βεβαιούται και νέα αύξησις του ύδατος εν τω κύτει. Ο απελπισμός τότε καταλαμβάνει τινάς των ναυτών, ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει αυτούς να εξακολουθήσωσιν εργαζόμενοι, αλλ' αυτοί αρνούνται.
Μεταξύ των ανδρών τούτων είς είνε πνεύμα επιρρεπές εις στάσιν, οχλαγωγός, περί ού είπον ήδη ανωτέρω, ο ναύτης Όουεν. Είνε περίπου τεσσαρακοντούτης, το πρόσωπόν του καταλήγει εις οξύ υπέρυθρον γένειον, αι δε παρειαί του είνε σπαναί ή εξυρημέναι, τα χείλη του αναδιπλούνται προς τα έσω, οι δε υπόξανθοι οφθαλμοί του σημειούνται δι' ερυθρού στίγματος εν τη ενώσει των βλεφάρων. Ρίνα έχει ευθείαν, ώτα λίαν διεστώτα, το δε μέτωπον κατερρυτιδωμένον βαθέως υπό ρυτίδων εμφαινουσών κακεντρέχειαν.
Πρώτος αυτός εγκαταλείπει την θέσιν του.
Πέντε ή έξ των εταίρων μιμούνται αυτόν, εν οίς παρατηρώ τον μάγειρον Γύγξτροπ, άνθρωπον κακόν και αυτόν.
Κελεύσαντος του Ροβέρτου Κόρτις τους ναύτας να επανέλθωσιν εις τας αντλίας, ο Όουεν αποκρίνεται διά ρητής αρνήσεως.
Ο πλοίαρχος επαναλαμβάνει το κέλευσμα.
Ο δε Όουεν επαναλαμβάνει την άρνησιν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις προσέρχεται προς τον αποστάντα ναύτην.
«Δεν σε συμβουλεύω να εγγίσης επάνω μου!» λέγει απαθώς ο Όουεν ανερχόμενος εις το πρωραίον κατάστρωμα.

Ο Ροβέρτος Κόρτις κατευθύνεται τότε προς το επίστεγον, εισέρχεται εις τον θάλαμόν του και εξέρχεται ωπλισμένος διά περιστρόφου.
Ο Όουεν παρατηρεί μίαν στιγμήν τον Ροβέρτον Κόρτις, αλλά, νεύσαντος αυτώ του Γύγξτροπ, αναλαμβάνουσι πάντες την εργασίαν των.
ΚΔ'
— Τη 4 Δεκεμβρίου — Το πρώτον κίνημα της αποστασίας ανεστάλη διά της δραστηρίου στάσεως του πλοιάρχου. Ο Ροβέρτος Κόρτις θα είνε και εν τω μέλλοντι ούτως ευτυχής; Πρέπει να ελπίζωμεν, διότι η απείθεια του πληρώματος ήθελε καταστήση φοβεράν κατάστασιν ήδη ούτω δεινήν.
Την νύκτα αι αντλίαι δεν δύνανται πλέον να υπερτερήσωσιν. Αι κινήσεις του πλοίου είνε βαρείαι, και επειδή μετά δυσχερείας υψούται υπό του κύματος, δέχεται όγκους θαλάσσης καταβάλλονται αυτό και εισδύοντας διά των καθεκτών ούτω δε προστίθεται εις το κύτος ύδωρ ίσον προς το εν αυτώ υπάρχον.
Η κατάστασις ημών μετ' ου πολύ θα γίνη απειλητική όσον κατά τας υστάτας ώρας της πυρκαϊάς. Οι επιβάται, το πλήρωμα, πάντες αισθάνονται ότι το πλοίον υποχωρεί κατά μικρόν υπό τους πόδας των. Βλέπουσιν απερχόμενα βραδέως μεν αλλ' αδιαλείπτως τα κύματα, άτινα φαίνονται αύτοις φοβερά όσον και αι φλόγες.
Και όμως το πλήρωμα εξακολουθεί εργαζόμενον απειλούντος του Ροβέρτου Κόρτις και, εκόντες αέκοντες, οι ναύται αγωνίζονται μετά δραστηριότητος, αλλ' είνε εξηντλημένοι. Άλλως τε δεν δύνανται να εξαντλήσωσι το ύδωρ τούτο, όπερ απαύστως ανανεούται και ού η επιφάνεια υψούται από ώρας εις ώραν. Οι δε χειριζόμενοι τους κάδους αναγκάζονται μετ' ου πολύ να καταλίπωσι το κύτος, εν ώ βεβυθισμένοι ήδη μέχρι της ζώνης κινδυνεύουσι να πνιγώσι και ανέρχονται εις το κατάστρωμα.
Μία μόνη καταφυγή υπολείπεται τότε, και την επιούσαν, 4 του μηνός μετά συμβούλιον συγκροτηθέν υπό του υποπλοιάρχου, του αρχιναύτου και του πλοιάρχου Κόρτις, εγένετο αποδεκτή η απόφασις περί εγκαταλείψεως του πλοίου. Αφ' ού η φαλαινίς, το μόνον υπολειπόμενον εφόλκιον δεν δύναται να περιλάβη τους πάντας, σχεδία παρευθύς θα πηχθή. Το πλήρωμα θα εξακολουθήση χειριζόμενον τας αντλίας μέχρι της στιγμής καθ' ήν θα κελεύση ο πλοίαρχος την επιβίβασιν.
Ο ξυλουργός Δαούλας έλαβε γνώσιν του πράγματος και συνεφωνήθη να ναυπηγηθή η σχεδία άνευ αναβολής διά των εν τη αποθήκη κεραιών και των διαφόρων ξύλων, πριονισθέντων πρότερον εις το προσήκον μήκος. Η θάλασσα, σχετικώς ήρεμος την ώραν εκείνην θα διηυκόλυνε την εργασίαν ταύτην την αείποτε δύσκολον και όταν αι περιστάσεις είνε ευνοϊκαί.
Λοιπόν πάραυτα ο Ροβέρτος Κόρτις, ο μηχανικός Φάλστεν, ο ξυλουργός και δέκα ναύται μετά πριόνων και πελέκεων διαθέτουσι και πελεκώσι τας κεραίας πριν τας ρίψωσιν εις την θάλασσαν. Ούτω δε μόνον θα υπολείπεται να τας δέσωσιν ισχυρώς και να κατασκευάσωσι στερεόν συγκρότημα εφ' ού θα επιτεθή το κρηπίδωμα της σχεδίας, ήτις θα είνε τεσσαράκοντα μεν περίπου ποδών μήκους, είκοσι δε μέχρι εικοσιτέσσαρων πλάτους.
Οι δε άλλοι επιβάται και το υπόλοιπον του πληρώματος είμεθα ακόμη επί των αντλιών. Παρ' εμοί ίσταται ο Ανδρέας, όν ο πατήρ αδιαλείπτως παρατηρεί μετά βαθείας συγκινήσεως. Τι θα γίνη ο υιός του, εάν αναγκασθή να παλαίση κατά των κυμάτων, εν περιστάσεσι καθ' άς και ο υγιέστατος δεν θα εσώζετο άνευ δυσχερείας; Όπως δήποτε θα είμεθα δύο οίτινες δεν θα τον εγκαταλίπωμεν.
Ουδέν είπομεν περί του επικειμένου κινδύνου προς την μίσιζ Κηρ, ήν μακρά κάρωσις [67] καθιστά σχεδόν αναίσθητον.
Πολλάκις η μις Χέρμπυ εφάνη επί του καταστρώματος, αλλ' επί τινας στιγμάς μόνον. Οι κάματοι κατέστησαν αυτήν ωχράν, αλλά διατελεί ακμαιοτάτη, τη συνιστώ δε να είνε έτοιμη προς παν ενδεχόμενον.
«Πάντοτε είμαι έτοιμη, κύριε», μοι αποκρίνεται η θαρραλέα νεάνις επανερχομένη πάραυτα πλησίον της μίσιζ Κηρ.
Ο Ανδρέας Λετουρνέρ παρακολουθεί διά του βλέμματος την νεάνιδα και συναίσθημα λύπης επιφαίνεται επί του προσώπου του.
Περί την ογδόην ώραν μετά μεσημβρίαν το συγκρότημα της σχεδίας σχεδόν απεπερατώθη. Ασχολούνται δε εις την καταβίβασιν βυτίων κενών και στεγανώς κεκλεισμένων, άτινα θα χρησιμεύσωσι να εξασφαλίσωσι την ίσαλον της συσκευής και τα συνδέουσι στερεώς.
Μετά δύο ώρας κραυγαί ισχυραί ακούονται εν τω επιστέγω. Ο μίστερ Κηρ επιφαίνεται κράζων:
«Καταποντιζόμεθα! καταποντιζόμεθα!»
Πάραυτα βλέπω την μις Χέρμπυ και τον Φάλστεν μεταφέροντας την μίσιζ Κηρ άπνουν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις δραμών εις τον θάλαμόν του επανέρχεται παρευθύς κρατών χάρτην, εξάντα και πυξίδα.
Κραυγαί αμηχανίας αντηχούσι, και σύγχυσις επικρατεί εν τω πλοίω. Το πλήρωμα ορμά εις την σχεδίαν, ής το συγκρότημα, ελλείποντος έτι του κρηπιδώματος, δεν δύναται να τους περιλάβη. . . .
Αδύνατον να εκθέσω οποίαι τινες σκέψεις διήλθον του νου μου την στιγμήν εκείνην, ουδέ να ζωγραφήσω την εν εμοί ταχείαν οπτασίαν περί του όλου μου βίου! Μοι φαίνεται ότι όλη μου η ύπαρξις συγκεντρούται εν τη υστάτη ταύτη στιγμή, ήτις είνε και το τέρμα αυτής. Αισθάνομαι τας σανίδας του καταστρώματος καμπτομένας υπό τους πόδας μου, βλέπω το ύδωρ ανερχόμενον πέριξ του πλοίου, ως εάν ο Ωκεανός εσκάπτετο κάτωθεν αυτού!
Τινές των ναυτών καταφεύγουσιν εις τους επιτόνους κραυγάζοντες εκ τρόμου. Ετοιμάζομαι να τους ακολουθήσω . . Αλλά αισθάνομαι χείρα κωλύουσάν με.
Ο κ. Λετουρνέρ μοι δεικνύει τον υιόν του και δάκρυα αδρά ρέουσιν από των οφθαλμών του.
«Μάλιστα, λέγω θλίβων τον βραχίονά του σπασμωδικώς. Ημείς οι δύο θα τον σώσωμεν!»
Αλλά προ εμού ο Ροβέρτος Κόρτις προσήλθε προς τον Ανδρέαν και θα τον αναβιβάση επί των επιτονίων του μεγάλου ιστού, ότε ο Σάνσελλορ ωθούμενος τότε ταχέως υπό του ανέμου, ίσταται αίφνης και αισθανόμεθα σφοδρόν τιναγμόν.
Το πλοίον καταβυθίζεται! Το ύδωρ φθάνει τους πόδας μου. Αυτομάτως αρπάζω σχοινίον τι. . . Αλλά διά μιας ο καταποντισμός αναστέλλεται, και ότε το κατάστρωμα είνε ήδη δύο πόδας υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης, ο Σάνσελλορ μένει ακίνητος.

ΚΕ'
— Νυξ της 4 προς την 5 Δεκεμβρίου. — Ο Ροβέρτος Κόρτις ήρπασε τον νέον Λετουρνέρ, και τρέχων επί του κατακλύστου καταστρώματος, τον αποθέτει επί των δεξιών επιτόνων. Ο δε πατήρ του και εγώ αναρριχόμεθα πλησίον αυτού.
Έπειτα, αποβλέπω περί εμαυτόν. Η νυξ είνε ικανώς διαυγής ώστε να δύναμαι να διακρίνω τα συμβαίνοντα.
Ο Ροβέρτος Κόρτις, επανελθών εις την θέσιν του, ίσταται όρθιος επί του επιστέγου. Όλως εν τη πρύμνη παρά τη κορώνη, ήτις δεν εβυθίσθη ακόμη, διακρίνω εν τη σκιά τον μίστερ Κηρ, την γυναίκα του, την μις Χέρμπυ και τον Φάλστεν επί δε της εσχατιάς του πρωραίου καταστρώματος τον υποπλοίαρχον και τον αρχιναύτην, επί δε των θωρακίων και των επιτόνων το λοιπόν του πληρώματος.
Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ανερριχήθη εις το μέγα θωράκιον τη βοηθεία του πατρός του, όστις εδέησε να θέτη τον πόδα του υιού του εφ' εκάστης βαθμίδος, και τέλους ανέβη ο νέος άνευ τινός απευκταίου, καί τοι ο σάλος ήτο μέγας. Αλλά των αδυνάτων να καταπεισθή η μίσιζ Κηρ, ήτις διαμένει εν τω επιστέγω κινδυνεύουσα να σαρωθή υπό των κυμάτων, εάν επιταθή η σφοδρότης του ανέμου. Όθεν και η μις Χέρμπυ απέμεινε παρ' αυτή και δεν ήθελε να την εγκαταλίπη μόνην.
Πρώτη φροντίς του Ροβέρτου Κόρτις άμα τη αναστολή του καταποντισμού ήτο να παραγγείλη να υποστείλωσι πάραυτα όλην την ιστιοφορίαν, έπειτα δε να αποστείλη κάτω τας κεραίας και τους ιστούς του φώσωνος ίνα μη διαταραχθή η ευστάθεια του πλοίου. Ελπίζει δε ότι μετά τας προφυλάξεις ταύτας ο Σάνσελλορ δεν θα περιτραπή. Αλλά δεν δύναται να βυθισθή από μιας στιγμής εις άλλην; Έρχομαι πλησίον του Ροβέρτου Κόρτις και τον ερωτώ.
«Δεν ειμπορώ να το ειξεύρω, αποκρίνεται μετά φωνής γαληνιαίας, διότι τούτο εξαρτάται προ πάντων εκ της καταστάσεως της θαλάσσης. Το βέβαιον είνε ότι το πλοίον διατελεί εν ισορροπία ως έχουσι νυν τα πράγματα, αλλά ταύτα δυνατόν να μεταβληθώσιν εν ριπή οφθαλμού!
— Και δύναται τώρα ο Σάνσελλορ να ταξειδεύση με δύο ποδών ύδωρ εις το κατάστρωμα;
— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αλλά δύναται να εκπέση, φερόμενος υπό του ρεύματος και του ανέμου, και εάν συγκρατηθή ούτω πως επί τινας ημέρας, να προσγειώση εις σημείον τι της ακτής. Άλλως τε έχομεν ως τελευταίον καταφύγιον την σχεδίαν, ήτις θα αποπερατωθή μετά τινας ώρας, και επί της οποίας θα είνε δυνατόν να επιβιβασθώμεν καθώς εξημερώση.
— Λοιπόν δεν εχάσατε πάσαν ελπίδα; ηρώτησα θαυμάζων διά την ηρεμίαν του Ροβέρτου Κόρτις.
— Η ελπίς δεν είνε δυνατόν να χαθή εντελώς, κύριε Κάζαλλον, και κατά τας δεινοτάτας έτι περιστάσεις. Παν ό τι δύναμαι να σας είπω είνε ότι, εάν ενενήκοντα εννέα τοις εκατόν είνε καθ' ημών, το εκατοστόν όμως είνε υπέρ ημών. Άλλως τε αν δεν μ' απατά η μνήμη, ο Σάνσελλορ, ως ευρίσκεται τώρα σχεδόν βεβυθισμένος, διατελεί ακριβώς υπό τας αυτάς περιστάσεις υπό τας οποίας ευρέθη το τριίστιον Ήρα τω 1795. Επί είκοσιν ημέρας και πλέον έμεινεν η Ήρα κρεμαμένη μεταξύ δύο υδάτων, και επιβάται και πλήρωμα είχον καταφύγη εις τα θωράκια· και τέλος ότε ανεφάνη γη, όσοι των ναυαγών ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν εις τας ταλαιπωρίας και την πείναν, εσώθησαν· το γεγονός τούτο είνε γνωστότατον εις τα ναυτικά χρονικά και δεν ήτο δυνατόν να μη το ενθυμηθώ. Λοιπόν ουδείς λόγος υπάρχει ώστε, όσοι επιζήσωσιν εκ των του Σάνσελλορ, να μη είνε ευτυχείς όσον και οι της Ήρας.»
Και ίσως μεν θα είχε τις πολλά να απαντήση εις τους λόγους του Ροβέρτου Κόρτις, αλλ' όμως εκ της συνδιαλέξεως ταύτης εξάγεται ότι ο πλοίαρχος ημών δεν απώλεσε πάσαν ελπίδα.
Εν τούτοις επειδή οι όροι της ισορροπίας δυνατόν κατά πάσαν στιγμήν να διακοπώσιν, επάναγκες είνε τάχιον ή βραδύτερον να εγκαταλίπωμεν τον Σάνσελλορ. Όθεν απεφασίσθη ότι αύριον ευθύς ως αποπερατώση ο ξυλουργός την σχεδίαν θα επιβιβασθώμεν επ' αυτής.
Αλλά κρίνατε περί του δεινού απελπισμού του πληρώματος, ότε περί το μεσονύκτιον ο Δαούλας παρατηρεί ότι η ξύλωσις της σχεδίας εξηφανίσθη! Τα πείσματα [68] , ει και ήσαν στερεά, εκόπησαν ένεκα του καθέτου εκτοπισμού του πλοίου, και το συγκρότημα από μιας και πλέον ώρας αναμφιβόλως, εξέπεσε και παρεσύρθη!
Οι ναύται άμα μανθάνοντες την νέαν ταύτην συμφοράν ρηγνύουσι κραυγάς αμηχανίας.
«Εις την θάλασσαν! εις την θάλασσαν, τα κατάρτια!» επαναλαμβάνουσιν οι ταλαίπωροι εκμανείς.
Και θέλουσι να κόψωσι την εξαρτίαν, διά να ρίψωσι τα επιστήλια και ναυπηγήσωσι πάραυτα νέαν σχεδίαν.
Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις παρεμβαίνων αναφωνεί:
«Εις την θέσιν σας, παιδιά! Κλωστή να μη κοπή άνευ της διαταγής μου. Ο Σάνσελλορ ισορροπεί! Ο Σάνσελλορ δεν θα καταποντισθή ακόμη!»
Εν τη φωνή του πλοιάρχου του, τη ούτω σταθερά, το πλήρωμα ανευρίσκει την απάθειάν του, και παρά την εθελοκακίαν τινών ναυτών έκαστος λαμβάνει την υποδεικνυομένην αυτώ θέσιν.
Επελθούσης της ημέρας ο Ροβέρτος Κόρτις ανέρχεται μέχρι των διζύγων και το βλέμμα του διατρέχει μετ' επιμελείας καθ' όλην την θάλασσαν επί μεγάλης ακτίνος περί το πλοίον. Ανωφελής έρευνα! Η σχεδία είνε ήδη αφανής! Πρέπει να ετοιμάσωμεν την φαλαινίδα και να επιχειρήσωμεν έρευναν ίσως μεν μακράν, πάντως δε κινδυνώδη; Αδύνατον, διότι ο σάλος είνε ισχυρότερος ή ώστε να τον αψηφήση εφόλκιον εύθραυστον. Επιχειρητέα λοιπόν η ναυπήγησις νέας σχεδίας, και παραχρήμα επιδίδονται εις το έργον. Των κυμάτων γενομένων ισχυροτέρων, η μίσιζ Κηρ αποφασίζει τέλος να καταλίπη την θέσιν, ήν κατείχεν εν τη εσχατιά του επιστέγου, και ηδυνήθη να έλθη εις το μέγα θωράκιον, εφ' ού κατεκλίθη εν τελεία εκλύσει των δυνάμεών της. Ο δε μίστερ Κηρ ετοποθετήθη μετά του Σάιλας Χόντλυ εν τω θωρακίω του ακατίου ιστού. Παρά δε τη μίσιζ Κηρ και τη μις Χέρμπυ ετέθησαν οι κκ. Λετουρνέρ εν πολλή στενοχωρία, εννοείται, επί του κρηπιδώματος τούτου, ού η μείζων διάμετρος είνε δώδεκα ποδών αλλ' όμως σχοινία εδέθησαν από επιτόνου εις επίτονον, δι' ών προεφυλάσσοντο κατά των κλονισμών του διατοιχούντος πλοίου. Πλην δε τούτου ο Ροβέρτος Κόρτις εμερίμνησε να εκταθή υπεράνω του θωρακίου ιστίον στεγάζον τας δύο γυναίκας.
Βυτία τινά επιπλέοντα μεταξύ των ιστών του πλοίου μετά την κατάκλυσιν, και εν καιρώ συλλεγέντα, ανεβιβάσθησαν επί των θωρακίων και εδέθησαν στερεώς επί των προτόνων. Πάσα δε η προμήθεια ημών αποτελείται νυν εκ κιβωτίων ταριχηρών [69] και διπύρων [70] ως και βυτίων ύδατος ποσίμου.
ΚΣΤ'
— Τη 5 Δεκεμβρίου. — Η ημέρα, είνε θερμή. Ο Δεκέμβριος υπό τον δέκατον έκτον παράλληλον δεν είνε πλέον μην φθινοπωρινός, αλλ' αυτόχρημα [71] εαρινός. Οφείλομεν δε να αναμένωμεν ότι θα υπομείνωμεν δεινούς καύσωνας αν μη άνεμος δροσερός μετριάση τας ηλιακάς καυστικάς ακτίνας.
Εν τούτοις η θάλασσα διατελεί σαλεύουσα. Το σκάφος τεθαλασσωμένον κατά τα τρία τέταρτα πλήττεται υπό της θαλάσσης ως σκόπελος. Ο αφρός των κυμάτων αναπηδά μέχρι του ύψους των θωρακίων, και τα ενδύματα ημών διαβρέχονται υπό της άχνης ως υπό λεπτής βροχής.
Σώζονται δε εκ του Σάνσελλορ, τούτ' έστιν εξέχουσιν άνω της επιφανείας της θαλάσσης, μόνον τρεις στήλαι ιστού μετά των επιστηλίων, ο πρόβολος [72] εξ ού κρέμαται η φαλαινίς, ίνα μη συντριβή υπό των κυμάτων, έπειτα δε το επίστεγον και το πρωραίον κατάστρωμα, συνδεόμενα μόνον διά του στενού πλαισίου των αιωροθεσίων. Το δε κατάστρωμα είνε τελείως υποβρύχιον.
Η μεταξύ των θωρακίων συγκοινωνία είνε δυσχερεστάτη. Μόνοι δε οι ναύται αναρριχώμενοι διά των προτόνων δύνανται να μεταβώσιν υπό του ετέρου εις το έτερον. Κάτωθεν δε μεταξύ των ιστών, από της κορώνης μέχρι του πρωραίου καταστρώματος η θάλασσα εκχύνεται ως επί ρηγμίνος και αποσπά κατά μικρόν τας παρειάς του πλοίου, ών τας σανίδας καταγίνονται να περισυναγάγωσι. Δεινότατον αληθώς θέαμα εις τους επιβάτας, συνεσπειραμένους επί στενών κρηπιδωμάτων, να βλέπωσι και να ακούωσι τον Ωκεανόν μυκώμενον υπό τους πόδας των! Οι ιστοί ούτοι οι εξέχοντες του ύδατος τρέμουσιν εις εκάστην επίθεσιν της θαλάσσης, και δύναταί τις να πιστεύση ότι θα σαρωθώσι.
Βεβαίως προτιμότερον να μη βλέπη τις, να μη σκέπτεται, διότι η άβυσσος αύτη έλκει και επέρχεται όρεξις να κατακρημνισθή τις εις αυτήν!
Εν τούτοις το πλήρωμα εργάζεται ανενδότως εις κατασκευήν της δευτέρας σχεδίας. Μεταχειρίζονται επιστήλια και τας κεραίας, και υπό την διεύθυνσιν του Ροβέρτου Κόρτις το έργον εκτελείται μετά πλείστης όσης επιμελείας. Ο Σάνσελλορ δεν φαίνεται μέλλων να καταποντισθή· ως δε είπεν ο πλοίαρχος, πιθανόν επί τινα χρόνον να μείνη ούτω πως ισορροπών μεταξύ δύο υδάτων. Ο Ροβέρτος Κόρτις επιμένει ίνα η σχεδία ναυπηγηθή όσον οίον τε στερεά. Ο διάπλους μέλλει να είνε μακρός, αφ' ού η εγγυτάτη ακτή, η της Γουυάνης απέχει έτι πλείονας εκατοστύας μιλίων. Λοιπόν προτιμότερον να διημερεύσωμεν μίαν έτι ημέραν περισσότερον επί των θωρακίων και να λάβωμεν καιρόν να κατασκευάσωμεν συσκευήν πλωτήν, εφ' ήν να δύναται τις να έχη πεποίθησιν.
Ως προς τούτο δε πάντες είμεθα σύμφωνοι.
Οι ναύται ανέλαβον πως θάρρος και ήδη η εργασία γίνεται εν τάξει.
Μόνος δε γέρων ναυτικός, εξηκοντούτης, ού η γενειάς και η κόμη ελευκάνθησαν εν ταις τρικυμίαις, δεν είνε της γνώμης να εγκαταλίπωμεν τον Σάνσελλορ. Είνε δε ούτος Ιρλανδός ονόματι Ο Ρέδυ.

Καθ' ήν στιγμήν ήμην επί του επιστέγου ήλθε προς με και είπε μασών την καπνομαστίχην του μετά εξαισίας αδιαφορίας.
«Οι σύντροφοι είνε της γνώμης να αφήσωμεν το πλοίον, εγώ όμως όχι.
Εννέα φοράς εναυάγησα, τέσσαρες εις το πέλαγος και πέντε εις παράλια. Το αληθινόν επάγγελμά μου είνε να είμαι ναυαγός. Έχω πείραν. Λοιπόν! Ο Θεός να με κολάση αν δεν είδα πάντα να χαθούν κακοί κακώς όλοι όσοι καταφεύγουν εις σχεδίας ή λέμβους. Όσον το πλοίον επιπλέει πρέπει να μένουν μέσα οι άνθρωποι. Ακούστε όπου σας το λέγω εγώ!»
Τους λόγους τούτους ειπών μετά τρόπου πειστικωτάτου ο γηραιός Ιρλανδός, όστις εζήτει αναμφιβόλως να ανακοινώση την παρατήρησίν του προς ανακούφισιν της συνειδήσεώς του, περιπίπτει εις τελείαν αφασίαν.
Την ημέραν εκείνην περί ώραν τρίτην μετά μεσημβρίαν βλέπω τον μίστερ Κηρ και τον πρώην πλοίαρχον Σάιλας Χόντλυ συνδιαλεγομένους μετά πολλής ζωηρότητος επί του θωρακίου του ιστού. Ο Πετρέλαιος φαίνεται πιέζων σφόδρα των προς όν συνδιαλέγεται, ούτος δε μοι φαίνεται αντιτάσσων παρατηρήσεις τινάς εις πρότασίν τινα του περί ού ο λόγος μίστερ Κηρ. Επανειλημμένως δε ο Σάιλας Χόντλυ παρατηρεί επί μακρόν την τε θάλασσαν και τον ουρανόν σείων την κεφαλήν. Τέλος μετά μιας ώρας συνδιάλεξιν κατέρχεται ολισθαίνων διά του προτόνου μέχρι της εσχατιάς του πρωραίου καταστρώματος, αναμιγνύεται εις τον όμιλον των ναυτών και γίνεται αφανής από των οφθαλμών μου.
Άλλως τε ελαχίστην σημασίαν αποδίδω εις το γεγονός τούτο, και ανέρχομαι αύθις εις το μέγα θωράκιον, ένθα οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν και εγώ διαμένομεν συνδιαλεγόμενοι επί τινας ώρας. Ο ήλιος είνε θερμότατος και άνευ του ιστίου του χρησιμεύοντος ως σκηνή δεν θα ηδυνάμεθα να μείνωμεν εν τη θέσει ταύτη.
Την πέμπτην ώραν γευόμεθα από κοινού, το δε φαγητόν απετελείτο εκ διπυρίτου, κρέατος παστού και ημίσεος ποτηρίου ύδατος, κατ' άνθρωπον. Αλλ' η μίσιζ Κηρ σφόδρα καταβεβλημένη υπό του πυρετού δεν τρώγει. Η δε μις Χέρμπυ δεν δύναται να τη παράσχη ανακούφισίν τινα άλλως πως ή βρέχουσα εκ διαλειμμάτων τα καίοντα χείλη της. Η τάλαινα πάσχει πολύ, και αμφιβάλλω εάν θα δυνηθή να υπομείνη πολύν χρόνον τοιαύτας κακοδαιμονίας.
Ο σύμβιος ουδέ καν άπαξ ηρώτησε περί αυτής. Εν τούτοις περί ώραν έκτην παρά τέταρτον ερωτώ εμαυτόν εάν καλή τις προαίρεσις συνεκίνησε τέλος την καρδίαν του φιλαύτου τούτου άνθρωπου. Και τω όντι ο μίστερ Κηρ καλεί τινας ναύτας του πρωραίου καταστρώματος, παρακαλών αυτούς να τον βοηθήσωσι να καταβή εκ του θωρακίου. Θέλει λοιπόν να μεταβή εις συνάντησιν της γυναικός του, εις το μέγα θωράκιον;
Οι ναύται δεν αποκρίνονται κατ' αρχάς εις την πρόσκλησιν του μίστερ Κηρ· αλλ' αυτός επιμένει ζωηρότερον και υπόσχεται ότι θα «καλοπληρώση» όσους τω παράσχωσι την υπηρεσίαν ταύτην.
Πάραυτα δύο ναύται, ο Βάρκε και ο Σάντων, σπεύδουσιν επί των παραρρυμάτων, αναβαίνουσιν εις τους ακατίους επιτόνους και φθάνουσιν εις το θωράκιον.
Ελθόντες πλησίον του μίστερ Κηρ συζητούσιν επί μακρόν μετ' αυτού τους όρους της συμφωνίας. Πρόδηλον δε ότι αυτοί μεν απαιτούσι πολλά, ο δε μίστερ Κηρ θέλει να δώση ολίγα. Εγώ δε βλέπω την στιγμήν καθ' ήν οι δύο ναύται θα εγκαταλίπωσι τον επιβάτην εν τω θωρακίω. Τέλος τα διαφερόμενα μέρη συμφωνούσιν, ο δε μίστερ Κηρ εξάγων εκ της ζώνης δέσμην χαρτίνων δολλαρίων, την εγχειρίζει εις τον έτερον των ναυτών. Ούτος δε μετρεί μετά προσοχής το ποσόν και υπολογίζω ότι δεν θα έχη εις χείρας του ολιγώτερα των εκατόν δολλαρίων.
Πρόκειται δε τότε να καταβιβάσωσι τον μίστερ Κηρ μέχρι του πρωραίου καταστρώματος διά του ακατίου προτόνου. Ο Βάρκε και ο Σάνδων προσδένουσι περί το σώμα αυτού επιχειρίαν, ήν περιελίσσουσιν έπειτα επί του προτόνου, και αφίνουσιν αυτόν να κατολισθήση ως δέμα, ουχί άνευ τιναγμών τινων ισχυρών, οίτινες προκαλούσι τας βωμολοχίας των συντρόφων των.
Αλλ' ηπατήθην. Ο μίστερ Κηρ ουδεμίαν ειχε πρόθεσιν να μεταβή εις συνάντησιν της γυναικός του. Διαμένει εν τω πρωραίω καταστρώματι παρά τω Σάιλας Χόντλυ, όστις τον ανέμενεν εκεί. Το σκότος εξαφανίζει αμφοτέρους μετ' ου πολύ από των οφθαλμών μου.
Επανήλθεν η νυξ τελεία, ο άνεμος εκόπασεν, αλλ' η θάλασσα διατελεί έτι σαλεύουσα. Η δε σελήνη ήτις είχεν ανατείλη από της τετάρτης μετά μεσημβρίαν ώρας, διαφαίνεται κατά σπάνια διαλείμματα μεταξύ στενών ταινιών νεφών. Τινές των ατμών τούτων, διατεθειμένοι ανά τον ορίζοντα ως μακραί στοιβάδες, χρωματίζονται ερυθροί, προμηνύοντες ότι αύριον θα έχωμεν σφοδρόν άνεμον. Είθε ο άνεμος ούτος να είνε πάλιν ο Μέσης (ΒΑ) και να μας ωθήση προς την γην! Διότι οία δήποτε μεταβολή της διευθύνσεως αυτού θα ήτο ολεθρία, όταν θα επιβιβασθώμεν επί της σχεδίας, ήτις μόνον δι' ουρίου ανέμου δύναται να πλεύση.
Ο Ροβέρτος Κόρτις ανέβη επί του μεγάλου θωρακίου περί την ογδόην εσπερινήν ώραν. Διανοούμαι ότι απασχολεί αυτόν η κατάστασις του ουρανού και ότι θέλει να προσπαθήση να προμαντεύση οποία τις έσται η προσδοκωμένη επιούσα. Επί τέταρτον ώρας ίσταται παρατηρών· έπειτα δε πριν κατέλθη, θλίβει την χείρα μου ουδέ λέξιν εκστομίσας, και απελθών καταλαμβάνει την όπισθεν του επιστέγου θέσιν του.
Προσπαθώ να κοιμηθώ επί του στενού διαστήματος, όπερ υπελείπετο εις εμέ εν τω θωρακίω, αλλά δεν δύναμαι όμως να το κατορθώσω. Δυσάρεστα προαισθήματα με περιστοιχίζουσι, και η παρούσα ηρεμία της ατμοσφαίρας μ' εμβάλλει εις φροντίδας, και μοι φαίνεται άγαν ήρεμος· διότι μόλις που εκ διαλειμμάτων πνοή ανέμου εισδύει εις την εξαρτίαν και δονεί το μετάλλινον αυτής σχοινίον. Άλλως τε η θάλασσα «αισθάνεται» τι. Ταράσσεται υπό μακρού σάλου και προφανώς δοκιμάζει τον αντίκτυπον τρικυμίας τινος αφεστώσης.
Περί ώραν ενδεκάτην της νυκτός εν τω αραιώματι μεταξύ δύο νεφών η σελήνη λάμπει διά λάμψεως ζωηράς, τα δε κύματα αναλάμπουσιν ως φωτιζόμενα υπό λάμψεως υποβρυχίου.
Εγείρομαι και παρατηρώ. Παράξενον πράγμα, μοι φαίνεται ότι διακρίνω επί τινα λεπτά της ώρας σημείον μέλαν ανυψούμενον και ταπεινούμενον εν τω μέσω της επιτεταμένης λευκότητος των υδάτων. Δεν είνε δυνατόν να είνε βράχος, διότι παρακολουθεί τας κινήσεις του σάλου.

Τι είνε λοιπόν;
Έπειτα η σελήνη καλύπτεται εκ νέου, το σκότος γίνεται αύθις βαθύ και εγώ κατακλίνομαι πλησίον των αριστερών επιτόνων.
ΚΖ'
— Τη 6 Δεκεμβρίου. — Κατόρθωσα να κοιμηθώ επί τινας ώρας, αλλά την τετάρτην πρωινήν ώραν ο συριγμός του ανέμου μ' αφυπνίζει αποτόμως. Ακούω την φωνήν του Ροβέρτου Κόρτις αντηχούσαν εν τω μέσω των συστροφών του ανέμου, ών οι τιναγμοί κλονούσι την εξαρτίαν.
Εγείρομαι και συγκρατούμενος ισχυρώς από του νεύρου, προσπαθώ να ίδω τι συμβαίνει υποκάτω μου και πέριξ.
Εν τω σκότει βλέπω την θάλασσαν μυκωμένην. Μεγάλαι οθόναι αφρού μολυβδόχροι μάλλον ή λευκαί διέρχονται μεταξύ των ιστών, οίτινες υπόκεινται εις μεγάλας ταλαντώσεις ένεκα του διατοιχούντος πλοίου. Δύο σκιαί μαύραι εν τη πρύμνη διακρίνονται καθαρά επί του υπολεύκου χρώματος της θαλάσσης. Είνε δε αύται ο πλοίαρχος Κόρτις και ο αρχιναύτης. Αι φωναί των, ολίγον διακρινόμεναι μεταξύ του θορύβου των κυμάτων και των συριγμών του ανέμου, έρχονται εις τα ώτα μου ως ασθενής στεναγμός.
Την στιγμήν εκείνην ναύτης ανελθών εις το θωράκιον να δέση σχοινίον διέρχεται πλησίον μου.
«Τι τρέχεις τον ερωτώ.
— Άλλαξ' ο άνεμος.....»
Προσέθηκε δε ο ναύτης και άλλας τινάς λέξεις, άς δεν ηδυνήθην να ακούσω καθαρά· αλλά μοι φαίνεται ότι είπεν «αντίπρωρος».
Αντίπρωρος! Αλλά τότε ο άνεμος μετετράπη όλως από Μέσου (ΒΑ) εις Λίβα (ΝΔ) και νυν θα μας ωθή προς το πέλαγος! Λοιπόν τα προαισθήματά μου δεν με ηπάτησαν!
Τω όντι η ημέρα ανατέλλει κατ' ολίγον και ναι μεν ο άνεμος δεν μετεβλήθη όλως αντίπρωρος, αλλά — περίστασις ωσαύτως ολεθρία εις ημάς, — πνέει Σκίρων (ΒΔ), και λοιπόν μας απομακρύνει από της γης. Προσέτι δε το επί του καταστρώματος ύδωρ είνε νυν πέντε ποδών, ώστε τα παραρρύματα εξηφανίσθησαν τελείως. Το πλοίον εβυθίσθη την νύκτα, και το πρωραίον κατάστρωμα, ως και το επίστεγον, είνε νυν ίσα τη επιφανεία της θαλάσσης, ήτις τα σαρώνει ακαταπαύστως. Υπό τον άνεμον δε ο Ροβέρτος Κόρτις και το πλήρωμά του εργάζεται εις αποπεράτωσιν της σχεδίας, αλλά το έργον δεν δύναται να προβή ταχέως, ένεκα της σφοδρότητος του σάλου και δέον να ληφθώσιν αι σπουδαιόταται προφυλάξεις, ίνα μη το συγκρότημα, εξαρθρωθή, πριν στερεωθή τελείως.
Και ήδη οι κκ. Λετουρνέρ είνε όρθιοι πλησίον μου, ο δε πατήρ συγκρατεί τον υιόν κατά της σφοδρότητος του διατοιχούντος πλοίου.
«Αλλά το θωράκιον τούτο θα σπάση!» αναφωνεί ο κ. Λετουρνέρ, ακούων τους τριγμούς του στενού κρηπιδώματος όπερ φέρει ημάς.
Τους λόγους τούτους ακούσασα η μις Χέρμπυ ανεγείρεται, και δεικνύουσα την μίσιζ Κηρ, εξηπλωμένην προ των ποδών της:
«Και τι να κάμωμεν, κύριοι; ερωτά.
— Να μείνωμεν εδώ όπου είμεθα, απεκρίθην εγώ.
— Μις Χέρμπυ, προσθέτει ο Ανδρέας Λετουρνέρ, και εδώ είνε το ασφαλέστατον καταφύγιόν μας. Μη φοβείσθε τίποτε.»
— Δι' εμέ δεν φοβούμαι, αποκρίνεται η νεάνις διά της ηρέμου φωνής της, αλλά δι' εκείνους οι οποίοι έχουν λόγον τινά να θέλουν την ζωήν!»
Την ογδόην και τέταρτον ο αρχιναύτης αναφωνεί προς τους άνδρας του πληρώματος:
«Ε, από την πρώραν!
— Ορίστε, αναφωνεί τις των ναυτών, ο Ο Ρέδυς, πιστεύω.
— Την έχετε την φαλαινίδα;
— Όχι.
— Τότε θα μας έφυγε!»
Και όντως η φαλαινίς δεν κρατείται πλέον από του προβόλου, και σχεδόν πάραυτα βεβαιούται η εξαφάνισις του μίστερ Κηρ, του Σάιλας Χόντλυ και τριών ανδρών του πληρώματος, ενός Σκώτου και δύο Άγγλων· τότε κατανοώ οποίον τι ήτο την προτεραίαν το θέμα της συνδιαλέξεως του μίστερ Κηρ και του Σάιλας Χόντλυ. Φοβούμενοι δήλα δή μη ο Σάνσελλορ καταποντισθή προ της αποπερατώσεως της σχεδίας, συνώμοσαν να φύγωσι, και κατέπεισαν διά χρημάτων τους τρεις ναύτας να παραλάβωσι την φαλαινίδα. Εξηγώ τότε τι ήτο το μέλαν εκείνο σημείον όπερ διείδον την νύκτα. Τον άθλιον! εγκατέλιπε την γυναίκα του! Ο ανάξιος πλοίαρχος εγκατέλιπε το πλοίον του! Και μας επήραν την λέμβον, τούτ' έστι το μόνον υπολειπόμενον ημίν εφόλκιον!
«Πέντε σωσμένοι! είπεν ο αρχιναύτης.
— Πέντε χαμένοι!» αποκρίνεται ο γέρων Ιρλανδός.
Τω όντι η κατάστασις της θαλάσσης πληρέστατα δικαιολογεί τους λόγους του γηραιού Ο Ρέδυ.
Είκοσι και δυο είμεθα πλέον εν τω πλοίω. Άρα γε κατά πόσους έτι ο αριθμός ούτος θα ελαττωθή;
Το πλήρωμα μαθόν την άνανδρον ταύτην λιποταξίαν και την κλοπήν της φαλαινίδος, υβρίζει δεινώς τους δραπέτας. Αν δε η τύχη ήθελεν επαναφέρη αυτούς εις το πλοίον, θα πληρώσωσιν ακριβά την προδοσίαν των.
Συνιστώ να κρύψωσι την μίσιζ Κηρ την φυγήν του ανδρός της. Η δυστυχής γυνή κατατρύχεται υπό αδιαλείπτου πυρετού, καθ' ού ουδέν δυνάμεθα, διότι η βύθισις του πλοίου εγένετο τοσούτον ταχεία, ώστε το κιβώτιον των φαρμάκων δεν ηδυνήθη να σωθή. Άλλως τε και φάρμακα αν είχομεν, οποίον τι αποτέλεσμα να προσδοκώμεν εν τη καταστάσει εν η διατελεί η μίσιζ Κηρ;
ΚΗ'
— Συνέχεια της 6 Δεκεμβρίου. — Εν τούτοις ο Σάνσελλορ δεν συγκρατείται πλέον εν ισορροπία εν τω μέσω των στρωμάτων του ύδατος. Πιθανώς το σκάφος του εξαρθρούται και αισθανόμεθα ότι κατ' ολίγον βυθίζεται.
Ευτυχώς η σχεδία θα αποπερατωθή εντός της εσπέρας, και θα δυνηθώμεν να εγκαθιδρυθώμεν επ' αυτής, πλην εάν ο Ροβέρτος Κόρτις προτιμά να επιβιβασθώμεν την επιούσαν άμα τη ημέρα. Το συγκρότημα εγένετο στερεόν.
Τα δε αποτελούντα αυτήν ξύλα συνεδέθησαν διά σχοινίων δυνατών, και επειδή ταύτα διασταυρούνται μεταξύ των υπεράλληλα, το όλον υψούται κατά δύο πόδας άνω της επιφανείας της θαλάσσης.
Το δε κρηπίδωμα είνε κατεσκευασμένον διά σανίδων άς είχον αποσπάση τα κύματα και ημείς εχρησιμοποιήσαμεν επιμελώς. Μετά μεσημβρίαν άρχεται η φόρτωσις των διασωθέντων τροφίμων, ιστίων, οργάνων, εργαλείων. Επάναγκες δε να σπεύσωμεν, διότι την στιγμήν ταύτην το μέγα θωράκιον μόλις δέκα πόδας υπερέχει της θαλάσσης, του δε προβόλου το άκρον μόνον της κεραίας υπολείπεται υψούμενον πλαγίως.
Θα εκπλαγώ σφόδρα αν μη είνε η αύριον η εσχάτη ημέρα του Σάνσελλορ!
Και νυν, εν τίνι ηθική καταστάσει διατελούμεν; Προσπαθώ να ορίσω τι συμβαίνει εν εμοί. Μοι φαίνεται ότι τούθ' όπερ αισθάνομαι είνε αδιαφορία τις ασυνείδητος μάλλον ή συναίσθημα καρτερίας. Ο κ. Λετουρνέρ ζη όλος εν τω υιώ αυτού, όστις και αυτός τον πατέρα του μόνον συλλογίζεται. Ο Ανδρέας δεικνύει καρτερίαν μεστήν γενναιότητος, χριστιανικήν καρτερίαν, ήν δεν δύναμαι κάλλιον να παραβάλω ή προς την καρτερίαν της μις Χέρμπυ. Ο δε Φάλστεν είνε αείποτε Φάλστεν, και, Θεέ μου, συγχώρησόν μοι, ο μηχανικός ούτος εξακολουθεί γράφων αριθμούς εν τω σημειωματαρίω του! Η δε μίσιζ Κηρ αποθνήσκει παρά τας περιποιήσεις της νεάνιδος, παρά τας εμάς.
Οι δε ναύται, τούτων δύο ή τρεις είνε ήρεμοι, αλλά οι άλλοι είνε σχεδόν παράφρονες. Τινές αγόμενοι υπό της χυδαίας αυτών φύσεως, φαίνονται διατεθειμένοι να προβώσιν εις υπερβολάς. Θα είνε δυσήνιοι [73] οι άνθρωποι ούτοι οι διατελούντες υπό την φαύλην επίδρασιν του Όουεν και του Γύγξτροπ, όταν συμβιώμεν μετ' αυτών επί στενής σχεδίας!
Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ είνε καταβεβλημένος σφόδρα· ει και γενναίος, αλλ' όμως θα αναγκασθή να απόσχη της υπηρεσίας του. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης, δραστήριοι, ακλόνητοι, είνε άνδρες ούς η φύσις «εσφυρηλάτησε δι' όλης αυτών της σκληρότητος». ίνα κατά μεταλλουργούς είπω, χαρακτηρίζει δε αυτούς καλώς η έκφρασις αύτη.
Περί ώραν πέμπτην μετά μεσημβρίαν ανεπαύθη είς εκ των εν δυστυχία συναδέλφων μας, η μίσιζ Κηρ απέθανε μετά οδυνηράν αγωνίαν, ίσως ουδεμίαν έχουσα συνείδησιν της καταστάσεώς της. Εξέβαλέ τινας στεναγμούς και τετέλεσται. Μέχρι της τελευταίας στιγμής η μις Χέρμπυ δαψιλώς [ 74] περιέθαλψεν αυτήν μετ' αφοσιώσεως, ήτις βαθέως μας συνεκίνησε!
Παρήλθεν η νυξ άνευ τινός συμβεβηκότος. Την πρωίαν περί τα χαράγματα έλαβον της νεκράς την χείρα, ήτις ήτο ψυχρά και τα μέλη της απεξυλωμένα. Το πτώμα δεν δύναται να διαμείνη πλέον εν τω θωρακίω. Η μις Χέρμπυ και εγώ την περιτυλίσσομεν διά των ενδυμάτων της, έπειτα δε ευχαί τινες απηγγέλθησαν υπέρ αναπαύσεως της ψυχής της ταλαίνης γυναικός, και το πρώτον θύμα τοσούτων συμφορών κατακρημνίζεται εις τα κύματα.
Την στιγμήν εκείνην εκστομίζει τις των εν τοις θωρακίοις ανδρών τους φοβερούς τούτους λόγους;
«Νά ένα πτώμα. . . κρίμα 'ς το! κρίμα 'ς το!»

Στρέφομαι προς την φωνήν. Ο Όουεν είνε ο λαλήσας ούτω.
Έπειτα μοι επέρχεται εις τον νουν ότι τω όντι θα έχωμεν ίσως ημέραν τινά έλλειψιν τροφίμων!
ΚΘ'
— Τη 7 Δεκεμβρίου. — Το πλοίον εξακολουθεί βυθιζόμενον, η δε θάλασσα ανήλθε νυν εις το διάδετον [75] του ακατίου θωρακίου. Το δε επίστεγον και το πρωραίον κατάστρωμα είνε όλως υποβρύχια του δε προβόλου το άκρον της κεραίας εξηφανίσθη. Ουδέν δε πλέον σώζεται ή αι τρεις στήλαι των ιστών, εξέχουσαι του Ωκεανού.
Αλλ' η σχεδία είνε ετοίμη και φέρει φορτίον παν ό τι ηδυνήθημεν να διασώσωμεν. Μία υποπτερνίς [76] παρασκευασθείσα κατά την πρώραν της σχεδίας, είνε προωρισμένη να δεχθή ιστόν, όν θα υποστηρίξωσιν επίτονοι στερεούμενοι επί των πλευρών του κρηπιδώματος. Το ιστίον του μεγάλου σιπάρου θα αναδεθή και θα μας ωθήση ίσως προς την ακτήν.
Τις οίδεν εάν το εύθραυστον τούτο εκ σανίδων συγκρότημα, ήττον ευβύθιστον, κατορθώση ό τι ο Σάνσελλορ δεν ηδυνήθη; Η ελπίς είνε ούτως ερριζωμένη εν τη καρδία του ανθρώπου, ώστε εισέτι ελπίζω!
Είνε εβδόμη ώρα προ μεσημβρίας. Εν ώ δε μέλλομεν να επιβιβασθώμεν, αίφνης το πλοίον βυθίζεται ούτω ταχέως, ώστε ο ξυλουργός και οι άνδρες οι απησχολημένοι επί της σχεδίας αναγκάζονται να κόψωσι το πείσμα των ίνα μη παρασυρθώσιν εις την δίνην του ύδατος.
Αισθανόμεθα τότε αγωνίαν οξυτάτην, διότι ακριβώς την στιγμήν καθ' ήν το πλοίον κατέρχεται εις την άβυσσον, η μόνη ημών σανίς της σωτηρίας απομακρύνεται εκπίπτουσα!
Δύο ναύται και είς μαθητευόμενος έξω φρενών ρίπτονται εις την θάλασσαν, αλλά μάτην προσπαθούσι να παλαίσωσι προς τον σάλον.
Μετ' ου πολύ είνε προφανές ότι ούτε εις την σχεδίαν να προφθάσωσι θα δυνηθώσιν, ούτε να επανέλθωσιν εις το πλοίον, έχοντες εναντίον αυτών τα τε κύματα και τον άνεμον. Ο Ροβέρτος Κόρτις δέσας περί την οσφύν σχοινίον σπεύδει εις βοήθειάν των. Αλλ' ανωφελής προθυμία! Διότι πριν δυνηθή να πλησιάση προς αυτούς, οι τρεις ατυχείς ούτοι, ούς βλέπω αγωνιζομένους, εξαφανίζονται, αφ' ού μάτην έτειναν τας χείρας προς ημάς.

Αποσύρομεν τον Ροβέρτον Κόρτις όλον μεμωλωπισμένον υπό του είδους εκείνου της ανακοπής των κυμάτων ήτις πλήττει την κορυφήν των ιστών.
Εν τούτοις ο Δαούλας και οι ναύται, μεταχειριζόμενοι δύο μακρά ξύλα ως κώπας, προσπαθούσι να επανέλθωσιν εις το πλοίον, αλλά μόνον μετά μιας ώρας προσπαθείας, — ώρας ήτις εφάνη ημίν αιών όλος, ώρας καθ' ήν η θάλασσα ανήλθε μέχρι της επιφανείας των θωρακίων, — η σχεδία, ήτις είχεν απομακρυνθή δύο μόνον στάδια, ό έστι τετρακόσια μέτρα, ηδυνήθη να έλθη παρά την πλευράν του Σάνσελλορ. Ο αρχιναύτης ρίπτει πείσμα προς τον Δαούλαν και η σχεδία προσδένεται εκ νέου εις το τραχήλωμα του μεγάλου ιστού.
Ουδεμία πλέον στιγμή χρονοτριβής υπολείπεται, διότι σφοδρά δίνη ανοίγεται περί τον εμβεβαπτισμένον σκελετόν του πλοίου, και υπερμεγέθεις φυσαλίδες αέρος ανέρχονται απειροπληθείς εις την επιφάνειαν του ύδατος.
«Επιβαίνετε! επιβαίνετε!» αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις.
Εφορμώμεν μετά σπουδής εις την σχεδίαν. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ, αφ' ού επεστάτησεν εις την εγκατάστασιν της μις Χέρμπυ, έρχεται αισίως εις το κρηπίδωμα, μετ' ου πολύ δε και ο πατήρ είνε πλησίον του. Μετά μίαν στιγμήν οι πάντες έχομεν επιβιβασθή, — οι πάντες πλην του πλοιάρχου Κόρτις και του γηραιού ναύτου Ο Ρέδυ.
Ο Ροβέρτος Κόρτις όρθιος επί του μεγάλου θωρακίου δεν θέλει να καταλίπη το πλοίον του, αλλά τότε μόνον, όταν το πλοίον του εξαφανισθή εν τη αβύσσω· τούτο δε είνε καθήκον άμα και δικαίωμά του. Τον Σάνσελλορ τούτον όν αγαπά, όν κυβερνά έτι, πας τις αισθάνεται οποία τις συγκίνησις συντρίβει την καρδίαν του καθ' ήν στιγμήν μέλλει να τον εγκαταλίπη!
Ο Ιρλανδός έμεινεν επί του ακατίου θωρακίου.
«Εμπρός, γέρον, κράζει προς αυτόν ο πλοίαρχος.
— Βουλιάζει το πλοίον; ερωτά ο επίμονος γέρων μετά της μεγίστης απαθείας.
— Ναι. . .
— Εμπρός τότε.» αποκρίνεται ο Ο Ρέδυ, ότε το ύδωρ ανέβη ήδη μέχρι της ζώνης του.
Και σείων την κεφαλήν πηδά εις την σχεδίαν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις διαμένει επί μίαν έτι στιγμήν επί του θωρακίου, περιφέρει το βλέμμα πέριξ αυτού, έπειτα έσχατος αυτός εγκαταλείπει το πλοίον του.
Είνε καιρός. Το πείσμα κόπτεται και η σχεδία απομακρύνεται βραδέως.
Πάντες αποβλέπομεν προς το μέρος τούτο όπου το πλοίον καταποντίζεται. Το άκρον του ακατίου ιστού εξαφανίζεται κατ' αρχάς, έπειτα το άκρον του μεγάλου ιστού, μετ' ου πολύ δε ουδέν υπολείπεται πλέον του κομψού εκείνου πλοίου όπερ υπήρξεν ο Σάνσελλορ.
Λ'
— Συνέχεια της 7 Δεκεμβρίου. — Νέα πλωτή συσκευή φέρει ημάς, ήτις δεν δύναται μεν να καταποντισθή, διότι τα ξύλα ταποτελούντα αυτήν θα επιπλέωσιν ό τι δήποτε και αν συμβή, αλλά η θάλασσα δεν θα την διαλύση; Δεν θα θραύση τους δεσμούς τους συνδέοντας αυτήν; Δεν θα αφανίση τέλος τους ναυαγούς τους επί της επιφανείας αυτής σεσωρευμένους;
Εκ των εικοσιοκτώ ψυχών άς είχεν ο Σάνσελλορ αποπλέων εκ του Κάρλεστον, δέκα είχον ήδη απολεσθή.
Είμεθα λοιπόν δεκαοκτώ έτι, — δεκαοκτώ επί της σχεδίας ταύτης της αποτελούσης τρόπον τινά τετράπλευρον ακανόνιστον, τεσσαράκοντα περίπου ποδών μήκους και είκοσι πλάτους.
Τα δε ονόματα των επιζώντων εκ του Σάνσελλορ είνε τάδε: οι κκ. Λετουρνέρ, ο μηχανικός Φάλστεν, η μις Χέρμπυ και εγώ, επιβάται. — Ο πλοίαρχος Ουάλτερ, ο αρχιναύτης, ο τροφοδότης Χόμμπαρτ, ο μάγειρος Γύγξτροπ ο μαύρος, ο ξυλουργός Δαούλας, — οι επτά ναύται Ώστιν, Όουεν, Ουίλσων, Ο Ρέδυ, Βάρκε, Σάνδων και Φλαίπολ.
Ο Ύψιστος εδοκίμασεν ημάς αρκούντως από εβδομήκοντα δύο ημερών, αφ' ής κατελίπομεν την Αμερικανικήν ακτήν, και η χειρ αυτού αρκούντως εβάρυνεν εφ' ημών; Και ουδ' ο μάλιστα εύελπις ήθελε τολμήση να ελπίση.
Αλλ' ας αφήσωμεν το μέλλον και περί του παρόντος ας σκεπτώμεθα, και εξακολουθήσωμεν καταγράφοντες τας συμφοράς του δράματος τούτου καθ' όσον εμφανίζονται.
Γνωστοί οι επιβάται της σχεδίας, τα δε προς συντήρησιν αυτών έχουσιν ως εξής.
Ο Ροβέρτος Κόρτις είχε δυνηθή να επιβιβάση μόνον ό τι υπελείπετο εκ των προμηθειών άς είχον αναβιβάση εκ του διανομείου, ών το πλείστον μέρος ηφανίσθη κατά την στιγμήν της εμβαπτίσεως του καταστρώματος του Σάνσελλορ. Είνε δε ολίγον άφθονοι αι προμήθειαι αύται, εάν ληφθή υπ' όψει ότι είμεθα δεκαοκτώ στόματα, και πολλαί ημέραι δυνατόν να παρέλθωσιν έτι πριν φανή πλοίον τι ή γη. Έν βυτίον διπυρίτου, έτερον κρέατος παστού, μικρός κόρος [77] βρανδεβίνου [78] , δύο βυτία ύδατος, ταύτα είνε τα περισωθέντα και ουδέν πλέον. Λοιπόν έργον φρονήσεως είνε να ορισθώσιν αι μερίδες ευθύς από της πρώτης ημέρας.
Εκ των ενδυμάτων της αποθήκης ουδέν απολύτως έχομεν· ιστία δέ τινα θα χρησιμεύσωσιν ως καλύμματα άμα και ως στέγη. Τα εργαλεία, ανήκοντα εις τον Δαούλαν, ο εκτάς και η πυξίς, είς χάρτης, τα εγκόλπια μαχαίρια ημών, λέβης μετάλλινος, κύπελλον εκ λευκοσιδήρου, ούτινος ουδέποτε αποχωρίζεται ο γέρων Ιρλανδός Ο Ρέδυ, τοιαύτα είνε τα υπολειπόμενα ημίν όργανα και σκεύη. Πάντα δε τα κιβώτια, τα επί του καταστρώματος αποκείμενα και προωρισμένα εις την πρώτην σχεδίαν, κατεποντίσθησαν κατά την επί μέρους εμβάπτισιν του πλοίου, απ' εκείνης δε της στιγμής δεν ήτο πλέον δυνατόν να εισδύση τις εις το κύτος.
Αύτη λοιπόν η ημετέρα κατάστασις, σοβαρά μεν, αλλ' ουχί και απελπιστική. Δυστυχώς φόβος είνε μη πλείονες ημών απολέσωμεν το τε ηθικόν σθένος και το φυσικόν. Άλλως τε υπάρχουσι μεταξύ ημών τινες, ών τα φαύλα ενστίγματα θα αποβώσι δυσκράτητα!
ΛΑ'
— Συνέχεια της 7 Δεκεμβρίου. — Την πρώτην ημέραν ουδέν αξιοσημείωτον.
Σήμερον δε την ογδόην προ μεσημβρίας ο πλοίαρχος Κόρτις συγκαλέσας πάντας επιβάτας τε και ναυτικούς:
«Φίλοι μου, είπε, κατανοήσατε το εξής. Είμαι κυβερνήτης της σχεδίας ως ήμην και του Σάνσελλορ. Λέγω λοιπόν ότι θα με υπακούωσι πάντες ανεξαιρέτως. Περί της κοινής σωτηρίας ας σκεπτώμεθα, ας είμεθα ηνωμένοι, και έχει ο Θεός.»
Οι λόγοι ούτοι έτυχον καλής αποδοχής.
Ο λεπτός άνεμος ο πνέων κατά την στιγμήν ταύτην και ού την διεύθυνσιν ο πλοίαρχος προσδιορίζει διά της πυξίδος, επετάθη προσεγγίζων προς τον Βορράν, περίπτωσις ευοίωνος. Οφείλομεν δε να σπεύσωμεν να επωφεληθώμεν ίνα καταπλεύσωμεν όσον τάχιστα εις τας Αμερικανικάς ακτάς. Ο ξυλουργός Δαούλας τότε καταγίνεται να στήση τον ιστόν, ού την υποπτερνίδα είχομεν παρασκευάση κατά την πρώραν της σχεδίας, προσέθηκε δε και δύο πτερύγια, είδος προώστου, δι' ών θα συγκρατήται στερεώτερον. Εν ώ δε αυτός εργάζεται, ο αρχιναύτης και οι ναύται αναδένουσι το σιπάριον επί της κεραίας ήν προς τούτο έχομεν φυλάξη.
Την ενάτην και ημίσειαν ο ιστός ίσταται όρθιος. Επίτονοι εντεταμένοι επί των πλευρών της σχεδίας ασφαλίζουσι την στερεότητα αυτού. Το ιστίον επαίρεται, ποδούται και η συσκευή έχουσα τον άνεμον ούριον εκτοπίζεται επαισθητώς υπό την ενέργειαν του ανέμου, όστις επιτείνεται επαισθητώς έτι.
Του έργου τούτου άπαξ περατωθέντος, ο Δαούλας προσπαθεί να εγκαταστήση πηδάλιον, δι' ού να δύναται η σχεδία να έχη ήν θέλει διεύθυνσιν. Διά των συμβουλών δε του Ροβέρτου Κόρτις και του μηχανικού Φάλστεν μετά δίωρον εργασίαν ιδρύεται κατά την πρώραν της σχεδίας ώσπερ τι ουράδιον, παρεμφερές προς τα εν χρήσει παρά τοις Μαλαίοις.
Κατά τον χρόνον δε τούτον ο πλοίαρχος Κόρτις εκτελεί τας αναγκαίας παρατηρήσεις προς εύρεσιν ακριβώς του μήκους του, και της μεσημβρίας ελθούσης, λαμβάνει καλόν ύψος του ηλίου.
Το δε στίγμα όπερ λαμβάνει μεθ' ικανώς μεγάλης ακριβείας έχει ώδε:
$Πλάτος, 15° 7' βόρειον Μήκος, 49° 35' προς δυσμάς του Γρηνουίχου.
Το στίγμα, τούτο, μετενεχθέν επί του χάρτου, δεικνύει ότι απέχομεν εξακόσια πεντήκοντα μίλια της βορειοανατολικής ακτής του Παραμαρίβου, τούτ' έστι του εγγυτάτου τμήματος της Αμερικής ηπείρου, ήτις, ως ήδη ερρήθη, αποτελεί το παράλιον της Ολλανδικής Γουυάνης.
Όθεν, λαμβάνοντες τον μέσον όρον των περιπτώσεων, δεν δυνάμεθα να ελπίζωμεν, και αν διαρκώς βοηθώσιν ημάς οι ετησίοι άνεμοι, ότι θα διανύσωμεν πλείονα των δέκα ή δώδεκα μιλίων την ημέραν, επί συσκευής ούτως ατελούς ως η σχεδία, ήτις δεν δύναται να πλαγιοδρομή προς τον άνεμον. Τούτο λοιπόν θα απαιτήση δίμηνον διάπλουν, επί τη υποθέσει ότι αι περιστάσεις θα είνε αισιώταται, — πλην της περιπτώσεως, της ολίγον πιθανής, ότι ήθελε συναντήση ημάς πλοίον τι. Αλλ' εις τούτο το μέρος του Ατλαντικού Ωκεανού ολιγώτερον φοιτώσι πλοία παρά εις το βορειότερον ή το νοτιώτερον. Ερρίφθημεν δυστυχώς μεταξύ των γραμμών των Αντιλλών και των της Βρασιλίας, ας ακολουθούσιν τα υπερωκεάνεια Αγγλικά ή Γαλλικά, και προτιμότερον να μη αναθέτωμεν τας ελπίδας ημών εις το τυχαίον της συναντήσεως πλοίου. Άλλως τε, εάν αι νηνεμίαι επέλθωσιν, εάν ο άνεμος μεταβληθείς ωθήση ημάς προς Ανατολάς, ουχί πλέον δύο μήνες, αλλά τέσσαρες, αλλά έξ απαιτούνται, αι δε τροφαί ήθελον σωθή προ της λήξεως της τριμηνίας.
Η σύνεσις λοιπόν απαιτεί από τούδε να καταναλίσκωμεν το απολύτως αναγκαίον. Ο πλοίαρχος Κόρτις εζήτησε την γνώμην μας περί τούτου, ημείς δε αυστηρώς ωρίσαμεν το πρόγραμμα. Αι μερίδες υπελογίσθησαν εις πάντας αδιακρίτως ούτως, ώστε ή τε πείνα και η δίψα να κορέννυνται κατά το ήμισυ. Ο χειρισμός της σχεδίας δεν χρήζει μεγάλης δαπάνης φυσικών δυνάμεων, όθεν τροφή μεμετρημένη θα είνε επαρκής. Το δε βρανδεβίνον, ού το βυτίον δεν περιέχει πλείονα των πέντε γαλλονίων, ό έστι είκοσι τρεις περίπου λίτρας Γαλλικάς, ήτοι δεκαοκτώ οκάδας, θα διανεμηθή μετά της εσχάτης φειδούς. Ουδείς θα έχη δικαίωμα να το εγγίση άνευ της αδείας του πλοιάρχου.
Λοιπόν τα της διαίτης εν τω πλοίω εκανονίσθησαν ώδε: Πέντε ουγκίαι κρέατος και πέντε διπυρίτου καθ' εκάστην και κατ' άνθρωπον. Και ναι μεν είνε ολίγον, αλλ' όμως δεν ήτο δυνατόν η μερίς να είνε περισσοτέρα των πέντε λιτρών εξ εκάστης ουσίας, ό έστι εν μια τριμηνία λίτραι εξακόσιαι. Αλλά εν συνόλω δεν έχομεν πλέον των εξακοσίων λιτρών κρέατος και διπυρίτου, επάναγκες λοιπόν να σταθώμεν εν τω αριθμώ τούτω. Του δε ύδατος η ποσότης δύναται να εκτιμηθή εις εκατόν τριάκοντα δύο γαλλόνια, ό έστι περί τας τετρακοσίας εβδομήκοντα οκάδας, συνεφωνήθη δε να περιορισθή η ημερησία κατανάλωσις εις μίαν πίνταν, τούτ' έστι πεντήκοντα έξ εκατόλιτρα, εκατόν εβδομήκοντα πέντε δράμια κατ' άνθρωπον, όπερ θα εξασφαλίση ημίν και τριών μηνών ύδωρ.
Η διανομή των τροφών θα γίνεται κατά πάσαν πρωίαν την δεκάτην ώραν διά του αρχιναύτου. Έκαστος θα λαμβάνη την μερίδα όλης της ημέρας, και διπυρίτην και κρέας, και θα την καταναλίσκη οπόταν και όπως θέλη, το δε ύδωρ, ελλείψει επαρκών σκευών προς διαφύλαξιν αυτού, διότι δεν έχομεν άλλα σκεύη ή την χύτραν και το κύπελλον του Ιρλανδού, το ύδωρ θα διανέμεται δις της ημέρας, την δεκάτην προ μεσημβρίας και την έκτην μετά μεσημβρίαν, έκαστος δε οφείλει να το πίνη αμέσως.
Παρατηρητέον δε ότι έχομεν πάντοτε δύο άλλας πιθανότητας, αίτινες δύνανται να επαυξήσωσι τας προμηθείας ημών, την βροχήν προς πόσιν και την αλιείαν προς βρώσιν. Όθεν δύο βυτία κενά διετέθησαν, ίνα περιλάβωσι το βρόχινον ύδωρ. Ως προς δε τα αλιευτικά όργανα, οι ναύται ασχολούνται παρασκευάζοντες αυτά, ίνα ρίψωσιν ορμιάς [79] τινας συρομένας.
Τοιαύτα τα ληφθέντα μέτρα. Επεδοκιμάσθησαν και θα τηρώνται αυστηρώς. Μόνον εάν τηρώμεν κανόνα αυστηρόν, δυνάμεθα να ελπίσωμεν ότι θα δυνηθώμεν να αποφύγωμεν τας φρικαλεότητας της πείνης. Πλείστα όσα παραδείγματα εδίδαξαν ημάς να είμεθα προμηθείς, περιήλθομεν δε εις τας εσχάτας των στερήσεων διά τον απλούστατον λόγον ότι η τύχη δεν παύεται πλήττουσα ημάς!
ΛΒ'
— Από της 8 μέχρι της 17 Δεκεμβρίου. — Επελθούσης της νυκτός εχώθημεν υπό τα ιστία. Καταπεπονημένος εκ των μακρών ωρών άς είχον διέλθη επί της εξαρτίας, ηδυνήθην να κοιμηθώ επί τινας ώρας. Η σχεδία σχετικώς ολιγώτερον πεφορτισμένη, υψούται μεθ' ικανής ευχερείας. Επειδή δε η θάλασσα δεν εκχύνεται, δεν μας προσβάλλουσι τα κύματα. Δυστυχώς, εάν ο σάλος κοπάση, θα συμβή τούτο, διότι ο άνεμος πραΰνεται και περί την πρωίαν αναγκάζομαι να σημειώσω εν τω ημερολογίω μου: γαλήνη.
Ότε δε ανεφάνη η ημέρα, ουδέν νέον είχον να βεβαιώσω, και οι κκ. Λετουρνέρ εκοιμήθησαν μέρος τι της νυκτός και άπαξ έτι συνεθλίψαμεν τας χείρας αλλήλων, και η μις Χέρμπυ ηδυνήθη να αναπαυθή, οι δε χαρακτήρες αυτής, ήττον κεκμηκότες, ανέλαβον την συνήθη αυτών ηρεμίαν.
Είμεθα υπό τον ενδέκατον παράλληλον. Ο καύσων την ημέραν είνε εις άκρον σφοδρός και ο ήλιος λάμπει ζωηρός, και εν τη ατμοσφαίρα είνε αναμεμιγμένος ατμός τρόπον τινά διάπυρος. Επειδή δε ο άνεμος πνέει εκ διαλειμμάτων, το ιστίον κρέμαται επί του ιστού κατά τας ώρας της νηνεμίας αίτινες παρατείνονται λίαν. Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης έκ τινων τεκμηρίων, άτινα μόνοι οι ναυτικοί δύνανται να διακρίνωσι, νομίζουσιν ότι ρεύμα δύο ή τριών μιλίων καθ' ώραν παρασύρει ημάς προς δυσμάς. Τούτο βεβαίως θα ήτο περίστασις ευνοϊκή, δυναμένη να βραχύνη σημαντικά τον διάπλουν ημών. Είθε ο πλοίαρχος και αρχιναύτης να μη απατώνται, διότι ευθύς από των πρώτων τούτων ημερών και εν τη υψηλή ταύτη θερμοκρασία, η μερίς του ύδατος μόλις εξαρκεί να πραΰνη την δίψαν!
Και όμως αφ' ότου, εγκαταλιπόντες τον Σάνσελλορ ή μάλλον ειπείν τα θωράκια του πλοίου, επεβιβάσθημεν επί της σχεδίας ταύτης, η κατάστασις ημών εβελτιώθη. Ο Σάνσελλορ ηδύνατο κατά πάσαν στιγμήν να καταποντισθή, και τουλάχιστον το κρηπίδωμα τούτο όπερ νυν κατέχομεν, είνε σχετικώς στερεόν. Μάλιστα το επαναλαμβάνω, η κατάστασις επαισθητώς εμετριάσθη και συγκριτικώς έκαστος διατελεί εν κρείσσονι καταστάσει. Είμεθα σχεδόν εν ανέσει, δυνάμεθα να κινώμεθα και να μετατοπιζώμεθα. Και την μεν ημέραν συνερχόμεθα, συνδιαλεγόμεθα, συζητούμεν, παρατηρούμεν την θάλασσαν, την δε νύκτα κοιμώμεθα στεγαζόμενοι υπό των ιστίων. Η δε παρατήρησις του ορίζοντος, η επιτήρησις των ορμιών άς ερρίψαμεν εις την θάλασσαν, τα πάντα διαφέρουσιν ημίν.
«Κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο Ανδρέας Λετουρνέρ ημέρας τινάς μετά την εγκατάστασιν ημών επί της νέας ταύτης συσκευής, μοι φαίνεται ότι ανευρίσκομεν εδώ τας γαληνιαίας εκείνας ημέρας, αι οποίαι παρετηρήθησαν κατά την διαμονήν μας επί του Βραχοχοιρομηρίου.
— Τω όντι, αγαπητέ μου Ανδρέα, απεκρίθην.
— Αλλ' όμως προσθέτω ότι η σχεδία έχει πλεονέκτημα σημαντικώτατον, το οποίον δεν είχε το νησύδριον, δήλα δή αυτή βαδίζει.
— Εφ' όσον ο άνεμος είνε ούριος, Ανδρέα μου, η σχεδία βεβαιότατα πλεονεκτεί, αλλ' εάν ο άνεμος μεταβληθή;. . .
— Καλά, κύριε Κάζαλλον! αποκρίνεται ο νέος. Ας προσπαθώμεν να μη καταβαλλώμεθα, και ας έχωμεν πεποίθησιν!»
Λοιπόν, την πεποίθησιν ταύτην πάντες την έχομεν! Μάλιστα! Φαίνεται ότι απηλλάγημεν φοβερών δοκιμασιών εις άς δεν θα εμπέσωμεν πλέον! Αι περιστάσεις εγένοντο ευνοϊκώτεραι. Ουδείς μεταξύ ημών υπάρχει όστις να μη αισθάνεται εαυτόν σχεδόν αναθαρρήσαντα!
Δεν ειξεύρω τι συμβαίνει εν τη ψυχή του Ροβέρτου Κόρτις, και δεν δύναμαι να είπω εάν συμμερίζεται τας παρούσας ημών ιδέας. Ως επί το πλείστον ίσταται μακράν ημών μόνος. Η ευθύνη αυτού μεγάλη! Είνε ο αρχηγός και έχει να σώση ου μόνον την ζωήν του, αλλά και τας ημετέρας! Γινώσκω ότι ούτω πως νοεί το καθήκον του. Όθεν συχνάκις έχουσιν αυτόν όλον αι σκέψεις του, έκαστος δε ημών αποφεύγει να τον ταράξη.
Κατά τας μακράς ταύτας ώρας οι πλείστοι των ναυτών κοιμώνται εν τη πρώρα της σχεδίας. Κατά παραγγελίαν του πλοιάρχου την πρύμναν θα κατέχωσι μόνον οι επιβάται, και ιδρύθη επί κιόνων σκηνή παρέχουσα ημίν ολίγην τινά σκιάν. Εν κεφαλαίω διατελούμεν εν ευαρέστω υγιεινή καταστάσει. Μόνος δε ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ δεν κατορθώνει να επανεύρη τας δυνάμεις του. Αι περιθάλψεις, άς δαψιλώς παρέχομεν αυτώ, εις ουδέν ωφελούσι και οσημέραι ελαττούνται αι δυνάμεις του.
Ουδέποτε εξετίμησα κάλλιον τον Ανδρέαν Λετουρνέρ ή κατά τας παρούσας περιστάσεις. Ο αξιέραστος ούτος νέος είνε η ψυχή της μικράς ημών κοινωνίας, έχει πνεύμα πρωτότυπον και αι νέαι αυτού επόψεις και αι απρόοπτοι θεωρίαι αφθονούσιν εν τω ιδίω αυτού τρόπω καθ' όν εξετάζει τα πράγματα. Η συνδιάλεξίς του διασκεδάζει ημάς, συχνάκις δε και διδάσκει. Εν ώ δε ο Ανδρέας λαλεί, η ασθενική πως όψις του εμψυχούται, ο δε πατήρ φαίνεται πίνων τους λόγους του. Ενίοτε δε λαμβάνων την χείρα αυτού ατενίζει προς αυτόν επί ώρας ολοκλήρους.
Η μις Χέρμπυ μετέχει ενίοτε των συνδιαλέξεων ημών μετά πολλής όμως επιφυλάξεως. Έκαστος ημών προσπαθεί διά των περιποιήσεων να την κάμη να λησμονήση, ότι απώλεσεν εκείνους, οίτινες θα έμελλον να είνε οι φυσικοί αυτής προστάται. Η νεάνις αύτη εύρεν εν τω κ. Λετουρνέρ φίλον ασφαλή, ως πατέρα, και λαλεί προς αυτόν μετά οικειότητος, ήν η ηλικία του συγχωρεί. Τη επιμόνω αυτού προτροπή διηγήθη τον βίον της, — βίον μεστόν θάρρους και αυταπαρνησίας, οποίου έλαχον οι άποροι ορφανοί. Διέμενεν από διετίας εν τη οικία του μίστερ Κηρ, και νυν απομένει άνευ τινος πόρου εν τω παρόντι, άνευ τύχης εις το μέλλον, αλλά πλήρης πεποιθήσεως, διότι είνε παρεσκευασμένη εις πάσαν δοκιμασίαν. Η μις Χέρμπυ διά του χαρακτήρος της, της ηθικής δραστηριότητος, επιβάλλει σέβας, και ουδέν σχήμα, ουδείς λόγος, δυνάμενος να εκφύγη του στόματός τινος των εν τω πλοίω χυδαίων ανδρών, επείραξεν αυτήν μέχρι τούδε.
Η 12, 13 και 14 του μηνός ουδεμίαν επήνεγκον μεταβολήν της καταστάσεως ημών. Εξηκολούθει πνέων άνεμος Απηλιώτης (Α). Ουδέν συμβάν αναφερόμενον εις τον διάπλουν. Χειρισμούς δεν έχομεν να εκτελέσωμεν εν τη σχεδία. Ο οίαξ ή μάλλον το ουράδιον ουδέ χρήζει καν μετακινήσεως. Η συσκευή ουριοδρομεί, και δεν είνε αρκούντως ασταθής, ώστε να στρέφεται προς την ετέραν των πλευρών ή προς την ετέραν. Ναύται τινες της τετραωρίας, διαμένοντες διαρκώς εν τη πρώρα, είνε εντεταλμένοι να επιβλέπωσι την θάλασσαν μετά πάσης της δυνατής προσοχής.
Επτά ημέραι παρήλθον αφ' ότου κατελίπομεν τον Σάνσελλορ. Παρατηρώ δε ότι συνηθίζομεν εις τον επιβληθέντα ημίν κανονισμόν, — τουλάχιστον ως προς τα της τροφής αλλ' είνε όμως αληθές ότι αι δυνάμεις ημών δεν υπεβάλλοντο εις φυσικόν τινα κόπον. Η μεγίστη των στερήσεων ημών είνε η σχετική στέρησις του ύδατος, διότι κατά τους σφοδρούς τούτους καύσωνας η χορηγουμένη ημίν ποσότης είνε προφανώς ανεπαρκής.
Την 15 του μηνός αγέλη ιχθύων εκ του είδους των σπάρων προσήλθε παμπληθής περί την σχεδίαν. Ει και τα αλιευτικά ημών όργανα αποτελούνται μόνον εκ μακρών σχοινίων εχόντων κατά το άκρον καρφίον κεκυρτωμένον μετά τεμαχίου παστού κρέατος ως δέλεαρ, συλλαμβάνομεν μέγαν τινά αριθμόν σπάρων, τοσούτον είνε αδηφάγοι. Ως θαυμαστή αληθώς η αλιεία αύτη! πανήγυρις νομίζει τις ότι τελείται εν τη σχεδία. Των ιχθύων δε τούτων οι μεν εγένοντο οπτοί, οι δε βραστοί εν θαλασσίω ύδατι επί πυράς εκ ξύλων αναφθείσης εν τη πρώρα. Οποία ευωχία! Οποία δε οικονομία των προμηθειών μας! Ούτω δε άφθονοι είνε οι σπάροι ούτοι, ώστε επί δύο ημέρας συλλαμβάνομεν πλέον των διακοσίων λιτρών, ό έστι πλέον των εκατόν πεντήκοντα οκάδων. Μία βροχή να έλθη τώρα πλέον, και τα πάντα θα έχωσι κάλλιστα.
Δυστυχώς η αγέλη αύτη των ιχθύων δεν διέμεινε πολύ εν τοις ύδασιν ημών· Την 17 καρχαρίαι τινές μεγάλοι — του τεραστίου εκείνου είδους των στικτών εχόντων μήκος τεσσάρων ή μέχρι πέντε μέτρων, ανεφάνησαν επί της επιφανείας της θαλάσσης. Τα πτερύγια και τα επάνω του σώματος είνε μαύρα μετά στιγμάτων και λοξών ταινιών λευκών. Τα φοβερά ταύτα σκυλόψαρα εμφανιζόμενα, αείποτε είνε επίφοβα ένεκα του ολίγου ύψους αυτών, πολλάκις δε η ουρά των πλήττει τους σφηκίσκους [80] μετά φρικαλέας βίας. Εν τούτοις οι ναύται κατώρθωσαν να τους απομακρύνωσι πλήττοντες διά μοχλών. Θα εκπλαγώ πολύ αν μη ακολουθώσιν ημάς επιμόνως ως βοράν επιφυλασσομένην αυτοίς. Δεν αγαπώ τα τέρατα ταύτα τα προκαλούντα προαισθήσεις.
ΛΓ'
— Από της 18 μέχρι 20 Δεκεμβρίου. — Σήμερον η κατάστασις της ατμοσφαίρας μετεβλήθη και ο άνεμος επετάθη· αλλά μη παραπονώμεθα, διότι είνε εύνους. Προνοούντες όμως σπεύδομεν να στερεώσωμεν τον ιστόν, ίνα μη δύναται η τάσις του ιστίου να τον διαρρήξη. Τούτου δε γενομένου η βαρεία μηχανή εκτοπίζεται μετά ταχύτητος ολίγον τι μείζονος, και καταλείπει όπισθέν της ώσπερ ολκόν [81] τινα μακρόν.
Μετά μεσημβρίαν νέφη τινά εκάλυψαν τον ουρανόν, ο δε καύσων κατέστη ολίγον τι μετριώτερος. Ο σάλος εταλάντωσε σφοδρότερον την σχεδίαν και δύο ή τρία κύματα εισήλθον εις αυτήν. Ευτυχώς ο ξυλουργός κατώρθωσε διά τινων επηγκενίδων να στήση δρύφακτα [82] υψηλά δύο ποδών, άτινα μάλλον υπερασπίζουσιν ημάς κατά της θαλάσσης.
Στερεούμεν ωσαύτως διά διπλών σχοινίων τα βυτία τα περιέχοντα τας προμηθείας και το ύδωρ. Εάν τα εσάρωνε κύμα θαλάσσης ήθελε καταστήση ημάς εις την φρικωδεστάτην των αμηχανιών. Το ενδεχόμενον τούτο αναλογιζόμενος τις δεν δύναται να μη φρικιάση.
Την 18 οι ναύται συνέλεξαν τινα των θαλασίων εκείνων φυτών άτινα λέγονται κοινώς σαργάσα σχεδόν όμοια προς εκείνα ά εύρωμεν εν ταις νήσοις Βερμούνδαις και τω Βραχοχοιρομηρίω. Είνε δε ταύτα ζαχαροφόρα ενέχοντα στοιχείον ζαχαρώδες. Προτρέπω τους συμπλωτήρας μου να μασήσωσι τους βλαστούς, ποιούσι τούτο και η μάσησις δροσίζει επαισθητώς τον λάρυγγα και τα χείλη.
Την ημέραν ταύτην ουδέν νέον. Παρατηρώ μόνον ότι τινές των ναυτών, μάλιστα δε ο Όουεν, ο Βάρκε, ο Φλαιπόλ ο Ουίλσων και ο μαύρος Γύγξτροπ συσκέπτονται δις την ώραν, αλλά με λανθάνει περί τίνος συσκέπτονται. Ωσαύτως παρατηρώ ότι σιωπώσιν οσάκις έρχεται πλησίον αυτών αξιωματικός τις ή τις των επιβατών. Αυτό τούτο παρετήρησε προ εμού και ο Ροβέρτος Κόρτις και δεν τω αρέσκουσιν αι μυστικαί αύται συνδιαλέξεις· έχει δε απόφασιν να επιβλέπη μετά προσοχής τους άνδρας τούτους· διότι ο μαύρος Γύγξτροπ και ο ναύτης Όουεν είνε προφανώς δύο αχρείοι, ούς οφείλομεν να φυλαττώμεθα, διότι δύνανται να παρασύρωσι τους συντρόφους των.
Την 19 ο καύσων υπήρξεν υπερβολικός, εν δε τω ουρανώ ουδέν νέφος. Ο άνεμος δεν δύναται να πληρώση το ιστίον και η σχεδία μένει στάσιμος. Ναύται τινες ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, το δε λουτρόν ενεποίησεν αυτοίς αληθή ανακούφισιν, ελάττωσαν την δίψαν των έν τινι αναλογία. Αλλά μέγας ο κίνδυνος να ρίπτεται τις παραβόλως [83] εις τα κύματα ταύτα, άτινα λυμαίνονται καρχαρίαι, ουδείς δε ημών εμιμήθη τους ακηδείς [84] τούτους ανθρώπους. Αλλά τις οίδεν όμως εάν βραδύτερον θα διστάσωμεν έτι να τους μιμηθώμεν; Βλέπων τις ακίνητον την σχεδίαν, τας ευρείας κυμάνσεις του Ωκεανού άνευ ουδεμιάς ρυτίδος, το ιστίον αδρανές επί του ιστού, δεν οφείλει να φοβήται μη παραταθή η κατάστασις αύτη;
Η υγίεια του υποπλοιάρχου Ουάλτερ αδιαλείπτως απασχολεί ημάς τα μέγιστα. Ο νέος ούτος τήκεται υπό πυρετού βραδέως και ατάκτου. Ίσως η κινίνη θα κατέβαλλε τον πυρετόν τούτον, αλλ', επαναλαμβάνω η κατάκλυσις του επιστέγου εγένετο τοσούτον ταχεία, ώστε το κιβώτιον των φαρμάκων εξηφανίσθη εν τοις κύμασι. Έπειτα ο τάλας ούτος είνε φθισικός και από τινος η ανίατος νόσος προώδευσεν εν αυτώ τεραστίως. Τα εξωτερικά συμπτώματα δεν δύνανται να μας απατήσωσι. Ο Ουάλτερ κατελήφθη υπό μικράς και ξηράς βηχός, η αναπνοή του είνε βραχεία, και οι ιδρώτες άφθονοι, μάλιστα δε την πρωίαν. Γίνεται ισχνός, η ρις λεπτύνεται, τα δε μήλα των παρειών, εξέχοντα, είνε ρόδινα και το χρώμα αυτών ποιεί αντίθεσιν προς την καθ' όλου ωχρότητα του προσώπου, αι παρειαί είνε κοίλαι και τα χείλη συνεσταλμένα, οι επιπεφυκότες υμένες των οφθαλμών λάμποντες και υποκυανίζοντες. Αλλά και εν καλλιτέρα εάν ήτο καταστάσει ο τάλας υποπλοίαρχος, η ιατρική θα ήτο ανίσχυρος προ της αδυσωπήτου ταύτης νόσου.
Την 20 η αυτή κατάστασις της θερμοκρασίας, η αυτή ακινησία της σχεδίας. Αι καυστικαί του ήλιου ακτίνες διαπερώσι τα υφάσματα της σκηνής μας και καταβεβλημένοι υπό της θερμότητος ασθμαίνομεν ενίοτε. Μετά πάσης αγωνίας αναμένομεν την στιγμήν καθ' ήν ο αρχιναύτης επιχειρεί την ευτελή διανομήν του ύδατος! Μετά ποίας απληστίας εφορμώμεν κατά των ολίγων τινών σταγόνων υγρού θερμού! Ο ουδέποτε υπό δίψης ταλαιπωρηθείς δεν θα δυνηθή να με νοήση.
Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ κατατρύχεται υπό δίψης και ταλαιπωρείται είπερ τις και άλλος εκ της λειψυδρίας ταύτης. Είδον την μις Χέρμπυ φυλάττουσαν αυτώ όλην αυτής την μερίδα του ύδατος. Συμπαθής και εύσπλαγχνος η νεάνις αύτη πράττει ό τι δύναται, αν μη προς τελείαν κατάπαυσιν, αλλά τουλάχιστον προς ανακούφισιν των αλγηδόνων του ατυχούς ημών εταίρου.
Σήμερον η μις Χέρμπυ μοι λέγει:
«Ο ατυχής αδυνατίζει καθ' ημέραν, κύριε Κάζαλλον.
— Μάλιστα, μις, απεκρίθην, και δεν δυνάμεθα τίποτε υπέρ αυτού, τίποτε!
— Ας προσέχωμεν, είπεν η μις Χέρμπυ, ειμπορεί να μας ακούση».
Έπειτα υπάγει και κάθηται εις το άκρον της σχεδίας, και την κεφαλήν έχουσα εστηριγμένην επί των χειρών της διαμένει σύννους.
Σήμερον συνέβη τι λυπηρόν όπερ οφείλω να καταγράψω.
Επί μίαν σχεδόν ώραν οι ναύται Όουεν, Φλαίπολ, Βάρκε και ο μαύρος Γύγξτροπ συνδιελέγοντο ζωηρότατα. Συνεζήτουν ταπεινή τη φωνή, και τα σχήματά των εδήλουν μέγαν υπερερεθισμόν. Μετά τον διάλογον τούτον ο Όουεν εγείρεται και κατευθύνεται θρασέως προς την πρύμναν, εις το μέρος της σχεδίας το προωρισμένον εις τους επιβάτας.
«Πού πηγαίνεις, Όουεν; ερωτά ο αρχιναύτης.
— Όπου έχω δουλειά.» αποκρίνεται αυθαδώς ο ναύτης.
Την χυδαίαν ταύτην απόκρισιν ακούσας ο αρχιναύτης, εγκαταλείπει την θέσιν του, αλλά προλαβών ο Ροβέρτος Κόρτις είνε αντιμέτωπος τω Όουεν.
Ο ναύτης υπομένει το βλέμμα του πλοιάρχου του και μετά τρόπου ιταμού λέγει:
«Καπετάνιε, έχω να σου 'μιλήσω από μέρος των συντρόφων.
— Λέγε, είπε ψυχρώς ο Ροβέρτος Κόρτις.
— Για το μπράντεβιν θέλω να ειπώ, επαναλαμβάνει ο Όουεν. 'Ξέρεις, εκείνο δα το βαρελάκι. . . Τι το φυλάτε; για της φώκες ή για τους αξιωματικούς;
— Και έπειτα; λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις.
— Ζητούμεν να μας μοιράζουν κάθε πρωί το συνηθισμένο μας ποτηράκι όπως και πρώτα.
— Όχι, αποκρίνεται ο πλοίαρχος.
— Τι είπες;,, αναφωνεί ο Όουεν.
— Είπα; όχι.»
Ο ναύτης παρατηρεί ατενώς τον Ροβέρτον Κόρτις και μειδίαμα κακεντρεχές αναπτύσσει τα χείλη του. Διστάζει επί στιγμήν, ερωτών εαυτόν εάν οφείλη να επιμείνη, αλλά συγκρατείται, και ουδέ λέξιν ειπών, επανέρχεται προς τους εταίρους, οίτινες διαβουλεύονται ταπεινή τη φωνή.
Ο Ροβέρτος Κόρτις καλώς εποίησεν άρα γε αρνηθείς ούτως αυθεντικώς;
Το μέλλον θα μας το διδάξη. Ότε δε είπον προς αυτόν περί του συμβάντος τούτου, μοι λέγει:
«Ποτόν εις τους ανθρώπους τούτους! Προτιμώ να το ρίψωμεν εις την θάλασσαν!»