Front matter (continued 4)
Panagiotes I. Phermpos translation
Την τρίτην φοράν πλησιάζω και ακούω τον πλοίαρχον ψιθυρίζοντα υποκώφως:
«Πτηνά. ., αλλά τότε. . . η γη θα είνε εδώ πλησίον!,,»
Ο Ροβέρτος Κόρτις πιστεύει λοιπόν ακόμη εις την γην. Αλλ' εγώ όμως δεν πιστεύω! Ούτε ήπειροι υπάρχουσιν, ούτε νήσοι. Η δε σφαίρα ουδέν άλλο είνε ή σφαιροειδές τι υγρόν, ως και εν τη δευτέρα περιόδω του σχηματισμού αυτής!
Εν τούτοις αναμένω την άρσιν της ομίχλης μετά τινος αγωνίας, ουχί διότι ελπίζω να διακρίνω γην, αλλά διότι με κατέχει άτοπος σκέψις ελπίδος ανεκτελέστου και σπεύδω να απαλλαχθώ αυτής.
Μόνον περί την ενδεκάτην η ομίχλη άρχεται διαλυομένη. Εν ώ δε αι πυκναί αυτής έλικες κυλίονται επί της επιφανείας των κυμάτων, διαβλέπω διά τινων ανωτέρων οπών το κυανούν του ουρανού. Ακτίνες ζωηραί διέρχονται διά της ομίχλης, και κεντούσιν ημάς ως βέλη μετάλλινα πεπυρακτωμένα. Αλλ' η συμπύκνωσις αύτη των ατμών τελείται εν τοις άνω στρώμασι και δεν δύναμαι έτι να παρατηρήσω τον ορίζοντα.

Επί ημίωρον αι συστροφαί αύται περιβάλλουσιν ημάς και δεν διαλύονται άνευ δυσχερείας, διότι ουδόλως πνέει άνεμος.
Ο Ροβέρτος Κόρτις, εστηριγμένος επί του χείλους του κρηπιδώματος, προσπαθεί να διαπεράση το πυκνόν τούτο εξ ομίχλης παραπέτασμα.
Τέλος ο ήλιος εν όλω αυτού τω καύσωνι καθαρίζει την επιφάνειαν του Ωκεανού, η ομίχλη υποχωρεί, το φως εκτείνεται εις ακτίνα μείζονα και επιφαίνεται ο ορίζων.
Ο ορίζων δε ούτος είνε οποίος και από έξ ήδη εβδομάδων, — γραμμή συνεχής και κυκλική, εφ' ής συγχέονται ουρανός και ύδωρ!
Ο Ροβέρτος Κόρτις αποβλέψας περί εαυτόν δεν λέγει λέξιν. Α! Τον οικτίρω ειλικρινώς, διότι εκ πάντων ημών αυτός μόνος δεν δικαιούται να τελευτήση τον βίον οπόταν θελήση. Εγώ δε θα αποθάνω αύριον, και εάν δεν με πλήξη ο θάνατος, εγώ θα τον προϋπαντήσω. Περί δε των συμπλωτήρων μου αγνοώ εάν είνε ζώντες έτι, αλλά μοι φαίνεται ότι πολλαί ημέραι παρήλθον αφ' ότου δεν τους είδον.
Επανήλθεν η νυξ, αλλά δεν ηδυνήθην να κοιμηθώ επί μίαν καν στιγμήν. Περί ώραν δευτέραν η δίψα τοσούτον με βασανίζει, ώστε δεν δύναμαι να καταστείλω τας κραυγάς μου. Τι! πριν αποθάνω δεν θα απολαύσω της υπερτάτης ηδονής του να κατασβέσω το πυρ το κατακαίον το στήθος μου.
Ναι! θα πίω το ίδιον μου αίμα ελλείψει του αίματος των άλλων. Και γινώσκω μεν ότι τούτο εις ουδέν θα μ' ωφελήση, αλλά τουλάχιστον θα εξαπατήσω το πάθος μου.
Και άμ' έπος άμ' έργον. Κατορθώ να ανοίξω το μαχαιρίδιόν μου, ο βραχίων μου είνε γυμνός, διά πληγής ταχείας κόπτω μίαν φλέβα, το αίμα εξέρχεται στάγδην, και εγώ κατέσβεσα την δίψαν μου εν τη πηγή ταύτη της ζωής μου! το αίμα τούτο επανέρχεται εις εμέ, κατασιγάζει στιγμιαίως τα φρικαλέα δεινά μου και έπειτα στειρεύει, δεν έχει την δύναμιν να ρεύση!
Πόσον η αύριον βραδύνει να έλθη!
Μετά της ημέρας ομίχλη πυκνή συνήχθη πάλιν εν τω ορίζοντι και συνέστειλε τον κύκλον, ού το κέντρον αποτελεί η σχεδία. Είνε δε η ομίχλη αύτη καυστηρά ως οι ατμοί οι εκφεύγοντες εκ λέβητος.
Σήμερον είνε η εσχάτη των ημερών μου.
Πριν αποθάνω ασμένως [102] θα θλίψω χείρα φιλικήν. Ο Ροβέρτος Κόρτις είν' εδώ πλησίον μου. Σύρομαι μέχρι αυτού και λαμβάνω την χείρα του. Εκείνος με νοεί, γινώσκει ότι είνε αποχαιρετισμός, και φαίνεται ότι, κινούμενος υπό τελευταίας σκέψεως ελπίδος, θέλει να με κρατήση! Αλλ' ανωφελώς.
Επεθύμουν να επανίδω τους κκ. Λετουρνέρ, την μις Χέρμπυ. . . αλλά δεν τολμώ, διότι η νεάνις ήθελεν αναγνώση εν τοις οφθαλμοίς μου την απόφασίν μου! θα μοι έλεγε περί Θεού, περί της άλλης ζωής ήν οφείλομεν να προσδοκώμεν! Αλλά να προσδοκώ. . . εγώ δεν έχω πλέον το θάρρος. . . Ο Θεός ας με συγχωρήση!
Επανέρχομαι προς την πρύμναν της σχεδίας, και μετά μακράς προσπαθείας κατορθώνω να σταθώ όρθιος παρά τω ιστώ. Το ύστατον ήδη διατρέχω διά του βλέμματος την ανελεήμονα ταύτην θάλασσαν, τον ορίζοντα τούτον όστις δεν μετατοπίζεται! Και γη αν μοι ενεφανίζετο και ιστίον εάν υψούτο υπεράνω των κυμάτων, εγώ ήθελον νομίση ότι είμαι παίγνιον απάτης. . . Αλλ' η θάλασσα είνε έρημος!
Είνε δεκάτη ώρα προ μεσημβρίας, η στιγμή του τέλους μου! Οι στροφοί της πείνης, οι νυγμοί της δίψης κατασπαράττουσί με μετά νέας σφοδρότητος. Η ορμή της συντηρήσεως εσβέσθη εν εμοί, και μετά τινας στιγμάς θα έχω παύση των δεινών μου. Θεέ των οικτιρμών, παράλαβέ μου το πνεύμα!
Αλλά την στιγμήν εκείνη φωνή τις ακούεται. Αναγνωρίζω την φωνήν του Δαούλα.
Ο ξυλουργός είνε πλησίον του Ροβέρτου Κόρτις.
«Πλοίαρχε, λέγει, θα βάλωμεν κλήρον.»
Ενώ ήμην έτοιμος να ριφθώ εις την θάλασσαν, ίσταμαι. Διατί; Ουδ' εγώ ειξεύρω το διατί, αλλ' όμως επανέρχομαι εις την πρύμναν της σχεδίας.
ΝΓ'
— Τη 26 Ιανουαρίου — Η πρότασις εγένετο, πάντες δε την ήκουσαν και πάντες την ενόησαν. Από τινων δε ημερών είχεν αύτη κατασταθή προκατάληψης, ήν ουδείς ετόλμα να διατυπώση.
Θα ριφθή κλήρος!
Ο δε λαχών θα διαμελισθή και έκαστος θα λάβη την μερίδα του.
Λοιπόν, έστω! Αν εγώ λάχω, δεν θα μεμψιμοιρήσω.
Μοι φαίνεται ότι προυτάθη εξαίρεσις υπέρ της μις Χέρμπυ υπό του Ανδρέου Λετουρνέρ. Αλλά ψίθυρος οργής διατρέχει μεταξύ των ναυτών, διότι είμεθα ένδεκα, λοιπόν έκαστος ημών έχει δέκα πιθανότητας υπέρ εαυτού και μίαν κατά· η δε προτεινομένη εξαίρεσις ήθελε μεταβάλη την αναλογίαν ταύτην. Ώστε και η μις Χέρμπυ θα υποστή την κοινήν τύχην.
Είνε δε τότε ώρα δεκάτη και ημίσεια προ μεσημβρίας. Ο αρχιναύτης, όν η πρότασις του Δαούλα εζωογόνησεν, επιμένει να γίνη η κλήρωσις παραχρήμα. Και έχει δίκαιον. Άλλως τε ουδείς ημών θέλει την ζωήν. Ο λαχών ημέρας τινάς μόνον, ώρας τινάς ίσως θα προηγηθή των εν θανάτω εταίρων του. Πας τις γινώσκει τούτο και δεν φοβείται διότι θ' αποθάνη. Αλλά να μη ταλαιπωρήται υπό της πείνης ταύτης μίαν ή δύο ημέρας, να μη συναισθάνεται πλέον την δίψαν ταύτην, ιδού τι έκαστος θέλει, όπερ και γενήσεται.
Δεν δύναμαι να είπω πώς έκαστον των ονομάτων ημών ευρέθη εν τω πυθμένι τινός πίλου. Ο Φάλστεν ίσως θα τα έγραψεν επί φύλλου αποσπασθέντος εκ του σημειωματαρίου του.
Τα ένδεκα ονόματα είνε εκεί. Συνεφωνήθη δε ασυζητητεί ότι το τελευταίον εξελθόν όνομα θα είνε το θύμα.
Τις θα προβή εις την κλήρωσιν; Ενδοιασμός τις διεγείρεται, «Εγώ!» αποκρίνεταί τις ημών.
Στρέφομαι και αναγνωρίζω τον κ. Λετουρνέρ.
Είν' εκεί, όρθιος, πελιδνός, εκτείνων την χείρα, η λευκή κόμη του καταπίπτει επί των κατεσκληκυιών παρειών του, είνε δε φοβερός ένεκα της ηρεμίας αυτού.
Α! δύστηνε πάτερ! Σε καταλαμβάνω! Γινώσκω διατί συ θέλεις να απαγγείλης τα ονόματα! Η πατρική σου στοργή θα προβή και μέχρι τούτου!
«Όταν θέλετε!» λέγει ο αρχιναύτης προς τον κ. Λετουρνέρ.
Ο κ. Λετουρνέρ εισάγει την χείρα εις τον πίλον. Λαμβάνει ένα κλήρον, τον αναπτύσσει, απαγγέλλει μεγαλοφώνως το εγγεγραμμένον όνομα και το εγχειρίζει εις τον έχοντα το όνομα τούτο.
Το πρώτον λαχόν όνομα είνε το του Βάρκε, όστις εκβάλλει κραυγήν χαράς.
Δεύτερον, το του Φλαίπολ.
Τρίτον, το του αρχιναύτου.
Τέταρτον, το του Φάλστεν.
Πέμπτον, το του Ροβέρτου Κόρτις.
Έκτον, το του Σάνδον.
Το ήμισυ των ονομάτων πλέον ενός, απηγγέλθησαν.
Το εμόν δεν έλαχε. Ζητώ να υπολογήσω τας υπολειπομένας μοι πιθανότητας. Τέσσαρες καλαί, μία κακή.
Αφ' ότου ο Βάρκε ανεκραύγασεν, ουδέ λέξις άλλη ηκούσθη.
Ο δε κ. Λετουρνέρ εξακολουθεί το απαίσιον υπούργημά του.
Έβδομον όνομα έλαχε το της μις Χέρμπυ, αλλ' η νεάνις δεν ανεσκίρτησε.
Όγδοον, το εμόν. Μάλιστα! το εμόν!
Το ένατον όνομα;
«Λετουρνέρ!
— Ποίος; ερωτά ο αρχιναύτης.
— Ανδρέας!» αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
Κραυγή ακούεται και ο Ανδρέας πίπτει αναίσθητος.
«Εμπρός λοιπόν!» αναφωνεί μυκώμενος ο ξυλουργός Δαούλας, ού το όνομα υπολείπεται εν τω πίλω μετά του ονόματος του κ. Λετουρνέρ.
Και ο μεν Δαούλας παρατηρεί τον αντίπαλόν του ως θύμα όπερ θέλει να καταβροχθίση, αλλ' ο κ. Λετουρνέρ είνε σχεδόν μειδιών. Εισάγει την χείρα εις τον πίλον, εξάγει τον προτελευταίον κλήρον, τον αναπτύσσει βραδέως, και μετ' ευσταθείας, ήν ουδέποτε προσεδόκων παρά του ανδρός τούτου, απαγγέλλει άνευ ουδεμιάς αλλοιώσεως της φωνής του. το όνομα:
«Δαούλας!»
Ο ξυλουργός εσώθη. Ωρυγή εκφεύγει εκ του στήθους του.
Έπειτα ο κ. Λετουρνέρ λαμβάνει τον τελευταίον κλήρον, όν ουδόλως ανοίξας σχίζει.
Τεμάχιον του σχισθέντος χαρτίου έπεσεν είς τινα γωνίαν της σχεδίας, αλλ' ουδείς προσέχει εις αυτό. Έρπω προς τα εκεί, λαμβάνω το χαρτίον και έν τινι γωνία αυτού αναγινώσκω; Ανδρ. . .
Αλλ' ο κ. Λετουρνέρ εφορμά επ' εμού, μ' αρπάζει βιαίως από των χειρών το τεμάχιον τούτο του χάρτου, το συμπιέζει εντός των δακτύλων του, έπειτα, ατενίζων με μετά σοβαρότητος, το ρίπτει εις την θάλασσαν.
ΝΔ'
— Συνέχεια της 26 Ιανουαρίου. — Καλώς ενόησα. Ο πατήρ ελάτρευε τον υιόν, και ουδέν άλλο έχων πλέον να τω δώση πλην της ιδίας ζωής, τω την δίδει.
Εν τούτοις πάντες ούτοι οι πειναλέοι δεν θέλουσι να περιμένωσι πλέον. Οι στροφοί των σπλάγχνων των διπλασιάζονται επί τη θέα του θύματος όπερ έλαχεν αυτοίς. Δεν θεωρούσι πλέον τον κ. Λετουρνέρ ως άνθρωπον. Και ουδέν μεν είπον ακόμη, αλλ' όμως τα χείλη των προβάλλονται, οι δε αποκαλυπτόμενοι οδόντες των, έτοιμοι εις την βιαίαν αρπαγήν, θα κατασπαράξωσιν ως οδόντες σαρκοβόρων, μετά της κτηνώδους αδηφαγίας των θηρίων. Θέλουσι λοιπόν να επιπέσωσιν επί του θύματός των και να το καταβροχθίσωσι ζων;
Τις θα πιστεύση ότι την στιγμήν ταύτην έκκλησις εγένετο εις το υπόλοιπον του ανθρωπισμού, όν έτι δύνανται να έχωσιν εν εαυτοίς, και τις θα πιστεύση μάλιστα ότι η έκκλησις αύτη εισηκούσθη; Ναι! Είς λόγος ανέστειλεν αυτούς καθ' ήν στιγμήν έμελλον να επιπέσωσι κατά του κ. Λετουρνέρ. Ο αρχιναύτης, έτοιμος να αναλάβη το έργον του κρεοπώλου, ο Δαούλας κρατών τον πέλεκυν, έμειναν ακίνητοι.
Η μις Χέρμπυ προβαίνει ή μάλλον σύρεται προς αυτούς.
«Φίλοι μου, λέγει, θέλετε να περιμείνετε μίαν ακόμη ημέραν; Μόνον μίαν! Εάν αύριον δεν φανή γη, εάν δεν μας συναντήση πλοίον, ο τάλας σύντροφός μας θα γίνη βορά σας;,,»

Ως ήκουσα τας λέξεις ταύτας, ανεσκίρτησεν η καρδία μου. Μοι φαίνεται ότι η νεάνις αύτη ελάλησεν ως προφήτις, και ότι θεία έμπνευσις είνε η εμψυχούσα το ευγενές τούτο πλάσμα! Ελπίς άπειρος επανέρχεται εις την καρδίαν μου. Την παραλίαν, το πλοίον, η μις Χέρμπυ ίσως τα διείδεν εν τινι των υπερφυσικών εκείνων οπτασιών, άς ο Θεός προβάλλει ενώπιόν τινων βλεμμάτων! Ναι! Οφείλομεν να αναμείνωμεν μίαν έτι ημέραν. Και τι είνε μία ημέρα μεθ' όσα δεινά υπεμείναμεν;
Ο Ροβέρτος Κόρτις διανοείται όπως εγώ. Συνενούμεν τας παρακλήσεις ημών προς τας της μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν λαλεί εν τη αυτή εννοία, ικετεύομεν τους συμπλωτήρας, τον αρχιναύτην, τον Δαούλαν, τους άλλους. . .
Οι ναύται ίστανται και ουδέ ψίθυρος ακούεται.
Ο αρχιναύτης ρίπτει τότε τον πέλεκύν του, έπειτα διά φωνής υποκώφου λέγει:
«Αύριον τα 'ξημερώματα!»
Η λέξις αύτη λέγει τα πάντα. Εάν αύριον μήτε γη φανή μήτε πλοίον, η φρικαλέα θυσία θα τελεσθή.
Έκαστος νυν επανέρχεται εις την θέσιν του και δι' υπολοίπου τινός προσπαθείας συνέχει τας αλγηδόνας του. Οι δε ναύται κρύπτονται υπό τα ιστία, ουδέ θέλοντες να ίδωσι καν την θάλασσαν. Ολίγον τοις μέλει, αφ' ού θα φάγωσιν αύριον!
Εν τούτοις ο Ανδρέας Λετουρνέρ συνελθών εις εαυτόν, ευθύς πρώτον απέβλεψε προς τον πατέρα του. Έπειτα βλέπω αυτόν μετρούντα τους επιβάτας της σχεδίας. . . Ουδείς ελλείπει. Τις λοιπόν έλαχε; Ότε ο Ανδρέας ελιποθύμησε, δύο μόνον ονόματα περιείχοντο εν τω πίλω, το του ξυλουργού και το του πατρός του! Αμφότεροι δε, ο τε κ. Λετουρνέρ και ο Δαούλας, είνε εκεί. Τότε η μις Χέρμπυ ελθούσα προς αυτόν λέγει απλώς ότι η κλήρωσις δεν απεπερατώθη. Ο δε Ανδρέας Λετουρνέρ δεν ερωτά περισσότερον. Λαμβάνει την χείρα του πατρός του, ού η όψις είνε ήρεμος, σχεδόν μειδιώσα. Έν δε μόνον βλέπει, έν μόνον καταλαμβάνει, ότι ο υιός του εσώθη. Τα δύο ταύτα όντα, τα ούτω στενώς συνδεδεμένα προς άλληλα, μεταβαίνουσιν εις την πρύμναν της σχεδίας και κάθηνται συνδιαλεγόμενα ταπεινή τη φωνή.
Εν τούτοις εγώ επιμένω εις την πρώτην εντύπωσιν ήν μοι ενεποίησεν η παρέμβασις της νεάνιδος. Πιστεύω ως αντίληψιν της Θείας Προνοίας. Δεν θα ηδυνάμην δε να είπω μέχρι τίνος η ιδέα αύτη ερριζούται εν τω πνεύματί μου. Θα ετόλμων να βεβαιώσω ότι εγγίζομεν εις το τέρμα των δεινών ημών και δεν θα ήμην βεβαιότερος περί τούτου, εάν το πλοίον ή η γη ήσαν εκεί πέραν μίλια τινα από τον άνεμον. — Αλλ' ο εγκέφαλος μου είναι ούτω κενός, ώστε αι χίμαιραι μεταβάλλονται εις πράγματα.
Λέγω προς τους κκ. Λετουρνέρ περί των προαισθήσεών μου· και ο Ανδρέας πέποιθεν όπως εγώ! Το ταλαίπωρον παιδίον! Και εάν είξευρεν ότι αύριον!. . .
Ο πατήρ μ' ακροάται σοβαρώς και με παραθαρρύνει να ελπίζω. Πιστεύει δε ασμένως, το λέγει τουλάχιστον, ότι ο Ύψιστος θα φεισθή των επιζώντων επιβατών του Σάνσελλορ, και επιδαψιλεύει τω υιώ του θωπείας, αίτινες ως προς αυτόν είνε αι έσχαται.
Έπειτα δε βραδύτερον, ότε ήμην μόνος πλησίον του κ. Λετουρνέρ κλίνει εις το ους μου και λέγει:
«Σας συνιστώ το δύσμοιρον τέκνον μου. Να μη μάθη ποτέ ότι. . . »
Και πριν αποπερατώση την φράσιν του, δάκρυα αδρά καταπίπτουσιν από των οφθαλμών του. . .
Εγώ δε είμαι όλως εύελπις.
Όθεν ουδ' επί στιγμήν αποστρέφω το βλέμμα μου και παρατηρώ τον ορίζοντα εφ' όλην αυτού την περίμετρον. Και είνε μεν έρημος, αλλά δεν ανησυχώ, διότι προ της αύριον ιστίον ή γη θα φανή που.
Ως εγώ παρατηρεί την θάλασσαν και ο Ροβέρτος Κόρτις, η δε μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν και αυτός ο αρχιναύτης συγκεντρούσιν εν τω βλέμματι αυτών την ζωήν των όλην.
Εν τούτοις επέρχεται η νυξ, και όμως έχω πεποίθησιν ότι πλοίον τι θα προσεγγίση εν τω βαθεί τούτω σκότει, και θα ίδη τα σημεία ημών άμα τη ημέρα.
ΝΕ'
— Τη 27 Ιανουαρίου. — Δεν κλείω οφθαλμόν, ακούω δε και τους ελαχίστους κρότους, τον παφλασμόν του ύδατος, την βοήν των κυμάτων. Παρατηρώ δε ότι ουδείς πλέον καρχαρίας υπάρχει πέριξ της σχεδίας, θεωρώ δε τούτο ως οιωνόν άριστον.
Ή σελήνη ανέτειλε τεσσαράκοντα έξ λεπτά μετά το μεσονύκτιον. Αλλά το ανεπαρκές αυτής φως δεν μοι επιτρέπει να παρατηρήσω την θάλασσαν επί ακτίνος εκτεταμένης. Ποσάκις ενόμισα ότι διέβλεπον ολίγας οργανιάς μακράν το ποθεινότατον ιστίον!
Αλλ' ελθούσης της πρωίας, ο ήλιος ανατέλλει επί θαλάσσης ερήμην!
Η φοβερά στιγμή ήγγικεν. Αισθάνομαι κατά μικρόν εξαλειφομένας τας χθεσινάς ελπίδας μου. Το πλοίον δεν φαίνεται, αλλ' ουδέ η γη, και εγώ επανέρχομαι εις την πραγματικότητα και ενθυμούμαι! Είνε η ώρα καθ' ήν μέλλει να εκτελεσθή απαισία θανατική εκτέλεσις.
Δεν τολμώ πλέον να βλέπω το θύμα. Ότε δε οι οφθαλμοί του, οι αποδεικνύοντες τοσαύτην καρτερίαν, προσηλούνται επ' εμού, εγώ ταπεινώνω τους εμούς.
Φρίκη ανυπέρβλητος συνθλίβει μου το στήθος, και η κεφαλή μου γυρίζει ως εν τη μέθη.
Είνε η έκτη πρωινή ώρα, και πλέον δεν πιστεύω εις την αντίληψιν της θείας Προνοίας. Η καρδία μου πάλλει πλέον των εκατόν παλμών το λεπτόν και ιδρώς αγωνίας με περικαλύπτει όλον.
Ο αρχιναύτης και ο Ροβέρτος Κόρτις όρθιοι, εστηριγμένοι επί του ιστού, εξετάζουσιν αδιαλείπτως τον Ωκεανόν. Είνε δε ο αρχιναύτης φοβερός ιδείν. Γινώσκει τις καλώς ότι δεν θα επιταχύνη την ώραν, αλλ' ουδέ θα την επιβραδύνη. Μοι είνε δε αδύνατον να μαντεύσω οποίαι τινες είνε αι εντυπώσεις του πλοιάρχου, αλλ' όμως η όψις του είνε πελιδνή και φαίνεται ζων διά του βλέμματος και μόνου.
Οι δε ναύται σύρονται επί του κρηπιδώματος και διά των φλογερών οφθαλμών του κατατρώγουσιν ήδη το θύμα των!
Δεν δύναμαι να σταθώ εκεί, και μεταβαίνω μέχρι της πρώρας της σχεδίας.
Ο αρχιναύτης είνε όρθιος έτι και παρατηρεί.
«Τέλος πάντων!» αναφωνεί.
Τας λέξεις ταύτας ακούσας αναπηδώ.
Ο αρχιναύτης, ο Δαούλας, ο Φλαίπολ ο Βάρκε, ο Σάνδον προχωρούσι προς την πρύμναν, ο δε ξυλουργός σφίγγει σπασμωδικώς τον πέλεκυν του!
Η μις Χέρμπυ δεν δύναται να καταστείλη κραυγήν.
Αίφνης ο Ανδρέας ανορθούται.
«Πάτερ μου; αναφωνεί, μετά φωνής πνιγομένης.
— Ο κλήρος με υπέδειξεν. . . » απεκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
Ο Ανδρέας αρπάζει τον πατέρα του εν ταις αγκάλαις του, ανακράζων μετά μυκηθμού.
«Ποτέ! Σκοτώστε με καλλίτερα, σκοτώστε με! Εγώ έρριψα εις την θάλασσαν το πτώμα του Χόμμπαρτ! Εμέ, εμέ πρέπει να σφάξετε!»
Ο τλήμων!
Οι λόγοι του διπλασιάζουσι την λύσσαν των δημίων. Ο δε Δαούλας προβάς αποσπά αυτόν από των αγκαλών του κ. Λετουρνέρ λέγων:
«Ας λείπουν τα πολλά πολλά!»
Ο Ανδρέας ανατρέπεται και δύο ναύται συσφίγγουσιν αυτόν ούτως, ώστε δεν δύναται πλέον να κινηθή.
Ταυτοχρόνως δε ο Φλαίπολ και ο Βάρκε αρπάζοντες το θύμα των, σύρουσιν αυτό προς την πρώραν της σχεδίας.
Η φοβερά αύτη σκηνή τελείται ταχύτερον ή όσον την περιγράφω. Η φρίκη με προσήλωσεν επί τόπου. Ήθελον να ριφθώ μεταξύ του κ. Λετουρνέρ και των δημίων του, αλλά δεν δύναμαι!
Την στιγμήν ταύτην ο κ. Λετουρνέρ ίσταται όρθιος, απωθήσας τους ναύτας οίτινες εξέσχισαν μέρος των ενδυμάτων του. Οι ώμοι του είνε γυμνοί.
«Μίαν στιγμήν, λέγει προς αυτούς μετά τόνου φωνής, εν ώ αισθανόμεθα ζωηρότητα ακαταδάμαστον. Μίαν στιγμήν! Δεν προτίθεμαι να σας κλέψω την μερίδα σας. Αλλά δεν θα με καταβροχθίσετε ολόκληρον σήμερον, υποθέτω!»
Οι ναύται ίστανται, και κατάπληκτοι βλέπουσι και ακούουσιν. Ο δε κ. Λετουρνέρ εξακολουθεί:
«Είσθε δέκα. Δεν σας εξαρκούν αι δύο μου χείρες; Κόψατέ τας, και αύριον έχετε το υπόλοιπον!. . .
Και ταύτα λέγων, εκτείνει τας δύο χείρας του γυμνάς. . .
«Ναι!» ανακράζει ο διά φωνής φοβεράς ο ξυλουργός Δαούλας.
Και ταχύς ως ο νους, υψώνει τον πέλεκυν.
Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν ηδυνήθη να βλέπη περισσότερον, ουχ ήττον δε και εγώ. Η σφαγή αύτη δεν θα εκτελεσθή, ζώντων ημών. Και ο μεν πλοίαρχος ερρίφθη εις μέσον των ναυτών, ίνα αποσπάση απ' αυτών το θύμα των, και εγώ ώρμησα εις την συμπλοκήν. . . αλλ' ότε έφθασα εις την πρώραν της σχεδίας, με απώθησε τις των ναυτών μετά σφοδρότητος και έπεσα εις την θάλασσαν. . .
Κλείω το στόμα θέλων να αποθάνω πνιγόμενος. Αλλ' ο πνιγμός είνε ανώτερος της θελήσεώς μου, τα χείλη μου ανοίγουσι και βρόχθοι τινές ύδατος εισδύουσι.»
Ύψιστε θεέ! Το ύδωρ είνε γλυκύ!
ΝΣΤ'
— Συνέχεια της 27 Ιανουαρίου. — Έπιον! έπιον! Αναγεννώμαι! Αίφνης αναζωογονούμαι! Δεν θέλω πλέον να αποθάνω!
Κραυγάζω και αι κραυγαί μου ακούονται. Επιφαίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις επί του χείλους της σχεδίας, μοι ρίπτει σχοινίον, όπερ η χειρ μου δράττει. Αναρριχώμαι και καταπίπτω επί του κρηπιδώματος.
Αι πρώται μου δε λέξεις είνε:
«Νερόν γλυκύ!
— Γλυκύ νερόν! αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις. Λοιπόν η γη είνε εδώ πλησίον!»
Είνε έτι καιρός! Ο φόνος δεν εξετελέσθη! Το θύμα δεν εσφάγη! Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Ανδρέας είχον παλαίση κατά των καννιβάλων, αλλά καθ' ήν στιγμήν έμελλον να καταβληθώσι και αυτοί, ηκούσθη η κραυγή μου.
Ο αγών καταπαύει. Επαναλαμβάνω τας λέξεις: νερόν γλυκύ! και κύψας έξω της σχεδίας πίνω απλήστως διά μεγάλων βρόχθων.
Η Μις Χέρμπυ πρώτη με μιμείται. Ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, οι άλλοι ορμώσι προς την ζείδωρον [103] ταύτην πηγήν. Πας τις ποιεί το αυτό. Τα προ μικρού ανήμερα θηρία υψούσι τας χείρας προς τον ουρανόν, τινές δε σταυροκοπούνται ανακράζοντες ότι θαύμα εγένετο. Πας τις κλίνει το γόνυ επί του χείλους της σχεδίας, και πίνει μετ' αγαλλιάσεως. Η έκστασις διαδέχεται την δεινήν μανίαν!

Ο Ανδρέας και ο πατήρ του τελευταίοι μιμούνται ημάς.
«Αλλά πού είμεθα; αναφωνώ.
— Ολιγώτερον των είκοσι μιλίων απέχομεν της γης, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.»
Πάντες παρατηρούμεν αυτόν. Ο πλοίαρχος παραφρονεί; Ουδεμία ακτίς φαίνεται που, η δε σχεδία διατελεί κατέχουσα το κέντρον του υγρού τούτου κύκλου!
Και όμως το ύδωρ είνε γλυκύ! Από πότε δε είνε; Αδιάφορον! Αι αισθήσεις δεν μας ηπάτησαν και η δίψα ημών κατεσιγάσθη.
«Μάλιστα, η γη είνε αόρατος, αλλ' είνε εκεί! λέγει ο πλοίαρχος εκτείνων την χείρα προς Ζέφυρον (Δ).
— Ποία γη; ερωτά ο αρχιναύτης.
— Της Αμερικής, η γη όπου ρέει ο Αμαζόνειος ποταμός, ο μόνος έχων ρεύμα αρκούντως ισχυρόν, ώστε γλυκαίνει να ύδατα του Ωκεανού μέχρι είκοσι μιλίων από των εκβολών του!»
ΝΖ'
— Συνέχεια της 27 Ιανουαρίου. — Ο Ροβέρτος Κόρτις προδήλως έχει δίκαιον. Η εκβολή αύτη του Αμαζονείου ποταμού, ού το ποσόν είνε διακόσιαι τεσσαράκοντα χιλιάδες μέτρων κυβικών την ώραν, ό έστι τρισχιλιάκις μείζον του ποταμού των Παρισίων Σηκουάνα, είνε το μόνον μέρος του Ατλαντικού Ωκεανού, ένθα ηδυνήθημεν να εύρωμεν ύδωρ γλυκύ. Η γη είνε εκεί που, το αισθανόμεθα! Ο άνεμος φέρει ημάς εκεί!
Την στιγμήν ταύτην η φωνή της μις Χέρμπυ υψούται προς τον ουρανόν, και προς την δέησιν αυτής αναμιγνύομεν τας ημετέρας.

Ο Ανδρέας Λετουρνέρ είνε εν ταις αγκάλαις του πατρός του, εν τη πρύμνη της σχεδίας, ημείς δε οι λοιποί πάντες εν τη πρώρα παρατηρούμεν τον ορίζοντα τον προς Ζέφυρον (Δ). . .
Μετά μίαν ώραν ο Ροβέρτος Κόρτις αναφωνεί:
«Γη!»
Το ημερολόγιον εν ώ εσημείωσα τας καθημερινάς ταύτας σημειώσεις συνετελέσθη. Η διάσωσις ημών εγένετο εντός ολίγων ωρών, θα διηγηθώ δε αυτήν εν ολίγοις.
Η σχεδία περί ώραν ενδεκάτην προ μεσημβρίας συνηντήθη κατά την άκραν Μαγκουρή επί της νήσου Μαραχώ. Ελεήμονες αλιείς περιέθαλψαν και εζωογόνησαν ημάς, έπειτα δε ωδήγησαν εις Παρά, ένθα ετύχομεν περιθάλψεων ενθερμοτάτων και συγκινητικωτάτων.
Η σχεδία επροσγείωσεν εν 0° 12' βορείου πλάτους. Ερρίφθη λοιπόν δεκαπέντε τουλάχιστον μοίρας προς Λίβα (ΝΔ), αφ' ής ημέρας κατελίπομεν το πλοίον. Λέγω δε «τουλάχιστον», διότι είνε πρόδηλον ότι εδέησε να κατέλθωμεν μάλλον προς Νότον. Κατεπλεύσαμεν δε εις την εκβολήν του Αμαζονείου ποταμού, διότι το ρεύμα του Γελφ- στρημ παρέλαβε την σχεδίαν και κατήγαγεν αυτήν εκεί. Άνευ δε της συντυχίας ταύτης η απώλεια ημών ήτο άφευκτος.
Εκ των δύο και τριάκοντα επιβιβασθέντων εν Κάρλεστον, τούτ' έστι εννέα επιβατών και είκοσι τριών ναυτών, υπελιπόμεθα πέντε μόνον επιβάται και έξ ναυτικοί, — εν όλω ένδεκα. Οι μόνοι επιζήσαντες εκ των του Σάνσελλορ. Πρακτικόν της διασώσεως συνετάχθη υπό των Βρασιλιανών αρχών.
Υπέγραψαν δε: Μις Χέρμπυ, I. Ρ. Κάζαλλον, Λετουρνέρ πατήρ, Ανδρέας Λετουρνέρ, Φάλστεν, αρχιναύτης, Δαούλας, Βάρκε, Φλαίπολ, Σάνδον και τελευταίον Ροβέρτος Κόρτις πλοίαρχος.
Οφείλω δε να προσθέσω ότι εν Παρά πάραυτα προσηνέχθησαν ημίν τα μέσα της εις την πατρίδα επανόδου. Πλοίον τι εκόμισεν ημάς εις Καϋένην και θα συναντήσωμεν την υπερατλάντειον Γαλλικήν γραμμήν του Άσπινβαλ ής το ατμόπλοιον Πόλις της Σαιννχζαίρης θα καταγάγη ημάς εις Ευρώπην.
Και νυν μετά τοσαύτας δοκιμασίας άς από κοινού υπέστημεν, μετά τοσούτους κινδύνους, ούς εκ θαύματος, ούτως ειπείν, διεφύγομεν, δεν είνε φυσικόν να συνδέη αδιάρρηκτος φιλία τους επιβάτας του Σάνσελλορ; Εν οία δήποτε περιστάσει, όπου δήποτε μακράν η τύχη παρασύρη αυτούς, δεν είνε βέβαιον ότι ουδέποτι θα λησμονήσωσιν αλλήλους; Ο Ροβέρτος Κόρτις είνε και θα διατελή αείποτε ών φίλος των εν δυστυχία εταίρων αυτού.
Η δε μις Χέρμπυ ήθελε να αποσυρθή των εγκοσμίων, και να αφιερώση τον βίον της εις την περίθαλψιν των πασχόντων.
«Αλλά και ο υιός μου δεν είνε πάσχων!,,» είπε προς αυτήν ο κ. Λετουρνέρ.
Και η μις Χέρμπυ έχει νυν πατέρα μεν τον κ. Λετουρνέρ, αδελφόν δε τον υιόν αυτού Ανδρέαν. — Λέγω δε αδελφόν, αλλ' εντός ολίγου, εν τη νέα αυτής οικογενεία, η ισχυρά αύτη νεάνις θα εύρη την ευδαιμονίαν, ής είνε αξία, όπερ και ημείς ευχόμεθα αυτή εξ όλης της καρδίας.
Τ Ε Λ Ο Σ
_____
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ
ΒΡΑΒΕΥΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΕΙΑΣ
Έκδοσις καλλιτεχνική εις μέγα 8ον
Κατά μετάφρασιν
Π. I. ΦΕΡΜΠΟΥ
Καθηγητού
Ρωβύρος ο κατακτητής μετ' εικόνων 45 τιμάται Δρ 6
Ο Σάνσελλορ μετ' εικόνων 45 τιμάται Δρ 6
Σχολή των Ροβινσώνων ή νήσος επί του Ειρην. Ωκεανού μετ' εικόνων 51 τιμάται Δρ 6
Ο Λαχνός ή ο αριθμός 9672 μετ' εικόνων 42 τιμάται Δρ 6
Μεσημβρινός Αστήρ ή χώρα των αδαμάντων μετ' εικόνων 63 τιμάται Δρ 7