← Table of contents
Ο Πεντάρφανος

O ΠΕΝΤΑΡΦΑΝΟΣ

Reading edition

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ

1912

ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. Α. ΧΙΩΤΗ — ΑΘΗΝΑΙ, ΟΔΟΣ ΓΛΑΣΤΩΝΟΣ

Ο ΠΕΝΤΑΡΦΑΝΟΣ

— Α! αυτό πρώτη φορά είνε· άντρωπο να τρώη άλλο άντρωπο!

Ούτω πως εξέφραζε μετά γέλωτος την έκπληξίν του ο αγαθός Βαυαρός Γουλιέλμος Βιλδ, ο εξασκήσας επί πενήντα έτη σωστά το ιατρικόν επάγγελμα εις Σ . . . , όταν έν δειλινόν εκλήθη να επισκεφθή χάσκουσαν και αιμάσσουσαν πληγήν επάνω εις το δεξιόν οφρύδιον μιας καλής οικοκυράς, της Αρετής Καβούλαινας. Ο ιατρός εξήτασε το τραύμα, το εκαθάρισε καλώς διά του χειρουργικού ψαλιδίου, είτα το έρραψε λίαν επιτηδείως. Ήτο προφανώς από δαγκωματιάν ανθρώπου, και μάλιστα γυναικός· αλλά το βάθος και το εύρος των ιχνών απεδείκνυον ότι είχε δοθή σχεδόν μετά θηριώδους ορμής.

Ελέχθη, και ο κόσμος όλος επίστευσεν, αν και δεν είχε κληθή ο ειρηνοδίκης ή ο αστυνόμος του τόπου διά να ενεργήσωσιν ανακρίσεις και συντάξωσιν έκθεσιν, ότι είχον μαλώσει από ημερών δύο συμπεθέραις, η παθούσα, η Αρετή Καβούλαινα, και η δράσασα, η Αρετή Χαρανίνα, (οποία σύμπτωσις, δύο Αρεταί να τρώγωνται ούτω μεταξύ των), και η δευτέρα, εν τη μανία της οργής της, ερρίφθη κατεπάνω της άλλης και την εδάγκασε τόσον φοβερά εις το πρόσωπον. Όθεν το τόσω αφελές σχόλιον του Γερμανού ιατρού είχε κάπως τον τόπον του.

Εν τούτοις η αγχιστεία των ήτο πολύ παλαιά, και, κατά την παροιμίαν, «είχε ψοφήσει το βώδι τους — πάει η κολληγιά τους». Ο αδελφός της Καβούλαινας και η αδελφή της Χαρανίνας, οίτινες απετέλουν πάλαι ποτέ ανδρόγυνον, προ πολλού δεν υπήρχον πλέον εις τον κόσμον. Ο μόνος καρπός της συζυγίας των, το ίχνος της διαβάσεώς των, (το μόνον, διότι παν άλλο ίχνος των εχάθη εις το υγρόν στοιχείον, καθώς θα ίδωμεν), ήτον ο μοναχογυιός των Στάμος Καβούλης, εικοσιδύο ετών σήμερον, εξ αφορμής του οποίου σχεδόν είχαν μαλώσει αι δυο παλαιαί συμπεθέραι.

Πώς να μη μαλώσουν, αφού η θεια του η Καβούλαινα ήθελε να τον παντρέψη με το μέρος όπου επροτίμα αυτή, χωρίς να λάβη την άδειαν και της θειας του της Χαρανίνας. Ήτον, αλήθεια, ακριβός και περιζήτητος γαμβρός ο Στάμος. Αλλά να θέλη, η προς πατρός θεία του να τον μεταχειρισθή ως πράγμα ιδικόν της, χωρίς να έχη είδησιν και η άλλη θεια του, η από το μέρος της μητρός, πού ηκούσθη αυτό; Γίνονται ποτέ αυταίς η δουλειαίς χωρίς να ερωτηθούν οι συγγενείς μεταξύ τους; Μερικοί συγγενείς μάλιστα είνε πολύ αυστηροί εις το κεφάλαιον τούτο, ώστε, εάν δεν ερωτηθούν να δώσουν γνώμην περί του υποψηφίου προσώπου και της οικογενείας του και δεν κληθούν εις τα μπασίδια, εις τον γάμον, ούτε θέλουν ν' αναγνωρίσουν τον νέον εξ αγχιστείας συγγενή, είτε νύμφη είτε γαμβρός είνε.

Του Στάμου οι γονείς είχον αποθάνει, όταν αυτός ήτο βρέφος, και όλοι μεν οι συγγενείς εφρόντισαν περί της ανατροφής του, αλλ' υπέρ πάντας και πάσας η προς μητρός θεία του η Χαρανίνα. Ούτος υπήρξεν όχι απλώς ορφανός, αλλ' αυτό τούτο «πεντάρφανος». Διότι μετά τον θάνατον της μητρός του Ζωίτσας, (θάνατον τραγικόν, ή μάλλον τρυγικόν, ως θα ίδωμεν), ευθύς, μετ' ολίγον ο πατήρ του ο Γιάννης Καβούλης είχε λάβει δευτέραν σύζυγον, με την εύλογον πρόφασιν την οποίαν ευρίσκουν πρόχειρον όλοι οι έχοντες τέκνα χηρευμένοι· αλλ' εις αυτήν την περίπτωσιν δεν επρόκειτο μόνον διά την περίθαλψιν του μικρού Στάμου, έχοντος ηλικίαν ολίγων μηνών· υπήρχε και είς παλαιός έρως του Γιάννη με την Φλωρού, την δευτέραν σύζυγόν του. Είτα μετά έν έτος επήγε κι' ο πατέρας του, αδικοθάνατος κι' αυτός. Ύστερον η μητρυιά του, μετ' ου πολύ, εξέχασε τον παλαιόν έρωτα κ' έλαβε δεύτερον άνδρα. Τότε ο μικρός Στάμος ευρέθη εις την οικίαν, ήτις ήτο προικώα της μητρός του, μεταξύ μιας μητρυιάς κ' ενός συζύγου της μητρυιάς, παραμητρυιού. Οι συγγενείς τότε εζήτησαν να παραλάβουν τον μικρόν από τας χείρας της μητρυιάς του, αλλ' αύτη μη έχουσα τέκνον, και ίσως θέλουσα να έχη απολογίαν εις την συνείδησίν της, επειδή εκατοίκει και διητάτο εις την οικίαν της προκατόχου της, επέμεινε να τον κρατήση κ' επεδείκνυε προς αυτόν μελετημένην στοργήν. Δυστυχώς, η Φλωρού μετ' ολίγον χρόνον απέθανε κι' αυτή. Ο χάρος εμάχετο πολύ το σπίτι εκείνο. Τότε ο παραμητρυιός του επήρεν άλλην παραμητρυιάν, κ' εκατοίκησεν αλλού. Τέλος, η θεια η Χαρανίνα επήρε τον Στάμον εις την οικίαν της και εις αυτής τας χείρας εμεγάλωσεν ο νέος.

Είχεν εγερθή ζήτημα επ' ευκαιρία της τελευταίας ταύτης επιγαμίας, αν επετρέπετο να γείνη γάμος, και ο αρχαϊκός παππ' Αλέξανδρος, ο επίτροπος του δεσπότη, δεν ήθελε να δώση άδειαν, λόγω ότι η τελευταία αυτή παραμητρυιά, καίτοι πρώτην φοράν υπανδρευομένη αυτή, ενυμφεύετο τον παραμητρυιόν δίγαμον εκ διγαμίας, και άρα απετελείτο τετραγαμία. Αλλ' οι ενδιαφερόμενοι «επήγαν παραμέσα», δηλ. έκαμον έκκλησιν εις την αρχιεπισκοπήν, και Πρωτοσύγκελλος, αφού έλαβεν, ως ελέχθη, δύο εκατοστάρικα (όπως πιστεύουν τινές ότι συμβαίνει κάποτε λόγω εκκλησιαστικής «οικονομίας»), εν αγνοία, ως φαίνεται, του Δεσπότη, όστις διετέλει σχεδόν εις ανικανότητα, επέτρεψε τον γάμον.

Ούτω πως ανετράφη ο Στάμος, ο υιός του Γιάννη Καβούλη, ο «πεντάρφανος». Και σήμερον, όταν επρόκειτο να τον νυμφεύσουν, εφιλονείκησαν τόσον κακά αι δύο του θείαι. Εν τούτοις, το μέρος το οποίον ήθελεν η θεια η Καβούλαινα ήτο καλόν και ήρεσκεν εις αυτόν τον νέον. Αλλ' η Χαρανίνα ησθάνετο την φιλοτιμίαν της προσβαλλομένην, επειδή ήθελε να φανή ότι αυτή έπρεπε να τον υπανδρεύση και όχι η θεία του η άλλη.

Ο νέος, ικετικώς, είχεν ειπεί εις την θεια Χαρανίναν·

— Ντέρτι δικό μου, θεια, κασσαβέτι δικό σου!

Η φράσις αύτη, την οποίαν μαζί με άλλα ρητά και παροιμίας είχεν ακούσει από τους θείους του τους Χαραναίους (απλοϊκούς και λίαν εντίμους γεωργοκτηματίας) εσήμαινε περίπου, ότι το πρώτον πρόσωπον ήτο αρμόδιον να κρίνη περί υποθέσεως αφορώσης αυτό, και όχι τα δεύτερα και τα τρίτα. Ήλπιζε δε διά της πραότητός του ν' αφοπλίση την ανδρογυναίκα την οποίαν μεγάλως εσέβετο, διότι εις την οικίαν της είχεν ανδρωθή και την εγνώριζεν ως μητέρα.

Αλλ' υπό ποίας περιστάσεις είχον αποθάνει οι γονείς του, τούτο θα διηγηθώμεν τώρα. Κατά την εποχήν του τρυγητού η ατυχής μάνα του, όταν αυτός ήτο νήπιον, επνίγη εντός της καρούτας όπου επατούσε τα σταφύλια.

Η καρούτα, ξυλίνη, ήτο τεραστία, χωρούσα στέμφυλα περί τα εκατόν φορτώματα, ισοδυναμούντα σχεδόν με άλλας τόσας βαρέλας μούστου. Είχε κατά μήκος άνω προς τα χείλη δύο λεπτάς δοκούς, συνεχούσας τας δύο πλευράς του πλάτους, αλλ' η γυνή, ηναγκασμένη να κρατή με την αριστεράν άνω των κνημών τα φορέματά της, επιάνετο με την δεξιάν από την μίαν δοκόν· αλλ' επί μίαν στιγμήν συνέβη, ποίος ειξεύρει πώς, να ξεπιασθή, και τότε εβούλιαξε μέχρι του λαιμού εις τον μούστον. Η αγωνία υπήρξε βραχεία· μόλις επρόφθασε να εκβάλη κραυγήν. Μετ' ολίγα λεπτά της ώρας την ηύραν πνιγμένην μέσα εις μεθυστικόν ρευστόν του Διονύσου.

Το πώς εχάθη ο πατήρ του ολίγους μήνας μετά τον δεύτερον γάμον, δεν έμαθε ποτέ ούτε αυτός ο Στάμος, ούτε αι θείαι του, ούτε παππάς, ούτε πνευματικός, ούτε κανείς άλλος εις τον τόπον. Εγνώσθη μόνον ότι εβυθίσθη κ' επνίγη με την ιδίαν γολέτταν του, με την οποίαν εταξείδευε κατ' έτος τα ίδια κρασιά του και όσα άλλα ηγόραζεν από γείτονας. Είχε φορτώσει τα κρασιά της άλλης χρονιάς, κατόπιν εκείνων τα οποία επέπρωτο να γίνωσι πλημμύρα σπονδών εις την αυλήν της οικίας και εις τον δρόμον, μετά τον πνιγμόν της πρώτης γυναικός του. Ω! τα μοιραία εκείνα κρασιά των ατυχών αμπέλων! Πλην πόθεν προήλθε το ναυάγιον και εκ ποίας αφορμής εβυθίσθη η γολέττα; Επιστεύθη κατ' αρχάς ότι έγεινεν όπως όλα τα ναυάγια, δηλ. από τρικυμίαν, από ύφαλον ή σκόπελον, κτλ. Την αληθή αιτίαν μόνον ίσως κανείς γηραλέος πνευματικός, εις την Αγίαν Άνναν ή εις τα Καψοκαλύβια του Άθωνος, θα την έμαθεν. Αλλ' εχρειάσθη να παρέλθωσι καιροί και χρόνοι, ν' αποθάνη ο κρυφός αίτιος της συμφοράς, και η αδελφή του ενόχου να διηγηθη είς τινας εξαδέλφας της το γεγονός, διά να ξεκολάση, ως είπε, τον μακαρίτην τον αδελφόν της.

Ο αδελφός της αφηγητρίας ήτο μαραγκός (ήτοι ναυπηγός) και μάλιστα &πουργοτζής& (τριβελιστής) εκτάκτως επιδέξιος. Το επάγγελμα τούτο δεν τον εμπόδιζε να είνε καλλωπιστής, όλας τας Κυριακάς και τας εορτάς, θεωρούμενος ως «ασίκης», ωραίος νέος. Τον καιρόν εκείνον οι νέοι πάσης τάξεως είξευραν τι θα πη «έρωτας». Έκαμναν πατινάδες συχνά, τας νύκτας, και μάλιστα όταν εξημέρωνεν εορτή, εις τας ωραίας του τόπου. Ο Γιάννης ο Καβούλης και ο Νίκος ο Μπελκαρής, ο πουργοτζής, περί ου ο λόγος, υπήρξαν ποτε αντερασταί.

Εις τον απάνω Μαχαλάν, άνω της κρημνώδους ακτής, όπου θραύονται τα κύματα και λαλούν θρηνωδίας οι γλάροι, υπήρχε μία εύμορφη κοπέλλα η «Φλωρού του Μανάκη», την οποίαν πολλοί νέοι, καί τινες γέροι, ερωτεύοντο. Διότι υπήρχον πολλά γεροντοπαλλήκαρα, τα οποία ελάμβαναν μέρος εις τους νυκτερινούς κώμους. Μίαν νύκτα, υπό τα παράθυρα της ωραίας Φλωρούς, μεγάλη έρις και σύγκρουσις επήλθε μεταξύ δύο ομίλων. Η παρέα του Νίκου του πουργοτζή αργοπορούσεν υπό τον εξώστην της οικίας, τραγουδούσα το «Άστρο της αυγής» και την «Πάπια του γιαλού»· τότε έφθασεν η παρέα του Γιάννη του Καβούλη, ψάλλουσα τον «Διπλόν καϋμόν». Τότε αι δυο ομάδες ήλθον εις ρήξιν. Φαίνεται ότι ο Γιάννης εφάνη σκληρός και βάρβαρος, κ' εκτύπησε με τας ιδίας χείρας του τον αντεραστήν του.

Ο Νίκος του είπε «να το κρεμάση σκουλαρίκι», αλλ' ο Καβούλης δεν το εψήφισεν. Ύστερον από ολίγον καιρόν, ο Γιάννης, αν και επροτίμα την ωραίαν Φλωρού, υπείκων εις συγγενικάς επιρροάς, την παρέβλεψε κ' ενυμφεύθη την Ζωίτσαν. Όταν αύτη μετά τινα χρόνον επνίγη εντός της καρούτας του μούστου, τότε ο Γιάννης ενθυμήθη την παλαιάν αγάπην του. Η Φλωρού, αν και απόχηρον, τον ηθέλησε, κ' έγεινεν ο δεύτερος γάμος. Αύτη υπήρξεν η κυρίως μητρυιά του Στάμου, ήτις είχε δείξει φιλοστοργίαν τινά προς τον πρόγονόν της κατά τον βραχύν χρόνον ον επέζησε.

Χαρακτηριστικόν είνε ότι, πριν αποφασίση αύτη να λάβη τον δεύτερον σύζυγον, τον οποίον έλαβε μετά τον εν θαλάσση θάνατον του Γιάννη Καβούλη, οι συγγενείς της εξ ονόματος αυτής είχον ζητήσει αυτόν εκείνον τον Νίκον, τον πουργοτζήν, τον παλαιόν εραστήν της, μένοντα άγαμον. Αλλ' ούτος ενώ εις μάτην την είχε ζητήσει άλλοτε, τώρα ηρνήθη. Όλοι οι φίλοι και οικείοι του δεν ημπόρεσαν τότε να εννοήσουν την αποποίησιν αυτήν του Νίκου. Αλλ' ο άνθρωπος, καθώς φαίνεται εκ των ύστερον γνωσθέντων, ίσως είχεν έγκλημα εις την συνείδησίν του. Ευθύς ύστερον εξενιτεύθη, και αφού έμεινεν επ' ολίγον καιρόν εις τους αρσανάδες του Αγίου Όρους, εργαζόμενος ως μαραγκός, απήλθεν εις μίαν παραθαλάσσιον πόλιν της Θράκης, όπου αποκατεστάθη.

Ιδού τώρα, καθώς εβεβαίωσεν η αδελφή του, οποίον υπήρξε το έγκλημα του Νίκου Μπελκαρή. Ούτος δεν ήτο επιτήδειος πουργοτζής εις μάτην. Έπνεεν εκδίκησιν κατά του Καβούλη, όστις του είχε ομιλήση υβριστικώς υπό τα παράθυρα της Φλωρούς, και ύστερον, μετά καιρόν, του επήρε την αγάπην του, και μάλιστα εις δεύτερον γάμον· ενώ αυτόν, όταν την εζήτησε, δεν τον είχε θελήσει εκείνη, και μετά τον γάμον του αντεραστού με άλλην.

Ολίγον καιρόν ύστερον από τον δεύτερον γάμον του, η γολέττα του Καβούλη, είχεν αρχίσει να φορτώνη κρασιά της χρονιάς. Βαθειά την νύκτα, ενώ ο νεαρός μούτσος εκοιμάτο εις τον θαλαμίσκον κάτω, ο Νίκος ο Μπελκαρής, ελαφρά-ελαφρά, ως να επάτει «βαμβακάκια», καθώς λέγουν αι γυναίκες του τόπου, ετόλμησε να εισέλθη εις την γολέτταν, φέρων δύο μεγάλα τρύπανα ή τριβέλια περιτυλιγμένα εις λεπτότατον τουλοπάνι. Κατέβη κάτω εις το αμπάρι, ήναψεν έν κλεπτοφάναρον το οποίον είχεν εις τον κόλπον του, παρεμέρισεν ολίγους ασκούς γεμάτους οίνον σιμά εις τα πλευρά του σκάφους, ήνοιξεν οκτώ ή δέκα τρύπες δεξιά και αριστερά εις τα μαδέρια του πλοίου. Τας τρύπας ταύτας κατεσκεύασε με την τέχνην την οποίαν αυτός εγνώριζεν, ουδέ θα συγκατένευε ποτέ να την διδάξη εις άλλον. Είχε διατρυπήσει όλον σχεδόν το πάχος των σανίδων, αλλ' εις την αιχμήν του τρυπάνου, προς τα έξω, άφησεν ατρύπητον λεπτόν φλοιόν, τον οποίον διέθεσε κατά τινα τρόπον, και υπελόγιζεν ότι εις τόσας ακριβώς ημέρας ή ώρας, έμελλε να τον διαπεράση το ακάματον μονότονον κύμα, το οποίον θα έπληττε τα πλευρά του σκάφους. Είχε πληροφορίας ότι η μικρά σκούνα, μέλλουσα να συμπληρώση το φορτίον την ερχομένην ημέραν, θα απέπλεε την μεθαύριον· αλλά και αν τυχόν ένεκα περιστάσεων ανεβάλλετο ο απόπλους, ο &μάστορης& ήτο βέβαιος ότι ο λεπτός φλοιός εις τον πυθμένα των ωπών, ενόσω το πλοίον έμενεν αραγμένον εις τον λιμένα, θα αντείχεν εις την μαλακήν προστριβήν του κύματος· αλλ' άμα το σκάφος θα επελαγώνενο, η δύναμις της προστριβής θα ήτο πολλαπλασία, και τότε, μετά τινας ώρας, θα επήρχετο η διάτρησις τον φλοιού και η εισροή των υδάτων εις το κύτος.

Επανέφερεν εις την θέσιν των τους ασκούς του οίνου, όσους είχε χρειασθή να παραμερίση, τους ετοποθέτησε λίαν επιδεξίως άλλους επ' άλλων, διά να κρύψουν καλώς τας οπάς εις τα κάτω, δεν ελησμόνησε να σκουπίση και να κάμη άφαντα τα πριονίδια ή τα μικρά ψήγματα του ξύλου, εμάζωξε τα τριβέλια του, έσβυσε το κλεπτοφάναρον, και πατών και πάλιν ελαφρά, ανυπόδητος, επανήλθεν εις το μικρόν φελουκάκι του, το οποίον είχε δέσει εις το πορτέλλο της γολέττας, και απήλθε να κοιμηθή . . . Τις οίδεν αν έκαμε και τον σταυρόν του πριν πλαγιάση.

Εν τοσούτω, η αδελφή του διηγείτο, ότι ο κακοποιός είχε μεταμεληθή μέχρι της πρωίας και τον έτυπτε μεν η συνείδησις, αλλά και εφοβείτο μη φωραθή, όθεν επερίμενε την άλλην νύκτα.

Εμελέτα να υπάγη πάλιν βαθειά τα μεσάνυκτα, διά να ματαιώση το καταχθόνιον έργον. Είξευρε να φράξη καλώς τας οπάς όπως είξευρε να τας ανοίξη· τούτο θα κατώρθωνε διά συμπαγούς τινος μάζης εκ πίσσης και ξύλου. Πλην, φευ! το φόρτωμα της σκούνας είχε συμπληρωθή έως τ' απόγευμα, κ' επειδή εφύσσα καλός άνεμος, ο πρώτος Βορράς όστις ήρχισε τον Νοέμβριον να πνέη, ο Καβούλης, μη θέλων να χάση τον καλόν καιρόν, απεφάσισε κ' έκαμε πανιά, εκτάκτως όλως προ του μεσονυκτίου, και με τον απόγειον του βουνού. Τότε ο Νίκος εθεώρησε το πράγμα ως σημείον, και είπεν ότι, όχι αυτός, αλλ' ο δίκαιος Θεός είχε καταδικάσει την γολέτταν και τον καραβοκύρην της· ο Θεός ας έκαμνεν έλεος!

Μετά τρεις ημέρας ήλθεν είδησις ότι η γολέττα εχάθη. Όλοι οι θαλασσινοί του τόπου ηπόρησαν με την «ατζαμωσύνην» του Καβούλη — αγκαλά αυτός ήτο κτηματίας και οινέμπορος, δεν ήτο ναύτης. Διότι μεγάλη τρικυμία δεν έγεινε, πλην αυτός θα έπεσεν ως στραβός επάνω εις καμίαν ξέραν . . .

Μεταξύ ουρανού και πελάγους άγνωστον μυστήριον εδραματουργήθη την νύκτα εκείνην. Κανείς δεν είξευρε τι είχε συμβή. Η εκδίκησις του &πουργοτζή& σκληρώς συνετελέσθη.

Και πάλιν πλούσιαι σπονδαί, όχι πλέον εις την αυλήν και εις τον δρόμον, αλλ' εις την θάλασσαν αυτήν την φοράν. Ο Βάκχος εφιλοτιμήθη να δωρήση χιλίους ασκούς οίνου εις τον Ποσειδώνα. Και έως την αυγήν εφάνησαν μεθυσμένοι όλοι οι Τρίτωνες, και αι Γοργόνες ελαφρά ζαλισμέναι, πλέουσαι μαλακά εις το κύμα, κ' αι Σειρήνες ετόνισαν φαιδρόν παροίνιον άσμα διά τους θεούς, το οποίον ήτο θρήνος και πικρά ειρωνεία διά τους θνητούς ανθρώπους και την μοίραν των . . .

Εκ τοιούτων ωρμάτο ο μοναχογυιός ο πεντάρφανος, του οποίου το περί γάμου ζήτημα είχε δώσει αφορμήν να ρηθή υπό του ιατρού Βιλδ το αφελές εκείνο απόφθεγμα:

— Άντρωπο να τρώη άλλο άντρωπο.

Αφού ο χειρουργός επέδεσε το αιμάσσον τραύμα οι αρραβώνες του Στάμου ανεβλήθησαν, διότι δεν θα ήτο δυνατόν πλέον να παρευρεθώσιν αι δύο θείαι του, η μία με μισό φρύδι φαγωμένον κ' εστραμμένον, η άλλη με οδόντας παραπολύ οξείς. Τέλος, ύστερον από ολίγας εβδομάδας, η πρώτη έμεινε με μίαν εις τα κάτω του μετώπου βαθείαν ουλήν, η δευτέρα δεν ειξεύρω αν ερρίνισε τους οδόντας της, αλλ' εζήτησε υποκριτικήν συγχώρησιν, και πρόσκαιρος λυκοφιλία επήλθεν. Ο νέος εζήτησεν ως χάριν από την θείαν του την αδιάλλακτον να συγκατατεθή εις τον γάμον, τον οποίον είχε προξενεύσει η άλλη. Ο γάμος έγεινε.

Μετά είκοσιν έτη ακόμη ευρίσκομεν τον Στάμον χηρευμένον από την πρώτην σύζυγον, εισελθόντα εις δεύτερον γάμον. Έκαμε και από τας δύο πολλά τέκνα, με πλεονασμόν των κορασίων, ως συνήθως. Αι υποθέσεις δεν επήγαν καλά· όλοι οι &κάπηλοι& και οι μικρέμποροι του τόπου ήσαν φοβεροί τοκογλύφοι. Ο Θεός, όστις έκαμε τας αράχνας διά να συλλαμβάνουν τας μυίας, παρεχώρησε να υπάρχουν οι τοκογλύφοι διά να τιμωρούνται οι μέθυσοι και οι οκνηροί.

Ο Στάμος είχεν υποθηκεύσει &το βιος του&, διά το οποίον εκαυχάτο άλλοτε· επώλησε μέρος των κτημάτων. Εγήρασε προ του 45 έτους, έγεινε φαλακρός. Εκάπνιζε ναργιλέ κατ' οίκον, έπινε ρώμι και πολύ κρασί, και εις πάσαν υπόθεσιν την οποίαν διεπραγματεύετο, είτε περί υποθηκεύσεως επρόκειτο, είτε περί πωλήσεως αγρού, — αλλά συχνά και εις απλάς ομιλίας με φίλους — δεν έπαυε να επαναλαμβάνη την επωδόν του·

— Ντέρτι, δικό μου, βρε παιδιά! κασσαβέτι δικό σας.

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Ανάμεσα εις συντρίμματα και ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων, εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, προς μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν της νήσου, όπου την νύκτα επόμενον ήτο να βγαίνουν και πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τον ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις την ερημίαν, θρηνούσαι το πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εις τον επάνω κόσμον — εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Δεν υπήρχε πλέον οικία ορθή, δεν υπήρχε στέγη και άσυλον εις όλον το οροπέδιον εκείνο, παρά την απορρώγα ακτήν. Μόνος ο μικρός ναΐσκος υπήρχε και εις το προαύλιον του ναΐσκου ο Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον, καλύβην μάλλον ή οικίαν, λαβών την ξυλείαν, όσην ηδυνήθη να εύρη, καί τινας λίθους από τα τόσα τριγύρω ερείπια, διά να στεγάζεται προχείρως εκεί και καπνίζη ακατακρίτως το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμόν, έξω του ναού, ο φιλέρημος γέρων.

Ο ναΐσκος ήτο ιδιόκτητος· πράγμα σπάνιον εις τον τόπον, λείψανον παλαιού θεσμού· ήτον κτήμα αυτού του γέροντος Φραγκούλα. Ο αξιότιμος πρεσβύτης, φέρων όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα προεστού, ωραίον φέσι του Τουνεζίου, επανωβράκι τσόχινον, με ζώνην πλατείαν κεντητήν, μακράν τσιμπούκαν με ηλέκτρινον μαμόν, και κρατών με την αριστερόν ηλέκτρινον μακρόν κομβολόγιον, δεν ήτο και πολύ γέρων, ως πενηνταπέντε χρόνων άνθρωπος. Κατήγετο από την αρχαιοτέραν και πλέον γνησίως αυτόχθονα οικογένειαν του τόπου. Ήτον εκ νεαράς ηλικίας ευσταλής, υψηλός, λεπτός την μέσην, μελαγχροινός, με αδρούς χαρακτήρας του προσώπου, δασείας οφρύς, οφθαλμούς μεγάλους, ογκώδη ρίνα, χονδρά χείλη προέχοντα. Ηγάπα πολύ τα μουσικά τα τε εκκλησιαστικά και τα εξωτερικά, υπήρξε δε με την χονδρήν, αλλά παθητικήν φωνήν του, ψάλτης και τραγουδιστής εις τον καιρόν του μέχρι γήρατος.

Την Σινιώραν, ωραίαν νέαν, λεπτοφυή, λευκοτάτην, την είχε νυμφευθή από έρωτα. Ήδη είχε συζήσει μαζί της υπέρ τα είκοσι πέντε έτη, και είχεν αποκτήσει τέσσαρας υιούς και τρεις θυγατέρας. Αλλά τώρα, εις τον ουδόν του γήρατος, δεν συνέζη πλέον μαζί της.

Είχε χωρίσει άπαξ ήδη, αφού εγεννήθησαν τα τέσσαρα πρώτα παιδία, δύο υιοί και δύο θυγατέρες· ο πρώτος ούτος χωρισμός διήρκεσεν επί τινας μήνας. Είτα επήλθε συνδιαλλαγή και συμβίωσις πάλιν. Τότε εγεννήθησαν άλλα δύο τέκνα, υιός και θυγάτριον. Είτα επήλθε δεύτερος χωρισμός, υπέρ το έτος διαρκέσας. Μετά τον χωρισμόν δευτέρα συνδιαλλαγή. Τότε εγεννήθη ο τελευταίος υιός. Ακολούθως επήλθε μακρός χωρισμός μεταξύ των συζύγων. Ο τελευταίος ούτος χωρισμός, μετά πολλάς αγόνους αποπείρας συνδιαλλαγής, διήρκει ήδη από τριών ετών και ημίσεος. Δεν ήτο πλέον φόβος να γεννηθούν άλλα τέκνα. Η Σινιώρα ήτον υπερτεσσαρακοντούτις ήδη.

Την εσπέραν εκείνην, της 13 Αυγούστου του έτους 186 . . . εκάθητο μόνος, ολομόναχος, έξω του ναΐσκου, εις το προαύλιον, έμπροσθεν της καλύβης την οποίαν είχε κτίσει, εκάπνιζε το τσιμπούκι του κ' ερρέμβαζεν. Ο καπνός από τον λουλάν ανέθρωσκε και ανέβαινεν εις κυανούς κύκλους εις το κενόν, και οι λογισμοί του ανθρώπου εφαίνοντο να παρακολουθούν τους κύκλους του καπνού και να χάνωνται μετ' αυτών εις το αχανές, το άπειρον. Τι εσκέπτετο;

Βεβαίως την σύζυγόν του, με την οποίαν ήσαν εις διάστασιν, και τα τέκνα του, τα οποία σπανίως έβλεπεν. Εσχάτως του είχον παρουσιασθή, πρώτην φοράν εις την ζωήν του, και οικονομικαί στενοχωρίαι. Ο Φραγκούλας ήτο μεγαλοκτηματίας. Είχε παμπόλλους ελαιώνας, αμπέλια αρκετά, και χωράφια αμέτρητα. Μόνον από τον αντίσπορον των χωραφίων ημπορούσε να μην αγοράζη ψωμί δι' όλου του έτους αυτός και η οικογένειά του. Οι δε ελαιώνες, όταν εκαρποφόρουν, έδιδον αρκετόν εισόδημα. Αλλ' επειδή δεν ειργάζετο ποτέ μόνος του, τα έξοδα «τον έτρωγαν!». Είτα αυξανομένης της οικογενείας, συνηυξάνοντο και αι ανάγκαι. Και όσον ηύξανον τα έξοδα, τόσον τα έσοδα ηλαττούντο. Ήλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», αφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Είτα, διά πρώτην φοράν, έλαβεν ανάγκην μικρών δανείων. Δεν εφαντάζετο ποτέ ότι μία μικρά κάμπη αρκεί διά να καταστρέψη ολόκληρον φυτείαν. Απηυθύνθη εις ένα τοκογλύφον του τόπου.

Οι τοιούτοι ήσαν άνθρωποι «φερτοί», απ' έξω, και όταν κατέφυγον εις τον τόπον, εν ώρα συμφοράς και ανεμοζάλης, κατά την Μεγάλην Επανάστασην, ή κατά τα άλλα κινήματα τα προ αυτής, αρχομένης της εκατονταετηρίδος, κανείς δεν έδωκε προσοχήν και σημασίαν εις αυτούς.

Αλλ' επειδή οι εντόπιοι είχαν αποκλειστικήν προσήλωσιν εις τα κτήματα, ούτοι, οι επήλυδες, ως πράττουσιν όλοι οι φύσει και θέσει Εβραίοι, έδωκαν όλην την σημασίαν και την προσοχήν των εις τα χρήματα. Ήνοιξαν εργαστήρια, μαγαζεία, κ' εμπορεύοντο κ' εχρηματίζοντο. Είτα ήλθεν ώρα, όπως και τώρα και πάντοτε συμβαίνει, οπότε οι εντόπιοι έλαβον ανάγκην των χρημάτων, και τότε ήρχισαν να υποθηκεύουν τα κτήματα. Εωσότου παρήλθε μία γενεά, ή μία και ημίσεια, και τα χρήματα επέστρεψαν εις τους δανειστάς συμπαραλαβόντα μεθ' εαυτών και τα κτήματα.

Έως τότε δεν είχε συλλογισθή τοιαύτα πράγματα ο Φραγκούλης Φραγκούλας, ούτε τον έμελε ποτέ του περί χρημάτων. Αλλ' επ' εσχάτων είχε λάβει ανάγκην και δευτέρου και τρίτου δανείου, και οι δανεισται προθύμως του έδιδαν, αλλ' απήτουν να τους καθιστά υπέγγυα τα καλλίτερα κτήματα, εκ των οποίων έκαστον είχε, κατ' αυτόν εκτιμητήν, δεκαπλασίαν αξίαν του ποσού του δανειζομένου. . . Πλην φευ! αυτός δεν ήτον ο μόνος καϋμός του . . .

Ο Φραγκούλης Φραγκούλας δεν εφόρει πλέον το ωραίον του μαύρον φέσι, το τουνεζιάνικον· έφερεν οικιακόν μαύρον σκούφον επί της κεφαλής. Αλλ' ευρίσκετο σήμερον εις την εξοχήν. Εάν τον συνηντώμεν την προτεραίαν εις την αγοράν, κάτω εις την πολίχνην, θα εβλέπομεν ότι είχε βάψει μαύρον το φέσι του . . . Είχε πρόσφατον πένθος.

— Αχ! Τώχασα το καϋμένο μ', το ευάγωγο, τώχασα!

Ο γέρο-Φραγκούλης εστέναζε, και είχε δίκαιον να στενάζη· Το καλλίτερον κοράσιόν του, το τρίτον, το μικρότερον, δεκατετραετές μόλις την ηλικίαν — το οποίον είχε γεννηθή κατά τι διάλειμμα έρωτος, μεταξύ δύο χωρισμών — του είχεν αποθάνει προ ολίγων μηνών . . .

Και αυτός ήλθεν εις την Παναγίαν διά να κλαύση και να πη τον πόνον του. Ήτον κτήμα του ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Το εκκλησίδιον ήτον ευπρεπέστατον, ωραία στολισμένον, και είχε καλάς εικόνας — και μάλιστα την φερώνυμον, την γλυκείαν Παναγίαν την Πρέκλαν — σκαλιστόν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλεον και μανουάλια ορειχάλκινα, κανδύλια αργυρά. Έφερε πάντοτε ο ιδιοκτήτης μαζί του την βαρείαν υπερμεγέθη κλείδα της δρυίνης θύρας της στερεάς, και δεν έλειπε συχνά να επισκέπτεται την Παναγίαν του. Ιερόσυλος ευτυχώς κανείς ακόμη δεν είχεν αναφανή εις τα μέρη αυτά.

Ήτο η προπαραμονή της εορτής, ότε θα ετελείτο πανήγυρις εις τον ναΐσκον, τιμώμενον επ' ονόματι της Κοιμήσεως. Θα ήρχοντο από τον τόπον πολλαί οικογένειαι και άτομα, δωδεκάδες τινές προσκυνητών και πανηγυριστών και ο Παππανικόλας ο συμπέθερός του. Εις τον Παππανικόλαν έδιδεν ο Φραγκούλης διά τον κόπον του έν τάλληρον, περιπλέον δε εισέπραττεν ο παππάς διά λογαριασμόν του τας δεκάρας, όσας έδιδαν αι γυναίκες «διά να γράψουν τα ονόματα» ή τα «ψυχοχάρτια». Όλα τ' άλλα, προσφοράς, αρτοκλασίαν, πώλησιν κηρίων, κ.τ.λ. τα εισέπραττεν ο Φραγκούλης ως εισόδημα ιδικόν του . . .

Και τώρα τους επερίμενε να έλθουν πάλιν . . . . και ανελογίζετο πως άλλοτε, όταν ήτο νέος ακόμη, μετά τον πρώτον χωρισμόν από την γυναίκα του, η πανήγυρις αύτη της Παναγίας της Κοιμήσεως έγινεν αφορμή διά να επέλθη συνδιαλλαγή μετά της γυναικός του. Κατόπιν της συνδιαλλαγής εκείνης εγεννήθη ο τρίτος υιός, και το Κουμπώ, το θυγάτριον το οποίον εθρήνει τώρα ο γερο-Φραγκούλης.

— Τώχασα, το καϋμένο μου, το ευάγωγο, τώχασα! . . .

Ω δεν ελυπείτο τώρα τόσον πολύ τον από της γυναικός του χωρισμόν — την οποίαν άλλως τρυφερώς ηγάπα — , όσον εθρήνει την σκληράν απώλειαν εκείνην της κορασίδος, την οποίαν εις τον άλλον κόσμον ήλπιζε μόνον να επανεύρη . . . Και κατενύσσετο πολύ η καρδία του κ' εθλίβετο . . . Και ανελογίσθη ότι το πάλαι εδώ οι χριστιανοί, όσοι ήσαν ως αυτός τεθλιμμένοι, εις τον ναΐσκον αυτόν της Παναγίας της Πρέκλας ήρχοντο τας ημέρας αυτάς, να εύρωσι διά της εγκρατείας και της προσευχής και του ιερού άσματος αναψυχήν και παραμυθίαν . . . Τον παλαιόν καιρόν, προ του εικοσιένα, όταν το σήμερον έρημον και κατηρειπωμένον χωρίον εκατοικείτο ακόμη, όλοι οι κάτοικοι, και των δύο ενοριών, ήρχοντο εις τον ναόν της Πρέκλας, όστις ήτο απλούν παρεκκλήσιον, ν' ακούσωσι τας ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ' όλον το Δεκαπενταύγουστον . . .

Άφησεν εις την άκρην το τσιμπούκι, το οποίον είχε σβύσει ήδη ανεπαισθήτως, εν μέσω της αλλοφροσύνης των ρεμβασμών του καπνιστού, και ακουσίως ήρχισε να υποψάλλη.

Έλεγε τον Μέγαν Παρακλητικόν Κανόνα τον εις την Παναγίαν, όπου διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής και την σειράν όλην των κατανυκτικών ύμνων, όπου είς βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς όσους υπέφερεν από τα στήφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει «νέφη». Είτα, κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από στήθους, ύψωσεν ακουσίως την φωνήν, και ήρχισε να μέλπη το αθάνατον εκείνο:

«Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα. Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα».

. . . Και είτα προσέτι, παρεκάλει διά του άσματος την Παναγίαν, να είνε μεσίτρια προς τον Θεόν, «μη μου ελέγξη τας πράξεις, ενώπιον των Αγγέλων . . . » Ω, αυτό είχε την δύναμιν και το προνόμιον να κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών να κλαίωσι τον παλαιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα εκ συναισθήσεως . . .

Ο γερο-Φραγκούλης, επίστευε και έκλαιεν . . . Ω, ναι, ήτον άνθρωπος ασθενής· ηγάπα και ημάρτανε και μετενόει…..Ηγάπα την θρησκείαν, ηγάπα την σύζυγον και τα τέκνα του, επόθει ακόμη τον συζυγικόν βίον, επόθει και τον βίον τον μοναχικόν. Τον καιρόν εκείνον είχεν αγαπήσει εξ όλης καρδίας την Σινιωρίτισάν του . . . και την ηγάπα ακόμη. Αλλ' όσον τρυφερός ήτον εις τον έρωτα, τόσον ευεπίφορος εις το πείσμα, και τόσον γοργός εις την οργήν. Ω ατέλειαι των ανθρώπων!

Τώρα, εις τους τελευταίους χρόνους, είχε γνωρίσει ακόμα και την οικονομικήν στενοχωρίαν, το παράπονον της ξεπεσμένης αρχοντιάς, τας πιέσεις και τας απειλάς των τοκογλύφων. «Το διάφορο κεφάλι! το διάφορο κεφάλι!». Επί τέσσαρας εαυτούς ήτον αφορία, αι ελαίαι δεν εκαρποφόρησαν· ο καρπός είχε προσβληθή από άγνωστον ασθένειαν, διά τας αμαρτίας των ιδιοκτητών. Είχαν κιτρινίσει και μαυρίσει αι ελαίαι, και ήσαν γεμάται από βούλες, και είχαν πέσει άκαιρα. Τόσα «υποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βιος», αγύριστα κτήματα, σχεδόν τσιφλίκια, ηπειλούντο να περιέλθωσιν εις χείρας των τοκογλύφων. Εγέννα ή όχι η γη, εκαρποφόρουν ή όχι τα δένδρα, ο τόκος δεν έπαυε. Τα κεφάλια «έτικτον» Έπαυσε να τίκτη η γόνιμος (όπως λέγει ο Άγιος Βασίλειος), αφού τα άγονα ήρχισαν κ' εξηκολούθουν να τίκτουν . . .

Ανελογίζετο αυτά, κ' έκλαιεν η ψυχή του. Δεν ήλπιζε πλέον, ούτε ηύχετο σχεδόν, να ήρχετο η Σινιωρίτσα αύριον εις την πανήγυριν, όπως ήρχετο τακτικά κάθε χρόνον, άλλοτε, όταν ήσαν «μονιασμένοι», — όπως είχεν έλθει και άπαξ, εις καιρόν όπου ευρίσκοντο χωρισμένοι, προ δεκαπέντε ετών . . . Τώρα μόνον η ψυχή της Κούμπως, της αθώας μικράς παρθένου, είθε να παρίστατο αοράτως εις την πανήγυριν αγαλλομένη.

Ω! άλλοτε, προ δεκαπέντε ετών, πριν γεννηθή ακόμη η Κούμπω — ναι, η Παναγία είχε δωρήσει το αβρόν εκείνο άνθος εις τον Φραγκούλην και την Σινιώραν, και η Παναγία πάλιν το είχε δρέψει και το είχεν αναλάβει πλησίον της, πριν μολυνθή εκ της επαφής των ματαίων του κόσμου . . . Τον καιρόν εκείνον, είχε συμβή ο πρώτος χωρισμός, το πρώτον πείσμα, το πρώτον κάκιωμα μεταξύ των συζύγων. Και ο Φραγκούλης, θυμώδης, οξύχολος, δριμύς, είχεν αναβή, όπως τώρα, από την πολίχνην την κατοικημένην εις το παλαιόν χωρίον το έρημον, του οποίου εσώζοντο τότε ακόμη ολίγισται οικίαι, και δεν ήτο ερείπιον όλον, όπως σήμερον. Και καθώς τώρα, είχεν έλθει δύο ή τρεις ημέρας προ της εορτής εις το παρεκκλήσιον της Πρέκλας, εκάθητο δε εις τα πρόθυρα του ναΐσκου, κ' εκάπνιζε το μακρόν τσιμπούκι με το ηλέκτρινον επιστόμιον. Πλην τότε το φέσι του ήτο κατακόκκινον, και τώρα εφόρει μαύρον σκούφον . . . Και τότε ο Φραγκούλης ήτον σαράντα χρόνων, και τώρα ήτο πενηνταπέντε. Τότε έτρεφε πείσμα και χολήν, αλλ' είχε πολύ περισσότερον και βαθύτερον συζυγικόν έρωτα, και μόνον νύξιν ήθελεν· ήτον έτοιμος να συγχωρήση και ν' αγαπήση . . . Αλλά τώρα δεν είχε πλέον ούτε πείσμα σχεδόν ούτε οργήν· ηγάπα την Σινιώραν, την επόνει, αλλ' έκλαιε πολύ περισσότερον διά το θυγάτριόν τον, το Κουμπιώ, «το καϋμένο το ευάγωγο!».

Εκείνην την φοράν, ο παππα-Νικόλας, άμα έφθασε την παραμονήν, ακολουθούμενος από πλήθος προσκυνητών διά την πανήγυριν, εστάθη πλησίον της θύρας του ναού, παρά την γωνίαν, και του είπε μυστηριωδώς·

— Θάχης μουσαφιρλίκια, θαρρώ.

— Τι τρέχει παππά; ηρώτησε μειδιών ο Φραγκούλης, όστις εμάντευσε πάραυτα.

— Θα σου έλθη τ' ασκέρι . . . Κύτταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρίς πείσματα . . .

Ο παππάς, ασκέρι λέγων, εννοούσε προφανώς την οικογένειαν του Φραγκούλα· αλλά τάχα μόνον τα παιδία, τα δύο μεγαλείτερα εκ των τεσσάρων; — καθόσον τα άλλα δύο τα μικρά, δεν θα ηδύναντο να κουβαληθούν εις διάστημα τριών ωρών οδοιπορίας χωρίς την μητέρα των. Ο Φραγκούλης ηθέλησε να βεβαιωθή.

— Θάρθη μαζί κ' η μάνα τους;

— Βέβαια . . . πιστεύω, είπεν ο παππάς.

Τω όντι, όταν εβράδυασε καλά και ήρχισε να σκοτεινιάζη, η κυρά Σινιώρα ήλθε, μαζύ με την γραίαν μητέρα της και με τα τέσσαρα παιδιά της, εν συνοδεία και άλλων προσκυνητριών, γειτονισσών ή συγγενών της. Από πολλών μηνών δεν είχεν ιδεί τον σύζυγόν της, όστις είχε κατοικήσει χωριστά — εις ευτελές δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, το οποίον ωνόμαζε «το κελλί του», και έζη από μηνών ως καλόγηρος. Επλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ο Φραγκούλης ίστατο εκεί παραπέρα από την θύραν της εκκλησίας, κ' έκαμνε πως έβλεπεν αλλού και πως επρόσεχεν είς τινα ομιλίαν περί αγροτικών υποθέσεων μεταξύ δύο ή τριών χωρικών.

Η Σινιώρα εισήλθεν εις τον ναΐσκον, επροσκύνησεν, εκόλλησε κηρία και ησπάσθη τας εικόνας. Είτα μετά τινα ώραν εξήλθεν. Επλησίασε συνεσταλμένη κ' εχαιρέτησε τον σύζυγόν της. Ούτος έτεινε προς αυτήν την χείρα, και ησπάσθη φιλοστόργως τα τέκνα του.

Ήδη ενύκτωνε, και εψάλη ο Μικρός Εσπερινός. Ακολούθως μετά το λιτόν σαρακοστιανόν, το οποίον έφαγον καθ' ομάδας καθίσαντες οι διάφοροι προσκυνηταί εδώ κ' εκεί επί των χόρτων και των ερειπίων, ο Φραγκούλης ητοίμασεν ιδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον πρόχειρον κατά μίμησιν εκείνων τα οποία συνηθίζονται εις τα μοναστήρια, και φέρων τρεις γύρους περί τον ναόν, το έκρουσε μόνος του, πρώτον εις τροχαϊκόν ρυθμόν: «τον Αδάμ, Αδάμ, Αδάμ!», είτα εις ιαμβικόν: «το τάλαντον, το τάλαντον!»

Ευθύς τότε τα δύο παιδία του Φραγκούλα και πέντε ή έξ άλλου μικροί μοσχομάγκαι ανερριχήθησαν επάνω εις την στέγην του ναού, άνωθεν της θύρας, και ήρχισαν να βαρούν τρελλά, αλύπητα, αχόρταστα, τον μικρόν μισορραγισμένον κώδωνα, τον κρεμάμενον από δύο διχαλών ξύλων, εκεί επάνω. Ύστερον από πολλάς φωνάς, μαλώματα και επιπλήξεις του Φραγκούλα, του μπάρμπα-Δημητρού του ψάλτου, και του Παναγιώτου της Αντωνίτσας (ενός καλού χωρικού, όστις δεν εκουράζετο να τρέχη εις όλα τα εξωκκλήσια και να κάμνη «κουμάντο», έως ου επί τέλους η δημαρχία ηναγκάσθη να τον αναγνωρίση ως ισόβιον επίτροπον όλων των εξοχικών ναών), τα παιδία μόλις έπαυσαν οψέποτε να κρούουν τον κώδωνα, κ' εξεκόλλησαν τέλος από την στέγην του ναΐσκου. Ο παππά-Νικόλας έβαλεν ευλογητόν, και ήρχισεν η ακολουθία της Αγρυπνίας.

Ο Φραγκούλας ήτο τόσον ευδιάθετος εκείνην την εσπέραν, ώστε από του «Ελέησόν με ο Θεός», της αρχής του Αποδείπνου, μέχρι του «Είη το όνομα», εις το τέλος της λειτουργίας — όπου η παννυχίς διήρκεσεν οκτώ ώρας άνευ διαλείμματος — όλα τα έψαλλε και τα απήγγειλε μόνος του, από του δεξιού χορού, μόλις επιτρέπων εις τον κυρ-Δημητρόν τον κάτοχον του αριστερού χορού να λέγη κι' αυτός από κανένα τροπαράκι, διά να ξενυστάξη. Έψαλε το «Θεαρχίω νεύματι» και εις τους οκτώ ήχους μοναχός του, προφάσει ότι ο κυρ-Δημητρός, «δεν εύρισκεν εύκολα τον ήχον», ήτοι δεν ηδύνατο να μεταβή αβιάστως και άνευ χασμωδίας από ήχου εις ήχον. Εις το τέλος του Εσπερινού, μοναχός του εδιάβασε το Συναξάρι, και, χωρίς να πάρη ανασασμόν, μοναχός του πάλιν άρχισε τον εξάψαλμον. Έψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Αναβαθμούς και Προκείμενα, είτα όλον το «Πεποικιλμένη» έως το «Συνέστειλε χορός», και όλον το «Ανοίξω το στόμα μου», έως το «Δέχου παρ' ημών». Είτα έψαλεν Αίνους, Δοξολογίαν, εδιάβασεν Ώρας και Μετάληψιν, προς χάριν όλων των ητοιμασμένων διά την Θείαν Κοινωνίαν, και εις την Λειτουργίαν πάλιν όλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, το Χερουβικόν, το «Αι γενεαί πάσαι», το Κοινωνικόν κτλ. κτλ.

Όλα αυτά τα ενθυμείτο ακόμη, ως να ήτον χθες, ο γέρο- Φραγκούλας, και είχον παρέλθει δεκαπέντε έτη έκτοτε. Ακόμη και μικρά τινα φαιδρά επεισόδια, τα οποία συνέβησαν εις την Λιτήν, μικρόν προ του μεσονυκτίου, κατά την έξοδον της ιεράς εικόνος εις το ύπαιθρον. Επειδή αι γυναίκες είχαν κολλήσει πολλά και χονδρά κηρία, τα πλείστα έργα αυτών των ιδίων χειρομάλλακτα, τα δε κηρία συμπλεκόμενα εις δέσμας και περιπλοκάδας από τον Παναγιώτην της Αντωνίνας, τον πρόθυμον εις την υπηρεσίαν της ιεράς πανηγύρεως, είχαν λαμπαδιάσει· εις μίαν στιγμήν ολίγον έλειψε να πάρη φωτιάν το φελόνι του παππά, είτα και το γένειόν του. Τότε ο Παναγιώτης της Αντωνίτσας, μη ευρίσκων άλλο προχειρότερον μέσον, ήρπαζε τας ογκώδεις δέσμας των φλεγόντων κηρίων, τας έφερε κάτω εις το έδαφος, κ' επάτει δυνατά με τα τσαρούχια του, διά να τα σβύση. Αι γυναίκες δυσφορούσαι εγόγγυζον να μην πατή τα κηρία, γιατί είνε κρίμα.

Τότε είς των παρεστώτων, υιός πλουσίου του τόπου, από εκείνους οίτινες εις το ύστερον κατέστησαν δανεισταί του Φραγκούλα — και όστις έλέγετο ότι εις τας εκλογάς εμελέτα να βάλη κάλπην ως υποψήφιος δήμαρχος — , ηκούσθη να λέγη ότι πρέπει να μάθουν να κάμνουν «οικονομία, οικονομία στα κηρία! . . . η νύχτα μεγαλώνει . . . ισημερία τώρα κοντεύει . . . έχει νύκτα . . . »

Αλλ' αι γυναίκες, ενώ είξευραν καλλίτερα από εκείνον όλας τας οικονομίας του κόσμου, δεν εννοούσαν τι θα πη «οικονομία στα κηρία», αφού άπαξ είνε αγορασμένα και πληρωμένα και είνε μελετημένα και ταμένα εξ άπαντος να καούν διά την χάριν της Παναγίας. Μία απ' αυτάς, γερόντισσα, ανεπόλησε κάτι τι δι' ένα θαύμα, το οποίον είχεν ακούσει από το συναξάρι του Αγίου Δημητρίου, όπου ο Άγιος, εις την Σαλονίκην, επέπληξεν αυστηρώς τον νεωκόρον, έχοντα την μανίαν να σβύνη μισοκαμμένα τα κηρία — και η γερόντισσα ήρχισε να το διηγήται χθαμαλή τη φωνή εις την πλησίον της: «Αδελφέ Ονήσιμε, άφες να καούν τα κηρία όσα προσφέρουν οι Χριστιανοί, και μη αμαρτάνης . . . ».

Την ιδίαν ώραν συνέβη και τούτο. Ενώ ο παππάς απήγγελλε τας μακράς αιτήσεις της Λιτής, επισυνάπτων και τα ονόματα όλα ζωντανά και πεθαμένα, όσα του είχον υπαγορεύσει αφ' εσπέρας αι ευλαβείς προσκυνήτριαι, ο Φραγκούλης έψαλλε μεγαλοφώνως το τριπλούν «Κύριε Ελέησον» με την χονδρήν φωνήν του, και με όλον το πάθος της ψαλτικής του. Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις εφαίνετο να είχε πειραχθή ολίγον, ίσως διότι ο Φραγκούλας εν τη ψαλτομανία του δεν του επέτρεπε να 'πη κ' εκείνος ένα τροπαράκι σωστό (διότι, άμα ήρχιζεν ο Δημητρός το δικό του, ο Φραγκούλας, με την γερήν κεφαλικήν φωνήν του, εκθύμως συνέψαλλε, του ήρπαζε την πρωτοφωνίαν, και υπέτασσε κ' εκάλυπτε την ασθενή και τερετίζουσαν φωνήν εκείνου), έλαβε το θάρρος να του κάμη παρατήρησιν.

— Πειο σιγά, πειο ταπεινά, κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα να το λες το Κύριε ελέησον, γιατί δεν ακούονται τα ονόματα, και θέλουν η γυναίκες να τ' ακούνε.

Είχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αι γυναίκες απήτουν να λέγωνται εκφώνως τα ονόματα, όσα είχαν ειπεί εις τον παππάν να γράψη. Εννοούσαν να τ' ακούη κι' ο Θεός, κ' η Παναγία, κ' όλος ο κόσμος. Η καθεμία ήθελε ν' ακούση «τα δικά της τα ονόματα», και να τ' αναγνωρίση, καθώς απηγγέλλοντο αραδιαστά. Άλλως θα είχαν παράπονα κατά του παππά, κι' ο παππάς αν ήθελε να φάγη κι' άλλοτε, εις το μέλλον, προσφορές, ώφειλε να τα έχη καλά με της ενορίτισσαις.

Τότε η Αργυρή, η πρωτότοκος του Φραγκούλα, ούσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθώς έστεκε πλησίον εις τον πατέρα της, εψήλωσεν ολίγον διά να φθάση εις το ους του, και του λέγει κρυφά·

— Πατέρα, άφησε και τον μπάρμπα-Δημητρό να ψάλλη «Κύριε Ελέησον!»

Τούτο ήτο ως έμπνευσις και βοήθημα διά τον Φραγκούλην. Επειδή ούτος δεν ήθελε φανερά να υπακούση εις την σχεδόν αυθάδη παραίνεσιν του Δημητρού, και πάλιν δεν ήθελε να δείξη ότι εθύμωσεν, εστράφη προς τον καλόν γέροντα και του λέγει·

— Πε, Δημητρό, σαράντα φορές το «Κύριε ελέησον».

Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις αν και είχε γηράσει, δεν είχε μάθει ακόμη καλά τα τυπικά, και δεν είξευρεν ακριβώς πότε κατά την Λιτήν το Κύριον ελέησον λέγεται τρις και πότε τεσσαρακοντάκις, ήρχισε πράγματι να το ψάλλη σαράντα φορές, ώστε ο παπάς εβιάσθη ν' απαγγείλη ραγδαίως και αθρόα τα τελευταία ονόματα, και, διά να είνε σύμφωνος με τον ψάλτην, ήρχισε προ της ώρας να λέγη: « . . . υπέρ του διαφυλαχθήναι, από λιμού, λοιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας» και τα εξής.

Τέλος, μετά την λειτουργίαν ο παππάς, ο Φραγκούλας και η οικογένειά του και ολίγοι φίλοι εκάθισαν κ' έφαγαν ομού και ηυφράνθησαν, και την εσπέραν ο Φραγκούλας επανήρχετο, ειρηνικώς και με αγάπην, μετά της συζύγου και των τέκνων του υπό την οικιακήν στέγην.

Πριν παρέλθη έτος εγεννήθη η Κούμπω. Η κόρη αύτη, πλάσμα χαριτωμένον και συμπαθές, ανετρέφετο και ηλικιούτο, εγένετο το χάρμα και η παρηγορία του πατρός της. Δεν είχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, αλλά κάτι άλλο παράδοξον γνώρισμα, οιονεί χαρακτήρα φρονίμου γυναικός εις ηλικίαν παιδίσκης.

Ύστερον, μετά χρόνους, όταν επήλθεν ο δεύτερος χωρισμός, η Κούμπω, οκταέτις τότε, έτρεχε πλησίον του πατρός της, εις το «κελλί του», όπου κατώκει εις την ανωφερή εσχατιάν της πολίχνης, και την εγέμιζε περιποιήσεις και τρυφερότητας.

Αυτή μόνον εδέχετο προθύμως τους πατρικούς χαλινούς, ενώ τα άλλα τέκνα δεν ήρχοντο ποτέ πλησίον του πατρός των, και διά τούτο εκείνος την ωνόμαζε «το ευάγωγο». Καθημερινώς έτρεχε να τον εύρη, και δεν έπαυε να τον παρακαλή·

— Έλα, πατέρα, στο σπίτι· μη μας αφήσης, λέγ' η μητέρα, ζωνταρφανά.

Μίαν των ημερών έτρεξε δρομαία, φαιδρά, και πνευστιώσα του είπε:

— Τάμαθες, πατέρα; . . . Θα παντρέψουμε τ' Αργυρώ μας. . . Έλα στο σπίτι, γιατί δεν είνε πρέπον, λέγει η μητέρα, να είσθε χωρισμένοι εσείς, που θα παντρευτή τ' Αργυρώ μας . . . για να μην κακιώση ο γαμπρός! . . .

Τω όντι ο Φραγκούλας επείσθη κ' εφιλιώθη με την σύζυγόν του. Ηρραβώνισαν την Αργυρώ, είτα μετ' ολίγους μήνας την εστεφάνωσαν . . . Είτα πάλιν επήλθε τρίτος χωρισμός μεταξύ του παλαιού ανδρογύνου, και μ' ένα γεροντόπαιδον μαζί, το οποίον ήλθεν εις τον κόσμον σχεδόν συγχρόνως με τον γάμον της πρωτοτόκου.

Τότε η Κούμπω, ήτις είχε γείνει δεκατριών ετών, δεν έπαυε να τρέχη πλησίον του πατρός της, και να τον παρακινή ν' αγαπήση με την μητέρα.

Μίαν ημέραν θλιβερά του είπεν

— Δεν θα μπορώ πλέον νάρχωμαι, ούτε στο κελλί σου, πατέρα. . . Είνε κάτι κακές γυναίκες, εκεί στο μαχαλά, στο δρόμο που περνώ, και της άκουσα που λέγανε καθώς περνούσα: «Να, το κορίτσι της Φραγκούλαινας, που την έχει απαρατήσει ο άνδρας της . . .» Δεν το βαστώ πλέον, πατέρα.

Τω όντι, παρήλθον τρεις ημέραι, και η Κούμπω δεν εφάνη εις το κελλί του πατρός της. Την τετάρτην ημέραν ήλθε πολύ ωχρά και μαραμένη· εφαίνετο να πάσχη.

— Τι έχεις, κορίτσι μου, της είπεν ο πατήρ της.

— Αν δεν έλθης, πατέρα, του απήντησεν αποτόμως αίφνης, με παράπονον και με πνιγμένα δάκρυα, να ξεύρης, θα πεθάνω από τον καϋμό μου!

Έρχομαι, κορίτσι μου, είπεν ο Φραγκούλης.

Τω όντι, την άλλην ημέραν επήγεν εις την οικίαν. Αλλ' η νεαρά κόρη έπεσε πράγματι ασθενής και είχε δεινόν πυρετόν. Όταν ο πατέρας ήλθε παρά την κλίνην της και της ανήγγειλεν ότι έκαμε αγάπην με την μητέρα της, διά να χαρή, ήτον αργά πλέον. Η τρυφερά παιδίσκη εμαράνθη εξ αγνώστου νόσου, και ούτε φάρμακον ούτε νοσηλεία ίσχυσε να την ανακαλέση εις τον πρόσκαιρον κόσμον. Εκοιμήθη χωρίς αγωνίαν και πόνον, εξέπνευσεν ως πουλί, με την λαλιάν εις το στόμα·

— Πατέρα! πατέρα! στην Παναγία να κάμετε μια λειτουργία . . . με την μητέρα μαζί! . . .

Είπε και απέθανε!

Ο Φραγκούλης έκλαυσεν απαρηγόρητα· έκλαυσεν αχόρταστα ομού με την σύζυγόν του . . . Κατόπιν απεσύρθη, κ' εξηκολούθησε να κλαίη μόνος του εις την ερημίαν . . .

Ο τελευταίος ούτος χωρισμός ήτο μάλλον φιλικός και με την συναίνεσιν της Σινιώρας, ήτις έβλεπεν ότι ο γέρων σύζυγος της επεθύμει μάλλον να γείνη μοναχός. Ο Φραγκούλης ενθυμείτο την τελευταίαν σύστασιν της Κούμπως: «με την μητέρα μαζί». Μόνον έν παροδικόν πείσμα του είχεν έλθει. Του εφάνη ότι αι ίδιαι αδελφαί της, η ύπανδρος, και η άλλη η δευτερότοκος, δεν την ελυπήθησαν όσον έπρεπε, δεν την επένθησαν, όσον της ήξιζε, την ατυχή μικράν, την Κούμπω. Έκτοτε εξηκολούθει να ζη ολομόναχος πάλιν, τώρα «επί γήρατος ουδώ». Και ενθυμείτο τον στίχον του Ψαλτηρίου: «Μη απώση με εις καιρόν γήρως, . . . και έως γήρως και πρεσβείου, μη εγκαταλίπης με».

Και την ημέραν αυτήν, την παραμονήν της Κοιμήσεως πάλιν, τον ευρίσκομεν να κάθηται εις το προαύλιον του ναΐσκου, και να καπνίζη μελαγχολικώς το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμόν . . . αναλογιζόμενος τόσα άλλα και τους οχληρούς δανειστάς του, οι οποίοι του είχαν πάρει εν τω μεταξύ το καλλίτερον κτήμα· — ένα ολόκληρον βουνόν, ελαιώνα, άμπελον, αγρόν με οπωροφόρα δένδρα, με βρύσιν, με ρέμα και νερόμυλον — και να εκχύνη τα παράπονά του εις θρηνώδεις μελωδίας προς την Παναγίαν.

«Εκύκλωσαν αι του βίου μου ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε . . . »

Και επόθει ολοψύχως τον μοναχικόν βίον, ολίγον αργά, και επεκαλείτο μεγάλη τη φωνή τον «Γλυκασμόν των Αγγέλων, των θλιβομένων την χαράν», όπως έλθη εις αυτόν βοηθός και σώτειρα:

«Αντιλαβού μου και ρύσαι των αιωνίων βασάνων . . . ».

ΟΛΟΓΥΡΑ ΣΤΉ ΛΙΜΝΗ

Όταν επανήλθες μετά επτά έτη εις την ωραίαν τοποθεσίαν, την προσφιλή εις τας αναμνήσεις σου, δεν ήτο Φεβρουάριος ο μην και δεν υπήρχον πλέον ία να μυρώνωσι την ατμοσφαίραν με τας μεθυστικάς ευωδίας των. Αλλά δεν ήτο πλέον και η Πολυμνία εκεί, άλλο έμψυχον ίον, η μεθύσκουσα ποτέ την παιδικήν φαντασίαν σου με μόνον της λευκής λινομετάξου εσθήτος της τον θρουν. Δεν εσώζετο πλέον ούτε ο σικυών του αγαθού Παρρήση, ο περιβάλλων ποτέ με χλοερόν πλαίσιον την γαληνιώσαν λίμνην, την αντανακλούσαν εις τα νερά της το αίθριον κυανούν, ούτε καν η καλύβη του Λούκα του Θανασούλα, η βρεχομένη από το κύμα παρά το στόμιον της λίμνης, όπου ουδείς αλιεύς ετόλμα εντός βολής να πλησιάση, διότι και κοιμωμένου του Λούκα, η καραβίνα ηγρύπνει παρά το πλευρόν του, και ήκουες τότε έξαφνα, εν τω μέσω της νυκτός, ξηρόν κρότον ουδέν καλόν υποσχόμενον εις τον τολμητίαν, όστις θα εδοκίμαζε να πλησιάση ποτέ. Αν ηδύνατό τις να πιστεύση τα λεγόμενα, η καραβίνα αύτη ήτο αληθές ξυπνητήρι του ενοικιαστού της λίμνης, ειδοποιούσα αυτόν μυστηριωδώς διά κτύπου εις τον δεξιόν του ώμον περί της λαθραίας προσεγγίσεως βάρκας τινός εκ του λιμένος διά νυκτός. Διότι οι όροι του συμβολαίου έλεγαν, ότι όλα τα κεφαλόπουλα και τα καβούρια, όσα επλησίαζαν εις την λίμνην, ήσαν της λίμνης, ενώ όσα ετόλμων να εξέλθωσιν αυτής, δεν ήσαν του λιμένος. Εφηρμόζετο δ' ενταύθα κατά πλάτος το αξίωμα &τα εμά εμά, και τα σα εμά.&

Άλλοτε κατήρχετο εκεί βόσκων τας ολίγας αμνάδας και τα αρνία του ο μπάρμπα-Γιωργός, Θεός σχωρέσ' τον, ο Κοψιδάκης, όστις δεν εφείδετο να διηγήται εις πάντας όσας οπτασίας έβλεπεν (αγίους, αγγέλους, δαίμονας, την κατάστασιν των ψυχών, και αυτήν την τελευταίαν κρίσιν, όλα τα έβλεπεν ο μακαρίτης) και άπαξ μάλιστα ηλήθευσε περιφανώς, όταν έπεισε τους πολίτας και «τον δήμαρχο με όλη τη δωδεκάδα», ότι ήτο επάναγκες ν' ανακαινίσωσιν εκ βάθρων τον ναΐσκον του αγίου Γεωργίου. Και προείπεν αυτοίς, ότι, άμα ανέσκαπτον τα θεμέλια, ο Άγιος θα ήρχετο βοηθός. Και πράγματι, ως ήρχισεν η σκαπάνη να ξεκοιλιάζει μετά δούπον την γην και να στομούται πλήττουσα λίθους και χάλικας, προέβησαν εις το φως δίδυμοι τάφοι μετά κιτρίνων σκελετών, τις οίδε από ποίου λοιμού κατά τους παρελθόντας αιώνας εκεί θαμμένων, και μεταξύ αδελφωμένων κοκκάλων και χώματος, ευρέθησαν περί τα εκατόν ενετικά φλωρία. Άλλοι επίστευσαν τότε το θαύμα και άλλοι εξεπλάγησαν διά την σύμπτωσιν, αλλά το ορατόν αποτέλεσμα είνε ότι ο ναΐσκος ευπρεπής οπωσούν εκτίσθη. Εις τον ναΐσκον εκείνον, όταν ήτον ακόμη παλαιός και στενός και μικρούτσικος, εκλείεσο το πάλαι, όταν ήθελες να επικαλεσθής την βοήθειαν του Αγίου διά τους πρωίμους πόνους της καρδίας σου. Και δεν ηδύνατό τις να σε ονομάση βέβηλον, καθόσον δεν εζήτεις από τον Άγιον εγκόσμιον ευτυχίαν, αλλά παρηγορίαν διά τας θλίψεις σου. Και συ έπλεες τότε εις ψευδή ασφάλειαν, πεποιθώς ότι κανείς άλλος δεν σε έβλέπεν από τον Θεόν και από τον Άγιον· αλλ' ο νέος εκείνος, όστις εφύλαγε τότε τα πρόβατα του μπάρμπα-Γιωργού, Θεός σχωρέσ' τον, του Κοψιδάκη, αν και δεν ήτον προικισμένος με το χάρισμα της προφητείας και των οπτασιών, ως ο αφέντης του, όταν σ' έβλεπεν αντικρύ από τον λόφον, κ' έκλειες την θύραν άμα έμβαινες εις το εξωκκλήσιον, κατήρχετο γοργά — γοργά από τον λόφον, με τα τσαρουχάκια του, πατών εις την γην τόσον μαλακά ως να ήτο ελαφρός ατμός διολισθαίνων επί της χλόης, και συνεχών την αναπνοήν του, επλησίαζε σιγά — σιγά εις την μικράν, μισοασβεστωμένην και λαδωμένην από την υπερβολικήν ευλάβειαν των προσκυνητριών υαλόφρακτον θυρίδα του ναΐσκου, κ' έβλεπε, χωρίς να τον βλέπης, τας μετανοίας και τας προσευχάς σου, και ήκουε, χωρίς να τον ακούης, τους ψιθυρισμούς σου και τους στεναγμούς σου. Ω! πόσα έτη παρήλθον έκτοτε!

Εχωρίζετο η λίμνη από της θαλάσσης διά πλατείας λωρίδος γης αμμώδους και κισσηρώδους, της οποίας μέρος ήτο το ναυπηγείον της πόλεως και μέρος ήτο ο σικυών του Παρρήση. Κατά την δυτικήν όμως γωνίαν της λωρίδος αυτής όπου ήρχιζε ν' απλούται το μήκος του λιμένος, η λωρίς αύτη έβαινε στενουμένη έως του Αργύρη του Μπαρμαπαναγιώτη τον ανεμόμυλον, όστις με την αενάως στροφοδινουμένην κυκλοτερή πτέρυγά του, με τα τριγωνικά ιστία, εφαίνετο ως να προεκάλει τα εν τω λιμένι αγκυροβολημένα πλοία, λέγων προς αυτά: «Να, εγώ αρμενίζω και στη στεριά!» Πόσας και πόσας φοράς ηναγκάσθης να θαλασσώσης, αφαιρών κάλτσαις και πέδιλα, ανασηκώνων έως το γόνυ την περισκελίδα, επιμένων πεισμόνως να διαβής το ποτάμιον, όταν πολύ συχνά επήρχετο πλημμύρα, και η θάλασσα εγίνετο έν με τον βάλτον! Και διατί δεν απεφάσιζες ν' ανακόψης τον δρόμον σου και να επιστρέψης εις την πόλιν; Διότι σου εφαίνετο, ότι κάτι έβλεπες, κάτι απήλαυες εις το τοπίον αυτό, ενώ εκείνη, ήτις το εζωντάνευεν, είχε γείνει άφαντος προ πολλού. Και πότε πάλιν επροτίμας να λάβης την βορειοτέραν οδόν, την περιφερή, εκείθεν της λίμνης, διατρέχων όλον το Καβούλι με τους αγρούς και με τους αμπελώνας του. Εκεί επάτεις επί παχείας χλόης, υπό την οποίαν δεν είξευρες πάντοτε, αν υπήρχε στερεά γη. Και εχώνεσο έως τους αστραγάλους εις τον βάλτον, αλλ' ενόμιζες τούτο ευτυχίαν σου, διότι εφαντάζεσο πάντοτε, ότι έτρεχες να κόψης ίτσια δι' εκείνην. Και όταν έφθανες τέλος, με τα υποδήματα βαλτωμένα και τα περιπόδια υγρά εις τον λευκόν οικίσκον του μπάρμπα-Κωνσταντή του Μιτζέλου, και τον εχαιρέτας, εκεί που εσκάλιζε τα κουκκιά, φωνάζων μακρόθεν: «Καλησπέρα, μπάρμπα-Κωνσταντή!», κ' εκείνος σου απήντα μειλιχίως; «Καλώς το παιδί μου!», τότε ηγάπας να φαντάζεσαι σεαυτόν ως μπάρμπα-Κωνσταντήν και την Πολύμνιαν ως θεια- Σινιώραν, και τους δύο κατά σαράντα έτη νεωτέρους, και ανεμέτρεις οποία θα ήτον ευτυχία διά σε, αν ήτο δυνατόν να συζήσης με την αγαπητήν σου, εις τον πάλλευκον εκείνον οικίσκον, (του οποίου όμως η υπερβάλλουσα λευκότης ωφείλετο εις τα ακατάπαυστα ασβεστώματα της θεια-Σινιώρας), και οποία θα ήτο εντρύφησις αισθήματος και ρωμαντισμού, εάν διήγετε τας ημέρας μετά της αγαπητής εν μέσω του ευώδους και χλοερού εκείνου κήπου με τας ροιάς, με τας ροδωνιάς, με τας αμυγδαλέας και πασχαλέας, με όλα τα εκλεκτότερα φυτά και άνθη (τα οποία όμως ωφείλοντο εις τους ενδελεχείς κόπους του μπάρμπα-Κωνσταντή) παρά την όχθην της ωραίας λίμνης, όπου υπήρχεν είς ουρανός επάνω, και άλλος ουρανός εφαίνετο κάτω, λεύκαι και κυπάρισσοι ανέτεινον τας υψηλάς κορυφάς των άνω, και άλλαι λεύκαι και κυπάρισσοι εκρέμαντο ανάποδα κάτω. Και όσαι μυριάδες άστρα εκόσμουν την νύκτα λάμποντα το στερέωμα, άλλαι τόσαι μυριάδες έλαμπον τρεμοσβύνοντα κάτω εις τον πυθμένα. Και καλαμώνες σειάμενοι υπό του ανέμου ύψωναν τούς ασθενείς καυλούς των, δύο οργυιάς υπέρ το κύμα, και βρύα και λύγοι και ασφόδελοι απέζων εκ του έλους της λίμνης και εκ του λίπους του βάλτου, κλίνοντα τας χθαμαλάς κορυφάς των προς το ύδωρ ως ν' απέδιδον εις την λίμνην την οφειλομένην ευγνώμονα υπόκλισιν. Και αντικρύ υψούτο ο λιμήν με τας χλοεράς όχθας του ολόγυρα, τας εξαπλούσας εις τον ήλιον τας πρασινιζούσας κλιτύς των ως εύκολπα στήθη παρθένου αναδίδοντα ζωήν και σφρίγος εις την πλάσιν. Δένδρα εκόσμουν ευπαρύφως τας όχθας τας ορεινάς και τας αμμώδεις, και άλλα δένδρα φυτευμένα εν τη θαλάσση εστόλιζον το κύμα και τους αιγιαλούς, τα ιστία με τα εξάρτιά των. Και εις το βάθος εφαίνοντο προς βορράν τεμνόμεναι αι δύο των λόφων σειραί, αι περιβάλλουσαι ένθεν και ένθεν τον μακρόν αλλ' ευσύνοπτον εις το βλέμμα κάμπον, η μία η ανατολική, υψηλή, εγγυτέρα εις τον θεατήν, επιστεφομένη από το καλύβι του μπάρμπα-Γεωργιού, Θεός σχωρέσ' τον, του Κοψιδάκη, όπου όχι άπαξ εώρτασες την Πρωτομαγιάν, παιδίον, με γάλα και με οβελίαν αμνόν και με στεφάνους και με λελούδια, όταν έζη ο προς μητρός πάππος σου, ο μπάρμπ' Αλέξανδρος, Θεός σχωρέσ' τον, ο Καρονιάρης, όστις ηγάπα να εορτάζη μεγαλοπρεπώς την Πρωτομαγιάν, χορηγός αυτός όχι μόνον δι' όλους τους υιούς, τας θυγατέρας και τα εγγόνια του, αλλά και διά τα αναδεξίμια του και τους κουμπάρους του και διά τας κόρας των κολληγισσών του ακόμη, τας οποίας επταετής ήδη δεν ώκνεις να ερωτεύεσαι, φανταζόμενος ότι τρέχεις κατόπιν αυτών εις τους ορμίσκους, εκεί όπου ελεύκαινον τας οθόνας, και ότι κρύπτεσαι μαζί των εις τα άντρα, τα πατούμενα υπό της θαλάσσης, αφριζούσης υπό την πνοήν του Βορρά, ονειροπολών την ευτυχίαν εις τους λευκούς και γλαφυρούς κόλπους, με τας ολοβροχίους και βυσιννόχρους τραχηλιάς και εις τας κυανόφλεβας και τορνευτάς ωλένας με τας μακράς και κεντητάς χειρίδας των. Πρώιμα όνειρα νεότητος ανυπομόνου, ως η αμυγδαλή η ανθούσα τον Ιανουάριον!

Η άλλη, η δυτική λοφιά, ήτο η Πλατάνα, απωτέρα εις τον θεατήν, υπτία, ανακεκλιμένη, βαθμηδόν ανέρπουσα προς τας υψηλοτέρας κορυφάς, ης την υπώρειαν περικαλλώς κοσμεί ο Πύργος του Μετοχίου με τον ωραίον ναΐσκον του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Όλα αυτά τα έβλεπες αντικρύ σου ως τελείαν εικόνα αριστοτέχνου αληθώς, εκείθεν της λίμνης από τον λευκόν οικίσκον του μπάρμπα-Κωνσταντή του Μιτζέλου, καθώς και από το ναυπηγείον, το οποίον εφαίνετο απέναντι, εντεύθεν της λίμνης.

Όλη η μακρά και πλατεία αμμουδιά η απλουμένη μεταξύ της λίμνης και του λιμένος δεν είχεν ουδέ ένα κόκκον άμμου αμιγή από πριονίδια, ουδέ ένα χάλικα ελεύθερον από την γειτονίαν πελεκουδίου. Πόσα δάση αγριοξύλων μετεμορφώθησαν ενταύθα, από αμνημονεύτων χρόνων, εις σκάφας με κατάρτια υψηλά, με μυριάδας οργυιών σχοινιών και πανίων, και πόσαι τοιαύται σκάφαι θα εκοιμώντο τώρα τον ύπνον εις τα βάθη της Μεσογείου ή του Ευξείνου! Δύο τοιούτοι σκελετοί εφαίνοντο σήμερον κείμενοι επί την πλεράν, αντικρύ του ναυπηγείου, με τας σκωληκοβρώτους και μαυρισμένας σανίδας των, με τα σκουριασμένα καρφία των, και τα διέχοντα στραβόξυλα, γυμνά μαδερίων, δι' ων διέρρεεν ελευθέρως η θάλασσα, εφαίνοντο θλιβερώς μειδιώντα, με οδόντας άνευ χειλέων, ως να ώκτειρον βλέποντα εκ του σύνεγγυς την τόσην μανιώδη μέριμναν και μεταλλευτικότητα των ανθρώπων. Πόσαι χείρες ανθρώπων, πυρετωδώς εργασθείσαι άλλοτε εδώ, δεν έκειντο ξηραί εις τα βάθη της γης, πόσαι κεφαλαί, τόσον έχουσαι εγκέφαλον, όσος θα ήρκει, καθ' ό έλεγε γηραιός ναυτικός, «διά να παλαμίση τις ένα καράβι ολόκληρον», δεν έθρεψαν αδηφάγα κήτη εις τον βυθόν του πόντου ! Και όμως ο γέρων εκείνος θαλασσινός, με την πικράν ειρωνείαν, είχε χάσει αρτίως το πλοίον και τους δύο υιούς του από τρικυμίαν παρά τον Μαλέαν, και τώρα, με τα γεράματά του και με τον τρίτον του υιόν, επαιδεύετο να ναυπηγήση άλλο πλοίον μεγαλείτερον, έρημος των κυριοτέρων βοηθών του ! Ούτως η ανάγκη του βίου και η συνήθεια δεσπόζουσι των ανθρωπίνων πραγμάτων! Δι' εκείνον το νέον τούτο πλοίον ίσως να ήτο, αν όχι ικανοποίησις, τουλάχιστον παρηγορία διά το γήρας! Και ούτω θα εξηκολούθει να διάγη τας τελευταίας ημέρας του ο γηραιός θαλάσσιος λύκος, εωσότου θα ήρχετο ίσως ημέρα, καθ' ην η θάλασσα, το μέγιστον τούτο θηρίον, το οποίον επιμόνως προεκάλει, θα τον ανέρριπτεν εξεγειρομένη από των κόλπων της έως το στερέωμα, ως λέγει ο Βάυρων, και θα τον έπεμπεν ολολύζοντα εις τους θεούς του, απορρίπτουσα αυτόν οπίσω εις την γην. «Εκεί ας κείται! — There let him lay»

Κ' εξηκολούθουν διαρκώς να ναυπηγώσι πλοία, και η τέχνη ετελειοποιείτο και το εμπόριον ηύξανε. Πας, όστις ήθελε να ναυπηγήση, είχε πρόθυμον σύμβουλον τον καπετάν-Δημήτρη τον Κασανδριανό, με την μακράν του τσιμπούκαν, με το ηλέκτρινον στόμιον, όστις είχεν ιδεί και ακούσει πολλά εις την ζωήν του, ο μακαρίτης. Τας ημέρας του γήρατός του τας εδαπάνα παριστάμενος θεατής των ναυπηγουμένων πλοίων, ερχόμενος κατά πάσαν εσπέραν με την τσιμπούκαν του, με την μακράν καπνοσακκούλαν του κρεμασμένην επί του τσοχίνου επανωβράκου, διά να καμαρώση τους κόπους και τας ελπίδας των άλλων και παρηγορηθή, διότι, πεισθείς εις τας απαιτήσεις των υιών του, ισχυριζομένων ότι ήτο πάρα πολύ γέρων, είχε παραχωρήσει αυτοίς την πλοαρχίαν. «Σα θα κάμετε το Σταυρό σας να κόψετε τον κερεστέ· παιδιά, να κυττάξετε καλά, πόσων ημερών θα είνε το φεγγάρι . . . Κι' όντας θα σκαρώσετε, με το καλό, να ξετάζετε, πού είνε ο αστέρας . . . &Βάρδα μπένε&, να μη σκαρώσετε, μουδέ να το ρίξετε στο γιαλό, την ημέρα που είνε 'λιοτρόπι . . . » Και έδιδε βραδύγλωσσος πολυτίμους οδηγίας εις τον πλοίαρχον, ως και τον πρωτομάστορην, περί πάντων των συντελούντων εις την επιτυχή ναυπήγησιν ως και εις την ευόδωσιν και προκοπήν του πλοίου. Όστις δεν τον ήκουε, τόσον χειρότερα δι' αυτόν! Νεωτερισταί τινες πλοίαρχοι εδοκίμασαν να τον παρακούσουν, και υπέφεραν σκληρώς.

Ενθυμείσαι, υπήρχον τότε τρία μεγάλα σκάφη πλησίον αλλήλων ναυπηγούμενα υπό τον αυτόν αρχιναυπηγόν. Θαυμάσιος άνθρωπος! Πώς ηδύνατο να επαρκή και εις τα τρία, τρέχων από σκάφης εις σκάφην, μ' ένα πήχυν εις την χείρα, με μίαν στάθμην και μ' ένα σκέπαρνον από του αυχένος κρεμάμενον με την λαβήν επί του στέρνου. Και οποία στρατιά ανθρώπων ετέλει υπό τας διαταγάς του ! Ο πλοίαρχος, οι βοηθοί του, οι πριονισταί, οι πελεκητοί, οι μαραγκοί, και οι καλαφάται. Δεν έλειπον και οι γύφτοι, οίτινες είχον ιδρύσει προχείρως μίαν καλύβην όπισθεν ενός εκάστου των σκαφών. Και με την κάμινον πλήρη ανθράκων, με τους φυσητήρας, με τους άκμονας, με τους ραιστήρας και τας βαρείας σφύρας των, έκοπτον, έκοπτον μεγάλα καρφιά, &τζαβέτταις&. Οποίος φοβερός θόρυβος. Οι κτύποι του ραιστήρος έπνιγον τον έρρυθμον τριγμόν του πρίονος, ο κρότος του σκεπάρνου εκάλυπτε τον δούπον της ξυλίνης ματσόλας, δι' ης εκτύπα το στουπίον ο καλαφάτης, και υπέρ πάντας τους άλλους κρότους εδέσποζεν ο βαρύς ροίβδος του πελωρίου ραιστήρος, δι' ου ενέπηγον τα χονδρά καρφιά και τους ξυλίνους ήλους, &ταις καβήλιαις&, εις τας στρογγύλας πλευράς του κολοσσιαίου σκάφους. Και υψηλός, μεγαλόκορμος ανήρ, με ορθάς τας πλάτας, με το κόκκινον πλατύ ζωνάρι, συνέχον την μακράν σέλλαν του βρακίου υπό τους βουβώνας του, είχεν αναβή, ο δαιμόνιος, υψηλά επί της κουπαστής, και ο ίσκιος του, μακρός υπό τας τελευταίας ακτίνας του δύοντος ηλίου, εμεγεθύνετο τεραστίως, των μεν σκελών πιπτόντων εντεύθεν της λίμνης, επί των φυτών του σικυώνος, του δε κορμού αορίστως κυμαινομένου επί του ύδατος, και της κεφαλής ζωγραφουμένης μεγαλοπρεπώς πέραν της λίμνης, προς ανατολάς, εις την υπώρειαν του βουνού. Ούτος ήτο ο &πουργοτζής&, έργον έχων ν' ανοίγη τρύπαις. Υπερμέγεθες πισσωμένον ζεμπίλιον, κείμενον κάπου, ανάμεσα εις δύο &βουβά&, μεγάλα ξύλα, υπό την πρύμνην, ήτο γεμάτον από τριβέλια διαφόρων μεγεθών, έως τρεις δωδεκάδας, ων το μεν μικρότερον θα ήτο έως δύο σπιθαμών, το δε μέγιστον, βαρύ, ογκώδες, ήτο σχεδόν τόσον με το ανάστημα του κατόχου του. Την στιγμήν ταύτην εχειρίζετο έν των μεγίστων τρυπανίων, και έκυπτεν, ο θαυμάσιος, επί της κωπαστής, αιωρούμενος ως σχοινοβάτης, και ήνοιγε βαθείαν κάθετον οπήν εις μίαν των πλευρών του σκάφους. Ω, της ακαταληψίας!

Αλλ' ο ήλιος εκρύβη ήδη εις την κορυφήν του υψηλού πετρώδους βουνού, και ο ίσκιος του &πουργοτζή& διεγράφη και αυτός από την επιφάνειαν του ύδατος και από την άμμον της παραλίας. Οι μαστόροι, καθώς και οι πολλοί επισκέπται, οι περιπατηταί της εσπέρας, οίτινες ήρχοντο να συγκοπιάζωσι και αυτοί με το βλέμμα εις τους ιδρώτας των άλλων κ' ενίοτε να τους χασομερώσι με τας ακαίρους ερωτήσεις των, διασκελίσαντες τα παντού εσκορπισμένα ανά το ναυπηγείον &βουβά&, δοκούς και στραβόξυλα, συνήχθησαν όλοι εν συγκεχυμένω βόμβω περί την μικράν καλύβην του πλοιάρχου, ήτις ήτο πλήρης τάκων και τεμαχίων ξύλων και σπειρίδων με εργαλεία καί τινων ενδυμάτων και κλινοσκεπασμάτων, διά να πίωσιν όλοι το &τσίπουρο& από μεγάλην χιλιάρικην φιάλην, με το αυτό ποτήριον όλοι. Μόνος ο πελώριος καραβόσκυλος, ο προσδεδεμένος με την στερεάν άλυσον έξωθεν της καλύβης, όπισθεν της πρύμνης του μεγάλου σκάφους, εξέπεμπεν απειλητικόν υπόκωφον γρυλλισμόν, ως να διέκρινεν αυτός μόνος τον βόμβον των κηφήνων από του βόμβου των μελισσών, κ' εφαίνετο, αν του το επέτρεπαν, έτοιμος να εφορμήση. Αλλ' ο πλοίαρχος, ο καπετάν-Γιωργάκης κάπως μορφωμένος, με τους μακρούς αγκιστροειδείς ξανθούς μύστακάς του, το ηλιοκαές πρόσωπον και το μικρόν ανάστημα, διά μονοσυλλάβων ανέκοπτε την ορμήν του : «Πίσω Τσούρμο! . . . κάτω, Τσούρμο!» Ο Τσούρμος υπήκουεν, αλλά μετά δυσκολίας, και εξέφραζεν την λύπην του διά παρατεταμένων γαυγισμών. Ήρχισε να κυκλοφορή το ποτήριον της ρακής, και οι ναυπηγοί όλοι και οι περιπατηταί έλεγαν τας συνήθεις ευχάς: Καλορρίζικο! μάλαμα το καρφί τ', καπετάνιο! Καλό πλέψιμο!» Την τελευταίαν λέξιν οι πλείστοι την επρόφεραν, κατά παραφθοράν, &πλέξιμον&. Και είς περίεργος άνθρωπος με χονδρόν άσχημον πρόσωπον, με παχύτατον μύστακα επικαθήμενον ως στοιβιά επί των μήλων των παρειών του έως τους οφθαλμούς, ημιναύτης και ημιεργάτης και ημιεκφορτωτής (ούτος ήτο ο Αλέξανδρος Χάραυλος, ο ίδιος όστις πηδαλιουχών ποτε εν μακρώ ταξειδίω, κατά την Μαύρην Θάλασσαν, επί μεγάλου πλοίου, την νύκτα, ηρωτήθη υπό του πλοιάρχου, περιπατούντος κατά μήκος του καταστρώματος από την πρύμναν έως την πρώραν: «Τι έχεις, βρε Αλέξανδρε, κι αναστενάζεις»; κ' εκείνος απήντησε: «Συλλογίζομαι, καπετάνιε, πώς θα πληρώσουμε τόσα εκατομμύρια που χρωστάει το έθνος!»· ούτος λοιπόν ο Αλέξανδρος Χάραυλος, ολίγον πέραν του δέοντος αφελής, προσληφθείς από της προτεραίας διά να υπηρετή εις την ναυπήγησιν του σκάφους, όταν ήλθεν η σειρά του διά να πίη και να χαιρετίση, επρόφερεν εξ υπερβαλλούσης αδεξιότητος ως εξής την ανωτέρω σημειωθείσαν λέξιν·

— Καλό &μπλέξιμο&, καπετάνιο!

Οι άλλοι εκάγχασαν· ο ξανθομούστακος πλοίαρχος συνωφρυώθη, ο Τσούρμος ηγέρθη εκ των οπισθίων ποδών και αφήκε φοβεράν υλακήν! Ο αδελφός του πλοιάρχου, ο Δημήτρης ο Τσιμπήδας ήγειρε την χείρα ν' αρπάση από τον σβέρκον τον Αλέξανδρον τον Χάραυλον και να του καταφέρη ολίγους κονδύλους. Ο καπετάν- Γιωργάκης τον εμπόδισεν, αν και του εκόστισε πολύ. Διότι όλοι οι ναυτικοί, και οι πλέον μορφωμένοι σχετικώς, δεν είναι απηλλαγμένοι δεισιδαιμονιών και προλήψεων. Πώς να μην είναι τις δεισιδαίμων, όταν «πολεμή με το μεγαλείτερον θηρίον», όταν παλαίη με το άγνωστον, και δεν ειξεύρη αν αύριον θα επιπλέη ή θα ποντισθή, αν θα είνε εις την επιφάνειαν ή εις τον πυθμένα; Ο πλοίαρχος ηρκέσθη μόνον να είπη οργίλως·

— Δάκω τη γλώσσα σ', βρε στραβο — Χάραυλε . . . να μην αρπάξω τη σαλαμάστρα, τώρα . . .

Και μετά δυσκολίας πολλής εμπόδισε τον αδελφόν του να μη τον αικίση.

Εκεί, όπισθεν των θάμνων του φράκτου, εν μέσω των χωραφίων, αμπέλων και του αιγιαλού, όπου όχι σπανίως η μεν θαλασσα επάτει και αφωμοίου το ήμισυ κήπου ή αγρού με συκάς, μηλέας και απιδέας, οι δε διαβάται έκαμαν δρόμον το άλλο ήμισυ του αυτού κήπου ή αγρού (και οι ατυχείς ιδιοκτήται εις ποίον να προσκλαυθώσιν;) ήκουες πολλάκις την εσπέραν περί το λυκόφως, ενώ οι ναυπηγοί φορτωμένοι τα ζεμπίλια με τα σιδερικά των επέστρεφαν εις την πολίχνην, ήκουες, μεταξύ δύο ή τριών μαραγκών, μετρούντων τας ημέρας έως ου έλθη η πρώτη Κυριακή, κατόπιν της οποίας είποντο κατά σειράν τρεις ή τέσσαρες εορταί (των Κορυφαίων Αποστόλων, των Δώδεκα, των αγίων Αναργύρων και της αγίας Εσθήτος), και αναλογιζομένων μετά προαπολαύσεως μελλούσης μακαριότητος, ότι θα έπλεον όσον ούπω αντικρύ εις την ανατολικήν νήσον, την κρατούσαν δέσμια πανταχόσε της γης όλα τα τέκνα της με αόρατον συμπαθές νήμα πόθου και νοσταλγίας, θα έπλεον όλοι στοιβαζόμενοι εις δύο μεγάλας ολκάδας, έργα των χειρών των, όπως επί τετραήμερον εορτάσωσιν· ήκουες, λέγω, διάλογον, οίος ο εξής·

— Να, κοντεύουε τώρα, Νταντή . . .

— Αργούμε ακόμα, Μπεφάνη . . .

— Τι λες, βρε Νταντή; . . . Δευτέρα πέρασε, Τρίτ' Τετράδ' μια, Πέφτ' Παρασκευή δυο, Σαββάτο, πρώτα ο Θεός είμαστε πέρα.

Και &ούτως οδός βραχεία γίγνεται&, όχι κατά τον Σοφοκλέα.

Αλλά δεν ήτο πάντοτε εσπέρα, όταν έβαινες προς την αμμώδη εκείνην παραλίαν με ταβαθή ύδατα, και δεν έβλεπες πάντοτε ομάδας ανθρώπων επιστρεφόντων εκ του ναυπηγείου, ουδέ πτωχών γυναικών φορτωμένων σάκκους πλήρεις πελεκουδίων επί των ισχνών ώμων των. Ήτο πρωία, και δεν είχε παρέλθει ο χειμών, και δεν είχαν ακόμη σκαρώσει τα μεγάλα σκάφη. Είς το ναυπηγείον μία μόνον βρατσέρα και δύο βάρκαι μικραί υπήρχαν σκαρωμέναι. Δεν ειργάζοντο εκεί ειμή ο μαστρο — Γιωργός, Θεός σχωρέσ' τον, ο Βαγγελάκης, με την κοκκίνην σκούφιαν του, ήτις δεν ήτο ούτε φέσι, ούτε κούκκος, ούτε καπέλλο, αλλά μετείχεν από όλα αυτά, με τους πισσωμένους αμπάδες του και με την πολύχρουν από εμβαλώματα καμιζόλαν του, και ο Γιάννης της Παναγιούς, με το υψηλόν και ορθόν φέσι του, με την μακράν και πολύπτυχον βράκαν του, με την άσπρην φανέλλαν και με την μεγάλην ζεμπίλαν του. Ο ήλιος μόλις είχεν ανατείλει, διαλύων τους ανερχομένους από την θάλασσαν προς την πρασινίζουσαν ακτήν λευκούς ατμούς, τα ύδατα ήσαν ρηχά από τον ασθενή άνεμον, όστις εφύσα. Εφαίνετο την πρωίαν εκείνην, ότι και αυτός ο Βορράς ευρέθη εις διάθεσιν φιλοπαίγμονα, θωπεύων μαλακά την θάλασσαν. Και η ψυχρά ροπή δεν ήτο δυσάρεστος εις τον μικρόν κτηματίαν τον επιβαίνοντα του όνου του και απερχόμενον εις τον αγρόν του, ουδέ εις τον ζευγηλάτην, τον διά της φωνής αποτείνοντα τα κελεύσματα εις τους βους του: «Ο! μελίσσ' όξου μαυρομμάτ'!» και διά του βλέμματος θωπεύοντα την μεγάλην χύτραν με τα καλομαγειρευμένα με ικανόν ευώδες έλαιον φασόλια και με άφθονον κόκκινην πιπεριάν, την οποίαν με το εξησκημένον βλέμμα του, είχεν ανακαλύψει ήδη ερχομένην όπισθεν των θάμνων ολονέν και πλησιάζουσαν, σκεπασμένην καλά δια να μη κρυώση το φαγητόν, επιστέφουσαν τον μέγαν κόφφινον, επί των ώμων της φιλοτίμου οικοκυράς, σχεδόν αρμενίζουσαν ως βάρκαν, χωρίς να φαίνονται ούτε αι χείρες αι υποβαστάζουσαι ούτε οι πόδες οι βηματίζοντες. Ολίγαι στιγμαί θα παρήρχοντο ακόμη, και ο μεν μελίσσης καί ο μαυρομμάτης, απολυόμενοι προς ώραν του ζυγού, θα έβοσκον μακαρίως παρά τας χονδράς και οζώδεις ρίζας των ελαιών, ο δε ζευγηλάτης και ο βοηθός του, θα παρεκάθιζον επιφθόνως υπό το ευλογημένον φύλλωμα, και θα επειρώντο εγγύτερον της χύτρας.

Αλλά συ φίλε, δεν προσείχες τότε εις τα τετριμμένα αυτά, αλλ' εφθόνεις μάλλον τους μικρούς δεκαετείς παίδας, τους ανασηκώνοντας την περισκελίδα ως τον μηρόν, φέροντας τα πέδιλα εις το θυλάκιον και θαλασσώνοντας υπέρ το γόνυ εις το κύμα. Έβλεπες άξαφνα ένα τούτων να κύπτη να συλλαμβάνη με την παλάμην μικρόν οκταπόδιον, να το δαγκάνη εις τον λαιμόν, ν' αγωνίζεται ν' αποσπάση από τον καρπόν της χειρός του τους μυζητήρας, να τρέχη εις την άμμον και να το κοπανίζη γενναίως, εις τον πρώτον λίθον τον οποίον θα εύρισκε λείψανον παρασυρθέντος από τα κύματα ξηρολιθίνου περιβόλου κήπου ή ερείπιον πάλαι ποτέ υπαρξάσης προκυμαίας. Και η μήτηρ σου η φιλότεχνος, όχι μόνον δεν σου επέτρεπε να τρέχης, όπως άλλοι, ανυπόδητος και συ, αλλ' απήτει να φορής και κάλτσαις. Οποία δεσμά παιδαγωγικής δουλοσύνης! Ευτυχώς είχες πλησίον σου τον φίλον σου Χριστοδουλήν, όστις ομήλιξ με σε, ήτο ευτυχέστερος προς τούτο, ότι ήτο πάντοτε ξυπόλυτος και ουδ' εφόρει ποτέ κάλτσαις. Φιλότιμον παιδίον! Έτρεχε δι' όλης της ημέρας από γιαλόν εις γιαλόν, έβγαζε γρινιάτσαις, πορφύραις και πεταλίδες διά δυο, καβούρια διά τρεις, οκταπόδια διά τέσσαρες. Και μέρος μεν αυτών έκαμνε δολώματα, διά να ψαρεύη με την καλαμιάν από τον δειλινόν έως το βράδυ, μέρος δε εμοιράζετο φιλαδέλφως με σε. Την πρωίαν εκείνην ολίγον πριν φθάσητε εις τον μύλον του Μπαρμπαπαναγιώτη, όστις ίσταται ως φρουρός προς το δυτικόν στόμιον της λίμνης, εκεί όπου ήτο ουδέτερον έδαφος μεταξύ θαλάσσης και ξηράς, ο φίλος σου ο Χριστοδουλής, επειδή εις το μέρος τούτο τα ύδατα εβαθύνοντο ολίγον τι αποτόμως, δεν ευρίσκετο πολύ μακράν εις το κύμα, και άμα είδεν, ότι η Πολυμνία πλησιάσασα ήρχισε να σου ομιλή, έσπευσε να αποβή εις την ξηράν διά να ακούση τι σου έλεγεν.

Οποίον λεπτοφυές σώμα εσκέπαζεν η λινομέταξος ορφνή εσθής! Πώς διεγράφετο αρμονικώς η μορφή της με χνοώδη πάλλευκον χρώμα και τα ερυθρά μήλα των παρειών με τον μελίχρυσον λαιμόν καί με το ελαφρώς κολπούμενον στήθος της! Πόσον αβραί ήσαν αι χείρες, και πόσον μελωδική έπαλλεν εις το ους σου η θεσπεσία φωνή της ! Η ξανθοπλόκαμος κόμη ατημέλητος ολίγον, ως να εβιάσθη να καλλωπιστή διά να εξέλθη και απολαύση την θαλασσίαν αύραν και τον τερπνόν της αμμουδιάς περίπατον, αερίζετο από την πνοήν του Βορρά, και το όμμα της με τα μακρά ματόκλαδα ως πτεροφόρος οϊστός σ' εσαΐτευε γλυκά εις την καρδίαν. Ενθυμείσαι! οποίον αίσθημα εδοκίμασες τότε, και πώς δεκατετραετής μόλις, ηρωτεύθης ήδη; Η Πολύμνια σου ωμίλησεν! Η Πολύμνια σ' εκάλει ονομαστί! Οποία παιδική μέθη, ευκόλως παραχθείσα, διά μικράς δόσεως ρευστού! Εφαίνετο, ότι &δεν εσήκωνες& περισσότερον. Και όμως το πράγμα ήτο απλούστατον. Ο αδελφός της δωδεκαέτης, εκείνος είξευρε τόνομά σου και είπε τις είσαι εις την Πολύμνιαν. Και αυτή δεν ενόμισεν ότι θα εσαγίτευε την καρδίαν σου, αν σου απέτεινε τον λόγον, αφού μάλιστα ήθελε να σου ζητήση εκδούλευσιν. Εν τούτοις ο Χριστοδουλής έτρεξε πλησίον σου, καταβιβάσας εν σπουδή την περισκελίδα του, ως διά να μοιρασθή το βάρος της ευτυχίας.

Η μελωδική φωνή της Πολυμνίας είπε·

— Ξέρεις, πού είνε ίτσια; μπορείς να μου κόψης τίποτα ίτσια;

Συ έμενες κεχηνώς.

Αλλ' ευτυχώς ο Χριστοδουλής είχε φθάσει ήδη.

— Μπράβο! μπράβο ! . . . κυρία Πολύμνια! Εγώ τα ξέρω που είνε τα ίτσια . . . τώρα να πάμε να κόψουμε . . .

— Θα με υποχρεώσετε πολύ, επανέλαβε και προς τους δύο η Πολύμνια.

Και ο Χριστοδουλής έτρεξεν ελαφρόπους, με το έν μπουδονάρι του ανασηκωμένον ακόμη έως το γόνυ, με το άλλο καταβιβασμένον εις τον αστράγαλον, ξυπόλυτος, με τα πόδια &παπουδιασμένα&, μαύρα, ψημένα από την άλμην του κύματος. Έτρεξες και συ κατόπιν του οκνός, ασθμαίνων, αλλ' έως να φθάσης εις την όχθην της λίμνης πατών επί του ολισθηρού βάλτου, γλυστρών ανάμεσα εις ταις αρμυρήθραις και εις ταις βουρλιαίς, ο Χριστοδουλής είχε κόψει ήδη ολόκληρον δεσμίδα εκ των πρωίμων ευωδών και μεθιστικών ανθέων, τα οποία εζήτει η Πολύμνια, τρέχων από συστάδα χόρτου εις συστάδα, αίτινες εσκίαζαν φιλαδέλφως τα πτωχά ωραία άνθη, τα τόσον τρυφερά και ασθενή, με τα λευκά πέταλα και τον ωχρόν ύπερον, τα οποία εφαίνοντο ως να παραπονούνται, διά τί να φύωνται εις το χώμα και να είνε τόσον χαμαιπετή· ο Χριστοδουλής τα έκοπτεν ασπλάγχνως ανά δύο και τρία, μεμιγμένα με χόρτα, και τα εστοίβαζεν επί της ωλένης της χειρός του, μεταβαίνων από βουρλιάν εις βουρλιάν, βλέπων τα βούρλα και αναστενάζων, διά τι να μην έχη αλιεύσει με τας χείρας του τόσαις πέρκαις, και τριγλία, όσα βούρλα έβλεπε, και διατί να μη δύναται να χρησιμοποιήση ταύτα όπως ορμαθιάση εκείνα.

Μέχρις ου κατορθώσης και συ να εύρης ολίγα ίτσια να κόψης, ο Χριστοδουλής είχε καταρτίσει ήδη ολόκληρον αγκαλίδα, κ' επέστρεφε τρέχων προς τον ανεμόμυλον, εκεί όπου ίστατο περιμένουσα μετά του αδελφού της η Πολύμνια. Εν τούτοις επρόφθασες και συ και της έφερες μικράν, όση ηδύνατο να συνθλιβή μεταξύ αντίχειρος και λιχανού, δεσμίδα, αλλά το &ευχαριστώ& το προς σε ήτο, ως εικός χλιαρώτερον από το &ευχαριστώ& το προς τον φίλον σου. Και ουχ ήττον έμεινες ευχαριστημένος, ολιγαρκής και κυριευόμενος υπό αυταρέσκου νάρκης, ομωνύμου με το τρυφερόν εκείνο άνθος, το οποίον εζήτει μεν από σε, έλαβε δε από τον φίλον σου η Πολύμνια.

Έκτοτε ο Χριστοδουλής ηραίωσε κατ' αρχάς, είτα οριστικώς έπαυσε το μερίδιον, το οποίον σου έδιδε τέως από τα κογχύλια, από τα καβούρια και από τους γωβιούς, συ δε ήργησες πολύ να μάθης ότι τα έδιδε εις τον Νίκον, τον αδελφόν της Πολυμνίας. Εις μάτην τον εσυνώδευες, ως πάντοτε, βαδίζων επί της άμμου, θαλασσώνοντα έως τον μηρόν, και από καιρού εις καιρόν και του εφώναζες·

— Κ'στοδουλή, βρε ! δεν έβγαλες ακόμα κανένα χταπόδι;

Εκείνος τα χταπόδια και τα καβουράκια τα έβαζεν εις τον φουσκωμένον και βρεγμένον κόλπον του υποκαμίσου του, έχων τρόπον να τα ψοφά με δαγκωματιαίς και με ακρωτηριασμούς, και σου έδειχνε μόνον ταις γρινιάτσαις, λέγων ότι θα υπάγη ύστερ' από το μεσημέρι να ψαρέψη με την καλαμιά. Και όταν, περί την δείλην, τον παρεμόνευες, παρά την αγοράν, επί της αποβάθρας κι έβλεπες ιδίοις όμμασι να σπαρταρίζη κανείς γωβιός εις το άκρον του αγκίστρου του, και τότε σ' εγέλα λέγων ότι θα κάμη τον γωβιόν δόλωμα διά να βγάλη μεγάλα ψάρια. Ούτω χάνεται η φιλία!

Πολλαί πρωίαι διέρρευσαν κατόπιν της πρωίας εκείνης του φθίνοντος Φεβρουαρίου. Επέρασεν ολόκληρος ο Μάρτιος, ήλθε και το Πάσχα, παρήλθεν ο Απρίλιος, και η Πολύμνια δεν εξήλθε πλέον εις περίπατον προς την παραθαλασσίαν του ναυπηγείου. Εις μάτην έτρεχες τακτικά κάθε πρωίαν κ' εσπέραν εις την αμμουδιάν εκείνην. Η Πολύμνια, καθώς αργά έμαθες, είχεν αρρωστήσει, αρχομένου του έαρος, κατά την συμβουλήν δε των ιατρών είχε κάμει, περί τον Μάιον, ταξείδιον μετά της θείας της, συνταξιούχου, χήρας αντιπλοιάρχου του Βασιλικού Στόλου, διά ν' αλλάξη τον αέρα. Τρία μεγάλα σκάφη είχον σκαρωθή από των πρώτων ημερών του Μαρτίου, και συ δεν έπαυες να τρέχης καθ' εκάστην, έως το ναυπηγείον, σταματών επί ώρας πολλάκις, παρά τον ανεμόμυλον, καθεζόμενος επί των κάτω κειμένων καταρτιών πάλαι ποτέ υπαρξάσης γολέττας, αναπολών ότι εις το μέρος εκείνο εστάθη προ μηνών η Πολύμνια, όταν σου εζήτησε να δρέψης προς χάριν της ίτσια· αλλ' η Πολύμνια ήτο μακράν απούσα. Μόνον περί τα μέσα του Αυγούστου, ότε το τρίτον και ογκωδέστατον των ναυπηγηθέντων πλοίων είχε τελειώσει ήδη, επήγες και συ μετά πολλού πλήθους εις το ναυπηγείον, όπως ίδης την καθέλκυσιν του μεγάλου σκάφους, Το θέαμα ήτο επιβλητικόν, όπως λέγουσι σήμερον. Όλη η πολίχνη είχεν ερημωθή σχεδόν, και κόσμος πολυάριθμος επλήρου την μεγάλην μεταξύ της λίμνης και του λιμένος λωρίδα. Εκείθεν του σκάφους ο ήλιος ήτο ήδη δύο κοντάρια υψηλά, και ίσταντο οι τραχείς, οι σκληραγωγημένοι ναύται και οι χειρώνακτες, συμπληρούντες το παλάμισμα της καρίνας, αποκαρφώνοντες τα &βάζια& ή υποσκάπτοντες εις την βάσιν, όπως είνε έτοιμα προς πτώσιν τα κοντοστύλια.

Εντεύθεν του σκάφους, όπου βαθμηδόν ηλαττούτο η σκιά, ίσταντο πλην των συνεργατών της καθελκύσεως και οι θεαταί, και ουκ ολίγαι γυναίκες, ελθούσαι προς τέρψιν. Οποίος τότε παλμός διέσεισε τα στήθη σου, όταν μεταξύ αυτών ανεγνώρισες υπό κοκκίνην ομβρέλλαν την περικαλλή μορφήν της Πολυμνίας! Είχεν επιστρέψει από το ταξείδιον χωρίς να το μάθης. Ο Χριστοδουλής, όστις επήγε με την βάρκαν εις το ατμόπλοιον, την είχεν ιδεί, αλλά δεν σου το είπε. Και όμως ησθάνθης εις τα ενδόμυχά σου κρυφόν και ανεξομολόγητον ευτυχίας αίσθημα, όταν την επανείδες!

Εν τούτοις το παλάμισμα είχε συμπληρωθή, τα βάζια ήσαν όλα καρφωμένα, η σκάρα με τα βουβά, λίπος αλειμμένα, ήτο στρωμμένη προ πολλού. Ο πρωτομάστορης με τον βαρειόν έκαμε τους νενομισμένους τρεις σταυρούς εις το πηδάλιον και έδωκε τον πρώτον κτύπον της ωθήσεως εις το πελώριον σκάφος. Συγχρόνως έπεσαν εν ακαρεί τα κοντοστύλια όλα. Η καπετάνισσα, ωραία μελαγχροινή, μικρόσωμος, φορέσασα, ως νέα ακόμη, διά την περίστασιν πλήρη την νυμφικήν στολήν της, με το λευκόν αναφές και αιθερόπλαστον αλέμι, την χρυσοκέντητον σκούφιαν, εικονίζουσαν γάστραν με άνθη και κλώνας, το βελούδινον βαβουκλί με τα χρυσοΰφαντα προμάνικα ανασηκωμένα, την βυσσινόχρουν ολομέταξον και χρυσοκέντητον τραχηλιάν, την ζώνην με τ' αργυρά και μαλαμοκαπνισμένα τσαπράκια, το φουστάνι το χαρένιο με το ολόχρυσον ποδογύρι, τρεις σπιθαμαίς πλατύ, κρατούσα μέγαν επάργυρον δίσκον διά της αριστεράς, περιήλθεν ολόγυρα το πλοίον και έρρανε διά της δεξιάς, με κοφέτα και με ορύζιον, την πρώραν, την πρύμνην, την τρόπιν και τας πλευράς του σκάφους. Οι ναύται, οι ναυπηγοί και πολλοί των θεατών, ως σταφυλαί εις κλήμα, ως μολυβήθραι επί σαγήνης αλιευτικής επιάσθησαν από το παλάγκον και ήρχισαν να σύρωσι τον χονδρόν κάλων νεύοντες όλοι προς την θάλασσαν, επαναλαμβάνοντες εν ρυθμώ το κέλευσμα: «Ε! γιάσα λέσσα! Ε! γιούργια!» Εν τούτοις, είτε διότι το έδαφος, εφ' ου είχε σκαρωθή το πλοίον, δεν ήτο αρκετά κατωφερές, είτε διά την ατέλειαν των κινητηρίων μέσων, το σκάφος εστέναζε, εστέναζεν και δεν εκινείτο. Παρήλθαν ολίγα λεπτά, η δύναμις εδιπλασιάσθη· ο μέγας όγκος εκινήθη ολίγον τι, έως δύο σπιθαμαίς, το παλάγκον εκόπη από την βίαν του ελκυθμού, η γούμενα με τους δύο μακαράδες έμεινεν άπρακτος περί την πρύμνην, οι ημίσεις των ανθρώπων δυσμόθεν του σκάφους έπεσαν εις την άμμον προς το μέρος της θαλάσσης και οι άλλοι ημίσεις έμειναν με το παλάγκον εις τας χείρας προς το μέρος της λίμνης, καγχασμοί και γογγυσμοί των πεσόντων, ών τινες εμωλωπίσθησαν ελαφρώς εις τον δεξιόν βραχίονα ή την πλευράν, ο πλοίαρχος κάθιδρως, ηλιοκαής, αξιολύπητος, εστενοχωρείτο φοβερά, και ο καπετάν-Δημήτρης ο Κασανδριανός, όστις με το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμμέν, με το τσόχινο πανωβράκι του, με τα υψηλά μέχρι του γόνατος υποδήματά του, τα οποία ηγάπα να φορή χειμώνα και θέρος, είχεν έλθει να πρωτοστατήση εις την καθέλκυσιν του σκάφους και δεν είχε παύσει από πρωίας να δίδη οδηγίας και συμβουλάς, ιδών το ατύχημα εστέναξε και βραδύγλωσσος επεφώνησε·

— Πφου! σκ'ληκομυρμηγκότρυπα!

Εν τω μεταξύ είχαν αμματίσει το παλάγκον, και πάλιν νέα προσπάθεια κατεβλήθη. Αλλά δεν παρήλθον ολίγα λεπτά και το παλάγκον εκόπη εις άλλο μέρος, όχι εκεί όπου το είχαν αρτίως αμματίσει. Έφεραν νέον παλάγκον, ενώ ο πλοίαρχος, μη ευκαιρών να σπογγίση τον ιδρώτα του προσώπου του, δεν ηδυνήθη να μη ενθυμηθή την στιγμήν εκείνην την ακούσιον εκείνην αράν: «&Καλό μπλέξιμο!&», και βεβαίως, αν είχεν εμπρός του, αυτήν την φοράν, τον Αλέξανδρον τον Χάραυλον, κακό μπλέξιμο θα είχε μαζί του. Ο δε καπετάν-Δημήτρης, με το τσιμπούκι του, ιστάμενος παρά την καλύβην του γύφτου, κάτωθεν της πρύμνης, επανελάμβανε·

— Πφου! σκ'ληκομυρμηγκότρυπα! . . .

Οι δύο ιερείς, πρώην ναυτικοί, οίτινες είχαν αναρρίψει τα επιτραχήλια επί τον δεξιόν ώμον, και είχαν αναβή ελαφροί εις το κατάστρωμα, τελέσαντες τον αγιασμόν επλησίασαν εις την κωπαστήν και έβλεπαν τα συμβαίνοντα, διότι καταρριφθείσης ήδη και της προχείρου κλίμακος έμελλον να μείνωσιν επί του πλοίου, και δεν θα κατέβαιναν πριν πέση το πλοίον εις την θάλασσαν, και δυνηθώσι να κατέλθωσι με τας ιεράς εικόνας εις την βάρκαν. Πλήθος δε από αθερίνες — παιδία οκταετή και δεκαετή — έτρεχαν εμπρός και οπίσω επί του καταστρώματος, βοηθούντα διά του μέσου τούτου εις την καθέλκυσιν του πλοίου.

Τέλος, μετά πολλούς αγώνας και τη εφαρμογή πολλών θεραπευτικών μέσων, το μέγα πλοίον αργά — αργά, ως καμαρωμένη νύμφη έπεσεν εις την θάλασσαν. Μέγας τότε ο αλαλαγμός γυναικών σταυροκοπουμένων, παιδίων σκιρτώντων, ανδρών τρεχόντων οπίσω της πρύμνης, ως να ήθελον διά του δρόμου τούτου να εκπτοήσωσι και να πειθαναγκάσωσι το πλοίον να πέση εις την θάλασσαν. Και ο μέγας καραβόσκυλος, ο Τσούρμος, τρέχων και αυτός όσον του επέτρεπεν η άκρα έντασις της αλύσεώς του, εγαύγιζε μανιωδώς προπέμπων το πλοίον, εφ' ου εντός της ημέρας έμελλε να μεταφερθή. Και ενώ όλοι έτρεχαν προς την θάλασσαν κατόπιν του ολισθαίνοντος και καταφερομένου διά της εσχάρας σκάφους, είς μόνος εστράφη αίφνης, κρατών τον βαρειόν του, και έτρεξε προς την αντίθετον διεύθυνσιν, προς την ξηράν, ως διά να κρυβή εις την καλύβην του πλοιάρχου, την χρησιμεύουσαν ως αποθήκην και διά τον ύπνον του νυχτερινού φύλακος. Ο τρέχων ούτος ήτο αυτός ο πρωτομάστορης, και έτρεχεν ουχί δι' άλλον λόγον, ή διά να μη συμμερισθή το λουτρόν του πλοιάρχου, το οποίον τινές εζήτουν κατ' έθος να επεκτείνωσι και εις αυτόν. Ηκούσθη δε τότε αίφνης μεγάλη φωνή, δεσπόσασα όλου του παμμιγούς θορύβου·

— Τον καπετάνιο στο γιαλό!

Η φωνή αύτη εξήλθεν εκ πολλών στομάτων συγχρόνως. Ο καπετάν- Γιωργάκης ενδίδων εις την απαίτησιν του πλήθους, απορρίψας τα ελαφρά υποδήματά του, έτρεξεν επί της σκάρας πατών επί των ονύχων, όπισθεν της πρύμνης, και την στιγμήν, καθ' ην η πρύμνη απηλλάσσετο τέλος της εσχάρας και το σκάφος, φέρον υπερήφανον την κυανόλευκον επί κονταρίου μετ' ερυθρού σταυρού, εβαπτίζετο το πρώτον εις το κύμα, ερρίφθη με όλα τα ενδύματά του κατά κεφαλής εις την θάλασσαν, βυθισθείς πρώτον, είτα ευθύς ανελθών εις την επιφάνειαν, και αφού εκολύμβησε δύο ή τρεις γύραις, επέστρεψεν εις τα ρηχά, επάτησεν εις την άμμον, απέβη εις την ξηράν, και υπό τους αλαλαγμούς του πλήθους έτρεξεν εις την καλύβην, όπου εις την στιγμήν ήλλαξε τα βρεγμένα αμπαδίτικα κ' εφόρεσε τα κυριακάτικα.

Εις όλα ταύτα ήσο παρών, φίλε, και όλα σχεδόν δεν τα έβλεπες. Η καρδία σου, η φαντασία σου, οι οφθαλμοί σου ήσαν προσκεκολλημένα εις εκείνην, ήτις εφόρει τότε λινομέταξην θερινήν εσθήτα κ' εσκιάζετο από το κόκκινον παρασόλι. Μόνον οι αλαλαγμοί του πλήθους σε απέσπασαν από της βυθίας θεωρίας σου, όταν το πλοίον είχε πέσει εις την θάλασσαν και ο πλοίαρχος έγινεν υποβρύχιος κατόπιν αυτού. Αλλ' άπαξ εξύπνησας, είδες, φευ! καί τι άλλο, το οποίον πολλοί των παρεστώτων δεν παρετήρησαν. Κατόπιν του πλοιάρχου, τρέξας μετ' αλλοκότου ενθουσιασμού, ρήξας κραυγήν ηδονής και θριάμβου ερρίφθη εις την θάλασσαν νέος τις, μόλις δεκαπενταετής. Ήτο ο Κ'στοδουλής, ο παιδικός φίλος σου. Πόθεν άρα ωρμήθη να το κάμη; Ίσως διότι ήλπιζε διά της εθελοθυσίας ταύτης, της προσφερόμενης εις την φειδωλήν Μοίραν, ν' αξιωθή να γείνη και αυτός πλοίαρχος μίαν ημέραν; ίσως και απλώς διά να τον ιδή η Πολύμνια; Ούτε το έν, ούτε το άλλο. Ο Χριστοδουλής είχεν έλθει, ολίγον αργά εις το ναυπηγείον, όταν είχεν αφαιρεθή η σανίς η χρησιμεύουσα ως κλίμαξ και αι αντηρίδες είχαν ήδη υποσκαφή. Ησθάνετο δε ακατανίκητον επιθυμίαν ν' αναβή εις το καράβι.. Τι να κάμη; Δις και τρις εδοκίμασε να προσκολληθή πότε εις έν πότε εις άλλο κοντοστύλι, ας ήτο και η βάσις των επισφαλής, και ν' αναρριχηθή τολμηρώς έως την κωπαστήν του καραβιού. Δις και τρις τον είδαν, πότε ο πρωτομάστορης, πότε είς των μαραγκών, και μετ' αυστηρότητος τον εμπόδισαν. Τότε τι να κάμη και αυτός; αφού δεν ηξιώθη ν' αναβή εγκαίρως εις το πλοίον, επαρηγορήθη ριφθείς εις την θάλασσαν, και ακολουθήσας το σκάφος εις τον δρόμον του. Εν τούτοις συ ησθάνθης πικρόν νυγμόν ζηλοτυπίας. Η καρδία σου επληγώθη από το παιδαριώδες τούτο κατόρθωμα. Πτωχός Χριστοδουλής! Τι του είχεν έλθει; Και ούτε εξήλθεν εις την ξηράν διά ν' αλλάξη, όπου άλλως δεν θα εύρισκεν ενδύματα, αλλ' ηκολούθησε κολυμβών το απομακρυνθέν πλοίον, με το υποκάμισον και την περισκελίδα φουσκωμένα ως πανία βάρκας, υπεράνω της επιφανείας της θαλάσσης, είτα δε ανελθών εις λέμβον, εζήτησε διά νευμάτων από τους επί του πλοίου θριαμβευτικώς αλαλάζοντας παίδας να του ρίψωσιν ενδύματα· μικρός μούτσος ευσπλαγχνισθείς, του έρριψεν υποκάμισον και περισκελίδα ιδικά του, και ο Χριστοδουλής, αφού ήλλαξε, προσεκολλήθη εις μίαν των πλευρών, και πιασθείς από σχοινίον, ανήλθε θριαμβεύων εις το υψηλόν και ανερμάτιστον σκάφος.

Το πλήθος εις το ναυπηγείον συνωθείτο τώρα περί την καλύβην του πλοιάρχου όπου η μεγαλοπρεπώς στολισμένη καπετάνισσα μετά προθυμίας και αβρότητος προσέφερεν εις όλους γλυκίσματα και ποτά. Αλλά συ ησθάνεσο τόσην πικρίαν εις τον ουρανίσκον, ως να είχεν αναβή η χολή σου όλη κ' εχύθη προώρως εις το στόμα σου. Κ' επιστρέφουσαν εις την πόλιν ηκολούθησες μακρόθεν την Πολύμνιαν, την οποίαν είχες ιδεί μειδιώσαν προς την τρέλλαν του παιδικού σου φίλου, και την είχες ακούσει ψιθυρίζουσαν: «Τι παράξενο παιδί, αυτός ο Χριστοδουλής!»

Δεν ήτο αύτη η μόνη φορά, καθ' ην ο Χριστοδουλής ερρίφθη εις το ύδωρ με όλα τα ενδύματά του προ των οφθαλμών της Πολυμνίας ή και χάριν αυτής. Ολίγας ημέρας ύστερον, μίαν Κυριακήν περί τα τέλη Αυγούστου, ο Παρρήσης ο καλλιεργητής του σικυώνος, καλόκαρδος, άφροντις, μελαψός, με μακράν την φούνταν του φεσιού, κρεμαμένην επί του ώμου, και ο Λούκας ο εκμισθωτής της λίμνης, υψηλόκορμος, με μακρά σκέλη, με λινόχρουν τον μακρόν πέραν των ώτων μύστακα με αστακού βρασμένου τον χρώτα του προσώπου, είχαν καθίσει, καθώς πολύ συχνά το εσυνήθιζαν, «να το κλάψουν» ολίγον παρά το χείλος της λίμνης, υπό την δροσεράν αναδενδράδα, έξωθεν της καλύβης των. Ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν, και από μιας ώρας ήδη είχον δώσει και λάβει εναλλάξ πολλούς αδελφικούς ασπασμούς εις τα χείλη της φλάσκας, ήτις ήτο τετραόκαδος και είχε κομισθή αρτίως εκ της πολίχνης πλήρης μοσχάτου. Ο πιστός φίλος των, ο Αργύρης, ο συνιδιοκτήτης του ανεμομύλου, τους είχεν επισκεφθή προ μικρού με τα αστεία του, και εις μεν τον Λούκαν είχε προσφέρει τσιγάρον μετά πυρίτιδος, όπερ ανάψας εκείνος έκαυσεν ολίγον διά της εκρήξεως τον πυρρόν μύστακά του, και ατάραχος είπε: «ζαράρ γιοκ!», εις τον Παρρήσην δε είχεν επιδώσει σπασμένην γκάιδαν, προτρέπων αυτόν «να παίξη κανένα χαβά», αλλ' όσον και αν ηγωνίζετο πνευστιών ο Παρρήσης, η γκάιδα ουδένα εξέβαλλε φθόγγον. Τέλος ο Αργύρης είπε: «δε φελάτε τίποτε κ' οι δυο σας, κρίμα 'ς εσάς, κρίμα 'ς!», και προσποιηθείς δυσαρέσκειαν απήλθεν. Οι δύο φίλοι έμειναν μόνοι εξακολουθούντες να εκκενώσι σιγά-σιγά και μεθοδικώς την φλάσκαν. Είχαν ψήσει εις ανθρακιάν ημίσειαν δωδεκάδα κεφαλόπουλα και ουκ ολίγα καβούρια, και το μοσχάτον κατέβαινε μια χαρά κάτω. Είχαν ενθυμηθή παλαιάς ιστορίας, διηγούντο προς αλλήλους τα παθήματά των, τα οποία δεν είχον τελειωμόν. Ο Παρρήσης μάλιστα εξαρθείς από της πεζότητος ετραγούδει κατά προτίμησιν «μερακλίδικα» τραγούδια, οίον τον στίχον:

Σαν κλήμα με κλαδεύουνε και κλαδεμούς δεν έχω.

Έλεγαν δε προς αλλήλους: «Θυμάσαι, καρδάσ', τούτο; θυμάσαι, γιολδάσ', αυτό;» Όταν είνε τις με τον άριστον φίλον του εις ωραίαν εξοχήν, συμπαραστατούσης και φλάσκας με μοσχάτον, λησμονεί τα πάντα, και οι δύο άνδρες ουδ' υπώπτευον ότι τους έβλεπέ τις, όπερ άλλως τους ήτο αδιάφορον. Αλλ' όπισθεν των καλαμώνων, επί της αντιπέραν όχθης, ήμισυ μίλιον μακράν, ήτο χωμένος από δύο ωρών αφανής, ο παιδικός φίλος σου ο Χριστοδουλής. Τι εζήτει εκεί; Κατά πάσαν πιθανότητα παρεμόνευε πότε θ' απεμακρύνοντο προς στιγμήν από της όχθης ο Παρρήσης και ο Λουκάς, διά να χωθή γοργά εις την λίμνην και κλέψη ο πονηρός κανένα έγχελυν ή κεφαλόπουλά τινα και ολίγα καβούρια. Αλλά μάτην επερίμενε, και ήδη είχεν αποφασίσει, αναγνωρίσας μακρόθεν την τσότραν και ελπίζων ότι οι δύο φίλοι εν τη ευθυμία των δεν θα τον έβλεπον, να επιχειρήση το τόλμημα και απέναντι αυτών. Αλλά την στιγμήν εκείνην απροσδόκητον συμβάν είλκυσε την προσοχήν του.

Ήγγιζεν ο ήλιος εις την δύσιν, όταν εις την καλύβην, έξωθεν της οποίας εκάθηντο οι δύο συμπόται, επλησίασε γυνή τις συνοδευομένη υπό μειρακίου. Εφόρει λευκήν εσθήτα κ' εκράτει κόκκινον παρασόλι, και ο Χριστοδουλής με όλην την απόστασιν την ανεγνώρισεν ευθύς. Ήτο η Πολύμνια μετά του αδελφού της του Νίκου. Οι δύο άνδρες εσηκώθησαν ευθύς, και εκ των νευμάτων και υποκλίσεών των ενόησεν ο Χριστοδουλής, χωμένος μέσα εις της καλαμιαίς, ότι την επεριποιούντο και ήσαν πρόθυμοι εις τους ορισμούς της. Ολίγαι παρήλθον στιγμαί, και βλέπει την Πολύμνιαν να πηδήση και να επιβή εις την μικράν φελούκαν, είδος σκάφης, μ' επίπεδον το κύτος, χωρίς καρίναν, ήτις ήτο δεμένη εις το χείλος της λίμνης, ου μακράν της καλύβης, και ης επιβαίνων ο Λούκας εθήρευεν ανά την λίμνην τας εγχέλεις και τα κεφαλόπουλα. Κατόπιν της νεάνιδος, ο μικρός αδελφός της λύσας την μπαρούμαν, επέβη, και λαβών το κοντάριον ήρχισε να &αβαράρη& εις τον βυθόν της αβαθούς λίμνης. Ο Χριστοδουλής εσυμπέρανεν ορθώς ότι της Πολυμνίας, θα της είχεν έλθει η φαντασία να κάμη μίαν φοράν με την φελούκαν περίπατον επί της λίμνης, και ο Λούκας ευδιάθετος ευρεθείς, της έδωκε την άδειαν.

Η μικρά σκάφη απεμακρύνθη προς το κέντρον της λίμνης· οι δύο άνδρες καθίσαντες εκ νέου ησχολούντο ν' αποτελειώσουν την φλάσκαν, και ο Χριστοδουλής κρυμμένος εις τους καλαμώνας, έβλεπε θαυμάζων, όπως θα εθαύμαζες συ, το χαριέστατον σύμπλεγμα της νεάνιδος και του μικρού αδελφού της, εξακολουθούντος με όλην του την δύναμιν διά του κονταρίου ν' αντωθή τον πυθμένα. Η Πολύμνια εφαίνετο ακτινοβολούσα εκ χαράς. Ο περίπατος ούτος την ηύφραινε, την κατεγοήτευεν, ως τα αθύρματα τας τριετείς κορασίδας, ενώ ο αδελφός της εφαίνετο αισθανόμενος ίσην χαράν με τα επταετή παιδία, τα οποία φεύγοντα το σχολείον, με τον &φύλακα& ανηρτημένον υπό την μασχάλην, ευρίσκουσιν άφατον την ηδονήν να τρέχουν εις της ακρογιαλιαίς και εις τους βάλτους, και να &καραβίζουν& με σμικρότατα κομψά καραβάκια, τα οποία οι επιδεξιώτεροι μεταξύ των κατασκευάζουσιν. Ο Χριστοδουλής ελησμόνησε τα χέλια, το καβουράκια και τα κεφαλόπουλα, τα οποία διενοείτο να κλέψη, και δεν εχόρταινε να βλέπη την παιδικήν εκείνην επί της λίμνης περιπλάνησιν. Αλλά δεν του διέφυγε και η &ατζαμωσύνη& του Νίκου, όστις δεν είξευρε ν' &αβαράρη& κανονικά, καθώς έπρεπε, και χωμένος μέσα εις τους καλαμώνας ο παιδικός φίλος σου εστέναζε κ' έλεγε: «Α! να ήμουν εγώ»!. . .»

Εκεί, εις μίαν στιγμήν, καθώς &αβαράριζεν& αδεξίως ο Νίκος, η φελούκα περιεπλάκη εις συστάδα λιμναίων χόρτων υψηλών, σχεδόν έως την επιφάνειαν, και ο Νίκος έκαμνεν, έκαμνε ν' αβαράρη, και όσον αβαράριζε τόσον χειρότερον περιεπλέκετο η φελούκα, και το κοντάριον δεν εύρισκε πλέον πυθμένα, και τέλος το κοντάριον περιεπλάκη και αυτό εις τα πολύκλαδα, αδρά, μέλανα εκείνα χόρτα, και ο Νίκος εις μάτην επάσχιζε ν' απαλλάξη εκείθεν το κοντάριον, και όσον ετράβα ο Νίκος, τόσον το κοντάριον έφευγεν από τας χείρας του, εωσού έπεσεν από τους ασθενείς δακτύλους, και το μισόν ήτο εμπλεγμένον κάτω, το μισόν έπλεεν εις την επιφάνειαν.

Η Πολύμνια εγερθείσα με προφύλαξιν έκυψε διά να ίδη πού επήγε το κοντάριον από την αυτήν πλευράν της φελούκας, προς ην ίστατο και ο Νίκος, αλλά τότε η φελούκα έγειρε μονόπλευρα, και παρ' ολίγον ανετρέπετο. Εννοήσασα τον κίνδυνον η Πολύμνια, και μη επιθυμούσα να κάμη ακούσιον λουτρόν μέσα εις τα λιμναία χόρτα, ανεκάθισε ταχεία παρά την πρύμνην, και πάλιν υπεγερθείσα, ύψωσε το λευκόν μανδήλιόν της προς τους δύο συμπότας της μικρός καλύβης και συγχρόνως ήρχισε να φωνάζη·

— Ε! μπάρμπα-Λούκα!

Αλλ' έως να πάρη είδησιν ο Λούκας και αποφασίση να έλθη εις βοήθειαν (όπερ άλλως θα ήτο δύσκολον, διότι το έδαφος του πυθμένος ήτο πανταχού βαλτώδες και πας ο επιβαίνων εις το ύδωρ θα εχώνετο μέχρι του γόνατος εις ιλύν, το αβαθές δε του ύδατος δεν επέτρεπε να κολυμβήση μέγα σώμα, οίον το ίδιόν του), θα ενύκτωνε χωρίς να κατορθωθή τίποτε. Αλλ' ο Χριστοδουλής ευτυχώς, ο παιδικός φίλος σου, ήτο πολύ σιμώτερα εις την φελούκαν, από εκεί όπου ήτο χωμένος, μέσα εις τους καλαμώνας. Χωρίς να διστάση, με το υποκάμισον και την περισκελίδα, τα οποία απετέλουν πάντοτε όλην την ενδυμασίαν του, εκπηδήσας από τον καλαμώνα απροσδοκήτως, θαυμασίως, ως τελευταίον απομεινάριον αρχαίας θεότητος, λιμναίας και υδροβίου, άγνωστον και νοθογενές, λησμονημένον από δεκαεννέα αιώνων, διαιτώμενον εκεί εις τους καλαμώνας, διαφυγόν την προσοχήν του χριστιανικού κόσμου, ερρίφθη κολυμβών εις την λίμνην. Και με δέκα ειρεσίας των χειρών, με άλλα τόσα λακτίσματα των ποδών, με την κοιλίαν θίγουσαν κάποτε εις τους βάλτους, έφθασεν εις το μέρος όπου είχεν εμπλακή η βάρκα, ανεπήδησε στιβαρώς επί την δεξιάν πλευράν, έδραξε την πρώραν της σκάφης, και με απίστευτον διά την ηλικίαν του ρώμην, την ανεσήκωσε και την απήλλαξεν από του εμποδίου των υψηλών χόρτων. Είτα εξέπλεξε και το κοντάρι από το μέρος, όπου είχεν εμπλακή, και είπεν εις τον Νίκον·

— Να, πώς ν' αβαράρης!

Και του έδειξεν εμπράκτως τον τρόπον, ρίψας αυτώ το κοντάριον. Είτα ώθησε την φελούκαν από της πρύμνης, απομακρύνας αυτήν των λιμναίων χόρτων, ως και των ρηχών, ενώ η Πολυμνία τον εκύτταζε μειδιώσα και άκουσα τον εθαύμαζεν υποψιθυρίζουσα·

— Τι παράξενο παιδί!

Και τους κατευώδωσε προς το μέρος της καλύβης, όπου οι δύο συμπόται είχαν σηκωθή έκπληκτοι, μη εννοούντες τι συνέβαινε, και ο Λούκας φανταζόμενος την λίμνην ως θάλασσαν, έλεγε·

— Κανένα δελφίνι θα έπεσε κοντά στη βάρκα.

— Φθάνει να μην είνε κανένα σκυλόψαρο, και σου αφανίση τα κεφολόπ'λα, καρδάσ', είπεν ο Παρρήσης.

Ο Χριστοδουλής επέστρεψεν εις τον καλαμώνα του, όπου ο μπάρμπα-Κωνσταντής, αιωνία η μνήμη του, ο Μιτζέλος, από του λευκού του οικίσκου του γειτονεύοντος με τον καλαμώνα, είχεν ιδεί το συμβεβηκός, και καλέσας τον νέον, όστις γυμνωθείς προσεπάθει να στεγνώση τα ενδύματά του επί βράχου καίοντος ακόμη από το καύμα του άρτι δύσαντος ηλίου, του έδωκεν αυτός ενδύματα να φορέση. Και ο μπάρμπα-Γιωργός, Θεός χωρέσ' τον, ο Κοψιδάκης, όστις ευρίσκετο εκεί πλησίον με τας ολίγας αμνάδας του, του έδωκε «μιαν ευχή» και του είπεν ότι θα έχη «μεγάλον μισθό», χωρίς να υποπτεύση ότι αυτός ήτο νοθογενές απότοκον λησμονημένης θεότητος. Και ο Λούκας μαθών εκ στόματος της Πολυμνίας το μικρόν συμβεβηκός, κρατών εις χείρας την φλάσκαν, με τας απομεινάσας ολίγας σταγόνας μοσχάτου, έκραζεν από της αντίπεραν όχθης·

— Στην υγειά σ', Κ'στοδουλή!

Προς τι να χάνη τις την φιλίαν των φίλων του; Μη τυχόν η Πολύμνια ήτο διά σε ή δι' εκείνον; Παιδίον! Αυτή ήτο μεγαλειτέρα την ηλικίαν και των δύο σας. Αλλά πώς δύναταί τις να γείνη ανήρ χωρίς ν' αγαπήση δεκάκις τουλάχιστον και δεκάκις ν' απατηθή;

Τώρα η Πολύμνια απέθανεν ή υπανδρεύθη; Αγνοώ· ίσως και συ επίσης. Και ο Χριστοδουλής; Έγινε ναυτικός περίφημος, αλλ' από ετών δεν ήκουσέ τις περί αυτού. Ίσως να επήγεν εις την Αμερικήν καθώς τόσοι άλλοι. Και συ; Φιλοσοφείς, ως εγώ, και ουδέν πράττεις.

ΤΟ ΕΝΙΑΥΣΙΟΝ ΘΥΜΑ

Εμβαρκάρισαν και οι τρεις, από την παλαιάν ξυλίνην θαλασσοφαγωμένην αποβάθραν, κάτω από το κυματόπληκτον σπιτάκι της Μορφούλαινας, ο Καλούμπας, ο Νειόγαμπρος κι' ο Μπαμπούκος. Το παλαιόν θαλασσόπληκτον σπιτάκι είχε δοθή ένα καιρόν ως προιξ εις την Μορφούλαιναν, ακολούθως είχε μεταβή ως κληρονομία εις την θυγατέρα της και τέλος είχε δοθή εις την θυγατέρα της θυγατρός της.

Μίαν Κυριακήν, περί τα μέσα Νοεμβρίου, είχε τελεσθή ο γάμος. Όλη η γειτονιά και άλλοι καλεσμένοι είχον διασκεδάσει ολονυχτίς με άσματα και χορούς και με βιολιά και λαγούτα. Και μίαν Δευτέραν, φθίνοντος Δεκεμβρίου, κάτω από το παλαιόν σπιτάκι, από την σκάλαν την θαλασσοφαγωμένην από τα γρίφφια και τας πέτρας τας τραχείας και παραμερισμένας, εμβήκαν εις την φελούκαν ο Νειόγαμπρος και ο Μπαμπούκος, διά να υπάγουν προς αλιείαν.

Ο Καλούμπας ήτον ο εξακουστός «ψαράς με το ένα χέρι» — το άλλο του το είχε φάγει η δυναμίτις — όπου ηλίευε τους περιφήμους ορφούς, από 5 έως 12 οκάδων το βάρος, τους οποίους έδενεν ως βώδια από την πρύμνην της βάρκας, και τους έσυρεν εις το κύμα ζωντανούς, με το τεράστιον άγκιστρον εις το ρύγχος, ετοίμους προς σφαγήν άμα δύο ή τρεις αγορασταί προσήρχοντο. Ο Μπαμπούκος ήτον γηραιός θαλασσινός, ο οποίος επί σαράντα χρόνους είχε γυρίσει όλην την Μαύρην και την Άσπρην θάλασσαν, την Μεσόγειον και μέρος του Ωκεανού, ως λοστρόμος με τα καράβια. Είτα είχε ζητήσει να λάβη σύνταξιν, αλλά τα «χαρτιά του δεν ήσαν καλά», του είπαν. Τώρα επήγαινεν ως σύντροφος με μισό μερίδιον, με τας λέμβους τας αλιευτικάς και πορθμητικάς.

Ο Νειόγαμπρος είχε στεφανωθή την προ πέντε εβδομάδων Κυριακήν, και ο γάμος δεν είχε σαραντήσει ακόμα.

Επί δύο ώρας ο Καλούμπας και ο Νειόγαμπρος επερίμεναν τον Μπαμπούκον πότε να έλθη διά να λύσουν την μπαρούμαν καί αποπλεύσουν. Επί δύο ώρας ο Μπομπούκος έτρεχεν από βράχον εις βράχον, από μονοπάτι εις κρημνόν, κυνηγών τον υιόν του τον Πάπον. Οι άλλοι δύο υιοί του γέρο-Μπαμπούκου έλειπαν. Ο ένας εταξείδευε με τα καράβια, ο άλλος υπηρέτει εις τα βασιλικά.

Εκ των θυγατέρων του, άλλη είχεν αποθάνει, άλλη υπανδρεύθη εις τα ξένα, άλλη ευρίσκετο εις ξένον σπίτι. Βάκτρον του γήρατός του, διά να υποβαστάζη τα ρευματισμένα γόνατά του, ο γέρων θαλασσινός δεν είχε παρά τον υιόν του τον Παναγιώτην, παιδίον δώδεκα ετών, τον οποίον είχε παρονοματίσει με γενναίαν θωπείαν «Πάπον της» η μακαρίτισσα η Αργυρώ, η σύζυγος του Μπαμπούκου.

Αλλ' ο Πάπος του έφευγεν. Επηδούσεν από βράχον εις βράχον, από ακρογιαλιάν εις ακρογιαλιάν. Αγαπούσε πολύ να τρέχη, να χαζεύη και να μην υπακούη. Όταν δεν ευρίσκετο εις τους αιγιαλούς, κυνηγών καβούρια εις τα θαλάμια ή μικρά χταποδάκια εν καιρώ γαλήνης εις τα ρηχά, έτρεχεν εις τα Κοτρώνια, άνωθεν της συνοικίας, επί του βραχώδους λόφου, όπου ήτο κτισμένον, σιμά εις τον ναΐσκον του αγίου Νικολάου, υψηλά εν απόπτω, το σπιτάκι των. Εκυνηγούσε τας φωλεάς. Δεν άφηνε μικράν κουκουβάγιαν να μεγαλώση, διά να μη λαλούν την νύκτα απαισίως εις τους βράχους. Αν έπεφτε μικρός γλάρος εις τα χέρια του, του έκοφτε τα φτερά, κ' εζητούσε να μάθη απ' αυτόν την τέχνην, πως να καταπίνη, χωρίς να μασσά τα μικρά γλυκά, όσα κατώρθωνε να κλέπτη από τον Βασίλην τον Καραμελάν.

Η θαλασσία εκδρομή έμελλε να διαρκέση 48 ώρας ή το πολύ τρεις ημέρας. Ο Μπαμπούκος δεν ήθελε ν' αφήση τον υιόν του να «ξεμπουρδαλιάζη» και εζήτει να τον πάρη μαζί. Αλλ' ο Πάπος αγαπούσε, ναι, της βάρκες, αγαπούσε και την θάλασσαν, αλλά δεν έστεργε την πειθαρχίαν. Η βάρκα εκείνη, επί της οποίας θα έπλεε με δύο άλλους ακόμη ο πατήρ του, θα ήτο πλωτή φυλακή δι' αυτόν. Και άμα εμυρίσθη, ότι ο πατήρ του εσκέπτετο να τον πάρη μαζί, εφρόντισε να γείνη άφαντος.

Ο γέρων τον εκυνήγησε. Μίαν η δύο φοράς είδε τον «διακαμό» του, τον φεύγοντα ίσκιον του όπισθεν των βράχων. Ο Πάπος είξευρε πολλά «κατσαμάκια», ήτοι ελικοειδείς κινήσεις και τα ποδάρια του «τον άκουαν». Δεν έπασχεν από ρευματισμούς. Ο γέρο-Μπαμπούκος πού να τον φθάση!

Τέλος, λαχανιασμένος, ξεγλωσσασμένος, επέστρεψεν ο Μπαμπούκος άπρακτος, πλησίον των δύο συντρόφων του, οι οποίοι ανυπομόνουν.

— Μα έλα δα! έκραξε προς αυτόν ο Καλούμπας, άμα τον είδε να έρχεται χωρίς τον υιόν του. Έλα, κι' ας κουρεύεται!

— Καλλίτερα, λείπει κι' ο μπελάς του, παρετήρησεν ο Νειόγαμπρος.

Ο γέρων θαλασσινός έκυψεν, έλυσε την μπαρούμαν, κ' επήδησε στη βάρκα. Ομοίως και οι άλλοι δύο.

— Μου έβγαλε την ψυχή ανάποδα, το διαολόσκυλλο, είπεν ο· Μπαμπούκος, να τρέχω να τον κυνηγώ.

Ήτον πράγματι πολύ ωργισμένος. Άμα εμβήκεν εις την βάρκαν, εξέχασε να κάμη τον σταυρόν του, μόνον είπεν αυτομάτως, χωρίς να σκεφθή·

Καλό πνίξιμο, παιδιά.

Ο Καλούμπας εκάγχασεν· ο Νειόγαμπρος εσιώπησεν. Η Νειόνυφη, η σύζυγός του, ήτις τους εκύτταζεν από το παράθυρον, ήκουσε τον απαίσιον αστεϊσμόν, το λευκόν μέτωπόν της συνεφρυώθη, και στεναγμός εφούσκωσε το εύκολπον στήθος της.

— Αστοχιά στο λόγο σου, εψιθύρισε.

Της ήλθε τότε η παράξενος ιδέα να φωνάξη οπίσω τον σύζυγόν της, να τον κρατήση, να μη τον αφήση να υπάγη. Αλλ' η τόλμη της έλειπεν και θάρρος αρκετόν δεν είχεν αποκτήσει. Είξευρεν ότι εκείνος θα την εσκώπτεν ίσως και ποτέ δεν θα επείθετο.

Μόνον όταν απεμακρύνθη η βάρκα, της ήλθον εις την μνήμην άλλαι τινές περιστάσεις και οι φόβοι της κατέστησαν τυραννικοί. Ο γαμπρός αυτός, με τον οποίον προ πέντε εβδομάδων είχε στεφανωθή, ήτο «ταβατζίδικος», ήτοι διαφιλονεικούμενος, βλασφημημένος, είχεν άλλον αρραβώνα, τον οποίον διέλυσε προ μικρού, εις την γειτονεύουσαν νήσον, οπόθεν κατήγετο. Της έλεγαν ότι η πρώην πενθερά του είξευρε μάγια, ότι θα τον εμάγευε και θα τους έκαμνε κακόν. Πού είξευρε κι' αυτή η κακομοίρα; Αυτόν της έδωκαν, αυτόν επήρε.

Αλλά και τα χρυσοκέντητα ρούχα, τα νυφιάτικα, τα οποία είχε φορέσει διά να στεφανωθή, κι' αυτά επίσης ήσαν βλασφημημένα.

Οι γονείς της τής τα είχαν αγοράσει έτοιμα από μίαν μητέρα, της οποίας η κόρη είχε κατεβή εις τον τάφον, πριν γείνη νύφη διά να τα φορέση. Ω, κακοσημαδιά!

Και η Νειόνυφη έκλαυσεν.

Εν τοσούτω η θαλάσσια ηχώ ήκουσε τον απαίσιον αστεϊσμόν του γέροντος ναύτου, και από κύμα εις κύμα τον μετεβίβασεν όχι εις την αντίπεραν ακρογιαλιάν, εκεί όπου απλώνονται φιλοπαίγμονα τα ήμερα γαλανά κύματα, αλλ' εις το κέντρον του πόντου, όπου ο βυθός ο αμέτρητος, η άβυσσος η τρομακτική, αλλ' εις την εσχατιάν του πελάγους, παρά τας ακτάς τας απορρώγας και τιτανείους, όπου δεν υπάρχει αγάπη και έλεος, αλλά μανία και φρίκη.

Άλλος θεατής της απομακρυνομένης λέμβου, εκτός της Νειόνυφης, δεν ήτο ειμή η Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι. Ευθύς μετ' ολίγον ο Πάπος, φαγκρίζων και γελών ως προσωπίς αποκρηάτικη, κάτισχνος, μελαμψός και ηλιοψημένος, ήλθε πλησίον εκεί, άμα η λέμβος εμακρύνθη ως πενήντα οργυιές, κ' εκύτταζε τους ναυβάτας,

Καθ' ην στιγμήν άφηναν τα κουπιά και ητοιμάζοντο να κάμουν πανιά προς το πέλαγος.

— Καλό κατευόδιο, πατέρα μου, είπε.

— Γιατί, παληόπαιδο, δεν πήγες μαζί; τον ηρώτησεν η Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι.

— Για να ρωτάς εσύ, απήντησε θρασύς ο Πάπος.

— Και πού θα ερμοκατιάσης το βράδυ να ψοφολοήσης; Ο πατέρας θα πήρε μαζί το κλειδί του σπιτιού σας.

— Έρχομαι στο σπίτι σου, θεια-Σειραϊνώ, που έχει τους τρεις τοίχους και τη μισή σκεπή, απήντησε πανούργως ο μάγκας.

— Αν θέλης, έλα, είπεν η πτωχή γραία.

Η Σειραϊνώ εκουβαλούσε στάμνες στα σπίτια από τα πηγάδια και τας βρύσεις του χωριού. Ερρόφα ταμβάκον, ήτο συμπαθεστάτη προς τους πάσχοντας, κ' επαρηγόρει τον γέρο-Γατζίνον και τον γέρο-Ζουμπωτλήν, διδάσκουσα αυτούς πώς να υποφέρωσι τα γηρατεία, οίτινες είχον κοινωνικήν υπόστασιν, και είχον υιούς και θυγατέρας. Κι' αυτή ήτο έρημη και μοναχή εις τον κόσμον.

Είχε χαρίσει το σπιτάκι της, νεόκτιστον, πενιχρόν, εις μίαν γειτονοπούλαν, προς την οποίαν εσυμπάθησε, χωρίς να γνωρίζη διατί. Με την δωρεάν ταύτην ως προίκα υπανδρεύθη η πτωχή γειτονοπούλα. Η Σειραϊνώ είχε ξεχειμωνιάσει δυο χρονιές εις το μισοχαλασμένον σπίτι της Σκωριανίνας, της μακαρίτισσας. Το σπίτι είχε πράγματι δύο λιθίνους τοίχους, ένα ξυλότοιχον και μισήν στέγην, ανοικτόν, χωρίς χώρισμα. Ο τέταρτος τοίχος είχε καταρρεύσει προ πολλού.

Καθ' όλας τας πιθανότητας, έμελλε κ' εφέτος να ξεχειμωνιάση εις το ίδιον οίκημα. Εάν η κόρη, την οποίαν είχε προικίσει, δεν εύρισκε τύχην τόσον γρήγορα να υπανδρευθή, θα είχεν η Σειραϊνώ καταφύγιον, μένουσα υπό την αυτήν στέγην με εκείνην. Αλλ' ηθέλησε να κάμη το καλόν σωστόν και την απήλλαξε της παρουσίας της.

Εις το σπίτι με τους τρεις τοίχους επήγε πράγματι να κοιμηθή την νύκτα ο Πάπος. Το κενόν το οποίον άφηνεν ο τέταρτος τοίχος εφράττετο εν μέρει με έν παλαιόν καραβόπανον, το οποίον της είχε χαρίσει άλλος πάλιν γείτων.

— Κ' εβάσταξε η ψυχή σου, μωρέ, να μην πας με τον πατέρα σου, που σε ήθελε; είπεν η Σειραϊνώ, άμα ούτος κατεκλίθη τυλιχθείς εις πάλαιαν τριμμένην βελέντζαν.

Εις απάντησιν ο Πάπος ήρχισε να ροχαλίζη.

Το φεγγάρι είχε «πιασθή χειμωνιάτικο», και όλοι έλεγαν «δίπλα φεγγάρι, ολόρθος καραβοκύρης». Την πρώτην ημέραν ήτο ευδία, και την δευτέραν ως το δειλινόν. Προς το βράδυ ο καιρός εχάλασεν. Απειλητικά σύννεφα είχον σωρευθή προς βορράν και προς ανατολάς· την νύκτα ο καιρός εχειροτέρευσε πολύ, και προς το πρωί αγρίεψε. Βροχή, άνεμος, τρικυμία.

Καιρός διά ψάρευμα δεν ήτο πλέον. Η βάρκα δεν εφάνη να γυρίση. Οι ναυτικοί έλεγον ότι ο άνεμος δεν θα επέτρεπε να πλησιάσουν οι τρεις αλιείς εις την απέναντι στερεάν, αλλ' ή θα ευρίσκοντο τρυπωμένοι είς τινα μικράν αγκάλην της ακτής της νήσου, ή έπρεπε να ερριψοκινδύνευσαν να επαναπλεύσουν εις τον λιμένα. Πιθανόν να ήσαν εις το πέλαγος. Βεβαίως η βάρκα θα έπλεε ξυλάρμενη· εντός ολίγου έπρεπε να έλθουν. «Όπου είνε, θα φανούν».

Την δευτέραν νύκτα ο Πάπος «εκάτιασε» πάλιν ή «εκούρνιασε», καθώς αι όρνιθες και τα περιστέρια, εις το σπίτι με τους τρεις τοίχους και την μισήν στέγην. Καθώς είχεν αρχίσει να βρέχη χιονόνερον, και να βοΐζη ο άνεμος σείων το καραβόπανον, το οποίον εφαίνετο πασχίζον να φράζη το φοβερόν χάσμα του τοίχου και της οροφής, όπως τα ράκη καλύπτουσι την γύμνωσιν της πτωχείας, κ' εγίνετο βοή, κ' εκρότουν από το ψύχος τα ολίγα δόντια που έμενον εις το στόμα της Σειραϊνώς, ο Πάπος, έτριζε τα δόντια τα ιδικά του, παρόμοια με μουτσούνας Αράπη, την αποκρηά, κ' έτριβε τας χείρας και εφώναζε·

— Κύττα, θεια-Σειραϊνώ . . . Δεν σου φαίνεται σα ν' αρμενίζουμε στο πέλαγο τώρα, μαζί με τον πατέρα μου, με τη βάρκα του Καλούμπα; Όλο το ίδιο δεν είνε; Ακούς, θεια- Σειραϊνώ, πώς πέφτει η βροχή, πώς βοΐζει ο αέρας, βρρρρ ! . . . κρρρρ! . . . μπρρρρ! . . . θεια-Σειραϊνώ.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings