O ΠΕΝΤΑΡΦΑΝΟΣ (continued 3)
Reading edition
Γ'
Τοιαύτα ήρχισε να διηγήται εις τον Λάμπρον, όστις τα εγνώριζε καλλίτερ' απ' αυτόν, ο μπάρμπα-Διοματάρης, παρενθέτων ενίοτε εις την σειράν της διηγήσεως έν «καθώς έμαθα, καθώς μου είπαν». Τα πλείστα όμως προς συμπλήρωσιν της εικόνος τα προσέθηκε διακόπτων τον γέροντα αλιέα ο Λάμπρος αυτός, όστις δεν έπαυεν, εις το τέλος εκάστης περιόδου του απλοϊκού αφηγητού, να κατανεύη διά της κεφαλής επιδοκιμάζων και προσδοκών αίσιον δι' αυτόν το αποτέλεσμα. Αλλά το περιεργότερον ήτο το πείσμα και η οξύτης, μεθ' ων τα ήρευεν ο μπαρμπα-Διοματάρης. Αληθώς δε ο Λάμπρος δεν το επερίμενε, και μεγάλως εξεπλάγη, όταν εις το τέλος της διηγήσεως ο αφηγητής προσέθηκε·
— Τέτοιοι είνε όλοι τους! Ύστερα, δώσε τους ψήφο. Δεν πάω ούτε να ψηφοφορήσω, να μου λένε πως μ' αγόρασαν.
— Τι λες, μπαρμπα-Διοματάρη; ανέκραξεν ο Λάμπρος. Αυτή τη φορά δεν είνε ο Γεροντιάδης . . . είνε ο Αλικιάδης, και δεν έχεις να κάμης με τον Μανώλην τον Πολύχρονον, έχει να κάμης μ' εμένα . . .
— Όλοι το ίδιο είνε! επανέλαβε μετά πεισμονής ο μπαρμπα- Διοματάρης, αμεριμνών αν προσέβαλε κατά πρόσωπον τον Λάμπρον τον Βατούλαν.
— Πως όλοι το ίδιο είνε! επανέλαβεν ο Λάμπρος. Ημείς δεν καταδεχόμαστε, μπαρμπα-Διοματάρη να κάνουμε της δουλειαίς, που κάνει ο Μανώλης ο Πολύχρονος.
— Δεν το καταδιώχνετε! ανεκάγχασε σκληρώς ο τραχύς ναύτης.
— Ναι, αυτό που σου λέω εγώ. Δεν μου λες, μπαρμπα- Διοματάρη, στην άλλη εκλογή επήρες παράδες απ' το Μανώλη;
— Εγώ να πάρω παράδες; είπε βλοσυρός ο γέρων πορθμεύς· εμένα μου έταξαν να βγάλουν την σύνταξίν μου.
— Δεν σημαίνει· έκαμες κακά να μην πάρης παράδες.
— Γιατί;
— Γιατί ο Μανώλης θα σε πέρασε για πληρωμένον, αυτό να το ξέρης σίγουρα.
— Τώρα το κατάλαβα κ' εγώ, και γι' αυτό, ούτε ξαναπάω πλειά να ρίξω ψήφο.
— Είσαι κουριόζος άνθρωπος, μπαρμπα-Διοματάρη, εστέναξεν ο Βατούλας.
— Το ξέρω κ' εγώ . . . Δεν θα υπάρχουν πολλοί τέτοιοι σαν εμένα.
— Δεν υπάρχει κανείς . . . Είσαι μοναχός σου . . . Δεν έχεις ταίρι.
Και ο Λάμπρος εστέναξεν εκ δευτέρου, αναλογιζόμενος ότι, αν υπήρχαν πενήντα τοιούτοι εκλογείς, μη δεχόμενοι χρήματα, αλλ' υποσχόμενοι, ουχί ως ο μπαρμπα-Διοματάρης, να ψηφοφορήσουν, κατ' ευχήν, θα εκέρδιζε και αυτός πενήντα χάρτινα δεκάδραχμα από μίαν εκλογήν. Εφθόνει δε τον Μανώλην τον Πολύχρονον, όστις είξευρε τον τρόπον, υποσχόμενος εις τον ένα διορισμόν, εις τον άλλον σύνταξιν, εις τον τρίτον αισίαν έκβασιν της δίκης, να ευρίσκη απληρώτους εκλογείς, τους οποίους να περνά εις το κατάστιχόν του ως πληρωμένους. Εν τοσούτω δεν απηλπίσθη να μεταπείση τον μπαρμπα-Διοματάρην, και ειξεύρων ότι, αν επέμενεν αποτόμως κατ' αυτήν την ιδίαν εσπέραν, θα εστόμωνε μόνον το γεροντικόν πείσμα του χελωνοδέρμου ναυτικού, τον εκαλονύκτισε δι' απόψε, επιφυλαχθείς να επανέλθη μετά δύο εσπέρας.
Ακολούθως ο Λάμπρος ο Βατούλας μετά των συνοδών του ανήλθεν εις την μικράν οικίαν του Θανάση του Τσιρογεώργη.
— Καλως τακάνετε! καλησπέρα, Θανάση με τη φαμίλια σου!, έκραξεν ο Λάμπρος με την λιγυράν και θωπευτικήν φωνήν του και με την μελισταγή ευπροσηγορίαν του.
— Καλως τον κυρ-Λάμπρο με την παρέα του.
— Ε; είμαστε για νάμαστε;
— Μα βέβαια . . . Εσείς δεν εφανήκατε κανένας σας, ούτε σεις, ούτε οι άλλοι . . . Είπα κ' εγώ μαθέ, γιατί δε μου μιλεί κανένας; . . . Να μη μ' πη κανένας ένα λόγο; . . .
Να που ήρθαμε . . . Ο οικοδεσπότης ωμολόγει αφελώς ότι ήτο έτοιμος να δώση τον λόγον του εις εκείνον των κομματαρχών, όστις πρώτος θα έσπευδε να τον αγκαζάρη. Ηγάπα, ως φαίνεται, τας θωπείας, και εθεώρει ως τιμήν προσγινομένην αυτώ το να έλθη τις παρακαλών να του δώση την ψήφον του.
— Άλλο σόι άνθρωπος, είπε μέσα του ο Λάμπρος ο Βατούλας. Καλά που πρόφτασα κ' ήρθα . . . πώς δεν το πήρε μυρουδιά εκείνο το σκυλί, ο Μανώλης ο Πολύχρονος, να έρθη να μου τον πάρη! Ο Θανάσης ο Τσιρογεώργης προσέφερεν οίνον και στραγάλια εις τους επισκέπτας, ο δε Λάμπρος του έδωσε παχείας υποσχέσεις δι' οιανδήποτε απαίτησιν και αν είχεν από τον μέλλοντα βουλευτήν, όστις ήτο σίγουρος «με το παραπάνω» και τον περικάλεσε να περάση από το γραφείον του, όσον είνε το εκλογικόν κέντρον, διά να τα ειπούν καλλίτερα.
Μόλις απήλθεν ούτος μετά των ακολούθων, και ο Μανώλης με τους ιδικούς του ανήλθον εις την οικίαν.
— Λοιπόν, κουμπάρε, πώς είμαστε;
Ο Μανώλης είχε συνηθίσει ν' αποκαλή κουμπάρους σχεδόν όλους τους συντέκνους των συμπεθέρων του.
— Τώρα, κουμπάρε, έδωσα το λόγο μ'.
— Σε ποιόνε;
— Στο Λάμπρο το Βατούλα . . . Τώρ-δα, τώρ-δα, ό,τι κατέβηκε . . . Δεν ειξεύρατε ναρθήτε μισή ώρα μπροστά;
Δ
Η οικία του Σπληνογιάννη, ανώγεως, με δύο δωμάτια και μέγαν πρόδομον, μετά μεγάλου σκεπαστού εξώστου, λιθίνης κλίμακος, έκειτο ολίγα βήματα απωτέρω προς ανατολάς βλέπουσα. Εκεί εισήλθε μετά των εταίρων του ο Λάμπρος ο Βατούλας, άμα εξελθών της οικίας του Τσιρογεώργη.
Μετ' ολίγα λεπτά, ότε ο Μανώλης κατήλθεν άπρακτος εκ της τελευταίας ανωτέρω περιγραφείσης επισκέψεώς του, ήκουσε θόρυβον, φωνάς και ταραχήν. Δύο φωναί ανδρικαί, η μία βραχνή, επίρρινος και οργίλη, η άλλη μελιχρά και καταπραϋντική, ηκούοντο συνεχώς εναλλάσσουσαι· αλλ' αμφοτέρων εδέσποζεν οξεία και διάτορος φωνή, φωνή γυναικός νευροπαθούς, διαμαρτυρομένη με γοεράς και απειλητικάς κραυγάς, ας ακούοντες ευλόγως υπέθετον ότι μεγάλη συμφορά είχεν ενσκήψει. Αι φωναί ήρχοντο προφανώς από την οικίαν του Σπληνογιάννη. Ο Μανώλης, όστις εγνώριζε μεν κάτι τι και από πριν, διέκρινε δε και ολίγας λέξεις εκ των πολυήχων κραυγών της νευροπαθούς γυναικός, ενόμισεν ότι την φοράν ταύτην δεν ήτο υπόχρεως να σεβασθή τους όρους της σιωπηλής συμβάσεως, ήτις ίσχυε μεταξύ των δύο αντιπάλων κομμάτων, όπως οι άνθρωποι του ενός κόμματος μη επιτρέχωσιν αδιακρίτως προς ψηφοθηρίαν εις το αυτό μέρος όπου έχουσιν ήδη εισβάλει οι οπαδοί του άλλου, και έσπευσε να παραβιάση την σύμβασιν. Χωρίς να διστάση, ένευσεν εις τους δύο συντρόφους του να τον ακολουθήσωσι, και ανέβη εις την οικίαν.
Οι δύο ακόλουθοι του Βατούλα, οίτινες είχον μείνει κατά την παραδεδεγμένην τακτικήν εις το προαύλιον της οικίας, διεμαρτυρήθησαν δι' υποκώφων γογγυσμών, αλλά δεν ετόλμησαν ν' αντισταθώσιν. Έμενον δε νυν αντικρύ των, προκλητικά ρίπτοντες επ' αυτούς βλέμματα, και οι δύο ουραγοί του Μανώλη, απώτερον ιστάμενοι και δυσκολευόμενοι να εννοήσωσι την στρατηγικήν του αρχηγού των.
Μόλις είχεν αναβή ο Μανώλης εις του Σπληνογιάννη, και παράθυρόν τι ελαφρώς τρίξαν υπανεώχθη αντικρύ. Εις το άνοιγμα του παραθύρου εξήλθεν η Τσιρογεώργαινα και έτεινεν άπληστον το ους. Εις τον μικρόν εξώστην της παρακειμένης οικίας, ενώ η θύρα έμενε κλειστή, σκοτεινή μορφή ίστατο από τινων λεπτών της ώρας. Η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν ήτο άλλη παρά η Ζυγαράκαινα, μήτηρ τεσσάρων υιών εκλογέων, κ.τ.λ., είδε την διά του ανοίγματος του παραθύρου προκύψασαν φαιδράν όψιν, την ανεγνώρισε, και εψιθύρισε προς αυτήν
— Τακούς, γειτόνισσα;
— Τι ν' ακούσω, γειτόνισσα;
— Να, που μαλλώνουν, τ' ανδρόγυνο.
— Γιατί τάχα;
— Να, από άλλο κόμμα, είνε, λέει, ο άνδρας και από άλλο η γυναίκα.
— Μη χειρότερα.
— Είνε και άλλα χειρότερα, γειτόνισσα;
Και η φαιδρά όψις επανέκλεισε το παράθυρόν κ' έγεινεν άφαντος, ενώ η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν εξετίμα εν παντί την χρησιμότητα της λυχνίας, έμεινε πολυπράγμων, κατασκοπεύουσα τα συμβαίνοντα εν τη αντικρυνή οικία.
Μικρόν πριν εισέλθη ο Μανώλης, ιδού τίνες φράσεις διημείβοντο εν τη οικία:
— Έννοια σου, κουμπάρε, μην την ακούς αυτή, έλεγε δεικνύων διά νεύματος την σύζυγόν του προς τον Λάμπρον Βατούλαν ο Σπληνογιάννης, τεσσαρακοντούτης, ισχνός, κίτρινος, μ' εσβεσμένα όμματα, προξενών οίκτον.
— Κείνο που θέλω εγώ θα γείνη! ανέκραζεν απειλούσα διά χειρονομίας η σύζυγός του, ωραία, τριακοντούτης, υψηλή, ροδόχρους, γλυκυτάτη, με μεθυστικόν το βλέμμα και το μειδίαμα, την οποίαν διά του πρώτου βλέμματος ο θεατής, συγκρίνων αυτήν εκ του σύνεγγυς με τον σύζυγόν της, ακουσίως θ' άφινε να του εκφύγη η επιφώνησις: Κρίμα 'ς τη γυναίκα!
— Μην τα ξεσυνερίζεσαι τα λόγια της, κουμπάρε, διεμαρτύρετο λέγων ο σύζυγος.
— Το δικό μου θα περάση, το δικό μου! επέμενε πάλιν η συμβία.
— Και τι; θα με κουμαντάρης εσύ; έκραζεν απειλητικώς ο Σπληνογιάννης.
— Σας παρακαλώ . . . ησυχάσατε τώρα, παρενέβαλλε διά της μελιχράς και θωπευτικής φωνής του ο Λάμπρος ο Βατούλας. Να τώξορα έτσι δα. .. καλλίτερα να μην ερχόμουνα . . . Δεν ήλθα εγώ για να σπείρω σκάνδαλα στ' ανδρόγυνο . . .
Η θύρα ηνοίχθη και εισήλθεν ανελπίστως ο Μανώλης ο Πολύχρονος.
Ο Σπληνογιάννης ηγέρθη αυτομάτως με βλέμμα εκπλήξεως και αμηχανίας. Η γυνή εξεπήδησεν εκ του σκίμποδος εφ' ου εκάθητο, και προέβη εις υποδοχήν του.
Ο Λάμπρος ο Βατούλας ουδ' εσάλευσεν από την θέσιν του,
— Καλώς τον κουμπάρο! έκραξεν η οικοδέσποινα.
— Καλώς τον κουμπάρο! ετραύλισε και ο Σπληνογιάννης.
Το ανδρόγυνον είχεν, ως φαίνεται, διπλαίς κουμπαριαίς, και εντεύθεν ηδύνατο να εικάση τις ότι θα επήγαζεν η διαφωνία μεταξύ των δύο συζύγων. Διότι ο Σπληνογιάννης είχεν υποσχεθή, να δώση την ψήφον του εις τους κουμπάρους του, Λάμπρον Βατούλαν και λοιπούς. Η Σπληνογιάνναινα όμως έτρεφε φανεράν εκτίμησιν προς τους κουμπάρους της, του κόμματος Μανώλη Πολυχρόνου και συντροφίας.
Είνε αληθές ότι, κατ' ιδίαν, ο Σπληνογιάννης διηγείτο εις την σύζυγόν του ότι από πολιτικήν απλώς υπέσχετο εις τον Λάμπρον τον Βατούλαν. Αλλ' η γυνή εσκύλιαζε και εδαιμονίζετο, όταν τον ήκουεν ανανεούντα την υπόσχεσιν ταύτην, και απήτει να κηρύξη φανερά ο σύζυγός της εις τον Λάμπρον ότι θα του έδιδε ψήφον. Την θυσίαν ταύτην εδυσκολεύετο να κάμη ο Σπληνογιάννης, και από εβδομάδων ήδη το ανδρόγυνον «δεν έτρωε μερωμένο ψωμί».
— Τα βλέπεις λοιπόν, φίλε κύριε Λάμπρε, είπε μετά προσποιητής σοβαρότητος, δάκνων τα χείλη, ο Μανώλης.
— Τι να ιδώ;
— Δεν πρέπει να βάζουμε σκάνδαλα στο ανδρόγυνο . . .
— Μάλιστα, σ' αυτό συμφωνώ κ' εγώ, είπε μεθ' ετοιμότητος ο Λάμπρος· δεν πρέπει να βάζετε σκάνδαλα, καθώς το λέτε.
— Εγώ έβαλα! είπεν οργίλως ο Μανώλη. Εγώ ήρθα να τους ειρηνεύσω, μήπως τυχόν και τους ηρεθίσατε . . .
Ο Σπληνογιάννης έδιδε καθέκλαν εις τον Μανώλην.
— Ας είνε, θα τα καταφέρωμεν, είπεν.
— Ας είνε, κάνομε καλά, είπε. Εσείς, βλοημένοι, έρχεσθε κ' οι δυο μαζί, και δεν μπορεί κανείς να . . .
Ακουσίως αμφότεροι αι ψηφοκάπηλοι εγέλασαν, μαντεύσαντες τι ήθελε να είπη ο Σπληνογιάννης.
— Κείνο που σου λέω εγώ ! . . .
— Κείνο που σου λέω εγώ! ανέκραξε με οξείαν φωνήν η γυνή.
Ησθάνετο δε τώρα ενισχυομένην την θέσιν της εκ της επικουρίας ην παρείχεν αυτή η παρουσία του Μανώλη και εγίνετο θρασυτέρα.
Ο δυστυχής Σπληνογιάννης δεν ενθυμείτο να ευρέθη ποτέ εις δυσχερεστέραν θέσιν. Ευρίσκετο αντιμέτωπος τριών εχθρών, ων φοβερώτερος βεβαίως ήτο αυτή η σύζυγός του. Μεμονωμένους, καθ' ένα έκαστον, αν τους είχε συναντήσει, ήτον ικανός, διά της ψευτικής, του μόνου όπλου όπερ απέμεινεν εις τους χωρικούς όπως ανταγωνίζωνται κατά τόσων και τόσων πολιτικών ή κοινωνικών και βιωτικών πιέσεων και διωγμών (όπλον το οποίον ακονίζεται δις της εβδομάδος εις τα πταισματοδικεία και ειρηνοδικεία όπου ο χωρικός γίνεται σωστός βλαχοδικηγόρος) να τα βγάλη πέρα μαζί των, φενακίζων και τους τρεις κατά πρόσωπον, φασκελώνων και τα δύο κόμματα όπισθεν των νώτων, και ορκιζόμενος καθ' εαυτόν να μαυρίση περιφρονητικώς όλας κατά σειράν τας κάλπας των αυτοκλήτων αντιπροσώπων του ατυχούς λαού, του τόσον δεινοπαθούντος και τυραννουμένου.
Αλλ' ενώ η παρουσία του Λάμπρου του Βατούλα καθίστα ήδη ανίσχυρον το μόνον όπλον του, εις επίμετρον προσετέθη και η έφοδος του Μανώλη του Πολυχρόνου, όστις θα έλεγέ τις ότι ήλθεν επίτηδες διά να παρασταθή εις δωρεάν περίεργον οικογενειακήν κωμωδίαν.
Ουδέν άλλο καταφύγιον είχεν ή να ζητήση μικράν ανακωχήν.
— Ας είνε, είπε, θα ιδούμε· σήμερα Τρίτη, ως την Κυριακή που θα είνε η εκλογαίς, θα μας φωτίση ο Θεός τι να κάνουμε . . .
— Όχι! Όχι! έκραξεν η γυνή γελώσα ακουσίως, αρχίσασα φαίνεται και αυτή να εννοή το κωμικόν της θέσεως. Όχι! Όχι!
Και εκτύπησε θορυβωδώς τον δεξιόν γρόνθον επί της παλάμης της αριστεράς.
— Όχι ! Να δώσης τώρα το λόγο σου ! Ν' αποφασίσης τι θα κάμης. Δεν τους έχεις τους ανθρώπους σαν τα ζωντανά σου, να έρχωνται και να ξαναέρχωνται χίλιες φορές.
Ο Λάμπρος και ο Μανώλης ηυχαρίστησαν διά μειδιάματος την σύζυγον του Σπληνογιάννη διά το φιλοφρόνημα.
— Μα κάμε φρόνιμα, γυναίκα! έκραξεν αγανακτών ο ποιμήν. Είνε τρόπος αυτός να επιμένης τόσον εσύ, εμπρός εις τόσους άνδρας! Αλλοίμονό μας, αν αρχίσουν να μας κουμαντάρουν η γυναίκες μας!
— Ακούστε τον! ακούστε τον! Με βρίζει κι' όλα . . . με φοβερίζει! ανέκραξεν η γυνή δράττουσα περί τους κροτάφους τους δυο κρεμαμένους θυσάνους της κόμης της.
— Δεν ξέρω στην πάρα πάνω σκάλα, είπε με πικρόν πόνον τρωθείσης αξιοπρεπείας, ρίπτων εμφαντικόν βλέμμα προς τους επισκέπτας ο ποιμήν, δεν ξέρω αν οι σοϊλήδες, αυτοί που κάνουν τον άρχοντα, στρέγουν να τους κουμαντάρουν η γυναίκες τους· μα ημείς οι βοσκοί το καταδεχόμαστε με κανέναν τρόπο! Ο παππάς που μας εστεφάνωσε άκουσα να λέη την ώρα που διάβαζε τον Απόστολο, πριν ειπή το Βαγγέλιο, πως «η γυνή πρέπει να φοβήται τον άνδρα».
Ο Λάμπρος ο Βατούλας, μειδιών ίσως διά να δώση αφορμήν ειρηνεύσεως εις τα δύο πρόσωπα της σκηνής, τρέπων το θέμα επί το αστειότερον, είπε·
— Μα ξέρεις, κουμπάρε, τί την δασκαλεύει τη νύφη, η μάννα της;
— Τι;
— Την ώρα που λέει αυτόν τον λόγον ο παππάς, την ορμηνεύει να πη μέσα της τρεις φοραίς: «Αστοχιά στο λόγο σου, παππά μ', δάκω τη γλώσσα σου».
Εγέλασαν όλοι και αυτή η Σπληνογιάνναινα.
Ό Λάμπρος εγερθείς μετά την παρατήρησιν ταύτην, επλησίασεν ως την θύραν, όπου εστάθη επί τινα λεπτά, ως να εσκέπτετο αν έπρεπε ν' απέλθη. Αλλ' ουχ' ήττον επανήλθε πάλιν εις την θέσιν του και εκάθησεν.
Ο Μανώλης ηγέρθη και αυτός, επλησίασεν εις το παράθυρον, εστήριξε τα νώτα επί του τοίχου, κ' εστάθη αναποφάσιστος.
Ουδείς των δύο απεφάσιζε να δώση πρώτος το παράδειγμα της αποχωρήσεως. Ο μεν Λάμπρος εσκέπτετο ότι ο Μανώλης, τελευταίος ελθών, ήτο αδιάκριτος, και επομένως ώφειλε να τους αφήση ησύχους να τελειώσουν την συνδιάλεξιν ην είχον ή υπετίθετο ότι είχον μετά του οικοδεσπότου, ο δε Μανώλης εφρόνει ότι, αφού ήλθε τελευταίος, τελευταίος έπρεπε και να απέλθη.
Τέλος ο Λάμπρος εσκέφθη ότι η σκηνή αύτη έπρεπε να λάβη πέρας, και όπως ευπροσώπως εξέλθη εκ της δυσχερούς θέσεως·
— Ας είνε, είπε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, ημείς δεν είμαστε από κείνους όπου πάνε και βάζουν σκάνδαλα στα ανδρόγυνα· κάμε ό,τι σε φωτίσει ο θεός, καθώς είπες. Κ' ένα ψήφο να μας δώσης στη μία μας κάλπη μοναχά, για να δώσης κι' από κει (δείξας τον Μανώλην) και μικτόν να δώσης και στα δύο κόμματα, ημείς θα σου το γνωρίζουμε χάρι.
— Όχι! όχι! επέμεινεν η γυνή. Στον κουμπάρο έδωκε τον λόγον του από μπροστήτερα.
Ο Λάμπρος εκινήθη να εξέλθη, ο δε Μανώλης μείνας επί δύο ή τρία λεπτά, αφού αντήλλαξε με ψίθυρον φωνήν ολίγας λέξεις με τον οικοδεσπότην και με την συμβίαν του, τους ευχήθη την καλήν νύκτα, και από του εξώστου μεγάλη τη φωνή, διά ν' ακουσθή από τον Λάμπρον, όστις δεν θα ήτο μακράν, είπε·
— Καλά τους λένε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, χαλασοχώρηδες.
— Όλοι σας, απήντησεν ετοίμως ο ποιμήν, να πούμε την αλήθεια, είστε πάρ' τον ένανε, χτύπα τον άλλονε.
— Το λοιπόν κ' ημείς είμαστε χαλασοχώρηδες, σαν αυτούς;
— Δεν είσθε χαλασοχώρηδες, απήντησε σαρκαστική εις το σκότος η φωνή του Λάμπρου Βατούλα· είσθε ανδρογυνοχωρίστρες!
Ε'
Χαλασοχώρηδες εκαλούντο τέως οι του κόμματος του Λάμπρου, από δε της νυκτός ταύτης οι του άλλου κόμματος ωνομάσθησαν ανδρογυνοχωρίστρες.
Από της αυγής της επαύριον Τετάρτης ο Μανώλης και δύο των φίλων του, λαβόντες βάρκαν, εξήλθον εις το Μαραγκό, νησίδιον φράττον προς εύρον τον λιμένα, κ' επαραμόνευαν πότε θα ενεφανίζοντο όπισθεν της Άρκτου και της Τρυπητής, δύο άλλων ανατολικώτερον κειμένων νησιδίων, αι βάρκαι αι φέρουσαι τον ροφόν, κατά το λεξιλόγιον του Μανώλη του Πολυχρόνου. Αλλ' από βαθέος όρθρου, ο Λάμπρος ο Βατούλας οσφρανθείς, φαίνεται, το δόλωμα των αντιπάλων, έσπευσε να ξυπνήση τον καπετάν-Νικολάκην, το Τρυποκαρύδι, ένα των στενωτέρων φίλων του, και επιβιβασθέντες οι δύο εις ωραίον κόττερον, έλυσαν τα πανιά, εσήκωσαν την άγκυραν, και ανάψαντες τους ναργιλέδες των με τα κάρβουνα, τα οποία είχαν λάβει από το καφενείον του γέρο-Ακούκατου, όστις αγρυπνότερος αλέκτορος ήνοιγε το καφενείον τέσσαρας ώρας πριν φέξη, εξηπλώθησαν παρά την πρύμνην καπνίζοντες και πλέοντες τη βοηθεία της πρωινής απογείου αύρας. Εξήλθον εις το Ασπρόνησον, βορειοανατολικώς, όπου έκαμναν καρτέρι περιμένοντες πότε ήθελε φανή το κελεπούρι, κατά το ύψος του Λάμπρου του Βατούλα. Οι Χαλασοχώρηδες κάμψαντες την ακτήν είχαν κρυφθή όπισθεν του Ασπρονήσου, και οι Ανδρογυνοχωρίστρες ούτε τους είδαν, ούτε υπώπτευσαν καν ότι τους είχαν προλάβει.
Μετά ικανήν ώραν, άμα τη ανατολή του ηλίου, προέκυψαν από του απέναντι ακρωτηρίου δύο βάρκαι ερχόμεναι προς τα εδώ, αίτινες, έχουσαι ούριον τον άνεμον, καθότι είχε σουρώσει ήδη το μελτέμι, ταχέως επλησίασαν. Οι Χαλασοχώρηδες με το κόττερόν των έπλευσαν εις προϋπάντησιν των δύο λέμβων. Ανεγνώρισαν δε μετ' ου πολύ τα πρόσωπα, τα οποία έφερον αύται. Της μιας τούτων επέβαιναν ο Αλικιάδης και ο Αβαρίδης, της δευτέρας επέβαιναν ο Γεροντιάδης, ο Καψιμαΐδης και ο Χαρτουλάριος, και οι πέντε υποψήφιοι βουλευταί. Είχον ορμηθή εκ της πρωτευούσης της Επαρχίας και ήρχοντο προς άγραν ψήφων και προς επίσκεψιν των εν τω δευτερεύοντι δήμω φίλων του. Τούτων ο Αλικιάδης εκ της μιας λέμβου και ο Καψιμαΐδης εκ της άλλης υπηρετούντο χωρίς να είνε συνδυασμένοι, από τους Χαλασοχώρηδες, ο δε Γεροντιάδης και ο Αβαρίδης υπεστηρίζοντο, χωρίς ν' αποτελώσι συνδυασμόν, από τους Ανδρογυνοχωρίστραις. (Διότι όλα τα εις ιδης και αδης, ως να προέβλεπον, θα έλεγέ τις μέλλουσαν εξορίαν και διωγμόν, είχον ζητήσει εγκαίρως να εξασφαλισθώσιν εις τον προσφυή εκείνον τόπον). Όσον αφορά τον πέμπτον, τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, ούτος ήτο το μήλον της έριδος, και αμφότερα τα τοπικά κόμματα εμάχοντο ποίος να τον πρωτοϋπηρετήση.
Ο Λάμπρος ο Βατούλας δεν ηυχαριστήθη πολύ ιδών τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον επιβαίνοντα της αυτής λέμβου μετά δύο άλλων υποψηφίων. Επεθύμει και ήλπιζε να τον έβλεπεν επί χωριστής λέμβου πλέοντα. Διότι διά τον Αλικιάδην και Καψιμαΐδην δεν τον έμελλε και πολύ, καθόσον ούτοι ως φανερώς υποστηριζόμενοι υπό του κόμματος, και μη έχοντες άλλους φίλους, δεν είχον ανάγκην πολλών περιποιήσεων, αλλά διά τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, τον οποίον αυτός διενοείτο να υπηρετήση αριστερά τη χειρί και διά λογαριασμόν του είχε πλεύσει μέχρι Ασπρονήσου, σχεδιάζων να τον παρακαλέση να μεταβή τιμητικώς εις το κόττερον, και να υψώση και σημαίαν εις τον ιστόν, άμα θα εισέπλεον εις τον λιμένα. Δυστυχώς τώρα η υπόθεσις περιεπλέκετο. Ούτε τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον μόνον ηδύνατο ευπροσώπως να αποσπάση εις το κομψόν και λευκόν χρωματισμένον κόττερον, ούτε τους άλλους, τους δύο φανερούς υποψηφίους του, ηδύνατο ευλόγως να καρπολογήση από τας δύο χωριστάς λέμβους. Την στιγμήν εκείνην ο καπετάν-Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, μόνος ιδιοκτήτης και κυβερνήτης του κοττέρου, αναλογισθείς το φιλοδώρημα, το οποίον ήτο δυνατόν να δώσουν οι υποψήφιοι, αν τους έπειθε να επιβιβασθώσιν εις το κόττερον, όπως εισπλεύσωσιν εις τον λιμένα μετά πομπής, αποβλέψας εις την εγγύτερον ισταμένην λέμβον, ης επέβαινον οι δύο των υποψηφίων, μετέβη εις την πρώραν και ήρχισε να φωνάζη·
— Ορίστε, κύριοι, στο κόττερο! Κύριε Αλικιάδη! κύριε Αβαρίδη! θα ισσάρουμε και μπαντέρα μες το λιμάνι . . .
Την ιδίαν στιγμήν ο Λάμπρος ο Βατούλας ήρχισε να νεύη απελπιστικώς και να χειρονομή από της πρύμνης προς τον νεαρόν ναυτικόν, αποτρέπων αυτόν. Διότι την στιγμήν εκείνην, αφού πολύ εσκέφθη, του είχεν έλθει η ιδέα ότι, αφού τα πράγματα του παρουσιάζοντο ούτω πολύπλοκα, ο άριστος τρόπος προς λύσιν της δυσχερείας ήτο να καλέσωσιν επί του κοττέρου τους τρεις υποψηφίους, τους επί της άλλης λέμβου. Ούτω θα είχον το πλεονέκτημα ότι θα είχον δύο αντί ενός ή μάλλον τρεις αντί δύο, να περιποιηθώσι. Διότι ναι μεν ο είς των τριών, ο Γεροντιάδης, ήτο από το άλλο κόμμα, αλλ' ο τρίτος ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, κατά τους υπολογισμούς του Βατούλα, ήξιζε τουλάχιστον διά δύο. Και τούτο θα ήτο το μέγιστον κέρδος, ως ήτο και ο σκοπός της θαλασσίας εκδρομής του, το να έχη τον Χαρτουλάριον υπό τας όψεις και υπό την χείρα του. Αλλ' ο καπετάν-Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, επειδή «δεν ήτο μέσα του» διά να ειξεύρη τους πόθους και τους υπολογισμούς του, επεδίωκε δε ως αμαθής ναύτης το προχειρότερον και το ευκολώτερον κέρδος, δεν έδωκε προσοχήν εις τα νεύματα και εις τας χειρονομίας του, και εξηκολούθησε να φωνάζη προς τους κ. κ. Αλικιάδην και Αβαρίδην·
— Θα κοτσάρουμε και τη μπαντέρα, κύριοι!
Συγχρόνως ο Λάμπρος ο Βατούλας απελπισθείς ότι θα τον ενόει ποτέ αυτός ο «χονδροκέφαλος», ο Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, έστρεψε τα νεύματα και τας χειρονομίας του προς τους εν τη άλλη λέμβω, και ήρχισε να τους χαιρετίζη με το καπέλλον, με το μανδήλιον και με την φωνήν:
— Καλώς, ορίστε, κύριοι! Ορίστε στο κόττερο! κύριε Γεροντιάδη! κύριε Καψιμαΐδη! κύριε Χαρτουλάριε! ορίστε!
Σύγκρουσις τότε επήλθε δικαιωμάτων, απαιτήσεων και πόθων, και σύγχυσις βλεμμάτων, φωνών και φρενών. Ο μεν κυβερνήτης από της πρώρας προσεκάλει εις το πλοίον τους εκ της μιας λέμβου δύο, ο δε επιβάτης από της πρύμνης, πλοιάρχου εξουσίαν αντιποιούμενος, προσεκάλει τους εκ της άλλης λέμβου τρεις. Οι μεν δύο, και αν ήθελον, ημποδίζοντο να έλθωσιν εκ της προσκλήσεως των άλλων τριών, οι δε τρεις εκωλύοντο εκ της προσκλήσεως των άλλων δύο. Και ούτοι και εκείνοι έμεναν κυττάζοντες αλλήλους αναποφάσιστοι, οι δε πορθμείς των δύο λέμβων εφ' ων είχον πλεύσει, ζηλότυποι και οργίλοι, ήρχισαν φανερά να γογγύζωσι·
— Δεν έχουν ανάγκην ναρθούν στο κόττερο!
— Ξέρουμε κ' εμείς από πού μπαίνουν στο λιμάνι!
— Ξέρουμε το δρόμο να πάμε, στη σκάλα ν' αράξουμε . . .
— Έχουμε κ' ημείς μπαντέρα να ισσάρουμε . . .
— Και καινούργια μάλιστα . . . προχτές ακόμα την έρραψα . . .
— Ψες ακόμα μπογιάτισα το κοντάρι . . . ακόμα μυρίζει λαδομπογιά . . .
Την ιδίαν στιγμήν οι Ανδρογυνοχωρίστραις με την βάρκαν των, σχεδόν χωρίς κανείς να τους εννοήση, παρατηρήσαντες προ πολλού την εμφάνισιν των δύο λέμβων, είτα την συνάντησιν αυτών μετά του κοττέρου, είχαν πλησιάσει σιγά και γοργά και είχαν φθάσει ήδη εις το μέρος όπου είχαν σταματήσει πλησίον αλλήλων αι τρεις λέμβοι, ενώ αντήχει ακόμη η πρόσκλησις του Λάμπρου του Βατούλα·
— Ορίστε, κύριοι, στο κόττερο!
Και η κραυγή του καπετάν-Νικολάκη·
— Θα κοτσάρουμε και τη μπαντέρα, κύριοι!
Ο Μανώλης ο Πολύχρονος, χωρίς δισταγμόν, ιδών με το πρώτον βλέμμα εις ποίαν λέμβον ευρίσκετο ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, ήτις λέμβος ήτο άλλως και η πλησιεστέρα προς το μέρος εξ ου αυτός ήρχετο, προσήγγισε με την βάρκαν του, εισεπήδησεν εις την ξένην λέμβον, απέπεμψε την ιδικήν του, ειπών εις τους συντρόφους του να γυρίσωσι μόνοι εις τον λιμένα, ηυχήθη το «καλώς ωρίσατε» εις τους τρεις υποψηφίους και εν μεγίστη ελευθερία, ενώ ο πορθμεύς και ο ναύτης του εκύτταζον έκπληκτοι, εκάθισε παρά το πλευρόν του Γιαννάκου του Χαρτουλαρίου και ήρχισεν αμέσως εμπιστευτικός ανακοινώσεις εις το ους αυτού.
Τούτον ως είδεν ο Λάμπρος ο Βατούλας, εν τοιαύτη θαυμαστή προπετεία και θρασύτητι ζηλευτή κατορθώσαντα ούτω απλώς να τον υπερφαλαγγίση, έλαβε μόνος την κώπην, ενώ ο κυβερνήτης ο Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, ορθός επί της πρώρας ιστάμενος, εξηκολούθει ακόμη να φωνάζη προς τους επί της πρώτης λέμβου δύο υποψηφίους :
— Θα σας ισσάρουμε και την μπαντέρα, κύριοι!.., και επλησίασε προς την δευτέραν λέμβον, ότε, χωρίς να είπη λέξιν εις τον καπετάν-Νικολάκην, εισώρμησε και αυτός εις την λέμβον, όπου ήτο ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, εχαιρέτησε τους τρεις υποψηφίους, και εκάθησεν επί της ετέρας πλευράς του περί μαχητού υποψηφίου βουλευτού, όπως αρχίση και αυτός τας ιδικάς του ανακοινώσεις, ενώ ο πορθμεύς και ο ναύτης του τον εκύτταζον εκθαμβοι με ανοικτόν το στόμα.
Όστις έβλεπε μακρόθεν ούτω πως αντίπρωρα ισταμένας τας τέσσαρας ταύτας λέμβους, υπηνέμους, δίπλα εις το Ασπρόνησον, θα υπέθετεν ότι πράγματι την πρωίαν εκείνην είχε πέσει, κατά το εικονικόν ύφος του Μανώλη του Πολυχρόνου, έκτακτος ροφός εις το μέρος εκείνο, ότι τα παραγάδια των τεσσάρων λέμβων εμπερδεύθησαν εις τοιούτον δυσαπάλλακτον τρόπον, ώστε δεν ηδύνατο να διακρίνη τις εις ποίον παραγάδι ανήκε το άγκιστρον εις ό είχε συλληφθή ο ροφός, και ότι οι αλιείς εμάχοντο προς αλλήλους με κίνδυνον να ξεπιασθή και τους φύγη το άγρευμα, περί κυριότητος και κατοχής του τε παραγαδίου, του ροφού και του αγκίστρου.
Τέλος αι δύο λέμβοι, αι φέρουσαι τους υποψηφίους, εξεκίνησαν διά να εισπλεύσωσιν εις τον λιμένα. Η βάρκα του Μανώλη με τους δύο συντρόφους του είχε γείνει άφαντος ήδη. Το δε κόττερον, εφ' ου είχε μείνει μόνος ο κυβερνήτης του, ήρχετο τελευταίον.
Ο καπετάν-Νικολάκης «ήτο φούρκα» ιδών ότι έχασε το ελπιζόμενον φιλοδώρημα, και ότι εγκατελείφθη υπό του Βατούλα. Εν τούτοις ήνοιξε το κάτασπρον ως τα πτερά του γλάρου πανίον του, άναψε τον ναργιλέν του, εξηπλώθη παρά το πηδάλιον, κρατών την σκόταν, κ' εξεκίνησεν. Αν ήθελε, καίτοι μόνος, καίτοι αι δύο λέμβοι αρμένιζαν με πανιά και με κουπιά, ήτο ικανός με το κομψότατον, νεοπαγές και κοπτερόν σκάφος του, να προσπεράση τας δύο λέμβους, να τας αφήση «στα μπούνια» ρίπτων «κολοκυθάναις» οπίσω του. Αλλά προς καιρόν ωρτσάριζε και έκοπτε τον δρόμον του πλοίου. Όταν το τρία πλοία κάμψαντα τον κάβον εισέπλευσαν εις τον λιμένα, τότε, την ώραν καθ' ην επλησίαζαν εις την αποβάθραν, και ο κόσμος από της αγοράς τους εκύτταζε, τότε, δι' επιτηδείου χειρισμού, επειδή τα μελτέμια του θέρους έπιαναν εν μέρει εις τον ανατολικόν λιμένα της πολίχνης, έτρεξε και έμπροσθεν των λέμβων, ύψωσε την σημαίαν του, σκεπτόμενος ότι αυτός το κάτω-κάτω, ως ναυτικός, ήτο τόσον άξιος της τιμής ταύτης διά της σημαίας του ιδίου πλοίου του όσον και πας άλλος, επροσπέρασε τας δύο λέμβους, τας άφησε δέκα οργυιάς οπίσω, και ελθών ηγκυροβόλησε πρώτος, μετά κρότου, κράξας θριαμβευτικως προς τους επί των δύο λέμβων υποψηφίους και λοιπούς·
— Τ'ν καραβοκυρά σας!
ΣΤ'
Την πρωίαν εκείνην ο Μπάρμπ'-Αναγνώστης ο Συβίας, αφού εσυλλειτούργησε τον Παππα-Σωτήρην τον εφημέριον των τριών Ιεραρχών, εισώρμησεν, όπως πάντοτε συνήθιζεν, άμα τη απολύσει της λειτουργίας εις το ιερόν βήμα, διά να λάβη τον μισθόν του διά τα νε-να-να-νέ και τα τε-ρε-ρέμ τα οποία είχε συνεισφέρει προς συντέλεσιν της ιεράς μυσταγωγίας. Συνίστατο δε ο μισθός ούτος εις εν «ξάκρισμα» προσφόρου «διά τον καφέ» και εις ημίσειαν προσφοράν επιπλέον, την οποίαν αυθαιρέτως ελάμβανε, παρά τας διαμαρτυρίας του συγγενούς του ιερέως, θέτων αυτήν εις τον κόλπον του «για τη συβία». Ο Παππα- Σωτήρης δεν εθύμωνε τόσον διά την ημίσειαν προσφοράν και διά το ξάκρισμα, όσον διά την τόλμην του να εισβάλη εις το ιερόν βήμα «εξήντα χρόνων άνθρωπος, εν αμαρτίαις γηράσας». Αλλ' ο μπάρμπ'-Αναγνώστης από πεντηκονταετίας δεν είχε παύσει ούτε τον Παππα-Σωτήρην να συλλειτουργή ούτε εις το ιερόν βήμα να εισέρχεται.
Είτα, αφού έβαλεν εις τον κόλπον του την ημίσειαν προσφοράν «για τη συβία», φράσις εξ ης έλαβεν αρχήν και το παρωνύμιόν του, εξήλθεν υποσκάζων εκ του ιερού βήματος, κρατών εις την αριστεράν το «διά τον καφέν» ξάκρισμα, το οποίον ήρχισε και να μασσά, εμάζωξε και την φαιάν και πρώην ξανθήν κόμην του υπό την σκούφιαν, έλαβεν εκ του στασιδίου την ράβδον του κ' εξήλθεν εις την πλατείαν.
Η εκκλησία μόλις απείχεν εκατοντάδα βημάτων από της παραθαλασσίου αγοράς και της αποβάθρας. Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης κατέβη κούτσα—κούτσα, και εις τον δρόμον πρώτον συνήντησε δύο παιδία του δρόμου παίζοντα εις τον περίβολον της εκκλησίας, τα οποία ηπείλησε με την ράβδον του και τα εδίωξε μακράν του ναού. Είτα επερίπαιξεν ένα γύφτον, τον οποίον συνήντησε μεθυσμένον, άγοντα έωθεν τα προεόρτια των εκλογών, και κατόπιν επείραξε μίαν χήραν «απασπάλωτην», την οποίαν είδε καταβαίνουσαν διά πλαγίου δρόμου εις τον βράχον τον πέραν της αγοράς, ξεκάλτσωτην και με κοντό φουστάνι. Είτα, πριν φθάση εις το καφενείον, είδεν έν κόττερον και δύο μεγάλας λέμβους, αίτινες είχαν φθάσει, και την στιγμήν εκείνην ηγκυροβόλουν προ της αποβάθρας.
— Α! θα είνε οι υποψήφιοι, είπε· και αφού εκαλημέρησε δύο ή τρεις λεμβούχους ή αλιείς, οίτινες εκάθηντο έξωθεν του καφενείου καπνίζοντες ναργιλέν, τους ηστεΐσθη λέγων: «Για σας έφεξε πάλι· εσείς είστε οι σπορίτες του χωριού», αισθανόμενος μεγάλην επιθυμίαν να εναλλάξη τα δύο αρκτικά σύμφωνα της λέξεως, αλλά μη τολμών διά να ξεθυμάνη όμως, όταν είδε τρεις ή τέσσαρας γέροντας, καθημένους σοβαρώς εντός του καφενείου, επί υψηλού και πλατέος σανιδένιου καναπέ, χωρίς να φθάνη η πλάτη των ν' ακουμβήση εις τον τοίχον, και με τους πόδας μετεώρους εις το κενόν, υπεράνω της μακράς τάβλας της φραττούσης την υπό τον καναπέν καρβουνοθήκην, τους έδειξε προς τους λεμβούχους λέγων: «Κυττάξτε, κείνοι είνε οι κοπροδήμιδες, οι Προεστοί του τόπου. Δεν σας φαίνονται σαν τα μικρά παιδιά που κάνουν κουρμαντέλα;».
Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης ο Συβίας υγιής τους πόδας, είχε κουτσαθή προ ολίγον ετών υπό τίνος οργίλου και φιλεκδίκου χωρικού, τον οποίον είχε παραφορτώσει με τα σκώμματά του.
Με όλον όμως το πάθημα, δεν ηδυνήθη να επιβάλη χαλινόν εις την γλώσσαν του, και εις τους ελέγχοντας αυτόν οικείους έλεγεν·
— Η ψυχή θα βγη πρώτα, κ' ύστερα το χου.
Είτα παρήγγειλε τον καφέν του, και ειξεύρων ότι έπρεπε να περιμένη είκοσι λεπτά της ώρας εωσού κατορθώση να του τον ψήση ο γέρο-Ακούκατος, ο καφετζής, μετέβη χωλαίνων εις την αποβάθραν, όπου είχαν συναχθή άνδρες τινές και παιδία ξυπόλητα πολλά, όπως ίδωσι και θαυμάσωσι τους υποψηφίους.
Την στιγμήν εκείνην απεβιβάζοντο εκ της λέμβου οι υποψήφιοι.
Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης έκραξε προς αυτούς·
— Καλώς ορίστε!
Και ευθύς προσέθηκε·
— Πόσα καντάρια ρουβάδα (2) έχετε;
Γενικός καγχασμός υπεδέχθη την ερώτησιν.
Είτα επανέλαβε·
— Δεν ακούτε; Μας φέρατε πολλή ρουβάδα; πόσην έχει ο καθένας σας;
Ο γέλως επανελήφθη, αλλ' ουδεμία απάντησις εδόθη.
Και τρίτον ηρώτησε·
— Έχετε δηλωτικό για τη ρουβάδα;
Οι υποψήφιοι γελώντες ηνείχοντο το άκακον σκώμμα του μπαρμπ' -Αναγνώστη, προσηνείς άλλως νησιώται και αγαπώντες τα αστεία.
Ο μπάρμπ'-Αναγνώστης εψιθύρισε, μετά προσποιήτου οργής·
— Κάμετε καλά με τον κουμμερνιάρη, εγώ δεν ανακατώνουμαι.
Και στρέψας την ράχην, απήλθε χωλαίνων να πίη τέλος τον καφέν του, αφού είχε καταφάγει ήδη εξ ανυπομονησίας το ξάκρισμα, και θα ηναγκάζετο ίσως να βάλη χείρα εις το ήμισυ της προσφοράς, το προωρισμένον διά την συμβίαν.
Οι υποψήφιοι, ο Γεροντιάδης, ο Αλικιάδης, ο Αβαρίδης, ο Καψιμαΐδης και ο Χαρτουλάριος, δεχόμενοι τους χαιρετισμούς και τας χειραψίας των εντοπίων, συνοδευόμενοι από τον Μανώλην τον Πολύχρονον και από τον Λάμπρον τον Βατούλαν, οίτινες είχον ταχθή ως χωροφύλακες εκ δεξιών και αριστερών του Χαρτουλαρίου, και δεν άφιναν να κάμη βήμα, ήλθαν και έπιον καφέν εις το αυτό καφενείον του γέρο-Ακούκατου, και ακολούθως χωρισθέντες μετέβησαν ανά δύο προς τους εις προϋπάντησιν ελθόντας φίλους των. Όσον διά τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, ούτος, βλέπων την προς αυτόν σπουδήν και προσπάθειαν και των δύο κομμάτων, αντιπροσωπευομένων επισήμως από τον Λάμπρον τον Βατούλαν και από τον Μανώλην τον Πολύχρονον, εθεώρησε τώρα παρά ποτε βεβαιοτέραν την επιτυχίαν και ασφαλεστέραν την θέσιν του. Επίστευε δε ότι αμφότερα τα κόμματα, Ανδρογυνοχωρίστραις και Χαλοσοχώρηδες, θα τον εψήφιζαν μονοκούκι, ώστε και αν εμειονοψήφει εις τους άλλους δήμους, εδώ όμως θα έβγαινε παμψηφεί.
Όχι τόσον ροδίνας τας προβλέψεις, παρά τας παχείας υποσχέσεις τας οποίας ελάμβαναν, είχαν ο Καψιμαΐδης και ο Αβαρίδης. Ούτοι οι δύο εθεωρούντο παρά πάντων ως υποψήφιοι παραπληρωματικοί· οι δυνατώτεροι εκ των τεσσάρων ήσαν ο Γεροντιάδης και ο Αλικιάδης. Άλλως δε ήξιζαν, κατά την κοινήν ομολογίαν, ν' αντιπροσωπεύσωσιν οι δύο ούτοι την επαρχίαν. Ο Γεροντιάδης είχε διαπρέψει ήδη ως βουλευτής, αρνηθείς παν ρουσφέτιον εις τους μη στενούς φίλους, διά να υπηρετήση τα γενικά του έθνους συμφέροντα. Ο δε Αλικιάδης είχε διατελέσει και αυτός βουλευτής άλλοτε και είχε διακριθή. Δεν ήτο άνθρωπος να πηγαίνη στα χαμένα. Ήθελε «σίγουρες δουλειές». Ήτον ικανός να εξοδεύση και δέκα πέντε χιλιάδας, και είκοσι χιλιάδας διά να επιτύχη. Αλλά δεν επετούσε τα λεπτά «στο βρόντο». Ήτο βέβαιος ότι εκλεγόμενος βουλευτής θα ωφελείτο είκοσι πέντε ή τριάντα χιλιάδας, το ολιγώτερον. Α! ήτο πολύ «κουλοπετσωμένος». Εν πρώτοις, όταν επρόκειτο να διορίση υπάλληλον, θα του έλεγε «μ' δίνεις τα μισά;» πριν αποφασίση να δώση μπιλλιέτο. Νέτα σκέτα, «σίγουρες δουλειαίς». Και αν κανείς κακομοίρης ετύγχανε να του χρεωστή από παλαιόν καιρόν τίποτε ψωροδραχμαίς, θα τον διώριζεν, εξαναγκάζων αυτόν να υπογράψη εκ προκαταβολής πολλών μηνών αποδείξεις διά τους μισθούς του, με χρονολογίας ημερών μήπω ανατειλασών μέχρις υπερεξοφλήσεως. Αλλ' αυτά ήσαν δευτερεύοντα και ανάξια λόγου. Ό,τι απετέλει την δύναμιν του Αλικιάδου ήτο ο πόθος υφ' ου εφλέγετο να φανή χρήσιμος εις την εκτέλεσιν δημοσίων έργων της επαρχίας. Εν πρώτοις, υπήρχεν η εθνική οδός, η προκηρυσσομένη εκάστοτε ως μέλλουσα να κατασκευαστή παρά την πρωτεύουσαν της επαρχίας πόλιν. Εκείθεν, αν εξελέγετο βουλευτής, θα είχε την μερίδα του λέοντος. Αλλά τώρα είχεν αρχίσει να συναιτερίζεται κρυφά με τους εργολάβους. Κατά την πρώτην βουλευτείαν του ολόκληρον δάσος το είχε κάμει ιδικόν του, δικαιώματι κατακτήσεως. Με τον έφορον, τον οποίον είχε φέρει εις την επαρχίαν του, είχε προεξηγηθή σαφέστατα: «θα σε διορίσω, αλλά φόρον δεν θα βεβαιώσης από την ξύλευσιν του δάσους». Έπειτα ήτο ο λιμήν, ο λιμήν της βορειοανατολικής πόλεως. Α! αυτός ο λιμήν είχεν όλους τους μυθολογικούς χαρακτήρας, ους ηδύνατό τις να επιθυμήση διά μεγάλην επιχείρησιν. Ωμοίαζε με το πολάτι των Σαράντα Δράκων ή με το Κάστρο της Ωρηάς. Εις κάθε νέας εκλογάς επροκηρύσσετο η εργολαβία· εις κάθε διάλειμμα μεταξύ δύο εκλογών η εργολαβία εγκατελείπετο. Ερρίπτοντο ακριβώς τόσαι πέτραι προς μόλωσιν της θαλάσσης, κατά τας παραμονάς εκάστης εκλογής, όσαι, αν υπελογίζετο ότι θα είχομεν βουλευτικάς εκλογάς κατά παν έτος, θα ήρκουν όπως, μετά τρεις αιώνας, μετά πέντε αιώνας το πολύ, συντελεσθή το έργον. Αλλά την φοράν ταύτην ο Αλικιάδης είχεν απόφασιν «αμέτ Μουαμέτ», να βάλη τη δουλειά εμπρός. Α! δεν τον εγελούσαν αυτόν με το σήμερα και με το αύριο οι εργολάβοι. Ήθελεν εκ παντός τρόπου να φανή χρήσιμος εις την επαρχίαν του.
Αφού έπιον διπλούς καφέδες κ' εδέχθησαν προσρήσεις οι πέντε υποψήφιοι, μετέβησαν, ως είπομεν, έκαστος προς επίσκεψιν των φίλων. Ήσαν και οι πέντε υψηλοί, φραγκοφορεμένοι, ηλιοκαείς, με υψηλά καπέλλα, τα οποία εφόρουν όλοι τόσον στραβά, ώστε το αριστερόν ωτίον εκαλύπτετο όλον, και μόνον το δεξιόν ήτο ορατόν, ελευθέρως αναπτυσσόμενον. Τούτο ιδών είς των εντοπίων, θέλων να ευφυολογήση ακαίρως λίαν, είπεν ότι και οι πέντε ήσαν «μ' έν' αυτί».
Ζ'
Την πρωίαν της Παρασκευής, αφού έμειναν επί τεσσαράκοντα ώρας ψηφοθηρούντες και συνεννοούμενοι μετά των φίλων, ανεχώρησαν επιστρέφοντες εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας οι πέντε υποψήφιοι. Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος είχεν εκφράσει την επιθυμίαν να μείνη κατά την ημέραν της εκλογής εν τω δήμω, ελπίζων να λάβη πλείονας ψήφους διά της παρουσίας του, βασίζων την επιτυχίαν του επί της εν τω δήμω τούτω υπεροχής. Αλλ' ο Λάμπρος ο Βατούλας, προς όν μεγάλην έτρεφεν υπόληψιν ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος μεθ' όλας τας ραδιουργίας και διαβολάς, ας έβαλεν εις πράξιν προσπαθών να τον υποσκελίση ο Μανώλης ο Πολύχρονος, ο Λάμπρος, λέγω, ο Βατούλας αντέστη λίαν επιμόνως και τον απέτρεψε, λέγων ότι, εκεί, εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας, όπου είνε και οι περισσότεροι ψήφοι, ήτον αναγκαιοτέρα η παρουσία του, διά να μη τον ρίξουν κάτω ο Αβαρίδης και ο Καψιμαΐδης. Όσον απέβλεπε τα εδώ, αυτός, επιθέτων εις το στέρνον την χείρα, τον έπαιρνεν επάνω του. Από εδώ ήτο σίγουρος βουλευτής, του το έδιδεν εγγράφως· εκεί να κυττάξη, πέρα εκεί, να μη τους φάνε, τα μάτια του τέσσερα. Ο Χαρτουλάριος επείσθη δους τα πιστά εις τον Λάμπρον, και ανεχώρησε μετά των άλλων.
Την Παρασκευήν εσπέρας και το Σάββατον πρωί έφθασαν τρεις ή τέσσαρες βρατσέραι, μεταφέρουσαι εξ Ωρεών, Στυλίδος, Θρονίου και Θόλου δύο ή τρεις δωδεκάδας εκλογέων, τους οποίους απόστολοι των δύο κομμάτων εκπεμφθέντες προ ημερών είχον στρατολογήσει, πληρώσαντες αυτοίς, εις βάρος των υποψηφίων, τους ναύλους και τα χασομέρια των. Περί δε την δείλην του Σαββάτου επεχείρησαν και τα δύο κόμματα να κάμουν «επίδειξιν», ως να ήθελαν να γελάσωσιν αλλήλους ότι είνε περισσότεροι ούτοι ή εκείνοι. Πρώτοι οι Χαλασοχώρηδες συνεκεντρώθησαν, όπως είχαν συμφωνήσει, εις το καφενείον του γέρο-Ακούκατου. Λέγομεν συνεκεντρώθησαν μεταχειριζόμενοι απλώς συνήθη εις τον πολιτικόν λόγον λέξιν. Το αληθές είνε ότι η απόπειρα της συγκεντρώσεως διήρκει επί δύο ώρας και ακόμη δεν είχαν συγκεντρωθή. Μόλις ο Λάμπρος ο Βατούλας και δύο ή τρεις άλλοι συμβοηθοί του κατώρθουν να σύρωσι δέκα ή δώδεκα εκλογείς προς το καφενείον, και μετ' ολίγα λεπτά οι προσήλωτοι αντί να αυξήσωσιν ωλιγόστευαν, διότι ο είς επροφασίζετο ότι «θέλει να πάη ως το σπίτι για δουλειά, ως ότου να πης κρεμμύδι έφθασε», ο άλλος εξεκλέπτετο χωρίς να είπη τίποτε κ' έφευγεν από την άλλην πόρταν, διότι το καφενείον είχε δύο θύρας, την μίαν προς την αγοράν, την άλλην προς την συνοικίαν. Ολίγοι μόνον ήσαν οι φανεροί και φανατικοί, οι άλλοι υπέσχοντο αλλά δεν ήθελαν να τα χαλάσουν με το άλλο κόμμα. Έπειτα και δεν είχεν ανατείλει ακόμη η ημέρα της εκλογής, ουδ' είχαν αρχίσει ακόμη τα δυο «πρακτορεία» να εισάγουν και να εξάγουν τους ψηφοφόρους να τους ειπούν το «κρυφό», το οποίον ήτο απαραίτητον προ της ψηφοφορίας.
Και όταν εύκολον οπωσούν ήτο ν' ακούσουν αύριον «το κρυφό» και από τα δύο κόμματα, διατί να κηρυχθούν σήμερον υπέρ του ενός; Διότι δεν ήτο συνήθεια να το λέγουν «το κρυφό» προ της ενάρξεως της ψηφοφορίας. Τα φυσέκια εμοιράζοντο εις το στρατόν κατ' αυτήν την ημέραν της μάχης, όχι από της παραμονής.
Τέλος μετά πολλής δυσκολίας, αφού εσυνάχθησαν μερικοί, απεφασίσθη να εκκινήσωσιν, ηγουμένων κοκκίνων και λευκών σημαιών και των μουσικών οργάνων, βιολίου και λαγούτου και κλαρινέτου. Υπήρχεν ελπίς ότι καθώς η κυλιομένη σφαίρα της χιόνος, καθ' όσον διήλαυνε διά των οδών, η διαδήλωσις θα επληθύνετο. Αλλ' ολίγοι τινές έβαινον προς το μέρος της αγοράς, εκεί όπου είχε δώσει ο Λάμπρος ο Βατούλας οδηγίας εις τους μουσικούς και εις τους κρατούντας τα κοντάρια με τας χρωματιστάς οθόνας να κατευθυνθώσιν· οι άλλοι, οι περισσότεροι, διηυθύνοντό προς το αντίθετον μέρος, επιμένοντες ότι έπρεπε να στραφή πρώτον ανά τας οδούς και τας συνοικίας της πολίχνης η διαδήλωσις, αν ήθελε να κάμη εντύπωσιν. Ίσως δεν ήθελον να διελάσωσι διά της αγοράς, όπως επεθύμει ο Λάμπρος, διά να μη εκτεθώσιν απέναντι των αντιθέτων. Μεγάλη δ' έγεινε σύγχυσις και ταραχή. Άλλοι ετραβούσαν απ' εδώ, άλλοι απ' εκεί.
Οι μουσικοί και οι σημαιοφόροι τα έχασαν μη ειξεύροντες εις τίνας να υπακούσωσι. Περί τα εκατόν παιδία του δρόμου ανυπόδητα, τα οποία είχε στρατολογήσει προς μίαν πεντάραν το έν ο Λάμπρος ο Βατούλας, δεν έπαυσαν να φωνάζουν σπαρακτικώς: Ζήτω οι καλοί πατριώταις! Ζήτω ο Αλικιάδης! Ζήτω η νοικοκυρωσύνη!
Τέλος ο Λάμπρος ο Βατούλας ηναγκάσθη να υποχωρήση εις τους πολλούς, επιφυλαχθείς να μεθύση τόσον κατά την ανά τας συνοικίας περιοδίαν τους απροθύμους διαδηλωτάς, ώστε να τους φέρη οπίσω εις την αγοράν φανερούς και παραπαίοντας οπαδούς του χαλασοχωρικού κόμματος. Ετήρησε δε τον ενδιάθετον όρκον του, όσον ηδυνήθη. Ανά τας συνοικίας υπήρχον πάμπολλα μικρά καπηλίδια και κατώγεια οινοπωλικά, τα οποία είχαν φυτρώσει έξαφνα ως μανητάρια, άδηλον διατί. Εποχή της εσοδείας του νέου οίνου δεν ήτο, διά ν' ανοίξωσι διά τρεις μήνας, και είτα να κλείσωσι, τουναντίον η ενιαύσιος είχαν εξαντληθή ήδη, και ο τόπος εισήγεν έξωθεν τον οίνον. Αλλά φαίνεται ότι είχαν ανοίξει επίτηδες χάριν των εκλογών. Βοσκοί πωλήσαντες τελευταίον τας προβατίνας των εις τον επιτήδειον περί τον εξαρρενισμόν των θηλέων χασάπην, αγωγιάται έχοντες δεμένον τον όνον των απ' αυτής της κρικέλλας του παραστάτου της θύρας του αυτοσχεδίου καπηλείου των, είχαν παραιτήσει το επάγγελμά των και ήνοιξαν μαγαζεία χάριν των εκλογών. Δι' όλων εκείνων των μερών εφρόντισε να διευθύνη την διαδήλωσιν ο Λάμπρος ο Βατούλας, και αι ολίγαι δαμετζάνες όσας είχε πλήρεις παραπλεύρως των κενών και προς επίδειξιν μόνον τεταγμένων βαρελίων πας κάπηλος, εκενώθησαν προς τιμήν των υποψηφίων.
Εν τω χρόνω τούτω ο Μανώλης και οι φίλοι του κατεγείνοντο να χορδίσωσι και αυτοί την διαδήλωσίν των. Είχον συναχθή εις το μπακάλικο—εμπορικόν του Θόδωρου του Μοστροπούλου, αρκάδος αποπλανηθέντος εις τα μέρη εκείνα περί τους δέκα πέντε χρόνους, διά τους οποίους είχε παρασκευάσει γιουβέτσι ο Μανώλης διά να πιάση «μαγιά», και αφού τους εμέθυσεν, ήρχισαν αυθορμήτως τον χορόν και το τραγούδι. Επιάσθηκαν επί της μικράς πλατείας, έμπροσθεν του μαγαζείου, και έστησαν τον χορόν, όστις εντός μιας ώρας ηύξησε κ' εμεγαλύνθη κατά πολλάς δωδεκάδας, καθόσον πάμπολοι αυθόρμητοι ή καλούμενοι υπό του Μανώλη προσήρχοντο διά να τους κεράση, και αφού εδευτέρωναν και ετρίτευαν, επροσηλυτίζοντο και δεν εξεκολλούσαν πλέον. Ο Θόδωρος ο Μοστρόπουλος, προ διετίας μόλις αποκατασταθείς εις το χωρίον, είχε χωθή όλος εις τα πολιτικά, κ' επιτηδεύετο μέγαν ζήλον και φανατισμόν υπέρ του κόμματος. Επέτα την σκούφιαν του κατά γης, την εδάγκανε, την εποδοπατούσε, επήδα και εχόρευε από την κομματικήν ζέσιν. Έρριπτε τας δεκάρας ασφαλώς εις το συρτάριον, και όλα τα είδη του μαγαζείου τα είχεν ελεύθερα, εθυσιάζετο διά τους φίλους : «Ό,τι θέλετε, ό,τι θέλετε!»
Ούτω, αφού ηυξήθη μεγάλως η συνάθροισις, εξεκίνησαν προηγουμένης εκατοντάδος παιδίων, εκλαρυγγιζομένων να φωνάζωσι, μετά των οργάνων και των κυματιζουσών χρωματιστών οθονών. Η διαδήλωσις εξεκίνησεν εν είδει ορχήσεως κατ' ευθείαν γραμμήν βαινούσης. Όπως ήσαν πιασμένοι εις τον χορόν, ούτως εκίνησαν εκ του υψηλοτέρου μέρους της αγοράς, διά ν' ανέλθωσιν εις την ενορίαν. Άμα έκαμψαν την πρώτην ανωφερή γωνίαν, επί της παραλλήλου οδού εφάνη η αντίθετος διαδήλωσις κατερχομένη εκ της άνω συνοικίας, προς την αγοράν βαίνουσα, με τας κραυγάς των γυμνοπόδων παίδων·
— Ζήτω οι καλοί, πατριώταις! Ζήτω η νοικοκυρωσύνη!
Οι παίδες της δευτέρας διαδηλώσεως έκραζον αφ' ετέρου
— Ζήτω ο Γεροντιάδης! Ζήτω το τσαρούχι! Ζήτω οι ξυπόλητοι!
— Τ' ακούς, βρε Μιχάλη; είπεν είς των αγυιοπαίδων της πρώτης διαδηλώσεως προς τον παραπλεύρως αυτού βαδίζοντα, ομήλικόν του, εμάς το φωνάζουν το ζήτω.
— Πώς το ξέρεις;
— Δεν ακούς που φωνάζουν, ζήτω οι ξυπόλητοι!
— Τότες τι να τους φωνάζουμε κ' εμείς;
— Φωνάζουμε κ' εμείς : Ζήτω οι ξυπόλητοι;
— Όχι να φωνάξουμε καλλίτερα : Ζήτω οι ξ'σκιζάνιδες!
Και διά μιας εφώναξαν όλοι με καθαράν καί διάτορον φωνήν·
— Ζήτω οι ξ'σκιζάνιδες!
— Σουτ, βρε! έκραξε προς τους παίδας ο Λάμπρος ο Βατούλας· και συγχρόνως αποταθείς προς τους άνδρας, εξηγών ως ειρωνείαν τάχα την κραυγήν, είπε·
— Καλά τους εκορόιδεψαν οι δίαυλοι.
Καθ' όσον δε επλησίαζαν εις την αγοράν, οι τελευταίοι βαδίζοντες, οίτινες, φαίνεται, είχαν μείνει τελευταίοι επίτηδες, εβράδυναν έτι μάλλον το βήμα. Ο Λάμπρος, όστις υπώπτευε τους σκοπούς των, έστειλε δύο των στενωτέρων αυτώ να μεταβώσιν ουραγοί, όπως τους επιτηρώσιν. Αλλά μεθ' όλην την επαγρύπνησιν ταύτην, εις την πρώτην καμπήν της οδού, πριν αρχίσωσι να κατέρχωνται το αντικρύζον την αγοράν μέγα λιθόστρωτον, ανά δύο, ανά τρεις, οι τελευταίοι βαίνοντες, έμενον διά τινα αφορμήν οπίσω, έσκυφταν εις την πεζούλαν να δέσωσι τα λωρία των ή να ξεσκονίσωσι την περισκελίδα των, και είτα, εξεκλέπτοντο, απεκόπτοντο από την διαδήλωσιν, κ' έφευγον δι' άλλης οδού, μη θέλοντες να προβάλωσι κεκυρωμένοι οπαδοί του ενός κόμματος εις την αγοράν, με όλην την μοναξίαν, ήτις επεκράτει εν ταύτη, μετά την αναχώρησιν των δύο διαδηλώσεων.
Απεσπάσθησαν ούτω πολλοί, σχεδόν οι ημίσεις των ανδρών. Όθεν, όταν η διαδήλωσις του Λάμπρου του Βατούλα έφθασεν εις την προκυμαίαν, έκαμεν εις όλους πενιχράν εντύπωσιν.
Εν τούτοις ο Λάμπρος εζήτησε να την αναζωπυρήση διά του χορού και της μουσικής, και οδηγών αυτός τον κάβο ήρχισε τον χορόν επί της αποβάθρας και της προκυμαίας.
Μετά μίαν ώραν επέστρεψε και η δευτέρα διαδήλωσις, και έστησε τον χορόν έξωθεν του μαγαζείου του Θόδωρου του Μοστροπούλου υπέρ ποτέ προθύμου και ενθουσιώδους οπαδού του κόμματος.
Προ της δύσεως δε του ηλίου, ο χορός εγενικεύθη καθ' όλην την αγοράν, ώστε δεν υπήρχεν ανήρ ή παις, γερόντιον ή νεανίας, όστις να μη χορεύση εκουσίως, ακουσίως, αυθορμήτως ή εντέχνως.
Τινές μάλιστα των γερόντων επέστρεψαν οίκαδε βαδίζοντες «μπουντουβάρ μπενίμ, μπουντουβάρ σενίμ», χάρις εις τας αφθόνους σπονδάς τας γενομένας προς τιμήν των κ. κ. Γεροντιάδου, Αλικιάδου, Χαρτουλαρίου και λοιπών. Και περί το μεσονύκτιον ακόμη, μετά τον πρώτον ύπνον, οι τοίχοι, και τα πατώματα πάσης οικίας υφίσταντο τον αντίκτυπον του μανιώδους χορού της εσπέρας, χορεύοντες κατ' αντανάκλασιν, ως να είχον συμπίει μετά των ιδιοκτητών των εκ του εκλογικού οίνου του σπεισθέντος αναλώμασι των κ. κ. Γεροντιάδου, Αλικιάδου και συντροφίας.
Η'
Ανέτειλε τέλος η ημέρα της εκλογής, και το δημοτικόν σχολείον, προς μεγίστην αγαλλίασιν των παιδίων, τα οποία εσχόλασαν ένεκα τούτο από της εσπέρας της Παρασκευής, είχε κοσμηθή με δύο μικρά άκομψα κιβώτια, φέροντα πέντε κάλπας παμπαλαίας, βαναυσουργείς, μετ' ακόμψων πιττακών φερόντων των υποψηφίων τα ονόματα. Ο κυρ-Αγγελής ο Μάλλινης επερίμενεν ανυπομόνως την ημέραν ταύτην, πότε ν' ανατείλη. Προ δέκα ετών ακόμη μετήρχετο ευδοκίμως τον δικολάβον, είχε δε υπηρετήσει και ως δημόσιος υπάλληλος. Αλλ' έκτοτε η ανάδειξις νεωτέρων ανθρώπων επιτρίπτων και παμπονήρων και η υπέρμετρος χρήσις του οίνου τον είχον καταστήσει απόμαχον. Από δεκαετίας δεν έκαμε πλέον άλλο έργον ειμή επερίμενε πότε να διαταχθώσιν εκλογαί, δημοτικαί ή βουλευτικοί ή και των επαρχιακών συμβούλων, ή πότε να ενεργηθή τοπική τις συμπληρωματική ή επαναληπτική εκλογή, ένεκα θανάτου, παραιτήσεως ή ακυρώσεως, βέβαιος ων ότι η εφορευτική επιτροπή, εξ οιωνδήποτε και αν απετελείτο, αυτόν θα προσελάμβανον ως γραμματέα. Είχεν αποκτήσει εις τούτο αδιαφιλονείκητον ειδικότητα, και ήτο η μόνη ενασχόλησίς του. Ευτυχώς δεν είχε τέκνα, αυτός δε και η γραία του απέζων από τα τελευταία λείψανα των δανείων, τα οποία είχε λάβει επ' υποθήκη του αρτίως εκπλειστηριασθέντος ελαιώνος του, ή από το αντίτιμον των δύο τελευταίων χωραφίων, τα οποία είχεν ο ίδιος πωλήσει. Τον παλαιόν καιρόν, ότε η εκλογή ήτο τετραήμερος, ήτο λίαν ευάρεστος δι' αυτόν, διότι και καλλίτερον μισθόν ελάμβανε και πλείονα δείπνα ειστιάτο, υπό της φιλοτιμίας των υποψηφίων, αντιπροσώπων και λοιπών προσφερόμενα. Αυτός και ο πρόεδρος της επιτροπής, ο γέρο- Αγωνιστής Νιαουστεύς, διηγούτο προς αλλήλους τας παλαιάς αναμνήσεις των εκλογών επί Όθωνος, εξυμνούντες την επί της πρώτης βασιλείας ακμήν και ζωτικότητα, ταλανίζοντες την σημερινήν νάρκην και αηδίαν. Τον παλαιόν καιρόν αι εκλογαί εγίνοντο με όρεξιν, με πείσμα και με μυθιστορικάς πολλάκις περιπετείας.
Εις τας ημέρας του γέροντος προέδρου, ότε, εις τας δημοτικάς εκλογάς εψηφοφόρουν οι μάλλον φορολογούμενοι, ήρκει να λάβη τις είκοσιν ή είκοσι πέντε ψήφους νοικοκυραίων, διά να γείνη δήμαρχος· δεν εχρειάζετο, καθώς σήμερον, να ψηφίζωσιν όλοι οι παρακατινοί, όλοι οι ξωμερίταις, όλαις η τσομπανοφλοέρες. Και αν τυχόν ηπειλείτο ισοψηφία, και χωρικός τις έχων ψήφον εδείκνυτο σκληροτράχηλος και δεν ήθελε να τα γυρίση, τον έκλεπτον, τον ήρπαζον, τον απήγον, τον έκρυπτον εις ασφαλές μέρος, όπου έτρωγε και έπινεν εκτάκτως παχυνόμενος επί τρεις ή τέσσαρας ημέρας, εωσότου παρέλθουν αι εκλογαί. Είτα τον άφηναν ελεύθερον. Ούτω πως εξησφαλίζετο η επιτυχία του δημάρχου, αν ήθελεν η τάξις των φρονίμων να εκλέξη. Εις τας βουλευτικάς εκλογάς πάλιν, αν και εψηφοφόρουν πολλοί, το καλόν ήτο ότι δεν εχρειάζοντο σφαιρίδια, ίσχυον τα ψηφοδέλτια. Τοιαύτα μικρά δελτάρια χάρτου, είς καλός γραμματεύς, ηδύνατο να συντάξη πεντακόσια εις δύο ώρας. Επ' αυτών έγραφε τα ονόματα των υποψηφίων, ους ήθελε, χωρίς καν να ερωτήση τον ψηφοφόρον τίνας επιθυμεί να εκλέξη. Και εις τον κατάλογον των ψηφοφορησάντων δεν ήτο ανάγκη να εγγράφωνται πάντοτε ονόματα ζώντων. Διά της προσθήκης διακοσίων ή τριακοσίων δελτίων επ' ονόματι ισαρίθμων συχωρεμένων, ο δήμαρχος και η επιτροπή ηδύναντο να κεραυνοβολήσωσι τους αντιπάλους, πλάσσοντες αυτοί αντιπροσώπους ους ήθελον. Εάν όμως οι αντίπαλοι τους διέβαλλον επί κιβδηλεία και πλαστογραφία, εύκολον ήτο να εξαφανίσωσι παν ίχνος εισορμούντες διά του παραθύρου εις τον τόπον της εκλογής, κλέπτοντες διά νυκτός την μοναδικήν και ευμετακόμιστον με το χάρτινον φορτίον της κάλπην, και καταστρέφοντες αυτήν και το περιεχόμενον, συγχρόνως δε υπογράφοντες αναφοράν προς τον κύριον νομάρχην, και παρακαλούντες αυτόν ευσεβάστως να διατάξη νέας εκλογάς, «επειδή οι αντίθετοι, βλέποντες την αποτυχίαν των, εξηφάνισαν την κάλπην».
Ο γέρων πρόεδρος, υψηλός, ευθυτενής, ογδοηκοντούτης, πάσχων την όρασιν, αναμασσών διά χιλιοστήν φοράν τας αναμνήσεις ταύτας, επλησίασε προς το κιβώτιον των καλπών κ' έκυψε να ίδη αν αι κάλπαι ήσαν καλώς συνδεδεμένοι, αν η σιδηρά ράβδος είχε σφραγισθή και προσαρμοσθή καλώς. Δεν ήτο βέβαιος αν θα έβλεπε καλώς αυτός, ήθελε μόνον να τον ίδωσιν οι άλλοι ότι καλώς επιβλέπει. Αι πέντε κάλπαι συνδεδεμένοι όπως ήσαν διά χονδρού σύρματος, αλλόκοτοι, ατερπείς, πένθιμοι κατά το ήμισυ, λευκοί και μαύροι, ωμοίαζον με πέντε καταδίκους του κατέργου, το ήμισυ της κεφαλής ξυραφισμένους, δεσμίους με την αυτήν άλυσον, κόπτοντας επιπόνως, εκτελούντας την ημερησίαν υπηρεσίαν εις τον ναύσταθμον. Ο γέρων πρόεδρος έκυψεν επί της μιας πλευράς του πλάτους του κιβωτίου και επί της άλλης κ' εκύτταξε διά μακρών τας αρτίως επιτεθείσας σφραγίδας, κ' επί του στήθους του εκρότησαν ελαφρώς τα παράσημα. Έφερε το αριστείον του αγώνος αργυρούν και δύο αργυρούς σταυρούς του Σωτήρος. Είχε παρακαλέσει προ πολλού ένα συνηλικιώτην του αρχαίον ναυτικόν, όστις είχε ρίψει όχι ολίγα τουφέκια υπό τον Καρατάσσον και πολλαίς κανονιαίς υπό τον Κριεζήν, και ήτο κάπως γνησιώτερος αγωνιστής από αυτόν, να τον απαλλάξη του ενός σταυρού του Σωτήρος, λέγων ότι, αφού κατά λάθος η κυβέρνησις τον ενθυμήθη δις, «ημπορούσε να τον φορή αυτός, και το ίδιον θα ήτο». Αλλ' ο παράξενος γέρων του απήντησεν ότι δεν εξαναμωράθη ακόμη και «δεν του αρέσουν τα λιλιά». Το βέβαιον είνε ότι, κατά τινα χύσιν παρασήμων γενομένην ου προ πολλού επ' ευκαιρία δεν ενθυμούμαι ποίας εορτής, η Κυβέρνησις έστειλεν εις τον κύριον Νιαουστέα τον αργυρούν σταυρόν του Σωτήρος, τον οποίον ο γέρων είχεν από του 188 . . . Αλλ' η πρώτη απονομή είχε λησμονηθή, μη τηρουμένων καταλόγων, ως φαίνεται. Έκπληκτος ο κ. Νιαουστεύς έλαβε το δώρον, και δι' αναφοράς παρεκάλεσε το υπουργείον να τον προβιβάση, αν ευαρεστήται, εις τον χρυσούν σταυρόν. Αλλ' ουκ ην φωνή, ουκ ην ακρόασις. Τότε ο Νιαουστεύς ηναγκάσθη ν' αρκεσθή εις τους δύο αργυρούς, και εις πάσαν εορτήν, βασιλικήν ή και θρησκευτικήν, τους εκρέμα επί του στήθους και τους δύο, σήμερον δε, ημέραν εκλογής, αφού μάλιστα ήτο και πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής, θέσις ήτις δεν του εφαίνετο μικροτέρα από την του προέδρου του συμβουλίου της επικρατείας, καθήκον του ενόμισε να εμφανισθή εις τον τόπον της εκλογής φορών τα παράσημά του.
Κατά την τοποθέτησιν των καλπών, περί της αλφαβητικής τάξεως προκειμένου, ο ελληνοδιδάσκαλος Μυροκλείδης, μέλος της εφορευτικής επιτροπής, όχι διότι εμερολήπτει υπέρ τον ενός κόμματος είτε υπέρ του άλλου, αλλ' εξ ευσυνειδησίας διδασκαλικής, απήτει να τεθή πρώτη η κάλπη του Αλικιάδου και δευτέρα η του Αβαρίδου, λόγω ότι η ορθή γραφή του ονόματος είνε Αυαρίδης διά διφθόγγου, το δε αλ προηγείται του αυ. Ισχυρίζετο δε ότι η παραγωγή της λέξεως δεν είνε εκ του αβαρία, καθόσον τότε θα ήτο Αβαριάδης, ούτε εκ του αβαρής δύναται να είνε, διότι δεν δύναται να φαντασθή τις υποψήφιον βουλευτήν, όστις να μην έχη την απαιτουμένην βαρύτητα. Ο κ. Αβαρίδης μάλιστα δεν παρουσιάζετο πρώτην φοράν τώρα ως υποψήφιος, ότε δεν εφαίνετο να έχη και παλλάς πιθανότητας επιτυχίας, αλλ' είχεν εκλεχθή άλλοτε και διατελέσει δις βουλευτής. Την τελευταίαν φοράν μάλιστα, κάποιος εν Αθήναις ιδών αυτόν μια των ημερών αναγινώσκοντα εν καφενείω τα πρακτικά της συνεδριάσεως της προτεραίας εν τη Νέα Εφημερίδι, τον ηρώτησεν αν δεν ήτο παρών εις την συνεδρίασιν. «Όχι, ήμουν, απήντησεν ο κ. Αβαρίδης, αλλά καλλίτερα τα γράφει εδώ». Είνε αληθές ότι κατά την σύνοδον εκείνην, ως και καθ' όλην την περίοδον δεν είχε καλοχορτάσει τον ύπνον επί των εδωλίων της αιθούσης των συνεδριάσεων. Μόλις έκλειε τους οφθαλμούς, και γείτων συνάδελφος, λίαν υποχρεωτικός, πολιτικός φίλος, τον εξύπνα αποτόμως σείων αυτού τον βραχίονα, και του εσύριζεν εις το ους μίαν λέξιν πάντοτε : Ναι ή όχι. Σχεδόν κάθε δέκα λεπτά εγίνετο ψηφοφορία. Κοπιωδεστάτη υπήρξεν η σύνοδος εκείνη. Τα νομοσχέδια επέπιπτον σωρηδόν, ως βροχή, ως χάλαζα, κ' ετάραττον τον ύπνον του αγαθού επαρχιώτου. Μόλις απεκοιμάτο κ' ετάραττον τον ύπνον του, εμφανιζόμενα ως «αναβάται και τριστάται», ως άμαξαι τέθριπποι, ως στρατεύματα παρελαύνοντα εν ήχω σαλπίγγων, εν βοή και αλαλαγμώ. Φοβεράς αναμνήσεις του είχεν αφήσει όλη η σύνοδος εκείνη. Και τώρα, αν επαρουσιάζετο πάλιν κ' εζήτει τας ψήφους των συμπολιτών του, αυτός δεν καλοήθελε, άλλοι τον είχαν παρακινήσει. Τοιαύτα τινά διηγείτο προχθές, όταν επεσκέφθη τον δήμον μετά των συνυποψήφιων του. Δια τούτο και ο ελληνοδιδάσκαλος Μυροκλείδης δεν ενόμιζεν ότι τον έβλαπτεν, αν μετέθετε δευτέραν την κάλπην του. Το όνομα είνε σύνθετον, είπεν εκ του αύος — ξηρός, και αρίς — το σκέλος. Αλλά και εκ του αμπάρι, Αμπαρίδης, αν είνε, και ο κάτοχος του ονόματος ηθέλησε να το εξελληνίση, κατά το έθος (καθ' όν τρόπον ο ίδιος ο ελληνοδιδάσκαλος, έλεγεν, είχεν ένα μαθητήν Μπογιατζήν καλούμενον, τον οποίον εξηυγένισεν εις Βοϊαζίδην), πάλιν το αλ προηγείται του αμ. Τοιαύτα τινα ισχυρίζετο ο διδάσκαλος. Ο πρόεδρος δε, ο γέρο-Νιαουστεύς, όστις εφρόνει τα των Χαλασοχώρηδων και ήτο ευνοϊκός προς τον Αλικιάδην και Καψιμαΐδην, χωρίς να εννοή καλά-καλά τα διδασκαλικά επιχειρήματα, έσπευσε να τον δικαιώση, και ήτο έτοιμος να διατάξη όπως τεθή πρώτη η κάλπη του Αλικιάδου, μεταβαλλομένης της ορθογραφίας του ονόματος του Αβαρίδου επί της πινακίδος της οικείας κάλπης. Ουδ' εσυλλογίσθη μάλιστα ότι η αριθμητική τάξις των καλπών και η ορθογραφία των ονομάτων ήτο έργον της διοικητικής αρχής, και ότι αν έπραττεν αυθαίρετόν τι η επιτροπή, λόγους μόνον ακυρώτητος θα εδημιούργει και λαβήν προς ενστάσεις θα παρείχεν. Ο γέρο-Νιαουστεύς δεν εχώνευε τον Αβαρίδην, συνεπάθει δ' εξόχως προς τον Αλικιάδην και Καψιμαΐδην. Τον δεύτερον μάλιστα εξετίμα πολύ, και αν ήτο εις το χέρι του, θα ετοποθέτει πρώτην, όχι την κάλπην του Αλικιάδου, αλλά την του Καψιμαΐδου, τον οποίον είχεν επονομάσει τις «το άρτυμα της παρέας των υποψηφίων». Εβεβαίουν, όσοι τον είχαν πλησιάσει, ότι τα ενδύματά του ή ο ίδρως του απέπνεαν πολύ άρωμα αφρογάλακτος και βουτύρου.
Ήτο λίαν ευδόκιμος διοικητικός υπάλληλος, και διωρίζετο κατ' εκλογήν ιδίως εις τας βαυτυροφόρους επαρχίας. Ίσως απέκτησε την οσμήν ταύτην εκ της πολυχρονίου αναστροφής μετά κτηνοτρόφων και τυροκόμων, των οποίων τα συμφέροντα μετά ζήλου επροστάτευε. Προ δύο ετών ακόμη, ότε ήτο διωρισμένος, είχε λάβει ποτέ ενός μηνός άδειαν, όπως μεταβή εις την πατρίδα του. Ο καπετάν-Νικολάκης το Τρυποκαρύδι, όστις τον παρέλαβεν εις το κόττερον από τινος παραλίας της Φθιώτιδος, τον είδε να μπαρκάρη φέροντα ολόκληρον δωδεκάδα δερματοτυρίων και δύο κολοσσιαίους πίθους βουτύρου. Ήρχετο έκ τινος πολυθρέμμονος επαρχίας και δεν είχε νομίσει αξιοπρεπές να υπάγη «με άδεια χέρια» εις την πατρίδα του. Ήτο λίαν καλοφορεμένος και σεβαστός κύριος, και ο κυβερνήτης του κοττέρου τον έβλεπε διά πρώτην φοράν.
— Κάνεις το εμπόριο των τυριών του λόγου σου; τον ηρώτησεν ο καπετάν-Νικολάκης το Τρυποκαρύδι.
— Όχι, είμαι έπαρχος, απήντησε μετά σοβαράς υπεροψίας ο κ. Καψιμαΐδης . . .
— Α! κατάλαβα . . .
Και δεν αντήλλαξαν πλέον λέξιν καθ' όλον τον πλουν. Τούτον λοιπόν τον Καψιμαΐδην θα επεθύμει να βάλη πρώτον τη τάξει ο γέρο-Νιαουστεύς ο και πρόεδρος, αντί του Αβαρίδου, αντί και του Αλικιάδου αυτού. Αλλ' η πλειονοψηφία της επιτροπής, ήτις ανήκεν εις τους Ανδρογυνοχωρίστραις και υπεστήριξε τον Γεροντιάδην και Αβαρίδην, αντέστη, και ούτως έμεινε πρώτη η Κάλπη του Αβαρίδου.
Θ'
Έξω, ου μακράν του τόπου της εκλογής, τα πρακτορεία ειργάζοντο δραστηρίως. Το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων έκειτο απέναντι ακριβώς του δημοτικού σχολείου, και η μία θύρα αντίκρυζε με την θύραν του σχολείου, η άλλη ήτο κρυφή. Διά της δευτέρας εισήρχοντο οι εκλογείς, επλησίαζον οδηγούμενοι υπό του Λάμπρου εις γραφείον τι με καινουργή κάγκελλα αχρωμάτιστα, έσωθεν των οποίων εκάθητο εν μέσω καταστίχων και πλησίον ημιανοίκτου συρταρίου ο κυρ- Μανουήλος ο Στεριωμένος. Εκεί οι εκλογείς ήκουον «τον κρυφό λόγο», εφωδιάζοντο με δύο ή τρία «φυσέκια» και εξήρχοντο διά της άλλης θύρας, όπου ο Λάμπρος ο Βατούλας τους προέπεμπεν επιτηρών αυτούς, διά να βλέπη αν θα μετέβαινον κατ' ευθείαν εις τον τόπον της εκλογής. Οι πλείστοι είτε διότι είχαν επισκεφθή ήδη και το άλλο πρακτορείον, είτε διότι δεν τους επέτρεπεν η συνείδησίς των να λάβωσι και από τα δύο μέρη «κουκουλόσπορο», επήγαιναν κατ' ευθείαν· μερικοί όμως, ενώ εκαμώνοντο ότι επερίμεναν να εύρουν σειράν διά να εισέλθουν, με τρόπον «το έστριβαν». Τότε ο Λάμπρος ο Βατούλας προσεποιείτο γενναιοτέραν αγανάκτησιν παρ' όσην πράγματι ησθάνετο. Διότι δεν ήτο και πολύ ευχαριστημένος κατά την ημέραν της εκλογής.
Τούτο δε, διότι οι ίδιοι άνθρωποι του κόμματός του τον είχαν διαβάλει παρά τω Αλικιάδη και Καψιμαΐδη, ευρόντες λαβήν την φανεράν προσπάθειαν και τον ζήλον ον εδείκνυεν ο Λάμπρος προς τον Χαρτουλάριον προτιμών τούτον μάλλον ως βουλευτήν, ή ενδυναμώνων, διά της προς αυτόν παρεχομένης ανωφελούς άλλως συνδρομής, τους αντιπάλους Γεροντιάδην και Αβαρίδην. Όθεν οι δύο υποψήφιοι, οι υποστηριζόμενοι υπό του κόμματος των Χαλασοχώρηδων, τείνοντες το ους εις τας διαβολάς ταύτας, απέσυραν από του Λάμπρου μέρος της προς αυτόν παρεχομένης εμπιστοσύνης, και έδωκαν τα πιστά εις τον κυρ-Μανουήλον τον Στεριωμένον, εις χείρας του οποίου ενεπιστεύθησαν και τα εκλογικά έξοδα.
Ήτο δε ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος «καλός νοικοκύρης», εμποροπαντοπώλης και κτηματίας και σύμβουλος του δήμου ισόβιος, τόσον ώστε μίαν φοράν μόνον, ότε ήλθε δέκατος τέταρτος, ήτοι δεύτερος παραπληρωματικός, ο ίσκιος του ή η καλή του τύχη «εψωμόφαγε» μετ' ολίγας εβδομάδας δύο των προ αυτού πλειονοψηφισάντων, και ούτως εισήλθεν εις το δημοτικόν συμβούλιον ως ενεργόν μέλος.
Ήτο δε άνθρωπος με επιρροήν, διότι είξευρε να κάμη «ευκολίας» εις τους χωρικούς. Μίαν οκάν αχύρου έδιδε τον χειμώνα εκ της προμηθείας του, μίαν οκάν κριθής ελάμβανε το θέρος εκ του αλωνίου. Είχεν όλας τας αρετάς του μύρμηκος και υπερείχεν αυτού κατά μίαν, ότι ήτο δανειστής. Μίαν οκάν ελαίας έδιδε την μεγάλην τεσσαρακοστήν εις πτωχήν χήραν, μίαν οκάν έλαιον ελάμβανε το φθινόπωρον εις την αποθήκην, όπου είχε αραδιασμένας περί τας δύο δωδεκάδας μεγάλους πίθους κτιστούς, ασβεστωμένους και χωμένους εις την γην. Περίεργον δε ότι, ενώ τα σταθμά του μαγαζείου του ήσαν όχι λιποβαρέστερα ή τα των άλλων παντοπωλών, τα μέτρα της αποθήκης του εφημίζοντο ως σωστά και μάλιστα ως πρόσβαρα.
Δι' όλων αυτών των μέσων, ως και διά τινων χρηματικών δανείων, τα οποία εδάνειζεν εις τους χωρικούς «το διάφορο κεφάλι», είχεν αποκτήσει ου μικράν περιουσίαν, δημοπρατήσας τας οικίας ή τας αμπέλους χωρικών τινων, οίτινες ουδ' έλειψαν έκτοτε από πλησίον του, ούτε έχθραν ή μνησικακίαν εφαίνοντο τρέφοντας, προς αυτόν, αλλά τουναντίον μάλιστα εφαίνοντο ως να του ήσαν υπόχρεοι. Τούτο δε, διότι εις τα χωρία και εις τας μικράς πόλεις, οι πτωχοί άνθρωποι δεν έχουσι κανέν μέσον πώς να γλυτώσουν από τας χείρας των μικρεμπόρων, των μικροκεφαλαιούχων και των δικολάβων. Αυτοί οι τύραννοί των είνε και οι προστάται των. Ο ίδιος όστις επώλησε χθες τον βουν ή τον αγρόν του δεινός γεωργού, ο ίδιος θα δανείση αύριον τον αυτόν γεωργόν ή θα τον πιστώση, επιφυλαττόμενος μετ' ου πολύ να του πωλήση την οικίαν ή την άμπελον. Και μετά τινα χρόνον, ότε δεν θα έχη πλέον ούτε αγρόν, ούτε βουν, ούτε άμπελον, ούτε οικίαν, αυτός πάλιν ο τύραννος, αυτός ο προστάτης, θα τον μισθώση όπως καλλιεργή αντί ευτελούς αμοιβής τον κατεσχημένον, τον πρώην ιδικόν του αγρόν ή την άμπελον. Και ούτω αληθεύει κοινή τις παροιμία λεγομένη περί της λάσπης, εις την οποίαν όσον προσπαθεί ν' απαλλαγή, τις τόσον βαθύτερα χώνεται, ή περί της ψείρας, ήτις όσον μοχθεί να την εξαλείψη τις τόσον πληθύνται. Το αυτό και χειρότερον συμβαίνει, αν ο χωρικός εδοκίμαζεν εις το ήμισυ της οδού να απαλλαχθή του πρώτου καλοθελητού, ωρφανευμένος από τον βουν και τον αγρόν, σώζων την οικίαν και την άμπελον. Θ' αντικαθίστα απλώς τον καλοθελητήν, θα ήλλαζε προστάτην και τύραννον, αλλά δεν θα εγλύτωνεν ούτε την άμπελον ούτε την οικίαν. Ο νέος καλοθελητής θα εφήρμοζεν απλώς το αυτό σύστημα, με την επί το χείρον διαφοράν, προς ζημίαν του χωρικού, ότι θα ησθάνετο ολιγώτερον προς αυτόν οίκτον. Τρίτος τρόπος θα ήτο να καταφύγη ο χωρικός εγκαίρως προς τον δικολάβον. Αλλ' ο δικολάβος είνε το χείριστον κακόν. Θα εδίδασκε τον χωρικόν την στρεψοδικίαν και το ψεύδος, θα τον έπειθε να ψευδορκήση, θα του μετέδιδε τα πρώτα σπέρματα της δικομανίας και της φυγοπονίας, και θα του έτρωγεν επίσης τον βουν, τον αγρόν ή την οικίαν και την άμπελον.
Εις τούτον λοιπόν, τον κυρ-Μανουήλον τον Στεριωμένον είχαν δώσει πάσαν εμπιστοσύνην ο Αλικιάδης και ο Καψιμαΐδης, παραγκωνίσαντες τον Λάμπρον Βατούλαν, όστις, πλην του πλεονεκτήματος των πλησίον του Γιαννάκου του Χαρτουλαρίου εκδηλώσεών του εζήτησε να παρηγορηθή κατ' άλλον τρόπον και εκ του μέρους τούτου. Την ημέραν της εκλογής, παρουσιαζόμενος κάθε τέταρτον, κάθε είκοσι λεπτά εις το πρακτορείον, εισερχόμενος, εξερχόμενος, δρομαίος, πολύφροντις, σπογγίζων επί του μετώπου τον ιδρώτα με λευκόν λινομέταξον μανδήλιον, εισέβαλλεν από πίσω από τα κάγκελλα, διέκοπτεν αποτόμως πάσαν συνεννόησιν ή διαπραγμάτευσιν του Στεριωμένου μετά ψηφοφόρων ή ψηφοθηρών, έκυπτεν εις το ους του, του ωμίλει, και εις απάντησιν ο κυρ-Μανουήλος, πότε μορφάζων, πότε στενάζων, πάντοτε σκυθρωπός, του έθετεν εις την παλάμην, άλλοτε έν, άλλοτε δύο δεκάρικα, δύο ή τρία φυσέκια χαλκίνων κερμάτων, και ο Λάμπρος επί ατμού αμέσως έφευγεν, ετρέπετο δεξιά ή αριστερά προς τον δρόμον της συνοικίας, διά να επανέλθη και πάλιν μετά είκοσι λεπτά ή μετά ημίσειαν ώραν. Ιδού τι συνέβαινεν. Ο Λάμπρος την ημέραν εκείνην είχε βάλει εις πράξιν την μέθοδον «των κρυφών εκλογέων». Διηγείτο εκάστοτε εις τον κυρ-Μανουήλον τον Στεριωμένον ότι είχε δύο εκλογείς, δύο σίγουρους ψήφους, κρυφούς, οι οποίοι, ως νοικοκυραίοι άνθρωποι, βλέπεις, πτωχοί και υπερήφανοι, εσυστέλλοντο να παρουσιασθώσι φανερά εις το «πρακτορείον» διά να πάρουν λεπτά. Ο κυρ-Μανουήλος προσεποιείτο ότι τον επίστευε· δεν ηδύνατο ν' αρνηθή απολύτως την πληρωμήν, καθόσον δεν είχεν οδηγίας να φθάση έως εκεί από τον Αλικιάδην και από τον Καψιμαΐδην.
Εφρόντιζε μόνον ως καλός διαχειριστής και ως καλλίτερος έμπορος «να κόφτη» κάτι τι από τας απαιτήσεις του Λάμπρου. Εάν εκείνος εζήτει εικοσιπεντάρικον, ο κυρ-Μανουήλος έδιδεν έν δεκάρικον και δύο φυσέκια των τεσσάρων δραχμών· εάν του εζήτει δύο δεκάρικα, έδιδε δύο πεντάρικα και έν φυσέκιον μ' εξήντα πεντάραις.
Ο Λάμπρος εγόγγυζεν εκάστοτε λέγων ότι «δεν θα ταιριασθούν οι άνθρωποι με τόσα», ο δε Μανουήλος εμορμύριζεν εν σπουδή: «Κύτταξε να τους καταφέρης, δεν έχουμε πολλά λεπτά». Και ο Βατούλας ελάμβανε τα χρήματα κ' εκινείτο να εξέλθη.
Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος τον εκράτει τότε και απήτει να του είπη τουλάχιστον τα ονόματα των «κρυφών εκλογέων», διά να τα σημείωση εις το κατάστιχον, αλλ' ο Λάμπρος διεμαρτύρετο με τόνους αισθηματικούς, πρόθυμος να κοκκινήση αυτός διά να παράσχη δείγμα του πώς θα εκοκκίνιζαν οι πελάται του, κ' έλεγε : «δεν κάνει να εκθέσουμε τους ανθρώπους· τότε, καλλίτερα να λείπη!» Κ' ενώ αι χείρες, αι κρατούσαι τα χαρτονομίσματα και τας δεσμίδας των κερμάτων ετείνοντο μακραί προς στιγμήν ως διά να επιστρέψωσι τα χρήματα εις το γραφείον, του κυρ-Μανουήλου με βλέμμα εναγωνίου προσδοκίας παρακολουθούντος την κίνησιν, αίφνης αι χείρες αυταί εχύνοντο βραχείαι εις τα θυλάκια της ιδίας περισκελίδος του, αποθέτουσαι τα χρήματα εκεί.
Το πρακτορείον του άλλου κόμματος έκειτο επίσης ουχί μακράν του σχολείου, αλλ' όπισθεν, εις ολιγώτερον κεντρικόν μέρος, και η θύρα του δεν αντίκρυζε τον τόπον της εκλογής. Όθεν, επειδή ήτο δύσκολον απ' αυτού του πρακτορείου, να επιτηρώσι τους ψηφοφόρους, όσοι εξερχόμενοι μετέβαινον εις τον τόπον της εκλογής ίνα ψηφοφορήσωσιν, ο Μανώλης ο Πολύχρονος ένευε συνήθως εις δύο ή τρεις των στενωτέρων φίλων να τους συνοδεύωσιν, ενίοτε δε και αυτός ο ίδιος τους προέπεμπεν εις τας κάλπας. Ήτο δε λεπτόν και ακανθώδες το πράγμα. Ο συνοδεύων ώφειλε να μη δεικνύη ότι συνοδεύει. Ώφειλε να τους εμβιβάζη με τρόπον εις τον τόπον της εκλογής, χωρίς να κάμνη ότι αυτός τάχα τους ωδήγησε και τους παρέπεμψεν όπως ψηφοφορήσωσιν. Οι εντροπαλώτεροι των εκλογέων, σχεδόν όλοι, με όλην την μέθην ην είχον τινες αυτών εστενοχωρούντο και διεμαρτύροντο λέγοντες ότι «τι; πρόβατα είμαστε, να μας παν έτσι;» Εν τοσούτω ενομίζετο επάναγκες να τους επιτηρώσιν. Οι πονηρότεροι των ψηφοφόρων, μη απαξιούντες να λάβωσι «βαμβακόσπορον» και από τα δύο κόμματα, έβαινον μετά της υστεροβουλίας, όπως επισκεφθώσι και το άλλο πρακτορείον, το οποίον έκειτο κατέμπροσθεν του εκλογικού τμήματος. Τινές δε, και αν δεν το επεθύμουν χάριν του διπλού χορηγήματος, αλλ' εφοβούντο τα μίση και τους κατατρεγμούς, και δεν ήθελον να εκτεθώσι και απέναντι του κόμματος των Χαλασοχώρηδων. Ολίγοι μόνον εκλογείς εφόρουν φανερά το σημείον του κόμματος, άσπρην κορδέλλαν ως Χαλασοχώρηδες ή κοκκίνην ως Ανδρογυνοχωρίστραις. Πολλοί δε, αν και εβιάζοντο υπό των κομματαρχών των δύο μερίδων να φορέσωσιν εις απόκεντρου μέρος το λευκόν ή ερυθρόν σήμα, ευθύς ως επρόβαλλαν εις την αγοράν, το απέσπων από της κομβιοδόχης των και το έκρυπταν εις το θυλάκιον.
Ο «βαμβακόσπορος», τον οποίον έδιδαν τα δύο κόμματα εις τους ψηφοφόρους, ανεβοκατέβαινεν από δύο φυσέκια έως τέσσαρα και πέντε, ή από μίαν σιχνάτσα έως τρεις ή τέσσαρες. Είχαν φέρει επί κραββάτου και τον γέρο-Κώσταν τον Γιούλαρην, δυστυχή παραλυτικόν, ίνα ψηφοφορήση υπέρ των Χαλασοχώρηδων. Αλλοκότως δε πένθιμον ήτο το θέαμα του ταλαιπώρου πρεσβύτου, βασταζομένου επί φορείου υπό τριών ρωμαλέων ανδρών, εισκομιζομένου εις τον τόπον της εκλογής, περιαγομένου έμπροσθεν των καλπών, μετά κόπου κινούντος τον βραχίονα και ρίπτοντος εις το «σκασμένον» στόμιον τα σφαιρίδια. Είχαν φέρει από τα Καλύβια και τον μπαρμπα-Γιώργην τον Ξοπούλην, αγροίκον, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε καταβή εικοσάκις εις την πόλιν, και τούτο μόνον εν καιρώ εκλογών. Του είχαν τάξει ζεύγος τσαρουχίων και μίαν τραγόκαπαν, και ούτως επείσθη να έλθη. Κατήλθε περί μεσημβρίαν με όλον το αιπόλιόν του, μη εμπιστευόμενος να το αφήση προς ώραν εις την φροντίδα άλλου βοσκού. Έφερε τας αίγας του έως τα πρόθυρα του σχολείου, εισήχθη εις το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων, είτα ευθύς μετέβη εις τον τόπον της εκλογής, κρατών και την πήραν του ανηρτημένην υπό την αριστεράν μασχάλην, μόλις πεισθείς ν' αφήση την μαγκούραν του έξω της θύρας. Εισήλθεν, εχαιρέτησε την επιτροπήν και τους παρεστώτας ειπών «γεια σας». Εψηφοφόρησεν, εξήλθεν αμέσως, και συρίξας συνήγαγε το αιπόλιόν του, και απήλθεν εν βοή και κωδωνισμώ.
Οι Ανδρογυνοχωρίστραις έδωκαν αντί χαρτονομίσματος εξώφυλλα σιγαροχάρτου επίχρυσα και κυανίζοντα εις τον Γιάννην Ψειροκόνιδαν, βλάκα εκ γενετής, όν από εβδομάδος δεν έπαυσαν εμπράκτως να διδάσκωσιν όπως μάθη να διακρίνη το λευκόν και το μέλαν της κάλπης, αποστηθίση δε και των υποψηφίων τα ονόματα.
Έδωκαν προσέτι τρία παλαιά σβάντζικα αυστριακά εις τον μαστρο-Δημητρόν τον Λογαριασμόν, όστις δεν είχε μάθει ν' αναγνωρίζη άλλο νόμισμα, όπως ψηφοφορήση υπέρ των ιδικών των. Είχε προσαχθή το πρωί φορών την κοκκίνην σκούφιαν του αποκαείς ακόμη από την εσπερινήν κραιπάλην, και δεν εχρειάσθη περισσότερον από δύο μαστίχας διά να μεθύση εντελώς. Τον είχε προσαγάγει, με μέγαν επιδεικνύων ζήλον, ως νεοφώτιστον υπέρ του κόμματος, ο Κωνσταντής ο Καλόβολος, και οδηγών αυτόν τον επαρουσίασεν εις τον Μανώλην. Δεν ετύχομεν ευκαιρίας να είπωμεν ότι οι δύο εμπιστευμένοι φίλοι, ο Κωνσταντής ο Καλόβολος και ο Γιάννης της Χρυσάφους, τα είχον γυρίσει εν τω μεταξύ αμφότεροι. Τώρα ο Γιάννης ήτο υπέρ των Χαλασοχώρηδων, διότι είχεν εύρει εκεί, φαίνεται, το συμφέρον του, ο δε Κωνσταντής είχε μεταστή προς τους Ανδρογυνοχωρίστραις απλώς διότι τα είχε γυρύσει ο Γιάννης. Ούτω καθίστατο προβληματικόν του λοιπού και το σπουδαίον στοίχημα, το οποίον τους ηνάγκασε να στοιχηματίσωσιν ο Μανώλης ο Πολύχρονος, καθ' ά ιστορήσαμεν εν τη εισαγωγή της παρούσης πραγματείας.
Περί την μεσημβρίαν δε ήλθεν ο μπαρμπα-Στεφανής ο Μόσκοβος, παλαιός ναυτικός, μικρόσωμος, παχέως και δυσκρινώς ομιλών, ψημένος από την θαλασσίαν άλμην, μελαψοκοκκινισμένος από τας τρικυμίας του πελάγους, φέρων δύο τολύπας πυρρόφαια μαλλία περί τους κροτάφους και δύο στοίβας χονδρών και ακανθωδών τριχών περί τας γνάθους. Εξελθόντα του πρακτορείου, ο Μανώλης ο Πολύχρονος έκαμεν απόπειραν να τον συνοδεύση μέχρι του τόπου της εκλογής, προσπαθών ν' αρχίση μετ' αυτού ομιλίαν επί τετριμμένου θέματος.
— Έ! πως τα βλέπεις τα πράμματα, μπαρμπα-Στεφανή;
— Πώς θέλεις να τα βλέπω; εμορμύρισε δυσφορών ο παλαιός θαλασσινός.
— Απ' το άλλο κόμμα σκύλιασαν . . . . Δεν είδες τι πηλάλα την έχουν;
— Ας πα να σκυλιάσουν όλοι, έγρυξεν ο μπάρμπα-Στεφανής..
— Εγώ λέω θα τους ρίξουμε κάτω, επανέλαβε, κατά βήμα παρακολουθών αυτόν βαδίζοντα ο Μανώλης.
Αίφνης στραφείς προς αυτόν ο μπαρμπα-Στεφανής·
— Για να σου πω, κυρ-Μανώλη, του είπε με την ραγδαίαν και όχι πολύ καθαρεύουσαν προφοράν του· μη θαρρής πως είμαι βολικό πράμμα για να με μπαρκάρης εσύ στο σκολειό μέσα; . . . Εμένα εύκολα δε με τσουρμάρεις . . . οι άνθρωποι δεν είνε μπαούλα για να τους μπατάρετε σεις όπως θέλετε, μπάττει από δω, μπάττει από κει . . . μη σας χρειάζεται ακόμα και κανένας κάβος, καμμιά γούμενα για να μας δέσετε, μη μπας και σας σκαπουλάρουμε; . . . τίποτες αμπάσιαις μούδαις μη θέλετε για να μας αρμενίζετε πρύμα; Καλούμα από δω, όρτσα από κει, φούντα εκεί! Εμένα, για να σου πω, εύκολα-εύκολα δεν μπορείς να με σκουντζάρης με το μυαλό το δικό σου. Ίσσα τρίγκο, ίσσα παροκέττο, μάινα μπαμπαφίγκο! Για καμμιά τσομπανοφλοέρα μ' επήρες και μου κόλλησες στα νερά, σαν να σου κατέβηκε να σου τραβήξω γιουντέκι ή ν' αρμενίσουμε κουσέρβα; Αβάρα! Σία! Ανοιχτά!
Ο Μανώλης δεν ηδυνήθη να μη γελάση, κ' έσπευσε να απαλλάξη τον μπαρμπα-Στεφανήν της φορτικής συνοδείας του.
Ι'
Ήτο δειλινόν ήδη, και το πολύ των επιδημούντιον εκλογέων είχε ψηφοφορήσει από πρωίας αγεληδόν. Εις τον μέγαν κήπον του κυρ -Χαράλαμπου του Νιανιού, παρά την κεντρικήν στέρναν και το μαγγανοπήγαδον, υπό τρία με συμπεπλεγμένους τους κλώνους μεγάλα δένδρα, βερυκοκιάν και συκήν και απιδέαν, είχε στρωθή από της μεσημβρίας ο Γιαννιός ο Κάβουρας, ο Δημήτρης, ο Ζάβαλος, ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος, ο γερο-Λευτέρης ο Κουσερής και ο Κώστας ο Αγγουρακομμένος. Καίτοι διαφόρων ηλικιών κ' επαγγελμάτων, ήσαν και οι πέντε μερακλήδες, και το είχαν στρώσει εκεί, ουδ' είχαν σκοπόν να υπάγουν να ψηφοφορήσωσιν. Ήθελαν να επιβάλουν τους όρους των και εις τα δύο διαμαχόμενα μέρη. Ο κήπος ήτο ως αδέσποτος την ημέραν εκείνην, η δε γραία Νιανίτσα, η σύζυγος του ιδιοκτήτου, περιφερομένη από αυλακειάς εις αυλακειάν, μύωψ ούσα, έκοπτε κολόκυνθον αντί σικυού και μελιτζάναν αντί τομάτας. Ο κηπουρός, ο μπαρμπα-Νικόλας ο Χλωρής, από τεσσαρακονταετίας δεν είχε παύσει να καλλιεργή τον κήπον, αλλ' ενώ όλον τον άλλον καιρόν τα είχε καλά με τον ιδιοκτήτην, τον κυρ- Χαράλαμπον, εις τας παραμονάς πάσης εκλογής εμάλλωναν κ' εγίνοντο από δύο χωριά. Εις τα πολιτικά ο κυρ-Χαράλαμπος εχύνετο έως της μασχάλαις, ο μπαρμπα-Νικόλας έως τον λαιμόν. Αλλ' από τεσσαράκοντα ετών δεν συνέπεσε ποτέ να είνε οι δύο με το αυτό κόμμα. Περί του κυρ-Χαράλαμπου υπήρχε παλαιόν δημώδες δίστιχον το εξής:
Σκόρδα πράσα και ρεπάνια και ακόμα κάτι τι ο Νιανιός θα θυσιάση για να βλάλη βουλευτή.
Εις τας παραμονάς δε εκάστης εκλογής, εάν ο ιδιοκτήτης ηρώτα απλώς τον μπαρμπα-Νικόλαν, αν την φοράν ταύτην θα είνε με το αυτό κόμμα, ο γέρων κηπουρός εφουρκίζετο τόσον, ώστε άφηνε τον κήπον έρημον και έφευγεν, εωσού μετά τας εκλογάς επήρχετο η συνδιαλλαγή και η επάνοδος εις τον κήπον. Δις ή τρις ο κυρ -Χαράλαμπος είχεν αποπειραθή ν' αντικαταστήση τον κηπουρόν, αλλά μόνον διά ν' αποδειχθή ότι ούτε αυτός ούτε ο κήπος του ειμπορούσαν να κάμουν χωρίς τον μπαρμπα-Νικολόν, ούτε ούτος χωρίς τον κυρ-Χαράλαμπον και τον κήπον του.
Την εξαιρετικήν ταύτην κατάστασιν επωφελούμενοι οι πέντε εγκαρδιακοί φίλοι έκοπτον μόνοι των, χωρίς να κρατώσι λογαριασμόν, όσα αγγούρια ήθελαν, είχαν δε αδειάσει ήδη ολόκληρον δαμιτζάναν του αντικρινού καπηλειού, ως μόνον πρόγευμα έχοντες χλωραίς πεπεριαίς και τομάταις με άλας. Μικρόν μετά την μεσημβρίαν έφθασε μέγα πήλινον γιουβέτσι με χασάπικους μεζέδες, σπληνάντερο και κοιλίτσαις και καρδιαίς, μετά παχείας βορβορόχρου σάλτσας. Εκ της αφορμής ταύτης απεδείχθη ότι καλώς είχε προβλέψει ο κάπηλος, φροντίσας να γεμίση εκ νέου την κενωθείσαν δαμιτζάναν. Ο γέρο-Λευθέρης ο Κουσερής ήτο εν ευθυμία, και μετά μικρόν ήρχισε να τραγουδή τα οικεία αυτώ παλαιά μερακλίδικα τραγούδια:
Απ' τα πολλά μου βάσανα, κι' απ' τα πολλά μου πάθη, 'ς ένα δενδρί ακούμβησα, κ' εκείνο εμαράθη.
Και πάλιν:
Όλοι κακό μου θέλουνε, η πέτραις και τα ξύλα, σαν ακουμβήσω σε δενδρί μαραίνονται τα φύλλα.
Οι άλλοι, συνωμίλουν με σχήματα και μεταφοράς, όπως συνήθιζαν, με κολοβάς φράσεις, με ατελείς προτάσεις. Εν τη συνδιαλέξει των διεκρίνοντο ολίγαι τινές οιονεί συνθηματικοί λέξεις, υπό εκφραστικών χειρονομιών συνοδευόμεναι, πάντοτε ποικίλλουσαι, και πάντοτε αι αυταί:
— Ψιλούρα, ε, Γιαννιό;
— Βαμβακόσπορος, αν αγαπάτε.
— Χωρίς σεκούνια δεν κάνουμε τίποτε.
— Ας φέξη!
— Χρειάζεται, και λιγάκι βοτάνι.
— Τραβούμε, τραβούμε σφλόμο, μα λιανά τίποτα.
— Τι λες και συ, Άγγουρε;…..που να ρημάξη το κεφάλι σου!
— Χωρίς ρηγάλα δεν κάνουμε τίποτα.
— Θέλουμε και προικιό.
— ……Το τράχωμα, που λένε
— Ημείς καλαμαράδες δεν είμαστε, να παίρνουμε λουφέ . . . . Κανένα μεγάλο συφέρο δεν έχουμε. Ας βγάλουν της μαύραις . . . .
— Μη μπας και θα με διορίση εμένα σε θέσι, ο Καψιμαΐδης, πώς τον λένε, κι' ο Αλικιάδης τους;
— Ή ο Αβαρίδης κι' ο Γεροντιάδης;
Έως εδώ ήτο η συνομιλία των πέντε εγκαρδιακών φίλων, όταν εισήλθε, διά τρίτην φοράν ήδη ο Μανώλης ο Πολύχρονος. Εχαιρέτησε την παρέαν, εστάθη ολίγον παράμερα, υπό την σκιάν δένδρου, και καλέσας διά νευμάτων τον μπάρμπα-Γιώργην τον Απίκραντον και τον Γιαννιόν τον Κάβουραν, ήρχισε να ομιλή διά μακρών, ζωηρώς και με πολλάς χειρονομίας, προς αυτούς. Εκείνοι επανειλημμένως ανένευαν. Ο Μανώλης έσεισε την κεφαλήν, και απεμακρύνθη βραδέως, υποσχόμενος ότι θα επανέλθη.
Μόλις είχεν εξέλθει ούτος, κ' επαρουσιάσθη ο Λάμπρος ο Βατούλας. Εκάλεσε και ούτος τον μπάρμπα-Γιώργην τον Απίκραντον και τον Δημήτρην τον Ζάβαλον, και ήρχισε να τους ομιλή. Αλλά μετά πολλάς προσπαθείας απήλθεν άπρακτος.
Ο μπαρμπα-Γιώργης επανελθών προς τους ιδικούς του, ανεκοίνωσεν αυτοίς τας προτάσεις αμφοτέρων των ψηφοκαπήλων. Εκείνοι επεδοκίμασαν την απάντησιν, ην είχε δώσει ο γέρο- Απίκραντος.
— Ό,τ' κάμ' ς, μπαρμπα-Γιώργη, καλά καμωμένα, είπε και ο Κώστας ο Άγγουρος.
Όσον διά τον γερο-Λευθέρην τον Κουσερήν, ούτος δεν έπαυσε να τραγουδή τα παλαιά μερακλήδικα τραγούδια του.
Ιδού εν ολίγοις περί τίνος επρόκειτο. Η πεντακέφαλος εύθυμος παρέα επείθετο να ψηφοφορήση μονοκούκι υπέρ του ενός κόμματος ή υπέρ του άλλου, αντί προκαταβολής 210 δραχμών εις μετρητά, ενός γιουβετσίου, δύο γαλονιών οίνου και ενός παγουρίου ρακής, ως και ζεύγους τσαρουχιών περιπλέον διά τον Κώσταν τον Άγγουρον, όστις είχε λειώσει πολλά ζευγάρια τσαρούχια να τρέχη πότε για τον ένα, πότε για τον άλλον, καθώς εκαυχάτο ο ίδιος.
Τας 210 ταύτας δραχμάς θα διεμοιράζοντο ως εξής : θα ελάμβανον ανά 50 δραχμάς οι τέσσαρες, και θα έδιδαν τας λοιπάς δέκα ως και τα τσαρούχια εις τον Κώσταν τον Άγγουρον. «Τόσα άξιζε, δεν άξιζε παραπάνω», εβεβαίου ο μπαρμπα- Γιώργης.
Την απαίτησιν ταύτην διεβίβασεν από της πρωίας ο γερο- Απίκραντος και εις τα δύο κόμματα. Κατόπιν όμως, μέχρι της μεσημβρίας, μετά πολλάς διαπραγματεύσεις, είχαν καταβή εις δραχμάς 170 μετρητός, έν γιουβέτσιον, δύο γαλόνια οίνου, και ζεύγος τσαρουχιών διά τον Άγγουρον, παραιτηθέντες του παγουρίου της ρακής.
Βραδύτερον περί την δείλην, κατέβησαν ακόμη εις δραχμάς 150 και ζεύγος τσαρουχιών παραιτηθέντες του γιουβετσίου και του οίνου. Θα ελάμβανον ανά 35 δραχμάς οι τέσσαρες, και δέκα δραχμάς πάντοτε ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος, πλέον του ζεύγους των τσαρουχίων. Επί παρουσία του Κώστα, οι τέσσαρες εταίροι εφυλάττοντο καλώς ν' αναφέρωσι το ποσόν.
Ούτος, καμαρώνων ήδη νοερώς τα καινουργή τσαρούχια, υπέθετεν ότι εζήτουν απλώς δύο είκοσιπεντάδραχμα, όπως πεισθώσι να δώσωσι ψήφον.
Εκατόν δέκα δραχμάς τοις είχε προτείνει ο Μανώλης ο Πολύχρονος, εκατόν είκοσιν ο Λάμπρος ο Βατούλας. Αλλά δεν ενόουν να καταβούν παρακάτω από τας 150.
Εν τούτοις η ώρα παρήρχετο, ήτο ήδη οψία δείλη. Ο ήλιος εχαμήλωνεν.
Από μιας ώρας δεν είχε παρουσιασθή εις την θύραν του περιβόλου κανείς απεσταλμένος ούτε του ενός ούτε του άλλου κόμματος. Οιονεί διά σιωπηλής συμφωνίας τους άφησαν να παραδοθώσι διά της ολιγωρίας και δι' αναγκαστικής απραξίας.
Τέλος, περί την έκτην ώραν, όταν ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν, εφάνη εισελθών και βαίνων δρομαίως προς την στέρναν, εγγύς της οποίας το είχαν στρωμένον οι πέντε φίλοι, εξ ων ο γέρο-Λευτέρης ο Κουσερής και ο Κώστας ο Άγγουρος είχαν αποκοιμηθή επί της παχείας φυλλάδος, ήτις τους είχε χρησιμεύσει ως τάπης και ως τράπεζα, ενώ οι λοιποί τρεις ησχολούντο περιτρώγοντες τα τελευταία λείψανα του συμποσίου και παρηγορούμενοι διά της φλάσκας, της επτάκις γεμισθείσης ήδη από της δαμιτζάνας του γείτονος καπήλου, εφάνη, λέγω, βαίνων προς την στέρναν ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος, αυτοπροσώπως.
Φαίνεται, ότι μετά πολλάς ανωφελείς αποπείρας, τας γενομένας διά του Λάμπρου του Βατούλα, ηθέλησεν ο ίδιος να πραγματευθή προς τους πέντε συνωμότας. Επλησίασεν. Ο μπάρμπα-Γιώργης και ο Δημήτρης ο Ζάβαλος εσηκώθησαν και μετέβησαν όπισθεν του μαγγανοπηγάδου, όπου τους ένευσε να τον ακολουθήσωσι.
Κατόπιν τούτων, απρόσκλητος, ηκολούθησε και ο Γιαννιός ο Κάβουρας. Όσον διά τον γέρο-Κουσερήν και τον Άγγουρον, ούτοι εξηκολούθησαν να κοιμώνται πλησίον αλλήλων, εναμίλλως ρέγχοντες.
Την ιδίαν στιγμήν, εις εκατόν πεντήκοντα βημάτων απόστασιν, έξω του κήπου, όπισθεν της λιθίνης αιμασιάς και του επιστέφοντος αυτήν από αρικοκκιαίς φράκτου, εφάνη προκύψασα η κεφαλή του Μανώλη του Πολυχρόνου.
Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος ωμίλει ταπεινή τη φωνή και μετά χειρονομιών προς τους τρεις φίλους. Ο Μανώλης ο Πολύχρονος, μετά συντόνου προσοχής κατασκοπεύων όπισθεν του φράκτου, αδύνατον ήτο ν' ακούση λέξιν, αλλ' ενόει πολύ καλά τι ελέγετο εκεί, παρά το μαγγανοπήγαδον.
Ο γέρο-Απίκραντος απήντα εκάστοτε εις τας προτάσεις του κυρ -Μανουήλου, τείνων λίαν εκφραστικώς τας χείρας. Οι δύο άλλοι έσειον τους ώμους.
Ο κυρ-Μανουήλος εφαίνετο ανυπόμονος, και ομιλών άμα έκαμνε βραχείς περιπάτους περί το μαγγανοπήγαδον. Δύο ή τρεις φοράς έβγαλεν από την τσέπην του γελέκου το ωρολόγιόν του, το εκύτταξε, κ' εφαίνετο λέγων προς τους τρεις εταίρους ότι η ώρα περνά και ότι πρέπει να σπεύσωσι.
Τέλος, αφού περιέφερε βλέμμα εις τους τεσσάρας φράκτας και εις τας τέσσαρας γωνίας του κήπου, εστράφη προς το μαγγανοπήγαδον, έβγαλεν από την εσωτερικήν τσέπην του επενδύτου μικρόν φάκελλον και τον ενεχείρισεν εις τον μπαρμπα -Γιώργην τον Απίκραντον.
Ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος έλαβε τον μικρόν φάκελλον και στραφείς προς τους δύο συντρόφους του, ήρχισε να διερευνά το περιεχόμενον.
Ο κυρ-Μανουήλος, αφού είπεν ολίγας τελευταίας λέξεις, εστάθη ολίγον τι παράμερα και εφαίνετο περιμένων. Ο Ζάβαλος και ο Κάβουρας, αφού εξήλεγξαν το περιεχόμενον του φακέλλου, έτρεξαν προς την στέρναν, υπό τα μεγάλα δένδρα, όπου εκοιμώντο οι δύο σύντροφοί των.
Έκυψαν, έσεισαν τους ώμους των και τους εξύπνησαν.
Ο Κώστας ο Άγγουρος, μόλις εξυπνήσας, έτριψε τους οφθαλμούς, και δεν ανεσηκώθη, αλλ' εσήκωσε τον πόδα διά να ιδή αν εφόρει τα τσαρούχια τα οποία ωνειρεύετο.
Ο γέρο-Λευθέρης ο Κουσερής εξύπνησε μετά ψιθυρισμού ατελώς διασκεδασθείσης μέθης, και ήρχισε να τραγουδή το προσφιλές ούτω άσμα :
Σ' ένα δενδρί ακούμβησα, κι' εκείνο εμαράθη . . .
Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος εξηκολούθει να. περιμένη ολίγα βήματα απωτέρω.
Οι υπνηλοί εσηκώθησαν ετινάχθησαν, και οι σύντροφοί των τους έβρεξαν τα πρόσωπα με νερόν από την στέρναν.
Οι πέντε άνδρες ητοιμάσθησαν, ετίναξαν τα ενδύματά των, εφόρεσαν έκαστος το έν μανίκι της τσάκας του ή της σουρτούκας του.
Ο κυρ-Μανουήλος είπε: Πάμε! κ' εστράφη προς την θύραν. Οι πέντε φίλοι τον ηκολούθησαν.
Συγχρόνως ο Μανώλης ο Πολύχρονος, όστις δεν έπαυσε να κατασκοπεύη μετά συντόνου προσοχής τα συμβαίνοντα όπισθεν του φράκτου, εστράφη τρέχων προς την πρώτην καμπήν της οδού κ' έγεινεν άφαντος.
ΙΑ'
. . . Τώρα δεν τους βλέπεις, και τα δύο τα κόμματα, διά ποίων μέσων προσπαθούν να κερδίσουν την εκλογήν; Δεν βλέπεις τα δύο πρακτορεία των ανοικτά, φανερώς ενεργούντα, δεν ακούεις κρυφομιλήματα όπισθεν πάσης θύρας και πάσης γωνίας της οδού, δεν βλέπεις τα τρεξίματα και τους ιδρώτας των οργάνων των, δεν ακούεις τον κρότον των χαλκίνων κερμάτων όπισθεν του λογιστηρίου; Δεν βλέπεις απλοϊκούς εκλογείς να βαδίζουν και να κοντοστέκονται, να εξάγουν την χείρα από την τσέπην και να μετρούν δεκάραις;
Και ο λαλών έδειξεν εις τον ακροατήν τον γέροντα χωρικόν, όστις εξελθών του πρακτορείου των Χαλασοχώρηδων είχε σταθή ενώπιόν των κρατών φυσέκιον τεσσάρων δραχμών, το οποίον ήρχισε κ' εμέτρα διά να ίδη αν ήσαν σωσταίς η δεκάραις. Εφαίνετο οινοβαρής και ηκούετο ο μονόλογος και οι ψιθυρισμοί του: «Τέσσαρες δραχμαίς βάσταξ' η ψυχή του; . . . τέσσαρες, όχι παραπάνω.., έχουμε και λέμε, μία, δύο, τρεις, τέσσαρες, πέντε, έξ, εφτά, οχτώ . . . εφτά, οχτώ, εννιά . . . μία δραχμή . . . Έχουμε και λέμε . . . » Κ' επειδή ευκόλως έχανε τον λογαριασμόν, ήρχιζεν εξ αρχής πάλιν.
— Τους βλέπεις ή όχι; επανέλαβεν ο λαλών.
— Τους βλέπω, απήντησεν ο ομιλητής του.
— Λοιπόν, αύριον, να έχης όρεξιν ν' ακούης τα παράπονα των ηττημένων. Όσοι θα είνε εν αποτυχία, θα χαλάσουν τον κόσμον με της φωναίς, θα κατηγορούν τους νικητάς επί χρήσει αισχρών μέσων, θα υποβάλλουν φοβεράς ενστάσεις, θα προσβάλουν το κύρος της εκλογής λόγω ότι το αποτέλεσμα επετεύχθη διά δωροδοκίας. Ούτε θα τους τύπτη η συνείδησις επί τω ότι και ούτοι μετήλθον το αυτό μέσον. Ουδέ φοβούνται τον Θεόν ότι εν τω αυτώ κρίματί εισι.
— Δι' αυτό λοιπόν συ δεν πηγαίνεις να ψηφοφορήσης; ηρώτησεν ο άλλος.
Ο ούτως ερωτήσας ήτο ξένος παρεπιδημών προς καιρόν εν τη νήσω. Ο δ' εξ αρχής ομιλών εκαλείτο Λέανδρος Παπαδημούλης, και κατήγετο εκ του τόπου. Είχε κατέλθει μετά πολλά έτη, νοσταλγός εξ Αθηνών, όπου συνήθως διέτριβεν ασχολούμενος εις έργα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητας. Ήτο υψηλός, υπερτριακοντούτης, με μαύρην κόμην και γένειον μελαμψόν, με αδρούς χαρακτήρας, πενιχρός την αναβολήν, πτωχαλαζών, τρέφων αλλοκότους ιδέας. Περί το δειλινόν, ο ξένος φίλος του, περίεργος ως πας άνθρωπος, τον είχε παρακαλέσει, και μετέβησαν ομού αντικρύ του σχολείου, όπου σταθέντες παρά τινα γωνίαν εθεώντο την εκλογικήν κίνησιν.
— Όχι δι' αυτό, ανένευσεν εντόνως ο Λέανδρος Παπαδημούλης. Αι ατομικαί ιδέαι μου, φίλε, δεν φαίνονται να έχωσι τίποτε το πρακτικόν, και διά τούτο δεν αγαπώ να τας εκθέτω. Σέβομαι άλλως τους νόμους και το πολίτευμα της πατρίδος μου, και δεν θέλω να ομολογήσω ότι είμαι απολυταρχικός και ότι δεν πρεσβεύω την καθολικήν ψηφοφορίαν. Αλλά και αν σου έλεγα τοιούτον τι θα εχρειάζετο να σου αναπτύξω διά μακρών το θέμα, να δαπανήσω μάτην πολλάς λέξεις, να σου κλέψω τον πολύτιμον καιρόν σου, χωρίς ελπίδα όχι να πεισθής, αλλ' ουδέ να μ' εννοήσης και μου αποδώσης εν μέρει δίκαιον, τουλάχιστον. Απλώς σου λέγω, ότι παραιτούμαι δικαιώματος, το οποίον δεν με ωφελεί, ούτε εμέ ούτε τους φίλους.
Όσον αφορά την δωροδοκίαν, μη πιστεύης ότι την βδελύττομαι τόσον, όσον φαίνομαι. Είνε άλλαι πολύ χειρότεραι εκλογικαί διαφθοραί. Το κατ' εμέ φρονώ ότι η δωροδοκία είνε το μικρότερον κακόν.
— Το μικρότερον; επανέλαβεν έκπληκτος ο ξένος.
Ναι· φρονώ, είπεν, ότι η δωροδοκία είνε το μικρότερον κακόν. Μη ακούης μερικούς φαρισαίους, οίτινες σχίζουν διά κάθε τι τα ιμάτιά των, μήτε μερικούς άλλους ψιττακούς ηθικολόγους των εφημερίδων, οίτινες ρηγνύουν υπερβολικάς φωνάς με τόσην αφέλειαν και αγαθοπιστίαν δι' όλα τα πράγματα. Οι πρώτοι ομοιάζουσι τους ηττημένους της αύριον, οίτινες θα ζητήσουν την ακύρωσιν της παρούσης εκλογής, ως διεξαχθείσης τη βοηθεία της δωροδοκίας. Οι δεύτεροι ουδόλως ενεβάθυναν εις τα πράγματα και δεν αντελήφθησαν την έννοιαν, ήτις είνε παντός ζητήματος ο πυρήν. Πετώντες από γενικότητος εις γενικότητα, περιέδρεψαν συλλογήν τινα ηθικών αξιωμάτων, την οποίαν νομίζουσιν αλάνθαστον πανάκειαν προς θεραπείαν πάσης πολιτικής και κοινωνικής νόσου. Όπου γενικότης, εκεί και επιπολαιότης. Διά να είνε τις εμβριθής πρέπει να εγκύπτη εις βαθείαν των πραγμάτων μελέτην.
Διατί δε καί τινες των νεαρών πολιτευομένων εν Ελλάδι, δι' ους φαίνεται ότι πληρούται, δευτέραν φοράν, εις βάρος μας η κατάρα, την οποίαν ο θεός κατηράσθη διά του προφήτου Ησαΐου τον Ισραήλ, λέγων: Και οι νεανίσκοι άρξουσιν υμών — διατί, λέγω, τόσον κακοζήλως, αν όχι και κακοπίστως, κραυγάζουσι κατά της πλουτοκρατίας; Τι τους κακοφαίνεται; qui veut la fin veut les moyens. Η ηθική δεν είνε επάγγελμα, και όστις ως επάγγελμα θέλει να την μετέλθη, πλανάται οικτρώς και γίνεται γελοίος. Όστις πράγματι φιλοσοφεί, και αληθώς πονεί τον τόπον του, και έχει την ηθικήν όχι εις την άκραν της γλώσσης ή εις την ακωκήν της γραφίδος, αλλ' εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής, βλέπει πολύ καλά ότι είνε αδύνατον να πολιτευθή. — Κυάμων απέχεσθε. Ο Χριστός είπε: «Ου δύνασθε Θεώ λατρεύειν και Μαμωνά».
Διατί δεν έλαβεν ως όρον αντιθέσεως άλλο τι βαρβαρικόν είδωλον; Διατί δεν είπε Θεώ και Μολώχ ή Θεώ και Ασταρώθ ή Θεώ και Βάαλ; Διότι ο Μαμωνάς είνε ισχυρός, ο κραταιότερος, όστις υποτάσσει παν άλλο είδωλον, και τον Μολώχ και τον Ασταρώθ και τον Βάαλ. Η Πλουτοκρατία ήτο, είνε και θα είνε ο μόνιμος άρχων τον κόσμου, ο διαρκής αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς.
— Και ύστερον λέγεις ότι η δωροδοκία εις τας εκλογάς είνε μικρόν κακόν; παρετήρησεν ο ξένος.
— Ναι, διότι κινδυνεύω να πάθω το αυτό πάθημα εφ' ω κατέκρινα τους ευθηνούς ηθικολόγους των ημερών μας, απήντησε ο Λέανδρος Παπαδημούλης. Να πέσω δηλαδή εις το εσπαρμένον σκοπέλους πέλαγος των γενικοτήτων. Αλλ' ιδού επανέρχομαι, εις το προκείμενον. Ο λόγος δι' όν θεωρώ την δωροδοκίαν ως το μικρότερον κακόν είνε ότι, ως είδος εκλογικής διαφθοράς, την υπάγω εις το γένος της συναλλαγής. Συναλλαγή είνε η εν πρυτανεία σίτησις, αι εκ του δημοσίου ταμείου παροχαί, τα ρουσφέτια. Συναλλαγή είνε και η εις παρανόμους δίκας προστασία. Συναλλαγή είνε και η προς παραγραφήν οφειλομένων φόρων συνδρομή και η παράνομος εξαίρεσις κληρωτών. Συναλλαγή είνε και η δωροδοκία. Τώρα, ποίος προστάτης, ποίος πολιτευόμενος, ποίος βουλευτής είνε ιπποτικώτερος; Εκείνος όστις εκ του ιδίου ταμείου αγοράζει τας ψήφους των εκλογέων, ή εκείνος όστις τας αγοράζει εκ του δημοσίου θησαυρού; Εκείνος όστις πληρώνει εκ τον θυλακίου του ή εκείνος όστις πληρώνει εκ των χρημάτων του έθνους, χρημάτων ξένων, τα οποία εις την Ελλάδα μάλιστα εσυνηθίσαμεν όλοι να θεωρούμεν έρμα και σκοτεινά; ποίος είνε πλέον γαλαντόμος;
— Βεβαίως, εκείνος που πληρώνει από την τσέπην του, απήντησεν αδιστάκτως ο ξένος.
— Βλέπεις; Ιδού διατί μισώ τας γενικότητας και επιθυμώ να ειδικεύω. Ομιλώ σχετικώς και όχι απολύτως. Δεν λέγω ότι η δωροδοκία είνε καλόν τι, λέγω ότι είνε το ολιγώτερον κακόν. Και σημείωσε ότι ουδείς ποτε εκλέγεται βουλευτής διά της δωροδοκίας. Ο απάνθρωπος τοκογλύφος, όσας και αν αγοράση ψήφους, ποτέ δεν θα εκλεχθή. Πριν κατέλθη εις τον αγώνα, θα υποδυθή την φιλανθρωπίαν ως προσωπείον, θα φορέση την δημοτικότητα ως κόθορνον. Θα φροντίση ν' αποδώση μέρος των όσα ήρπασεν εις τους εκλογείς. Και μεταξύ δύο αντιπάλων, μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχη εκείνος όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κ' επιδεξιώτερον τον κόθορνον.
Ας εξετάσωμεν τώρα, εξηκολούθησεν ο Λέανδρος Παπαδημούλης, πόθεν και πώς, αφού η πλουτοκρατία είνε δεδομένον τι και αναπόδραστον κακόν, ας εξετάσωμεν πώς εγενήθη, πώς γεννάται φυσικώς η δωροδοκία.
Υπόθεσε, φίλε, ότι σ' εκυρίευσε και σε έξαφνα η φιλοδοξία του Γιαννάκου του Χαρτουλάριου, ότι επεθύμησες να γείνης βουλευτής, διά να υπηρετήσης το έθνος. Διά να επιθυμήσης τούτο, σημείωσε, πρέπει να είσαι χορτάτος. Η φιλοδοξία είνε η νόσος των χορτάτων, η λαιμαργία είνε των πεινασμένων το νόσημα. Εξέρχεσαι εις την αγοράν, βγάζεις λόγον, και παρακαλείς τους προσφιλείς συμπολίτας να σε τιμήσωσι διά της ψήφου των. Αλλ' είσαι άρα γε εις θέσιν να ειξεύρης πόσοι εκ των προσφιλών συμπολιτών σου είνε χορτάτοι, και πόσοι δεν είνε; Μην αμφιβάλλεις ότι οι πλείστοι είνε πεινασμένοι, διότι αν δεν ήσαν, όλοι θα έβγαζαν κάλπας, διά να γείνουν βουλευταί. Αλλά μεταξύ των ακροατών σου, μεταξύ των προσφιλών σου συμπολιτών, δυνατόν, πιθανόν, βέβαιον μάλιστα ότι ευρίσκονται τινες, είς, δύο, τρεις, πέντε, δέκα, κατά γράμμα πεινασμένοι. Τώρα, την ημέραν της εκλογής, πώς απαιτείς να υπάγη άνθρωπος πεινασμένος, άνθρωπος όστις θα ψαύη την κοιλίαν του ως έγχορδον όργανον, άνθρωπος όστις δεν θα έχη την δύναμιν να ίσταται ή να βαδίζη, πώς απαιττείς τοιούτος άνθρωπος να υπάγη να ψηφοφορήση εις την κάλπην σου, και να σου δώση μάλιστα λευκήν ψήφον; Φυσικόν είνε, αφού θα λάβη τον κόπον προς χάριν σου, να του δώσης τουλάχιστον να φάγη δι' εκείνην την ημέραν.
Εάν δεν του δώσης χρήματα, θα του προσφέρης γεύμα. Και τούτο δωροδοκία δεν είνε; Ή θα του στείλης κατ' οίκον βακαλιάρον και σαρδέλλες και οίνον. Δωροδοκία και τούτο. Εάν δεν σπεύσης εγκαίρως συ, θα σε προλάβη ο αντίπαλός σου, όστις θα φορή τον κόθορνον της φιλανθρωπίας δεξιώτερον.
Ιδού πόθεν εγεννήθη η δωροδοκία. Πώς θέλεις να ενδιαφέρεται ο αγρότης, ο βοσκός, ο πορθμεύς, ο ναύτης, ο εργάτης, ο αχθοφόρος, πώς θέλεις να ενδιαφέρονται διά τον Καψιμαΐδην και τον Γεροντιάδην, αν θα γείνωσι βουλευταί ή όχι; Εκείνοι είνε χορτάτοι και τρέφουσιν όνειρα φιλοδοξίας, ούτοι πεινώσι και θέλουν να φάγωσι. Δεν έχουσιν οι πτωχοί μεγάλας αξιώσεις. Δεν περιμένουν διορισμούς και παχέα ρουσφέτια από την Κυβέρνησιν. Αλλ' αφού θητεύουσιν επιπόνως και δεν επαρκούν να τραφώσιν εκ του ιδρώτος των, αφού οι λεγόμενοι αντιπρόσωποί των δεν παύουν να ψηφίζωσιν ελαφρά τη καρδία φόρους και φόρους και πάλιν φόρους, ας τους θρέψωσιν επί μίαν ημέραν εκ του βαλλαντίου των.
Ανέκαθεν τα αξιώματα ήσαν αγοραστά. Και αφού η επάρατος πλουτοκρατία είνε άφευκτον κακόν, κατά ποίον άλλον τρόπον θ' αποκτώνται τ' αξιώματα; Πράγμα, το οποίον έχασε προ πολλού πάσαν ηθικήν αξίαν, μόνον διά χρημάτων είνε κτητόν. Και ούτως επόμενον ήτο να καταντήσουν τα πράγματα. Ουδέν κακόν άμικτον καλού. Ευτύχημα μάλιστα νομίζω ότι δεν ανεφάνη επιφανής τις πολιτικός εις τα μέρη ταύτα.
— Πώς είπες; ηρώτησεν απορήσας ο ξένος.
— Λέγω ότι λογίζομαι ως ευτύχημα το ότι δεν ανεφάνη τις εκ των λεγομένων επιφανών πολιτευτών εις τας νήσους ταύτας. Ενθυμούμαι τι συνέβη προ πολλών ετών, όταν είχε γείνει τις υπουργός βουλευτής γείτονας επαρχίας. Οι κουρείς έκλεισαν τα κουρεία των, αι καφεπώλαι τα καφενεία των, οι υποδηματοποιοί επώλησαν τα καλαπόδια των. Δεν υπήρξε βοσκός όστις να μη διωρισθή τελωνοφύλαξ, ούτε αγρότης όστις να μη προεχειρίσθη εις υγειονομοσταθμάρχην. Τότε είδομεν πρώτην φοράν κ' εδώ εις την νήσον λιμενάρχην φουστανελάν. Ο εκ της γείτονος επαρχίας υπουργός, μας τον είχε στείλει ως δείγμα περίεργον υπαλλήλου. Ο Θεός μας ελυπήθη και δεν παρεχώρησε να γεννηθή επιφανής τις εδώ, εσκλήρυνε δε την καρδίαν μας και δεν εδέχθημεν εισβολήν ξένου υποψηφίου. Ιλιγγιώ να φαντασθώ τι θα εγίνετο. Όλοι οι πορθμείς θα εγκατέλειπον τας λέμβους των, οι κυβερνήται θα έρριπτον έξω τα πλοία των, αι ναυπηγοί θα επετούσαν τα εργαλεία των και θα εζήτουν δημοσίας θέσεις. Διότι μη νομίσης ότι η θεσιθηρία γεννάται μόνη της. Τα δύο κακά αλληλεπιδρώσιν. Η ακαθαρσία παράγει τον φθείρα και ο φθειρ παράγει την ακαθαρσίαν. Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών, το οποία τον περιστοινίζουσιν, παρασίτων, τα οποία αποζώσιν εξ αυτού παχυνόμενα επιβλαβώς, σηπόμενα, ζωύφια βλαβερά, ύδατα λιμνάζοντα, παράγοντα αναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα την ακαθαρσίαν. Ευτυχώς δεν υπήρξεν ενταύθα έδαφος κατάλληλον διά να γεννηθή το θρέμμα το καλούμενον επιφανής, και ούτως απηλλάγημεν της τοιαύτης αθλιότητητος μέχρι της ώρας. Η δωροδοκία δε την οποίαν βλέπεις γενικευμένην ως εκλογικόν όπλον, είνε κατ' εμέ το μικρότερον κακόν. Όστις όμως δυσφορεί επί ταύτη, ας μη μετέχη του εκλογικού αγώνος, μήτε ως εκλογεύς, μήτε ως εκλέξιμος. Κυάμων απέχεσθε . . .
ΙΒ'
Οι πέντε εγκαρδιακοί φίλοι, ο γερο-Λευθέρης ο Κουσουρής, ο μπάρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος, ο Δημήτρης ο Ζάβαλος, ο Γιαννιός ο Κάβουρας και ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος, είχον εκκινήσει, ως είπομεν, εκ του κήπου, όπου είχον συμποσιάσει και ευθυμήσει επί πολλάς ώρας, και κατήρχοντο εν πομπή εις τον τόπον της εκλογής, διά να ψηφοφορήσωσιν, ηγουμένου του κυρ-Μανουήλου του Στεριωμένου, όστις καίτοι μη βλέπων αυτούς, όπισθεν ακολουθούντας, έβλεπεν όμως τους ίσκιους των μηκυνομένους από τας τελευταίας ακτίνος του δύοντος ηλίου, προς ανατολάς, όπου εβάδιζον, και τους εμέτρει επιμελώς και τους εύρισκε πέντε. Ενίοτε όμως, βαίνοντος του ενός των εταίρων όπισθεν του άλλου, οι ίσκιοι των συνεχωνεύοντο εις δύο ή τρεις, και τότε ανησύχει κ' εστρέφετο αποτόμως να ίδη. Αλλ' ο Μανώλης ο Πολύχρονος, τον οποίον κανείς εξ όλων δεν είχεν ιδεί κατασκοπεύοντα όπισθεν του φράκτου, είχε προπορευθή αυτών κατά πολύ, κ' είχε φθάσει έξωθεν του δημοτικού Σχολείου. Εκεί εκάλεσεν εις την θύραν τον κυρ- Ανδρέαν τον Απίκον, έν των μελών της επιτροπής, και του εσύριξεν ολίγας λέξεις εις το ους.
Ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος και δύο άλλα μέλη απετέλουν την πλειοψηφίαν της επιτροπής και ήσαν αφωσιωμένοι εις τους Ανδρογυνοχωρίστραις. Ευθύς ως ήκουσε την ανακοίνωσιν του Μανώλη, ο κυρ-Ανδρέας έσυρε το ωρολόγιόν εκ της μικράς τσέπης του περιστηθίου του, και κρατών αυτό εις την παλάμην, επανήλθεν εις τους συναδέλφους του καθημένους περί την τράπεζαν, με τον κυρ-Αγγελήν τον Μαλλίνην εν τω μέσω, όστις με την πένναν εις την χείρα, εσημείωνεν έν όνομα εκλογέως κάθε τέταρτον της ώρας, και εν τω μεταξύ εφλυάρει κ' εκάπνιζεν ογκωδέστατα τσιγάρα, τα οποία ελάμβανεν αυτοδικαίως από τους αντιπροσώπους και αναπληρωτάς των υποψηφίων.
— Κύριοι, είπεν ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος, η ώρα είνε επτά και πέντε· καιρός να κηρύξωμεν την λήξιν της ψηφοφορίας, να κλείσωμεν το κιβώτιον των καλπών, να συντάξωμεν το πρακτικόν και να ετοιμασθώμεν διά την διαλογήν.
Έσυραν όλοι τα ωρολόγια των. Τα ωρολόγια των δύο άλλων μελών της πλειοψηφίας εδείκνυον, του ενός επτά παρά τρία, του ετέρου επτά παρά εννέα. Το ωρολόγιον του προέδρου, κυρίου Νιαουστέως, εδείκνυεν επτά παρά είκοσι. Τέλος το ωρολόγιον του ελληνοδιδασκάλου εδείκνυεν έξ και δέκα οκτώ λεπτά.
Προ τριών ετών το δημοτικόν συμβούλιον είχε φιλοτίμως ψηφίσει, ο κ. Νομάρχης είχεν ευαρεστηθή να εγκρίνη και ο κ. Δήμαρχος είχεν επιμεληθή δραστηρίως να κατασκευασθή μαρμαρίνη μεριδιάνα υψηλά επί του τοίχου του Ελλ. Σχολείου του βλέποντος προς μεσημβρίαν ακριβώς. Τη βοηθεία της μεριδιάνας εκείνης εκανόνιζεν έκτοτε ο ελληνοδιδάσκαλος το ωρολόγιόν του. Αλλ' αι μάγκαι του σχολείου πριν αρχίση το μάθημα ή ευθύς ως ήθελον σχολάσει, είχον εύρει τερπνήν ενασχόλησιν το να ρίπτωσι λίθους εκεί υψηλά εις το λευκόν και χαρακωμένον με πολλάς μαύρας γραμμάς μάρμαρον, και είχον καταστήσει σκοπόν των πετροβολημάτων των το λεπτόν σιδηρούν πέταλον, το χρησιμεύον ως δείκτης της μεριδιάνας. Όθεν δεν είχον παρέλθει ολίγαι εβδομάδες και το λεπτόν σιδηρούν πέταλον εστράβωσεν ελεεινά, και αντί να δεικνύη μεσημβρίαν εδείκνυε μίαν και ημίσειαν ώραν, κανείς δε δεν είχε φροντίσει εν τω μεταξύ να το διορθώση ή το αντικαταστήση. Ο ελληνοδιδάσκαλος εν τούτοις προσεπάθει του λοιπού να κανονίζη το ωρολόγιόν του μάλλον κατά συμπερασμόν, και δεν εβασίζετο πολύ εις την μεριδιάναν, ήτις ίστατο εκεί υψηλά αρχίσασα να μαυρίζη εν μέρει από την βροχήν και την υγρασίαν, πολλώ δε μάλλον από τας κηλίδας των βωλοκοπημάτων των μαθητών, ομοία μ' εκλογικόν πρόγραμμα το οποίον εκόλλησαν υψηλά διά να το σώσουν από τα λασποβολήματα των διαβατών.
Διά να μη μας μεμφθώσι δε ότι κάμνομεν κατάχρησιν της ελευθερίας των παρομοιώσεων, θα προσθέσωμεν ότι ολιγώτερον τολμηρόν θα ήτο να παραβάλη τις το άτυχον εκείνο ηλιακόν ωρολόγιον με πρόσωπον υποψηφίου βουλευτού, ωχρόν κ' ελεεινόν εκ της αϋπνίας ή εκ του φόβου της αποτυχίας, υποψηφίου κολλημένου σύρριζα εις τον τοίχον, στριμωγμένου όπισθεν του ανοικτού καλύμματος του κιβωτίου των καλπών, επαιτούντος εν συντριβή καρδίας τας ψήφους των εκλογέων, με ορθήν ή λοξήν την ρίνα και με χάσκον το στόμα δεικνύοντος, κατά το τραϊάνειον επίγραμμα, τας ώρας εις τους προ των καλπών διαβαίνοντας ψηφοφόρους (3).
Αλλ' ιδού ήγγιζεν ήδη το πέρας της αγωνίας των υποψηφίων, της ανησυχίας των κομματαρχών και ψηφοθηρών και της ενοχλήσεως τόσου κόσμου, και ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος φιλάνθρωπος λίαν απήτει να προβώσιν εις την διαλογήν μίαν ώραν αρχήτερα.
Το πράγμα δεν ήρεσεν εις τον πρόεδρον τον γέρο-Νιαουστέα, όστις ολίγην ευχαρίστησιν είχεν αισθανθή εκ της προεδρείας του καθ' όλην την ημέραν. Διότι δεν ήτο αληθώς πρόεδρος ειμή της μειοψηφίας της επιτροπής, ήτοι του ελληνοδιδασκάλου κ. Μυροκλείδου. Η πλειονοψηφία, απειθής, αχαλίνωτος, τον αντέπραττεν, έκαμνε «του κεφαλιού της», ως να μην ήτο αυτός πρόεδρος.
— Δεν είνε ακόμα ώρα, κυρ Ανδρέα, είπεν ο κ. Νιαουστεύς. Από τώρα να κλείσουμε;
— Είνε επτά και πέντε, αντέλεξεν ο Απίκος.
— Είνε επτά παρά είκοσι, επέμεινεν ο πρόεδρος.
— Κ' εγώ έχω επτά παρά τρία, είπε το άλλο μέλος της επιτροπής.
— Κ' εγώ επτά παρά δέκα.
— Κ' εγώ έχω έξ και δεκαοκτώ, είπεν ο ελληνοδιδάσκαλος.
— Είνε επτά η ώρα, επέμεινεν ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος. Δεν βλέπετε που ο ήλιος εβασίλεψε! εις τας επτά γράφει και το πρόγραμμα.
— Γράφει εις τας επτά και είκοσι δύο λεπτά, είπεν ο ελληνοδιδάσκαλος.
— Ως που να κλείσουμε της κάλπαις και να υπογράψωμε το πρακτικό θα πάη εφτάμισυ.
— Εγώ είμαι ο πρόεδρος, είπεν αγερώχως ο κ. Νιαουστεύς.
— Ημείς είμαστε η πλειοψηφία.
Ο κυρ-Ανδρέας έσπευδε και δεν ήθελε πολλά λόγια. Έστρεφεν από καιρού εις καιρόν βλέμμα προς την θύραν, ως να επερίμενε δυσάρεστόν τι εκείθεν. Φαίνεται ότι η ανακοίνωσις του Μανώλη του Πολυχρόνου απέβλεπε τους πέντε εμπιστευμένους φίλους, τους οποίους ωδήγει όπως ψηφίσωσιν υπέρ του αντιθέτου κόμματος ο κυρ Μανουήλος ο Στεριωμένος.
— Δεν με μέλει τόσο για τη διαλογή αν θ' αργήση, είπε με τόνον ειλικρινείας ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος· αρκεί να κλείσουν η κάλπαις για να ησυχάσουμε.
— Είνε και άλλοι να ψηφοφορήσουν, είπεν ο ελληνοδιδάσκάλος, όστις ενώ το πρωί επεδείκνυεν αμεροληψίαν, έως την εσπέραν είχε καταντήσει βαθμηδόν να φανατισθή υπέρ των Χαλασοχώρηδων.
— Δεν είνε άλλοι, είπεν ο κυρ-Ανδρέας. Αλλά και αν είνε, ο κύριος πρόεδρος ας κάμη το χρέος του, και ας διατάξη τον τελάλη να φωνάξη τρεις φοραίς, πριν κλείσωμε της κασσέλαις. Ορίστε, κύριε πρόεδρε. Αλλοιώς, θα διατάξη η πλειοψηφία.
— Θα διατάξετε τον πρόεδρον;
— Θα διατάξωμε τον τελάλη.
— Και πού ηκούσθη αυτό να προστάττη η πλειονοψηφία τον πρόεδρον; ήρχισε ν' απαγγέλλη εν είδει λογυδρίου ο ελληνοδιδάσκαλος. Σφετερίζεσθε αλλότρια δικαιώματα. Φατριάζετε. Δεν σέβεσθε τους γεροντοτέρους σας. Ο κύριος πρόεδρος . . . . ο κύριος πρόεδρος, κύριοι, είνε . . .
— Κήρυξ, εφώναξε προς την θύραν στραφείς ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος, βλέπων ότι η ώρα παρήρχετο.
Ο κήρυξ όστις ανήκε φαίνεται εις τους Ανδρογενοχωρίστραις, μυρισθείς ότι κάτι τον ήθελαν, είχε πλησιάσει προς την θύραν.
— Κήρυξ, επανέλαβεν ο κυρ-Ανδρέας, φώναξε δυνατά τρεις φοραίς, όποιος είνε για να ψηφίση ναρθή, γιατί θα κλείσουμε της κάλπαις.
Ο κήρυξ επανέλαβε διά τον τύπον τρις, αργά και με νυστασμένην φωνήν: «Όποιος δεν εψηφοφόρησε να τρέξη αμέσως γιατί θα κλείσουν η κάλπαις».
Συγχρόνως τα τρία μέλη της πλειονοψηφίας, χωρίς να περιμένωσιν όπως παρέλθωσιν ολίγα λεπτά, άνευ των οποίων ουδεμίαν είχεν έννοιαν η κλήσις του κήρυκος, προέβησαν εν σπουδή, παρά τας διαμαρτυρίας του προέδρου και του ελληνοδιδασκάλου, εις το κλείσιμον των δύο κιβωτίων.
— Κήρυξ, έκραξεν ο κυρ-Ανδρέας, φώναξε ότι η ψηφοφορία ετελείωσε και ότι αρχίζει η διαλογή.
Ο κήρυξ ήνοιξε το στόμα, όπως εκτελέση την διαταγήν ταύτην, όταν εις την θύραν του σχολείου εφάνη ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος, ακολουθούμενος υπό των πέντε αχωρίστων φίλων, των περί τον Κουσουρήν και Απίκραντον.
— Πώς αρχίζει η διαλογή; εψέλλισε με ηλλοιωμένον το πρόσωπον ο κυρ Μανουήλος ο Στεριωμένος.
— Φώναξε, υπέγρυξε προς τον κήρυκα ο κυρ-Ανδρέας, ευθύς ως είδε τα νέα εμφανισθέντα πρόσωπα.
Ο κήρυξ εφώνησεν: «Η ψηφοφορία ετελείωσε, κύριοι! άρχεται η διαλογή. . . . »
Εν τω μεταξύ εστάλη έγγραφον προς τον Ειρηνοδίκην, αντιπρόσωπον του Επάρχου, όπως ευαρεστηθή να προσέλθη, διά να πρωτοστατήση εις την διαλογήν.
Ο πρόεδρος και ο ελληνοδιδάσκαλος, εκόντες άκοντες υπέγραψαν το έγγραφον τούτο, ως και το πρακτικόν της λήξεως της ψηφοφορίας.
Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος διεμαρτύρετο από της θύρας κ' έστελλεν απειλητικά βλέμματα προς τον Απίκον. Ο κυρ-Ανδρέας του απήντα διά περιφρονητικού μειδιάματος.
— Τώρα; είπεν ο Μπάρμπα Γιώργης ο Απίκραντος.
— Τώρα. . . δεν θα ψηφοφορήσετε πλέον. . . αργήσατε πολύ να το αποφασίσετε. . . ποιος σας φταίει; . . σας παρακαλώ πολύ να μου δώσετε πίσω κείνα που σας έδωσα . . . ετραύλισεν ο κυρ -Μανουήλος ο Στεριωμένος.
— Και τι φταίμε ημείς; . . τα δοσμένα είνε καλώς δοσμένα . . . υπέλαβεν ο Γιαννιός ο Κάβουρας.
— Και ό,τι πάρουμε δεν τα ξαναδίνουμε πίσω, προσέθηκεν ο Δημήτρης ο Ζάβαλος.
— Και δε μου δώσατε εκείνα-δα τα τσαρούχια που μούπατε, παρετήρησεν ο Κώστας ο Άγγουρος.
— Κύτταξε, μπάρμπα-Γιώργη, πράγγα το χέρι σου, μη σε καταφέρη και του τα δώσης πίσω, είπεν ο Κάβουρας περισφίγγων εκείθεν τον Απίκραντον, φόβω μη ούτος εξ ευσυνειδησίας επιστρέψη τον γνωστόν φάκελλον οπίσω. Ο γερω-Κουσουρής είχε πέσει εις σκέψεις και ηρέμα ανένευε διά της κεφαλής. Εφαίνετο της γνώμης ότι έπρεπε να επιστραφή ο φάκελλος.
Όταν ήλθεν ο αντιπρόσωπος της διοικητικής αρχής και ήρχισεν η διαλογή, ηκούετο ακόμη η λογομαχία των έξ ανθρώπων έξωθεν του σχολείου. Ύστερον εγνώσθη ότι εξευρέθη μέσος όρος και επήλθε συμβιβασμός, τον οποίον διά το ασκανδάλιστον ηναγκάσθη να παραδεχθή ο κυρ Μανουήλος ο Στεριωμένος.
Εξήχθη το αποτέλεσμα της πρώτης κάλπης, ψηφοφορησάντων 498 (ο κατάλογος είχε διπλασίους, αλλ' οι ημίσεις των εκλογέων ήσαν εν διαρκεί αποδημία)· ο Αβαρίδης ο Δημήτριος έλαβεν εις το ναι ψήφους 289 και εις το όχι 209.
Δεύτερον εξήχθη το αποτέλεσμα της κάλπης του Αλικιάδου Παναγιώτου (συγγραφεύς όστις εστοχάσθη να γράψη ηθογραφικήν μελέτην εκλογικού θέματος, οφείλει να είνε ο αυτός και υποψήφιος και κομματάρχης και ψηφοφόρος και διαλογεύς και κήρυξ του εξαγομένου της ψηφοφορίας), όστις έλαβεν εις το ναι ψήφους 263 και εις το όχι ψήφους 237, ευρεθέντων και δύο πλεοναζόντων σφαιριδίων, τα οποία αφηρέθησαν εκ του ναι, εν ω κατελογίσθησαν ψήφοι 261.
Τρίτη ηνοίχθη η κάλπη του Γεροντιάδου Κωνσταντίνου, λαβόντος εις το ναι ψήφους 317 και εις το όχι ψήφους 182, ευρέθη δε έν πλεονάζον σφαιρίδιον, αφαιρεθέν εκ του ναι (=316).
Τέταρτον αποτέλεσμα εγνώσθη το της κάλπης του Καψιμαΐδου Θεοδώρου, λαβόντος ψήφους 243 εις το ναι και 245 εις το όχι.