O ΠΕΝΤΑΡΦΑΝΟΣ (continued 2)
Reading edition
Την τρίτην νύκτα, ήτοι μετά νυχθήμερον και εξάωρον από της δείλης της Δευτέρας, ο Πάπος δεν εφάνη πλέον εκεί. Η θεια- Σειραϊνώ τον επερίμενεν αργά, έως τα μεσάνυκτα, και ηρώτα όλας τας γυναίκας της γειτονιάς εάν τον είδαν. Αλλά μάτην. Ο Πάπος δεν ήλθεν.
Επί της ερήμου ακτής, επί της προβλήτος άκρας, εξ ης σχηματίζεται ο λιμήν έν μίλιον αντικρύ της πολίχνης, ενύκτωνεν ήδη και κάτι ζωντανόν εσάλευεν εκεί, πλησίον εις μίαν σπηλιάν, κάτω από ένα υψηλόν απόκρημνον βράχον. Είχεν έλθει εκεί περί την δύσιν του ηλίου. Με την αμφιλύκην της νυκτός, υπό τον συννεφιασμένον ουρανόν της τρικυμίας, δεν εφαίνετο πλέον αν ήτο αγρίμιον ή παιδίον το ζωντανόν, το οποίον εκινείτο εκεί εις το σκότος.
Ο Πάπος είχεν αρχίσει να εντρέπεται, διότι δεν είχεν υπάγει μαζί με τον πατέρα του. Όλοι οι θαλασσινοί έλεγον, τους ήκουεν αυτός να λέγουν, ότι διά να γείνη τις καλός ναυτικός, πρέπει να περάση από φουρτούναν, από πολλές μάλιστα φουρτούνες. Και έπειτα να «κατιάζη» τις απαράλλακτα, όπως η κόττες 'ς το σπιτάκι της θεια-Σειραϊνώς με τους τρεις τοίχους και την μισήν στέγην και με το καραβόπανον, δοκιμάζει όλα τα δυσάρεστα της τρικυμίας — χωρίς να μπορή ποτέ να γείνη καλός ναυτικός.
Ως είδεν ο Πάπος ότι παρήλθον σαρανταοκτώ ώραι, και η βάρκα δεν εφάνη πουθενά, και οι θαλασσινοί έλεγαν, ότι δεν ηδύνατο να είνε εις την αντιπέραν ακτήν, αλλά κάπου περί την νήσον θα ευρίσκεται, και πιθανόν να φανή οσονούπω — το κακοκέφαλον παιδίον ανησύχησεν, όσον μπορούσε ν' ανησυχήση, και έφερεν όλον τον γύρον του λιμένος, κ' έφθασεν αντικρύ προς το μέρος όπου είχεν εκπλεύσει η βάρκα. Εκεί, έμενε κ' εκύτταζε το πέλαγος, το χορεύον από αγρίαν τρικυμίαν, κι' αγνάντευε, ζητούν να ξανοίξη πουθενά την βάρκαν. Κ' έκλαιεν η ψυχή του μέσα βαθειά, κ' εδάκνετο η καρδία του, διότι είχε κάμει παρακοήν και δεν επήγε μαζί με τον πατέρα του.
Η χιονώδης βροχή είχε διακοπή, και πάλιν επανελήφθη, και πάλιν έπαυσε. Και ο άνεμος, βορειοανατολικός, Γραίος, εφύσα δυνατά, με όλην την δύναμιν όπου μπορούσεν ο Γραίος να έχη και την οποίαν ο Πάπος ησθάνετο ότι δεν μπορούσεν αυτός να έχη ποτέ, μόλις δε το τρίτον ή το τέταρτον της δυνάμεως αυτής, επίστευεν, ότι μπορούσε να έχη.
— Κάμε, Θε μου, έλεγεν ο Πάπος, να' ρθη ο πατέρας μου, και να μη με καταριέται που δεν επήγα μαζί του. Άι μ' Νικόλα μ', που σ' έχω γείτονα, ούτε σου έφερα ποτέ κερί και λιβάνι . . . αχ! καμμιά φορά έκλεψα κανένα σπίρτο ή κανέν απόκερο από μέσ' απ' το εκκλησιδάκι σου, μπροστά στο κόνισμά σου, οπού συ έκανες πως δε με γλέπεις . . . για να κυνηγώ της νυχτερίδες και τα κουκουβαγιόπουλα τη νύχτα . . . μη με ξεσυνερίζεσαι, και φέρε γλήγορα τον πατέρα μου πίσω . . . και να μη βαρυγνωμά που δεν πήγα μαζί του . . . κ' εγώ να σου φέρω άλλα τόσα, κι' άλλα τόσα, κι' άλλα τόσα, όσα σπίρτα και κεριά σου έκλεψα.
Με την αμφιλύκην της εσπέρας είχεν ιδεί ο Πάπος, πέραν εκεί, ανοικτά, εις το πέλαγος, ένα πράγμα ωσάν φελλόν, ωσάν κέλυφος καρυδίου, να παραδαίρνη και να κατέρχεται εις τον αφρόν των κυμάτων. Λευκόν ιστίον όχι, αλλά μαύρον πράγμα, ως μίαν κηλίδα. Ύστερον επυκνώθη η αμφιλύκη και έγεινε νυξ. Και αφού παρήλθεν ώρα αρκετή, πόση δεν είξευρεν, αλλά «μία ώρα, μια ωρίτσα», του εφάνη ν' ακούση βρόντον, είτα συγκεχυμένας κραυγάς, είτα πάλιν συριγμούς οξείς και φοβερόν ροίβδον, είτα τον ρόχθον του κύματος, όστις τα συνεκάλυπτεν όλα και τον οξύν γογγυσμόν του ανέμου, όστις τα έπνιγεν όλα.
Ο Πάπος ήλπισεν, επίστευσεν, ότι εκείνο το μελανόν σημείον ήτο, χωρίς άλλο, η βάρκα η φέρουσα τον πατέρα του. Και ήκουε τον ρόχθον εκείνον και την κραυγήν, τα οποία ηπείλει να συγχέη ο άνεμος, και δυνατόν να μην ήσαν άλλο τι ειμή ιδιότροποι ήχοι της τρικυμίας, και όμως ο μικρός θαλασσινός μάγκας ήτο βέβαιος ότι οι θόρυβοι εκείνοι ήσαν χωριστοί, ότι ο κρότος ήτο προσαράξαντος σώματος, και η κραυγή, κραυγή αγωνίας.
Είς την κραυγήν ταύτην απήντησεν ο Πάπος διά σπαρακτικού ολολυγμού. Ήρχισε να κλαίη μετά λυγμών. Ο πατήρ του βεβαίως επνίγετο. Και αυτός δεν ηδύνατο να τον βοηθήση. Ω! να είχε τόσην δύναμιν, τόσην, όσην ο άνεμος και η θάλασσα!
Αστραπή διέσχισε το σκότος. Ως εκατόν οργυιάς ανοικτά εις το πέλαγος είδεν ο Πάπος εν ακαρεί μαύρα τινα σώματα, προεξέχοντα του κύματος.
— Τ' Αραπάκια! επρόφερεν εν μέσω των λυγμών του ο νέος. Απάνω στ' αραπάκια έπεσαν. Ω! κ' εγώ που δεν επήγα μαζί τους.
Η πρώτη ιδέα του ήτο ότι, αν είχε πάγει μαζί, θα τους εγλύτωνε. Η δευτέρα ορμή του ήτο να γδυθή να πέση εις την θάλασσαν ή χωρίς να γδυθή να κολυμβήση να τρέξη εις βοήθειαν του πατρός του. Αλλά πώς; Πού να πάγη; Πώς να φθάση εκεί; Μήπως ήτο πλησίον; Ησθάνθη ότι θα εγίνετο ασφαλώς λεία του κύματος ή σύντριμμα των βράχων.
Η τρίτη σκέψις του υπήρξε να φωνάξη προς την πολίχνην, εις τους κατοίκους, εις τους φίλους και τους γείτονας να τρέξουν με βάρκες να σώσουν τους πνιγομένους. Αλλ' έπρεπε να τρέξη χίλια βήματα τον ανήφορον διά να φθάση εις την κορυφήν της ακτής, οπόθεν αντίκρυζεν η πολίχνη. Και αι φωναί του όσον οξείαι, όσον διαπεραστικαί και αν ήσαν, δεν θα ηκούοντο πέραν· θα επνίγοντο και θα εβωβαίνοντο εν μέσω του φοβερού βόμβου της τρικυμίας.
Τ' Αραπάκια ήσαν ύφαλοι, ή μάλλον σκόπελοι, ολίγον ανέχοντες άνω του κύματος μαύρας οξείας κορυφάς. Ο Πάπος ενεθυμήθη ακουσίως την στιγμήν εκείνην έν αυστριακόν θωρηκτόν, το οποίον κατά τον αποκλεισμόν του 1886, εφάνη ότι εκινδύνευσε να πέση στ' Αραπάκια, αλλά δεν έπεσε. Τότε αυτός ήτο επτά ετών, και το ενθυμείτο καλά.
— Ήσαν μαζωμένοι (έλεγεν ακουσίως μέσα του) πέρα στο Μεγάλο Λιμάνι, ο μπάρμπα-Λουκάς, ο Κοτίμπας, ο Διολέττας και τόσοι άλλοι θαλασσινοί, κ' εκύτταζαν τ' Αυστριακό, κοτζάμ' βουνό, που γύριζε κατά τα νησιά, και λιγάκι ήθελε ακόμη να πέση στα ρηχά, κοντά στ' Αραπάκια, κ' επαρακαλούσαν κ' έλεγαν : «Παναϊά μ', να πέση απάν' στ' Αραπάκια, Παναϊά μ' να πέσ' απάν'». Και με μια βόλτα έστρηψε πάλι κ' έφτασε κατά τα Μυρμήγκια, κι' ο μπάρμπα-Λουκάς είπε : «Γλύτωσ' απ' τ' Αραπάκια, απ' τ' Μυρμηγκάκια να μη γλυτώσ'». Μα κι' απ' εκεί γλύτωσε.
Και τ' Αραπάκια, τα οποία εφείσθησαν των Αυστριακών, συνέτριβον σήμερον την βάρκαν του πατρός του, και τον έπνιγον αυτόν και δύο άλλους δικούς μας! Ω, κάμετε έλεος, καλά Αραπάκια, γλυτώστε τους και μην τους αφήνετε να πνιγούν! Έλεος, Αραπάκια, έλεος!
Λίαν πρωί, τα εξημερώματα της Πέμπτης, δύο μεγάλαι και δυναταί λέμβοι επήγαν κ' έψαξαν τριγύρω εις τ' Αραπάκια, μεταξύ της Ασπρονήσου και της Άρκτου, και κατά μήκος της Πούντας ακτής και πλησίον εις τα Μυρμήγκια, τους άλλους σκοπέλους, προς τον λιμένα. Αλλά δεν εύρον σώμα, ούτε ανθρώπου, ούτε λέμβου.
Δύο ή τρεις ημέρας ύστερον, όταν έγεινε γαλήνη, μία βρατσέρα ξένη, εύρε κωπίον επιπλέον εις το κύμα, προς το μέρος το αντίθετον του πελάγους. Και άλλος πάλιν αλιεύς εύρεν αλιευτικά σύνεργα, τα οποία είχον εξοκείλει εις την άμμον.
Και αν ήτο πραγματική η όψις την οποίαν είχεν ιδεί ο Πάπος, σώματα προσκεκολλημένα επάνω εις τας υφάλους Αραπάκια, και αν πράγματι είχεν ακούσει αγωνίας κραυγάς, και αν η φαντασία τον είχεν απατήσει, οι άνθρωποι εθεωρούντο χαμένοι πλέον. Μετά τόσας ημέρας δεν ανεφάνησαν. Είτε εις τ' Αραπάκια, είτε αλλού, ενομίζοντο πνιγμένοι.
Την ογδόην ημέραν από της εκδρομής των, τα πτώματα των δύο πνιγμένων ηλιεύθησαν πλησίον ερήμου ακτής. Το τρίτον δεν ευρέθη.
Ω, τις θα διηγηθή τα συναξάρια των θαλασσομαρτύρων τούτων, των βιοπαλαιστών, των αξίων παντός οίκτου και συμπαθείας; Κατά παν έτος η θάλασσά μας ζητεί το θύμα της. Φρίκη και πένθος διαχύνεται ανά την μικράν μας νήσον.
Όταν μετά την συμφοράν επανείδε τον Πάπον, όστις εφαίνετο τόσον σύννους και σοβαρός, ώστε εφάνη ότι διά της συμφοράς είχε γείνει διά μιας ανήρ, η πτωχή Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι, κλαίουσα, όσα δάκρυα της είχαν μείνει από τα ιδικά της παθήματα, η πρώτη λέξις την οποίαν εύρε να του είπη ήτον·
— Καλά που δεν επήγες μαζί, παιδάκι μου.
ΟΙ ΕΛΑΦΡΟΪΣΚΙΩΤΟΙ
Είχε κινήσει αποβραδής, ημίσειαν ώραν πριν κρυφθή εις το βουνόν ο ήλιος, να υπάγη 'πίσω μακράν εις τ' Αρβανίτη τ' Μανώλη τ' Σουφριά . . . , όχι στον Αραδιά, στης Κεχριάς το ρέμμα, ο άγαλλος Μανουήλ Αγάλλου. Δεν ήτο και πολύ σιμά . . . όχι, δεν ήτο και πολύ μακρυά ο νερόμυλος, ολιγώτερον από δύο ώραις με τα πόδια. Αλλ' εις τον δρόμον είχεν αργοπορήσει, ποιος ξεύρει διατί. Ίσως ενθυμείτο την προ ολίγων χρόνων τερπνήν και ευάρεστον και ζηλεμμένην θέσιν του, όταν ήτο γαμβρός ωραίος και περιζήτητος, με μακρυά φούντα, με γλυκά μάτια, με φέσι ψηλό, μεγάλο και κατακόκκινο, που να το φορή στραβά ως το αυτί. Και την παρέβαλε με την σημερινήν κατάστασίν του, να κάθεται γυναίκα χάσασα όλην την δρόσον και την περιποίησίν της να σε καρτερή εις τον νερόμυλον με δύο παιδιά, οπού το ένα να διηγήται παραμύθια στο άλλο. Βεβαίως η δευτέρα θέσις τον συνεκίνει κάπως, αλλ' η πρώτη του εφαίνετο πλέον επιθυμητή, και ευχαρίστως θα εδέχετο να ξαναρχίση πάλιν. Βάλε με το νου σου, οκτώ χρόνια να είσαι αρραβωνιασμένος, με δύο αρραβωνιαστηκές, πότε με την μίαν πότε με την άλλην, κάποτε συγχρόνως και με τας δύο. Αν εκαλοπέρασέ ποτε γαμβρός εις τον κόσμον, εκαλοπέρασε κι' αυτός. Και η γρηά-Αγάλλαινα, ας είνε άγια τα κόκκαλά της εκεί που είνε, ήτον πολύ ευχαριστημένη. Ήρχετο του Χριστού, χριστόψωμα η μία αρραβωνιαστική, χριστόψωμα η άλλη. Λοκμάδες η πρώτη, τηγανίτες η δεύτερη. Σε οκτώ ημέρας πάλιν του Αγίου Βασιλείου, βασιλόπητα η μία, βασιλόπητα η άλλη. Ήρχετο πάλιν η Λαμπρή, χαμαλιά εκείνη, μπακλαβά αυτή. Ήρχετο του Αγίου Αγαθονίκου, μπακλαβά η Σμαράγδω, μπακλαβά η Αφέντρα. Και δος του η Μπονώραινα η επιτηδεία τεχνίτις χαμαλιά, και δος του μπακλαβάδες. Και την κάθε φοράν ηύξανε το μέγεθος των χαμαλιών, και το πάχος του μπακλαβά εδιπλασιάζετο. Αλλ' η πρώτη δεν μπορούσε να τα βγάλη πέρα με την δεύτερη. Ήτο, η ατυχής, πεντάρφανη, ποίος να την προστατεύση, ποίος να της ειπή καλόν εις τα συμπεθερικά της. Η άλλη είχε και παραείχε γονείς, ώστε της επερίσσευαν, και οι αδελφοί της, με την βρατσέραν, της εκουβαλούσαν καλούδια. Και της έκαμναν προικιά και πανωπροίκια. Διά τούτο και ενίκησεν αυτή.
Άμα ενύκτωσεν, η Αφέντρα ήναψε τον λύχνον, έκλεισε την πόρταν της και πλύνασα τα αγρολάχανα, τα έβαλεν εις το μικρόν χάλκωμα, έχυσε νερόν εντός, έρριψε ξηρά ξύλα εις την εστίαν, και ανεβίβασε το χάλκωμα εις την πυροστιάν· είτα ήρχισε να φυσά το πυρ. Τα δύο της παιδία, καθήμενα επί της ψάθης, έπαιζαν, η Λενιώ με την κούκλαν της, ο Μανώλης με το καραβάκι του. Η πρώτη πενταέτις εδοκίμαζε να ειπή ένα παραμύθι εις τον δεύρον, τετραετή, όστις έχασκε να την ακούη. Ήρχιζε δε πάντοτε από στίχους:
Άδζα μάννα, βάτος μαμή, αητός μ' επήρε . . .
Σχεδόν δεν είξευρε να ειπή άλλα.
Αλλά και τόσα ήρκουν διά τον Μανώλην.
Η Λινιώ παρεκάλει την μητέρα της να είπη τα λοιπά.
— Πώς το λένε, μάννα;
— «Αητός μ' επήρε, στο δέντρο μ' ανέβασε».
— Ύστερα; ύστερα; ηρώτα το Λενιώ.
— Ύτελα; επανελάμβανε και ο Μανώλης.
— Και η Αφέντρα διηγείτο με ολίγας λέξεις, πώς η εκ του γαστροκνημίου ανδρός τη βοηθεία βάτου μαιευτήρος γεννηθείσα ηγαπήθη υπό του βασιλέως και είτα τη διαβολή της πενθεράς της εγκατελείφθη υπ' αυτού καταδικασθείσα να βόσκη χήνας.
Στο δέντρο μ' ανέβασε, γρηά μ' εξεπλάνεσε.
Και η Αφέντρα κύπτουσα εφύσα το πυρ, διακοπτομένη μόνον διά να είπη εις τα τέκνα της·
— Τώρα θαρθή ο πατέρας σας . . . όπου είνε, έφτασε. Να κάμετε φρόνιμα . . . Θα σας φέρη καλούδια . . . Στραγάλια και μύγδαλα.
— Ταάλια κη μύλαλα! επανελάμβανεν ο Μανώλης με το στόμα ανοικτόν.
Εν τούτοις παρήρχετο η ώρα και ο Αγάλλος δεν εφαίνετο.
Η Αφέντρα δεν ανησύχει, είξευρεν ότι ο σύζυγός της ήτον «αργοστόλιστος». Ωμοίαζε με την νύμφην που αργεί να στολισθή και, ως νύμφη, επερπατούσε καμαρωμένα. Α! νύμφη! . . . Υπήρξε και αυτή νύμφη . . . Το ενθυμείτο ακόμη . . . Και πώς να το ξεχάση; Οκτώ χρόνια, η πενθερά της, «τους είχε ψήσει το ψάρι εις τα χείλη», αυτής και των οικείων της. Ο Αγάλλος ήτον περιμάχητος γαμβρός. Οκτώ χρόνια, δέκα έξ μπακλαβάδες, εικοσιτέσσαρες σουπιέρες χαμαλιά, παραπάνω από σαράντα κότταις και πήτταις. Και ποιος τα λυπείται αυτά; Μόνον εκατό φοραίς πείσματα, κακιώματα. Πότε με την μίαν αρραβωνιαστικήν τα εχαλνούσε, πότε με την άλλην. Κατ' αρχάς είχε δώσει σημάδια εις την άλλην. Ύστερον τα εχάλασε κ' «έδεσε πανδρειαίς» μ' αυτήν. Κατόπιν τα σκαρώνει πάλιν με την άλλην, και γυρίζει πίσω την αρραβώνα εις αυτήν. Ακολούθως πετά τα σημάδια της Σμαράγδως και τα σάζει πάλιν με την Αφέντραν. Και ήτον εύμορφος γαμβρός, να έχη ζωήν, και τον αγαπούσαν και η δυο. Από την άλλην ήτο βεβαίως πλέον εύμορφος, εφρόνει η Αφέντρα, άσπρος, γαλανός, κοκκινοροϊδίτης. Πλέον εύμορφος ήτον ακόμη και από την Αφέντραν, ήτις ήτο ισχνή, χλωμή και αδύνατος. Τέλος, αφού έκαμε τελευταίαν βόλταν προς την Σμαράγδω, και όλην την εβδομάδα δεν τον είχαν ιδεί στα μάτια, ανελπίστως την Κυριακήν το μεσημέρι οι δύο αδελφοί, οίτινες είχαν φθάσει το Σάββατον με την βρατσέραν, τον καταφέρνουν, βγάζουν της άδειαις, και τον στεφανώνουν την Κυριακήν το βράδυ με την Αφέντραν.
Μόλις έλαβον καιρόν η γενειαίς της να στολίσουν την νύμφην. Τόσα καλούδια, τόσα πανωπροίκια. Είχε κεντήσει η ιδία τον ήλιον και το φεγγάρι εις τα μανίκια του μεταξωτού άλικου υποκαμίσου της. Εις την σκούφιαν της πάλιν είχε κεντήσει μεγάλην γάστραν με λουλούδια και με κλαδιά. Και εις την τραχηλιάν της είχε κεντήσει, διάφοραις κλάραις. Είχε και ωραία προμάνικα ανασηκωμένα εκ βαρυτίμου ρωσσικού χρυσοϋφάντου. Και το ποδογύρι ολόχρυσον τρεις σπιθαμαίς πλατύ.
Η πενθερά της, μόλις είχε πεισθή την τελευταίαν ώραν να δώση την ευχήν της, σκληρυνομένη έως τότε, λέγουσα ότι επόνεσε την άλλην, ότι την λυπείται, ως ορφανήν. Τέλος εφόρεσε τα καλά της και ήλθε, φέρουσα την μαύρην μανδήλαν της χηρείας της, επιφυλαχθείσα να φορέση χρωματιστήν «πολίτικην» την στιγμήν μόνον που ήθελεν ασπασθή τα στέφανα. Ήλθε και η ανδραδέλφη της κ' εστάθη υψηλή, σιμά εις την τέμπλαν, άλλη τέμπλα έμψυχος αυτή, πλατεία, ακίνητος, στολισμένη ως νύμφη. Διότι η τέμπλα δεν είνε να λείψη από την αίθουσαν όπου θα τελεσθή ο γάμος. Στρώματα, και παπλώματα, και κηλίμια, επιμελώς διπλωμένα, προσκέφαλα, σινδόνια, σωρεύονται ευτάκτως και κοσμίως κατά τον τοίχον, παρά μίαν γωνίαν του θαλάμου, καλύπτονται με μεταξωτήν σινδόνα, και επιστέφονται με δύο προσκεφαλάδες με μεταξωτά περιβλήματα. Αυτή είνε η τέμπλα.
Αφού έφθασε με τα βιολιά ο κουμπάρος, ήλθαν και οι καλεσμένοι, ύστερον οι παππάδες, και ήρχισεν η τελετή. Αντηλλάγησαν οι δακτύλιοι, είτα τα στέφανα, ανεγνώσθησαν αι ωραίαι ευχαί, εψάλη το «Ησαΐα χόρευε», έφεραν γύρον τρεις φοραίς, έρραναν τους νεονύμφους με ορύζιον και με κοφέτα, και τέλος ο Παππα-Νικόλας με την σκληράν και οστεώδη χείρα του, λαβών εκ του βραχίονος οκταετές παιδίον, το οποίον είχε μάννα και πατέρα, το ώθησεν εν τω μέσω των νεονύμφων, κ' εχώρισε διά της κεφαλής του παιδιού τας συνδεδεμένος χείρας των, επευχηθείς μεγαλοφώνως·
— Όλο κεφαλάδες.
Ακολούθως ο γαμβρός, λαβών τον μέγαν δίσκον, εκέρασεν ο ίδιος τους ιερείς, τον κουμπάρον και τους καλεσμένους, ενώ η νύμφη ισταμένη ορθή, μεταξύ της τέμπλας και της ανδραδέλφης της, εκαμάρωνε, κ' εχρειάζετο να της σείουν όπισθεν την κεφαλήν ηρέμα αι παράνυμφοι, στολισμέναι όλαι παριστάμενοι, διά να απαντήση διά κατανεύσεως εις τας αφθόνους ευχάς των καλεσμένων: «στερεωμένοι, καλορρίζικοι, με γυιούς», ενώ μόλις εκινούντο τα χείλη της χωρίς ν' ακούηται η φωνή της, λεγούσης «ευχαριστώ».
Εν τω μεταξύ, ο μπάρμπα-Γκιουλής, ο κατ' αποκοπήν μάγειρος όλων των γάμων, είχεν ανάψει κάτω, εις την αυλήν του οικίσκου, δύο μεγάλας πυράς, και επί της μιας ανεβίβασε τεράστιον ρακοκάζανον, τεμαχίσας εντός του οκτάμηνον πρόβατον και ήρχισε να το τσιγαρίζη διά να κάμη το σύνηθες εις τους γάμους περσικόν πιλάφι, ενώ επί της άλλης, ευθύς ως έγεινεν ανθρακιά, έτεινε παραλλήλους δύο σούβλας με δύο άλλα σφαχτά.
Κύπτων επί των δύο πυρών, με την μίαν χείρα εγύριζε την σούβλαν, με την άλλην εχειρίζετο την τεραστίαν κουτάλαν, δι' ης ανεκάτωνε κ' ετσιγάριζε το κρέας με τα κρόμμυα. Ήλθε και ο γέρο-Σιγουράντσας αυτόκλητος βοηθός, διά να γυρίζη την άλλην σούβλαν. Μόλις ήρχισε να ροδοκοκκινίζη το ψητόν, μόλις ήρχισε να μυρίζη προκλητικώς το τσιγαριστόν, και ο Γκιουλής, ανασπάσας την μάχαιραν από το πλατύ κίτρινον ζωνάρι του, ήρχισε να κόπτη γενναίους μεζέδες από τα δύο ψητά, και διά της κουτάλας έβγαζε μεγάλα κομμάτια από το τσιγαριστόν. Κατεβρόχθιζεν αυτός τρία, διά προφταστήρα, ως έλεγεν, έδιδε και εις τον γέρο-Σιγουράντσαν έν διά ψυχόστασμα, και συγχρόνως ιδών δύο ή τρεις άλλους προθύμους μουστερήδες, εξ εκείνων τους οποίους οι παλαιοί εκάλουν μνάμονας, και οίτινες φαίνονται ως να κρατούν κατάστιχον ακριβές με πιστάς χρονολογίας δι' όλας τας γεννήσεις, τους γάμους και μάλιστα τα εορταζόμενα εις τας μνήμας των Αγίων ονόματα, ήρχισε να τους αποδιώκη με ονειδισμούς και απειλάς, όμοιος με την γάτταν του σπιτιού, την ανευρίσκουσαν όλην την φύσιν της τίγριδος και ανορθούσαν τας τρίχας και γρύζουσαν υπούλως και εξαπίνης σχίζουσαν εις τους οφθαλμούς τον απονήρευτον και υπό του εμφύτου μόνον ελαυνόμενον επιδρομέα σκύλον.
Είς των καλεσμένων ακούσας απ' επάνω την τραχείαν φωνήν του Γκιουλή, δι' ης απεδίωκε τους οχληρούς απαιτητάς (τους οποίους αυτός ο ίδιος είχεν αποπέμψει προ μικρού από την οικίαν, αφού τους εφίλευσε δις και τρις μπακλαβάδες και μαστίχαις και ρώμια), επρόβαλεν από το παράθυρον και βλέπει τον Γκιουλήν, όστις ήτο κεκηρυγμένος εχθρός του μπακλαβά και όλων των γλυκυσμάτων, εγχειρούντα γενναίως με την πλατείαν μάχαιράν του επί των νεφραμιών του ροδοκοκκινίζοντος ψητού. Τότε ο εκ των καλεσμένων, όχι μόνον δεν τον εμέμφθη, αλλ' αισθανθείς και αυτός την όρεξίν του να τον κεντά, έλαβε λάθρα μίαν από τας πολλάς φλάσκας, τας οποίας είχον εισφέρει πλήρεις οίνου οι καλεσμένοι, και κατελθών ηρέμα εις την αυλήν, την επρόσφερεν εις τον Γκιουλήν, όστις ερρόφησεν όχι μετρίαν δόσιν, και κόψας ευγνωμόνως μέγαν μεζέν τον αντιπροσέφερεν εις τον διακριτικόν άνθρωπον. Μετά δύο δε ή τρεις αμοιβαίας φιλοφρονήσεις η φλάσκα εμέσασεν.
Αλλ' έμελλον οπωσδήποτε να ψηθώσι τέλος τα δύο σφαχτά, ώφειλε και το πιλάφι να γείνη επί τέλους. Τότε ο Γκιουλής κατεβίβασεν από το πυρ το πελώριον ρακοκάζανον, μετετόπισε και τας δύο σούβλας. Και αφού ανεκάτωσεν, ανεκάτωσε το ορύζιον κ' έφαγε δύο ή τρεις κουταλιές διά να το δοκιμάση, ήρχισε να κενώνη εις πλατέα βαθουλά πινάκια το πιλάφι, να κόπτη δε εις μεγάλα τεμάχια τα δύο ψητά, εξακολουθών εν τω μεταξύ να διπλοδοκιμάζη την γεύσιν των. Αλλ' ήτο καιρός να μεταφερθώσι τέλος επάνω εις την οικίαν τα πλήρη πινάκια, και οι καλεσμένοι εστρώθησαν εις μακροτάτην σειράν κατά μήκος και πλάτος του μεγάλου θαλάμου, και έφαγον και ευφράνθησαν εις τιμήν των νεονύμφων.
Τότε αι διάφοροι φλάσκαι και φιάλαι ήρχισαν να κυκλοφορώσι κατά πολλάς διευθύνσεις ανά τας τάξεις των συμποσιαστών. Και ο μπάρμπα-Κωσταντής ο Ξέσουρος, θείος της νύμφης, κρατών διά της αριστεράς ακουμβημένην επί του γόνατος του μεγάλην χιλιάρικην και διά της δεξιάς μικρόν πενηντάρικον ποτήριον, εκέρνα τους καλεσμένους προσφέρων φιλοφρόνως έν ποτήριον εις τον πρώτον γείτονά του προς τα δεξιά, είτα πίνων μετριοφρόνως και αυτός έν, είτα κερνών έν τον πρώτον γείτονά του προς τα αριστερά, υποφέρων και αυτός έν, διά να διπλοχαιρετήση· είτα μεταβιβάζων έν ποτήριον εις τον δεύτερον προς τα δεξιά γείτονά του, ροφών και αυτός έν διά ν' αποδώση τον χαιρετισμόν, και ούτω καθεξής. Μεγίστη δε υπήρξεν η ευθυμία, και, το πάτωμα εκινδύνευσε να πέση από τον χορόν. Η χαρά εκείνη διήρκεσεν επί εβδομάδα. Τον γάμον αυτόν, έλεγεν η Αφέντρα, θα τον ενθυμείτο ακόμη διά πολύν καιρόν το χωρίον.
Από μιας ώρας ήδη είχε γείνει σκότος, και ο λύχνος νυστασμένα έφεγγε τον πενιχρόν θάλαμον τον χωρισμένον μέσα εις αυτό το κτίριον του μύλου, και η εστία έκαιε παρηγόρως εις την γωνίαν, και τα λάχανα, τα οποία η Αφέντρα είχε κόψει δροσερά μοναχή της, μετά κόπου εκλέξασα αυτά ανάμεσα εις την χιονισμένην κλιτύν του ρεύματος, μεταξύ βράχων και θάμνων, περικυκλούντων ολόγυρα τον πενιχρόν νερόμυλον, υπό τας γηραιάς πλατάνους, τα λάχανα είχαν βράσει.
Ο Αγάλλος εν τούτοις δεν ήρχετο και η Λενιώ εξηκολούθει ακόμη να διηγήται προς τον αδελφόν της το παραμύθι. Είχεν ήδη δεκάκις επαναλάβει τους πρώτους στίχους του τραγουδιού, τους συνοψίζοντας εις το στόμα της ωραίας του παραμυθιού την παράδοξον ιστορίαν της και ακόμη δεν τους είχε μάθει. Ευρίσκετο δε τώρα εις τους τελευταίους στίχους:
Γρηά μ' εξεπλάνεσε σ' βασιληά τα χέρια.
Κ' επεκαλείτο εις βοήθειαν την μητέρα της, ήτις συνεπλήρου το τραγούδι ως εξής :
σ' βασιληά τα χέρια . . . βασιληάς με τ' μάννα τ' κ' εγώ φλάω τα χηνάρια.
Και η Λενιώ πριν τους μάθη αυτή εφιλοτιμείτο να διδάξη εις τον Μανώλην τους στίχους, όστις τραυλίζων επανελάμβανε:
Σληά μ' εξεπλάνεσε σ' βασιληά τα χίδια.
Αίφνης ηκούσθη κρότος. Έκρουον έξωθεν την θύραν, εις την οποίαν είχε βάλει τον σύρτην έσωθεν η Αφέντρα, καθώς συνήθιζεν, όταν ήτο εις τον νερόμυλον μόνη με τα παιδάκια της. Η Αφέντρα με κίνημα χαράς εσηκώθη, έλαβε τον λύχνον, κατέβη τας τεσσάρας βαθμίδας της ξυλίνης κλίμακος, δι' ης ανήρχετο τις από το έδαφος του μύλου εις τον θάλαμον, κ' επήγε ν' ανοίξη την εξωτερικήν θύραν. Τα παιδία σκιρτώντα έτρεξαν κατόπιν της.
Πριν ανοίξη ακόμη την θύραν η Αφέντρα ηκούσθη έξωθεν γυναικεία φωνή απορηματική·
— Τι κλειστήκατε, θα-πω, μέσα; ακόμη δεν ενύκτωσε.
Δεν ήτο ο Αγάλλος. Η Αφέντρα εγνώρισε την φωνήν. Ήτο η μήτηρ της.
Η γραία εισήλθε κρατούσα καλάθιον υπό τον αγκώνα, κ' έχουσα την μαύρην φουστάναν της περασμένην υπό κάτω εις το χερούλι του καλαθιού, φορούσα μόνον επάνω της το κοντόν, παλαιόν, ξασπρισμένον φουστάνι της, μάλλινα τσοράπια τρύπια εις τους δακτύλους και τας πτέρνας, και ξυπόλητη. Τα παιδία ώρμησαν αμέσως εις το καλάθιον, κ' έψαξαν να εύρουν τι εκρύπτετο εντός αυτού, υπό την διπλωμένην φουστάναν, ελπίζοντα ότι θα τους είχε φέρει η μάμμη κάτι τι διά να τα φιλεύση από το χωρίον, αλλά δεν ηύραν ειμή μόνα τα παλαιά τσόκαρα της γραίας, το οποία αύτη έθετε πάντοτε εντός του καλαθιού, προτιμώσα να βαδίζη ξυπόλητη, διά να είνε ελεύθερα τα πόδια της και χάριν οικονομίας.
Η Αφέντρα ιδούσα την μητέρα της ελθούσαν αντί του συζύγου, υπέθεσεν ότι ο τελευταίος θα είχε μείνει εις την πολίχνην να διανυκτερεύση, όπως ενίοτε έκαμνε, και δεν επαραξενεύθη πολύ. Αλλ' άμα ανέβησαν εις τον θάλαμον, η γρηα-Συνοδιά ιδούσα ότι έλειπεν ο Αγάλλος ηρώτησε·
— Πού είνε ο άντρας σου;
Η Αφέντρα την εκύτταξεν εν απορία.
— Δεν τον άφηκες στο χωριό;
— Όχι· έφυγε μια ώρα μπροστήτερα από μένα.
— Για δω;
— Για δω·
— Και πώς δεν ήρθε;
— Πώς δεν ήρθε μαθές;
— Τι γείνηκε;
— Τι γείνηκε, σ' ερωτώ κ' εγώ!
Εναγώνιος ανησυχία εκυρίευσε τας δύο γυναίκας. Η Αφέντρα συνήψε τας χείρας εν απογνώσει.
— Τι να έπαθε τάχα;
— Πού είνε τος;
— Γιατί δεν ήρθατε μαζί, αφού ήσουν για νάρθης και συ; ήρχισε να παραπονήται η Αφέντρα.
— Δεν ήμουν σίγουρη· εγώ είχα δουλειαίς. Ή έρχομαι, ή δεν έρχομαι του είπα. Πήγαινε συ, του είπα, να μη νυχτώσης, κ' εγώ, όπως διω. Εγώ είμαι μαθημένη να περπατώ τη νύκτα στα ρέμματα.
Τω όντι, όλοι τους ήσαν συνειθισμένοι εις νυκτερινάς οδοιπορίας ανά τα όρη και τας κοιλάδας. Η δύο συμπεθέραις, η θεια-Συνοδιά, και η μάννα του Αγάλλου η μακαρίτισσα, είχαν δύο νερομύλους εις της Κεχρεάς το ρέμμα. Ο μύλος ο πατρικός του Αγάλλου είχε χαλάσει προ πολλού και ήτον έρημος τώρα. Αλλ' ο μύλος της Συνοδιάς χηρευσάσης τελευταίον από του ανδρός της ήτο εν ακμή εισέτι. Ο Αγάλλος, επειδή ήτο συνειθισμένος να έχη μύλον, απήτησε τον μύλον ως προίκα, και η θεια-Συνοδιά ηναγκάσθη να τον δώση. Και αι δύο οικογένειαι, από γονέων και προγόνων, είχαν ανατραφή εν μέρει εις την πολίχνην, όπου είχαν οικίσκους, εν μέρει εις της Κεχρεάς το ρέμμα, όπου είχαν τους μύλους των. Γυναίκες και άνδρες, παίδες και κοράσια, δεν εφοβούντο να περιπατώσι την νύκτα εις το δάσος.
Τους έλεγαν ολίγον «ελαφροΐσκιωτους», αλλ' αυτοί δεν εφοβούντο τα στοιχειά. Είνε αληθές ότι οι ίδιοι διηγούντο πολλάκις ότι έβλεπαν εξωτικά πράγματα, αλλ' ωμίλουν με φιλόφρονα γλώσσαν περί φαντασμάτων. Δεν τους κατέτρεχαν, δεν τους έκαμναν κακόν. Είχα φιλικάς σχέσεις μεταξύ των. Ο Αγάλλος διηγείτο πολλάκις ότι είχεν ιδεί νεράιδας με τα μάτια του, ότι του είχαν ομιλήσει, αλλ' αυτός εφυλάχθη καλώς να ταις δώση απάντησιν, γνωρίζων ότι είχαν την δύναμιν «να του πάρουν την μιλιά του». Μίαν φοράν πάλιν παρουσιασθείσα προς αυτόν, όταν ήτο παιδί, εις τον μύλον του πατρός του, η Μοίρα του, του είχε δώσει με την χείρα της έν φλωρίον. Το εβεβαίου, και είχε ακόμη το φλωρί και το εδείκνυε. Μη νομίση τις ότι ήτο απατεών, ότι δεν επίστευεν ο ίδιος ό,τι έλεγε. Τουναντίον. Το επίστευε με τα σωστά του.
Εμπρός όμως εις την θεια-Συνοδιά κανείς δεν ηδύνατο να παραβγή όσον αφορά τα εξωτικά πράγματα. Αυτή είχεν εκ γενετής φιλικωτάτας σχέσεις με της νεράιδες. Εγνώριζε τα στοιχειά, τους αράπηδες με την τσιμπούκα, της λάμιες και τους καλικαντζάρους, όπου έρχονται τώρα τα Χριστούγεννα. Το στοιχειό του σπιτιού ποτέ δεν κάμνει κακόν. Επιφαίνεται πότε ως ήμερον αρνάκι, πότε ως κλώσσα με τα πουλιά. Η νεράιδες αγαπούν να βγαίνουν την ημέραν εις τον ήλιον, όταν είνε ζέστη, καταμεσήμερα, και να χορεύουν.
Να μη γελασθής και ανοίξης το στόμα σου, να ταις ομιλήσης, γιατί θα σου πάρουν την φωνήν να μείνης βουβός. Ο αράπης με την τσιμπούκα του, η καντίνα με τον φερετζέ της, βγαίνουν την νύκτα εις τα ρέμματα και κάθονται κοντά εις της βρύσαις. Οι καλικάντζαροι αγαπούν να σκιάζουν τον κόσμον, να κρύπτωνται με τους καπνοδόχους και να παίζουν δυσάρεστα παιγνίδια. Κατά τα άλλα είνε ακίνδυνοι. Μόνον ο βρυκόλακας είνε κακό πράγμα. Θεός να φυλάη. Αλλά μόνον τη γενειά του κυνηγά.
Η θεια-Συνοδιά ήτο βεβαία ότι ο γαμβρός της δεν θα έπαθε τίποτε από τους καλικαντζάρους, οι οποίοι, μόλις θα ήσαν εις τον δρόμον τώρα, να έρχονται, διότι εξημέρωνε Χριστούγεννα. Άλλως ο Αγάλλος ήτο σαββατογεννημένος, και είνε γνωστόν ότι οι έχοντες το πλεονέκτημα τούτο δεν υπόκεινται εις εξωτικάς επηρείας. Αλλ' εν τούτοις δεν ηδύνατο να εννοήση διατί ο γαμβρός της εβράδυνε τόσον, αφού είχεν εκκινήσει από του χωρίου μίαν ώραν προ αυτής, αφού αυτή είχεν έλθει από τον ίδιον δρόμον τον συνήθη, δι' ου πάντοτε ήρχοντο.
— Από κει που αραδίζομε πάντα, παιδάκι μου, έλεγεν εις την κόρην της, τι θελά πάθη; Τ' ήταν αυτό;
— Μην ήτο πιωμένος κ' έπεσε πουθενά με τα χιόνια;
— Δεν εφαίνετο νάνε πολύ πιωμένος, παιδί μου· και πού βρεθήκανε τα χιόνια; Ο δρόμος ανοιχτός όλος πέρα-πέρα . . . . Ολίγο πατημένο χιόνι δω εκεί . . . . Καμπόσο χιόνι έχει μοναχά στα ψηλώματα. Και πού τα ίδετε σεις τα χιόνια; Να βλέπατε στον καιρό του παππού μου, που ήμουνα μικρό κορίτσι, δύο μπόια, τρία μπόια χιόνι . . . . Μας σφράγιζε μπροστά την πόρτα, ίσα με το ανώφλιο, δυο οργυιαίς. Όσο να ξεχιονίσουμε την πόρτα που παιδευόμαστε δύο ώραις με της τσάπες και με τα φτυάρια, η σκεπή που ήταν καταφορτωμένη απ' τα χιόνια έπεφτε κρακ, και μας πλάκωνε.
Τα δύο παιδία τα οποία είχαν χάσει την ευθυμίαν των, και ήσαν έτοιμα να κλαύσωσιν, ύψωσαν ακουσίως τους οφθαλμούς προς την οροφήν, την οποίαν είχε δείξει διηγουμένη και άμα χειρονομούσα η γραία.
— Μάννα! τι λέει η μαννού; έκραξε βάλλουσα τα κλάμματα η Λενιώ. Τον πατέρα τον επλάκωσε το χιόνι . . . . κ' εμάς θα πέση η σκεπή να μας πλακώση!
— Σιώπα! σιώπα! μην κλαις, παιδί μου, έκραξεν η Αφέντρα, έτσι το είπε, η μαννού . . . μη φοβάσαι, κι' ο πατέρας τώρα θαρθή να σου φέρη και κοφέτα . . .
— Σιώπα, Λενιώ μου! είπε και η γραία. Εγώ ήρθα ξαργούγια να σε σηκώσω ταχιά το πουρνό, να σε πάω στον ·Άι-Λια, να σε μεταλάβω, κορίτσι μου . . .
— Κ' εμένα, κ' εμένα! έκραξεν ο Μανώλης.
— Κ' εσένα, μικρέ μου . . .
— Θα έχη λειτουργιά αύριο στον Άι-Λια; ηρώτησε λησμονήσασα προς στιγμήν την ανησυχίαν της η Αφέντρα.
— Θα έχη . . . φτάνει πλεια, νισάφι, τόσον καιρό που μένετε αλιβάνιστοι . . . Ετοιμάσου, κυρά μου, να στολιστής ταχύ-ταχύ να πάμε . . . Ο άνδρας σου θα έστρεψε το δρόμο κ' επήγε σε κανένα καλύβι να βρη κανένα φίλο του . . . ίσως πήγε να ψωνίση τίποτε ξερή μυζήθρα και πρωτογαλιά φρέσκη για αύριο . . . Ησυχάσατε . . . Κι' όπου είνε, θα φτάση.
Τωόντι η γραία, αντί να μείνη εις το χωρίον να κάμη Χριστούγεννα, μαθούσα ότι ο παππα-Κωσταντής ο Μπρικόλας έμελλε ν' ανέλθη το πρωί, κατά πρόσκλησιν ποιμένων και γεωργών τινων, εις το βουνόν να λειτουργήση το εξωκκλήσιον του Προφήτου Ηλία, επροτίμησε να υπάγη εις της Κεχρεάς το ρέμμα, να πειθαναγκάση την κόρην της και τα εγγονάκια της να σηκωθώσι το πρωί ν' ανέλθωσιν εις το εξωκκλήσιον, το οποίον ευρίσκετο εις το ήμισυ του δρόμου, επί οροπεδίου γείτονος της κορυφής του βουνού, μίαν ώραν από το χωρίον και μίαν ώραν από την Κεχρεάν, διά να λειτουργηθούν και μεταλάβουν, διά να τους ανθρωπέψη ολίγον, έλεγε, καθόσον έμενον επί μήνας αλειτούργητοι κάτω εις το βαθύ ρέμμα.
Εις τον ναΐσκον της Κεχρεάς, παλαιόν διαλυμένον μονύδριον, προσηρτημένον ως μετόχιον εις το κοινόβιον του Ευαγγελισμού, σπανίως ήρχετο ιερεύς να λειτουργήση, και, εάν ήρχετο, οι εντός του ρεύματος διαιτώμενοι και ως ποταμαία καβούρια στραβοπατούντες, ο Αγάλλος, η Αφέντρα, και τα δύο τέκνα των, δυσκόλως θα έπαιρναν είδησιν ν' ανέλθωσι διά ν' ακούσωσι την λειτουργίαν. Αφ' ότου ο Αγάλλος είχε πωλήσει την πατρικήν εν τη πολίχνη οικίαν του, και κατώκει έκτοτε διαρκώς εις τον νερόμυλον, άπαξ μόνον του έτους ελειτουργούντο, και τούτο κατά την 23 Αυγούστου, ότε ο ναΐσκος της Κεχρεάς εώρταζε τα εννηάμερα, ήτοι την μετάστασιν της Θεοτόκου.
Η γρηά-Συνοδιά έβαλε τέλος τας χείρας εις τους κόλπους της κ' εξήγαγεν αυτήν πλήρη αμυγδάλων και λεπτοκαρύων, τα οποία εμοίρασεν εις τα δύο παιδία. Εξεδίπλωσε και την μαύρην καινουργή φουστάναν της, και εντός αυτής ευρέθη παραδόξως προσόψιον φέρον τυλιγμένον μικρόν ευώδες χριστόψωμον, το οποίον επρόσφερεν εις την κόρην της ειπούσα·
— Καλή χρονιά.
Η Αφέντρα εκένωσεν εις έν πινάκιον μέρος των λαχάνων κ' έβαλε τα δύο παιδία να φάγωσι, βεβαία ούσα ότι, άμα έτρωγον, θα εκοιμώντο αμέσως, και «διά να λείψη ο μπελάς τους και διά να ξυπνήσουν πρωί».
Ο Μανώλης πρώτος, αφού έφαγε πρότερον τα αμύγδαλα, τα οποία του είχε δώσει η μάμμη του, και ύστερον εμάσσησε και δύο περονιαίς χόρτα, έκλεισε τα όμματα και απεκοιμήθη καθήμενος. Η μήτηρ του τον κατέκλινε δίπλα εις την παραστιάν, επί μαλλίνου κυλιμίου, τον εσκέπασε με μίαν άκραν της βελέντζας, εσταύρωσε τρις το προσκέφαλόν του και τον άφησε να κοιμηθή.
Η Λενιώ δεν ηθέλησε να πλαγιάση, λέγουσα ότι ήθελε να περιμείνη τον πατέρα της, όστις είχε τάξει να της φέρη ένα ώμορφο στολίδι από το χωρίον. Αλλ' η γραία-Συνοδιά την έλαβεν εις τα γόνατά της, την εσκέπασε με το παληό φουστάνι της, και την εζέστανε, και την εχάδευσε τόσον, ώστε την έκαμε να νυστάξη.
Εντός ολίγου απεκοιμήθη, και η μήτηρ της, λαβούσα αυτήν από τα γόνατα της γραίας, λικνίζουσα άμα αυτήν διά των χειρών και διά τινος μονοσυλλάβου «κι-κι», την επλάγιασε δίπλα εις τον Μανώλην.
Ως τόσον ο Αγάλλος δεν εφάνη, και αι δύο γυναίκες, των οποίων η ανησυχία ηύξησε καθόσον προυχώρει η νυξ, απαλλαγείσαι ήδη της ενοχλήσεως των δύο παιδιών, έστησαν συμβούλιον περί του πρακτέου. Η γραία είπεν ότι αν, Θεός να φυλάη, ο γαμβρός της είχε πέσει πουθενά εις τον δρόμον, αυτή θα τον έβλεπε, διότι είχεν έλθει από τον ίδιον, τον συνήθη δρόμον. Μόνον όταν έφθασεν εις την Κεχρεάν, ηναγκάσθη να ομολογήση, ολίγον αργά, δεν είχε περάσει πλησίον από το μοναστηράκι της Παναγίας.
— Γιατί; ηρώτησεν η κόρη της.
— Πήγα χαμ' λά, απ' τον Ιληώνα.
Βορειότερον ολίγον του μονυδρίου της Παναγίας της Κεχρεάς ευρίσκετο είς ελαιών της. Αυτή, πριν φθάση εις την Παναγίαν, είχε στρέψει κ' επήγε να ιδή τον ελαιώνα, αν και είχε νυχτώσει ήδη. Εφοβείτο μήπως η προ πέντε ημερών πεσούσα χιών είχε σπάσει τίποτε κλωνάρια από τα ελαιόδενδρα, κ' επήγεν ως εκεί διά να ίδη και βεβαιωθή, ας ήτο και νυξ φθάσασα εκεί, εβεβαιώθη ότι δεν είχε γείνει ζημία τις από την χιόνα, και μείνασα ευχαριστημένη, εγύρισεν εις τον δρόμον της χαμηλότερα διά του ρεύματος, κ' έφθασεν εις τον μύλον, χωρίς να περάση από την Παναγίαν την Κεχρεάν.
— Τότε να πηγαίναμε ως εκεί να βλέπαμε, είπε δειλώς η Αφέντρα, ήτις προς τον σκοπόν τούτον, ως φαίνεται, έσπευδε να αποκοιμήση τα δύο παιδία.
— Δεν είνε φρόνιμο ναρθής εσύ, είπεν η Συνοδιά. Σα ξυπνήσουν τα παιδιά, και ιδούν πως είνε μοναχά τους, θα κτυπηθούν, θα ζουρλαθούν από το φόβο τους.
— Πώς να κάμουμε; είπεν η Αφέντρα.
— Να πάω εγώ μοναχή μου, να ιδώ, μην έπεσε πουθενά. ….. Μπορεί να μπήκε μες την Παναγιά να κάμη το σταυρό του.
— Πώς να πας μοναχή σου, πάλι;
— Θα πάρω και το λαδικό ν' ανάψω τα κανδήλια της Παναγίας . . . Κεράκια έφερα απ' το χωριό . . . Μη φοβάσαι!
— Και τι να έγεινε αυτός ο άνθρωπος! θα τρελλαθώ! θα ψηλώση ο νους μου! έκραξεν η Αφέντρα, τείνουσα, να εξάψη ακόμη, ως κάμνουν αι γυναίκες, δι' αυθαιρέτου αλλ' ασυνειδήτου ενεργείας, τα εξημμένα νεύρα της.
Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη φωνή οξεία τραγουδιστού άδοντος:
Τζιμ, τζιμ, τζιμ, τζιμ, παγώνα μου! έλα κοντά στο γόνα μου . . .
— Α! να ο Παγώνας είνε, είπεν η γρηά-Συνοδιά. Στάσου να τον φωνάξουμε.
Και χωρίς να περιμένη την συγκατάθεση της θυγατρός της, η θεια-Συνοδιά κατέβη εις το ισόγειον, ήνοιξε την εξώθυραν του μύλου, και ήρχισε να κράζη δυνατά·
— Παγώνα! ε! Παγώνα!
Ο τραγουδιστής διήρχετο επί όνου καθήμενος, απέναντι του μύλου, επί της ετέρας κατωφερείας του ρεύματος, κατερχόμενος. μονοπάτι φέρον από του δάσους Αραδιά εις τον αιγιαλόν της Κεχρεάς.
Δεν εφαίνετο εις το σκότος ανάμεσα εις τα δένδρα. Αλλ' ηκούετο το βήμα του όνου, η βέργα η πλήττουσα τα νώτα αυτού και το κέλευσμα του αναβάτου «α! ντε, ντε! όξου», το οποίον ούτος απηύθυνε προς το υποζύγιον οσάκις διέκοπτε το προσφιλές άσμα, εις το οποίον ώφειλε και το παρατσούκλι, δι' ου τον είχε καλέσει η θεια-Συνοδιά.
Ήτο παραγυιός γεωργοκτηματίου τινός κατοικούντος εις την πόλιν, κ' έβοσκε τα βώδια του κυρίου του κάτω εις την Αγίαν Ελένην, όπου ούτος είχεν εκτεταμένους αγρούς με μικράν έπαυλιν, κ' επέστρεφεν αργά εις την έπαυλιν, όπως όχι σπανίως του συνέβαινε.
— Παγώνα! ε! Παγώνα!
— Τι θέλεις, θεια-Συνοδιά; απήντησεν ο νεαρός αγρότης γνωρίζων την φωνήν της.
— Έρχεσαι τα-ίσα απ' το χωριό, ή όχι;
— Έρχομαι, απ' το χωριό, απ' τον ·Άι-Γιαννάκη, απ' του Συνοδάρη, απ' τη βρωμόβρυσι, απ' τα Φιλιππέικα, απ' της Μαμούς το ρέμμα, απ' της βίγλαις, απ' του Σαμέλου, απ' το Πετράλωνο . . .
— Όλα αυτά τα μέρη τα έχεις γυρίσει, Παγώνα;
— Όλα, κι' άλλα ακόμα . . .
— Μην είδες πουθενά τον γαμπρό μου τον Αγάλλο;
— Το γαμπρό σου τον Αγάλλο; . . . Πώς! δεν ήρθε; .. Θα ηύρε πουθενά τη μοίρα του πάλι . . . Ίσως να τον ωνείρεψε να πάη πουθενά ναυρή τίποτα γρόσια, και του είπε να πάη νύχτα, για να μη τον ιδή κανείς . . . Ή τίποτα στοιχειά θα ηύρε στο δρόμο κ' έπιασε κουβέντα μαζί τους, κ' εξέχασε . . .
— Άφτε τώρα τα χωρατά, γιατί μας έπιασε μεγάλος φόβος, καϋμένε . . . . Μην τώχεις μικρό πράμμα . . . . Ποιος ξέρει αν έπαθε και τίποτα. . . . Μου κάνεις τη χάρι, Παγώνα μου, να πάμε μαζί ως απάνου, στην Παναϊά, να ιδούμε, μην είνε πουθενά;
— Πάμε, τι θα χάσουμε; είπε πρόθυμος ο νέος.
Και διευθύνας το υποζύγιόν του προς την κοίτην του ρεύματος, έφθασεν εις μέρος όπου είξευρεν ότι το ρεύμα εστένευε μέχρι δύο σπιθαμών πλάτους, εβίασε τον όνον του, όστις εκοντοστάθη και δεν ηθέλησε να πατήση εις τον νερόν, να υπερβή το ρεύμα, και έφθασεν έμπροσθεν του μύλου.
Η Αφέντρα, πεισθείσα να μείνη αυτή μετά των τέκνων της εις τον μύλον, ήναψε μικρόν φανάριον, και έβαλεν εις καλάθιον το ληκύθιον του ελαίου και τρία κηρία. Η θεια-Συνοδιά εφόρεσε την φοράν ταύτην την μαύρην φουστάναν της, έβαλε και τα τσόκαρα εις τους πόδας, και λαβούσα το καλάθιον και το φανάρι, ηκολούθησε τον Παγώναν, όστις επέζευσεν, έδεσε τον όνον του εις την ρίζαν δένδρου κ' εξεκίνησε πεζός.
Ο Παγώνας προεπορεύετο σιωπών, διότι ιδών την αγωνίαν της ανησυχούσης περί του συζύγου γυναικός, είχεν αισθανθή στενοχωρίαν τινά ομοίαν με σέβας, και είχε παύσει αυθορμήτως το εύθυμον άσμα του.
Η θεια-Συνοδιά τον ηκολούθει αργοπατούσα επί του υγρού στενού δρομίσκου, όπου προ μικρού είχε πατηθή και σκληρυνθή η χιών, κατελθούσα εις λεπτόν στρώμα, και μέχρι του χθαμαλού κοιλώματος, του δρομικού και γείτονος της θαλάσσης. Εκύτταξε δι' αυθορμήτου κινήματος δεξιά και αριστερά, μέσα εις τα κλαδιά τα διαχαράσσοντα κατά μήκος εν πρασίνω δροσερώ πλαισίω τον ανωφερή δρομίσκον, μετ' εμφύτου τρόμου, φοβουμένη μη ίδη έξαφνα εξηπλωμένον ανάμεσα εις ένα σχοίνον και μίαν κομαριάν το σώμα του γαμβρού της. Διότι ανησύχει πολύ, και δεν είξευρε τι είχε γείνει, ο προκομμένος. Ενίοτε από υψηλόν τινα θάμνον κατέπιπτε μετά τριγμού και κρότου, αποσπωμένη από τα κλαδία, τολύπη τις χιόνος, θωπεύουσα δροσιστικώς τους οφθαλμούς και τα μέτωπα των δύο νυκτοβατών. Αριστερόθεν κατήρχετο διά μέσου των κλάδων και των θάμνων τελευταία τις ασθενής ριπή του Βορρά, επισκεπτομένη εις τα χθαμαλώτερα εκείνα μέρη την παρθενικήν αδελφήν της, την χιόνα, σκληρύνουσα αυτήν επί των κλώνων των δένδρων, περί ους είχε περιχυθή καταστρώσασα μεγαλοπρεπώς τους πολυκλάδους και απειροποικίλους σχηματισμούς των. Ουχί άνευ λόγου ωνομάσθη Πρωτεύς το πρόσωπον εκείνο της αρχαίας μυθολογίας. Αλληγορικώς ηθέλησε να δείξη ο πλαστικός νους του εκλεκτοτάτου πάντων των λαών ότι έν πρωτογενές φύτρον εμφυσηθέν υπό του Δημιουργού εις την πλάσιν δι' απείρων συνδυασμών, διαιωνιζόμενον έμελλε να παράγη τόσον άπειρον ποικιλίαν τύπων και μορφών κατά άτομα, ώστε ούτε φύλλον να μην ομοιάζη απαραλλάκτως με φύλλον, κατά την αληθεστάτην παροιμίαν.
Δεξιόθεν, από την άλλην πλευράν του ρεύματος, ήρχιζε το δάσος του Αραδιά εκ χιλιετών δρυών, να σχηματίζεται και ν' ανέρπη ολονέν ανά το βουνόν, το κορυφούμενον υψηλά άνω, εις τον άγιον Κωνσταντίνον, και το βουνόν ήτο ορθόν, απότομον, κ' εφαίνετο ως πελώριος τοίχος καλυπτόμενος υπό κισσού. Και η χιών έστιλβε τήδε κακείσε ανάμεσα εις την επιφάνειαν του σκοτεινού δρυμώνος, λευκόν μυστήριον, σιωπηλόν, εν τη γλώσση των άστρων ανταποκρινόμενον, επάνω με την πούλιαν, με τον πολικόν αστέρα, με την Άρκτον και με τον Γαλαξίαν. Και διά της ριπής του Βορρά, όστις εφύσα εις τα φύλλα των παναρχαίων δένδρων, ο δρυμός, μεγαλοπρεπής, στοιχειωμένος, ασινής, ανάλωτος από εμπρησμόν, ως λέγουσι, βλάπτων τον υλοτόμον όστις θα ετόλμα να υψώση εναντίον του πέλεκυν ασεβή, διηγείτο εις γλώσσαν ακατάληπτον εις πάντας πόσους καιρούς και χρόνους είχε ζήσει, και πόσας γενεάς ανθρώπων είχεν ιδεί διαμαχομένας αλλήλας, χωρίς οι μεταγενέστεροι να διδάσκωνται εκ της πείρας των προγενεστέρων και γίνωνται λογικώτεροι. Και η φριξ του δρυμού, ριγηλή, παγερά, θρηνώδης, θροούσα διά δένδρων και κρημνών, έφθανεν αντικρύ εις την άλλην ημερωτέραν πλευράν, και μετέδιδε το ρίγος της εις τους ώμους και την ράχιν των δύο νυκτερινών οδοιπόρων.
Είχαν φθάσει ήδη εις το πρώτον ύψωμα, οπόθεν ήρχιζαν να εκτείνονται αριστερά των ελαιώνες. Αίφνης ο Παγώνας, ίσως διότι ησθάνετο κρύος και ήθελε να ζεσταθή, ίσως και διά να παρηγορήση κάπως την θεια-Συνοδιά, την οποίαν έβλεπε λυπημένην και ανησυχούσαν διά τον γαμβρόν της, ήρχισε πάλιν να τραγουδή τον προσφιλές άσμα του:
Τζιμ, τζιμ, τζιμ, τζιμ, παγώνα μου! έλα κοντά στο γόνα μου . . .
Η θεια-Συνοδιά ήτις έμεινεν επί τινας στιγμάς κυττάζουσα προς το ανατολικόν μέρος, τον διέκοψεν αποτόμως·
— Για ιδές, του λέγει, τ' είν' εκεί;
Του έδειχνε τον θόλον του ναΐσκου της Παναγίας της Κεχρεάς, όστις υπερείχε των τοίχων του ναού και του μονυδρίου, και είχεν αρχίσει να φαίνεται ήδη όπισθεν των δένδρων, τη βοηθεία λάμψεως τίνος επιφανείσης αίφνης. Όπισθεν του δυτικού τοίχου του μονυδρίου, όστις ήτο χθαμαλώτερος, απλούς και άνευ κελλίων, σπινθήρες τίνες ανήρχοντο εις τον ουρανόν φωτίζοντες τον θόλον και το δυτικόν της οροφής του ναΐσκου, ως να ήτο πυρά τις αναμμένη εντός του περιβόλου.
Η θεια-Συνοδιά έκαμε τον σταυρόν της κ' εστέναξε·
— Παναΐτσα μου!
— Τι να είνε τάχα; είπεν ο Παγώνας, αναγκασθείς να διακόψη και δευτέραν φοράν το άσμα του.
— Δεν απέρασες από την Παναΐά, πρωτήτερα, που ηρχόσουν κάτω;
— Όχι!
— Ούτ' εγώ. Πάμε να ιδούμε;
— Πάμε!
Η Αφέντρα επερίμενεν εις τον νερόμυλον, ζαρωμένη παρά την εστίαν πλησίον των παιδίων της κοιμωμένων. Δεν ηκούοντο πλέον ούτε παραμύθια, ούτε τραγούδια εις τον σιωπηλόν μύλον, δεν ήτο η παρουσία της μητρός της, ήτις την παρηγόρει διά του ευθύμου και θαλερού γήρατός της, και αυταί αι αναμνήσεις του γάμου της, ανακληθείσαι προς στιγμήν, έφυγαν, μη θέλουσαι να επιφοιτώσιν εις θλιμμένον πνεύμα και εις μελαγχολικόν οικίσκον. Μόνος ήχος ηκούετο και μόνη συντροφιά της ήτο η αναπνοή των κοιμωμένων παιδίων και ο ροίβδος του πυρός ον ανέδιδον κάποτε οι καίοντες δαυλοί, και το όμμα της έμενε προσηλωμένον ακουσίως εις το κανδήλιον, το καίον εμπρός εις την εικόνα το Τριμόρφι, ην είχε λάβει προίκα, φέρουσαν εν τω μέσω τον Χριστόν, όρθιον, ολόσωμον, ευλογούντα διά της δεξιάς και τόμον εν τη αριστερά κατέχοντα, μετά του πράου βλέμματος, της ωραίας κάλλει μορφής, του σχιστού ξανθού γενείου, με το ιμάτιον κυανούν και ερυθρόν τον άρραφον χιτώνα· δεξιόθεν του Χριστού την υπεραγίαν Θεοτόκον, αριστερόθεν τον τίμιον Πρόδρομον, αμφοτέρους πλαγιόθεν, κύπτοντας μ' εσταυρωμένας τας χείρας παραπλεύρως του Κυρίου.
Και δίπλα εις το Τριμόρφι εκρέμαντο από καρφίον συνημμένα, εις τεμάχιον λευκού πέπλου τυλιγμένα, τα δύο στέφανα, τα στέφανα του γάμου. Α! ήρχοντο, ναι, ακόμα αι αναμνήσεις του γάμου, αλλ' ήρχοντο απαίσιαι, και κατ' άλλην όψιν. Διότι η μήτηρ της όχι ολίγας φοράς της είχεν είπει έκτοτε, ότι εφοβείτο πολύ τα μάγια, τα οποία ήτο πιθανόν να της κάμη η άλλη, η αντίζηλος, η παραγκωνισθείσα κόρη και αδικηθείσα ορφανή. Τα στοιχειά δεν τα εφοβείτο τόσον, και ας την έλεγαν ελαφροΐσκιωτην, ή μάλλον δι' αυτό την ωνόμαζον ούτω, διότι, όσα και αν έβλεπε, δεν είχε φόβον. Αλλά ως προς τα μάγια όμως, το πράγμα διαφέρει. Κατ' αρχάς εφοβείτο, μη η άλλη «της ρίξη τα κορίτσια», σκοπός όστις κατορθούται διά τινων επωδών μελετωμένων όταν αναγινώσκωνται αι ευχαί του αρραβώνος αμέσως προ της κυρίως τελετής του γάμου. Ο φόβος της επετάθη κατ' αρχάς, όταν η θυγάτηρ της έτεκε θήλυ εις την πρώτην γένναν της, αλλ' εμετριάσθη όταν έκαμεν άρρεν εις την δευτέραν. Τα μάγια δεν έπιασαν, είπεν. Ακολούθως βλέπουσα ότι ο γαμβρός της, ο προκομμένος, δεν επήγαινε καλά εις τας υποθέσεις του, ότι είχεν αναγκασθή να πωλήση την πατρικήν οικίαν και να γείνη αγρομερινός, απεφάνθη·
— Δεν θα κάμης προκοπή, θυγατέρα.
Επόμενον ήτο. Δεν είνε μικρόν πράγμα αυτό, να πάρης την τύχην της ορφανής, για να παντρευτής του λόγου σου. Αλλά πώς να κάμουμε πάλι; Πώς να ζήση κανείς; Ζωή είνε αυτό, πόλεμος είνε. Το να φθάση τις εις την τελειότητα, να προτιμά άλλον από τον εαυτόν του . . . είνε ως να αποφασίση να μη ζήση εις τον κόσμον αυτόν. Ψηλώνει ο νους του άνθρωπου να το συλλογίζεται. Του έρχεται να πάρη τα όρη — τα βουνά.
Αλλά μη αυτό ήτο τάχα το μεγαλείτερον κακόν, το οποίον εξ ανάγκης συμβαίνον κάποτε, επέφερεν αδιάλλακτον έχθραν μεταξύ δύο οικογενειών; Υπήρχον και άλλα χειρότερα. Μικρόν χωρίον, μεγάλη κακία. Το μίσος εμαίνετο, και μαινόμενον εβασίλευεν, εν μέσω οικογενειών και ατόμων. Εκυκλοφόρει εις όλος τας αρτηρίας, εις όλας τας φλέβας της μικράς κοινωνίας. Ο άγιος νόμος του Χριστού κατεπατείτο, απεδίδετο πάντοτε κακόν αντί κακού, πολλάκις κακόν αντί αγαθού, ουδέποτε αγαθόν αντί κακού. Ανυπέρβλητος φραγμός εχώριζε τα δύο κόμματα, τας δύο φατρίας. Έλεγες ότι συνέζων διά να μισώνται, ότι η τύχη τους έβαλε συγκατοίκους της αυτής πόλεως διά να τρώγονται. Ο εκάστοτε ισχυρός της ημέρας, δήμαρχος ή βουλευτής ή όπως εκαλείτο, εφήρμοζε κατά πλάτος το δημώδες αξίωμα: «Τώνα παιδί, καλό παιδί· τάλλο δεν είχε μάννα». Ήτο προστάτης της οικογενείας, των οικείων, των φίλων, του κόμματος, όχι προστάτης της πόλεως. Κατόπιν της κυρίας ταύτης διαιρέσεως, ήρχοντο άλλαι μυρίαι υποδιαιρέσεις. Η μία συνοικία εκήρυττε πόλεμον κατά της άλλης συνοικίας. Πάσα οικογένεια πόλεμον κατά της άλλης οικογενείας. Παν άτομον πόλεμον κατά του άλλου ατόμου. Ο γείτων δεν έλεγε μίαν καλημέραν, που είνε του Θεού, εις τον γείτονα. Έκαστος έχαιρε να βλέπη τον άλλον δυστυχούντα. Προκείμενοι περί κληρονομίας τινός, οι συγγενείς κληρονόμοι ετρώγωντο τις ν' αρπάση τα πλείονα. Θα ηφανίζοντο μάλλον εις τα δικαστήρια, θα επωλούντο σκλάβοι εις την Βαρβαρίαν, παρά να ίδωσι τον συγγενή να έχη περισσότερα απ' αυτούς. Δι' έν στρέμμα αγρού ήσαν ικανοί να φαγωθώσι μεταξύ των, ν' αφανισθώσιν εις «προσωρινά μέτρα» εις «διεξαγωγάς», εις «εφέσεις» και κόντρα-εφέσεις. Εάν κακότυχόν τι ελαιόδενδρον συνέβαινε να κλίνη τον ένα κλώνα προς τον παρακείμενον αγρόν, ο γείτων διά νυκτός έτρεχε με την τσάπαν του να περισκάψη το σύνορον, να μεταθέση την «αποσκαφήν». Την επαύριον το ελαιόδενδρον έκπληκτον εξημερώνετο εις τον ελαιώνα του γείτονος. Είχεν αλλάξει κύριον την νύκτα.
Μάχαι ολόκληροι συνεκροτούντο δι' έν θήλιασμα ελαιώνος, διά τρία κλήματα αμπέλου, δι' ήμισυ «πινάκι» σιτοφόρου αγρού. Και αι ελαίαι από επτά ετών είχον παύσει να καρποφορώσιν, ως να απηξίουν να λιπάνωσι διά του καρπού των τας κεφάλας των αμαρτωλών και τα κλίματα προώρως ωχραινόμενα δεν παρείχον ωρίμους τους οινωπούς βότρυς, αρνούμενα να ευφράνωσι διά του αμβροσίου χυμού των τας καρδίας αναξίων ανθρώπων, και ο ξανθός στάχυς της γης έκυπτε προώρως την μαραινομένην κεφαλήν προς την μητέρα του, ζητών να επιστρέψη ταχέως εις τα στέρνα αυτής, μη θέλων να θρέψη κοιλίας ασεβών ανθρώπων.
Τοιούτους πολέμους διεξήγον προς αλλήλους οι άνδρες και τοιαύτα λάφυρα απεκόμιζον. Αλλά μη αι γυναίκες ήσαν ολιγώτερον μάχιμοι;
Η μήτηρ δεν ήθελε το καλόν της κόρης, η πενθερά εμίσει ολοψύχως την νύμφην. Η νύμφη δεν έλεγε καλημέρα εις την ανδραδέλφην.
Δι' ένα απρόσεκτον λόγον, διά μίαν ελαφράν κακολογίαν, την οποίαν ευρίσκοντο πρόθυμοι οχετοί όπως μεταβιβάζωσι μεγαλοποιημένην συνήθως εις το ενδιαφερόμενον πρόσωπον, ήσαν ικαναί να μην ομιληθούν ισοβίως. «Ούτε τα κόκκαλά μας να μη σμίξουν», ήτο η πολεμική κραυγή εις τας τάξεις των γυναικών. Η θεια-Συνοδιά είχεν ιδεί μίαν νύκτα τρομακτικόν όνειρον, το οποίον θα ήτο σωστή οπτασία, αν δεν το είχεν από πριν εις το νουν της. Απεκοιμήθη μίαν εσπέραν ελαφρά, υποψιθυρίζουσα καθ' εαυτήν την λέξιν ταύτην, την οποίαν της είχεν εκσφενδονίσει την ιδίαν ημέραν μία συγγενής εχθρά της: «Ούτε τα κόκκαλά μας να μη σμίξουν!» Απεκοιμήθη και ενθυμείτο το κοιμητήρι, το οστεοφυλάκιον του παλαιού νεκροταφείου της μικράς πόλεως, πλησίον του οποίου συχνά επερνούσεν επιστρέφουσα την εσπέραν από τον αγρόν της, και όπου έβλεπε τα λευκά ή κιτρινωπά κόκκαλα των νεκρών, όλα φύρδην μίγδην, όλα ομού κείμενα, χωρίς να δύναται οφθαλμός να διακρίνη τίνα ήσαν το οστά των υπαρξάντων πάλαι ποτέ φίλων και τίνα τα των εχθρών. Εκεί, ενώ ελαγοκοιμάτο μόλις, της εφάνη ότι διήρχετο έξωθεν του κοιμητηρίου, και ακούει φοβερόν κρότον συρράξεως σκληρών σωμάτων. Ύψωσε τους οφθαλμούς και βλέπει τα κόκκαλα των νεκρών ορθά, σηκωμένα επάνω, κινούμενα, τα βλέπει να συνταράσσονται και να κτυπώνται αμοιβαίως. Η ωλένη εκτύπα την ωλένην, ο βραχίων τον βραχίονα, η περόνη την περόνην, η πλευρά την πλευράν, ο σπόνδυλος τον σπόνδυλον. Δύο κρανία γυμνά, τα οποία ευρέθησαν εκεί ως παραπεταμένα, ίσως διότι δεν ηξιώθησαν εντίμου ανακομιδής και τριτοετούς μνημοσύνου, κατεσυνετρίβησαν από την χάλαζαν των πληγών, όσας υπέστησαν από τας εξαγριωθείσας κνήμας. Η θεια-Συνοδιά, βλέπουσα το παράδοξον θέαμα, εδοκίμαζε να κάμη τον σταυρόν της κ' εψιθύριζε: Κύριε ελέησον! Και πώς να μη παραξενευθή, ας ήτο και καθ' ύπνον; Φαντασθήτε να βλέπη τις τα κόκκαλα των νεκρών εις το κοιμητήρι να ζωντανεύουν, να ορθούνται, να κτυπώνται μεταξύ των και να κάμνωσι τοιούτον φοβερόν θόρυβον! (1) Τέλος, ενώ έμενεν έντρομος βλέπουσα και διαπορούσα τάχα τι θα απογείνη, ακούει δυνατόν ροίβδον και πάταγον έτι μεγαλείτερον, και βλέπει τον ένα τοίχον του κοιμητηρίου, τον βορεινόν, όστις ήτο υψηλότερος των άλλων, να καταρρεύση έξαφνα διά μιας προς τα έσω, να πλακώση όλα τα κόκκαλα και να τα κάμη σύντριμμα. Η θεια-Συνοδιά εσκέφθη χαιρεκάκως: «Καλά να τα κάμη», κ' εξύπνησεν.
Ήθελε να είπη το δράμα τούτο, το οποίον προ ολίγων ημερών μόνον είδεν, εις τον πνευματικόν, και δεν ηυκαίρησε την παραμονήν των Χριστουγέννων να υπάγη. Ήλπιζεν ότι θα είχε καιρόν το πρωί, εις τον Άγιον Ηλίαν, όπου εμελέτα να μεταβή, όπως εξομολογηθή κ' ελαφρύνη την συνείδησίν της. Αλλ' ελθούσα εις τον μύλον βλέπει ότι ο γαμβρός της ήτο απών, και δεν ηδύνατο να εννοήση πόθεν η παράδοξος αργοπορία του. Τώρα είχεν αφήσει την κόρην της περιμένουσαν μετά των κοιμωμένων τεκνίων εις τον μύλον, και αυτή μετά του Παγώνα, τον οποίον ευμενής πρόνοια είχε στείλει βοηθόν, «αρμένιζε» διά νυκτός, καίτοι κατά ξηράν, άνω του ρεύματος, προς την Παναγίαν. Και η Αφέντρα, κ' εκείνη, εμβλέπουσα εν τη μοναξία μέσα της, καθημένη απέναντι εις το ωραίον εικόνισμα, το Τριμόρφι, ησθάνετο την ανάγκην ν' ανακουφίση την συνείδησίν της. Προ του γάμου είχε τείνει το ους εις ανοήτους εισηγήσεις γυναίων τινών περί μαγείας και περί ποτίσματος γαμβρού, και διά μίαν στιγμήν είχεν ελπίσει διά φαρμάκων και φίλτρων ν' αποστρέψη την καρδίαν του μνηστήρος της από της ορφανής, της αντιζήλου, και να την ελκύση προς το μέρος της. Και από επτά ετών, εκατοντάκις είχεν αποφασίσει και ουδέ άπαξ έσχε την γενναιότητα να εξομολογηθή την αμαρτίαν ταύτην.
Ήτο ήδη μεσονύκτιον, νυξ βαθεία, και η Αφέντρα, από την βαθείαν εκείνην σιγήν, από τους αμυδρούς εκείνους κρότους, τους τόσον λεπτούς, ώστε αδυνατεί τις να εννοήση αν είνε της ακοής ή της φαντασίας, από το αόριστον εκείνο και μυστηριώδες και ανεξήγητον θέλγητρον, χωρίς επί στιγμήν να νυστάξη, ησθάνετο ότι είνε παράωρα. Νυξ μακρά του Δεκεμβρίου, χρόνος η νύκτα. Αίφνης ακούει το πρώτον λάλημα του αλέκτορος. Ο πετεινός, όστις με επτά όρνιθας εκοιτάζετο εις μικρόν διάφραγμα όπισθεν της μυλόπετρας και της χοάνης του αλεύρου, ως πασάς εις το χαρέμι του, είχεν αισθανθή την ώραν και εξέβαλε την συνήθη κραυγήν του. Η Αφέντρα, ήτις είχεν αρχίσει ν' αποναρκούται ήδη, χωρίς να κατακλιθή, αποτόμως εξύπνησε.
— Λαλεί τορνίθι, εψιθύρισε· πέρασαν το μεσάνυχτα . . . Κ' η μάννα μου τι να έγεινε;
Ουδέν καλόν εσήμαινεν η αργοπορία αύτη της μητρός της. Και όμως παραδόξως η ελπίς την εθέρμαινε, και ήτο βεβαία ότι ουδέν κακόν είχε συμβή.
Ηγέρθη και συνεδαύλισε το πυρ. Έλαβε τον λύχνον, κατέβη εις το ισόγειον, και επήρε ξηρά ξύλα, ναι επανελθούσα τα έρριψεν εις την εστίαν. Είτα εκεί με τρις τον σταυρόν της προ της αγίας εικόνος και είπε το «Πάτερ ημών» και το «Πιστεύω», τας μόνας προσευχάς τας οποίας είξευρε.
Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη βήμα ανδρικόν έξω. Έκρουσαν την θύραν της. Ήτο η φωνή του Παγώνα. Εσηκώθη ν' ανοίξη.
Κατερχόμενος ο Αγάλλος σιγά — σιγά, αργοστόλιστος ως νύμφη, την κλιτύν του βουνού, πριν φθάση εις την Κεχρεάν, ενώ είχε νυκτώσει ήδη, δεν εχόρταινε να ενθυμήται τα καλά εκείνα χρόνια, όταν ήτο ακριβώς γαμβρός, ζηλεμμένος και πολυγυρεμένος, και είχε καλοπεράσει επί οκτώ έτη με δύο αρραβωνιαστικαίς, πότε γελών την μίαν, πότε την άλλην.
Αλλ' όταν έφθασεν έμπροσθεν του παλαιού μονυδρίου της Παναγίας της Κεχρεάς, κ' εστράφη αριστερά να κάμη τον σταυρόν του προς την εκκλησίαν, διά της ανοικτής θύρας του περιβόλου βλέπει μέγα φως εντός του ναού. Κάποια ευσεβής γυνή θα ενθυμήθη ίσως ν' ανάψη τα κανδήλια της Παναγίας, επί τη παραμονή του Αχράντου Τοκετού της, και θα το είχε παρακάμει εις το λάδι και τα φιτύλια, ώστε να μεταβάλλη τας κανδήλας εις πυροφάνεια. Αλλά συγχρόνως ακούει φωνήν και ψίθυρον έσωθεν του ναού, ως αναγνώσεις ή σιγανάς ψαλμωδίας μοναχών προσευχομένων. Ποίος να ήτο; Το μονύδριον ήτο διαλελυμένον από τον καιρόν της Αντιβασιλείας, ο ναΐσκος έμενεν έρημος.
Ο Αγάλλος δυνατόν να ήτο ελαφροΐσκιωτος, αλλ' ήτο και σαββατογεννημένος και δεν εφοβείτο. Επλησίασεν εις την θύραν του μονυδρίου, εισήλθεν εις τον περίβολον, διέβη την αυλήν και εισήλθεν εις τον ναόν. Τα κανδήλια ήσαν αναμμένα έμπροσθεν των εικόνων του τέμπλου, αλλά με κανονικά φώτα και όχι ως πυροφάνεια. Αλλ' υπήρχον και δύο μεγάλαι λαμπάδες καίουσαι εις τα μανουάλια, και πέντε ή έξ κηρία. Εντεύθεν το πολύ φως.
Δεξιά εις την αχιβάδα, μοναχός τις, μεσήλιξ, φορών επανοκαλύμμαυχον, έψαλλε το «Κύριε εκέκραξα». Εξημέρωνε Δευτέρα και δεν είχε ψαλή ο εσπερινός το πρωί, ουδ' είχε τελεσθή την παραμονήν η λειτουργία του Μ. Βασιλείου. Αριστερά έτερος μοναχός αντεφώνει εις τον πρώτον. Δύο ή τρεις άλλοι μοναχοί ή δόκιμοι, με ράσα, αλλά χωρίς επανοκαλύμμαυχα, ίσταντο εις το δυτικόν μέρος του ναού εντός των στασιδίων. Έσωθεν του ιερού βήματος σεβάσμιος πρεσβύτης ιερομόναχος, υψηλός, οστεώδης, πολιός, βαθυπώγων, με ωχρούς, λιποσάρκους, και οιονεί διαφανείς τους χαρακτήρας του προσώπου, εξήλθε την στιγμήν εκείνην με επιτραχήλιον, φελόνιον και κρατών το θυμιατόν. Τίνες ήσαν όλοι αυτοί; Ο Αγάλλος πρώτην φοράν τους έβλεπεν.
Ο σεβάσμιος πρεσβύτης εθυμίασε τας εικόνας πρώτον, είτα τον δεξιόν ψάλτην, είτα τον αριστερόν, ακολούθως τους τρεις μοναχούς ή δοκίμους και τελευταίον τον Αγάλλον. Ο Αγάλλος υπέκλινε προς το θυμίαμα, είδε τους αλλοκότους ισχνούς και διαυγείς χαρακτήρας του σεβασμίου πρεσβύτου, κ' επίστευσε πλέον ότι επήγε ζωντανός εις τον Παράδεισον. Άλλως δεν ηδύνατο να εξηγήση το δράμα.
Ουδείς των πέντε μοναχών έστρεψε βλέμμα προς τον νεωστί ελθόντα. Μόνον ο τελευταίος, ο νεώτερος των ρασοφόρων, όστις δεν εφόρει καλυμμαύχιον, αλλ' εκράτει υπό την μασχάλην διπλωμένην την μαύρην σκούφιαν του, έστρεψε προς τον Αγάλλον, όχι τον οφθαλμόν, αλλά τον κρόταφον και την ούλην στοιβήν της κόμης του και το άκρον του κανθού, και τότε ο Αγάλλος έλαβε το θάρρος να προσέλθη πλησίον του και να τον ερωτήση·
— Ποιοι είστε του λόγου σας;
Ο δόκιμος απήντησε διά νεύματος ότι δεν είνε καιρός εξηγήσεων τώρα, αλλ' ο γεραρός πρεσβύτης, όστις είχεν επιστρέψει εις το ιερόν βήμα, και εφαίνετο έχων το προορατικόν χάρισμα, έστρεψε την κεφαλήν προς τον δόκιμον και του επέτρεψε διά νεύματος να δώση εξηγήσεις εις τον αδελφόν.
Αφού ο Αγάλλος ηυχαρίστησε την περιέργειάν του, ήτο αποφασισμένος ν' απέλθη, να καταβή εις τον μύλον, όπως παραλάβη την γυναίκα και τα τέκνα του και υπάγωσιν όλοι ομού εις την Παναγίαν, διότι οι παράδοξοι μοναχοί έμελλον να ψάλωσι παννύχιον αγρυπνίαν και τελέσωσι λειτουργίαν προς τα χαράγματα. Αλλ' ενώ ήτο έτοιμος ν' απέλθη, πάλιν έλεγε μέσα του: «Ας καθίσω ακόμα λίγο», και πάλιν «ακόμα λίγο», και είχε γείνει μεσονύκτιον ήδη χωρίς να αισθανθή τον κόπον. Διότι το τρυφερόν και σεμνόν της ψαλμωδίας μεγάλως τον έτερπε.
Τέλος, μικρόν προ του μεσονυκτίου, ότε είχεν αρχίσει να γίνεται ανάγνωσις του πανηγυρικού της ημέρας, ενώ ο Αγάλλος είχε κινηθή να εξέλθη του ναού διά να πυρωθή ολίγον εις το έξωθεν αναμμένον πυρ, κ' εσυλλογίζετο την ανησυχίαν της γυναικός του, διότι ήτο βέβαιος ότι η πενθερά του θα έφθασεν από την χώραν και επληροφόρησε την Αφέντραν περί της αναχωρήσεώς του εκ της πολίχνης, βλέπει έξαφνα την πενθεράν του και τον Παγώναν και παρουσιάζονται.
Ο Αγάλλος δεν άφησε τον ελαφρόν ίσκιον να ενεργήση διά την γραίαν Συνοδιάν. Την εκάλεσεν έξω του ναού και της είπε ποίοι τινες ήσαν οι μοναχοί εκείνοι.
Απεφασίσθη να υπάγη ο Παγώνας, όστις άλλως είχεν αφήσει δεμένον τον όνον του έξωθεν του μύλου, και δώση απλήν είδησιν εις την Αφέντραν, και της είπη ότι μετά δύο ώρας ακόμη θα κατήρχοντο ο σύζυγός της και η μήτηρ της διά να εξυπνήσωσι τα δύο τέκνα και οδηγήσωσι ταύτα και την μητέρα των εις την Παναγίαν διά να λειτουργηθή.
Η Αφέντρα εσηκώθη και ήνοιξε την θύραν.
— Μοναχός σου ήλθες; πού είνε η μάννα μου;
— Στην Παναγιά.
— Στην Παναγιά; Κ' ο Αγαλλάκης;
— Κι' ο Αγαλλάκης μαζί. Κάνουν αγρυπνία.
— Αγρυπνία;
— Να, ολονυχτιά.
— Ποιος την κάνει;
— Κάτι νεοφερμένοι καλόγεροι.
— Καλόγεροι;
— Να, άνθρωποι με ράσα.
— Απ' το μοναστήρι ήλθαν;
— Όχι, είνε άλλοι. Ήλθαν τώρα γρήγορα. Κάθονται στον ·Άι- Θανάση.
— Στον Άι-Θανάση;
— Ναι. Πλειότερα δεν ξέρω. Είπαν να κοιμηθήτε, και τώρα — τώρα θαρθή ο Αγάλλος μαζί με τη θεια-Συνοδιά να σας ξυπνίσουν, να σηκώσουν και τα παιδιά, να πάτε να μεταλάβετε. Καλή νύκτα κι' αύριο με υγεία.
Μόλις η Αφέντρα επρόφθασε να κλέψη έναν ύπνον, και εκρούσθη η θύρα του νερόμυλου. Ήτον ο Αγάλλος και η θεια-Συνοδιά.
Η Αφέντρα εξύπνισε τα παιδία, τα ένιψε, τα ενέδυσε, τα εκτένισεν, εστολίσθη και αύτη με ό,τι πρόχειρον είχεν εις τον μύλον και λαβόντες το φανάριον εξεκίνησαν και οι πέντε διά την Παναγίαν.
Οι έξ μοναχοί ήσαν νεοφερμένοι πράγματι. Ήρχοντο εκ μιας των Κυκλάδων, όπου είχον διατρίψει επί πολλά έτη ασκητεύοντες. Έφθασαν προ ολίγων εβδομάδων, και οι πλείστοι των κατοίκων δεν τους είχαν γνωρίσει ακόμη. Ο Αγάλλος πρώτην φοράν τους έβλεπε, και διά τούτο του εφάνησαν ως παράδοξος οπτασία. Άμα φθάσαντες, είχον αρχίσει να κτίζωσι κελλίον τι προς διαμονήν των, στεγαζόμενοι προσωρινώς εις χωρικόν τι καλύβιον.
Επειδή δεν υπήρχε ναός εις το μέρος εκείνο, είχον κατέλθει να εορτάσωσι τα Χριστούγεννα εις την Κεχρεάν, μιας ώρας δρόμου απέχουσαν.
Οι μεν τους έλεγον αιρετικούς, οι δε τους εσέβοντο ως πολύ εναρέτους. Η κοινή φήμη έλεγεν ότι ησπάζοντο τας δοξασίας θρησκευτικού τινος διδασκάλου, τας οποίας είχεν αποκηρύξει η Ιερά Σύνοδος. Το αληθές ήτο ότι ο εν λόγω διδάσκαλος, αυτός μάλλον είχεν ακολουθήσει τινά των παλαιών εθίμων μοναστικής τινος κοινότητος, λίαν αρχαιοπρεπούς, εις την οποίαν ανήκον οι ασκηταί ούτοι. Ούτω συνέπεσαν εν μέρει εις τας δοξασίας. Πολλοί όμως εφρόνουν ότι, επειδή το πολύ του λαού διψά θρησκευτικής διδασκαλίας, οι δε αρμόδιοι και υπεύθυνοι ουδεμίαν μέριμναν λαμβάνουσι προς θεραπείαν της ανάγκης ταύτης διά των αγνών και ορθοδόξων, ουχί διά ξενοπρεπών και κακοζήλων πηγών, επόμενον ήτο πολλοί ευσεβείς και καλοπροαίρετοι άνθρωποι να πλανηθώσι, καλή τη πίστει, ακούοντες τον χριστιανικόν λόγον, έστω και νοθευμένον, παντού όπου αυτός ηχεί, διότι όταν αι βρύσεις και κρήναι θολωθώσιν, οι δε υδρονομείς αποκρύπτωσι τα διαυγή νάματα, άνθρωποι και κτήνη, διψώντες μέχρι θανάτου, θα προτιμήσουν να πίωσιν εκ του θολού ρεύματος, ασθενή ευρίσκοντες ελπίδα σωτηρίας εν τούτω μάλλον ή ν' αποθάνωσι της δίψης. «Ανθρώπους και κτήνη σώσεις, Κύριε, ως επλήθυνας το έλεός σου, ο Θεός».
Η θεια-Συνοδιά εξωμολογήθη εις τον πατέρα Ιεζεκιήλ (ούτως εκαλείτο ο προϊστάμενος της αδελφότητος ιερομόναχος), και ούτος την ωδήγησεν ότι, εάν η ορφανή κόρη, η παραγκωνισθείσα διά του γάμου της θυγατρός της, έμεινεν έκτοτε άγαμος, οφείλει, όπως τύχη συγχωρήσεως, να συντέλεση αυτή το κατά δύναμιν προς αποκατάστασίν της· εάν όμως εκείνη υπανδρεύθη ή απέθανεν έκτοτε, τότε ανάγκη να κάμη άλλας ελεημοσύνας, ως και έν σαρανταλείτουργον εις τον ναόν της ενορίας της, κατά προτίμησιν.
Επειδή η θεια-Συνοδιά έδωκε την πληροφορίαν ότι η κόρη ήτο άγαμος ακόμη, ο πρώτος κανών της επεβάλλετο.
Εις την Αφέντραν, ήτις έσχε τέλος το θάρρος να εξομολογηθή το αμάρτημα της μαγείας, έδωκε, κανόνα μακράν αποχήν από της Μεταλήψεως και προσθέτους νηστείας και προσευχάς. Την εσυμβούλευσε ν' ανάψη και μεγάλην λαμπάδα εις την αγίαν Αναστασίαν την Φαρμακολύτριαν.
Τα δύο παιδία μετέλαβον της ιεράς Κοινωνίας, και η οικογένεια όλη επέστρεψεν άμα τη ανατολή του ηλίου εις τον μύλον της.
Η ΔΑΣΚΑΛΟΜΑΝΝΑ
— Ακούστε εμέ να σα πω! Να μην ανοίγετε χαρτί! . . . Να μην ακούτε το δάσκαλο! . . . Να μη φοβάστε τσ' πατεράδες σας! . . . Να δέρνετε τσ' μαννάδες σας! . . .
Ούτως ηγόρευε προς θορυβώδη όμιλον δεκαετών και δωδεκαετών παιδίων, αναβάς επί του τελευταίου θρανίου του απωτάτου από της δασκαλοκαθέδρας, ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης, είς των μεγαλειτέρων μαθητών. Εφοίτα από επταετίας και ήτο ήδη δεκαπενταετής, αλλά μόλις είχε μάθει να διαβάζη συλλαβιστά! Ενθυμούμενος τα παλαιά εκείνα χρόνια, δεν έπαυε να οικτείρη την παρούσαν κατάστασιν του σχολείου, όπου όλα τα παιδιά ήταν μικρά, όλο σμαρίδα, όλο αθερίνα. Πρώτα ήταν όλο μεγάλοι. «Πού να ήσαστε σεις τον καιρό που ήτον ο άλλος ο δάσκαλος, ο Φλάσκος Φλασκο-μπιμπίνος, ο κιτρινιάρης!» Και σείων την κεφαλήν, διηγείτο προς τους μικρούς μαθητάς, οίτινες τον ήκουον εκπέμποντες μεγάλα επιφωνήματα θαυμασμού, πώς ο Τζώρτζης ο Σγούρας, δεκαοχτώ χρόνων, υψηλός, με ανορθωμένα σγουρά μαλλιά, τα οποία δεν ηδύνατο να διευθετήση το κτένιον, έδειρε μίαν φοράν τον άλλον διδάσκαλον, «τον Φλάσκο Φλασκο- μπιμπίνο, τον κιτρινιάρη», πολιορκήσας αυτόν όπισθεν της δασκαλοκαθέδρας, και κατενεγκών τρεις σφιγκτούς γρόνθους κατά του στέρνου του, διότι ο διδάσκαλος ηπείλησε να τον κλείση εις το κάτωθεν της δασκαλοκαθέδρας σωφρονιστήριον, όπου έβοσκον βλατούδες και ψαλλίδες πολυποδαρούσες και όχι ολίγοι ποντικοί. Πώς ο διδάσκαλος είχε συγκαλέσει την επιτροπήν και απήτει την αποβολήν του Τζώρτζη, αλλ' η επιτροπή αντέτεινε, μη θέλουσα να δυσαρεστήση τους οικείους του μεγαλοσώμου και φριξότριχος μαθητού. Πώς παραδόξως, δηλ. λίαν ευλόγως, ο Τζώρτζης ευρέθη σύμφωνος με τον διδάσκαλον εις το κεφάλαιον τούτο, καθόσον, αφού επί δεκαετίαν, είχε φοιτήσει εις το σχολείον, και μόλις είχε μάθει να συλλαβίζη (μόνον ότι συνέχεε κάποτε το &η& με το &π& και το &ζ& με το &ξ&, ησθάνετο νυν ακατάσχετον πόθον να διαρρήξη τ' αφόρητα εκείνα δεσμά και να εμβαρκάρη με το καράβι του θείου του! Ίσως μάλιστα δι' αυτό το έκαμεν, έδειρε τον διδάσκαλον επίτηδες διά να τον αποβάλουν. Και τότε η επιτροπή έπεισε τους οικείους του, να τον αποσύρωσιν ευσχήμως.
Τοιαύτα τινα πορίσματα της αλληλοδιδακτικής μεθόδου υπέβαλλε συχνά εις την μελέτην των συμμαθητών του ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης. Την ημέραν δ' εκείνην είχεν αναβή επί του θρανίου και απήγγελλε την διδαχήν, την οποίαν ο διδάσκαλος, κύπτων, επί της τραπέζης του, πνιγομένων των λέξεων εν μέσω του θορύβου δεν ήκουεν, ουδ' έβλεπε καν τον υψηλόν μαθητήν, όστις προς την δασκαλοκαθέδραν βλέπων (ο διδάσκαλος εκάθητο ενώπιον της τραπέζης κάτω της δασκαλοκαθέδρας) επροφυλάσσετο, και ήτο έτοιμος να πηδήση κάτω του θρανίου, αν ο διδάσκαλος έστρεφε το βλέμμα προς τα εδώ.
Ταύτα συνέβαιναν καθ' ον χρόνον ο διδάσκαλος, μεγαλόσωμος με ηρακλείους ώμους και βραχίονας, επικαλούμενος συνήθως η «Δασκαλομάννα», προ μικρού είχεν εισέλθει εις το σχολείον, και σχετική ησυχία επεκράτει μεθ' υπόκωφου βοής, ομοία με την φουσκοθαλασσιάν. Αλλά προ ημισείας ώρας, εάν τις διήρχετο εις απόστασιν διακοσίων βημάτων έξωθεν του σχολείου θα ενόμιζεν ότι ήτο θηριοτροφείον ειδικόν διά θώας της ερήμου, και δι' άλλα ανήσυχα αγρίμια. Τα παιδία εχόρευον, επήδων, εσκίρτων, εφώναζον, διεπληκτίζοντο, εγέλων, έκλαιον. Ήτο θέρος και καύσων πνιγηρός. Παμμιγής βοή ανήρχετο διά των οκτώ ανοικτών μεγάλων παραθύρων, εχόντων όλα σχεδόν τα υαλία σπασμένα και τα πλείστα παραθυρόφυλλα φαγωμένα, τους στροφείς εσκωριασμένους. Τα θρανία χωλά, κινούμενα, χορεύοντα, εφαίνοντο ως σχεδίαι πλέουσαι εντός του κύματος των παιδικών κεφαλών. Η διδασκαλική έδρα, υψηλή, με τα φατνώματα σαπρά, κεχηνότα, ωμοίαζε με βάρκαν ξουριασμένην μακράν του λιμένος υπό του ανέμου. Ο πρωτόσχολος, γυμνόπους, ελαφρά και μετά προφυλάξεως πατών, διά να μη βυθισθή και εμπέση παρ' αξίαν εις το πειθαρχείον, πότε γελών και πότε σοβαρευόμενος, προσεπάθει να επιβάλη σιωπήν. Αλλά την σφυρίκτραν, το έτερον σύμβολον του αξιώματός του, την είχε κλέψει ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης, και δι' αυτής εξέβαλλε μανιώδεις συριγμούς, παρωδών τον απόντα διδάσκαλον. Έμεινε μόνον εις τον πρωτόσχολον η βέργα, το κυριώτερον όπλον του, αλλά και ταύτην την εξουδετέρωσεν ο Γιώργος ο Χατζηδημήτρης, ο Στρατής ο Καραθύμιος και άλλοι τολμηροί παίδες, ανοίξαντες κρυφίως την θύραν του σωφρονιστηρίου, όπου είξευραν ότι είχε ταμιευμένην ο διδάσκαλος την δέσμην του, και αρπάσαντες πολλαίς βέργαις, τας οποίας εμοίρασαν εις τους συμμαθητάς των, κρατήσαντες τας λιγυρώτερας και τσουχτερωτέρας δι' εαυτούς τότε ήρχισε μάχη, και άλλοι μαθηταί απέσπασαν τους &δείκτας& από του τοίχου, άλλοι κατεβίβασαν τους &τηλεγράφους& από της καθέτου σανίδος των θρανίων, και κυνηγούμενοι έτυπτον αλλήλους.
Τέλος εισήλθεν ο διδάσκαλος, με το τσιγάρον εις το στόμα, και ο πρωτόσχολος έκραξεν: εις &προσοχήν&! Ο διδάσκαλος ήτο μεγαλόσωμος, υψίκορμος, εύσαρκος, αλλά ταχύς κ' ευκίνητος. Ήρχετο από την αρραβωνιαστικήν του, όπου τρις ή τετράκις της ημέρας παραιτών το σχολείον εις την τύχην του απήρχετο εις επίσκεψιν. Άλλοτε το σχολείον είχε και βοηθόν, αλλά τελευταίον το δημοτικόν συμβούλιον δεν εψήφισεν ή ο νομάρχης δεν ενέκρινε το κονδύλιον χάριν οικονομίας.
Ο διδάσκαλος, καπνίζων το τσιγάρον του, εσήμανε τον κώδωνα κ' εζήτησε να εξετάση μίαν των ανωτέρων κλάσεων. Προσήλθον έξ ή επτά παιδία και τα ηρώτησε·
— Την εμάθετε την ιερά ιστορία;
Τα παιδία, αντί ν' απαντήσωσιν, έκυψαν εις το βιβλίον των, και προσεπάθουν να κλέψωσι τίποτε εκ του προχείρου. Μόνον την στιγμήν εκείνην ενόησαν ότι δεν είχαν μελετήσει τίποτε εκ της &Αριστορίας&, καθώς την ωνόμαζαν.
Το πρώτον παιδίον, το οποίον ηθέλησε να εξετάση ο διδάσκαλος, εκράτει Γεωγραφίαν αντί Ιεράς Ιστορίας.
— Πού είναι η Ιερά Ιστορία σου;
— Δάσκαλε, εψέλλισε το παιδίον, &κάμνον το σχήμα& με τον δάκτυλον εις το ωτίον, την έχασα την &Αρ — ιστορία& μου.
— Αμελή! κακοήθη! άτακτε! ωρμάθιασεν ο διδάσκαλος κ' εκοκκίνησε δι' ελαφρού ραπίσματος την παρειάν του μαθητού. Άλλοτε εκτύπα πολύ γερώτερα, έσπαζε μάλιστα βέργαις εις την ράχιν των παιδίων. Αλλ' αφότου ηρραβωνίσθη, δεν του ήρεσκε να κτυπά.
Μετέβη εις τον δεύτερον.
— Τις έκτισε τον κόσμον;
Το παιδίον απήντησεν
— Ο Θεός έκτισε τον κόσμον εις έξ ημέρας με μόνον τον λόγον αυτού.
— Πολύ ωραία! είπεν ο διδάσκαλος, και αποταθείς προς τον τρίτον·
— Τις ήτον ο πρώτος άνθρωπος;
— Ο πρώτος άνθρωπος ήτον ο Αδάμ, απήντησε το παιδίον.
— Καλά, είπεν ο διδάσκαλος. Και είτα ηρώτησε τον τέταρτον·
— Τις και πόθεν τον έκτισεν;
Ο τέταρτος απεκρίθη·
— Διά τας αμαρτίας του Αδάμ κατεστάθησαν όλοι οι άνθρωποι αμαρτωλοί και θνητοί.
— Πολύ καλά, μπράβο! είπεν ο διδάσκαλος, όστις την στιγμήν εκείνην ακριβώς είχε τον νουν του εις την αρραβωνιαστικήν του.
Είτα επανέλαβε·
— Τώρα ας μεταβώμεν εις την Γεωγραφίαν.
Οι επτά μαθηταί έρριψαν εις το βάθος του φύλακός των, ον είχον ανηρτημένον υπό την αριστεράν μασχάλην, τας ιεράς ιστορίας των, κ' εξήγαγον τας γεωγραφίας. Ήνοιξαν τα βιβλιάρια και ήρχισαν να ψιθυρίζωσιν αναγινώσκοντες με τα χείλη, ώστε απετελείτο μεν μία βοή, αλλ' ουδεμία λέξις διεκρίνετο. Ο μεγαλείτερος την ηλικίαν, όστις ήτο και ο &ερμηνευτής& της κλάσεως, μεταβάς προς τον τοίχον εξεκρέμασε τον &χάρτην&, και κομίσας τον απέθηκεν επί μικράς τραπέζης, προ της οποίας ηρέσκετο να κάθηται ο διδάσκαλος δυσκόλως αποφασίζων να πατήση με τα μακρά και πλατύτατα υποδήματά του επί των σεσαθρωμένων σανίδων της υψηλής δασκαλοκαθέδρας.
Ο διδάσκαλος ήναψε δεύτερον τσιγάρον, και ήρχισε να εξετάζη εις την Γεωγραφίαν.
— Εκ πόσων νήσων αποτελείται η Επτάνησος;
Ο πρώτος των μαθητών απήντησεν
— Η Επτάνησος ή Ιόνιος Πολιτεία, αποτελείται εξ επτά νήσων.
— Πολύ καλά, είπεν ο διδάσκαλος.
Είτα στραφείς προς τον δεύτερον μαθητήν·
— Εις ποίαν εξουσίαν υπόκειται η Επτάνησος;
Ο δεύτερος απεκρίθη απνευστί·
— Η Επτάνησος υπόκειται πολιτικώς εις την προστασίαν της Μεγάλης Βρεττανίας, και διοικείται δι' αρμοστού εδρεύοντος εν Κερκύρα, όπου εδρεύει και η Ιόνιος Βουλή, υφίσταται δε και αξία λόγου Ακαδημία.
— Εύγε, πολύ ωραία! επεδοκίμασεν ο διδάσκαλος.
Αποταθείς δε προς τον τρίτον μαθητήν, απήγγειλεν·
— Είπε μοι τα ονόματα των επτά νήσων, εξ ων η Επτάνησος αποτελείται;
Ο τρίτος μαθητής απήντησεν απνευστί και ομαλή τη φωνή, χωρίς να υπεμφαίνη στίξιν ή παρένθεσιν·
— Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Αγία Μαύρα, Παξοί, Ιθάκη, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος και Κύθηρα, Τσερίγον.
— Πολύ καλά, επένευσε και πάλιν ο διδάσκαλος. Αύριον να μελετήσετε από δω ως εκεί. (Κ' εχάραξε με τον όνυχά του επί του βιβλίου). Ιεράν Ιστορίαν να κάμετε επανάληψιν το ίδιο, και τρεις αράδες παρακάτω, προσέθηκεν ιδών ότι ελησμόνησε να αλλάξη το μάθημα εις την Ιεράν Ιστορίαν. Πηγαίνετε τώρα!
Έν των παιδίων είχεν υψώσει τον δάκτυλον, εις σημείον ότι κάτι ήθελε να είπη.
— Τι θέλεις εσύ; ηρώτησεν ανυπομόνως ο διδάσκαλος.
— Δάσκαλε, είπε, φέρον την χείρα εις το ους το παιδίον, γιατί ενώ το χαρτί μας μέσα λέει ότι η Επτάνησος αποτελείται από επτά νήσους, υστέρα βγαίνουν δέκα στο μέτρημα;
— Τας εμέτρησες εσύ;
— Ταις εμέτρησα, να!
Και ήρχισε να μετρή επί των δακτύλων του, «Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Αγία Μαύρα» κτλ.
Οι άλλοι συμμαθηταί του εγέλων εν χορώ διά την πολυπραγμοσύνην του. Το βέβαιον είνε ότι ουδέποτε είχαν υποπτευθή ότι είχον οιανδήποτε έννοιαν αι λέξεις όσαι ήσαν τυπωμέναι εντός των βιβλίων των. Ως διά να «μην τους χαλάση την καρδιά», επειδή εγέλων, ο διδάσκαλος έσπευσε ν' απαντήση·
— Αυτά θα τα μάθετε όταν . . .
Ίσως ήθελε να είπη «όταν θα πάτε στο Ελληνικό Σχολείο». Αλλά διεκόπη. Την στιγμήν εκείνην επέσυρε την προσοχήν του ο θόρυβος ον είχε προκαλέσει ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης εις το τελευταίον θρανίον. Ο διδάσκαλος ηγέρθη, εσφύριξε δυνατά με την σφυρίκτραν του, εκτύπησε με την βέργαν του επί του πρώτου χωλού θρανίου, έρριψε το τσιγάρον του. Εκύτταξε το ωρολόγιόν του, είδεν ότι ήτο ενδεκάτη παρά τέταρτον, και διέταξε τον πρωτόσχολον να σημάνη την κατ' ενορίας κατάταξιν, όπως ψαλή το σύνηθες άσμα της εξόδου και παύση το πρωινόν μάθημα.
Ό,τι καθίστα τον διδάσκαλον δυστυχή, ήτο ο περιορισμός τον οποίον είχεν επιβάλει εις τον εαυτόν του, αφ' ότου ηρραβωνίσθη, να φορή κατά το θέρος το σακκάκι του. Εστενοχωρείτο απιστεύτως και υπέφερε φοβερά από τον καύσωνα. Κατά τα προλαβόντα θέρη, όχι μόνον οίκοι, ένθα εκάπνιζε το μικρόν του τσιμπούκι, αλλά και εις την οδόν, όπου ενεφανίζετο με το τσιγάρον εις το στόμα, και εις το καφενείον, όπου εκάπνιζε δύο ή τρεις ναργιλέδες την ημέραν, παντού επαρουσιάζετο με τα μανίκια του υποκαμίσου λευκά, με μακρόν γελέκυ μισοκουμβωμένον, αναδεικνύον αμέσως τον πελώριον και εμπροσθοκλινή κορμόν του. Εκάπνιζεν ένα ναργιλέν το πρωί, είτα μόλις άφηνεν από την χείρα το μαρκούτσι, και πάραυτα ήναπτε το τσιγάρον, κυττάζων άμα το ωρολόγιόν του και εγειρόμενος ίνα απέλθη. Είτα έλεγεν : «Ας πιω κ' ένα ρώμι». Έπινε και δύο ρώμια και είτα μετέβαινεν εις το σχολείον, όπου έμενε πάντοτε «με τα μανίκια». Εις τας εξετάσεις περί τα τέλη Ιουλίου ή περί τας αρχάς Αύγουστου, επαρουσιάζετο ενώπιον της αξιοτίμου Επιτροπής «με τα μανίκια». Κατά τας περυσινάς εξετάσεις, ο δήμαρχος μόλις τον είχε πείσει, μετά πολλάς νουθεσίας και επιπλήξεις, να φορέση το σακάκι του· το εφόρεσεν, αλλ' αφού πρώτον απέβαλε το γελέκον.
Εφέτος οι μαθηταί, μετά τον αρραβώνα του διδασκάλου, εύρον μεν πλείονα άνεσιν και ακολασίαν εν τω σχολείω, αλλ' υπέφεραν στερηθέντες άλλων προσφιλών ψυχαγωγιών. Καθ' όλον το έαρ, ο διδάσκαλος τυρβάζων περί την αρραβωνιαστικήν του, δεν τους ωδήγησεν ούτε δις να παίξωσιν εις τα Λιβάδια, ούτε τρις καθ' όλον το θέρος να κολυμβήσωσιν εις την αμμουδιάν. Μεγάλη χαρά και αγαλλίασις ήτον άλλοτε ανά τα ημικύκλια ότε διεδίδετο από κλάσεως εις κλάσιν ως σύνθημα η μαγική λέξις : «Θα μας πάη ο δάσκαλος να παίξουμε! Θα μας πάη ο δάσκαλος να κολυμβήσουμε!» Ο γλυκύς ούτος ψίθυρος αντικαθίστα πάσαν φορτικήν ανάγνωσιν και πάντα επίπονον συλλαβισμόν.
Εξήρχοντο ανά δύο κρατούμενοι, μετά φαιδρού συνεχούς βόμβου, και μετέβαινον εις την χλοεράν πεδιάδα παρά την εσχατιάν της πολίχνης. Εκεί διανεμόμενοι εις δεκαπέντε ή είκοσιν ομάδας, έπαιζον επί μίαν ώραν, περί την δύσιν του ηλίου, το &σκλαβάκι& και άλλας παιδιάς. Εν τω μεταξύ, ο διδάσκαλος με τας χείρας οπίσω, με την βέργαν κρεμαμένην όπισθεν του σκέλους, με την σφυρίκτραν ανηρτημένην επί του στέρνου, περιήρχετο από κήπου εις κήπον, από σικυώνος εις άμπελον, καλησπερίζων τους ασχολούμενους εις το πότισμα των φυτών ιδιοκτήτας, λαμβάνων πληροφορίας και δίδων συμβουλάς. Είτα επανήρχετο εις το κοπάδι του, εσφύριζεν οξύ σφύριγμα και εν τω άμα έπαυαν αι παιδιαί, και οι μαθηταί απεπέμποντο κατά συνοικίας. Τούτο συνέβαινε μέχρι του Μαΐου μηνός. Κατά δε Ιούνιον μετέβαινον εις το κολύμβημα. Οι μικροί παίδες εγυμνούντο και επέβαινον εις το κύμα. Η αμμουδιά ήτο αβαθής εις απόστασιν είκοσι μέτρων από της παραλίας. Οι μικροί μαθηταί επροχώρουν εκατόν πενήντα και πλέον βήματα πριν φθάσουν εις την μέσην. Άμα έφθανον έως εκεί, εστρέφοντο προς την γην και επιστομιζόμενοι εις το κύμα εμάνθανον πρακτικώς να κολυμβώσιν, θίγοντες με τον αριστερόν πόδα την άμμον, προς την παραλίαν βαίνοντες. Ο διδάσκαλος εξηπλούτο επί τινος όχθου παρά την οδόν, ακουμβών την ράχιν επί βράχου, με τα λευκά του πλατέα μανίκια, κ' εκάπνιζε το βραχύ τσιμπουκάκι του, το οποίον είχεν εις την τσέπην διά τας εξοχικάς εκδρομάς. Εφορολόγει εις βερίκοκκα, απίδια, και πρώιμα μοσχάτα σταφύλια τας φιλοτίμους οικοκυράς, τας επιστρεφούσας με τα κομψά και εύπλεκτα καλαθάκια των εκ του αγρού ή της αμπέλου. Είτα εσφύριζε, και οι μικροί κολυμβηταί, οίτινες έκαμνον θαυμασίας προόδους, απέβαινον αναγκαστικώς εις την ξηράν, δυσφορούντες επί τη αποτόμω διακοπή του τόσον μαλακού και ξυπνητού ονείρου των.
Φευ! μετά έν έτος ακόμη, ο διδάσκαλος ήτο πάλιν με τα μανίκια του υποκαμίσου, αλλά μανίκια παρέχοντα την εντύπωσιν καμιζόλας ή γιακέτας, τόσον βαθύχροα βαμμένα, τόσον μαύρα ήσαν. Ο διδάσκαλος είχεν απογοητευθή διπλήν απογοήτευσιν, την εκ του θαλάμου και την εκ του θανάτου. Εισήρχετο κατηφής, αλλά και μετ' εγκαρτερήσεως εις το σχολείον, αφού εσήμαινεν επί μακρόν και με βραχνήν φωνήν ο σπασμένος κώδων, ο ανηρτημένος από δύο ορθίων ξύλων έξω της θύρας, τον οποίον φαγωμένων ήδη όντα από την σκωρίαν, όταν αφηρέθη από παλαιόν ερημοκκλήσιον, οι μαθηταί είχον σπάσει διά της υπερβολικής και παρακαίρου χρήσεως, ή διά χαλίκων ριπτομένων εξωδίκως — εν ώρα σχολής των μαθημάτων. Ήρχιζε την καθημερινήν ασχολίαν του σοβαρός και αυστηρός. Επρόσεχε συντόνως, όταν εξήταζε, και είτα ανέπτυσσεν αντί να σημειώνη απλώς το παρακάτω. Εζήτει εις το έργον του βάλσαμον κατά της διπλής πληγής, της εκ του στεφανώματος και της εκ της χηρείας. Είχεν υποβάλει συντόνους αναφοράς εις τον δήμαρχον όστις, πείσας και το συμβούλιον να ψηφίση τα έξοδα, απεφάσισε τέλος να διατάξη την επισκευήν της διαρρεούσης στέγης, των φαγωμένων παραθυροφύλλων, της σαπράς δασκαλοκαθέδρας και του πατώματος. Ολίγα τινά χωλά θρανία τα εκάρφωσε με τας χείρας του ο διδάσκαλος, άλλα πέντε ή έξ αντικατέστησαν οι ξυλουργοί. Είχε διατάξει να καθαρίσωσι το υπό την δασκαλοκαθέδραν σωφρονιστήριον, εκεί όπου έβοσκαν εν πάση ανέσει πολυάριθμοι ψαλλίδες, βλατούδες και ποντικοί. Είχε κάμει νέαν και πλουσίαν προμήθειαν από δεσμίδας βεργών, και είχεν αρχίσει «να της βρέχη» πάλιν γερά, καθώς άλλοτε. Είχεν απαιτήσει από την Εφορευτικήν Επιτροπήν, την αποβολήν ως «ανεπιδέκτου μαθήσεως» του Γιαννιού του Βρυκολακάκη, του Στρατή του Χατζηδημήτρη, και δύο ή τριών άλλων, αλλ' εις τούτο εύρε την επιτροπήν αντιπράττουσαν.
«Το σκολειό (κατά την θεωρίαν την οποίαν ανέπτυσσε μεν έν των μελών της επιτροπής, ησπάζοντο δε οι πλείστοι των γονέων), το σκολειό, ας υποθέσουμε, δεν έγεινε για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα, δηλαδή. Έγεινε για να μαζώνουνται η κλήραις, τα παλιόπαιδα, τα διαβολόπουλα. Πως μπορεί, το λοιπόν, ένας γονιός να τα έχη μπελά απ' το πρωί ως το βράδυ; Και πού συφτάνεται ένας φτωχός να τα θρέψη; Μπορεί να τα χορταίνη κομμάτια; Μήπως χορταίνουν, οι διαόλοι, ποτέ; Και είνε ικανή μία χήρα γυναίκα να τρέχη από γιαλό σε γιαλό, από βράχο σε βράχο, για να τα συμμαζώνη; Γιατί πληρώνεται ο δάσκαλος; για να έχη το βάρος αυτό, να είνε οι γονιοί ήσυχοι. Όταν είνε συμμαζωμένα εκεί-δα, μες το σκολειό, γλυτώνει ο γονιός και καμπόσα κομμάτια, παραδείγματος χάριν. Ας τρώνε τα θρανία, που είνε ξύλινα, ας τρώνε τους πίνακας και τα χαρτιά τους, τους τοίχους και το πάτωμα, για να είνε οι νοικοκυραίοι ησυχώτεροι για της αχλαδιές των, της βερικοκκιές των, της συκιές και τ' αμπέλια των. Η καθεμιά πανδρεμμένη, το λοιπόν, πρέπει να έχη μέρος για να ξεφορτώνεται την κλήρα της, που οι πλειότεροι άνδρες λείπουν χρόνο-χρονικής, η καθεμιά χήρα πρέπει να έχη μέρος για να ρίχνη το στρίγλικό της, τ' αρφανό της. Η καθεμιά αρχόντισσα να έχη μέρος για να βάζη τον πάπο της, τον χήνο της, κ' η καθεμιά φτωχή το θάρρος της και την απαντοχή της. Αυτά, δάσκαλε».
Ο διδάσκαλος δεν είχεν όρεξιν να αντείπη εις ταύτα, αλλ' απλώς αφωσιώθη εις το έργον, ως να εζήτει παρηγορίαν διά το πένθος του. Την τετάρτην ημέραν μετά την κηδείαν της ατυχούς, ότε αύτη αρρωστήσασα αιφνίδιως απέθανε τεσσαράκοντα ημέρας μετά τον γάμον, εισήλθε, πρώτην φοράν από του δυστυχήματος, εις το σχολείον, στυγνός και σιωπηλός. Μετά την συνήθη δέησιν, ο πρωτόσχολος διέταξεν εκ νέου εις &προσοχήν&! Το παιδία παρετάχθησαν με τα νώτα προς τον τοίχον, κατά μήκος των τεσσάρων τοίχων του σχολείου. Ο διδάσκαλος, με τας χείρας οπίσω, κρατών την βέργαν του, ήρχισε την επιθεώρησιν. Τα παιδία, άνιπτα τα πλείστα, όπως ήσαν συνειθισμένα, έπτυον εις τας παλάμας των, ύγραινον κ' έτριβον τας χείρας με τον σίελον διά να φανώσι νιμμένα. Αλλ' ο χηρευμένος διδάσκαλος έκυπτεν, έβλεπε καλώς, και όπου ανεκάλυπτε την πρόχειρον διά σιέλου νίψιν, επέσκηπτεν οργίλως με την βέργαν του κ' έσπαζε τας σιελωμένας χείρας. Κατά το τέλος της επιθεωρήσεως απηύθυνε σύντομον νουθεσίαν, προλέγων, ότι όποιον ανακαλύψη εις το εξής άνιπτον θα τον αφίση νηστικόν τρεις ημέρας και τρεις νύκτας εις το σωφρονιστήριον, να τον φάγουν η βλατούδες. Εφυλάττετο καλώς μη εκφέρη ως απειλήν την αποβολήν, όπως θα έπραττε ξένος μη γνωρίζων τα ήθη του τόπου, διότι εγνώριζε κάλλιστα ότι οι μικροί διάβολοι εγέλων με την απειλήν ταύτην, ην ενόμιζον ως ευτυχίαν και ελευθερίαν. Επίσης τους είπεν ότι «όσοι έχουν παπούτσια να τα φορούν εις το εξής, όταν θα πηγαίνουν εις το σχολείον».
Τοιαύτα τινά παιδαγωγικά, και όχι καθ' ολοκληρίαν αψυχολόγητα εδίδασκεν ο πτωχός διδάσκαλος εις τους μικρούς μαθητάς του. Την ημέραν εκείνην το πρωινόν μάθημα παρετάθη έως την δωδεκάτην ακριβώς. Οι παίδες ησθάνθησαν τον ζυγόν, και από της δεκάτης ώρας επείνων φοβερά, όσοι δεν είχαν προβλέψει το πρωί να κλέψωσι τεμάχιον άρτου οπό της πατρικής οικίας. Το πράγμα ήτο επικίνδυνον άλλως, διότι ο διδάσκαλος ήτο ικανός, όπως και άλλοτε, πριν συνάψη τον τόσω ατυχή αρραβώνα, έπραττε, να ψάξη εις της τσέπαις των μαθητών και να ρίψη τεμάχια του άρτου εις τας όρνιθας, βοσκούσας κατ' αγέλας εις το προαύλιον.
Τέλος εσήμανε μεσημβρία. Ο πρωτόσχολος εσύριξε, και οι μαθηταί ανά δύο εκ των χειρών κρατούμενοι ήρχισαν να ψάλλωσι το:
Παύει πλέον η μελέτη κι' ο καιρός της προσοχής . . .
ΟΙ ΧΑΛΑΣΟΧΩΡΗΔΕΣ
Α'
Αφού περιήλθον όλα τα μαγαζεία της παραθαλασσίου αγοράς, όπου έπιον όχι ολίγον εις υγείαν και των δύο αντιπάλων μερίδων, ο Κωνσταντής ο Καλόβολος και ο Γιάννης της Χρυσάφως κατήντησαν εις το μικρόν καπηλείον του Δημήτρη του Τσιτσάνη, όπου εισελθόντες απήτουν από τον οινοπώλην να τους κεράση. Αλλ' ο κάπηλος ίστατο συλλογισμένος και ηρνείτο αποτόμως να κεράση, λέγων ότι κατά το έτος τούτο δεν είχε σκοπόν «να το κάμη φόρα» προς χάριν κανενός, διότι άλλοτε, όπου είχε φανή φιλότιμος με το παραπάνω, την είχε πάθει στα γερά. Διότι ο Λάμπρος ο Βατούλας και ο Μανώλης ο Πολύχρονος, αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, του έταξαν «φούρνους με καρβέλια» δώσαντες αυτώ ουχί πλείονας των είκοσι δραχμών μετρητά απέναντι, καθώς του είπαν, και παρακινήσαντες αυτόν να εξοδεύση κι' απ' τη σακκούλα του όσα θέλει, άφοβα, διότι θα πληρωθή μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν ον ήθελε παρουσιάσει. Τότε αυτός πιστεύσας «εξανοίχτηκε» κ' εξώδευσε ιδικά του λεπτά, παραπάνω από ένα εκατοστάρικο· αλλά μετά τας εκλογάς, ο Λάμπρος ο Βατούλας (τον οποίον αυτός ηρέσκετο να ονομάζη σήμερον «ο Λάμπρος ο Φατούλας») έκαμε πως δεν τον εγνώριζε και του εγύρισε της πλάτες. Πού επερίσσευε τραμπούκος απ' αυτούς που έχουν δόντια, κατάλαβες, για να φάνε κ' οι άλλοι, οι παραμικροί; Ο Λάμπρος ο Βατούλας κ' ο Μανώλης ο Πολύχρονος κι' άλλοι μερικοί, πέφτουν με τα μούτρα στη λαδιά, στο μούχτι . . . κ' ειξεύρουν πώς να κυνηγούν το πλιάστικο. Έχουν βλέπεις αυτοί, οι διάβολοι, τον τρόπον να τα κάμουν πλακάκια. Αν ερωτάς κι' από κοντραπούντους κι' από μπουκλούκια . . . κανείς δεν μπορεί να βγάλη πλώρη μαζί τους. Είνε εις όλα πρώτο νούμερο. Αλλ' όταν μίαν φοράν καή η γούνα ενός ταβερνάρη, ενός καφετζή ή ενός μικρομπακάλη (δεν σου λέγω, είνε άλλοι που καίονται στα πολιτικά κ' έχουν κρεμασμένο διά τας εκλογάς το ζουνάρι τους . . . κ' είνε πάλιν άλλοι που ξεύρουν με τρόπο και τα καταφέρνουν, παίρνοντες λεπτά κι' από τα δύο κόμματα, μαυρίζοντες πότε το έν πότε το άλλο, κ' εβγαίνοντες πάντοτε λάδι), τότε πολύ βλαξ θα είνε αν τους επιτρέψη να τον κοροϊδέψουν και δευτέραν φοράν.
Τοιαύτας θεωρίας εξέφερεν ο Δημήτρης ο Τσιτσάνης, αρνούμενος να κεράση τους δύο φίλους, οίτινες ευθυμότατοι είχον εισέλθει εις το καπηλείον του. Αλλά δεν ήσαν και διψασμένοι. Ήτο εσπέρα ήδη και από της δείλης είχον περιέλθει το ήμισυ της πολίχνης, παντού κερνώμενοι και πίνοντες. Ο Κωνσταντής ήρχισε να παραδίδη μάθημα εκλογικής ορθοφροσύνης εις τον κάπηλον, λέγων ότι, αυτός όπου του θέλει το καλόν του, λυπάται να τον βλέπη να πηγαίνη πάντοτε ωσάν τον κάβουρα, και τούτο ένεκα, αδικαιολογήτου παραξενιάς. Το να μη θέλη «να το κάμη φόρα» νομίζει ότι είνε δι' αυτόν το συμφερώτερον;
Κάθε άλλο· εξ εναντίας, με τούτο εμπνέει δυσπιστίαν και εις τα δύο κόμματα, και ένεκα τούτου δεν αποφασίζουν να δώσουν χρήματα εις έναν άνθρωπον κρυψίνουν, «στριμμένον», όστις θέλει να κάμη τον ανεξάρτητον, χωρίς να ξεύρη καλά-καλά τι πράγμα είνε ανεξαρτησία. Ενώ, αν αποφασίση να κηρυχθή θερμός, ή και χλιαρός, υπέρ του ενός κόμματος, τότε, ενώ του κόμματος τούτου θα εφελκύση ασφαλώς την εμπιστοσύνην, δεν είνε παράξενον να προκαλέση κολακείας και φιλοφρονήσεις και από το άλλο κόμμα, οι άνθρωποι του οποίου θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπον να τον κάμουν να τα γυρίση, ή θα πασχίσουν τουλάχιστον να τον μετριάσωσιν. Εάν θέλη μάλιστα να πάρη λεπτά και από τα δύο κόμματα, ο ασφαλέστερος τρόπος είνε να κηρυχθή φανερά υπέρ του ενός. Δεν παίρνει, παράδειγμα απ' αυτόν, κι' από τον φίλον του τον Γιάννην της Κ'σάφους; Ενώ άλλοι φανατίζονται και «χαλνούν την ζαχαρένια τους» και χολοσκάνουν, αυτοί οι δύο «ζευγαράκι ταιριαστό», παράδειγμα υγιούς εκλογικής φιλοσοφίας εις όλον το χωρίον, ανήκοντες εις δύο αντίπαλα και μέχρι καταστροφής πολεμούντα άλληλα κόμματα, περνούν με γέλοια και με χαραίς, τρώγοντες, πίνοντες, ευωχούμενοι, εις υγείαν όλων των υποψηφίων, ευλόγως θέτοντες την φιλίαν των υπεράνω των κομμάτων. Και με τοιούτον τρόπον «το έχουν δίπορτο». Με όποιον κόμμα νικήση, θα είνε φίλοι και οι δύο, αφού θα είνε ο είς. «Όποιος γάιδαρος κι' αυτοί σαμάρι».
Τοιαύτα πρακτικής ηθικής διδάγματα έδιδεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος εις τον Δημήτρην τον Τσιτσάνην. Είνε αληθές ότι τα πλείστα είχεν ακούσει την προτεραίαν παρά δικολάβου τινός, όστις τα ανέπτυσσε προς τους φίλους του. Ο κάπηλος τον ήκουε σείων την κεφαλήν, λέγων ότι αυτά τα είξευρε προτήτερα απ' εκείνον. Αλλ' είνε μεγάλη διαφορά να είνε τις αγωγιάτης απλώς ή ξωμερίτης, όπως αυτοί οι δύο, από του να έχη μαγαζί. Διότι, πρέπει να τηρή τις και κάποιαν αξιοπρέπειαν, «να φυλάγη την θέσιν του», αν θέλη να μην ξεπέση «στην παρακατινή σκάλα». Οι δύο φίλοι τον ήκουον μειδιώντες, ουδόλως προσβαλλόμενοι διότι τους υπεβίβαζε. Μόνον ο Γιάννης της Κ'σάφους τελευταίον είπεν ότι «δεν του γεμίζει το μάτι κι' αυτός και το μαγαζί του». Ο κάπηλος επειράχθη τότε και ήρχισε να τους ονειδίζη σκληρώς, αλλ' ο Κωνσταντής ο Καλόβολος με ατάραχον μειδίαμα του είπεν ότι, «αν θέλη να έχη μαγαζί, πρέπει να έχη και κοιλιά σαν το μαγαζί του, μεγαλείτερη μάλιστα απ' το μαγαζί του».
Ενταύθα ήτο η λογομαχία, και ο κάπηλος είχεν ανάψει την λάμπαν, διότι είχε νυκτώσει ήδη, όταν εισήλθε κομματική ομάς οδηγουμένη από τον Λάμπρον τον Βατούλαν. Ητο ανήρ μεγαλόσωμος, ωραίος, μετ' επιτηδεύσεως ενδεδυμένος, φιλοφρονέστατος και μελιχρός τους τρόπους.
Άμα εισελθών, διέταξεν έξ μαστίχαις διά τους μεθ' εαυτού, είτα ελθών όπισθεν του λογιστηρίου, έκυψεν εις το ους του καπήλου και ήρχισε να του κρυφομιλή και να τον κατηχή. Μετ' ολίγα λεπτά της ώρας, αφού του είπε πολλά, και ο οινοπώλης του απήντα μόνον διά κατανεύσεων της κεφαλής, επέστρεψε πάλιν προς την τράπεζαν, περί ην είχε στρωθή η παρέα του, και διέταξεν εκ νέου μαστίχαις.
Επλήρωσεν εν κρότω δεκάρων τα ποτά, είτα απευθύνας τον λόγον προς τον Κωνσταντήν τον Καλόβολον, όστις ίστατο παράμερα με τον φίλον του τον Γιάννην της Κ'σάφους,
— Ε! Τι έχουμε, Κώστα; . . . Πώς πάει το κόμμα σας; είπε.
— Ποιο κόμμα μας, κυρ-Λάμπρο; απήντησεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος· το κόμμα μας είνε το κόμμα σας.
— Τι; είμαστε από ένα κόμμα;
— Δεν το ξέρετε;
— Τότε πώς δεν ξεχωρίζετε από το Γιάννη το φίλο σου;
— Η φιλία φιλία, και το κόμμα κόμμα.
— Ας είνε τέλος πάντων, ο Θεός κ' η ψυχή σας. Πίνετε από μια μαστίχα;
— Απώνα κρασί . . . αν μας κεράσετε.
Και ο Λάμπρος ο Βατούλας διέταξε δύο κρασιά. Εν τω μεταξύ εισήλθεν εις το καπηλείον και άλλη ομάς εκ του αντιθέτου κόμματος.
— Εβίβα! Καλή επιτυχία.
Οι δύο φίλοι συνέκρουσαν τα ποτήρια και έπιον.
Η νεωστί εισελθούσα ομάς διέταξε και αυτή ποτά.
Επί κεφαλής της ομάδος ήτο ο Μανώλης ο Πολύχρονος, μεσήλιξ, μελαγχροινός, εύθυμος, αστείος.
— Α! εδώ είσθε σεις, που βυζαίνετε δύο μαννάδες;
— Το καλό αρνί, κυρ-Μανώλη, απήντησεν ο Γιάννης της Κ'σάφους, τρώει από δύο προβατίναις.
Ο Μανώλης διέταξε τον κάπηλον να τους κεράση και τότε έπιον εις υγείαν του κόμματος, το οποίον εξεπροσώπει ο Μανώλης.
Με τοιαύτην τακτικήν εκαλοπερνούσαν εις τας εκλογάς οι δύο αγαπημένοι φίλοι. Είχον δε πίει την ημέραν εκείνην όχι ολίγα εις βάρος αμφοτέρων των κομμάτων. Ο Μανώλης ο Πολύχρονος εγερθείς μετέβη όπισθεν του λογιστηρίου, όπως είχε κάμει προ μικρού ο Λάμπρος ο Βατούλας, και ήρχισε να ομιλή εις το ους του καπήλου.
Το λογιστήριον εκείνο, φαίνεται, ωμοίαζε κάπως μ' εξομολογητήριον φραγκοκκλησιάς, όπου μία-μία εισερχόμεναι ελαφρύνουσι την συνείδησίν των αι κομψοπρεπείς μετανοούσαι. Αφού δε του είπεν ό,τι είχε να του ειπή ταπεινή τη φωνή, ενώ ο Λάμπρος ο Βατούλας δεν έπαυσε να τους κυττάζη με τον κανθόν του οφθαλμού, επιστρέψας εις την θέσιν του ο Μανώλης, ηθέλησε να κουρδίση ολίγον τους δύο φίλους.
— Όλα καλά, τους είπε, μα εσείς οι δύο το καταλαβαίνετε που μας κοροΐδεύετε όλους, ή όχι;
— Αλήθεια! επεβεβαίωσεν από της πέραν τραπέζης και ο ηγέτης της άλλης ομάδος, ο Λάμπρος ο Βατούλας, όστις ηγάπα πάντοτε να είνε φιλόφρων προς τους αντιπάλους· αλήθεια, μας κοροϊδεύετε.
Οι δύο φίλοι μόλις κρατούμενοι εις τους πόδας των, ήρχισαν να διαμαρτύρωνται θορυβωδώς.
— Όχι! μα το φως μου, κυρ-Μανώλη . . .
— Μα την αγάπη μας, κυρ-Λάμπρο . . .
— Έτσι να έχω καλά γεράματα.
— Να χαρώ το στέφανό μου, κουμπάρε.
Και λέγοντες εστράφησαν ο είς προς την τράπεζαν περί ην ήτο συγκεντρωμένη η ομάς του Λάμπρου, ο έτερος προς την άλλην τράπεζαν περί ην εκάθηντο οι σύντροφοι του Μανώλη, στρέφοντες προς αλλήλους τα νώτα, χειρονομούντες υπερμέτρως ως αδέξιοι υποκριταί, ανοίγοντες τας αγκάλας προς περίπτυξιν των δύο αρχηγών των κομματικών ομάδων.
— Αν θέλετε να σας πιστέψουμε ότι δεν μας κοροϊδεύετε, είπεν ο Μανώλης ο Πολύχρονος, πρέπει ή να κόψετε ο ένας από τον άλλον αυταίς της ημέραις που θα είνε η εκλογαίς, ή . . .
— Αυτό θα είνε σκληρά καταδίκη δι' αυτούς, είπε γελών ο Λάμπρος ο Βατούλας.
— Ή τουλάχιστον, εξηκολούθησεν ο Μανώλης ο Πολύχρονος, να μας δώσετε τώρα αμέσως απόδειξιν ότι ενδιαφέρεσθε ειλικρινώς και ολοψύχως, ο ένας σας υπέρ του ενός κόμματος, ο άλλος υπέρ του άλλου.
— Παίρνω όρκο, είπεν υψών την χείρα ο Γιάννης της Χρυσάφους.
— Κ' εγώ παίρνω όρκο, είπε και ο Κωνσταντής ο Καλόβολος.
— Οι όρκοι είνε σήμερα το φθηνότερο πράμμα, είπε σαρκαστικώς ο Μανώλης ο Πολύχρονος.
— Σου δίνω το λόγο μου, κουμπάρε, είπεν ο Γιάννης της Χρυσάφους.
— Τι να τον κάμω το λόγο σου, κουμπάρε; είπεν ο Μανώλης· καλλίτερα είχα να μου έδινες τα παληά τα τσαρούχια σου.
Ο Γιάννης της Χρυσάφους, κύψας, έλυσεν από των ποδών τα πέδιλα, και ορθωθείς σοβαρώς τα προσέφερεν εις τον Μανώλην.
— Πάρ' τα, κουμπάρε!
Τα απέθηκεν επί της τραπέζης, και είτα, γυμνόπους, εστράφη προς την θύραν να εξέλθη.
Όλοι εγέλασαν προς το σκηνικόν τούτο του κραιπαλώντος, αλλ' ο Μανώλης τον ανεκάλεσεν·
— Έλα δω, κουμπάρε!
Ο Γιάννης της Χρυσάφους, επιστρέψας, εστάθη ενώπιον του Μανώλη.
— Εις τους ορισμούς σου, κουμπάρε.
— Θέλω, είπε, να μας δώσετε απόδειξιν αναμφισβήτητον της πίστεώς σας εις τα δύο κόμματα.
— Τι απόδειξιν;
— Ιδού, είπεν ο Μανάιλης, απευθυνόμενος μάλλον προς τον Λάμπρον τον Βατούλαν· δεν είνε αληθές πως ό,τι επιθυμεί κανείς εκείνο και πιστεύει;
— Δηλαδή; είπεν ο Λάμπρος ο Βατούλας.
— Δηλαδή, δεν βλέπομεν πολλάκις δύο ανθρώπους, να στοιχηματίζουν μεγάλα ή μικρά ποσά, δι' έν πράγμα, του οποίου άδηλος είνε η έκβασις, πιστεύοντες και ο είς και ο άλλος ότι θα γίνη εκείνο το οποίον επιθυμούν;
— Καθώς, λόγου χάριν, εις τας εκλογάς, σαν καλή ώρα, είπεν ο Λάμπρος ο Βατούλας, όπου βάζουν στοίχημα ότι θα βγη εκείνος τον οποίον θέλει ο καθένας.
— Ίσα—ίσα! είπεν ο Μανώλης. Λοιπόν, δεν είνε καλό να βάλουν οι δυο τους, τώρα μπροστά μας, ένα στοίχημα;
— Σαν τι στοίχημα;
— Να στοιχηματίσετε, συ, κουμπάρε Γιάννη, ότι θα κερδίση το δικό μας κόμμα, και συ, Κωνσταντή, ότι θα κερδίση το άλλο κόμμα.
— Εγώ βάζω το γάιδαρό μου! ανέκραξεν ο Γιάννης της Χρυσάφους.
— Κ' εγώ το βώδι μου! εφώναξεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος.
— Ο γάιδαρός σου ας έχη ζωή, κουμπάρε Γιάννη, και το βώδι σου σού χρειάζεται διά να ζήσης, Κωνσταντή Καλόβολε. Μόνον αρκεί να βάλετε κάτι τι που να τρώγεται, που να μασιέται εύκολα, για να ξεφαντώση όλο το ασκέρι, που καλώς ανταμωθήκαμε εδώ, καλή μας ώρα, όταν θα γίνουμε φίλοι μετά τας εκλογάς. Εσύ, κουμπάρε Γιάννη, δεν έχεις, θαρρώ, δύο προβατίναις κ' ένα κριάρι;
— Τα θυσιάζω! ανέκραξεν ο Γιάννης της Χρυσάφους. Για το χατήρι σου, κουμπάρε, κουρμπάνι γίνομαι.
— Κ' εγώ, για την αγάπην σου, κυρ-Λάμπρο! εφώνησεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος.
— Δεν είνε ανάγκη να θυσιάσης της προβατίναις, κουμπάρε Γιάννη, το κριάρι, μας αρκεί.
— Βάζω το κριάρι, είπεν ο Γιάννης.
— Κ' εγώ βάζω τέσσαρα ζευγάρια κόττες που έχω, είπεν ο Κωνσταντής.
— Λοιπόν σύμφωνοι· αν κερδίσωμεν και τους δύο βουλευτάς ημείς, εσύ, Καλόβουλε, θα βάλης τα τέσσαρα ζευγάρια κόττες, κι' αν κερδίσουν οι άλλοι, εσύ, κουμπάρε Γιάννη, θα θυσιάσης την προβατίνα. Εάν όμως βγάλουμε από ένα βουλευτήν τα δυο κόμματα, τότε έχεις κέρδος εσύ, κουμπάρε, την προβατίνα σου γλυτώνεις και εσύ, Κωνσταντή, της κόττες σου.
— Σύμφωνοι!
Έδωκαν τας χείρας και απεχωρίσθησαν.
Β'
Την εσπέραν εκείνην, Τρίτην της εβδομάδος, πέντε ημέρας προ της εκλογής, περί την ογδόην ώραν, ο Λάμπρος ο Βατούλας ήναψε μετά τον δείπνον το φαναράκι του, και συνοδευόμενος από τρεις ή τέσσαρας φίλους εξήλθεν εις επισκέψεις κατ' οίκους προς ψηφοθηρίαν. Διήλθον διά της αγοράς, και είτα, δι' ανωφερούς δρομίσκου, εβάδισαν ανερχόμενοι εις την άνω λαϊκήν συνοικίαν. Μόλις επροχώρησαν ολίγα βήματα, και δευτέρα συνοδεία, μετά φανού και αυτή, προέβαλε κατόπιν των ερχόμενη. Ήτον ο Μανώλης ο Πολύχρονος με την παρέαν του, από το άλλο κόμμα. Ο Λάμπρος ο Βατούλας είχε «τα μάτια τέσσερα», αλλ' εκείνην την στιγμήν ησχολείτο αυτός και απησχόλει και τους φίλους του, ενώ εβάδιζαν, διηγούμενος διαφέρουσαν προς αυτούς ιστορίαν. Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, αφού είχε κάμει λεπτά εις το Κάιρον, εμπορευόμενος επί δώδεκα έτη ως αλευράς, κατ' άλλους ως φούρναρης, έφθασε με το καλόν εις την πατρίδα του, πρωτεύουσαν της επαρχίας, και το είχεν απόφασιν να πολιτευθή. Εφαίνετο μορφωμένος, είχεν ιδεί κόσμον· τον εγνώριζεν αυτός παιδιόθεν, και προ ημερών, ότε μετέβη εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας, ανενέωσε την γνωριμίαν. Ο νεοφερμένος από την ξενιτείαν είχεν αισθήματα, εξέφερε γενικάς σκέψεις περί των πολιτικών πραγμάτων, «ξύλα, κούτσουρα, δαυλειά καμμένα». Δεν ωμοίαζε με τον Αλικιάδην, όστις επολιτεύετο χάριν των δημοσίων έργων, ούτε με τον Γεροντιάδην, όστις εξελέγετο βουλευτής διά το καλόν της πατρίδος του. Ήτον αφελής τους τρόπους, και έτι αφελέστερος τας ιδέας. Ήθελε να πολιτευθή «για δόξα». Ευκαιρία λαμπρά. Ο Αλικιάδης ήτο παμπόνηρος, και τα χέρια του ωμοίαζαν με γάντζους. Δεν ειμπορούσες να του βγάλης λεπτά ούτε με το δόλωμα ούτε με το «παρασούβλι». Δεν έδιδε πέντε χωρίς να είνε βέβαιος ότι θα λάβη δέκα. Εβραίος σωστός. Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος ήτον αγαθός, «ψυχαράκι, ο καϋμένος». Πώς εφαίνετο ότι ήρχετο από μακρυά! Σωστός Κελεπούρης! Είχε παραδάκια καλά, παιδιά, σκυλιά τίποτα. «Εφυσούσε». (Και ο Λάμπρος ο Βατούλας συνώδευε δι' ελαφρού φυσήματος, ως και διά προστριβής του αντίχειρος επί του δείκτου, υπό το φως του φαναρίου την λέξιν: «φυσάει-φυσάει»). Πού θα την εύρισκαν άλλην φοράν τοιαύτην ευκαιρίαν; Τον παλαιόν καιρόν, οι υποψήφιοι βουλευταί κατήρχοντο σύνδυο εις τον αγώνα, έκαμναν κολληγιαίς. Επειδή όμως εκάστοτε ο έτερος των συνδυαζόμενων ή οι στενώτεροι των περί αυτόν, εκόντος ή άκοντος αυτού, παρεσπόνδουν κ' έκρινον καλόν να μαυρίσουν τον σύντροφον, δίδοντες αποκλειστικήν την ψήφον των εις τον ιδικόν των, εξέλειπεν η εμπιστοσύνη, και οι συνδυασμοί εξέπεσαν κατά μικρόν εις την επαρχίαν, εωσότου ολοσχερώς κατηργήθησαν. Τώρα, ο καϋμένος ο Γιαννάκος, επειδή, καθώς σας είπα, ήρχετο από μακρυά, εζήτησεν εν τη αθωότητί του να συνδυασθή με τον Αλικιάδην, και ο τσιφούτης προθύμως τον εδέχετο. Άλλοι όμως πονηρότεροί του τού άνοιξαν τα μάτια, κ' έτσι ο συνδυασμός εναυάγησε. «Τόσο το καλλίτερο για μας, παιδιά». Αν ο συνδυασμός κατηρτίζετο, ο Αλικιάδης θα διηύθυνε το οικονομικόν μέρος, και θα του έτρωγε τα λεπτά χωρίς να του δώση ψήφους. Τώρα όμως ο Χαρτουλάριος θα διεπραγματεύετο απ' ευθείας προς αυτούς (εκτός αν τον ήρπαζε το σκυλί, ο Μανώλης ο Πολύχρονος, με τους ιδικούς του, αλλ' ο Λάμπρος θα είχε τον νουν του), και εύκολα, ήλπιζε, θα τον έβαζαν στο χέρι. Αν ειμπορούσαν να του δώσουν καμμιά εκατοστύ ψήφους (εκείνος βουλευτής δεν θα έβγαινε, κι' ας το είχε σίγουρο, μόνον για το ονόρε) από κείνους τους σμιγούς, τους φθηνούς, που θα τους αγόραζαν προς 4 έως 5 δραχμάς το κομμάτι και θα του τους επουλούσαν προς 15, ας είνε και προς δέκα δραχμάς, χαρά στην τύχην τους! αφού είπε τοιαύτα τινα ο Λάμπρος ευθύς προσέθηκε·
— Τάχα, ο λόγος το λέει, εμείς δεν είμαστε από κείνους . . . . Α! ο Μανώλης, ναι, εκείνος είνε γι' αυταίς της δουλειαίς.
Συγχρόνως ανήρχετο κατόπιν των η άλλη συνοδεία, και ο Μανώλης ο Πολύχρονος, εν τω μέσω ιστάμενος, έλεγε ταπεινή τη φωνή, με αλληγορικάς, ως εσυνείθιζε, φράσεις·
— Αύριο, παιδιά, πέφτει το μεγάλο ψάρι . . . Νάχετε το νου σας . . . μη μας φάη το θεριό (κ' εδείκνυεν εκατό βήματα αποτέρω, διά μέσου του σκότους, περί την κινουμένην αμυδράν λάμψιν του προπορευομένου φανού, τον Λάμπρον τον Βατούλαν με την συνοδείαν του). Να πιάσουμε τα πόστα . . . Μη μας φάη το ψάρι ο γαλιός . . . Ως το μεσημέρι ο ροφός αρριβάρει (να πάρουμε, στα χωρατά, μια βάρκα, να πεταχτούμε ως τα νησιά, να κάμουμε καρτέρι) . . . . ροφός εφταοκαδιάρικο, φρέσκο! . . . θα πέσουν και κάτι συναγριδάκια, δε σας λέω . . . . Μα βάρδα απ' το σκυλόψαρο (κ' εδείκνυε τον Λάμπρον τον Βατούλαν). Διπλαίς απετουνιαίς, τριπλά παραγάδια . . . με χονδρούς φελλούς και με μολυβήθραις πενηντάρικαις . . . . Και τα μάτια σας τέσσερα . . . . Να στέκεσθε απρόντο, νάχετε απρόντο και της πράγκαις και τα καμάκια . . . και το σηπιογιάλι έτοιμο . . . γιατί αλλοιώς δε βγαίνει λαδιά.
Είτα ο Μανώλης προσέθηκεν·
— Ας είνε, ημείς τέτοιοι δεν είμαστε . . . Μα έπρεπε κάτι να γείνη, στο πείσμα εκείνου του θεριού, εκείνου του σκυλόψαρου.
Οι περί τον Μανώλην εγέλων πεπνιγμένους γέλωτας ακούοντες και άμα προυχώρουν, ώστε παρ' ολίγον έφθασαν την πρώτην συνοδείαν, ης τα μέλη ηκροώντο τας λεπτομερείς και σπουδαίας ανακοινώσεις του Λάμπρου, κ' εκοντοστέκοντο, και πάλιν εβάδιζον. Τότε είς των πέντε, ακούσας βήματα, εστράφη, και είδε την δευτέραν συνοδείαν, και την υπέδειξεν εις τους μετ' αυτού, ούτοι δε ετάχυνον το βήμα.
Εισήλθον πρώτον, ο Λάμπρος και δύο των συν αυτώ, εις τον οικίσκον του Περμαχογιάννη, γέροντος χωρικού, έχοντος τρεις υιούς εκλογείς, οι δε λοιποί δύο της συνοδείας έμειναν εις το προαύλιον ως καραούλι. Εκ της άλλης συντροφείας, ο Μανώλης και δύο άλλοι ανέβησαν εις την οικίαν του Ζυγαράκια, έχοντος τέσσαρας υιούς και ημίσειαν δωδεκάδα ανεψιών, όλους ψηφοφόρους, δύο δε και εκ της συνοδείας ταύτης έμειναν έξω της θύρας βιγλίζοντες. Δεύτερον ανέβησαν οι περί τον Λάμπρον εις την οικίαν του ζευγηλάτου Στροφλιώτου, οι δε περί τον Μανώλην εισήλθον εις την καλύβην του Μαλλιοδήμου του αιγοβοσκού. Ακολούθως επεσκέφθησαν και άλλας οικίας, κατά την αυτήν πάντοτε τακτικήν, δύο εξ εκατέρας συνοδείας μενόντων πάντοτε ως ουραγών έξω της θύρας ή κάτω της λιθίνης κλίμακος. Ήτο δε ογδόη ή δεκάτη εσπέρα αύτη, καθ' ην ο Μανώλης και ο Λάμπρος μετά των αυτών ή άλλων οπαδών δεν έπαυσαν επισκεπτόμενοι τας οικίας των χωρικών και ψηφοθηρούντες. Παντού ελάμβανον και έδιδαν λιπαράς διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις δαψιλείς, τόσον χορταστικάς, ώστε είς των μετά του Μανώλη, συνοδεύσας αυτόν παλλάς εσπέρας εις τοιαύτας εκδρομάς, αλλά πρώτην φοράν εφέτος βλέπων εκλογάς, καθόσον ήτο ναυτικός και συνήθως απεδήμει, έλεγεν εύπιστος, οικτείρων της αντιθέτου μερίδος τους τόσους δρόμους·
— Τι χαλνούν τα παπούτσια τους. Τώρα πλεια οι ψήφοι μάς περισσεύουν!
Αλλ' ο Μανώλης ο Πολύχρονος, λίαν πεπειραμένος περί τα τοιαύτα έσεισεν οικτιρμόνως την κεφαλήν και του είπε·
— Αχ! δεν ξέρεις, παιδί μ', απ' αυτά. Το ψάρι, ενώ θαρρείς ότι το κρατείς, έξαφνα γλυστράει και φεύγει. «Χάνος είμαι, χάνομαι . . . μπέρκα 'μαι, δεν πιάνουμαι . . . γιούλος είμαι σε γελώ . . . και τα δίχτυα σου χαλώ».
Εν τω μεταξύ ο Λάμπρος μετά των δύο συντρόφων του ανέβησαν εις του γέροντος πορθμέως μπάρμπα-Διοματάρη, εις καλύβη ανώγεων μετά μικρού σοφά, όπου εύρον τον γηραιόν ναυτικόν καθήμενον, αν και ήτο θέρος ήδη, παρά την εστίαν, καπνίζοντα ελεεινόν καπνόν με την πίππαν του, και θερμαίνοντα τας δύο κνήμας, ων η μία είχε παγώσει προ ετών εις τον Δούναβιν, και ερεθιζομένη από καιρού εις καιρόν τον καθίστα ανίκανον προς εργασίαν. Η γραία επαιδεύετο να βράση δύο ή τρία σκορπιδάκια, τα οποία της είχε φέρει, ο γέρων αργά φθάσας την εσπέραν εκείνην με την μικράν βάρκαν του εκ της ημερησίας ανά τον λιμένα εκδρομής. Ο Λάμπρος εκάθησεν επί τινος παλαιού κιβωτίου με γλυφαίς και με καρφία διατεθειμένα προς κόσμον εις ρόμβους και εις σταυρούς, οι δε δύο ακόλουθοί του εκάθισαν επί τινος χουλουριασμένου τροχίνου σχοινιού, χρησίμου εις την αλιευτικήν. Παραγάδια και δίκτυα επί κονταριών ηπλωμένα εκρέμαντο από τον χθαμαλύν όροφον έως το δάπεδον. Όλα, και το σχοινίον και το κιβώτιον, και τα κυλίμια, και η ψάθα και οι μύστακες του μπάρμπα-Διοματάρη, και το φουστάνι της γραίας του, όλα εμύριζαν ψαρίλας.
Ο Λάμπρος ήρχισε να εξηγή τον σκοπόν της επισκέψεώς του, λέγων, ότι την φοράν ταύτην, επί τέλους ευρέθη άνθρωπος να φροντίση διά την φτώχεια και να έβγαζαν βουλευτήν τον Αλικιάδην, θα έκαμναν χρυσή δουλειά, διότι αυτός ο Αλικιάδης ήτον φιλότιμος, και είχε να ζήση, και δεν είχεν ανάγκην να διορίση εις θέσεις τους ανεψιούς του και τον υιόν της κουμπάρας του, και αν έβγαινε βουλευτής, θα εφρόντιζεν αποκλειστικώς για την φτώχεια. Δεν ωμοίαζε με καμπόσους άλλους «όνομα και μη χωριό». Και ο Λάμπρος δεν είχεν αμφιβολίαν ότι, αυτήν την φοράν, ο μπαρμπα-Διοματάρης θα έδιδεν αποκλειστικήν την ψήφον του εις τον Αλικιάδην. Αυτά τα είπεν εντέχνως ο Λάμπρος, ελπίζων να εύρη τον σφυγμόν του γέροντος ναυτικού. Αλλ' ο μπαρμπα-Διοματάρης, ως να εζήτει αφορμήν να ξεσπάση, ήρχισε να διηγήται διά μακρών τι του είχε συμβή κατόπιν της άλλης εκλογής, καθ' ην είχε δώσει ψήφον εις τους αντιθέτους.
. . . Είχεν υπάγει εις τον Γεροντιάδην προ της διαλύσεως της βουλής, φέρων όλα τα έγγραφά του, τα χαρτιά του, τα πιστοποιητικά του. Αυτός όμως αγρόν ηγόρασε. «Πού σ' είδα πού σε ξέρω;» Δεν τον άφιναν ήσυχον, επί τέλους; Ποίαν υποχρέωσιν είχε να τρέχη δι' όλαις της παληοκαϊάσσαις, όσους εζήτουν να πάρουν σύνταξιν από το απομαχικόν; Αυτός, όσους ψήφους επήρε, τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα δεν άφησεν απλήρωτον. Διεπραγματεύετο χονδρικώς με τον Μανώλην τον Πολύχρονον, όσους ψήφους — τόσα διπλά τάλληρα, ή όσους ψηφοφόρους — τόσα δεκάρικα. Ανάγκην αυτός δεν είχε να σκοτίζεται, να συναλλάσσεται απ' ευθείας με ένα έκαστον των εκλογέων. Ο Μανώλης ο Πολύχρονος, εκείνος έλυνε και έδενε, εκείνος έμβαζε κ' έβγαζε. Και εις το τέλος του λογαριασμού ακόμη, οι ψήφοι έβγαιναν ολιγώτεροι από τα δεκάρικα. Άρα και πολλοί πληρωμένοι τον είχαν μαυρίσει. Ο Μανώλης ο Πολύχρονος, ως τετραπερασμένος που ήταν, τα εμβάλωνε λέγων, ότι πρέπει να ξεπεσθούν από τον λογαριασμόν τόσα δεκάρικα, όσα επήγαν εις γενικά έξοδα, ή εις κεράσματα ακόμη, μη αρκέσαντος του κονδυλίου του ειδικού. Τέλος πάντων ό,τι έγινεν έγινεν, αλλά μετά την επιτυχίαν δεν εννοούσε να πληρώση λεπτόν παραπάνω. Και ου μόνον τούτο, αλλ' ήθελε να μη χάση και την ησυχίαν του. Είχεν εξοφλήσει ως ενόμιζεν. Επήρε χίλιους εκατόν ψήφους και εξώδευσε χίλια διακόσια δεκάρικα, δώδεκα χιλιαδούλες σωσταίς. Του ήλθε σχεδόν από ένδεκα δραχμάς, κατ' ακριβολογίαν από δέκα και ενενήντα έν λεπτά παρά έν κλάσμα η ψήφος. Δεν εξελέχθη αυτός βουλευτής διά να τρέχη διά της δουλειαίς των εκλογέων, καθώς άλλοι, εξελέχθη διά τα γενικά συμφέροντα της επαρχίας, αλλά και του έθνους όλου. Τι λέγει το Σύνταγμα; «Έκαστος βουλευτής αντιπροσωπεύει όλον το έθνος, και όχι μόνον την επαρχίαν εξ ης εκλέγεται». Και ευτυχώς η προλαβούσα βουλή δεν ήτο ως αι προκάτοχοί της, αίτινες διελύοντο μετά έν έτος ή και μετά οκτώ μήνας από του σχηματισμού των. Έφαγε τρεις σωστάς συνόδους τακτικάς και δύο εκτάκτους. Εφαίνετο ότι δεν έμελλε ποτέ να διαλυθή, αλλ' επί τέλους, περί τα τέλη της Γ' συνόδου, διελύθη. Κατά την πρώτην σύνοδον, ο Γεροντιάδης εφρόντισε να διορίση εις μικράς ή μεγάλας θέσεις όλους τους ανεψιούς του, επτά τον αριθμόν, καθώς δύο εξαδέλφους του και τρεις δευτέρους εξαδέλφους του, ως και δύο κουμπάρους, και τον υιόν της κουμπάρας του, και τον αδελφόν της υπηρετρίας του, και άλλους. Κατά την δευτέραν σύνοδον κατώρθωσε ν' ακύρωση δικαστικώς όλα τα ενοικιαστήρια των οικιών των αντιπάλων του ως δημοσίων γραφείων, και να ενοικιάση την μίαν οικίαν του ως επαρχείον, την άλλην ως ελληνικόν σχολείον, καθώς και της τρίτης μεγάλης παραθαλασσίου οικίας του το μεν άνω πάτωμα ως εφορίαν, το δε κάτω πάτωμα ως λιμεναρχείον. Έμενεν ακόμη το ταμείον, το τελωνείον και το ειρηνοδικείον, αλλά δυστυχως δεν είχεν άλλας οικίας ιδικάς του προς ενοικίασιν. Κατά την τρίτην σύνοδον επρόφθασε κ' έβαλε δύο εκ των υιών του υποτρόφους δύο διαφόρων κληροδοτημάτων, καθ' ό ανομοίου κλίσεως και προορισμού. Όσον διά την κόρην του, αυτήν την εισήγαγε, τη συναινέσει και της μητρός της, νομίμου συζύγου του, εις το «Σχολειό της Αμαλίας», ως ασφαλέστερον, μη ευρών άλλο πρόχειρον παρθεναγωγείον ίνα την εισαγάγη. Και άλλα ακόμη θα κατώρθωνε, διότι η βουλή εκείνη παραδόξως εφαίνετο έχουσα «μέραις απ' το θεό» διά να ζήση. Δυστυχώς και παρ' ελπίδα διελύθη τον τέταρτον μήνα της Γ' συνόδου άγουσα.