← Table of contents
Μαλβίνα

Μ Α Λ Β I Ν Α

K. P. Argyropoulos translation

ΡΩΜΑΝΤΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΟΣ

ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ

ΥΠΟ

Κ. Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟΥ I. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΑΘΗΝΑΙ

1921

ΔΥΟ ΛΟΓIΑ

Η Marie Risteau, dame Cottin εγεννήθη στα 1770 εις την Tonneins (προφ. Τονίνς) πόλιν της Γαλλίας κειμένην εις την δεξιά όχθη του ποταμού Γκαρόνα.

Δεκαεπτά ετών ενυμφεύθη στο Βορδώ ένα πλούσιον τραπεζίτην, αλλ' έμεινε χήρα μετά τρία έτη, μετέβη στο Παρίσι κεπεδόθη στην καλλιέργειαν των ωραίων γραμμάτων, όπως λέγουν οι Γάλλοι πολύ έμορφα την λογοτεχνία. Επεδόθη στο ρομάντσο. Έγραψε την Claire d' Albe, την Amelie Machfield, την Elisabeth, τους Exilés de la Sibérie, αλλά το ωραιότερόν της από όλα είναι η Malvine, την οποίαν παρέχομεν εις τους αναγνώστας μας εν ελευθέρα παραφράσει, δια να γνωρίσουν και την προ ενάμισυ αιώνος ρωμαντικήν φιλολογίαν.

Απέθανε στο Παρίσι, στα 1807. Το ύφος της είναι εύχαρι και αισθηματικόν, αλλά την διακρίνει περιττή πολυλογία, από την οποίαν είναι εντελώς απηλλαγμένη η ημετέρα παράφρασις.

Ο ΕΚΔΟΤΗΣ

ΜΑΛΒΙΝΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ — ΑΝΑΧΩΡΗΣΙΣ

— Χαίρε γη ιερά, που αναπαύεται εκείνη την οποίαν αγάπησα περισσότερον από κάθε άλλο τι εις τον κόσμον ! Χαίρετε, ω λείψανα περιπόθητα της φίλης μου, της αδελφής μου!

Αυτά έλεγε η Μαλβίνα Σορκή καταβρέχουσα με δάκρυα θερμά τον τάφον της Κλαίρης.

— Σαποχαιρετώ και σένα, ω φιλτάτη ψυχή, που πάντα σε ποθώ. Η κακή μου τύχη, η σκληρά, με στερεί ακόμη και απ' αυτήν την πικράν παρηγορίαν, να κλαίω εις τον τάφον σου. Αναχωρώ, αγαπητή μου, και τότε άγριοι βάτοι και άκανθαι θα απλωθούν επάνω εις την πλάκα η οποία σε σκεπάζει και θα την κάμουν αγνώριστην και στης φίλης τα μάτια. Αναχωρώ . . . . και όσοι πριν εκολάκευαν την ωραίαν νεότητά σου θα λησμονήσουν ότι υπήρξες ποτέ και συ εδώ, εις την γην. Αναχωρώ, αλλά μέχρις ότου συναντηθώμεν και πάλιν εις τον άλλον κόσμον, ουδέ στιγμήν θα σβήση από την μνήμην μου η πικρή ώρα του χωρισμού μας. Πάντοτε, ω, πάντοτε με ρίγος θα ενθυμούμαι την τελευταίαν σου εκείνην ώραν που ηγωνίζεσο να με παρηγορήσης με το αγγελικόν σου μειδίαμα και διεύθυνες εις εμέ το μισοσβημένο βλέμμα σου . . .

— Ταμάξι είναι έτοιμο, κυρία, εφώναξε κάποιο κοριτσάκι και διέκοψε την Μαλβίναν από τους οδυρμούς και τους θρήνους της. Συγχρόνως δε και η ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία το παρακολουθούσε, βλέπουσα την Μαλβίναν γονατισμένην επάνω στο χιόνι με το στήθος κολλημένoν σχεδόν στην κρύα πέτρα του τάφου, εφώναξε:

— Αι, κυρία μου, θέλετε λοιπόν ναποθάνετε κοντά στη Μιλαίδη ! Δόξα το Θεό, που σας φώτισε ναναχωρήσετε απ' εδώ, αλλέως ήταν αδύνατον νανθέξετε σε τόσο δριμύ ψύχος, ερχομένη μέρα και νύχτα σαυτόν εδώ τον τάφον.

Αλλ' η Μαλβίνα εσηκώθη χωρίς ναποκριθή· μόλις ήκουσε.

Υπάρχουν τω όντι πόνοι της ψυχής, που αποχωρίζουν τον άνθρωπον από τον κόσμον.

Η Μαλβίνα Σορκή ήτο Γαλλίς. Εις ηλικίαν εικοσιενός ετών έχασε τον σύζυγόν της, τον οποίον άλλως τε ουδέποτε ηγάπησε. Όλως ανεξάρτητη λοιπόν άφησε την πατρίδα της και επήγεν εις την Αγγλίαν διά να συναντήση την πολυαγαπημένην της συμπατριώτιδα Κλαίρην, σύζυγον του Λόρδου Χέριντεν. Εκεί συνέζησαν τρία έτη, κατά τα οποία η μεταξύ των περιπαθής φιλία την μεν Κλαίρην επαρηγόρει διά την άσωτον ζωήν που έκαμνεν ό άνδρας της, την δε Μαλβίναν έκαμνε να λησμονήση να επιστρέψη εις την Γαλλίαν.

Ότε φίλοι τινές της υπενθύμισαν, ότι έπρεπε να εκλέξη ή την φίλην, ή την εν Γαλλία ιδιοκτησίαν της, αύτη δεν εδίστασε να προτιμήση την Κλαίρην.

Έκτοτε δε μη έχουσα άλλο εισόδημα, από τον τόκον των χρημάτων, τα οποία είχε φέρει μαζί της και είχε καταθέσει είς τινα τράπεζαν, άφησε τους καλλωπισμούς της, παρητήθη ακόμη και από τας αθώας τέρψεις της ηλικίας της και της έφθανε η ευχαρίστησις να ζη με την φίλην της Κλαίρην.

Όταν όμως έχασε και αυτήν, ούτε καν το εσυλλογίσθη ότι ευρίσκεται εις ξένην χώραν, μόνη, χωρίς φίλους, χωρίς συγγενείς. Η συμφορά της ήτο τόσο μεγάλη, ώστε κανέν άλλο περιστατικόν δεν ημπορούσε να την μετριάση ή να την επαυξήσει.

Όταν η Κλαίρη ευρίσκετο εις τας τελευταίας στιγμάς της, έπεισε τον σύζυγόν της να εμπιστευθή την μικράν θυγατέρα των, την πενταετή Φανήν, εις τας χείρας της Μαλβίνας, διά να φροντίση αυτή την ανατροφήν της. Ο δε πατέρας πρόθυμος συγκατένευσε, διά να απαλλαχθή από φροντίδα οχληράν, ένεκα της οποίας θα ηναγκάζετο να διακόπτη τας διασκεδάσεις και τα χαρτοπαίγνια και τας συναναστοφάς με τους φιλοθορύβους της ασωτίας του κοινωνούς.

Επειδή δε προέβλεπε ότι με τον καιρόν η παρουσία της κόρης του θα έφερνε μέγα πρόσκομμα εις τοιαύτας συναθροίσεις, και ότι η Μαλβίνα θα ήτο αυστηρός κριτής της διαγωγής του, της έδωκε με τρόπον να καταλάβη, ότι θα έκαμνε πολύ καλά να ζητήση άλλην κατοικίαν.

Η Μαλβίνα με χαράν μεγάλην ότι θα παρελάμβανε μαζί της την θυγατέρα της Κλαίρης έστερξε ναναχωρήση από το σπίτι εκείνο, όπου μόνον αγανάκτησιν ησθάνετο βλέπουσα αντί πένθους ευθυμίας και γέλια ανθρώπων αντιπαθών, οι οποίοι επεριφρονούσαν και την ιδικήν της λύπην και της φίλης της την μνήμην.

Εν τούτοις ευρέθη εις απορίαν, διότι να πιάση μόνη της ιδιαίτερο σπίτι ούτε η ηλικία της το επέτρεπε ούτε η χρηματική της κατάστασις.

Επειδή δε εγνώριζε πολύ καλά τον χαρακτήρα του Λόρδου Χέριντεν, δεν ημπορούσε να στηριχθή και πολύ εις την βοήθειαν, την οποίαν έμελλε να της παρέχει αυτός χάριν της θυγατρός του. Εκτός δε τούτου μήπως η ιδία δεν ησθάνετο την κρυφίαν ευχαρίστησιν ναναθρέψη με ιδικά της έξοδα το τέκνον της φίλης της;

Έγραψε λοιπόν προς μίαν εκ μητρός συγγενή της, η οποία κατοικούσεν εις μίαν από τας μεσημβρινάς επαρχίας της Σκωτίας, και εξιστορούσα την κατάστασίν της, την παρακαλούσε να της επιτρέψη να υπάγη εις το χωρίον της διά να γίνη σύνοικός της και ομοδίαιτος απέναντι ετησίου πληρωμής.

Η κ. Μπιρτών (ούτως ωνομάζετο η συγγενής της) της απήντησεν αμέσως, ότι δέχεται και ότι ακόμη υπόσχεται να της φανή ωφέλιμη, αν και οι συγγενείς της εφέρθησαν προς αυτήν ψυχροί και επιλήσμονες· αλλ' όμως αυτή συγχωρούσα τα πάντα θεωρεί ευχαρίστησίν της να φαίνεται χρήσιμος εις τους ιδικούς της.

Εις άλλην περίστασιν η Μαλβίνα ήθελεν ίσως εύρει αλαζονικήν κάπως την τοιαύτην απάντησιν, αλλ' ήδη η θέσις της ήτο οδυνηρά και δεν επέτρεπε μικρολόγους αργοπορίας.

Έπρεπε λοιπόν ναναχωρήση από το σπίτι εκείνο, όπου είχε περάσει τόσον γλυκείας ημέρας, έπρεπε να στερηθή της λυγράς ηδονής του να κλαίη εις το μνήμα εκείνο, μακράν του οποίου τίποτε πλέον δεν θα έβλεπε να της υπενθυμίζει την αγαπητήν ψυχήν.

Μέλλουσα λοιπόν ναναχωρήση επήγε εις τον τάφον να επαναλάβη τον όρκον, τον οποίον έδωσε προς την Κλαίρην κατά τας τελευταίας στιγμάς της, ότε της υπεσχέθη ναφιερώση όλον της τον βίον εις την ανατροφήν της Φανής και να την έχη αντικείμενον στοργής και φροντίδος ξεχωριστής. Είχεν ορκισθή τότε να μείνη εφ' όρου ζωής απρόσιτη προς τον έρωτα, και τον τολμηρόν αυτόν όρκον της εδέχθη τότε με αγγαλίασιν η ψυχορραγούσα μητέρα.

Η Μαλβίνα ενθυμουμένη ότι ο όρκος της αυτός είχε παρηγορήση τας τελευταίας στιγμάς της φίλης της τον επαναλαμβάνει και πάλιν με κατάνυξιν επί του τάφου εκείνης.

Τότε λοιπόν ήτο που ήλθεν η υπηρέτρια της η Τομκίνα με το κοριτσάκι και την απέσπασε από τα θλιβερά εκείνα μέρη. Η Μαλβίνα την ηκολούθησε σιωπηλή· ήλθε εις την άμαξαν εισήλθεν εντός αυτής και εσφόγγισε τα δάκρυα της. Αι ενδόμυχοι ψυχικαί λύπαι είναι ανώτεραι από δάκρυα· είναι βωβαί.

Ήσαν ήδη τα τέλη του Νοεμβρίου, τα δένδρα γυμνά από φύλλα και η γη στρωμένη από χιόνι παρίστανον εις τα μάτια του ταξιδιώτου άγριο και μονότονο θέαμα. Το μεγάλο κρύο αναγκάζει τον καθένα να μένη στο σπίτι του. Οι δρόμοι ήσαν έρημοι και τα χωριά ακατοίκητα. Τα πουλιά σιωπούσαν και οι ποταμοί παγωμένοι έμεναν ακίνητοι. Ο άνεμος εσφύριζε και κάποτε οι καμπάνες ηχούσαν λυπητερά και διέκοπταν την παγκόσμιον σιωπήν ως να έλεγαν:

— Η φύσις αναπαύεται . . . . δεν είναι νεκρά.

Αι εικόνες αύται αι σκυθρωπαί και πένθιμοι ανταπεκρίνοντο προς τον πόνον τον ψυχικόν της Μαλβίνας και την συνεκίνουν.

Βυθισμένη εις τους μελαγχολικούς λογισμούς της η νεαρά γυνή δεν προσήλωνε το βλέμμα της εις αντικείμενόν τι ωρισμένον. Όλα τα έβλεπεν επιπολαίως και όλα της παρείχαν αφορμήν θλιβερών σκέψεων.

— Αλίμονον έλεγε καθ' εαυτήν, τα δένδρα θα ξαναποκτήσουν τα φύλλα και τα άνθη των και πάλιν θα φορτωθούν από καρπούς, κρυφή φωτιά κυκλοφορεί μέσα τους, όλ' αυτά που τώρα φαίνονται νεκρά θα αναγεννηθούν για την αγάπη. Εγώ όμως πλέον ξένη προς αυτήν . . . Ξένη και για πάντα !

Μόνον ο καιρός, μόνον αυτός ημπορεί να με σώση επιταχύνων την τελευταίαν μου ημέραν.

Η Τομκίνα, ο Πέτρος — παλαιός της υπηρέτης Γάλλος — και η Φανή ήσαν οι μόνοι συνοδοιπόροι της. Από ευσπλαγχνίαν η καλή κυρία ανέβασε και τον Πέτρον εις την άμαξάν της προτιμώσα ναργήση μάλλον κατά μίαν ημέραν παρά να τον αφήση εκτεθειμένον εις το ψύχος.

Και ο Πέτρος και η Τομίνα ελυπούντο διά της κυρίας των την θλιβεράν κατάστασιν, ωστόσο δεν ετολμούσαν να διακόψουν την σιωπήν της. Το δε μέγα σέβας το οποίον προς αυτήν ησθάνοντο τους εμπόδιζε να επιχειρήσουν να την παρηγορήσουν.

Μόνον το κοριτσάκι ωμιλούσε και η φωνή του που άρχισεν ήδη να ομοιάζη προς την φωνήν της μητέρας του εσπάραττε την ψυχήν της Μαλβίνας, αλλά και την έκαμνε να ριγή από ευχαρίστησιν.

Δέκα ημέρας εταξίδευσαν έτσι, και έφθασαν τέλος εις τον ωρισμένον τόπον εις την επαρχίαν Μπρήνταλμπεν, όπου χωρίζεται η βόρειος Σκωτία από την μεσημβρινήν. Ο πύργος της κ. Μπιρτών ολίγον απείχε από τα Κίλινεν, η δε γοτθική του αρχιτεκτονική και τα πέριξ χιονεσκεπή βουνά παρείχον θέαν περίεργον και αγρίαν.

Η Μαλβίνα ησθάνετο τέρψιν βλέπουσα την αρχαίαν Καληδονίαν, την πατρίδα των Βάρδων, των περιφήμων ιερέων και αοιδών, την ένδοξον διά τον Οσσιανόν της. Ενθουσιασμένη από την ποίησιν του μεγάλου λυρικού, ενόμιζεν ότι έβλεπε μέσα εις την ομίχλην την μορφήν της αγαπητής Κλαίρης.

Όταν ο άνεμος έσειε τους ξηρούς κλάδους των δένδρων, της εφαίνετο ότι διήρχετο η σκιά της φίλης της. Όταν ήκουε να θρηνή ο χείμαρρος μακρόθεν, εφαντάζετο ότι ήκουε τους θρήνους της αγαπημένης της. Η εξημμένη της φαντασία, αναπαρίστα τα φάσματα εκ των οποίων άλλοτε κατοικείτο η χώρα αύτη. Άλλως τε έφερε και το όνομα της κόρης του Οσσιανού Μαλβίνας, πράγμα το οποίον μάλλον εξήπτε την νοσούσαν φαντασίαν της και επροσωποποίει τας ματαίας ελπίδας της.

Ήτο σχεδόν εννάτη ώρα της νυκτός όταν η Μαλβίνα μετά των συνοδών της έφθασε εις τον πύργον της κ. Μπιρτών. Ο αμαξάς επλησίαοε εις τα χανδάκια, αλλ' αι κινηταί γέφυραι ήσαν όλαι σηκωμέναι.

Ο Πέτρος μη υποφέρων να βλέπη την κυρίαν του τέτοιαν ώραν μέσα στα βουνά κατέβη με σπουδήν διά να εύρη διάβασιν. Προχωρεί ψηλαφών και εγγίζει τον τοίχον. Από αυτόν οδηγούμενος φθάνει εις μεγάλην πύλην σιδηροσκέπαστον και αρχίζει να την κτυπά δυνατά. Ο κρότος αντηχεί εις τα πέριξ βουνά και ταράσσει προς στιγμήν της νυκτός την ησυχίαν, αλλά κανείς δεν απαντά και μετ' ολίγον επανέρχεται η πρώην παγερά σιγή.

Ο Πέτρος δεν απελπίζεται συγκεντρώνει όλας του τας δυνάμεις και αναβαίνει πατών εις τους μοχλούς της πύλης. Βοηθούμενος από ξηρούς κλάδους κισσού σύρει το εκεί υπάρχον σχοινίον.

Βαρύς ήχος σημάντρου αντήχησε τότε. Οι εντός του πύργου ήκουσαν και ετέθησαν εις κίνησιν. Ακούονται φωναί. Μετ' ολίγον τα φώτα διώκουν το πέριξ σκότος. Τα φύλλα της πύλης ανοίγονται και η άμαξα εισέρχεται εις την αυλήν του πύργου.

Η κ. Μπιρτών περιμένουσα εις το προπύλαιον εξεπλάγη βλέπουσα την Μαλβίναν τοιαύτην ώραν. Ενόησεν ότι θα είχε ανάγκην αναπαύσεως ύστερα από τόσον και τέτοιον ταξίδι και της εδήλωσε την προθυμίαν της να την οδηγήση, κατ' ευθείαν εις το δι' αυτήν ετοιμασμένον διαμέρισμα του πύργου, χωρίς να εκτεθή τοιαύτην ώραν εις τας ενοχλήσεις των χαιρετισμών των ενοίκων του πύργου.

Αυτό προ παντός επεθύμει και η Μαλβίνα. Ηκολούθησε λοιπόν αμέσως την εξαδέλφην της.

Της προσεφέρθη ολίγη τροφή και η κ. Μπιρτών της εσύστησε ναναπαυθή, αν και είχε μεγάλην επιθυμίαν, ως έλεγε, ναπολαύση την συναναστροφήν της ωραίας εξαδέλφης της. Αλλ' ήτο μεγάλη ανάγκη ναφιερώση τας πρώτας ημέρας του ερχομού της εις την ανάπαυσιν.

Προφέρουσα δε την λέξιν ωραία εντονώτερον, παρετήρει την Μαλβίναν με βλέμμα ανήσυχον. Εκείνη όμως κατεχομένη από τας σκέψεις της δεν επρόσεξε καν την ταραχήν της συγγενούς της. Σκεπτομένη μάλιστα, ότι κατά τας πρώτας εκείνας ημέρας κάθε συναναστροφή θα της ήτο ανυπόφορος, τίποτε άλλο δεν εστοχάσθη παρά πώς να ευχαριστήση την κ. Μπιρτών για την ελευθερίαν που της εχάριζε. Αφού δε έβαλε την Φανήν σε ξεχωριστό κρεββατάκι, το οποίον ετοποθέτησε κοντά της, εκαλονύκτισε με πολλήν ευπροσηγορίαν την κ. Μπιρτών αποχωρούσαν και κατεκλίθη και αυτή. Ένεκα δε του κόπου του ταξιδιού, ή της αϋπνίας, η οποία επί δύο μήνας τώρα την εβασάνιζε, δεν άργησε ναποκοιμηθή βαθιά!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'. ΕIΚΩΝ

Καημένη Μαλβίνα! Τα παθήματά σου κατέπαυσαν προς ώραν. Η ανάπαυσις έχυσε βάλσαμον εις την βαθείαν πληγήν της ψυχής σου. Δι' ολίγας ώρας τουλάχιστον λησμονείς, ότι εγκατελείφθης μόνη εις τον κόσμον.

Ας μάθωμεν τώρα, ποία τις είναι αυτή η θελκτική γυναίκα, της οποίας αι αρεταί, η αγχίνοια και το κάλλος απετέλουν έν ανθρώπινον όλον μοναδικόν, έν πλάσμα της φύσεως αμίμητον.

Με ζωηρά χρώματα παριστάνει κανείς το κάλλος, με τερπνά τας χάριτας, με λαμπρά το πνεύμα. Αλλά το ξεχωριστό εκείνο θέλγητρον, που συμπεριλαμβάνει όλα και καθιστά και αυτά της τα ελαττώματα αγαπητά με ποία χρώματα να ζωγραφηθούν;

Διά να περιγράψωμεν ακριβώς το ήθος της Μαλβίνας πρέπει να είπωμεν όχι τι ήτον αυτή, αλλά ποία αισθήματα ενέπενεεν εις τους περί αυτήν. Πρέπει να εκθέσωμεν όχι τα εγκώμια που της έπλεκαν οι γνώριμοί της αλλά την ειλικρινή χαράν, με την οποίαν εφέρετο το όνομά της εις τα στόματα των άλλων.

Όποιος αξιώνετο να συναναστραφή την Μαλβίναν ελάμβανε δι' αυτήν αίσθημα ισχυρότερον από κάθε κοινόν και ανώτερον από πάσαν προσωνυμίαν, διότι η χάρη της ήτο αληθώς κάτι ακατανόμαστον. Και είχε μεν πολλήν ευφυίαν, αλλά είχε και κάτι καλύτερον χάριν του οποίου ελησμονείτο η ευφυία της.

Πολλαί γυναίκες ευχαριστούνται, όταν ταις εγκωμιάζουν την ευφυίαν των, εν τούτοις η Μαλβίνα πολύ θα έχανε και αν μόνον παρατηρούσε κανείς την ιδικήν της.

Δεν πρόκειται εδώ να δειχθή η Μαλβίνα καθαρά από ελαττώματα, αλλά τα ελαττώματα της γυναικός αυτής έχουν μορφήν θελγήτρων, και επειδή χωρίς αυτά θα ήτο άλλη παρά η Μαλβίνα, κανείς δεν επιθυμούσε να είναι καλυτέρα από ό,τι ήτο.

Δεν παρατηρούσε κανείς εις την Μαλβίναν μιας λογής κομψότητα, ενός είδους προτέρημα. Εκτός της αγαθότητός της, η οποία θεωρείται και αυτή ως ένωσις πολλών αρετών, κανέν από τα ψυχικά της προτερήματα δεν εφαίνετο ότι ήτο ανώτερον από τα άλλα. Όλα τα είχε συγκερασμένα με ξεχωριστή αρμονία. Εκείνο το φιλόφρον ήθος, που εις τους πολιτισμένους είναι μίμησις, εις την Μαλβίναν ήτο κάτι φυσικόν. Η καλή της συμπεριφορά και οι ευγενικοί της τρόποι δεν προήρχοντο από βιασμένην επιείκειαν ούτε ήσαν απόρροια λογισμένης σκέψεως. Όσα ήρεσκαν εις τους άλλους ήρχοντο εις το πνεύμα της πριν ή συναισθανθεί το εις εαυτήν αρέσκον.

Η Μαλβίνα όταν επεριποιείτο ξένον εφέρετο όπως θα εφέρετο ο περιποιούμενος φίλον. Όταν δε επεριποιείτο φίλους είχε κάτι το υπερτέρως εράσμιον. Έπρεπε να είναι κανείς περιπόθητος εις την Μαλβίναν, όπως η Μιλαίδη Χέριντεν για να γνωρίση στην εντέλεια τι είναι αφόσίωσις φιλίας, χάριν της οποίας ο άνθρωπος θυσιάζει την περιουσίαν του χωρίς υπολογισμόν και την ζωήν του χωρίς φειδώ.

Η αγαθοποιός διάθεσις της Μαλβίνας θα ήτο τι ανεξάντλητον, και είναι αδύνατον να παρασταθή πόσον ευφραίνετο όταν συνεργούσε προς ευτυχίαν άλλου. Η μακρά συνήθεια να ευχαριστήται αγαθοποιούσα, ηύξανεν αδιαλείπτως την φιλανθρωπίαν της και την έκαμνε να θεωρή χαμένον παν ότι δεν έδωκε.

Η Μαλβίνα είχε καρδίαν δεκτικήν σφοδροτάτου πάθους αγάπης, εντούτοις δεν έτυχε ναγαπήση άλλον τινά παρά την Κλαίρην. Ενετρύφα εις την προς αυτήν στοργήν της και δεν εσυλλογίζετο ότι υπάρχει εν τω κόσμω και άλλου είδους αγάπη. Μόνον μία σφορδά ανδρική αγάπη θα ηδύνατο να την αποσπάση από την πλάνην της· αλλ' ο σύζυγος με τον οποίον την ένωσαν, ανόμοιος προς αυτήν και κατά την ηλικίαν και κατά το ήθος, δεν ήτο ο κατάλληλος να της εμπνεύση το θείον εκείνο πάθος.

Διά τούτο η Μαλβίνα άλλον καρπόν δεν έδρεψεν από τον ανάρμοστον γάμον της, παρά αναλλοίωτον πραότητα και την γλυκείαν συναίσθησιν, ότι εξεπλήρωσε τα καθήκοντά της με αυστηράν ακρίβειαν.

Εντροπαλή και άτολμη εκοκκίνιζεν οσάκις την παρετήρουν. Και όπως με τα θέλγητρά της επεσκίαζε κάθε άλλην φημιζομένην εμορφιάν, έτσι και με την αρετήν της υπερέβαινε κάθε καλωσύνην. Όσοι την έβλεπαν εκυριεύοντο από θαυμασμόν, και μόνον η ιδία δεν ήξαιρε οποίων αισθημάτων πρόξενος ήτο η παρουσία της.

Ενόσω εζούσεν ο άνδρας της κανείς δεν ετολμούσε να θέση την αρετήν της εις διάπειραν. Αλλά όταν έμεινε χήρα, δεν έλειψαν να την ζητήσουν εις γάμον. Ωστόσο η ψυχή της βαρεμένη από μακράν στενοχωρίαν ησθάνετο ανάγκην αναπαύσεως μάλλον ή ταραχής. Έσπευσε λοιπόν προς την Λαίδην Χέριντεν καταφρονούσα κάθε άλλην τέρψιν.

Εκεί ηύρε την φίλην της δυστυχισμένην και ησθάνθη άρρητον προς αυτήν αγάπην. Όστις δεν ιδή τον αγαπημένον του να πάσχη δεν ξαίρει ακόμη μέχρι τίνος βαθμού ημπορεί ναγαπήση.

Έτσι η Μαλβίνα έως είκοσι τεσσάρων ετών δεν ησθάνθη έρωτα και ενόμιζε πλέον την ψυχήν της ανεπίδεκτον του πάθους τούτου. Αλλά διότι δεν έπαθε κανείς μέχρι τινός, ποίος τον διαβεβαιώνει ότι θα μείνει μέχρι τέλους απαθής;

Και αλίμονον! διατί εκείνη να το αγνοεί αυτό;

Είχε μάλιστα λάβει και σταθεράν απόφασιν ναποκρούση τον έρωτα, αν τυχόν της επαρουσιάζετο. Δεν είχεν υποσχεθή τούτο μεθ' όρκου προς την μητέρα της Φανής; Δεν ώφειλε τάχα ναφιερώση το υπόλοιπον της ζωής της προς εκπλήρωσιν ιερού χρέους, προς ανατροφήν της θετής θυγατρός της;

Με τοιαύτας διαθέσεις τίποτε άλλο δεν της εφαίνετο πλέον κατάλληλον από τον μονήρη βίον, τον οποίον επερνούσε. Ο στοχασμός ότι θα ζήσει εις το εξής μακράν από τον θόρυβον της κοινωνίας, διά να παραδοθή χωρίς περισπασμούς εις τας αναμνήσεις της και εις την ανατροφήν του κοριτσιού της αγαπητής φίλης της, ο στοχασμός αυτός συνεκερνούσε με κάποιαν γλυκύτητα τας πικρίας των θλίψεών της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'. Η ΠΛΗΣΙΕΣΤΕΡΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑ.

Η Μαλβίνα την άλλην ημέραν εξύπνησε πολύ αργά. Άμα ενεδύθη επλησίασεν εις έν παράθυρον. Εκεί της επροξένησε κατάπληξιν το μεγαλοπρεπές θέαμα το οποίον αντίκρυσαν ο οφθαλμοί της. Τα γαλανά και διαυγή νερά της λίμνης απλώνοντο μακράν και οι ατμοί της δεν άφιναν την όρασιν να διακρίνη τας όχθας. Επί της μιας τούτων υψώνοντο βουνά απ' εδώ κατάφυτα με σκιεράς ελάτας, των οποίων αι κορυφαί επεριφρονούσαν τον άνεμον, απ' εκεί διακοπτόμενα από βαθείας χαράδρας, από τας οποίας επήγαζαν πλατείς και ορμητικοί χείμαρροι αποτελούντες θαυμαστήν αντίθεσιν προς την ηρεμίαν της αντίπεραν όχθης. Επάνω δε εις αυτήν ήσαν επισωρευμένοι όγκοι γρανίτου παμμέγιστοι, ο ένας επί του άλλου σχηματίζοντες απόκρημνα βουνά κατάξηρα. Η εικών του χάους και της φθοράς του παντός.

Ενώ η Μαλβίνα έβλεπε με προσοχήν αυτά τα πράγματα, άκουσε φωνήν δυνατήν, η οποία την ερωτούσε με ενδιαφέρον, πώς πέρασε. Εγύρισε και είδε την κ. Μπιρτών, φέρουσαν κομψόν νυκτερινόν φόρεμα και μειδιώσαν.

— Αι, ωραία μου εξαδέλφη, εδώ, βλέπετε, δεν υπάρχει η παντοτεινή γλύκα της ευφόρου Γαλλίας. Εκεί η φύσις είναι φαιδρά και πολύδωρη, εδώ όμως είναι κατηφής και αγρία, ως που νάρθη η άνοιξις και φαιδρύνη οπωσδήποτε τα άγρια βουνά μας, ιδού έχεις ωραίους πίνακας, ζωγράφων αρίστων έργα, τα οποία εφρόντισα να βάλω στο δωμάτιόν σου, διά να τέρπεσαι. Εγώ αλήθεια προτιμώ να βλέπω καλύτερα τον ωραίον μεσημβρινόν ουρανόν της Γαλλίας και Ιταλίας έστω και εις εικόνας, παρά την αγρίαν αυτήν Σκωτίαν εις την πραγματικότητα.

Η Μαλβίνα ρίψασα βλέμμα πέριξ είδε πράγματι ωραίας τινάς εικόνας φιλοκάλως διατεθειμένας επάνω εις τους τοίχους τους ταπετσαρισμένους με πράσινο χαρτί.

Με ευγνωμοσύνην έπιασε τα χέρι της κ. Μπιρτών και είπε:

— Σας ευχαριστώ, εξαδέλφη μου. Όποιος φροντίζει τόσο για μια μουσαφίρισσα, χωρίς άλλο φαίνεται ότι κάμνει ευτυχείς όλους τους περί αυτήν.

— Αυτός είναι τουλάχιστον ο καθαυτό σκοπός μου, απεκρίθη η κ. Μπιρτών, και ο σκοπός αυτός μέκαμε να κατοικήσω σαυτή την ερημιά. Η γη αυτή ανήκει εις τιμαριώτην άρχοντα κέχει μέγαν αριθμόν υποτελών, τους οποίους επιστατώ εγώ, τους ανακουφίζω, όσον ημπορώ, κεπειδή με θεωρούν ως κυρίαν της τύχης των, τους φέρομαι έτσι, που να με θεωρούν και πηγήν της ευτυχίας των.

Τους λόγους αυτούς η κυρία Μπιρτών τους επρόφερε με κάποιαν έμφασιν.

Η Μαλβίνα επευφήμισεν, αλλ' όχι εγκαρδίως, διά τούτο κατόπιν κατηγόρησε τον εαυτόν της ενδομύχως, διότι δεν συνησθάνθη, όσον έπρεπε, την αρετήν της εξαδέλφης της.

Εν τούτοις ολιγώτερον επιεικής και μάλλον έμπειρος θα εσκέπτετο ότι αγαθότης επιδεικνυομένη και τρόπον τινά εκβιάζουσα τους περί αυτήν να την ιδούν και να την θαυμάσουν δεν παύει μεν ίσως να είναι αξία τιμής, παύει όμως να είναι αξιαγάπητη.

— Επειδή με συγχωρήσατε, αγαπητή μου, να περάσω ολίγες ημέρες χωρίς να κατέβω εις την συναναστροφήν σας, είπεν η Μαλβίνα, έτσι θα μείνω για πάντα εδώ μακράν της κοινωνίας, που την άφισα από καιρόν τώρα.

— Είσθε ολωσδιόλου ελευθέρα, απεκρίθη η κ. Μπιρτών, εγώ εφρόντισα πάντοτε να παρέχω τόσην άνεσιν εις τους φίλους που έρχονται εδώ, ώστε να νομίζουν ότι ευρίσκονται στο σπίτι τους, και βέβαια δεν θα κάνω εξαίρεσιν εις την εξαδέλφην μου. Επιτρέψατέ μου μάλιστα να σας πω ότι ήδη εις την αίθουσάν μου έχω συναναστροφήν αταίριαστη με την διάθεσίν σας. Είναι κάτι νέοι εύθυμοι και θορυβώδεις. Όταν θα μείνωμεν μόνοι οι οικείοι, τότε θα με αξιώσετε βέβαια της συναναστροφής σας.

Η Μαλβίνα υπέκλινε χαιρετίσασα.

Ακολούθως εις διάστημα πολλών ημερών ολίγας φοράς μόνον είδε την οικοδέσποιναν, αλλά και ουδόλως παρεπονέθη διά τούτο.

Η λύπη είχεν αυξήσει την ευλάβειάν της και η έξις αύτη η τόσον οικεία εις τας τρυφεράς ψυχάς την κατέστησεν εις άκρον φιλέρημον.

Εν τούτοις η αθώα και αφελής Τομκίνα δεν ηυχαριστείτο να βλέπη την κυρίαν της κατάκλειστη. Ενόμιζε, και δικαίως, ότι η συναναστροφή θα ημπορούσε να διασκεδάση το πένθος της και της εφαίνετο πολύ άσχημα να την αφίνει η κ. Μπιρτών έτσι απομονωμένην να κλαίη, ενώ η αίθουσά της ήτο γεμάτη χαράν και ευθυμίαν. Μίαν ημέραν λοιπόν ενώ έφερνε πρόγευμα εις την κυρίαν της, ετόλμησε να την ερωτήση.

— Μήτε σήμερα δε θα κατέβητε, κυρία; αύριον φεύγουν πλέον οι ξένοι, τουλάχιστον επωφεληθήτε την τελευταίαν ημέραν και κατεβήτε. Θα διασκεδάσετε, και θα ξεσκάσετε λίγο.

— Καλή μου Τομκίνα, είπεν η Μαλβίνα, καμιά διάθεση για διασκέδαση δεν έχω, το ξαίρεις.

— Όχι δα . . . μη έτσι. Αν ηθέλατε τουλάχιστον να δοκιμάσετε . . . Και έπειτα ξαίρετε, όλοι έχουν τόσην επιθυμίαν να σας ιδούν.

— Αλλά κανείς εδώ δεν με γνωρίζει.

— Τι με τούτο; άκουσαν τόνομά σας κέχουν πολύν — και δικαιολογημένον — πόθον να σας γνωρίσουν και προσωπικώς. Καθένας τους μερωτά. «Διατί η κυρία σου δεν φαίνεται; Διατί κρύπτεται; Μήπως είναι άσχημη; Εγώ τους αποκρίθηκα ότι μέσα στα τρία τους βασίλεια (1) δεν θα εύρουν την ομοίαν σας, κέτσι ηύξησε περισσότερον η περιέργειά των.

— Και νομίζεις τώρα ότι πρέπει ναφίσω την ησυχία μου για να ευχαρίστησω την περιέργειάν των;

— Τομκίνα! Τομκίνα, διέκοψε τότε η Φανή, πες της μητέρας, ποιος ήταν εκείνος ο νόστιμος Λόρδος που ήθελε να την ιδή περισσότερο από κάθε άλλον, που με χάιδευσε και μου έδωσεν όλα αυτά τα γλυκά;

— Ναι ήταν ο Σερ Έδμον Σέυμουρ, ο ανεψιός της κ. Μπιρτών. Είναι, κυρία μου, ωραίος σαν άγγελος . . . . τόσον γλυκύς, τόσον χαρίεις. Αλήθεια λέγουν ότι είναι ολίγον άσωτος. Εγώ αυτό δεν το ξαίρω και δεν ανακατεύομαι εις των υπηρετών τας φλυαρίας.

— Καλά κάμνεις, Τομκίνα, απόφευγε τοιαύτας συναναστροφάς να είσαι ήσυχη· αλλά η εξαδέλφη μου μού φαίνεται αξιόλογη γυναίκα.

— Αυτό, κυρία μου, δεν το διαδεβαιώνουν εδώ, διέκοψεν η Τομκίνα, και μου είπαν πράγματα . . . αλλά τι με μέλει να πω κακό εγώ; το κακό αμέσως ακούεται. Επιθυμώ μόνον να συγκατανεύση η κυρία μου εις ό,τι την παρακάλεσα. Όταν την βλέπω να λυπάται σπαράσσονται τα σπλάχνα μου.

— Καλέ Τομκίνα, απεκρίθη με ιλαρότητα, άφησε εις εμένα την φροντίδα της διασκεδάσεώς μου. Πίστεψε μόνον ότι καλύτερα ευχαριστούμαι όταν είμαι μόνη, παρά όταν είμαι με συναναστροφήν.

Η Τομκίνα έσεισε την κεφαλήν, ως μη πειθομένη, αλλά και μη τολμώσα να αντείπη περισσότερον.

Εξήλθε σιωπηλή.

Την επιούσαν η κ. Μπιρτών εκάλεσε την εξαδέλφην της να καταβή εις το διαμέρισμά της, να πάρουν μαζί το πρόγευμα.

Η Μαλβίνα δεν ευχαριστήθη από την πρόσκλησιν, αλλ' έκρινεν ανάρμοστον να της αρνηθή και κατέβη εις το δωμάτιον της κ. Μπιρτών.

— Τέλος πάντων, φίλη μου, της είπεν εκείνη, άμα την είδεν, οι ξένοι μου έφυγαν και ημπορώ πλέον ναπολαύσω την τερπνήν συναναστροφήν σου.

— Φοβούμαι, αγαπητή μου, ότι δεν είμαι καθόλου επιτηδεία να συντελέσω προς τέρψιν, και αλίμονον αν δεν έχετε συναναστροφήν εκτός της ιδικής μου.

Διατί, εξαδέλφη μου, με πικραίνετε με τους μετριόφρονας αυτούς λόγους σας; Απεναντίας είσθε ερασμιωτάτη. Έπειτα δα δεν είμαι και ολότελα μόνη εις τον πύργον. Εις το γεύμα θα γνωρισθήτε και με τους άλλους συνοίκους. Αλλά τας εν τω μεταξύ ώρας τας εφύλαξα διά να σας απολαύσω μόνη μου.

Η Μαλβίνα εστεναχωρήθη διά το φιλοφρόνημα, αλλά δεν απήντησε. Μόνον ήρχισε να αισθάνεται πλήξιν προκαταβολικώς στοχαζομένη ότι έμελλε να υποφέρη πολλών ωρών συναναστροφήν. Έτσι ηύξανεν έτι μάλλον η αμηχανία της.

Εκάθισε κατηφής κοντά εις την θερμάστραν εμπρός εις τραπέζι πολυτελές, επί του οποίου προσεφέρθη το πρόγευμα. Και δεν την εβίαζε μεν η κ. Μπιρτών να τρώγη, εφρόντιζεν όμως να της δείχνη τα νόστιμα και διαλεχτά φαγητά του προγεύματος, προσπαθούσα να της διεγείρη την όρεξιν.

Η Μαλβίνα την ευχαριστούσεν, αλλά θα επροτιμούσε μεγαλυτέραν αμέλειαν και αφελή αδιαφορίαν, παρά τας προς τιμήν της τάχα περιποιήσεις, που δεν αφίνουν τον άνθρωπον ναναπνεύση ανέτως.

Ματαίως η κ. Μπιρτών επροσπαθούσε να δείξη καλωσύνην ψυχής, η φύσις δεν την είχε προικίσει με το αγαθόν τούτο. Έλειπεν από τας φιλοφρονήσεις της η ελευθεροπρεπής ειλικρίνεια και από τους λόγους της η θέλγουσα απλότης.

Μετά το πρόγευμα η κ. Μπιρτών επρότεινεν εις την Μαλβίναν να περιέλθουν τον πύργον. Την ωδήγησε λοιπόν πρώτον εις την οργανοθήκην, όπου της έδειξε άρπας, κιθάρας, πιάνα και άλλα είδη Ευρωπαϊκών οργάνων της μουσικής. Έπειτα επήγαν εις την βιβλιοθήκην, μεγάλην και κομψήν. Από εκεί εισήλθον εις ευρύχωρον πινακοθήκην, στολισμένην με αξιόλογα έργα γνωστών ζωγράφων.

Υπόγειες θερμάστρες εθαίρμαναν όλα αυτά τα δωμάτια, και οι σωλήνες των συνήρχοντο περί τον θάλαμον της κ. Μπιρτών. Άνωθεν των σωλήνων είχε θερμοκήπιον, όπου καλλιεργούντο καθ' όλας τας ώρας του έτους, οι ευώδεις θάμνοι, όσοι εις τα μαλακώτερα κλίματα φύονται εν ώρα θέρους. Δια μικρού δε ανοίγματος εντέχνως κατασκευασμένου το ρόδον, η πορτοκαλέα, το ηλιοτρόπιον μετέδιδον το άρωμά των εις τον κοιτώνα της κ. Μπιρτών, του οποίου οι τοίχοι ευφυώς ζωγραφισμένοι παρίστων πράσινον δάσος κατασπαρμένον με σωρούς ανθέων, τα οποία τόσο επιμελώς εμιμήθη η τέχνη, ώστε ενόμιζε κανείς απατώμενος και υπό της πραγματικής ευωδίας ότι ευρίσκεται μέσα εις ευανθή λειμώνα. Καθρέπται με τα περιθώρια ψιλοδουλεμένα εις έντεχνα φύλλα ηύξανον την μαγικήν του θαλάμου φαιδρότητα. Εις δε το βάθος κλίνη μεγαλοπρεπής υποκρυπτομένη υπό λεπτεπιλέπτου παραπετάσματος συνεπλήρωνε της ηδυπαθείας το καταγώγιον.

Η Μαλβίνα ήτο βεβαίως συνηθισμένη εις το σπίτι της και εις της Λαίδης Χέριντεν να βλέπη έργα πλούτου και τέχνης, αλλά τόσο επιτηδευμένην πολυτέλειαν ποτέ της δεν είχεν ιδή και θα της εφαίνετο παράδοξον ακόμη και αν την έβλεπεν εις Παρισίους και εις Λονδίνον, πολύ δε περισσότερον εις την Σκωτίαν. Πόσα τω όντι θα εδαπανήθησαν διά την εκεί μετακόμισιν όλων εκείνων των καλλωπισμών! Πόσαι χείρες εχρειάσθησαν διά την εξεργασίαν των! Πόσαι φροντίδες διά την διατήρησίν των!

Η κ. Μπιρτών μαντεύουσα τας σκέψεις της τής είπε:

— Απορείτε, ως φαίνεται, διότι ευρίσκετε μερικάς αναπαύσεις εις τα εσωτερικά της επαρχίας αυτής και ίσως να με μέμφεσθε, ότι υπήκουσα περισσότερον του δέοντος εις τας ορέξεις μου. Εν τούτοις θα μου συγχωρήσετε, ελπίζω την αδυναμίαν μου αυτήν, όταν μάθετε ότι έχω ήδη συστήσει ευαγή ιδρύματα αγαθοποιίας διά τους δυστυχείς. Έχω, φιλτάτη, εις ένα διαμέρισμα του πύργου μου σχολείον διά τα παιδιά, νοσοκομείον διά τους ασθενείς, σιδηρουργείον εκ του οποίου μοιράζω εις τους πτωχούς εργάτας εργαλεία και σίδηρον ακόμη, διά να κερδίζουν τα προς ζωήν.

— Ω βέβαια, έτσι κανείς δεν ημπορεί να σας μεμφθή διά την πολυτέλειάν σας. Είναι πολύ αιτιολογημένον να ευχαριστήση κανείς ολίγον και τας ιδικάς του ορέξεις, αφού προηγουμένως εφρόντισε να ευεργετήση τους άλλους.

Αλλά ας πάμε λοιπόν να επισκεφθώμεν τα φιλανθρωπικά σας ιδρύματα, διά να θαυμάσω εκεί την αρετήν σας, όπως εδώ την φιλοκαλίαν σας.

— Προθύμως ήθελα εκπληρώσει την δικαίαν άλλως τε επιθυμίαν σας, είπεν η κ, Μπιρτών, αλλ' επειδή έχω διωρισμένον να επισκέπτωμαι τα καταστήματα εκείνα μόνον δύο φοράς την εβδομάδα, δεν θέλω να παραβώ την τάξιν, μήπως γίνω κακόν παράδειγμα εις τους επιστάτας, και αρχίσουν και αυτοί να παραβαίνουν τα διαταγμένα, μιμούμενοι εμένα.

— Όπως αγαπάτε, απεκρίθη η Μαλβίνα, απορούσα διά την ολίγον βιασμένην αυτήν αιτιολογίαν, αλλά δεν ημπορώ τάχα να υπάγω μόνη;

— Όχι, φιλτάτη. δεν θέλω να στερηθώ την ευχαρίστησιν να σας οδηγήσω εγώ εκεί.

Η Μαλβίνα δεν επέμεινε. Ωστόσο, αν και ούτε εις τους λόγους ούτε εις τους τρόπους της κ. Μπιρτών εύρισκε τίποτε το άξιον να την κατηγορήση, ησθάνετο όμως ότι είχεν εις το όλον της κάτι αντιπαθητικόν. Ο νους της Μαλβίνας ήταν ευδιάθετος προς επιείκειαν, αλλά η καρδία της είχεν οξύ το διαγνωστικόν και διησθάνετο τα κρύφια ελατήρια των ομιλούντων μαζί της. Προτού να σκεφθή εδέχετο αμέσως την ηθικήν εντύπωσιν των εκτός. Πολλάκις μάλιστα εμάλωνε τον εαυτόν της διά τα παράδοξα ταύτα συναισθήματά της, αλλά δεν ημπορούσε να τα κατασιγάση. Σκεπτομένη ακολούθως επροσπαθούσε να πείσει τον εαυτόν της ότι έχει άδικον, αλλ' η καρδία δεν υποχωρούσε εις του νου τα επιχειρήματα. Και αν κανείς ημπορούσε να απατήση την κρίσιν της, δύσκολον ήτο να εκφύγη τον προς διαίσθησιν αυτοματισμόν της.

Η κ. Μπιρτών βλέπουσα την Μαλβίναν ετοίμην ναναχωρήση είπε:

— Επιθυμούσα, φιλτάτη, να σας κάμω να λησμονήσετε ότι δεν είσθε στο σπίτι σας. Πέστε μου ειλικρινώς, σας παρακαλώ, αν προτιμάτε να γευματίζετε εις την κάμαρή σας. Ίσως τούτο φανή ολίγον παράξενον εις τους άλλους, αλλά τι με μέλει; Εγώ εσάς θέλω να ευχαριστήσω.

Κατά πρώτον η Μαλβίνα ήταν έτοιμη να δεχθή την πρότασιν, συλλογισθείσα όμως, ότι οπωσδήποτε ήτο υποχρεωμένη να περνά ολίγας ώρας την ημέραν με την εξαδέλφην της επροτίμησεν αι ώραι αύται να είναι ακριβώς αι του γεύματος, και είπε:

— Αν δεν σας είμαι άχαρις σύντροφος με την δυσθυμίαν μου αυτήν, αν όλοι σας ανέχεσθε να με βλέπετε έτσι κατηφή και σκυθρωπήν, ευχαρίστως θα κατεβαίνω εις το γεύμα.

— Αν θεληματικώς στέργετε να μας συντροφεύετε εις το γεύμα, φιλτάτη Μαλβίνα, πρέπει να είσθε βεβαία, ότι η συντροφιά σας θα με ευφραίνη. Διατί τάχα να μενοχλήση η λύπη σας· απεναντίας θέλω να μου κοινοποιήσετε τα παθήματά σας· και εγώ πολλά υπέφερα, γνωρίζω εκ πείρας τους πόνους εκείνους, των οποίων πηγή είναι η ευαισθησία, και δεν θα μείνω διόλου ασυμπαθής εις τους ιδικούς σας.

Η Μαλβίνα επίστευσεν εις τους λόγους της κ. Μπιρτών και την συνεπάθησε, αλλ' ησθάνθη συγχρόνως, ότι δεν θα προθυμοποιηθή ποτέ η ιδία να δείξη προς αυτήν τα τραύματα της ιδικής της ψυχής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'. ΝΕΑΙ ΓΝΩΡIΜIΑΙ.

Αφότου η Μαλβίνα είχε χάσει την αγαπητήν Κλαίρην, πρώτην φοράν ευρέθη εις τόσο μακράν συνομιλίαν· την υπέφερε με αγωνίαν. Εκουράσθη. Διά τούτο με ευχαρίστησιν επέστρεφεν ήδη εις το διαμέρισμά της.

Ενώ επερνούσε τον μεταξύ των θαλάμων διάδρομον, την εχαιρέτισε κάποιος κύριος, έως τριάντα ετών, ευγενής την μορφήν και εντροπαλός τα ήθος, χαριέστατος δε. Η Μαλβίνα ηρκέσθη να του ανταποδώση τον χαιρετισμόν με ελαφράν κλίσιν της κεφαλής και αντιπαρήλθε, χωρίς να διακόψη το περιπάτημά της.

Αλλ' όμως δεν συνέβη το ίδιον και εις τον κ. Πρίορ. Αν και άχρι τούδε μόνος αυτός από όλους τους συνοίκους δεν είχε λάβει την περιέργειαν να γνωρίση την κ. Σορκή, δεν ημπόρεσε όμως να κρύψη την έκπληξίν του, όταν την είδε. Και πράγματι, πώς ημπορούσε να την αντικρύση κανείς με αδιαφορίαν! Ποιος θνητός θα ηδύνατο να αντιβλέψη τα δυνατά και θελκτικά εκείνα μάτια και να μείνη χωρίς ιμέρους απολαύσεως!

Διά τούτο, μόλις επέρασεν η Μαλβίνα, ο κ. Πρίορ εγύρισε να την ξαναϊδή. Αφού δε εκείνη έγινεν άφαντη, αυτός έμεινεν αρκετήν ώραν ακίνητος και ενεός. Τέλος ήρχισε να περιπατή σιγά σκεπτόμενος, και προεξοφλών την χαράν, ότι έμελλε καθεκάστην ναπολαύη την συντροφίαν τοιαύτης χαριεστάτης κυρίας.

Ήτο αυτός Σκώτος ευπατρίδης, αλλ' η οικογένειά του δεν ήτο εύπορος. Τον παρεκίνησαν λοιπόν να γίνη κληρικός. Πρόθυμος εκείνος υπήκουσε εις των γονέων του το θέλημα. Ήτο φιλόμουσος και φιλομαθής και ως εκκλησιαστικός ήλπιζεν ότι θα ημπορούσεν ευκολώτερα να καταγίνη με την φιλολογίαν προς την οποίαν μεγάλην είχε κλίσιν.

Αλλ' αι τοιαύται σπουδαί δεν είναι βέβαια και πηγαί πλούτου διά τους μύστας των. Και επειδή καθώς εις όλα τα επαγγέλματα, ούτω και εις το στάδιον του κληρικού επιτυγχάνει τις, μόνον όταν είναι επιδέξιος και ραδιούργος, παρά επιστήμων και χρηστοήθης, ο καλός Πρίορ δεν κατώρθωσε να εύρη θέσιν κατάλληλον, διά να πορίζεται τα προς τον βίον.

Ενώ λοιπόν ευρίσκετο εν αμηχανία εις Έδιμπουργκ, την πρωτεύουσαν της Σκωτίας, εγνωρίσθη μετά της κ. Μπιρτών, η οποία είχε μεταβή εκεί διά περιήγησιν.

Η κ. Μπιρτών είχεν αρκετήν οξύνοιαν, ώστε να εκτιμήση το πνεύμα του κ. Πρίορ. Το εθεώρησεν ευτύχημα να έχη εις τον οίκον της άνθρωπον από σημαντικόν γένος και του προσέφερε την εφημερίαν της Εκκλησίας του Πύργου της, με μισθόν ετήσιον εκατόν Αγγλικών λιρών.

Τόσον δε εδελέασε τον Πρίορ ο εύχαρις τρόπος της κ. Μπιρτών και τόσον ενθουσιάσθη από την ελπίδα ναφιερωθή εις τας μελέτας του μέσα εις τα άγρια τοπία του Μπρήντελβεν, ώστε προθύμως απεδέχθη την θέσιν.

Κατ' αρχάς εγοητεύθη από την γραφικήν θέσιν της ερημικής κατοικίας του, αλλ' ότε εισεχώρησεν εις τα εσώτερα του πύργου, απόρησε πολύ περισσότερον, παρ' όσον κατόπιν η Μαλβίνα, η δε κομψή εκείνη και πολυτελής χλιδή τον ενέβαλαν εις πολλάς υποψίας. Αλλ' οποιαδήποτε και αν ήσαν τα περί της κ. Μπιρτών φρονήματά του, δεν έκρινε καλόν να εκμυστηρευθή ποτέ εις κανένα έως τώρα.

Όταν η Μαλβίνα κατέβη εις το γεύμα, ηύρεν εκεί εκτός του κ. Πρίορ και δύο αγνώστους της γυναίκας, αι οποίαι της έρριχναν βλέμματα περίεργα.

— Ωραία μου εξαδέλφη, σας συνιστώ ευχαρίστως τους φίλους και συγκοινωνούς της ερημίας μου. Η νέα σύντροφος που αποκτούν θα τους γεμίση μεγάλην χαράν. Ιδού ο κ. Πρίορ, ιερεύς του πύργου μου, η ευγενής καταγωγή του είναι το μικρότερον από τα προτερήματά του. Εδώ ασχολείται εις έργον πολύ μικρόν ως προς την παιδείαν και τα φώτα του και γνωρίζω χάριν εις την προς αυτόν δυσμένειαν της τύχης, η οποία τον κρατεί πλησίον μου. Ιδού (εξηκολούθησε στρεφομένη προς πεντηκοντούτιδα κυρίαν) η κ. Μέλμορ, φίλη της μητρός μου, χήρα αξιωματικού.

Καταναλώσασα όλην την περιουσίαν της εις ατυχή δίκην, ήλθε να γίνη συγκοινωνός του μοναστικού βίου μου μαζί με την θυγατέρα της, την οποίαν βλέπετε παρούσαν. Η κόρη αύτη μόλις δεκαεπταέτις έχει ήδη σπάνια προτερήματα και δύναται να σας βοηθήση εις την ανατροφήν της μικράς ορφανής σας.

Η Μαλβίνα απεκρίθη χαριέντως, ότι ασμένως θα προσπαθήση να ωφεληθή από τα προτερήματα της καλής δεσποινίδος, αλλ' ως προς την ανατροφήν της μικράς, είπε, αύτη ανήκει καθ' ολοκληρίαν εις την μητέρα της.

— Αλλ' αν δεν απατώμαι, κυρία, είπε η κ. Μέλμορ, το ευγενές αυτό κοριτσάκι δεν είναι ιδικόν σας.

— Έχετε δίκαιον, κυρία, απεκρίθη η Μαλβίνα μόλις κρατούσα την συγκίνησίν της, αλλά η συμφορά την έκαμε περισσότερον προσφιλή εις εμέ, παρά αν ήτο φυσική μου θυγάτηρ.

— Εννοώ, είπεν η κ. Μέλμορ, θα είχατε φιλίαν στενήν με την μητέρα της, και μετά τον θάνατον εκείνης την υιοθετήσατε.

— Αφήσατε παρακαλώ, είπεν η κ. Μπιρτών ανεξέταστον την λεπτομέρειαν ταύτην, είναι πληγαί τας οποίας μόνος ο καιρός θεραπεύει.

— Είναι και άλλαι επρόσθεσεν η Μαλβίνα, επί των οποίων ο καιρός διέρχεται χωρίς να τας θεραπεύση.

— Ας μη απελπιζώμεθα, είπεν η κ. Μπιρτών. Ελπίζω να έχη κάποιαν αγαθήν επίδρασιν επί των συναισθημάτων σας ο ζήλος της ειλικρινούς μου φιλίας. Και την εφίλησεν εις το μέτωπον.

Καθ' όλον το διάστημα τούτο ο κ. Πρίορ σιωπών εκοίταζεν αδιακόπως την Μαλβίναν. Το περίλυπον εκείνο και ωχρόν πρόσωπόν της του εφαίνετο το θελκικώτερον παρ' όσα ποτέ είδεν επί ζωής του.

Κάθε λέξις την οποίαν επρόφερεν εκλόνιζε την καρδίαν του και απορούσε, πώς ήτον δυνατόν να τολμούν να ομιλούν και άλλες εμπρός της, τόσο ήταν εκείνη θελκτική και η φωνή της μαγεία.

Πρώτη η κόρη της κ. Μέλμορ κατάλαβε τα συναισθήματα του κ. Πρίορ.

— Μαντεύω, είπε, ότι της κ. Σορκή η λύπη μετεδόθη και στον κ. Πρίορ και κοντεύει να κλάψη για συμφορές, που δεν τις έμαθε ακόμη. Φαντασθήτε να τις μάθη κιόλας.

— Και τι μένει να μάθω ακόμα; απεκρίθη με τόνο ο κ. Πρίορ, η φωνή του προσώπου, τα χαρακτηριστικά, δεν διερμηνεύουν αρκετά της ψυχής τη διάθεση; Αν οι δυστυχείς δεν είχαν άλλο από λόγους για να παραστήνουν τη διάθεση της ψύχης τους, σας βεβαιώνω πολύ μικρή εντύπωση θα έκαμναν οι λόγοι τους μονάχα στις καρδιές των άλλων.

Η Μαλβίνα ύψωσε τα μάτια της προς τον κ. Πρίορ δείχνουσα με λεπτότητα ότι συμφωνεί μαζί του. Έως τότε δεν τον είχε παρατηρήσει ακόμη. Μόλις τώρα τον επρόσεξε και εσχημάτισε πολύ καλήν ιδέαν διά τον χαρακτήρά του. Ήτο σοβαρός και τραχύς κατ' επίφασιν, αλλ' η ευαισθησία του δεν ημπορούσε να διαφύγη την οξυδέρκειαν της Μαλβίνας.

Η κόρη της κ. Μέλμορ πολλάκις κατά το γεύμα ερώτησε την Μαλβίναν διά τας τέρψεις του Λονδίνου.

— Λίγο τας εγνώρισα, της είπε· η Μιλαίδη Χέριντεν μόνον χάριν του συζύγου της εσύχναζεν εις τοιαύτα κέντρα. Μα εκείνος πολύ σπάνια της το ζητούσε, κεγώ ποτέ δεν έβγαινα χωρίς αυτήν.

— Θεέ μου, είπε η νέα, είναι δυνατό, να μεταχειρίζεται κανείς τόσο άσχημα την ελευθερία του, να στερήται τους χορούς, τας διασκεδάσεις, τα θέατρα, όταν μάλιστα είναι αυτεξούσιος και ημπορεί να ταπολαύη όλα αυτά. Ως για μένα σας ομολογώ πώς αυτές οι χαρές είναι οι μόνοι μου πόθοι και τις προτιμώ καλύτερα κιαπό την τροφή.

— Πίστεψέ με, κόρη μου, την διέκοψεν η κ. Μπιρτών, όλα αυτά κανείς τα βαρυέται πολύ γρήγορα. Εγώ τα απόλαυσα όλα στα νιάτα μου, μέθυσα με ό,τι οι θρίαμβοι της φιλαυτίας έχουν ευχάριστο και γλυκό, μα όταν ήρθα αργότερα στον εαυτό μου, κατάλαβα πόσο μάταιες είναι αυτές οι απολαύσεις κιάφησα τον κόσμο, προτού να μαφήση εκείνος. Επιμόνως εζήτησε να με ξανατραβήξη πάλι, μα εγώ εναντιώθηκα στα δελεάσματά του και προτίμησα τας μόνας αληθινάς ευχαριστήσεις της ψυχής, την ευεργεσίαν και την φιλίαν. Και τώρα πια που δεν είμαι ούτε νέα ούτε ωραία, μένω ευχαριστημένη που δεν αφιέρωσα όλη τη ζωή μου στις ματαιότητες του κόσμου.

Η κ. Μέλμορ απαντώσα εις αυτά εξεθείασε της κ. Μπιρτών την φρόνησιν. Αλλά τα εγκώμια της ήταν τόσο υπερβολικά, ώστε η Μαλβίνα αηδίασε κέτσι δεν μπόρεσε να προσθέση και αυτή ένα λόγον επαινετικόν, όπως το απαιτούσε η ευγένεια. Είδε και στα χείλη του κ. Πρίορ ένα κρυμμένο χαμόγελο κιάρχισε ναμφιβάλη για την ειλικρίνεια των λόγων της εξαδέλφης της.

Κατόπιν την κατάκλυσαν οι θλιβερές αναμνήσεις και πριν τελειώση τα γεύμα εζήτησε συγγνώμη και ανέβη εις τον θάλαμόν της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'. Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Επειδή η Μαλβίνα δεν είχε μαζί της βιβλία, κατέβη ένα πρωί στης κ. Μπιρτών και εζήτησε την άδεια να πάρη μερικά από την βιβλιοθήκην της.

— Αγαπητή μου, είπεν η κ. Μπιρτών επειδή μου αρέσει να έχω καινούργια τα βιβλία μου, δεν συνηθίζω να δανείζω τα βιβλία μου στις κυρίες, γιατί τα μεταχειρίζονται με πολλήν αμέλεια, αλλά στη χάρη τη δική σας ποιος ημπορεί να μη λησμονήση τους κανονισμούς του; Σας αφίνω να διαλέξετε ό,τι θέλετε.

Η Μαλβίνα την ευχαρίστησε κάπως κρύα, γιατί τέτοιας λογής χάρη ήτο χειρότερη και από άρνησιν. Απεφάσισε να κάμη ολίγην χρήσιν της χάριτος αυτής. Προτού νανέβη εις το δωμάτιόν της εμβήκεν εις την βιβλιοθήκην και εστάθη εμπρός εις το τμήμα των Γάλλων συγγραφέων.

Αυτοί ήσαν της νεότητός της οι καλοί φίλοι, ανάμεσα εις αυτούς και την κ. Χέριντεν επέρασε τας καλυτέρας ώρας της ζωής της.

Εδάκρυσε, όταν είδε τον Montaigne. Η φαντασία της την έφερε αμέσως στη χαριτωμένη πατρίδα της, στο σπίτι του πατέρα της, όπου πρώτην φοράν είχεν αναγνώσει το «περί φιλίας» αξιόλογόν του σύγγραμμα.

Ήταν ακόμα τότε άγαμος καθώς και η Κλαίρη, η οποία ελάμβανε μέρος εις την ανάγνωσιν εκείνην. Εις κάθε φράσιν τα μάτια των υψώνοντο εις συνάντησιν ως να έλεγαν:

— Αυτά και μεις συναισθανόμεθα.

Αλλά τα δειλά των χείλη δεν ετολμούσαν να τομολογήσουν, διότι κάποια κρυφή συστολή — η πιστή συντρόφισσα των πρώτων εντυπώσεων των νεαρών ψυχών — δεν άφινε τα καρδίας των να το εκφράσουν.

Απορούσαν, διότι η φύσις τις εφαίνετο πιο ωραία, αφότου ήρχισαν να την θαυμάζουν μαζί. Τα άνθη ήταν πιο όμορφα, αφότου τα έκοπτον η μια για την άλλη.

Ευρισκόμεναι εις ευδαιμονίαν για την αμοιβαίαν των φιλίαν παρεδίδοντο με ευφροσύνην εις το αίσθημα το οποίον τας ετραβούσε συναλλήλως. Ωστόσο δεν εγνώριζον καν την πηγήν της ευτυχίας των αυτής.

Εις τας απαλάς και αδόλους εκείνας ψυχάς η καθαρά και άκακη φιλία είχε συνάμα τας στενοχωρίας και τα θέλγητρα νεογεννήτου έρωτος.

Αυτές αι αναμνήσεις ήρθαν επανωτές εις τον νουν της Μαλβίνας και καθεμία των έφερνε δυνατούς παλμούς στην καρδία της.

— Ω πρώτη εποχή της ζωής! εφώναξε κλαίουσα, εποχή μαγική! πέρασες τόσο γρήγορα και άφισες πόθους αιωνίους! Πόσα ίχνη βαθιά χαραγμένα στη μνήμη μου άφησε το πέρασμά σου!

Ενώ εμονολογούσεν έτσι η Μαλβίνα, έξαφνα άνοιξε η θύρα και παρουσιάσθη ο κ. Πρίορ με μερικά βιβλία στα χέρια.

Άμα είδε την Μαλβίναν, την εχαιρέτισε με σεβασμόν και τραβήχτηκε πίσω να φύγη. Αλλά εκείνη εσηκώθη και του έκαμε σημείον να σταθή.

— Μην ταράττεσθε, κύριε, του είπε με μαλακή φωνή, εγώ αναχωρώ.

Αλλ' ο κ. Πρίορ, άμα την είδε έτσι να περνά με το κεφάλι σκυμμένο, εσύμπλεξε τα χέρια του και ανεφώνησε.

— Αλλά, Θεέ μου, πώς παιδεύεις τέτοια σου πλάσματα, και οι κακοί ευτυχούν και απολαύουν αγαθά περισσότερα από όσα επεθύμησαν!

— Η φωνή αυτή έκαμε βαθειά εντύπωση εις την ψυχή της Μαλβίνας· εγύρισε λοιπόν προς τον κ. Πρίορ με τα μάτια δακρυσμένα ακόμη και είπε:

— Ναι αλήθεια, πολύ σκληρά τιμωρήθηκα. Και εζούσα αθώα και δεν ήμουν άξια τόσης τιμωρίας.

— Μη παραπονείσθε κατά του Θεού, είπεν ο κ. Πρίορ. Έλθετε πλησίον του και θα σας δεχθή· παρακαλέσετέ τον και θα σας ακούση. Προσέρχεται εις τας ταπεινάς καρδίας και δεν αποστρέφει το πρόσωπόν του, όταν ακούη τη φωνή του θλιμμένου.

— Είσθε, κύριε, αγαθός και εύσπλαχνος, καθώς βλέπω, και στήριγμα των θλιβομένων, καθώς απαιτεί το σχήμα σας.

— Αι! απεκρίθη εκείνος, αν μπορούσα νάχω την ελπίδα πως θα είμαι ικανός να φέρω κάποια παρηγοριά στην ψυχή σας, από σήμερα θα θεωρώ τον εαυτό μου πολύ ευτυχή.

— Είμαι, κύριε, ένα ελάχιστο μέλος του ποιμνίου, που είναι εμπιστευμένον εις την επιστασίαν σας. Δέχομαι ευγνωμώνως την πνευματική σας βοήθεια. Ίσως με διδάξετε να υποφέρω τον θάνατον, που με άφισε μόνην εις τον κόσμον.

— Αυτή τη βοήθεια μην τη ζητάτε από μένα, αλλά από την υψηλήν ιδέαν, που παρηγόρησε όλους τους ανθρώπους όλων των αιώνων· από την ελπίδα, λέγω, της αθανασίας, η οποία είναι σαν άγκυρα της ψυχής μέσα σαυτό το πέλαγος, όπου κάθε λίγο προσβαλλόμεθα από τα άγρια κύματα των παθών.

Ο θάνατος άλλο δεν είναι παρά η έξοδος της ψυχής από το γνήσιον σκήνωμα. Αποσπάσατε τα βλέμματά σας από την γην και υψώσατέ τα προς την αχειροποίητον εκείνην κατοικίαν, που υπάρχει προ αιώνων. Εκεί αναζητήσατε την φίλην σας και θα την εύρετε.

— Αισθάνομαι κάποια ανακούφιση από τους λόγους σας, είπε η Μαλβίνα. Ποτέ δεν αμφέβαλλα ότι ο Θεός δεν θα μας έκαμνε βέβαια δυστυχείς, αν ήθελε μας πλάσει θνητούς. Το πιστεύω περισσότερο τώρα που μου το λέτε σεις και σας γνωρίζω χάρη για τούτο.

Η Μαλβίνα ήτο πολύ ευχαριστημένη, διότι ηύρε άνθρωπον με τον οποίον συνεννοείτο τόσο καλά. Πολλήν παρηγορίαν ελπίζουσα από την συναναστροφήν του κατέβη πρόθυμα εις το γεύμα.

Όταν εμβήκεν εις την αίθουσαν, ηύρε την κ. Μέλμορ να καταγίνεται με το κέντημά της, και την θυγατέρα της να διαβάζη κάποιο φυλλάδιο.

Άμα είδε αυτή την Μαλβίναν να εμβαίνη άφισε αποτόμως το βιβλίον.

— Θα ημπορέσης, Κίττη μου, της είπε η μητέρα της να διηγηθής εις την κυρίαν αυτό που σου παρήγγειλε ναναγνώσης η κ. Μπιρτών.

— Μάλιστα, απεκρίθη η νέα, και αν η κυρία Μπιρτών εφέρετο προς τους άλλους, όπως επιθυμεί να φέρωνται προς εκείνην οι άλλοι, αναμφιβόλως έπρεπε νακούσω από το στόμα της κανέναν έπαινον. Μα όταν θέλη κανείς μόνος ο ίδιος να επαινήται, βέβαια δεν του πάει να επαινέση και άλλον.

— Τι λες, παιδί μου! είπε η μητέρα, λησμονείς για ποιαν ομιλείς και εμπρός εις ποίαν ομιλείς;

— Αλήθεια, μαμά, δεν ξαίρω πώς μπορεί κανείς να βιάζη τον εαυτό του και να στεναχορείται! Ως για μένα τόσο πολύ βαρέθηκα την εδώ ζωή κιαυτά τα διαβάσματα, ώστε δεν μπορώ πια να το κρύβω.

— Και γιατί να το κρύβετε; είπε η Μαλβίνα, οι διασκεδάσεις και η ευθυμία είναι τα χαρακτηριστικά της ηλικίας σας, και δεν νομίζω ναπορή για τούτο η κ. Μπιρτών. Είναι αρκετά λογική.

— Να απορή, λέτε; Αν ήταν μόνον αυτό, λίγο θα μέμελε. Πώς μπορεί να μου συγχωρέση το ασυγχώρετο αμάρτημα, ότι δεν μένω ευχαριστημένη στο σπίτι της! Έπειτα, ξαίρω κεγώ . . . είναι όχι λίγο προδιατεθειμένη να θυμώνη εναντίον μου παραλόγως, γιατί έξαφνα ο σερ Έδμον Σέυμουρ έδειξε κατά το τελευταίο του ταξίδι κάποια κλίση προς εμένα.

Βέβαια και δεν το νομίζω σπουδαίο πράμα του σερ Έδμον αυτήν την προτίμησιν, γιατί ξαίρω τι άστατος είναι. Ξαίρω πως σε χίλιες άλλες λέει τα ίδια που είπε και σε μένα. Μα κιαλλιώς να ήτανε (που μπορεί να είναι κιόλας), αναμφιβόλως η κ. Μπιρτών θα αναγκάσει τον ανεψιό της να πάρη γυναίκα της δικής της εκλογής. Ούτε πρέπει να ελπίζω, μητέρα, την προίκα που έταξε σεμένα, παρά μόνον αν στρέξω να υπανδρευθώ κατά τη δική της αρέσκεια και όχι κατά τη δική μου.

Η κόρη βέβαια δεν είχε σκοπό να σταθή έως εδώ, αλλά η μητέρα πρόλαβε και έκοψε τη φόρα της.

— Σώπα, Κίττη, της είπε με τόνον εμφαντικόν μάλλον, παρά ωργισμένον. Μάθε να σέβεσαι τη γενναία γυναίκα που μας φιλοξενεί στο σπίτι της.

— Ω, Θεέ μου, τώρα σου ήρθε η ευσυνειδησία! είπε προπετώς η νέα· δεν σάκουσα τάχα χιλιάδες φορές να την κακολογής χειρότερα από μένα!

— Μπορεί, είπε στενοχωρημένη η κ. Μέλμορ, αλλά ξαίρω τουλάχιστον με ποιον ομιλώ.

— Ελπίζω, κυρίες μου, είπε σοβαρά η Μαλβίνα, ότι δεν με παίρνετε ικανήν να τα επαναλάβω όσα ακούω. Ίσως αυτά με κινούν εις απορίαν, αλλά τίποτε περισσότερο, και μένετε ήσυχες.

— Δεν αμφιβάλλω γιαυτό το πράμα, απεκρίθη η κ. Μέλμορ πραϋνομένη.

Κυρία προικισμένη με τόσες αρετές δεν εκστομίζει βέβαια ότι δεν πρέπει.

Αλλά επιπλήττω την κόρην μου, γιατί μιλεί με την ίδια ελευθεροστομία μπροστά σε όποιον τύχη. Εννοείται, κυρία, με πόση φρόνηση πρέπει κανείς να εκφράζεται για κείνους από τους οποίους κρέμονται όλες οι ελπίδες της υπάρξεώς του.

— Όχι, κυρία μου, εγώ δεν τα παίρνω έτσι τα πράγματα, απεκρίθη ολίγον ξηρά η Μαλβίνα, και μάλιστα φρονώ ότι ή δεν πρέπει να δεχόμαστε τίποτε από ανθρώπους που δεν μπορούμε να τους αγαπούμε, ή αλλιώς δεν έχουμε κανένα δίκαιο να παραπονιούμαστε εναντίον των.

Πριν προφθάση ναποκριθή η κ. Μέλμορ, εμβήκε η κ. Μπιρτών.

— Καλημέρα, φίλτατές μου, τις λέγει, χαίρω από καρδίας, που σας βλέπω μαζί· λυπούμαι για τας στιγμάς που έχασα μακράν από τη συναναστροφή σας, αλλά τουλάχιστο με είχετε εις τον νουν σας; με ενθυμήθητε καθόλου;

— Και υπάρχει αμφιβολία; απεκρίθη η κ. Μέλμορ μαλακύνουσα την φωνήν της, δεν είσθε σεις εδώ η ψυχή όλων;

Οι κολακευτικοί αυτοί λόγοι έγιναν δεκτοί με κομψόν μειδίαμα της κ. Μπιρτών, αλλά και με περιφρονητικό βλέμμα της Μαλβίνας.

Εν τούτοις εισήλθε ο κ. Πρίορ φέρων υπό την μασχάλην σωρόν από χαρτιά.

— Τι καλά μας φέρνετε, κ. Πρίορ; ερώτησε η κ. Μπιρτών.

— Τα ποιήματα του Οσσιανού. Όσα δηλαδή εμπόρεσα να συνάξω.

— Ουφ! διέκοψεν η Κίττη. Τι υπομονή να κάθεται κανείς να γράφη τέτοιες ελεεινές ψαλμωδίες!

— Και πόση πάλιν η δική σας η τόλμη, να ονομάζετε έτσι τα πλήρη ύψους αυτά ποιήματα, με τα οποία ο Οσσιανός απεθανατίσθη! εφώναξεν ο κ. Πρίορ· εις τον τόπον αυτόν, όπου εγεννήθη ο αξιοθαύμαστος αυτός άνθρωπος, ανάμεσα σαυτά τα βουνά τα οποία και όταν θα τα καταστρέψη ο πανδαμάτωρ χρόνος θα μείνουν αιωνίως περίφημα δια την μεγαλοφυίαν εκείνου! Επάνω στο ιστορικό αυτό έδαφος της παλαιάς Καληδονίας τολμάς να αμφισβητήσης την δόξαν του Φιγκαλίδη; Δεν φοβάσαι;

— Μήπως ο δαίμονας των βουνών καβάλλα σε νεφελώδη ίππον με διατρυπήση με την ομιχλώδη του λόγχην; απεκρίθη με χαμόγελα η Κίττη. Όχι μα την αλήθεια εγώ δεν φοβούμαι και όταν ακόμα, κ. Πρίορ, νυχτώνη κι αρχίζουν οι άνεμοι να σφυρίζουν μέσ' στο δάσος και νανυψώνωνται της λίμνης αι αναθυμιάσεις και να ρυάζονται τα σκυλιά εδώ γύρο, πάλι δεν θα με τρομάξη η οργή του Οσσιανού σας.

— Κίττη, είπε η κ. Μπιρτών υπερηφάνως, για να κρίνη κανείς τέτοιο έργο πρέπει να είναι εις θέσιν να εννοήση το κάλλος του ή τουλάχιστον κάτι να έχη διαβάσει περί αυτού.

Η Κίττη έσκυψε προς την Μαλβίνα και της εψιθύρισε:

— Τότε λοιπόν θα κάμνη καλά να μην ομιλεί ούτε η ιδία γι' αυτόν.

Η κ. Μπιρτών δεν άκουσε βέβαια, αλλ' εταράχθη διά τον αλλόκοτον τρόπον της.

Η κ. Μέλμορ εννοήσασα το πράγμα έσπευσε να την εξιλεώση καταδικάζουσα αυτή πρώτη την κόρη της.

— Σας είπα πολλές φορές, φιλτάτη μου κυρία Μπιρτών, ότι η πολλή σας συγκατάβασις προς την Κίττη θα της κάνη κακό, αλλά ποτέ δεν θελήσατε να με ακούσετε και — μεταξύ μας ο λόγος — αν το ανθηρόν σας πρόσωπον το επέτρεπε, καθείς ήθελε απατηθεί εκ των τρόπων σας, να σας εκλάβη ως μητέρα της, τόσην στοργήν τρέφετε προς αυτήν.

Τούτο είναι το μόνον σας ελάττωμα, φιλτάτη μου, τούτο είναι το μόνο σας ελάττωμα και αφίσετέ με να σας το πω με ειλικρίνειαν, που είναι το φυσικό μου.

— Δεν εξουσιάζει κανείς την καρδιά του, αγαπητή μου, απεκρίθη η κ. Μπιρτών, υπάρχουν ψυχές, τις οποίες η πείρα δεν διορθώνει, αλλ' αιωνίως παρασύρονται από την μαλακήν των διάθεσιν.

— Η κ. Σορκή γνωρίζει άραγε το έργον του Οσσιανού; ηρώτησεν ο κ. Πρίορ προσφέρων εις την Μαλβίναν τα εις χείρας του χαρτιά.

— Το διάβασα στο Γαλλικό.

— Αυτό σημαίνει πως δεν γνωρίζετε τον Οσσιανόν. Ούτε εις την μετάφρασιν καν του Μάκφερσον γνωρίζεται ο Οσσιανός, ούτε και εις αυτήν πού έχω φιλοτεχνήσει εγώ. Αν δε βαρυέστε, κυρία, τας δυσκολίας, συγχωρήστε με να σας διδάξω την Ερσικήν γλώσσαν. Ελπίζω με την αναγέννησιν της φύσεως κατά την προσεχή άνοιξιν να εννοείται τους απογόνους του Μόρβεν, που τραγουδούν τα κατορθώματα των προγόνων των εις την καθαρά πρωτότυπη γλώσσα τους.

Η Μαλβίνα εδέχθη με χαράν την πρότασιν του κ. Πριόρ. Τότε η κ. Μπιρτών είπε ότι ήτο πρόθυμη κεκείνη νακούση μαθήματα της Ερσικής, και ώρισε μάλιστα ναρχίσουν από αύριον εις την βιβλιοθήκην.

Προς το εσπέρας η κ. Μπιρτών επήρε γράμμα και το εδιάβασε με προσοχήν και σοβαρότητα. Έρριπτε δε βλέμματα ανήσυχα στην Κίττη· η δε Μαλβίνα καθημένη κοντά της την ήκουσε να λέγη μόνη της «Τι έρχεται πάλιν; Τι τον τραβά λοιπόν εδώ »;

Τελευταία εδίπλωσε το γράμμα λέγουσα.

— Ο Έδμον μου γράφει, ότι έρχεται σε λίγες μέρες.

— Αλήθεια! εκραύγασε με χαρά η Κίττη.

— Στοχάζομαι, της είπε με χαιρεκακίαν η κ. Μπιρτών, ότι έρχεται να με συμβουλευθή για διάφορα πράγματα αφορώντα εις το συνοικέσιόν του με την Λαίδη Σούμεριλ. Ελπίζω βέβαια, ότι υποτασσόμενος εις το θέλημά μου κατάλαβε τέλος πόσο αξιόλογος είναι αυτός ο γάμος και δεν στοχάζομαι πως θα έχη κανείς εδώ την αφροσύνη και τη ματαιοδοξία να επιχειρίση να τον μεταπείση.

Η Κίττη εκοκκίνησε και η μητέρα της την εκοίταξε με βλέμμα ανήσυχο. Συγχρόνως δε η μεν κυρία Μπιρτών εφαίνετο ταραγμένη, ο δε κ. Πρίορ ήτο παραδομένος εις σκέψεις. Μόνη η Μαλβίνα έμενε αδιάφορη εις όλα τα περί αυτήν.

Την άλλην ημέραν η Μαλβίνα, ακριβής όπως ήτο, επήγεν εις την βιβλιοθήκην διά το μάθημα, όπως το είχεν ορίσει η κ. Μπιρτών. καθώς είπαμε.

Ηύρεν εκεί τον κ. Πρίορ και περίμεναν και οι δύο την κ. Μπιρτών.

Άρχισαν λοιπόν συνδιάλεξιν τόσον σπουδαίαν και ευάρεστον, ώστε ελησμόνησαν καν νανησυχήσουν ότι εκείνη δεν ήρχετο.

Τελευταία η κ. Μπιρτών τους εμήνυσε παρακαλούσα ναναβληθή το μάθημα δι' ολίγας ημέρας, διότι εκείνην μεν την ημέραν δεν είχε καιρόν, η δε επαύριον ήτο προωρισμένη διά την επίσκεψιν των ευαγών καταστημάτων του Πύργου.

Η Μαλβίνα απεκρίθη ότι θα περιμένει. Ενώ ετοιμάζετο να εξέλθη, ο κ. Πρίορ της είπε:

— Τόσο γρήγορα φεύγετε;

— Μου φαίνεται ότι έμεινα αρκετά.

— Ίσως έχετε δίκαιον, αλλ' εγώ δεν το αισθάνομαι. Οι στιγμές της παρουσίας σας μου είναι γλυκείαι ως ο ατμός της αυγής και περνούν σαν η δροσιά της.

— Σας βεβαιώνω, κύριε Πρίορ, η συναναστροφή σας μου είναι ευχάριστος και αν είναι αλήθεια ότι η εμπιστοσύνη ημπορεί να φέρη κάποιαν παρηγοριά, νομίζω ότι εις εσάς τον αξιοσέβαστον εδώ μέσα θα χρεωστώ τούτο το καλόν, ενόσω μένω εδώ.

— Επειδή γνωρίζω καλά τα πρόσωπα με τα οποία συζώμεν εδώ, δεν ημπορώ να περηφανευθώ γιαυτή την προτίμηση. Αν τώρα δι' αυτήν έχει κάποιο λόγο η συμφωνία των ιδεών μας, και όχι η σύγκρισις μεταξύ εμού και των άλλων, θα νομίζω την προτίμησιν αυτήν ως το καλύτερον δώρον του ουρανού.

Η Μαλβίνα απόρησε, γιατί δεν ημπορούσε να συμβιβάση το μετριόφρον ήθος του κ. Πρίορ με την τόσην αυταρέσκειαν και υψηλοφροσύνην, που του επεδείκνυεν ήδη.

Πριν όμως προφθάση να του αποτείνη τον λόγον ο κ. Πρίορ εμάντευσε από το πρόσωπόν της τα διανοήματά της και την επρόλαβε λέγων.

— Απορείτε, βλέπω, κυρία, διά την περιαυτολογίαν μου και είσθε έτοιμη να με κατακρίνετε ως αλαζόνα ίσως, δεν θαργήσετε όμως να εννοήσετε ότι δεν έχετε δίκαιον.

Η Μαλβίνα εξεπλάγη ακόμη περισσότερον, διότι ο κ. Πρίορ κατέκρινε έτσι βέβαια την κ. Μπιρτών, ενώ έπρεπε να την θεωρή ευεργέτιδα και να την ευγνωμονή. Δεν ήξαιρε λοιπόν τι να συμπεράνη για τον χαρακτήρα του κεκινδύνευε να τον εκλάβη ως ανάξιον διά κάθε υπόληψίν της· εκείνος εννοήσας την ταραχήν της, της είπε:

— Για όνομα του Θεού, αναβάλετε την γνώμη σας και μην καταχράσθε την δύναμη της επιβολής που ελάβατε παραδόξως επάνω μου. Δεν πρέπει να με κρίνετε με αυστηρότητα. Δεν ξαίρω πώς, μυστικά τα οποία επίμονες εξετάσεις των φίλων μου δεν ημπόρεσαν ποτέ να κάμουν να εξέλθουν από τα χείλη μου, τώρα συμβαίνει νανακαλύπτωνται ενώπιόν σας χωρίς να το απαιτήσετε. Αυτό τώρα, αν είναι σφάλμα, σας βεβαιώνω δεν είναι δικό μου. Αλλά πεισθήτε ότι κανείς άλλος δεν θα με κατηγορήση για τέτοιο πράμα, διότι όποιος υπέστη άπαξ την επίδρασιν του βλέμματός σας δεν κινδυνεύει να πάθη το αυτό και από άλλον.

— Όσον αδύνατη και αν είναι η απολογία σας, κύριέ μου, απεκρίθη η Μαλβίνα, εγώ ίσως δεν έχω δίκαιον να την κατακρίνω. Δεν θα έχω βέβαια την δύναμιν να σας μεμφθώ διά την προς εμέ εμπιστοσύνην σας.

Αλλά τι ωφελεί και αν μείνετε ανέλεγκτος από μένα. Είναι δυνατό να μη σας ελέγξη η συνείδησίς σας: Την φιλάνθρωπη κυρία Μπιρτών, που ευεργετεί όποιον την πλησιάζει, την κατηγορείται υπούλως. Εκείνην που άφισε τας διασκεδάσεις και τας κοσμικάς απολαύσεις και ήλθε εδώ, να σκορπίση τα αγαθά της προς περίθαλψιν των δυστυχών κατοίκων του αγρίου αυτού τόπου! Είναι αλήθεια πως εγώ δεν της φέρνομαι με το θάρρος που έπρεπε να μου δίνη η φιλία την οποίαν μου δείχνει αυτή, αλλά πιστεύσατέ με, αυτό το αποδίδω εις το διάστημα που μας αποχωρίζει και όχι εις την αιτία που υποθέτετε εσείς.

— Έξοχη νέα! είπε ο κ. Πρίορ, κένα δάκρυο έλαμψε στα μάτια του. Θα δεχόμουνα πώς είμαι γελασμένος, αν η κ. Μπιρτών δεν απέδιδε το περίλυπο ήθος σας στην επιθυμία σας να ελκύσετε, λέγει, την προσοχήν των άλλων. Εκ των ιδίων κρίνουσα και τα των άλλων συναισθήματα.

— Φθάνει, είπε η Μαλβίνα και σηκώθηκε. Δεν ξαίρω τα αίτια των προκαταλήψεών σας, αλλά νομίζω ότι γίνομαι συνένοχός των, αν σας ακροασθώ περισσότερον. Επιτρέψατέ μου να σας πω ότι ενόσω βλέπω τις καλωσύνες που κάμνει η κ. Μπιρτών προς τους τριγυρινούς της και προς τον κατήγορόν της, το θεωρώ παραλογισμόν μου να την κατακρίνω.

— Όχι δεν είμαι αχάριστος, απεκρίθη σοβαρά ο κ. Πρίορ, ούτε και αυστηρός κριτής. Άμα κάμετε καλύτερα τας παρατηρήσεις σας, ίσως με δικαιώσετε, και τότε θα μετανοήσετε για την πικρή την επίπληξη που μου κάματε σήμερα.

Και εβγήκε περίλυπος.

Η Μαλβίνα έμεινε συγχισμένη· όσον άδικο και αν είχε ο κ. Πρίορ, αλλά η λύπη του προσώπου του, εφαίνετο ειλικρινής. Πρώτη φορά η Μαλβίνα έτυχε να λυπήση άνθρωπον, και γιαυτό αισθάνθηκε βάρος στην καρδιά της. Επροσπάθησε κατόπιν με λόγια γεμάτα από γλύκα να κάμη τον κ. Πρίορ να λησμονήση την πρωινήν πικρίαν.

Αλλ' εκείνος μόλις της απεκρίνετο εφαίνετο συλλογισμένος και έμφροντις και πολύ νωρίς ετραβήχθη εις τον κοιτώνα του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'. ΤΑ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΑ ΚΑΘΙΔΡΥΜΑΤΑ.

Την άλλη μέρα η Μαλβίνα επήγε μαζί με την εξαδέλφη της και τον κ. Πρίορ να επισκεφθή το νοσοκομείον, το σχολείον, και το σιδηρουργείον· πήρε μαζί της και την Φανήν, για να προετοιμάση την απλή ψυχή του παιδιού στο γλυκύ συναίσθημα της συμπαθείας.

Τάξις και καθαριότης υπήρχεν αρκετή, αλλ' η Μαλβίνα παρετήρησε με απορίαν ότι η παρουσία της κ. Μπιρτών όχι μόνο δεν επροξενούσε χαράν, αλλά μάλιστα ενέπνεε φόβον. Όλοι την εχαιρετούσαν με σεβασμόν, αλλά δεν εφαίνοντο ευγνωμονούντες· τα πρόσωπα των δυστυχών είχαν μάλλον την φιλίαν του επικαλουμένου, παρά την φαιδρότητα του ευεργετουμένου.

Επίσης η κ. Μπιρτών εφαίνετο αδιάφορος εις το μέσον των ασθενών, αν τους ερωτούσε κάτι, ήτο μάλλον να τους ενθυμίση ποία ήτο, παρά διότι εφρόντιζε δι' αυτούς και τις περισσότερες φορές δεν επερίμενε την απάντησίν των, ή την άκουε χωρίς να προσέχη καθόλου.

Κανείς δεν ετόλμησε να γογγύση ή να διηγηθή τα όσα υποφέρει, διότι εκείνη δεν ήτο διατεθειμένη να λυπηθή.

Και με τον τρόπον αυτόν περιήλθε γρήγορα γρήγορα όλους τους κοιτώνας των αρρώστων, αλλ' ενώ ετοιμάζετο ναναχωρήση εγύρισε και είδε την Μαλβίναν στεκομένην παρά την κλίνην μιας άρρωστης ελεεινής, η οποία ηγωνίζετο διά σχημάτων να εκφράση τους πόνους της.

Η Μαλβίνα δεν εγνώριζε την γλώσσαν των ορεινών κατοίκων της Σκωτίας, αλλά το πρόσωπόν της είχε χαρακτήρα τόσον ευνοϊκόν, η φωνή της ήτο τόσον γλυκειά, το βλέμμα της τόσο συμπαθητικό, ώστε καθείς έπαιρνε θάρρος κοντά της και έβλεπε δια των οφθαλμών ό,τι αυτή έλεγε διά των χειλέων.

Η κ. Μπιρτών εγύρισε με βία και βλέπουσα ότι η Μαλβίνα έδιδε χρήματα στην δυστυχή γυναίκα, εφώναξε με θυμόν.

— Εξαδέλφη, στον κάθε δυστυχή που φιλοξενούμεν εδώ, παρέχεται αρκετή δόσις για όλα τα χρειαζόμενα εις αυτούς, δεν υπάρχει ανάγκη από ξένα ελέη, έπειτα όταν δίδετε εις τον ένα, θα θέλουν και οι άλλοι.

— Η ταλαίπωρη αυτή γυναικούλα μου εφάνη ότι πάσχει περισσότερο από τας άλλας. Ηγωνίσθη να μου παραστήση τον πόνο της κεγώ θέλησα να την παρηγορήσω. Αν υπάρχουν και άλλοι τόσον άξιοι ελέους, εύκολα είναι να παρηγορηθούν κατά τον ίδιον τρόπον.

— Πρέπει να γνωρίζετε, εξαδέλφη, ότι όσους ξένους έμβασα εδώ, κανείς από αυτούς δεν ενόμισε σωστό νακολουθήση την προαίρεση του, μήτε να παραβή τους κανόνας που έχω βάλει, προτού να ζητήση τη συγκατάθεσή μου.

— Σας βεβαιώνω, ενόμισα την πράξη μου σύμφωνη με την προαίρεσίν σας και δεν υποψιαζόμην ότι θα υπήρχε ανάγκη αδείας για να δώσω μια μικρή βοήθεια.

Η δυστυχισμένη η γυναικούλα εκατάλαβεν ότι η κ. Μπιρτών εμάλωνε την εξαδέλφην της διά το αργύριον, που της έδωσε, και θέλησε να το επιστρέψη.

— Όχι, είπε η Μαλβίνα, δεν πρέπει να το πάρω πίσω και ελπίζω ότι μέσα εις οίκον αφιερωμένον διά ευεργεσίαν δεν θα μου απαγορευθή να βοηθήσω άνθρωπον δυστυχή.

Η κ. Μπιρτών ησθάνθη όλην την καυστικότητα των λόγων τούτων και χωρίς ναποκριθή τίποτε έβγαλε από το βαλάντιόν της και έδωκε στην άρρωστη το διπλόν απ' ό,τι της είχε δώσει η Μαλβίνα αλλ' αυτό ήτο από κενοδοξίαν, ενώ της Μαλβίνας ήτο από καλωσύνην και οι άρρωστοι τα εξετίμησαν καθ' εαυτούς όπως έπρεπε. Η γυναικούλα επροτιμούσε κ' ένα γλυκό βλέμμα της Μαλβίνας απέναντι όλων όσα της έδωσε η κ. Μπιρτών.

Καθ' όλην την διάρκειαν της περαιτέρω επισκέψεως η Μαλβίνα ησθάνετο συμπάθειαν ανάλογον προς την εκ του προσώπου του ασθενούς προκαλουμένην.

Όταν εμβήκαν εις το σχολείον, αφήσασα την κ. Μπιρτών να συνωμιλεί με τον σχολάρχην επήγεν εις τον κήπον, όπου ηύρε πολλά κοριτσάκια καθήμενα εις κύκλον, το δε μεγαλύρον εστέκετο όρθια στη μέση του κύκλου και τραγουδούσε.

Η Μαλβίνα επλησίασε και πριν προφθάσουν νανησυχήσουν εκείνα, τους έκαμε νεύμα να εξακολουθήσουν το παιχνίδι των. Αν και εθορυβήθησαν κατ' αρχάς, αλλ' ο τρόπος της τα ενεθάρρυνε και πάλιν. Η μικρή τραγουδίστρα πήρε με αθώα τόλμη το χέρι της και της επρότεινε να καθίση. Η Μαλβίνα εδέχθη προθύμως. Πήρε το κοριτσάκι στα γόνατά της και το ερώτησε πώς αυτό έμαθε να ομιλή τόσο καλά τα Αγγλικά, ενώ τα άλλα ούτε τα καταλάβαιναν.

— Μου τα διδάσκει ο νουνός μου, κυρία όταν είν' εδώ. Όταν πάλε λείπει, πληρώνει διδάσκαλον και με γυμνάζει να τα ομιλώ.

— Ποιός είναι ο νουνός σου, παιδί μου;

— Ο Σερ Έδμον Σέυμουρ, κυρία. Εκείνος μου έχει χαρίσει και τα καλά τα ρούχα που βάζω την Κυριακή. Κιόποτε έρθει μου φέρνει πάντα ένα δώρο.

— Και δε ζηλεύουν οι συμμαθήτριες σου όταν δίδη μονάχα σε σένα;

— A! Καμιάν δεν αφίνη παραπονεμένη. Το μαντήλι της Πεγγής, την μπλούζα της Μόλας, το ψαλίδι της Σουκής, όλα εκείνος τ' αγόρασε.

— Αφού έχεις τέτοιον καλό νουνό, φαντάζομαι πόσο θα τον αγαπάς;

— Ω πολύ, κυρία, πολύ! Και τότε μόνο ευχαριστούμαι, όταν είν' εδώ και τον βλέπω. Πάντοτε με παίρνει εκείνος στα γόνατά του, έτσι που μέχετε τώρα εσείς. Όλοι ευτυχούμε, όταν είν' εδώ εκείνος.

— Αλήθεια λέει το κοριτσάκι, είπε ο κ. Πρίορ στεκόμενος πίσω από την Μαλβίναν. Ο σερ Έδμον έχει μεν μεγάλας κακοηθείας, αλλά είναι πλουσιοπάροχος εις ελέη τω όντι. Αν έλειπαν αι δωρεαί του, τα πτωχά αυτά καθιδρύματα θα ήσαν εις μεγάλην πτωχίαν.

Έξαφνα εφάνη η κ. Μπιρτών ερχομένη προς την εξαδέλφην της και εφώναξε:

— Μια ώρα σας περιμένω!

Άμα την είδαν τα παιδιά επέταξαν ως σύννεφο πουλιών. Μόνο εκείνο που εκάθητο κοντά εις την Μαλβίναν καθόλου δεν εκινήθηκε· έμεινε εκεί ως εις άσυλον. Η κ. Μπιρτών απόρησε για το θάρρος του μικρού κοριτσιού και το τράβηξε κακότροπα από το χέρι.

— Πήγαινε! ο διδάσκαλός σας περιμένει.

Το κοριτσάκι σηκώθηκε περίλυπο, πήρε το χέρι της Μαλβίνας κιαφού το φίλησε από καρδιάς, ανεχώρησε προς τα επίλοιπα. Η Φανή έτρεξε κατόπιν του να το γυρίση πίσω μα εκείνο εδίσταζε.

Η κ. Μπιρτών μη δυναμένη να κρατήση τον θυμόν της είπε:

— Εξαδέλφη, κράξετε, σας παρακαλώ την Φανή. Κιάν θέλετε να μακούσετε, μην της δίδετε το παράδειγμα ναπασχολή τα παιδιά από τα μαθήματά τους.

Αν ήταν ο λόγος για να υπερασπίση άλλον η Μαλβίνα ήξαιρε να περιστέλλη τον πειράζοντα με ετοιμολόγους απαντήσεις και καυστικάς πολλάκις. Αλλ' όταν επρόκειτο διά τον εαυτόν της, η πολλή της καλωσύνη την απέτρεπε από δριμείας απαντήσεις.

Ωστόσο είπε:

— Μη φοβείσθε, εξαδέλφη, δεν δίνω εγώ τέτοιο παράδειγμα στη Φανή. Το εναντίον μάλιστα στοχάζομαι ότι, όταν εμβαίνω εδώ και ανακατώνομαι εις τας ακάκους διασκεδάσεις των παιδιών, θα της μάθω να τα κάμνη προθυμότερα πηγαίνουσα αυτή πρώτη από τα παιγνίδια στη σπουδή.

Άφησαν τέλος το σχολείο και πήγαν στο σιδηρουργείο. Εδώ η κ. Μπιρτών ηύρε και πάλι νέαν αφορμή να μεμφθή την Μαλβίναν, διότι εξήταζε το κάθε τι με προσοχήν, και με διερμηνέα τον κ. Πρίορ έκαμνε προς τον κάθε σιδηρουργόν φιλάνθρωπα ερωτήματα, των οποίων την χάριν έτι περισσότερον ηύξανε η ομορφιά της και οι ευγενείς τρόποι της. Ρωτούσε τα ονόματά τους, την κατάστασή τους, πόσα παιδιά είχεν ο καθένας τους και πώς εκυβερνούσε το σπίτι του. Εκεί μέσα στην κάμινο την φλογερή, μέσα σε μαυρισμένους ανθρώπους ενδυμένους με κουρέλια αυτή εφαίνετο ως άγγελος που κατέβη από τον ουρανό. Τουλάχιστον εκείνοι ως τοιαύτην την εξέλαβαν και με μεγάλην συγκίνησιν εμαζεύοντο γύρο της και εθαύμαζαν ότι καταδέχεται να τους αποτείνει τέτοιες ερωτήσεις. Ο άνθρωπος των μερών εκείνων, επειδή έχει την συνείδησιν, ότι τον θεωρούν ημιάγριον αισθάνεται μεγάλην ευχαρίστησιν, όταν βλέπη ότι τον λογαριάζουν ως άνθρωπον. Η Μαλβίνα συνομιλούσα μαζί τους και δείχνουσα ότι θεωρεί τον εαυτόν της εκ του αυτού είδους με εκείνους, ύψωνε τας ψυχάς των και τους ηύφραινε πολύ περισσότερο από όλο το χρυσάφι της κ. Μπιρτών.

— Έτσι λοιπόν, έλεγε μέσα του ο κ. Πρίορ, η φιλαυτία σκορπίζει τα πλούτη απερίσκεπτα, αλλ' η αρετή μόνη γνωρίζει να τα χαρίζη. Η φιλαυτία κάμνει το καλό, όταν την έχει βοηθήσει η τύχη, η αρετή εντός της ευρίσκει όλα τα μέσα διά την αγαθοποιίαν. Εκείνη τίποτε άλλο δεν έχει να δώση προς ανακούφισιν των δυστυχών παρά χρυσάφι, αυτή τους παρηγορεί πολύ περισσότερο με τον καλό τρόπο της. Οι ευεργεσίες της φιλαυτίας κάμνουν την ευγνωμοσύνη βαρειά αλυσσίδα, αλλά οι καλωσύνες της αρετής, την κάμνουν γλυκύτατον δεσμόν αγάπης.

Αυτά συλλογιζόμενος ο κ. Πρίορ έρρηχνε προς την Μαλβίναν βλέμματα θαυμασμού και σεβασμού. Και όταν εγύρισε το πρόσωπόν της αλλού, αυτός έγειρε και φίλησε το ρούχο της με δάκρυα στα μάτια.

Αλλά η ζήλια δεν κοιμάται. Η κ. Μπιρτών, η οποία προ πολλού εβασανίζετο βλέπουσα πόσην δύναμην αποκτούσεν η Μαλβίνα επάνω εις τας καρδίας των περί αυτήν, παρετήρησε από μακράν το κίνημα του κ. Πρίορ και τούτο έτι περισσότερον την εθύμωσεν εναντίον της.

— Έλα, ωραία μου εξαδέλφη, της είπε με κάποιαν ειρωνείαν, καιρός είναι να φύγωμε πλέον. Οι στιγμές αυτών των εργατών είναι πολύτιμες κεμείς τους εκάμαμε να χάσουν αρκετές. Όταν ομιλούν για το έργο τους αναγκάζονται να το διακόπτουν και η ματαία για τον τρόπο της ζωής τους πολυπραγμοσύνη μας δεν τους παρέχει βέβαια τα χρειαζόμενα για τη ζωή αυτή.

Και βγήκε έξω χωρίς να περιμένη απάντηση. Η Μαλβίνα έπεσε κατόπι της, αλλά δεν ημπόρεσε να τη φθάση, διότι προχωρούσε με μεγάλη γρηγοράδα.

Εν τω μεταξύ την επλησίασεν ο κ. Πρίορ και της είπε σιγά:

— Άραγε με θεωρή ακόμη άδικον η κ. Σορκή; Δεν άρχισε τάχα να θεωρή ολίγον ορθήν την κρίσιν μου;

Η Μαλβίνα τον ατένισε σιωπηλή και ο κ. Πρίορ αρκέσθη εις τούτο σεβόμενος την επιείκειαν και την ευσυνειδησίαν της θαυμασίας αυτής γυναικός.

Κατά το γεύμα η κ. Μπιρτών δεν έπαυσε να περιγελά εκείνους που στολίζονται με το πρόσχημα της λύπης για να γίνουν περισπούδαστοι, και προσποιούμενοι φιλανθρωπίαν κατορθώνουν να τους θαυμάζη ο κόσμος.

Τέτοιος ονειδισμός, τόσο αταίριαστος και άκαιρος ήτο διά την Μαλβίναν, ώστε η καλή γυναίκα δεν υποψιάστηκε ότι εις αυτήν απετείνετο. Αλλά ο κ. Πρίορ εκατάλαβε για ποιον ήταν το κτύπημα και δεν ημπόρεσε να κρατήση την αγανάκτησίν του.

— Υπάρχουν λύπες, κυρία μου, είπε, τόσον αληθινές, υπάρχει φιλανθρωπία τόσον θελκτική, ώστε είναι αδύνατο να διαφεύγουν την προσοχήν και του μάλλον απλοϊκού. Και αν παρατηρήση κανείς τους ανθρώπους από κοντά, θα αντιληφθή ότι αι φυσικαί της καρδιάς εκδηλώσεις ποτέ δεν θεωρούνται ψεύτικες από κανένα, παρά μόνον από εκείνους, που είναι επιτήδειοι να τας υποκρίνωνται.

Η κ. Μπιρτών αποσβολώθηκε από τους λόγους αυτούς, πρώτην φοράν, άκουε τέτοια από το στόμα του κ. Πρίορ. Το πώς διετέθη είναι πράγμα που δεν εκφράζεται και μόνο η συνέχεια της διηγήσεώς μας, όπου θα εξελίχθη ο χαρακτήρ της, θα μας δώση να το εννοήσωμεν.

Και η Μαλβίνα απόρησε για την απάντησιν του κ. Πρίορ και χωρίς να υποπτεύεται καθόλου την κρυφήν της αιτίαν του είπε σοβαρά.

— Η ώρα αυτή, κ. Πρίορ είναι όλως διόλου ακατάλληλη να υποστηρίζετε αυτήν τη γνώμη. Έν μόνον παράδειγμα αρκεί να την ανατρέψη πρόρριζα.

Και υπέδειξεν ως τοιούτον με τρόπον την κ Μπιρτών. Και την έβλεπε με τόσο απαλόν και συμπαθητικόν βλέμμα, ώστε εφαίνετο ότι ήθελε να επανορθώση την αδικίαν του κ. Πρίορ.

Ο κ. Πρίορ αν και ελυπήθη, διότι η Μαλβίνα τον είχε όχι εις την υπόληψιν που του έπρεπε, συνεκινήθη διά την αγνότητα του χαρακτήρος της και παρωρμήθη εις περισσοτέραν δι' αυτήν αγάπην.

Αλλ' η κ. Μπιρτών ησθάνθη ότι δυσκολώτερον της ήταν να συγχωρήση την Μαλβίναν, παρά τον κ. Πρίορ. Αυτός την παρώργισεν, αλλ' εκείνη την εταπείνωσε.

Μικρά σιωπή διαδέχθη τους τελευταίους λόγους της Μαλβίνας. Η σιωπή βάσταξε αρκετά και έγινε πολύ οχληρά. Καθένας εφαίνετο ότι εφοβείτο να ομιλήση. Μόνον η Κίττη ολίγον εκατάλαβε τα λεχθέντα και ολιγώτερον εφρόντιζε δι' αυτά. Αλλά η κ. Μέλμορ ηγωνίζετο να μαντεύση από τα μάτια της κ. Μπιρτών τι έπρεπε να πη διά να την καταπραϋνη. Είχε την συναίσθησιν ότι αυτή δεν ήτο η αιτία της δυσαρεσκείας της, αλλά την εφοβείτο και δεν ετολμούσε νανοίξη το στόμα της, μήπως στρέψη εναντίον της τον θυμόν της.

Αντήχησε τότε ο κώδων του προαυλίου, η κ. Μπιρτών ενέτεινε το αυτί της με κάποιαν ανησυχίαν. Ηκούσθη εις την αυλήν κρότος ίππων και αμαξών.

— Είναι βέβαια ο σερ Έδμον Σέυμουρ, είπε η Κίττη κοκκινίζουσα και έτρεξεν εις το παράθυρον.

— Κιάν είναι ο Έδμον, Κίττη αρμόζει, σε σένα να τρέξης να τον προϋπαντήσης; της είπε με έκπληξιν η κ. Μπιρτών.

— Κάθισε στη θέση σου, Κίττη, επρόσθεσεν η μητέρα της χαίρουσα, διότι ηύρε τελοσπάντων τι να πη για να ευχαριστήση την κ. Μπιρτών.

Εν τω μεταξύ ήλθε ένας υπηρέτης και ανήγγειλε τον ερχομόν του κ. Έδμον Σέυμουρ. Το γεύμα ήδη είχε τελειώσει. Η Μαλβίνα εσηκώθη και εζήτησε την άδειαν να αναβή στο διαμέρισμά της. Η κ. Μπιρτών συγκατάνευσε με προθυμίαν και της έδειξεν ήθος χαριέστατον, μη συμβιβαζόμενον προς τα προ ολίγου συμβάντα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'. ΔΙΑΣΑΦΗΣΙΣ.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας ενώ η Μαλβίνα ετοιμάζετο να καταβή, βλέπει εμπρός της την κ. Μπιρτών.

— Αγαπητή μου εξαδέλφη, της λέγει με προσποιητή γλύκα· από την βίαν με την οποίαν σήμερα εφύγατε από το τραπέζι μόλις εμάθατε τον ερχομόν του Έδμον, καταλαβαίνω πόσον στενοχωρείσθε από την παρουσίαν των ξένων. Μη νομίσετε ότι θα σας μεμφθώ για τούτο. Εξεναντίας το θεωρώ πολύ φυσικό και ταιριαχτό με την διάθεσή σας και συντελώ όσο μπορώ για την ησυχία σας. Είσθε ελευθέρα να μένετε εδώ όσον καιρό παρεπιδημεί ο ανεψιός μου. Παρήγγειλα λοιπόν να σας φέρνουν το γεύμα στο διαμέρισμά σας.

— Ευχαριστώ πολύ για την φροντίδα, κυρία μου, απεκρίθη η Μαλβίνα με απορίαν, προτιμώ όμως να έρχωμαι κάτω μαζί σας. Δεν θέλω να φέρω περισπασμόν.

— Όχι, όχι, ωραία μου εξαδέλφη, είπεν η κ. Μπιρτών, γνωρίζετε ότι είναι του χαρακτήρος μου να συγκαταβαίνω εις τας αρεσκείας των φίλων μου και έχω καλύτερα να στερηθώ την τερπνή συναναστροφή σας για λίγες μέρες που θα είναι εδώ ο Έδμον παρά να στενοχωρήσω την φιλέρημη ψυχή σας. Είμεθα σύμφωνοι. Αφίστε τις μάταιες αντιστάσεις, μη ζητείτε να παλαίσετε με την διάθεσίν σας. Η μοναξιά είναι η απόλαυσίς σας· λοιπόν σας παραχωρώ τα πάντα.

Και εβγήκε με γρηγοράδα, χωρίς να περιμείνη την απάντηση της Μαλβίνας.

Ο τρόπος της κ. Μπιρτών ήταν αληθινά παράξενος, αλλά επειδή αυτό το επιθυμούσε η Μαλβίνα, εδέχθη την πρότασιν χωρίς να πολυπραγμονήση διά την αιτίαν. Διευθέτησε λοιπόν τα πράγματά της έτσι που να ασχολήται στης Φανής την διαπαιδαγώγησιν και στην δική της την μελέτην. Στην αποτραβηγμένη αυτή ζωή ησθάνθη τας γλυκείας στιγμάς των όσων ποτέ εδοκίμασε αφότου ήλθε εις Σκωτίαν . . .

Δυο μέρες επέρασαν έτσι πολύ γρήγορα. Την τρίτην ημέραν το βραδάκι άκουσε κτύπον στην θύρα της.

Η Τομκίνα άνοιξε.

Εφάνη ο κ. Πρίορ προχωρών ατόλμως.

— Με συγχωρεί ολίγον η κ. Σορκή να διακόψω την ησυχία της; . . . Είχε εκφράσει την επιθυμίαν να πάρη μαθήματα της Ερσικής. Είπα μέσα μου ότι ίσως τώρα που είναι αποτραβηγμένη θα θελήση να αρχίσουμε και ήλθα.

— Ευχαρίστως θα ήρχιζα, είπεν η Μαλβίνα, αν δεν εφοβούμην μήπως δυσαρεστηθή η κ. Μπιρτών, ότι δεν την επεριμείναμε.

— Η κ. Μπιρτών από ιδιοτροπία της στιγμής επίστευσε ότι θα σπουδάση τα Ερσικά. Εγώ όμως την ξαίρω πολύ καλά, σας βεβαιώνω ότι αν επιμείνετε να την περιμένετε, ποτέ δεν θα αρχίσετε.

— Κύριε Πρίορ. Έχετε πάντοτε την πεποίθησιν ότι γνωρίζετε την εξαδέλφην μου. Δεν συμφωνώ μαζί σας ως προς τούτο.

— Συμπαθάτε με, κυρία μου, είπεν ο κ. Πρίορ καθίσας πλησίον της. Είναι ανάγκη ναπολογηθώ διά την εναντίον μου ενδόμυχον κρίσιν σας. Η κ. Μπιρτών σας είναι ολότελα ξένη και δεν συστέλλομαι μήπως σας λυπήσω περιγράφων αυτήν τέτοια που είναι.

— Σταθήτε, κ. Πρίορ. Και αν δεν είναι κατάχρησις εμπιστοσύνης το ναποκαλύπτη κανείς ότι άτοπο βλέπει εις όσους συζούν μαζί του, δεν είναι τάχα έλλειψις ευσυνειδησίας, όταν ο λόγος είναι για άνθρωπο που κάθεται στο σπίτι του θεληματικώς;

— Εγώ κατοικώ θεληματικώς; εφώναξεν ο κ. Πρίορ. Αν δεν ήμουν εδώ φυλακισμένος καθαυτό, νομίζετε ότι από τη μέρα που γνώρισα το χαρακτήρα της κ. Μπιρτών, ήθελα μείνει και μια μόνο μέρα στο σπίτι της;

— Και τι μπορεί να σας κρατεί εδώ ακουσίως σας;

— Να σας το πω, κυρία μου. Καίομαι από τον πόθο να σας κοινολογήσω τους στοχασμούς μου· η φωνή σας, το πρόσωπό σας μου εμπνέει θάρρος και με φέρατε σε τόσο σφοδράν, τόσο κατεπείγουσαν ανάγκη να σας εμπιστευθώ, ώστε δεν μπορείτε πλέον να μη μου έχετε εμπιστοσύνην και να είσθε συνάμα ευσυνείδητη.

Και τους λόγους τούτους επρόφερε με φωνή περιπαθή ώστε διήγειρε τρυφεράς αναμνήσεις εις την ψυχήν της Μαλβίνας. Της εφάνη πως άκουε την φωνήν της φιλίας και εδάκρυσε από συγκίνησιν.

— Κύριε Πρίορ, του είπε, έτσι μου μιλούσε και η Μιλαίδη Χέριντεν.

— Πώς! εγώ λοιπόν ημπόρεσα να ξαναφέρω την κ. Χέριντεν στη μνήμη σας; Α, πόσο θα ήμουν ευτυχής, αν αξιωνόμην ελαχίστην μερίδα από τα αισθήματα, όσα εκείνη σας ενέπνεε. Αν η παρουσία μου ημπορούσε να μετριάση τας θλίψεις σας, και τα μάτια σας που ατενίζουν πάντα προς τον ουρανό, αν ένευαν κάποτε και προς την γην να κλαίουν μαζί μου, πόσον χαρούμενη θα εκάμνατε την ζωήν μου! Ίσως δε και η δική σας η ψυχή θα εύρισκε σεμένα κάποια παρηγοριά. Θα είμαι ο αδελφός σας ο αντικαταστάτης της φίλης σας ίσως.

— Η θέσις της Κλαίρης θα είναι πάντοτε κενή μέσα στην καρδιά μου. Πιστεύσατέ με όμως, είσθε ο μόνος άνθρωπος με τον οποίον μαζί κλαίω ευχαρίστως εις την ανάμνησίν της. Δεν μπορώ δε να σας πω πού στηρίζεται αυτή μου η προτίμησις, διότι πολύ ολίγον σας γνωρίζω.

— Και αυτό το ολίγον σας φαίνεται μικρού λόγου άξιον, είπε με χαμόγελο ο κ. Πρίορ. Αλλ' ίσως με κρίνετε αλλέως, όταν επαναλαμβάνω τον λόγον τον οποίον η φουσκωμένη καρδιά μου με βίασε να διακόψω. Είναι τρία χρόνια τώρα που είμαι εδώ. Δεν χρειάστηκε παρά μια λέξη της κ. Μπιρτών για να με κάμη να την θεωρήσω πως είναι αλήθεια τέτοια που θέλει να φαίνεται, αγαθή, γενναιόφρων, ανωτέρα κατά τας αρετάς και την παιδείαν και το θεωρούσα ευτύχημά μου να γίνω συγκάτοικός της. Η άπρεπη όμως πολυτέλεια του σπιτιού της εψύχρανε ολίγον τον ζήλον μου, αλλά δεν εξάλειψε τον σεβασμόν μου. Συνέβη τότε να δυστυχήση ένας αδελφός μου και να φυλακισθή διά χρέη. Οι γονείς μου επώλησαν τα έπιπλα του σπιτιού των για να τον ελευθερώσουν από την φυλακή· επειδή όμως το βοήθημα αυτό δεν έφθασε, παρακάλεσα την κ. Μπιρτών, να μου προκαταβάλη τριών ετών μισθόν και αυτή συγκατένευσε. Γεμάτος χαρά εγώ για τη γενναιοφροσύνη της ανέλαβα έγγραφον υποχρέωσιν να μείνω τρία χρόνια στο σπίτι της. Ούτε είχε περάσει ποτέ από το νου μου πως θα λάβω αφορμή να μετανοήσω. Δεν άργησα όμως να καταλάβω ότι απατήθηκα. Μόλις ευρέθηκα δεμένος με το έγγραφο άλλαξε τρόπο προς εμένα. Έπαυσε πλέον η χαριτωμένη εκείνη γλύκα της που με καθιστούσε πρόθυμον να υποταχθώ, την διεδέχθη παράλογη τυραννία, και αναγκαζόμουν να υπακούω δουλεπρεπώς, εγώ, που δεν μπορώ να κλίνω σε κανένα ζυγό. Άμα λοιπόν αισθάνθηκα τον δικόν της, θέλησα ναπομακρυνθώ υποσχόμενος να της αποδώσω τα όσα μου προκατέβαλε, από τας οικονομίας των όσων θα εκέρδιζα με τους φιλολογικούς μου κόπους. Αλλ' η κ. Μπιρτών αντεστάθη και μου έδειξε το έγγραφο, που έγραψα καθ' υπαγόρευσίν της και υπέγραψα εις την ανάγκην. Αλλά από εκείνην την στιγμήν η αχλύς διελύθη και είδα, ποία ήταν πραγματικώς η κ. Μπιρτών. Αλλ' επειδή οπωσδήποτε εις αυτήν εχρεωστούσα του αδελφού μου την λύτρωσιν, σας ορκίζομαι ότι σε κανένα άλλον, εκτός από σας, δεν έχω δώσει ουδέ απλήν υποψίαν των φρονημάτων μου δι' αυτήν. Και προς αμοιβήν βέβαια της υπομονής μου ευδόκησε, τέλος ο Θεός να εύρω εσάς, που να ημπορώ άφοβα να κοινολογήσω τα απόκρυφα της καρδιάς μου.

— Τα περιστατικά σας με κινούν εις συμπάθειαν. Η εξαδέλφη μου αλήθεια σας έδωσε αφορμάς παραπόνων. Αλλά πώς να συμβιβάσω τον αγεννή της τρόπο με τας γενναίας ευεργεσίας, που σκορπά γύρο της;

— Μην απατάσθε, κυρία μου, τα καλά που κάμνει είναι πολύ μικρότερα παρ' ότι φαίνονται. Είδατε τα καθιδρύματα, αλλά αυτά στερούνται όλα τα χρειαζόμενα εκείνη δε το ξαίρει, αλλά αδιαφορεί. Θέλει μόνο να διαφημίζεται ως προστάτις των δυστυχών και λίγο της μέλει, αν οι δυστυχείς βοηθούνται.

— Αλλ' αν δεν οδηγήται από την φιλανθρωπίαν τι την εβίασε νάρθη να κατοικήση εδώ στα άγρια αυτά όρη:

— Η φιλαυτία της, μην αμφιβάλλετε. Έλπιζε ότι μέσα στα άκαρπα βουνά του Μπρήντελβεν ανεγείρουσχ τα ευαγή καταστήματα κοντά στο μαγικό της παλάτι έμελλε να καταστήση περίφημο τόνομά της. Καθιδρύματα γινόμενα δια λόγους κενοδοξίας θα μένουν βέβαια ελλιπή. Τα πάθος της τρυφής και της πολυτελείας εστόλισεν όλα αυτά τα γύρο οικήματα και διά τούτο εξωδεύθησαν αλύπητα όσα εχρειάζοντο για τον υπέρμετρον ευτρεπισμόν τους. Τα έργα της κενοδοξίας όσο περισσότερο καμώνονται να ομοιάσουν την αρετήν τόσο περισσότερον μας δείχνουν ότι η αρετή είναι αμίμητη.

— Αι παρατηρήσεις σας είναι αυστηραί.

— Είναι όμως ορθαί και ομολογήσατε ότι φανερώνουν το ανεξήγητον αίτιον της μικράς κλίσεως που έχετε προς την κ. Μπιρτών.

— Δεν αρνούμαι ότι η προς αυτήν κλίσις μου είναι ασθενής εν σχέσει προς την υπόληψιν, της οποίας φρονώ ότι είναι αξία η κ. Μπιρτών, είπε η Μαλβίνα. Αλλά ας αφίσωμεν κατά μέρος όλην την κενοδοξία, που καθώς λέτε την κυριεύει, δεν μπορείτε να αρνηθήτε ότι φαίνεται πολύ μετριόφρων. Θεωρεί τον εαυτόν της ολιγώτερον νέαν και ωραίαν παρ' ό,τι τω όντι είναι.

— Κυρία μου! Μία μεσόκοπη γυναίκα, όταν δεν έχη να ελπίση πλέον τα εγκώμια που προσφέρουν συνήθως στα ωραία νιάτα, προσπαθεί να εγκωμιάζεται προσποιουμένη πως βάζει τάχα τον εαυτόν της σε τάξη πολύ κατωτέρα από εκείνην που της ταιριάζει. Εκείνες οι εκφράσεις της άκρας ταπεινοφροσύνης δεν είναι παρά προκλήσεις αποβλέπουσαι να λάβουν απάντησιν αναιρετικήν, προς κορεσμόν της αυταρεσκείας της. Συνηθισμένη να κολακεύεται, προτιμά κάλλιον να κακολογά τον εαυτόν της, παρά να την λησμονούν οι άλλοι. Η κ. Μπιρτών έχει ματαφυτεύσει στην ερημιά όλα του κοινωνικού βίου τα ψεγάδια και αποτραβηγμένη ούσα είναι πάλιν ως εν μέσω του κόσμου. Μήπως δεν κατατρώγεται και εδώ από μίαν ψευτοφιλοτιμίαν χωρίς λόγον; Δεν λιώνει από μίσος προς την Κίττη, γιατί αρέσει αυτή στον κ. Έδμον; Δεν τρέμει μήπως αυτός απορρίψη τον γάμο της Λαίδης Σούμεριλ;

Η Μαλβίνα όμως τον έκαμε να ομολογήση ότι και δίκαιον εάν είχεν απολύτως, σχετικώς όμως με τους κανόνας του επαγγέλματός του, το οποίον επιτάσσει την πραότητα και την συγγνώμην, αμαρτάνει βαρύτερα από τους άλλους, εάν δεν κρίνει την κ. Μπιρτών με επιείκειαν και συγκατάβασιν.

Εν τούτοις αι τοιαύται αυστηραί κρίσεις της Μαλβίνας διά τον κ. Πρίορ είχον αντίθετο αποτέλεσμα, διότι παρώξυναν τόσο την ψυχήν του και ετράχυναν το ήθος του, ώστε κατήντησε πλέον αδύνατον να δείξει και την ελαχίστην επιείκειαν διά την κ. Μπιρτών.

Ενώ ακόμη συνωμιλούσαν, εσήμανε η ώρα του δείπνου και τότε μόνον εννόησαν πόσες ώρες πέρασαν έτσι με την ομιλία.

Ο κ. Πρίορ ποτέ δεν ησθάνθη στιγμές πιο ευχάριστες στη ζωή του. Εζήτησε την άδεια να έλθη και την άλλη μέρα για ναρχίση τα μαθήματα της Ερσικής.

Η Μαλβίνα η οποία ησθάνετο πλησίον του κάποιαν ανακούφισιν η οποία σκιωδώς της ενθύμιζε την φίλην της Χέριντεν, του το επέτρεψε ευχαρίστως.

Έτσι ο κ. Πρίορ τας ακολούθους ημέρας ήρχετο προς αυτήν και έμενε μαζί της πολλάς ώρας αι οποίαι επερνούσαν ως αστραπή. Να κοιτάζη την Μαλβίνα, να έχη ελπίδες για τη φιλία της, να της ομιλή πάντοτε διά την ιδικήν του φιλίαν προς αυτήν, αυτά ήσαν διά τον κ. Πρίορ ανώτερα από όλας τας ουρανίας αγαλιάσεις περί των οποίων έκαμνε λόγον εις τους πιστούς απ' Εκκλησίας.

Η Μαλβίνα δεν υποψιάζετο τα επακόλουθα μιας τοιαύτης οικειότητος. Η ηλικία δεν συντελεί τόσον εις εμπειρίαν όσον ο χαρακτήρ. Γυναίκα με καρδιά τρυφερή και ζωηρή φαντασία μένει πολύν καιρό μέσ' στον κόσμο, χωρίς να τον γνωρίση. Τόσον ξένος είναι σαυτήν ο κόσμος. Ακολουθούσα λοιπόν την φυσικήν ροπήν να κρίνη εκ των ιδίων τα αλλότρια, παρασύρεται από πλάνης εις πλάνην και περνά τη μισή της τη ζωή μη γνωρίζουσα ότι πλανάται.

Η άκακη και αφελής Μαλβίνα πολύ απείχε του να υποθέση, ότι ήτο ενδεχόμενον να παρεξηγηθούν αι επισκέψεις του κ. Πρίορ. Η ιδέα του έρωτος τόσο της ήταν ξένη, ώστε ποτέ δεν μπορούσε να υποπτευθή ότι θα ήτο δυνατόν να εμπνεύση στον φίλο της τέτοιο πάθος. Έπειτα ο κ. Πρίορ ήταν ιερεύς οπαδός του καθολικού δόγματος όπως εκείνη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'. ΣΥΝΑΝΤΗΣIΣ

Οκτώ ημέρας η Μαλβίνα δεν είδε καθόλου την κ. Μπιρτών. Εφοβήθηκε μήπως την δυσαρεστήση, εάν παρατείνη ακόμη την κατ' ιδίαν διατριβήν της. Απεφάσισε λοιπόν να την ιδή και πολλά πρωί κατέβη και παρουσιάσθη εις το πρόθυρον του διαμερίσματος της εξαδέλφης της.

Αι υπηρέτριαι της είπον, ότι η δέσποινά των ενεδύετο και δεν ημπορούσε να την δεχθή πριν από μισή ώρα. Η Μαλβίνα λοιπόν ανεχώρησε παρακαλέσασα να την ειδοποιήσουν, όταν η κυρία των θα είναι έτοιμη.

Επιστρέφουσα επέρασε από την οργανοθήκην. Εκεί κοντά εις μίαν άρπαν πήρε το βλέμμα της μια συλλογή από Γαλλικά τραγούδια και εστάθη να την παρατηρήση. Η μητρική γλώσσα, η φιλτάτη, με την οποίαν παρέστησε τα πρώτα συναισθήματα της καρδίας της, τόσο δυνατό θέλγητρον είχε δι' αυτήν ώστε δεν ημπόρεσε να κρατηθή από τον πειρασμόν του να περάση όλα εκείνα τα τραγούδια της πατρίδος της. Εκάθισε λοιπόν εμπρός εις την άρπαν και άρχισε να τα τραγουδή ένα ένα με την ακολουθίαν του οργάνου. Έξαφνα γλυκείς φθόγγοι από φλάουτο συνταίριαζαν με την φωνή της. Απόρησε. Διέκοψε το τραγούδι της και γύρισε να ιδή. Όπισθέν της εστέκετο ένας νέος άγνωστος. Η Μαλβίνα εκοκκίνησε και σηκώθηκε να φύγη. Ο νέος όμως την παρακάλεσε θερμώς να μη τον στερήση τόσο γρήγορα από την τερπνήν μελωδίαν της. Εσήκωσε τα μάτια η Μαλβίνα και μόλις συνήντησε τα βλέμματα του νεανίου, εχαμήλωσε τα δικά της. Εκοκκίνησε πολύ περισσότερον. Του νέου το πρόσωπο ήταν απ' εκείνα που τα λαμπρύνει τα φως αγχινοίας και τα στολίζει το θέλγητρον της ευαισθησίας. Πρόσωπον που δεν πρέπει δυο φορές κατ' επανάληψιν να το ατενίση η γυναίκα που θέλει την ησυχία της.

Αλλά η απλή και αθώα Μαλβίνα δεν ήξαιρε τον κίνδυνον κεκείνο που έπρεπε να την κάμη να τραπή εις φυγήν εκείνο την έκαμε να μείνη.

Αλλ' αν η θέα του σερ Έδμον Σέυμουρ επροξένησε έκπληξιν εις την Μαλβίναν, τι ησθάνθη άραγε εκείνος, άμα είδε την νεαράν γυναίκα!

Την είχεν ακούσει από μακράν, ακροάζεται και η φωνή της αντηχεί μέσα στην καρδιά του, για να του αναγγείλη ότι έχει και αυτός καρδιά.

Τότε λοιπόν εμβήκε μέσα εις την αίθουσαν των οργάνων, όπου την είδε και η γοητεία συνεπληρώθη.

Ωραία ξανθή κόμη, της οποίας αι πλεξίδες με αφέλειαν έπεφταν επάνω εις τους ώμους της. Όψις που ωμοίαζε τα λευκά ρόδα, των οποίων το απαλόν ερύθημα αφίνει τον θεατήν ναμφιβάλλη ποιο είναι το αληθινό τους χρώμα. Λαιμός ολόασπρος, που εφάνταζε πιο ωραίος με την πένθιμη ενδυμασία. Μάτια μάβρα πλουμισμένα με μακρυές και απαλές βλεφαρίδες — που το ωραίο και διαρκές βλέμμα τους έμβαινε στην καρδιά.

Μορφή αιδήμων και άτολμη, που ωστόσο σαν κεραυνός έπεσε στην αντίληψή του και τον εμάγευσε. Στη στιγμή ο κόσμος που ως τώρα ήξαιρε, του έγινε άφαντος κένας άλλος νέος κόσμος του παρουσιάσθη. Ο Έδμον ανερώτητα ορμά στο άγνωστο και φαντάζεται πως θα ζήσει ευχάριστα, αν αξιωθή να έχη μόνην σύντροφον, μόνην σύνοικον εις τον νέον αυτόν κόσμον, την Μαλβίναν.

Όλα αυτά συγχρόνως και οξέως προσέβαλαν εις την αντίληψίν του και παρεστάθησαν συγχισμένα στο νου του. Στέκεται βουβός και δεν ημπορεί να τα ξεχωρίση, να τα ξεδιαλύση. Έπειτα ένα τέτοιο συναίσθημα είναι τόσο γλυκό, ώστε με κάποιον αυτοματισμόν η ψυχή αποβάλλει κάθε τι που ημπορεί να το χαλάση. Έτσι εκουσίως κάμνομεν ότι αγνοούμεν την ύπαρξίν του, μόνο και μόνο για να το αφίσωμεν να υπάρχη. Άμα λοιπόν γεννηθή μέσα μας, όλες αι δυνάμεις της ψυχής το αναγνωρίζουν ως κυρίαρχον ακαταμάχητον και προθυμοποιούνται να του παράσχουν κάθε υπηρεσίαν.

Ενώ η Μαλβίνα επλησίασε στα κάθισμα και εσυλλογίζετο διστάζουσα, εμπήκεν η κ. Μπιρτών. Τρόμαξε άμα είδε εκεί τον κ. Έδμον. Είπε με ειρωνικό πείσμα.

— Έτρεχα να απαλλάξω την ωραίαν μου εξαδέλφην από την στενοχωρίαν να περιμένη, αλλά βλέπω ήδη με χαράν αυτή ηύρε τρόπον να διασκεδάση.

Ενώ εγύριζα από τον θάλαμόν σας ηύρα εδώ αυτά τα τραγούδια, είναι γεννήματα της πατρίδος μου, με τράβηξε ο πόθος να τα τραγουδήσω, να θυμηθώ την Γαλλίαν. Ενώ καταγινόμουνα μαυτά, εμβήκε και ο κύριος κατά συγκυρίαν.

— Ναι αλήθεια, είπε η κ. Μπιρτών. τυχαίνουν συγκυρίες πολύ ευτυχισμένες.

— Αναμφιβόλως, φώναξε ο κ. Έδμον, και ποτέ δεν το πίστευα όσο σήμερα.

— Και δεν είσαι ίσως ο μόνος επρόσθεσε η κ. Μπιρτών σκυθρωπάζουσα.

Η Μαλβίνα εκατάλαβε το λόγο της και λυπήθηκε για τις υποψίες της κ. Μπιρτών. Χαιρέτισε για να φύγη. Αλλά ο Έδμον την επλησίασε και της είπε:

— Μας φεύγετε, κυρία; Εφανήκατε λοιπόν μια στιγμή μόνο, για να αισθανθώμεν πόσο μας λυπεί η στέρησίς σας; Από πού σας έχει έρθει αυτή η μελαγχολική συνήθεια να ζήτε αποτραβηγμένη; Γιατί κρύβεστε από τους ανθρώπους: φοβάστε μήπως σας λατρεύσουν πολύ;

Η κ. Μπιρτών εκοκκίνισε από το θυμό της. Εκοκκίνισε και η Μαλβίνα, αλλά από άλλο βέβαια αίσθημα πιο ευχάριστο, αλλά άγνωστο. Θα επιθυμούσε ίσως να ενδώση εις την επίμονη παράκληση του Έδμον. Αλλά εκατάλαβε ότι δεν έπρεπε να τα κάμη, διότι η κ. Μπιρτών έμεινε σιωπηλή και ήτο φανερό ότι δεν επιθυμούσε την παρουσία της. Ανεχώρησε λοιπόν.

Ο κ. Πρίορ ήλθε νωρίς προς την Μαλβίνα μετά το γεύμα.

— Ξαίρετε, της είπε, ότι η πρωινή συνάντησίς σας επροκάλεσε θαυμασμόν μεγάλον; ο κ. Έδμον εις το γεύμα για τίποτε άλλο δε μίλησε, παρά όλο για σας.

— Αλήθεια; είπε η Μαλβίνα με ενδόμυχη ευχαρίστηση.

— Ναι βέβαια. Αλλά γιατί τάχα σας φαίνεται παράξενο; Όποιος μια στιγμή σας ατενίση αισθάνεται ότι, όπου είσθε σεις δεν ημπορεί ο νους να απασχοληθή με άλλο αντικείμενον.

— Αλλά, κ. Πρίορ, είπε δειλά η Μαλβίνα. Με ποίον τρόπον έγινα αντικείμενον της ομιλίας των. Τι έλεγαν για μένα;

— Χαίρω που βλέπω τέλος το μικρό αυτό σημάδι της περιεργείας στην χαριεστάτη μορφή σας. Αυτό παρέχει την ελπίδα ότι η πικρή λύπη που σκέπαζε τα πάντα με τον πέπλο της αδιαφορίας αρχίζει να διαλύεται:

Τα λόγια αυτά έκαμαν την Μαλβίναν να κοκκινίση, κιάν την ερωτούσε κανείς, γιατί; δεν θα ημπορούσε να πη την αιτία.

— Ο κ. Έδμον έκαμε άπειρες ερωτήσεις για σας. Ήθελε να μάθη, γιατί ήρθατε εδώ και γιατί ζήτε αποτραβηγμένη από τους ανθρώπους.

Η κ. Μπιρτών είπε ότι μεγάλες συμφορές έβλαψαν την υγείαν σας και αύξησαν την φυσικήν σας ατολμίαν, ώστε θεωρείτε, λέγει τον εαυτόν σας ως ακατάλληλον διά κοινωνικήν συντροφίαν και διά τούτο την φοβάστε και την αποφεύγετε.

— «Θαυμάζω, είπε τότε ο κ. Έδμον, πώς φοβάται εκείνο που αυτή το στολίζει; Σε ποια συνάθροιση η κ. Σορκή δεν θα ήτο το καλλώπισμα; Εγώ τουλάχιστο, είπε, στη ζωή μου δεν είδα γυναίκα να μπορή να συγκριθή μαζί της».

Η Μαλβίνα έκαμε σχήμα μετριοφροσύνης. Ο δε κ. Πρίορ εκλαβών ως σημείον εκπλήξεως επρόσθεσε:

— Απορείτε ίσως, κυρία μου, για την παρρησία του κ. Έδμον σε γυναίκα τόσο φίλαυτη και περήφανη ως η κ. Μπιρτών; Αλλά ο νέος αυτός ο άστατος και φιλήδονος έχει μία σπανιωτάτη ειλικρίνεια, ώστε και προς την ίδια την κ. Μπιρτών δεν εδίστασε να πει τι αισθάνεται, αν και γνωρίζει το χαρακτήρα της, κι ακόμα απ' αυτήν ελπίζει το παν.

— Με τούτο, κύριε Πρίορ, επαινείται και τους δύο. Noμίζω εξίσου σπάνιον και το να ημπορή κανείς νακούη την αλήθεια, όσο και να τολμά να την λέγη.

— Αλλά επειδή μόνος ο κ. Έδμον έχει αυτό το προνόμιο . . .

— Εις τούτο ίσως πταίουν οι άλλοι, τον αντίσκοψε η Μαλβίνα. Πολλές φορές γίνεται κανείς άδικος θέλων να φανή φιλαλήθης.

— Σας βεβαιώνω, κυρία, ότι η κ. Μπιρτών από κανένα άλλον δεν ήθελε υποφέρει νακούση, τα όσα ανέχεται νακούη από του κ. Έδμον το στόμα. Και τον υποφέρει πάλιν από υστεροβουλίαν, διότι η έκβασις των φιλοδόξων σχεδίων της εξαρτάται ολότελα από αυτόν. Θα ξαίρετε ίσως ότι υπεσχέθη να τον κάμη κληρονόμον της με την συμφωνία να πάρη την Λαίδην Σούμεριλ. Και μη νομίσετε ότι το κάμνει διά την ευτυχίαν του Έδμον. Μπα! λίγο φροντίζει αυτή για τέτοια πράματα. Αλλά ο οίκος Σούμεριλ είναι από τους πιο αρχαίους της Σκωτίας και από τους περισσότερον ευνοουμένους στην Αυλή του Λονδίνου. Προσέτι δε ο Λόρδος Στάφφορδ, θείος της νέας υπεσχέθη να κάμη τον κ. Έδμον σύνεδρον της άνω Βουλής, αν γίνη το συνοικέσιον, και να προσθέση εις αυτά τα χωρία γην τιμαριωτικήν τόσην, ώστε να παρέχη εις την κ. Μπιρτών το δικαίωμα να ονομασθή Λαίδη. Αυτοί είναι οι σκοποί της, αλλά ο κ. Έδμον αντιστέκεται, διότι προτιμά το να είναι ανεξάρτητος περισσότερον από όλα τα πλούτη και τα αξιώματα, αν και είναι άνθρωπος με μετρίαν κατάστασιν. Και δεν αποποιείται μεν φανερά τον περί ου ο λόγος γάμον, αλλά τον αναβάλλει από ημέρα σε ημέρα. Η δε κ. Μπιρτών επειδή φοβείται μήπως αρνηθή αυτός και έτσι στερηθή η ιδία τον μέγαν τίτλον, τον οποίον από καιρόν διψά η φιλόδοξη ψυχή της, φέρνεται προς αυτόν τόσο μαλακά. Αυτό λοιπόν είναι που του δίδει δύναμιν όχι ολίγην επάνω της. Αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι την δύναμιν αυτήν, όταν μείνη εδώ ο κ. Έδμον, την μεταχειρίζεται όχι διά δικό του, αλλά διά κοινόν όφελος, διότι την αναγκάζει να μοιράζη στους δυστυχείς όσα εκείνη προθύμως θα ασώτευε διά να τον προσελκύση.

— Όποιος μεταχειρίζεται έτσι την δύναμίν του, πρέπει να είναι ευγενούς και γενναίου χαρακτήρος άνθρωπος.

— Ο Έδμον έπαθε το δυστήχημα να ευρεθή κύριος του εαυτού του εις πολύ νεαράν ηλικίαν· δεν ημπόρεσε ο ίδιος, ούτε είχε τινά να του χαλινώση τας πρώτας ορμάς της νεότητος κέγιναν αυταί πηγαί αθεράπευτης διαφθοράς. Φυσικά όμως είναι ευγενής και μεγαλόφρων. Τον είδα πολλές φορές για να κάμη μίαν καλήν πράξιν να δείχνη ενθουσιασμόν. Επίσης κρατεί την υπόσχεσίν του ιεράν. Είναι ανδρείος μέχρι θρασύτητος, έχει προτιμοτέραν την τιμήν από την ζωή του. Είναι δε τόσο αφιλοχρήματος, ώστε εις την αδελφήν του, επειδή η προίκα της ήτο σχετικώς ολίγη ως προς το συνοικέσιον το οποίον έμελλε να συνάψη, δεν εδίστασε αυτός να ελαττώση την δική του περιουσία για να εξομαλύνη του συνοικεσίου τας δυσκολίας.

— Λοιπόν; . . . είπεν η Μαλβίνα κλίνουσα την κεφαλήν με ενδιαφέρον.

— Λοιπόν, κυρία μου, ενώ αι αρεταί του είναι τέτοιες και τόσο μεγάλες, μέσα στην καρδιά του έχει για τας γυναίκας πάθος παράφορον, ώστε ενώ κατά τα άλλα είναι τόσον τίμιος, αυτάς τας απατά ασυστόλως χωρίς έλεγχον συνειδήσεως. Και σύρεται μεν εις τούτο από ορμήν ακάθεκτον, αλλ' όχι άσκεπτα και απρομελέτητα, αλλά με σχέδιον καταχθόνιον. Αι μόναι ερωτικαί σχέσεις τας οποίας εγνώρισε είναι η απόλαυσις και ο κόρος. Ο αληθινός έρως είναι και θα είναι άγνωστος εις αυτόν.

Η Μαλβίνα εβυθίσθη εις σκέψεις και εφαίνετο ότι δεν ήκουε πλέον. Ο κ. Πρίορ εσιώπησε και εβυθίσθη και αυτός.

Αίφνης η Τομκίνα άνοιξε την θύραν και ηρώτησε.

— Εδώ είναι η Φανή;

— Και δεν ήτανε μαζί σου; είπε η Μαλβίνα ταραχθείσα.

— Όχι, κυρία, δεν την είδα από την ώρα του γεύματος, τη ζήτησα παντού και δεν την ηύρα.

— Ω Θεέ μου, εφώναξε η Μαλβίνα και τινάχτηκε έξω διέτρεξε όλο το σπίτι, αλλά ανωφελώς.

Ο κ. Πρίορ έσπευσεν επίσης εις την αυλήν προς αναζήτησιν.

Η Μαλβίνα επιστρέφουσα άπρακτη και απελπισμένη ήρχισε να φωνάζη μεγαλοφώνως.

— Φανή! Φανή!

— Έξαφνα ακούει την φωνήν του κοριτσιού να της ανταποκρίνεται. Επροχώρησε λοιπόν προς τα μέρος από το οποίον ήρχετο η φωνή, άνοιξε πολλάς θύρας και εμβήκεν εις δωμάτιον άγνωστον δι' αυτήν. Εκεί βλέπει τον Έδμον Σέυμουρ να κρατεί στα γόνατά του την μικρή.

Η χαρά της, η συγκίνησίς της, η έκπληξίς της διά την αιφνηδίαν συνάντησιν την ετάραξαν τόσον, ώστε ελύθησαν αι δυνάμεις της και δεν ημπόρεσε να προχωρήση και έπεσεν εις τον καναπέ εκτείνουσα τα χέρια προς τα κοριτσάκι της. Εκείνο έτρεξε και ρήχτηκε στην αγκαλιά της. Η Μαλβίνα τόσφιγγε στα στήθια της και το φιλούσε περιπαθώς.

— Πόσο είμαι φταίχτης! . . . Είναι δυνατόν να με αξιώσετε συγγνώμην τινά;

— Η χαρά μου είναι τόση, ότι κρατώ στην αγκαλιά μου το παιδί που το θεωρούσα χαμένο, ώστε καμιά ιδέα να κατηγορήσω κανένα δεν περνά από το νου μου.

— Η αγάπη σας στα παιδί αυτό, επρόσθεσε, είναι ανωτέρα πλέον από μητρικήν στοργήν, είναι υπερφυσική, είναι υπεράνθρωπη.

— Και το νομίζετε αυτό δυνατόν:

— Ναι από σήμερα βλέπω εις εσάς πώς είναι δυνατόν να υπερτερήση κανείς την φύσιν.

— Αλίμονον, είπε η Μαλβίνα, αν κανείς θέλη να την υπερβή . . . Τιμωρείται.

— Και άλλοι πριν από σας το είπαν αυτό, αλλά κανείς δεν το είπε καθώς το λέτε σεις. Μόνος ο θαυμασμός που προκαλείτε ημπορεί να εξισωθή προς την ευφροσύνην, την οποίαν αισθάνεται κανείς, όταν σας βλέπη. Και σας βεβαιώνω κυρία μου το ερασμιώτερον πράγμα εις τον κόσμον δεν θα ήτο δυνατόν ούτε αμυδρώς να ενθυμίση την εικόνα την οποίαν βλέπω αυτήν την στιγμήν εμπρός μου και . .

Η Μαλβίνα εσηκώθη διά να απέλθη.

— Σας δυσηρέστησα ίσως, κυρία, επρόσθεσεν εκείνος, και με τιμωρείτε, διότι ωμίλησα με πολλήν ειλικρίνειαν.

— Δεν είμαι συνηθισμένη από τον κόσμον και δεν καταλαβαίνω την γλώσσαν του. Δεν ξαίρω λοιπόν τινά σας αποκριθώ και ήθελα σας γνωρίσει και πολλήν χάριν, αν δεν μετήρχεσθε προς εμέ αυτήν την γλώσσαν.

Ταύτα λέγουσα η Μαλβίνα απεμακρύνετο μετά της Φανής, ο δε Έδμον ακολουθών αυτήν με ήθος ταραγμένον έκραξε:

— Όχι δεν ομιλώ προς εσάς γλώσσα που συνηθίζω εις τον κόσμον. Όποια προσποιητή συνήθεια και νάχη κανείς, την χάνει άμα ιδή εσάς.

Η φράσις αυτή ενθύμισεν εις την Μαλβίναν όσα όμοια της είπεν άλλοτε ο κ. Πρίορ και χαμογέλασε.

Ο Έδμον το παρατήρησε και της είπε:

— Σέβομαι τη σιωπή σας, κυρία, και τολμώ να σας ερωτήσω την αιτίαν του χαμόγελού σας. Φοβούμαι όμως μήπως με παρέστησαν εις εσάς ως απεχθή.

— Μείνετε ήσυχος και αν μου είπε κανείς κακόν τι για σας, τα περισσότερα που μου είπε ήσαν καλά.

Έτσι ομιλώντας έφθασε κοντά, στην θύραν.

Ο Έδμον την ακολουθούσε ποθών να εγγίση το χέρι της αλλά δεν ετολμούσε.

— Και θα πιστέψατε βέβαια τα κακά περισσότερο, παρά τα καλά.

— Σας βεβαιώνω, όταν μου μιλούν για ένα ξένον, είμαι διατεθειμένη να πιστεύω περισσότερο τα καλά.

— Κεγώ σας είμαι ξένος . . .

— Έτσι νομίζω, είπε με χαμόγελο η Μαλβίνα και γύρισε το πόμολο της θύρας. Ενώ άνοιγε, έξαφνα από άλλη θύρα επρόβαλε πρόσωπο γυναικείο, αλλά μόλις έσκυψε και είδε, έκανε — Α! . . . με έκπληξη και τραβήχτηκε αμέσως κλείνοντας την θύρα.

Η Μαλβίνα από την κραυγή της κατάλαβε πώς ήταν η κόρη της κ. Μέλμορ και συλλογίστηκε πόσο παράξενο θα εφαίνετο εις την δεσποινίδα Κίττη, ότι την ηύρεν εκεί, χωρίς η ίδια να παραξενευθή διά την είσοδον της Κίττης.

Ο Έδμον εκαμώθη πως δεν κατάλαβε, ούτε πως άκουσε. Εχαιρέτησε και την άφισε να αναχωρήση.

Κατέβηκε η Μαλβίνα στης κ. Μπιρτών και ηύρε τον κ. Πρίορ. Και με τόση απλότητα διηγήθηκε το τυχαίο περιστατικό της, ώστε μήτε καν η κ. Μπιρτών δεν υποψιάσθηκε τίποτε.

Σε λίγο ήλθε και ο Έδμον κέτσι η Μαλβίνα ελησμόνησε να αναχωρήση.

Η κ. Μπιρτών δεν έβλεπε μεν με καλό μάτι τον ανεψιόν της κοντά εις την ερασμίαν εκείνην γυναίκα, ωστόσο έκρινε άπρεπο να της υπενθυμίση ότι ώφειλε να εξέλθη.

Από τη στιγμήν που είχεν ιδεί τι πλάσμα εξαίσιον ήταν η Μαλβίνα, μετενόησε που την εδέχθη στο σπίτι της και άλλο δεν εσυλλογίζετο παρά πώς να εμποδίση την συνάντησή της με τον Έδμον. Τον ήξαιρε ότι ήταν έκδοτος στις γυναίκες. Μα για τη Μαλβίνα εφοβείτο ακόμη περισσότερον, διότι η εμορφιά της ήταν ικανή κάτι σφοδρότερον να προκαλέση και επομένως να ματαιώση το συνοικέσιον με την Λαίδη Σούμεριλ.

Ακόμα όμως προσπαθούσε και να μη προσβάλη το ανεξάρτητο ήθος του Έδμον δίνοντας φανερά αφορμήν να εννοήση ότι επίτηδες απεμάκρυνε την Μαλβίναν. Ήτο ακόμη βεβαία ότι μάλιστα θα έκαμνε τον πείσμονα νέον προθυμότερον να την γνωρίση, και ότι αν αντετάσσετο στην επιθυμία ενός ανθρώπου, που ποτέ δεν υπέκυψεν εις άλλην εκτός της ιδικής του, άλλο δεν θα κατώρθωνε, παρά να τον ερεθίση περισσότερο.

Εκαμώνετο λοιπόν ότι προσπαθούσε να φέρνη την Μαλβίναν εις την συναναστροφήν των, αλλ' ότι οι προσπάθειές της ήσαν ανωφελείς, διότι η εξαδέλφη της ήτο αγρία και απέφευγε τους ανθρώπους, ώστε δεν υπεχώρει εις τας παρακλήσεις της.

Όταν το πρωί λοιπόν τους είδε να συνομιλούν, επειδή εφοβήθη μήπως αναποδογυρίσουν τα σχέδιά της, καθόλου δεν ημπόρεσε να κρύψη τον θυμόν της. Έπειτα όμως εσκέφθη νηφαλιώτερα και εννόησε ότι δεν ημπορούσε αλιώς να απατήση τον Έδμον, παρά αν επροσποιείτο ήθος αδιάφορον, όταν θα τους εύρισκεν εκ νέου κατά περίστασιν συναντωμένους. Συνεμάζευσε λοιπόν την ταραχήν της. Εφέρθη προσηνώς προς την εξαδέλφην της και έδειξε προθυμίαν να φανή ερασμία εις όλους, πράγμα που όταν ήθελε το κατώρθωνε μια χαρά.

Έμεινε λοιπόν ευχαριστημένη από τον εαυτόν της και η εκ τούτου φιλαυτία της την έκαμεν έτι μάλλον εύχαριν.

Η συναναστροφή εκείνη ήτο κάτι ωραίον.

Ο Έδμον ζωηρός και εύθυμος. Ο κ. Πρίορ ήρεμος και διδακτικός αντισκοπτόμενος υπό της Μαλβίνας η οποία με την θελκτικήν μελαγχολίαν της έχυνε εις το όλον της συναναστροφής κάτι το αγγελικόν.

Η δε κ. Μέλμορ ως νευρόσπαστον με φωνόγραφον εντός του εψυθίριζε κατά διαλείμματα εις κάθε φράσιν της κ. Μπιρτών.

— Έξοχον! Θαυμάσιον!

Και περιέβλεπε ηληθίως τους συγκαθημένους σαν να τους έλεγε,

— Τι λέτε και σεις;

Η Κίττη δεν ήξαιρε να ομιλή. Εξεφράζετο όλο με φρασίδια. Και για να φαίνεται ότι κάτι κάμνει έσκωπτε τη Μαλβίνα και τον κ. Πρίορ. Στην αρχή ήλπισε ότι θα είχε βοηθόν τον Έδμον, αλλά ηπατήθη. Αυτός ο αριστοτέχνης του λόγου άλλωστε και κατά τας κατ' ιδίαν συναναστροφής και κατά τας κοινάς ομηγύρεις ευχαριστείτο από τους λόγους της Μαλβίνας.

Η Κίττη λοιπόν επιτέλους ετραβήχθη εις μίαν άκραν και εσιώπησε.

Η ευγενής Μαλβίνα το παρετήρησε και επεχείρησε να την βγάλη από την αμηχανίαν της αποτείνουσα προς αυτήν τον λόγον με γλυκύτητα. Αλλ' η Κίττη εφέρετο με καταφανή πικρίαν και απήντα μονοσυλλάβως.

Τέλος αφού έμεινε αρκετήν ώραν σιωπηλή επροχώρησε κατηφής και εκάθησε εμπρός εις το πιάνο, όπου άρχισε να παίζη βαριατσιόνες. Η Μαλβίνα την επρόσεξε και την επαίνεσε. Αλλ' αυτή έκαμε ότι δεν την ακούει και προσεκάλεσε τον Έδμον να τραγουδήση μαζί της ένα Ιταλικό τραγούδι.

— Όχι, όχι, είπεν η κ. Μπιρτών, καλύτερα να τραγουδήσετε από Γαλλικές όπερες. Είμαστε Γάλλοι εμείς.

Η Μαλβίνα περιειργάσθη τα μουσικά τετράδια και είπε:

— Α! μα εσείς έχετε τον περίφημο Λούλλι, την Αρμίδα, την Άλκηστη, τον Οιδίποδα. Φιλτάτη κ. Μπιρτών, η καρδιά σας, ωστόσο πάντα είναι γαλλική.

Εμένα τουλάχιστο είπε με πείσμα η Κίττη διόλου δεν μαρέσει η Γαλλική γλώσσα, είναι κρύα, τίποτε δεν μπορείς να εκφράσης εις αυτήν με χάρη.

— Παρακαλέστε την κ. Σορκή να προφέρη μερικές λέξεις, είπε τότε ο Έδμον, και είμαι βέβαιος πως θαλλάξετε γνώμην.

— Ίσως όχι, του είπε χαμηλά η Κίττη με περισσότερο πείσμα, δεν ξυπάζομαι τόσο εύκολα εγώ, ούτε χάνω το νου μου για μια λέξη.

— Ναι αλήθεια κάτι άλλο παρά ο νους κινδυνεύει κοντά της, είπε ο Έδμον.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings