Μ Α Λ Β I Ν Α (continued 4)
K. P. Argyropoulos translation
Και ταύτα λέγων έπιασε το χέρι της και την ετράβηξε να την πάρη στην αγκαλιά του.
Ο κ. Πρίορ, που τον έτρωγε η ζήλεια, ηύρε πρόφασιν να επέμβη. Ήλθε και στάθηκε εμπρός εις τον κ. Έδμον και είπε:
— Με τι δικαίωμα φέρεσθε έτσι προς αυτήν την γυναίκα;
— Εσείς με τι δικαίωμα επεμβαίνετε; είπε ο κ. Έδμον φρυάττων.
— Με το δικαίωμα του ανθρωπισμού εκβιαζομένου· ο δυνατότερος έχει καθήκον να υπερασπίζει τον αδυνατότερον. Αυτή η γυναίκα δεν είναι δική σας. Δεν θέλει δε και να σας ακολουθήση . . .
— Αλήθεια, Μαλβίνα, αρνείσαι να με ακολουθήσης; Δεν είσαι λοιπόν δική μου; δεν μου το υπεσχέθης; Δεν είπες ότι θα γίνης αναπόσπαστος σύντροφος της ζωής μου; Ομολόγησέ το λοιπόν εδώ εμπρός σαυτούς τους ανθρώπους!
— Δεν μπορώ πλέον, είπε η Μαλβίνα με μεγάλη αδυναμία.
— Τι είπες; δεν μπορείς πλέον; Και δεν με λυπάσαι λοιπόν; και δεν λυπάσαι τον εαυτόν σου; Μη με ρίπτεις σε απελπισία, γιατί δεν ξαίρω τι μπορεί να γίνη.
— Ιδού! διάβασε να ιδείς, είπε η Μαλβίνα και του έδωκε την επιστολή του λόρδου Χέριντεν.
— Τέτοια παλιόχαρτα είναι ικανά να σε χωρίσουν απ' την αγάπη μου είπε και έσχισε τα γράμμα σε μικρά κομματάκια. Τίποτε δεν ακούω, τίποτε δεν βλέπω, τίποτε δεν πιστεύω. Όλα σου είναι ψέματα και επίβουλα. Εχτές που είχες πάρει μαζί και το δικό μου γράμμα δεν σεμπόδισε αυτό εδώ να μου στείλης την συγκατάθεσίν σου . . . Σήμερα βλέπεις αυτόν τον άνθρωπον . . . παραπείθεσαι και μου αντιτάσεις άρνησιν με προφάσεις εν αμαρτίαις. Αυτό μονάχο τάχα δεν μου έφθανε να εννoήσω τα πάντα; Τι ήθελα περισσότερον! Ωστόσο εγώ παραβλέπω, αλλά συ εξακολουθείς ναρνήσαι. Μαλβίνα, η εκδίκησίς μου θα είναι τρομερή. Θα μετανοήσης ίσως, αλλά θα είναι πολύ αργά. Μαλβίνα, η εκδίκησίς μου μόνον με αίμα θα χορτάση.
Έπιασε τον κ. Πρίορ από του χεριού τον καρπόν και τραβώντας τον βιαίως.
— Ελάτε, του είπε, να σας δώσω τώρα και σας ένα μάθημα για τις πανουργίες σας. . . ή, αν είσθε πιο τυχερός, να μαπαλλάξετε από μια ζωή, που η επιορκία αυτής της γυναίκας μου την έκανε βδελυκτήν. Οι δύο άνδρες εβγήκαν.
Η Μαλβίνα ετινάχθηκε να τους εμποδίσει, έπεσε κατόπι τους κραυγάζουσα, ήτο ωχρά ως αποθαμένη, λυσίκομος έτρεχε καταβάλλουσα υπερανθρώπους προσπαθείας να τους προφθάση και θα το κατώρθωνε, αν αυτοί εξερχόμενοι δεν είχαν κλείσει την πύλην της αυλής. Ώρμησε να την ανοίξη, αλλά της εστάθη αδύνατον, διότι έκλειε με ελατήριον, του οποίου ο μηχανισμός της ήτο άγνωστος.
Η Μαλβίνα ήρχισε τότε να κραυγάζη. Πρώτη εις τας φωνάς της έτρεξεν η κ. Κλάρα. Κατόπιν η Φανή, η οποία έπαιζε με το παιδί της Λουίζας, ακούσασα την μητέρα της έσπευσε με αγωνίαν προς αυτήν. Η κ. Κλάρα εν τω μεταξύ άνοιξε την πύλην. Η Φανή βλέπουσα την Μαλβίνα εξερχομένην την έπιασε από το φόρεμά της και ζητεί να την ακολουθήση.
— Για όνομα του Θεού πάρτε από δω αυτό το παιδί, φώναξε η Μαλβίνα. Το πήρε στην αγκαλιά της το φίλησε και τόδωσε στα χέρια της κ. Κλάρας.
Έξαφνα ακούστηκαν δύο πυροβολισμοί όχι από πολύ μακρυά. Η Μαλβίνα εφρικίασε.
— Ω θεέ μου! . . .Τετέλεσται!. . . είπε με φωνήν σβηνομένην και έπεσε κάτω αναίσθητη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ' ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΣ
Η Κλάρα κατατρομαγμένη εμπιστεύθηκε τη Μαλβίνα στην υπηρέτρια και έτρεξε να ιδή τι συμβαίνει.
Μετ' ολίγον είδεν, ότι δύο άνθρωποι εκρατούσαν στα χέρια τους ένα αναίσθητον, νεκρόν . . . ίσως, και τον επήγαιναν. Σε λίγο εφάνη ερχόμενος ο κ. Πρίορ. Τον ηρώτησε με φρίκην:
— Άνθρωπε του Θεού; τι έκαμες; Σκότωσες τον Σερ Έδμον;
— Οχ δεν τον σκότωσα είναι λαφριά πληγωμένος. Μα τι ωφελεί; εγώ θα φέρω στη συνείδησή μου πάντα το βάρος της ανθρωποκτονίας. Ω τι κακά ήταν αυτά που έκαμα! στο εξής θα πλανώμαι τρέμων και στενάζων επί της γης.
— Και πού τον πάνε τώρα τον κ. Έδμον;
— Στο αμάξι του, που έμενε ένα τέταρτο της λεύγας μακρυά από δω. Εκεί ζήτησε να τον φέρουν αμέσως.
— Δεν υπάρχει φόβος να μην τον βλάψη η κίνησις:
— Όχι η σφαίρα μόλις άγγιξε τον ώμον του. Το αίμα στάθηκε αμέσως.
— Ποιος είναι τώρα κοντά του;
— Ο υπηρέτης του.
— Όχι όχι, δεν πρέπει να ταξιδεύση σαυτήν την κατάσταση. Τρέχω να τον παρακαλέσω να μείνη στην έπαυλη, ως που να αναλάβη.
— Μάταια· δε θα σας ακούση. Τον παρεκαλέσαμε κεμείς, μα θύμωσε και δεν τόλμησε κανένας ναντισταθή πια στην επιθυμία του. Θέλει να φύγη.
— Και πού θα διευθυνθή τώρα; — Στο Έδιμπουργκ.
— Τόσο μακρυά;
— Πιο μακρυά ήθελε να πάη, αν ήτο δυνατόν, για να είναι όσο γίνεται μακράν της Μαλβίνας. Έλεγε μάλιστα ότι θα υπάγη στης κ. Μπιρτών για να περικυκλώνετε πάντα από τους εχθρούς της Μαλβίνας και νακούη όλο το κακό της.
— Μωρίες! Ας ακολουθήση λοιπόν τη μοίρα του. Εμείς θα περιποιηθώμεν τα θύματά του. Εσείς, Πρίορ, δεν πρέπει να φανήτε τώρα στην κ. Μαλβίνα, μετά τα γεγονότα η παρουσία σας θα της προξενήση φρίκην.
— Το ξαίρω, είπε ο κ. Πρίορ στενάζων, η Μαλβίνα με μισεί. Έπρεπε ναποθάνω πριν με μισήση.
— Κύριε Πρίορ, του είπε σοβαρώς η κ. Κλάρα, από απλήν φιλίαν δεν ημπορούσατε βέβαια να προκαλέσετε αυτήν την φρικώδη περιπέτειαν, η οποία σας στερεί τώρα δικαίως την εκτίμησιν της Μαλβίνας.
— Μη μου ενθυμίζετε τας ανοησίας μου. Ο καημός των θα με στείλη ταχέως εις τον τάφον . . . εις χώραν και σκιάν θανάτου . . .
— Δεν έχετε δικαίωμα ναποθάνετε, ενόσω μπορείτε να ωφελήτε τους πάσχοντας. Πηγαίνετε κοντά στη Λουίζα. Ας μη μάθη ποτέ ότι ο σερ Έδμον ήτο τόσο κοντά της. Μη μακρυνθήτε από κοντά της, προσπαθήσατε να την ανακαλέσετε στη ζωή και ενισχύσατέ την να υποφέρη αγογγύστως την συμφοράν της. Εγώ πάω στην κ. Μαλβίνα.
Την ηύρε ωχράν και λιπόθυμον, όπως την είχεν αφίσει. Η Φανή γονατισμένη κοντά της έκλαιε.
— Μητέρα μου, καλή μου μητέρα, γιατί είσαι κρύα τώρα; μήπως έχεις σκοπό να μου φύγης και συ, όπως και η άλλη; Τότε σε παρακαλώ μη φύγης μονάχη σου, πάρε κεμένα μαζί σου να ιδώ εκείνην.
Η κ. Κλάρα συνεκινήθη πολύ και θέλησε ναπομακρύνη το δυστυχισμένο το κοριτσάκι, αλλ' αυτό περιετυλίχθη στα παραπετάσματα της κλίνης και φώναξε:
— Όχι, όχι, δεν φεύγω από τη μαμά μου μακρυά. Φοβούμαι μήπως φύγη κιαυτή χωρίς να με πάρη μαζί της. Έτσι με πήραν κιαπό την άλλη κύστερα την έχασα και πια δεν την ξαναείδα . . . Μου έφυγε για πάντα. Αφίστε με σας παρακαλώ. Νά κάθουμαι εδώ παράμερα . . . δεν κλαίω πια . . . δεν κάνω βοή.
Ταφίσανε ήσυχο.
Σε λίγο η Μαλβίνα επανήλθε εις τας αισθήσεις της. Σηκώθηκε, είδε γύρο της και άρχισε να ρωτά με αγωνία.
— Εκείνος! . . . πού είναι εκείνος;
— Μένετε ήσυχη, φιλτάτη μου. σας βεβαιώνω ότι δεν διατρέχει κανένα κίνδυνον. Πιστέψατέ με, σας ορκίζομαι στη ζωή σας, στη ζωή της αδελφής μου.
— Μα τότε γιατί δεν έρχεται;
— Δεν είναι πια εδώ. Πάει στο Έδιμπουργκ.
— Για ναποφύγη να με συναντήση, συμφορά μου!
— Αχ μην ανησυχήτε, αναπαυθήτε, κοιτάξετε την υγεία σας, με τον καιρό όλα θα σιάξουν.
— Εγώ να ησυχάσω, ενώ εκείνος με νομίζει ένοχον; Όχι, αδύνατον θα τρέξω κατόπιν του.
— Δεν θα μπορέσετε να τον προφθάσετε. Θα τον συναντήσετε μόνο στο Έδιμπουργκ. Και ξαίρετε που θα τον εύρητε; στης κ. Μπιρτών.
— Γιατί στης κ. Μπιρτών; Αυτός δεν κατοικεί πλέον εκεί.
— Εκεί είπε να τον φέρουν.
— Να τον φέρουν; Είναι λοιπόν πληγωμένος;
— Ναι. Αλλά πολύ ελαφρά.
— Ας είναι, θέλω να πάω. Σόποια κατάσταση κιάν είναι, οπουδήποτε κιάν κατοική τίποτε δεν μπορεί να μ' εμποδίση να τον ιδώ.
— Καλά, να πάτε, είπε η Κλάρα που έβλεπε ότι κάθε αντίστασις θα ήτο ματαία, αλλά βλέπετε νύχτωσε. Οι δρόμοι είναι ορεινοί και αδιάβατοι στο σκότος, κιάν πάθη τίποτα το αμάξι πού θα πάτε; Περιμένετε λοιπόν αύριο. Οι ίπποι μου θα σας πάνε στα Κίνρος, από κει παίρνετε άλλους και σας πάνε στο Έδιμπουργκ. Είχα μεγάλη διάθεση να σας συνοδεύσω κεγώ, μα η δυστυχισμένη άρρωστή μου εδώ έχει ανάγκη από όλη μου την προσοχή. Θα φυλάξω όμως την κόρη σου, για να μη σε βαραίνη στο ταξίδι.
Άμα το άκουσε η Φανή, εβγήκε έξαφνα από τα παραπετάσματα, όπου ήταν κρυμμένη, κιάρχισε να φιλή τα χέρια της Μαλβίνας.
— Μητέρα μου, μη μαφίσης εδώ. Και πρωτύτερα ήθελαν να με απομακρύνουν από σένα, μα εγώ δεν έφυγα, έμεινα κέτσι δε σάφισα να πεθάνης. Μαμά μου, έχεμε πάντα κοντά σου, και κανένα κακό δεν θα πάθης.
Η Μαλβίνα, το αγκάλιασε και το φίλησε· κενώ το παρατηρούσεν, είδε στα μάτια του τα μάτια της μακαρίτισσας της μητέρας του.
— Αχ! φίλη μου, αγαπημένη μου φίλη, είπε και άρχισε να κλαίη . . . πάρε με κοντά σου . . . ναι, πάρε με κοντά σου, τη βαρέθηκα πια τη ζωή τη βασανισμένη.
Ωστόσο η Κλάρα εσιωπούσε, την ανακούφιζαν τα δάκρυα της φίλης της. Δεν της ομιλούσε, παρακολουθούσε το ξέσπασμα της λύπης της.
Τα κλάματα τω όντι εξελάφρωσαν την ψυχήν της Μαλβίνας. Ήλθε στον εαυτόν της. Έπεσε στην αγκαλιά της κ. Κλάρας και της είπε.
— Τι μεγάλο κακό που σας έχω κάνει! . . .
— Όχι δα! εγώ σας έχω κάνει το μεγάλο το κακό. Ήθελα να σας γλυτώσω. Αλίμονο! κανείς δεν μπορεί να αποφύγη το γραφτό του. Πηγαίνετε στα καλό του Θεού. Ήλπιζα πως θα σας θεραπεύσω.
— Μα είδετε, πώς δεν υπάρχει θεραπεία.
Το υπόλοιπο της νυκτός επέρασε ήσυχα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'. ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ ΕΙΣ ΕΔΙΜΠΟΥΡΓΚ
Άμα ξημέρωσε, η Μαλβίνα ζήτησε το αμάξι, διά να πάγη στο Κίνρος. Η Κλάρα της είπε:
— Άμα κάνη ανάγκη να μείνετε πολύ στο Έδιμπουργκ. θα πάρω τη Φανή νάρθω να σας εύρω.
Η Μαλβίνα έσφιξε το χέρι της και της είπε:
— Μένετε ήσυχη. Δεν λησμονώ ότι έχετε αδελφήν, την οποίαν ηδίκησεν ο άνθρωπος, εις τον οποίον πηγαίνω.
— Φιλτάτη Μαλβίνα, η Λουίζα μας ως προς την κοινωνίαν είναι πεθαμμένη. Κανείς δεν ξαίρη ότι ζη. Αυτοί που την υπηρετούν δεν ξαίρουν ποία είναι.
— Και γιατί έτσι;
— Η αδελφή μου είναι πανδρεμένη, αν ο σύζυγός της ήξαιρε ότι ζη, θα την εξεδικείτο ανιλεώς.
— Ω! την δυστυχή, πόσον τη λυπούμαι!
— Το βέβαιον είναι, είπεν η Κλάρα, ότι ο σερ Έδμον δεν είναι πλέον ο ίδιος. Εσάς σας αγαπά αληθινά τέλος πάντων, το είδα με τα μάτια μου και δεν αμφιβάλλω διά την ειλικρίνειαν του. Δεν είναι το αίσθημά του περιφρονήσεως άξιον, Μαλβίνα μου, κιάν δεν φοβήσαι μήπως καταστής δυστυχής . . . .
— Τι με μέλει; Αρκεί να μαγαπά εκείνος.
— Καημένη Μαλβίνα, τι πάθος σε έχει κυριευμένην! είπε καθ' εαυτήν η Κλάρα.
— Δεν μου λέτε, και του παιδιού η ύπαρξις είναι επίσης άγνωστη;
— Ναι υφίσταται κι' αυτό την τύχη της μητέρας του. Πριν γίνη κιαυτό θύμα της λύσσας του συζύγου της μητέρας του κατώρθωσα να το γλυτώσω μαζί μεκείνην μένα τέχνασμα, του οποίου η λεπτομερής διήγησις είναι μακρά. Αφίνω τον σερ Έδμον να σας την κάνη ο ίδιος. Η διήγησις αυτή θα του προκαλέση τους ελέγχους της συνειδήσεώς του και θα τον κάμη να εντραπή, θα του εμπνεύση μίσος πλέον προς πάσαν κακοήθειαν και θα τον καταστήση αντάξιον του έρωτός σας. Μαλβίνα, η αγάπη του προς εσάς έσβησε την προς αυτόν αποστροφήν μου. Μέκαμε σχεδόν να τον συμπαθώ.
Η Μαλβίνα εθέλχθη από τα λόγια της φίλης της, την αγκάλιασε και την εφίλησε τον ασπασμόν του αποχαιρετισμού.
Ανέβη κατόπιν στο αμάξι και διηυθύνθη ευθύς προς το Κίνρος. Άμα έφθασεν εκεί, εμίσθωσε αμάξι και ίππους και την άλλη μέρα το βράδυ κατέλυσε στο Φάλκιρκ, μέσα στο ξενοδοχείον που είχε συναντηθή προ ενός μηνός με τον Έδμον. Όταν εμβήκεν εις το ξενοδοχείον τόσην αδυναμία είχε, ώστε έτρεμαν τα γόνατά της και δεν ημπορούσε να αναβή τις σκάλες. Η υπηρέτρια ηναγκάσθη να την βοηθήση. Αφού ανέβησαν, της είπε:
— Η μιλαίδη φαίνεται να πάσχη. Τι κρίμα οι ωραιότεροι και ευγενέστεροι άνθρωποι να είναι πάντοτε λυπημένοι ή άρρωστοι!
— Βλέπετε πολλούς πάσχοντας εδώ;
— Ένας νέος λόρδος επέρασε χθες . . . . ήταν τόσον ωραίος και τόσο λυπημένος! Από τα σπλάχνα του έβγαιναν κάτι στεναγμοί, που μου εσπάραξαν την καρδιά.
— Μήπως ήτο πληγωμένος;
— Ω Θεέ μου! ναι, αλλά πώς το ξαίρετε;
— Πώς ήτο η κατάστασίς του;
— Ο χειρουργός είπε πώς δεν έχει φόβο για θάνατο, εκτός αν ο πυρετός αυξήση πολύ. Τότε . . . .
— Τι τότε; την διέκοψεν η Μαλβίνα φρίττουσα.
— Α μιλαίδη ο δόκτωρ Σάμπικ είναι πολύ σοφός άνθρωπος. Ωστόσο το λέγει καθαρά, ότι όλη του η επιστήμη δεν χρησιμεύει να σώση αυτόν τον νέον, αν η παραφροσύνη του εξακολουθήση.
— Ήτο λοιπόν εις κατάστασιν παραφροσύνης;
— Ναι, μιλαίδη, έλεγε πράγματα τα οποία κανείς δεν εκαταλάμβανεν. Ωμιλούσε μόνος του και ήτο θυμωμένος για τη γυναίκα που θέλησε, καθώς έλεγε αυτός, να τον θανατώση. Την ωνόμαζε αχάριστη, επίορκη, άπιστη και ακόμη της απέδιδε πολλά άλλα απρεπή ονόματα. Έπειτα έλεγε ότι την αγαπά, ότι την λατρεύει. Την παρακαλούσε να έλθη και την εβεβαίωνε ότι έμελε ναποθάνη ευχαριστημένος, αν την έβλεπε μια φορά ακόμη.
— Θέλω ναναχωρήσω αμέσως, εφώναξεν η Μαλβίνα.
— Ω Θεέ μου, αυτήν την ώρα! είπε η υπηρέτρια με απορία· ενόμιζα ότι η μιλαίδη ήθελε να περάση εδώ τη νύχτα τουλάχιστο.
— Όχι. Θέλω να πάγω αμέσως στο Έδιμπουργκ.
— Αλλά, μιλαίδη, θα φθάσετε εκεί μεσάνυχτα περασμένα και όλα τα ξενοδοχεία θα είναι κλειστά.
— Δεν πειράζει, αρκεί ότι θα είμαι πλησιέστερα προς εκείνον.
— Γνωρίζει λοιπόν εκείνον τον νέον η μιλαίδη;
— Τι σε μέλει; Φρόντισε να μου ετοιμασθή αμέσως ένα αμάξι.
— Αλλά η μιλαίδη δεν θέλει τουλάχιστον να αναπαυθή ολίγον! Ιδού το δωμάτιον, το οποίον ετοιμάσαμεν διά την μιλαίδην. Είναι το ίδιον που έμεινε και εκείνος ο νέος.
Η Μαλβίνα ελαχτάρησε.
— Ας δούμε λοιπόν είπε, και εμβήκε μέσα. Ήτο το ίδιον δωμάτιον, όπου πριν ένα μήνα είχαν περάση οι δύο τας πλέον ευχαρίστους ώρας της ζωής των. Η ενθύμησις εκείνη τόσο πολύ την συνεκίνησε, ώστε ησθάνθη λιποθυμίαν, δια τούτο επλάγιασε, ώστε εδέησε να πάρη μερικάς σταγόνας αιθέρος για να αναλάβη τας δυνάμεις της. Εν τούτοις επέμενε να φύγη κέστειλε την υπηρέτρια να φροντίση για το αμάξι.
Μόλις έμεινε μόνη, άρχισε να ερευνά παντού, μήπως εύρη κανένα χαρτάκι, ή μήπως ο Έδμον εχάραξε τίποτε απάνω στον τοίχο. Δεν ηύρε όμως τίποτε και υπέθεσε, ότι ο Έδμον ήταν πολύ βαριά, για τούτο δεν ημπόρεσε να δώσει κανένα σημείον της διαβάσεώς του από κείνο το μέρος. Η νύχτα της έφερνε τερατώδεις προαισθήσεις. Παντού έβλεπε φαντάσματα. Προησθάνετο συμφοράν. Ενόμιζεν ότι ήκουε παντού τας οιμωγάς του θανάτου. Μη δυναμένη να υποφέρη την κατάστασιν αυτήν εξήλθε από το δωμάτιον, ψυχρός ιδρώς την περιέρρεε. Κατέβη να ιδή, αν η άμαξα είχε ετοιμαστή. Αλλά άλλη απογοήτευσις την περιέμενε.
— Ο επιστάτης του ξενοδοχείου ήτο μεθυσμένος, η γυναίκα του εστρίγγλιζε, οι υπηρέται ελογομαχούσαν περιφερόμενοι. Κανείς δεν την άκουε και κανείς δεν της απαντούσε.
Ώστε ηναγκάσθη να επιστρέψη εις το δωμάτιόν της.
Το πρωί μόλις έφεξε, ανεχώρησε αμέσως και έφθασε στας ένδεκα στο Έδιμπουργκ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'. Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ
Η Μαλβίνα στο Έδιμπουργκ έμεινε στο σπίτι της γριάς Μούδης, που δεν απείχε πολύ από το μέγαρο της κ. Μπιρτών
Η χαρά της Μουδ ήτον απερίγραπτη, όταν είδε τη Μαλβίνα. Εκείνη όμως την παρεκάλεσε να διατηρήση όσο μπορούσε μυστικόν τον ερχομόν της.
— Ναι, κυρία, χρέος μου να σας υπακούσω. Κανείς δεν θα μάθη τίποτε για τον ερχομό σας. Αλλά σας παρακαλώ να μου πήτε εμένα . . .
— Την αιτία που ευρίσκουμαι εδώ; Θα την μάθης, κυρά Μουδ. Θα λάβω μάλιστα και ανάγκην να με βοηθήσης.
— Μεγάλη η ευτυχία μου, να μπορέσω, να σας φανώ χρήσιμη.
— Κάθησε κοντά μου, κυρά Μουδ, θα έμαθες βέβαια, πως εχωρίσθηκα από την εξαδέλφην μου.
— Ναι, κυρία, τα έμαθα όλα από τους υπηρέτας της, από την Άννα προ πάντων. Είναι συγγενής του ανδρός μου· όλες οι υπηρέτριες σας ελάτρευαν εκεί μέσα. Όσα μου είπε, όλα ήσαν προς αθώωσίν σας. Ελυπείτο πολύ η Άννα για την απουσία σας.
— Σευχαριστώ, καλή μου γραία Μουδ. Θα ξαίρεις λοιπόν ότι ο σερ Έδμον Σέυμουρ είναι ο αγαπημένος μου.
Η γριά Μουδ κατένευσε. Η Μαλβίνα εξηκολούθησε:
— Και οι δύο βέβαια είμαστε ελεύθεροι και ανεξάρτητοι και ημπορούμε να τελέσωμεν τους γάμους μας, αλλά κάτι είναι που μας εμποδίζει, έπειτα. . . . εκείνος είναι. . . . πληγωμένος. . . Και ίσως δεν είναι καλά . . .
Οι λυγμοί την εμπόδισαν να εξακολουθήση την ομιλίαν της.
— Λοιπόν, κυρία μου, διατάξετε· είμαι πρόθυμη για όλα, είπε η Μουδ.
— Μένει στις κ. Μπιρτών;
— Εκεί μένει· μάλιστα. Ήρθε χθες το πρωί. Η κ. Μπιρτών έγινε έξω φρενών, άμα τον είδε σε τέτοια κατάσταση, τέλος έπεσε αναίσθητη και πολλήν ώρα απησχόλησε τον ιατρόν, που ήρθε με τον ανεψιόν της.
— Ξαίρεις τι είπε ο ιατρός για την πληγή του; Είναι επικίνδυνη;
— Όχι, κυρία μου, η πληγή του είναι ολότελα ακίνδυνη· αλλά έπαθε πυρετόν από τον μεγάλον πνευματικόν κλονισμόν, τον οποίον υπέστη, όπως είπεν ο ιατρός.
— Ω Θεέ μου, εγώ λοιπόν είμαι η ένοχος! εγώ τον στέλνω στον τάφο! Για όνομα του Θεού, καλή μου γραία, τρέξε να μάθης. Και θέλω να μαθαίνης κάθε μέρα. κάθε ώρα . . . Τι γίνεται; Τι επιθυμεί; Προ πάντων μάθε, αν ζητεί εμένα. Είμαι πρόθυμη να παραβλέψω τα πάντα και να πέσω στα πόδια της κ. Μπιρτών.
— «Άφισέ με να τον ιδώ για τελευταία φορά!» . . . θα της πω.
— Μη κάνετε έτσι, καλή μου κυρία, είπε η κ. Μουδ· τρέχω αμέσως να μάθω. Η Άννα θα μου πει όλα τα πάντα και πριν περάσει μία ώρα θα γνωρίζετε παν ότι συνέβηκε και ότι ελέχθηκε στης κ. Μπιρτών.
— Τίποτε άλλο δεν θέλω να μάθω, παρά τι γίνεται εκείνος! για τίποτε άλλο δεν με μέλει.
— Κυρία, εμπιστευθήτε σε μένα και μη αμφιβάλλετε, ότι θα πάνε καλά τα πράγματα.
— Καλά λοιπόν, κάμε όπως ξαίρεις, αλλά κάμε γρήγορα.
Η γραία Μουδ έφυγε κατευχαριστημένη, διότι της εδίδετο η ευκαιρία να υπηρετήση την ευεργέτιδά της, υπερήφανη σαν πρέσβυς επιτετραμένος σπουδαίας διαπραγματεύσεις.
Η Μαλβίνα επερίμενε ανήσυχη. Επεριπατούσε δώθε κείθε νευρική.
— Να μην έρθη γρήγορα η Μουδ . . . αν έρθη γρήγορα κακό σημείο! . . . Η Μουδ λοιπόν αργούσε.
— Αχ γιατί αργεί έτσι λοιπόν; . . φοβερό πράγμα . . ο Έδμον δεν είναι καλά! . . Έτρεχε στο παράθυρο και έβλεπε μακράν.
Ανέπνεε με δυσκολίαν. Τα συναισθήματα της άλλαζαν στο λεπτό.
Της εφαίνετο ότι ο καιρός έπαυσε να προχωρή. Αγωνιώσα επερίμενε. Τέλος εφάνη η Μουδ. Της έγνεψε με το χέρι να τρέξη γρήγορα. Επήγε και την υπεδέχθη στο σκαλοκέφαλο:
— Λοιπόν πώς είναι; την ηρώτησε με βία, μόλις φάνηκε εκείνη.
— Πάμε μέσα καλύτερα, κυρία μου, ίσως εδώ μας ακούσει κανένας.
— Μια λέξη . . . μια μόνη λέξη! Πώς είναι; . . για όνομα του Θεού!
— Αλλά, κυρία μου, μην κάνετε έτσι . . . Τι παθαίνετε; . . . εσείς τρέμετε ολόκληρη· μήπως έχετε σκοπό ναρρωστήσετε και σεις;
— Πώς είναι εκείνος! . . . εκείνος! . . . λέγε, αποκρίσου, σε ικετεύω μη μου κρύψης τίποτε . . . πώς είναι;
— Κυρία, η Άννα λέγει, ότι σήμερα ο γιατρός, αφού αρκετή ώρα είδε το σφιγμό του και παρετήρησε τα μάτια του, κούνησε το κεφάλι του και δεν είπε τίποτε άλλο.
— Δεν είπε τίποτε! . . . Κούνησε το κεφάλι του! Μουδ, αλλά δεν είναι καλά λοιπόν ο Έδμον, λέγε Μουδ . . . δεν τον ερώτησε λοιπόν κανείς!
— Δεν ξαίρω . . . . η Άννα δεν ακολούθησε το γιατρό μέσα στην αίθουσα.
— Ω θεέ μου, αλλά τι έμαθες λοιπόν;
— Να σας τα πω, κυρία μου. Η Άννα λοιπόν μένει πάντα μέσα στον κοιτώνα του κ. Έδμον. Δεν είναι μεν αυτή η νοσοκόμος του, αλλά . . .
— Αλλά; . . .
— Αυτή βοηθεί την νοσοκόμον, πηγαινοέρχεται κοντά του, του δίνει ότι χρειάζεται και λυπάται πολύ που τον βλέπει σε τέτοια κατάσταση. Είναι τόσο καλός . . . η καημένη η Άννα πόσο θα χαρή, άμα μάθη πώς θα γίνετε σύζυγός του! Θέλει λέει, να σας παρακαλέση να την πάρετε στην υπηρεσία σας! Πίστευα μάλιστα, ότι δεν θα αρνηθήτε. Δεν είναι έτσι;
— Για όνομα του Θεού, κυρά Μουδ, μα έχω εγώ καιρό νακούω τώρα ιστορίες για το τι θέλει η Άννα! Μουδ, δε μου μιλείς για τον Έδμον!
— Ακριβώς, κυρία, για κείνον θέλω να σας μιλήσω. Η Άννα λοιπόν . . .
— Πάλι η Άννα . . .
— Σήμερα το πρωί τον άκουσε να παραμιλεί μέσα στον πυρετό του.
— Τι έλεγε λοιπόν;
— Έλεγε, λέει. . . . αλλά η Άννα φρονεί, ότι ήταν φαντασίες του πυρετού, γιατί ποτέ δεν πιστεύει, λέει η Άννα, ότι η κυρία Μαλβίνα έβαλε τον κ. Πρίορ, καθώς έλεγε ο κ. Έδμον, να τον σκοτώσει, λέει. Και τόσο απίστευτο, λέει η Άννα, είναι τούτο, καθόσο σε άλλες ώρες ο κ. Έδμον καλεί την κ. Μαλβίνα αγαπημένην του, την εξορκίζει να μην απορρίψη την ικεσία του, λέγει ότι η εκκλησία είναι έτοιμη . . . . μα έξαφνα τραβά και σχίζει το δέσιμο της πληγής του και λέγει, ότι θέλει να πεθάνει, γιατί μόνο θάνατος του θα σας ευχαριστήση, λέει.
— Θεέ μου. Θεέ μου!
— Ωστόσο εχθές το βράδι ησύχασε ολίγον και τότε ήρθε η κ. Μπιρτών να τον επισκεφθή. Η Άννα κρυμμένη κάπου πίσω από το παραπέτασμα άκουσε όλη τους τη συνομιλία . . Η κ. Μπιρτών κάθισε κοντά του ψυχρή. Αφού τον ρώτησε πώς είναι; εξακολούθησε.
— «Ελπίζω ότι τώρα πλέον θα συμφωνήσης μαζί μου και συ. Είδες τώρα πια με τα ίδια σου τα μάτια, τι ραδιούργον και πλάνον πνεύμα είναι η κ. Σορκή. Θα προσπαθήσης να την λησμονήσης ολότελα και θα συγκατανεύσης να εκπληρώσης τας υποσχέσεις, που έδωκα για σένα στον λόρδο Στάφφορδ. Και έτσι πια σε συγχωρώ», είπε με ευμένεια η κ. Μπιρτών.
— Δεν θέλω να με συγχωρήσετε ποτέ, είπε ο Έδμον με ταραχή. Ποτέ εγώ δεν θα πάρω άλλη γυναίκα και να το ξαίρετε.
— Πώς; είπεν η κ. Μπιρτών με κατάπληξιν, αρνείσαι κάθε άλλη γυναίκα για μίαν τέτοια μιαρή πανούργα, για μίαν παλιό . . .
— Κυρία! διέκοψεν ο Έδμον. Αν ηπάτησε, ηπάτησε εμένα, το ξαίρω . . . έπρεπε βέβαια να την μισώ για τούτο. Αυτός είναι ο χαρακτήρ μου, αλλά αυτή έχει μεταβάλει και τον χαρακτήρα μου. Ακούστε λοιπόν: Για να την εκδικηθώ στην πρώτη ορμή του θυμού μου, είπα να με φέρουν εδώ σ' εσάς. Αλλά . . . αι τι τα θέλετε: δεν υποφέρω νακούσω, να πη άλλος κακό γιαυτήν. Σεμένα έφταιξε, τους άλλους τι τους μέλει; ίσως εγώ να έχω το δικαίωμα να την κατηγορήσω, αλλά δεν επιτρέπω μπροστά μου σε κανένα άλλον, να προσβάλη την υπόληψή της.
Η Μαλβίνα τότε με πολλή συγκίνηση εφώναξε: — Αγαπημένε μου Έδμον! εγώ να σε πικράνω έτσι| . . . τι καταδρομή της μοίρας μου ήταν αυτή! Πιστεύεις λοιπόν ότι εγώ επιθύμησα το θάνατό σου, ω θεέ μου! Πώς θα μπορέσω νανταμείψω της καρδιάς σου την γενναιότητα! Πώς θα καταισχύνω τους αμφισβητούντας τας αρετάς σου! Και τι απεκρίθη η κ. Μπιρτών, Μούδη:
— Είπε ότι αυτά τα αποδίδει εις τον πυρετόν του, και ότι ελπίζει να τον εύρη αργότερα πλέον ήσυχον, και τότε θα σκεφθή λογικώτερα, για τούτο δεν μπορεί ακόμη να σχηματίση αυτή καμίαν ιδέαν. Τον εχαιρέτησε λοιπόν και του είπε να μη συγχύζεται, για να θεραπευθή γρήγορα, και τότε θα τα ξαναπούνε.
Η Άννα ηκολούθησε σιγά σιγά έξω την κ. Μπιρτών και είδε την κ. Φέμπικ να τρέχη να την συναντήση, ενώ ανέβαινε τη σκάλα.
— Λοιπόν; την ερώτησε η κ. Φέμπικ τι λέει ο Έδμον;
— Ο παράλογος ενθουσιασμός του έχει περισσέψει, Κίττη μου.
— Δεν υπάρχει λοιπόν ελπίς να τον αποσπάσωμεν.
— Σχεδόν· εγώ όμως θα τους χωρίσω.
— Αλλά πώς θα τον κάμης να πάρη την λ. Σούμεριλ, αν αυτός εξακολουθή ναγαπά την κ. Σορκή;
— Έχω τα σχέδιά μου και μη φοβάσαι . . .
Εδώ οι δύο κυρίες απομακρύνθηκαν, κέτσι η Άννα δεν κατώρθωσε νακούση παρακάτω την συνομιλίαν τους. Η Άννα όμως με εβεβαίωσε, ότι η κ. Φέμπικ σας ζηλεύει πολύ για την αγάπη του κ. Έδμον.
— Αρκεί, γραία Μουδ, δεν θέλω να μάθω τίποτε άλλο· εκτός της υγείας του Έδμον τίποτε άλλο δεν μενδιαφέρει. Άφισέ με τώρα μόνην. Μην ομιλήσης για μένα σε κανένα, πως ευρίσκομαι εδώ. Μην ξεχνάς μόνο να με ειδοποιήσης, άμα μάθης τίποτε νέο για τον Έδμον.
Το υπόλοιπο της ημέρας το πέρασε ανήσυχη και χωρίς ειδήσεις νεωτέρας από τον ασθενή. Την νύκτα τρομερά όνειρα την κατετάραξαν. Όταν ο οργανισμός είναι επηρεασμένος από μεγάλες συγκινήσεις και όταν το πνεύμα του κοιμωμένου αδρανεί ναρκωμένον υπό του ύπνου, το γενικόν αισθητικόν είναι εν αταξία και υποφέρει η ψυχή, καίτοι το σώμα αναπαύεται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'. ΝΕΟΙ ΦΟΒΟΙ
Κουρασμένη η Μαλβίνα κιαπό τον ύπνο της το βασανισμένο, εσηκώθη. Η γριά Μουδ της έφερε το τσάι.
— Πώς είναι ο Έδμον σήμερα; είναι καλύτερα; έμαθες τίποτε;
— Αχ κυρία μου . . .
— Λέγε, Μούδη.
— Τι να σας πω; Δεν τολμώ.
— Δεν είναι λοιπόν καλά ο Έδμον;
— Ο πυρετός λαμβάνει επίφοβον χαρακτήρα. Ο ιατρός φρονεί, ότι είναι δυνατόν να γυρίση εις λοιμικήν αρρώστια. Η κ. Μπιρτών είναι πολύ ταραγμένη φοβάται μήπως μολυνθή το σπίτι της.
— Λοιμική αρρώστια, λέει; Και ποιος είναι κοντά του; ποιος τον περιποιείται; ποιος ελαφρώνει τους πόνους του;
— Έχει καλήν νοσοκόμον. Εγώ την ξαίρω.
— Την ξαίρεις Μούδη: Δεν μπορείς να με συστήσεις κεμένα, να με κάνεις να την γνωρίσω, να της ομιλήσω;
— Ξαίρω κεγώ; Αύτη ούτε στιγμή δεν αφίνει τον άρρωστο, πού να την δήτε; Μόνο λένε, να πάρουν και μίαν άλλη νοσοκόμα για να την βοηθή, και τότε. . .
— Τι είπες: θα πάρουν κιάλλη νοσοκόμα είπες;
— Έτσι μου φαίνεται.
— Τότε λοιπόν πληροφορήσου καλά, κέλα σεμένα, να σου εύρω μία νοσοκόμα. Τακούς;
— Tι λέτε, κυρία μου, και πού θα τη βρήτε σεις από δω μέσα;
— Την έχω έτοιμη εγώ. Μάθε συ αν θα πάρουν κιάλλη νοσοκόμα, για το συμφέρο σου και για την ησυχία μου· μην αμελήσης αυτό που σου λέω.
Η Μουδ της το υπεσχέθη, χωρίς να εννοή τίποτε. Εξέλαβε ως ελαφράν σύγχυσιν του νου την τοιαύτην διάθεσιν της Μαλβίνας.
Εκείνη εκάθησε στηρίζουσα το κεφάλι στα χέρια της. Δεν ημπορούσε να υποφέρη πλέον το βάρος της οδύνης.
— Ω θεέ μου, εσκέφθη, είναι λοιπόν γραφτό να πάθω και το δυστύχημα τούτο; να χάσω τας δυνάμεις μου τη στιγμή που μου χρειάζονται!
— Η κυρία πρέπει να πιή κάτι, που να την δυναμώση.
— Φέρε μου τίποτε, αν έχης, είπε χωρίς διάθεση η Μαλβίνα.
Έτρεξε και της έφερε ζωμόν κρέατος. Η Μαλβίνα ήπιε λίγο. Εσηκώθη και επήγε προς το παράθυρο, Το άνοιξε και βλέπωντας έξω είπε:
— Εκεί λοιπόν είναι; και πάσχει! εκεί όπου εγώ είχα ορκιστεί να μη γυρίσω ποτέ! . . Και στρεφομένη προς την Μουδ:
— Πιστεύεις, της λέγει, πως απεφάσισαν να την πάρουν;
— Ποιαν να πάρουν, κυρία μου;
— Τη νοσοκόμα· δεν μου μιλούσες πρωτύτερα για μια νοσοκόμα ακόμη που θέλουν διά τον Έδμον;
— Α ναι, συγχωρήστε με, κυρία μου. Έφυγε ολότελα από το νου μου.
— Και σε τι έχεις λοιπόν το νου σου:
— Να, η Άννα μου έλεγε, ότι εδώ όλοι αυτοί οι καλοί - καλοί ζητούν να απατούν ο ένας τον άλλον. Όποια φαντάζεται, πως είναι πιο έξυπνη από τις άλλες, εκείνη απατάται και περισσότερο. Η κ. Φέμπικ λόγου χάρη μια που δεν κατόρθωσε να πάρη τον κ. Έδμον. . . .
— Φτάνει, Μούδη, δεν θέλω να μου μιλείς γιαυτούς τους ανθρώπους πλέον . . . Πήγαινε να μου φέρεις ένα καλαμάρι και χαρτί. Θέλω να γράψω.
— Να γράψετε, κυρία; . . . Αλλά είσθε τόσο αδύνατη . . . . το γράψιμο θα σας κουράση.
— Μουδ, εξηκολούθησε η Μαλβίνα, φέρε μου ακόμα ένα καπέλλο σου κένα φόρεμά σου.
— Για σας, κυρία;
— Ναι θέλω να τα δοκιμάσω αυτήν την ώρα.
— Θα αστειεύεται βέβαια η κυρία.
Η Μαλβίνα την παρετήρησε ατενώς. Ύστερα χαμογέλασε οικτρά, έσφιξε τα χέρια της και της είπε.
— Κυρία Μουδ, υπάρχουν περιστάσεις, που μπορείς κανείς ευκολώτερα να πεθάνη παρά να αστειευθή. Τρέξε και μην αργείς πλέον, να μου φέρης ότι σου ζητώ.
Η γραία παραζαλίστηκε από τον τρόπο αυτόν της Μαλβίνας και ηπάκουσε χωρίς να πει πλέον τίποτε. Μετ' ολίγον επέστρεψε φέρουσα τα φορέματα και τα εις γραφήν χρήσιμα.
Η Μαλβίνα της έγνεψε να ταφίση και να απέλθη.
Όλην την ημέρα εδοκίμασε κάτι να γράψη. Δεν κατάφερε τίποτε. Παράτησε το γράψιμο απελπισμένη.
Πήρε το φόρεμά της Μούδης και το κοίταζε ώρες αφηρημένη. Τέλος το φόρεσε πικρά χαμογελώντας. Έβαλε και το καπέλλο και πήγε μπρος στον καθρέφτη.
— Βέβαια, είπε μέσα της, ο Έδμον καθόλου δεν θα γνωρίση τη Μαλβίνα του. Κέτσι θα μπορώ να τον βλέπω και να τον ανακουφίζω, θαποφεύγω τα βλέμματά του, θα κατασιγάζω τη συγκίνησή μου, κεκείνος δεν θα ξαίρη ποιο χέρι τον περιποιείται. Ναι, δεν πρέπει να τα μάθη, γιατί η χαρά του μπορεί να τον σκοτώση, για το Θεό . . . Αλλά στην κατάσταση που βρίσκεται . . .
Η Μουδ έκρουσε τη θύρα.
— Εμπρός! . . .Τι τρέχει, Μούδη;
Η Μουδ, άμα την είδε έτσι μετημφιεσμένην, άφισε κραυγήν εκπλήξεως.
— Έρχομαι . . . . έρχομαι . . . . έλεγε και την παρατηρούσε . . . Αλλά αλήθεια δυσκολεύομαι να γνωρίσω την κυρία.
— Λέγε, γριά Μούδη, έρχεσαι . . . τι έρχεσαι;
— Έρχομαι να σας πω, ότι εγώ στεκόμουνα στην εξώθυρα είδα την Άννα, την ερώτησα πού τρέχει . . . Αλλά, θεέ μου, πόσο έχει αλλάξει η κυρία! . . τι παράξενο!
— Την ερώτησες λοιπόν πού τρέχει . . . υπέλαβε ανυπόμονα η Μαλβίνα.
— Ναι και μου είπε, ότι την έστειλαν να εύρη καμιά νοσοκόμα για την νύχτα, διότι ο πυρετός εγύρισε κακοήθης. Απόψε είναι η τρίτη νύχτα, μια από τας πλέον επικινδύνους, είναι ανάγκη να μείνη άνθρωπος κοντά του ολονυχτίς, για να δίδει κάθε λίγο κάποιο ποτό. Η άλλη νοσοκόμος είναι κουρασμένη . . .
— Μουδ! νά λοιπόν εγώ είμαι έτοιμη να λάβω τη θέση της φώναξε η Μαλβίνα καταστέλλουσα την οδύνην της.
— Μα, κυρία μου, συλλογίζεστε τι κάμνετε; Η αρρώστια του κ. Έδμον είναι μολυσματική, είναι θανατηφόρα, η ίδια η εξ επαγγέλματος νοσοκόμος αποφεύγει να μείνη κοντά του. — Περιττό να χάνης τα λόγια σου γραία Μουδ, πήγαινε γρήγορα και πες της Άννας, ότι έχεις μία νοσοκόμα πολύ κατάλληλη και ετοιμάσου να με παρουσιάσης απόψε ως νοσοκόμον υπό εγγύησίν σου. Κατάλαβες; εμπρός!
Η Μουδ κάτι θέλησε να ψελλίση, αλλά εκείνη δεν της έδωκε καιρόν την έσπρωξε έξω του δωματίου φωνάζοντας:
— Τρέξε λοιπόν! Στοχάσου ότι μια στιγμή αν αργήσεις, μπορείς να καταστής υπεύθυνη για το θάνατό του και για το δικό μου ακόμα. Τρέχα! άνοιξέ μου το δρόμο να δεχθώ τουλάχιστο την τελευταία πνοή του.
Η Μουδ δεν αντέτεινε πλέον και έτρεξε . . .
Όταν τέλος το βράδυ το ωρολόγι εσήμαινε τις οχτώ, και οι δύο τους βρεθήκανε εμπρός στη θύρα της κ. Μπιρτών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ'. ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΣ
Ο υπηρέτης που τους άνοιξε την πόρτα, τας ωδήγησε αμέσως εις το διαμέρισμα του αρρώστου.
Η Μαλβίνα αναβαίνοντας στηρίχτηκε στον βραχίονα της Μουδ, για να κρατηθή.
Άμα εμβήκε και είδε το μαραμένο σώμα και την ωχρή κιαδυνατισμένη μορφή του αγαπημένου της, τόσος τρόμος την έπιασε, ώστε λίγο έλειψε να λιγοθυμήση.
Η άλλη νοσοκόμος τας επλησίασε και αποτεινομένη προς την Μουδ είπε:
— Αυτός πια πάει . . . Δεν πιστεύω να βαστάξη ως αύριο. (Και αποτεινομένη προς την Μαλβίνα επρόσθεσε). Εσείς άλλο δεν έχετε να κάμετε, παρά να του δίδετε κάθε τέταρτο της ώρας να πίνη μια κουταλιά απ' αυτό. Ελάτε να σας δείξω, πώς να κάνετε.
Η Μαλβίνα επλησίασε με πικρή αταραξία· το αίμα της ήτο παγωμένο μέσα στις φλέβες της και της εφαίνετο ήδη ότι θα εκπνεύση μαζί με τον ασθενή.
— Κιάν τα συμπτώματα γίνουν χειρότερα και ευρεθήτε εις αμηχανίαν, καλέσατέ με, θα είμαι στο διπλανό δωμάτιο. Έχω τρεις νύχτες να κλείσω το μάτι μου.
Η Μαλβίνα κατένευσε, αλλά δεν έβγαλε λέξη. Θέλησε να πάρη το κουτάλι και να πλησιάση τον άρρωστο. Η νοσοκόμος εγύρισε και την είδε με περιέργεια και είπε:
— Μήπως είναι βουβή; ω θεέ μου, πώς τρέμει; ως να μη είδε ποτέ άνθρωπον αποθνήσκοντα.
Η Μαλβίνα θυμήθηκε τότε την μακαρίτισσα την Κλαίρη της.
— Κανείς, είπε ελαφρώς στενάζουσα, δεν είδε τον θάνατον, όσον εγώ.
— Γιατί λοιπόν είστε τόσο σκυθρωπή: Πρέπει να έχετε συνηθήσει, γιατί αλίμονο, αν θλίβεσθε έτσι για τον κάθε θάνατο που θα βλέπετε. Ελάτε τώρα ανοίξτε το παραπέτασμα, ανασηκώστε το κεφάλι του αρρώστου κεγώ πάω να σας φέρω το γιατρικό.
Η Μαλβίνα έκαμε ότι της είπε η νοσοκόμος και είδε τον Έδμον. Τα μάτια του ήταν κλεισμένα· ακίνητος, ωχρός και παραλογιμένος· κανένα άλλο σημείον ζωής δεν έδιδε, παρά την αναπνοή του την δύσκολη και κοντή κοντή. Η γεναιότης της νέας γυναικός ηυξήθη τώρα. Διεπέρασε τον βραχίονά της κάτου απ το κεφάλι του και τόβαλε πάνω στο στήθος της. Πήρε το κουτάλι το γιατρικό από τη νοσοκόμα και το επότισε με προσοχή τον άρρωστο.
— Εύγε! της είπε η νοσοκόμος, δεν είσθε και τόσο πρωτόπειρη Εγώ λοιπόν σας αφίνω. Καληνύχτα. . . . Πώς, κυρία Μουδ, εδώ είσαι ακόμη; Να φύγης γρήγορα. Δεν ξαίρεις, ότι αυτός εδώ ο αέρας είναι μολυσμένος;
Τότε η νοσοκόμος και η κυρία Μουδ ανεχώρησαν.
Η Μαλβίνα μόνη με τον άρρωστο! . . . Κι ο άρρωστος αυτός είναι ο Έδμον, ο πολυαγαπημένος της· μα σε πια κατάσταση, θεέ μου! . . . νεκρός άθαφτος.
Πλησιάζει την κλίνη, ανοίγει λίγο το παραπέτασμα, αγγίζει το χέρι του, ήταν κατάψυχρο. Βάζει τα χέρι της στο μέτωπό του, ήταν ιδρωμένο και κρύο. Τα χείλη του είναι ξερά και άχροα, τάχει μισοκλεισμένα. Η πνοή του μόλις βγαίνει. Νομίζει ότι τον ακούει να ομιλεί. Συγκρατεί την αναπνοήν της να ακούση . . . Ακούει:
— Μαλβίνα . . . Μαλβίνα μου! . . .
Δεν ημπορεί πλέον να κρατήση τους λυγμούς της. Φοβείται μη τον ταράξη και τυλίγεται μέσα στα παραπετάσματα. Δάκρυα δεν έχει πια να χύση, η καρδιά της χτυπά μαζί με τους χτύπους του ωρολογίου. Γονατισμένη μπρος στην κλίνη του Έδμον ακουμβά το κεφάλι της επάνω στα μπράτσο του και βαστά το χέρι του μέσ' στα δικά της και μέσα στην παγκόσμια σιωπή επικαλείται τον Θεόν της ευσπλαγχνίας για να τον σώση.
Τέλος εξημέρωσε. Ο Έδμον όμως ευρίσκεται στην ιδία κατάσταση, που τον ηύρε χθες η Μαλβίνα.
Η θύρα εκρούσθη σιγά. Εμβήκεν η Άννα και μετ' αυτήν ο ιατρός Πότβελ.
— Α! είπε σιάζων τα μαλλιά του, δεν είναι η γνωστή μας γραία νοσοκόμος αυτή. Το χέρι σου, κορίτσι μου. Νά αλήθεια άσπρο και μαλακό χεράκι, επιτήδειο να περιποιείται τους αρρώστους, χωρίς να τους πληγώνει.
— Δεν πλησιάζετε να δήτε τον άρρωστο, γιατρέ μου! είπε η Μαλβίνα μισοντροπιασμένη.
— Ναι βέβαια, θα τον ιδούμε κιαυτόν. Ωστόσο, καλό μου κορίτσι, πότε τάρχισες το επάγγελμα αυτό; Εγώ τουλάχιστον ποτέ ως τώρα δεν σέχω ιδεί, και όμως δόξα το θεό γνωρίζω όλες τις νοσοκόμες του Έδιμπουργκ.
— Αλλά, γιατρέ μου, είπε η Μαλβίνα απελπισμένη, ο άρρωστός σας βρίσκετε στα έσχατα, για όνομα του Θεού! και άρχισε να του εκθέτει λεπτομερώς τα γεγονότα του ασθενούς από το εσπέρας ως εκείνη τη στιγμή. Ο ιατρός ενθουσιάσθη και φώναξε:
— Αλήθεια, αν όλοι οι άρρωστοι μου είχαν τέτοιες νοσοκόμες, σπάνια θα εσημειώνοντο θάνατοι εις τα δελτία μου. Ας δούμε πώς είναι λοιπόν ο άρρωστός σου, κόρη μου.
Έλαβε τον βραχίονα του ασθενούς και θέσας τους δακτύλους του εις τον σφιγμόν εφάνη προσέχων και σκεπτόμενος. Η δε Μαλβίνα τον ητένιζε ζητούσα να μαντεύση τον λογισμόν του και εκράτει την αναπνοήν της.
— Υπάρχει ελπίς, είπε τέλος ο ιατρός.
— Αλήθεια, γιατρέ μου: υπάρχει;
Ο ιατρός επρόσθεσε με αδιαφορίαν επαγγελματικήν.
— Αι ναι, αλλά όχι και να σας εγγυηθώ πάλιν. Τίποτε σίγουρο δεν μπορούμε να πούμε, αν δεν περάση και η ενάτη ημέρα.
Κατόπιν παρετήρησε πάλιν τον σφιγμόν του κ. Έδμον και είπε.
— Η αίσθησης είναι κοντά, θα ξανάρθη. Τώρα θα σου σημειώσω τι πρέπει να κάμης, για να εκτελεσθή με ακρίβειαν ότι θα διορίσω. Αφού δε ετελείωσε, επρόσθεσε σηκωνόμενος:
— Ιδού, καλό μου κορίτσι, διάβασε με προσοχή και κάμε ότι σημειώνω εδώ. Εγώ προς το βράδι θα ξανάρθω πάλι. Αντίο. Άμα έμεινε μόνη η Μαλβίνα, εκάθισε κοντά στην κλίνη και επαραμόνευε να αντιληφθή το πρώτο κίνημα του αρρώστου.
Ύστερα από μία ώρα ολάκερη άνοιξε τα μάτια και φέρνοντας το χέρι στο μέτωπό του:
— Αχ θεέ μου, είπε, πόσο υπόφερα! τα στήθος μου καίει ακόμα. Καλή κυρά, δόσε μου κάτι να πραΰνω τη ζέστη μου.
Η Μαλβίνα του έφερε αμέσως κάτι δροσιστικό, αλλά επειδή ήταν πολύ αδύνατος, αναγκάστηκε εκείνη να τον ανασηκώση στα μπράτσα της, για να του το δώση να το πιή, ακουμπώντας τα κεφάλι του απάνω στο στήθος της.
— Μείνε όπως είσαι, καλή μου κυρά, έτσι είμαι καλά, αυτή η αλλαγή θέσεως με ξελαφρώνει.
Η Μαλβίνα με χαρά ενδόμυχη έμεινε όπως είταν και λέξη δεν επρόφερε, έσφιγγε τα δόντια της μην τύχει και κλάψει . . και προδοθή. Στοχασμοί ολέθριοι κατεσπάραζαν την ψυχήν της και με πολλήν αγωνία κατέπνιγε τους λυγμούς της.
Ο Έδμον ανακουφιζόμενος από το ζωικόν ρευστόν της Μαλβίνας ησθάνετο εαυτόν συγκινούμενον και δεν ήξαιρε πού να το αποδώση.
Το μεσημέρι εμβήκε η γραία νοσοκόμος και η Μαλβίνα της παρέδωκε τον ασθενή και υπεχώρησε εις την άκραν της κλίνης.
— Δεν πάτε να κοιμηθήτε; της είπε η νοσοκόμος.
— Όχι δεν έχω ύπνον απεκρίθη εκείνη πολύ χαμηλά. Άλλωστε ημπορώ να αναπαυθώ σαυτόν εδώ τον καναπέ.
Μετά πολλήν ώρα η γραία νοσοκόμος κουράστηκε και άφισε το κεφάλι του Έδμον επάνω στο προσκέφαλο.
— Είσαι συ καλή μου κυρά; ρώτησε μόλις ακουόμενος ο ασθενής.
— Εγώ, κύριε, απεκρίθη η γραία, θέλετε τίποτε;
— Ήσο συ πάντοτε κοντά μου;
— Όχι κάποια άλλη νεωτέρα με αντικατέστησε την νύχτα, γιατί είχα κουραστεί πάρα πολύ.
— Μα η φωνή της. . . η φωνή της μου φάνηκε . . . Πού είναι αυτή τώρα;
— Μου φαίνεται πως κοιμάται, κύριε, θέλετε να την ξυπνήσω;
— Αφού κοιμάται, άφισέ την, ας ησυχάση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ' Η ΕΝΑΤΗ ΗΜΕΡΑ
— Έτσι πέρασαν μερικές ημέρες. Η Μαλβίνα αγρυπνούσε την νύκτα και εκρύβετο μόλις εξημέρωνε· τοιουτοτρόπως κανείς δεν την εγνώρισε, ο ίδιος ο Έδμον είχε λησμονήσει την πρώτην εντύπωσιν, που του είχε προξενήση η φωνή της.
Τέλος έφθασεν η ενάτη ημέρα· η κρίσιμη. Ήτο μεσημέρι· η Μαλβίνα είχε το κεφάλι της κρυμμένο μέσα στα χέρια της. Εφαίνετο ότι κοιμάται. Αλλά επρόσεχε πολύ και εις το ελάχιστον κίνημά του και έβλεπε με φρίκην, ότι η αναπνοή του εγίνετο πυκνοτέρα και εναγώνιος. Η οδύνη της ήτο δριμεία τόσο μάλλον, καθ' όσον ήτο ηναγκασμένη να την καταπίνη.
Εν τούτοις ο πυρετός επανήλθε σφοδρός εις τον ασθενή και τον εδυνάμωσε. Εγνώρισε τον ιατρόν, όταν ήλθε, και του είπε.
— Γιατρέ. Είμαι πολύ άσχημα. Αν πράγματι ο θάνατός μου είναι κοντά, μη μου το κρύψετε, σας παρακαλώ.
— Έχετε θάρρος, φίλε μου. Θα σας σώσω. Είσθε νέος και η κράσις σας είναι ισχυρά.
— Σας παρακαλώ, μη με απατήσετε. Είναι ανάγκη να φανήτε ειλικρινής περισσότερον, παρ' όσον στοχάζεσθε.
— Αν έχετε να διαθέσετε τίποτε, μπορείτε και να το κάμετε, δεν βλέπω εις αυτό τίποτε κακόν.
— Σας ευχαριστώ, γιατρέ μου. Δεν είμαι καθόλου δειλός, υποτάσσομαι εις το πεπρωμένον. Έχω πολλές αμαρτίες βέβαια, αλλά η Μαλβίνα παρακαλεί για μένα τον θεό και ίσως ο θεός χάριν αυτής με συγχωρήση.
Έπειτα ύψωσε τα χέρια του τα αδύνατα προς τα άνω και είπε:
— Μαλβίνα, Μαλβίνα! Είναι λοιπόν γραφτό ναποθάνω μακράν σου στερημένος την παρηγορία που θα μου έδινε η παρουσία σου! Οι τελευταίοι μου στοχασμοί πετούν προς εσένα. Έλα καλή μου γραία να σου υπαγορεύσω να γράψεις εσύ. Πάρε χαρτί και μελάνι.
Η γραία νοσοκόμος εθορυβήθη, διότι δεν ήξαιρε να γράφη και το ανεκοίνωσεν εις την Μαλβίναν.
— Δεν πειράζει, της είπεν η Μαλβίνα, γράφω εγώ αντί σου, χωρίς να μας καταλάβη. Αλλά, γιατρέ μου, δεν θα τον βλάψη αυτός ο κόπος;
— Μα η Μαλβίνα αυτή, κόρη μου, τον απασχολεί τόσο πολύ, ώστε μάλλον θανακουφισθή, πιστεύω, ανοίγοντας την καρδιά του . . .
— Είσαι έτοιμη, καλή μου γραία; εφώναξεν ο Έδμον.
— Μάλιστα, κύριε, απεκρίθη η νοσοκόμος. Και τότε η Μαλβίνα επλησίασε και κρυπτομένη πίσω από τα παραπετάσματα της κλίνης άρχισε να γράφη καθ' υπαγόρευσιν του Έδμον:
«Αγαπητή μου Μαλβίνα,
Είμαι ετοιμοθάνατος και αιτία του θανάτου μου είναι ο προς εσένα έρως μου. Αλλά δεν πταίεις εσύ βέβαια· εγώ ο ίδιος με την ορμή του πάθους μου άναψα μέσα στο στήθος μου τη φλόγα που με φέρνει τώρα στον τάφο. Ωστόσο ακούω ακόμη τας αλγεινάς κραυγάς που άφισες, όταν σε αποχωρίσθηκα. Έτσι είμαι βέβαιος, Μαλβίνα, πως δεν έπαυσες να μαγαπάς και θα χύσης δάκρυα πικρά επάνω στο νεκρό μου. Αχ πόσο ήθελα να μην αποθάνω! για να απολαύσω εσένα, ποθώ τον κόσμον, γιατί αφίνω πίσω μου εσένα, θέλω να ζήσω για να σε εξιλεώσω, που αμφέβαλλα για την αγάπη σου, και στη μανία του θυμού μου ήρθα ναποθάνω ανάμεσα στους μιαρούς εχθρούς σου. Ω Μαλβίνα, συγχώρησέ μου το ολέθριο αυτό σφάλμα. Πόσο τιμωρήθηκα γιαυτό! Αχ τουλάχιστον θα σε είχα κοντά μου τας τελευταίας μου στιγμάς, θα σέβλεπα, θα σάκουα. Συ θα εδέχουσουν την τελευταία πνοή μου, συ θα έκλειες τα μάτια μου. Οποία παρηγορία! . . »
— Μα ποιος κλαίει λοιπόν; ρώτησε διακόπτων την υπαγόρευσιν. Μου φαίνεται ότι είναι εκείνη η ιδία . . ω Μαλβίνα αν η ψυχή σου φτερουγίζη γύρο μου, αν ήλθε να ιδή, πώς θα πετάξη η δική μου, αγκάλιασέ με κιας πετάξουνε μαζί οι ψυχές μας.
Η Μαλβίνα δεν βαστούσε πλέον και ητοιμάζετο να πέση στην αγκαλιά του. Αλλά ο Έδμον κατελήφθη υπό μανίας και εφώναξεν αποτόμως:
— Όχι, όχι! άπιστη γυναίκα, φύγε μακρυά! εσύ ώπλισες το χέρι του μιαρού του παπά και τον διέταξες να εμπήξη το μαχαίρι στο στήθος μου, που για σένα μόνο ανέπνεε. Αν ήθελες ναποθάνω, ας μου το διέτασσες, και ευθύς θα μέβλεπες νεκρόν εις τα πόδια σου, γιατί να μεταχειρισθής την βδελυράν βοήθειαν εκείνου; . . . άπιστη!
— Αχ Θεέ μου Θεέ μου, εμουρμούρισον η Μαλβίνα με οδύνην ανέκφραστη, πότε λοιπόν θα τελειώσουν τα βάσανά μου; Δεν αντέχω πλέον.
— Εδώ κρύβεται παράξενο μυστήριο, είπε ο γιατρός στην γραία νοσοκόμα.
— Στοιχηματίζω, λέει εκείνη, πώς κιαυτή θα είναι μία από κείνες που απάτησε ο σερ Έδμον.
— Δεν πιστεύω, αυτή είναι φρόνιμη νέα. Υπάρχουν όμως γυναίκες νευρικές που κλαίουν, άμα ιδούν τους άλλους να πάσχουν.
— Δε σκοτίζομαι αλήθεια! Αυτή η γυναίκα εμένα με βοηθεί και με ανακουφίζει, και της χρεωστώ ευγνωμοσύνην.
Τα μεσάνυχτα ο κ. Έδμον έπαυσε να ομιλή και ο ιατρός Πότβελ εξετάσας τον σφιγμόν του είπεν εις την Μαλβίναν:
— Η κρίσις πλησιάζει. Αν μετά έξ ώρας δεν πάθει τίποτε, σας εγγυώμαι πλέον για τη ζωή του. Προσέξετε, μην αποκοιμηθήτε και φυλάγετέ τον με μεγάλη προσοχή. Εγώ απόψε δεν φεύγω από δω. Αν η αίσθησις επανέλθη με ελαφρόν ιδρώτα, ο ασθενής εγύρισε στα καλά. Φώναξέ με τότε. Καλή νύχτα.
Όταν η Μαλβίνα έμεινε μόνη, άρχισε να περιφέρεται μέσα στο δωμάτιον και να συλλογίζεται, ότι σε λίγο θα αποφασισθή η τύχη της. Της εφαίνετο ότι τον βλέπει μέσα εις λάκκον βαθύν, σκεπασμένον με το λευκόν σενδόνι, και φρίσσει. Επιθυμεί ναποθάνη και η ιδία.
— Θεέ μου, λέγει, δεν τολμώ πλέον να σε παρακαλέσω για τη ζωή του . . σου παραδίδω και τη δική μου.
Πλησιάζει το κρεββάτι του αρρώστου, ανοίγει τα παραπετάσματα, της φαίνεται σα νεκρός.
— Έδμον, Έδμον! δε μακούς, καλέ μου! Εγώ είμαι που σε φωνάζω, εγώ η Μαλβίνα σου.
Εκείνος ανοίγει σιγά τα μάτια. Την βλέπει, την αναγνωρίζει, δεν είναι δυνατόν να απατάται, είναι η ιδία, η Μαλβίνα.
— Πού είμαι; πού βρίσκομαι; συ εδώ Μαλβίνα!
— Ω Έδμον! ζης λοιπόν; ανεστήθης λοιπόν; Δόξα να έχη ο Κύριος!
— Μαλβίνα, δεν πάσχω πλέον, αφού σε βλέπω κοντά μου, αλλά πώς ευρέθηκες εδώ; τι θαύμα είναι τούτο: Μήπως είμεθα . . .πλέον. . . εις την αιωνιότητα;
Και έκλεισαν πάλιν τα μάτια του. Αλλά ανέπνεεν ελεύθερα και η υγρά θερμότης των χεριών του έδοσαν θάρρος εις την Μαλβίναν. Τα μαραμένα χείλη του ζωηρεύουν, γλυκός ύπνος διαδέχεται την αγωνίαν.
Η Μαλβίνα γονατίζει και προσεύχεται με δάκρυα χαράς προς τον Σωτήρα του αγαπητού της.
Σιωπή άκρα επικρατεί γύρο της, αλλ' αυτή τώρα πλέον δεν αγριεύεται, απεναντίας χαίρει, διότι το παν σέβεται τον ύπνον εκείνου, της φαίνεται ότι η φύσις όλη ησυχάζει, διά να εξυπνήση μαζί με τον εραστήν της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ' ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΛΥΠΗΝ Η ΧΑΡΑ
Η αυγή εφώτιζε τον ορίζοντα και ο Έδμον ακόμη εκοιμάτο βαθέως, ενώ η Μαλβίνα εισέτι γονυπετής παρά την κλίνην τον ητένιζε και προσηύχετο υπέρ αυτού.
Ηκούσθη το βήμα του ιατρού Πότβελ· του ανοίγει την θύραν ελαφρώς· βαδίζει ακροποδητί. Ο ιατρός ερωτά ανήσυχος:
— Πώς είμεθα;
— Γιατρέ μου, κοιμάται πολύ ήσυχα.
— Αλήθεια κοιμάται; Είσαι βεβαία;
— Ναι, γιατρέ μου.
— Τότε εσώθη.
Η Μαλβίνα τον οδηγεί παρά την κλίνην ελαφρώς περιπατούσα. Ο γιατρός τον βλέπει με προσοχή.
— Είναι εκτός κινδύνου. Εσώθη.
Άμα η Μαλβίνα άκουσε τα λόγια του ιατρού, έξαλλη από την χαράν της ετινάχθηκε έξω.
Ο ιατρός απόρησε για τον τρόπο της και εφώναξε την γραίαν νοσοκόμον να έλθη κοντά στον ασθενή.
Έπειτα εβγήκεν έξω και αυτός και ήλθεν εις συνάντησιν της Μαλβίνας. Εκείνη άμα τον είδε, εφώναξε:
— Γιατρέ μου, εσείς τον εσώσατε! είσθε αληθινός άγγελος της σωτηρίας. Και έπιασε τα χέρια του και τα έσφιξε με την καρδιά της.
— Αληθινά είσθε μία παράξενη κυρία.
— Νομίζετε ότι άμα εξυπνήση, θαναγνωρίση όσους τον περιστοιχίζουν; — Αναμφιβόλως, ο πυρετός έπεσε, δεν θα έχει πλέον παραλήρημα, εις το εξής το μόνον κακόν θα του είναι η αδυναμία.
— Δεν έχει φόβον από ψυχικήν ταραχήν;
— Έχει και παραέχει, ο οργανισμός του, εξησθενημένος όπως είναι, δεν αντέχει εις σφοδράς συγκινήσεις. Αλλά γιατί ερωτάτε όλα αυτά τα πράγματα;
— Αχ, γιατρέ μου, η μικροψυχία μου δεν μάφισε να κρυφθώ περιπλέον. Αλλά συγχωρήσατέ με, γιατί πολλά υπέφερα.
— Ο σερ Έδμον λοιπόν σας είναι πολύ ενδιαφέρον πρόσωπον;
— Δεν απατάσθε, γιατρέ μου. Αλλά σας παρακαλώ κρατήσατέ το μυστικό, γιατί με καταστρέφετε.
— Αλλά ας επιστρέψωμε κοντά του. Εσείς μην του φανερώνεσθε αμέσως και βλέπουμε.
— Θεέ μου! νομίζω ότι ακούω θόρυβον εκεί μέσα. Μήπως εξύπνησε; Εμβάτε μόνος σας, γιατρέ μου.
Στάθηκε μπρος στην θύραν και ακροάζετο κρατούσα την αναπνοήν της.
— Αχ Θεέ μου, είπεν εκείνος βλέπων τον ιατρόν να εμβαίνη, τι μου συνέβη άραγε; Νομίζω ότι είδα, ότι ήγγισα την Μαλβίναν, ότι άκουσα την φωνήν της.
— Μην την ενθυμείσθε, σας το απαγορεύω, αφού σας έσωσα, δεν θέλω να πάθετε υποτροπήν.
— Αχ εκείνη με έσωσε. Η φωνή της με ανεκάλεσε από τον τάφον, με εξύπνησε από τον θάνατον. Αλλά πού είναι τώρα, Θεέ μου, πού είναι;
— Κύριε του είπε η γραία νοσοκόμα η φαντασία σας αυτή ημπορεί να σας ξαναφέρη τον πυρετόν. Ησυχάσατε, παρακαλώ.
— Έχει δίκαιο η γριά, επρόσθεσεν ο ιατρός. Να τι εκάματε· ο σφυγμός σας ήρχισε να ατακτή, και αν εξακολουθήσετε, άφευκτα θα σας επανέλθη ο πυρετός.
Ο Έδμον εσιώπησε και σιγά σιγά η φαντασία του ησύχασε. Η εικών της Μαλβίνας κατ' ολίγον διελύθη ως φωτεινόν νέφος, και απεκοιμήθη, ή μάλλον εβυθίσθη εις νάρκην.
Η Μαλβίνα εμβήκε με τρόπον εις τον κοιτώνα αποφεύγουσα να σταθή προ των ομμάτων του.
Ωστόσο η βελτίωσις της υγείας του αρρώστου έγινε γνωστή σ' όλο το σπίτι. Η κυρία Φέμπικ εχάρη ειλικρινώς. Η κ. Μπιρτών έδειξε πανηγυρικώς ψευδή ευαισθησίαν.
— Προς το βραδάκι, όταν ο Έδμον εκοιμάτο, εκρούσθη αίφνης η θύρα.
— Ποιος είναι; ρωτά η Μαλβίνα σιγανά.
— Μπορώ να δω τον κ. Έδμον;
Η Μαλβίνα ανεγνώρισε την φωνήν της κ. Μπιρτών.
— Όχι, όχι, απεκρίθη. Κοιμάται τώρα, και ο γιατρός . . .
— Μα εβγάτε, ευλογημένη, και ομιλήσατε της κυρίας! είπε εντόνως η γραία νοσοκόμα.
— Αμέσως απήντησε η Μαλβίνα θορυβημένη υπερβολικά. Εν τούτοις δεν ετολμούσε νανοίξη.
Η γραία επετάχθηκε αγανακτημένη.
— Άνοιξε λοιπόν, παράξενο πλάσμα!
Η Μαλβίνα υπεχώρησε προς το σκοτεινότερο μέρος του δωματίου.
Η γραία ήνοιξε και εβγήκε να ομιλήση της κυρίας.
Η Μαλβίνα ετέντωσε το αυτί της.
Η γραία έδιδε εξηγήσεις, ότι δεν έφταιγε αύτη διά την αργοπορίαν, αλλά μία άλλη νοσοκόμα, ένα παράξενο πλάσμα, που εκτελεί μεν απαραγκλίτως το καθήκον της, αλλά συγκινείται ευκόλως και πάσχει από νευρικήν ζάλην και κλαίει συχνά.
Και ο γιατρός ακόμα απόρησε για την υπερβολική ευαισθησία της, επρόσθεσε η κ. Μπιρτών, και ήμουν περίεργη να την ιδώ.
Ο σερ Έδμον κοιμάται και ο γιατρός μας απαγορεύει νανάψωμε φως, για να μη του ταράξωμε τον ύπνο.
— Τότε έρχομαι αύριο. Καληνύχτα.
Η Μαλβίνα άρχισε να συλλογέται ότι η κ. Μπιρτών βεβαίως θα την ανεγνώριζε και έπρεπε με κάθε τρόπο ναποφύγη το σκάνδαλον. Ο Έδμον ήτο πλέον εκτός κινδύνου, έπρεπε λοιπόν να τον αφίση.
Επέρασε κοντά του όλην εκείνην την νύκτα. Ο ύπνος του ήτανε γαλήνιος.
Όταν εχάραξε η αυγή, η Μαλβίνα άνοιξε λίγο τις κουρτίνες του κρεββατιού. Το ένα χέρι του εκρέμετο έξω από το κρεββάτι. Εκόλησε ελαφρά τα χείλη της σαυτό και μουρμούρησε.
— Έχε υγεία, καλέ μου. Η μοίρα τόσο μόνο ήθελε. Δεν ξαίρω, αν θα σε ξαναϊδώ πλέον. Ίσως όταν περάσουν τα νιάτα και ασπρίσουν τα μαλλιά μας, θα μπορέσω τότε να σφίξω το χέρι σου και να σου πω με ηρεμία ψυχής.
— Θυμάσαι, Έδμον, τη νύχτα εκείνη της αγωνίας! εγώ ήμουν που σε ανεκάλεσα από τον τάφο, ο οποίος ηπείλει να καταπίη και τους δυο μας, άνοιξες τα μάτια σου τα κουρασμένα και με είδες τότε ανάμεσα στο μελιχρό το φως του λύχνου. Αλλά τα μάτια σου βαρυμένα έκλεισαν πάλι και τότε νόμισες ίσως ότι η φαντασία σου σε απατούσε. Αλλά όχι, Έδμον, ήμουν εγώ η ιδία που ήρθα να σε σώσω, ή . . . . ναποθάνω μαζί σου. Και . . . σε έσωσα. Χαίρε λοιπόν. Η ανάγκη με κάμνει να σε αποχωρισθώ. Η μοχθηρία αγρυπνεί γύρο μας και δεν μας αφίνει ναπολαύσωμεν αλλήλους ανεπιφύλαχτα. Για την ησυχία τη δική σου εγώ πρέπει να φύγω.
Έπιασε ξανά το χέρι του για να το φιλήση. Ο Έδμον τότε άνοιξε τα μάτια του.
— Ποιος είναι; ρώτησε αδύνατα.
Η Μαλβίνα ταράχτηκε.
— Αχ η σκιά σου, Μαλβίνα μου, πάντοτε με κυνηγά. Σε βλέπω και ακούω τη γλυκυτάτη φωνή σου. Μακάρια οπτασία!
Έκλεισε πάλι τα μάτια του και απεκοιμήθη.
Η Μαλβίνα κατεπνίγη, ήθελε να ριχθή στην αγκαλιά του, να του πει πόσο τον αγαπούσε, να του φανερώση ότι δεν είταν οπτασία.
— Αλλά ο χαρακτήρας της ο φρόνιμος, ο επιφυλακτικός την εκράτησε και πάλιν. Του έστελε ασπασμόν με το χέρι της και βγήκε από τον κοιτώνα.
— Κατέβηκε ήσυχα ήσυχα, ηύρε ανοιχτή τη θύρα της εισόδου, εξήλθε και ετράβηξε ίσια στης κυρά-Μούδης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'. Η ΜΑΓΙΣΣΑ
— Δόξα νάχη ο Κύριος! φώναξε η καλή γραία, μόλις την είδε, τέλος πάντων εγυρίσατε με τα καλά σας· ούτε στιγμή δεν ησύχαζα ενόσω βρισκόσασταν εις της κ. Μπιρτών. . . .
Αλλά, θεέ μου! πώς αλλάξατε έτσι;
— Είμαι πολύ καλά, καλή μου γραία. Ο σερ Έδμον εγλύτωσε· τώρα άφισέ με ναναπαυθώ ολίγον. Αιτιολόγησε τον εξαφανισμόν της νοσοκόμας σου, όπως θέλεις. Πήγαινε και πες τους, ότι παρεφρόνησα τέλος πάντων.
Ένδεκα αλγειναί νύκτες αγρυπνίας αδιακόπου και συνεχούς αγωνίας είχαν εξαντλήσει την Μαλβίναν, και τώρα που έπαυσε η υπερέντασις του νευρικού συστήματος εξέσπασε η εξάντλησις εις υπερβολικήν αδυναμίαν.
Επλάγιασε και εβυθίσθη εις βαθύν ύπνον.
Η εξαφνική εξαφάνισις της Μαλβίνας από το δωμάτιον του αρρώστου ανεστάτωσε την υπηρεσίαν. Η γραία νοσοκόμος βλέπουσα ότι έχασε την ησυχίαν της έγινε άνω κάτω. Ερωτά την μίαν, εξετάζει την άλλην, κανείς δεν την είδε, κανείς δεν ξαίρει πού ευρίσκεται.
Η φαντασιώδης Άννα βεβαιώνει ότι αυτή ήταν μάγισσα, ότι την είδε τη νύχτα από την κλειδαρότρυπα να κάμνη διάφορα καββαλιστικά σημεία, να χαράσσει κύκλους, να εξαφανίζεται και πάλι να ξαναφαίνεται.
Οι φαντασίες ανάβουν. Βέβαια και ήταν μάγισσα, αφού με τας γοητείας της εθεράπευσε τον σερ Έδμον, που ο κύριος Πότβελ είχε διακηρύξει ότι η αρρώστια του ήταν αθεράπευτη. Εν τω μεταξύ έφθασε η κυρά Μουδ και βλέπουσα ότι η εξήγησις, την οποίαν αυτή θα εφεύρισκε, εδόθη ήδη τόσον εύκολα, εδέχθη αυτήν προθύμως υπερθεματίζουσα μάλιστα δι' άλλων σχετικών διηγήσεων περί μαγισσών και γοήτων.
Ώστε ο θρύλος έγινε βεβαιότης. Διότι όλη η υπηρεσία επίστευε τώρα ότι είδε και ήκουσε τα παράδοξα εκείνα.
Το πράγμα έγινε γνωστόν και εις τον κύκλον των κυριών. Η κ. Μέλμορ δεισιδαίμων, όσο και η τελευταία υπηρέτρια, τα παίρνει και τα δίνει με την κόρην της. Εν τούτοις η κ. Μπιρτών δεν δίδει πίστιν εις τας τοιαύτας φλυαρίας. Συλλαμβάνει όμως υπονοίας και δίδει διαταγάς αυστηράς, αν έλθη η νοσοκόμος εκείνη ξανά στο οπίτι της, να της την φέρουν αμέσως.
Ο κ. Φέμπικ άρχισε να την κολακεύη, ότι είναι γυνή ανωτέρα και καθόλου δεν ομοιάζει με τας άλλας γυναίκας.
Μία είναι στον κόσμον η κ. Μπιρτών, έλεγε.
Η Μαλβίνα τα έμαθε αυτά από την κυρά Μουδ. Ησύχασε ότι τα πράγματα έμειναν άνευ περαιτέρω ερεύνης διά τα κατ' αυτήν.
Ο Έδμον ανελάμβανε από ημέρας εις ημέραν.
Η Μαλβίνα αρχίζει να ελπίζει και να ρίχνει βλέμμα πλήρες χαράς εις το μέλλον.
Έτσι το ρυάκι όταν το πλήξουν σφοδραί καταιγίδες πλημμυρίζει και θολώνει, αλλ' αφού παρέλθη η επίδρασις αυτών, ρέει πάλιν ήσυχον και διαυγές και αρχίζει να καθρεφτίζη τα άνθη που φυτρώνουν εις τας όχθας του και αντιφεγγίζει τον ουρανόν επί του κινητού κατόπτρου της επιφανείας του.
Όταν ο σερ Έδμον ήτο πλέον εις κατάστασιν να σκέπτεται, ερώτησε, αν η κ. Σορκή έστειλε να μάθη γιαυτόν όταν ήτο άρρωστος. Αλλά κανείς δεν ήτο εις θέσιν να του ειπή τίποτε. Ο Έδμον λοιπόν επικράθηκε για την αδιαφορία της.
— Εγώ πεθαίνω κεκείνη, η ευσπλαγχνιζομένη πάσαν ψυχήν ζώσαν, μένει αδιάφορη στους πόνους τους δικούς μου! Άραγε πήρε τουλάχιστον το γράμμα μου εκείνο; Και ποιος τάχα ανέλαβε να της το αποστείλη;
Έκραξε την γραίαν νοσοκόμον και την ερώτησε:
— Δε μου λες καλή μου γραία, όταν ήμουν ασθενής, σου υπαγόρευσα και έγραφες ένα γράμμα. Δεν μου λες, τι το έκαμες;
Η γραία ηναγκάσθη να του ομιλήση περί της άλλης νοσοκόμου, η οποία έγραφε το γράμμα εκείνο και η οποία βέβαια ήτο μάγισσα διότι την είδαν να . . .
Ο σερ Έδμον την διέκοψε με αδημονίαν και την ερώτησε πού ευρίσκεται τώρα η νοσοκόμος εκείνη;
Η γραία αγνοούσα να απαντήσει άρχισε πάλιν να φλυαρή περί μάγων και των καταγωγίων αυτών.
— Μα ποιος σας τη σύστησε τέλος πάντων αυτήν την νοσοκόμον, γραία μου;
— Η κυρά-Μουδ.
— Τρέξε, σε παρακαλώ, να πης αμέσως της κυρά-Μούδης ότι την ζητεί ο κ. Έδμον.
Η κυρά Μουδ ήλθε κληθείσα. Και νομίζουσα ότι είναι η εκ των απορρήτων της κ. Σορκή δεν έκρινε ούτε καν να την ειδοποιήση, και είπε εις τον σερ Έδμον με το δικό της κεφάλι, ότι έχασε τα ίχνη της γυναίκας εκείνης.
Τότε ο σερ Έδμον απεφάσισε να μάθη μόνος του τι γίνεται η Μαλβίνα και ποία ήταν τα αίτια της σιωπής της.
Ένα πρωί λοιπόν κατέβη εις της κ. Μπιρτών. Της εζήτησε τυπικώς συγγνώμην διά τας ενοχλήσεις που της έδωσε με την ασθένειά του, και της ανήγγειλε, ότι μελετά να περάση μερικές ημέρες σένα αγροκήπιον φίλου του κοντά στο Έδιμπουργκ, διότι έχει ανάγκη καθαρού αέρος.
Η δύσπιστος κ. Μπιρτών υποψιαζομένη πάντοτε προσεπάθησε να τον αποτρέψη, αλλά ματαίως.
Την επιούσαν ετράβηξε κατ' ευθείαν εις Άβερνεθ, χωρίον πλησίον του πύργου της κ. Κλάρας.
Εκεί επληροφορήθη παρά του διευθυντού του ταχυδρομείου, ότι η κ. Σορκή ευρίσκετο εις τον πύργον.
Άνευ πολλών δισταγμών έσπευσεν εκεί συλλογιζόμενος, ότι εκείνη ησύχαζεν εκεί αμέριμνη, ενώ αυτός . . .
Όταν έφθασεν εκεί, κατέδη από τον ίππον και δέσας αυτόν έξω του περιβόλου επροχώρησε και έσκυψεν εις τον κήπον· από τα κάγγελα είδεν· όχι· τα μάτια του δεν τον απατούν, είναι η Φανή, το κοριτσάκι το θετό της Μαλβίνας, το γνωρίζει από τη φωνή του. Εδώ λοιπόν βέβαια θα είναι και η μητέρα του. Κάθεται επάνω σε μίαν πέτρα και περιμένει την τύχη.
Έξαφνα ακούει μια φωνή που απευθύνεται στο κοριτσάκι και συνταράζεται ολάκερος. Η φωνή είναι του κ. Πρίορ.
— Εδώ τον έχουν λοιπόν! ψιθυρίζει με αγανάκτησιν.
Διευθύνεται προς τον κήπον και βλέπει μίαν γυναίκα λευκοφόρον ανάμεσα από τα δένδρα, η οποία ήρχετο προς τα εδώ. Του εφάνη ότι ανεγνώρισε την Μαλβίναν.
Η μικρή Φανή μόλις την είδε, έσπευσε προς αυτήν, εκείνη δε έσκυψε και την επήρε στην αγκαλιά της και στηριχθείσα στον βραχίονα του κληρικού επέστρεφε σιγά σιγά εις τον πύργον.
Ρίγος θανατηφόρον διαχύνεται στες φλέβες του. Φεύγει προς το χωριό Άβερνεθ, σκοτισμένος, χαμένος.
Στο δρόμο λιγοθυμά και τον φέρνουν εις ένα ξενοδοχείον του χωρίου, τον περιποιούνται και συνέρχεται.
Όταν τον άφισαν, μόνον, αντί να ησυχάση εσηκώθη και ήλθεν εις το ανοικτόν παράθυρον.
Εν τω μεταξύ σφοδρά καταιγίς ήρχισε έξω να εκσπά. Βαρεία η θύελλα πλήττει τα σπίτια του χωριού. Αυτός εν τούτοις έμενεν εις το παράθυρον.
Αίφνης ακούει έξω την φωνήν του κ. Πρίορ. Είχεν έλθει να παραλάβει το ταχυδρομείον των κυριών και κατελήφθη υπό της κατεγίδος. Ο ξενοδόχος τον αναβιβάζει εις υψηλόν τι δωμάτιον άνωθεν του δωματίου, του Έδμον, ενώ αυτός εσκέπτετο ότι ίσως ο μισητός αυτός άνθρωπος κρατεί εις χείρας του την επιστολήν εκείνην που της έστειλε, όταν ήτο άρρωστος.
Μετ' ολίγον κρότος δαιμονιώδης ακούεται. Κεραυνός έπεσε επί του ξενοδοχείου και το άναψε. Η στέγη φλέγετε ήδη.
Ο κ. Πρίορ ευρίσκεται εις κίνδυνον· καίεται η κάμαρη του· ο καπνός τον πνίγει.
— Ένας άνθρωπος κινδυνεύει! ακούονται από έξω φωναί.
Ο Έδμον πετάχτηκε έξω ως από ένστικτον κινούμενος.
— Ποιος κινδυνεύει και πού είναι;
— Εκεί επάνω στο υπερώον! είναι ο ιερεύς κ. Πρίορ. . . .
— Ο κ. Πρίορ! έστω — λέγει και σπεύδει εις το υπερώον.
Διατί έσπευσε; Από φιλανθρωπίαν διά να σώση τον κ. Πρίορ· ή από εγωισμόν, για να μη χαθή η επιστολή του, αλλά να δοθή ασφαλώς στα χέρια εκείνης; Αυτό ούτε ο ίδιος δεν θα ημπορούσε να το εξηγήση στον εαυτόν του.
Μόλις ανέβη την κλίμακα, η φλόγα μετεδόθη εις αυτήν, αλλά ουδέ ίχνος μικροψυχίας δεν αισθάνεται μέσα του. Σπεύδει στο δωμάτιον του κληρικού μέσα στον πυκνόν καπνόν που τον πνίγει, αρπάζει τον κ. Πρίορ στον ώμον του και τρέχει προς το παράθυρο.
Τίποτε δεν είναι ωραιότερο από το συναίσθημα ότι σώζεις ψυχήν εκ θανάτου.
Από κάτω φωνάζουν. Του απλώνουν στρώματα να πέση. Γύρο του τα πάντα, σείονται, τα πάντα καταρρέουν εις φλογώδη χείμαρον. Επί τέλους αποφασίζει· ρήχνει τον αναίσθητον κληρικόν εντός του στρώματος, το οποίον εκρατούσαν κάτωθεν. Ετοιμάζουν άλλο διά τον ίδιον· πηδά και αυτός και αμέσως τρέχει προς τον κ. Πρίορ. Τον είδε να συνέρχεται και σπεύδει τότε να φύγη, διά να μη μάθη εκείνος, ότι αυτός είναι ο σωτήρας του.
Το βράδι της άλλης ημέρας ο σερ Έδμον ήτο εις της κ. Μπιρτών. Όταν εισήλθε εις την αίθουσαν, ήταν εκεί μαζεμένη μεγάλη ομήγυρις, όλα τα περιβόητα κάλλη του Έδιμπουργκ· ωραιοτέρα από όλας ήτο η λαίδη Σούμεριλ, σύμμετρη και μεγαλοπρεπής. Η κ. Φέμπικ απουσίαζεν εις Ιρλανδίαν ακολουθούσα τον σύζυγόν της, μεταβάντα εκεί δι' υποθέσεις του.
Όλοι υπεδέχθησαν τον κ. Σέυμουρ με μεγάλην διάχυσιν. Αυτός ενθυμήθη τα παλαιά του συνήθια και άρχισε να ρήχνει ηδυπαθή βλέμματα προς όλας τας γυναίκας. Ωρκίζετο μέσα του να εκδικηθή την Μαλβίνα καθιστών θύμα του πάσαν γυναίκα, την οποίαν θα συναντούσε εμπρός του.
Έτσι λοιπόν εις κάθε μίαν από τας εκεί ευρισκομένας προσπαθούσε να εμπνέει την ελπίδα, ότι αυτήν και μόνην προτιμά. Εις τα τοιαύτα ήτο αριστοτέχνης ο κ. Σέυμουρ.
Η λαίδη Σούμεριλ ήτο όλο κρυφή χαρά, ότι τον έφερε πάλιν στα πόδια της, αν και υπέδειχνε προσποιητήν σοβαρότητα. Αλλά ο σερ Έδμον ούτε πρόσεξε σαυτό της το τέχνασμα, αν και εκείνη έδιδε πολλήν σημασίαν εις αυτό.
Έτσι κάθε μία ενόμιζε, ότι τον είχε κατακτήσει πλέον τελειωτικά, ενώ πράγματι ποτέ δεν ήτο τόσο αδιάφορος προς εκάστην, όπως αυτήν την φοράν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ'. ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ Ο ΚΑΘΕΙΣ ΧΩΡΙΣΤΑ
Η Μαλβίνα διέμενεν εις το Έδιμπουργκ στο σπίτι της Μούδης. Έμαθε λοιπόν όλα τα κινήματα του κ. Έδμον, ότι απεδήμησε επ' ολίγον από το Έδιμπουργκ, ότι επανήλθε γρήγορα και ότι διάγει βίον ελαφρόν και άσωτον κατά τας παλαιάς του συνηθείας.
Έμαθεν ακόμα ότι η κ. Μπιρτών ετοιμάζει τους γάμους του με την λαίδη Σούμεριλ. Αυτό το τελευταίον ήτο δεινόν κτύπημα διά την και άλλως αιμάσσουσαν καρδίαν της. Εν τούτοις δεν μέμφεται κανένα. Αυτή ήτο ήδη αποφασισμένη να τηρήση την αρχικήν της απόφασιν και τους όρκους προς την μακαρίτισσαν φίλην της. Ιδού τώρα και ο Έδμον, που ενίκησε το προς αυτήν πάθος του, διατί τάχα ανωφελώς να επιχειρήση ναναρριπίση τον έρωτά του, πράγμα το οποίον θα τον καταστήση δυστυχή. Άλλωστε, καθώς εννόησε, ο σερ Έδμον ήτο γεμάτος από ορμήν ακάθεκτον, αλλ' όχι και επιδεκτικός διαρκούς αφοσιώσεως, διά τούτο δεν ημπορούσε να του εμπιστευθή το μέλλον της, την ευτυχίαν της. Απεφάσισε λοιπόν να αποσυρθή από τον κόσμον εις ερημικήν τινα γωνίαν, και ναφιερώση την ζωήν της εις την ανατροφήν της Φανής. Αρνουμένη δε τον σερ Έδμον είχε αμετάκλητον απόφασιν να μην ιδή ξανά τον κ. Πρίορ, μόνον και μόνον για να δείξη εις τον Έδμον, ότι μόνον χάριν του ευρίσκετο εις επικοινωνίαν και με τους άλλους ανθρώπους, και ότι ήδη αποσπασθείσα από αυτόν ουδένα είχε λόγον να επικοινωνή με οιονδήποτε άλλον. Έγραψεν αμέσως προς την Κλάραν:
«Φεύγω αύριο από το Έδιμπουργκ. Θα περάσω από σας να λάβω την κόρη μου, που τόσον καιρό την άφισα μακράν μου, χωρίς να το θέλω. Θα σας ανοίξω την καρδιά μου, για να γνωρίσετε τον πόνον μου. Θα σας πω και την αμετάτρεπτη απόφαση που έχω λάβει για τη ζωή μου στο εξής, για να με βοηθήσετε και σεις προς τούτο.
Αλλά σας παρακαλώ, σας εξορκίζω στη φιλία που μου δείξατε ως τώρα, να είσθε μόνη ολότελα μόνη, όταν θάρθω στο σπίτι σας.»
Ωστόσο σαυτό το μεταξύ το σπίτι της κ. Μπιρτών ήτο όλο διασκεδάσεις και χαροκόπια. Όλο βοή και θόρυβο. Ύστερα από ένα μεγάλο γεύμα και περίλαμπρο, που ήταν προσκαλεσμένο όλο τα άιλαϊφ του Έδιμπουργκ κατέβησαν εις τον κήπον, ο οποίος ήτο φωταγωγημένος μεγαλοπρεπώς. Η ομήγυρις διεσκορπίσθη ανά τους δενδρώνας. Εις ένα απόκεντρον ο Έδμον επεριπατούσε με τη λαίδη Σούμεριλ. Έξαφνα θυμήθηκε ότι στο μέρος εκείνο κατά πρώτον η Μαλβίνα του εξωμολογήθη τον προς αυτόν έρωτά της. Αφήκε λοιπόν έξαφνα την συνοδόν του και εστηρίχθη κατηφής εις ένα δένδρον.
Αυτό έθιξε την υπερηφάνειαν της Λαίδης. Διηυθύνθη προς τον γνωστόν μας ιατρόν τον κ. Πότβελ, ο οποίος περιπατούσε λίγο πιο πέρα και του είπε με κάποια χολή.
— Δεν πάτε, γιατρέ μου, να δήτε τον άρρωστό σας. Πώς του επιτρέπετε να γυρίζει έτσι ελεύθερα:
Ο κ. Πότβελ έσπευσεν αμέσως προς τον σερ Έδμον.
— Μα την αλήθεια, του είπε, είναι μεγάλη σου αφέλεια να είσαι άρρωστος, ενώ εδώ όλος ο θηλυκός κόσμος είναι ξετρελαμένος μαζί σου.
— Μήτε άρρωστος είμαι πια, μήτε είναι κανένας ξετρελαμένος μαζί μου.
— Όχι δα! Η λαίδη λόγου χάρη που ήταν προ ολίγου μαζί σου! Πώς την άφισες κέφυγε έτσι παραπονεμένη;
— Κάποιαν άλλη θυμήθηκα έξαφνα.
— Στοιχηματίζω, ότι θυμήθηκες την χαρίεσσαν εκείνην νοσοκόμον σου.
— Να ζης, γιατρέ μου, δε μου δίνεις μερικές πληροφορίες για κείνη τη γυναίκα; είπε με προφανή συγκίνησιν ο Έδμον.
— Η κ. Μπιρτών μου το απαγορεύει.
— Με τι δικαίωμα η κυρία θεία μου ανακατώνεται στις υποθέσεις μου;
— Λοιπόν φίλε μου υποθέτω, ότι η νέα εκείνη θα ήτο κανέν από τα θύματα σου. Αλλά ήτο ωραία, πολύ ωραία και καθ' υπερβολήν συμπαθητική.
— Και δεν έμαθες το όνομά της;
— Όχι, αφού δεν μου το είπε. Με παρεκάλεσε να μην επιμένω να μάθω ποία είναι και να μην ειπώ τίποτε σε κανένα γιαυτήν. Έκλαιε διότι έπασχες και έτρεμε μήπως αποθάνης, γιαυτό καθ' όλον το διάστημα της ασθενείας σου δεν άφισε κανένα ναγρυπνήση κοντά σου.
— Περίεργα τωόντι πράγματα, είπεν ο Έδμον ταραγμένος. Και δεν ξαίρετε τι απέγινε;
— Όχι μα το Θεό. Μόλις επείσθη ότι είσαι εκτός κινδύνου, ανελήφθη χωρίς να ειδοποιήση κανένα και χωρίς να ζητήση τον μισθόν της.
— Πρέπει ωστόσο να διασαφίσω αυτά το μυστήριον, είπε ο Έδμον και έμεινε αφηρημένος και μονολογών. Μήπως ήτο εκείνη; . . . αλλά πώς; δεν την είδα τάχα με τα μάτια μου λευκοφορούσαν και αμέριμνον στον κήπο της Κλάρας μαζί μεκείνο τον Παπά;
— Όταν μάλιστα υπαγόρευες το γράμμα σου προς μίαν άλλην, που την ωνόμασες Μαλβίνα, αυτή το έγραφε και έκλαιε απαρηγόρητα διά την προς εκείνην αγάπην σου
— Δεν ήτο λοιπόν εκείνη, όχι, τι ανόητος που ήμουν να το υποψιασθώ. Αλλά πρέπει να διαλευκανθή τέλος πάντων τα μυστήριον, αν και μου είναι λίαν αδιάφορον, αφού δεν ήτο εκείνη . . .
Εμβήκε στην αίθουσα του χορού, αι γυναίκες τον περικύκλωσαν. Η κ. Μπιρτών ωστόσο τον επλησίασε και του υπενθύμισεν ότι η λαίδη Σούμεριλ ελπίζει να τον έχει καβαλλιέρον της για το χορό.
— Προσφέρετέ της τα σεβάσματά μου, χαριεστάτη θεία, είπε ο Έδμον και πέστε της ότι είμαι στας διαταγάς της. Εν τούτοις εγύρισε και εβγήκε από την αίθουσαν.
Πριν περάσουν πέντε λεπτά της ώρας ήτο στο σπίτι της κυρά- Μούδης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ΄. ΟΛΙΓΗ Η ΧΑΡΑ
Μία υπηρέτρια τάνοιξε.
— Θέλω να δω αμέσως την κυρά-Μούδη.
— Πάω να την ειδοποιήσω, μιλόρδε. Θέλετε να μπήτε στο σαλόνι;
— Θα βρω εκεί την κυρά-Μούδη;
— Όχι, μιλόρδε, είναι επάνω.
— Τότες πάω και τη βρίσκω μόνος μου, είπε ανυπόμονος ο κ. Έδμον και τραβά ίσια απάνω.
Ανοίγει την θύραν. Σκότος βαθύ· μόνο από τα φως του φαναριού της σκάλας διακρίνει μίαν γυναίκα, η οποία βλέπει έξω από το παράθυρον.
— Εδώ είναι η κυρά-Μούδη; ρώτησε ο Έδμον.
— Α! φώναξε η γυναίκα, εκείνος εδώ!
Από τη φωνή της και από τους λόγους της ο Έδμον ανεγνώρισε την Μαλβίνα, την αρπάζει και την σφίγγει εις το στήθος του περιπαθώς επαναλαμβάνων μυριάκις.
— Μαλβίνα μου, καλή μου Μαλβίνα! πολυαγαπημένη μου, γλυκιά μου, χρυσή μου, χαριτωμένη μου Μαλβίνα!
Εκείνη του ανταποδίδει τας περιπτύξεις. Μέσα στην ευτυχία τους αυτήν δίδουν συντόμους αμοιβαίας εξηγήσεις διά τα διατρέξαντα. Λύπες, υποψίες, μνησικακίες, όλα ελησμονήθησαν. Δεν ομιλούν, και συνεννοούνται άριστα. Τους φθάνει η βεβαιότης της αμοιβαίας αγάπης. Τα δάκρυά των αναμιγνύονται. Ο έρως τους περισκεπάζει, η τρυφή της ολβιότητος τους μεθά, όλος ο κόσμος διά τον καθ' ένα τους είναι ο έτερος, τι τους μέλει διά τους άλλους;
Η χαρά δεν έχει ανάγκην λόγων διά να εκφρασθή, δεν ευρίσκει μάλιστα λέξεις διά τούτο. Η ευτυχία που εγγίζει τους ουρανούς σιωπά. Δεν εχόρταινε ο σερ Έδμον να θεωρή την αγαπημένην γυναίκα, που ετόλμησε να έμβη στο σπίτι που την εδίωξαν, και να περιφρονήση τον θάνατον, διά να τον επαναφέρη εις την ζωήν.
Αφού κατεπραΰνθη η πρώτη εκδήλωσις της χαράς των, ήρχισαν να ανακουφίζουν τας καρδίας των ευχαρίστως ανακαλούντες εις την μνήμην τας στιγμάς, που ο Έδμον λίγο έλειψε νανακαλύψη την ωραίαν και τόσον επιφυλακτικήν νοσοκόμον. Τίποτε δε είχαν να μεφθούν ο ένας τον άλλον. Όλα εφαίνοντο καλά και εις τους δύο. Ήσαν ευτυχείς, ευτυχείς! Αυτό τους ήτο αρκετόν. Τίποτε άλλο δεν εζητούσαν.
Εν τούτοις απεχωρίσθησαν με σκοπόν να ξανασυναντηθώσι και πάλιν. Χωρίς να το ανακοινώσουν προς αλλήλους συνησθάνοντο ότι δεν ημπορούσαν να ζήσουν πλέον εις το εξής αποχωρισμένοι. Άπειρα εμπόδια αντετάσσοντο εις την ένωσίν των, αλλά ησθάνοντο την δύναμιν να τα αποκρούσουν. Τίποτε άλλο δεν εθεωρούσαν πλέον αδύνατον, παρά το να ζουν αποχωρισμένοι.
Όταν ο σερ Έδμον επέστρεψε εις την οικίαν της θείας του, η ομήγυρις ήτο ανάστατος δι' αυτόν.
Η κ. Μπιρτών ήτο έξω φρενών. Η λαίδη Σούμεριλ κατείχετο υπό υπερηφάνου οργής, και εσιώπα. Αι άλλαι γυναίκες του παρεπονούντο με ακκισμούς, αυτός δεν έδιδε πεντάρα διά τίποτε από όσα συνέβαιναν γύρο του. Όλα αυτά του εφαίνοντο ως ξένα. Τίποτε δεν είχε στο νου του, παρά πότε να ξημερώσει η άλλη μέρα που θα ξαναέβλεπε τη Μαλβίνα.
Εσύχναζε πλησίον της κάθε μέρα. Το θέλγητρον των συννεντεύξεών των ήτο υπέροχον ένεκα των παρελθόντων δεινών. Τίποτε δεν συλλογίζονται παρά πώς να εντρυφήση ο καθένας τους εις την συναναστροφήν του άλλου. Θεωρούν ως άκρον αγαθόν να βλέπουν αλλήλους, να αγαπούν ο ένας τον άλλον και να το λέγουν ανεπιφύλακτα. Έτσι περνούν τον καιρόν των ευχάριστα και δεν καταλαβαίνουν πώς περνά. Ευρισκόμενοι εις πλήρη ολβιότητα δεν συλλογίζονται τουλάχιστον, πώς να την καταστήσουν μόνιμον.
Ωστόσο η Μαλβίνα μέσα στην ευτυχίαν της εσκέπτετο και την υπόθεσιν της Λουίζας, και πολλές φορές η αλγεινή εκείνη ενθύμησις εφαρμάκωνε την απόλαυσιν της μετά του Έδμον συναναστροφής.
Επί τέλους δεν εβάσταξε και μίαν από αυτάς τας ημέρας του έκαμε λόγον δι' εκείνην την υπόθεσιν.
Ο Έδμον εκοκκίνισε. Κάμποση ώρα έμεινε σιωπηλός. Έπειτα έλαβε και τα δύο χέρια της και τα έβαλε επάνω στο στήθος του.
— Όλα τα λέγω σε σένα, είπε, και τίποτε δεν σου κρύβω. Μη βλέπεις τι ήμουν άλλοτε! Λάβε υπόψιν τι είμαι τώρα, που εσύ με εξάγνισες και με ανεβάπτισες. Μη λησμονείς, ότι υπό την επίδρασιν της επιρροής σου επάνω μου δεν είμαι πλέον ο ασυνείδητος εκείνος αστός, που ήμουν πριν σε γνωρίσω. Και έσο επιεικής δι' όσα σφάλματα μέλλεις νακούσης, και από τα οποία συ με απήλλαξες τόσον θαυματουργά.
— Αγνοείς λοιπόν, τι αδυναμία έχει σεσένα η ψυχή μου, Έδμον, και μου κάμεις τέτοιους προλόγους! Μπορώ να λυπηθώ βέβαια για τα περασμένα, μα όχι και να παύσω για τούτο να σαγαπώ άπειρα.
— Η υπόληψίς σου, Μαλβίνα, μου είναι η μόνη που ψηφώ στον κόσμο. Και τώρα σεβόμενος την αλήθεια για να γίνω πιο άξιος της υπολήψεώς σου, ίσως ριψοκινδυνεύω να την χάσω όλως διόλου.
— Μη ζητείς να δελεάσης με λόγια τον δικαστήν σου· Άφισε στην αγάπην μου τη φροντίδα να σε υπερασπισθή. Αυτή έχει την δύναμη υπέρ πάσαν άλλην ευγλωττίαν να δικαιολογήση τα πταίσματά σου και να συγχωρήση τας πλάνας σου. Ποιός άλλος είναι αξιώτερος να επινοήση επιχειρήματα προς αθώωσίν σου;
Τότε ο Έδμον βέβαιος εκ των προτέρων περί της ισχύος, την οποίαν ασκούσε επί του πνεύματος της εξομολόγου του, εκάθισε στα πόδια της και ατενίζων αυτήν κατάματα, για να παρατηρή και τας λεπτοτέρας εκφάνσεις της εντυπώσεως, την οποίαν θα της επροξενούσε η διήγησίς του, ήρχισε να εξομολογήται ούτω:
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'. ΤΑ ΚΑΤΑ TΗN ΛΟΥΙΖΑΝ
— Προ επτά ετών και πλέον η κ. Μπιρτών έλαβε ανάγκην να ταξιδεύση στο Λονδίνον. Ήμουν τότε δεκαεννέα ετών και δεν ήθελε να μαφίση μόνον. Εγώ συγκατένευσα, διότι μου ήρεσκε η αλλαγή. Αλλά ένας από τους φίλους μου με έπεισε να μείνω στο Έδιμπουργκ, για να διασκεδάσω στο γάμο του, που θα εγίνετο την Κυριακή.
Η νύμφη ήτο ομήλική μου, στην λαμπράν ακμήν της ωραιότητος. Αυτή ήτο η φίλη σου η Κλάρα.
— Α! η Κλάρα! . . . έκαμεν ακουσίως η Μαλβίνα.
— Ναι, ευθύς διενοήθην να ελκύσω την συμπάθειάν της . . . Μη με κατηγορείς διά τούτο. Οι γυναίκες του κόσμου είναι μόδα να έχουν ένα το ολιγώτερον εραστήν, μου εφάνη λοιπόν, ότι θα ήτο αδιάφορον ως προς τον φίλον μου, αν ήμουν εγώ ή ένας οιοσδήποτε άλλος ο εραστής της συζύγου του. Αυτή αντεστάθη με όλην την δύναμιν της ψυχής της, και τούτο με έκαμε να αγωνίζομαι με κάποιο πείσμα, διά να την κατακτήσω, διότι αλλέως καθόλου δεν την αγαπούσα.
Εν τούτοις εν τω μεταξύ άλλο πρόσωπο προτιμότερο για μένα παρενετέθη μεταξύ εμού και της Κλάρας. Είχε έλθει εκεί η αδελφή της, η δεσπινίς Λουίζα, κόρη αθώα έως δεκαέξ ετών, Τα μεγάλα και γαλανά μάτια της έδειχναν διάθεσιν προς ηδυπάθειαν, της οποίας δεν είχε συνείδησιν. Με λίγες λέξεις απέκτησα αμέσως τον έρωτά της. Αλλά η κ. Κλάρα έχουσα πικράν πείραν των ερωτικών μου επιθέσεων και φοβουμένη ήδη διά την αδελφήν της, της απηγόρευσε κάθε σχέσιν μαζί μου.
Τότε εγώ επείσμωσα και το έκαμα δουλειά μου, να την αποκτήσω, και παρά τας επιβλέψεις και προφυλάξεις της κ. Κλάρας η Λουίζα μου παρεδόθη.
Μετά τας πρώτας διαχύσεις μου επήλθε ο κόρος, διότι ουδέποτε ησθάνθην αληθινόν έρωτα και διά την Λουίζαν, όπως και διά την Κλάραν. Τότε άρχισα να την επισκέπτωμαι όσον ημπορούσα πιο σπάνια. Αυτή άρχισε να μου παραπονείται, κεγώ άρχισα να την βαρύνωμαι, — πράγματα δα συνηθέστατα εις τους τοιούτους έρωτας — Και τέλος έπαυσα πλέον να την βλέπω.
Τότε απελπίσθη και ωμολόγησε στην αδελφήν της το πταίσμα της και την ατυχή συνέπειαν του πταίσματός της, του οποίου ησθάνετο ήδη τα συμπτώματα.
Άμα η Κλάρα έμαθε τα καθέκαστα, μου έγραψε με μεγάλην αγανάκτησιν, την οποίαν της ενέπνεε η προς την αδελφήν της στοργή και η καθυβρισθείσα τιμή της οικογενείας της. Μου προσδιόριζε δε το μόνον υπολειπόμενον μέσον προς επανόρθωσιν του γενομένου κακού. Δεν μπορούσα βέβαια να συζευχθώ σπουδαία με το μωρόν εκείνο και' επιπόλαιον κοριτσάκι, αλλά για να το σώσω, εσκέφθηκα να το νυμφεύσω με κάποιον άλλον.
Το γράμμα εκείνο το είχα λάβει στο κτήμα του λόρδου Δέρβυ. Ήταν αυτός συγγενής μου, γεροντοπαλλήκαρο, πλουσιώτατος. Εγώ ήμουν ο μόνος κληρονόμος του.
Αυτόν λοιπόν διενοήθην να δώσω στη Λουίζα. Άρχισα να του την εκθειάζω, παριστών αυτήν τέτοιαν, που θα εφαίνετο αρεστή εις εκείνον, όπως τον ήξαιρα. Του εζωγράφισα την ευδαιμονίαν που έμελλε να διαχυθή εις τον βίον του από αυτόν τον γάμον, ώστε τον εγοήτευσα, διότι έβλεπε την αφιλοκέρδειάν μου και την φιλίαν μου, αφού με τον γάμον εκείνον εγώ θα εστερούμην την εις εμέ ήδη κληρωθείσαν μεγάλην περιουσίαν του. Η φαινομενική αυτή γεναιοφροσύνη μου ίσχυσε να τον πείσει, ότι πράγματι θα ήτο εύρημα η νύμφη εκείνη.
Με εβίασε λοιπόν να πάμε στο Έδιμπουργκ, για να γνωρίση την δεσποινίδα Τράνσβλεϋ. Εγώ έσπευσα να εκπληρώσω τον πόθον του και ήρθαμε στο Έδιμπουργκ. Επήγα στης κ. Κλάρας. Η Λουίζα έλειπε στο κτήμα του πατέρα της.
Όταν έμαθε τον σκοπόν της μεταβάσεώς μου, έφριξε η τιμία γυναίκα, και αφού με ήλεγξε πολλαχώς και πολυτρόπως, ηρνήθη ολότελα να συγκατανεύση να ιδή την αδελφήν της, να νυμφευθή ένα άλλον αθώον, ενώ έφερεν εις την γαστέρα της τα τεκμήρια της επιβουλής της ιδικής μου.
Αυτά μου φάνηκαν παραμύθια και αεροφιλοσοφίες — κατά τας τότε ιδέας μου — και άφισα την κ. Κλάρα να τις χαίρεται. Επέστρεψα στον λόρδον Δέβυ και τον έπεισα ναναχωρήσωμεν ευθύς διά το κτήμα του κ. Τράνσβλεϋ. Όταν εφθάσαμε η Λουίζα ήτο στον κοιτώνα της. Ωμίλησα ιδιαιτέρως τον πατέρα της περί του σκοπού της επισκέψεώς μας. Αυτός έμεινε κατάπληκτος αναλογιζόμενος τα πλούτη και το λαμπρόν γένος του λόρδου Δέρβυ, με τον οποίον του εφαίνετο ως μυθώδες να συγγενεύση.
Όταν μετά τινας ώρας κατέβη η Λουίζα, θορυβηθείσα από την παρουσίαν μου δεν ετολμούσε να υψώση τα μάτια της προς εμέ και έμενε σχεδόν άφωνη. Ταύτα ο λόρδος Δέρβυ εθεώρησε ως συστολήν από σωφροσύνην. Το δε ένοχον ερύθημά της το εθεώρησε ως εξ αιδημοσύνης αθώας προερχόμενον, και η προς εμέ ψυχρότης της του εφάνη ως εξ άκρας ηθικότητος, όθεν κατεγοητεύθη, και αν δεν εκρατείτο από την ανάγκην της ευπρεπείας, θα εζήτει γάμον την ιδίαν ημέραν.
Για να πεισθή η Λουίζα να συγκατανεύση, δεν ήτο βέβαια εύκολον, και μόνον εγώ θα ημπορούσα να της επιβληθώ και να την πείσω. Έβαλα επιδέξια στα χέρι της ένα μπιλετάκι, που της έγραφα, ότι για καλό και των δύο μας ήταν ανάγκη να την ιδώ εκείνο το βράδι. Όταν δε έλαβε γνώσιν του περιεχομένου, μου ένευσε καταφατικά.
Τα μεσάνυχτα πήγα και την ηύρα στην κάμαρή της. Την εφίλησα με περιπάθεια, και με λίγα λόγια της εξήγησα, ότι μου ήταν αδύνατον να την νυμφευθώ διά λόγους κοινωνικούς, που η θεία μου θα επροκαλούσε σκάνδαλον, ακόμη δε και θα με απεκλήρωνε, ώστε προτιμότερον και γιαυτήν και για μένα ήτο να πάρη τον υπέρπλουτον λόρδον Δέρβυ, άλλως τε εγώ τότε θα ευρίσκω καιρόν να την βλέπω συχνότερα. Αυτό το τελευταίον την παρηγόρησεν ολίγον, έπαυσε να κλαίει και εγώ με τας παρακλήσεις μου και με την επανάληψιν της υποσχέσεως αυτής επήρα την συγκατάθεσίν της.
Όταν ο πατέρας της την άλλη μέρα την επροσκάλεσε και της ανακοίνωσε την πρότασιν του λόρδου Δέρβυ, την ηύρε αρκετά πρόθυμον. Αλλά ο γέρων ήθελε να συνεννοηθή και με την μεγαλυτέραν του κόρην και μου είπε ότι πρέπει να περιμείνωμεν και τον ερχομόν της κ. Κλάρας.
Εγώ όμως φοβούμενος την αρετήν της Κλάρας μήπως ανατρέψη το άχρι τούδε κατορθωθέν, εβίασα κρυφά τον λόρδον να γρηγορεύση την εκτέλεσιν του γάμου, πράγμα που αυτός περισσότερον επιθυμούσε.
Και για να τον ευκολύνω περισσότερον, ωμίλησα ιδιαιτέρως προς τον κ. Τράνσβλεϋ, ότι δεν πρέπει ναφίσωμεν τον λόρδον Δέρβυ περισσότερον ελεύθερον να σκεφθή, διότι πιθανόν αύριο να μη θελήση, ότι διακαώς ποθεί σήμερα, διότι είναι γνωστόν ότι εξ ιδιοτροπίας έμενεν άγαμος άχρι της ώρας. Και ακόμη για να του δείξω ότι μόνον από ενδιαφέρον προς αυτόν και την οικογένειάν του κάμνω ό,τι κάμνω, του υπενθύμισα, ότι εγώ ήμουν ο μόνος κληρονόμος της περιουσίας του μιλόρδου, πράγμα το οποίον στερούμαι πλέον με τον γάμον εκείνον, λίαν εκουσίως εν τούτοις και οικειοθελώς.
Ο κ Τράνσβλεϋ κατεπείσθη και ενέδωσε. Εκλήθη λοιπόν ο συμβολαιογράφος και την εσπέραν εκείνην υπεγράφη το συμβόλαιον του γάμου. Το δε πρωί ευλογήθη ο γάμος του Δέρβυ και της Λουίζας εις το παρεκκλήσιον του πύργου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ'. ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Το βράδι βράδι έφθασε και η κ. Κλάρα. Φαντάζεσαι την έκπληξιν και την λύπην της. Μου έρριψε φοβερόν βλέμμα. Κατάλαβα πόσο έπασχε ψυχικώς. Ωστόσο ευρεθείσα προ τετελεσμένου γεγονότος εκρατήθη και έδειξε όλην την ημέραν αρκετήν αταραξίαν.
Το βράδι ανέβηκε στον κοιτώνα της με τη Λουίζα. Αφού ωμίλησαν μαζί πολλήν ώραν, μου εμήνυσε να πάγω κεγώ. Ηύρα τη Λουίζα χλωμή και μαραμένη. Τα μάτια της ήσαν νεκρωμένα. Ωμοίαζε με άνθρωπον που έχει χάσει και την τελευταίαν του ελπίδα.
Η κ. Κλάρα με άρπαξε από το χέρι, με κάθισε μπρος στην Λουίζα και μου είπε:
— Νά το θύμα σας! Κοιτάξατέ το, πώς αγωνιά μεταξύ καθήκοντος και έρωτος. Εσείς είσθε ο αίτιος των δεινών της, και όμως μένετε αναίσθητος. Η κόρη αυτή ήτο αθώα και σεις την απατήσατε. Ήτο απλή και φιλαλήθης, και τώρα την εδιδάξατε να απατά τον άνδρα της όσο ζη και είναι. Και δεν σας φθάνει αυτό, αλλά καταχρώμενος την προς εσάς αδυναμίαν της θέλετε να φαρμακεύσετε και το υπόλοιπον της ζωής της με αθεμίτους σχέσεις. Και όμως την παρασύρετε προς την αμαρτίαν, χωρίς τουλάχιστον να την αγαπάτε, καθώς μου το ωμολογήσατε. Εγώ την εφώτισα προ ολίγου και είδε το βάθος του κρημνού, εις τον οποίον την ωθείτε. Είναι αποφασισμένη να μη πέση· αλλά σεις έχετε τόσην δύναμιν και τόσην ασυνειδησίαν, ώστε δύνασθε, άμα θελήσετε, να την παρασύρετε προς την άβυσσον και να την καταστρέψετε. Σερ Έδμον Σέυμουρ, σας καθικετεύω, σας το ζητώ ως χάριν, λυπηθήτε την αδελφήν μου. Μη την ταπεινώσετε περισσότερον. Κάμνω έκκλησιν εις την γενναιοφροσύνην σας.
Αυτά λέγουσα η κ. Κλάρα σχεδόν εγονάτισε στα πόδια μου. Την εσήκωσα ολίγον στενοχωρημένος από τας ηθικολογίας της. Και λέγω προς την Λουίζαν.
— Θελκτική μου φίλη, σας είπα, νομίζω, τους λόγους, που μου είναι αδύνατον να σας νυμφευθώ. Νυμφευομένη τον λόρδον Δέρβυ θα απολαύσετε όλα του κόσμου τα αγαθά. Ιδού αναχωρώ αύριο. Έχει η κ. Κλάρα να απαιτήση τίποτ' άλλο;
— Ναι, απεκρίθη εκείνη. Θέλω ναποφύγετε να συναντηθήτε ποτέ με την Λουίζαν. Ούτε με λόγον σας ή με βλέμμα να δώσετε να ενοήση τις τας τέως ολεθρίας σχέσεις σας.
— Καμιά από τις γυναίκες που με αγάπησαν δεν έλαβε ποτέ αιτία να παραπονεθεί για αθυροστομία μου ή ελαφρότητά μου. Αποκρίθηκα εγώ με φιλαυτίαν.
— Αδερφή μου! φώναξε κλαίουσα η τρυφερά Λουίζα, ο κ. Έδμον είναι άγγελος. Χάριν της ευτυχίας μου παρητήθη από τα εκατομμύρια του λόρδου Δέρβυ.
— Ναι, η ψυχή του σερ Έδμον είναι κατά τινας περιστάσεις υπέροχος. Αυτές οι αρετές του είναι που δελεάζουν και καταστρέφουν τας δυστυχισμένας γυναίκας . . . Είμεθα σύμφωνοι λοιπόν, σερ Έδμον· δεν είν' έτσι;
— Σύμφωνοι, είπα, και τας απεχαιρέτισα.
Το πρωί απεχαιρέτισα επίσης και τους κυρίους Τράνσβλεϋ και Δέρβυ και ανεχώρησα εις Λονδίνον. Εκεί εν μέσω λαμπροτάτων ομηγύρεων ευνοούμενος από τας ερασμιωτέρας γυναίκας ελησμόνησα σχεδόν την Λουίζαν. Αλλά φαίνεται, ότι κάποιος ολέθριος δαίμων την κατεδίωκε.
Τέλος του φθινοπώρου η θεία μου με πήρε μαζί της στα λουτρά του Βαθ. Την εποχήν αυτήν συναθροίζονται εκεί οι περιφανέστεροι κάτοικοι της Μεγ. Βρετανίας. Εκεί κατά κακή σύμπτωση ήταν και ο λόρδος Δέρβυ με την νεαράν σύζυγόν του. Θυμήθηκα την υπόσχεση που είχα δώσει στην κ. Κλάρα — και είχα όλη τη διάθεση να την τηρήσω — και στενοχωρέθηκα. Απεφάσισα να μην ιδώ τη Λουίζα, αν μπορέσω, χωρίς να παραβώ τους όρους της ευπρεπείας.
Εν τούτοις είπαμε, κακός δαίμων την εκυνηγούσε.
Η κ. Μπιρτών χωρίς να ξαίρη τίποτε από τα προηγούμενα, μου επρότεινε μια μέρα να πάμε να επισκεφθούμε το συγγενή μας λόρδον Δέρβυ. Εγώ εθορυβήθηκα, αλλά δε είχα ευλογοφανή αιτία να αποφύγω την επίσκεψιν. Δε ήθελα δε να υποτεθή ότι έχω τίποτε με τον λόρδον, για να μην το εκλάβουν, ότι του βαστώ κάκια που με το γάμο του μου εστέρησε τα εκατομμύριά του. Μία τοιαύτη υποψία μου έγγιζε φοβερά την φιλοτιμία μου. Για τούτο ηναγκάσθην να ακολουθήσω την θείαν μου.
Η Λουίζα, όταν με είδε, τα έχασε. Η σύγχυσις που την κατέλαβε, το ερύθημα που διεχύ0η στο πρόσωπόν της, η ευστροφία και η χάρη της με κατεγοήτευσαν. Η εγκυμοσύνη της ακόμη έρριπτε εις όλον το σώμα της κάποιο θελκτήριον προκλητικώτατον, που δεν μπόρεσα ναντισταθώ στον πειρασμόν του.
Την απαντούσα πάντοτε στους χορούς και στας συναναστροφάς, που την επευφημούσαν όλοι και την εθαύμαζαν. Την έβλεπα συχνά στα κατάλυμά της. Πολλές φορές δε και μόνην. Δεν επιχειρώ να σου εκθέσω ανωφελώς τα περιστατικά που συνέργησαν να μας ενώσουν και πάλιν. Η Λουίζα είχε γίνει πια μαλακή ναι πιο καλόβολη, λησμόνησε τα συζυγικά της καθήκοντα και μου παρέδωκε κάθε δικαίωμα, που μου είχε στερήσει ο γάμος της.
Σε κάθε άλλον ήταν ψυχρά και σώφρων, ενώ κατείχε το αριστείον της καλλονής και όλες την εζήλευαν εις το Βαθ, των δε ανδρών έτρεχαν τα σάλια τους. Όχι λοιπόν από έρωτα, αλλά από ματαιότητα, για να φανώ σόλους αυτούς τους ηλιθίους ότι εγώ είμαι ο νικητής κάθε σωφροσύνης των γυναικών, μηδ' αυτής της ακαταμάχητης Λουίζας εξαιρουμένης, ελησμόνησα την υπόσχεσιν μου και παρέβην τον λόγον μου.
Αι σχέσεις μας διήρκεσαν πολύ. Η ανυποψία του λόρδου Δέρβυ έκαμνε τας συνετεύξεις μας ελευθέρας, και τίποτε δεν μας εμπόδιζε. Άρχισα δα να βαρύνωμαι τας συνεντεύξεις αυτάς, που άλλοι θα έδιδαν τα πάντα και διά ημίσειαν μόνην. Τέλος ένας κακώς διωγμένος από την Λουίζαν αντεραστής μου, μαντεύσας τα καθέκαστα έσπευσε να φωτίση τον σύζυγον. Και επειδή η άκρα άχρι τούδε εμπιστοσύνη του μας είχε κάμει απροσέκτους, εύκολα μας έπιασε στα πράσα . . . Όποιος γνωρίζει την ιδιοτροπίαν και την ευθύτητα του λόρδου Δέρβυ φαντάζεται τον θυμόν και την λύσσαν που τον κατέλαβε.
Ήθελε να εκδικηθή δημοσία. Η οργή του δεν εστράφη κατ' εμού, αλλά κατά της γυναικός του.
Εγώ ηθέλησα να την υπερασπισθώ και να στρέψω όλον τον θυμόν του εναντίον μου λέγων ότι η Λουίζα ήθελε μείνει μέχρι τούδε αθώα, αν διά να την νικήσω δεν μετηρχόμην βίαν σχεδόν. Αλλ' αυτός εφρύαξε και είπε:
— Εσύ είχες μαζί της σχέσεις πολύ πριν γίνει σύζυγός μου. Το παιδί της είναι δικό σου. Τώρα ανοίγουν τα μάτια μου και καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Τώρα εξηγώ, γιατί με βίασες να την πάρω θυσιάζων τα κληρονομικά σου δικαιώματα επί της περιουσίας μου.
Έπειτα δε κρύπτων την οργήν του με επήρε ιδιαιτέρως και μου είπε:
— Όλα σου τα συγχωρώ και σε κάμνω εκ νέου κληρονόμον μου, αν ομολογήσης επί δικαστηρίου τας αθεμίτους μετά της Λουίζας σχέσεις σας.
— Αν μου επρότεινεν άλλος κανείς τέτοια πράγματα, του λέγω, ήθελα του αποκριθή με το σπαθί μου.
— Δεν σου τα ξαναλέω, είπε σκυθρωπός γενόμενος. Μεσένα τελείωσα. Για την μιαράν συνένοχόν σου μένε ήσυχος. Αφού δεν μπορώ να την καταδιώξω δημοσία, μια που δεν έχω μάρτυρας, σε λίγο δεν θάχεις πλέον τίποτε να φοβηθής γιαυτήν.
Τι σκοπεύεις να κάμης, για όνομα του Θεού!
— Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανένα. Πολύ λιγώτερο σε σένα.
Απεχωρίσθημεν. Την άλλη μέρα ανεχώρησε κρυφά με τη γυναίκα του σένα μακρυνό κτήμα του στη Νόρθυμπρυ.
Η λύπη για τα γεγονότα με είχε ταράξει πολύ. Η θεία μου νόμιζε ότι η λύπη μου προήρχετο διότι εστερήθηκα την συναναστροφήν της λαίδης Δέρβυ. Για να με διασκεδάση λοιπόν, μου επρότεινε να επιστρέψωμε στα Λονδίνο. Εκεί ανανέωσα τας παλαιάς μου σχέσεις, και συνέδεσα άλλας νέας, δεν ηθέλησα δε νακολουθήσω την κ. Μπιρτών επιστρέφουσαν εις Έδιμπουργκ. Αισθάνθηκα μάλιστα κρυφή χαρά για την αναχώρηση της. Παραδόθηκα σαν τρελός εις όλας τας ακαθέκτους ορμάς της νεότητος.
Προσεκλήθην εις μεγαλοπρεπή εορτήν της δουκίσσης του Πέτερσμπουργκ. Αυτή δε η περίφημη και ωραιοτάτη γυναίκα δεν άργησε να μου ανάψη νέα αισθήματα. Τόσο ήμουν επιπόλαιος· οσάκις έβλεπα νέα κάλλη ησθανόμην και νέας επιθυμίας. Το εσπέρας στα δείπνο καθήμενος κοντά της τής ωμιλούσα σιγά κεκείνη μου έκαμνε την ερωτευμένην. Η φιλαυτία της κολακευομένη έμελλε να την κάμη να μου παραδοθή. Έξαφνα κάποιος πλησίον μου ωμίλησε διά την λαίδη Δέρβυ. Άκουσα να λέγει ότι απέθανε υπό φρικαλέας περιστάσεις . . Αι λεπτομέρειαι τας οποίας διηγείτο περί του λυπηρού τούτου συμβάντος δεν άφισαν στα πνεύμα μου καμίαν αμφιβολίαν. Εμελαγχόλησα. Έγινα αναίσθητος εις τας φιλοφρονήσεις της ζωηράς και αβρόφρονος Δουκίσσης του Πετερσβούργου.
Ελυπούμουν από τύψιν του συνειδότος, διότι το τρυφερό εκείνο άνθος, η δυστυχής Λουίζα, εμαράνθη τόσον προώρως· και η ιδέα, ότι εις τον μαρασμόν τούτον ήμουν εγώ ο αρχικός και τελικός αίτιος, με έκαμνε ανήσυχον. Ήθελα να μάθω. Το Λονδίνον δεν είχε πλέον κανένα θέλγητρο για μένα. Απεφάσισα ναναχωρήσω επιστρέφων εις Σκωτίαν, επέρασα από την Νόρθυμπρυ, κοντά από το κτήμα του λόρδου Δέρβυ. Άφισα το αμάξι εις Δύρχαμ και τράβηξα μόνος και πεζός προς τον πύργον του λόρδου. Ο δρόμος ήταν δύσβατος. Επερπατούσα ελικοειδώς διά μέσου θάμνων ακάρπου μυρίκης. Ομίχλη πυκνή ηύξανε τας δυσκολίας του δρόμου και τον έχασα. Επεριπλανήθηκα. Μόλις προς το βράδυ αραιώθηκε η ομίχλη.
Τότε διέκρινα από μακράν μίαν γυναίκα, η οποία ανέβαινεν επιπόνως προς μοναχικήν καλύβαν, που μόλις κανείς την ξάνοιγε από κει που ευρισκόμουνα. Μου φάνηκε πώς ήταν η κ. Κλάρα. Έτρεξα κατόπι της και την έφθασα. Ήταν εκείνη τωόντι. Έφριξε όταν με είδε.
— Σεις εδώ! ανέκραξε κατάχλωμη.
— Κυρία, της λέγω. Επήγαινα να κλαύσω στον τάφο της Λουίζας. Επεριπλανήθηκα και έχασα τον δρόμο. Ευτύχημα που σας ευρίσκω. Πέστε μου έναν καλό λόγο, μίαν παρηγορία . . .Τι σημαίνει η καλύβη εκείνη, προς την οποίαν μου φαίνεται ότι διευθύνεσθε;
— Τι ερωτάτε; Θέλετε λοιπόν να την παραδώσετε εκ νέου στην εξουσία του ολεθρίου εκείνου τυράννου, που της εδώσατε για σύζυγον!
— Για όνομα του Θεού, τι είν' αυτά που λέτε, κυρία Κλάρα;
— Τότε λοιπόν πώς ευρίσκεσθε εδώ;
Ηναγκάσθην να της εξηγήσω τον λόγον και να την καθησυχάσω. Ο λόρδος Δέρβυ με είχε συκοφαντήσει, ότι για να επανακτήσω τα κληρονομικά μου δικαιώματα επί της περιουσίας του ωμολόγησα δήθεν τους προηγουμένους μου αθεμίτους έρωτας με την Λουίζαν.
Έφριξα διά την κακοήθειαν του λόρδου και εχρειάσθη πολύ πειθώ εκ μέρους μου διά να απαλείψω την συκοφαντίαν ταύτην. Αλλά το μίσος της Κλάρας προς εμέ δεν έγινε διά τούτο ολιγώτερον. Ωστόσο την παρεκάλεσα να μου διηγηθή, με τι τρόπον έσωσε την Λουίζαν, υποσχόμενος ποτέ να μη θελήσω να την ιδώ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ'. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ
Η κ. Κλάρα άρχισε ως εξής:
— Άμα ο λόρδος Δέρβυ έφερε εδώ την δυστυχισμένην αδελφήν μου, την έκλεισε εις πύργον μοναχικόν και της είπε ότι επί ζωής της δεν έχει πια να βγη από εκεί μέσα, ότι δεν θα ιδεί ποτέ το τέκνον, το οποίον θα γεννήση, και ότι δεν θα λάβη ποτέ καμίαν είδησιν από τους συγγενείς της.
Η Λουίζα απελπίσθη. Τρόπος δεν υπήρχε να γλυτώση από την φυλακήν της. Να συνενοηθή μαζί μου δι' επιστολής της ήτο αδύνατον. Εν τούτοις εγώ εξακολουθούσα να της γράφω εις Βαθ, αλλά καμίαν δεν ελάμβανα απάντησιν. Μετά πολλάς ερεύνας και επιμόνους ζητήσεις κατώρθωσα να μάθω, ότι ήτο εις Νόρθυμπρυ και έσπευσα εκεί.
Όταν με είδε ο λόρδος, επάγωσε. Με υπεδέχθη πολύ άσχημα. Εγώ δεν επρόσεξα εις τας ύβρεις του, ήθελα μόνο να ιδώ τη Λουίζα. Δεν έδωσα σημασία στας απειλάς του. Επέμεινα ισχυρώς, και τέλος θέλοντας και μη μου επέτρεψε να εισαχθώ κοντά εις την Λουίζαν λέγων μου:
— Συγκατανεύω να σε αφίσω να πας κοντά της, για να μην την αφίσης να πεθάνη. Θέλω να ζη και να βασανίζεται, διότι το αμάρτημά της ήτο μέγα και ανάλογη πρέπει να είναι η τιμωρία. Μείνε κοντά της έως ότου γεννήσει. Εγώ θαπομακρυνθώ από εδώ έως τότε.
Όταν εμβήκα μέσα στον πύργο, η θύρα του εκλείσθη οπίσω μου βαρεία. Κατάλαβα ότι συνεφυλακίσθην μετά της αδελφής μου. Τότε ερρίχτηκα στην αγκαλιά της και ενώσαμε μαζί τα δάκρυά μας, αλλά αυτά κανέν πρακτικόν αποτέλεσμα δεν έχουν. Άρχισα να σκέπτωμαι, ποία μέσα πρέπει να μεταχειρισθώ, για να την σώσω. Να καταφύγω στον πατέρα μου θα ήτο ανωφελές, αν εμάνθανε την ολεθρίαν αφροσύνην της αδελφής μου, θα ήτο αυστηρότερος προς αυτήν και από τον σύζυγόν της· εγνώριζα τας αρχάς του. Με τους έξω ανθρώπους δεν μας επετρέπετο καμία συγκοινωνία. Τέλος πάντων η τύχη μας εβοήθησε καλύτερα από κάθε άλλο. Μετ' ολίγας ημέρας η αδελφή μου ησθάνθη τας ωδίνας του τοκετού. Οι φύλακες αν και μας εφύλατταν ως κέρβεροι μακράν από τον άλλον κόσμον, δεν ημπόρεσαν να μου αρνηθούν την χάρη, να μας φέρουν τέλος πάντων ένα γιατρό.
Ο γιατρός ήταν άνθρωπος πονόψυχος, συνεκινήθη από την συμφοράν που μας ηύρε, και επείσθη να μας υπηρετήση. Εν πρώτοις εκοινολόγησε, ότι η λαίδη Δέρβυ διέτρεχε μεγάλον κίνδυνον. Οι φύλακες εφοβήθησαν μήπως, αν αποθάνη, τους τιμωρήση ο κύριός των, και εχαλάρωσαν ολίγον τον περιορισμόν μας. Έλαβα την άδεια να πηγαινοέρχομαι στο χωριό, κέτσι προετοίμασα ότι εχρειάζετο, για να εκτελέσω το σχέδιον, που είχαμε συμφωνήσει με τον ιατρόν.
Επρομηθεύθην μίαν χωρικήν ως νοσοκόμον, και κατώρθωσα να την πείσω να γίνη συνεργός μου. Η καλύβα που βλέπεις εκεί κάτω είναι δική της.
Η Λουίζα γέννησε καλά ένα αγοράκι χαριτωμένο, και γρήγορα ανέρρωσε. Όταν πλέον ήταν εις κατάσταση να περιπατή, ο φίλος μας ιατρός εκοινολόγησε, ότι η κυρία ήταν πολύ άρρωστη και ότι θαπέθνησκεν ίσως. Διά τούτο ήτο ανάγκη να μείνη την νύκτα πλησίον της. Έμεινε λοιπόν· με την βοήθειαν δε και της νοσοκόμου εκαταφέραμε εκείνην την νύκτα να την αποφυλακίσωμεν μαζί με το βρέφος επιβιβάσαντές την εις όχημα, που μας έφερε ο ιατρός και το είχε τοποθετήσει έξω από τα τείχη του περιβόλου.
Έτσι εκείνη την εστείλαμε στην καλύβα και μένει ακόμη εκεί. Εμείς με τα ενδύματά της εσχηματίσαμε το ομοίωμά της, είδος κούκλας, και το ετοποθετήσαμε στην κλίνη της, διεδώκαμεν δε ότι απέθανε. Ο ιατρός έκαμε το πιστοποιητικόν του θανάτου και εγώ είπα ότι θέλω να τη βάλω μόνη μου στο φέρετρο.
Ετύλιξα το ομοίωμα σένα σάβανο και το βάλαμε στο νεκροκρέββατο, χωρίς να καταλάβη κανείς τον δόλον, που δεν μπορούσαν βέβαια ποτέ να τον υποψιασθούν. Έπειτα εκάμαμε την κηδείαν με όλην την ευπρέπειαν και παράταξιν.
Αφού δε ετελείωσεν η κηδεία, έφυγα από τον πύργον και έσπευσα να εύρω την αγαπητήν μου αδελφήν στην καλύβα, που απέχει περί τα έξ μίλια από την φυλακήν της. Τρεις εβδομάδες τώρα την έχω εκεί, διότι πάσχει και δεν μπορώ να την μετακομίσω. Ελπίζω να γίνη καλά και να την φέρω εις ένα καταφύγιον απόκρυφον, μακράν από τα βάσκανα βλέμματα του κόσμου, μαζί με το παιδί της, που είναι και παιδί σας.
Η διήγησις αυτή με συνεκίνησε πολύ και είπα στην κ. Κλάρα, ότι εννοώ ναναλάβω την συντήρησίν των εγώ δι' εξόδων μου, εμβάζων προς αυτήν κάθε χρόνο κρυφίως το απαιτούμενον ποσόν, αλλά αυτή δεν το εδέχθη. Τότε της επρότεινα να καταθέτω χρήματα εις μίαν τράπεζαν χάριν του παιδιού. Αυτό έγινε δεκτόν και απεχωρίσθημεν με αμοιβαίαν υπόσχεσιν κανείς άλλος να μη μάθη τίποτε περί της Λουίζας.
Εγώ γύρισα στο Έδιμπουργκ. Μετ' ολίγους μήνας η δυστυχής Κλάρα έχασε τον σύζυγόν της, αυτή δε έμεινε πτωχή και το κτήμα χρεωμένο. Ο πατέρας της όμως την εβοήθησε και εξηγόρασε το κτήμα από τους δανειστάς, διότι το αγαπά πολύ και αυτού απεφάσισε να περάση το υπόλοιπον του βίου της.
Όσες φορές της έστειλα γράμμα για να μάθω περί της Λουίζας, απάντησιν δεν έλαβα καμίαν, ούτε τον λόρδον Δέρβυ είδα από τότε. Είχε αποτραβηχθή σένα απόμακρον κτήμα του.
Πέντε χρόνια πέρασαν από τότε και όλα ήρχισαν να λησμονούνται. Αλλά η τελευταία σχέσις η δική σου με την κ. Κλάραν ανέξεσε τας παλαιάς πληγάς
Τα άλλα τα γνωρίζεις, Μαλβίνα. Τώρα κρίνε και πράξε.
Μαλβίνα! συ με γλύτωσες από το θάνατο. Αλλά θα λυπούμαι που δεν μάφισες να πεθάνω, αν τώρα που άκουσες αυτήν την ιστορία, κρίνης ότι δεν είμαι άξιος διά την αγάπη τη δική σου.
— Έδμον, ότι και να έκαμες, δεν μπορώ να μη σαγαπώ. Εσύ είσαι η μοίρα μου. Μόνος ο θάνατος μπορεί να σβήση την αγάπη μου σε σένα, οποιαδήποτε και αν είναι τα φταιξίματα τα δικά σου, ή τα καθήκοντα τα δικά μου.
Τότε την έσφιξε στο στήθος του γεμάτος από κατάνυξη, εκείνη δε εις την απόλαυσιν της τοιαύτης διαχύσεως εσυγχώρησε όλα του τα παρελθόντα και ελησμόνησε όλους της τους φόβους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ
Η Μαλβίνα επήρε το γράμμα από την κ. Κλάρα. Το γράμμα αυτό την έφερε στην πραγματικότητα. Θυμήθηκε ότι εκτός του κ. Έδμον είχε και άλλο πλάσμα στον κόσμο, το οποίον ώφειλε να αγαπά, και ήτο πλέον καιρός να το θυμηθή.
Η κ. Μπιρτών άρχισε νανησυχή για τον ανιψιόν της, που τον έχανε κατά συνεχή διαλείμματα κέβαλε την κ. Φέμπικ να τον ρωτήση, πού χάνεται; Εκείνος της είπε πώς περνούσε τις μέρες του στης κυρά- Μούδης. Τότε διέταξε την Τάπα να πάη εκεί και να μάθη με τρόπο: ποιος και ποιος ευρίσκεται στης κυρά-Μούδης.
Αυτή η έρευνα εφόβισε την Μαλβίναν. Καιρός ήτο πλέον να αναχωρήση.
Άμα ήλθεν ο κ. Έδμον, του τα είπε όλα.
— Αγαπημένη μου, πώς βαστά η καρδιά σου να μαφίσης; δεν είμαστε και οι δύο ελεύθεροι; ποιος μας εμποδίζει να ενωθούμε;
— Φίλτατέ μου, μου είναι αδύνατον ναντισταθώ πλέον σε ότι εσύ θέλεις. Αλλά ο ερωτάς σου μέκαμε να λησμονήσω τους όρκους μου, προσφεύγω στη γενναιοφροσύνη σου. Μην καταχρασθής την δύναμιν που έχεις επάνω μου, αλλά στήριξέ με στο καθήκον μου.
— Λοιπόν μάθε ότι ο λόρδος Χέριντεν έδωσε εις την κ. Μπιρτών έγγραφον, δυνάμει του οποίου έχει το δικαίωμα να σου αφαιρέση την Φανήν μόλις νυμφευθείς.
— Α! καλύτερα θα ήτο να με σκότωνες, παρά να μου φέρεις τέτοια είδηση.
— Τίποτε απ' αυτά. Και ο γάμος μας θα γίνη και τη Φανή θα έχεις κοντά σου. Θα σε βοηθώ μάλιστα και στην ανατροφήν της, αν το επιτρέπης.
— Με μαγεύεις! Και πώς θα το καταφέρουμε αυτό;
— Άκουσε λοιπόν. Αύριο την αυγή, μόλις γλυκοχαράξη, πας εσύ στο παραθαλάσσιο εξωκκλήσι των βασιλέων της Σκωτίας, κτήμα καθολικών ιερέων. Εκεί θα σε περιμένω. Τελούμεν τους γάμους μας μυστικώς. Αφού δε εξέλθωμεν του ναού, σε φέρνω σένα κτήμα, που ένας φίλος μου συγκατανεύει να μου το πουλήση κρυφά. Εγώ τότε αναχωρώ διά το Λονδίνον, γνωρίζομαι με τον λόρδον Χέριντεν, τον κάμνω να με εκτιμήση, και αυτός ευσπαχνιζόμενος τον έρωτά μας ενδίδει στας παρακλήσεις μου και μας αφίνει την κόρη του. Παίρνω απ' το χέρι του έγγραφον, το βάζω στον κόρφο μου και σου το φέρνω πετώντας σαν τα πουλί. Η Φανή τότε μένει δική σου, και συ πάντα δική μου. Σύμφωνοι;
Η Μαλβίνα γεμάτη χάρη, χαμηλοβλεπούσα, με κόκκινα τα μάγουλα από αιδώ:
— Έδμον, του λέγει, μόνον όταν επιστρέψης θριαμβευτής από το Λονδίνον συγκατανεύω να με στεφανωθείς.
— Όχι! δεν φεύγω πια από κοντά σου, πριν γίνης δική μου και κατά νόμον. Σου ορκίζομαι δεν τα κουνώ από δω, ο κόσμος να χαλάση.
— Μην παραφέρεσαι, Έδμον. Μην ελπίζεις, πως θα υποχωρήσω από φόβον εγώ, που δεν υποχωρώ ουδέ από αγάπη.
— Μη μου ομιλείς για αγάπη! Ποτέ δεν με αγάπησες, Μαλβίνα.
— Τολμάς και λες πως δεν σαγάπησα! Πως δεν σαγαπώ! είπε εκείνη με μεγάλο άλγος ψυχής. Ως τόσο βασιλεύεις ως τύραννος μέσ' στην ψυχή μου.
— Με λόγια μάλιστα, αλλ' όταν ζητήσω έμπρακτον απόδειξιν των λόγων σου, μου φέρνεις τον κατακλυσμόν.
Η Μαλβίνα τον επλησίασε και τον εχάιδευσε.
— Αν εγνώριζες πόση λύπη μου προξενούν τα λόγια σου! Ακούς εκεί ναμφιβάλλης για την αγάπη μου . . .
Ο Έδμον την έσφιξε στην αγκαλιά του με περιπάθεια πρωτοφανή.
— Άγγελε μου, Μαλβίνα μου, γιατί μαφίνεις και βασανίζομαι; . . . Τα μάγουλά του άναψαν, τα μάτια του μισοκλεισμένα μαχμούρικα. Την έσφιγγε και άσθμαινε.
Η Μαλβίνα φοβήθηκε και κατέβαλλε κόπους ναποσπασθή από τα χέρια του. Εκείνος την κρατούσε γερά.
— Για όνομα του Θεού τι σκοπεύεις να κάμης; θέλεις να στερήσεις μόνος σου την αρετήν της συζύγου σου . . .
— Είσαι δική μου . . . κανείς δεν θα σαποσπάση . . .
— Και πώς θα δεχθής αύριο το χέρι μου, όταν μαζί μαυτό δε θα μπορώ να σου προσφέρω και την αρετήν μου;
— Αρετή σου μου είναι η αγάπη σου η ανεπιφύλαχτη. Η απόλαυσις είναι της αγάπης η επισφράγισις.
Η Μαλβίνα ερριγούσε από ηδονή στην αγκαλιά του. Ωστόσο κατέβαλε υπεράνθρωπον προσπάθειαν να συγκρατηθή.
— Άφισέ με! εφώναξεν έκφρων.
Κατάπληκτος εκείνος χαλαρώνει τους βραχίονας του και πετιέται η Μαλβίνα από την αγκαλιά του. Εκείνος τρέχει και γονατίζει στα πόδια της.
— Πήγαινε, του λέγει, και εκτέλεσε ό,τι μου υπεσχέθης.
Ο Έδμον σηκώνεται.
— Πηγαίνω, Μαλβίνα. Δεν θα με ξαναϊδείς πλέον.
Και γίνεται άφαντος, πριν εκείνη προφθάση να συνέλθη.
Άμα έφθασε στο σπίτι του ο Έδμον, έπεσε στο κρεββάτι του με πυρετόν. Όταν το έμαθεν η Μαλβίνα έχυσε πύρινα δάκρυα. Φοβήθηκε να μην πάθη πάλιν τα ίδια εξ αιτίας της. Μετενόησε διότι του εφέρθη τόσον σκληρά και εκάθισε και του έγραψε.
— Αγαπητέ μου Έδμον.
Ζήσε για τη Μαλβίνα σου. Εγώ δεν θέλω τη ζωή χωρίς εσένα, ώρισέ μου την ώρα και τον τόπο που θα στεφανωθούμε και είμαι πρόθυμη να πετάξω για να εκπληρώσω τη θέλησή σου.
Μαλβίνα.
Η επιστολή αυτή εθαυματούργησε.
Την άλλη μέρα ο Έδμων εσηκώθηκε καλά και έτρεξε προς την Μαλβίναν χαρά γεμάτος.
Η Μαλβίνα απαυδήσασα πλέον από την διαρκή εσωτερικήν πάλην των συναισθημάτων της απεφάσισε να ενδώση εις τας δικαίας αξιώσεις του Έδμον και ότι ήθελε ας εγίνετο, ο έρως ανελάμβανε τα κυριαρχικά του δικαιώτατα.
— Ότι και αν μέλλει να προκύψη, είπε, τετέλεσται πλέον, δεν αναιρώ την υπόσχεσίν μου.
— Παρήγγειλα στον φίλον μου Κάρολον Βέυμαρ να εύρη ένα καθολικόν ιερέα, ο οποίος να ευλογήση τον γάμον μας. Αυτός και η κ. Μούδη θα μας χρησιμεύσουν ως μάρτυρες. Κανείς άλλος δεν θα μάθη τίποτε. Το αγροκήπιον που θα καταφύγωμεν είναι κτήμα του Καρόλου και μου το επώλησεν επ' ονόματί σου. Εν πάση εναντία περιπτώσει θα ζήσης εκεί ήσυχα με την θυγατέρα σου, μακράν από τον κόσμον, το οποίον άριστα συμβιβάζεται με τον χαρακτήρα σου.