Μ Α Λ Β I Ν Α (continued 5)
K. P. Argyropoulos translation
Αν λοιπόν κατορθώσω να πείσω τον λόρδον Χέριντεν, κοινολογώ ευθύς τον γάμον μας και θριαμβευτικώς σε φέρνω στο κτήμα μου κοντά στο Γκλάσκωου.
Αν πάλιν ο λόρδος δεν πεισθή, τότε δεν λέμε τίποτε εις κανένα διά την ένωσίν μας και συ μεν διαμένεις στο κτήμα που είπαμε, εγώ δε όταν έρχωμαι, λαμβάνω τα μέτρα μου και ανεβαίνω από κρυφό παραπόρτι του περιβόλου, χωρίς να μας παίρνει κανένας είδησιν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'. ΓΑΜΟΣ
Την άλλην ημέραν η Μαλβίνα ενεδύθη με απλό φόρεμα, εφόρεσεν ψάθινο καπέλλο με άσπρο τούλι πυκνό, ανέβη εις την άμαξαν μαζί με την κυρά-Μούδη και τράβηξε για το προσδιωρισμένο εξωκκλήσι.
Ο Έδμον την επερίμενε εκεί. Έτρεξε να την βοηθήση να κατέβη. Το χέρι της έτρεμε στη φούχτα του Έδμον.
— Θάρρος, αγάπη μου. της λέγει με τρυφερότητα. Είναι αυτή η ώρα η ευλογημένη, που θέτει τέρμα εις όλα μας τα δεινά. Έλα, το θυσιαστήριο είναι έτοιμον να δεχθή τους όρκους μας. Εμένα επροτίμησες υπέρ πάντα άλλον. Εγώ θα σε προστατεύω εις το εξής και μη φοβείσαι.
Και την ωδήγησε μέσα στην Εκκλησία. Προχωρούσε σιγά στηριζομένη στο μπράτσο του. Προσήλθε ο φίλος του κ. Βέυμαρ και την εχαιρέτισε υποκλινώς.
— Όλα έτοιμα, είπε. Ο ιερεύς σας περιμένει.
Η Μαλβίνα δεν επρόφερε λέξιν.
— Γιατί είναι τρομαγμένη η ψυχή σου; της είπεν ο Έδμον Φοβείσαι λοιπόν μήπως με ιδής ευτυχισμένον;
— Όχι δα! είπεν εκείνη με ιλαρόν μειδίαμα. Η ταραχή μου είναι πολύ ευλογοφανής και δεν πρέπει να σε εκπλήττει.
Όταν επλησίασαν εις το θυσιαστήριον, ο ιερεύς εστέκετο εστολισμένος με τα ιερά άμφια κρατών ανά χείρας το ιερόν ευχολόγιον.
— Α! έκαμεν ο Έδμον, άμα τον είδε. Σεις εδώ, κύριε Πρίορ!
Ρίγος θανατηφόρον διεχύθη στην καρδιά του ιερέως, άμα ανεγνώρισε τους ενώπιον του ισταμένους, και το βιβλίον έπεσε από τα χέρια του.
Η Μαλβίνα μέσα στην κατάπληξιν, όπου εδοκίμαζε διά το απρόοπτον της συναντήσεως, εσκέφθη ότι της παρουσιάζετο ευκαιρία εξαισία ναποκαταστήση περιφανώς την άλλοτε διασαλευθείσαν εμπιστοσύνην του Έδμον, ως προς τα αισθήματά της προς τον κ. Πρίορ. Ενίκησε την ταραχήν της και επροχώρησε προς τον ιερέα.
— Αιδεσιμώτατε, του λέγει, αναμφιβόλως η αγαθότης της Προνοίας σας έστειλεν εδώ, για να μου δώσετε με τα χέρια σας την ευτυχίαν μου.
— Και πιστεύετε, κυρία, ότι εγώ θα . . .
— Ναι είμαι βεβαία, ότι σεις θα ευλογήσετε τον γάμον αυτόν, διότι ο Θεός το ηθέλησε. Εγώ ποτέ δεν έπαυσα να σας υπολήπτωμαι. Φαίνεται δε ότι και ο Θεός θέλει τον εξαγνισμόν σας.
— Αλλά, κυρία . .,
— Δεν έχει αλλά. Ιδού ενώπιόν σας ο άνθρωπος, του οποίου εχύσατε το αίμα. Διά της ιεροπραξίας ταύτης τον ικανοποιείτε και εξιλεώνετε τον Ύψιστον διά το αμάρτημά σας.
— «Πάτερ, ει δυνατόν, παρελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο,» είπε μετά κατανύξεως ο κ. Πρίορ ατενίζων προς τον ουρανόν.
Και μετά τινά σκέψιν, καθ' ήν επεκράτησε απόλυτος σιγή, ρίψας το βλέμμα εις την γην είπε με αναστεναγμόν.
— «Πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ' ως συ»! . . .
Έπειτα, ως να έλαβε υπεράνθρωπον απόφασιν, εστράφη προς τους μελλονύμφους.
— Έδμον Σέυμουρ. Μαλβίνα Σορκή, είπε, συνάψατε τας χείρας σας. Πλησιάσατε.
Εγονάτισαν εμπρός στην Αγία Τράπεζα και ο κ. Πρίορ ήρχισε την Ιεροτελεστείαν. Τέλος με φωνήν γεμάτην από ιεράν συγκίνησιν τους απέτεινε τον λόγον.
— Ορκίζεσαι, είπε προς τον Έδμον, ναγαπάς και να προστατεύεις αυτήν την γυναίκα παντού και πάντοτε; Εκείνος κατένευσε.
Όταν όμως έμελλε να ομιλήση προς την Μαλβίναν ο ιερεύς, δεν ημπόρεσε να συγκρατήση την ταραχήν του και η φωνή του έτρεμε. Είπε:
— Ορκίζεσαι ναγαπάς τον άνδρα τούτον εν όλη τη ζωή σου;
Όταν η Μαλβίνα απήντησε; «το ορκίζομαι», ρομφαία διεπέρασε την καρδίαν του ιερέως. Ωστόσο έσφιξε την ψυχή του και κατέστειλε την ταραχήν του. Και επρόσθεσε μετά συγκινήσεως.
— Ευτυχήσατε! . . — Δάκρυα εγέμισαν τα μάτια του και κατέβρεξαν τας παρειάς του — . Ευτυχήσατε ενωμένοι. Ο Θεός του ελέους να σας διατηρή ευτυχείς και να αυξάνη την αγάπην σας. Ιδού νυν είσθε ενωμένοι εις αιώνα τον άπαντα. Απέρχεσθε εν ειρήνη. Αμήν. Και κατέβη από το θυσιαστήριον.
— Λαμπρέ άνθρωπε! είπεν ο Έδμον, και έσφιξε το χέρι του με ειλικρίνειαν. Συγχώρησέ με. Σου δίδω την φιλίαν μου και την φιλίαν της γυναικός μου διά το ευτύχημα που μας αξίωσες.
— Κύριε Πρίορ, είπε και η Μαλβίνα, πόσες φορές μου είπατε, πως ηθέλατε να με ιδήτε ευτυχή. Ιδού λοιπόν, ότι με τα χέρια σας μου εδώσατε την ευτυχίαν μου. Σας ευχαριστώ, περισπούδαστε και αξιότιμε φίλε.
— Είθε η φαιδρότης να λάμπη πάντοτε επί του προσώπου σου, όπως η αρετή ζη εντός της καρδίας σου, της είπε και έφυγε χωρίς να περιμείνη περισσότερον.
— Γυναικούλα μου, αγάπη μου! είπεν ο Έδμον, τον οποίον κατέκλυζεν η συγκίνησις από την συναίσθησιν του όλβου του, και έσκυψε και την εφίλησε στο μέτωπο.
Η Μαλβίνα εγέμισεν από δώρα και ευχαριστίες την κυρά Μούδη και την προέπεμψε με την παραγγελία να κρατήση μυστικά τα όσα είδε και άκουσε.
Κατόπιν ο Έδμον και η Μαλβίνα ανέβησαν εις την άμαξαν, εις την οποίαν τους επερίμενεν ο κ. Κάρολος Βέυμαρ και τράβηξαν στο αγροκήπιον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ. ΣΥΖΥΓΙΚΗ ΕΥΤΥΧΙΑ
Το νέο σπίτι της Μαλβίνας ήταν κομψό και κόμοδο, ανάμεσα σένα μεγάλο δάσος, που σχεδόν το έκρυβε. Περικυκλωμένο από συρματοπλέγματα και γύρο από ευρύχωρα χαντάκια
Ο κ. Κάρολος Βέυμαρ αφού αποκατάστησε τους νεονύμφους στην καινούργια τους κατοικία και γευμάτισε μαζί τους, υπεσχέθη να προστατεύη την λαίδην Σέυμουρ κατά την απουσίαν του συζύγου της. Τους ευχήθηκε καλήν αντάμωσιν και ανεχώρησε.
Ο σερ Έδμον έπεσε με τον έρωτα και ελησμονήθη. Ξέχασε και το ταξίδι του, και τη θέση του.
Η κ. Μπιρτών τον εζητούσε παντού. Ο φίλος του κ. Βέυμαρ του τα ειδοποίησε, Η κυρά-Μούδη του έδειξε επιστολήν της κ. Κλάρας προς αυτήν, που την ερωτούσε τι γίνεται η Μαλβίνα, και της έλεγε ότι θάρθη στο Έδιμπουργκ να πληροφορηθή η ιδία.
Τότε οι δύο νέοι σύζυγοι κατάλαβαν, ότι έφθασεν η ώρα του αποχωρισμού των.
— Αύριο λοιπόν! είπε με αλγεινή φωνή η Μαλβίνα.
— Αύριο ναι είπε και ο Έδμον. Αλλά πολύ γρήγορα θα επιστρέψω πλησίον σου και δεν θα απομακρυνθώ ποτέ πλέον από την αγαπημένη μου γυναικούλα, από τη θεά της καρδιάς μου.
Η Μαλβίνα ρίχτηκε στην αγκαλιά του.
Ο ήλιος βασίλευε κείνη την ώρα πίσω από την στίλβουσαν θάλασσα. Αι πρώται σκιαί απλώνονταν επάνω στην γην. Η πηγή του δάσους εμουρμούριζε ποτίζουσα την παχείαν χλόην, και κάπου κάπου ηκούετο η αηδών γλυκά μηνυρίζουσα, σαν να τραγουδούσε τον έρωτά των.
Η ώρα αυτή του λυκόφωτος έκαμε την Μαλβίναν να μελαγχολήση. Κάποιο προαίσθημα κακό την ετάρασσε, εσκέπτετο την αποδημίαν του συζύγου της και δεν έβλεπε την επιστροφήν του. Ωστόσο παρεδόθησαν εις τας αγκάλας αλλήλων.
Το πρωί το αμάξι ήτο έτοιμο. Εχωρίσθηκαν με δάκρυα και με λυγμούς. Σε λίγο έβλεπε το όχημα να φεύγη παίρνοντας μαζί του την καρδιά της, ο κρότος του απομακρυνομένου αμαξιού της εφαίνετο ως ο τελευταίος αποχαιρετισμός του συζύγου της, βλέπει το χέρι του να βγαίνη από το παράθυρο, για να την αποχαιρετήση, και την παίρνουν τα δάκρυα.
Όταν ήρθε στον εαυτόν της, θυμήθηκε την Φανήν της, θυμήθηκε την κ. Κλάρα. Δυο μήνες είχε να τις ιδή. Τώρα που δεν είχε τον έρωτα, μόνον η στοργή μπορούσε να την παρηγορήση. Έτσι αποφασίζει να ταξιδεύση.
Όταν ήλθε στο κτήμα της κ. Κλάρας κέσφιξε τη Φανή στην αγκαλιά της, ησθάνθη μεγάλην ανακούφισιν. Μόνον αι δύο αυταί υπάρξεις ανεπλήρωναν οπωσδήποτε του Έδμον την απουσία, που της ήτο ανυπόφορη.
Ωστόσο η κ. Μπιρτών ανησυχούσα για την απουσία του ανεψιού της μετεκάλεσε την κυρά Μούδη και με πονηρία αρχίζει να δείχνει ότι συμπαθεί πολύ την Μαλβίναν, ότι θα ηύχετο να την κάμη νύμφην της εις τον Έδμον, αρκεί ο Έδμον να κατώρθωνε να την αγαπήση και αρκεί εκείνη να τον ήθελε σύζυγόν της. Ακόμη επρόσθεσεν ότι εκείνος που θα κατάφερνε ένα τέτοιο πράμα θα ήταν ένα είδος οικογενειακού των ευεργέτου, διότι έτσι ο Έδμον θα εγλύτωνε πλέον από την παραλυμένη ζωή, και αυτή θα τον εκαμάρωνε.
Έτσι η δυστυχισμένη η απλοϊκή γυναίκα πιάστηκε στην παγίδα και επίστευσεν, ότι αυτή θα έχη την τιμήν να επισπάση την ευγνωμοσύνην της κυρίας. Έτσι λοιπόν έμαθεν η κ. Μπιρτών τους γάμους των και τον τόπον και την ημέραν που ετελέσθησαν. Κατόρθωσε δε να κρύψη από την αφελή γραίαν την οργήν και την αγανάκτησίν της. Μόνον της είπε να μη τους φανερώση, ότι αυτή γνωρίζει τι περί του γάμου των, για να τους προξενήση η ιδία μίαν έκπληξιν.
Όταν όμως έμεινε μόνη αγρίεψε. Περιπατούσε άνω κάτω συλλογισμένη και εσκέπτετο τρομεράν εκδίκησιν κατά της δυστυχούς Μαλβίνας. Απεφάσισε λοιπόν νανακοινώση τούτο προς τον λόρδον Στάφφορδ, διά να τον έχει συνεργόν εις τα κακούργα της σχέδια.
Τότε παρουσιάσθη ενώπιόν της ο Έδμον και της είπεν, ότι ταξιδεύει για το Λονδίνον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Είχαν σκεφθή με τη Μαλβίνα ότι ήταν φρόνιμο να περάση μια από της θειάς του, για να σκορπίση έτσι κάθε της υποψία. Και θα τα κατάφερνε βέβαια, αν η απλοϊκή κυρά Μούδη δεν επρόφθανε να της γνωστοποιήση όλα τα πάντα.
Η κ. Μπιρτών κατώρθωσε να κρυφθή ολότελα ενώπιόν του, του απηύθυνε ερωτήσεις για την τελευταία απουσία του όχι με πολύ ενδιαφέρον. Υπεκρίθη ότι πιστεύει εις τας δικαιολογίας του τας βεβιασμένας. Για το ταξίδι του δεν τον ερώτησε λεπτομερείας. Υποψιάζετο ότι αυτό γίνεται για τη Μαλβίνα. Ο χωρισμός αυτός του Έδμον από εκείνην της εφάνη πολύ πρόσφορος, για να εκτελέση τους σκοπούς της.
— Σευχαριστώ, του είπε, που δεν αναχώρησες προτού να με ιδής. Θα σε παρακαλέσω λοιπόν να λάβης την καλωσύνην να περάσης από το κτήμα της λαίδης Ντόρσετ, που ευρίσκεται επάνω στον δρόμον σου. Εκεί είναι η κ. Φέμπικ από δεκαπέντε μέρες. Σε παρακαλώ να της εγχειρίσης ένα γράμμα μου, που θα σου δώσω, πολύ επείγον.
— Ευχαρίστως, θεία μου. Χαρά μου που το ταξίδι μου αυτό αποβαίνει κάπως χρήσιμο και σε σας.
Έσπευσε η κ. Μπιρτών στο γραφείο της κέγραψε τα εξής προς την κ. Φέμπικ.
Αγαπητή μου Κίττη.
« . . Αυτήν την ώραν έμαθα τον γάμον τους. Ξαίρεις δα ότι ποτέ δεν θα ανεχθώ τον εμπαιγμόν αυτόν. Και αν το προαίσθημά μου δεν με απατά, πιστεύω να κόψω σε λίγο τον δεσμόν αυτόν τον ανάρμοστον, που με αδικεί, πολυτρόπως. Βοήθησέ με και συ. Κράτησε κοντά σου τον Έδμον όσο μπορείς περισσότερο.
Θυμήσου λίγο μαζί του τα νιάτα σου για χάρη μου.
Ενώ εκείνος θα ξεχνιέται κοντά σου, εγώ μαζί με τον λόρδον Στάφφορδ θα τον καταγγείλω δι αναφοράς στην Κυβέρνηση, ότι είναι οπαδός των Γαλλικών ιδεών και ένθερμος ζηλωτής της Δημοκρατίας, και ότι η οικογένειά του ευλαβουμένη μήπως ατιμασθή εξ αιτίας του, εκλιπαρεί την απομάκρυνσή του στας Ινδίας. Μόλις καταφέρω να επιβιβασθή του πλοίου, του προτείνω να τον απαλλάξω της εξορίας, αν συγκατατεθή να υπογραφή διαζύγιον του γάμου του. Γνωστοποιώ αφ' ετέρου στην κ. Σορκή τα διάταγμα, να μου παραδώση αμέσως τη Φανή Χέριντεν, εκτός αν στρέξη την ακύρωση του γάμου της με τον Έδμον. Και αν μεν υποταχθούν στας επιθυμίας μου, διαλύεται ο καταραμένος αυτός γάμος, που μου κατέστρεψε όλα τα σχέδια. Αν πάλιν αρνηθούν, θα είναι δυστυχισμένοι για πάντα, εκείνος εξόριστος μακράν της, και αυτή στερουμένη την κόρην που λατρεύει και τον σύζυγον που αγαπά τρελά. Έτσι συντελείται η εκδίκησίς μου.
Μεταχειρίσου λοιπόν όλα σου τα θέλγητρα και τας γοητείας, για να κρατήσης πλησίον σου τον Έδμον, ως που να φθάση η αναφορά μου στον προς ον όρον.
Σε χαιρετώ και σου εύχομαι καλή διασκέδαση.
Άννα Μπιρτών.»
Αυτό το γράμμα το έδωκεν εις τον ανύποπτον Έδμον προσποιουμένη αγαθότητα και ειλικρίνειαν· Η τιμιότης του για τέτοια πράγματα ήταν παραμιώδης, ώστε κανένα φόβον μην ανοίξη την επιστολήν δεν είχεν η θεία του.
Πριν βραδυάση ευρίσκετο στο κτήμα της λαίδης Ντρόσε. Βιάζεται όμως να εξακολουθήση το ταξίδι του και χωρίς να κατέβη από την άμαξα, δίδει το γράμμα στον υπηρέτην του Γουλιέλμον, να το δώση στην κ. Φέμπικ. Πάγωσε η Καίτη, άμα έμαθε το γάμο της Μαλβίνας με τον Έδμον. Φώναξε λοιπόν κοντά της τον Γουλιέλμον και τον εκατήχησε, ότι αυτό ήταν η καταστροφή του Έδμον, και τον έπεισε να χρησιμεύση και αυτός βοηθός του έργου της επανορθώσεως το οποίον έχει αναλάβει αυτή μαζί με την κ. Μπιρτών. Του έδωκε δε και μερικές χρυσές λίρες, οι οποίες ελάλησαν ευγλωττότερα από τα επιχειρήματά της στην καρδιά του υπηρέτου, και του έταξε ότι έχει να κερδήση πολλά, αν τας υπηρετήση πιστά. Έτσι λοιπόν έμειναν σύμφωνοι να προδίδη εις αυτήν όλας τας πράξεις του κυρίου του, και ακόμη όλα τα γράμματα, που στέλνει και που λαμβάνει ο σερ Έδμον, να περνούν από τα χέρια της κ. Φέμπικ, για το καλό του κυρίου του εννοείται.
Τότε η κ. Φέμπικ μαζί με την λαίδη Ντρόσετ ήλθον προς τον Έδμον και τον εμάλωσαν, γιατί δεν κατέβη να τους χαιρετίση τουλάχιστον. Επειδή δε δυσανασχετούσε, η κ. Φέμπικ του είπε, ότι επείγεται να στείλη επιστολήν εις Λονδίνον εν σχέσει προς όσα της γράφει η θεία του και τον παρακαλεί να περιμένη στην αίθουσα έως ότου την γράψει.
Ο Έδμον μη δυνάμενος να πράξη άλλως κατέβη με λύπη από την άμαξαν και ανήλθε εις την αίθουσαν. Εκεί όμως παρ' ελπίδα συνήντησε συναναστροφήν από νέους ευθυμούντας και από γυναίκας πολύ κομψάς και πολύ καθώς πρέπει.
Εν τω μεταξύ ο Γουλιέλμος νομίζων δήθεν ότι ο κύριός του θα νυκτερεύση εκεί ανεχώρησε με την άμαξαν εις το πλησιέστερον χωρίον, διά να αναπαύση τα άλογα· ώστε όταν η κ. Φέμπικ έφερε το γράμμα, ο κ. Έδμον δεν είχε πλέον με τι να ξεκινήση. Αυτή του εξέφρασε την μεγάλην της λύπην που έγινε αιτία να βραδύνη το ταξίδι του, αλλά η λαίδη Ντρόσετ και η συντροφιά της έμειναν ενθουσιασμένοι διά τούτο και ηνάγκασαν τον Έδμον θέλοντα και μη, να μείνη εκεί έως αύριο. Εκεί είδε ότι η Κίττη έπαιζε σπουδαίον κοσμικόν ρόλον. Δεν ήτο πλέον η αφελής εκείνη κόρη της κ. Μέλμορ, που είχε γνωρίσει άλλοτε. Ήτο φιλάρεσκη και ευφυής. Όλην δε την ώραν αυτόν έβλεπε, αυτόν παρακολουθούσε, αυτόν ετόξευε με τα μάτια της, τα οποία εταπεινώνοντο εντροπαλά, άμα κατώρθωναν να τον προσελκύσουν.
Χαμογελούσε με πανουργία, έδειχνε επιτηδευμένη αμηχανία, επίπλαστη απροσεξία, άφινε πότε πότε ανώμαλη την αμφίεσή της, για να φαίνωνται τάχα από απροσεξία, όσα δεν επιτρέπεται υπό της ευπρεπείας να δειχτούν ανεπιφύλαχτα.
Εν τούτοις αυτός ωπλισμένος από τον έρωτα προς την Μαλβίναν νομίζει εαυτόν άτρωτον και δεν προφυλάσσεται.
Δεν σκέπτεται ο δείλαιος, ότι ημπορεί κανείς να αγαπά και να μένη στον έρωτά του σταθερός, αλλά κάποτε να κάμνη σαρκικάς απιστίας. Διότι ο συζιγικός έρως, όσο μέγας και αν είναι, δεν εγείρει προμαχώνας και κατά του δελεασμού των αισθήσεων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'. ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΤΕΧΝΗ
Η πείρα του κόσμου είχεν αναπτύξει τις χάρες της κ. Φέμπικ. Ακόμη είχεν αποκτήση ευστοχίαν και οξύνοιαν, του πώς πρέπει να χρωματίζει τας επιθέσεις της, για να επιτυχαίνουν.
Ήταν βεβαία, ότι ο Έδμον ήθελε να φυλάξει τον όρκον πίστεως, που έδωκε στη γυναίκα του· κρίνει λοιπόν ότι λίαν επαισθητοί ερεθισμοί τον συνεφέρνουν, να συλλογίζεται τον όρκον του και να προφυλάσσεται· ούτε και πάλιν να περιμένη από εκείνον πρώτον την επίθεσιν, πράγμα που τώρα δεν θα το έκαμνεν ο Έδμον. Ανάγκη λοιπόν να τον δελεάζη με τέχνην χωρίς να φαίνεται ότι τον προκαλεί. Να είναι τόσον ερασμία, ώστε να του κινεί εις αίσθησιν της ερασμιότητός της, και να του απασχολεί το αισθαντικόν κατά τρόπον αδιάσπαστον, ώστε εκείνος εκτός εαυτού και μόλις αναπνέων να υποταχθή εξ ολοκλήρου χωρίς καθόλου σχεδόν να ευρίσκη καιρόν να ενθυμηθή: τι λησμονεί, μηδέ να σκεφθή: τι παθαίνει.
Δεν αμελεί λοιπόν καμίαν ευκαιρίαν, να ευρεθή κοντά του, χωρίς να φαίνεται ότι την επιζητεί. Προσέχει να μην του μιλήση εκείνη πρώτη, και τον υποχρεώνει έντεχνα αυτός να της αποτείνη τον λόγον, και προσέχει να του αποκρίνεται με προκλητικήν συστολήν, που παρατείνει ευχαρίστως και την πιο αδιάφορη συνομιλία. Όταν του ομιλεί δεν λάμπει το πνεύμα της, αλλ' όταν την ίδια ώρα αποτείνεται προς άλλον, τότε το αφίνει να σπινθηροβολεί και τα χείλη της καθωραΐζονται διά της χάριτος επιτηδευμένων συστολών. Είναι λοιπόν δυνατόν η κόρη της κ. Μέλμορ να φιλοτιμήται ναρέσκει εις άλλους και όχι εις τον Έδμον! αυτό αρχίζει να τον δαιμονίζει. Όλα γύρο του είναι χαρούμενα, η Κίττη μετέχει της γενικής ευθυμίας.
Αρχίζει ο χορός και εκείνη θριαμβεύει, όλες της οι χάρες αναπτύσσονται τότε. Χορεύει ελαφρά, και ηδυπαθώς. Δεν κινεί την ψυχήν εις θαυμασμόν, αλλά προκαλεί τας αισθήσεις εις επιθυμίαν. Αδύνατον νανθέξη κανείς στα θέλγητρά της.
Το κεφάλι του Έδμον θερμαίνεται. Η κ. Φέμπικ το κατάλαβε και τον πλησιάζει.
— Τώρα θαρχίση το βαλς, του λέγει, και ξαίρετε πόσο ταγαπώ κιαπ' όλους αυτούς που είναι εδώ η Κίττη μόνο μεκείνον που δεν της είναι ξένος θα το χορεύση μευχαρίστηση.
Τα όνομα Κίττη του ξύπνισε όλες τις παλιές του αναμνήσεις. Του εφάνη τόσον χαριτωμένη, είδε ότι του ήτο πάντοτε η καλόβολη Κίττη του, η κόρη της κ. Μέλμορ.
Αλλά συγχρόνως εκοίταξεν ότι όλοι εις αυτόν επρόσεχαν και τον εζήλευαν, διότι εκείνη τον επροτιμούσε. Έτσι εκολακεύθη η φιλοτιμία του, ότι εθριάμβευσε η λεβεντιά του.
Αρχίζει λοιπόν μαζί της το βαλς, τον ηδυπαθή χορόν, ο οποίος εφευρέθη, διά να κεντά την όρεξιν και να μαλθακίζει την αρετήν, κάμνωντας να γλυστρίσουν και οι πιο αθώες ψυχές.
Σε λίγο κάθισαν όλοι στο σουπέ. Όλοι είναι εύθυμοι και χαρούμενοι. Το αβρό χέρι της κ. Φέμπικ χύνει κρασί αφρισμένο στα ποτήρια των ανδρών αρχίζοντας από όποιον δήποτε, αλλά τελειώνοντας πάντοτε στον Έδμον. Το κεφάλι του ανάβει, όλα γύρο του πολεμούνε την αρετή του και την ευτυχία της Μαλβίνας. Το δείπνον τελειώνει· όλοι είναι μεθυσμένοι.
Η κ. Φέμπικ του προτείνει τότε να μείνη μαζί τους κάμποσες μέρες. Τότε μόνο θυμήθηκε, πως δεν ήταν εκεί η θέση του, και ορκίζεται ότι φεύγει το πρωί το δίχως άλλο.
Η Κίττη καμώνεται ότι δεν προσέχει. Κερνά και πάλι σαμπάνια αρχίζοντας από τον Έδμον και τελειώνοντας πάλι στον ίδιον. Εκείνος πίνει. Εκείνη τότε σηκώνεται και δίδει τo σύνθημα για τα οικογενειακά παιγνίδια, που συνηθίζονται στην εξοχή, και που καμιά φορά αποβαίνουν πολύ επικίνδυνα.
Έδεσε τα μάτια με μαντήλι μεταξωτό και γυρίζει μέσα στην αίθουσα να πιάση κανένα στα τυφλά και να τον αναγνωρίση. Πέφτει επάνω στον Έδμον, τον ψηλαφά και φωνάζει.
— Ο λόρδος Χάταμον.
— Όλοι καγχάζουν, ο ονομασθείς ήτο ένας γέρος.
Η ποινή της αποτυχίας είναι, να δεχθή ένα φίλημα. Αλλά αυτή φωνάζει ότι δεν δέχεται. Εκείνος ζητεί να λάβη διά της βίας το δίκαιόν του. Αυτή αντιστέκεται αλλά με τέτοιον μαλθακό τρόπο, ώστε το αρπαζόμενον να γίνη πολυτιμότερον. Εις την πάλην αυτήν ο αντίπαλος αποκρούεται, για να γίνη επιθετικώτερος και κάθε κίνημα είναι χάρις. Εκείνη κατορθώνει υπό το πρόσχημα της αρνήσεως, να δώση περισσότερον από το ζητούμενον. Αποστρέφοντας το μάγουλό της τον κάμνει να συναντήση τα χείλη της και επιθέτει εκεί το ποθούμενον φίλημα. Τότε κάμνει τον θυμωμένο και του δίδει ένα χαριτωμένο μπατσάκι με γέλια και φεύγει. Εκείνος τρέχει κατόπι της, όλοι κάμνουν τα ίδια με τις κυρίες και το σπίτι αντηχεί από τα γέλια. Εκείνος πέφτει κατόπιν από την Κίττη έξω από την αίθουσαν . . . Μετ' ολίγον η ομήγυρις διαλύεται . . . Όλοι ησυχάζουν στα δωμάτιά τους.
Όταν το πρωί ο Γουλιέλμος επέστρεψε με την άμαξα και ζήτησε τον κύριόν του, δεν τον ηύρε μέσα στον κοιτώνα του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ'. ΣΦΑΛΜΑΤΟΣ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ
Ο ήλιος είχε προ πολλού ανατείλει. Ο Έδμον ατημέλητος και με βία περπαντώντας φωνάζει τον Γουλιέλμον.
— Πού είναι τα αμάξι σου λοιπόν;
Εκείνος χαμογελώντας πονηρά:
— Είμαι εδώ από την αυγήν, αλλά επειδή ο κύριος δεν ήταν στο κρεββάτι του, υπέθεσα ότι θα άλλαξε γνώμην και ξέζεψα τα άλογα . . . Αλλά αν θέλη ο κύριος . . .
— Ναι ετοίμασε αμέσως το αμάξι, και στο εξής μην κάνεις του κεφαλιού σου, χωρίς να σε διατάξω. Ως που να ετοιμαστή λοιπόν το αμάξι ο Έδμον επήγε να γράψη γράμμα στη Μαλβίνα. Αλλά τι να της πη; πώς να της γράψη;
Αισθάνεται πόσον είναι δυστυχισμένος εκείνος που αφαιρεί από τον εαυτόν του την δύναμιν να λέγη αλήθεια! Ούτε τολμά να της ομολογήση τα γενόμενα για να μην της σπαράξη την καρδιά. Η αλγεινή ιδέα ότι υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να της το ομολογήση, καταπικραίνει την ψυχήν του.
Η πέννα του προχωρεί χωρίς όρεξη, κέτσι τα γράμματα που ήταν προωρισμένα να παρηγορούν τον αποχωρισμό, του γίνονται βασανιστήριον! Ο έρως εκδικείται. Ο Έδμον βλέπει ότι γράφων ευρίσκεται εν αμηχανία. Η απορία της εκφράσεως φαίνεται και εις αυτάς ακόμη της αγάπης του τας διαβεβαιώσεις· και όμως ουδέποτε άλλοτε διαβεβαιώσεις αγάπης υπήρξαν ειλικρινέστερες από αυτές.
Αλλά η συναίσθησις του σφάλματος του αφαιρεί την φλόγα από την έκφραση, και επιβάλλει κάποιαν επιφυλακτικότητα εις την διάχυσιν των αισθημάτων. Αφού δε το αισθάνεται ο ίδιος, πολύ περισσότερον θα το αισθανθή εκείνη, όταν το διαβάση. Όθεν αποφασίζει να μη γράψη πολλά. Αλλά και τούτο πάλιν είναι ύποπτον. Αυτήν βέβαια την επιφύλαξιν δεν θα την είχε, αν της έγραφε την προηγουμένην ημέραν. Μια στιγμή λοιπόν αθέμιτης ηδονής του εξάλειψε το θάρρος και την παντοτεινήν ευδαιμονίαν. Τότε ησθάνθη μίσος άσπονδον εναντίον της κ. Φέμπικ.
Έγραψε της Μαλβίνας, πώς πέρασε από της λαίδης Ντόρσετ το κτήμα κέμεινε λίγο.
Της έλεγε, πως ένας μόνο στοχασμός απασχολεί το πνεύμα του: το πώς νανταμωθούνε γρηγορώτερα.
Ενώ ο Έδμον έγραφε, ο Γουλιέλμος ειδοποίησε την κ. Φέμπικ, πώς ο κύριος φεύγει για το Λονδίνον.
Τρέχει ευθύς εκείνη και πέφτει στην αγκαλιά του. Ο έρως και τα δάκρυα την κάνουν υπέρκαλη. Τα μάτια της είναι χαύνα, τα χείλη της ηδυπαθή. τα στήθη της προκλητικώτατα. Αλλά ο Έδμον δεν προσέχει.
— Χρέος απαραίτητον με καλεί στο Λονδίνον. Άφισέ με.
— Και η Κίττη δεν αξίζει τίποτε πια για σένα, Έδμον!
— Έμεινα ήδη αρκετά!
— Καλά, τότε θα πάμε μαζί στο Λονδίνον, έχω κεγώ δουλειά εκεί, με στέλνει η κ. Μπιρτών.
— Όχι μαζί μου Κίττη για όνομα του Θεού.
— Όχι μαζί σου; και πώς θα μαποφύγης; πώς θα μεμποδίσης να σακολουθήσω; Πάγω να ετοιμασθώ αμέσως. Και έτρεξε ελαφρά ως δορκάς αφού τον εφίλησε περιπαθώς στα χείλη.
Ο Έδμον τότε τρέχει και δίδει την επιστολήν της Μαλβίνας στον Γουλιέλμον, να της την στείλη και κατόπιν να έλθη με την άμαξαν στο Λονδίνον, αυτός δε καβαλλικεύει ένα ίππον και γίνεται άφαντος αφίνοντας για την Κίττη μία σιμειωσούλα.
Η Κίττη φρένιασε από το κακό της. Ωστόσο συλλαμβάνει σατανικόν σχέδιον να εκδικηθή μεκείνη την σημείωση του Έδμον, που της έγραφε:
«Φεύγω, Κίττη, και δεν θέλω πλέον να σε ιδώ, σε φοβούμαι. Κίττη! με δελεάζεις και με κάμνεις να ξεχνώ τα πάντα . . . τον άγγελόν μου ακόμη!
Σε μισώ, Κίττη. Αλλά περισσότερο βδελύσσομαι τον εαυτόν μου . . . ω τις αμαρτωλές ώρες που πέρασα κοντά σου!. . . .
Η κ. Φέμπικ ερεθίζεται περισσότερο όσο διαβάζει τη σημείωση αυτή. Ζητεί και την επιστολή του Έδμον προς την Μαλβίναν και την διαβάζει και συλλογίζεται. Τέλος φωνάζει τον συνεργόν της.
— Άκουε Γουλιέλμε, αύριο εγώ φεύγω για τα Λονδίνο με το αμάξι σου. Τρέχα λοιπόν και δώσε το γράμμα του κυρίου στην κ. Σορκή. Πες της πώς ο κ. Σέυμουρ περιμένει την απάντησι στης λαίδης Ντόρσετ. Πες της ότι είχε κατ' αρχάς σκοπό να φύγη για το Λονδίνον, αλλά η κ. Φέμπικ τον παρεκάλεσε να μείνη για να την πάρη μαζί του, κεκείνος συγκατένευσε. Πρόσεχε να τα λες έτσι με συστολή και κοφτά κοφτά, που να φαίνεται ότι δεν τα λέγεις ελευθέρως, αλλά σου ξεφεύγουν από την αθυροστομίαν σου. Άφισε εν τω μεταξύ να σου πέση από την τσέπη σου εξ απροσεξίας τάχα αυτή η σημείωση του κυρίου σου προς εμένα.
Και σχίζει το τέλος και ταφίνει ίσα με τη λέξη «τα πάντα . . » Κατόπι τα ζαρώνει στα δάκτυλά της και του τα δίδει, για να υποτεθή ότι το έγραψε και τόδωσε του Γουλιέλμου να του το δώση, όμως ύστερα ενέδωκε στας παρακλήσεις της, αλλά ξέχασε να το ζητήση πίσω.
— Όταν έρθης, του επρόσθεσε, στο Λονδίνον, σεμένα να φέρης την απάντησιν της κ. Σορκή· κιάν συμφέρη να τη δώσης στον κύριόν σου, σου την επιστρέφω. Πάρε τώρα δέκα λίρες και πιέ στην υγεία μου. Κάμε ότι σου λέγω ακριβώς, και θα ανταμειφθής γενναία.
Ο Γουλιέλμος έφυγε αμέσως. Την άλλη μέρα και η κ. Φέμπικ αναχωρούσε για το Λονδίνον. Έτσι και τον σκοπόν της εκτελούσε και προς την κ. Μπιρτών εφαίνετο ευάρεστη, ως υπηρετούσα προθήμως τα καταχθόνιά της σχέδια, και της έγραψε:
«Γνωρίζω ότι σας ευαρεστώ ακολουθούσα τον ανεψιόν σας εις Λονδίνον. Αι προς τους υπουργούς αιτήσεις σας είναι πιθανόν νακουσθούν ευνοϊκώτερα, όταν συνεργή προς τούτο και μία γυναίκα, που η φύση την έπλασε να αρέσκη. Η ελπίς πως θα σας γίνω χρήσιμη με κάμνει να παραβλέψω και τας παρεξηγήσεις που ενδέχεται να προκύψουν οπωσδήποτε από την τοιαύτην διαγωγήν μου.
Ησθάνετο η τετραπέρατη γυναίκα, ότι για να εκδικηθή τη Μαλβίνα ήταν ικανή να διαπράξη τα πάντα.
Έφθασε στο Λονδίνον τρεις ημέρας μετά τον Έδμον και πήγε στο ίδιο ξενοδοχείο. Εκείνος έλειπε· της είπαν ότι θα γυρίση αργά το βράδι. Χάρηκε πολύ· έπιασε ένα δωμάτιο κοντά στο δικό του και παρήγειλε, άμα επιστρέψη να της τον στείλουν.
Ο Έδμον μόλις είχε φθάσει, έσπευσε να ζητήση τον λόρδον Χέριντεν, αλλά δεν τον ηύρε· είχε φύγει την προτεραίαν και κανείς δεν ήξαιρε πού επήγε. Δεν τολμούσε να γράψη στη Μαλβίνα, γιατί θα τον έψεγε μέσα της, ότι απέτυχε του ταξιδιού του τον σκοπόν ένεκα της βραδύτητός του παρά τη λαίδη Ντόρσετ.
Κάθε μέρα επήγαινε και κάθε μέρα δεν τον εύρισκε. Έλεγε καθ' εαυτόν επιστρέφων εκείνο το βράδι στο ξενοδοχείον να καθίση και να της τα γράψη όλα. Να της ανοίξη την καρδιά του κεκείνη ας μην τον συγχωρήση, αν ήθελε.
Μόλις ανέβηκε στο δωμάτιόν του, του είπαν ότι μία κυρία που ήλθε εκείνην την ημέραν ζητεί να τον ιδή. Αυτός προκατειλημμένος από την εικόνα της Μαλβίνας υποθέτει ότι εκείνη είναι και τρέχει στο δωμάτιο που του έδειξαν. Εμβήκε με λαχτάρα. Το δωμάτιον μόλις φωτίζεται. Μία γυναίκα ξαπλωμένη στην κλίνη. Ορμά και την σφίγγει στην αγκαλιά του. Αλλά . . . δεν ήτο η Μαλβίνα.
Μόλις αναγνωρίσας την κ. Φέμπικ:
— Α δαίμονα! φωνάζει και τραβιέται, σαν να τον εδάγκασε έχινδα.
Εκείνη δεν θυμώνει. Κλαίει.
— Έχει λοιπόν καμιά άλλη περισσότερα δικαιώματα επί του έρωτός σου από εμένα; Αχάριστε!. . . . Κεγώ περιφρόνησα την κοινή γνώμη, την οργή του ανδρός μου, τη λύσσα της θείας σου, άμα το μάθη, και ήρθα μόνο και μόνο, γιατί σαγαπώ . . .
— Αλλού να τα λες αυτά, Κίττη. Ξαίρω τι σε φέρνει εδώ. . . Μόνον η αγάπη δεν σε φέρνει. Ξέχασέ με. Κίττη. Μίσησέ με, όπως εγώ σε μισώ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ MB'. ΟΛΕΘΡΙΑ ΕΙΔΗΣΙΣ
Η Μαλβίνα μαζί με την κ. Κλάρα και τη Φανή επέστρεψε πάλιν εις το άσυλόν της.
Είναι νύχτα. Η Κλάρα διαβάζει ένα βιβλίον εις επήκοον. Αίφνης παρουσιάζεται ο Γουλιέλμος. Η Κλάρα πετάχτηκε όρθια.
— Έρχεται μαζί και ο κύριος σου;
— Όχι, κυρία, εγώ τον άφισα στης λαίδης Ντόρσετ· και χαμογελά σατανικώς.
— Πώς! Δεν πήγε λοιπόν στο Λονδίνον;
— Ναι εκεί είχε σκοπόν να πάη, αλλά . . .
— Τι αλλά; . . . Μήπως ησθένησε στο δρόμο;
— Όχι δόξα το Θεό. Αλλά νά, πώς να σας το πω . . .
— Λέγε λοιπόν!
— Στης λαίδης, που λέτε, ηύρε διασκέδαση, καλή συναναστροφή, ωραίες γυναίκες.
— Η Μαλβίνα, ωχρίασε, αλλά δεν κατεδέχθη να εκτεθή προς τον υπηρέτην.
— Έχεις κανένα γράμμα του για μένα:
— Ναι βέβαια, έχω.
Και της ενεχείρισε την επιστολήν.
— Αν υπάρχη ανάγκη απαντήσεως, να μου την δώσετε απόψε, διότι ο κύριος περιμένει.
— Πώς: Περιμένει στης λαίδης Ντρόσετ:
— Ναι, και μου είπε να κάνω γρήγορα, διότι βιάζεται ναναχωρήσει . . . αλλά δεν πιστεύω να τον αφίση η κ. Φέμπικ . . . θα τον κρατήση, για να ταξιδέψουνε μαζί στο Λονδίνον.
Στο πρόσωπο της Μαλβίνας εζωγραφήθη φρικτή αλλοίωσις.
Για όνομα Θεού! είπεν η Κλάρα, εσείς πάσχετε, έχετε ανάγκην βοηθείας.
— Μόνον εδώ θα την εύρω, είπε η Μαλβίνα με τρέμουσαν φωνήν, δείχνοντας την επιστολήν του Έδμον. Άφισέ με να την διαβάσω.
Την διάβασε ανεκουφίσθη ολίγον. Της έλεγε ότι έμενε ακουσίως του και οι λόγοι που παρουσίαζε της εφάνησαν αρκετά πειστικοί. Όταν σηκώθηκε είδε κάτου ένα κομμάτι χαρτί. Το πήρε ήτο το γράψιμον εκείνου. Το ανέγνωσε και πάγωσε.
— Διάβασε! είπε στην Κλάρα.
Εκείνη το διάβασε και έφριξε. Εκάλεσε τον Γουλιέλμον.
— Τι είν' αυτό; ρώτησε η Κλάρα.
— Α! έπεσε από μένα. Ο κύριος ήταν για να φύγη και μου έδωσε αυτήν την σημείωσιν να την δώσω της κ. Φέμπικ, αλλά εν τω μεταξύ έτρεξεν εκείνη προς αυτόν και τον έπεισε να μη φύγη, κέτσι έμεινεν άχρηστο αυτό το γραμματάκι, εγώ το ελησμόνησα στην τσέπη μου.
— Και έκρινες καλόν να το φέρης και να το ρίψης εδώ, αι;
— Κυρία. . . .
— Καλά, πήγαινε, του είπεν η Κλάρα με περιφρόνησιν άκραν. Εκείνος εξήλθε θορυβημένος.
Η Μαλβίνα εν τω μεταξύ θέτουσα το χέρι στην καρδιά της επροσπαθούσε να κρατήση τους παλμούς της.
— Το χτύπημα έγινε, είπε. Η Μοίρα με πλήρωσε όπως μου έπρεπε . . . Παν οι όρκοι του . . . πάει η αγάπη του.....πάω κεγώ! . . . «Κίττη! . . .με κάνεις να ξεχνώ τα πάντα . . . » ναι. . . . τα πάντα. . . κιάρχισε να κλαίη απαρηγόρητα.
Από την θύραν έσκυψεν η Τομκίνα.
— Ο Γουλιέλμος ερωτά, αν η απάντησις της κυρίας είναι έτοιμη.
— Αμέσως αμέσως, απήντησε η Μαλβίνα σφογγίζουσα τα δάκρυά της, ας περιμένη λίγο ακόμα.
Πήρε χαρτί και πέννα κέγραψε τα εξής:
Έδμον!
Ελησμόνησες τους όρκους σου . . . με ηπάτησες. Χάνεται ο κόσμος από μένα, αφού δεν χρεωστώ πλέον να σε αγαπώ. Όταν εσύ ζης δι' άλλην, η Μαλβίνα δεν ημπορεί να υπάρχη εις την ζωήν. Η καρδιά της, από την οποίαν θα επιχειρήση να σε αποσπάση, θα θραυσθή εις μύρια τεμάχια.
Έδμον! Τι σέκαμα και μέφερες στη φρικτήν αυτήν άβυσσο; Ο έρως που με ενέπνευσες μου εθόλωσε τον νουν και μέκαμε να λησμονήσω το χρέος μου και την υπόσχεσίν μου προς την νεκράν φίλην μου. Συ δε μόνος, που μόνο για σένα εζούσα πλέον, είχες καταστή η μόνη πηγή των αισθημάτων μου, και η ευδαιμονία σου το μόνον μου χρέος.
Και όμως με απάτησες. . . .
Ω Έδμον, Έδμον! . . .τουλάχιστον να μη σε εύρη αδιάφορο η αγγελία του θανάτου μου . . . . και μην πεις και τότε «Κίττη με κάμνεις να ξεχάσω τα πάντα» Έχε υγείαν, Έδμον . . . Έχε υγείαν . . . »
Μαλβίνα.
Η πέννα έπεσε από τα χέρια της.
— Όση ζωή είχα την έρριψα μέσ' σαυτό το γράμμα. Διπλώστε το και στείλτε το. Εγώ δεν μπορώ πια να βαστάξω. Μου φαίνεται πώς θα ξεψυχήσω.
Έκλεισε τα μάτια της. Ήταν πελιδνή σαν νεκρή. Η Κλάρα ετρόμαξε, και επεχείρησε να την ανακαλέση εις την ζωήν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ '. ΑΝΑΚΑΛΥΨΗΣ ΤΟΥ ΔΟΛΟΥ
Ο Γουλιέλμος πήρε το γράμμα και έσπευσεν εις το Λονδίνον. Πέρασε από της λαίδης Ντόρσετ και έμαθε την αναχώρησιν της κ. Φέμπικ με το αμάξι του· εξακολουθεί τον δρόμον του. Όταν έφθασε εις το Λονδίνον επήγε εις το Ξενοδοχείον που έμενεν ο Έδμον και ευρίσκει εκεί την Κίττη. Του πήρε το γράμμα. Το άνοιξε και το διάβασε.
— Φύγε γρήγορα, του είπε. Κάμε ότι έρχεσαι αύριο πολλά πρωί· ο κύριος σου θα είναι εδώ. Πες του πώς για πιο ασφάλεια το πήγες εσύ το γράμμα στην κ. Σορκή. Είχε, πες πολλούς ξένους και δεν είχε καιρό να γράψη. Πες ότι ήταν και ο ιερεύς Πρίορ μεταξύ των ξένων της. Η κ. Μπιρτών και εγώ σε προστατεύομεν. Λάβε εικοσιπέντε χρυσάς λίρας και σπεύσε, μήπως φανή, όπου κιάν είναι, ο κ. Έδμον, γιατί τότε χαθήκαμε και συ κεμείς.
Ανέβηκε στο δωμάτιό της και διάβασε εμπεριστατωμένως το γράμμα της Μαλβίνας. Απεφάσισε δε και της έγραψεν η ιδία λέγοντας της, ότι ο Έδμον έχει βαρεθεί και αηδιάσει τα παθητικά όλο παράπονά της και χωρίς να διαβάση το γράμμα της το έδωκε εις αυτήν και ετελείωνε ως εξής. «Φίλη μου, η καρδιά του Έδμον δεν παίρνει από δάκρυα. Όμως εγώ, άμα τον βαρεθώ, θα σε διδάξω πώς πρέπει να του φερθής, για ναποχτήσης και συ την αγάπη του».
Έτσι κάμνοντας η κ. Φέμπικ δεν εφαντάζετο τι μεγάλο κακό έκαμνε στην ευαίσθητη εκείνη γυναίκα.
Ωστόσο ο Γουλιέλμος το πρωί της επιούσης παρουσιάσθη εις τον Έδμον και του ωμίλησε καθώς εδιδάχθη. Αλλά αυτός τίποτε δεν ένιωθε απ' αυτά.
Ποιους ξένους τάχα ημπορούσε να δέχεται η Μαλβίνα, και μάλιστα πώς μπορούσαν να την εμποδίσουν να γράψη στον σύζυγόν της. Ο κ. Πρίορ! . . . Α εδώ κάτι τρέχει.
— Μου φαίνεσαι ένας αχρείος, ένας καρκούργος· του λέγει με θυμό, και δεν ξαίρω ποιος θα σε γλυτώσει από τα χέρια μου αν . . .
Ο Γουλιέλμος άρχισε να τα χάνει και μέσα στην σαστισμάρα του ορκίζεται φρικτούς όρκους ότι λέγει αλήθεια και ρίχνει το πνεύμα του κυρίου του εις δισταγμούς και αμηχανίαν. Έτσι υπεκφεύγει προς στιγμήν και γίνεται άφαντος.
Την άλλη μέρα ο Έδμον ματαίως εζήτησε παντού τον υπηρέτην του. Τότε αρχίζει να βεβαιώνεται, ότι ο αχρείος εκείνος τον ηπάτησε. Φοβάται για τη Μαλβίνα. Μύριες προαισθήσεις ολέθριες τον βασανίζουν. Κάθεται και της γράφει μίαν επιστολήν, εκθέτει την έκπληξιν και την ανησυχίαν του. Την φέρνει ο ίδιος στο ταχυδρομείον, φοβούμενος ότι τον περικυκλώνουν άπιστα χέρια. Η εικόνα των βασάνων, που θα είναι εκτεθειμένη η αγαπητή του Μαλβίνα, κάμνουν περισσότερον οδυνηράν την τύψιν για τας αδικίας του προς εκείνην.
Ακαταπαύστως πηγαινοέρχεται στου λόρδου Χέριντεν, αλλά δεν τον ευρίσκει. Από την Μαλβίναν δεν μανθάνει τίποτε. Θέλει να επιστρέψη προς αυτήν, να την ιδή ζωντανήν, να φέρη την γαλήνην εις την ψυχήν της. Αλλά πώς να αναχωρήση από το Λονδίνον, χωρίς να της φέρη την άδειαν, να έχη την Φανήν κοντά της παντοτεινά;
Εν τω μεταξύ αι ραδιουργίαι της κ. Μπιρτών διεξαγόμεναι διά της κ. Φέμπικ καταχθονίως επιτυγχάνουν, και το διάταγμα της εξορίας του Έδμον εις τας Ινδίας εκδίδεται, ως ρουσφέτι μάλλον, παρά ως κάτι νόμιμον. Το όνομα του λόρδου Στάφφορδ συνήργησε τα μέγιστα προς τούτο.
Ενώ δε εις τα σκοτεινά υφαίνετο ο όλεθρός του, έμαθε ότι ο λόρδος Χέριντεν είναι στο σπίτι του. Τρέχει λοιπόν, ειδοποιεί ποίος είναι, και παρουσιάζεται εις αυτόν.
Κάποιος κύριος αγαθού και ευσχήμου ήθους τυχών εκεί στου λόρδου, άμα άκουσε τα όνομα του Έδμον Σέυμουρ, τον παρατηρεί με συμπαθή περιέργεια και τον ερωτά με τρόπον, αν είναι ανεψιός της κ. Μπιρτών και αν γνωρίζη τον λόρδον Στάφφορδ. Ο Έδμον απεκρίθη ναι, και ο άνθρωπος εκείνος εσκυθρώπασε και εξήλθε κάμνων σχήμα οίκτου.
Ο Έδμον τίποτε δεν αντελήφθη. Ήθελε να προτείνη προς τον Χέριντεν την επιθυμίαν του και δεν ήξαιρε πώς ναρχίση.
— Βεβαίως είναι η κ. Μπιρτών, που μου δίδει την τιμήν να σας γνωρίσω. Αλλά περίεργον πώς δεν μου γράφει τίποτε στο γράμμα της που ηύρα εδώ, με το οποίον με πληροφορεί, ότι κατά την μεταξύ μας συμφωνία έλαβε από τα χέρια της κυρίας Σορκή την κόρη μου, διότι εκείνη υπανδρεύθη.
— Τι λέτε μιλόρδε; Έμαθε λοιπόν η κ. Μπιρτών τον γάμον μου και ήρπασεν η σκληρά την κόρην σας από τα χέρια της Μαλβίνας;
— Τον γάμον σας; σεις ο σύζυγος της κ. Σορκή;
— Εγώ, μάλιστα.
— Ωστόσο η κυρία Μπιρτών μου γράφει, ότι ο σύζυγος της κ. Σορκή είναι ένας ασήμαντος, ακόμη ένας άθλιος, ο οποίος είναι ντροπή της οικογενείας του.....
— Ώστε η κ. Μπιρτών εστοχάσθη ότι εν τω μεταξύ θα εύρισκε καιρόν να συμπληρώση τα κακά της βουλεύματα εναντίον της αθωοτάτης εκείνης γυναίκας; Μιλόρδε, ήρθα επίτηδες στο Λονδίνον, να σας παρακαλέσω να ευδοκήσετε ναφίσετε την κόρην σας εις τας χείρας, της εναρετωτέρας από όλας τας γυναίκας. Ω! μιλόρδε, σας ηπάτησαν· ίσως εκπνέει την στιγμήν αυτήν μη δυναμένη να υποφέρη τον αποχωρισμόν του τέκνου σας!
— Τω όντι, σερ Έδμον, η κ. Σέυμουρ είναι αξία πάσης εμπιστοσύνης, αφού εξέλεξε σύζυγον εσάς, αλλά ως πατήρ έχω χρέος να φροντίσω για την ευτυχίαν του τέκνου μου. . . . Εγώ είμαι κατεστραμμένος και η κ. Μπιρτών θαναπληρώση προς την Φανήν την στέρησιν της πατρικής της περιουσίας.
— Η κ. Μπιρτών ευκάλως αποποιείται αύριον, ό,τι υπόσχεται σήμερον. Εγώ όμως, ο οποίος είμαι κληρονόμος της κ. Μπιρτών, έχω δε και ιδικήν μου περιουσίαν, σου υπόσχομαι ενόρκως, ότι είμαι διατεθειμένος να πράξω περισσότερα υπέρ της Φανής, παρ' ό,τι ήθελε πράξει εκείνη. Εγώ και η Μαλβίνα υιοθετούμεν την Φανήν Χέριντεν. Τρέχω να φέρω ένα συμβολαιογράφον· εσείς θα υπογράψετε διαταγήν, δυνάμει της οποίας θα μας αποδοθή η Φανή Χέριντεν από την κ. Μπιρτών, εγώ δε θα υπογράψω την πράξιν της υιοθεσίας, και αν κάμωμε παιδιά, η κόρη σας θα είναι ισότιμος συγκληρονόμος, αν δε μείνωμε άτεκνοι, θα είναι η μόνη μας κληρονόμος.
Εξέρχεται λοιπόν πάραυτα και μετ' ολίγον επιστρέφει με ένα συμβολαιογράφον, εις τον οποίον καθ' οδόν εξέθεσε όλα της υποθέσεως τα καθέκαστα.
— Λάβετε την καλωσύνην να συντάξετε τα έγγραφα, είπεν ο λόρδος Χέριντεν προς τούτον, ενώ ημείς με τον σερ Έδμον θα είμεθα εις το παρακείμενον δωμάτιον, όπου κάποιος κύριος ζητεί να ομιλήσει προς εσάς κύριε Σέυμουρ.
— Προς εμέ, είπατε; ερώτησε ο Έδμον με απορία, και έσπευσε να ιδή, ποιός τον θέλει, και βλέπει τον καλόν εκείνον κύριον, που του ωμίλησε προ ολίγου. Τον εχαιρέτησε και τον ερωτά εις τι δύναται να λάβη την τιμήν να του φανή χρήσιμος.
— Όχι δυστυχώς εσείς προς εμένα, αλλά εγώ προς εσάς θα λάβω το ευτύχημα να σας φανώ χρήσιμος, είπε με αγαθότητα ο καλός κύριος, και ελπίζω να το επιτύχω. Κάποιοι δικοί σας θέλουν να σας αδικήσουν, και από το λίγο που σας εγνώρισα, εννόησα ότι σας συκοφαντούν, και έλαβα μεγάλη συμπάθεια για σας, διότι ολότελα αγνοείτε, ως φαίνεται, το κακό που σας ετοιμάζουν.
— Δεν έχω είδησιν τω όντι.
— Οι εχθροί σας είναι ισχυροί. Έχουν πείσει την Κυβέρνησιν να σας εξορίση στας Ινδίας, διότι, λέγει, στο Έδιμμπουργκ σχηματίζετε πολιτικόν κόμμα υπέρ των επαναστατικών αρχών της Γαλλίας. Αύριον μέλλει να εκδοθή το διάταγμα της εξορίας σας.
— Φρίκη! Θέλουν λοιπόν να σκοτώσουν μια δυστυχισμένη και ενάρετη γυναίκα, για να με ρίψουν εμένα κατόπιν εις απόγνωσιν! Και ποιοι είναι αυτοί, μπορώ να μάθω;
— Η αναφορά ήταν υπογραμμένη από την κ. Μπιρτών και τον λόρδον Στάφφορδ και από μερικούς άλλους τα πρώτα φέροντας.
— Και πώς εσείς επείσθητε περί της αθωότητός μου;
— Δεν ημπορούσα βέβαια να σας καταδικάσω πριν σας ακούσω! Και ιδού τώρα που σας εγνώρισα και έμαθα τα καθ' υμάς από τον λόρδον Χέριντεν, είμαι βέβαιος ότι συκοφαντείσθε, και σας παρακαλώ να έλθητε μαζί μου, για να σας απαλλάξω από την συμφοράν που σας περιμένει.
Και πράγματι ο κύριος εκείνος ήτο ο Δουξ Ε . . . εκ των πολύ σημαινόντων εις την πολιτικήν, άνθρωπος δίκαιος και ευσυνείδητος, ο οποίος έβαλε όλα του τα δυνατά, να σώση τον Έδμον. Τον παρουσίασεν αυθημερόν εις τον βασιλέα και εις τους υπουργούς. Κατώρθωσε να διασαφηνισθή η υπόθεσις και έτσι το διάταγμα δεν εξεδόθη και ο Έδμον απηλλάγη της εξορίας. Συναισθανόμενος δε οποίον κίνδυνον διέφυγε εξέφρασε την βαθείαν ευγνωμοσύνην του προς τον αγαθόν προστάτην του, ειπών προς αυτόν, ότι η σύζυγός του θα είναι η παντοτεινή ευχέτης προς τον ύψιστον υπέρ της υγείας και ευτυχίας του σωτήρος των, διότι εκείνην προ πάντων έσωσε. Και τοιουτοτρόπως τον απεχαιρέτισε.
Αφού υπέγραψε μετά του λόρδου Χέριντεν τα δύο έγγραφα και αντήλλαξαν αυτά αμοιβαίως, τον απεχαιρέτισε και ήρθε στο κατάλυμά του, για να ετοιμασθή και φύγη το ταχύτερο για τη Σκωτία. Άμα ως εμβήκε, του έδωκαν ένα γράμμα της κ. Κλάρας με τις ολίγες αυτές γραμμές,
«Δεν μπορώ να εξηγήσω, διατί προσποιείσθε απορία, ότι δεν ελάβατε επιστολάς παρά της κ. Μαλβίνας, διότι πώς μπορείτε να ξεχάσετε το σημείωμα που δώσατε επιβούλως στην κ. Φέμπικ, και το οποίον έκαμε την καημένη τη Μαλβίνα να μη σας πιστεύση πλέον, και αν διαρραγήτε ορκιζόμενος και αρνούμενος. Ωστόσο ακόμα δεν μπορώ να πιστεύσω ότι εσείς συνεργήσατε στην αρπαγή της Φανής, ούτε στη βδελυρά επιστολή που της έστειλε η κ. Φέμπικ. Αν λοιπόν σώζεται ακόμα μέσ' στην ψυχή σας μόριον αισθήματος ανθρωπίνου, πρέπει να φρίξετε βλέπων, ότι είσθε περικυκλωμένος από τους φονιάδες της γυναίκας σας. Κιάν θέλετε να την δήτε για τελευταία φορά, μηδέ στιγμήν μη χάνετε».
Το γράμμα αυτό τον κατετάραξε. Ήταν κάτι περισσότερο από τρομερό το κακό που του έκαμαν, ήταν καταχθόνια συνέργεια όλων των δαιμόνων της κολάσεως. Εισέρχεται στο δωμάτιον της κ. Φέμπικ για να τη ρωτήση με ποιο δικαίωμα ετόλμησε να του κάνη τόσο μεγάλο κακό. Εκείνη εκοιμάτο ωραία όσον ουδέποτε αλλά ο Έδμον την βλέπει ως Ερυννύα.
Απάνω στο κομό της βλέπει ένα γράμμα ανοιχτό. Αναγνωρίζει τον γραφικόν χαρακτήρα της Μαλβίνας, το παίρνει και το διαβάζει. Φρίκη! Η καρδιά του χτυπά σαν το σφυρί στο αμόνι, όταν διαβάζει τας σπαραξικαρδίους εκείνας εκφράσεις της δυστυχισμένης της Μαλβίνας του. Οι λυγμοί τον πνίγουν. Εξυπνά η κ. Φέμπικ και φρίττει βλέπουσα αυτόν να κρατεί στα χέρια του το κλεμμένο από αυτήν γράμμα της γυναίκας του.
Εκείνος τη βλέπει με φρικτήν περιφρόνησιν.
— Πόρνη! της λέγει, την φτύνει και φεύγει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ΄. ΤΡΕΛΗ.
Ο Έδμον σπεύδει. Η άμαξά του τρέχει ημέρα και νύκτα. Ύπνο δεν δίδει στους καταπονημένους οφθαλμούς του. Η αδικημένη τόσο Μαλβίνα ψυχομαχώντας παρουσιάζεται πάντα στην αναμμένη φαντασία του.
Αν τον έβλεπε κανείς, θα τον έπαιρνε για παράφρονα. Η απόγνωσις είναι χαραγμένη στη φυσιογνωμία του όλη· έτσι πάντα ο αμαρτωλός βασανίζεται από τας σκέψεις της ιδίας ψυχής του.
Άμα έφθασε στην νέαν κατοικίαν της συζύγου του, κατεβαίνει από την άμαξαν και ανοίγει το παραπόρτι με το κλειδί που κρατούσε επάνω του και εμβαίνει μέσα στον κήπο. Η σελήνη λάμπει πλησιφαής, αισθάνεται ψύχος δριμύ. Τα κυπαρίσσια ρίχνουν τις σκιές των τις μελαγχολικές. Τα έλατα ψιθυρίζουν πένθιμα. Κάπου ακούστηκε η φωνή της γλαυκός εβόησε στην παγκόσμια σιωπή της νυκτός, και τα πέριξ επανέλαβον τον απαίσιον αντίλαλον. Ο Έδμον ερρίγησε, τα γόνατά του τρέμουν.
Αίφνης προσκόπτει εις ένα τάφον. Φρίκη! απέθανε κανείς εδώ; Φωνάζει με λαχτάρα:
— Μαλβίνα! . . . . Μαλβίνα!
Φωνή ιλαρά και ασθενής μέσα από τα δένδρα αποκρίνεται.
— Ποιος φωνάζει τη Μαλβίνα;
Σηκώνει το κεφάλι του να ιδή. Ακούει θρουν εσθήτος μεταξύ των φύλλων. Βλέπει γυναίκα σκεπασμένην με μαύρη σκέπη.
— Ποιος είσαι; του λέγει με φωνή αδύνατη. Τι θέλεις και ταράττεις την ησυχία των νεκρών;
— Μαλβίνα! εφώναξεν έξαλλος εκείνος.
— Η Μαλβίνα . . . Δεν υπάρχει πλέον η Μαλβίνα . . . αφότου έπαυσε να την αγαπά εκείνος . . .
Την αρπάζει στην αγκαλιά του τη σφίγγει και την φιλεί με περιπάθειαν.
— Γυναικούλα μου! δεν με αναγνωρίζεις λοιπόν! Ξέχασες τον Έδμον, που τόσο σαγαπά!
Εκείνη τον απωθεί.
— Τη νύχτα της απελπισίας τον εκάλεσα πολλάκις, αλλά δεν ήλθε, αγαπά μίαν άλλη . . . . όχι εμένα.
— Όχι! Εσένα, εσένα μονάχα αγαπώ, Μαλβίνα μου. Εγώ είμαι ο Έδμον και ήρθα, για να μη σε αποχωρισθώ πλέον.
Εκάθισε επάνω σε μια πέτρα και με πικρόν μειδίαμα απήντησε.
— Μπα! Θέλετε να μου τα κρύψετε. Εγώ τα ξαίρω όλα. Ο Έδμον δεν έρχεται πια εδώ . . . . Τον έκλεψεν εκείνη η ξένη. . . . Δεν τη θυμάται πια τη Μαλβίνα . . . . ίσως μάλιστα και την μισεί . . .
Της έπιασεν ανάλαφρα τα κεφάλι, εκόλλησε τα χείλη του στο χλωμό της πρόσωπο και της είπε δακρύων.
— Ο Έδμον να σε μισήση! . . . Μάρτυς μου ο Θεός, ποτέ του δεν σαγάπησε όπως τώρα.
— Μη μου το λέτε αυτό, γιατί έτσι δεν μαφίνετε ναποθάνω.
— Θεέ μου! με τιμωρείς για τα μεγάλα κακά που έχω κάνει στον κόσμο! . . . Ω Μαλβίνα! Μαλβίνα· αδικημένη κοπέλλα. Έτσι λοιπόν καταπονείται και πάσχει η αρετή σου για να τιμωρηθή η κακία μου! . . . Για όνομα Θεού, μη με βλέπεις έτσι! . . . με σκοτώνει τα άγριο βλέμμα σου.
Πέφτει στα πόδια της και της τα φιλεί. Εκείνη μένει αναίσθητη στας περιποιήσεις του, αδιάφορη στα αναφυλλητά του.
Σηκώνεται και πηγαίνει στον τάφο, που κατεσκεύασε η ιδία, και γονατίζει.
— Κλαίρη μου, φίλη μου, θέλω νάρθω πλησίον σου μέρες τώρα, και συ εξακολουθείς να μαφίνης ακόμη εδώ στον άχαρο αυτόν κόσμο για να βασανίζομαι. Με σιχάθηκες λοιπόν, διότι παρέβην τους όρκους μου προς σε, και δεν θέλεις να με ξαίρης, για τούτο δεν με παίρνεις πλησίον σου! . . . Πόσον καιρόν, ακόμη θα με τιμωρήσης, ω αγία ψυχή . . . Είχα ορκισθή να μην αφίσω ουδέ στιγμήν την κόρη σου από κοντά μου, και ιδού τώρα άφισα και μου την έκλεψαν . . . Δικαίως λοιπόν με τιμωρείς . . . Αλλά οίκτιρέ με και πάρε με . . . Αύριο, αύριο χωρίς άλλο.
Σηκώθηκε και κρέμασε τη μαύρη σκέπη της σε κλαδί κυπαρίσσου. Η ξανθή κόμη της εσκορπίσθη γύρω στον τράχηλόν της, την εμάζευσε και την έρριξε πίσω στους ώμους της. Επροχώρησε κατόπιν προς την οικίαν. Η σελήνη φέγγει το πρόσωπόν της, το χλωμόν και αλλοιωμένον από την λύπην. Επροχώρησε και ο Έδμον κατόπιν της.
— Η Μαλβίνα μου, Θεέ μου, είναι αυτή! . . . .
Εκείνη εισέρχεται εις την αίθουσαν, όπου την επερίμενε η φίλη της η κ. Κλάρα.
— Ιδού ήρθα πάλι. Δεν με παίρνει η Κλαίρη, η ψυχή μου δεν είναι καθαρά. Μ' αφίνει να την εξαγνίσω. . . Δεν εγνώριζα, ότι είναι τόσο δύσκολο να αποθάνω.
Η κ. Κλάρα ανεστέναξε, την έλαβε από το μπράτσο να την οδηγήση στον κοιτώνα της. Στην θύραν είδε τον κ. Έδμον και εξαφνίσθη.
— Σεις εδώ! . . . Σας είδε λοιπόν; της μιλήσατε καθόλου;
— Ναι! λέγει ο Έδμον μόλις ακουόμενος.
— Και έμεινεν αναίσθητος;
Εκείνος αντί πάσης απαντήσεως ήρχισε τους λυγμούς και τα δάκρυα. Η κ. Κλάρα άπελπις ερρίφθη εις ένα κάθισμα.
— Λοιπόν τετέλεσται! . . . Κάθε ελπίδα μου εκόπη. Αλίμονο! φτωχή μου φίλη. Ο Έδμον έξαλλος ολοφύρεται:
— Ω! πώς απέπτη νους τοσούτο ευγενής!
Η Μαλβίνα τον πλησιάζει και τον ατενίζει με περιέργεια.
— Πώς κλαίει ο ευτυχής αυτός θνητός! . . . Αχ μόνον εγώ δεν μπορώ πλέον να κλάψω . . . ω! εγώ έχω χύσει πλέον όλα τα δάκρυά μου. Τώρα περιμένω να με καλέση εκεί επάνω η φίλη μου η Κλαίρη Χέριντεν. Εκεί θα αναπαυθώ πλέον από τους πόνους μου. Εκεί θα γλυτώσω από τα βάσανα . . . . Αλλά πώς να τολμήσω να παρουσιασθώ, αφού έχασα το τέκνον της; Αν τολμήσω να πάγω κοντά της, θα αποστρέψη το πρόσωπόν της με φρίκη . . . «Τι έκαμες το τέκνον μου; τι έκαμες την Φανήν μου επίορκη! . . .» ω! Έδμον, Έδμον!
Και έπεσε εξηντλημένη εις ένα καναπέ. Τα μάτια της έκλεισαν και τα μέλη της εχαλαρώθησαν. Ο Έδμον έβγαλε από το θυλάκιον ένα χαρτί.
— Ιδού έγγραφον του λόρδου Χέριντεν, είπε στην Κλάρα, δυνάμει του οποίου δύναμαι να της αποδώσω ευθύς την κόρην της.
— Μη χάνετε λοιπόν καιρόν σερ Έδμον, είπεν η Κλάρα, τρέξατε να φέρετε την Φανήν.
— Τρέχω ευθύς μόλις ξημερώσει είπεν εκείνος. Τολμώ να ελπίσω πολλά από την παρουσίαν του κοριτσιού. Αυτό είναι που ταράζει το πνεύμα της, η ιδέα πώς το έχασε την τρελάνει. Αυτή που συγχωρούσε ολωνών τα σφάλματα με την αγαθότητα της καρδίας της, αφότου εστοχάσθη ότι είναι ένοχος η ιδία, το εθεώρησε φοβερόν και έχασε τον νουν της. Η ολοκάθαρη ψυχή της δεν ημπόρεσε να ανθέξη στας τύψεις του συνειδότος.
Τη Μαλβίνα την εσήκωσαν σιγά σιγά και την έφεραν εις τον κοιτώνα της, χωρίς να το καταλάβη. Εκείτετο δε άφωνη και αναίσθητη και τίποτε δεν διέκρινε. Είχε πέσει εις είδος νάρκης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ'. Η κ. ΜΠΙΡΤΩΝ
Ημέρας τινάς πριν ή έλθη ο σερ Έδμον, μία άμαξα εστάθμευσε προ της κατοικίας της Μαλβίνας. Μία γυναίκα κατέβη και εισήλθε εις το αγροκήπιον ακολουθουμένη από ένα άνδρα.
Η γυναίκα αυτή ήτο η κ. Μπιρτών, ο δε ακόλουθός της ήτο ο Ειρηνοδίκης της περιφερείας, ο οποίος είπε:
— Ζητώ να παρουσιασθή ενώπιόν μου η λαίδη Μαλβίνα Σέυμουρ.
Μετ' ολίγον παρουσιάζεται η κ. Κλάρα με την Μαλβίναν.
— Δεν υπάρχει ενταύθα καμία κυρία με τέτοιο όνομα, είπε.
— Δεν ωφελούν αι προσποιήσεις, λέγει τότε η κ. Μπιρτών. Ιδού αντίγραφον της πράξεως του γάμου, από τον κώδικα της εκκλησίας, όπου ούτος ετελέσθη.
Η Μαλβίνα έμεινε κατάπληκτη. Η δε άφιλη και δολία κ. Μπιρτών της επρόσθεσε:
— Εκείνο το οποίον ίσως η κ. αγνοεί είναι, ότι ο σερ Έδμον Σέυμουρ, είτε διότι ηγάπησεν άλλην ωραιοτέραν, είτε και διότι εννόησε το μέγεθος της αφροσύνης του, επιθυμεί να διαλύση τον γάμον, διότι τον θεωρεί εις το εξής ως δυστύχημά του. Ιδού, κυρία, το διαζύγιον, τα οποίον ανεδέχθην να σας φέρω εκ μέρους του. Αν υπογράψετε, ακυρώνεται ο γάμος σας και η Φανή Χέριντεν μένει κοντά σας, αν αρνηθείτε όμως, το θέλημα του πατρός της είναι να την παραδώσετε εις εμέ αυτοστιγμεί. Ιδού και το έγγραφον. Ο κ. ειρηνοδίκης από δω ήλθε να ενεργήση την εκτέλεσίν του.
Η Μαλβίνα της απήντησε με θάρρος και ατάραχη.
— Κυρία, επειδή εις αυτό το έγγραφον δεν βλέπω την υπογραφήν του σερ Έδμον Σέυμουρ, δεν μπορώ να βάλω την υπογραφήν μου.
— Τότε λοιπόν θα σας πάρωμεν το παιδί.
— Κατά του αδικήματός σας τούτου θα ζητήσω την προστασίαν των νόμων. Και μη φρονείτε ότι θα υπερισχύετε πάντοτε, τότε ο κόσμος θα γνωρίση ποία είσθε και θα φρίξη . .
Η κ. Μπιρτών ταραγμένη στρέφεται προς τον ειρηνοδίκην.
— Βλέπετε, ότι η κυρία δεν συγκατανεύει εις τίποτε. Εκτελέσατε, παρακαλώ, τας διατάξεις του νόμου, του οποίου είσθε λειτουργός.
— Προσέξατε, κύριε, κακήν υπόθεσιν αναδέχεσθε· εγώ είμαι ξένη προς αυτήν, ωστόσο σας λέγω θα μεταμεληθήτε κατόπιν.
— Μην ανακατώνεσθε, κυρία Κλάρα. Κύριε ειρηνοδίκη, σας καλώ να εκτελέσετε τον νόμον, είπε με ταραχήν η κ. Μπιρτών, το εις χείρας μου έγγραφον είναι περιβεβλημένον με όλους τους τύπους της νομιμότητος και εκδέχομαι από σας την άμεσον εκτέλεσίν του.
Τότε ο ειρηνοδίκης διέταξε τους υπηρέτας να του φέρουν την Φανήν Χέριντεν και κανείς δεν ετόλμησε ναρνηθή, διότι εν Σκωτία σέβονται και φοβούνται τους λειτουργούς του νόμου.
Ωστόσο η Μαλβίνα βλέπουσα ότι θα έχανε το κορίτσι, έκαμε και την τελευταίαν απόπειραν συμβιβασμού.
— Αφίσατέ μου προσωρινά το κοριτσάκι υπό εγγύησιν χρηματικήν καταβλητέαν αμέσως εις τον κ. ειρηνοδίκην, έως ότου ο κ. Έδμον Σέυμουρ υπογράψη το χωρισοχάρτι. Σας ορκίζομαι ότι τότε θα υπογράψω και εγώ την διάλυσιν του γάμου, ειδεμή χάνω τα χρήματα της εγγυήσεως και πάλιν δυνάμει του εγγράφου του λόρδου Χέριντεν μου παίρνετε και την κόρην του.
Εις τον ειρηνοδίκην εφάνη το πράγμα λογικόν. Αλλά η κ. Μπιρτών, η κακίστη πασών των γυναικών, απήντησε:
— Κυρία, απαιτώ άνευ αναβολής ή την υπογραφήν σας, ή το κορίτσι. Τρίτον τι δεν εισχωρεί.
Ήλθεν εκεί η υπηρέτρια της κ. Μπιρτών, η Τάπα και είπε ότι η διαταγή του κ. ειρηνοδίκου εξετελέσθη και το κοριτσάκι είναι εντός της αμάξης. Η Μαλβίνα ετινάχθη έξω.
— Μου αρπάζουν λοιπόν το παιδί μου!
— Μητέρα, μητέρα! έλα λοιπόν! Τι; μόνη μου θα μαφίσης;
— Όχι, δεν θα σαφίσω! και ρίχτηκε μπρος στους τροχούς της αμάξης.
— Παραμερίσατε την κυρίαν. Βλέπετε ότι είναι τρελή.
— Και τι ελπίζετε από αυτήν σας την απανθρωπίαν, κυρία;
— Σηκώσετε από δω την δυστυχισμένην αυτήν παράφρονα, είπε πάλιν η κ. Μπιρτών τρέμουσα από θυμόν.
Τότε η Μαλβίνα βλέποντας, ότι ήσαν έτοιμοι οι βάρβαροι εκείνοι να την απομακρύνουν διά της βίας, τρέχει και πέφτει στα πόδια της κ. Μπιρτών.
— Σας εξορκίζω εις τον Θεόν, εις την φιλανθρωπίαν, εις την ησυχίαν της ψυχής σας, μη μου αρπάζετε το παιδί αυτό μέσα από την αγκαλιά μου. Θαποθάνωμε και οι δύο μας. . . . Και το αίμα μας θα βοά εναντίον σας. Λυπηθήτε μας!
— Από σας εξαρτάται να το κρατήσετε κοντά σας! , . . Υπογράψατε.
— Έχιδνα! εφώναξε τότε έξω φρενών η Μαλβίνα, φύγετε από δω! Με το πλαστό αυτό έγγραφο ελπίσατε να απατήσετε και μένα και τον άντρα μου, και να μας χωρίσετε. Ο Έδμον έρχεται σε λίγο, έννοια σας! Αύριο ίσως θα είναι εδώ και τότε τα λέμε. . . . Πηγαίνετε τώρα! Και έπεσε ολωσδιόλου άτονη.
Η δυσειδής ψυχή της Μπιρτών την ώραν εκείνην εζωγραφίζετο ολόκληρη εις το πρόσωπόν της· έσπευσε ναπομακρυνθή αποκομίζουσα το κοριτσάκι.
Η Μαλβίνα ως το βράδι ήτο αλλόφρων. Δεν ημπορούσαν να την καθησυχάσουν. Το βράδι της φρικτής εκείνης ημέρας της έφεραν την γνωστήν μας εκείνην απαισίαν επιστολήν της κ. Φέμπικ.
Αυτή ήτο τρομερώτατον πλήγμα δια το πνεύμα της. Ενόμισεν, ότι μέσα εις αυτήν έβλεπε την βεβαίωσιν των λόγων της κ. Μπιρτών. Υπέθεσεν ότι ο σύζυγός της ήτο σύμφωνος με τους εχθρούς της, και ότι αυτή ίσως ματαίως εθυσιάσθη και εθυσίασε και το τέκνον της Κλαίρης, χάριν ανθρώπου χωρίς πίστιν και στερημένου από κάθε τιμιότητα.
Όλην την νύκτα επεριπατούσε σκυθρωπή και συλλογισμένη. Δεν έκλαιε πλέον. Πότε πότε παραμιλούσε. Το πρωί βγήκε έξω αλλόφρων χωρίς κανένα να ομιλήση. Κατέβηκε στον κήπον, εφώναξε την Κλάραν και απήτησε να κατασκευασθή εκεί ένας τάφος. Εκείνη κατ' αρχάς αντεστάθη, αλλά άμα είδε ότι η ασθενής ερεθίζετο και υπέφερε περισσότερον, ηναγκάσθη να υποχωρήση· εκάλεσε λοιπόν εργάτας και οικοδόμησαν εκείνον τον τάφον που ξαίρουμε.
Κάθε βράδι άμα φθάση η ώρα που της έφεραν τα γράμμα εκείνο το ολέθριον κατεβαίνει στον κήπο. Θέλει δε να είναι μόνη και επικαλείται την ψυχήν της Κλαίρης Χέριντεν να την μετακαλέση κοντά της! Όταν φθάσουν τα μεσάνυχτα κάμνει ένα γύρο στον κήπον και επιστρέφει στην κλίνην της αδιάφορη σχεδόν για όσα συμβαίνουν γύρο της και πέφτει σε λήθαργον. Η κ. Κλάρα εκάλεσε όλους τους εκεί πλησίον κατοικούντας ιατρούς τον ένα μετά τον άλλον, κανείς όμως δεν κατώρθωσε να την θεραπεύση ως την ώρα, ελπίζουσα ότι ίσως με την παρουσίαν του σερ Έδμον συντελεσθή κανένα θαύμα του έγραψε· καθώς είδαμε, εκείνος έσπευσεν αμέσως. Αλλά όλα μάταια.
Την ιστορίαν αυτήν η κ. Κλάρα, ως που να ξημερώσει, την έκαμε γνωστήν εις τον σερ Έδμον.
Έφριξεν εκείνος και ωρκίσθη εκδίκησιν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ' ΑΚΤΙΝΑ ΕΛΠΙΔΟΣ
Μόλις λοιπόν έφεξεν η ημέρα ανέβηκε στο αμάξι του και τράβηξε για το Έδιμπουργκ. Δεν είχε χτυπήσει ακόμα μεσημέρι, κεκείνος ευρέθηκε στης κ. Μπιρτών.
Είχε συμπόσιον αυτή την ημέραν εκείνην και γύρο στο τραπέζι της λαμπράν ομήγυριν. Διηγείτο λοιπόν εις τους καλεσμένους τα αίσχιστα για την δυστυχή τη Μαλβίνα, και επροκαλούσε τον αποτροπιασμόν των εναντίον της.
Ο Έδμον εμβήκε χωρίς να ειδοποιήση και ευρέθη αίφνης ενώπιον της εκλεκτής εκείνης συναθροίσεως, ωχρός, τρέμων από θυμόν, με την κόμην ανώμαλην και με το βλέμμα άγριον. Η κ. Μπιρτών, που δεν τον επερίμενε καθόλου — τον είχε, βλέπετε, για τας Ινδίας — ωχρίασε και δεν μπόρεσε να κρατήση κραυγήν εκπλήξεως.
Η Φανή μόλις τον είδε ερρίχθηκε στον τράχηλόν του.
— Φίλε μου κ. Έδμον, γιατί δε μου φέρατε λοιπόν τη μαμά μου;
Ο Έδμον πήρε το κοριτσάκι στην αγκαλιά του και το φίλησε.
— Απόψε θα πάμε μαζί στη μαμά, του είπε.
— Δεν πιστεύω τόσο εύκολα. Απήντησε η κ. Μπιρτών με ειρωνείαν.
— Ευκολώτερα, παρά όσο το αρπάξατε εσείς από τα χέρια της συζύγου μου.
Όσοι από την ομήγυριν άκουσαν τον Έδμον να ομιλή έτσι προς την κ. Μπιρτών και να λέγη σύζυγόν του την Μαλβίναν, αντιθέτως προς τα ψέματα που τους είχε αραδιάσει πριν η κ. Μπερτών, εκατάλαβαν τι τρέχει και αλληλοκοιτάχτηκαν με χαμόγελο, περιμένοντες την έκβασιν της υποθέσεως εις βάρος της κυρίας.
Αυτή ευρέθη εις αμηχανίαν και εντρεπομένη λέγει προς τον ανεψιόν της.
— Αυτά τα πράγματα, οικογενειακά και όλως ιδιαίτερα, έχομεν καιρόν να τα συζητήσουμε αργότερα ιδιαιτέρως μεταξύ μας.
— Όχι, όχι! τίποτε ιδιαίτερο, τίποτε ιδιαίτερο δεν έχω μαζί σας. Απ' εναντίας μάλιστα πρέπει όλοι οι ευγενείς εδώ κύριοι να μάθουν το κίβδηλον του χαρακτήρος σας και τη μαυρίλα που βασιλεύει στην δολίαν ψυχήν σας. Λυπούμαι μάλιστα που δεν είναι εδώ παρών όλος ο καλός κόσμος του Έδιμπουργκ, για να ακούσουν τον καημό μου, να ενωτισθούν τας καταχθονίους πράξεις σας και να σας εκτιμήσουν όπως σας αρμόζει.
— Τι είν' αυτά Έδμον! παιδί μου! είπεν η κ. Μπιρτών με πρόσωπον πανιασμένο ως το σουδάριον.
— Λοιπόν, κύριοι, η καλή μου θεία εδολιεύθη τον λόρδον Χέριντεν και του απέσπασε διαταγήν ίνα αποσπάση την μικράν αυτήν από την σύζυγόν μου, ειπών εις αυτόν ότι εκείνη ενυμφεύθη έναν αλύτην. Έπειτα παρουσίασε ψευδές χωρισοχάρτι προς την σύζυγόν μου, δήθεν εκ μέρους μου προερχόμενον απαιτούσα, ή να το υπογράψη εκείνη, ή να της στερήση το παιδί αυτό, που ήταν η ζωή της, στερούσα συνάμα η μεγαλόψυχη θεία μου και το παιδί αυτό από την στοργήν εκείνης. Από τον ηθικόν αυτόν κλονισμόν, κύριοι, η δυστυχής σύζυγός μου έχασε το λογικόν της και κείται ήδη θύμα εξαίσιον της ανηκούστου μοχθηρίας της κ. Μπιρτών και των συνεργών της.
— Έδμον, παρεφρόνησες!
— Δεν ετελείωσα ακόμη. Λοιπόν, κύριοι, η κάλλιστη θεία μου με διέβαλεν ακόμη εις την Αγγλικήν κυβέρνησιν, ως επικίνδυνον, και μόλις ως εκ θαύματος εσώθην από τας σκευωρίας της, άλλως αυτήν την στιγμήν θα εταξίδευα άναυλα προς τας Ινδίας, δι' όπου με είχαν προωρισμένην η θεία μου και οι συνεργοί της! Αυτά κύριοι.
Η εκδίκησις του Έδμον ήτο πλήρης. Η κ. Μπιρτών θα προτιμούσε να άνοιγε η γη και να την κατάπινε, παρά να ταπεινωθή έτσι. Καθείς εκ των τιμίων εκείνων ανθρώπων απεμακρύνετο, έκπληκτος για την κίβδηλον υπόληψιν, που είχε κατορθώσει να χαίρη η καταχθόνιος εκείνη γυναίκα.
Ο Έδμον πήρε το παιδί χωρίς να τολμήση να του αντισταθή κανείς και σπεύδει να πάρη μαζί του και τον γνωστόν μας ιατρόν κ. Πότβελ. Στον δρόμον του διηγείται τα κατά την Μαλβίναν. Η άμαξα εν τούτοις τρέχει και φθάνουν στο αγροκήπιον στας δέκα το βράδι. Η κ. Κλάρα βγαίνει να τους προϋπαντήσει.
— Η Μαλβίνα! τι γίνεται; πού είναι;
— Είναι στον κήπο τώρα. Η κατάστασί της . . .
— Αι λοιπόν η κατάστασή της; Η Κλάρα έσεισε περίλυπα το κεφάλι.
— Πάντοτε η ιδία.
— Πάω να την εύρω.
Προχώρησε μέσα στον κήπο. Εκείνη επιστρέφει. Φορεί λευκά. Τα μαλλιά της ξέπλεγα και σκόρπια. Περιπατεί σιγά κιαφηρημένα. Έξαφνα εστάθη, ξυσπάσθηκε από τον κρότον των βημάτων του συζύγου της και επεχείρησε να φύγη.
— Μη φοβάσαι, της λέγει.
— Δεν φοβούμαι. Εδώ όλα είναι ήσυχα. Άλλοτε ήσαν ωραία όλα, εκεί έκοφτα ρόδα προωρισμένα δι' εκείνον, εδώ άκουα τα πουλιά να κελαδούν για την αγάπη μας, παντού ο αέρας ήταν ευχάριστος, διότι με χάιδευε, αφού άγγιζε εκείνον. Τώρα εκείνος . . .
— Αλλά εκείνος είναι εδώ, της λέγει σφίγγων αυτήν επάνω εις το στήθος του . . . Δεν βλέπεις τα ρόδα που ανθούν για σένα; δεν ακούς τα πουλιά που κελαϊδούν για σένα; δεν αισθάνεσαι γλυκόν τον αέρα να πνέη για σένα;
— Τι ωραία λόγια: Έτσι μου μιλούσε εκείνος όταν μαγαπούσε, τώρα μου τον πήραν . . . τώρα νου δεν έχω. Κάποια ξένη μου τον πήρε — αχ πονώ! . . . εδώ, εδώ, εδώ, και έδειχνε διαδοχικώς την καρδιά, το στήθος, το μέτωπο. Αύριο πια πεθαίνω την ώρα που θα μου φέρουν το κακορρίζικο γράμμα της κλέφτρας του καλού μου . . . αχ εκείνη η ξένη! . . τώρα πάει ο νους μου . . .
Και έπεσεν αναίσθητη στην αγκαλιά του.
— Μαλβίνα! Μαλβίνα! εφώναξεν αλλόφρων σφίγγων επί του στήθους του το άψυχον εκείνο σώμα.
Κανείς δεν του αποκρίνεται. Μόνο λαλούν από μακρυά τα νυχτοπούλια.
Μόνος μέσα στη φύση νύχτα με την αγάπη του αναίσθητη στην αγκαλιά του. Και η συνείδησή του τού φωνάζει πως αυτός είναι ο αίτιος του κακού.
— Όχι δεν θα μου φύγης μόνη . . . αν πας στον τάφο ακολουθώ κεγώ κατόπιν σου αμέσως . . .
Εν τούτοις η κ. Κλάρα ανησύχη και διά τον Έδμον ακόμη, του οποίου έβλεπεν ήδη την συντριβήν. Πήρε το γιατρό και κατέβηκαν μαζί στον κήπο.
— Γιατρέ μου τη γυναίκα μου! τη Μαλβίνα μου, σώστε μου την.
— Σπεύσατε να την μεταφέρετε στην κλίνη της, εδώ κάνει κρύο.
Αμέσως ο Έδμον σηκώνεται με το πολύτιμον φορτίον του, και το μεταφέρει επάνω, εις την κλίνην. Τότε ο ιατρός άρχισε να την εξετάζη με πολλήν και ενδελεχή προσοχήν. Νεκρική σιγή επικρατεί καθ' όλην την διάρκειαν της ιατρικής επισκοπήσεως. Ο Έδμον και η κ. Κλάρα κρατούν ως και την αναπνοήν τους, κρέμουνται από τα χείλια του γιατρού.
Όταν ετελείωσε, ο Έδμον ετόλμησε να ερωτήση.
— Γιατρέ μου έχετε ελπίδα να την σώσετε;
— Την ζωήν της ίσως . . . . το λογικόν της όμως . . .
— Ω! γιατρέ μου, μόνον την ζωήν της!
— Ας περιμένομεν. Ποιός ξαίρει: . . .Διατάξετε τώρα ένα ψυχρό λουτρό. Πάντοτε είναι ωφέλιμο. Αύριο δοκιμάζουμε και την μουσική. Τα απαλά αυτά μέσα έχουν επίδρασιν εις τας ψυχικάς ασθενείας.
— Ω αγία ελπίδα! μη μας εγκαταλίπης ποτέ! είπε η κ. Κλάρα.
— Θα την σώσωμεν ναι! ο ιατρός το ελπίζει. Εμπρός κάμετε ότι διατάσσει ο ιατρός, σας βοηθώ κεγώ, πρέπει να σώσωμεν την Μαλβίνα μας, την κυρά μας· όλοι θα βάλουμε τα δυνατά μας να την θεραπεύσωμεν! Ω! Μαλβίνα. Άγγελε των αρετών, εσύ!
Και καθένας από τους οικείους έκλαιε ακούων τον Έδμον και βλέπων την πανάγαθην εκείνην ψυχήν εις τοιαύτην κατάστασιν. Η γριά Τομκίνα η τροφός της, που την έθρεψε με το γάλα της, ο Γέρο - Πέτρος, που την ακολούθησε από τόσο μακρυά, η καλή Κλάρα που είχεν εκτιμήση τας υπερόχους αρετάς της και την αγαπούσεν περισσότερον παρ' όσον την εθαύμαζε. Ακόμη και ο ιατρός Πότβελ, που την εγνώρισεν ως νοσοκόμον· ω την ενάρετη τη Μαλβίνα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΕ'. ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Την άλλη μέρα το βράδι, την ώρα που η Μαλβίνα ετοιμάζετο να καταβή στον κήπο, ο ιατρός εζήτησε να εφαρμόση την διά της μουσικής επέμβασιν. Κάθεται λοιπόν η κ. Κλάρα στο πιάνο κιαρχίζει μια μελωδία του Σοπέν.
Η ασθενής εσκίρτησε. Εγύρισε το κεφάλι, στάθηκε και φαίνεται ότι ακροάζεται με προσοχήν. Η κ. Κλάρα έπαυσε να παίζη. Στρέφει τότε εκείνη, ρίχνει κάτω το κεφάλι και βαδίζει μελαγχολικά.
— Πρέπει να τραγουδήσετε κάτι πολύ γνωστό της, είπε ο γιατρός.
Τότε η Κλάρα εκρύβη πίσω από μια κουρτίνα, έλαβε στα χέρια της την άρπα. Μόλις άρχισε να κρούη, η Μαλβίνα ξαναστάθηκε και αφού έκανε μερικές βαριατσιόνες, αρχινά ένα τραγούδι, που άρεσκε άλλοτε της Μαλβίνας και συχνά στη λύπη της το τραγουδούσε, συνθεμένο και μελουργημένο από την ιδίαν ίσως.
Ενόσω η κ. Κλάρα τραγουδούσε, η Μαλβίνα πρόσεχε στη μελωδία, έβλεπε δώθε κείθε, σαν να ζητούσε την φωνήν από πού ήρχετο.
— Εγώ; Όχι, εγώ δεν ήμουν.
Όλοι επερίμεναν με αγωνία της ασθενείας την κρίσιν. Η Μαλβίνα μετ' ολίγο άρχισε να τραγουδεί το ίδιο, ενώ η κ. Κλάρα την παρακολουθεί με την άρπα.
Τι τραγούδημα ήταν εκείνο; οι άγγελοι δεν μέλπουν γλυκύτερα εμπρός στον θρόνον του Παντάνακτος.
Όλοι την ακούν με ιεράν σιωπήν και με συγκίνησιν. Ο απαλός τόνος της ωραίας φωνής της καταπραΰνει τας ψυχάς των παρόντων. Η Φανή βγαίνει έξαφνα από την κάμαρή της.
— Μητέρα! μητέρα.
— Α! έκαμεν η Μαλβίνα και την άρπαξε στην αγκαλιά της. Εσύ εδώ; . . Δεν σε σκότωσε λοιπόν εκείνη; Αχ! . . αχ! . . . Πόσο με ανακουφίζει η παρουσία σου! . . Η φίλη μου η Κλαίρη δεν θα μερωτήση πλέον τι έκαμα το τέκνον της.
— Αχ μαμάκα μου! Εκείνη η κακή η γυναίκα μου έλεγε πώς δε με θέλεις πλέον, και μέδωκες σεκείνην.
Την εφίλησε πολλές φορές και την άφισε χάμω σιγά σιγά.
Εξακολούθησε τον δρόμον της προς τον κήπον, που είχε διακόψει με την μουσικήν. Ο γιατρός επενέβη τότε.
— Πού πάτε; την ερωτά.
— Πάω ναποθάνω. Τώρα πλέον που ευρέθη η Φανή, η Κλαίρη θα με πάρη κοντά της.
— Πρέπει να μείνετε εδώ, για να προφυλάττετε το τέκνον της.
— Αχ εγώ δεν είμαι πλέον ικανή να το προφυλάξω . . .Μόνον ο Έδμον θα ημπορούσε. . . . αλλά που είναι ο Έδμον; . . . πάει, έφυγε . . . έφυγε πια ο Έδμον.
— Ο Έδμον επέστρεψε . . . ο Έδμον είναι εδώ, σας περιμένει κάτω εις τον κήπον.
— Με περιμένει; . . . εμένα: . . . ο Έδμον; . . . πού; . . .
— Κάτω στον κήπο.
— Μη με γελάτε! . . . μου κάνετε πολύ κακό, αν με γελάτε.
— Όχι, δεν σας γελώ. Πηγαίνετε κάτω να τον ιδήτε.
— Αχ ελάτε πάμε μαζί . . . Όταν πάω μόνη μου δεν τον ευρίσκω.
Ο Έδμον εν τω μεταξύ κατέβηκε στον κήπο. Η Κλάρα και η Φανή τον ακολούθησαν.
— Ναι, ναι. Πάμε μαζί της, λέγει ο κ. Πότβελ. Την εστήριξε στο μπράτσο του και σιγά σιγά κατέβησαν εις τον κήπον.
— Σεις είσθε καλός άνθρωπος, σας θυμούμαι. Κιάλλη μια φορά ήθελε να μαφίση και να φύγη, αλλά εσείς ήρθατε και τον εμποδίσατε.
— Τώρα ομιλεί η ψυχή της· διενοήθη ο ιατρός, εννοεί την ασθένειάν της.
Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη ήχος γλυκύτατος από φλάουτο να διασχίζει της νυκτός την σιωπήν. Τα μάγουλά της ερόδισαν και η καρδιά της άρχισε να πάλλη δυνατά. Έτρεμε ολάκερη.
— Εκείνος είναι! είπε με λαχτάρα στα γιατρό. Έτσι τον άκουσα να παίζη και τότε κι απ' αυτό τον εγνώρισα. Αχ! Έδμον, η μουσική σου μου κάμνει πολύ καλό. Παίζε, παίζε, ως που να βγη σαν πνοή η ψυχή μου.
— Πήγαινε λοιπόν να τον εύρης.
— Φοβούμαι . . . μήπως δεν τον εύρω. . . μήπως δεν είναι εκείνος και τότε . . . ω!
— Μη φοβάσαι. Εκείνος είναι.
Εν τω μεταξύ ο Έδμον επροχώρησε προς αυτήν και η σελήνη της έδειξε τη σιλουέττα του.
— Α, ναι! εκείνος είναι, εκείνος! . . . Και έπεσε στην αγκαλιά του.
— Μη μαφίσης πια, αγάπη μου! . . . Μη χωρισθής δεύτερο από τη Μαλβίνα σου! . . .
Και λιποθύμησε . . .
— Η κρίσις! είπε ταραγμένος ο κ. Πότβελ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΣΤ'. ΑΝΕΠΑΥΘΗ Η ΑΘΩΟΤΗΣ
— Μαλβίνα! εφώναξεν έντρομος ο Έδμον, Μαλβίνα μου! πώς! σε χάνω λοιπόν μόλις σε απήλαυσα!
— Ησυχάσετε, του λέγει ο ιατρός με ταραχήν που ζητούσε να κρύψη, η φύσις έχει ανάγκην αναπαύσεως ύστερα από τόσους κλονισμούς.
Η κατάστασις της ασθενούς ήτο η αυτή καθ' όλην την νύκτα και την άλλην ημέραν.
— Πώς είμεθα ιατρέ, ηρώτησεν ο Έδμον, μόλις εισήλθε ο κ. Πότβελ.
— Μην ομιλείτε τόσο δυνατά, είπεν ο ιατρός αντί πάσης απαντήσεως, ο ελάχιστος θόρυβος βλάπτει, πηγαίνετε πίσω από τα παραπετάσματα διά να μη σας δη, όταν εξυπνήση. Είναι επικίνδυνον. Ο Έδμον υπήκουσε.
Μετ' ολίγον θέρμη διεχύθη εις το πρόσωπον της Μαλβίνας. Εσείσθη ολίγον μέσα στην κλίνη σης προφέρουσα λέξεις τινάς.
— Τελείωσε! εμουρμούρισεν ο γιατρός, η θέρμη! . .
— Τελείωσε! επανέλαβε ο Έδμον μεγαλοφώνως εν απελπισία!
Η Μαλβίνα άνοιξε τα μάτια της.
— Τι ήκουσα! ήταν ο Έδμον; Πού είναι λοιπόν;
Εκείνος ερρίφθη γονατισμένος κοντά στην κλίνη της, επήρεν το ωχρόν χέρι της συζύγου του και το έβρεχε με δάκρυα χωρίς να λέγη τίποτε.
Η Μαλβίνα άμα τον είδε, κατέβαλε προσπάθειαν υστάτην και εκάθησε εις την κλίνην της: Αγκάλιασε το κεφάλι του συζύγου της.
— Με αγαπάς λοιπόν ακόμη! Ο Θεός δεν ηθέλησε ναποθάνω απελπισμένη.
— Ποτέ δεν έπαυσα να σε λατρεύω! Δεν μπορώ να υποφέρω την φρικτήν αυτήν κατηγορίαν.
— Ο σύζυγός σου είναι συκοφαντημένος, είπε η Κλάρα.
— Ενόησα τα πάντα, φίλε μου! . . , ω Έδμον! βάλε το χέρι σου στην καρδιά μου και ζωογόνησέ με . . . για να ημπορώ να σαγαπήσω ακόμη . . . . αισθάνομαι ότι η ζωή με αφίνει . .
Έπεσεν εκ νέου υπτία στο προσκεφάλι της.
— Φέρτε μου τη Φανή! είπε η Μαλβίνα.
Η Κλάρα επήγε και έφερε το κοριτσάκι κοιμισμένο και το έβαλε κοντά της, στο στρώμα της.
— Κοιμάσαι, Φανή; σε λίγο θα κοιμηθώ κεγώ . . . . κέσκυψε και το φίλησε. — Έδμον, στη φροντίδα σου την αφιερώνω. Κλάρα, φρόντισε την ανατροφήν της, αφού σε μένα δεν το επέτρεψε η Πρόνοια.
— Ορκίζομαι, εφώναξεν άπελπις ο Έδμον . . . αλλά, ω άγγελε, πού μαφίνεις εμένα;
Άπλωσε το χέρι της, έπιασε το χέρι του Έδμον.
— Πάγω να σου ετοιμάσω τόπο . . . αγάπη . . μου . . είπε χαμογελώντας του γλυκά. Έκλεισε τα μάτια, άφισε βαθύν στεναγμόν, άνοιξε τα στόμα της καναδυό φορές και . . . εξέπνευσε.
Μόνον όποιος έχασε τον αγαπημένον, μόνον εκείνος γνωρίζει ποία τις είναι η επακολουθούσα οδύνη.
Δεν περιγράφεται· τα ανθρώπινα μέσα δεν επαρκούν.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Η Κλάρα ζη με την Φανήν εις το κτήμα της. Ο Έδμον συντηρεί το κοριτσάκι, αλλά δεν μπορεί να το βλέπει. Δεν θέλει να του περισπά την προσοχήν άλλο από την ανάμνησιν εκείνης.
Ο Έδμον έγινε ως σκιά, η οξύτης του εσβέσθη εις τα δάκρυα, ο έλεγχος του συνειδότος εξήλειψε την κουφότητά του, ο κόσμος του περιορίσθη εντός του τάφου, που εκάλυπτεν εκείνην.
Θα ήτο βεβαίως προτιμότερον να μη αναφέρναμεν πλέον διά την αθλίαν κ. Μπιρτών και την αθλιεστέραν κ. Φέμπικ. Αλλά διά τον περίεργον αναγνώστην εκθέτομεν εν συντόμω το τέλος των. Η κ. Μπιρτών μετά την καταισχύνην την οποίαν υπέστη ενώπιον τόσου εκλεκτού κόσμου από τον ανεψιόν της ετραβήχτηκε στο δωμάτιόν της και έπεσε κλινήρης.
Εκείνην την ίδια βραδιά της ήλθε συγκοπή της καρδίας κεραυνοβόλος και το πρωί την εκήδευσαν.
Η δε κ. Φέμπικ;
Αυτήν ένεκα του αδικαιολογήτου ταξιδίου της εις Λονδίνον όπισθεν του σερ Έδμον Σέυμουρ και του εξ αυτού γεννηθέντος κοσμικού σκανδάλου, μετά το πάθημα της Μαλβίνας, ο σύζυγός της κακήν κακώς την εξεδίωξε.
Επειδή δε αυτή αφ' ενός μεν ήτο συνηθισμένη να ζη βίον ανειμένον και πολυδάπανον, αφ' ετέρου δε δεν υπήρχε πλέον η κ. Μπιρτών να την συγκρατεί και να την συντηρεί, κατήντησε να ζητεί ελεημοσύνην και τέλος απέθανεν αθλίως εις έν νοσοκομείον του Λονδίνου.
Τέλος ο κ. Πρίορ είχε αποσυρθή εις έν καθολικόν μοναστήριον εν Γαλλία.
ΤΕΛΟΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡ. I. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ — ΣΤΑΔΙΟΥ 42 — ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ,,
NoΆδ.Δεμ.
1Χάμσουν Κ. Η βασίλισσα του Σαβά κι' άλλα διηγ.3. —4 50
2Γκέιγερσταμ Γ. Το αγόρι της κυρά-Λένης κι' άλ. διηγ.3. —4.50
3Κίλλαντ Αλ. Η μάχη του Βαρτελώ κι' άλλα διηγ.2.504. —
4Αχ. Γ. Ο Κατατρεγμένος και άλλα διηγήματα2.504. —
5Ίψεν Ερρ. Έντα Γκάμπλερ, δράμα3.505 —
6Φλωμπέρ Γ. Μια απλή καρδιά και άλλα διηγήματα3. —4.50
7Γκωτιέ Θ. Το Κακό Μάτι3. —4.50
8Γκαίτε. Ερμάννος και Δωροθέα, μετάφρ. Κ. Θεοτόκη2.504. —
9Μπγιέρσον Μ. Η Κόρη του Βουνού3. —4.50
10Χάινε Ρ. Λυρικόν Ιντερμέδιο, μετάφρ. Λ. Κουκούλα3.004.50
11Θεοτόκη Κ. Κατάδικος3. —4.50
12Αντρέγιεφ Α. Το Σκοτάδι και άλλα διηγήματα3. —4.50
13Ροΐδη Εμ. Η Πάπισσα Ιωάννα5. —6.50
14Φος Φ. Δύο Ρωμαϊκά Διηγήματα2.504. —
15Ουέλς. Στη Χώρα των Τυφλών κι' άλλα διηγήματα2.504. —
16Βουτυρά Δ. Παππάς Ειδωλολάτρης και άλλα διήγημ.3.505. —
17Όφφμαν Ε. Το Βιολί της Κρεμώνας και άλλα διηγ.2.504. —
18Σολωμού Δ. Ποιήματα3.504.50
19Τολστόι Α. Σονάτα Κρόυτζερ3. —4.50
20Θεοτόκη Κ. Ο Καραβέλας2.504. —
21Σιέγκεβιτς Ερ. Οι Αντίζηλοι2.504. —
22Γκέιγερσταμ Γ. Η Ντόρα3. —4.50
23Κοττέν Μ. Μαλβίνα5. —6.50
24Σαιν - Πιερ Β. Παύλος και Βιργινία2.504.
25Φλαμμαριόν Κ. Η Στέλλα3.505. —
26Αϊχένδορφ I. Από τη ζωή ενός Ακαμάτη2.504. —
27Γκόρκυ Μ. Ο Περαστικός και άλλα διηγήματα2.504. —
28Λουίς Π. Η Αφροδίτη, αρχαία ήθη5. —7. —
29Μπενουά Π. Η Ατλαντίς5. —6.50
30Γκάρσιν Σ. Το κόκκινο λουλούδι και άλλα διηγ.2.504. —
31Χαλιμά τόμ Α'. Η ωραία Σαχραζάτ5. —7. —
32» τόμ Β'. Η ευνοουμένη του Χαλίφη5. —7. —
33» τόμ Γ'. Σεβάχ Θαλασσινός5. —7. —
34» τόμ Δ'. Η Σουλτάνα της Αγάπης5. —7. —
35» τόμ Ε'. Η Πανούργα Δαλιδά5. —7. —
36Χάουφ Γ. Η ζητιάνα της Γέφυρας3.505. —
37Λάστκο Α. Άνθρωποι εν πολέμω3. —4.50
38Ουέλς. Η μηχανή του Χρόνου2.504. —
39Μεριμέ Πρ. Κάρμεν2.504. —
40Μαντές Κ. Η τέχνη της Αγάπης2.504. —
41Δοστογέβσκυ Θ. Ο Αιώνιος Σύζυγος5. —6.50
42Ονέ Τ. Ο ιατρός Ραμώ5. —7. —
43Φρανς Αν. Ο λιγνός Γάτος — Ιοκάστη5. —6.50
44Ντ' Ανούντσιο Γ. Λήδα χωρίς κύκνο και άλλα διηγ.3. —4.50
45Κέλλερμαν Β. Τρελλός;5 — 6.50
46Ντελέντα Γ. Ο Τοκογλύφος και άλλα διηγήματα3. —4.50
47Φρανς Αν. Ο κόκκινος Κρίνος5. —7. —
48Νασρ - εν - Ντιν Χότζας3. —4.50
49Ίψεν Ερρ. Η Αγριόπαπια, δράμα3.505. —
50Ζολά Αιμ. Θηρεσία Ρακέν5. —6.50
51Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Α' «Φαντίνα»6. —7.50
52Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Β' «Τιτίκα»6. —7.50
53Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Γ' Μάριος6. —7.50
54Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Δ Ειδύλλιον και Εποιία6. —7.50
55Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Ε' Γιάννης Αγιάννης6. —7.50
56Κιέζε Φραντζέσκα. Ντα ρίμιν6. —7.50
57Τραυλαντώνη Κρουσταλένια6. —7.50
58Λανδρύ Απομνημονεύματα3. —4.50
59Μπάι Γκάνιος3.505. —
60Δοστογιέφσκη Φ. Έγκλημα και Τιμωρία Τόμος Α5. —6.50
61Δοστογιέφσκη Φ. Έγκλημα και Τιμωρία Τόμος Β5. —6.50
62Δοστογιέφσκη Φ. Έγκλημα και Τιμωρία Τόμος Γ5. —6.50
63Μπαρρές Μ. Ο κήπος της Βερενίκης3. —4.50
* * *
1) Αγγλία, Σκωτία, Ιρλανδία.
2) Σαίξπηρ «Τρικυμία». Απ' τη μετάφραση του Πολυλά.