← Table of contents
Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Πέμπτος

Front matter

Ioannes Kondylakes translation

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinidis

Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been transferred at the end of the book.

The Table of contents is not included in the book. It has been created to help the reader.

A tentative correction in the text has been included within //. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.

Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

Ο πίνακας περιεχομένων δεν υπάρχει στο βιβλίο. Δημιουργήθηκε προς διευκόλυνση του αναγνώστη.

Ένα πιθανό λάθος στο κείμενο περιβάλλεται από δύο καθέτους //. Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ Ιππίας ή περί του λουτρού Μακρόβιοι Ο θάνατος του Περεγρίνου Οι δραπέται Περί του ηλέκτρου ή των κύκνων Περί του οίκου Πατρίδος εγκώμιον Περί των διψάδων Περί ορχήσεως Ευνούχος Βίος του Δημώνακτος Χάρων ή επισκοπούντες

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ ΑΠΑΝΤΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ

ΤΟΜΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

ΑΠΑΝΤΑ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

ΑΠΑΝΤΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ

ΤΟΜΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

ΑΠΑΝΤΑ

ΙΠΠΙΑΣ Ή ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΛΟΥΤΡΟΥ

Εκ των σοφών εκείνοι προ πάντων, κατά την ιδέαν μου, είνε αξιέπαινοι όσοι δεν είπον και δεν έγραψαν μόνον ωραίους λόγους περί των πραγμάτων, αλλά και δι' έργων επραγματοποίησαν τας επαγγελίας των λόγων. Και όταν τις ασθενή δεν θα ζητήση, αν έχη νουν, εκείνους εκ των ιατρών οίτινες δύνανται να ομιλήσουν καλλίτερα περί της επιστήμης των, αλλ' εκείνους οίτινες έχουν εξασκηθή πρακτικώς εις αυτήν. Νομίζω δε ότι και περί μουσικών προκειμένου είνε καλλίτερος από τον δυνάμενον να κρίνη ρυθμούς και αρμονίας εκείνος ο οποίος δύναται και να ψάλλη και να παίζη όργανον. Περιττόν να σου είπω ότι εκ των στρατηγών εκείνοι ευλόγως εθεωρήθησαν ως οι άριστοι, οι οποίοι όχι μόνον ήσαν καλοί εις το να παρατάσσουν τα στρατεύματα και να συμβουλεύουν, αλλά και να πολεμούν επί κεφαλής των στρατευμάτων αυτών και να επιδεικνύουν ατομικήν ανδρείαν. Τοιούτοι δε, ως γνωρίζομεν, εκ μεν των παλαιών υπήρξαν ο Αγαμέμνων και ο Αχιλλεύς, εκ δε των μεταγενεστέρων ο Αλέξανδρος και ο Πύρρος. Αλλά προς τι λέγω ταύτα; Ο σκοπός μου δεν είνε να επιδείξω ιστορικάς γνώσεις, αλλά θέλω να είπω ότι και εκ των μηχανικών πρέπει να θαυμάζωνται εκείνοι οι οποίοι όχι μόνον εις την θεωρίαν διέπρεψαν, αλλά και μνημεία της τέχνης των και έργα αφήκαν εις τας επερχομένας γενεάς. Διά τούτο δε και εκείνοι οι οποίοι μόνον εις τους λόγους είνε δεινοί ορθώς ονομάζονται σοφισταί μάλλον ή σοφοί. Τοιούτος σοφός γνωρίζομεν εκ φήμης ότι υπήρξεν ο Αρχιμήδης και ο Κνίδιος Σώστρατος, εκ των οποίων ο μεν τελευταίος εβοήθησε τον Πτολεμαίον να κυριεύση την Μέμφιν χωρίς πολιορκίαν, αλλά μόνον διότι μετέστρεψε το ρεύμα του Νείλου και διήρεσε τον ποταμόν, ο δε άλλος επυρπόλησε τα πλοία των εχθρών διά της τέχνης του. Και ο Θαλής δε ο Μιλήσιος προ αυτών υπεσχέθη εις τον Κροίσον να περάση τον στρατόν του άβροχον από τον ποταμόν Άλιν και το κατώρθωσε στρέψας εντός μιας νυκτός τον ποταμόν, ώστε να διέρχεται όπισθεν του στρατοπέδου, ενώ δεν ήτο μηχανικός, αλλά σοφός ικανός και να επινοήση και να πείση. Είνε δε πολύ παλαιόν και γνωστόν το παράδειγμα του Επειού, όστις όχι μόνον επενόησε και κατεσκεύασε τον Δούριον ίππον, διά του οποίου οι Αχαιοί εισήλθον εις την Ίλιον, αλλά λέγεται ότι και εισήλθεν εις αυτόν μετά των άλλων. Μεταξύ τούτων είνε δίκαιον να αναφέρεται και ο Ιππίας ούτος ο σύγχρονος ημών, ο οποίος όχι μόνον εις τους λόγους είνε δεινός όσον οιοσδήποτε εκ των προϋπαρξάντων, όχι μόνον εις την αντίληψιν οξύς, αλλά και εις την διατύπωσιν σαφέστατος• τα δε έργα του είνε πολύ καλλίτερα των λόγων. Παν ό,τι ηδύνατο τις να περιμένη εκ της τέχνης του το επραγματοποίησε, ουχί δε επί θεμάτων εις τα οποία άλλοι προ αυτού είχον ευδοκιμήση, αλλ', όπως λέγουν οι γεωμέτραι, επί πάσης δοθείσης ευθείας κατορθώνει να κατασκευάζη ακριβώς το τρίγωνον. Ενώ εκ των άλλων έκαστος περιωρίσθη εις ένα κλάδον της επιστήμης και εις εκείνον μόνον διεκρίθη και όμως διά τούτο θεωρείται σπουδαίος, ο Ιππίας είνε και εις την μηχανικήν και εις την γεωμετρίαν πρώτος, προσέτι δε και εις την αρμονίαν και την μουσικήν διαπρέπει• και τόσον καλώς γνωρίζει εκάστην των τεχνών τούτων, ώστε να νομίζη τις ότι μόνον αυτήν εσπούδασε. Θα είχα δε ανάγκην πολλού χρόνου διά να εκθειάσω την θεωρίαν του περί των ακτίνων και ανακλάσεων και περί των κατόπτρων, προσέτι δε τας εργασίας του εις την αστρονομίαν, εις την οποίαν υπερέβη κατά πολύ όλους τους προγενεστέρους.

Θα περιορισθώ να περιγράψω τα έργα αυτού τα οποία είδα επ' εσχάτων και τα οποία με κατέπληξαν. Πρόκειται δε περί κοινού και γνωστοτάτου πράγματος, περί κατασκευής λουτρού• αλλά και εις την εκτέλεσιν του έργου τούτου του τόσον κοινού έδειξε θαυμαστήν περίνοιαν και ευφυίαν. Το γήπεδον δεν ήτο επίπεδον, αλλά πολύ ανηφορικόν και επικλινές και εκατέρωθεν καθ' υπερβολήν χαμηλόν. Παραλαβών δε αυτό το κατέστησεν ισόπεδον και κατεσκεύασε βάσιν ασφαλεστάτην δι' όλον το έργον του• εξησφάλισε διά θεμελίων την ευστάθειαν των οικοδομημάτων και με αντηρίδας επικλινείς και συνεχομένας προς ασφάλειαν ενίσχυσε το όλον. Η δε οικοδομή όχι μόνον συμμετρίαν ύψους και βάσεως έχει, αλλά και προς τον σκοπόν της έγινε καταλληλοτάτη και υπό έποψιν εσωτερικού φωτισμού τελεία. Ο πυλών είνε υψηλός με κλίμακας πλατείας αίτινες έχουν μικράν κλίσιν, ώστε η ανάβασις να είνε αναπαυτική• εκ τούτου δε εισέρχεταί τις εις κοινόν προθάλαμον αρκετά ευρύν, ο οποίος έχει χώρον ικανόν διά τους υπηρέτας και ακολούθους και ευρίσκεται αριστερά των διαμερισμάτων της πολυτελείας• υπάρχουν δε αποχωρητήρια άνετα και κατάφωτα, λίαν κατάλληλα διά κατάστημα λουτρών. Έπειτα και συνεχόμενον προς αυτά υπάρχει διαμέρισμα περιττόν μεν διά το λουτρόν, αναγκαίον δε προς υποδοχήν των πλουσιωτέρων. Ακολούθως και κατά σειράν εκατέρωθεν ευρίσκονται δωμάτια διά να εκδύωνται οι λουσμένοι και αποθέτουν τα ενδύματά των, και μεταξύ αυτών αίθουσα με υψηλοτάτην οροφήν και φαιδρότατον φωτισμόν, εις την οποίαν υπάρχουν τρεις λουτήρες με ψυχρόν νερόν. Η αίθουσα αύτη είνε στρωμένη με Λακωνικόν μάρμαρον και στολίζεται υπό αγαλμάτων της αρχαίας τέχνης, εξ ων το μεν παριστά την Υγείαν, το δε τον Ασκληπιόν.

Προχωρούντες εισερχόμεθα εις διαμέρισμα ελαφρώς θερμασμένον, όπου μας υποδέχεται θερμότης όχι τόσον υπερβολική ώστε να ενοχλή• και είνε επίμηκες και ωοειδές. Έπειτα δεξιά, υπάρχει αίθουσα λίαν φωτεινή και κατάλληλος διά να τρίβωνται και αλείφωνται με πάσαν άνεσιν οι ερχόμενοι εκ των γυμναστηρίων και έχει εκατέρωθεν εισόδους κοσμουμένας υπό Φρυγίου μαρμάρου. Αλλ' η ωραιοτέρα αίθουσα είνε εκείνη την οποίαν ευρίσκει κατόπιν ο εισερχόμενος, όπου δύναται να στέκεται ή να κάθηται ευχαρίστως και να παραμείνη επί πολύ χωρίς φόβον και να επιδοθή εις εγκυλισμούς ωφελιμωτάτους. Και αυτή αποστίλβει ολόκληρος από Φρύγιον μάρμαρον. Μετ' αυτήν υποδέχεται τον εισερχόμενον ο θερμός διάδρομος, ο οποίος είνε στρωμένος με Νομαδικόν λίθον. Η δε αίθουσα εις την οποίαν εισέρχεταί τις εκ του διαδρόμου τούτου είνε ωραιοτάτη και κατάφωτος και φαίνεται ως να καλύπτη και στολίζη τους τοίχους της πορφύρα. Υπάρχουν και εδώ τρεις κολυμβήθραι με θερμόν ύδωρ. Άμα δε λουσθή τις δύναται να μη επιστρέψη διά των αυτών διαμερισμάτων αλλά διά ταχυτέρας και βαθμιαίας επανόδου εις το ψυχρόν και από διαμέρισμα ελαφρώς θερμαινόμενον και λαμπρώς φωτιζόμενον.

Εκτός τούτου τα ύψη των αιθουσών είνε παντού ανάλογα και τα πλάτη προς τα μήκη σύμμετρα και πανταχού επικρατεί πολλή χάρις και ηδονική ευμάρεια. Κατά τον καλόν Πίνδαρον «Αρχομένου έργου πρόσωπον χρη θέμεν τηλαυγές»• τούτο δε το πρόσωπον δίδει εις έν οικοδόμημα προ πάντων η ευφυής οικονομία του φωτισμού και η καλλή διάταξις των φωταγωγών. Ο δε αληθώς σοφός Ιππίας το μεν διαμέρισμα των ψυχρολουσιών κατεσκεύασε προς το μέρος του βορρά, χωρίς όμως και να το στερήση του μεσημβρινού αέρος, τα δε διαμερίσματα τα οποία έχουν ανάγκην θερμότητος ετοποθέτησε προς τον νότον, τον εύρον και τον ζέφυρον.

Τι δε να είπω μετά τούτο περί των παλαιστρών και των κοινών ιματιοφυλακείων, τα οποία ευρίσκονται εγγύτατα εις το λουτρόν, ούτως ώστε ο μεταβαίνων εξ αυτών διά να λουσθή να μη βραδύνη και εκθέτη την υγείαν του εις κίνδυνον; Ας μη υποθέση δε κανείς ότι διά του λόγου προσπαθώ να αναδείξω έργον μικρόν και κοινόν• διότι όταν εις τα κοινά πράγματα ο τεχνίτης κατορθώνει να επινοή και να προσθέτη νέας καλλονάς, εγώ τουλάχιστον το θεωρώ όχι μικράς σοφίας έργον• τοιούτον δε κατέστησε και ο θαυμάσιος ημών Ιππίας το έργον του, το οποίον έχει πάντα τα προτερήματα του λουτρού, το χρήσιμον, το προσφυές, τον καλόν φωτισμόν, την συμμετρίαν, την προσαρμογήν εις το γήπεδον και την ασφάλειαν της χρήσεως. Εκτός δε τούτου ο αρχιτέκτων έχει προνοήση περί όλων και εφωδίασε το οικοδόμημα με δύο αφοδευτήρια, με θύρας πολλάς και δύο ωρολόγια, εξ ων το μεν λειτουργεί δι' ύδατος και με βοήν σημαίνει τας ώρας, το δε είνε ηλιακόν. Όταν δε ίδη τις ταύτα πρέπει να είνε όχι μόνον ανόητος, αλλά και αχάριστος ή μάλλον φθονερός διά να μη εκφράση τον πρέποντα έπαινον. Διά τούτο και εγώ όσον δύναμαι αντήμειψα διά του λόγου το έργον και τον τεχνίτην και δημιουργόν αυτού. Εάν δε ο θεός δώση ώστε και να λουσθώμεν ποτε εις αυτό, είμαι βέβαιος ότι και πολλοί άλλοι θα του κάμουν τους αυτούς επαίνους.

ΜΑΚΡΟΒΙΟΙ

Κατά παραγγελίαν την οποίαν έλαβα κατ' όναρ, εκλαμπρότατε Κυίντιλλε, σου προσφέρω ως δώρον την περί μακροβίων πραγματείαν μου. Το όνειρον είδα προ πολλού και το διηγήθην προς τους φίλους, όταν έδωκες όνομα εις τον δευτερότοκον υιόν σου• αλλά μη δυνάμενος να εννοήσω ποίους μακροβίους με διέτασσεν ο θεός να σου προσφέρω, περιωρίσθην τότε να ευχηθώ εις τους θεούς να δώσουν την μακροτέραν ζωήν εις σε και τα τέκνα σου• ενόμιζα δε ότι τούτο ήτο συμφέρον εις το ανθρώπινον γένος ολόκληρον, προ πάντων δε εις εμέ και όλους τους οικείους μου• διότι ενόμισα ότι το όνειρον εσήμαινε καλόν και δι' εμέ.

Σκεπτόμενος δε έφθασα εις το συμπέρασμα ότι πρέπον ήτο να διατάξουν οι θεοί άνθρωπον καταγινόμενον εις τα γράμματα να σου προσφέρη κάτι τι σχετικόν με την τέχνην του. Και επειδή νομίζω ότι η ημέρα των γενεθλίων σου είνε η καταλληλοτάτη διά τοιούτον δώρον, σου προσφέρω την ιστορίαν εκείνων οίτινες έφθασαν εις βαθύ γήρας διατηρούντες πλήρη την υγείαν της ψυχής και αρτίας τας σωματικάς δυνάμεις. Ελπίζω δε ότι θα έχης διπλούν όφελος εκ του συγγράμματος τούτου• αφ' ενός μεν θα διατεθής ευθύμως και θα συλλάβης την ευχάριστον ελπίδα ότι και συ δύνασαι να ζήσης επί μακρόν, εξ άλλου δε θα διδαχθής εκ των παραδειγμάτων, από τα οποία προκύπτει ότι εκείνοι έφθασαν εις μακρότατον γήρας με πλήρη υγείαν όσοι επεμελήθησαν και του σώματος και της ψυχής των.

Λοιπόν περί του Νέστορος του σοφωτάτου των Αχαιών ο Όμηρος λέγει ότι έζησεν επί τρεις γενεάς και συγχρόνως μας τον παρουσιάζει τέλεια εξησκημένον κατά τε την ψυχήν και το σώμα. Περί δε του μάντεως Τειρεσίου η τραγωδία μας λέγει ότι έζησε μέχρις έξ γενεών. Και είνε πιθανόν ότι άνθρωπος ως ο Τειρεσίας, αφιερωμένος εις τους θεούς και ζων με αγνότητα βίου, έγινε τόσον μακρόβιος. Όχι δε μόνον άτομα, αλλά και κατ' επαγγέλματα αναφέρονται ότι υπήρξαν μακρόβιοι εξ αιτίας της ζωής την οποίαν έζων, όπως εις την Αίγυπτον οι λεγόμενοι ιερογραμματείς, εκ των Ασσυρίων δε και Αράβων οι εξηγηταί των μύθων, εκ των Ινδών οι λεγόμενοι Βραχμάνες, οίτινες είνε καθ' ολοκληρίαν αφιερωμένοι εις την φιλοσοφίαν, και οι καλούμενοι Μάγοι, οίτινες έχουν το χάρισμα της μαντικής και είνε αφιερωμένοι εις την υπηρεσίαν των θεών, εις την Περσίαν και την Παρθικήν, εις την Βακτριανήν και την Χωρασμίαν, μεταξύ των Αρείων, των Σακών και των Μήδων και άλλων πολλών βαρβάρων. Ούτοι ζουν επί μακρόν και διατηρούνται υγιείς, διότι διά να εξασκούν την μαγείαν πρέπει να διαιτώνται και αυτοί με σωφροσύνην και εγκράτειαν. Υπάρχουν δε και έθνη όλα μακροβιώτατα, όπως οι Σήρες, περί των οποίων λέγεται ότι ζουν μέχρι τριακοσίων ετών• και άλλοι μεν αποδίδουν την μακροβιότητα ταύτην εις τον αέρα, άλλοι δε εις την φύσιν του εδάφους και άλλοι εις τον τρόπον κατά τον οποίον ο λαός ούτος ζη• λέγεται δε ότι όλοι οι Σήρες πίνουν μόνον νερόν. Και οι Αθώτες λέγεται ότι ζουν μέχρις εκατόν τριάκοντα ετών, και οι Χαλδαίοι υπερβαίνουν τα εκατόν. Οι τελευταίοι ούτοι μεταχειρίζονται ως τροφήν και κρίθινον άρτον, τον οποίον θεωρούν συντελεστικόν εις την οξύτητα της οράσεως• λέγεται δε ότι ένεκα της διαίτης ταύτης έχουν και τας άλλας αισθήσεις περισσότερον από τους άλλους ανθρώπους ισχυράς.

Αυτά περί των μακροβίων κατά επαγγέλματα και έθνη, των οποίων η μακροβιότης αποδίδεται υπό άλλων μεν εις το κλίμα, υπό άλλων δε εις τον τρόπον του ζην και παρ' άλλων εις αμφότερα. Αλλ' εγώ ελπίζω να σου δώσω ευκολώτερα την ελπίδα της μακροβιότητος αν διά παραδειγμάτων σου παραστήσω ότι εις όλην την γην και εις όλα τα κλίματα έγιναν μακρόβιοι όσοι επεδίδοντο εις τας πρεπούσας ασκήσεις και εις την καταλληλοτέραν προς διατήρησιν της υγείας δίαιταν. Θα τους κατατάξω δε κατ' επαγγέλματα και πρώτους θα αναφέρω τους ηγεμόνας και στρατηγούς, εις αυτούς δε θα καταλέξω και εκείνον τον οποίον ανήγαγε σεπτή τύχη εις το ανώτατον αξίωμα του μεγάλου και θειοτάτου αυτοκράτορος προς ευτυχίαν της οικουμένης, ήτις υπακούει εις τους νόμους του. Ούτω δε και συ έχων υπ' όψει τους μακροβίους τούτους, οίτινες είνε της αυτής τάξεως και διάγουν τον αυτόν βίον με σε, ευκολώτερον θα ελπίσης γήρας υγιές και μακρόν και συγχρόνως θα παρακινηθής να εξασφαλίσης εις εαυτόν διά της διαίτης μακράν ζωήν και τελείαν υγείαν.

Ο Πομπίλιος Νουμάς, ο ευτυχέστερος των βασιλέων της Ρώμης και ο περισσότερον ασχοληθείς εις την λατρείαν των θεών, αναφέρεται ότι έζησεν υπέρ τα ογδοήκοντα έτη. Ο δε Σέρβιος Τούλλιος, βασιλεύς και ούτος των Ρωμαίων, έζησεν επίσης υπέρ τα ογδοήκοντα έτη, κατά την ιστορίαν. Ο Ταρκύνιος, ο τελευταίος βασιλεύς των Ρωμαίων, εξορισθείς και αποσυρθείς εις την Κύμην, λέγεται ότι έφθασεν υγιέστατος εις τα ενενήκοντα και τα υπερέβη.

Εις τους βασιλείς τούτους της Ρώμης θα προσθέσω και τους λοιπούς βασιλείς, οίτινες έφθασαν εις βαθύ γήρας, και έπειτα τους άλλους κατ' επαγγέλματα. Εν τέλει θα αναφέρω και τους λοιπούς Ρωμαίους οίτινες υπήρξαν μακρόβιοι, θα προσθέσω δε και εκείνους οίτινες εις την λοιπήν Ιταλίαν έζησαν επί μακρόν. Και η μαρτυρία της ιστορίας είνε ο καλλίτερος έλεγχος διά τα λεγόμενα παρ' εκείνων οίτινες συκοφαντούν το κλίμα της χώρας ταύτης, ούτω δε και ημείς δυνάμεθα βασιμώτερον να ελπίσωμεν ότι θα πραγματοποιηθούν αι ευχαί μας και θα ζήση ακόμη επί μακρόν και ευτυχής ο κύριος πάσης της γης και της θαλάσσης, όστις εις ηλικίαν προχωρημένην ανήλθεν εις τον θρόνον. {1}

Λοιπόν ο Αργανθώνιος, ο βασιλεύς των Ταρτησσίων, λέγεται ότι έζησεν εκατόν πεντήκοντα έτη, όπως ο Ηρόδοτος ο ιστορικός και ο ποιητής Ανακρέων αναφέρουν• {2} αλλά τούτο θεωρείται παρά τινων μύθος. Ο Αγαθοκλής δε, ο τύραννος της Σικελίας, απέθανεν εις ηλικίαν ενενήκοντα ετών, όπως ο Δημοχάρης και ο Τίμαιος διηγούνται. Επίσης ο Ιέρων, ο τύραννος των Συρακουσίων, έγινεν ενενήκοντα ετών και απέθανεν από νόσημα, αφού εβασίλευσεν επί εβδομήκοντα έτη, καθώς ο Δημήτριος ο Καλλατιανός και άλλοι λέγουν. Ο Ατέας, ο βασιλεύς των Σκυθών, έπεσε μαχόμενος κατά του Φιλίππου παρά τον Ίστρον εις ηλικίαν ενενήκοντα ετών. Ο δε Βάρδυλις, ο βασιλεύς των Ιλλυριών, λέγεται ότι εμάχετο έφιππος, κατά τον εναντίον του Φιλίππου πόλεμον, εις ηλικίαν ενενήκοντα ετών. Ο Τήρης, ο βασιλεύς των Οδρυσών, καθ' ά λέγει ο Θεόπομπος, απέθανεν εις ηλικίαν ενενήκοντα δύο ετών. Ο δε Αντίγονος, ο μονόφθαλμος υιός του Φιλίππου, βασιλεύς των Μακεδόνων, μαχόμενος εις την Φρυγίαν εναντίον του Σελεύκου και του Λυσιμάχου, έπεσε πλήρης τραυμάτων, εξ ων απέθανεν εις ηλικίαν ογδοήκοντα και ενός ετών, όπως ιστορεί ο εκστρατεύσας μετ' αυτού Ιερώνυμος. Και ο Λυσίμαχος δε ο βασιλεύς των Μακεδόνων εφονεύθη εις την εναντίον του Σελεύκου μάχην ογδοηκοντούτης και αυτός, όπως διηγείται ο ίδιος ο Ιερώνυμος. Ο δε Αντίγονος ο υιός του Δημητρίου και εγγονός του Αντιγόνου του Μονοφθάλμου εβασίλευσεν επί τεσσαράκοντα έτη εις την Μακεδονίαν, έζησε δε ογδοήκοντα, όπως αναφέρει ο Μήδιος και άλλοι συγγραφείς. Ομοίως ο Αντίπατρος του Ιολάου, ο οποίος είχε μεγίστην επιρροήν και πολλών Μακεδόνων βασιλέων υπήρξεν επίτροπος, έζησεν υπέρ τα ογδοήκοντα έτη. Ο δε Πτολεμαίος ο Λάγου, βασιλεύς της Αιγύπτου και εκ των ευτυχεστέρων ηγεμόνων της εποχής του, έζησεν ογδοήκοντα τέσσαρα έτη, και δύο έτη πριν αποθάνη παρέδωκε την βασιλείαν εις τον υιόν του Πτολεμαίον τον επονομαζόμενον Φιλάδελφον, όστις μόνος εκ των αδελφών εκληρονόμησε την πατρικήν βασιλείαν.

Ο Φιλέταιρος, καίτοι ευνούχος, ίδρυσε πρώτος την βασιλείαν της Περγάμου και την κατείχε μέχρι τέλους του βίου του, απέθανε δε ογδοηκοντούτης. Ο Άτταλος ο επονομασθείς Φιλάδελφος, ο οποίος υπήρξεν επίσης βασιλεύς της Περγάμου και προς τον οποίον μετέβη ο Σκηπίων ο στρατηγός των Ρωμαίων, απέθανεν εις ηλικίαν ογδοήκοντα δύο ετών. Ο Μιθριδάτης ο βασιλεύς του Πόντου, ο επιλεγόμενος Κτίστης και καταδιωχθείς υπό Αντιγόνου του Μονοφθάλμου, απέθανεν εις ηλικίαν ογδοήκοντα τεσσάρων ετών, όπως αναφέρουν ο Ιερώνυμος και άλλοι συγγραφείς. Ο Αριαράθης δε ο βασιλεύς των Καππαδοκών έζησεν ογδοήκοντα δύο έτη, ως ο Ιερώνυμος λέγει• θα έζει δε ακόμη περισσότερα ίσως, αν δεν συνελαμβάνετο και ανεσκολοπίζετο κατά την προς τον Περδίκκαν μάχην.

Ο Κύρος ο βασιλεύς των Περσών, ο παλαιότερος, ως φαίνεται εις τους χρονολογικούς πίνακας των Περσών και των Ασσυρίων, προς τους οποίους φαίνεται συμφωνών και ο γράψας περί Αλεξάνδρου Ονηρίκριτος, όταν έγινεν εκατοντούτης εζήτησε να ίδη ένα έκαστον εξ εκείνων οίτινες υπήρξαν φίλοι του. Μαθών δε ότι οι πλείστοι εξ αυτών είχον φονευθή υπό του υιού του Καμβύσου και ότι ο Καμβύσης έλεγεν ότι τους εθανάτωνε κατά διαταγήν του πατρός του, τόσον ελυπήθη διότι του απεδόθησαν η ωμότης και αι παρανομίαι του υιού του, ώστε απέθανεν. Ο δε Αρταξέρξης, ο επονομασθείς Μνήμων και κατά του οποίου ο αδελφός του Κύρος εξεστράτευσε, απέθανεν εκ νοσήματος, ενώ εβασίλευεν εις την Περσίαν, εις ηλικίαν ογδοήκοντα έξ ετών, όπως δε ο Δείνων αναφέρει, ενενήκοντα τεσσάρων.

Αλλος Αρταξέρξης βασιλεύς των Περσών, περί του οποίου ο ιστορικός Ισίδωρος ο Χαρακηνός {3} λέγει ότι εβασίλευσεν επί των ημερών του πατρός του, εδολοφονήθη κατ' εισήγησιν του αδελφού του Γωσίθρου εις ηλικίαν ενενήκοντα και τριών ετών. Ο Σινατρούκης, ο βασιλεύς των Πάρθων, ήτο ήδη ογδοηκοντούτης όταν εκλήθη εκ της χώρας των Σκυθών Σακαυράκων και ανηγορεύθη βασιλεύς• εβασίλευσε δε επτά έτη. Ο δε Τιγράνης ο βασιλεύς των Αρμενίων, κατά του οποίου επολέμησεν ο Λεύκουλος, απέθανεν εκ νοσήματος εις ηλικίαν ογδοήκοντα πέντε ετών. Ο Υσπασίνης, ο βασιλεύς του Χάρακος και των κατά την Ερυθράν θάλασσαν χωρών, απέθανεν επίσης εκ νοσήματος εις ηλικίαν ογδοήκοντα πέντε ετών. Ο δε Τήραιος, ο οποίος εβασίλευσε τρίτος μετά τον Υσπασίνην, απέθανεν εις ηλικίαν ενενήκοντα και δύο ετών εκ νοσήματος. Ο Αρτάβαζος, ο οποίος μετά τον Τήραιον εβασίλευσεν έβδομος, ανήλθεν εις τον θρόνον εις ηλικίαν ογδοήκοντα και έξ ετών, κληθείς εκ της Παρθικής. Και ο Μνασκίρης δε ο βασιλεύς των Πάρθων έζησεν ενενήκοντα έξ έτη.

Επίσης ο Μασσινισσάς ο βασιλεύς των Μαυρουσίων έγινεν ενενήκοντα ετών. Ο δε Άσανδρος, ο υπό του σεπτού αυτοκράτορος από εθνάρχου αναγορευθείς βασιλεύς του Βοσπόρου, εις ηλικίαν ενενήκοντα ετών, διεκρίθη και ως έφιππος και ως πεζός πολεμιστής. Όταν δε είδε τους οπαδούς του ν' αποσκιρτούν προς τον Σκριβώνιον, απέθανεν εξ εκουσίας ασιτίας, αφού έζησεν ενενήκοντα και τρία έτη. Ο δε Γόαισος, περί του οποίου ο Ισίδωρος ο Χαρακηνός λέγει ότι επί των ημερών του εβασίλευεν εις την αρωματοφόρον χώραν των Ομανών {4}, απέθανεν εκ νοσήματος εις ηλικίαν εκατόν δέκα πέντε ετών.

Τους βασιλείς τούτους αναφέρουν ως μακροβίους όσοι προ ημών έγραψαν. Επειδή δε και εκ των φιλοσόφων και των άλλων πεπαιδευμένων, όσοι έζησαν με κάποιαν περί της υγείας των επιμέλειαν, πολλοί έφθασαν εις βαθύ γήρας, θ' αναφέρω και εκ τούτων τους γνωστούς εκ της ιστορίας και θ' αρχίσω εκ των φιλοσόφων. Ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης φθάσας εις ηλικίαν εκατόν τεσσάρων ετών απέθανεν εξ εκουσίας ασιτίας. Ο Ξενόφιλος ο μουσικός, οπαδός της φιλοσοφίας του Πυθαγόρου, έζησεν υπέρ τα εκατόν πέντε έτη εις τας Αθήνας, ως λέγει ο Αριστόξενος. Ο Σόλων δε, ο Θαλής και ο Πιττακός, οίτινες υπήρξαν εκ των επτά λεγομένων σοφών, έζησαν έκαστος εκατόν έτη. Ο Ζήνων ο αρχηγός της Στωικής φιλοσοφίας έζησεν ενενήκοντα οκτώ έτη• μίαν ημέραν δε καθ' ην στιγμήν εισήρχετο εις την συνέλευσιν του λαού και προσκόψας έπεσεν, ανεφώνησε, Γη, τι με καλείς; και επιστρέψας εις την κατοικίαν του έμεινε χωρίς τροφήν και απέθανεν. Ο δε Κλεάνθης ο μαθητής και διάδοχος του Ζήνωνος ήτο ενενήκοντα και εννέα ετών ότε έπαθεν έλκος του χείλους και απελπισθείς απεφάσισε ν' αποθάνη εξ ασιτίας• αλλ' εν τω μεταξύ λαβών επιστολάς οπαδών του, έφαγε διά να δυνηθή να εκτελέση τα παραγγελλόμενα• έπειτα πάλιν παύσας να τρώγη απέθανεν εξ ασιτίας.

Ο Ξενοφάνης ο υιός του Δεξίνου και μαθητής του φυσικού Αρχελάου έγινεν ενενήκοντα και ενός ετών• ο Ξενοκράτης ο μαθητής του Πλάτωνος ογδοήκοντα τεσσάρων• ο Καρνεάδης ο αρχηγός της νεωτέρας Ακαδημίας ογδοήκοντα πέντε• ο Χρύσιππος ογδοήκοντα ενός• ο Διογένης ο Στωικός, ο εκ Σελευκίας του Τίγριος, ογδοήκοντα οκτώ• ο Ποσειδώνιος ο εκ της Συριακής Απαμείας, πολίτης δε της Ρόδου, φιλόσοφος και ιστορικός, ογδοήκοντα τεσσάρων• ο Κριτόλαος ο Περιπατητικός υπέρ τα ογδοήκοντα δύο.

Ο θείος Πλάτων απέθανεν εις ηλικίαν ογδοήκοντα και ενός ετών. Ο Αθηνόδωρος του Σάνδωνος ο Ταρσεύς Στωικός, όστις υπήρξε και διδάσκαλος του σεβαστού και θείου αυτοκράτορος και διά τούτο ούτος κατέστησεν ασύδοτον την πόλιν των Ταρσέων, απέθανεν εις ηλικίαν ογδοήκοντα δύο ετών εις την πατρίδα του, ήτις κατ' έτος του απονέμει τιμάς ως ημιθέου• ο δε Νέστωρ ο Στωικός, ο εκ Ταρσού διδάσκαλος του Καίσαρος Τιβερίου, έζησεν ενενήκοντα δύο έτη• και ο Ξενοφών ο υιός του Γρύλλου έζησεν υπέρ τα ενενήκοντα έτη.

Ούτοι είνε εκ των φιλοσόφων οι περιφημότεροι μακρόβιοι. Από δε τους ιστορικούς ο Κτησίβιος εις ηλικίαν εκατόν είκοσι τεσσάρων ετών απέθανεν εις την σχολήν των Περιπατητικών, όπως αναφέρει εις τα χρονικά του ο Απολλόδωρος. Ο Ιερώνυμος δε, όστις έλαβε μέρος εις πολλούς πολέμους και υπέστη πολλούς κόπους και τραύματα, έζησεν εκατόν τέσσαρα έτη, ως λέγει ο Αγαθαρχίδης εις την εννάτην των Ασιατικών του ιστοριών, όπου θαυμάζει τον Ιερώνυμον διά την αρτιότητα, την οποίαν διετήρει εις τας ανδρικάς του δυνάμεις και όλας του τας αισθήσεις, και την ακμαίαν υγείαν. Ο Ελλάνικος ο Λεσβίος έζησεν ογδοήκοντα πέντε έτη, ομοίως δε και ο Φερεκύδης ο εκ Σύρου. Ο Τίμαιος ο Ταυρομενίτης έγινεν ενενήκοντα έξ ετών. Ο δε Αριστόβουλος ο Κασανδρεύς λέγεται ότι έζησεν υπέρ τα ενενήκοντα έτη, ως δε ο ίδιος αναφέρει εις την αρχήν του συγγράμματός του, εις ηλικίαν ογδοήκοντα τεσσάρων ετών ήρχισε να γράφη την ιστορίαν του. Ο δε Πολύβιος ο υιός του Λυκόρτα ο Μεγαλοπολίτης, επιστρέφων εκ του κτήματός του έφιππος, έπεσεν εκ του ίππου, και εκ τούτου ασθενήσας απέθανεν εις ηλικίαν ογδοήκοντα δύο ετών. Ο Υψικράτης ο Αμισηνός, ο οποίος υπήρξε συγγραφεύς πολλών και διαφόρων, έζησεν ενενήκοντα δύο έτη.

Μεταξύ των ρητόρων ο Γοργίας, τον οποίον τινές αποκαλούν σοφιστήν, έγινεν εκατόν οκτώ ετών απέθανε δε και ούτος στερηθείς εκουσίως τροφής. Λέγεται ότι ερωτηθείς πώς κατώρθωσε να φθάση εις τόσον γήρας και να διατηρή την υγείαν και όλας του τας αισθήσεις, απήντησε• διότι ουδέποτε παρεσύρθην εις τα φαγοπότια των άλλων. Ο Ισοκράτης έγραψεν εις ηλικίαν ενενήκοντα έξ ετών τον πανηγυρικόν του• ήτο δε ενενήκοντα εννέα ετών ότε μαθών ότι οι Αθηναίοι ενικήθησαν υπό του Φιλίππου εις την μάχην της Χαιρωνείας, και λυπηθείς υπερβολικά, είπε τον στίχον του Ευριπίδου•

Σιδώνιόν ποτ' άστυ Κάδμος εκλιπών {5},

τον οποίον προσήρμοζεν εις τον εαυτόν του• προειπών δε ότι η Ελλάς θα υπεδουλούτο, απέθανεν. Ο δε ρήτωρ Απολλόδωρος ο εκ Περγάμου, ο οποίος υπήρξε διδάσκαλος του σεπτού αυτοκράτορος και μετά του Ταρσέως Αθηνοδώρου του φιλοσόφου εξεπαίδευσεν αυτόν, έζησεν, όπως και ο Αθηνόδωρος, ογδοήκοντα έτη. Επίσης ο Ποτάμων, ρήτωρ αρκετά φημισμένος, έγινεν ενενήκοντα ετών. Ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής, καταπιών ράγα σταφυλής, απεπνίγη εις ηλικίαν ενενήκοντα πέντε ετών. Τούτον κατά τα τέλη του βίου του ενήγαγεν ο υιός του Ιοφών εις το δικαστήριον επί γεροντική ανοία. Ο δε Σοφοκλής ανέγνωσε προς τους δικαστάς τον «Οιδίποτα επί Κολωνώ», διά να δείξη με το έργον του τούτο την πνευματικήν του υγείαν• και οι δικασταί αυτόν μεν υπερεθαύμασαν, τον δε υιόν του εχαρακτήρισαν εις την απόφασίν των ως παράφρονα. Ο δε Κρατίνος ο κωμωδιογράφος έζησεν επί ενενήκοντα επτά έτη και περί τα τέλη του βίου του δώσας προς παράστασιν την «Πυτίνην» και επιτυχών απέθανε μετ' ολίγον. Όπως ο Κρατίνος και ο κωμικός Φιλήμων έφθασεν εις ηλικίαν ενενήκοντα επτά ετών. Μίαν δε ημέραν, ενώ ενεπαύετο εις την κλίνην του, είδεν όνον ο οποίος εισήλθεν εις την οικίαν και ήρχισε να τρώγη τα σύκα τα οποία είχον ετοιμασθή δι' αυτόν και κατελήφθη υπό γέλωτος• καλέσας δε τον υπηρέτην του είπε προς αυτόν, και συγχρόνως εγέλα ακράτητον γέλωτα, να δώση εις τον όνον και οίνον, απεπνίγη δε υπό του γέλωτος και απέθανε. Και ο Επίχαρμος ο ποιητής κωμωδιών λέγεται ότι έζησεν επίσης ενενήκοντα και επτά έτη. Ο δε Ανακρέων ο λυρικός ποιητής, έγινεν ογδοήκοντα πέντε ετών και ο Στησίχορος ο επίσης λυρικός ποιητής απέθανεν εις την αυτήν ηλικίαν. Ο δε Σιμωνίδης ο Κείος έζησεν υπέρ τα ενενήκοντα έτη. Εκ των Γραμματικών ο Ερατοσθένης ο υιός του Αγλαού, ο Κυρηναίος, τον οποίον όχι μόνον γραμματικόν αλλά και ποιητήν δύναταί τις να ονομάση και φιλόσοφον και γεωμέτρην, έγινεν ογδοήκοντα και δύο ετών. Περί δε του Λυκούργου του νομοθέτου των Λακεδαιμονίων αναφέρεται ότι έζησεν ογδοήκοντα και πέντε έτη.

Αυτοί είνε οι βασιλείς και οι σοφοί των οποίων ηδυνήθην να συναθροίσω εδώ τα ονόματα και την ηλικίαν• επειδή δε υπεσχέθην να αναφέρω καί τινας εκ των Ρωμαίων και των άλλων κατοίκων της Ιταλίας, οίτινες υπήρξαν μακρόβιοι, επιφιλάττομαι να σου κάμω και περί αυτών λόγον, σεβαστέ Κυίντιλλε, εις άλλην πραγματείαν {6}

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΕΓΡΙΝΟΥ {7}

Ο Λουκιανός προς τον Κρόνιον, ευχόμενος ευτυχίαν. {8}

Ο ταλαίπωρος Περεγρίνος ή, όπως αυτός ηρέσκετο να αυτονομάζεται, ο Πρωτεύς, έπαθεν ακριβώς ό,τι και ο Πρωτεύς του Ομήρου• {9} διότι αφού υπέστη μυρίας μεταμορφώσεις και περιπετείας, χάριν της διαφημίσεως• επ' εσχάτων μετεμορφώθη και εις πυρ• υπό τοσαύτης δοξομανίας κατείχετο. Και εκάη ο λαμπρός εκείνος άνθρωπος όπως ο Εμπεδοκλής, με την διαφοράν μόνον ότι ο μεν Εμπεδοκλής εφρόντισε να πέση κρυφίως εις τον κρατήρα του ηφαιστείου, ο δε ηρωικός Περεγρίνος εξέλεξε την μεγαλειτέραν των Ελληνικών πανηγύρεων και ανάψας όσον το δυνατόν μεγαλειτέραν πυράν, ανέβη εις αυτήν ενώπιον τόσων θεατών, αφού προ ολίγων ημερών είχεν εκφωνήση προς τους Έλληνας λόγον περί του μέλλοντος τολμήματός του. Φαντάζομαι, πόσον θα γελάσης δια την μωρίαν του γέροντος εκείνου και αναμφιβόλως ενώ θα γελάς θ' αναφωνής• τι ηλιθιότης, τι δοξομανία, και άλλα τα οποία συνειθίζομεν να λέγωμεν περί των ανθρώπων αυτού του είδους. Και συ μεν γελάς και λέγεις ταύτα εξ αποστάσεως και χωρίς κίνδυνον. Εγώ όμως τα είπα εκεί παρά την πυράν και προηγουμένως ακόμη ενώπιον πολυαρίθμων ακροατών, εκ των οποίων πολλοί επειράζοντο, διότι εθαύμαζον την παραφροσύνην του γέροντος. Ήσαν δε καί τινες οι οποίοι εγέλων επίσης, αλλά παρ' ολίγον να κατασπαραχτώ υπό των Κυνικών φιλοσόφων, όπως ο Ακταίων υπό των σκύλλων ή ο ανεψιός αυτού ο Πενθεύς υπό των μαινάδων.

Άκουσε τώρα πώς εξετελέσθη το όλον δράμα. Γνωρίζεις τον ποιητήν του, οποίος υπήρξε και ποίας περιπετείας έχει διέλθη εις όλην του την ζωήν, περιπετείας τραγικωτέρας και από εκείνας τας οποίας ανεβίβασαν εις την σκηνήν ο Σοφοκλής και ο Αισχύλος. Λοιπόν όταν έφθασα εις την Ήλιδα και περιεφερόμην εις το γυμναστήριον, ήκουσα κάποιον Κυνικόν να λέγη με φωνήν μεγάλην και βραχνήν τα συνήθη και τετριμμένα περί αρετής και να υβρίζη γενικώς πάντας• έπειτα αι φωνασκίαι του κατέληξαν εις τον Πρωτέα. Θα προσπαθήσω όσον δύναμαι να απομνημονεύσω ακριβώς εκείνα τα οποία έλεγε• συ δε θα τ' αναγνωρίσης ευκόλως, διότι πολλάκις παρέστης εις τας φωνασκίας των.

Ευρέθη, είπεν, άνθρωπος ο οποίος ετόλμησε να είπη κενόδοξον τον Πρωτέα, ω γη, και ήλιε, και ποταμοί, και θάλασσα και προγονικέ θεέ Ηρακλή• τον Πρωτέα, ο οποίος εις την Συρίαν ερρίφθη εις τα δεσμά, ο οποίος εδώρησεν εις την πατρίδα του πέντε χιλιάδας τάλαντα, ο οποίος εξωρίσθη από την πόλιν των Ρωμαίων, τον εκλαμπρότερον του ηλίου, τον δυνάμενον ν' ανταγωνισθή και προς αυτόν τον Ολύμπιον Δία. Αποδίδουν εις κενοδοξίαν το ότι απεφάσισε να απέλθη εκ της ζωής δια πυρός. Μήπως ο Ηρακλής δεν απέθανε κατ' αυτόν τον τρόπον; Μήπως ο Ασκληπιός και ο Διόνυσος δεν εκεραυνοβολήθησαν; Μήπως επ' εσχάτων και ο Εμπεδοκλής δεν ερρίφθη εις τον κρατήρα του ηφαιστείου;

Άμα είπε ταύτα ο Θεαγένης, διότι ούτω ο φωνασκός εκείνος ωνομάζετο, ηρώτησα ένα εκ των παρισταμένων, τι ενόει μ' εκείνα τα οποία έλεγε περί του πυρός και ποίαν σχέσιν έχουν ο Ηρακλής και ο Εμπεδοκλής προς τον Πρωτέα. Εκείνος δε μου απήντησεν ότι μετ' ολίγας ημέρας θ' αναβή εις πυράν ο Πρωτεύς εις την Ολυμπίαν δια ν' αποθάνη. Πώς, είπα, και δια ποίον λόγον; Εκείνος επεχείρησε να μου δώση εξηγήσεις, αλλ' ο Κυνικός εφώναζε τόσον δυνατά, ώστε ήτο αδύνατον ν' ακουσθή άλλος. Εξηκολούθησα λοιπόν να τον ακούω να συσσωρεύη μεγαλαυχίας επί μεγαλαυχιών και υπερβολάς φοβεράς περί του Πρωτέως• διότι προς τον Σινωπέα ή τον διδάσκαλον αυτού Αντισθένην ούτε κατεδέχετο να τον συγκρίνη, αλλ' ουδέ προς αυτόν τον Σωκράτην, μόνον δε τον Δία εκάλει εις συναγωνισμόν. Επί τέλους όμως απεφάσισε ν' αναγνωρίση κάποιαν ισότητα μεταξύ του Πρωτέως και του Διός και ούτω ετελείωσε τον λόγον του. Δύο, είπε, τέλεια δημιουργήματα είδεν ο κόσμος, τον Ολύμπιον Δία και τον Πρωτέα• πλάστης δε και τεχνίτης του μεν πρώτου υπήρξεν ο Φειδίας, του δε δευτέρου η Φύσις• αλλά τώρα το άγαλμα τούτο θα φύγη εις την αθανασίαν, φερόμενον επί του πυρός, και θα καταταχθή μεταξύ των θεών, αφήνον υμάς ορφανούς. Ωμίλει με τόσην σφοδρότητα, ώστε ο ιδρώς του έτρεχε κρουνηδόν• έπειτα ήρχισε να δακρύη γελοιωδέστατα και έσυρε τας τρίχας της κεφαλής του, προσέχων όμως να μη τας έλκη πολύ δυνατά, και επί τέλους τον απεμάκρυναν κλαίοντα τινές εκ των Κυνικών διά να τον παρηγορήσουν.

Ευθύς μετ' αυτόν κατέλαβεν άλλος το βήμα πριν ή διαλυθή το πλήθος και ψυχρανθή η εντύπωσις εκ των λόγων του Θεαγένους. Και κατ' αρχάς εγέλα επί πολύ και εφαίνετο ότι εγέλα με πραγματικήν όρεξιν έπειτα ήρχισεν ως εξής• Αφού ο φαύλος Θεαγένης ετελείωσε τους βδελυρούς αυτού λόγους με τα δάκρυα του Ηρακλείτου, εγώ αντιθέτως θ' αρχίσω με τον γέλωτα του Δημοκρίτου. Και πάλιν εγέλα επί πολύ ούτως ώστε έκαμε και ημάς τους άλλους να τον μιμηθώμεν. Έπειτα σοβαρευθείς, Τι άλλο, είπε, πρέπει να πράξη τις, όταν ακούη λόγους τόσον γελοίους και βλέπη ανθρώπους γέροντας, οι οποίοι χάριν γελοίας δόξης είνε έτοιμοι να κάμουν τούμπες ενώπιον σας; Διά να μάθετε δε τι είνε το άγαλμα το οποίον θα πυρποληθή, ακούσατε να σας το περιγράψω εγώ, όστις εξ αρχής παρηκολούθησα και εγνώρισα τον βίον και τον χαρακτήρα του• έλαβα δε και πληροφορίας τινάς παρά των συμπολιτών του, οίτινες κατ' ανάγκην τον εγνώριζον. Λοιπόν το πλάσμα τούτο και δημιούργημα της φύσεως και του Πολυκλείτου ο κανών, {10} όταν μόλις εισήρχετο εις την ανδρικήν ηλικίαν, συνελήφθη εις την Αρμενίαν μοιχεύων και εδάρη ανηλεώς, επί τέλους δε κατώρθωσε να φύγη διά της στέγης, έχων ραφανίδα βυθισμένην εις τα οπίσθια. {11} Έπειτα διέφθειρε ωραίον νεανίσκον και ηναγκάσθη να πληρώση τρεις χιλιάδας δραχμάς εις τους γονείς του παιδίου, οίτινες ήσαν πτωχοί, διά να μη τον καταγγείλουν εις τον αρμοστήν της Ασίας. Τοιαύτα και παραπλήσια θα ηδυνάμην και άλλα να αναφέρω, αλλά τα παραλείπω, διότι ακόμη ήτο πηλός άπλαστος και δεν είχε δημιουργηθή τέλειον το άγαλμά μας. Αλλ' η διαγωγή του προς τον πατέρα του αξίζει να την ακούσετε, μολονότι όλοι γνωρίζετε και θα ηκούσατε πώς έπνιξε τον γέροντα, μη υποφέρων να τον βλέπη να ζη, αφού ήδη είχεν υπερβή το εξηκοστόν έτος. Έπειτα, επειδή το πράγμα εγνώσθη, κατεδικάσθη μόνος του εις εξορίαν και επλανάτο από χώρας εις χώραν. Τότε δε εμυήθη και εις την θαυμαστήν σοφίαν των Χριστιανών, των οποίων τους ιερείς και διδασκάλους εγνώρισεν εις την Παλαιστίνην… {12} Εντός ολίγου μάλιστα τους υπερέβη γενόμενος προφήτης και αρχηγός και πρόεδρος των συναθροίσεων αυτών και συγκεντρώσας πάσαν εξουσίαν και κύρος εις τας χείρας του. Όχι δε μόνον εξήγει και διεσαφήνιζε τα ιερά των βιβλία, αλλά και πολλά συνέγραφε και οι Χριστιανοί τον εθεώρουν ως θεόν και ως νομοθέτην τον μετεχειρίζοντο και προεστώτα τον ανεγνώριζον. Λατρεύουν δε ακόμη, τον μέγαν {13} εκείνον άνθρωπον, όστις εσταυρώθη εις την Παλαιστίνην, επειδή εισήγαγεν εις τον κόσμον αυτήν την νέαν θρησκείαν. {14} Τότε δε και συνελήφθη ένεκα τούτου ο Πρωτεύς και ερρίφθη εις τας φυλακάς, πράγμα το οποίον του έδωκεν όχι μικρόν κύρος διά το μέλλον και του εχρησίμευσεν εις την αγυρτείαν και την δοξομανίαν, αίτινες ήσαν αι μεγάλαι του αδυναμίαι.

Αφού λοιπόν ερρίφθη εις τας φυλακάς, οι Χριστιανοί θεωρήσαντες το πράγμα ως κοινήν συμφοράν, εκίνησαν πάντα λίθον και κατέβαλαν πάσαν προσπάθειαν διά να τον αρπάσουν. Αλλ' επειδή τούτο ήτο αδύνατον, του παρείχον πάσαν άλλην περιποίησιν με εξαιρετικόν ζήλον και ενδιαφέρον. Από πρωίας έβλεπέ τις να περιμένουν προ της φυλακής γραΐδια, χήραι και ορφανά• οι δε πρόκριτοι των Χριστιανών, δωροδοκούντες τους δεσμοφύλακας, ελάμβανον την άδειαν να εισέρχωνται και να κοιμώνται μετ' αυτού εντός της φυλακής• εκόμιζον δε παντοειδή φαγητά και έλεγον προσευχάς, και ο λαμπρός Περεγρίνος (διότι ούτω ωνομάζετο ακόμη) εθεωρείτο υπ' αυτών ως νέος Σωκράτης. Αλλά και εκ των Ασιατικών πόλεων ήρχοντο αντιπρόσωποι των Χριστιανών διά να φέρουν εράνους και βοηθήματα, να συνηγορήσουν υπέρ του φυλακισμένου και να τον παρηγορήσουν. Είνε δε αξιοθαύμαστος η προθυμία την οποίαν δεικνύουν, όταν κανείς εκ των ομοθρήσκων αυτών πάθη τίποτε τοιούτον• δεν διστάζουν να προβούν εις οιανδήποτε θυσίαν. Λοιπόν και ο Περεγρίνος έλαβε τότε παρ' αυτών πολλά χρήματα διά την πρόφασιν της φυλακίσεως του και έκαμεν όχι μικρόν αποταμίευμα. Διότι οι ταλαίπωροι εκείνοι πιστεύουν ότι θα μείνουν αθάνατοι και ότι θα ζήσουν διά παντός, δι' ο καταφρονούν τον θάνατον και εκουσίως παραδίδονται πολλάκις εις αυτόν. Έπειτα ο πρώτος αυτών νομοθέτης τους έπεισεν ότι είνε αδελφοί πάντες μεταξύ των, άμα προσέλθουν εις την θρησκείαν του και απαρνηθούν τους Ελληνικούς θεούς, τον δε σταυρωμένον εκείνον διδάσκαλόν των προσκυνούν και ακολουθούν κατά τας εντολάς του. Και επειδή επίστευσαν τα τοιαύτα χωρίς να τα πολυεξετάσουν, καταφρονούν τα πάντα και παν ό,τι έχουν το θεωρούν κοινόν. Εάν λοιπόν παρουσιασθή κανείς μεταξύ αυτών απατεών και επιτήδειος άνθρωπος ικανός να τους εκμεταλλευθή, δύναται εντός ολίγου να γίνη πλούσιος εξαπατών τους απλοϊκούς εκείνους ανθρώπους.

Αλλ' ο Περεγρίνος απελύθη υπό του τότε διοικητού της Συρίας, όστις ετίμα την φιλοσοφίαν και ενόησεν ότι ο Κυνικός εκείνος κατείχετο υπό τοιαύτης παραφροσύνης, ώστε ηδύνατο και τον θάνατον να δεχθή διά να διαφημισθή. Έκρινε λοιπόν ότι ούτε τιμωρίας ήτο άξιος και τον αφήκεν ελεύθερον.

Ο δε Περεγρίνος επανελθών εις την πατρίδα του, εύρεν εξηρεθισμένους ακόμη τους συμπολίτας του διά τον φόνον του πατρός του και πολλούς τους διατεθειμένους να ανακινήσουν την εναντίον του κατηγορίαν. Είχον δε κατά την απουσίαν του διαρπαγή τα πλείστα εκ των πατρικών του κτημάτων και μόνον οι αγροί υπελείποντο, οι οποίοι είχον αξίαν δεκαπέντε περίπου ταλάντων• διότι η όλη περιουσία, την οποίαν ο γέρων αφήκεν, θα ήτο έως τριάκοντα ταλάντων και όχι, όπως ο γελοιωδέστατος εκείνος Θεαγένης έλεγε, πέντε χιλιάδων. Και αν επωλείτο όλη η πόλις των Παριανών{15} ομού με πέντε από τας γειτονικάς, με τους ανθρώπους, τα ζώα και όλα τα περιεχόμενα, δεν θα προήρχετο εκ της πωλήσεως τοιούτον ποσόν. Αλλ' η κατηγορία και το έγκλημα ήσαν θερμά ακόμη και ήτο προφανές ότι δεν θα διέφευγε την καταμήνυσιν. Ο λαός μάλιστα δεν απέκρυπτε την αγανάκτησίν του. Ήτο κρίμα, έλεγον, να χαθή κατ' αυτόν τον ασεβή τρόπον γέρων τόσον αγαθός. Ιδού δε τι επενόησεν ο σοφός ούτος Πρωτεύς διά ν' αντιμετωπίση πάντα ταύτα και πώς διέφυγε τον κίνδυνον. Εμφανισθείς εις την συνέλευσιν των Παριανών (είχε δε ήδη αφήση μακράν κόμην, εφόρει μανδύαν ρυπαρόν και είχε κρεμασμένην εις τον ώμον του πήραν, εκράτει ράβδον και εν γένει είχε παρασκευάση θεατρικήν την φιλοσοφικήν του εμφάνισιν), τοιουτοτρόπως εμφανισθείς εις τους συμπολίτας του, εδήλωσεν ότι παρεχώρει την περιουσίαν, την οποίαν ο μακαρίτης πατήρ του αφήκεν εις αυτόν, να γίνη όλη δημοσία. Άμα ήκουσε τούτο ο λαός, ο οποίος απετελείτο από ανθρώπους πτωχούς και χάσκοντας διά βοηθήματα, ήρχισε να φωνάζη ότι είνε φιλόσοφος, ότι είνε φιλόπατρις και να τον ανακηρύττη οπαδόν του Διογένους και του Κράτητος. Των δε εχθρών του το στόμα εκλείσθη• και αν κανείς επεχείρει να αναφέρη τον φόνον, θα ελιθοβολείτο αμέσως.

Μετά τούτο επανέλαβε τον πλάνητα βίον, έχων ως στήριγμα και πόρον τους Χριστιανούς, υπό των οποίων παρακολουθούμενος είχεν όλα τα προς το ζην άφθονα. Επί τινα δε καιρόν ετρέφετο κατ' αυτόν τον τρόπον• αλλ' έπειτα έκαμε και προς εκείνους κάποιαν απιστίαν (νομίζω ότι τον είδον να τρώγη κάτι εξ εκείνων τα οποία θεωρούν απηγορευμένα), και επειδή έπαυσαν να τον βοηθούν και περιήλθεν εις ένδειαν, ενόμισεν ότι έπρεπε να ζητήση να του αποδοθούν τα πατρικά του κτήματα• επέδωκε λοιπόν αναφοράν και εζήτει παρά του αυτοκράτορος να διατάξη την απόδοσιν. Αλλ' επειδή και η πόλις ενήργησε δι' αντιπροσώπων της προς τον αυτοκράτορα, η αίτησις του Περεγρίνου έμεινεν άνευ αποτελέσματος και ο αυτοκράτωρ διέταξε να μένουν τα κτήματα εις την πόλιν, αφού εκείνος τα εδώρισε χωρίς κανείς να τον εξαναγκάση.

Τότε ανεχώρησεν εις τρίτον ταξείδιον και μετέβη εις την Αίγυπτον πλησίον του Αγαθοβούλου• εκεί δε κατέγινεν εις την θαυμαστήν άσκησιν την οποίαν έκτοτε επιδεικνύει. Εξύριζε το ήμισυ της κεφαλής του, ήλειφε με λάσπην το πρόσωπόν του και ενώπιον πλήθους παρισταμένων ώρθωνε το αιδοίον του. Ήτο δε η επίδειξις αύτη μία εξ εκείνων τας οποίας οι Κυνικοί καλούν αδιαφόρους. Έπειτα εκτύπα και εκτυπάτο διά νάρθηκος {16} εις τα οπίσθια και άλλα πολλά τοιαύτα ασκητικά θαύματα επεδείκνυεν. Ούτω παρεσκευασμένος μετέβη από την Αίγυπτον εις την Ιταλίαν• άμα δε εξήλθεν από το πλοίον ήρχισε να υβρίζη τους πάντας και αυτόν τον αυτοκράτορα, καθότι εγνώριζεν ότι είνε πραότατος και ημερώτατος και η τόλμη του δεν θα είχε συνεπείας. Ο αυτοκράτωρ, ως ήτο επόμενον, ολίγον επειράζετο από τας βλασφημίας και δεν εθεώρει πρέπον να τιμωρήση διά λόγους άνθρωπον παρουσιαζόμενον ως φιλόσοφον και μάλιστα έχοντα ως έργον τας ύβρεις. Εκ τούτων δε ηύξανεν η φήμη του Περεγρίνου• μεταξύ μάλιστα των απλοϊκών ανθρώπων εθαυμάζετο η παραφροσύνη του, έως ου ο διευθύνων την αστυνομίαν της πόλεως, άνθρωπος συνετός, τον απέπεμψε διότι είχεν υπερβή τα όρια εις την κατάχρησιν της ανοχής, και του είπεν ότι η πόλις δεν είχεν ανάγκην τοιούτου φιλοσόφου. Αλλά και τούτο ακόμη συνετέλεσεν εις την φήμην του και εφέρετο εις όλων τα στόματα ως φιλόσοφος• εξορισθείς διά το θάρρος και την μεγάλην ελευθερίαν της γνώμης του. Τον συνέκρινον δε κατά τούτο προς τον Μουσώνιον, τον Δίωνα και τον Επίκτητον και τους άλλους όσοι υπέστησαν παρομοίαν καταδίωξιν διά την ανεξαρτησίαν του φρονήματος των.

Επιστρέψας ούτω εις την Ελλάδα, άλλοτε μεν ύβριζε τους Ηλείους, άλλοτε δε παρεκίνει τους Έλληνας να επαναστατήσουν κατά των Ρωμαίων και άλλοτε άνθρωπον εξέχοντα διά την παιδείαν και τα αξιώματα, {17} όστις πολλάς ευεργεσίας έκαμεν εις την Ελλάδα και νερόν διωχέτευσεν εις την Ολυμπίαν και έπαυσαν οι πανηγυρισταί να φλέγωνται υπό της δίψης, κατηγόρει ως εκθηλύναντα τους Έλληνας, διότι έπρεπε ν' αφήση τους θεατάς των Ολυμπιακών αγώνων να εγκαρτερούν εις την δίψαν και μάλιστα ν' αποθνήσκουν πολλοί εξ αυτών εκ κακών νοσημάτων, τα οποία πριν ένεκα της ξηρότητος του τόπου επεκράτουν πολυπληθή• και ενώ έλεγε ταύτα έπινεν από το νερόν εκείνο. Και επειδή πάντες ώρμησαν εναντίον του, ενώ έλεγε ταύτα, και παρ' ολίγον να τον λιθοβολήσουν, επρόλαβε και κατέφυγεν εις τον ναόν του Διός. Ούτω εσώθη τότε• την δε επομένην Ολυμπιάδα απήγγειλλε προς τους Έλληνας λόγον, τον οποίον είχε συνθέση κατά τα προηγηθέντα τέσσαρα έτη, και έπλεκε το εγκώμιον εκείνου όστις είχε φέρη το νερόν εις την Ολυμπίαν, συγχρόνως δε απελογείτο διά την τότε φυγήν του.

Αλλά τώρα ουδείς προσείχε πλέον εις αυτόν και δεν ήτο όπως πριν περίβλεπτος, διότι όλαι του αι επιδείξεις ήσαν παλαιαί και γνωσταί και δεν ηδύνατο να επινοήση τίποτε νέον διά να προξενήση κατάπληξιν και να προκαλέση εκ νέου την κοινήν προσοχήν και τον θαυμασμόν, πράγματα προς τα οποία έτρεφεν εξαρχής μέγαν έρωτα. Διά τούτο απεφάσισε το τελευταίον τούτο τόλμημα της πυράς και διέδωκε μεταξύ των Ελλήνων από της προηγουμένης Ολυμπιάδος ότι κατά την επομένην θα εκαίετο. Τώρα δε εκτελεί αυτήν του την επαγγελίαν και σκάπτει λάκκον, συγκομίζει ξύλα και υπόσχεται ότι θα δείξη θάρρος έκτακτον. Νομίζω όμως ότι καρτερικώτερον θα ήτο να περιμένη τον θάνατον και να μη δραπετεύση εκ της ζωής. Αλλ' αν ωρισμένως απεφάσισε ν' αποθάνη, έπρεπεν όχι διά του πυρός και κατά τοιούτον θεατρικόν τρόπον ν' απέλθη εκ της ζωής, αλλά να εκλέξη άλλον τινά εκ των μυρίων τρόπων του θανάτου.

Εάν δε πάλιν προτιμά το πυρ διά να μιμηθή τον Ηρακλήν, διατί δεν πηγαίνει να καή αθορύβως επάνω εις όρος δασώδες και μόνος, παραλαμβάνων ένα, τον Θεαγέτην τούτον, λόγου χάριν, ως Φιλοκτήτην; Αντί τούτου όμως εξέλεξε την Ολυμπίαν κατά την ακμήν της πανηγύρεως και σχεδόν επί σκηνής θα καή, μολονότι είνε άξιος να το πάθη, μα τον Ηρακλέα, διότι αυτή είνε η ποινή η αρμόζουσα εις τους πατροκτόνους και τους αθέους. Αλλά τότε εβράδυνε πολύ, διότι έπρεπε προ πολλού να έχη ριφθή εις τον ταύρον του Φαλάριδος και τιμωρηθή ούτω κατ' αξίαν, όχι δε άμα ανοίξη το στόμα του εις την φλόγα ν' αποθάνη. Διότι, ως παρά πολλών ήκουσα, δεν υπάρχει θάνατος ταχύτερος από τον διά πυρός• αρκεί ν' ανοίξη ο καιόμενος το στόμα του και αποθνήσκει παρευθύς.

Ο Πρωτεύς φαντάζεται ίσως ότι θα είναι επιβλητικόν το θέαμα ανθρώπου καιομένου εις τόπον ιερόν, όπου ουδέ να θάπτωνται επιτρέπεται όσοι αποθνήσκουν με φυσικόν θάνατον. Γνωρίζετε, υποθέτω, την ιστορίαν εκείνου όστις πάλαι ποτέ, θέλων να γίνη ένδοξος και μη δυνάμενος κατ' άλλον τρόπον να το επιτύχη, επυρπόλησε τον ναόν της Εφεσίας Αρτέμιδος. Παρόμοιόν τι εσκέφθη και αυτός τώρα. Τόση φιλοδοξία τον κατατρώγει.

Αλλά διατείνεται ότι πράττει τούτο χάριν των ανθρώπων, διά να τους διδάξη να καταφρονούν τον θάνατον και να εγκαρτερούν εις τα δεινοπαθήματα. Εγώ όμως θέλω να ερωτήσω όχι εκείνον, αλλά σας, αν και οι κακούργοι θα ηθέλατε να διδαχθούν παρ' αυτού την καρτερίαν ταύτην, να περιφρονούν τον θάνατον, το πυρ και άλλα τοιαύτα βασανιστήρια. Είμαι βέβαιος όμως ότι δεν θα ηθέλατε. Πώς λοιπόν ο Πρωτεύς θα δυνηθή να κάμη αυτήν την διάκρισιν, ούτως ώστε να ωφελήση τους χρηστούς ανθρώπους διά του παραδείγματός του, να μη κάμη δε τους κακούς τολμηρότερους και πλέον επιρρεπείς εις τους κινδύνους; Ας υποθέσωμεν εν τοσούτω ότι θα έχη ως θεατάς μόνον εξ εκείνων εις τους οποίους το παράδειγμα θα είνε ωφέλιμον• αλλά και πάλιν θα σας ερωτήσω• θα ηθέλατε να μιμηθούν τα τέκνα σας τοιούτον παράδειγμα; Βεβαίως όχι. Αλλά προς τι ερωτώ τούτο, αφού ουδ' εκ των μαθητών του κανείς θα τον εμιμείτο; Μάλιστα δύναται κανείς να κατακρίνη τον Θεαγένην τούτον ότι, ενώ κατά τα άλλα μιμείται με ζήλον τον διδάσκαλον, δεν τον ακολουθεί και δεν τον συνοδεύει απερχόμενον, ως λέγει, προς τον Ηρακλέα και δεν ρίπτεται με την κεφαλήν εις την πυράν, διά να γίνη ούτω εντός ολίγου πανευδαίμων. Δεν αρκεί ότι τον μιμείται εις την πήραν, την βακτηρίαν και τον ρυπαρόν μανδύαν• αυτά είναι εύκολα και ακίνδυνα και δυνατά εις όλους• το σπουδαίον είναι να τον μιμηθή εις τα σοβαρά και τα σπουδαία και τα δύσκολα και αφού ανάψη πυράν από κλάδους συκής, όσον το δυνατόν χλωρούς, να πέση επ' αυτής και να πνιγή εις τον καπνόν. Διότι αυτός ο θάνατος δεν είναι μόνον του Ηρακλέους και του Ασκληπιού, αλλά και των ιεροσύλων και των φονέων, τους οποίους συχνά βλέπομεν να καταδικάζωνται εις τοιούτον θάνατον. Ο δε διά καπνού θάνατος, είνε και προτιμότερος, διότι είνε ο ιδιαιτέρως αρμόζων εις υμάς τους Κυνικούς. Ο Ηρακλής άλλως τε, και αν είναι αληθές ότι απέθανε κατ' αυτόν τον τρόπον, το έπραξε διότι κατείχετο υπό νόσου και, ως η τραγωδία λέγει, το αίμα του Κενταύρου τον κατέκαιεν. Αλλ' ο Πρωτεύς διά ποίαν αιτίαν ρίπτεται εις το πυρ; Ίσως διά να δώση το παράδειγμα της καρτερίας, όπως οι Βραχμάνες• διότι προς αυτούς τον παρωμοίασεν ο Θεαγένης, ως να μη είναι δυνατόν και μεταξύ των Ινδών να υπάρχουν κενόδοξοι και μωροί άνθρωποι.

Αλλ' ουδ' εκείνους μιμείται, διότι εκείνοι δεν ρίπτονται εις το πυρ, όπως λέγει ο Ονησίκριτος ο ναύαρχος του Αλεξάνδρου, ο οποίος είδε τον Ινδόν Κάλανον να καίεται• αλλ' αφού ετοιμάσωσι την πυράν, μένουν πλησίον του πυρός ακίνητοι και επί τινα ώραν περιψήνονται• έπειτα ανεβαίνουν εις την πυράν με την αυτήν αταραξίαν και κατακλινόμενοι καίονται χωρίς να κάμουν την ελαχίστην κίνησιν πόνου ή φόβου. Αυτός δε τι τάχα μέγα θα πράξη διότι θα ριφθή εις την πυράν και θ' αποθάνη αμέσως αποπνιγόμενος υπό των φλογών; Ίσως μάλιστα και ελπίζει ν' αναπηδήση και διαφύγη ημίκαυστος, εκτός εάν, ως λέγουν, γίνη βαθεία και εντός λάκκου η πυρά. Υπάρχουν δε και οι λέγοντες ότι μετεμελήθη και διηγείται ότι του παρουσιάσθη κατ' όναρ ο Ζευς και απηγόρευσε να μιανθή ο ιερός χώρος. Αλλ' εγώ δύναμαι να ορκισθώ ότι ουδείς εκ των θεών θα δυσαρεστηθή εάν ο Περεγρίνος αποθάνη με κακόν θάνατον. Αλλά και αν θέλη, δεν του είνε πλέον εύκολον να υποχωρήση• διότι οι Κυνικοί μαθηταί του τον παρορμούν και τον ωθούν προς την πυράν και τον ενθαρρύνουν και δεν του επιτρέπουν ν' αποδειλιάση• εάν δε συμπαρασύρη εις την πυράν και δύο εξ αυτών, τούτο θα είνε η μόνη του καλή και ωραία πράξις.

Ήκουσα ότι ούτε Πρωτεύς δεν θέλει να λέγεται πλέον, αλλά μετωνομάσθη Φοίνιξ, καθότι και το ινδικόν πτηνόν το οποίον ονομάζεται Φοίνιξ, λέγεται ότι, άμα φθάση εις βαθύ γήρας, αναβαίνει εις πυράν και καίεται. Εκτός τούτου διαδίδει διαφόρους φήμας και αναφέρει χρησμούς τινας παλαιούς κατά τους οποίους μετά θάνατον πρέπει να γίνη πνεύμα της νυκτός, θεός νυκτοφύλαξ. Και είνε φανερόν ότι επιθυμεί να του εγείρουν βωμούς και ελπίζει να του στήσουν χρυσούν ανδριάντα. Δεν είνε δε παράδοξον, μα τον Δία, να ευρεθούν μεταξύ των πολλών ανοήτων τινές οι οποίοι να βεβαιώσουν ότι εθεραπεύθησαν παρ' αυτού από τεταρταίους πυρετούς και ότι τον συνήντησαν εν καιρώ νυκτός ως θεόν νυκτοφύλακα. Οι δε φαύλοι ούτοι μαθηταί του δεν αμφιβάλλω ότι σχεδιάζουν να ιδρύσουν μαντείον και άδυτον εις τον τόπον της πυράς {18} διότι και ο Πρωτεύς ο υιός του Διός, ο κατά το όνομα προπάτωρ του σημερινού, προέλεγε το μέλλον. Προβλέπω δε ότι εντός ολίγου θα έχωμεν και ιερείς αυτού του νέου θεού, οίτινες θα μαστιγούνται, θα καυτηριάζωνται και άλλας τοιαύτας τερατουργίας θα πράττουν εις ανάμνησίν του• ίσως μάλιστα ιδρύσουν και νυκτερινήν τινα τελετήν και λαμπαδηφορίαν εις ανάμνησιν της ολοκαυτώσεώς του. Ο Θεαγένης, ως κάποιος φίλος μου ανήγγειλε, έλεγε προ ολίγων ημερών ότι υπάρχει και χρησμός ο οποίος προείπε ταύτα• και ο φίλος μου απεμνημόνευσε και μου επανέλαβε τον χρησμόν, ο οποίος είνε ο εξής•

Αλλ' οπόταν Πρωτεύς Κυνικών όχ άριστος απάντων, Ζηνός εριγδούπου τέμενος, κατά πυρ ανακαύσας, Ες φλόγα πηδήσας, έλθη ες μακρόν Όλυμπον, Δη τότε πάντας υμάς, οι αρούρης καρπόν έδουσι, Νυκτιπόλον τιμάν κέλομαι ήρωα μέγιστον, Σύνθρονον Ηφαίστω και Ηρακλήι άνακτι. {19}

Και αυτά μεν ήκουσεν ο Θεαγένης, ως λέγει, από την Σίβυλλαν. Εγώ δε θα αναφέρω ένα χρησμόν του Βάκιδος περί των αυτών πραγμάτων. Ο Βάκις πολύ ορθά προείπε τα εξής•

Αλλ' οπόταν Κυνικός πολυώνυμος ες φλόγα πολλήν Πηδήση δόξης υπ' εριννύι θυμόν ορινθείς, Δη τότε τους άλλους κυναλώπεκας, οί οι έπονται, Μιμείσθαι χρη πότμον αποιχομένοιο λύκοιο. Ός δε κε δειλός εών, φεύγη μένος Ηφαίστοιο, Λάεσσι βαλέειν τάχα πάντας Αχαιούς, Ως μη ψυχρός εών, θερμηγορέειν επιχειρή, Χρυσώ σαξάμενος πήρην μάλα πολλά δανείζων, Εν καλαίς Πάτραισιν έχων τρις πέντε τάλαντα. {20}

Τι φρονείτε λοιπόν; Σας φαίνεται χειρότερος από την Σίβυλλαν χρησμολόγος ο Βάκις; Ώστε καιρός να εκλέξωσιν οι θαυμάσιοι ούτοι μαθηταί του Πρωτέως το μέρος εις το οποίον θα εξατμισθούν• διότι ούτω λέγουν την καύσιν. Αφού είπε ταύτα ο ρήτωρ εκείνος, όλοι οι παριστάμενοι ανεβόησαν• Να καούν τώρα αμέσως, είνε άξιοι να καούν. Και ο μεν ρήτωρ κατέβη γελών από του βήματος, «τον Νέστορα δε Θεαγένην ουκ έλαθεν ιαχή»• {21} αλλ' άμα ήκουσε την βοήν, έτρεξε και αναβάς εις το βήμα ήρχισε να κραυγάζη και να λέγη μυρία κακά περί του προλαλήσαντος, διότι δεν γνωρίζω το όνομα του λαμπρού εκείνου ανθρώπου. Εγώ τον αφήκα να ξελαρυγγίζεται και μετέβην να ίδω τους αθλητάς• διότι ελέγετο ότι οι Ελλανοδίκαι είχον ήδη έλθη εις το πλέθριον. {22}

Και ταύτα μεν συνέβησαν εις την Ήλιδα. Όταν δε έφθασα εις την Ολυμπίαν, ο οπισθόδομος {23} ήτο πλήρης από τους κατηγορούντας τον Πρωτέα ή επαινούντας την πρόθεσίν του, ούτως ώστε και εις συμπλοκήν έφθασαν πολλοί εξ αυτών, έως ου ενεφανίσθη αυτός ο Πρωτεύς συνοδευόμενος από μεγάλου πλήθους, μετά τον αγώνα των κηρύκων, και ωμίλησε περί του εαυτού του, και διηγήθη τον βίον του και τους κινδύνους τους οποίους διέτρεξε και όσα υπέφερε χάριν της φιλοσοφίας. Ωμίλησε δε επί πολύ, αλλ' εγώ ολίγα ήκουσα μη δυνηθείς να πλησιάσω ένεκα του πλήθους των παρισταμένων. Έπειτα φοβηθείς να μη συντριβώ εις τόσον συνωστισμόν, όπως είδα πολλούς άλλους να το πάθουν, απεμακρύνθην, αφήσας τον μελλοθάνατον σοφιστήν ν' απαγγέλλη τον επιτάφιόν του. Μόνον τούτο τον ήκουσα να λέγη, ότι ήθελε να επιθέση χρυσούν στέφανον εις τον χρυσούν βίον του• διότι έπρεπεν ο ζήσας όπως ο Ηρακλής και ν' αποθάνη όπως ο Ηρακλής και ν' αναμιχθή με τον αιθέρα. Θέλω δε, είπε, και να ωφελήσω τους ανθρώπους, δεικνύων εις αυτούς πώς πρέπει να περιφρονούν τον θάνατον, και νομίζω ότι πρέπει όλοι οι άνθρωποι να μου χρησιμεύσουν ως Φιλοκτήται. Εκ των ακροατών οι μεν ανοητότεροι εδάκρυον και εφώναζαν• Χάριν των Ελλήνων πρέπει να μείνης εις την ζωήν, δεν θέλομεν ν' αποθάνης. Οι δε ανδρικώτεροι εκραύγαζαν• Να εκτελέσης την απόφασίν σου. Τούτο ετάραξεν όχι ολίγον τον γέροντα, όστις ήλπιζεν ότι όλοι θα ήσαν υπέρ αυτού και δεν θα τον άφηναν να καή, αλλά και παρά την θέλησίν του θα τον ηνάγκαζαν να ζήση. Αλλ' εκείνη η κραυγή, να εκτελέση την απόφασίν του, ήτο πολύ απροσδόκητος και τον έκαμε να ωχριάση ακόμη περισσότερον, καίτοι είχεν ήδη το χρώμα νεκρού και μάλιστα έτρεμεν ολίγον, ώστε έπαυσε να ομιλή.

Εγώ δε, ως βέβαια συμπεραίνεις, εγέλων διότι ούτε άξιος οίκτου μου εφαίνετο ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος υπερέβη με την γελοίαν ματαιοδοξίαν του όλους τους κενοδόξους. Τον συνώδευον εν τοσούτω πολλοί και η φιλοδοξία του ικανοποιείτο, ενώ παρετήρει το πλήθος των θαυμαστών του, χωρίς να σκέπτεται ο άθλιος ότι και εκείνοι οίτινες οδηγούνται εις τον σταυρόν ή σύρονται υπό του δημίου ακολουθούνται υπό πολύ περισσοτέρων.

Τέλος πάντων οι Ολυμπιακοί αγώνες ετελείωσαν και ήτον η ωραιοτέρα εορτή των Ολυμπίων εκείνη εξ όσων είδα εγώ, ο οποίος τετράκις έως τώρα παρέστην εις τα Ολύμπια. Επειδή δε ήτο δύσκολον να εύρη τις άμαξαν, καθ' ότι πολλοί συγχρόνως ανεχώρουν, καθυστέρησα χωρίς να το θέλω. Ο δε Πρωτεύς, ο οποίος πάντοτε ανέβαλλε την εκτέλεσιν της αποφάσεώς του, απεφάσισεν επί τέλους να δώση το θέαμα της καύσεώς του εν καιρώ νυκτός.

Είς εκ των φίλων μου ήλθε και με παρέλαβε κατά το μεσονύκτιον και διηυθύνθημεν προς την Αρπίνην, όπου ήτον η πυρά. Το μέρος δε τούτο απέχει της Ολυμπίας περί τα είκοσι στάδια και ευρίσκεται προς ανατολάς, κατά το μέρος του ιπποδρόμου. Δεν εβραδύναμεν να φθάσωμεν και ευρήκαμεν πυράν ετοιμασμένην εις λάκκον βάθους μιας οργυιάς περίπου. Ήσαν δε τα ξύλα τα οποία έμελλον ν' αναφθούν δαδιά κατά το πλείστον αναμεμιγμένα με φρύγανα διά ν' ανάψουν ταχύτερα. Και όταν η σελήνη ανέτειλε (διότι έπρεπε και εκείνη να ίδη το ωραίον εκείνο θέαμα), ο Πρωτεύς παρουσιάσθη με τον συνήθη του ιματισμόν και μετ' αυτού οι επιφανέστεροι των Κυνικών• μεταξύ δε αυτών, η εκ Πατρών Κυνική εξοχότης, ο Θεαγένης, ο οποίος εκράτει δάδα και έπαιζε το πρόσωπον δευτεραγωνιστού. Δάδα εκράτει και ο Πρωτεύς. Κατέφθασαν και άλλοι εκ διαφόρων μερών και ήναψαν την πυράν, η οποία ευθύς ανέδωκε μεγάλην φλόγα, διότι, ως είπα, απετελείτο από δαδιά και φρύγανα• εκείνος δε, και τώρα σε παρακαλώ να συγκεντρώσης όλην σου την προσοχήν, απέθεσε την πήραν, τον μανδύαν και το Ηράκλειον ρόπαλον το οποίον εκράτει και έμεινε μόνον με υποκάμισον φοβερά ρυπαρόν. Έπειτα εζήτησε λιβανωτόν διά να το ρίψη εις την πυράν. Κάποιος του έδωκε και αφού το έρριψεν εις το πυρ εστράφη προς μεσημβρίαν—και τούτο δε το κίνημά του ήτο σχετικόν προς την κωμωδίαν—και είπε• «Πνεύματα μητρικά και πατρικά, δεχθήτε με εις τους κόλπους σας με αγάπην». Έπειτα επήδησεν εις την πυράν και δεν εφάνη πλέον, διότι αι φλόγες ήσαν μεγάλαι και αμέσως τον περιεκάλυψαν.

Και πάλιν σε φαντάζομαι, αγαπητέ Κρόνιε, να γελάς διά το τέλος του δράματος. Εγώ δε όταν τον ήκουσα να επικαλήται τα μητρικά πνεύματα δεν παρεξενεύθην πολύ. Αλλ' όταν επεκαλέσθη και τα πατρικά, δεν ηδυνήθην να κρατήσω τον γέλωτα, ενθυμηθείς τα λεχθέντα περί του φόνου του πατρός του. Οι δε Κυνικοί οι οποίοι είχον περικυκλώση την πυράν δεν εδάκρυον, αλλά μόνον διά της σιωπής εξέφραζον κάποιαν λύπην και παρετήρουν εις την πυράν, έως ου εγώ αποκαμών να βλέπω την κωμωδίαν εκείνην είπα• «Είμεθα ανόητοι να καθήμεθα εδώ και να βλέπωμεν θέαμα όχι ευχάριστον, ένα γέροντα ψηνόμενον, και να γεμίζωμεν τους πνεύμονάς μας με οσμήν δυσάρεστον. Ή περιμένετε να έλθη κανείς ζωγράφος να μας ζωγραφίση, όπως εξεικονίζουν τους μαθητάς του Σωκράτους εις το δεσμωτήριον;» Οι Κυνικοί εθύμωσαν και ήρχισαν να με υβρίζουν, τινές δε και ύψωσαν τας βακτηρίας των. Αλλ' επειδή ηπείλησα ότι θα ήρπαζα μερικούς εξ αυτών να τους ρίψω εις την πυράν, διά ν' ακολουθήσουν τον διδάσκαλόν των, εσιώπησαν και ησύχασαν.

Εγώ δε επιστρέφων έκαμνα διαφόρους σκέψεις περί του πάθους της φιλοδοξίας και συνεπέραινα ότι το πάθος τούτο είνε εκ των ισχυροτάτων και εκ των μάλλον ακαταγωνίστων, όχι πλέον δι' ανθρώπους οποίος ο Περεγρίνος, όστις και κατά τα άλλα υπήρξε παράφρων και έζησε βίον αλλόκοτον και άξιον να τελειώση εις την πυράν, αλλά και δι' ανθρώπους οίτινες θεωρούνται λίαν εξαιρετικοί. Καθ' οδόν συνήντησα πολλούς, οίτινες μετέβαινον να ίδουν και αυτοί την ολοκαύτωσιν, διότι ενόμιζον ότι θα τον προφθάσουν ζωντανόν. Πράγματι δε την προηγουμένην ημέραν είχε διαδοθή, ότι, αφού θα προσηύχετο προς τον ανατέλλοντα ήλιον— όπως, λέγεται, κάμνουν οι Βραχμάνες—θα ερρίπτετο εις την πυράν. Απέτρεπα λοιπόν τους περισσοτέρους εξ αυτών, λέγων ότι η θυσία είχε τελειώση, εκτός εάν ήσαν περίεργοι να ίδουν και μόνον το μέρος ή να προφθάσουν υπόλειμμα του πυρός. Αλλ' ευρήκα τον διάβολόν μου, φίλε μου, διότι ήμουν ηναγκασμένος να διηγούμαι εις όλους και ν' ακούω τας ερωτήσεις ανθρώπων οίτινες ήθελον να μάθουν πάσαν λεπτομέρειαν. Όταν λοιπόν έβλεπα κανένα έξυπνον του διηγούμην απλώς, όπως προς σε, όσα συνέβησαν• διά δε τους ηλιθίους και τους χαζούς έπλαττα μύθους, έλεγα λόγου χάριν εις αυτούς ότι άμα ήναψαν την πυράν και ερρίφθη εις αυτήν ο Πρωτεύς, έγινε πρώτον μέγας σεισμός και ήλθεν εκ των εγκάτων της γης βοή μεγάλη, έπειτα εκ του μέσου των φλογών επέταξε γυψ και διηυθύνθη προς τον ουρανόν, φωνάζων με ανθρωπίνην φωνήν• «Αφήκα την γην και αναβαίνω εις τον Όλυμπον». Οι ακούοντες κατελαμβάνοντο υπό φόβου και τρέμοντες εψιθύριζον προσευχάς, με ηρώτων δε ποίαν διεύθυνσιν ηκολούθησεν ο γυψ, προς ανατολάς ή προς δυσμάς, και εγώ εις απάντησιν έλεγα ό,τι μου επήρχετο εις την κεφαλήν.

Όταν δε επέστρεψα εις την Ολυμπίαν, συνήντησα ένα ηλικιωμένον άνθρωπον, ο οποίος εφαίνετο σοβαρός και αξιόπιστος εκ του ήθους και της γενειάδος του, και τον ήκουσα να διηγήται περί του Πρωτέως ότι, αφού εκάη, τον είδε με λευκόν ένδυμα και ότι προ ολίγου τον αφήκε περιπατούντα εις την επτάφωνον στοάν {24}, γελαστόν και φέροντα επί κεφαλής στέφανον από κότινον. Κατόπιν ανέφερε και τον γύπα ορκιζόμενος ότι τον είδε με τα μάτια του να πετάξη εκ της πυράς, δηλαδή τον γύπα τον οποίον εγώ προ ολίγου είχα πετάξη διά να τον βλέπουν οι ηλίθιοι.

Δύνασαι τώρα να φανταστής ποία θαύματα θα επακολουθήσουν ότι θα φάνουν μέλισσαι εις τον τόπον της πυράς και τέττιγες και κορώναι και αλλά τοιαύτα, όπως εις τον τάφον του Ησιόδου. Δεν αμφιβάλλω δε ότι και οι Ηλείοι και οι άλλοι Έλληνες, προς τους οποίους, ως λέγεται, έγραψε, θα του εγείρουν εντός ολίγου ανδριάντας. Ήκουσα τωόντι ότι έστειλεν επιστολάς προς όλας σχεδόν τας μεγάλας πόλεις, διά των οποίων διεβίβασε προς αυτάς τας τελευταίας του θελήσεις, ομού με διαφόρους παραινέσεις και κανόνας ηθικούς και πολιτικούς. Το έργον δε τούτο ανέθηκεν είς τινας εκ των μαθητών του, τους οποίους ωνόμασε νεκραγγέλλους και ταχυδρόμους του Άδου. Τοιούτον υπήρξε το τέλος του ταλαιπώρου Πρωτέως, ο οποίος εν βραχυολογία ουδέποτε εφρόντισε διά την αλήθειαν, παν ό,τι δε είπε και έπραξε πάντοτε απέβλεπεν εις την διαφήμισιν και τον θαυμασμόν του πλήθους, τόσον ώστε και εις το πυρ ερρίφθη, χωρίς να υπολογίση ότι δεν ήτο δυνατόν ν' απολαύση την δόξαν. Αφού θ' απέθνησκε δεν θα ηδύνατο ν' ακούη τους επαίνους. Πριν τελειώσω θα σου διηγηθώ κάτι τι ακόμη, διά να έχης να γελάς επί πολύ. Γνωρίζεις προ πολλού όσα συνέβησαν όταν εταξείδευσα με αυτόν από την Τρωάδα—διότι σου τα διηγήθηκα τότε αμέσως, κατά τον εκ Συρίας ερχομόν μου—και την άλλην καλοπέρασίν του εις το ταξείδι και τον ωραίον έφηβον, τον οποίον προσηλύτισεν εις τον κυνισμόν, διά να έχη και αυτός τον Αλκιβιάδην του, και πώς ετρόμαξεν, όταν μίαν νύκτα εις το μέσον του Αιγαίου εμαύρισεν ο ουρανός και έγινε φοβερά τρικυμία, και έκλαιε μετά των γυναικών αυτός ο θαυμαζόμενος και θεωρούμενος ως περιφρονών τον θάνατον. Αλλά και ολίγον προ του θανάτου του, προ εννέα περίπου ημερών, επειδή, νομίζω, έφαγε περισσότερον του δέοντος, κατελήφθη την νύκτα υπό εμέτων και σφοδροτάτου πυρετού. Αυτά μου διηγήθη ο ιατρός Αλέξανδρος, ο οποίος εκλήθη να τον εξετάση• μου είπε δε ότι τον εύρε να κυλίεται κατά γης, να βασανίζεται υπό πυρετού ανυποφόρου και να ζητή επιμόνως ψυχρόν ύδωρ• ο ιατρός όμως δεν του έδιδεν, αλλά του είπεν ότι, αν εξάπαντος επεθύμει ν' αποθάνη, ο θάνατος είχεν έλθη προς αυτόν μόνος του και δεν είχε παρά να τον ακολουθήση, χωρίς να φροντίζη περί πυράς. Ο Πρωτεύς όμως του απήντησεν ότι τοιούτος θάνατος δεν θα είχεν αξίαν, αφού θα ήτο όπως ο θάνατος όλων των άλλων και επομένως άδοξος. Αυτά μου είπεν ο Αλέξανδρος• αλλά και εγώ αυτός τον είδα προ ολίγων ημερών να έχη αλείψη με φάρμακον τον οφθαλμόν του, όστις εδάκρυζεν εκ της δριμύτητος του ιατρικού. Ως βλέπεις, ενόμιζε, φαίνεται, ότι ο Αιακός δεν υποδέχεται καλώς εις τον Άδην τους πάσχοντας τους οφθαλμούς και μη βλέποντας καλά. Έπραξε δηλαδή όμοιον προς άνθρωπον μέλλοντα να σταυρωθή, ο οποίος φροντίζει να θεραπεύση μικράν πάθησιν του δακτύλου του. Τι νομίζεις ότι θα έπραττεν ο Δημόκριτος εάν έβλεπε ταύτα; Θα ηδύνατο να γελάση όσον ήτο άξιος ο Πρωτεύς; Αλλά τόσος γέλως φαίνεται και της ευθυμίας του Δημοκρίτου ανώτερος. Γέλα εν τοσούτω και συ, φίλε μου, και μάλιστα όταν ακούσης τους άλλους να τον θαυμάζουν.

ΟΙ ΔΡΑΠΕΤΑΙ

Απόλλων, Ζευς, Φιλοσοφία, Ηρακλής, Ερμής, Άνθρωποι, Κύριος, Ορφεύς, Φυγάδες, Φιλοξενών.

ΑΠΟΛΛΩΝ. Αληθεύουν τα λεγόμενα, πατέρα, ότι κάποιος γέρων ερρίφθη εις το πυρ και εκάη απέναντι του ναού σου εις την Ολυμπίαν; Ο άνθρωπος αυτός, ως λέγεται, ήτο πολύ επιτήδειος εις το να κάνη διάφορα πράγματα τα οποία να προκαλούν την προσοχήν και τον θαυμασμόν. Το γεγονός μας διηγήθη η Σελήνη, η οποία, ως μας είπε, τον είδε να καίεται.

ΖΕΥΣ. Είνε πολύ αληθές δυστυχώς και είθε να μη συνέβαινε.

ΑΠΟΛ. Τόσω καλός ήτον αυτός ο γέρων και τόσον άδικον ήτο ν' αποθάνη εις την πυράν;

ΖΕΥΣ. Ίσως και τούτο, αλλ' εγώ ενθυμούμαι ότι τότε κατελήφθην υπό φοβεράς αηδίας, ένεκα της δυσοσμίας την οποίαν έφερε μέχρις εμού ο καπνός των ψηνομένων ανθρωπίνων σαρκών και αν δεν έφευγα αμέσως διά την Αραβίαν, φοβούμαι ότι θα μ' έπνιγεν ο βρωμερός εκείνος καπνός• και όταν ευρέθηκα μέσα εις τόσην ευωδίαν και τόσα αρώματα και αφθόνους αναθυμιάσεις λιβανωτού, μετά δυσκολίας η όσφρησίς μου απέβαλε το δυσάρεστον εκείνο αίσθημα. Τώρα δε ακόμη και μόνον η ανάμνησίς της με ανακατόνει.

ΑΠΟΛ. Και διά ποίον λόγον, ω Ζευ, ο άνθρωπος εκείνος απέθανε κατ' αυτόν τον τρόπον; Ή τι καλόν ήλπιζε διά να πέση εις το πυρ και απανθρακωθή;

ΖΕΥΣ. Την αυτήν ανοησίαν δεν έκαμε προηγουμένως και ο Εμπεδοκλής, ο οποίος επίσης ερίφθη εντός του ηφαιστείου εις την Σικελίαν;

ΑΠΟΛ. Αλλ' εκείνος έπασχεν από παραφροσύνην• ο περί ου ο λόγος όμως ποίαν αιτίαν είχε διά να επιθυμήση τοιούτον θάνατον;

ΖΕΥΣ. Θα σου ειπώ τι είπεν ο ίδιος όταν απελογήθη διά τον θάνατόν του προς τους συνηθροισμένους εις την Ολυμπίαν. Αν ενθυμούμαι καλά, είπε… Αλλά ποιά είνε αυτή που έρχεται με σπουδήν, ταραγμένη και δακρύουσα, η οποία φαίνεται ως να έχη πάθη μέγα αδίκημα; Αλλά την αναγνωρίζω• είνε η Φιλοσοφία• την ακούω που επικαλείται το όνομά μου και παραπονείται. Διατί, κόρη μου, κλαίεις; Και διατί αφήκες τον κόσμον και ήλθες εδώ; μήπως οι αμαθείς άνθρωποι πάλιν σ' επεβουλεύθησαν, όπως άλλοτε, όταν εφόνευσαν τον κατηγορηθέντα υπό του Ανύτου Σωκράτην, και διά τούτο δεν θέλεις να ζης πλέον μεταξύ αυτών;

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Τίποτε τοιούτον, πατέρα• εκείνοι, ο πολύς λαός δηλαδή, μ' ετίμων πολύ, μ' εσέβοντο και μ' εθαύμαζαν και σχεδόν μ' επροσκύνουν, μολονότι δεν πολυενόουν τους λόγους μου. Οι άλλοι όμως, πώς να τους είπω; οι λέγοντες ότι είνε σχετικοί και φίλοι μου, οι οποίοι φέρουν το όνομά μου, αυτοί με κακομετεχειρίσθησαν κατά τον χειρότερον τρόπον.

ΖΕΥΣ. Οι φιλόσοφοι σ' εκακοποίησαν;

ΦΙΛΟΣ. Όχι, πατέρα• και αυτοί εκακοποιήθησαν μαζή μου.

ΖΕΥΣ. Ποίοι λοιπόν σ' επείραξαν, αφού ούτε τον λαόν, ούτε τους φιλοσόφους κατηγορείς;

ΦΙΛΟΣ. Υπάρχουν τινές, ω Ζευ, μεταξύ του λαού και των φιλοσοφούντων, οι οποίοι κατά την ενδυμασίαν, το βλέμμα και το βάδισμα είνε όμοιοι προς ημάς• αξιούν δε ότι είνε οπαδοί μου, φέρουν ως τίτλον το όνομά μου και λέγουν ότι είνε μαθηταί και σύντροφοι και θιασώται μου. Ο βίος όμως αυτών είνε φαυλότατος, γεμάτος από αμάθειαν, θράσος και ασέλγειαν, πράγμα το οποίον αποτελεί όχι μικράν ύβριν εναντίον μου. Εξ αιτίας αυτών, πατέρα, έφυγα από τον κόσμον.

ΖΕΥΣ. Τα παράπονά σου είνε σοβαρά, κόρη μου. Αλλά εις τι προ πάντων σ' επείραξαν;

ΦΙΛ. θα ίδης αν είνε μικρά όσα μου έχουν κάμη. Ενθυμείσαι ότι βλέπων τον κόσμον πλήρη αδικίας και παρανομίας, διότι επλεόναζεν η αμάθεια και η κακουργία και τον συνετάρασσαν, ελυπήθης τους ανθρώπους τους πλανωμένους εις την άγνοιαν και με απέστειλες με την παραγγελίαν να φροντίσω ώστε να παύσουν ν' αδικούν ο είς τον άλλον, να βιαιοπραγούν και να ζουν όπως τα θηρία, να στραφούν δε προς την αλήθειαν και ν' αρχίσουν να συζούν ειρηνικώτερα. Μου είπες δε τα εξής. Τι πράττουν οι άνθρωποι και εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται ένεκα της αμαθείας και συ το βλέπεις, κόρη μου• και επειδή τους λυπούμαι, εξέλεξα σε εξ όλων των θεών, ως μόνην δυναμένην να διορθώσης την κατάστασιν, και σε αποστέλλω να τους φέρης εις την ευθείαν οδόν.

ΖΕΥΣ. Ενθυμούμαι ότι πολλά τοιαύτα σου είπα τότε• συ δε τώρα λέγε τι επηκολούθησε, πώς σε υπεδέχθησαν κατ' αρχάς όταν έφθασες και τι σου έκαμαν τώρα.

ΦΙΛ. Κατ' αρχάς, πατέρα, δεν επήγα αμέσως εις τους Έλληνας, αλλ' ήρχισα από εκείνο το οποίον έκρινα δυσκολώτερον, την διδασκαλίαν των βαρβάρων διότι ενόμισα ότι οι Έλληνες ευκολώτερα θα υπήκουον και πολύ ταχέως θα εδέχοντο οιονδήποτε χαλινόν και θα υπετάσσοντο εις τον ζυγόν της δικαιοσύνης. Ήρχισα λοιπόν από τους Ινδούς, έθνος μέγιστον, και τους έπεισα χωρίς δυσκολίαν να κατέλθουν από τους ελέφαντας και να με ακούσουν• κατώρθωσα δε ώστε ολόκληρος φυλή, οι Βραχμάνες, οι οποίοι συνορεύουν με τους Νεχραίους και τους Οξυδράκας, να γίνουν οπαδοί μου όλοι και τώρα ζουν συμφώνως προς τους ιδικούς μου κανόνας και τιμώνται υπό όλων των περιοίκων λαών και αποθνήσκουν κατά τρόπον παράδοξον.

ΖΕΥΣ. Ενοείς τους γυμνοσοφιστάς. Έχω ακούση πολλά περί αυτών και ότι ανεβαίνουν εις μεγάλην πυράν και υποφέρουν ατάραχοι να καίωνται, χωρίς να μετακινηθούν ή να δείξουν λιποψυχίαν. Αλλά τούτο δεν είνε και τόσον παράδοξον διότι και προ ολίγων ημερών είδα να γίνη το όμοιον εις την Ολυμπίαν. Υποθέτω δε ότι και συ θα παρίστασο, όταν εκαίετο ο γέρων εκείνος.

ΦΙΛ. Ούτε επήγα, πατέρα, εις την Ολυμπίαν, διά τον φόβον των αναθεματισμένων εκείνων τους οποίους ανέφερα, διότι έβλεπα πολλούς εξ αυτών να πηγαίνουν διά να υβρίσουν τους συνερχομένους διά τους αγώνας και να γεμίσουν από θόρυβον τον οπισθόδομον του ναού με τας υλακάς των, ώστε δεν είδα και εκείνον πώς απέθανε. Μετά τους Βραχμάνας λοιπόν επήγα εις την Αιθιοπίαν αμέσως και απ' εκεί κατέβηκα εις την Αίγυπτον αφού δε συνανεστράφην τους ιερείς και προφήτας και τους εδίδαξα τα θεία, ανεχώρησα εις την Βαβυλώνα, διά να μυήσω εις την σοφίαν τους Χαλδαίους και τους Μάγους. Έπειτα επήγα εις την Σκυθίαν και εις την Θράκην κατόπιν, όπου ο Εύμολπος και ο Ορφεύς ήκουσαν την διδασκαλίαν μου• τους προαπέστειλα δε εις την Ελλάδα, τον μεν Εύμολπον διά να μυήση τους Έλληνας εις τα θεία, τα οποία είχε διδαχθή παρ' εμού άπαντα, τον δε Ορφέα διά να τους εξημερώση και εκπολιτίση διά της μουσικής• μετέβην δε και εγώ ευθύς κατόπιν. Κατ' αρχάς οι Έλληνες ούτε πολύ προθύμως με υπεδέχθησαν, αλλ' ούτε και με απεδίωξαν. Ολίγον δε κατ' ολίγον κατώρθωσα να κάμω και επτά μαθητάς {25} και ένα άλλον εκ Σάμου, άλλον εξ Εφέσου και τρίτον εξ Αβδήρων, {26} δηλαδή πολύ ολίγους. Έπειτα δεν γνωρίζω πώς μου προσεκολλήθη το γένος των σοφιστών, το οποίον ούτε ησπάζετο κατά βάθος την διδασκαλίαν μου, αλλ' ούτε και εντελώς την απέκρουεν, αλλ' όπως το γένος των Ιπποκενταύρων απετέλουν κάτι τι σύνθετον και μικτόν, μεταξύ αγυρτείας και φιλοσοφίας πλανώμενον, ούτε εις την άγνοιαν τελείως προσκολλώμενον, ούτε προς εμέ δυνάμενον να βλέπη ατενώς• αλλ' όπως οι ασθενείς την όρασιν, έβλεπον ασαφές και σκοτεινόν τι φάντασμα ή ενίοτε μόνον την σκιάν μου, και εν τοσούτω ενόμιζον ότι ενόουν τα πάντα ακριβώς. Ούτω ανεπτύχθη μεταξύ αυτών η ματαία εκείνη και περιττή φιλοσοφία, η κατά την γνώμην των ακαταγώνιστος, αι περίτεχνοι και ακατανόητοι και ανόητοι απαντήσεις, αι δυσνόητοι και λαβυρινθώδεις ερωτήσεις. Έπειτα, επειδή τους έφεραν εις αμηχανίαν και τους εξήλεγχον οι οπαδοί μου, εξωργίζοντο και συνωμότουν εναντίον αυτών και επί τέλους τους κατεμήνυον εις τα δικαστήρια και τους κατεδίκαζον να πίουν το κώνειον. Έπρεπεν ίσως τότε να φύγω αμέσως και μη ανεχθώ περισσότερον την συντροφειάν των αλλ' ο Αντισθένης, ο Διογένης και κατόπιν ο Κράτης και ο Μένιππος μ' έπεισαν να παραμείνω ακόμη ολίγον και είθε να μη τους ήκουα, διότι δεν θα επάθαινα τόσα κακά κατόπιν.

ΖΕΥΣ. Εξακολουθείς να παραπονείσαι, χωρίς να μου λέγης τι σου έκαμαν.

ΦΙΛ. Άκουσε λοιπόν, ω Ζευ, και θα ίδης πόσα υπέφερα από κάτι ανθρώπους βδελυρούς, ως επί το πολύ δούλους και εργάτας, οι οποίοι δεν είχον καμμίαν σχέσιν προς εμέ από της παιδικής των ηλικίας, διότι τους ημπόδιζον αι ασχολίαι των. Ως είπα ήσαν δούλοι, εργάται και τεχνίται και εδιδάσκοντο να ράπτουν υποδήματα, να κατεργάζωνται ξύλα, ή να πλύνουν και να ξένουν έρια, ώστε να δύνανται ευκολώτερα να τα κατεργάζωνται αι γυναίκες, να τα κλώθουν και να τα υφαίνουν.

Αφού λοιπόν τοιαύτα εδιδάσκοντο κατά την παιδικήν των ηλικίαν, ουδέ κατ' όνομα εγνώριζον την ιδικήν μου διδασκαλίαν. Αλλ' όταν έφθασαν εις την ανδρικήν ηλικίαν και είδαν πως σέβεται ο λαός τους οπαδούς μου και πως ανέχονται οι άνθρωποι την ελευθεροστομίαν των, πως ευχαρίστως ακούουν τας συμβουλάς των και τας ακολουθούν και όταν τους επιπλήττουν συστέλλονται, ενόμισαν ότι τούτο ήτο όχι μικρά εξουσία. Εσκέπτοντο δε ότι να μάθη κανείς όσα απαιτούνται διά να γίνη φιλόσοφος απαιτεί πολύν καιρόν και εις αυτούς ήτο εντελώς αδύνατον αι δε τέχναι και ευτελείς είνε και κόπον πολύν απαιτούν και μόλις δύνανται να παρέχουν τα απαιτούμενα διά να ζήση τις. Είς τινας δε εξ αυτών και η δουλεία εφαίνετο βαρεία και, όπως τωόντι είνε, αφόρητος. Απεφάσισαν λοιπόν να ρίψουν την τελευταίαν άγκυραν, την οποίαν οι ναυτικοί ονομάζουν ιεράν• και προσωρμίσθησαν εις τον ευχάριστον λιμένα της οκνηρίας, συμπαραλαβόντες το θράσος, την αμάθειαν και την αναισχυντίαν, αίτινες αποτελούν τα κυριώτερά των εφόδια• και μελετήσαντες νέου είδους ύβρεις διά να τας έχουν προχείρους, αυτάς δε μόνον έχοντες εις το στόμα των ως δόγματα (δεν είνε λαμπρά εφόδια διά την φιλοσοφίαν;) ενδύονται και μεταμορφούνται ως φιλόσοφοι, όπως κατά τον Αίσωπον έπραξεν ο όνος εκείνος της Κύμης, ο οποίος περιτυλιχθείς με λεοντήν και εκπέμπων τραχύν ογκυθμόν υπεκρίνετο τον λέοντα• ίσως δε ευρέθησαν καί τινες οι οποίοι τον επίστευσαν. Το φιλοσοφικόν σχήμα, ως γνωρίζεις, είνε εύκολον εις απομίμησιν (εννοώ το εξωτερικόν) και δεν είνε πολύ δύσκολον να φορέση κανείς φιλοσοφικόν μανδύαν, να κρεμάση εις τον ώμον του μίαν πήραν, να κρατή ξύλον και να κραυγάζη, μάλλον δε να γκαρίζη ή να υλακτή και να υβρίζη τους πάντας. Ήσαν δε βέβαιοι ότι δεν διέτρεχον κανένα κίνδυνον, διότι θα τους εξησφάλιζεν ο προς το φιλοσοφικόν σχήμα σεβασμός. Ούτω απέκτων ευκόλως και την ελευθερίαν, παρά την θέλησιν του κυρίου των• και αν ούτος επεχείρει να τους επαναφέρη εις τα έργα των, θα τον εξυλοκόπουν. Θα είχον δε άρτον άφθονον και εκλεκτόν και όχι, όπως προηγουμένως, μαύρον και ξηρόν και ως προσφάγιον όχι παστόψαρον ή θύμον, {27} αλλά κρέατα παντοειδή και οίνον τον εκλεκτώτεοον και χρήματα παρ' οιουδήποτε θέλουν• διότι φορολογούν τον κόσμον ή, όπως αυτοί λέγουν, κουρεύουν τα πρόβατα. Έχουν δε πεποίθησιν ότι πολλοί δεν δύνανται ν' αρνηθούν ή εκ σεβασμού προς το φιλοσοφικόν των ένδυμα ή εκ φόβου προς την κακήν των γλώσσαν.

Εσκέπτοντο δε ότι δεν είνε δύσκολον να εξισωθούν προς τους πραγματικούς φιλοσόφους, αφού ουδείς θα υπήρχεν ο δυνάμενος να τους διακρίνη, άμα θα κατώρθωνον να είνε όμοιοι κατά το εξωτερικόν. Διότι δεν δέχονται να υποβληθούν εις κανένα έλεγχον. Εάν κανείς απευθύνη προς αυτούς ερωτήσεις με τάξιν και ησυχίαν, δεν απαντούν, αλλ' αρχίζουν να κραυγάζουν και καταφεύγουν εις την ακρόπολίν των, την ύβριν, και είνε έτοιμοι να μεταχειρισθούν το ξύλον το οποίον κρατούν. Και αν μεν τους προκαλέσης να επιδείξουν τα έργα των, απαντούν διά πολλών λόγων, εάν δε θέλης να τους κρίνης από τους λόγους, σου λέγουν να εξετάσης τον βίον των.

Λοιπόν η πόλις έχει γεμίση από τοιούτους απατεώνας και μάλιστα από τους διατεινομένους ότι είνε οπαδοί του Διογένους, του Αντισθένους και του Κράτητος και ως σήμα έχουν τον κύνα. Αλλά δεν μιμούνται καμμίαν από τας αρετάς, τας οποίας έχουν εκ φύσεως οι σκύλλοι, όπως η φρούρησις και η πίστις, η αγάπη προς τον κύριόν των και η ευγνωμοσύνη• εξ εναντίας έχουν όλα τα ελαττώματα των ζώων εκείνων, το γαύγισμα και την λαιμαργίαν, την ροπήν προς την αρπαγήν, την μεγάλην ασέλγειαν και την κολακείαν και κινούν την ουράν προς τον δίδοντα και περιτριγυρίζουν εις τας τραπέζας. Εις αυτά είνε τέλειοι.

Αλλά θα ίδης τι μέλλει να συμβή εντός ολίγου. Όλοι οι τεχνίται θα φύγουν από τα εργαστήρια και θ' αφήσουν τας τέχνας των, όταν βλέπουν ότι αυτοί μεν κοπιάζουν και κακοπαθούν, από πρωίας μέχρις εσπέρας σκυμμένοι εις τας εργασίας των και μόλις κατορθώνοντες να ζουν εκ του κέρδους το οποίον έχουν, ενώ οι αργοί εκείνοι και αγύρται έχουν τα πάντα άφθονα και ζητούν τυραννικώς, λαμβάνουν δε ευκόλως• και οργίζονται εάν δεν λάβουν, δεν ευχαριστούν δε ουδέ όταν λαμβάνουν. Είνε επόμενον να φαίνωνται ταύτα εις τους πτωχούς εκείνους ανθρώπους ως ο χρυσούς αιών και να νομίζουν ότι το μέλι τρέχει εκ του ουρανού εις τα στόματα των ψευδοφιλοσόφων εκείνων.

Δεν θα ήτο δε το πράγμα τόσον φοβερόν, εάν οι αγύρται εκείνοι περιωρίζοντο μόνον εις αυτά. Αλλ' ενώ έξω και δημοσία φαίνονται πολύ σοβαροί και σκυθρωποί, εάν επιτύχουν κανένα νέον ευειδή ή γυναίκα ωραίαν, εντρέπομαι να είπω τι κάνουν. Μερικοί απάγουν και τας γυναίκας εκείνων οίτινες τους φιλοξενούν, όπως ο εξ Ιλίου εκείνος νέος{28}, με την πρόφασιν να τας μυήσουν εις την φιλοσοφίαν και αυτάς. Έπειτα τας έχουν κοινάς μεταξύ των όλοι και λέγουν ότι ακολουθούν το δόγμα του Πλάτωνος, αγνοούντες πώς ο θείος εκείνος φιλόσοφος ενόει να είνε κοιναί αι γυναίκες. {29}

Θα εχρονοτρίβουν πολύ αν ήθελα να διηγηθώ τι πράττουν εις τα συμπόσια και με ποίαν κτηνωδίαν μεθύουν. Και ενώ τοιαύτα πράττουν, κατακρίνουν την μέθην, την μοιχείαν, την λαγνείαν και την φιλαργυρίαν. Εις ουδέν άλλο υπάρχει τόση αντίθεσις όση μεταξύ των λόγων και των έργων αυτών. Ενώ λ. χ. λέγουν ότι μισούν την κολακείαν, δύνανται να υπερβούν και τον Γναθωνίδην ή τον Στρουθίαν εις την κολακείαν• ενώ παρακινούν τους άλλους να λέγουν την αλήθειαν, η ιδική των γλώσσα δεν δύναται να κινηθή χωρίς να ψευσθή. Εις τους λόγους των η ηδονή είνε εχθρός των και ο Επίκουρος πολέμιος, αλλ' εις την πραγματικότητα μόνον την ηδονήν επιδιώκουν. Κατά δε το ευερέθιστον και την διά το ελάχιστον και εύκολον οργήν υπερβαίνουν και τα μικρά παιδία και προξενούν πολύν γέλωτα εις τους θεατάς όταν διά την παραμικράν αιτίαν αναβράζει η χολή των και γίνωνται ωχροί και το βλέμμα των άγριον και μανιακόν, το δε στόμα των γεμίζη από αφρόν ή μάλλον από δηλητήριον. Σου εύχομαι να μη τύχης εκεί όταν ο βρωμερός εκείνος βόρβορος εκχύνεται. Τους ακούεις να λέγουν• Χρυσόν και άργυρον, μα τον Ηρακλέα, δεν επιθυμώ• ένας οβολός μου είνε αρκετός δια ν' αγοράσω λούπινα. Το ποτόν μου παρέχει η βρύση ή ο ποταμός Μετ' ολίγον δε ζητούν όχι οβολούς, ούτε ολίγας δραχμάς, αλλά περιουσίας ολοκλήρους. Ποίος λοιπόν έμπορος δύναται να κερδίση εκ του φορτίου του πλοίου του όσα αργυρολογούν αυτοί διά της φιλοσοφίας; Όταν δε συλλέξουν αρκετά και σχηματίσουν περιουσίαν, αποβάλλουν τον φιλοσοφικόν μανδύαν, αγοράζουν αγρούς ενίοτε δε και ενδύματα πολυτελή και νεαρούς δούλους με κόμην μακράν και ολόκληρα χωρία και διά παντός αποχαιρετούν την πήραν του Κράτητος, τον μανδύαν του Αντισθένους και τον πίθον του Διογένους. Οι δε απλοί άνθρωποι, βλέποντες αυτά, περιφρονούν την φιλοσοφίαν, νομίζουν ότι όλοι οι φιλόσοφοι είνε τοιούτοι και κατηγορούν εμέ διά τα μαθήματα τα οποία δίδω. Ούτω δε προ πολλού μου είνε αδύνατον και ένα μόνον εξ αυτών να προσελκύσω, αλλά ματαιοπονώ όπως η Πηνελόπη• και ό,τι υφαίνω μετ' ολίγον διαλύεται. Η δε Αμάθεια και η Αδικία με περιγελούν, διότι βλέπουν ότι η εργασία μου δεν φθάνει εις πέρας και οι κόποι μου αποβαίνουν ανωφελείς.

ΖΕΥΣ. Ω θεοί! τι υποφέρει η καλή μας η Φιλοσοφία από τους κατηραμένους εκείνους. Πρέπει να σκεφθώμεν τι να πράξωμεν και πώς να τους τιμωρήσωμεν διότι ο κεραυνός δεν είνε αρκετός• φονεύει διά μιας και ταχέως.

ΑΠΟΛ. Εγώ, πατέρα, θα σου είπω• και εγώ μισώ τους απατεώνας εκείνους, διότι είνε αφιλόμουσοι και θέλω να εκδικηθώ χάριν των Μουσών. Βεβαίως δεν είνε άξιοι του κεραυνού και της εκ μέρους σου τιμωρίας• αν θέλης, στείλε τον Ερμήν με πληρεξουσιότητα διά την τιμωρίαν των επειδή δε και αυτός καταγίνεται εις τα γράμματα, θα διακρίνη ευκόλως ποίοι εξ αυτών φιλοσοφούν ορθώς και ποίοι όχι. Και οι μεν πρώτοι θα επαινεθούν, οι δε άλλοι θα τιμωρηθούν, όπως εκείνος θ' αποφασίση τότε.

ΖΕΥΣ. Καλά λέγεις, Απόλλων. Αλλά και συ, Ηρακλή, ακολούθησε, πάρετε δε μαζή σας και την Φιλοσοφίαν και πηγαίνετε χωρίς να βραδύνετε εις τον κόσμον. Να έχης δε υπ' όψιν ότι θα θεωρηθή ως ο δέκατος τρίτος και όχι ο μικρότερος άθλος σου αυτός, αν φονεύσης και εξαφανίσης τα θηρία εκείνα τα τόσον αισχρά και αναίσχυντα.

ΗΡΑΚΛ. Θα επροτιμούσα, πατέρα, να καθαρίσω εκ νέου την κόπρον του Αυγείου παρά να πολεμήσω με αυτούς. Αλλ' αφού το θέλεις, πηγαίνωμεν.

ΦΙΛ. Κ' εγώ δεν έχω καμμίαν διάθεσιν να επιστρέψω, αλλ' αφού το θέλει ο πατέρας, υπακούω.

ΕΡΜ. Ας πηγαίνωμεν διά να προφθάσωμεν να τιμωρήσωμεν τουλάχιστον μερικούς σήμερον. Αλλά πού πρέπει να διευθυνθώμεν; Συ, Φιλοσοφία, γνωρίζεις πού θα τους εύρωμεν. Βέβαια εις την Ελλάδα.

ΦΙΛ. Όχι Ερμή, εκεί είνε πολύ ολίγοι και αυτοί είνε από τους καλούς φιλοσόφους. Οι άλλοι δεν έχουν καμμίαν σχέσιν με την πενίαν της Αττικής, αλλ' εκεί όπου υπάρχει πολύς χρυσός ή μεταλλεία αργύρου πρέπει να τους ζητήσωμεν.

ΕΡΜ. Λοιπόν πηγαίνωμεν κατ' ευθείαν εις την Θράκην.

ΗΡΑΚΛ. Καλά λέγεις και θα σας οδηγήσω εγώ, διότι γνωρίζω καλά την χώραν των Θρακών, όπου πολλάκις επήγα. Ας πάρωμεν αυτόν τον δρόμον.

ΕΡΜ. Ποίον εννοείς;

ΗΡΑΚΛ. Βλέπετε αυτά τα δύο βουνά τα μεγαλείτερα και ωραιότερα εξ όλων; Το μεγαλείτερον είνε ο Αίμος, το δε απέναντι η Ροδόπη• κάτω δε και μεταξύ των εκτείνεται πεδιάς ευφορωτάτη, η οποία αρχίζει ευθύς από τους πρόποδας των δύο βουνών. Βλέπετε και τρεις λόφους, οι οποίοι μολονότι τραχείς δεν είνε άσχημοι, αλλ' υψούνται ως ακροπόλεις πλησίον της πόλεως, η οποία φαίνεται κάτω. Την διακρίνετε αυτήν την πόλιν;

ΕΡΜ. Μα τον Δία, Ηρακλή, φαίνεται ως η μεγαλειτέρα και ωραιοτέρα από όλας τας πόλεις. Διακρίνω και ένα ποταμόν πολύ μεγάλον, ο οποίος διέρχεται πλησιέστατα και βρέχει τα τείχη της.

ΗΡΑΚΛ. Είνε ο Εύρος, η δε πόλις εκτίθη υπό του Φιλίππου του γνωστού. Και ημείς τώρα επλησιάσαμεν εις την γην και επεράσαμεν τα νέφη• ώστε ας κατεβούμεν.

ΕΡΜ. Μάλιστα. Αλλά τι πρέπει να πράξωμεν και πώς να ανιχνεύσωμεν τα θηρία;

ΗΡΑΚΛ. Αυτό ανήκει εις εσέ, ω Ερμή, διότι είσαι κήρυξ και πρέπει ν' αρχίσης να διακηρύττης.

ΕΡΜ. Αυτό δεν είνε δύσκολον, αλλά δεν γνωρίζω τα ονόματά των. Λοιπόν συ, Φιλοσοφία, λέγε ποίους να φωνάξω και τα γνωρίσματα ενός εκάστου.

ΦΙΛΟΣ. Και εγώ ακριβώς δεν γνωρίζω τα ονόματά των, διότι ποτέ δεν τους συνανεστράφην αλλ' από την πεονεξίαν την οποίαν έχουν υποθέτω ότι αν τους φωνάξης Κτήσωνας ή Κτησίππους, ή Κτησικλέας, Ευκτήμονας ή Πολυκτήτους, θα επιτύχης.

ΕΡΜ. Πολύ καλά. Αλλά ποίοι είνε εκείνοι και τι στέκονται και παρατηρούν; Τώρα έρχονται προς τα εδώ και φαίνονται ως να θέλουν να μας ερωτήσουν κάτι.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Μήπως ημπορείτε να μας πληροφορήσετε, παλληκάρια, ή συ καλή κυρά, αν έτυχε να δήτε τρεις κατεργαρέους να πηγαίνουν με μίαν γυναίκα που έχει κομμένα σύρριζα τα μαλλιά της, όπως αι Σπαρτιάτιδες, μίαν ανδρογυναίκα;

ΦΙΛΟΣ. Πωπώ, τους ανθρώπους μου ζητούν.

ΑΝΘΡ. Πώς τους ανθρώπους σου; Αυτοί που κυνηγούμεν είνε όλοι φυγάδες δούλοι. Αλλ' ημείς κυρίως ζητούμεν την γυναίκα, την οποίαν μας έκλεψαν.

ΕΡΜ. Θα μάθετε μετ' ολίγον διατί και ημείς τους ζητούμεν• τώρα δε βοηθήσατέ μας εις το διαλάλημα• «Όποιος γνωρίζει που βρίσκεται ένας δούλος Παφλαγών, βάρβαρος από την Σινώπην, του οποίου το όνομα έχει σχέσιν με κτήματα και είνε ολίγον ωχρός, έχει κομμένα τα μαλλιά σύρριζα, τρέφει μεγάλα γένεια, έχει εις τον ώμον κρεμασμένην πήραν, φορεί μανδύαν, θυμώνει εύκολα, είνε αγράμματος, έχει φωνήν βραχνήν και υβρίζει— όποιος γνωρίζει που ευρίσκεται αυτός ο δούλος να μας πληροφορήση και θα λάβη ωρισμένην αμοιβήν».

ΚΥΡΙΟΣ. Εννοώ ποιος είνε αυτός που ζητείς• αλλ' όταν τον είχα εγώ ωνομάζετο Κάνθαρος. Είχε δε τότε μαλλιά μεγάλα, εξύριζε να γένεια του και εγνώριζε την τέχνην την ιδικήν μου• τον είχα εις το γναφείον μου και έκοπτε το περιττόν χνούδι των μαλλίνων υφασμάτων.

ΦΙΛΟΣ. Αυτός ακριβώς είνε ο δούλος σου. Τώρα όμως ομοιάζει με φιλόσοφον, διότι εφήρμοσεν εις την κεφαλήν του ό,τι άλλοτε έκανεν εις τα υφάσματα.

ΚΥΡΙΟΣ. Τι αναίδεια! Ο Κάνθαρος έγινε φιλόσοφος;

ΑΝΘΡ. Θα τους εύρωμεν όλους, αφού αυτή η γυναίκα τους γνωρίζει ως λέγει.

ΦΙΛΟΣ. Ποιός είνε αυτός ο άλλος, Ηρακλή, που έρχεται, ο ωραίος, ο οποίος κρατεί κιθάραν;

ΗΡΑΚΛ. Είνε ο Ορφεύς, ο οποίος υπήρξε συνταξειδιώτης μου εις την Αργώ, ο πλέον ευχάριστος από όλους τους κελευστάς. {30} Το άσμα του μας έκανε να μη αισθανώμεθα καθόλου τον κόπον της κωπηλασίας. Χαίρε, λαμπρέ και μουσικώτατε Ορφεύ• υποθέτω ότι δεν ελησμόνησες τον Ηρακλή.

ΟΡΦ. Χαίρετε και σεις, Φιλοσοφία και Ηρακλή και Ερμή, και ετοιμάσατε την αμοιβήν την οποίαν υπόσχεσθε, διότι εγώ γνωρίζω πολύ καλά εκείνον τον οποίον ζητείτε.

ΕΡΜ. Λοιπόν να μας δείξης, υιέ της Καλλιόπης, που είνε. Δεν πιστεύω δε να έχης ανάγκην από χρήματα, αφού είσαι σοφός.

ΟΡΦ. Καλά είπες. Θα σας δείξω το σπίτι όπου κατοικεί, αλλ' όχι και τον ίδιον, διότι φοβούμαι τας ύβρεις του. Είνε φοβερά κακόγλωσσος και μόνον εις αυτό έχει ασκηθή.

ΕΡΜ. Καλά, δείξε μας το σπίτι.

ΟΡΦ. Είνε αυτό εκεί πλησίον. Εγώ απομακρύνομαι, διότι ούτε να με ίδη, ούτε να τον ίδω θέλω.

ΕΡΜ. Για σταθήτε. Δεν είνε γυναικεία φωνή αυτή που απαγγέλλει στίχους του Ομήρου;

ΦΙΛΟΣ. Βέβαια• αλλά ας ακούσωμεν τι λέγει.

ΔΡΑΠ. Εχθρός γαρ μοι κείνος ομώς αΐδαο πύλησιν,

ός χρυσόν φιλέει μεν ενί φρεσίν, άλλο δε είποι. {31}

ΕΡΜ. Λοιπόν τον Κάνθαρον πρέπει να μισής, ο οποίος

Ξεινοδόκον κακά ρέξεν, όκεν φιλότητα παράσχη {32}

ΦΙΛΟΞΕΝΩΝ. Εις εμέ αναφέρεται αυτός ο στίχος, διότι εγώ τον εφιλοξένησα κι' αυτός επήρε τη γυναίκα μου και έφυγε.

ΔΡΑΠ. Οινοβαρές κυνός όμματ' έχων, κραδίην δ' ελάφοιο

Ούτ' εινί πτολέμω εναρίθμιος, ούτ' ενί βουλή Θερσίτ' ακριτόμυθε, κακών πανάριστε κολοιών Μαψ, ατάρ ου κατά κόσμον εριζέμεναι βασιλεύσιν. {33}

ΚΥΡΙΟΣ. Οι στίχοι αυτοί πολύ ταιριάζουν εις εκείνον τον αχρείον.

ΔΡΑΠ. Πρόσθε κύων, όπισθεν δε λέων, μέσση δε χίμαιρα

Δεινόν αποπνείουσα, τρίτου κυνός αγρίου ορμήν. {34}

ΦΙΛΟΞ. Αλλοίμονον, γυναίκα μου, τι θα έχης πάθη απ' αυτό το σκυλλολόγι. Ήκουσα ότι είνε και έγκυος απ' αυτούς.

ΕΡΜ. Δεν το χαίρεσαι; Θα σου κάμη κανένα Κέρβερον ή Γηρυόνην, διά ν' αναγκασθή ο Ηρακλής αυτός να κάμη και άλλον άθλον. Αλλ' εξέρχονται, ώστε είνε περιττόν και να κτυπήσωμεν εις την θύραν.

ΚΥΡΙΟΣ. Επί τέλους σε συνέλαβα, Κάνθαρε, τι σιωπάς; Ας ίδωμεν τι έχεις εις την πήραν• λούπινα ίσως ή κανένα κομμάτι ψωμί.

ΕΡΜ. Α μπα, έχει χρυσόν.

ΗΡΑΚΛ. Μη εκπλήττεσαι. Πρώτα, όταν ήτο εις την Ελλάδα έλεγεν ότι ήτο Κυνικός, εδώ όμως έγινεν οπαδός του Χρυσίππου. Αλλά μετ' ολίγον θα γίνη Κλεμάνθης, διότι θα κρεμασθή από τα γένεια διά την πολλήν του φαυλότητα. {35}

ΚΥΡΙΟΣ. Κ' εσύ, παληάνθρωπε, είσαι ο Ληκυθίων ο δούλος μου, δραπέτης και συ• σε αναγνωρίζω πολύ καλά. Αλλά τι αστείον να γίνη φιλόσοφος και ο Ληκυθίων. Ποιος το εφαντάζετο;

ΕΡΜ. Αυτός δε ο τρίτος δεν έχει κύριον;

ΚΥΡΙΟΣ. Είνε δικός μου, αλλά τον αφίνω να πα να χαθή. Δεν τον θέλω.

ΕΡΜ. Διατί;

ΚΥΡΙΟΣ. Διότι είνε ξεπατωμένος και δι' αυτό τον ωνομάζαμεν Μυρωδάτον.

ΕΡΜ. Ακούεις, Ηρακλή ανεξίκακε; Έπειτα εκρέμασε μίαν πήραν, επήρε βακτηρίαν και εχειροτονήθη φιλόσοφος. Και συ έλα να πάρης την γυναίκα σου.

ΦΙΛΟΞ. Δεν την θέλω, διότι θα μου γεννήση κανένα βιβλίον από τα παλαιά.

ΕΡΜ. Πώς βιβλίον;

ΦΙΛΟΞ. Δεν ξέρεις ότι υπάρχει βιβλίον που ονομάζεται Τρικέφαλος; {36}

ΕΡΜ. Καθόλου παράδοξον, αφού υπήρξε και κάποιος κωμικός με το όνομα Τριφάλλης. {37}

ΗΡΑΚΛ. Εις εσέ τώρα, Ερμή, ανήκει να τους δικάσης.

ΕΡΜ. Η γνώμη μου είνε η εξής• αυτή η γυναίκα, διά να μη γεννήση κανένα τέρας πολυκέφαλον, να επιστρέψη εις τον άνδρα της πίσω εις την Ελλάδα• αυτοί δε οι δύο φυγάδες να παραδοθούν εις τους κυρίους των και να εξακολουθήσουν να εργάζωνται εις τας εργασίας τας οποίας είχαν προηγουμένως• ο μεν ένας, ο Ληκυθίων, να πλύνη τα λερωμένα ενδύματα, αυτός δε ο Μυρωδάτος να ράπτη πάλιν τα σχισμένα ενδύματα, αλλ' αφού προηγουμένως μαστιγωθή με τσουκνίδαν. Όσον διά τον τρίτον, αυτός να παραδοθή εις τους αποψιλωτάς, διά να του αποσπάσουν τας τρίχας με ακάθαρτην και πρόστυχην πίσσαν, έπειτα να οδηγηθή εις τον Αίμον επάνω γυμνός και να τον αφήσουν εκεί, δεμένον από τα πόδια, επάνω στα χιόνια.

ΔΡΑΠΕΤ. Ω δυστυχία μου, αλλοί, αλλοίμονον!

ΚΥΡΙΟΣ. Τι είνε αυτά τα θεατρικά επιφωνήματα; Έλα τώρα, πήγαινε με τους μαδητάς, αλλά προηγουμένως ν' αποβάλης την λεοντήν, διά να φανής τι γάιδαρος είσαι.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΗΛΕΚΤΡΟΥ Ή ΤΩΝ ΚΥΚΝΩΝ

Προλαλιά.

Είχα πιστεύση και εγώ εις τον μύθον, κατά τον οποίον το ήλεκτρον παράγεται εκ των δακρύων των αιγείρων, αίτινες ευρίσκονται εις τας όχθας του ποταμού Ηριδανού και θρηνούν τον Φαέθοντα. Κατά τον μύθον ήσαν αδελφαί του Φαέθοντος και από την θλίψιν των διά τον θάνατον του νέου εκείναι μετεμορφώθησαν εις δένδρα και αντί δακρύων εξακολουθούν να στάζουν ήλεκτρον. Ακούων τοιαύτα λεγόμενα παρά των ποιητών, είχα σκοπόν, άν ποτε μεταβώ εις τον Ηριδανόν, να σταθώ κάτω από μίαν αίγειρον και ν' ανοίξω το ένδυμά μου διά να δεχθώ ολίγα εκ των δακρύων και ούτω ν' αποκτήσω ήλεκτρον. Μου συνέβη δε τω όντι όχι προ πολλού καιρού και δι' άλλον σκοπόν να μεταβώ εις τα μέρη εκείνα και να ταξειδεύσω εις τον Ηριδανόν αλλά καίτοι παρετήρουν μετά πολλής προσοχής εις τα πέριξ, ούτε αιγείρους είδα, ούτε ήλεκτρον, αλλ' ούτε το όνομα του Φαέθοντος εγνώριζον οι εντόπιοι. Όταν δε εγώ εξήταζα και ηρώτων πότε θα φθάσωμεν εις τας αιγείρους αίτινες παράγουν το ήλεκτρον, οι ναύται εγέλων και μου έλεγον να είπω σαφέστερα τι ήθελα. Εγώ διηγήθην προς αυτούς τον μύθον, ότι ο Φαέθων υπήρξεν υιός του Ηλίου και όταν έφθασεν εις ηλικίαν εζήτησε παρά του πατρός του να του αφήση το άρμα διά να το διευθύνη, και αυτός μίαν ημέραν. Ο Ήλιος του έδωκε το άρμα, αυτός δε κατέπεσε και εφονεύθη• λέγεται δε ότι αι αδελφαί του τον εθρήνουν εδώ κάπου εις τας όχθας του Ηριδανού, όπου κατέπεσε, και μετεμορφώθησαν εις αιγείρους, εξακολουθούν δε να δακρύουν δι' αυτόν και τα δάκρυα των γίνονται ήλεκτρον.

Ποίος ψεύστης και απατεών, μου έλεγον, σου τα διηγήθη αυτά; Ημείς ούτε κανένα αμαξηλάτην είδαμεν να πέση, ούτε τα δένδρα τα οποία λέγεις υπάρχουν εις τον τόπον μας. Αν υπήρχε δε ήλεκτρον εις αυτά τα μέρη, νομίζεις ότι ημείς θα εκωπηλατούμεν διά να παίρνωμεν δύο οβολούς και θα ετραβούσαμεν τα πλοία εναντίον του ρεύματος, ενώ θα ηδυνάμεθα να είμεθα πλούσιοι συλλέγοντες τα δάκρυα των αιγείρων; Οι λόγοι των δεν μ' επείραξαν ολίγον• και εσιώπησα εντραπείς, διότι αληθώς την έπαθα ως παιδίον, πιστεύσας εις τόσον απίθανα ψευδολογήματα των ποιητών, οι οποίοι ποτέ δεν αρέσκονται εις την αλήθειαν. Και ελυπούμην διότι διεψεύσθη μία ελπίς μου τόσον μεγάλη, ως να έχασα το ήλεκτρον εκ των χειρών μου, ενώ ήδη εσχεδίαζα με την φαντασίαν μου πώς και εις τι θα το μετεχειριζόμην.

Αλλ' ακόμη περισσότερον επίστευα ότι θα εύρω εις τα μέρη εκείνα κύκνους πολλούς, κελαδούντας εις τας όχθας του ποταμού. Και πάλιν ηρώτησα τους ναύτας, διότι εξηκολουθούμεν να αναπλέωμεν τον ποταμόν• Αλλ' οι κύκνοι κελαδούν καμμιά φορά επί των όχθων του ποταμού δεξιά και αριστερά; Διότι λέγεται ότι άλλοτε ήσαν άνθρωποι τραγουδισταί και σύντροφοι του Απόλλωνος, έπειτα δε μετεμορφώθησαν εις πτηνά και εξακολουθούν ακόμη να ψάλλουν, μη λησμονήσαντες την μουσικήν.

Αυτοί εγέλασαν και μου είπαν• Δεν θα παύσης τέλος πάντων να λέγης ψεύδη διά την χώραν μας και τον ποταμόν; Ημείς, αφότου ήμεθα παιδιά, εργαζόμεθα και ταξειδεύομεν εις τον Ηριδανόν, αλλά πολύ σπανίως βλέπομεν ολίγους κύκνους εις τα έλη του ποταμού, οι οποίοι κράζουν τόσον άσχημα και με τόσον ασθενή φωνήν, ώστε οι κόρακες και η καρακάξες να είνε Σειρήνες συγκρινόμενοι προς αυτούς• κύκνους όμως οι οποίοι να κελαδούν γλυκά, όπως συ λέγεις, ούτε εις το όνειρόν μας ηκούσαμεν, ώστε απορούμεν πώς εις τον τόπον σας έχετε τοιαύτας ιδέας περί της χώρας μας.

Πολλά τοιαύτα λέγονται υπό των πιστευόντων εις εκείνους οίτινες τα πάντα μεγαλοποιούν, ώστε και εγώ τώρα φοβούμαι μήπως υμείς, οι προ ολίγου φθάσαντες και κατά πρώτην φοράν ακροώμενοι εμού, έρχεσθε με την ελπίδα ότι θα εύρετε εις τους λόγους μου ήλεκτρα και κύκνους και έπειτα θ' απέλθετε καταγελώντες εκείνους οίτινες σας είπον ότι θα εύρετε τοιαύτα πολύτιμα πράγματα εις τας διαλέξεις μου. Αλλά διαμαρτύρομαι ότι ούτε από υμάς κανείς, ούτε άλλος τις με ήκουσέ ποτε να καυχώμαι διά την ρητορικήν μου δεινότητα. Υπάρχουν άλλοι και όχι ολίγοι ρήτορες, από τους λόγους των όποιων στάζει όχι ήλεκτρον, αλλά χρυσός καθαρός και οι οποίοι είνε πολύ μελωδικώτεροι των μυθικών κύκνων. Ο ιδικός μου λόγος βλέπετε πόσον απλούς και πόσον πεζός είνε και ουδέν το μουσικόν έχει. Προσέξετε λοιπόν μήπως, ελπίζοντες υπερβολικά παρ' εμού, πάθετε όπως οι βλέποντες τα πράγματα τα ευρισκόμενα εντός του νερού• νομίζοντες δηλαδή ότι είνε όπως εφαίνοντο άνωθεν, διότι το φως διαθλώμενον τα εμεγέθυνε, λυπούνται όταν τα ανασύρουν και τα ευρίσκουν πολύ μικρότερα. Σας προλέγω ότι όταν θα χυθή το νερόν {38} και θ' αποκαλυφθούν όσα μέλλω να είπω να μη περιμένετε τίποτε μέγα, άλλως, εάν σας απατήσουν αι ελπίδες σας, μόνον εαυτούς να αιτιάσθε.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ {39}

Όταν ο Αλέξανδρος είδε τον ποταμόν Κύδνον ωραίον και διαυγή, με βάθος όχι επικίνδυνον και ρεύμα όχι πολύ ορμητικόν και εν καιρώ θέρους ψυχρόν, επομένως λίαν κατάλληλον διά κολύμβημα, μου φαίνεται ότι και αν ήτο βέβαιος ότι θα ησθένει, όπως ησθένησε, δεν θα κατενίκα την επιθυμίαν να λουσθή. Όταν δε ίδη κανείς οικίαν και κατά το μέγεθος μεγαλοπρεπή και κατά το κάλλος μοναδικήν, καταλαμπομένην υπό φωτός, απαστράπτουσαν εκ χρυσού και καταστόλιστον από τοιχογραφίας ανθηράς, δεν είνε φυσικόν να επιθυμήση να εκφωνήση λόγον εντός αυτής, αν τύχη να είνε εκ των καταγινομένων εις την ρητορικήν, να αναδειχθή εντός αυτής και διακριθή, να την γεμίση με την φωνήν του και καθ' όσον είνε δυνατόν να γίνη και αυτός μέρος του κάλλους της; Αν αρκεσθή μόνον να την παρατηρήση λεπτομερώς και αφού την θαυμάση απέλθη χωρίς να εκφράση τον θαυμασμόν του, χωρίς να την χαιρετήση και της απευθύνη μίαν προσφώνησιν, ως να είνε άλαλος ή σιωπά σκοπίμως εκ φθόνου, δεν θα είπετε ότι ο τοιούτος δεν είνε φιλόκαλος, ούτε αισθάνεται το ωραίον και δεν θ' αποδώσετε εις την διαγωγήν του πολλήν αγροικίαν και απειροκαλίαν; Βεβαίως είνε αμουσία να δεικνύη τις τοιαύτην αδιαφορίαν προς θεάματα τόσον ωραία και τόσον τερπνά και να μη εννοή ότι ο τρόπος της εκδηλώσεως του θαυμασμού προς το ωραίον δεν είνε ο αυτός διά τους απλούς ανθρώπους και διά τους μορφωμένους• διά τους απλούς ανθρώπους αρκεί να ίδωσι μόνον και να παρατηρήσουν, να περιφέρουν το βλέμμα και ν' αναβλέψουν προς την οροφήν, να χειρονομήσουν επιδοκιμαστικώς και ησύχως ν' απολαύσουν την ηδονήν του θεάματος, διότι φοβούνται μήπως δεν δυνηθούν να είπουν τι άξιον των βλεπομένων• αλλ' εκείνος ο οποίος βλέπει με έμπειρον και σοφόν βλέμμα τα ωραία, δεν θ' αρκεσθή, νομίζω, ν' απολαύση μόνον διά της οράσεως το τερπνόν, ούτε θα δυνηθή να μείνη άφωνος θεατής του κάλλους• αλλά θα προσπαθήση όσον δύναται και να το μελετήση και διά του λόγου ν' αποδώση την ηδονήν την οποίαν του παρέχει το θέαμα. Η δε απόδοσις δεν θα είνε μόνον έπαινος του οίκου — διότι τούτο ίσως αρμόζει μόνον εις τον νησιώτην εκείνον νέον όστις, ιδών το μέγαρον του Μενελάου και υπερβολικώς καταπλαγείς, παρέβαλε τον εκ χρυσού και ελέφαντος διάκοσμον αυτού προς τον ήλιον και τα άστρα, διότι μόνον αυτά εγνώριζε και τίποτε από τα θαυμάσια της γης — αλλ' ο σοφός και θα ομιλήση εντός αυτής και, αφού συγκαλέση τους επιφανεστέρους των πολιτών, θα κάμη επίδείξιν ρητορικήν και τούτο θα είνε μέρος του επαίνου.

Νομίζω δε ότι είνε από τα πλέον ευχάριστα πράγματα μέγαρον τόσον ωραίον να ανοίγεται προς υποδοχήν λόγων ρητορικών και να πληρούται επαίνων και επευφημιών, να αντηχή δε, όπως τα σπήλαια, ήρεμα και να παρακολουθή τα λεγόμενα και να παρατείνη τους τελευταίους ήχους της φωνής και να επαναλαμβάνη τας τελευταίας λέξεις των περιόδων, ως προσεκτικός ακροατής, ο οποίος απομνημονεύει τα λεγόμενα και επαινεί τον ομιλούντα και τον ανταμείβει ούτω κατά τρόπον κολακευτικόν. Ομοίως αντιλαλούσιν εις τα αυλήματα των ποιμένων οι βράχοι και η φωνή επανέρχεται προς την αφετηρίαν της, αποδιδομένη υπό της ηχούς• οι δε απλοί άνθρωποι νομίζουν ότι η απάντησις έρχεται προς τους άδοντας ή κραυγάζοντας από κάποιαν παρθένον κατοικούσαν μεταξύ των κρημνών και κρυπτομένην εντός των πετρών.

Εγώ τουλάχιστον φρονώ ότι και του ρήτορος η διάνοια εξυψούται αναλόγως της πολυτελείας του οίκου και την ψυχήν του αναπτερώνει του θεάματος η υποβολή. Διότι κάτι τι εκ του ωραίου εισδύει διά των οφθαλμών μέχρι της ψυχής και αφού στολίση τους λόγους τους εκπέμπει ευγενεστέρους. Πώς πιστεύομεν ότι η όψις των όπλων {40} επηύξησε το πολεμικόν μένος του Αχιλλέως εναντίον των Φρυγών και όταν εφόρεσε και εδοκίμασε την πανοπλίαν έγινεν ορμητικώτερος και ακράτητος εις την επιθυμίαν του πολέμου, και δεν θα παραδεχθώμεν ότι το κάλλος του περιβάλλοντος δεν συντελεί εις την διέγερσιν των ρητορικών χαρισμάτων; Εις τον Σωκράτην ήτο αρκετόν να κάθεται υπό πλάτανον ωραίον επί χλόης πυκνής και πλησίον πηγής διαυγούς παρά τον Ιλισσόν διά να ευρίσκη την ειρωνείαν την οποίαν εξέχυνεν εναντίον του Φαίδρου του Μυρνουσίου και να ελέγχη τα ρητορικά ελαττώματα του Λυσίου. Και εκεί εκάλει τας Μούσας και επίστευεν ότι θα ήρχοντο εις την μοναξίαν εκείνην διά να τον βοηθούν εις τας περί έρωτος ομιλίας του. Δεν εντρέπετο δε, άνθρωπος γέρων, να καλή παρθένους διά να λάβουν μέρος εις τας φιλοπαιδικάς διαλέξεις του• και ημείς θα νομίσωμεν ότι και απρόσκλητοι ακόμη δεν θα έλθουν εις μέρος τόσον ωραίον; Δεν προσφέρομεν εις αυτάς μόνον σκιάν και κάλλος πλατάνου, και αν ακόμη αντί της πλατάνου του Ιλισσού πρόκειται περί της χρυσής πλατάνου του βασιλέως των Περσών. Εκείνη μόνον διά την πολυτέλειάν της ήτο θαυμαστή• τέχνη δε ή κάλλος ή τέρψις ή συμμετρία και ευρυθμία δεν συνυπήρχον ούτε ενεμιγνύοντο με τον χρυσόν, αλλ' ήτο το θέαμα βαρβαρικόν, πλούτος μόνον, προκαλών τον φθόνον των βλεπόντων και την έπαρσιν των εχόντων. Έπαινος κανείς. Αλλ' ούτε εσκοτίζοντο οι Αρσακίδαι {41} διά τα ωραία πράγματα, ούτε χάριν της τέρψεως επεδείκνυαν την πολυτέλειάν των και δεν εφρόντιζον να κινήσουν εις έπαινον τους θεατάς, αλλά να τους εκπλήξουν• διότι δεν είνε φιλόκαλοι, αλλά φιλόπλουτοι οι βάρβαροι. Το κάλλος δε του οίκου τούτου δεν είνε δι' οφθαλμούς βαρβάρων, ούτε διά Περσικήν αλαζονείαν ή βασιλικήν καύχησιν, αλλ' ούτε και διά πένητας• έχει ανάγκην ευφυούς θεατού ο οποίος να μη βλέπη μόνον με τους οφθαλμούς, αλλά και η σκέψις να παρακολουθή την όρασιν. Ότι βλέπει προς το κάλλιστον μέρος της ημέρας — κάλλιστον δε και ποθεινότατον αυτής είνε η ανατολή — και μόλις ανατείλη ο ήλιος, τον υποδέχεται και πληρούται φωτός απλέτου άμα ανοιχθώσιν αι θύραι, ότι έχει την διεύθυνσιν των αρχαίων ναών, ότι αναλογεί το μήκος προς το πλάτος και αμφότερα ταύτα προς το ύψος, ότι τα παράθυρα είνε μεγάλα και ανοίγονται προς όλα τα σημεία του ορίζοντος και ανταποκρίνονται προς όλας τας ώρας του έτους,—πάντα ταύτα δεν είνε ευχάριστα και άξια επαίνων;

Προσέτι δύναταί τις να θαυμάση εις την οροφήν το ωραίον μετά του απερίττου, το ανεπίλυπτον του διακόσμου και την συμμετρίαν και ευπρέπειαν των χρυσωμάτων, και ότι η χρήσις του χρυσού έγινε κατά τρόπον ώστε να μη υποπτεύη τις φειδώ, αλλά να διακρίνη φιλόκαλον λιτότητα, όπως εις γυναίκα σεμνήν και ωραίαν αρκεί διά ν' αναδείξη το κάλλος της ή λεπτόν περιδέραιον περί τον τράχηλον ή εις τον δάκτυλον δακτύλιος καλλιτεχνικός, ή ενώτια, ή πόρπη ή ταινία συγκρατούσα την κόμην και τοσούτον προσθέτουσα εις το κάλλος όσον εις το ένδυμα η πορφύρα. Εξ εναντίας αι εταίραι και μάλιστα αι ασχημότεραι εξ αυτών και το ένδυμα έχουν ολόκληρον πορφυρούν και ο τράχηλος των είνε κατακόσμητος με χρυσόν, διότι εις την πολυτέλειαν επιζητούν το θελκτικόν και τας ατελείας του κάλλους των προσπαθούν να καλύψουν και συμπληρώσουν διά του στολισμού. Διότι νομίζουν ότι και οι βραχίονες των θα γίνουν λαμπρότεροι όταν προσθέσουν εις αυτούς την λάμψιν του χρυσού, και η δυσμορφία του ποδός θα κρυφτή υπό του χρυσού υποδήματος και αυτό το πρόσωπον θα γίνη ερασμιώτερον βλεπόμενον ομού με λάμποντα κοσμήματα. Και εκείναι μεν ούτω σκέπτονται. Η δε σεμνή γυνή του χρυσού κάμνει χρήσιν εις τον στολισμόν της μετρίως και κατά το πρέπον• πιστεύω μάλιστα ότι δεν θα ησχύνετο και εντελώς ακόσμητον και γυμνόν να δείξη το κάλλος της.

Λοιπόν και η οροφή του οίκου τούτου, ή μάλλον η κεφαλή, και καθ' εαυτήν μεν παρουσιάζει ευχάριστον όψιν, ο δε χρυσός την στολίζει τόσον, όσον και ο ουρανός κατά την νύκτα λαμπρύνεται υπό των άστρων κατά διαστήματα και φαίνεται ως σπαρμένος από πύρινα άνθη. Εάν δε ήτο ολόκληρος πυρ, δεν θα μας εφαίνετο ωραίος, αλλά φοβερός. Δύναταί τις δε και να παρατηρήση ότι εδώ ο χρυσός δεν είνε ανωφελής, ούτε μόνον διά την τέρψιν των οφθαλμών εγκατεσπαρμένος εις τον λοιπόν διάκοσμον, αλλ' εκπέμπει και ιδιαιτέραν λάμψιν και ολόκληρον τον οίκον λαμπρύνει με την ακτινοβολίαν του• διότι όταν το φως προσπίπτη επ' αυτού και των χρωμάτων, λάμπουν από κοινού και η ζωηρότης των διπλασιάζεται.

Τα υψηλά και κορυφαία μέρη του οίκου είνε τοιαύτα, ώστε έχουν ανάγκην εγκωμιαστού όπως ο Όμηρος, διά να τον ονομάση υψόροφον, όπως τον θάλαμον της Ελένης, ή αιγλήεντα, όπως τον Όλυμπον. Τον δε άλλον διάκοσμον και τας ζωγραφιάς των τοίχων και των χρωμάτων τα κάλλη και την ζωηρότητα εκάστου, την τελειότητα και την φυσικότητα, ορθώς δύναταί τις να παραβάλλη προς την εαρινήν όψιν ευανθούς λειμώνος, με την διαφοράν ότι η μεν άνθησις εκείνη μαραίνεται και αποβάλλει το κάλλος, ενώ το έαρ τούτο είνε παντοτεινόν και ο λειμών αμάραντος και τα άνθη αθάνατα, καθότι μόνον η όρασις τα εγγίζει και δρέπει την ηδονήν του θεάματος.

Τις λοιπόν δύναται να μη ενθουσιασθή βλέπων τόσα και τοιαύτα ωραία πράγματα και τις δεν θα παρακινηθή και υπέρ την δύναμίν του να ομιλήση εν μέσω αυτών, σκεπτόμενος ότι θα είνε μεγάλη εντροπή να φανή κατώτερος των αντικειμένων τα οποία βλέπει; Το θέαμα των ωραίων πραγμάτων θέλγει όχι μόνον τους ανθρώπους, αλλά και αυτά τα ζώα• και ο ίππος μου φαίνεται ότι με περισσοτέραν ευχαρίστησιν τρέχει εις μέρος επίπεδον και εις έδαφος μαλακόν, το οποίον δέχεται απαλά το πάτημα και ενδίδει ολίγον εις τον πόδα και δεν τον απωθεί με τραχύτητα. Τότε ο ίππος τερπόμενος αναπτύσσει όλον του τον δρόμον και, αφηνόμενος καθ' ολοκληρίαν εις την ορμήν του, αμιλλάται και προς το κάλλος της πεδιάδος. Το δε παγώνι, όταν αρχίζη η άνοιξις και ευρίσκεται εις λειμώνα, όπου τα άνθη ανοίγουν δροσερά και με χρωματισμούς ζωηρούς και ερασμίους, ανοίγει τα πτερά του και τα επιδεικνύει εις την λάμψιν του ηλίου, ανυψώνει την ουράν και την σχηματίζει εις κύκλον, επιδεικνύον τα ιδικά του άνθη και το έαρ των πτερών, ως αν ο λειμών το προκαλή εις άμιλλαν. Στρέφεται δε περί εαυτό και περιφέρεται και περιάγει εν πομπή τα κάλλη του. Τότε φαίνεται και θαυμασιώτερον υπό το φως, διότι τα χρώματά του μεταβάλλονται και μετατρέπονται και αλλάσσουν κάλλος. Τούτο δε συμβαίνει ιδίως εις τους κύκλους τους οποίους έχει εις τα άκρα των πτερών και τους οποίους περιβάλλουν οι χρωματισμοί της ίριδος. Ό,τι προ ολίγου εφαίνετο ως χαλκός, άμα ολίγον μετακινηθή, παρουσιάζει όψιν χρυσού, και εκείνο το οποίον εις το φως του ηλίου φαίνεται κυανούν, άμα σκιασθή, μεταβάλλεται εις πρασινωπόν• τόσον μεταχρωματίζεται εις το φως το πτέρωμά του. Ότι δε και η θάλασσα είνε ικανή να μας προκαλέση και μας κινήση εις επιθυμίαν όταν φαίνεται γαληνιαία, το γνωρίζετε και χωρίς να το είπω• και εντελώς χερσαίος και άπειρος των ταξειδίων αν είνε τις, πάντως επιθυμεί να εισέλθη εις πλοίον, ν' ακτοπλοήση ή ν' ανοιχθή εις το πέλαγος, μάλιστα εάν βλέπη ότι ο άνεμος είνε ούριος και ελαφρώς κολπεί το ιστίον, το δε πλοίον μαλακά και ελαφρά ολισθαίνει επί των κυμάτων.

Λοιπόν και του οίκου τούτου το κάλλος είνε ικανόν και να εμπνεύση ρήτορα και να εξυψώση την ευφράδειάν του και κατά πάντα τρόπον να συντελέση ώστε ν' αναδειχθή. Εγώ τουλάχιστον πιστεύω και έχω περί τούτων πεποίθησιν• και εις τον οίκον τούτον ήλθα διά να ομιλήσω, ελκόμενος υπό του κάλλους του, ως υπό μαγείας ή Σειρήνος• ελπίζω δε, και αν μέχρι τούδε οι λόγοι μου ήσαν μέτριοι, να αναδειχθούν εδώ ωραίοι, καθότι το περιβάλλον θα χρησιμεύση εις αυτούς ως λαμπρόν ένδυμα.

Αλλ' ενώ ωμίλουν, άλλος ρήτωρ, ουχί αξιοπεριφρόνητος, αλλά μάλιστα πολύ άξιος της προσοχής σας, ως διατείνεται, απεπειράτο να με διακόψη και αντικρούση τα λεγόμενα. Τώρα δε ότε έπαυσα λέγει ότι δεν είνε αληθή και απορεί πώς υποστηρίζω ότι κατάλληλον προς επίδειξιν ευφραδείας είνε το κάλλος οίκου κοσμημένου με χρώματα και χρυσόν, ενώ κατά την γνώμην του το εναντίον είνε αληθές. Αλλά μάλλον, αν θέλετε, αυτός ας σηκωθή και ας αναπτύξη τας ιδέας του ενώπιον υμών ως δικαστών και ας είπη διατί θεωρεί συντελεστικώτερον και ευνοϊκώτερον προς την ευγλωττίαν την απλότητα και την ασχημίαν του περιβάλλοντος. Ηκούσατε τους ιδικούς μου λόγους, ώστε δεν νομίζω αναγκαίον να δευτερολογήσω περί του αυτού θέματος. Αυτός δε ας ομιλήση τώρα και εγώ θα του παραχωρήσω την θέσιν μου και θα σιωπήσω.

Ο προλαλήσας ρήτωρ, ω άνδρες δικασταί, είπε πολλούς και μεγάλους επαίνους δι' αυτόν τον οίκον και με την ευφράδειάν του τον εστόλισε• εγώ δε όχι μόνον δεν θα τον ψέξω, αλλά και νομίζω ότι πρέπει να υπερθεματίσω εις όσα εκείνος είπε. Διότι όσω ωραιότερος θα σας φανή, τόσον ακατάλληλος προς εκφώνησιν λόγου θ' αποδειχθή. Και εν πρώτοις, επειδή ο αντίπαλος ωμίλησε περί γυναικών, στολισμού και χρυσού, θα επιτρέψετε και εις εμέ να μεταχειρισθώ το αυτό παράδειγμα. Λέγω λοιπόν ότι ο πλούσιος στολισμός όχι μόνον δεν αναδεικνύει το κάλλος μιας ωραίας γυναικός, αλλά και εναντιούται εις την εντύπωσιν αυτού, καθότι πάντες όσοι την βλέπουν καταπλήσσονται υπό του χρυσού και των πολυτίμων λίθων, αντί να θαυμάζουν το χρώμα της γυναικός ή το βλέμμα ή τον τράχηλον, τον βραχίονα ή τους δακτύλους• ο θεατής παραβλέπτων ταύτα, στρέφει όλην του την προσοχήν εις τον σαρδικόν ή τον σμάραγδον, το περιδέραιον ή το βραχιόλι, είνε δε επόμενον εκείνη να λυπηθή βλέπουσα ότι παροράται και ότι οι στολισμοί της δεν αφήνουν τους θεατάς να την επαινούν, αλλ' υποβιβάζουν εις δευτέραν μοίραν το κάλλος της. Κατ' ανάγκην νομίζω ότι και ο επιδεικνύων λόγους εντός τόσων ωραίων οικοδομών θα πάθη το αυτό. Διότι εις το μέγεθος των πέριξ ωραίων πραγμάτων χάνεται το κάλλος των λόγων και αμαυρούται και εξαφανίζεται, όπως εάν εισαγάγη τις λύχνον εις πυρκαϊάν μεγάλην ή επιδείξη μύρμηκα επί ελέφαντος ή καμήλου.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings