← Table of contents
Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Πέμπτος

Front matter (continued 3)

Ioannes Kondylakes translation

Όταν ποτέ είδε δύο φιλοσόφους αμαθεστάτους, οίτινες συνεζήτουν αλληλοϋβριζόμενοι και ο μεν απηύθυνεν ανοήτους ερωτήσεις, ο δε άλλος απήντα παραλόγως, Δεν σας φαίνεται, φίλοι μου, είπε προς τους παρισταμένους, ότι ο μεν είς εκ τούτων αμέλγει τράγον, ο δε άλλος κρατεί από κάτω κόσκινον διά να δεχθή το γάλα;

Ο Αγαθοκλής ο περιπατητικός έλεγεν υπερηφανευόμενος ότι είνε ο μόνος και ο πρώτος εκ των διαλεκτικών• ο δε Δημώναξ του είπεν• Αλλ' αν, Αγαθοκλή, είσαι ο πρώτος, δεν είσαι ο μόνος, εάν δε είσαι ο μόνος δεν είσαι πρώτος.

Όταν ο Κέθηγος ο πρώην ύπατος μεταβαίνων εις την Ασίαν ως πρεσβευτής προς τον πατέρα του, διήλθεν εξ Ελλάδος και έλεγε και έπραττε πολλά γελοία, κάποιος εκ των φίλων του Δημώνακτος είπε• Μέγα κάθαρμα είνε αυτός. Μα τον Δία, απήντησεν ο Δημώναξ, ούτε μέγα.

Όταν δε είδε τον φιλόσοφον Απολλώνιον προπεμπόμενον υπό πολυαρίθμων μαθητών — ανεχώρει δε κληθείς υπό του βασιλέως εις Ρώμην διά να τον έχη σύντροφον και διδάσκαλον,— είπεν• Ιδού ο Απολλώνιος και οι Αργοναύται του. {92}

Ερωτηθείς αν η ψυχή είνε αθάνατος, Όπως και όλα τα άλλα, απήντησε. Περί δε του Ηρώδου έλεγεν ότι εις αυτόν εφηρμόζετο το λεχθέν υπό του Πλάτωνος, ότι δεν έχομεν μίαν μόνον ψυχήν, διότι δεν θα ήτο η αυτή ψυχή ήτις παρέθετε γεύματα εις την Ρηγίλην και τον Πολυδεύκην, ως να ήσαν ζώντες, και η οποία συνέθετε τόσον ωραίους λόγους. {93} Ετόλμησε δέ ποτε και να ερωτήση δημοσία τους Αθηναίους, όταν ήκουσε την προκήρυξιν διά την τελετήν των Ελευσινίων μυστηρίων, διά ποίαν αιτίαν απέκλειον από τα μυστήρια ταύτα τους βαρβάρους, ενώ ο ιδρύσας αυτά Εύμολπος ήτο βάρβαρος και Θραξ.

Παρεσκευάζετο μίαν φοράν να ταξειδεύση εν καιρώ χειμώνος και είς εκ των φίλων του, Δεν φοβείσαι, του είπε, μήπως ναυαγήση το πλοίον και σε φαν τα ψάρια; Και δεν θα ήτο αχαριστία, απήντησε, να μη θέλω να με φάγουν τα ψάρια, αφού εγώ τόσα ψάρια έχω φάγη;

Ένα ρήτορα, ο οποίος πολύ κακώς ωμίλησε, συνεβούλευσε να μελετά και να γυμνάζεται• ο δε ρήτωρ είπε• Πάντοτε απαγγέλλω μόνος μου. Επόμενον λοιπόν είνε να ομιλής τόσον άσχημα αφού έχεις τόσον μωρόν ακροατήν.

Ιδών δέ ποτε ένα μάντιν, όστις έδιδε τας μαντείας του επί πληρωμή, Δεν εννοώ, του είπε, διατί ζητείς πληρωμήν• εάν θέλης να πληρώνεσαι ως δυνάμενος να μεταβάλλης τα προωρισμένα υπό των Μοιρών, όσα και αν ζητήσης θα είνε ολίγα• εάν δε όλα θα γίνουν όπως ο θεός ώρισε, τι αξίαν έχει η μαντική σου;

Όταν δε μίαν φοράν κάποιος Ρωμαίος, γέρων και σωματώδης, επεδείκνυε προς αυτόν την δεξιότητα του εις τους ξιφισμούς, κτυπών διά του ξίφους εις πάσσαλον, και τον ηρώτα πώς του εφαίνετο ως ξιφομάχος, Λαμπρός, του είπε, αν έχης ξύλινον ανταγωνιστήν.

Αλλά και εις τας δυσκόλους ερωτήσεις είχε πολύ ευστόχους απαντήσεις• όταν δε κάποιος τον ηρώτησε διά να γελάση με την αμηχανίαν του• Εάν καύσω ξύλα χιλίων μνων, Δημώναξ, πόσων μνων καπνός θα γίνη; Ζύγισε, απήντησεν ο Δημώναξ, την στάκτην και όλον το υπόλοιπον θα είνε καπνός.

Κάποιος Πολύβιος, πολύ απαίδευτος και σολοικίζων εις την γλώσσαν άνθρωπος, είπεν• Ο βασιλεύς μ' ετίμησε με την Ρωμαϊκήν πολιτείαν, θέλων να είπη με την Ρωμαϊκήν πολιτογράφησιν. Ο δε Δημώναξ του είπεν• Είθε να σ' έκαμνε μάλλον Έλληνα παρά Ρωμαίον.

Ιδών ένα εκ των κομψευομένων υπερηφανευόμενον διά το πλάτος της πορφύρας, ήτις εστόλιζεν ως παρυφή το ένδυμά του, έσκυψε και του εψιθύρισεν εις το ους, εγγίσας το ένδυμά του• Αυτό πριν από σε το εφόρει πρόβατον και ήτο πρόβατον.

Προκειμένου να λουσθή, εδίσταζε να εισέλθη εις το νερόν, επειδή ήτο καθ' υπερβολήν ζεστόν• κάποιος δε παριστάμενος τον κατηγόρησεν ως δειλόν. Δεν μου λες, είπεν ο Δημώναξ, εάν καώ, υπέρ πατρίδος θα το πάθω;

Τι φρονείς περί του κάτω κόσμου; τον ηρώτησέ τις. Περίμενε, απήντησε, και άμα πάω θα σου γράψω.

Κάποιος Άδμητος, ασήμαντος ποιητής, έλεγεν ότι έγραψε μονόστιχον επίγραμμα, το οποίον άφηνε παραγγελίαν να χαραχθή επί της στήλης του τάφου του• ιδού δε και το επίγραμμα:

Γαία λαβ' Αδμήτου έλυτρον, βη δ' εις θεόν αυτός {94}.

Και ο Δημώναξ γελάσας είπε• Τόσον ωραίον είνε, Άδμητε, το επίγραμμα, ώστε ήθελα να είχεν ήδη χαραχθή.

Όταν τις είδεν εις τας κνήμας του τα συνήθη του γήρατος αποτελέσματα, ηρώτησε• Τι είνε αυτά, Δημώναξ; Ο δε φιλόσοφος μειδιάσας, Ο Χάρων μ' εδάγκωσεν, είπεν.

Ιδών ένα Λακεδαιμόνιον να μαστιγώνη τον δούλον του, Τι κάνεις εκεί; του είπεν• Ομότιμόν σου αναδεικνύεις τον δούλον; {95}

Κάποια Δανάη είχε δίκην με τον αδελφόν της, και ο Δημώναξ της είπε• Μη φοβηθής να υποβληθής εις κρίσιν, αφού δεν είσαι η Δανάη η θυγάτηρ του Ακρισίου.

Κατεδίωκε με τα σκώμματά του προ πάντων εκείνους οίτινες εφιλοσόφουν προς επίδειξιν και όχι χάριν της αληθείας• ιδών δε ένα Κυνικόν, όστις εφόρει φιλοσοφικόν τρίβωνα και είχε πήραν, αλλ' αντί βακτηρίας εκράτει γουδοκόπανον και εκραύγαζε λέγων ότι είνε οπαδός του Αντισθένους, του Κράτητος και του Διογένους, Μη ψεύδεσαι, του είπε, διότι είσαι μαθητής του Υπερίδου. {96} Όταν έβλεπε πολλούς των αθλητών να παραβαίνουν τους κανόνας και να δάκνουν κατά το αγώνισμα του παγκρατίου, έλεγε, Πολύ δικαίως οι εξυμνούντες τους σημερινούς αθλητάς τους αποκαλούν λέοντας.

Έξυπνον δε και δηκτικόν ήτο και εκείνο το οποίον είπε προς τον ανθύπατον, ο οποίος ήτο εκ των θηλυπρεπών, οίτινες μαδούν τα σκέλη και το σώμα ολόκληρον. Κάποιος Κυνικός είχεν αναβή εις πέτραν και κατηγόρει τον άνθύπατον διά τούτο και τον απεκάλει κίναιδον, και ο ανθύπατος οργισθείς ήτο έτοιμος να διατάξη να τον μαστιγώσουν μέχρι θανάτου ή να τον εξορίση. Ο δε Δημώναξ παρατυχών παρεκάλεσε τον ανθύπατον να τον συγχωρήση, καθότι ήτο συνήθεια και κανών των Κυνικών να μεταχειρίζωνται θρασείαν γλώσσαν. Ας είνε, είπεν ο ανθύπατος, προς χάριν σου• αλλ' εάν το επαναλάβη, τι πρέπει να πάθη; Και ο Δημώναξ απήντησε• Διάταξε τότε να μαδηθή και αυτός.

Όταν δε κάποιος, εις τον οποίον ο βασιλεύς ενεπιστεύθη την διοίκησιν στρατευμάτων και μιας χώρας εκ των μεγαλειτέρων, ηρώτησε τον Δημώνακτα πώς έπρεπε να κυβερνήση, Χωρίς θυμόν, απήντησεν ο φιλόσοφος. Να λέγης ολίγα και ν' ακούης πολλά.

Όταν άλλος τον ηρώτησεν εάν και αυτός τρώγη τηγανίτες, Νομίζεις, είπεν, ότι η μέλισσες κατασκευάζουν το μέλι διά τους μωρούς;

Ιδών δε εις την Ποικίλην Στοάν ανδριάντα του οποίου η χειρ είχε αποκοπή, Αργά, είπεν, οι Αθηναίοι ετίμησαν τον Κυναίγειρον με ανδριάντα.

Όταν είδε τον Ρουφίνον τον Κύπριον — εννοώ τον χωλόν Περιπατητικόν — να περιπατή εις το Λύκειον, είπε• Δεν γνωρίζω τίποτε αναισχυντότερον από χωλόν Περιπατητικόν.

Μίαν φοράν ο Επίκτητος τον επέπληττε και συγχρόνως τον συνεβούλευσε να συνάψη γάμον και να τεκνοποιήση. Αυτός δε του απέδωκε την επίπληξιν απαντήσας• Να μου δώσης μίαν από τας θυγατέρας σου, Επίκτητε. {97}

Άξιον δε απομνημονεύσεως είνε και εκείνο το οποίον είπε προς τον Αριστοτελικόν φιλόσοφον Ερμίνον• διότι γνωρίζων ότι ήτο φαυλότατος και έπραττε παντός είδους κακά, τον ήκουε δε να έχη εις το στόμα του διηνεκώς τον Αριστοτέλην και τας Δέκα Κατηγορίας, {98} του είπεν• Ερμίνε, αληθώς είσαι άξιος δέκα κατηγοριών.

Οι Αθηναίοι μιμούμενοι τους Κορινθίους εσκέπτοντο να ιδρύσουν και αυτοί θέατρον μονομάχων. Αλλ' εμφανισθείς ο Δημώναξ εις την συνέλευσιν είπε• Πριν λάβετε τοιαύτην απόφασιν, Αθηναίοι, πρέπει να καταλύσετε τον βωμόν του Ελέου.

Όταν ποτέ μετέβη εις Ολυμπίαν, οι Ηλείοι εψήφισαν να του ιδρύσουν χαλκούν ανδριάντα, αλλ' αυτός τους απέτρεψεν ειπών• Ούτω θα φανήτε ότι υβρίζετε τους προγόνους σας, αφού μήτε εις τον Σωκράτην, μήτε εις τον Διογένην έστησαν εκείνοι ανδριάντα.

Ήκουσα δε αυτόν να λέγη και προς ένα νομομαθή, ότι οι νόμοι κινδυνεύουν να είνε άχρηστοι, είτε διά τους κακούς, είτε διά τους χρηστούς γίνονται• διότι οι μεν καλοί δεν έχουν ανάγκην νόμων, οι δε κακοί δεν γίνονται καλλίτεροι υπό των νόμων. Εκ των στίχων δε του Ομήρου επανελάμβανε συνήθως τον εξής•

Κάτθαν' ομώς ότ' αεργός ανήρ ότε πολλά εοργώς.

Τον Θερσίτην εθεώρει ως καλόν Κυνικόν ρήτορα. Ερωτηθείς δε μίαν φοράν, ποίος εκ των φιλοσόφων του αρέσει, είπε• Όλοι είνε θαυμαστοί• αλλ' εγώ λατρεύω τον Σωκράτην, θαυμάζω τον Διογένην και αγαπώ τον Αρίστιππον.

Έζησεν εκατόν σχεδόν έτη, χωρίς νοσήματα και λύπας, χωρίς να ενοχλήση ή να ζητήση παρά κανενός τίποτε, χρήσιμος εις τους φίλους και ουδένα αποκτήσας ποτέ εχθρόν. Τόσην δε αγάπην έτρεφον προς αυτόν οι Αθηναίοι και όλοι οι Ελληνες, ώστε όταν διέβαινεν εσηκώνοντο οι άρχοντες, όλοι δε εσιώπων. Κατά δε τα τέλη του βίου του, όταν πλέον ήτο υπέργηρως, εδείπνει και εκοιμάτο απρόσκλητος εις οιανδήποτε οικίαν ήθελεν• εκείνοι δε οίτινες εδέχοντο την επίσκεψίν του, την εθεώρουν περίπου θείαν εμφάνισιν και ως ευτυχή οιωνόν. Όταν δε μετέβαινεν εις την αγοράν, αι αρτοπώλιδες εφιλονείκουν μεταξύ των, διότι εκείνη ήτις θα του έδιδεν άρτον, το εθεώρει ευτυχίαν και όλαι ήθελον να του δίδουν. Αλλά και τα παιδία τού προσέφερον οπωρικά και τον ωνόμαζον πατέρα. Όταν δέ ποτε συνέβη εις τας Αθήνας στάσις, εισήλθεν εις την συνέλευσιν του λαού και μόνον η εμφάνισίς του επέβαλε σιγήν. Ιδών δε ότι ειρήνευσαν, απήλθε χωρίς να είπη τίποτε.

Όταν είδεν ότι δεν ηδύνατο πλέον να επαρκή εις τας ανάγκας της ζωής, είπε προς τους παρόντας φίλους του τους στίχους διά των οποίων οι κήρυκες αναγγέλλουν το τέλος των αγώνων•

Λήγει μεν αγών των καλλίστων άθλων ταμίας, καιρός δε καλεί μηκέτι μέλλειν {99}

Και παραιτηθείς πάσης τροφής απήλθεν εκ του βίου φαιδρός, όπως πάντοτε εφαίνετο προς τους συναναστρεφομένους αυτόν.

Μικρόν προ του θανάτου του, κάποιος τον ηρώτησε• Περί ταφής τι παραγγέλλεις; Μη σκοτίζεσθε δι' αυτό, είπε, διότι η οσμή θα με θάψη. — Και δεν είνε εντροπή, είπεν ο άλλος να γίνη το σώμα ενός τοιούτου ανθρώπου τροφή των ορνέων και των σκύλων; — Τόσω το καλλίτερον, απήντησεν ο φιλόσοφος, αν γίνω και μετά θάνατον χρήσιμος εις μερικά ζώα.

Οι Αθηναίοι τον έθαψαν μεγαλοπρεπώς και διά δημοσίας δαπάνης και επί πολύ τον επένθησαν. Το δε λίθινον κάθισμα, όπου συνείθιζε να αναπαύεται οσάκις εκουράζετο, επροσκύνουν και εστόλιζον με στεφάνους προς τιμήν του φιλοσόφου, θεωρούντες ιεράν και την πέτραν επί της οποίας εκάθητο. Την κηδείαν του συνώδευσαν όλοι, μάλιστα οι φιλόσοφοι, οίτινες και εσήκωσαν και μετέφεραν το πτώμα του μέχρι του τάφου.

Αυτά τα ολίγα εκ των πολλών του ανεκδότων απεμνημόνευσα• αλλά και εκ τούτων δύνανται οι αναγινώσκοντες να κρίνουν οποίος υπήρξεν ο άνθρωπος εκείνος.

ΧΑΡΩΝ Ή ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΝΤΕΣ

Ερμής και Χάρων.

ΕΡΜΗΣ. Τι γελάς, Χάρων, και διατί αφήκες το πλοίον σου και ήλθες εδώ, ενώ δεν συνειθίζεις νανεβαίνης εις τον επάνω κόσμον;

ΧΑΡΩΝ Επεθύμησα, ω Ερμή, να ίδω πώς είνε τα πράγματα της ζωής και τι πράττουν οι άνθρωποι, αλλά προ πάντων τι χάνουν, όταν πεθαίνουν, και μας έρχωνται κάτω όλοι με κλάμματα• διότι κανείς δεν κάνει αυτό το ταξείδι χωρίς δάκρυα. Εζήτησα λοιπόν από τον βασιλέα του Άδου άδειαν μιας ημέρας και, όπως ο Θεσσαλός εκείνος νέος {100}, ανέβηκα εις το φως. Σε συναντώ δε εις κατάλληλον στιγμήν, διότι δεν αμφιβάλλω ότι θα μου χρησιμεύσης ως ξεναγός και θα με συνοδεύσης διά να μου δείξης τα καθέκαστα, ώστε να τα ίδω όλα.

ΕΡΜ. Δεν έχω καιρόν, πορθμεύ• διότι έχω να εκτελέσω μίαν παραγγελίαν του Διός διά την γην• ξέρεις δε πόσον οξύθυμος είνε και φοβούμαι μήπως αν βραδύνω με καταδικάση να μένω παντοτινά κάτω εις το σκότος ή, όπως προ καιρού τον Ήφαιστον, μ' αρπάξη από το πόδι και με πετάξη κάτω, από τον ουρανόν κι' έπειτα θα χωλαίνω και θα γελούν και για μένα οι άλλοι.

ΧΑΡ. Θα μ' αφήσης λοιπόν να γυρίζω εις την γην χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω, ενώ είμαι φίλος σου και σύντροφος εις την μεταφοράν των νεκρών; Αλλ' έπρεπε να θυμάσαι, υιέ της Μαίας, τουλάχιστον ότι ποτέ δεν σ' έβαλα ν' αδειάζης νερό ή να τραβάς κουπί, αλλά σε αφίνω και ροχαλίζεις ξαπλωμένος στο κατάστρωμα, ενώ έχεις χέρια τόσον δυνατά, ή αν εύρης κανένα φλύαρον νεκρόν κάθεσαι και κουβεντιάζετε εις όλον το ταξείδι, εγώ δε, αν και γέρος, τραβώ μόνος και τα δύο κουπιά. Να χαρής τον πατέρα σου, αγαπητέ μου μικρέ Ερμή, μη μ' αφήσης, αλλ' οδήγησέ με να δω πώς ζουν οι άνθρωποι, διά να μη γυρίσω άπρακτος• διότι εάν συ δεν με βοηθήσης δεν θα διαφέρω από τυφλόν• όπως εκείνοι δεν βλέπουν και σκοντάφτουν εις το σκότος, ούτω και εγώ δεν καλοβλέπω εις το φως. Έλα λοιπόν, Κυλλήνιε, και δεν θα λησμονήσω ποτέ αυτήν την χάριν.

ΕΡΜ. Θα γείνης αφορμή να φάω ξύλο• περί τούτου είμαι βέβαιος, αλλά τι να κάμω; Όταν ένας φίλος με παρακαλή τόσον επιμόνως, μπορώ ν' αποφύγω; Αλλά να ίδης όλα τα καθέκαστα ακριβώς είνε αδύνατον, Χάρων• διότι αυτό θ' απαιτούσε χρονοτριβήν πολλών ετών και εγώ έπειτα θα κηρυχθώ λιποτάκτης. Αλλά και συ θ' άναγκασθής να διακόψης τα έργα του θανάτου προς ζημίαν της εξουσίας του Πλούτωνος και επί πολύν καιρόν θα παύσης να μεταφέρης τους νεκρούς. Ο δε τελώνης Αιακός θα θυμώση, διότι δεν θα εισπράττη πλέον ούτε ένα οβολόν. Πρέπει να σκεφθούμε λοιπόν πώς θα δυνηθής να ίδης τα κυριώτερα από τα συμβαίνοντα εις την ζωήν.

ΧΑΡ. Σε αφήνω να σκεφθής το καλλίτερον, διότι εγώ δεν γνωρίζω τίποτε και είμαι ξένος εις τον επάνω κόσμον.

ΕΡΜ. Πρώτα πρώτα, Χάρων, πρέπει να εύρωμεν ένα ψηλό μέρος διά να ίδης απ' εκεί τα πάντα. Εάν σου ήτο δυνατόν ν' ανέβης εις τον ουρανόν, το πράγμα θα ήτο εύκολον• διότι έτσι θα έβλεπες από πάνω παν ό,τι συμβαίνει εις την γην. Αλλ' επειδή έχεις πάντοτε να κάμης με σκιάς και δεν σου επιτρέπεται να εισέλθης εις τα ανάκτορα του Διός, πρέπει να εύρωμεν κανένα υψηλό βουνό.

ΧΑΡ. θυμάσαι, Ερμή, τι σας λέγω εις τα ταξείδιά μας; Όταν φυσήση δυνατός άνεμος και μας έρχεται από τα πλάγια εις το πανί και σηκώνονται κύματα μεγάλα, σεις από άγνοιαν της ναυτικής τέχνης φωνάζετε να μαζευθή το πανί ή να χαλαρωθή ολίγον η σκότα ή να τραβήξωμεν κατά τον άνεμον, αλλ' εγώ σας λέγω να μη ανησυχήτε, διότι γνωρίζω τι πρέπει να γείνη. Έτσι και συ τώρα κάνε ό,τι νομίζεις καλόν, ως να είσαι κυβερνήτης• εγώ δε ως επιβάτης θα υπακούω με σιωπήν και ησυχίαν εις όλας σου τας διαταγάς.

ΕΡΜ. Καλά λέγεις• εγώ ξέρω τι πρέπει να γείνη και θα εύρω το κατάλληλον μέρος διά να επισκοπήσωμεν τα ανθρώπινα πράγματα. Λοιπόν ο Καύκασος είνε κατάλληλος ή μάλλον ο Παρνασσός• αλλά και από τους δύο καταλληλότερος είνε ο Όλυμπος. Αλλ' ο Όλυμπος μου ενθυμίζει μίαν καλήν ιδέαν, πρέπει όμως και συ να βοηθήσης και να κοπιάσης ολίγον.

ΧΑΡ. Να διατάσσης μόνον και θα σε υπηρετήσω όσον δύναμαι.

ΕΡΜ. Ο ποιητής Όμηρος λέγει ότι του Αλπέως οι γυιοί, οι οποίοι ήσαν δύο όπως ημείς, όταν ακόμη ήσαν παιδιά επεχείρησαν μίαν φοράν να ξερριζώσουν την Όσσαν και να την θέσουν επάνω εις τον Όλυμπον και έπειτα το Πήλιον επάνω εις αυτήν, διότι ενόμιζαν ότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα εσχημάτιζαν κλίμακα αρκετήν διά να φθάσουν εις τον ουρανόν. Και εκείνα μεν τα παιδάρια ετιμωρήθησαν διά την αναίδειάν των ημείς δε — αφού δεν έχομεν κανένα κακόν ή ασεβή σκοπόν κατά των θεών —διατί δεν τους μιμούμεθα και να κυλίσωμεν διάφορα όρη και να τα θέσωμεν το ένα επί του άλλου, ώστε να κατασκευάσωμεν όσον το δυνατόν υψηλήν σκοπιάν;

ΧΑΡ. Και θα δυνηθώμεν, Ερμή, μόνον οι δύο μας να σηκώσωμεν το Πήλιον και την Όσσαν;

ΕΡΜ. Γιατί όχι, Χάρων; Ή έχεις την ιδέαν ότι είμεθα πλέον αδύνατοι από τα παιδαρέλια εκείνα, αφού μάλιστα είμεθα και θεοί;

ΧΑΡ. Όχι• αλλά το πράγμα μου φαίνεται πολύ μεγάλο και δύσκολο.

ΕΡΜ. Επόμενον είνε, διότι είσαι αμαθής, Χάρων, και δεν έχεις το χάρισμα το ποιητικόν. Ο θαυμάσιος όμως Όμηρος με δύο στίχους μεταφέρει και αλληλεπιθέτει τα βουνά και εις μίαν στιγμήν μας κάνει κλίμακα διά τον ουρανόν. Αλλ' απορώ πώς νομίζεις αυτά απίστευτα, αφού γνωρίζεις τον Άτλαντα, ο οποίος σηκώνει τον κόσμον με όλους ημάς εις τους ώμους του και είνε ένας μόνον. Θα έχης δε ίσως ακούση και περί του αδελφού μου του Ηρακλέους ότι αντικατέστησέ ποτε τον Άτλαντα εκείνον και του πήρε το φορτίον του διά να τον ξεκουράση ολίγον.

ΧΑΡ. Τα ήκουσα και αυτά, αλλ' αν είνε αληθινά, συ, Ερμή, και οι ποιηταί το ξέρετε.

ΕΡΜ. Αληθέστατα, Χάρων. Διότι διά ποίον λόγον άνθρωποι σοφοί θα εψεύδοντο; Λοιπόν ας ξεκουνήσωμεν την Όσσαν πρώτον, ακολουθούντες τας οδηγίας του ποιήματος και του αρχιτέκτονος,

αυτάρ επ' Όσση, Πήλιον εινοσίφυλλον {101}.

Βλέπεις, πόσον εύκολα και πόσον ποιητικώς τα εκαταφέραμεν; Τώρα θ' ανέβω να ίδω αν είνε ανάγκη να βάλωμεν και άλλο βουνό απάνω. Μωρέ, πόσον χαμηλότερα είμεθα ακόμη από τον ουρανόν• από τα ανατολικά μόλις φαίνεται η Ιονία και η Λυδία, από δε τα δυτικά παράλια δεν φαίνεται τίποτε πέραν της Ιταλίας και Σικελίας και από τον βορράν μόνον τα κάτω του Ίστρου διακρίνονται, προς νότον δε η Κρήτη ολίγον και αμυδρά φαίνεται. Πρέπει να μετακινήσωμεν και την Οίτην και έπειτα επάνω εις όλα αυτά να τοποθετήσωμεν και τον Παρνασσόν.

ΧΑΡ. Έτσι να κάμωμεν. Πρόσεξε μόνον να μη υψώσωμεν το έργον μας πέραν του πιθανού και έπειτα καταρρεύση και συγκρημνισθώμεν, πληρώσωμεν δε την ευπιστίαν μας εις την οικοδομικήν του Ομήρου με τα κεφάλια μας που θα τσακισθούν.

ΕΡΜ. Μη σε μέλει και όλα θα πάνε καλά. Μετακίνησε την Οίτην και επάνω εις αυτήν ας θέσωμεν τον Παρνασσόν. Και τώρα ανεβαίνω πάλιν διά να ίδω. Λαμπρά• βλέπω τα πάντα. Ανέβα τώρα και συ.

ΧΑΡ. Δόσε μου το χέρι σου, Ερμή, διότι δεν μου είνε εύκολον να σκαρφαλώσω τόσο ψηλά.

ΕΡΜ. Αφού θέλεις να δης τα πάντα, Χάρων, πρέπει και να κινδυνεύσης ολίγον. Όταν κανείς είνε περίεργος πρέπει να έχη και το θάρρος του κινδύνου. Κρατήσου από το χέρι μου και πρόσεξε να μην πατής εις τα ολισθηρά μέρη. Λαμπρά• ανέβηκες και συ. Αφού δε ο Παρνασσός έχει δύο κορυφάς, πάρε συ την μίαν και εγώ την άλλην και ας καθήσωμεν• τώρα δε κύτταζε γύρω και βλέπε.

ΧΑΡ. Βλέπω μίαν εκτεταμένην ξηράν και μίαν μεγάλην λίμνην, η οποία την περιβρέχει, όρη και ποταμούς, μεγαλειτέρους από τον Κωκυτόν και τον Πυριφλεγέθοντα και ανθρώπους μικρούς—μικρούς και μερικές από της φωληές των.

ΕΡΜ. Είνε πόλεις αυτές που νομίζεις φωληές.

ΧΑΡ. Το ξέρεις, Ερμή, ότι δεν εκάμαμε τίποτε και ότι αδίκως μετεκινήσαμεν τον Παρνασσόν ομού με την Κασταλλίαν και την Οίτην και τα άλλα βουνά;

ΕΡΜ. Διατί;

ΧΑΡ. Δεν βλέπω τίποτε καθαρά απ' αυτό το ύψος. Η επιθυμία μου δεν ήτο να ίδω πόλεις και όρη μόνον όπως εις της ζωγραφιές, αλλά και ανθρώπους, και να διακρίνω τι κάνουν και ν' ακούσω τι λέγουν, όπως την πρώτην στιγμήν που με συνήντησες και με είδες να γελώ και με ηρώτησες γιατί γελούσα• είχα ακούση κάτι το οποίον μου εφάνη πολύ αστείον.

ΕΡΜ. Τι;

ΧΑΡ. Κάποιος είχε προσκληθή από ένα φίλον του εις γεύμα διά την επιούσαν, και ενώ έλεγε «μάλιστα, θα έλθω χωρίς άλλο», έπεσε μία κεραμίδα από την στέγην, τον βρήκε στο κεφάλι και τον αφήκε στον τόπο. Αυτό μου εφάνη πολύ αστείον, διότι έβλεπα ότι έδιδεν υπόσχεσιν την οποίαν δεν θα ηδύνατο να εκτελέση. Μου φαίνεται δε ότι καλλίτερα θα κάμωμεν να κατέβωμεν λίγο χαμηλότερα, διότι θέλω να βλέπω και ν' ακούω συγχρόνως.

ΕΡΜ. Μη σε μέλει• και δι' αυτό θα φροντίσω• θα δανεισθώ από τον Όμηρον ένα εξορκισμόν διά να σε κάμω να βλέπης πολύ δυνατά. Να θυμάσαι μόνον άμα απαγγείλω τους στίχους να παύσης να αμβλυωπής και να βλέπης τα πάντα καθαρά.

ΧΑΡ. Λέγε λοιπόν.

ΕΡΜ. Αχλύν δ' αύ τοι απ' οφθαλμών έλον, ή πριν επήεν,

όφρ' ευ γινώσκης ημέν θεον ηδέ και άνδρα {102}.

Λοιπόν βλέπεις τώρα;

ΧΑΡ. Θαυμάσια. Μπροστά μου ο Λυγγεύς είνε στραβός. Και τώρα θα σε παρακαλέσω να μου απαντήσης εις μερικάς ερωτήσεις• θέλεις δε και εγώ να σου ομιλήσω με στίχους του Ομήρου, διά να μάθης ότι κάτι ξέρω και από Όμηρον;

ΕΡΜ. Και πώς ξέρεις εσύ Όμηρον, που ήσουν πάντοτε ναύτης και κωπηλάτης;

ΧΑΡ. Βλέπω ότι έχεις πολύ κακήν ιδέαν για μας τους ναυτικούς. Αλλ' εγώ, όταν πέθανε ο ποιητής και τον πήρα, τον ήκουα ν' απαγγέλλη πολλά εκ των ποιημάτων του και ενθυμούμαι ακόμη μερικά, μολονότι την ημέραν εκείνην είχαμε τρικυμίαν μεγάλην. Άμα ήρχισε να ψάλλη μίαν ωδήν, η οποία δεν ήτο πολύ αισία διά το ταξείδι, ο Ποσειδών εμάζευσε τα σύννεφα και ετάραξε την Αχερουσίαν. Την ανακάτεψε με την τρίαινάν του ως με κουτάλαν. Έγεινε δε μεγάλη ανεμοζάλη και σκότος εξ αιτίας των στίχων εκείνων και παρ' ολίγον να μας ανατρέψη το πλοίον και ο ποιητής έπαθε ναυτίαν και εξέρασε πολλάς ραψωδίας ομού με την Σκύλλαν και την Χάρυβδιν και τον Κύκλωπα. Από τόσα ξεράσματα δεν ήτο δύσκολον να διατηρώ ακόμη μερικά. Λοιπόν λέγε μου τώρα•

Τις γαρ όδ' ποτέ πάχιστος ανήρ ηύς τε μέγας τε, έξοχος ανθρώπων κεφαλήν και ευρέας ώμους;

ΕΡΜ. Είνε ο αθλητής Μίλων ο Κροτωνιάτης. Τον χειροκροτούν δε οι Έλληνες διότι εσήκωσεν εις τους ώμους του ταύρον και με το φορτίον τούτο διατρέχει το στάδιον.

ΧΑΡ. Και δεν είνε δικαιότερον να χειροκροτούν εμένα, Ερμή, ο οποίος μετ' ολίγον θα σου συλλάβω αυτόν τον Μίλωνα και θα τον ρίψω εις το πλοιάριον, όταν θα νικηθή υπό του ακατανικήτου ανταγωνιστού, του θανάτου, και θα έλθη κάτω, χωρίς μάλιστα καλά καλά να καταλάβη πώς ενικήθη; Και τότε θα κλαίη ενθυμούμενος τους στεφάνους που λαμβάνει τώρα και τα χειροκροτήματα. Τώρα υπερηφανεύεται και νομίζει ότι είνε κάτι σπουδαίον, διότι κατορθώνει να σηκώνη ένα ταύρον και οι θεαταί τον θαυμάζουν διά τούτο. Τι να υποθέσωμεν; Φαντάζεται άρά γε ότι θ' αποθάνη μίαν ημέραν;

ΕΡΜ. Πού να λογαριάζη θάνατον αυτός με την ζωήν και την δύναμιν που έχει!

ΧΑΡ. Άφησ' τον και έχομε να γελάσωμεν όταν θα ταξειδεύη μαζή μας και όχι πλέον ταύρον, αλλ' ουδέ κουνούπι θα δύναται να σηκώση. Αλλά πες μου και τούτο•

Τις τ' άρ' όδ' άλλος ο σεμνός ανήρ;

Από το ένδυμά του δεν φαίνεται να είνε Έλλην.

ΕΡΜ. Είνε ο Κύρος, ο υιός του Καμβύσου, ο οποίος αφήρεσεν από τους Μήδους την κυριαρχίαν και την έδωκεν εις τους Πέρσας. Αυτός προ ολίγου καιρού ενίκησε τους Ασσυρίους και κατέκτησε την Βαβυλώνα• τώρα δε φαίνεται ότι παρασκευάζει εκστρατείαν εναντίον της Λυδίας, διά να καθαιρέση και τον Κροίσον και γίνη κύριος όλης της Ασίας.

ΧΑΡ. Και ο Κροίσος που είνε;

ΕΡΜ. Κύτταξε εκεί που φαίνεται μία μεγάλη ακρόπολις με τριπλούν τείχος• είνε αι Σάρδεις• βλέπεις δε τώρα και τον Κροίσον ξαπλωμένον επάνω εις χρυσήν κλίνην και συνδιαλεγόμενον με τον Σόλωνα τον Αθηναίον. Θέλεις ν' ακούσωμεν τι λέγουν;

ΧΑΡ. Μάλιστα.

ΚΡΟΙΣΟΣ. Είδες, ω ξένε Αθηναίε, τα πλούτη μου και τους θησαυρούς και πόσον χρυσόν άκοπον έχω και την άλλην μου πολυτέλειαν. Τώρα σε παρακαλώ να μου πης ποίον εξ όλων των ανθρώπων νομίζεις ως τον πλέον ευτυχή.

ΧΑΡ. Τι άρά γε θ' απαντήση ο Σόλων;

ΕΡΜ. Μη ανησυχής και δεν θα πη τίποτε ανόητον.

ΣΟΛΩΝ. Οι ευτυχείς, Κροίσε, είνε ολίγοι• εγώ δε ως τους πλέον ευτυχείς νομίζω τον Κλέοβιν και τον Βίτωνα, τους υιούς της Αργείας ιερείας.

ΧΑΡ. Εννοεί βέβαια εκείνους οι οποίοι απέθανον συγχρόνως προ καιρού, αφού εζεύχθησαν εις την άμαξαν και έσυραν την μητέρα των μέχρι του ναού της Αρτέμιδος.

ΚΡΟΙΣ. Ας παραδεχθώμεν ότι αυτοί έχουν τα πρωτεία της ευτυχίας. Δεύτερος ποίος έρχεται;

ΣΟΛ. Τέλλος ο Αθηναίος, ο οποίος αφού έζησε καλώς, απέθανεν υπέρ της πατρίδος του.

ΚΡΟΙΣ. Εγώ δε, κάθαρμα, δεν σου φαίνομαι ευτυχής;

ΣΟΛ. Αυτό δεν θα φανή, Κροίσε, πριν φθάσης εις το τέλος του βίου σου• διότι μόνον ο θάνατος τα ξεκαθαρίζει αυτά τα ζητήματα και μόνον εκείνος είνε ευτυχής ο οποίος κατορθώνει να είνε μέχρι τέλους τοιούτος.

ΧΑΡ. Εύγε, Σόλων, που δεν μας λησμονείς, αλλά λέγεις ότι το ζήτημα της ευτυχίας πρέπει να λύεται κοντά εις το πλοίον μου. Αλλά ποίοι είνε εκείνοι οι άνθρωποι, τους οποίους ο Κροίσος ξαποστέλλει κάπου, και τι σηκώνουν εις τους ώμους των;

ΕΡΜ. Είνε πλίνθοι χρυσαί, τας οποίας αποστέλλει ως προσφοράς εις τον Πύθιον Απόλλωνα διά τους χρησμούς που μετ' ολίγον θα φέρουν την καταστροφήν του• διότι αγαπά και εκτιμά πολύ την μαντικήν.

ΧΑΡ. Μπα! αυτό το κίτρινο πράγμα που στίλβει και έχει μίαν λάμψιν κοκκινωπήν είνε ο χρυσός; Τον έχω ακούση πολλάκις και τώρα μόνον τον βλέπω.

ΕΡΜ. Αυτός είνε, Χάρων, περί του οποίου όλοι ομιλούν και όλοι τον επιδιώκουν.

ΧΑΡ. Αλλά δεν βλέπω τι καλόν έχει αυτό το πράγμα, εκτός μόνον ότι δίδει βάρος εις αυτόν που το έχει.

ΕΡΜ. Δεν ξέρεις πόσοι πόλεμοι έγιναν δι' αυτό, πόσαι επιβουλαί και ληστείαι, επιορκίαι και φόνοι, πόσα μακρυνά ταξείδια έγιναν χάριν αυτού και πόσοι άνθρωποι έχασαν την ελευθερίαν των εξ αιτίας του!

ΧΑΡ. Δι' αυτό το μέταλλον, Ερμή, το οποίον πολύ ολίγον διαφέρει από τον χαλκόν; Τον χαλκόν τον γνωρίζω, διότι ως ξέρεις, λαμβάνω από έκαστον εκ των ερχομένων εις τον Άδην ένα οβολόν.

ΕΡΜ. Ναι• αλλ' ο χαλκός είνε πολύς και δεν του αποδίδουν μεγάλην σημασίαν οι άνθρωποι, ενώ ο χρυσός είνε ολίγος και τον εξάγουν από πολύ βάθος οι μεταλλευταί. Από την γην όμως εξάγεται και αυτός, καθώς ο μόλυβδος και τα άλλα.

ΧΑΡ. Πολύ ανοήτους μου παριστάς τους ανθρώπους, αφού τόσον αγαπούν αυτό το κίτρινον και βαρύ πράγμα.

ΕΡΜ. Βλέπεις όμως ότι ο Σόλων εκείνος δεν φαίνεται να το αγαπά, αφού, ως είδες, εμπαίζει τον Κροίσον και τα πλούτη διά τα οποία ο βάρβαρος υπερηφανεύεται. Αλλά μου φαίνεται ότι κάτι θέλει πάλιν να τον ερωτήση. Ας ακούσωμεν.

ΣΟΛ. Δεν μου λέγεις, Κροίσε, νομίζεις ότι ο Πύθιος Απόλλων έχει ανάγκην αυτών των πλίνθων;

ΚΡΟΙΣ. Βέβαια• διότι δεν υπάρχει εις τους Δελφούς άλλο τοιούτον αφιέρωμα.

ΣΟΛ. Ώστε φρονείς ότι ο θεός θα είνε ευτυχής αν μετά των άλλων αποκτήση και πλίνθους χρυσάς;

ΚΡΟΙΣ. Διατί όχι;

ΣΟΛ. Τότε, κατά την ιδέαν σου, Κροίσε, θα επικρατή πολλή πενία εις τον ουρανόν, αφού οι θεοί ευρίσκονται εις την ανάγκην να ζητούν χρυσόν από την Λυδίαν, αν επιθυμήσουν.

ΚΡΟΙΣ. Και πού αλλού υπάρχει τόσος χρυσός όσος εδώ;

ΣΟΛ. Δεν μου λες, σίδηρος δεν παράγεται εις την Λυδίαν;

ΚΡΟΙΣ. Όχι πολύς.

ΣΟΛ. Σας λείπει λοιπόν το καλλίτερον.

ΚΡΟΙΣ. Πώς; είνε καλλίτερος ο σίδηρος από τον χρυσόν;

ΣΟΛ. Αν μου απαντήσης χωρίς να θυμώνης, θα το εννοήσης.

ΚΡΟΙΣ. Ερώτα, Σόλων.

ΣΟΛ. Ποίοι είνε καλλίτεροι, εκείνοι οι οποίοι σώζουν άλλους ή οι σωζόμενοι παρ' εκείνων;

ΚΡΟΙΣ. Βεβαίως οι σώζοντες.

ΣΟΛ. Λοιπόν εάν ο Κύρος, όπως λέγεται ότι σχεδιάζει, εκστρατεύση εναντίον των Λυδών, τότε θα κατασκευάσης χρυσάς μαχαίρας διά τον στρατόν σου, ή θα σου χρησιμεύση ο σίδηρος;

ΚΡΟΙΣ. Ο σίδηρος, εννοείται.

ΣΟΛ. Επομένως, εάν δεν έχης σίδηρον, θα σου φύγη ο χρυσός και θα πάη αιχμάλωτος εις την Περσίαν.

ΚΡΟΙΣ. Κουνήσου από τη θέσι σου, άνθρωπε.

ΣΟΛ. Εύχομαι να μη συμβούν αυτά, αλλ' οπωσδήποτε ομολογείς ότι ο σίδηρος είνε καλλίτερος από τον χρυσόν.

ΚΡΟΙΣ. Λοιπόν και εις τον θεόν θέλεις ν' αφιερώσω πλίνθους σιδηράς, να ζητήσω δε οπίσω τον χρυσόν;

ΣΟΛ. Ούτε σιδήρου έχει ανάγκην ο θεός, αλλ' είτε χαλκόν, είτε χρυσόν αφιερώσης, θα γείνη λεία των ανθρώπων, των Φωκέων λόγου χάριν, των Βοιωτών ή των Δελφών, ή κανενός τυράννου ή ληστού, ο δε Απόλλων ολίγον ενδιαφέρεται διά τα χρυσά σου αφιερώματα.

ΚΡΟΙΣ. Πάντοτε συ μου κατηγορείς τον πλούτον και τον φθονείς.

ΕΡΜ. Βλέπεις, Χάρων, ότι ο Λυδός δεν ανέχεται την ειλικρίνειαν και την αλήθειαν των λόγων, αλλά του φαίνεται παράδοξον ότι άνθρωπος πτωχός δεν συστέλλεται και δεν φοβείται ενώπιόν του, αλλ' εκφράζει ελευθέρως την γνώμην του. Αλλά θα ενθυμηθή τους λόγους του Σόλωνος ολίγον βραδύτερον, όταν θα τον συλλάβη ο Κύρος και θα τον ρίψη εις την πυράν διότι ήκουσα προ ημερών την Κλωθώ να αναφέρη τα εις έκαστον μέλλοντα να συμβούν, μεταξύ δε αυτών ανεφέρετο και ότι ο Κροίσος θα αιχμαλωτισθή υπό του Κύρου, ο δε Κύρος θα φονευθή υπό της Μασσαγέτιδος εκείνης. Βλέπεις αυτήν την Σκυθίδα η οποία εκστρατεύει ιππεύουσα λευκόν ίππον;

ΧΑΡ. Μάλιστα.

ΕΡΜ. Είνε η Τόμυρις. Αυτή θα κόψη την κεφαλήν του Κύρου και θα την βάλη εις ασκόν γεμάτον από αίμα. Βλέπεις και τον υιόν του, εκείνον τον νέον; Είνε ο Καμβύσης• αυτός θα διαδεχθή εις τον θρόνον τον πατέρα του και, αφού κάμη μυρία σφάλματα εις την Λυβίαν και την Αιθιοπίαν, εις το τέλος θα τρελλαθή και θ' αποθάνη, αφού φονεύση τον ιερόν βουν Άπιν.

ΧΑΡ. Τι αστεία πράγματα. Αλλά τώρα ποίος τολμά να ατενίση αυτούς τους τόσον αγερώχους; Και ποίος δύναται να πιστεύση ότι εκείνος μεν θα αιχμαλωτισθή, του δε άλλου η κεφαλή θα ριφθή εις ασκόν γεμάτον από αίμα; Εκείνος δε Ερμή, ποίος είνε, που φορεί μανδύαν από πορφύραν και διάδημα ηγεμονικόν και εις τον οποίον ο μάγειρος δίδει δακτύλιον μέσα από το ψάρι που ξεκοίλιασε,

Νήσω εν αμφιρύτη; βασιλεύς δε τις εύχεται είναι{103}.

ΕΡΜ. Εύγε, Χάρων• βλέπω ότι αρχίζεις να εφαρμόζης ωραία τους Ομηρικούς στίχους. Αυτός που βλέπεις είνε ο Πολυκράτης ο τύραννος της Σάμου, ο οποίος νομίζει ότι είνε εις άκρον ευτυχής• αλλά και αυτός θα προδοθή εις τον σατράπην Οροίτην υπό του δούλου, τον οποίον βλέπεις παριστάμενον, και θ' ανασκολοπισθή ο δυστυχής και θα χάση την ευτυχίαν του εντός ολίγου. Και αυτά τα ήκουσα από την ΚλωΘώ.

ΧΑΡ. Εύγε, Κλωθώ γενναία• κόπτε κεφαλάς και ανασκολόπιζε, διά να εννοήσουν ότι είνε άνθρωποι• ως τόσω δε ας υψηλοφρονούν διά να πέσουν από υψηλότερα και να αισθανθούν περισσότερον πόνον εις την πτώσιν των. Εγώ θα γελάσω τότε που θα βλέπω ένα έκαστον εξ αυτών γυμνόν εις το πλοίον μου και ούτε παρφύραν, ούτε τιάραν, ούτε θρόνον χρυσούν θα έχουν.

ΕΡΜ. Τέλος πάντων η τύχη αυτών θα είνε τοιαύτη. Βλέπεις τώρα τον όχλον, εκ του οποίου άλλοι ταξειδεύουν, άλλοι πολεμούν, άλλοι δικάζονται ή γεωργούν, δανείζουν ή επαιτούν;

ΧΑΡ. Βλέπω πλήθος πολυάσχολον και πολυτάραχον ζωήν και τας πόλεις των που ομοιάζουν με κυψέλλας, όπου έκαστος έχει το κεντρί του και τον πλησίον του κεντά, μερικοί δε μεγάλοι, ως σφήκες άγουν και φέρουν τους άλλους. Το δε άλλο πλήθος που πετά γύρω των αόρατον τι είνε;

ΕΡΜ. Ελπίδες και φόβοι και μωρίαι και ηδοναί, φιλαργυρίαι και θυμοί και τα παρόμοια. Εκ τούτων η μωρία ζη κάτω μεταξύ των ανθρώπων, όπως και το μίσος, η οργή, η ζηλοτυπία, η αμάθεια, η στενοχωρία και η φιλαργυρία• αι δε ελπίδες και ο φόβος πετούν υπεράνω, και ο μεν επιπίπτει και τους συνταράσσει και τους κάμνει να μαζεύωνται και να τρέμουν, αι δ' ελπίδες πετούν πάνω από τας κεφαλάς των και φεύγουν και απομακρύνονται, οσάκις νομίση τις ότι δύναται να τας συλλάβη και τους αφήνουν με το στόμα ανοικτόν• δηλαδή παθαίνουν ό,τι βλέπεις τον Τάνταλον να πάσχη κάτω εις τον Άδην με το νερόν. Εάν δε προσέξης, θα ίδης και τας Μοίρας από πάνω να κλώθουν τα νήματα από τα οποία κρέμεται η τύχη εκάστου. Τα βλέπεις αυτά τα νήματα που κατεβαίνουν ως ιστοί αράχνης από ταδράκτια εις κάθε άνθρωπον;

ΧΑΡ. Βλέπω κάτι κλωστές πολύ λεπτές, που εις πολλούς είνε μπλεγμένες και συνδέουν τον ένα με τον άλλον.

ΕΡΜ. Αυτό σημαίνει ότι είνε γραμμένον ο ένας να φονεύση τον άλλον και ο άλλος να κληρονομήση εκείνον του οποίου το νήμα είνε μικρότερον. Κάτι τοιούτον σημαίνει αυτό το μπλέξιμον. Βλέπεις ότι όλοι κρέμονται από λεπτότατα νήματα• και ο μεν ένας έχει συρθή επάνω και μένει μετέωρος, μετ' ολίγον δε, όταν εκ του βάρους του θα κοπή η κλωστή, θα πέση και θα κάμη μέγαν κρότον• ο δε άλλος κρεμάμενος εις μικρόν ύψος και αν κρημνισθή θα πέση χωρίς κρότον και μόλις οι γείτονες θα πάρουν είδησιν από την πτώσιν του.

ΧΑΡ. Πολύ αστεία αυτά, Ερμή.

ΕΡΜ. Και όμως δεν δύνασαι να φαντασθής πόσον πράγματικώς είνε γελοία, Χάρων, και μάλιστα η μεγάλη σημασία την οποίαν αποδίδουν εις τα πράγματα και αι ελπίδες υπό των οποίων κατέχονται καθ' ον χρόνον επέρχεται και τους αρπάζει ο θάνατος. Ως βλέπεις, πολλοί αγγελιαφόροι και υπηρέται του περιπολούν μεταξύ αυτών, πυρετοί διαφόρων ειδών και φθίσεις και περιπνευμονίαι, φόνοι και ληστείαι, δηλητήρια και δικασταί και τύραννοι. Αυτά ουδόλως τα σκέπτονται εν όσω ευτυχούν, άμα δε η τύχη των μεταβληθή, αρχίζουν να κλαίουν και να οδύρωνται. Αν ευθύς εξ αρχής εσκέπτοντο ότι είνε θνητοί και ότι η ζωή των διαρκεί ολίγον και ως όνειρον, μετά το οποίον θα φύγουν εκ της ζωής και θ' αφήσουν τα πάντα επί της γης, θα ζούσαν φρονιμώτερα και ολιγώτερον θα ελυπούντο όταν θ' απέθνησκαν. Τώρα ελπίζοντες ότι αιωνίως θα ζουν και θ' απολαμβάνουν τα υπάρχοντά των, δυσφορούν όταν έρχεται ο υπηρέτης του θανάτου και τους δένει με τον πυρετόν ή με την φθίσιν και τους παίρνει, διότι ενόμιζαν ότι ποτέ δεν θ' απεσπώντο από την ζωήν. Τι θα έκαμνεν εκείνος ο οποίος οικοδομεί οικίαν με πολλήν σπουδήν και βιάζει τους εργάτας να τελειώσουν το ταχύτερον, εάν εμάνθανεν ότι μόλις την στεγάση θ' αποθάνη και θα την αφήση εις τον κληρονόμον του, χωρίς να προφθάση ο κακομοίρης να δειπνήση εντός αυτής; Εκείνος δε ο οποίος χαίρει διότι η γυναίκα του εγέννησεν αρσενικό παιδί και έχει καλέση διά τούτο τους φίλους του εις γεύμα και δίδει εις το παιδί το όνομα του πατρός του {104} θα έχαιρε, νομίζεις, αν εγνώριζεν ότι το παιδί εκείνο θ' αποθάνη όταν γίνη επτά ετών; Και η αιτία είνε ότι βλέπει μεν τον πατέρα ο οποίος είνε ευτυχής διότι ενίκησεν ο υιός του εις τους Ολυμπιακούς αγώνας, δεν βλέπει δε τον γείτονα ο οποίος κηδεύει το παιδί του και δεν φαντάζεται από ποίαν λεπτήν κλωστήν κρέμεται η ευτυχία διά την οποίαν χαίρει. Αλλά βλέπεις και εκείνους οι οποίοι φιλονεικούν διά σύνορα πόσοι είνε, και εκείνους που συναθροίζουν χρήματα, οι οποίοι πριν τ' απολαύσουν σύρονται εις τον θάνατον υπό των αγγελιαφόρων και των υπηρετών τους οποίους ανέφερα. •

ΧΑΡ. Τα βλέπω όλα αυτά και σκέπτομαι και απορώ ποίαν ευχαρίστησιν ευρίσκουν εις την ζωήν και διατί λυπούνται τόσον διά την στέρησίν της. Και αυτοί οι βασιλείς των, οι οποίοι θεωρούνται οι πλέον ευτυχείς, εκτός του ότι και αυτοί έχουν αβεβαίαν και αμφίβολον την τύχην, ως είπες, έχουν εις την ζωήν των περισσοτέρας δυσαρεσκείας παρά τέρψεις, φόβους, ανησυχίας, μίση και επιβουλάς, θυμούς και κολακείας, διότι εις όλα αυτά υπόκεινται. Παραλείπω τας θλίψεις και τα νοσήματα και τα πάθη, τα οποία εξ ίσου με τους άλλους ανθρώπους κατέχουν και αυτούς. Αφού δε η ζωή αυτών είνε τόσον αξιοθρήνητος, εύκολον να φαντασθή κανείς τι είνε η ζωή των κοινών ανθρώπων. Ξέρεις πώς μου φαίνεται, Ερμή, ότι μοιάζουν οι άνθρωποι και η ζωή των όλη; Θα είδές ποτε τας φυσαλλίδας που σχηματίζει το νερόν το οποίον πέφτει από βρύσιν• λέγω εκείνας από τας οποίας σχηματίζεται ο αφρός• από αυτάς άλλες είνε μικρές και αμέσως διαλύονται και χάνονται και άλλες διαρκούν περισσότερον, με την προσθήκην δε και άλλων φουσκώνουν περισσότερον και αποκτούν μέγαν όγκον, αλλ' επί τέλους και αυταί σκάζουν, διότι δεν είνε δυνατόν να γείνη άλλως. Τοιαύτη είνε των ανθρώπων η ζωή• όλοι φουσκώνουν από αέρα πολύν ή ολίγον και οι μεν διαρκούν επ' ολίγον καιρόν, οι δε μόλις φανούν εξαφανίζονται• διότι όλοι είνε προωρισμένοι να σκάσουν ως φυσαλλίδες.

ΕΡΜ. Η παρομοίωσίς σου, Χάρων, δεν είνε χειροτέρα από την παρομοίωσιν του Ομήρου, ο οποίος παρομοιάζει τους ανθρώπους με τα φύλλα του δένδρου.

ΧΑΡ. Και όμως, Ερμή, ενώ είνε τοιούτοι, βλέπεις τι κάνουν και πώς συνερίζονται και φιλονεικούν μεταξύ των διά τα πρωτεία, τας τιμάς και τας περιουσίας, τα οποία μέλλουν ν' αφήσουν και μόνον ένα οβολόν να παραλάβουν και να έλθουν προς ημάς κάτω εις τον Άδην. Και αφού ευρισκόμεθα εδώ υψηλά, θέλεις να φωνάξω με όλην μου την δύναμιν και να τους συμβουλεύσω ν' αφήσουν τους αδίκους κόπους και να μη λησμονούν τον θάνατον; Θέλεις να φωνάξω• Ω ανόητοι, διατί χάνεσθε εις αυτά τα μάταια πράγματα; Παύσετε να κοπιάζετε• δεν θα ζήσετε αιωνίως• τίποτε από όσα νομίζετε σπουδαία δεν είνε παντοτεινόν, ούτε θα παραλάβετε τίποτε από αυτά μαζή σας όταν θ' αποθάνετε, αλλά θα φύγετε γυμνοί, αι δε οικοδομαί και τα κτήματα και ο χρυσός θα περιέλθουν εις άλλους και πάντοτε θ' αλλάσσουν κυρίους. Δεν νομίζεις ότι, αν φωνάξω αυτά και άλλα προς αυτούς, θα ωφεληθούν και θα γείνουν φρονιμώτεροι;

ΕΡΜ. Είσαι πολύ αφελής. Δεν φαντάζεσαι πόσον η άγνοια και η απάτη τους διαφθείρει, και ούτε με τρύπανον δύνανται ν• ανοιχθούν τ' αυτιά των• με τόσον κερί τα έχουν βουλώση, όπως ο Οδυσσεύς έφραξε τα ώτα των συντρόφων του διά να μη ακούσουν το άσμα των Σειρήνων. Και να σκάσης να φωνάζης, δεν υπάρχει ελπίς να σ' ακούσουν. Εις τον κόσμον η άγνοια έχει το αυτό αποτέλεσμα το οποίον εις τον Άδην έχει το ύδωρ της Λήθης. Υπάρχουν όμως και ολίγοι οι οποίοι δεν εδέχθησαν να φράξουν τ' αυτιά των με κερί, αλλά τ' αφήκαν ανοικτά προς την αλήθειαν και βλέπουν καθαρά τα πράγματα και τα εννοούν όπως είνε.

ΧΑΡ. Λοιπόν εις εκείνους να φωνάξωμεν.

ΕΡΜ. Περιττόν να τους συμβουλεύσωμεν πράγματα που τα γνωρίζουν. Βλέπεις ότι έχουν χωρισθή από τους άλλους και καταγελούν τα συμβαίνοντα και δεν αρέσκονται κατ' ουδένα τρόπον εις αυτά, αλλ' είνε φανερόν ότι σκέπτονται να φύγουν εκ της ζωής το ταχύτερον και να έλθουν προς ημάς κάτω• διότι οι άνθρωποι τους μισούν, επειδή κατακρίνουν την αμάθειάν των.

ΧΑΡ. Εύγε τους• βλέπω όμως, Ερμή, ότι είνε πολύ ολίγοι.

ΕΡΜ. Είνε παράδοξον ότι είνε και τόσοι. Αλλά καιρός να κατέβωμεν.

ΧΑΡ. Κάτι τι ακόμη επεθύμουν να μάθω, Ερμή, και διά να μου κάμης πλήρη την χάριν διά την οποίαν σε παρεκάλεσα, θέλω να μου δείξης τα μέρη εις τα οποία αποθηκεύουν και θάπτουν τα σώματα εκείνων που πεθαίνουν.

ΕΡΜ. Τα ονομάζουν μνήματα και τάφους και μαυσωλεία. Βλέπεις πλησίον των πόλεων εκείνα τα αναχώματα, τας στήλας και τας πυραμίδας; Όλα αυτά είνε νεκροδοχεία.

ΧΑΡ. Και δεν μου λες, διατί στεφανώνουν τους λίθους και τους χρίουν με αρώματα; Βλέπω και άλλους οι οποίοι έχουν ανάψη πυράν κοντά στους τάφους και έσκαψαν λάκκον και καίουν πολυτελή φαγητά, εις δε τον λάκκον χύνουν οίνον και μελίκρατα, ως δύναται κανείς να συμπεράνη. Δεν εννοώ, φίλε μου, τι δύνανται να ωφελήσουν αυτά τους ευρισκομένους εις τον Άδην.

ΕΡΜ. Πιστεύουν ότι αι ψυχαί έρχονται από τον κάτω κόσμον και πετούν γύρω εις τας πυράς διά να δειπνούν με την κνίσαν και τον καπνόν, πίνουν δε από τους λάκκους το μελίκρατον.

ΧΑΡ. Εκείνοι πίνουν που είνε μόνον σκελετοί και έχουν τα κρανία κατάξηρα; Αλλ' είνε γελοίον να σου το λέγω, αφού κάθε μέρα τους οδηγείς και τους ξέρεις. Γνωρίζεις επίσης ότι, αφού άπαξ έλθουν κάτω, δεν είνε δυνατόν πλέον να επιστρέψουν. Θα ήτο πολύ ευχάριστος η θέσις σου, Ερμή, και πολύ αναπαυτικόν το έργον σου εάν συ, που τους οδηγείς κάτω, ήσουν αναγκασμένος να τους επαναφέρης διά να πίνουν. Ω ανόητοι άνθρωποι, που δεν εννοείτε ποία σύνορα ανυπέρβλητα υπάρχουν μεταξύ των νεκρών και των ζώντων και ότι,

κάτθαν' ομώς ό τ' άτυμβος ανήρ ός τ' έλλαχε τύμβου, εν δε ιή τιμή Ίρος κρείων τ' Αγαμέμνων• Θερσίτη δ' ίσος Θέτιδος παις ηϋκόμοιο. πάντες δ' εισίν όμως νεκύων αμενηνά κάρηνα, γυμνοί τε ξηροί τε κατ' ασφοδελόν λειμώνα {105}.

ΕΡΜ. Μπα! βλέπω ότι είσαι πολύ δυνατός εις τον Όμηρον. Αλλ' αφού μου ενθύμησες τον Αχιλλέα, θα σου δείξω τον τάφον του. Τον βλέπεις εκεί κοντά εις την θάλασσαν; Εκεί είνε το Σίγειον, ακρωτήριον της Τρωάδος• απέναντι έχει ταφή ο Αίας εις το Ροίτειον.

ΧΑΡ. Δεν είνε μεγάλοι οι τάφοι των. Και τώρα δείξε μου τας περιφήμους πόλεις, περί των οποίων γίνεται λόγος και κάτω εις τον Άδην, την Νινευή του Σαρδαναπάλου, την Βαβυλώνα, τας Μυκήνας, τας Κλεωνάς και την Ίλιον. Από την τελευταίαν είχα άλλοτε πολλούς επιβάτας και επί δέκα έτη δεν μ' αφήκαν να τραβήξω έξω και να καλαφατήσω το πλοιάριον.

ΕΡΜ. Η Νινευή, Χάρων, κατεστράφη προ πολλού και ούτε ίχνος αυτής σώζεται, ούτε δύναται κανείς να διακρίνη πού ήτο. Η δε Βαβυλών είνε εκείνη εκεί με τους ωραίους πύργους και το μέγα περιτείχισμα, η οποία και αυτή μετ' ολίγον καιρόν θα εξαφανισθή όπως η Νινευή• τας δε Μυκήνας και τας Κλεωνάς εντρέπομαι να σου δείξω, διότι είμαι βέβαιος ότι, άμα επιστρέψης εις τον Άδην, θα πνίξης τον Όμηρον διά τας υπερβολάς των ποιημάτων του. Φαίνεται όμως ότι άλλοτε ήσαν ευτυχείς, τώρα δε απέθαναν και αυταί• διότι αποθνήσκουν και αι πόλεις, όπως οι άνθρωποι και, το πλέον παράδοξον, οι ποταμοί• του Ινάχου λ. χ. ούτε η κοίτη φαίνεται πλέον εις το Άργος.

ΧΑΡ. Και τι γίνονται τώρα οι μεγάλοι σου έπαινοι, Όμηρε, και τα πομπώδη ονόματα, Ίλιος ιρή και ευρυάγυια και εϋκτείμεναι Κλεωναί {106}; Αλλά δεν μου λες, ποίοι είνε εκείνοι που πολεμούν και διατί αλληλοσκοτώνονται; Τους διέκρινα ενώ μιλούσαμεν.

ΕΡΜ. Είνε οι Αργείοι και οι Λακεδαιμόνιοι. Εκείνος δε ο ημιθανής είνε ο στρατηγός των τελευταίων Ορυάδας, ο οποίος επί του τροπαίου της νίκης γράφει με το αίμα του την επιγραφήν.

ΧΑΡ. Και διατί πολεμούν;

ΕΡΜ. Διά την πεδιάδα εις την οποίαν γίνεται η μάχη.

ΧΑΡ. Ω της ανοησίας των! Λησμονούν ότι και αν ολόκληρον την Πελοπόννησον αποκτήση έκαστος εξ αυτών, θα λάβη παρά του Αιακού μόλις ενός ποδός τόπον• αυτήν δε την πεδιάδα άλλοτε άλλοι κατά καιρούς θα γεωργούν, οι οποίοι με το άροτρον θ' αποσπάσουν και θα καταρρίψουν το τρόπαιον.

ΕΡΜ. Αυτά είνε τέλος πάντων• ημείς δε τώρα κατεβαίνωμεν και αφού επαναφέρωμεν τα όρη εις την προτέραν θέσιν ας επανέλθωμεν έκαστος εις το έργον του• μετ' ολίγον δε πάλιν θα έλθω κάτω με νεκρούς και θα συναντηθώμεν.

ΧΑΡ. Σ' ευχαριστώ, Ερμή, και θα σε θεωρώ ευεργέτην. Χάρις εις εσέ έκαμα ταξείδι ωφέλιμον. Τι είνε οι δυστυχείς άνθρωποι! Φροντίζουν και ομιλούν διά τόσα και τόσα και μόνον περί του Χάρονος δεν γίνεται λόγος.

ΔΙΑΛΕΞΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΗΣΙΟΔΟΝ

ΛΥΚΙΝΟΣ. Ότι είσαι ποιητής άριστος, Ησίοδε, και ότι το χάρισμα τούτο έλαβες παρά των Μουσών μετά της δάφνης, και συ το αποδεικνύεις διά των ποιημάτων σου—διότι όλα είνε ένθεα και σεμνά—και ημείς το πιστεύομεν. Έν μόνον είνε απορίας άξιον• διατί είπες ότι έλαβες το θεσπέσιον χάρισμα της ποιήσεως παρά των θεών διά να δοξάζης και εξυμνής τα παρελθόντα και προλέγης τα μέλλοντα. Το πρώτον εξεπλήρωσες εντελώς διηγούμενος την γέννεσιν των θεών μέχρι των αρχαιοτάτων εξ αυτών, δηλαδή του χάους, της γης, του ουρανού και του έρωτος, προσέτι δε και γυναικών αρετάς {107} και γεωργικάς συμβουλάς {108} και όσα αναφέρονται εις τας Πλειάδας και περί των εποχών της αροτριάσεως, του θερισμού και της ναυσιπλοίας και περί όλων εν γένει των τοιούτων. Το άλλο όμως το οποίον ήτο και χρησιμώτερον εις τους ανθρώπους πάρα πολύ και περισσότερον ωμοίαζε προς δώρον των θεών, δηλαδή την πρόρρησιν των μελλόντων, ουδόλως εξετέλεσες, αλλά καθ' ολοκληρίαν το ελησμόνησες και εις ουδέν μέρος της ποιήσεώς σου μιμείσαι τον Κάλχαντα, τον Τήλεμον, τον Πολύειδον ή τον Φινέα, οι οποίοι και χωρίς να λάβουν το χάρισμα τούτο παρά των Μουσών, όμως επροφήτευον και δεν εδυσκολεύοντο να προλέγουν το μέλλον εις τους έχοντας ανάγκην.

Ώστε κατ' ανάγκην έν εκ των τριών τούτων πρέπει να υποθέσωμεν ότι σου συνέβη• ή ότι εψεύσθης, αν και είνε σκληρόν να το είπωμεν, ότι σου υπεσχέθησαν αι Μούσαι και την δύναμιν να προλέγης τα μέλλοντα• ή ότι αυταί μεν σου έδωσαν ό,τι υπεσχέθησαν, συ δε εκ φθόνου αποκρύπτεις και φυλάττεις διά τον εαυτόν σου το δώρον χωρίς να το μεταδίδης εις τους έχοντας ανάγκην• ή έγραψες μεν και τοιαύτα πολλά, αλλά δεν τα παρέδωκες εις τους ανθρώπους, τις οίδε διά ποίον άλλον καιρόν επιφυλάττων την χρήσιν αυτών. Διότι δεν τολμώ να είπω ότι αι Μούσαι εκ των δύο τα οποία σου υπεσχέθησαν το μεν σου εδώκαν, ανεκάλεσαν δε το άλλο ήμισυ της υποσχέσεως, δηλαδή την γνώσιν των μελλόντων, μολονότι αυτήν ξαναφέρει πρώτην το ποίημα εις την υπόσχεσιν.

Παρά τίνος άλλου να ερωτήση κανείς και μάθη ταύτα, Ησίοδε, ή παρά σου του ιδίου; Όπως οι θεοί είνε «δοτήρες εάων» {109}, πρέπει και υμείς οι φίλοι και μαθηταί των να μας εξηγείτε μετά πάσης αληθείας παν ό,τι γνωρίζετε και να μας λύετε πάσαν απορίαν.

ΗΣΙΟΔΟΣ. Θα ηδυνάμην, φίλε μου, ν' απαντήσω ευκόλως και εις όλα, ότι τίποτε εξ όλων των ποιημάτων μου δεν ανήκει εις εμέ, αλλά προέρχεται εκ των Μουσών και έπρεπε παρ' εκείνων να ζητής τον λόγον διά τον οποίον ελέχθησαν άλλα και άλλα παρελείφθησαν. Εγώ δι' όσα ιδιαιτέρως γνωρίζω, εννοώ το βόσκημα, την επίβλεψιν των ποιμνίων, το άρμεγμα και όλα εν γένει τα αναγόμενα εις τα έργα και τας ασχολίας των ποιμένων, δίκαιον είνε να απολογηθώ, αι δε θεαί παρέχουν τας δωρεάς των εις όσους θέλουν και καθ' όσον νομίζουν ότι είνε αρκεταί. Αλλ' όμως δεν δυσκολεύομαι και περί της ποιήσεως ν' απολογηθώ• νομίζω δηλαδή ότι δεν πρέπει ν' απαιτήτε παρά των ποιητών άκραν ακριβολογίαν και να είνε μέχρι συλλαβής εντελή όσα λέγουν• όχι να κρίνετε αυστηρώς αν εις τον δρόμον της ποιήσεως συμβή μικρά τις παράλειψις, αλλά να γνωρίζετε ότι και πολλά ημείς οι ποιηταί χάριν των μέτρων και της ευφωνίας παρεισάγομεν, αλλά δε και αυτή η ποίησις δεν γνωρίζω πώς παρεδέχθη, επειδή είνε στιλπνά και εύκολα εις την επανάληψιν. Συ δε μας αφαιρείς το μέγιστον εκ των αγαθών τα οποία έχομεν, δηλαδή την ελευθερίαν και την ποιητικήν άδειαν και τα μεν άλλα καλά της ποιήσεως δεν βλέπεις, αλλά παρατηρείς μικρολογήματά τινα, και μικροελαττώματα και επιζητείς αφορμάς διά να μας κατακρίνης. Αλλά δεν είσαι μόνος, ούτε κατ' εμού μόνον έχουν απευθυνθή τοιαύται κατηγορίαι, αλλά και πολλοί άλλοι καταφέρονται και κατά του ομοτέχνου μου Ομήρου και διά να τον κατηγορήσουν ευρίσκουν αφορμήν από τοιαύτα μικρολογήματα.

Αλλά τέλος πάντων διά ν' αποκρούσω κατ' ευθείαν και διά μιας την κατηγορίαν, σε παραπέμπω ν' αναγνώσης τα «Έργα μου και τας Ημέρας»• εκεί δε θα ιδής πώς μαντικώς και προφητικώς προλέγω τα αποτελέσματα των ορθώς και εγκαίρως πραττομένων και τας ζημίας των παραλειπομένων. Εκεί θα ιδής ότι, εάν δεν ακολουθήσης τας συμβουλάς μου,

οίσεις εν φορμώ, παύροι δε σε θηήσονται {110},

και όσα αγαθά απολαμβάνουν οι καλώς γεωργούντες. Δεν είνε λοιπόν αυτή χρησιμωτάτη εις τους ανθρώπους μαντική;

ΛΥΚ. Ωμίλησες ως αληθής ποιμήν, θαυμαστέ Ησίοδε, και φαίνεσαι επιβεβαιών την έμπνευσιν των Μουσών, αφού ούτε ν' απολογηθής υπέρ των ποιημάτων σου δύνασαι. Αλλ' εγώ δεν επερίμενα αυτήν την μαντικήν παρά σου και των Μουσών. Εις αυτά είνε πολύ μαντικώτεροι από σας οι γεωργοί και άριστα δύνανται να μας προείπουν ότι, αν μεν βρέξη ο θεός τα σπαρτά θα είνε καλά, εάν δε επικρατήση ξηρασία και διψάσουν τα χωράφια, είνε αδύνατον ν' αποφύγωμεν την σιτοδείαν• επίσης ότι δεν πρέπει να σπείρωμεν κατά τα μέσα του θέρους, διότι η σπορά θα είνε όλως ανωφελής και ματαία, ούτε να θερίζωμεν χλωρά τα στάχια, άλλως θα εύρωμεν τον καρπόν αμέστωτον. Επίσης δεν είνε ανάγκη μαντείας διά να γνωρίζωμεν ότι, εάν δεν σκεπάσωμεν τον σπόρον και δεν ακολουθή τον γεωργόν υπηρέτης ο οποίος να σύρη το χώμα με δίκελλαν επ' αυτών, θα έλθουν τα πτηνά και θα φάγουν προκαταβολικώς όλην την ελπίδα του θέρους. Εάν αυτά ονομάση τις παραινέσεις και συμβουλάς, δεν θα ευρίσκεται έξω της αληθείας, αλλά μου φαίνεται ότι πάρα πολύ απέχουν της μαντικής, της οποίας έργον είνε να προλέγη τα άδηλα και παντελώς άγνωστα, όπως εκείνο το οποίον προείπον εις τον Μίνωνα, ότι το τέκνον του θα επνίγετο εις τον πίθον του μέλιτος, όπως η αποκάλυψις προς τους Αχαιούς της αιτίας διά την οποίαν ήτο ωργισμένος εναντίον των ο Απόλλων και ότι η πολιορκία του Ιλίου θα διήρκει δέκα έτη. Αυτά είνε μαντικά. Αλλ' αν θεωρηθούν μαντικά και εκείνα τα οποία ανέφερες, τότε και εγώ είμαι μάντις• διότι και χωρίς την βοήθειαν της Κασταλλίας και άνευ δάφνης και τρίποδος Δελφικού δύναμαι να προείπω και να προφητεύσω ότι, αν κανείς εξέλθη και περιπατή γυμνός εις ώραν ψύχους, βροχής ή χαλάζης, θα πάθη σοβαρόν κρυολόγημα και ότι — τούτο δε είνε έτι προφητικώτερον — θα επακολουθήση πυρετός, και άλλα πολλά τοιαύτα τα οποία και ν' αναφέρη τις είνε γελοίον.

Ώστε άφησε τας τοιαύτας απολογίας και μαντείας• εκείνο δε το οποίον είπες κατ' αρχάς ίσως πρέπει να παραδεχθώμεν, ότι δεν είχες συνείδησιν και γνώσιν των λεγομένων, αλλά μία έμπνευσις θεία σου υπηγόρευε τους στίχους, χωρίς και εκείνη να έχη μεγάλην πεποίθησιν εις όσα έλεγεν• άλλως δεν θα εξετέλει τινάς εκ των υποσχέσεων και δεν θ' άφηνεν άλλας ανεκπληρώτους.

ΤΕΛΟΣ Ε' ΤΟΜΟΥ

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα,

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506

ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10

{1} Ο αυτοκράτωρ Μάρκος Αυρήλιος.

{2} Ο Λουκιανός έγραψε φαίνεται εκ μνήμης τον αριθμόν τούτον, διότι ο Ηρόδοτος λέγει ότι ο Αργανθώνιος έζησεν 120 έτη.

{3} Έζη κατά τον πρώτον μ Χ. αιώνα.

{4} Λαοί της ευδαίμονος Αραβίας, της οποίας η πρωτεύουσα πόλις ωνομάζετο Ομάνα.

{5} Ευριπίδου, Αποσπάσματα «Φρύξου» : Την πόλιν της Σιδώνος εγκαταλιπών ποτε ο Κάδμος…

{6} Και αν εγράφη το δεύτερον τούτο μέρος της περί Μακροβίων πραγματείας, δεν διεσώθη μέχρις ημών.

{7} 165 μ. χ.

{8} Ο Κρόνιος, προς ον η επιστολή αύτη απευθύνεται, ήτο πιθανώς φιλόσοφος Επικούρειος, άγνωστος εις ημάς άλλοθεν.

{9} Οδυσσείας Δ: «Θα προσπαθήση να μεταμορφωθή εις όλα τα ερπετά όσα τρέχουν επί της γης, εις νερόν και το θεόδοτον πυρ».

{10} Ο Πολύκλειτος είχε κατασκευάση άγαλμα του Ερμού τόσον τέλειον εις τας αναλογίας, ώστε ωνομάσθη Κανών.

{11} Η ραφανίδωσις ήτο μία εκ των ποινών αίτινες εφηρμόζοντο κατά των μοιχών εις την Ελλάδα και ιδίως εις Αθήνας. Τους μοιχούς ταις ραφανίσιν ήλαυνον κατά τας έδρας• Ησύχιος. Ίδε Αριστοφ. «Νεφέλας»: Τι δ' ήν ραφανιδωθή γε πειθόμενός σοι, τέφρα τε τιλθή;

{12} Ενταύθα το κείμενον είχε χάσμα.

{13} Τινές θεωρούν πιθανωτέραν την γραφήν «μάγον» αντί «μέγαν».

{14} Το μέρος τούτο παρουσιάζει ασυναρτησίαν, εξ ης δύναται τις να εικάση ότι η ευσέβεια των Χριστιανών αντιγραφέων επέφερε μεταβολάς εις το κείμενον και εξήλειψε περικοπάς τας οποίας εθεώρησε βλασφήμους.

{15} Η πατρίς του Περεγρίνου ωνομάζετο Πάριον και έκειτο εις τον Ελλήσποντον παρά την Λάμψακον.

{16} Φυτόν της Αιγύπτου καλαμοειδές.

{17} Ίσως εννοεί Ηρώδην τον Αττικόν.

{18} Αι προβλέψεις του Λουκιανού επραγματοποιήθησαν εν μέρει• οι Παριανοί έστησαν ανδριάντας του Περεγρίνου, οίτινες εχρησμοδότουν και εθαυματούργουν.

{19} Αλλ' όταν ο Πρωτεύς ο μέγιστος των Κυνικών ανάψη πυρ προ του ναού του εριγδούπου Διός και πηδήσας εις την φλόγα ανέλθη εις τον υψηλόν Όλυμπον, πρέπει πάντες εκ συμφώνου οι άνθρωποι να τον τιμούν ως μέγιστον ήρωα, φύλακα της νυκτός, σύνθρονον του Ηφαίστου και του Ηρακλέους.

{20} Όταν ο πολυώνυμος Κυνικός πηδήση εις φλόγα μεγάλην, ωθούμενος υπό δοξομανίας, πρέπει τότε και οι κατεργαρέοι οίτινες τον ακολουθούν να μιμηθούν τον θάνατον του απερχομένου αρχικατεργάρη. Εάν δε κανείς εκ δειλίας προσπαθήση να αποφύγη τον θυμόν του Ηφαίστου, πρέπει πάντες οι Έλληνες να ρίψουν λίθους κατ' αυτού διά να μη μένη ψυχρός και όμως εξακολουθεί να λέγη φλογερούς λόγους και γεμίζη την πήραν του με χρυσόν αποκτώμενον διά της τοκογλυφίας εις την ωραίαν πόλιν των Πατρών, όπου έχει περιουσίαν δεκαπέντε ταλάντων.

{21} Παρωδία στίχου της Ηλιάδος : Ο Νέστωρ ήκουσε την βοήν.

{22} Διαμέρισμα ωρισμένον διά τους Ελλανοδίκας και άλλους επισήμους.

{23} Οπισθία στοά του ναού του Διός.

{24} Η στοά αυτή είχεν ηχώ επτάκις επαναλαμβάνουσαν την φωνήν

{25} Τους επτά σοφούς.

{26} Ενοεί τον εκ Σάμου Πυθαγόραν, τον εξ Εφέσου Ηράκλειτον και τον εξ Αβδήρων Δημόκριτον.

{27} Θυμόμελι. είδος μίγματος εκ θύμου και μέλιτος

{28} Ο Πάρις.

{29} Πλάτ. Πολιτ. Ε. σελ. 459.

{30} Οι κελευσταί έψαλλον ενθαρρύνοντες τους ερέτας, οίτινες εκωπηλάτουν κατά τον ρυθμόν του άσματος.

{31} Μισώ όσον τον Άδην εκείνον όστις εις μεν την ψυχήν έχει την φιλαργυρίαν εις δε τους λόγους την περιφρόνησιν των χρημάτων.

{32} Εις αμοιβήν της φιλοξενίας εφάνη αχάριστος εις τον φιλοξενούντα.

{33} Μέθυσε, όστις έχεις την αναίδειαν του σκύλλου και την δειλίαν της ελάφου, άχρηστε εις τον πόλεμον και εις τα συμβούλια, Θερσίτη κακόγλωσσε, φλυαρέστερε όλων των φλυάρων, τολμάς ν' αυθαδιάζης προς τους βασιλείς;

{34} Ησιόδ. Θεογονία : Έμπροσθεν κυνόμορφος, όπισθεν δε λέων και κατά το μέσον χίμαιρα αποπνέουσα φοβεράν δυσοσμίαν και έχουσα την λύσσαν αγρίου σκύλλου.

{35} Εδώ ο Λουκιανός σχηματίζει δύο λογοπαίγνια, το μεν διά του ονόματος του Χρυσίππου, το δε διά του ονόματος του Κλεάνθους το οποίον διαστρέφεται επί τούτω εις Κλεμάνθην. Υπάρχει δε και γραφή Κρεμάνθης και Κρεμάντης.

{36} Κωμωδία του Θεοπόμπου, ποιητού ολίγον μεταγενεστέρου του Αριστοφάνους, υπό τον τίτλον Τρικάρανος (Τρικέφαλος).

{37} Κωμωδία του Αριστοφάνους, αναφερομένη υπό του Αθηναίου. Το όνομα σημαίνει τον έχοντα τρεις φαλλούς.

{38} Υπαινίσσεται χαριτολογών την συνήθειαν της κλεψύδρας ήτις εκανόνιζε την διάρκειαν της ομιλίας των ρητόρων. Ίδε «Δις κατηγορούμενος».

{39} Το σοφιστικόν ύφος του λόγου τούτου δίδει πολλάς υπονοίας ότι δεν είνε έργον του Λουκιανού.

{40} Τα όπλα τα οποία, κατά τον Όμηρον, του εκόμισεν η μήτηρ του Θέτις.

{41} Οι βασιλείς των Περσών.

{42} Ότι παράγει καλά παλληκάρια.

{43} Ο εκ Κολοφώνος Νίκανδρος ήτο συγχρόνως ποιητής, ιατρός, γραμματικός περίφημος και ιερεύς του Απόλλωνος κατά τους χρόνους του Αττάλου, τελευταίου βασιλέως της Περγάμου {154 π. Χ.) Εκ των πολυαρίθμων εμμέτρων και πεζών έργων του διεσώθησαν μόνον δύο ποιήματα, εκ των οποίων το μεν περιγράφει τα δηλητηριώδη ερπετά και υποδεικνύει φάρμακα κατά των δηγμάτων αυτών, το δε πραγματεύεται περί δηλητηρίων και αντιφαρμάκων.

{44} Οι αυλούντες κυκλικά μέλη, τα οποία, όπως τα κυκλικά ποιήματα, περιελάμβανον ολόκληρον κύκλον της μυθολογίας.

{45} Ο Κράτων ήτο κυνικός φιλόσοφος, εις τούτο δε αναφέρεται ο αστεϊσμός.

{46} Επιστρέφει ευχαριστημένος και με γνώσεις περισσοτέρας.

{47} Το κείμενον λέγει• «μη ώρασιν ικοίμην» δηλαδή κατά λέξιν• «να μη φθάσω εις τας ώρας», το οποίον κατά τον Σχολιαστήν σημαίνει, κάτι ανάλογον προς το σημερινόν «Να μη δω σωτηρία ψυχής».

{48} Όπως συνείθιζον οι θηλυπρεπείς και διεφθαρμένοι, οι πιττούμεννοι. (Ίδε «Δραπέτας» και «Ψευδολογιστήν»).

{49} Όπως οι διερχόμενοι πλησίον των Σειρήνων.

{50} Λόγος του Αινείου: Μολονότι είσαι χορευτής, Μηριόνη, το δόρυ μου θα σε ξαπλώση κάτω.

{51} Ο Νεοπτόλεμος ωνομάζετο Πυρρός, δηλαδή ξανθός.

{52} Ο παίζων το όργανον εις τον χορόν και ο διευθύνων ορχήστραν είχον κρόταλον προσδεδεμένον εις τον πόδα με τον οποίον εκτύπων το μέτρον

{53} Όρμος σημαίνει περιδέραιον. Ο χορός ούτος κατά τον μύθον, επενοήθη υπό του Δαιδάλου, και εχορεύθη υπ' εκείνων τους οποίους ο Θησεύς απηλευθέρωσεν εκ του λαβυρίνθου της Κρήτης.

{54} Η γυμνοπαιδία, κατά τον Αθήναιον, ήτο αρκετά ομοία προς την τραγικήν όρχησιν την λεγομένην εμμέλειαν, είχον δε και τα δύο ταύτα είδη του χορού πολλήν σεμνότητα και ευγένειαν. Η γυμνοπαιδία εχορεύετο υπό δύο χορών ή δύο ομάδων χορευτών, εξ ων η μεν απετελείτο εξ εφήβων, η δε εξ ανδρών.

{55} Κυβιστήρες ελέγοντο οι βαδίζοντες διά των χειρών και με την κεφαλήν προς τα κάτω προς επίδειξιν δεξιότητος.

{56} Νεαροί χορευταί περιεστρέφοντο.

{57} Δηλαδή ηγουμένους του χορού. σύροντας τον χορόν.

{58} «Προύκρινε προορχηστήρα η πόλις».

{59} «Ειλατίωνι την εικόνα ο δάμος ευ ορχησαμένω ταν μάχαν».

{60} Άμεμπτον.

{61} Εκ της Οδυσσείας : Εις άλλον μεν έδωκεν ο Ζευς την δύναμιν του πολέμου, εις άλλον δε την τέχνην του χορού και το θελκτικόν άσμα.

{62} Τα αβρά των πόδια κινούνται με ρυθμόν πέριξ της κυανής πηγής.

{63} Η Νεάπολις, αποικία των Κυμαίων.

{64} Επί Αυγούστου εισήχθη εις την Ρώμην η παντομιμική όρχησις των περιφήμων χορευτών Βαθύλου και Πυλάδου.

{65} Θερμαϋστρίς ήτο είδος χορού με βιαιοτάτας κινήσεις δι' ο και ο Αθήναιος την αποκαλεί χορόν μανιώδη.

{66} Η επινόησις του χορού τούτου απεδίδετο εις τον Θησέα. Ελέγετο ότι ούτος μετά την εκ Κρήτης διάσωσίν του απέβη εις την Δήλον και, αφού προσέφερεν ευχαριστήριον θυσίαν, εχόρευσε μετά των νέων τους οποίους είχεν ελευθερώση εκ του Λαβυρίνθου χορόν του οποίου οι ελιγμοί παρίστων πώς εξήλθεν εκ του Λαβυρίνθου. Ο Πλούταρχος, όστις διηγείται ταύτα, λέγει ότι επί των ημερών του εξηκολούθουν οι κάτοικοι της Δήλου να χορεύουν ακόμη τον γέρανον.

{67} Του Έρωτος και του Αντέρωτος. Ο πρώτος, κατά τον Πλάτωνα, ούτε πατέρα έχει ούτε μητέρα, κατά δε την κοινήν δοξασίαν, είνε υιός της Αφροδίτης και του Άρεως. Ο δεύτερος εγεννήθη εκ των ιδίων. Η Θέτις είχεν είπη εις την Αφροδίτην ότι το τέκνον το οποίον θα απέκτα δεν θα εμεγάλωνε ποτέ, καίτοι δεν θ' απέκτα άλλο. Αλλ' η Αφροδίτη απέκτησε και νέον υιόν εκ του Άρεως, τον οποίον ωνόμασεν Αντέρωτα.

{68} Ο Τιτυός επεχείρησε να βιάση την Λητώ, με την οποίαν ήτο ερωτευμένος, και προσεπάθησε να την εμποδίση να καταφύγη εις την νήσον Δήλον, όπου εζήτει άσυλον διά ν' αποφύγη την καταδίωξιν της Ήρας και δυνηθή να γεννήση ησύχως το εκ του Διός τέκνον της. Ίδε τόμ. β' σελ. 13.

{69} Ο Ζευς θέλων να εξακριβώση που ήτο τα κέντρον της γης, απέλυσε συγχρόνως δύο αετούς, τον μεν προς ανατολάς, τον δε προς δυσμάς, οίτινες επανελθόντες συνηντήθησαν εις τους Δελφούς.

{70} Ο Αλειρρόθιος, υιός του Ποσειδώνος και της νύμφης Ευρύτης, εβίασε την Αλκίππην, θυγατέρα του Άρεως, όστις τον εφόνευσεν εκδικούμενος την τιμήν της θυγατρός του• ο Ποσειδών ενήγαγε τον Άρην εις τον Άρειον Πάγον, ενώπιον των δώδεκα θεών, οίτινες ηθώωσαν αυτόν.

{71} Περσεφόνης.

{72} Χωρικός της Αττικής, φιλοξενήσας τον Διόνυσον, όστις εις αμοιβήν της φιλοξενίας του έδωκεν ασκόν οίνου και τον εδίδαξε να καλλιεργή την άμπελον. Αλλ' ο οίνος υπήρξεν η αιτία του θανάτου του. Έδωκεν εις τους εργάτας του να πίουν, ούτοι δε καταληφθέντες υπό βακχικής μανίας και νομίζοντες ότι τους εδηλητηρίασε τον εφόνευσαν.

{73} Ο Ακάμας ήτο υιός του Θησέως και της Φαίδρας και εραστής της Φυλλίδος.

{74} Πόλις και άστυ κατ' εξοχήν εκαλούντο αι Αθήναι, όπως η Ρώμη, βραδύτερον δε το Βυζάντιον.

{75} Οβιδίου «Μεταμορφώσεις» Γ', εις την αρχήν.

{76} Διάλογοι θαλασσίων θεών τόμ. β' σελ. 5.

{77} Εκείνου όστις ήρπασε την Ευρώπην και του άλλου τον οποίον ερωτεύετο η Πασιφάη.

{78} Κατά τον Αριστοτέλην, η ευτυχία συνίσταται από τα πνευματικά χαρίσματα, το σωματικόν κάλλος και τον πλούτον.

{79} Ο Πυθαγόρας υπέβαλε τους μαθητάς του εις πενταετή σιωπήν.

{80} Ο Όμηρος εις την Οδύσσειαν.

{81} Μηδέν προς την χορδήν.

{82} Απορώ πώς χωρίς να πίης αυτά τα φάρμακα εμαγεύθης. 83} Όπως οι σύντροφοι του Οδυσσέως.

{84} Γοητεύει τους οφθαλμούς οιωνδήποτε ανθρώπων θέλει, εκτός δε τούτου και τους κοιμωμένους εξυπνά.

{85} Ίδε περί αυτού κατωτέρω εις τον «Βίον του Δημώνακτος».

{86} Βάκηλοι ελέγοντο οι ευνούχοι ιερόδουλοι της Κυβέλης και εν γένει οι ευνούχοι και θηλυδρίαι. Ίδε ανωτέρω «Ψευδολογιστήν» όπου λέγει: «Καν εί τις βάκηλον ή ευνούχον ίδοι».

{87} Ο σχολιαστής λέγει περί της φράσεως ταύτης• «κακέμφατον τούτο και, ώς φασιν οι ιδιώται, φύσιν προς φύσιν».

{88} Το έργον τούτο του Λουκιανού δεν διεσώθη.

{89} Ούτος είνε ο ανωτέρω αναφερόμενος Κελτός σοφιστής. Περί αυτού ελέγετο ότι η φύσις τον είχε προικίση δι' αμφοτέρων των φύλων και ότι ήτο ερμαφρόδιτος. Άλλοι τον εθεώρουν απλώς ευνούχον. Έζησεν επί του αυτοκράτορος Αδριανού, με τον οποίον ήλθέ ποτε εις φιλονεικίαν πολύ ζωηράν, χωρίς ο Αδριανός να μνησικακήση εναντίον του. Διά τούτο ο Φαβωρίνος έλεγαν ότι εξεπλήσσετο δια τρία πράγματα• ότι ήτο Κελτός και ωμίλει Ελληνικά, ότι ήτο ευνούχος και κατηγορήθη διά μοιχείαν, ότι αντέτεινε προς ηγεμόνα και έζη ακόμη.

{90} Δύσκολον ν' αποδοθή κατά λέξιν το λογοπαίγνιον. Κατά το κείμενον ο Δημώναξ είπε : «Εν οίδα, ότι περαίνει». Το τελευταίον δε ρήμα σημαίνει φθάνω εις συμπέρασμα και ασελγαίνω.

{91} Ου κυνάς;

{92} Ενόει ότι ο Απολλώνιος μετέβαινε διά να κατακτήση το χρυσούν δέρας.

{93} Η Ρηγίλη ήτο σύζυγος του Ηρώδου. Απέθανε νεωτάτη, ο δε Ηρώδης ανήγειρε προς τιμήν της μνήμης της το Ωδείον, το οποίον ωνόμασε «θέατρον επί Ρηγίλη».

{94} Η γη εκράτησε το σώμα του Αδμήτου, αυτός δε προς τον θεόν ανέβη.

{95} Διότι οι ελεύθεροι Λακεδαιμόνιοι είχον ως άσκησιν την μαστίγωσιν.

{96} Λογοπαίγνιον, όπως και το προηγούμενον περί της Δανάης• διότι το γουδοκόπανον ελέγετο ύπερον, είς δ' εκ των αρχαίων και γνωστοτέρων ρητόρων ελέγετο Υπερίδης.

{97} Διότι και ο Επίκτητος ήτο άγαμος.

{98} Τας δέκα διαιρέσεις ή τάξεις της λογικής.

{99} Τελειώνει ο αγών, όστις περιλαμβάνει τα ευγενέστερα ανδραγαθήματα. Καιρός ν'απέλθωμεν• ας μη βραδύνωμεν.

{100} Ο Πρωτεσίλαος.

{101} Και έπειτα ας θέσωμεν επί της Όσσης, το δασώδες Πήλιον.

{102} Σου αφήρεσα από τους οφθαλμούς το σκότος το οποίον τους εσκέπαζεν, ώστε να διακρίνης και τους θνητούς και τους θεούς.

{103} Εις μίαν γην περιβρεχομένην υπό της Θαλάσσης. Φαίνεται ότι είνε βασιλεύς.

{104} Την δευτέραν μετά την γέννησιν ημέραν εδίδετο εις το νεογνόν τα όνομα του πάππου του.

{105} Παρωδία διαφόρων στίχων του Ομήρου: Ομοίως αποθνήσκουν και εκείνος ο οποίος έμεινεν άταφος και εκείνος ο οποίος έχει τάφον• ο πτωχός Ίρος εξισούται εις τον θάνατον με τον μέγαν Αγαμέμνονα και ο Θερσίτης με τον υιόν της καλλιπλοκάμου Θέτιδος. Πάντες έχουν ομοίως άσαρκα κρανία, γυμνοί δε και σκελετώδεις κάθηνται εις τον ασφοδελόσπαρτον λειμώνα.

{106} Η ιερά και με πλατείας οδούς Ίλιος και αι καλοκτισμέναι Κλεωναί

{107} Εις το ποίημα «Κατάλογος γυναικών», το οποίον απωλέσθη.

{108} Εις το ποίημα «Έργα και Ημέραι».

{109} Δοτήρες αγαθών.

{110} θα εσοδεύσης εις το καλάθι και ολίγοι θα ίδουν την εσοδείαν σου.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings