Front matter (continued 2)
Ioannes Kondylakes translation
Πρέπει λοιπόν ν' αποφεύγη τοιούτον περιβάλλον ο ρήτωρ, καθότι εκτός των άλλων και η φωνή του ταράσσεται και χάνει την ευκρίνειαν και την καθαρότητα εις μέρος τόσον εύηχον, το οποίον αντιλαλεί και αντιφωνεί και αντιλέγει, και καλύπτει την φωνήν η ηχώ, όπως η σάλπιγξ τον ήχον των αυλών εάν συμπέσουν, ή τους κελευστάς η θάλασσα, όταν συνοδεύουν την κωπηλασίαν με άσμα συγχρόνως με τον θόρυβον του κύματος• διότι επικρατεί ο μεγαλείτερος ήχος και καλύπτει την ασθενεστέραν φωνήν.
Αλλά και εκείνο το οποίον είπεν ο αντίπαλος, ότι ο ωραίος οίκος εμπνέει και ανυψόνει τον ρήτορα και τον παρακινεί έτι μάλλον εις την εκφώνησιν λόγου, μου φαίνεται ότι δεν είνε αληθές, αλλ' ότι μάλιστα συμβαίνει το εναντίον. Εκπλήττει δηλαδή και προξενεί συστολήν και συνταράσσει την σκέψιν και καθιστά δειλότερον τον ρήτορα, σκεπτόμενον πόσον θ' αποτύχη αν οι λόγοι του δεν φανούν όμοιοι προς το ωραίον περιβάλλον. Ουδείς άλλος δύναται να φανή τόσον δειλός όσον εκείνος ο οποίος, φορών ωραίαν πανοπλίαν, τρέπεται εις φυγήν προ των άλλων• τα ωραία όπλα καθιστούν φανερωτέραν την δειλίαν του. Τούτο δε νομίζω ότι υπελόγιζε και ο ρήτωρ εκείνος του Ομήρου, όστις περί ωραιότητος ελάχιστον εφρόντιζε, παρουσιάζετο δε ως απλοϊκός και εντελώς άπειρος άνθρωπος, διά να φαίνεται απροσδόκητον και επομένως να κάμνη περισσοτέραν εντύπωσιν το κάλλος των λόγων του. Άλλως τε δεν είνε δυνατόν παρά και η σκέψις του ρήτορος ν' απασχολείται υπό του θεάματος και η προσοχή του να περισπάται και ελαττούται, καθότι θα προσέχη περισσότερον εις το να βλέπη παρά να σκέπτεται και το θέαμα θα τον προσελκύη και δεν θα τον αφήνη να προσέχη εις τα λεγόμενα και δεν είνε δυνατόν παρά να φανή κατώτερος εαυτού, αφού το πνεύμα του θ' αντιπερισπάται υπό του κάλλους και του πλούτου των αντικειμένων τα οποία θα βλέπη. Παραλείπω ότι και οι παρόντες, οίτινες προσήλθον διά να τον ακούσουν εντός τοιούτου οίκου, από ακροατών θα γίνουν θεαταί και πρέπει να έχη κανείς το ρητορικόν θέλγητρον του Δημοδόκου ή του Φημίου, του Θαμύριδος ή του Αμφίωνος ή του Ορφέως, ώστε να δυνηθή ν' αποσπάση το πνεύμα αυτών από τα θεάματα. Έκαστος εξ αυτών ευθύς άμα εισέλθη και ευρεθή εν μέσω τόσον θαυμασίων θεαμάτων θα προσηλωθή εις αυτά και θα χάση πάσαν προσοχήν και ενδιαφέρον διά τους λόγους, εκτός αν είνε εντελώς τυφλός ή, όπως συνεδριάζει η βουλή του Αρείου Πάγου, η ακρόασις του λόγου γίνεται εν καιρώ νυκτός και εις το σκότος. Ότι δε η δύναμις των λόγων δεν δύναται να ανταγωνισθή προς το θέλγητρον της δράσεως μαρτυρεί και ο περί των Σειρήνων μύθος παρατιθέμενος εις τον περί των Γοργόνων• διότι αι πρώται κατεγοήτευον τους πλησίον πλέοντας διά των ασμάτων και της μελωδίας των, αλλ' η γοητεία αύτη είχεν ανάγκην διαρκείας τινός διά να φέρη αποτέλεσμα, το οποίον σημαίνει ότι δεν ήτο πανίσχυρος• υπάρχει δε και παράδειγμα ανθρώπου όστις κατώρθωσε να διέλθη χωρίς να παρασυρθή υπό του θέλγητρου του άσματος. Το κάλλος όμως των Γοργόνων ήτο ισχυρότατον, και θίγον την ψυχήν εις τα καιριώτατα, έφερεν αμέσως εις έκστασιν και αφασίαν τους βλέποντας, καθώς δε ο μύθος λέγει, και απελιθούντο υπό του θαυμασμού. Επομένως και εκείνο το οποίον είπε περί του παγονιού ο αντίπαλος νομίζω ότι συνηγορεί υπέρ της ιδέας μου• διότι και εκείνου το θέλγητρον υπάρχει εις την όψιν και όχι εις την φωνήν. Και αν τις παρουσιάση μίαν αηδόνα ή ένα κύκνον και τους βάλη να κελαδήσουν, ενώ δε κελαδούν παρουσιάση και παγόνι το οποίον να σιωπά, δεν έχω αμφιβολίαν ότι προς αυτό θα στραφή η ψυχή του θεατού, μη προσέχουσα πλέον εις τα άσματα εκείνων. Τόσον ακαταγώνιστος φαίνεται ότι είνε η διά της οράσεως τέρψις.
Και αν θέλετε θα επικαλεσθώ την μαρτυρίαν ανδρός σοφού, όστις θα μαρτυρήση ότι πολύ επικρατέστερα των λεγομένων είνε τα βλεπόμενα. Λοιπόν, κήρυξ, κάλεσε τον εξ Αλικαρνασσού Ηρόδοτον τον υιόν του Λύξου• και επειδή ο σοφός εκείνος υπήκουσεν εις την πρόσκλησιν, ας παρουσιασθή και ας μαρτυρήση. Επιτρέψατέ του δε να ομιλήση. προς υμάς Ιονιστί κατά την συνήθειάν του• Όσα είπε προς υμάς, ω άνδρες δικασταί, ο ρήτωρ ούτος, διά ν' αποδείξη την υπεροχήν της δράσεως προς την ακοήν είνε αληθή• ώτα γαρ απιστότερα οφθαλμών τυγχάνει εόντα». Ακούετε τι λέγει ο μάρτυς και πώς εις την όρασιν αποδίδει τα πρωτεία• και πολύ δικαίως• διότι οι μεν λόγοι είνε πτερωτοί, δι' ο και λέγονται έπη πτερόεντα, και άμα εξέλθουν εκ του στόματος πετούν και φεύγουν• η τέρψις όμως των θεαμάτων είνε διαρκεστέρα και, παραμένουσα επί πολύ, κατορθώνει πάντως να υποτάξη τον θεατήν•
Πώς λοιπόν να μη είνε δεινός ανταγωνιστής του ρήτορος οίκος τόσον ωραίος και αξιοθαύμαστος; Αλλά δεν ανέφερα ακόμη το μεγαλείτερον επιχείρημα, ότι δηλαδή και σεις οι δικασταί, ενώ ημείς ομιλούμεν, στρέφετε το βλέμμα σας προς την οροφήν και θαυμάζετε τους τοίχους και εξετάζετε τας τοιχογραφίας την μίαν μετά την άλλην. Και δεν πρέπει να εντρέπεσθε διά τούτο, διότι το πάθημά σας είνε εντελώς ανθρώπινον και τοσούτω μάλλον συγνωστόν καθ' όσον τα αντικείμενα τα οποία προσελκύουν την προσοχήν σας είνε τόσον ωραία και τόσον ποικίλα. Η τελειότης της τέχνης και η ακρίβεια με την οποίαν έχουν εξεικονισθή αυταί αι ιστορικαί παραστάσεις συνδυάζουν αληθώς το ωφέλιμον μετά του τερπνού, διότι μετά της τέρψεως δίδουν μαθήματα αρχαίας ιστορίας και έχουν ανάγκην θεατών σοφών. Και διά να μη μας εγκαταλείψετε εντελώς ημάς τους ρήτορας και στρέψετε εξ ολοκλήρου την προσοχήν σας εις τα θεάματα εκείνα, θα προσπαθήσω να σας τα περιγράψω διά του λόγου. Ελπίζω δε ότι θα ευχαριστηθήτε ακούοντες εκείνα τα οποία και βλέποντες θαυμάζετε. Ίσως δε και διά τούτο θα μ' επαινέσετε και θα με προτιμήσετε από τον αντίπαλον, καθότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα διπλασιάσω την τέρψιν σας. Βλέπετε δε πόσον δύσκολον είνε το τόλμημά μου, να επιχειρήσω χωρίς χρώματα, χωρίς σχήματα και πίνακα να γράψω τοιαύτας εικόνας• διότι η ζωγραφική των λόγων είνε τέχνη με μικρά εφόδια.
Δεξιά λοιπόν όπως εισερχόμεθα, η ιστορία ενός ήρωος εξ Άργους αναμιγνύεται προς γεγονός το οποίον συνέβη εις την Αιθιοπίαν• ο Περσεύς φονεύει το κήτος, ελευθερώνει την Ανδρομέδαν και μετ' ολίγον θα την νυμφευθή και θα την οδηγήση εις την Ελλάδα. Το επεισόδιον τούτο είνε συνέχεια της εκστρατείας του κατά των Γοργόνων. Και ο τεχνίτης εις μικρόν χώρον περιέλαβε πολλά αισθήματα, όπως την αιδημοσύνην και τον φόβον της παρθένου, ήτις εκ του ύψους του βράχου παρατηρεί την μάχην, και την ερωτικήν τόλμην του νέου και την φοβεράν όψιν του θηρίου. Και τούτο μεν ακολουθεί με ωρθωμένας τας ακάνθας του και ανοίγον φοβερόν στόμα• ο δε Περσεύς με την αριστεράν επιδεικνύει την κεφαλήν της Μεδούσης, με την δεξιάν δε διαπερά το θηρίον με το ξίφος του. Και το κήτος όσον μεν αντίκρυσε την Μέδουσαν απελιθώθη ήδη, όσον δε μένει εισέτι ζωντανόν κατακόπτεται διά του ξίφους.
Κατόπιν της εικόνος ταύτης έρχεται η παράστασις μιας δικαιοτάτης τιμωρίας, την οποίαν ο ζωγράφος υποθέτω ότι παρέλαβεν από τον Ευριπίδην ή τον Σοφοκλήν, διότι και εκείνοι εζωγράφισαν παρομοίαν εικόνα. Οι δύο νέοι και φίλοι, ο εκ Φωκίδος Πυλάδης και ο θεωρούμενος ως αποθανών ήδη Ορέστης, εισέρχονται εις τα ανάκτορα και χωρίς να εννοηθούν φονεύουν τον Αίγισθον.
Η Κλυταιμνήστρα έχει ήδη φονευθή και φαίνεται ημίγυμνος επί τινος κλίνης• οι δε θεράποντες όλοι, κατάπληκτοι διά τα γενόμενα, φαίνονται άλλοι μεν ότι κραυγάζουν, άλλοι δε ότι παρατηρούν γύρω διά να εύρουν μέρος να φύγουν. Αξιοπαρατήρητος δε είνε η λεπτότης του καλλιτέχνου όστις ό,τι υπάρχει ασεβές εις το γεγονός, το οποίον εξεικονίζει, το δεικνύει ως τετελεσμένον και ως τοιούτον το παρατρέχει και παρουσιάζει τους δύο νέους καθ' ην στιγμήν φονεύουν τον μοιχόν.
Έπειτα φαίνεται θεός ωραίος εις εφηβικήν ηλικίαν, καταγινόμενος εις χαρίεσσαν παιδιάν. Ο Βράγχος καθήμενος επί πέτρας κρατεί υψηλά λαγόν και παίζει δεικνύων αυτόν προς τον σκύλλον του, ο οποίος φαίνεται έτοιμος να πηδήση εις ύψος και ν' αρπάση τον λαγόν. Παρίσταται δε εις την σκηνήν και ο Απόλλων, ο οποίος μειδιά τερπόμενος να βλέπη και το παιγνίδι του παιδιού και τας προσπαθείας του σκύλλου.
Έπειτα πάλιν παρουσιάζεται ο Περσεύς εις τα προ του φόνου του κήτους κατορθώματά του και φαίνεται αποκόπτων την κεφαλήν της Μεδούσης, ενώ η Αθηνά τον σκεπάζει με την ασπίδα της. Ο Περσεύς κάμνει το ανδραγάθημα χωρίς να το βλέπη, διότι παρατηρεί την Γοργόνα επί της ασπίδος ως εις κάτοπτρον, γνωρίζων ότι, αν την ητένιζε κατ' ευθείαν, το αποτέλεσμα θα ήτο ν' απολιθωθή. Εις το άνω δε μέρος του μεσαίου τοίχου, του απέναντι της θύρας, υπάρχει ναός της Αθηνάς, εις τον οποίον η θεά παρίσταται δι' αγάλματος εκλεκτού λίθου, όχι όμως με πολεμικήν αμφίεσιν, αλλ' ως θεά πολεμική ησυχάζουσα. Μετ' αυτήν άλλη Αθηνά, όχι λιθίνη αυτή, αλλά ζωγραφιστή, την οποίαν καταδιώκει ερωτικώς ο Ήφαιστος, και αυτή φεύγει• εκ της διώξεως δε εκείνης εγεννήθη ο Εριχθόνιος.
Έπεται άλλη εξεικόνισις μύθου αρχαίου. Ο τυφλός Ωρίων φέρει επί των ώμων του τον Κηδαλίωνα, ο οποίος του δεικνύει την οδόν προς το φως. Και ο ήλιος ανατείλας θεραπεύει την τύφλωσιν του Ωρίωνος, ο δε Ήφαιστος βλέπει τα τελούμενα εκ της Λήμνου. Εις άλλην εικόνα κατόπιν παρίσταται ο Οδυσσεύς υποκρινόμενος τον παράφρονα, διότι δεν ήθελε να συνεκστρατεύση με τους Ατρείδας• είνε δε παρόντες και οι πρέσβεις, οίτινες ήλθον να τον καλέσουν εκ μέρους των Ατρειδών. Η υπόκρισις της παραφροσύνης είνε πιθανή• ο Οδυσσεύς έχει ζεύξη το όχημα κατά τρόπον τόσον ανόητον, ώστε φαίνεται ότι δεν γνωρίζει τι πράττει• προδίδεται όμως εξ αιτίας του μικρού του τέκνου. Ο Παλαμήδης του Ναυπλίου, εννοήσας την πανουργίαν, αρπάζει τον Τηλέμαχον και ξιφουλκήσας απειλεί να τον φονεύση και εις την υπόκρισιν της παραφροσύνης αντιτάσσει την κωμωδίαν της οργής• ο δε Οδυσσεύς φοβηθείς παύει να υποκρίνεται τον τρελλόν• το πατρικόν φίλτρον υπερισχύει και τον επαναφέρει εις την αλήθειαν.
Εις την τελευταίαν εικόνα παρίσταται η Μήδεια, διακαιομένη υπό της ζηλοτυπίας, βλέπουσα τα τέκνα της με βλέμμα άγριον και φαινομένη ότι κάτι κακόν σκέπτεται• κρατεί δε ήδη το ξίφος, τα δε δυστυχή παιδία κάθηνται γελώντα, ουδέν εκ των μελλόντων να γίνουν υποπτεύοντα, μολονότι βλέπουν το ξίφος εις τας χείρας της μητρός των.
Λοιπόν, ω άνδρες δικασταί, δεν βλέπετε πώς όλα ταύτα προσελκύουν την προσοχήν του ακροατού και την συγκεντρώνουν εις το θέαμά των και αφήνουν μόνον τον ομιλούντα; Εγώ δε σας ανέφερα ταύτα όχι διά να θεωρήσετε τον αντίπαλον παράτολμον και θρασύν, αφού εξετέθη εις τόσον δύσκολον επιχείρησιν, και τον καταδικάσετε και τον μισήσετε και τον αφήσετε εις το μέσον του λόγου του, αλλά μάλλον διά να τον υποστηρίξετε και ει δυνατόν να τον ακούσετε με κλειστούς οφθαλμούς, έχοντες υπ' όψιν την δυσχέρειαν εις την οποίαν ευρίσκεται• διότι μόλις ούτω, αν του χρησιμεύσετε όχι ως δικασταί, αλλ' ως υποστηρικταί, θα δυνηθή να μη φανή παντάπασιν ανάξιος της πολυτελείας του οίκου. Μη εκπλαγήτε δε εάν κάμνω τοιαύτας παρακλήσεις χάριν αντιπάλου• η αγάπη μου προς τον οίκον τούτον είνε τόση, ώστε ήθελα και ο ρήτωρ όστις ομιλεί εντός αυτού ν' επιτύχη και διακριθή.
ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ
Ότι ουδέν είνε γλυκύτερον της πατρίδος έχει λεχθή προ πολλού. Αλλ' όχι μόνον γλυκύτερον, αλλά και σεπτότερον και ιερώτερον δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Διότι όλων, όσα οι άνθρωποι νομίζουν σεβαστά και ιερά, η πατρίς είνε η αιτία, η οποία και μας τα εδίδαξε και μας ανέθρεψεν εις την πίστιν και τον σεβασμόν αυτών. Οι περισσότεροι εκ των ανθρώπων θαυμάζουν τα μεγέθη, τας λαμπρότητας και τας πολυτελείς οικοδομάς των πόλεων, αλλά τας πατρίδας αγαπούν όλοι. Και δεν υπάρχει κανείς και εκ των πλέον τερπομένων εις τα ταξείδια και τα θεάματα, όστις να παρεσύρθη τόσον εις τον θαυμασμόν του δι' όσα θαυμαστά είδεν εις ξένας χώρας, ώστε να λησμονήση την πατρίδα του. Εκείνος δε ο οποίος υπερηφανεύεται διότι είνε πολίτης ευδαίμονος πόλεως, μου φαίνεται ότι αγνοεί ποίον σεβασμόν πρέπει να απονέμη εις την πατρίδα του. Εγώ τουλάχιστον τέρπομαι να τιμώ και αυτό το όνομα της πατρίδος μου. Διότι όταν συγκρίνωμεν διαφόρους πόλεις μεταξύ των, πρέπει να εξετάζωμεν το μέγεθος, το κάλλος και την αφθονίαν των χρησίμων πραγμάτων. Αλλ' όταν πρόκειται περί εκλογής, ουδείς θα προτιμήση αντί της πατρίδος του άλλην πόλιν ως λαμπροτέραν, αλλά θα ηύχετο μεν να ήτο και η πατρίς του ομοία με τας πλουσιωτέρας, προτιμά όμως αυτήν οιαδήποτε και αν είνε. Τούτο δε ακριβώς πράττουν και τα καλά τέκνα και οι χρηστοί πατέρες• διότι ούτε υιός καλός και ενάρετος δύναται να προτιμήση άλλον αντί του πατρός του, ούτε πατήρ δύναται να παραμελήση τον υιόν του και αντ' αυτού ν' αγαπήση άλλον ως τέκνον του• εξ εναντίας τόσον οι πατέρες τυφλούνται υπό του φίλτρου των, ώστε τα τέκνα των φαίνονται εις αυτούς τα ωραιότερα και ευρωστότερα και υπό πάσαν έποψιν καλλίτερα• εκείνος δε ο οποίος δεν βλέπει κατ' αυτόν τον τρόπον το τέκνον του, δεν μου φαίνεται να έχη οφθαλμούς πατρός.
Της πατρίδος λοιπόν το όνομα είνε το πρώτον και οικειότατον εις όλους• διότι ουδέν μας είνε οικειότερον από τον πατέρα μας. Εάν δέ τις απονέμη εις τον πατέρα του τον δίκαιον σεβασμόν, όπως και ο νόμος και η φύσις προστάζουν, έπεται ότι πρέπει και την πατρίδα προ πάντων να σέβεται και αγαπά. Διότι και αυτός ο πατήρ ανήκει εις την πατρίδα και ο πατήρ του πατρός και όλοι οι πρόγονοι και μέχρι των πατρίων θεών φθάνει το όνομα. Και αυτοί οι θεοί αγαπούν τας πατρίδας των• ναι μεν εποπτεύουν όλα τα ανθρώπινα και θεωρούν ως κτήσεις αυτών όλην την γην και την θάλασσαν, αλλ' έκαστος εξ όλων των πόλεων προτιμά το μέρος εις το οποίον εγεννήθη. Ούτω αι πλέον σεβασταί πόλεις είνε εκείναι αίτινες υπήρξαν πατρίδες θεών, και αι ιερώτεραι νήσοι είνε εκείναι εις τας οποίας τιμάται η γέννησις θεών και αι πλέον ευάρεστοι λατρείαι εις τους θεούς είνε εκείναι αίτινες προσφέρονται εις την ιδιαιτέραν εκάστου πατρίδα. Αφού δε εις τους θεούς είνε τόσον αγαπητόν το όνομα της πατρίδος, πώς να μη είνε ακόμη περισσότερον εις τους ανθρώπους; Από την πατρίδα του είδεν έκαστος κατ' αρχάς τον ήλιον• καίτοι δε ο θεός ούτος είνε κοινός εις όλους, έκαστος όμως τον νομίζει ως θεόν πατρικόν, διότι κατά πρώτον τον είδεν από την πατρίδα του.
Εις την πατρίδα του ήρχισε και να λαλή, διδαχθείς πρώτον την διάλεκτον του τόπου του, και εκεί εγνώρισε τους θεούς. Εάν δε κανείς εγεννήθη εις πατρίδα τόσω μικράν, ώστε ν' αναγκασθή να μεταβή εις άλλην προς ευρυτέραν εκπαίδευσιν, και την εκπαίδευσιν ταύτην οφείλει εις την πατρίδα του• διότι άνευ της πατρίδος του ουδέ το όνομα και την ύπαρξιν της πόλεως εκείνης θα εμάνθανε.
Νομίζω ότι οι άνθρωποι πάσαν τέχνην και μάθησιν αποκτούν διά να γίνουν ούτω χρησιμότεροι εις την ιδιαιτέραν πατρίδα. Αποκτούν δε και περιουσίας παρακινούμενοι υπό της φιλοτιμίας να συνεισφέρουν και υπέρ των κοινών της πατρίδος αναγκών. Και τούτο κατά την γνώμην μου είνε καθήκον αυτών, διότι δεν πρέπει να φαίνωνται αχάριστοι, αφού εις την πατρίδα οφείλουν τας μεγίστας ευεργεσίας. Εάν θεωρούμεν καθήκον να αποδίδωμεν τας ευεργεσίας εις τα άτομα, κατά μείζονα λόγον οφείλομεν ν' ανταμείβωμεν τας προς ημάς ευεργεσίας της πατρίδος. Αι πόλεις έχουν νόμους τιμωρούντας τα τέκνα τα οποία φαίνονται αχάριστα προς τους γονείς• πρέπει λοιπόν και εις την κοινήν πάντων μητέρα, την πατρίδα, να ευγνωμονούμεν, διότι μας ανέθρεψε και διότι μας εδίδαξε τους νόμους.
Δεν υπάρχει παράδειγμα ανθρώπου όστις μεταβάς εις άλλην πόλιν ελησμόνησε τον τόπον εις τον οποίον εγεννήθη. Αλλά και εκείνοι οίτινες δυστυχούν εις τα ξένα, συχνά ενθυμούνται την πατρίδα, ως το μέγιστον των αγαθών• και εκείνοι οι οποίοι ευτυχούν, μολονότι κατά τα άλλα είνε ευχαριστημένοι, θεωρούν ως μεγίστην στέρησιν ότι δεν κατοικούν εις την πατρίδα, αλλ' εις ξένην γην. Το ξενήτευμα φαίνεται ως όνειδος• διά τούτο δε και όσοι εις τα ξένα κατώρθωσαν να αναδειχθούν είτε διά του πλούτου, είτε διά της δόξης, είτε διά της παιδείας, είτε δι' ανδραγαθημάτων, βλέπομεν να σπεύδουν να επανέλθουν εις την πατρίδα και να νομίζουν ότι μόνον εκεί δύνανται να απολαύσουν καλλίτερα την ευτυχίαν των. Τοσούτω δε μάλλον επιθυμεί τις να επιστρέψη εις την πατρίδα του, όσω περισσότερον τιμάται μακράν αυτής.
Και οι νέοι αγαπούν την πατρίδα• αλλά και οι γέροντες όσον αυξάνει η φρόνησίς των, τόσον διακαέστερος γίνεται ο προς την πατρίδα πόθος των. Πάντες οι γηράσαντες εύχονται και σπεύδουν ν' αποθάνουν εις την πατρίδα των• εκεί όπου ήρχισαν να ζουν θέλουν και να τελευτήσουν και να καταθέσουν το σώμα των εις την γην, ήτις τους ανέθρεψε και εις τους προγονικούς των τάφους. Εις όλους φαίνεται δυστύχημα μέγα να μένουν και μετά θάνατον εις την ξενητειάν και να κοιμώνται τον αιώνιον εις ξένην γην.
Παρά των αυτοχθόνων δύναταί τις να μάθη πόσον οι γνήσιοι πολίται είνε αφωσιωμένοι εις την πατρίδα των. Οι ξένοι, ως νόθοι, ευκόλως μεταναστεύουν, ούτε γνωρίζοντες, ούτε αγαπώντες πατρίδος όνομα• έχοντες δε ως μέτρον ευτυχίας την ικανοποίησιν των τέρψεων του στομάχου των, θεωρούν ως πατρίδα πάντα τόπον, εις τον οποίον θα έχουν τα προς την ζωήν χρήσιμα. Αλλ' εκείνοι διά τους οποίους η πατρίς είνε αληθής μήτηρ, αγαπούν την γην όπου εγεννήθησαν και ανετράφησαν, αδιάφορον αν είνε μικρά και τραχεία και άγονος• και όταν δεν δύνανται να επαινέσουν την γονιμότητα και την ωραιότητα της γης, πάλιν δεν δυσκολεύονται να εύρουν λόγους διά να εγκωμιάζουν την πατρίδα των. Αν άλλοι υπερηφανεύωνται διά τας ευρείας πεδιάδας του τόπου των, διά τους λειμώνας και την ποικίλην φυτείαν αυτών, και αυτοί ευρίσκουν τρόπον να εγκωμιάσουν την πτωχήν πατρίδα• μη δυνάμενοι να την λέγουν ιπποτρόφον, την επαινούν ως κουροτρόφον.{42}
Και νησιώτης αν είνε τις και δύναται να ευτυχή εις ξένην χώραν, πάλιν ποθεί να επανέλθη εις την πατρίδα του• και αθανασία αν του προσφέρουν, προτιμά ν'αποθάνη και να ταφή εις την πατρίδα του. Της πατρίδος ο καπνός θα του φανή λαμπρότερος από το πυρ της ξενητειάς.
Τόσον δε πολύτιμον είνε γενικώς της πατρίδος το όνομα, ώστε και οι νομοθέται εις όλας τας χώρας ως μεγαλειτέραν τιμωρίαν επέβαλαν την εξορίαν. Δεν φρονούν δε μόνον οι νομοθέται ούτω, αλλά και οι διοικούντες στρατούς• και εις τας μάχας ως μεγίστην παρακίνησιν θεωρούν να λέγουν εις τους στρατιώτας ότι ο πόλεμος γίνεται χάριν της πατρίδος. Και ουδείς ο μη φιλοτιμούμενος εκ τούτου να πολεμήση καλώς. Το όνομα της πατρίδος και τον δειλόν μεταβάλλει εις ανδρείον.
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΔΙΨΑΔΩΝ
Προλαλιά.
Τα νότια μέρη της Λιβύης καλύπτονται υπό βαθείας άμμου και κατακαίονται υπό του ηλίου• είνε δε εις μεγάλην έκτασιν έρημα, εντελώς άγονα, πεδινά καθ' ολοκληρίαν, και ούτε χλόη, ούτε φυτά, ούτε νερόν υπάρχει• εάν δε πουθενά εις τα κοιλώματα των πετρών διατηρείται ολίγον εκ της βροχής, και τούτο είνε βορβορώδες και βρωμερόν, όσον δε και αν διψά ο άνθρωπος δεν δύναται να πίη. Διά ταύτα η χώρα είνε ακατοίκητος. Αλλά πώς να κατοικηθή όταν έχη κλίμα τόσον φρικτόν και είνε τόσον ξηρά και άφορος; Είνε τόσος ο καύσων και τόσον φλογερός και πεπυρακτωμένος ο αήρ και τόσον βράζει η άμμος, ώστε η χώρα εκείνη αποβαίνει εντελώς άβατος.
Μόνον οι Γεράμαντες, λαός γειτονικός, εισχωρούν ενίοτε εις την έρημον ταύτην• είνε άνθρωποι σκηνίται, εύρωστοι και ευκίνητοι, ζώντες ως επί το πλείστον εκ της θήρας. Κυνηγούντες φθάνουν και μέχρι της ερήμου κατά το χειμερινόν ηλιοστάσιον, μάλιστα δε όταν έχη βρέξη και ο καύσων μετριάζεται, η δε άμμος ποτισθείσα γίνεται κάπως βατή. Θηρεύουν δε αγρίους όνους, στρουθοκαμήλους και μάλιστα πιθήκους και ενίοτε ελέφαντας• διότι αυτά μόνον τα ζώα αντέχουν εις την δίψαν και ανέχονται περισσότερον το υπερβολικόν καύμα του ηλίου. Αλλά και οι Γεράμαντες, άμα εξαντλήσουν τας τροφάς τας οποίας έχουν μεθ' εαυτών, επιστρέφουν αμέσως, φοβούμενοι μήπως η άμμος υπερθερμανθείσα καταστή δύσβατος και, μη δυνάμενοι να εξέλθουν, χαθούν ως εντός δικτύων μετά της λείας των. Τωόντι ο θάνατος αυτών είνε άφευκτος, εάν ο ήλιος, αφού απορροφήση τους υδρατμούς και καταξηράνη το έδαφος, γίνη φλογερώτερος, διότι εκ της υγρασίας, ήτις είνε τροφή του πυρός, ενισχύεται η θερμότης του.
Αλλά πάντα όσα ανέφερα, ο καύσων, η δίψα, η ερημία και το ότι ουδέν έχει τις να περιμένη εκ της γης, θα σας φανούν ολιγώτερον ανυπόφορα και επικίνδυνα από εκείνο το οποίον θα αναφέρω• και διά τούτο η χώρα εκείνη είνε κατ' εξοχήν άξενος, και οι άνθρωποι πρέπει να την αποφεύγουν. Ερπετά διάφορα, υπερμεγέθη και πολυπληθή και τερατώδη κατά τας μορφάς και φοβερά δηλητηριώδη υπάρχουν εις την έρημον εκείνην και άλλα μεν φωλεύουν και ζουν εντός της άμμου, άλλα δε τρέχουν εις την επιφάνειαν, φύσαλλοι, ασπίδες, έχιδναι, κεράσται, βουπρήσται, ακοντίαι, αμφίσβαιναι και δράκοντες, προσέτι δε δύο ειδών σκορπιοί, εκ των οποίων οι μεν βαδίζουν κάτω εις το έδαφος και είνε υπερμεγέθεις και η ουρά των αποτελείται εκ πολλών σπονδύλων, οι δε άλλοι πετούν και είνε υμενόπτεροι, όπως αι ακρίδες, οι τέττυγες και αι νυκτερίδες. Πλήθος τοιούτων φρικτών πτηνών καθιστά απρόσιτον την Λιβύην εκείνην.
Αλλά το φοβερώτερον εξ όλων των ερπετών, τα οποία τρέφει η άμμος, είνε η διψάς, όφις όχι πολύ μεγάλος, όμοιος με έχιδναν, του οποίου το δάγκωμα είνε βίαιον και το δηλητήριον φοβερόν, και αμέσως προξενεί τρομερούς και απαύστους πόνους. Καίει και σαπίζει τας σάρκας και ανάπτει τρομεράν φλόγα εις το σώμα, οι δε δηχθέντες κραυγάζουν ως να ευρίσκωνται εντός πυράς. Αλλ' ό,τι προ πάντων τους βασανίζει είνε δίψα υπερβολική, εξ ης ωνομάσθη και το ερπετόν. Διψούν τρομερά και το παραδοξότερον είνε ότι όσω πίνουν τόσω περισσότερον ανάπτει η δίψα των, την οποίαν και ολόκληρος ο Νείλος ή ο Ίστρος δεν δύνανται να σβύσουν, αλλά το νερόν παροξύνει την δίψαν αυτών όπως το έλαιον την πυράν.
Τούτο εξηγούν οι ιατροί λέγοντες ότι το δηλητήριον του ερπετού είνε πυκνόν, όσον δε διαλύεται διά του ποτού, γίνεται, ως είνε επόμενον, υγρότερον και πλέον ευκίνητον και εις μεγαλειτέραν έκτασιν διαδίδεται. Εγώ δεν είδα κανένα ο οποίος να έπαθε τοιούτον δυστύχημα και να μη δόσουν οι θεοί να ίδω άνθρωπον ούτω βασανιζόμενον• αλλ' ούτε μετέβην εις την Λιβύην ποτέ και νομίζω ότι καλώς έπραξα. Αλλά γνωρίζω έν επίγραμμα, το οποίον ήκουσα παρά τινος φίλου, όστις το ανέγνωσεν επί της επιταφίου στήλης ανθρώπου όστις απέθανε κατ' αυτόν τον τρόπον. Επέστρεφα, μου διηγήθη, εκ της Λιβύης εις την Αίγυπτον και επορευόμην κατά μήκος της μεγάλης Σύρτιος, διότι άλλη οδός δεν υπήρχεν• εκεί δε συνήντησα παρά την ακτήν ένα τάφον βρεχόμενον υπό του κύματος, επί του οποίου υπήρχε στήλη με επιγραφήν διηγουμένην τον τρόπον καθ' όν απέθανεν ο εκεί ενταφιασθείς. Επί της στήλης υπήρχεν ανάγλυφον παριστών άνθρωπον όρθιον εντός λίμνης, όπως οι ζωγράφοι παριστούν τον Τάνταλον, ο οποίος ελάμβανε διά των χειρών ύδωρ προφανώς διά να πίη. Μία διψάς ήτο προσκεκολλημένη εις τον πόδα του, πολλαί δε γυναίκες αντλούσαι ύδωρ το έχυνον επ' αυτού. Πλησίον εφαίνοντο αυγά στρουθοκαμήλων, τας οποίας, ως είπον, κυνηγούν οι Γεράμαντες. Ιδού δε και το επίγραμμα το οποίον υπήρχεν επί της στήλης και το οποίον αξίζει να αναφέρω αυτολεξεί.
«Πάσχω ως ο Τάνταλος• καιόμενος υπό του φρικτού δηλητηρίου, και την βάσανον της δίψης μου αδύνατον να καταπαύσουν του Δαναού αι θυγατέρες, αδιακόπως καταγινόμεναι ν' αντλούν ύδωρ».
Υπήρχον δε και τέσσαρες άλλοι στίχοι, αναφέροντες πώς, ενώ αφήρει τα αυγά, εδήχθη υπό του ερπετού, αλλά δεν τους ενθυμούμαι πλέον. Διότι οι περίοικοι συλλέγουν τα αυγά εκείνα και τα εκτιμούν πολύ, όχι μόνον ως τροφήν αλλά και διότι τα μεταχειρίζονται ως σκεύη και ποτήρια αφού τα κενώσουν.
Επειδή δεν υπάρχει χώμα αλλά άμμος παντού, η κατασκευή αγγείων κεραμεικών είνε αδύνατος. Τα δε μεγαλείτερα εκ των αυγών εκείνων χρησιμοποιούνται και ως καλύμματα της κεφαλής• το ήμισυ εκάστου εξ αυτών αρκεί διά να καλύψη την κεφαλήν. Εκεί λοιπόν παρά τα αυγά ενεδρεύουν αι διψάδες, και όταν πλησιάση άνθρωπος, εξέρχονται εκ της άμμου και τον δαγκώνουν, αυτός δε παθαίνει εκείνα τα οποία ανέφερα, και όσον πίνει τόσον περισσότερον διψά και ουδέποτε κατορθόνει να χορτάση νερόν.
Σας διηγήθην ταύτα όχι διότι θέλω να συναγωνισθώ προς τον ποιητήν Νίκανδρον {43} και να σας δείξω ότι εμελέτησα την φύσιν των Λιβυκών ερπετών• τοιαύτη ασχολία θα ήρμοζε μάλλον εις ιατρούς, οίτινες πρέπει να γνωρίζουν ταύτα διά να δύνανται με την τέχνην των να τα καταπολεμούν• αλλά νομίζω (και σας εξορκίζω εις τον Φίλιον Δία να μη κατακρίνετε την παρομοίωσιν ως απρεπή διά την ανάμιξιν εις αυτήν θηρίων) ότι και εγώ παθαίνω αναφορικώς προς υμάς κάτι ανάλογον προς ό,τι παθαίνουν διά το νερόν οι δηχθέντες υπό της διψάδος. Όσον περισσότερον παρουσιάζομαι ενώπιον υμών, τόσω περισσότερον το επιθυμώ, η δίψα μου παροξύνεται και γίνεται ακατάσχετος και νομίζω ότι ουδέποτε θα κορεσθώ εξ αυτού του ποτού. Και πολύ δικαίως• διότι πού δύναμαι να εύρω ύδωρ τόσον διαυγές και καθαρόν; Ώστε συγχωρήσατε εάν, δηχθείς και εγώ εις την ψυχήν με το γλυκύτατον τούτο και υγιεινότατον δήγμα, πίνω απλήστως και κρατώ ανοικτόν το στόμα υπό τον κρουνόν• εύχομαι μόνον να μη εξαντληθή η προθυμία σας εις το να με ακροάσθε και με εγκαταλείψετε διψώντα εισέτι και έχοντα το στόμα ανοικτόν• η δίψα μου προς υμάς είνε άσβεστος, διότι, κατά τον σοφόν Πλάτωνα, τα καλά δεν προξενούν κόρον• «κόρος ουδείς των καλών».
ΠΕΡΙ ΟΡΧΗΣΕΩΣ
ΛΥΚΙΝΟΣ. Επειδή λοιπόν, Κράτων, τόσην δεινήν κατηγορίαν, εις την οποίαν φαίνεται ότι προ πολλού ήσο παρεσκευασμένος, εξήνεγκες κατά του χορού και της ορχηστικής εν γένει τέχνης και εναντίον ημών οίτινες τερπόμεθα εις το θέαμα τούτο, και είπες ότι αποδίδομεν μεγάλην σπουδαιότητα εις πράγμα τοσον γελοίον και γυναικώδες, άκουσε πόσον έσφαλες και πώς έκαμες το λάθος να κατηγορήσης έν από τα καλλίτερα πράγματα της ζωής. Αλλ' είσαι δικαιολογημένος, διότι συνείθισες να ζης πάντοτε ζωήν λιτήν και απέριττον και να θεωρής καλόν μόνον παν ό,τι είνε τραχύ, και ούτω εξ αγνοίας ενόμισες ότι και ο χορός είνε άξιος κατηγορίας.
ΚΡΑΤΩΝ. Τι θέλεις να φρονώ, Λυκίνε, περί ενός ανθρώπου με ανδρικόν φρόνημα, ο οποίος μάλιστα καταγίνεται εις την παιδείαν και την φιλοσοφίαν και ο οποίος αφήνων αυτάς τας σοβαράς ασχολίας και την μελέτην των παλαιών συγγραφέων, κάθηται και ακούει αυλούς και βλέπει θηλυπρεπή άνθρωπον, ο οποίος φορεί ενδύματα μαλακά και τραγουδεί άσεμνα άσματα και μιμείται γύναια ερωτικά, όπως αι περιώνυμοι διά την ασέλγειαν αυτών Φαίδραι και Παρθενώπαι και Ροδόπαι, και όλα αυτά συνοδευόμενα με χειροκροτήματα και τερετίσματα και ποδοκροτήματα, πράγματα γελοιωδέστατα αληθώς και ελάχιστα πρέποντα εις άνδρα ελεύθερον και όμοιον με σε; Διά τούτο, όταν έμαθα ότι διέρχεσαι τον καιρόν σου εις τοιαύτα θεάματα, όχι μόνον εντράπηκα διά λογαριασμόν σου, αλλά και ελυπήθην, διότι αφήσας τον Πλάτωνα, τον Χρύσιππον και τον Αριστοτέλη, διασκεδάζεις, όπως εκείνοι οίτινες ξύουν τα ώτα των με πτερόν, ενώ υπάρχουν τόσα άλλα ακούσματα και θεάματα σπουδαία. Και αν δεν υπήρχον οι κυκλικοί αυληταί{44} και οι άδοντες σεμνά άσματα εν συνοδεία κιθάρας, υπάρχει η σοβαρά τραγωδία και η ευθυμοτάτη κωμωδία, αι οποίαι και εις τους αγώνας έχουν εισαχθή. Πρέπει να κάμης μακράν απολογίαν προς τους πεπαιδευμένους, εάν θέλης να μη σε αποκηρύξουν και σε εκδιώξουν εκ του ομίλου των σπουδαίων ανθρώπων. Αλλά το καλλίτερον είνε, κατά την γνώμην μου, ν' αρνηθής μίαν και καλήν και να λέγης ότι ουδόλως υπέπεσες εις τοιαύτην παρεκτροπήν. Αν εξακολούθησης όμως, υπάρχει φόβος να μεταβληθής εξ ανδρός εις Λυδήν ή Βάκχην, διά το οποίον δεν θα πταίης μόνον συ, αλλά και ημείς οι οποίοι δεν σε απεσπάσαμεν, όπως τον Οδυσσέα, εκ του λωτού διά να σ' επαναφέρωμεν εις τας προτέρας ασχολίας, πριν ή σε κατακυριεύσουν αι Σειρήνες του θεάτρου. Αλλ' ο εξ εκείνων κίνδυνος απηυθύνετο μόνον προς τα ώτα και μόνον κηρού είχε ανάγκην ο διερχόμενος πλησίον αυτών• συ δε όχι μόνον διά της ακοής, αλλά και διά των οφθαλμών φαίνεται ότι έχεις υποδουλωθή καθ' ολοκληρίαν.
ΛΥΚΙΝ. Πωπώ, Κράτων, εξαγριωμένον και φοβερόν απέλυσες εναντίον μου τον σκύλλον σου. {45} Αλλά το παράδειγμα των λωτοφάγων και των Σειρήνων μου φαίνεται ότι δεν ταιριάζει παντάπασιν εις εκείνα που έπαθα, καθ' όσον δι' εκείνους οι οποίοι έτρωγον τον λωτόν και ήκουον τας Σειρήνας το αποτέλεσμα ήτο ολέθριον, ενώ εις εμέ όχι μόνον ευχάριστον είνε, αλλά και προς το καλόν μου συντελεί• διότι δεν περιπίπτω εις λήθην και άγνοιαν, αλλ' αν θέλης να σου είπω όλην την αλήθειαν, εκ του θεάτρου επανήλθα πολύ συνετώτερος και οξυδερκέστερος και δύναμαι να είπω, όπως ο Όμηρος, ότι ο βλέπων το θέαμα εκείνο
τερψάμενος νείται και πλείονα ειδώς. {46}
ΚΡΑΤ. Κακό που έπαθες, Λυκίνε• όχι μόνον δεν εντρέπεσαι δι' αυτά, αλλά φαίνεσαι και υπερηφανευόμενος. Και το φοβερώτερον είνε ότι ούτε ελπίδα θεραπείας παρουσιάζεις, αφού τολμάς να επαινής πράγματα τόσον αισχρά και αξιοκαταφρόνητα.
ΛΥΚΙΝ. Δεν μου λέγεις, Κράτων, αυτά τα οποία λέγεις περί ορχήσεως και των γινομένων εις το θέατρον, τα λέγεις κατόπιν ιδίας αντιλήψεως ή, χωρίς να γνωρίζης τα θεάματα εκείνα, τα κατηγορείς και τα ονομάζεις αισχρά και κατάπτυστα; Διότι εάν μεν τα είδες, ευρίσκεσαι εις την αυτήν θέσιν με εμέ, εάν δε όχι, πρόσεξε μήπως η κατηγορία σου είνε παράλογος και φανής ότι εξ επιπολαιότητος κατηγορείς πράγματα τα οποία δεν γνωρίζεις.
ΚΡΑΤ. Αυτό μου έλειπε τώρα, με αυτά τα γένεια που έχω και τα ψαρά μαλλιά να πηγαίνω να κάθωμαι μεταξύ των γυναίων εκείνων και των ανοήτων θεατών, και μάλιστα να χειροκροτώ και να επευφημώ άνθρωπον ελεεινόν, ο οποίος χωρίς λόγον και απρεπέστατα χοροπηδά και λυγίζει το σώμα του.
ΛΥΚΙΝ. Είσαι δικαιολογημένος, Κράτων, αφού δεν είδες ποτέ τοιούτον θέαμα. Αλλ' αν ήθελες να με ακούσης και να έλθης να ίδης μόνον δοκιμαστικώς, είμαι βέβαιος ότι του λοιπού θα έσπευδες προ των άλλων διά να καταλάβης θέσιν κατάλληλον, ώστε να βλέπης και ν' ακούης ακριβώς τα πάντα.
ΚΡΑΤ. Να μη 'δω σωτηρία {47} άν ποτε φθάσω εις τοιούτον εξευτελισμόν. Πρέπει ν' αρχίσω να ξυρίζωμαι και να μαδώ τας τρίχας μου {48} διά να καταντήσω εις τοιαύτην αναξιοπρέπειαν• λυπούμαι δε και σε που σε βλέπω τόσον ξετρελλαμένον με αυτάς τας αηδίας.
ΛΥΚΙΝ. Θέλεις ν' αφήσης, αγαπητέ μου, αυτάς τας ύβρεις και να μ' ακούσης να σου ομιλήσω περί ορχήσεως και διά τα καλά της και να σου αποδείξω ότι δεν είνε μόνον τερπνή, αλλά και οφελεί τους θεατάς, να σου παραστήσω πώς τους μορφώνει και τους διδάσκει και πώς ρυθμίζει τας ψυχάς των, γυμνάζουσα αυτάς δι' ωραίων θεαμάτων και εξαιρέτων ακουσμάτων και επιδεικνύουσα μίαν ωραίαν αρμονίαν μεταξύ ψυχής και σώματος; Το ότι η όρχησις εκτελεί πάντα ταύτα με μουσικήν και ρυθμόν, δεν είνε λόγος διά να κατακριθή, αλλά μάλλον να επαινεθή.
ΚΡΑΤ. Δεν έχω καιρόν ν' ακούω ένα παράφρονα να επαινή το νόσημά του• αλλ' αφού επιμένεις να φλυαρήσης, δεν έχω δυσκολίαν να σου κάμω αυτήν την φιλικήν ευχαρίστησιν και να θέσω εις την διάθεσίν σου την ακοήν μου, καθότι δεν έχω ανάγκην κηρού {49}, διά ν' ακούω ανοησίας χωρίς να προσέχω εις αυτάς. Ώστε θα σιωπήσω και λέγε ό,τι θέλεις και ως να μη σε ακούη κανείς.
ΛΥΚΙΝ. Ευχαριστώ, Κράτων, διότι αυτό ακριβώς ήθελα• είμαι δε βέβαιος ότι μετ' ολίγον δεν θα σου φαίνωνται ανοησίαι αυτά τα οποία θα σου είπω. Εν πρώτοις, μου φαίνεται, αγνοείς τελείως ότι η τέχνη της ορχήσεως ούτε χθεσινήν, ούτε προχθεσινήν έχει την καταγωγήν, ούτε από την εποχήν των προπατόρων μας ή των προπατόρων αυτών ήρχισε• αλλ' εκείνοι οι οποίοι έγραψαν τα αληθέστερα περί της αρχής της ορχήσεως λέγουν ότι αύτη συμπίπτει με την δημιουργίαν του παντός και ότι ανεφάνη συγχρόνως με τον αρχαιτότατον των θεών, τον Έρωτα. Η κίνησις των άστρων, η περιφορά των πλανητών περί τους απλανείς και η εύρυθμος αυτών σχέσις και η αρμονία είνε δείγματα της αρχεγόνου ορχήσεως. Ολίγον δε κατ' ολίγον αναπτυσσομένη και βελτιουμένη διά νέων προσθηκών, φαίνεται ότι έφθασε σήμερον εις την άκραν τελειότητα και κατέστη πολύμορφον και παναρμόνιον και πολύμουσον αγαθόν.
Αναφέρεται ότι πρώτη η Ρέα εθέλχθη υπό της τέχνης ταύτης και εις μεν την Φρυγίαν έβαλε τους Κορύβαντας να χορεύσουν, εις δε την Κρήτην τους Κουρήτας, και δεν ωφελήθη ολίγον εκ της τέχνης αυτών, αφού διά του χορού των της έσωσαν τον Δία, ώστε και δικαίως ο Ζευς να ομολογή ότι οφείλει εις αυτούς σώστρα, διότι χάρις εις την όρχησίν των εσώθη από τους οδόντας του πατρός του.
Εχόρευον δε ένοπλοι και εν τω μεταξύ εκρότουν τα ξίφη επί των ασπίδων και ανεπήδων κατά τρόπον ενθουσιώδη και πολεμικόν. Έπειτα οι επιφανέστεροι των Κρητών επιμελώς ασκηθέντες έγιναν άριστοι χορευταί, όχι μόνον οι απλοί πολίται αλλά και οι ανήκοντες εις ηγεμονικάς οικογενείας και πρωτεύοντες. Ο Όμηρος όχι διά να ψέξη, αλλά διά να επαινέση τον Μηριόνην, τον ωνόμασεν ορχηστήν, και τόσον ήτο γνωστός και διεκρίνετο ούτος διά την χορευτικήν του τέχνην, ώστε όχι μόνον οι Έλληνες εγνώριζον τούτο, αλλά και αυτοί οι Τρώες, καίτοι εχθροί• και υποθέτω ότι το εμάντευον βλέποντες την ευκινησίαν και ευρυθμίαν με την οποίαν επολέμει και την οποίαν είχεν εκ της ορχήσεως. Ιδού δε τι λέγουν τα Ομηρικά έπη•
Μηριόνη, τάχα κεν σε και ορχηστήν περ' εόντα έγχος εμόν κατέπαυσε. {50}
Εν τοσούτω δεν τον επέτυχε, διότι ο Μηριόνης, ως εξασκημένος εις τον χορόν, υποθέτω, ευκόλως διέφευγε τα ιπτάμενα εναντίον του ακόντια.
Καίτοι έχω να αναφέρω και πολλούς άλλους εκ των ηρώων, οίτινες ήσαν γυμνασμένοι εις την όρχησιν και είχον αναγάγη αυτήν εις τέχνην, θεωρώ αρκετόν να αναφέρω μόνον τον Νεοπτόλεμον τον υιόν του Αχιλλέως, όστις διέπρεψεν ως χορευτής και επενόησε νέον είδος χορού, το ωραιότερον, τον εξ αυτού ονομασθέντα Πυρρήχιον.{51} Ο δε Αχιλλεύς μανθάνων ταύτα περί του υιού του έχαιρεν, υποθέτω, περισσότερον παρά διά το κάλλος και την άλλην ανδρείαν του. Τωόντι δε η ορχηστική τέχνη εκείνου συνετέλεσεν εις το να εκπορθηθή και καταστραφή η δυσπόρθητος πόλις των Τρώων.
Οι Λακεδαιμόνιοι, οίτινες θεωρούνται ως οι ανδρειότεροι των Ελλήνων, εδιδάχθησαν παρά του Πολυδεύκους και Κάστορος να καρυατίζουν — είνε δε τούτο είδος ορχήσεως, το οποίον χορεύεται εις τας Καρύας της Λακωνικής— και πράττουν τα πάντα ρυθμικώς• και εις αυτόν ακόμη τον πόλεμον πορεύονται με ρυθμόν και κανονίζουν το βήμα των κατά τον ήχον του αυλού, ο οποίος δίδει και το πρώτον σύνθημα προς την μάχην. Κατώρθωναν δε να νικούν πάντοτε, οδηγούμενοι υπό της μουσικής και της ευρυθμίας. Αλλά και τώρα ακόμη δύνασαι να ίδης τους εφήβους των να εξασκούνται περισσότερον εις τον χορόν παρά εις την οπλομαχητικήν. Όταν παύσουν αγωνιζόμενοι εις το παγκράτιον και αλληλοκτυπούμενοι, αι ασκήσεις των τελειώνουν εις χορόν. Ο αυλητής κάθηται εις το μέσον αυτών και αυλεί και κροτεί με τον πόδα, {52} οι δε νέοι ακολουθούν αλλήλους εις γραμμήν και χορεύοντες λαμβάνουν διαφόρους στάσεις κινούμενοι ρυθμικώς, άλλοτε μεν πολεμικάς, άλλοτε δε ερωτικάς και βακχικάς. Και το άσμα, με το οποίον συνοδεύουν την όρχησιν, είνε επίκλησις προς την Αφροδίτην και τους Έρωτας, τους οποίους καλούν να λάβουν μέρος εις το άσμα και την όρχησιν αυτών, το δε άλλο άσμα — διότι δύο άσματα τραγουδούν— διδάσκει και πώς πρέπει να χορεύουν• εμπρός παιδιά το πόδι, λέγει το τραγούδι, κι' ας βράση ο χορός. Ανάλογα κάμνουν και οι χορεύοντες τον λεγόμενον όρμον. Ο δε όρμος είνε χορός κοινός των εφήβων και των παρθένων, οίτινες χορεύουν ο είς παρά τον άλλον και σχηματίζουν αληθώς όρμον.{53} Σύρει δε τον χορόν ο έφηβος και χορεύει επιδεικνύων διά των κινήσεων του πράξεις νεανικάς και όσα κατόπιν θα πράττη εις τον πόλεμον και ακολουθεί η παρθένος, υποδεικνύουσα εις τας άλλας να χορεύουν κοσμίως, τοιουτοτρόπως δε ο όρμος πλέκεται εκ σωφροσύνης και ανδρείας. Και αι γυμνοπαιδίαι {54} δε είνε επίσης Λακωνική όρχησις. Παραλείπω, διότι θα τα έχης αναγνώση, όσα ο Όμηρος λέγει περί της Αριάδνης εις τα περί ασπίδος και περί του χορού, εις τον οποίον ο Δαίδαλος την εξήσκησε, και δεν θα κάμω λόγον επίσης περί των δύο χορευτών, τους οποίους εκεί ο Όμηρος, αποκαλεί κυβιστήρας {55} και οίτινες ηγούνται του χορού. Εις το αυτό μέρος ο ποιητής λέγει• «Κούροι δ' ορχηστήρες εδίνεον {56}», και τούτο ήτο η ωραιοτέρα παράστασις την οποίαν είχε κατασκευάση επί της ασπίδος ο Ήφαιστος. Διά τους Φαίακας είνε πολύ φυσικόν ότι ετέρποντο εις τον χορόν, καθότι ήσαν λαός φιλήδονος και απελάμβανον όλας τας ευτυχίας της ζωής. Παρέστησε δε ο Όμηρος τον Οδυσσέα θαυμάζοντα προ πάντων την ζωηρότητα με την οποίαν εκινούντο οι πόδες των εις τον χορόν. Αλλά και εις την Θεσσαλίαν τόσον εξετιμήθη η άσκησις του χορού, ώστε οι κάτοικοι απεκάλουν τους άρχοντας και τους αρχηγούς των προορχηστήρας.{57} Τούτο δε φαίνεται εις τας επιγραφάς των ανδριάντων, οίτινες εστήνοντο εις τους ανδραγαθούντας. Μία εκ των επιγραφών τούτων λέγει• Η πόλις εξέλεξε τον τάδε προορχηστήρα» {58}, άλλη δε• «Εις τον Ειλατίωνα, επειδή καλώς εχόρευσεν εις την μάχην, ο δήμος εγείρει τον ανδριάντα τούτον». {59} Εκτός τούτου ουδεμία τελετή αρχαία γίνεται χωρίς όρχησιν. Ο Ορφεύς και ο Μουσαίος, οίτινες ήσαν εκ των αρίστων ορχηστών της εποχής των και οίτινες ίδρυσαν τας μυστικάς τελετάς, εθεώρησαν ότι θα ήτο πολύ ωραίον να γίνεται η μύησις εις τας τελετάς ταύτας με ρυθμόν και όρχησιν και ούτω ενομοθέτησαν. Απόδειξις δε των λόγων μου, διά να μη αναφέρω πράγματα τα οποία δεν επιτρέπεται να μάθουν οι αμύητοι, είνε το πασίγνωστον, ότι περί των αποκαλυπτόντων τα μυστήρια λέγεται κοινώς ότι εξορχούνται. Εις την Δήλον ούτε αι θυσίαι εγίνοντο χωρίς όρχησιν, αλλά και μετά μουσικής. Εσχηματίζοντο χοροί παίδων και εχόρευον υπό τους ήχους αυλού και κιθάρας, οι δε διακρινόμενοι εξ αυτών συνώδευον και με άσματα τον χορόν, και τα άσματα τα οποία εποιούντο διά τον χορόν εκαλούντο υπορχήματα, ήσαν δε πολυάριθμα. Αλλά διατί να αναφέρω μόνον τους Έλληνας, αφού και οι Ινδοί, όταν το πρωί εγείρωνται εκ του ύπνου, δεν προσεύχονται προς τον ήλιον, όπως ημείς οι οποίοι φιλούμεν την χείρα και νομίζομεν τούτο αρκετόν διά την προσευχήν εκείνην, αλλά στρεφόμενοι προς ανατολάς χαιρετούν τον ήλιον χορεύοντες και μιμούνται τον σιωπηλόν χορόν του θεού τούτου• τούτο δε είνε διά τους Ινδούς και προσευχή και χορός και θυσία και κατ' αυτόν τον τρόπον προσεύχονται εις τον ήλιον δις της ημέρας, κατά την πρωίαν και κατά την δύσιν.
Οι δε Αιθίοπες και πολεμούν χορεύοντες και δεν ρίπτει βέλος ο Αιθίοψ— έχουν δε ως φαρέτραν την κεφαλήν των και περί αυτήν δένουν ακτινηδόν τα βέλη—εάν προηγουμένως δεν χορεύση και διά των χορευτικών κινήσεων απειλήση και προεκφοβίση τον εχθρόν. Αφού δε ωμιλήσαμεν περί Ινδιών και Αιθιοπίας, αξίζει να κατέλθωμεν και εις την γειτονικήν Αίγυπτον, διότι μου φαίνεται ότι ο παλαιός μύθος εννοεί ότι ο Αιγύπτιος Πρωτεύς δεν ήτο άλλο τι παρά χορευτής, δηλαδή μιμητικός άνθρωπος και ικανός να λαμβάνη διάφορα σχήματα και μορφάς, αφού και του ύδατος την υγρότητα εμιμείτο και του πυρός την ζωηρότητα εις την κίνησιν και του λέοντος την αγριότητα και της παρδάλεως την οργήν και του δένδρου την δόνησιν και εν γένει ό,τι άλλο ήθελεν. Ο μύθος όμως παραλαβών αυτόν τον παρέστησε κατά τρόπον παράδοξον, ότι τάχα μετεβάλλετο εις ό,τι εμιμείτο. Αλλά τούτο αρμόζει και εις τους σήμερον χορεύοντας, τους οποίους βλέπομεν ν' αλλάσσουν εις την στιγμήν μορφάς ακριβώς όπως ο Πρωτεύς. Πρέπει δε να υποθέσωμεν ότι και η Έμπουσα, ήτις ήλλασε μυρίας μορφάς, ήτο χορεύτρια και ο μύθος την παρεμόρφωσε κατ' αυτόν τον τρόπον.
Μετά ταύτα δεν είνε δίκαιον να παρασιωπήσωμεν και την όρχησιν των Ρωμαίων, την οποίαν χορεύουν οι ευγενέστατοι εξ αυτών, οι λεγόμενοι Σάλιοι—είνε δε τούτο ιερατικόν όνομα—προς τιμήν του Άρεως και είνε χορός σεμνότατος και ιεροπρεπέστατος• Κάποιος δε μύθος της Βιθυνίας, ο οποίος ομοιάζει πολύ προς τας ιταλικάς παραδόσεις, λέγει περί του Πριάπου,• θεού πολεμικού και ενός εκ των Τιτάνων, υποθέτω, ή εκ των Ιδαίων Δακτύλων, οίτινες έργον είχον να διδάσκουν την χρήσιν των όπλων, ότι παρέλαβεν από την Ήραν τον Άρην, ο οποίος ήτο μεν ακόμη μικρός την ηλικίαν, αλλά σκληραγωγημένος και καθ' υπερβολήν ανδρείος, και πριν ή τον διδάξη να μάχεται με τα όπλα, τον κατέστησε τέλειον χορευτήν. Ως αμοιβήν δε έλαβε διά τούτο παρά της Ήρας το δικαίωμα να λαμβάνη το δέκατον των λαφύρων, τα οποία θα είχεν εκ του πολέμου ο Άρης. Όσον αφορά τας Διονυσικάς και Βακχικάς τελετάς, νομίζω ότι δεν περιμένεις να μάθης από εμέ ότι απετελούντο όλαι από χορούς. Ήσαν δε τρεις αι κυριώτεραι Διονυσιακαί ορχήσεις, ο κόρδαξ, η σικιννίς και η εμμέλεια, και οι θεράποντες του Διονύσου, οι Σάτυροι, έδωκαν εις αυτάς τα ονόματά των. Με αυτήν δε την τέχνην ο Διόνυσος υπέταξε τους Τυρηννούς, τους Ινδούς και τους Λυδούς και με στράτευμα εκ χορευτών ενίκησε φιλάς τόσον μαχίμους.
Ώστε πρόσεξε, αγαπητέ μου, μήπως είνε ασέβεια να κατηγορής τέχνην θείαν, αφιερωμένην εις τα μυστήρια, εξασκηθείσαν υπό τόσων θεών και προς τιμήν αυτών εκτελουμένην, παρέχουσαν δε εκτός της τέρψεως και ωφέλειαν. Απορώ δε και πώς συ, ο οποίος τόσον, ως γνωρίζω, αγαπάς τον Όμηρον και τον Ησίοδον—διότι θα επιστρέψω πάλιν εις τους ποιητάς— τολμάς ν' αντιλογής προς εκείνους οίτινες υπέρ όλα επαινούν την όρχησιν. Διότι ο μεν Όμηρος, αναφέρων τα πλέον ευχάριστα και ωραιότερα των πραγμάτων, τον ύπνον, την ερωτικήν απόλαυσιν, το άσμα και τον χορόν, μόνον τον τελευταίον ωνόμασεν αμύμονα. {60} Ως λέγει, η τέρψις γεννάται εκ της μουσικής, και τα δύο δε ταύτα είνε ηνωμένα εις τον χορόν, το γλυκερόν άσμα και η αμύμων όρχησις• και συ τώρα φαίνεσαι ότι τον κατηγορείς δι' αυτήν του την γνώμην. Εις άλλο μέρος των ποιήσεών του λέγει•
Άλλω μεν γαρ έδωκε θεός πολεμήια έργα, άλλω δ' ορχηστύν τε και ιμερόεσσαν αοιδήν• {61}
διότι αληθώς είνε θελκτικώτατον το άσμα το οποίον συνοδεύει τον χορόν και κάλλιστον δώρον των θεών. Ο Όμηρος, διαιρών όλα τα πράγματα εις πόλεμον και ειρήνην, μόνον τα δύο ταύτα ως τα καλλίτερα φέρει εκ της ειρήνης εις αντίθεσιν προς τον πόλεμον.
Ο δε Ησίοδος, ο οποίος δεν ήκουσε παρ' άλλου, αλλ' είδε με τα μάτια του μίαν αυγήν τας Μούσας να χορεύουν, λέγει περί αυτών ως μέγιστον εγκώμιον εις την αρχήν των ποιημάτων του ότι «περί κρήνην ιοειδέα πόσσ' απαλλοίσιν ορχεύνται»{62} και γύρω εις τον βωμόν του πατρός των. Αλλά συ σχεδόν ως άθεος υβρίζεις την τέχνην του χορού.
Ο δε σοφώτατος Σωκράτης—εάν πρέπει να πιστεύσωμεν την περί αυτού γνώμην του μαντείου—όχι μόνον επαινετικώς εξεφράζετο περί της ορχηστικής, αλλά και ήθελε να την μάθη, αποδίδων μεγάλην τιμήν και σημασίαν εις την ευρυθμίαν και το θέλγητρον της μουσικής, εις την χάριν των κινήσεων και των σχημάτων του χορεύοντος, και δεν εντρέπετο εις το γήρας του να κατατάσση τον χορόν μεταξύ των σπουδαιοτέρων μαθημάτων. Αλλ' ήτο επόμενον ν' αποδίδη τοιαύτην σημασίαν εις την ορχηστικήν ο Σωκράτης, ο οποίος δεν εθεώρει ανάξιον του κόπου και τα μικρά να μανθάνη και εις τα διδασκαλεία των αυλητρίδων εσύχναζε και δεν εθεώρει άτοπον ν' ακούη κάτι τι σπουδαίον από μίαν εταίραν, την Ασπασίαν. Σημειωτέον δε ότι εκείνος εγνώρισε την τέχνην της ορχήσεως εις τας αρχάς της, όταν δεν είχεν αναπτυχθή και δεν είχε φθάση ακόμη εις το σημερινόν κάλλος• εάν δε έβλεπεν εκείνους οίτινες σήμερον την ανήγαγον εις τόσην τελειότητα, δεν αμφιβάλλω ότι θα παρέλειπε πάσαν άλλην ασχολίαν χάριν του θεάματος τούτου και προ παντός άλλου αυτό θα εδίδασκεν εις τους νέους.
Μου φαίνεται ότι όταν επαινής την κωμωδίαν και την τραγωδίαν, λησμονείς ότι εις εκάστην εξ αυτών περιέχεται ιδιαίτερον είδος ορχήσεως, εις μεν την τραγωδίαν η εμμέλεια, εις δε την κωμωδίαν ο κόρδαξ, ενίοτε δε και τρίτον είδος ορχήσεως η λεγομένη σικιννίς. Αφού δε και εις την αρχήν της ομιλίας μας είπες ότι θεωρείς προτιμοτέραν από την όρχησιν την τραγωδίαν και κωμωδίαν, τους κυκλικούς αυλητές και την κιθάραν, τα οποία ως αποτελούντα μέρος των αγώνων απεκάλεσες σοβαρά, ας συγκρίνωμεν έκαστον εξ αυτών προς την όρχησιν. Αν θέλης όμως, ας παραλείψωμεν τον αυλόν και την κιθάραν, διότι αποτελούν την συνοδείαν της ορχήσεως. Αν εξετάσωμεν δε πρώτον την τραγωδίαν από το εξωτερικόν, θα ίδωμεν ότι είνε φρικτόν και φοβερόν θέαμα να βλέπωμεν άνθρωπον υπερύψηλον, ορθούμενον επί υποδημάτων υψηλών, ο οποίος φορεί προσωπίδα υψηλοτέραν της κεφαλής και ανοίγει στόμα υπερμέγεθες, ως να θέλη να καταπίη τους θεατάς. Παραλείπω τα επιθέματα τα οποία φορεί επί του στήθους και της κοιλίας διά να παρουσιάζη τεχνητόν πάχος και πρόσθετον όγκον, ώστε να μη φαίνεται δυσανάλογον προς το ύψος το πάχος του. Έπειτα κραυγάζει εκ του βάθους του τερατώδους εκείνου περιβλήματος και κινείται κατά γελοίον τρόπον, ενίοτε δε και άδει τους ιάμβους• και το οικτρότερον είνε ότι εις τας συμφοράς, τας οποίας διεκτραγωδεί, μόνον την φωνήν του παρέχει, διότι διά τα άλλα εφρόντισαν οι προ πολλού υπάρξαντες ποιηταί. Και εφόσον μεν υποκρίνεται την Ανδρομάχην ή την Εκάβην, το άσμα του είνε υποφερτόν αλλ' όταν παρουσιάζεται ως Ηρακλής και ψάλλει μόνος και, λησμονών ποίος είνε, ούτε την λεοντήν σέβεται, ούτε το ρόπαλον το οποίον φέρει, το πράγμα φαίνεται εις πάντα σωφρονούντα ως σολοικισμός.
Αλλά και εκείνο διά το οποίον κατηγορείς την ορχηστικήν, ότι οι άνδρες μιμούνται τας γυναίκας, είνε κοινόν ελάττωμα και της τραγωδίας και της κωμωδίας• εις αυτάς μάλιστα υπάρχουν περισσότερα γυναικεία μέρη.
Η δε κωμωδία θεωρεί μέρος της τέρψεώς της και την γελοιότητα των προσώπων της, όπως ο Δάων, ο Τιβίων και των μαγείρων τα πρόσωπα. Πόσον δε το εξωτερικόν του ορχηστού είνε κόσμιον και ευπρεπές είνε περιττόν να είπω, διότι και εις τους τυφλούς είνε φανερόν. Το δε προσωπείον αυτού είνε ωραίον και ανάλογον προς το δράμα το οποίον παίζει, δεν χάσκει δε όπως τα προσωπεία της τραγωδίας, αλλ' έχει κλειστόν το στόμα, διότι αντ' αυτού φωνάζουν πολλοί άλλοι. Άλλοτε οι χορεύοντες ήσαν συγχρόνως και τραγουδισταί• αλλ' επειδή όταν εχόρευαν η πνευστίασις εξησθένει και διέκοπτε την φωνήν και ασχήμιζε το άσμα, εθεωρήθη καλλίτερον να τραγουδούν άλλοι και άλλοι να χορεύουν. Αι δε υποθέσεις είνε κοιναί και ουδόλως διαφέρουν εις την τραγωδίαν και την όρχησιν παρά μόνον ότι εις την τελευταίαν είνε ποικιλώτεραι και τεχνικώτεραι και παρουσιάζουν μυρίας μεταβολάς. Δεν συμπεριλαμβάνεται δε εις τους αγώνας η όρχησις διά τον λόγον, υποθέτω, ότι οι αγωνοθέται εθεώρησαν το πράγμα τόσω μέγα και τόσω σεμνόν, ώστε δεν πρέπει να υποβάλλεται εις κρίσιν. Αλλ' εν τοσούτω μία πόλις εις την Ιταλίαν {63}, η καλλιτέρα των Χαλκιδικών αποικιών, έχει εισαγάγη και την όρχησιν εις τους αγώνας της διά να τους καταστήση λαμπροτέρους.
Και τώρα θα δικαιολογηθώ διατί παρέλειψα να ομιλήσω περί των άλλων χορών, οίτινες είνε πολυάριθμοι, διά να μη νομίσης ότι εξ αγνοίας ή αμαθείας δεν τους ανέφερα. Δεν αγνοώ ότι πολλοί προ ημών, οίτινες έγραψαν περί ορχήσεως, εφρόντισαν προπάντων να αναφέρουν όλα τα είδη της ορχήσεως με τα ονόματα εκάστου και εκείνους εις τους οποίους αποδίδεται η επινόησίς των, νομίζοντες ότι ούτω δίδουν απόδειξιν της πολυμαθείας των.
Αλλ' εγώ την φροντίδα περί των τοιούτων θεωρώ γελοίαν επίδειξιν πολυγνωσίας και την νομίζω μη αρμόζουσαν εις εμέ, διό και την παραλείπω. Άλλως τε πρέπει να έχης υπ' όψιν και να ενθυμήσαι ότι δεν πρόκειται εδώ να κάμω την γενεαλογίαν όλων των ορχήσεων, ούτε ανέλαβα να αναφέρω ονόματα χορών, εκτός των ολίγων περί των οποίων εις την αρχήν έκαμα λόγον, περιορισθείς εις τους γενικωτέρους. Επί του προκειμένου ο σκοπός μου ήτο να εξάρω την όρχησιν εις την σημερινήν της κατάστασιν και να δείξω όσα τερπνά και χρήσιμα περιλαμβάνει. Δεν ανεπτύχθη δε ευθύς εξ αρχής εις το σημερινόν της κάλλος, αλλά προ πάντων επί των ημερών του αυτοκράτορος Σεβαστού.{64} Αι παλαιαί ορχήσεις ήσαν ως ρίζαι και θεμέλια της ορχήσεως• ημείς δε τώρα ομιλούμεν περί του άνθους αυτής και του ωριμωτάτου καρπού, τα οποία σήμερον έχουν φθάση εις την άκραν αυτών τελειότητα. Διά τούτο ούτε περί της θερμαϋστρίδος {65}, ούτε περί του γεράνου {66} και άλλων ορχήσεων, αίτινες ουδόλως ταιριάζουν προς τον σημερινόν χορόν, θα ομιλήσω. Όχι εξ αγνοίας επίσης παρέλειψα τον Φρυγικόν χορόν, ο οποίος υποθέτει χορευτάς μεθυσμένους και κραιπαλώντας ή και αγροίκους, τους οποίους συνοδεύει μουσική αυλών, παιζομένων υπό γυναικών, και οίτινες κάνουν πηδήματα μεγάλα και επίπονα. Ο χορός ούτος εξακολουθεί ακόμη να χορεύεται εις τα εξοχικά μέρη, αλλ' ουδεμίαν σχέσιν έχει με την σημερινήν όρχησιν. Και ο Πλάτων εις τους Νόμους του επαινεί είδη τινά ορχήσεως, άλλα δε εντελώς αποκρούει και αποδοκιμάζει, διαιρών τα είδη των χορών κατά το τερπνόν και το χρήσιμον και απορρίπτων μεν τα ασχημότερα, επιδοκιμάζων δε και θαυμάζων τα άλλα.
Αλλ' αρκετά είπα περί της ορχήσεως• διότι είνε απειροκαλία να παρατείνεται ο λόγος διά λεπτολογιών. Τώρα δε θα σου αναφέρω τι πρέπει να έχη ο χορευτής, πώς πρέπει ν' ασκηθή, τι να μάθη και πώς να τελειοποιηθή εις την τέχνην του, διά να εννοήσης ότι η ορχηστική δεν είνε εκ των ευκόλων τεχνών, αλλ' έχει ανάγκην τελείας παιδεύσεως, όχι μόνον εις την μουσικήν, την ρυθμικήν και την μετρικήν, αλλά μάλιστα και εις την ιδικήν σου φιλοσοφίαν, την φυσικήν και την ηθικήν. Την διαλεκτικήν εθεώρησεν ανάρμοστον εις εαυτήν, την ρητορικήν όμως δεν παρημέλησεν, αλλά σχετίζεται και με αυτήν εις την επίδειξιν του ήθους και του πάθους, την οποίαν και οι ρήτορες επιτηδεύουν. Και προς την ζωγραφικήν δε και την πλαστικήν δεν είνε άσχετος, αλλά και την ευρυθμίαν αυτών φαίνεται μιμουμένη, ούτως ώστε ούτε ο Φειδίας, ούτε ο Απελλής να φαίνωνται ανώτεροι αυτής.
Αλλά προ πάντων προσπαθεί να έχη υπέρ αυτής την Μνημοσύνην και την θυγατέρα αυτής Πολύμνιαν και φροντίζει να μιμήται τας Μούσας όλας• διότι, όπως λέγει ο Κάλχας εις τον Όμηρον, ο χορευτής πρέπει να γνωρίζη τα παρελθόντα, τα μέλλοντα και τα παρόντα, ώστε να μη του διαφεύγη τίποτε, αλλά να τα έχη όλα πρόχειρα εις την μνήμην του. Ο κύριος σκοπός της ορχήσεως είνε η μίμησις και είνε επιστήμη παραστατική, εκφράζουσα τα διανοήματα και φανερώνουσα τα μη φαινόμενα• εκείνο δε το οποίον ο Θουκυδίδης είπεν επαινών τον Περικλέα είνε και του ορχηστού το μέγιστον εγκώμιον, δηλαδή να γνωρίζη τα πρέποντα και να δύναται να τα εκφράζη• έκφρασιν δ' επί του προκειμένου εννοώ την παραστατικότητα των κινήσεων.
Όπως δε είπα ανωτέρω, η όρχησις αρύεται τας υποθέσεις της όλας εκ της αρχαίας ιστορίας και πρέπει να την έχη ο χορευτής πρόχειρον εις την μνήμην του και μετά χάριτος να αναπαριστά τας ιστορικάς υποθέσεις• αρχίζων από του χάους και της πρώτης του κόσμου δημιουργίας πρέπει να γνωρίζη πάντα τα γενόμενα μέχρι των χρόνων της Κλεοπάτρας της Αιγυπτίας. Η πολυμάθεια του ορχηστού πρέπει να περιλαμβάνη παρ' ημίν όλην αυτήν την ιστορικήν περίοδον και μάλιστα την μυθολογικήν, τον ακρωτηριασμόν του Ουρανού, την γέννησιν της Αφροδίτης, την Τιτανομαχίαν, την γέννησιν του Διός, την απάτην της Ρέας, την υποβολήν του λίθου εις τον Κρόνον αντί του γεννηθέντος Διός, την δέσμευσιν του Κρόνου και τον κλήρον τον οποίον έρριψαν οι τρεις αδελφοί. Έπειτα κατά σειράν την επανάστασιν των Γιγάντων, την κλοπήν του πυρός, την πλάσιν των ανθρώπων, την τιμωρίαν του Προμηθέως, την ισχύν και των δύο Ερώτων, {67} και κατόπιν πώς η Δήλος έπλεεν ως νήσος, πώς εγέννησεν η Λητώ, τον φόνον του Πύθωνος και την επιβολήν του Τιτυού {68}, και πώς ο Ζευς εύρε το κέντρον της γης διά της πτήσεως των αετών. {69}
Έρχεται κατόπιν η ιστορία του Δευκαλίωνος και του κατακλυσμού, όστις συνέβη εις την εποχήν του και πώς μία κιβωτός διέσωσε λείψανον του γένους των ανθρώπων και πώς έγιναν εκ νέου άνθρωποι εκ λίθων. Έπειτα του Βάκχου η κατασπάραξις, της Ήρας ο δόλος και της Σεμέλης η κατάφλεξις, του Διονύσου και αι δύο γεννήσεις και όσα ιστορούνται περί Αθηνάς, περί Ηφαίστου και Εριχθονίου• και η περί της Αττικής φιλονεικία, το επεισόδιον του Αλειρροθίου {70} και η πρώτη δίκη η γενομένη εις τον Άρειον Πάγον, εν γένει δε όλη η μυθολογική ιστορία της Αττικής. Πρό πάντων πρέπει ο χορευτής να γνωρίζη την περιπλάνησην της Δήμητρος και την ανακάλυψιν της Κόρης{71}, την φιλοξενίαν του Κελεού και την ανακάλυψιν της γεωργίας υπό του Τριπτολέμου, της αμπελουργίας δε υπό του Ικαρίου• {72} το πάθημα της Ηριγόνης και όσα ιστορούνται περί Βορέου, περί Οριθνίας /Ωρειθυίας;/, περί Θησέως και Αιγέως. Προσέτι την υποδοχήν της Μηδείας και την εκ νέου φυγήν της εις την Περσίαν και τα περί των θυγατέρων του Ερεχθέως και του Πανδίωνος, τι έπαθαν και τι έπραξαν εις την Θράκην. Έπειτα έρχεται η ιστορία του Ακάμαντος και της Φυλλίδος {73} και η πρώτη αρπαγή της Ελένης και η ένεκεν αυτής εκστρατεία των Διοσκούρων κατά της πόλεως {74} το πάθημα του Ιππολύτου και η κάθοδος των Ηρακλειδών• διότι όλα αυτά ορθώς δύνανται να θεωρούνται ως ανήκοντα εις την ιστορίαν της Αττικής.
Αυτά περί των Αθηναίων, ως δείγμα των πολλών τα οποία παραλείπω ν' αναφέρω. Έπειτα η ιστορία των Μεγάρων, ο Νίσος και η Σκύλλα και ο πορφυρούς πλόκαμος, η εκστρατεία του Μίνωος και η αχαριστία του προς την ευεργέτιδα. Κατόπιν το επεισόδιον του Κιθαιρώνος και τα δυστυχήματα των Θηβαίων και των Λαβδακιδών, η άφιξις του Κάδμου, η ανάπαυσις του βοός,{75} ο φόνος του όφεως και το φύτρωμα των σπαρτών ανθρώπων και πάλιν του Κάδμου η μεταμόρφωσις εις δράκοντα, η ανέγερσις του τείχους υπό τους ήχους της λύρας, η παραφροσύνη του τοιχοποιού, η καύχησις της Νιόβης και η εκ της λύπης σιγή της. Επίσης τα περί του Πενθέως και Ακταίωνος και του Οιδίποδος η ιστορία και τα περί Ηρακλέους μεθ' όλων των άθλων αυτού και της σφαγής των τέκνων του.
Η Κόρινθος παρέχει επίσης εις τον ορχηστήν πλήθος μυθολογικών υποθέσεων, όπως η ιστορία της Γλαύκης και του Κρέοντος και προ αυτών του Βελλεροφόντου και της Σθενεβοίας, η μάχη του Ηλίου και του Ποσειδώνος, έπειτα δε η παραφροσύνη του Αθάμαντος και η εναέριος φυγή επί του κριού των τέκνων της Νεφέλης και η υποδοχή της Ινούς και του Μελικέρτου. Προς τούτοις η ιστορία των Πελοπιδών και των Μυκηνών και τα γενόμενα εντός αυτών και προ αυτών, ο Ίναχος και η Ιώ και ο φρουρός αυτής Άργος, ο Ατρεύς και ο Θυέστης και η Αερόπη• το χρυσούν δέρας και ο γάμος του Πέλοπος, ο φόνος του Αγαμέμνονος και της Κλυταιμνήστρας η τιμωρία• και ακόμη προ τούτων η εκστρατεία των επτά επί Θήβας, η υποδοχή των εξορίστων γαμβρών του Αδράστου και ο περί αυτών χρησμός, η διαταγή να μείνουν άταφοι οι πεσόντες και ο ένεκα τούτου θάνατος της Αντιγόνης και του Μενοικέως.
Ο χορευτής πρέπει αναγκαίως να ενθυμήται και όσα συνέβησαν εις την Νεμέαν, τα περί Υψιπύλης και Αρχέμορος. Και προ αυτών πρέπει να γνωρίζη πως η Δανάη εφυλάσσετο διά να τηρήση την παρθενίαν της, την γέννησιν του Περσέως και τον άθλον αυτού κατά των Γοργόνων, προς τον οποίον συνδέεται και η Αιθιοπική διήγησις, και την ιστορίαν της Κασσιεπείας, της Ανδρομέδας και του Κηφέως, τους οποίους κατέταξε μεταξύ των άστρων η πίστις των μεταγενεστέρων. Πρέπει δε να γνωρίζη και τους αρχαίους θρύλους περί της Αιγύπτου και του Δαναού και την επιβουλήν κατά τον γάμον.
Η Λακεδαίμων παρέχει όχι ολίγας τοιαύτας υποθέσεις, όπως η ιστορία του Υακίνθου και της αντιζηλίας Απόλλωνος και Ζεφύρου, ο φόνος του νέου διά του δίσκου και το άνθος το οποίον εφύτρωσεν εκ του αίματός του, και η επιγραφή η οποία υπήρχεν εις τα φύλλα του άνθους και εμοιρολόγει τον Υάκινθον, η ανάστασις του Τινδάρεω και η διά τούτο οργή του Διός κατά του Ασκληπιού. Προσέτι η αποδημία του Πάριδος και η αρπαγή της Ελένης, μετά την διά του μήλου κρίσιν. Πρέπει δε να συνδεθή η Σπαρτιατική ιστορία με την Τρωικήν, η οποία είνε μεγάλη και περιέχει απειρίαν προσώπων. Εκάστου των πεσόντων προ της Ιλίου ο θάνατος αποτελεί δράμα κατάλληλον διά την ορχηστικήν παράστασιν. Και πρέπει να ενθυμήται αυτά πάντοτε, μάλιστα ευθύς από της αρπαγής της Ελένης μέχρι των συμβάντων κατά την εκ της Τρωάδος επάνοδον των Ελλήνων, τας περιπλανήσεις του Αινείου και τον έρωτα της Διδούς, προς τα οποία δεν είνε άσχετα και τ' ανδραγαθήματα του Ορέστου εις την Σκυθίαν. Επίσης δεν είνε άσχετα και αταίριαστα προς τα Τρωικά και εκείνα τα οποία προ τούτων συνέβησαν, όπως η διαμονή εις την Σκύρον του Αχιλλέως, ο οποίος εφόρει ένδυμα κόρης, η παραφροσύνη του Οδυσσέως και η εγκατάλειψις του Φιλοκτήτου, όλη εν γένει η ιστορία της περιπλανήσεως του Οδυσσέως, η Κίρκη και ο Τηλέγονος, η διεύθυνσις των ανέμων υπό του Αιόλου και τα άλλα μέχρι της τιμωρίας των μνηστήρων• προ τούτων δε η επιβουλή εναντίον του Παλαμήδους και η οργή του Ναυπλίου, η μανία του Αίαντος και ο θάνατος του άλλου όστις εκεραυνοβολήθη επί των βράχων.
Οι καταγινόμενοι εις τον χορόν έχουν ν' αντλήσουν πολλάς υποθέσεις και από την Ήλιδα, όπως την ιστορίαν του Οινομάου, τα περί Κρόνου και Διός και των πρώτων αθλητών των Ολυμπιακών αγώνων.
Η μυθολογία δε της Αρκαδίας είνε πλουσία εις τοιαύτας υποθέσεις, εκ των οποίων αναφέρω την καταδίωξιν και την φυγήν της Δάφνης, την μεταμόρφωσιν της Καλλιστούς εις θηρίον, των Κενταύρων την μανιώδη μέθην, τα γενέθλια του Πανός, τον Έρωτα του Αλφειού και το υποβρύχιον ταξείδι {76}. Εάν περάσωμεν εις την Κρήτην, έχομεν να εύρωμεν κ' εκεί πάρα πολλά θέματα ορχήσεως, όπως η ιστορία της Ευρώπης, της Πασιφάης, των δύο Ταύρων, {77} του Λαβυρίνθου, της Αριάδνης, έπειτα την Φαίδραν, τον Ανδρόγεων, τον Δαίδαλον, τον Ίκαρον, τον Γλαύκον, την μαντικήν του Πολυίδου και τον Τάλλω τον χάλκινον άνθρωπον όστις περιεπόλει εις την Κρήτην.
Αλλά και εις την Αιτωλίαν εάν περάσωμεν, θα ίδωμεν ότι και απ' εκεί έχει να παραλάβη πολλά η όρχησις, την Αλθαίαν, λ.χ. τον Μελέαγρον, την Αταλάντην, τον δαυλόν, την πάλην μεταξύ ποταμού και Ηρακλέους, την γέννησιν των Σειρήνων και την εμφάνισιν των Εχινάδων και την επ' αυτών εγκατάστασιν του Αλκμέονος μετά την παραφροσύνην του• έπειτα τον Νέσσον και την ζηλοτυπίαν της Δηιάνειρας, ήτις έγινεν αφορμή να καή επί της Οίτης ο Ηρακλής.
Και της Θράκης η ιστορία περιέχει πολλά τα αναγκαία διά τον χορευτήν, τον Ορφέα και την κατασπάραξίν του και τας περιπετείας της κεφαλής του ήτις έψαλλεν επιπλέουσα ομού με την λύραν, τα περί των ορέων Αίμου και Ροδόπης και την τιμωρίαν του Λυκούργου.
Έτι περισσότερα παρέχει η Θεσσαλία• τον Πελλίαν λ. χ., τον Ιάσονα, την Άλκηστιν, την εκστρατείαν των πεντήκοντα νέων και το πλοίον Αργώ με την λαλούσαν τρόπιδα. Εκτός τούτων τα γενόμενα εις την Λήμνον, τον Αιήτην, το όνειρον της Μηδείας, την κατασπάραξιν του Αψύρτου και όσα συνέβησαν κατά τον πλουν, έπειτα δε τα περί του Πρωτεσιλάου και της Λαοδαμείας.
Αν πάλιν περάσης εις την Ασίαν, θα εύρης και εκεί πολλά τα δραματικά• εν πρώτοις εις την Σάμον το πάθημα του Πολυκράτους και την μέχρι Περσίας περιπλάνησιν της θυγατρός του• ακόμη δε αρχαιότερα την ακριτομυθίαν του Ταντάλου και το γεύμα το οποίον προσέφερεν εις τους θεούς, την κατακρεούργησιν του Πέλοπος και τον ελεφάντινον ώμον του. Εις την Ιταλίαν έχομεν τον Ηριδανόν και τον Φαέθοντα και τας αιγείρους αδελφάς του θρηνούσας και δακρυούσας ήλεκτρον. Πρέπει δε να γνωρίζη ο χορευτής και την ιστορίαν των Εσπερίδων και τα περί του φρουρού δράκοντος του χρυσού μήλου, τον μόχθον του Άτλαντος και την ιστορίαν του Γηρυόνου με την αρπαγήν των βοών εκ της Ερυθείας.
Δεν πρέπει δε ν' αγνοή ο επιδιδόμενος εις την όρχησιν και τας διαφόρους μυθικάς μεταμορφώσεις ανθρώπων εις δένδρα, θηρία ή πτηνά και γυναικών εις άνδρας, όπως λέγεται περί του Καινέα, του Τειρεσίου και άλλων. Η Φοινίκη παρέχει εις τον χορευτήν την ιστορίαν του Μύρρα και το διπλούν Ασσυριακόν πένθος. Επίσης πρέπει να γνωρίζη ο χορευτής τα νεώτερα, όσα ο Αντίπατρος μετά την επικράτησιν των Μακεδόνων επεχείρησε και όσα ένεκα του έρωτος προς την Στρατονίκην έπραξεν ο Σέλευκος.
Τα αναφερόμενα εις την Αίγυπτον πρέπει ο χορευτής να παραστήση κατά τρόπον συμβολικώτερον, ως αναγόμενα κατά το πλείστον εις τα μυστήρια της Αιγυπτιακής θρησκείας• εννοώ τον Έπαφον και τον Όσιριν και τας μεταμορφώσεις των θεών εις ζώα, προ πάντων δε τα περί των ερώτων αυτών και αυτού του Διός και των διαφόρων μεταμορφώσεών του.
Ανάγκη να γνωρίζη και όλην την τραγωδίαν του Άδου, τας τιμωρίας και τας αφορμάς εκάστης και την μέχρι του Άδου φιλίαν του Πειρίθου και του Θησέως. Εν γένει δεν πρέπει ν' αγνοή τίποτε εκ των αναφερομένων υπό του Ομήρου και Ησιόδου και των αρίστων ποιητών, μάλιστα των τραγικών.
Ταύτα πολύ ολίγα εκ των πολλών ή μάλλον των απειροπληθών σου αναφέρω, εκλέξας τα κυριώτερα και αφήνων τα άλλα τα οποία ψάλλουν οι ποιηταί και παριστούν οι ορχησταί και τα οποία δύνασαι κατ' αναλογίαν των ειρημένων να εύρης και μόνος. Ο ορχηστής πρέπει πάντα ταύτα να έχη πρόχειρα και αποταμιευμένα, διά να τα μεταχειρίζεται εις πάσαν ευκαιρίαν. Επειδή δε η τέχνη του είνε να μιμήται και επαγγέλλεται να εκφράζη διά κινήσεων όσα άδονται, πρέπει, όπως οι ρήτορες, να επιμελήται ώστε να είνε αι παραστάσεις του σαφείς και παν ό,τι παριστά να εννοήται χωρίς ανάγκην εξηγητών. Όπως ο Πυθικός χρησμός είπε, πρέπει ο βλέπων όρχησιν να εννοή και ν' ακούη και όταν ο χορεύων σιωπά.
Κάτι τι σχετικόν λέγεται ότι συνέβη εις τον Δημήτριον τον Κυνικόν. Και αυτός, όπως συ, κατηγόρει την ορχηστικήν και έλεγεν ότι είνε προσθήκη περιττή εις την μουσικήν των αυλών, των συριγγών και των κυμβάλων και ότι ο χορευτής ουδέν προσθέτει εις την εντύπωσιν, αλλά κάνει κινήσεις παραλόγους και ματαίας, χωρίς κανέν νόημα, ότι δε οι άνθρωποι εγοητεύοντο υπό του πλουσίου ιματισμού του, υπό των ήχων του αυλού και της αρμονίας των τραγουδιστών και απέδιδον την γοητείαν εις τον ορχηστήν, ενώ αυτός ουδόλως συνετέλει εις την εντύπωσιν. Τότε κάποιος ορχηστής, περίφημος κατά τους χρόνους του Νέρωνος, ο οποίος, ως λέγεται, διεκρίνετο όχι μόνον διά την γνώσιν της ιστορίας και το κάλλος της ορχήσεώς του, αλλά και διά την νοημοσύνην του, έκαμε προς τον Δημήτριον μίαν λογικωτάτην πρότασιν, να τον ίδη ορχούμενον και έπειτα να τον κατηγορή• υπεσχέθη δε να χορεύση χωρίς συνοδείαν αυλού και ασμάτων. Και ούτω έπραξε• διέταξε τους κυμβαλιστάς και αυλητάς και τους τραγουδιστάς να σιωπήσουν και μόνος παρέστησε διά του χορού την ερωτικήν συνέντευξιν του Άρεως και της Αφροδίτης• έπειτα πώς τους επρόδωσεν ο Ήλιος, πώς τους επαγίδευσεν ο Ήφαιστος και τους εδέσμευσεν ομού και πώς εκάλεσε τους θεούς να τους ίδουν, και η μεν Αφροδίτη εντρέπετο, ο δε Άρης εταράχθη και ικέτευε, και όλα τα σχετικά με την ιστορίαν αυτήν. Τόσον δε κατεγοητεύθη υπό του θεάματος ο Δημήτριος, ώστε απηύθυνε τον μέγιστον των επαίνων προς τον ορχηστήν και ενθουσιασμένος του είπε• Δεν βλέπω μόνον, έξοχε άνθρωπε, αλλά και ακούω τας κινήσεις σου και μου κάνεις την εντύπωσιν ότι και με τα χέρια σου μιλείς.
Αφού δε ευρισκόμεθα εις τους χρόνους του Νέρωνος, θα είπω και τι συνέβη μεταξύ ενός βαρβάρου και του ιδίου ορχηστού, το οποίον αποτελεί μέγιστον έπαινον διά την ορχηστικήν. Ένας βάρβαρος ηγεμών των περί τον Πόντων χωρών είχε μεταβή εις την Ρώμην διά να επισκεφθή κατά καθήκον τον Νέρωνα• Και συνέβη να ίδη τον χορευτήν εκείνον να χορεύη τόσον εκφραστικώς, ώστε αυτός, καίτοι δεν ενόει τα αδόμενα, διότι ατελώς εγνώριζε την ελληνικήν, εκατάλαβε τα πάντα. Όταν δε επρόκειτο να επιστρέψη εις την χώραν του, ο δε Νέρων τον απεχαιρέτα και του έλεγε να ζήτηση ό,τι ήθελε και υπέσχετο να του το δώση, Τον χορευτήν εκείνον, είπε, αν μου δώσης, τα μεγιστα θα μ' ευχαρίστησης. Και εις τι δύναται να σου χρησιμεύση; ηρώτησεν ο Νέρων. Έχω γείτονας βαρβάρους, οι οποίοι ομιλούν άλλην γλώσσαν και δεν μου είνε εύκολον να ευρίσκω διερμηνείς διά να συνεννοούμαι μετ' αυτών. Οσάκις λοιπόν θα έχω ανάγκην να έλθω εις συνεννόησιν με αυτούς, ο χορευτής θα δύναται να διερμηνεύη διά νευμάτων όσα θέλω να είπω. Τοιαύτη ήτο η εντύπωσίς του εκ της σαφηνείας και της εκφραστικότητας των μιμητικών κινήσεων του ορχηστού εκείνου.
Κυριωτέρα δε φροντίς και ο σκοπός της ορχηστικής, ως είπα, είνε η υπόκρισις, την οποίαν οι ορχησταί επιτηδεύουν, όπως οι ρήτορες και μάλιστα οι απαγγέλλοντες τας λεγομένας μελέτας• διότι ο ρήτωρ τότε προ πάντων επιτυγχάνει όταν τα λεγόμενα προσαρμόζονται εις τα πρόσωπα, περί των οποίων πρόκειται, και δεν είνε ανάρμοστα εις τους ήρωας ή πένητας ή γεωργούς εις τους οποίους ο λόγος αναφέρεται, αλλά περί εκάστου παρουσιάζουν ό,τι χαρακτηριστικόν και εξαίρετον.
Αλλά θα σου διηγηθώ και το λεχθέν υπό άλλου βαρβάρου περί του χορού. Ιδών ούτος ότι είχον ετοιμασθή πέντε προσωπίδες διά τον ορχηστήν,— διότι το δράμα το οποίον έμελλε να παρασταθή διά του χορού περιελάμβανε πέντε πρόσωπα — ηρώτησεν, επειδή έβλεπε ένα μόνον χορευτήν, ποίοι θα εχόρευον και θα υπεκρίνοντο τα λοιπά πρόσωπα• όταν δε έμαθεν ότι ο ίδιος θα υπεκρίνετο και θα εχόρευε τα πάντα, είπε• Δεν εφανταζόμην, φίλε μου, ότι έχεις ένα σώμα και πολλάς ψυχάς. Αυτά είπεν ο βάρβαρος. Ουχί αλόγως δε οι κατοικούντες εις την Ιταλίαν αποκαλούν τον ορχηστήν παντόμιμον, λαμβάνοντες αφορμήν εκ των έργων του. Είνε δε καλή και χρήσιμος εις τον ορχηστήν και η παραίνεσις του ποιητού• «Τέκνον μου, να μιμηθής το θαλάσσιον ζώον, το οποίον προσκολλάται εις τας πέτρας, και έπειτα φρόντισε να επισκεφθής όλας τας πόλεις και να γνωρίσης τα ήθη των». Ομοίως ο ορχηστής πρέπει να προσκολλάται και να εξοικειούται προς έκαστον εκ των θεμάτων τα οποία υποκρίνεται.
Εν γένει δε η όρχησις επαγγέλλεται να υποκρίνεται και παριστά χαρακτήρας και πάθη, τώρα μεν τον έρωτα, έπειτα δε την οργήν, άλλοτε δε την παραφροσύνην και άλλοτε την θλίψιν και πάντα ταύτα εις τους διαφόρους αυτών βαθμούς. Και το θαυμασιώτερον είνε ότι παρουσιάζεται εντός της αυτής ημέρας οτέ μεν Αθάμας μαινόμενος, οτέ δε Ινώ φοβουμένη, άλλοτε Ατρεύς ο ίδιος και μετ' ολίγον Θυέστης, έπειτα Αίγισθος ή Αερόπη. Και όλους τούτους τους χαρακτήρας μόνον είς άνθρωπος υποδύεται.
Τα άλλα θεάματα και ακούσματα επιδεικνύουν έκαστον μίαν πράξιν, είτε μουσική αυλού ή κιθάρας είνε, είτε άσμα ή τραγική δραματουργία, είτε κωμωδία• ο ορχηστής όμως περιλαμβάνει τα πάντα και η σύνθεσίς του είνε ποικίλη και ανάμικτος από όλας τας τέχνας και τα μέσα της τέχνης, από τον αυλόν, την σύριγγα, τον κτύπον των ποδών, του κυμβάλου τον κρότον, του ηθοποιού την απαγγελίαν και των τραγουδιστών την αρμονικήν πολυφωνίαν. Ενώ δε τα άλλα είνε έργα τα μεν της ψυχής, τα δε του σώματος, εις την όρχησιν το ψυχικόν και το σωματικόν στοιχείον αναμιγνύονται• διότι τα γινόμενα εκδηλούν σκέψεις και συγχρόνως επιδεικνύουν της σωματικής ασκήσεως την ενέργειαν, η δε τελειότης της ορχήσεως συνίσταται εις την σοφίαν των χειρονομιών και εις το να μη γίνεται καμμία κίνησις άνευ λόγου. Διά τούτο ο Λεσβώνας ο Μυτιληναίος, άνθρωπος σοφός και χρηστός, απεκάλει τους ορχηστάς χειροσόφους και μετέβαινε να τους βλέπη με την πεποίθησιν ότι θα επέστρεφεν εκ του θεάτρου καλλίτερος. Ο δε Τιμοκράτης ο διδάσκαλός του, όταν ποτέ κατά τύχην είδεν ένα ορχηστήν χορεύοντα, Οποίον θέαμα, είπε, μ' έχει στερήση ο προς την φιλοσοφίαν σεβασμός.
Εάν δε είνε αληθή εκείνα τα οποία περί ψυχής λέγει ο Πλάτων, ο ορχηστής εκδηλώνει καλώς τα τρία μέρη αυτής, το θυμικόν, όταν υποκρίνεται οργιζόμενον, το επιθυμητικόν, όταν παριστά ερωτευμένους, και το λογικόν, όταν χαλιναγωγή τα διάφορα πάθη• το τελευταίον δε τούτο είνε κατεσπαρμένον εις όλα τα μέρη της ορχήσεως όπως η αφή είνε διανεμημένη εις όλας τας αισθήσεις. Όταν δε τόσον φροντίζη περί του κάλλους και της αρμονίας των σχημάτων, τι άλλο πράττει παρά πραγματοποιεί το λεχθέν υπό του Αριστοτέλους, όστις επαινών το κάλλος το θεωρεί ως έν εκ των τριών τα οποία αποτελούν την ευτυχίαν; {78} Ήκουσα και κάποιον όστις, θέλων να εξάρη εμφαντικώτερον την σιωπήν των προσώπων του ορχηστικού δράματος, έλεγεν ότι και αυτή συμβολίζει έν εκ των δογμάτων του Πυθαγόρου. {79}
Ενώ δε εκ των άλλων έργων τα μεν υπόσχονται το τερπνόν, τα δε το χρήσιμον, μόνον η όρχησις παρέχει και τα δύο• είνε δε το χρήσιμον πολύ ωφελιμώτερον όταν συνοδεύεται υπό του τερπνού. Πόσον τωόντι πλέον ευχάριστον είνε να βλέπη τις χορόν παρά νέους πυγμαχούντας και καθημαγμένους, των οποίων το αίμα τρέχει, και άλλους παλαίοντας και κυλιομένους εις τον κονιορτόν, πράγματα τα οποία η όρχησις πολλάκις εκτελεί κατά τρόπον ακριβέστερον, ωραιότερον και τερπνότερον. Η συνεχής κίνησις του χορού, αι συστροφαί και αι περιστροφαί αυτού, τα πηδήματα και του σώματος οι υπτιασμοί διά μεν τους θεατάς είνε τερπνά, διά δε τους χορεύοντας υγιεινότατα• διότι εκ των ασκήσεων εκείνην εγώ τουλάχιστον θεωρώ ως την ωραιοτέραν και ευρυθμοτέραν, η οποία μαλάσσει το σώμα και το λυγίζει και το ελαφρώνει και του δίδει την ευκολίαν εις την αλλαγήν στάσεων και συγχρόνως του παρέχει όχι μικράν δύναμιν. Πώς λοιπόν να μη είνε κάτι τι παναρμόνιον η όρχησις, η οποία οξύνει την ψυχήν και εξασκεί το σώμα, τέρπει τους βλέποντας και διδάσκει πολλά εκ των παλαιών συμβάντων διά των αυλών και των κυμβάλων και της ευρυθμίας των μελών, διά της γοητείας των οφθαλμών και της ακοής;
Αλλά και αν θέλης ν' ακούσης μίαν ωραίαν φωνήν, πού αλλού δύνασαι να εύρης συναυλίαν πολυφωνοτέραν και αρμονικωτέραν; Αλλ' εάν περισσότερον σου αρέσουν οι ήχοι του αυλού και της σύριγγος, και τούτους δύνασαι αφθόνως ν' απολαύσης εις την όρχησιν. Παραλείπω ότι ο χαρακτήρ σου θα βελτιωθή εις αυτά τα θεάματα, όταν θα βλέπης τους θεατάς να εκδηλούν μίσος κατά των κακών πράξεων και να δακρύουν διά τ' αδικήματα. Εν γένει το θέαμα είνε ηθοπλαστικόν διά τους θεατάς.
Αλλ' ο μεγαλείτερος έπαινος διά τον χορόν είνε ότι κατορθώνει να δίδη εις τα μέλη συγχρόνως ευκαμψίαν και δύναμιν, πράγμα τόσον παράδοξον, ως εάν τις κατώρθωνε να ενώση εις έν σώμα την δύναμιν του Ηρακλέους και την αβρότητα της Αφροδίτης.
Τώρα δε θα προσπαθήσω να σου υποδείξω διά του λόγου και οποίος πρέπει να είνε ο άριστος ορχηστής κατά τε την ψυχήν και το σώμα. Αλλ' όσον αφορά την ψυχήν, ανέφερα ήδη τα περισσότερα• ότι πρέπει να έχη μνημονικόν, να είνε ευφυής και νοήμων και οξύς εις την αντίληψιν και προ πάντων ταχύς εις το ν' αυτοσχεδιάζη, προσέτι δε να δύναται να κρίνη ποιήματα και άσματα, να διακρίνη τας καλλιτέρας μελωδίας και να διορθώνη τα πλημμελή και ελαττωματικά.
Το δε σώμα του νομίζω ότι πρέπει να σου παρουσιάσω σύμφωνον προς τον κανόνα του Πολυκλείτου. Ούτε πάρα πολύ υψηλός πρέπει να είνε, ούτε πάρα πολύ μικρόσωμος και νανώδης, αλλ' εντελώς σύμμετρος, ούτε πολύσαρκος—πράγμα ανάρμοστον εις την όρχησιν και τας υποκρίσεις αυτής—ούτε καθ' υπερβολήν ισχνός, το οποίον ενθυμίζει τους σκελετούς και τους νεκρούς. Θα σου αναφέρω δε ποίας αποδοκιμασίας επροκάλεσαν τα ελαττώματα ταύτα μεταξύ θεατών ικανών να κρίνουν τα τοιαύτα. Οι Αντιοχείς είνε λαός ευφυέστατος και αγαπά εξαιρετικώς τον χορόν μετά τόσης δε προσοχής και ακριβείας παρακολουθούν τα τοιαύτα θεάματα, ώστε ουδέν σφάλμα δύναται να διαφύγη την προσοχήν των. Όταν δέ ποτε ενεφανίσθη επί της σκηνής μικρόσωμος ορχηστής και παρίστα τον Έκτορα, πάντες συγχρόνως ανεφώνησαν• Συ είσαι ο Αστυάναξ, ο Έκτωρ δε που είνε; Άλλοτε, όταν κάποιος καθ' υπερβολήν υψηλός επεχείρησε να παραστήση διά της ορχήσεως τον Καπανέα προσβάλλοντα τα τείχη των Θηβών, Διασκέλισε, του εφώναξαν το τείχος, δεν έχεις ανάγκην από κλίμακα. Εις άλλον παχύν και πολύσαρκον, ο οποίος επεχείρει να κάμη μεγάλα πηδήματα, εφώναξαν• Σε παρακαλούμεν μη μας χαλάσης την σκηνήν. Εξ εναντίας εις άλλον καθ' υπερβολήν ισχνόν εφώναξαν «Περαστικά», ως να ήτο άρρωστος. Αυτά δεν τα ανέφερα διά να γελάσωμεν, αλλά διά να σου δείξω ότι και λαοί ολόκληροι αποδίδουν μεγάλην σπουδαιότητα εις την ορχηστικήν και δύνανται να κρίνουν ορθώς τα καλά και τα ελαττώματα αυτής.
Έπειτα πρέπει πάντως να είνε ευκίνητος ο χορευτής, να έχη το σώμα χαλαρόν και συγχρόνως στερεόν, ούτως ώστε να λυγίζεται όταν είνε ανάγκη και να στέκεται αλύγιστον οσάκις πρέπει. Ότι δε η όρχησις δεν στερείται και των αθλητικών κινήσεων, αλλ' έχει και τας ωραιοτέρας αθλητικάς στάσεις του Ερμού, του Πολυδεύκους και του Ηρακλέους, δύνασαι να το ίδης αν προσέξης εις εκάστην των ορχηστικών μιμήσεων. Κατά τον Ηρόδοτον, πλέον αξιόπιστος είνε η όρασις από την ακοήν• αλλ' εις την όρχησιν και η όρασις και η ακοή είνε αναγκαίαι.
Τόσην δε επίδρασιν έχει εις την ψυχήν η όρχησις, ώστε, αν μεταβή κανείς ερωτευμένος εις το θέατρον, σωφρονίζεται βλέπων ποία κακά αποτελέσματα έχει ο έρως• εάν δε κατέχεται υπό λύπης, αναχωρεί εκ του θεάτρου φαιδρότερος, ως να έπιε φάρμακον το οποίον δίδει την λήθην ή όπως ο ποιητής το λέγει, νηπενθές και άχολον {80}. Απόδειξις δε ότι η όρχησις αναπαριστά τα αισθήματα των ανθρώπων και ότι οι θεαταί αναγνωρίζουν έκαστος τα αισθήματά του εις τα παριστώμενα είνε ότι οι βλέποντες δακρύουν πολλάκις οσάκις ο χορός παριστά τίποτε θλιβερόν. Και αυτή η βακχική όρχησις, η οποία συνειθίζεται και εκτιμάται προ πάντων εις την Ιωνίαν και τον Πόντον, καίτοι είνε σατυρική, τόσον έχει υποδουλώση τους εκεί ανθρώπους, ώστε κατά την ωρισμένην εποχήν αφήνουν πάσαν άλλην ασχολίαν και επί ημέρας κάθηνται και βλέπουν τιτάνας και κορύβαντας, σατύρους και βουκόλους ορχουμένους. Εκτελούν δε τους χορούς τούτους οι ευγενέστατοι και οι πρωτεύοντες εις εκάστην των πόλεων, και όχι μόνον δεν εντρέπονται διά τούτο, αλλά και υπερηφανεύονται περισσότερον παρά διά τας ευγενείας, τα αξιώματα και τα προγονικά των κατορθώματα.
Αφού ωμίλησα περί των προτερημάτων των ορχηστών, άκουσε τώρα και τα ελαττώματά των. Και τα μεν σωματικά υπέδειξα ήδη• νομίζω δε ότι κατά τον αυτόν τρόπον δυνάμεθα να υποδείξωμεν και τα πνευματικά αυτών ελαττώματα. Πολλοί εξ αυτών από αμάθειαν — διότι αδύνατον να είνε όλοι σοφοί — περιπίπτουν εις μεγάλα σφάλματα κατά την όρχησιν. Και άλλοι μεν κάμνουν κινήσεις παραλόγους, αι οποίαι, κατά το λεγόμενον, δεν έχουν σχέσιν προς την χορδήν• {81} και άλλα λέγει η κίνησις του ποδός, άλλα δε ο ρυθμός. Άλλοι δε χορεύουν μεν κατά τον ρυθμόν, αλλά εις τα παριστώμενα συγχέουν τας εποχάς• και ως παραδείγματα θα αναφέρω πράγματα τα οποία είδα. Κάποιος ο οποίος εχόρευε την γέννησιν του Διός και συγχρόνως την τεκνοφαγίαν του Κρόνου, συνέχεε το θέμα του προς τα παθήματα του Θυέστου. Άλλος υποκρινόμενος την Σεμέλην κεραυνοβολουμένην, την παρωμοίαζε προς την Γλαύκην, η οποία είνε μεταγενεστέρα.
Αλλά τα σφάλματα των τοιούτων δεν πρέπει ν' αποδίδωνται εις την όρχησιν, ούτε πρέπει εξ αιτίας αυτών να περιφρονούμεν την τέχνην, αλλ' αυτούς μεν να θεωρούμεν αμαθείς, να επαινούμεν δε εκείνους οίτινες χορεύουν κανονικώς και κατά τον ρυθμόν της τέχνης εκτελούν τα διάφορα θέματα. Εν γένει δε ο χορευτής πρέπει να καταβάλλη πάσαν φροντίδα, ώστε παν ό,τι εκτελεί να είνε εύρυθμον, εύσχημον, σύμμετρον, συνεπές προς εαυτό, μη δυνάμενον να παρερμηνευθή και κατακριθή, χωρίς καμμίαν έλλειψιν και αποτελούμενον εκ των αρίστων ασκήσεων• ο ίδιος δε να έχη την μνήμην οξείαν, να έχη γνώσεις μεγάλας και βαθείας και να γνωρίζη μεγάλως την ανθρωπίνην ψυχήν.
Τότε ο έπαινος των θεατών θα είνε εντελής, όταν έκαστος εκ των παρακολουθούντων την όρχησιν αναγνωρίζει εις αυτήν τα αισθήματά του και ως εις καθρέπτην βλέπει τον εαυτόν του εις τον ορχηστήν και όσα πάσχει και όσα συνειθίζει να πράττη. Όταν οι θεαταί βλέπουν έκαστος τας κινήσεις της ψυχής των και αναγνωρίζουν εαυτούς, αισθάνονται τόσην τέρψιν, ώστε δεν δύνανται να κρατηθούν, αλλ' επαινούν και επευφημούν ενθουσιωδώς• διότι αποτέλεσμα του θεάματος εκείνου είνε το Δελφικόν «Γνώθι σεαυτόν»• απέρχονται δε εκ του θεάτρου, αφού έμαθαν ποία πρέπει να προτιμούν και ποία ν' αποφεύγουν και εδιδάχθησαν όσα προηγουμένως δεν εγνώριζαν.
Όπως δε εις τους λόγους, και εις την όρχησιν συμβαίνει η λεγομένη κακοζηλία• δηλαδή οι ορχούμενοι υπερβαίνουν το μέτρον της μιμήσεως και την εντείνουν πέραν του δέοντος• εάν δε πρόκηται να παραστήσουν τι μέγα, το παριστούν υπερμέγεθες• εάν πρόκηται να παραστήσουν τίποτε αβρόν, γίνονται καθ' υπερβολήν θηλυπρεπείς, τα δε ανδροπρεπή ωθούν μέχρι του αγρίου και θηριώδους. Και ενθυμούμαι ότι είδα κάποτε ένα ορχηστήν, ο οποίος προηγουμένως εθεωρείτο εκ των καλών, ήτο δε τω όντι τεχνίτης και αληθώς άξιος να θαυμάζεται, αλλά δεν γνωρίζω πώς του συνέβη να εξωκείλη εις άσχημον υπόκρισιν διά της υπερβολικής μιμήσεως. Ορχούμενος τον Αίαντα, παράφρονα μετά την ήτταν, τόσον παρεξετράπη, ώστε αντί να φαίνεται ότι υπεκρίνετο την παραφροσύνην, ηδύνατο να νομισθή ότι είχε παραφρονήση ο ίδιος• ενός εκ των κρατούντων το μέτρον διά του σιδηρού υποδήματος κατέσχισε το ένδυμα, αρπάσας δε τον αυλόν ενός εκ των αυλητών, εκτύπησε δι' αυτού κατά κεφαλής τον Οδυσσέα, όστις εστέκετο πλησίον και υπερηφανεύετο διά την νίκην, και αν η περικεφαλαία δεν τον επροφύλλατεν, αλλ' εδέχετο ολόκληρον το κτύπημα η κεφαλή, θα εφονεύετο ο ταλαίπωρος Οδυσσεύς, διότι του έτυχε τοιούτος παράφρων ορχηστής. Αλλά και οι θεαταί όλοι συνεμερίζοντο την παραφροσύνην του Αίαντος και ανεπήδων και εκραύγαζον και έρριπτον τα ενδύματά των, καθότι οι μεν ήσαν απλοϊκοί και του όχλου άνθρωποι και δεν είχον αντίληψιν του μέτρου και του κοσμίου, ούτε ηδύναντο να διακρίνουν το κακόν από το καλόν και ενόμιζον τας υπερβολάς του ορχηστού ως τελείαν μίμησιν του πάθους, οι δε μορφωμένοι ενόουν μεν το άτοπον και δυσηρεστούντο διά τα γινόμενα, αλλά δεν ετόλμων να εκδηλώσουν την αποδοκιμασίαν των και μολονότι έβλεπον ότι τα γινόμενα δεν παρίστων την παραφροσύνην του Αίαντος, αλλ' ήσαν παραφροσύνη του ορχηστού, εχειροκρότουν και αυτοί, καλύπτοντες διά των επευφημιών την ασχημίαν της ορχήσεως. Δεν ηρκέσθη δε εις αυτά μόνον ο εξαίρετος εκείνος ορχηστής, αλλ' έπραξε και κάτι τι άλλο πολύ γελοιωδέστερον κατέβη εκ της σκηνής και εκάθισεν εις το μέσον του θεάτρου εις μίαν εκ των θέσεων των ωρισμένων διά τους συγκλητικούς, μεταξύ δύο πρώην υπάτων, οίτινες κατελήφθησαν υπό φόβου μήπως θα τους εμαστίγωνεν, όπως τον κριόν τον οποίον ο Αίας κτυπά. Και άλλοι μεν εθαύμαζον το πράγμα, άλλοι δε εγέλων και μερικοί υπώπτευον μήπως εκ της υπερβολικής μιμήσεως έπαθε πραγματικώς εκείνο το οποίον υπεκρίνετο. Αλλά λέγεται ότι και ο ίδιος, όταν συνήλθε, τόσον μετενόησε δι' όσα έπραξεν, ώστε εκ της λύπης του ησθένησε διότι ενομίσθη ότι αληθώς είχε παραφρονήση. Εξεδήλωσε δε και άλλως την μεταμέλειάν του, διότι όταν οι θαυμασταί του τον εκάλεσαν να χορεύση εκ νέου τον Αίαντα, παρουσίασεν άλλον ορχηστήν και είπε προς τους θεατάς• Είνε αρκετόν ότι παρεφρόνησα μίαν φοράν. Τον ελύπησε δε προ πάντων η επιτυχία ενός ομοτέχνου και αντιζήλου, όστις αναλαβών να χορεύση τον αυτόν Αίαντα, τόσον κοσμίως και με τόσην τέχνην υπεκρίθη την παραφροσύνην, ώστε επηνέθη διότι έμεινεν εντός των κανόνων της ορχήσεως και δεν παρεξετράπη εις υπερβολάς ασχήμους.
Αρκούμαι εις αυτά, φίλε μου, εκ των πολλών τα οποία ηδυνάμην να σου είπω περί της αξίας της ορχήσεως, διά να μη αγανακτής και θεωρής ανεξήγητον την αγάπην την οποίαν τρέφω προς αυτήν. Εάν δε θελήσης να συμμερισθής μετ' εμού το θέαμα, είμαι βέβαιος ότι θα σε κατακτήση και η αγάπη σου προς τον χορόν θα φθάση μέχρι μανίας. Και δεν θα ευρεθώ εις την ανάγκην να σου είπω, όπως η Κίρκη•
Θαύμα μ' έχει ως ούτι πιών τάδε φάρμακ' εθέλχθης {82},
διότι θα μαγευθής χωρίς συγχρόνως ν' αποκτήσης όνου κεφαλήν ή καρδίαν χοίρου• {83} αλλά το μεν πνεύμα σου θα γίνη ισχυρότερον, τόσον δε θα ευχαριστηθής, ώστε και εις άλλους θα δώσης να πίουν εκ του ποτού. Εκείνο που λέγει ο Όμηρος περί της χρυσής ράβδου του Ερμού, ότι και «ανδρών όμματα θέλγει ων εθέλει»,
τους δ' αύτε και υπνώοντας εγείρει, {84}
τούτο εντελώς εφαρμόζεται και εις την όρχησιν, η οποία και τους οφθαλμούς θέλγει και το πνεύμα διεγείρει και εξυψώνει μέχρι των γεγονότων τα οποία αναπαριστά.
ΚΡΑΤ. Τώρα, Λυκίνε, σε πιστεύω και σε ακούω με όλην μου την προσοχήν. Να ενθυμήσαι δε, φίλε μου, όταν θα πας εις το θέατρον, να κρατήσης και δι' εμέ μίαν θέσιν, διά να συμμερισθώ και εγώ την σοφίαν την οποίαν εκείθεν αποκομίζεις.
ΕΥΝΟΥΧΟΣ
ΠΑΜΦΙΛΟΣ. Από που έρχεσαι, Λυκίνε, και γιατί γελάς; Η αλήθεια είνε ότι πάντοτε είσαι εύθυμος, αλλά σήμερον η ευθυμία σου είνε, φαίνεται, τόσον εξαιρετική, ώστε δεν δύνασαι να κρατηθής.
ΛΥΚΙΝΟΣ. Έρχομαι από την αγοράν, Πάμφιλε• θα γελάσης δε και συ ομοίως αν ακούσης την δίκην εις την οποίαν παρευρέθηκα, δίκην μεταξύ φιλοσόφων.
ΠΑΜΦ. Και μόνον ότι φιλόσοφοι έχουν δίκας μεταξύ των είνε αρκετά γελοίον, διότι πρέπει, και αν η αφορμή της διενέξεώς των είνε σπουδαία, να λύουν τας διαφοράς των ειρηνικώς.
ΛΥΚΙΝ. Πώς ήτο δυνατόν να δικασθούν ειρηνικώς άνθρωποι οι οποίοι άμα αντικρύσθησαν έρριψαν ο ένας εναντίον του άλλου ολοκλήρους αμάξας ύβρεων, φωνάζοντες και πεισματωδώς αντιλογούντες;
ΠΑΜΦ. Μήπως, Λυκίνε, εφιλονείκουν περί φιλοσοφικών ζητημάτων, όπως συνήθως συμβαίνει όταν ανήκουν εις αντιθέτους σχολάς;
ΛΥΚΙΝ. Καθόλου, αλλά κάτι άλλο συνέβαινε• διότι ήσαν ομόφρονες και της αυτής σχολής. Αλλ' εγίνετο δίκη πραγματική ενώπιον δικαστηρίου αποτελουμένου από τους επιφανεστέρους, πρεσβυτέρους και σοφωτάτους των πολιτών, ενώπιον των οποίων πας άλλος θα εντρέπετο να είπη την έλαχίστην άτοπον λέξιν και όχι να φθάση εις τόσην αναισχυντίαν.
ΠΑΜΦ. Λοιπόν δεν μου λέγεις τώρα ποίον ήτο το αντικείμενον της δίκης, διά να μάθω και το αίτιον της τόσης σου ευθυμίας;
ΛΥΚ. Ως γνωρίζεις, ο αυτοκράτωρ έχει ορίση μισθόν όχι μικρόν διά τους φιλοσόφους κατά σχολάς, τους Στωικούς, τους Πλατωνικούς και Επικουρίους, προσέτι δε και τους Περιπατητικούς, μισθόν ίσον δι' όλους. Άμα δε κανείς των μισθοδοτουμένων αποθάνη, ο αντικαταστάτης του εκλέγεται διά ψηφοφορίας κατόπιν διαγωνισμού υπό των επιφανεστέρων πολιτών και τα έπαθλα του αγώνος τούτου δεν είνε δέρμα βωδινόν, ούτε ένα σφακτόν, όπως εις τους ομηρικούς αγώνας, αλλά δέκα χιλιάδες δραχμαί κατ' έτος υπό τον όρον ο ούτω μισθοδοτούμενος να διδάσκη φιλοσοφίαν τους νέους.
ΠΑΜΦ. Αυτά τα γνωρίζω, ήκουσα δε ότι και κάποιος εξ αυτών απέθανε προ ολίγου καιρού, ο είς εκ των Περιπατητικών, νομίζω.
ΛΥΚ. Λοιπόν αυτή είνε, Πάμφιλε, η Ελένη διά την οποίαν οι δύο φιλόσοφοι εμονομάχουν. Αλλ' έως εδώ το μόνον γελοίον ήτο ότι, ενώ έλεγαν ότι είνε φιλόσοφοι και καταφρονούν τα χρήματα, έπειτα ηγωνίζοντο δι' αυτά ως υπέρ κινδυνευούσης πατρίδος, θρησκείας και τάφων προγονικών.
ΠΑΜΦ. Το βέβαιον είναι ότι οι Περιπατητικοί δεν αποκλείουν εις τα δόγματά των την αγάπην των χρημάτων, αλλά θεωρούν τον πλούτον ως τρίτον αγαθόν.
ΛΥΚΙΝ. Καλά λέγεις. Αυτά τωόντι λέγουν και επομένως ο πόλεμος των ήτο υπέρ των πατρίων. Αλλ' άκουσε τώρα και τα κατόπιν. Πολλοί ήσαν οι λαβόντες μέρος εις τους επιταφίους εκείνους αγώνας• αλλά την νίκην διεφιλονείκουν δύο, ο γέρων Διοκλής — ξέρεις ποιόν λέγω, εκείνον τον φιλόνεικον και θυμώδη—και ο Βαγώας ο θεωρούμενος ευνούχος. Κατ' αρχάς επέδειξεν έκαστος την ρητορικήν του δεινότητα και την γνώσιν των φιλοσοφικών δογμάτων, προ πάντων δε των Αριστοτελικών θεωριών• εφαίνοντο δε και οι δύο εξίσου δυνατοί. Αλλ' ο αγών δεν περιωρίσθη μόνον εις τας ιδέας• ο Διοκλής αφήσας την επίδειξιν των φιλοσοφικών του γνώσεων εστράφη προς το πρόσωπον του Βαγώα και ήρχισε να επικρίνη τον βίον αυτού• έπειτα δε και ο Βαγώας απαντών επετέθη προσωπικώς κατά του αντιπάλου του.
ΠΑΜΦ. Αυτό είνε σωστό, Λυκίνε, και αυτά κυρίως έπρεπε να εξετασθούν εις τον διαγωνισμόν εκείνον και αν εγώ ήμουν κριτής, μου φαίνεται ότι αυτό κυρίως θα εξήταζα και θα έδιδα την ψήφον μου μάλλον εις εκείνον του οποίου ο βίος είνε χρηστότερος παρά εις εκείνον ο οποίος είνε εις τους λόγους δεξιώτερος και ικανώτερος εις τας συζητήσεις.
ΛΥΚ. Καλά λέγεις και εις τούτο συμφωνώ μαζή σου. Αφού δε έρριψαν εναντίον αλλήλων όλας του κόσμου τας ύβρεις και τας κατηγορίας, ο Διοκλής είπεν εις το τέλος ότι ουδέ επιτρέπεται εις τον Βαγώαν να παρουσιάζεται ως φιλόσοφος και να διδάσκη φιλοσοφίαν και να διεκδική αμοιβάς δι' αυτήν, καθότι είνε ευνούχος. Έλεγε δε ότι όχι μόνον από την φιλοσοφίαν πρέπει να αποκλείωνται οι τοιούτοι, αλλά και από τους ναούς και από πάσαν συνέλευσιν ανθρώπων και πάσαν θρησκευτικήν τελετήν, καθότι είνε απαίσιοι και, αν κανείς εξερχόμενος τους συναντήση, είνε κακόν συναπάντημα. Ο ευνούχος, ως έλεγεν, ούτε άνδρας, ούτε γυναίκα είνε, αλλά κάτι τι σύνθετον και μικτόν και τερατώδες, έξω της ανθρωπίνης φύσεως.
ΠΑΜΦ. Αληθώς το θέμα της συζητήσεως ήτο πρωτότυπον, αρχίζω δε και εγώ να διατίθεμαι ευθύμως από αυτήν την αλλόκοτην κατηγορίαν. Ο δε άλλος τι είπε; Εσιώπησεν ή διέψευσε την κατηγορίαν;
ΛΥΚΙΝ. Κατ' αρχάς εφάνη ότι κατελήφθη υπό εντροπής και δειλίας, όπως συμβαίνει συνήθως εις τους ευνούχους, και επί πολύ εσιώπα και εκοκκίνιζε και ίδρωνεν επί τέλους δε με φωνήν λεπτήν και γυναικείαν απήντησεν ότι δεν είχε δίκαιον ο Διοκλής ν' αποκλείη από την φιλοσοφίαν ένα άνθρωπον διά τον λόγον ότι είνε ευνούχος, αφού και εις γυναίκας επιτρέπεται να διδάσκωνται και να διδάσκουν φιλοσοφίαν και ως παραδείγματα ανέφερε την Ασπασίαν, την Διοτίμαν και την Θαργηλίαν και κάποιον ακαδημαϊκόν Κελτόν, ευνούχον, ο οποίος ολίγον προ των ημερών μας είχε διακριθή ως σοφιστής εις την Ελλάδα. {85} Ο Διοκλής απήντησεν ότι και εκείνον, αν παρουσιάζετο και είχε τας αυτάς αξιώσεις, θα απέκλειε, χωρίς να λογαριάση την υπόληψιν την οποίαν είχε μεταξύ των πολλών. Ανέφερε δε και λόγους διαφόρους οίτινες είχον λεχθή και προς εκείνον υπό των Στωικών και των Κυνικών σκωπτόντων την σωματικήν του ατέλειαν.
Το ζήτημα λοιπόν ετίθετο προς τους δικαστάς αν έπρεπε να γίνη δεκτός εις τον διαγωνισμόν ευνούχος αξιών να του ανατεθή η διδασκαλία των νέων. Και ο μεν Διοκλής έλεγεν ότι ο φιλόσοφος πρέπει να έχη και αρτιότητα σώματος και προ πάντων μεγάλην γενειάδα, η οποία να εμπνέη εις τους προσερχομένους διά να διδαχθούν εμπιστοσύνην και να είνε αξία των δέκα χιλιάδων δραχμών τας οποίας θα λαμβάνη από τον αυτοκράτορα• ο ευνούχος όμως είναι χειρότερος και του βακήλου• {86} διότι ο μεν βάκηλος υπήρξε και επ' ολίγον καιρόν εις την ζωήν του άνδρας, ενώ του ευνούχου απεκόπησαν ευθύς εξ αρχής τα ανδρικά γνωρίσματα και μετεβλήθη εις ζώον αμφίβολον, όπως αι κορώναι, αι οποίαι ούτε εις τας περιστεράς ούτε εις τους κόρακας συγκαταλέγονται. Ο δε άλλος αντέτεινεν ότι ο αγών δεν ήτο περί σωματικών προτερημάτων, αλλ' έπρεπε να εξετασθούν τα προσόντα του πνεύματος και του χαρακτήρος και η γνώσις των φιλοσοφικών δογμάτων• και εκάλει ως μάρτυρα τον Αριστοτέλην, όστις τόσον θαυμασμόν έτρεφε προς τον ευνούχον Ερμείαν, τον τύραννον της Ατάρνης, ώστε και θυσίας προσέφερεν εις αυτόν ως θεόν. Ετόλμησε δε ο Βαγώας και να προσθέση ότι ο ευνούχος είνε πολύ καταλληλότερος διά τους νέους διδάσκαλος, διότι δεν ηδύνατο να κινήση υποψίας, ούτε να κατηγορηθή ως ο Σωκράτης ως διαφθείρων τους νέους. Επειδή δε ο αντίπαλός του τον έσκωψε και διά το αγένειον πρόσωπόν του, έδωκε την εξής αστείαν, ως τουλάχιστον την ενόμιζεν, απάντησιν• Εάν πρέπει να κρίνωμεν τους φιλοσόφους από τα γένεια, τότε ο τράγος πρέπει να προτιμηθή από όλους.
Επειτα παρενέβη εις την συζήτησιν κάποιος τρίτος—του οποίου το όνομα θα μου επιτρέψης ν' αποσιωπήσω—και είπε• Και όμως, ω άνδρες δικασταί, εάν εκδυθή αυτός ο έχων το πρόσωπον άτριχον και την φωνήν γυναικείαν και καθ' όλα τα άλλα ομοιάζων προς ευνούχον, θα παρουσιασθή πολύ ανδρικός. Αν δεν είνε ψευδή όσα λέγονται περί αυτού, και ως μοιχός συνελήφθη μίαν φοράν, «άρθρα εν άρθροις έχων» {87}, όπως λέγει ο νόμος του Σόλωνος• αλλά τότε καταφυγών εις τον ευνούχον, ως εις κρησφύγετον, απελύθη, διότι οι δικασταί επίστευσαν μάλλον εις την μορφήν του παρά εις την κατηγορίαν. Τώρα όμως μου φαίνεται ότι είνε έτοιμος ν' αλλάξη γνώμην χάριν του μισθού.
Οι λόγοι ούτοι εκίνησαν γενικόν γέλωτα ως ήτο επόμενον. Ο δε Βαγώας περισσότερον εταράσσετο, ήλλασσε χρώματα και ελούετο υπό ψυχρού ιδρώτος. Ευρίσκετο εις αμηχανίαν, διότι και το έγκλημα της μοιχείας δεν ηδύνατο ν' αποδεχθή και την κατηγορίαν ταύτην εθεώρει χρήσιμον εις τον παρόντα αγώνα.
ΠΑΜΦ. Αληθώς αστεία είνε όλα αυτά και φαντάζομαι ότι θα εγελάσατε πολύ οι παριστάμενοι. Αλλά πώς ετελείωσεν η υπόθεσις και τι απεφάσισαν οι δικασταί;
ΛΥΚ. Δεν εσυμφώνησαν όλοι, αλλ' οι μεν ήσαν της γνώμης να τον εκδύσουν και να τον εξετάσουν όπως τους αγοραζομένους μούλους, διά να πεισθούν αν ηδύνατο να φιλοσοφή διά των όρχεων, οι δε άλλοι επρότειναν κάτι τι ακόμη αστειότερον, να καλέσουν γυναίκας εκ των εμπορευομένου τον έρωτα και να του επιβάλουν να συνευρεθή με μίαν εξ αυτών, να παρίσταται δε είς εκ των δικαστών, ο πρεσβύτερος και αξιοπιστότερος, διά να βεβαιωθή εάν φιλοσοφή. Έπειτα, επειδή όλων τα εντόσθια είχον αρχίση να πονούν από τους σπασμούς του γέλωτος, απεφάσισαν να παραπέμψουν την δίκην εις την Ιταλίαν. Τώρα δε, ως λέγεται, ο Διοκλής γυμνάζεται εις την ρητορικήν και ετοιμάζει την κατηγορίαν και ανακινεί την υπόθεσιν της μοιχείας. Πράττει δηλαδή ό,τι οι αδέξιοι δικηγόροι• διότι προσπαθών ν' αποδείξη ότι ο αντίπαλός του είνε ανήρ, ενεργεί κατά του συμφέροντός του. Ο δε Βαγώας εις άλλα, ως λέγεται, καταγίνεται• εξασκείται εις τον ανδρισμόν και έχει την υπόθεσίν του διηνεκώς ανά χείρας, ελπίζων ότι εις το τέλος θα νικήση, αν αποδείξη ότι δεν είνε κατώτερος των επιβητόρων όνων. Αυτή, φαίνεται, φίλε μου, θεωρείται ως η ορθοτέρα αντίληψις της φιλοσοφίας και ως αναμφισβήτητος απόδειξις. Ώστε και διά τον υιόν μου, ο οποίος είνε ακόμη πολύ μικρός, θα ευχηθώ να έχη όχι το πνεύμα, ούτε την γλώσσαν, αλλά το αιδοίον κατάλληλον διά την φιλοσοφίαν.
ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΩΝΑΚΤΟΣ
Και η καθ ημάς εποχή δεν υπήρξε παντελώς άγονος εις ανθρώπους σπουδαίους και αξιομνημονεύτους, όχι μόνον διά την υπερφυσικήν σωματικήν δύναμιν, αλλά και διά την τελείαν σοφίαν• εννοώ δε τον Βοιώτιον Σώστρατον, τον οποίον οι Έλληνες απεκάλουν και εθεώρουν Ηρακλήν, και κυρίως τον φιλόσοφον Δημώνακτα. Τους εγνώρισα και τους εθαύμασα, τον δεύτερον δε εξ αυτών, τον Δημώνακτα, και επί πολύ συνανεστράφην. Και όσον μεν διά τον Σώστρατον εις άλλο βιβλίον {88} έκαμα λόγον περί του τεραστίου αναστήματός του, περί της υπερβολικής του δυνάμεως, της υπαιθρίου επί του Παρνασσού ζωής του, πως εκοιμάτο επί των χόρτων και έζη αγρίαν ζωήν και έπραττεν έργα σύμφωνα προς το όνομά του φονεύων ληστάς, ανοίγων οδούς εις δύσβατα μέρη και κατασκευάζων γεφύρας εις τας επικινδύνους διαβάσεις.
Είνε δε δίκαιον να γράψω τώρα και περί του Δημώνακτος το μεν διά να μεταδώσω όσον δύναμαι εις τους μεταγενεστέρους την μνήμην του, το δε διά να έχουν οι αγαθοί την φύσιν νέοι και προς την φιλοσοφίαν ρέποντες παράδειγμα τελείας αρετής και εκ της εποχής μας και να μιμούνται εκείνον όστις, ως εγνώρισα, υπήρξεν άριστος φιλόσοφος, και να μη αποβλέπουν αποκλειστικώς και μόνον εις τα αρχαία υποδείγματα.
Ο Δημώναξ κατήγετο εκ Κύπρου, από οικογένειαν επιφανή, και διά την κοινωνικήν αυτής τάξιν και διά τον πλούτον. Αλλά περιφρονήσας πάντα ταύτα και ποθήσας αγαθά ευγενέστερα, επεδόθη εις την φιλοσοφίαν, χωρίς να παρακινηθή υπό του Αγαθοδούλου, ούτε του προ τούτου υπάρξαντος Δημητρίου, ούτε του Επικτήτου• ήκουσε μεν την διδασκαλίαν όλων τούτων, προσέτι δε και του Τιμοκράτους του Ηρακλεώτου, ανδρός σοφού διακρινομένου και κατά την ευφράδειάν και κατά την σοφίαν, αλλ'εξ ιδίας κλίσεως προς τα καλά και εμφύτου προς την φιλοσοφίαν αγάπης, ήτις εξεδηλώθη από της παιδικής του ηλικίας, κατεφρόνησεν όλα τα ανθρώπινα αγαθά και εξ ολοκλήρου αφωσιώθη εις την ελευθερίαν και την παρρησίαν. Υπήρξε δε ο βίος του ευθύς και τα ήθη του αγνά και ανεπίληπτα και διά τους άλλους ήτο υπόδειγμα ο χαρακτήρ του και η ειλικρίνεια των φιλοσοφικών του αρχών. Δεν έφθασε δε εις την φιλοσοφικήν ταύτην τελειότητα χωρίς παρασκευήν και μάθησιν, αλλά και τους ποιητάς εμελέτησε και τους περισσοτέρους εγνώριζεν από μνήμης και εις το λέγειν είχεν ασκηθή και τα φιλοσοφικά δόγματα εγνώριζε κατά βάθος. Είχε προσέτι γυμνάση το σώμα του και εξασκήση προς την καρτερίαν, η δε κυρία φροντίς αυτού ήτο να μη έχη ανάγκην κανενός• διά τούτο και όταν ενόησεν ότι δεν ηδύνατο πλέον να επαρκή εις εαυτόν, απήλθεν εκουσίως εκ της ζωής, αφήσας μεγάλην υπόληψιν εις τους αρίστους των Ελλήνων.
Δεν περιωρίσθη δε εις έν είδος φιλοσοφίας, αλλ' αναμίξας διάφορα δεν εφαίνετο εις ποίον εξ αυτών έδιδε την προτίμησίν του• φαίνεται όμως ότι κάπως περισσότερον απέκλινε προς την Σωκρατικήν φιλοσοφίαν, μολονότι κατά το ένδυμα και την απλότητα του βίου εφαίνετο μιμούμενος τον Διογένην, χωρίς όμως να επιτηδεύη παράξενον τρόπον βίου διά να θαυμάζεται και κινή την περιέργειαν• Έζη όπως όλοι και συνανεστρέφετο τους πάντας με αφέλειαν, χωρίς την ελαχίστην έπαρσιν.
Την ειρωνείαν του Σωκράτους δεν μετεχειρίζετο, αλλ' αι ομιλίαι του ήσαν πλήρεις αττικής χάριτος, ούτως ώστε οι συναναστρεφόμενοι αυτόν ούτε τον κατεφρόνουν ως χυδαίον, ούτε τας επιτιμήσεις του απέφευγον ως άγαν αυστηράς, αλλ' απήρχοντο καταγοητευμένοι, κοσμιώτεροι, ευθυμότεροι και αισιόδοξοι. Ουδέποτε τον είδε κανείς να φωνάζη, να φιλονεική με πείσμα ή ν' αγανακτή, και όταν ακόμη ευρίσκετο εις την ανάγκην να επιπλήξη κανένα• αλλά τα μεν σφάλματα κατέκρινε, προς δε τους σφάλλοντας ήτο επιεικής, μιμούμενος τους ιατρούς, οι οποίοι θεραπεύουν τα νοσήματα, αλλά δεν οργίζονται κατά των αρρώστων. Εφρόνει ότι το σφάλμα είνε ανθρώπινον, θείον δε ή άξιον ανθρώπου ισοθέου το να διορθώνη τους σφάλλοντας. Τοιούτον βίον ζων, διά μεν τον εαυτόν του δεν είχε καμμίαν ανάγκην, τους φίλους του όμως εβοήθει• και εις εκείνους μεν εξ αυτών οίτινες ενόμιζον ότι ευτυχούν υπενθύμιζεν ότι διά πρόσκαιρα αγαθά υπερηφανεύονται, εκείνους δε οι οποίοι εθλίβοντο ένεκα πενίας ή ελυπούντο δι' εξορίαν ή παρεπονούντο διά γήρας ή διά νόσημα, παρηγόρει με φαιδρότητα λέγων• Δεν βλέπετε ότι εντός ολίγου θα τελειώσουν αυτά τα οποία σας λυπούν, θα επέλθη δε λήθη και των ευτυχημάτων και των δεινοπαθημάτων και όλοι θα φθάσωμεν εις αιωνίαν ελευθερίαν; Εφρόντιζε να συμφιλιώνη αδελφούς διχονοούντας και να επαναφέρη την ειρήνην μεταξύ των γυναικών και των συζύγων. Συνέβη δε και ν' απευθύνη με ευφράδειαν παραινέσεις προς λαούς στασιάζοντας και να τους πείση να έλθουν εις μετριοπαθέστερα αισθήματα χάριν της πατρίδος. Τοιούτος ήτο ο τρόπος της φιλοσοφίας του, πράος και ήμερος και φαιδρός.
Τον ελύπει μόνον ασθένεια ή θάνατος φίλου, διότι ως μέγιστον των ανθρωπίνων αγαθών εθεώρει την φιλίαν. Διά τούτο ήτο φίλος προς όλους και δεν υπήρχε κανείς τον οποίον να μη εθεώρει οικείον, αφού ήτο άνθρωπος. Δεν απέφευγε δε την συναναστροφήν κανενός και μόνον από εκείνους απεμακρύνετο των οποίων η διαφθορά τού εφαίνετο αθεράπευτος. Πάντα δε ταύτα έπραττε και έλεγε μετά χάριτος και καλωσύνης και, ως ο κωμικός ποιητής είπε, πάντοτε η πειθώ εκάθητο επί των χειλέων του. Διά τούτο και ο λαός όλος των Αθηνών και οι άρχοντες τον εθαύμαζον καθ' υπερβολήν και τον εθεώρουν ως πρόσωπον εξαιρετικόν. Το βέβαιον είνε ότι κατ' αρχάς ηνόχλει τους περισσοτέρους η ειλικρίνεια του και εκίνησεν εναντίον του μίσος όχι μικρότερον εκείνου το οποίον κατέστρεψε τον Σωκράτην, συνώμοσαν δε και κατ' αυτού διάφοροι Άνυτοι και Μέλητοι και του απέδιδον τας αυτάς κατηγορίας, ότι δεν τον είδε κανείς ποτε να προσφέρη θυσίαν και ότι μόνος εξ όλων δεν είχε μυηθή εις τα Ελευσίνια μυστήρια. Τότε εφόρεσε καθαρόν ένδυμα, έθεσε στέφανον επί της κεφαλής του και, εμφανισθείς με θάρρος εις την συνέλευσιν του λαού, απελογήθη διά τα μεν με γλυκύτητα, διά τα δε τραχύτερον ή όσον ήθελε. Διά την κατηγορίαν ότι δεν προσέφερέ ποτε θυσίαν εις την Αθηνάν είπε• Μη απορείτε, ω άνδρες Αθηναίοι, εάν δεν της προσέφερα θυσίαν έως τώρα, διότι ενόμιζα ότι δεν έχει ανάγκην από τας θυσίας μου. Διά δε την άλλην κατηγορίαν, την περί των μυστηρίων, είπεν ότι δεν ηθέλησε να μυηθή εις αυτά σκεπτόμενος ότι, αν μεν εις τα μυστήρια εγίνοντο πράξεις κακαί, δεν θα ηδύνατο να τας αποσιωπήση προς τους αμυήτους, αλλά θα τους απέτρεπεν από αυτά• εάν δε ήσαν καλά, θα τ' απεκάλυπτεν εις όλους εκ φιλανθρωπίας. Ώστε οι Αθηναίοι, ενώ είχον ετοιμασθή να τον λιθοβολήσουν, κατεπραΰνθησαν αμέσως και διετέθησαν συμπαθώς προς αυτόν, έκτοτε δε ήρχισαν να τον σέβωνται και έφθασαν να τον θαυμάζουν, καίτοι ο προς αυτούς λόγος του ήρχισε με τραχύ προοίμιον• Άνδρες Αθηναίοι, είπε, έρχομαι προς υμάς στεφανωμένος ως σφάγιον και δύνασθε να θυσιάσετε και εμέ, διότι προ πολλού δεν ετελέσατε θυσίας υπό αισίους οιωνούς.
Τώρα θα αναφέρω τινά εξ όσων είπεν ευστόχως και ευφυώς• νομίζω δε πρέπον ν' αρχίσω από τον Φαβωρίνον {89} και εξ εκείνων τα οποία προς αυτόν είπεν ο Δημώναξ.
Όταν ο σοφιστής εκείνος ήκουσε παρά τινος ότι ο Δημώναξ έσκωπτε τας ομιλίας του και μάλιστα τας μελωδίας τας οποίους παρενέβαλλεν εις αυτάς, και κατηγόρει τούτο ως θηλυπρεπές και ανάρμοστον εις την φιλοσοφίαν, μετέβη προς τον Δημώνακτα και του είπε ποίος ήτο αυτός ο οποίος εχλεύαζε τους λόγους του. Άνθρωπος, απήντησεν ο Δημώναξ, του οποίου τα ώτα δεν απατώνται. Επιμένοντος δε του σοφιστού και ερωτώντος τον Δημώνακτα• ποία εφόδια έχεις, συ ο αστείος διά να διατείνεσαι ότι είσαι φιλόσοφος; Όρχεις, απήντησεν ο Δημώναξ. Άλλην φοράν ο αυτός ηρώτα τον Δημώνακτα ποίον φιλοσοφικόν σύστημα προτιμά. Εκείνος δε απήντησε• ποίος σου είπεν ότι φιλοσοφώ; Και απομακρυνόμενος εγέλασε δυνατά• ερωτήσαντος δε του άλλου διατί γελά, Διότι θέλεις να διακρίνωνται οι φιλόσοφοι από τα γένεια, ενώ συ είσαι σπανός. Μίαν φοράν ο Σιδώνιος, ο οποίος υπήρξε σοφιστής εκ των ευδοκίμων εις τας Αθήνας, έλεγε περί του εαυτού του ότι εδοκίμασε και εγνώρισε πάσαν φιλοσοφίαν• αλλά μάλλον ας επαναλάβωμεν αυτούς τους λόγους του• εάν ο Αριστοτέλης με καλέση, έλεγε, θα τον ακολουθήσω εις το Λύκειον αν ο Πλάτων, θα μεταβώ εις την ακαδημίαν• αν ο Ζήνων, θα διατρίψω εις την Ποικίλην Στοάν αν ο Πυθαγόρας με καλέση, θα σιωπήσω. Τότε εσηκώθη εκ του μέσου των ακροατών ο Δημώναξ και του είπεν• Ο Πυθαγόρας λοιπόν σε καλεί.
Όταν δε ο Πύθων, νεανίσκος ωραίος, και υιός πλουσίου Μακέδόνος, τον παρηνώχλει και του απηύθυνε μίαν ερώτησιν σοφιστικήν και επέμενε ζητών την λύσιν, Εκείνο το οποίον γνωρίζω, παιδί μου, του είπε, είνε ότι είσαι τετραπερασμένος. Επειδή δε ο νέος εθύμωσε διά το διφορούμενον εκείνο σκώμμα {90} και του είπεν απειλητικώς, θα σου δείξω τώρα αμέσως τον άνδρα, ο Δημώναξ εγέλασε και ηρώτησεν• ώστε έχεις άνδρα;
Είχεν εμπαίξη ένα αθλητήν Ολυμπιονίκην, ο οποίος παρουσιάσθη με ένδυμα χρωματιστόν, ο δε αθλητής τον εκτύπησε με πέτραν εις την κεφαλήν, και το αίμα ήρχισε να τρέχη. Οι παρόντες ηγανάκτησαν, ως εάν αυτοί εκτυπήθησαν, και εφώναζαν να υπάγουν εις τον ανθύπατον, ο δε Δημώναξ, όχι, είπεν, εις τον ανθύπατον, αλλ' εις τον ιατρόν.
Άλλοτε εύρε καθ' οδόν δακτύλιον και διά τοιχοκολλήσεως εις την αγοράν εζήτει εκείνον όστις τον έχασε να προσέλθη, να είπη το βάρος του δακτυλίου, το είδος και την σφραγίδα του δακτυλιολίθου διά να τον λάβη• μετέβη λοιπόν κάποιος ευειδής νεανίσκος, διατεινόμενος ότι αυτός απώλεσε τον δακτύλιον. Αλλ' επειδή ο Δημώναξ είδεν ότι εψεύδετο, του είπε• Πήγαινε, παιδί μου, και φύλαττε τον δακτύλιον σου, διότι δακτυλίδι δεν έχασες.
Κάποιος Ρωμαίος γερουσιαστής, παρεπιδημών εις τας Αθήνας, παρουσίασεν εις τον Δημώνακτα τον υιόν του, νέον ωραιότατον, αλλά θηλυπρεπή και μαλθακόν, και του είπε• Σε χαιρετά ο υιός μου. Ωραίος είνε, είπεν ο Δημώναξ, άξιος σου και όμοιος προς την μετέρα του.
Έλεγεν ότι κάποιος Κυνικός φιλόσοφος, ο οποίος είχεν ως ένδυμα δέρμα άρκτου, έπρεπε να ονομάζεται όχι Ονωράτος, όπως ελέγετο, αλλ' Αρκτεσίλαος.
Ερωτηθείς υπό τινος πώς ορίζει την ευτυχίαν, απήντησεν ότι μόνον τον ελεύθερον θεωρεί ευδαίμονα. Αλλ' ελεύθεροι είνε πολλοί, είπεν ο άλλος. Εκείνον, είπεν ο Δημώναξ, θεωρώ ελεύθερον, όστις ούτε ελπίζει τι, ούτε φοβείται. Και πώς είνε δυνατόν τούτο, είπεν ο άλλος, αφού όλοι είμεθα δούλοι αυτών των δύο αισθημάτων; Και όμως, απήντησεν ο Δημώναξ, αν εξετάσης κατά βάθος τα ανθρώπινα πράγματα, θα ίδης ότι ούτε ελπίδος ούτε φόβου είνε άξια, καθότι πάντως θα λήξουν και τα λυπηρά και τα ευχάριστα.
Ο Περεγρίνος ο Πρωτεύς τον επέπληττε, διότι ως επί το πλείστον εγέλα και έσκωπτε, και του έλεγε• Δημώναξ, δεν γίνεσαι ολίγον κυνικός;{91} Ο Δημώναξ του απεκρίθη• Και συ Περεγρίνε, δεν γίνεσαι ολίγον άνθρωπος;
Όταν δε κάποιος φυσικός ωμίλει περί των αντιπόδων, ο Δημώναξ τον παρέλαβε και τον ωδήγησεν εις έν φρέαρ, δείξας δε την σκιάν ήτις εφαίνετο εις τον νερόν, ηρώτησε• Μήπως τοιούτους εννοείς τους αντίποδας;
Αλλά και προς ένα όστις έλεγεν ότι ήτο μάγος και εγνώριζεν εξορκισμούς διά των οποίων ηδύνατο να πείση οιονδήποτε και να λάβη παρ' αυτού όσα ήθελε, Και εγώ, είπεν, είμαι ομότεχνός σου, και αν θέλης, ακολούθησε με εις την αρτοπόλιδα και θα ίδης ότι δι' ενός εξορκισμού και μικρού μαγικού μέσου θα την πείσω να μου δώση ψωμιά, εννοών ότι το νόμισμα είνε ισοδύναμον με εξορκισμόν.
Όταν ο Ηρώδης ο περίφημος επένθει τον αγαπητόν του μαθητήν Πολυδεύκην, όστις απέθανε προώρως, και διέτασσε να του ετοιμάζουν όχημα και ίππους, ως εάν επρόκειτο ο νεκρός να τους μεταχειρισθή, και να παρασκευάζουν δι' αυτόν δείπνον, ο Δημώναξ μετέβη και του είπε• Σου φέρω επιστολήν από τον Πολυδεύκην. Ο Ηρώδης εχάρη, νομίζων ότι όπως οι άλλοι και ο Δημώναξ εκολάκευε τας ανοησίας της θλίψεώς του και είπε. Λοιπόν, Δημώναξ, τι ζητεί ο Πολυδεύκης; Παραπονείται ότι ακόμη δεν επήγες να τον εύρης. Ο ίδιος πενθών τον αποθανόντα υιόν του έμενε κατάκλειστος• τότε δε μετέβη προς αυτόν ο Δημώναξ και του είπεν ότι είνε μάγος και ηδύνατο να καλέση την σκιάν του υιού του εκ του άδου, εάν του ανέφερε και μόνον τρεις ανθρώπους οι οποίοι δεν έκλαυσαν ποτέ κανένα. Επειδή δε ο Ηρώδης ευρέθη εις απορίαν και επί πολύ δεν ηδύνατο να δώση απάντησιν— διότι δεν είχε, φαίνεται, κανένα τοιούτον ν' αναφέρη—Λοιπόν, γελοίε, του είπε, πώς νομίζεις ότι συ μόνος πάσχεις αφόρητα, ενώ βλέπεις ότι κανείς δεν είνε απηλλαγμένος θλίψεων;
Έσκωπτε συνήθως και εκείνους οίτινες εις τας ομιλίας των μετεχειρίζοντο πολύ αρχαίας και ασυνήθεις λέξεις, προς ένα δε εκ τούτων, όστις εις ερώτησίν του απήντησεν εις υπεραττικίζουσαν γλώσσαν, είπεν• Εγώ, φίλε μου, σε ηρώτησα σήμερον και συ μου απαντάς από την εποχήν του Αγαμέμνονος.
Όταν είς εκ των φίλων του τον εκάλεσε να μεταβούν εις τον ναόν του Ασκληπιού και προσευχηθούν, Πολύ κουφόν, είπε, νομίζεις τον Ασκληπιόν, εάν δεν δύναται να μας ακούση και απ' εδώ προσευχομένους.