← Table of contents
Κύρου Ανάβασις Τόμος 2

Front matter

Demetrios Anastasopoulos translation

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. A table of corrections has been taken into account. otherwise the spelling of the book has not been changed. I have inserted one note included in {}. Footnotes have been converted to endnotes.// Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Ένας πίνακας διορθώσεων έχει ενσωματωθεί στο κείμενο. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Έχω προσθέσει μία σημείωση, εντός {}. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

Εξώφυλλο
Εξώφυλλο

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ Δ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΙΟΥ ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΒΙΒΛΙΑ Ε'. — Ζ'.

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ 1911

ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΙΩΤΗ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ 4

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

ΒIΒΛIΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον

Όσα μεν, λοιπόν, κατά την μετά του Κύρου ανάβασιν (των Μυρίων) και όσα κατά την οδοιπορίαν των, την μέχρι της θαλάσσης του Ευξείνου Πόντου, έπραξαν οι Έλληνες, πώς δε εις την Ελληνικήν πόλιν Τραπεζούντα έφθασαν και πώς, όσα εις τους θεούς είχαν τάξη τάμματα επί τη σωτηρία των, προσέφεραν (απέδωκαν) εκεί όπου το πρώτον επάτησαν εις φιλίαν χώραν — όλα αυτά έγειναν γνωστά με όσα μέχρι τούδε διηγήθημεν.

Μετά ταύτα δε συνελθόντες οι Έλληνες ήρχισαν να σκέπτωνται περί της λοιπής πορείας του στρατεύματος. Εσηκώθη δε πρώτος Λέων ο Θούριος και είπε τα εξής: «(Όσον αφορά μεν το τι θα πράξωμεν εν τω μέλλοντι), εγώ, λοιπόν, ω άνδρες, απηύδησα πλέον ετοιμάζων τας αποσκευάς μου διαρκώς και οδοιπορών και τρέχων και τα όπλα φέρων και κατά παράταξιν βαδίζων και ως φρουρός φυλάττων και μαχόμενος. Επιθυμώ δε τώρα, ησυχάζων απ' όλους αυτούς τους κόπους, αφού έχομεν εμπρός μας θάλασσαν, να διανύσω πλέων (ταξειδεύων) το υπόλοιπον χρονικόν διάστημα, και, ξαπλωμένος καθώς ο Οδυσσεύς επί του πλοίου, να φθάσω εις την Ελλάδα».

Ταύτα ακούσαντες οι στρατιώται θορυβωδώς επεδοκίμασαν τους λόγους του. Και άλλος επίσης επρότεινε τα ίδια και όλοι όσοι ωμίλησαν.

Κατόπιν τούτων ηγέρθη ο Χειρίσοφος και είπε τα εξής: Είναι φίλος μου, ω άνδρες, ο Αναξίβιος, ο οποίος τυχαίνει να ήναι (προς τοις άλλοις) και ναύαρχος. Εάν, λοιπόν, με αποστείλετε (προς αυτόν), φρονώ ότι θα ηδυνάμην να επιστρέψω με τριήρεις και πλοία, τα οποία να μας μεταφέρουν στην Ελλάδα. Σεις δε, εάν πράγματι θέλετε να αναχωρήσετε (διά θαλάσσης), περιμείνατέ με μέχρις ότου επιστρέψω. Θα επανέλθω δε ταχέως». Ακούσαντες ταύτα οι στρατιώται ηυχαριστήθησαν και ενέκριναν να αναχωρήση («πλεύση») ο Χειρίσοφος όσον το δυνατόν ταχύτερα.

Μετ' αυτόν ηγέρθη ο Ξενοφών και είπε τα εξής: «Ο μεν Χειρίσοφος αποστέλλεται, διά να μας φέρη πλοία, ημείς δε θα αναμείνωμεν ενταύθα την άφιξίν του. Δι' όσα μεν, λοιπόν, νομίζω ότι επιβάλλουν αι περιστάσεις να πράξωμεν, εφ' όσον χρονικόν διάστημα μένωμεν εδώ, δι' αυτά θα σας ομιλήσω τώρα.

»Πρώτον μεν τα προς διατροφήν μας αναγκαία πρέπει να προμηθευώμεθα εκ της πολεμίας χώρας. Διότι ούτε τροφαί ικαναί υπάρχουν εδώ προς αγοράν των, ούτε, εκτός ελαχίστων ευπόρων, αφθονία, προς αγοράν (τροφών), χρημάτων. Ες άλλου δε η χώρα είναι εχθρική. Κίνδυνος, λοιπόν, υπάρχει ν' απολεσθούν πολλοί, εάν αμελώς και χωρίς προφύλαξιν πορεύεσθε προς προμήθειαν των προς συντήρησίν μας αναγκαίων.

»Η γνώμη μου, λοιπόν, είναι να επισιτιζώμεθα δι' εκδρομών προς αναζήτησιν και διαρπαγήν τροφών ανά την πέριξ πολεμίαν χώραν. Άλλως, διά να ήσθε εν ασφαλεία, φρονώ ότι δεν πρέπει να περιπλανάσθε (ασκόπως). Και ότι πρέπει να φροντίζωμεν με κάθε τρόπον περί της τύχης των διαρπαζόντων».

Απεφασίσθησαν και ταύτα. Αλλ' ακούσατε ακόμη — είπεν ο Ξενοφών — και τα εξής: Βεβαίως, θα υπάγουν κάμποσοι από σας διά λάφυρα (για πλιάτσικο). Νομίζω, λοιπόν, ότι είναι εκ των ων ουκ άνευ όσοι σκοπεύουν να υπάγουν προς λαφυραγωγίαν, να μας το είπουν, να μας δηλώσουν δε και εις ποίον μέρος θα υπάγουν, ίνα και τον αριθμόν γνωρίζωμεν τόσον εκείνων που θα εκδράμουν, όσον και εκείνων που θα μείνουν, και, εάν ποτε παραστή εις τίποτε ανάγκη, έχωμεν πάντοτε ετοίμους τας δυνάμεις μας, (1) και, εάν η περίστασις μας επιβάλλη να προστρέξωμεν εις βοήθειάν τινων, να γνωρίζωμεν πού πρέπει να παράσχωμεν την βοήθειάν μας, και, εάν ακόμη επιχειρήση τις εκ των απειροτέρων να κινηθή κατά τινος, να του δώσωμεν τας καταλλήλους συμβουλάς, προσπαθούντες να μάθωμεν τας δυνάμεις εκείνων, εναντίον των οποίων θα βαδίση».

Και ταύτα ενεκρίθησαν. «Έχετε δ' ακόμη υπ' όψει και τα εξής — προσέθηκεν: Οι πολέμιοι (λόγω της ενταύθα επί μακρόν παραμονής μας) θα έχουν πάντοτε καιρόν να μας αρπάζουν ό,τι εύρουν. Δικαίως άλλως τε μας επιβουλεύουν, αφού έχομεν εις την εξουσίαν μας τας περιουσίας των (τα υπάρχοντά των). Είναι δε και στρατοπεδευμένοι άνωθεν ημών (Τους έχομε δε και από 'πάνω απ' το κεφάλι μας). Λοιπόν, νομίζω ότι πρέπει να προφυλάξωμεν με φρουρούς πανταχόθεν το στρατόπεδόν μας. Διότι, εάν, κατά διαφόρους διανεμηθέντες [«μερισθέντες»] αποστάσεις, φυλάττωμεν κ' επιβλέπωμεν (τα περί ημάς), πολύ ολιγώτερον θα ηδύναντο να μας κυνηγήσουν οι πολέμιοι.

Αλλά παρατηρήσατε και τούτο ακόμη: Εάν μεν εγνωρίζαμεν σαφώς ότι θα έλθη με (αρκετά) πλοία ο Χειρίσοφος, δεν θα παρίστατο καμμία ανάγκη να σας είπω όσα σκοπεύω να σας είπω. Αλλ' επειδή (επί του παρόντος) είναι τούτο άδηλον, νομίζω ορθόν να καταβάλωμεν κάθε προσπάθειαν, ίνα προετοιμάσωμεν και εντεύθεν (και από τον τόπον, εις τον οποίον ευρισκόμεθα) πλοία προς απόπλουν. Διότι, εάν μεν έλθη (φέρων πλοία), υπαρχόντων και των ενταύθα κατασκευασθησομένων, θα αποπλεύσωμεν, έχοντες περισσότερα, ανετώτερον. Εάν δε δεν φέρη τοιαύτα, θα μεταχειρισθώμεν όσα θα κατασκευάσωμεν ενταύθα.

»Βλέπω δ' εγώ πολλάκις πλοία παραπλέοντα (τον Εύξεινον). Εάν, λοιπόν, αφού ζητήσωμεν από τους Τραπεζουντίους μακρά (πολεμικά) πλοία, σύρωμεν δι' αυτών εκείνα (τα παραπλέοντα) εις τον λιμένα και τα προφυλάξωμεν δεόντως, αφαιρούντες εξ αυτών τα πηδάλιά των (προς ασφάλειαν), μέχρις ου γείνουν τόσα όσα μας χρειάζονται, ίσως τότε δεν θα στερηθώμεν πλοίων επαρκών προς μεταφοράν μας».

Και ταύτα απεφασίσθησαν. «Λάβετε δ' υπ' όψει σας ακόμη — είπεν ο Ξενοφών — ότι είναι δίκαιον και από κοινού (δι' εράνων) να συντηρώμεν εκείνους τους οποίους διά της βίας θα φέρωμεν εις τον λιμένα, εφ' όσον χρονικόν διάστημα θα ήναι ηναγκασμένοι εξ αιτίας μας να μένουν άνευ εργασίας, και ναύλον να συμφωνήσωμεν μαζή των διά το ταξείδι (και ναύλο να τους κόψωμε), ώστε να ωφελούν μεν ημάς, αλλά συγχρόνως και να ωφελούνται».

Και ταύτα ενεκρίθησαν. «Αλλά νομίζω ορθόν — προσέθηκεν — εάν και όλα, όσα σας ανέφερα, δεν λάβουν δι' ημάς αισίαν έκβασιν (δεν εκπληρωθούν), ώστε να έχωμεν αρκετά προς μεταγωγήν μας πλοία, να παραγγείλωμεν εις τας παρά την θάλασσαν οικούσας πόλεις, όσας οδούς μανθάνομεν ότι είναι δυσκολοδιάβατοι, να τας επιδιορθώσουν, θα πεισθούν δε εις τούτο και ένεκα φόβου και διότι θα ήθελαν ν' απαλλαγούν από ημάς (μια ώρα αρχήτερα.)

Τότε διά κραυγών (όλοι οι στρατιώται) διεμαρτυρήθησαν ότι τίποτε δεν τους αναγκάζει πλέον να οδοιπορούν. Ο δε Ξενοφών, μόλις κατάλαβε την ανοησίαν των, δεν επέτρεψε μεν (ως είχε δικαίωμα) να ψηφισθούν όσα επρότεινε, (τούτο δε, διά να μην απορριφθούν), τας δε παραθαλασσίας πόλεις κατέπεισε (κρυφίως) να επισκευάσουν τας οδούς εκουσίως των, λέγων ότι πολύ ογρήγορα θ' απαλλαγούν αυτών, εάν καταστούν ευδιάβατοι.

Έλαβαν δε από τους Τραπεζουντίους και πλοίον πεντηκοντάκωπον, επί του οποίου ώρισαν (ετοποθέτησαν) ως πλοίαρχον Δέξιππον τον Λάκωνα, περίοικον. (2) Αλλ' ούτος, αμελήσας να συναθροίζη πλοία, εδραπέτευσε πέραν του Ευξείνου Πόντου, παραλαβών μαζή του και το πλοίον. Και ούτος μεν ετιμωρήθη διά την πράξιν του αυτήν κατόπιν. Διότι, εν Θράκη ευρισκόμενος πλησίον του ηγεμόνος αυτής Σεύθου και ανακατευθείς απρόσκλητος είς τινα υπόθεσιν, εφονεύθη υπό του Λάκωνος Νικάνδρου.

Έλαβαν δ' ακόμη από τους Τραπεζουντίους και τριακοντάκωπον πλοίον, εις ό ωρίσθη ως πλοίαρχος Πολυκράτης ο Αθηναίος, όστις όσα πλοία συνελάμβανε τα εξηνάγκαζε να τεθούν υπό τας διαταγάς του στρατοπέδου. Και τα μεν φορτία των, εάν τυχόν έφερον τοιαύτα, αφού τα έβγαζαν από τα πλοία εις την ξηράν (τα εξεφόρτωναν), τα έθεταν υπό την φύλαξιν φρουράς, ως ιδικά των. Τα δε πλοία εχρησιμοποίουν, διά να μεταφέρουν ανά τα παράλια, προς λεηλασίαν, Έλληνας.

Ενώ δε ούτως είχον τα πράγματα, (3) εξήλθον προς διαρπαγήν οι Έλληνες, και άλλοι μεν επέστρεφαν με λάφυρα, άλλοι δε ουχί. Ο δε Κλεαίνετος, οδηγήσας και τον ιδικόν του και άλλον τινά λόχον προς λεηλασίαν εις μέρος οχυρόν και άγριον, και αυτός ο ίδιος εφονεύθη και άλλοι πολλοί εκ των περί αυτόν.

Κεφάλαιον δεύτερον

Επειδή δεν ήτο δυνατόν πλέον να προμηθεύωνται τροφάς ούτως ώστε εντός της αυτής ημέρας να επανέρχωνται εις το στρατόπεδον, λαβών ο Ξενοφών από τους Τραπεζουντίους, οδηγούς, εξάγει εις την (πλησίον ορεινήν) χώραν των Δριλών το ήμισυ του στρατεύματος, το δε άλλο ήμισυ αφήνει διά να φυλάττη το στρατόπεδον. Διότι οι Κόλχοι, επειδή εξεδιώχθησαν διά της βίας (εφυγαδεύθησαν) από τας οικίας των, συνηθροίσθησαν οι πλείστοι και κατέλαβαν τας υπεράνω των Ελλήνων κορυφάς των ορέων. Οι δε Τραπεζούντιοι εκεί μεν όπου ήτον εύκολον να προμηθευθούν τροφάς, δεν μετέβαιναν, διότι ήσαν φίλοι των. Κατά των Δρίλων όμως, κατοικούντων εις μέρη ορεινά και δύσβατα, εκ των πολεμικωτέρων δε του Πόντου ανθρώπων, επειδή τους ηνώχλουν (εκακομεταχειρίζοντο), εβάδισαν προθύμως.

Αφού δ' έφθασαν εις τα υψηλότερα (των ορέων) μέρη οι Έλληνες, όσους μεν αγρούς και υποστατικά είχαν νομίση οι Δρίλαι ότι ήσαν ευκολοκυρίευτα, τα έκαυσαν και έφυγαν. Και τίποτε άλλο δεν κατώρθωσαν να λάβουν (οι Έλληνες) εκείθεν παρά μόνον χοίρους και βόας ή κανένα άλλο, διαφυγόν το πυρ, κτήνος. Ένα δε μόνον μέρος («χωρίον») ήτον η πρωτεύουσά των, εις το οποίον και είχαν συρρεύση όλοι (οι εκ των καέντων μερών Δρίλαι). Γύρω του δε ήτο χαράδρα πάρα πολύ βαθεία και δρόμοι (περάσματα) προς το χωρίον δυσκολώτατοι.

Οι δε πελτασταί, προτρέξαντες των οπλιτών πέντε ή έξ στάδια και διαβάντες την χαράδραν, βλέποντες δε πολλά πρόβατα και άλλα διάφορα πράγματα, ώρμησαν κατά του χωρίου ακάθεκτοι. Μαζή των δε ηκολούθουν και πολλοί δορυφόροι στρατιώται με δόρατα μικρά και σάκκους και αγγεία, οι οποίοι είχαν εξορμήση επίτηδες εκ του στρατοπέδου προς περισυλλογήν τροφών. Ώστε εν όλω οι διαβάντες υπερέβησαν τους δισχιλίους ανθρώπους.

Επειδή όμως μαχόμενοι δεν κατώρθωναν να κυριεύσουν το χωρίον, και διότι ήτο περί αυτό τάφρος, της οποίας τα εκσκαφέντα χώματα απετέλουν πρόχωμα, και διότι υπήρχον επί του προχώματος τούτου χαρακώματα και πυκνοί πύργοι (προμαχώνες) κατασκευασμένοι εκ ξύλου, ήρχισαν να υποχωρούν (ν' απομακρύνωνται). Εκείνοι δε ώρμησαν τότε εναντίον των.

Επειδή δε δεν ηδύναντο να φύγουν τρέχοντες, διότι η προς την χαράδραν κατάβασις του χωρίου ήτο τόσον στενή, ώστε να κατεβαίνουν ο είς μετά τον άλλον, αποστέλλουν κάποιον προς τον οδηγούντα όπισθεν τους οπλίτας Ξενοφώντα. Προς ον ελθών εκείνος του αναγγέλλει ότι υπάρχει χωρίον (μέρος οχυρόν) γεμάτον από πλείστα όσα πράγματα και χρήματα. Και «ότι ούτε να το κυριεύσωμεν δυνάμεθα, διότι είναι λίαν οχυρόν, ούτε να υποχωρήσωμεν μας είναι εύκολον. Διότι πολεμούμεν φεύγοντες συγχρόνως και τους όπισθεν καταδιώκοντας ημάς εχθρούς, ούτω δε η απομάκρυνσίς μας είναι λίαν δύσκολος».

Αφού ήκουσε ταύτα ο Ξενοφών, πλησιάσας με τον στρατόν του προς την χαράδραν, τους μεν οπλίτας διέταξε να παραταχθούν, αυτός δε μαζή με τους λοχαγούς διαβάς παρετήρει προσεκτικά να ίδη ποίον εκ των δύο θα ήτο προτιμότερον: να φέρη οπίσω (εκεί όπου ήσαν οι οπλίται) και τους διαβάντας την χαράδραν, ή να διαβιβάση δι' αυτής και τους οπλίτας, με τον σκοπόν να κυριεύση το χωρίον.

Διότι εφαίνετο ότι, το να φέρη μεν οπίσω εκείνους, ήτον αδύνατον να το κατορθώση, χωρίς να φονευθούν πολλοί, το να το κυριεύση όμως, το ενόμιζαν κατορθωτόν και οι λοχαγοί του, και ο Ξενοφών συνεφώνησε μαζή των πιστεύσας (και) εις το ευοίωνον των προσφερθέντων εις τους θεούς σφαγίων. Διότι οι μάντεις είχαν αποφανθή ότι θα γείνη μεν μάχη, αλλ' ότι το τέλος της εξόδου θα ήναι νικηφόρον.

Και τους μεν λοχαγούς, λοιπόν, απέστειλε, διά να διαβιβάσουν εκείθεν τους οπλίτας, αυτός δ' έμεινεν εντεύθεν της χαράδρας, αφού ξεχώρισεν όλους τους πελταστάς, και εις κανένα δεν επέτρεπε ν' ακροβολίζεται.

Αφού δ' έφθασαν (εις τον προς ον όρον) οι οπλίται, διέταξεν έκαστον των λοχαγών να κατορθώση, ώστε ο λόχος του να πολεμήση όσον του είναι δυνατόν ηρωικώτερον. Διότι ήσαν εκεί πλησίον αλλήλων όλοι οι λοχαγοί, όσοι καθ' όλον τον χρόνον της οδοιπορίας αντηγωνίζοντο περί ανδραγαθίας μεταξύ των.

Και ούτοι μεν συνεμορφούντο προς τας διαταγάς του. Ο δε Ξενοφών διέταξεν όλους τους πελταστάς να ετοιμάσουν τα ακόντιά των (να βάλουν τα δάκτυλά των εις της θηλειαίς των ακοντίων των), ίνα, οπόταν δώση το σύνθημα ο σαλπιγκτής, αρχίσουν ν' ακοντίζουν, και τους τοξότας να τοποθετήσουν τα βέλη εις τας νευράς των, ίνα, οπόταν σαλπίση ο σαλπιγκτής, αρχίσουν να τοξεύουν — αν παραστή ανάγκη — και τους ευζώνους να έχουν γεμάτα τα ενδύματά των από πέτραις. Απέστειλε δε τους αρμοδίους (αξιωματικούς) να μεριμνήσουν περί όλων τούτων.

Αφού δε όλα προετοιμάσθησαν, και οι λοχαγοί και οι υπολοχαγοί και όλοι όσοι είχαν την αξίωσιν να μη φανούν κατώτεροι τούτων παρετάχθησαν εις την πρώτην γραμμήν, επί τινα μεν χρόνον έβλεπαν αλλήλους. Διότι, ως εκ της θέσεως του χωρίου, η παράταξις ήτον ημικυκλική.

Αφού δ' επεκαλέσθησαν διά παιάνος τον Απόλλωνα και ήχησεν η σάλπιγξ, τότε ταυτοχρόνως και την αρμόζουσαν εις τον φιλοπόλεμον Άρην πολεμικήν κραυγήν ανεφώνησαν, και έτρεχαν δρομαίοι οι οπλίται, και τα κτυπήματα κατεφέροντο αλλεπάλληλα, λόγχαι, βέλη, σφενδόναι, πλείστοι δε με τας χείρας ριπτόμενοι λίθοι, τινές δε και φωτιά ακόμη εις τους εχθρούς ενέβαλαν.

Ένεκα, λοιπόν, του πλήθους των κτυπημάτων τούτων εγκατέλειψαν οι πολέμιοι και τα χαρακώματα και τους πύργους. Ώστε Αγασίας ο Στυμφάλιος και Φιλόξενος ο Πελληνεύς, αφήσαντες κατά γης τα όπλα, ανέβησαν, φορούντες μόνον τον χιτώνα των, το πρόχωμα, και ο ένας έσυρε προς τ' άνω τον άλλον, και κατόπιν και άλλοι κατά τον αυτόν ανήλθον τρόπον και ενόμιζε κανείς πλέον ότι είχε κυριευθή το χωρίον.

Και οι μεν πελτασταί και οι ελαφρωπλισμένοι (εύζωνοι), εισορμήσαντες, ήρπαζον ό,τι ηδύνατο έκαστος. Ο δε Ξενοφών, σταθείς παρά τας πύλας (του «χωρίου»), ημπόδιζε την είσοδον εις όσους ηδύνατο εκ των οπλιτών. Διότι επί τινων λόφων οχυρών (πέραν της χαράδρας) ήρχισαν να φαίνωνται και άλλοι πολέμιοι.

Δεν είχε δε παρέλθη πολύ χρονικόν διάστημα εν τω μεταξύ, και έσωθεν ακούονται κραυγαί και τρεξίματα φευγόντων, εξ ων τινες και κρατούντες εις χείρας όσα είχαν αρπάση, πιθανώτατα δε και κανένας πληγωμένος. Και σπρώξιμο φοβερόν ήτο παρά τας πύλας (ποιος να πρωτοέβγη). Και ερωτώμενοι οι καταδιωκόμενοι ούτω (οι υπό τοιούτον διωγμόν εκτινασσόμενοι έξω των θυρών) έλεγαν ότι υπάρχει εντός του χωρίου ακρόπολις και εντός της ακροπόλεως πολλοί πολέμιοι, οίτινες εξορμώντες (κάμνοντες γιουρούσι) κτυπούν τους εισελθόντας (Έλληνας).

Τότε ο Ξενοφών διέταξε τον κήρυκα Τολμίδην να κηρύξη: «ο θέλων ν' αρπάξη τίποτε (να πλιατσικολογήση) δύναται να εισέλθη ελευθέρως (εις το χωρίον)». Και εισέρχονται εν συνωστισμώ πολλοί και αναχαιτίζουν τους καταδιωκομένους Έλληνας οι (ποιος να πρωτομπή) συνωστιζόμενοι και ξαναγυρίζουν ('πίσω) τους πολεμίους, αποκλείοντες αυτούς και πάλιν στην ακρόπολιν.

Και όσα μεν ήσαν εκτός της ακροπόλεως, όλα διηρπάγησαν μεταφερθέντα έξω (του χωρίου) από τους Έλληνας. Οι δε οπλίται παρετάχθησαν άλλοι μεν περί τα χαρακώματα, άλλοι δε καθ' όλον το μήκος της προς την ακρόπολιν αγούσης οδού.

Ο δε Ξενοφών και οι λοχαγοί εκύτταζαν εάν και πώς ήτο δυνατόν να κυριευθή η ακρόπολις. Διότι μόνον κατ' αυτόν τον τρόπον θα ηδύναντο να εξασφαλίσουν την σωτηρίαν των, άλλως θα ήτο πάρα πολύ δύσκολον να εξέλθουν.

Και προετοίμαζαν, λοιπόν, την υποχώρησίν των, και από τους χάρακας μεν (τα παλούκια) των χαρακωμάτων αφήρουν ξεχωριστά έκαστοι (των λοχαγών) όσους ήσαν προς το μέρος των, και τους αχρήστους και τους κρατούντας πράγματα («φορτία») απεμάκρυναν καθώς και τους πλειοτέρους των οπλιτών, κρατήσαντες μόνον εκείνους, περί της πολεμικής ικανότητος των οποίων είχαν πεποίθησιν.

Αφού δε ήρχισαν ν' αποχωρούν, εξώρμησαν εκ της ακροπόλεως αθρόοι οι πολέμιοι με πλεκτάς ασπίδας και λόγχας, φορούντες περικνημίδας και κράνη (δερμάτινα) Παφλαγονικά, άλλοι δε ανέβαιναν εις τα δώματα των εκατέρωθεν του εις την ακρόπολιν άγοντος δρόμου οικιών. Ώστε ουδέ να καταδιώκη τις προς τας εις την ακρόπολιν φερούσας πύλας ήτον ησφαλισμένος. Διότι ερρίπτοντο (κατεπάνω του) εκ των οικιών ξύλα μεγάλα, ώστε να ήναι (εξ ίσου) επικίνδυνον και το να μένη τις και το να φεύγη. Και η νυξ, ήδη επερχομένη κατ' ολίγον, ήτο φοβερά.

Ενώ δ' εμάχοντο και ηπόρουν περί του πρακτέου, κάποιος εκ των Θεών τους εμπνέει τον εξής σωτηρίας τρόπον. Αιφνιδίως φωτίζεται λάμψασα ολόκληρος μία εκ των δεξιά της οδού οικιών, διότι, φαίνεται, εκ των διωκόντων κάποιος της έβαλε φωτιά. Ευθύς δε ως ήρχισε να καταπίπτη (να σωριάζεται) αύτη, ετράπησαν εις φυγήν όλοι οι εκ των δεξιά της οδού οικιών επιτιθέμενοι.

Ο δε Ξενοφών, άμα ως έμαθε τυχαίως τούτο, διέταξεν αμέσως να βάλουν φωτιά και εις τας αριστερά της οδού οικίας, αίτινες ήσαν ξύλιναι, ώστε ήρχισαν και να καίωνται ταχύτατα. Ετράπησαν, λοιπόν, εις φυγήν και οι εκ των οικιών αυτών (επιτιθέμενοι) πολέμιοι.

Οι δε κατά μέτωπον (πολέμιοι) ήσαν οι μόνοι πλέον οίτινες ηνώχλουν τους Έλληνας και εφαίνοντο ότι είχαν σκοπόν να επιπέσουν κατ' αυτών κατά την εκ της μητροπόλεως έξοδον και την εις την χαράδραν κατάβασίν των. Τότε ο Ξενοφών διατάσσει όσους έτυχε να ήναι έξω των βελών (των κτυπημάτων) των πολεμίων («εκτός βολής») να φέρουν ξύλα και να τα σωρεύσουν μεταξύ των πολεμίων και αυτών. Αφού δ' εσωρεύθησαν ήδη αρκετά, διέταξε να τους βάλουν φωτιά. Έβαλαν δε φωτιά επίσης και εις τας παρ' αυτό το χαράκωμα οικίας, όπως περικυκλωθούν ούτω υπ' αυτής απ' όλα τα μέρη οι πολέμιοι.

Και ούτω μόλις κατώρθωσαν να ξεφύγουν, (προς την έξοδον τραπέντες όλοι και την χαράδραν), θέσαντες πυρ μεταξύ αυτών και των πολεμίων. Και επυρπολήθη όλη η πόλις και αι οικίαι και οι πύργοι και τα χαρακώματα και όλα τα άλλα, εκτός της ακροπόλεως.

Την δ' επομένην ανεχώρησαν εκείθεν οι Έλληνες φέροντες τα προς συντήρησίν των αναγκαία. Επειδή δ' εφοβούντο την εκ της ορεινής χώρας των Δριλών εις την Τραπεζούντα κατάβασιν, διότι αύτη ήτο κατωφερής και στενή, επενόησαν, (διά να διεκφύγουν εκείθεν), ψευδενέδραν.

Και, λοιπόν, κάποιος στρατιώτης, Μυσός την πατρίδα και το όνομα, λαβών δέκα εκ των Κρητών, παρεμόνευε (δήθεν) εις κάποιο δασώδες μέρος και επροσποιείτο ότι προσεπάθει να διαφύγη την προσοχήν των πολεμίων. Αι δ' ασπίδες των, αι οποίαι ήσαν χάλκιναι, από καιρού εις καιρόν εφαίνοντο (έλαμπαν) διά των φυλλωμάτων των δένδρων.

Οι μεν πολέμιοι, λοιπόν, βλέποντες ταύτα (από του χωρίου των) εφοβούντο μήπως πρόκειται περί αληθινής ενέδρας. Εν τω μεταξύ όμως το στράτευμα ολονέν κατήρχετο. Αφού δ' εφάνη πλέον ότι τούτο είχεν απομακρυνθή (ξεγλιστρήση) αρκετά, εσήμανεν ο σαλπιγκτής εις τον Μυσόν να φύγη εκείθεν όσον ηδύνατο ταχύτερον. Αμέσως δε ούτος εγερθείς και ορμήσας προς τα κάτω φεύγει με τους περί αυτόν.

Και οι μεν Κρήτες, επειδή έλεγαν ότι θα συλληφθούν φεύγοντες, εξετράπησαν εκ της οδού εις το δάσος και εκεί, φερόμενοι κάτω προς τας δασώδεις κοιλάδας με ταχύτητα, εσώθησαν. Ο Μυσός όμως, φεύγων (την καταδίωξιν) επί της φανεράς οδού και κινδυνεύων, εκάλει εις βοήθειαν. Και προσέτρεξαν αμέσως εις βοήθειάν του και τον παρέλαβαν (τον 'σήκωσαν από 'κεί που ήτο) πληγωμένον. Οι δε βοηθήσαντες, κτυπώμενοι άνωθεν από τους πολεμίους, ωπισθοχώρουν με το πρόσωπον εστραμμένον προς αυτούς, ενώ εκ των Κρητών τινες τους αντετόξευον. Και τοιουτοτρόπως έφθασαν όλοι εις το στρατόπεδον σωθέντες.

Κεφάλαιον τρίτον

Επειδή δε ούτε ο Χειρίσοφος επέστρεψεν, ούτε πλοία ικανά υπήρχον προς απόπλουν, ούτε ήτο δυνατόν να εξακολουθούν ακόμη δι' επιδρομών προμηθευόμενοι τροφάς, απεφάσισαν ν' απέλθουν. Και εις μεν τα πλοία (τα εν τω λιμένι οδηγηθέντα διά της βίας προς τον σκοπόν αυτόν) ετοποθέτησαν τους ασθενούντας και τους έχοντας ηλικίαν άνω των τεσσαράκοντα ετών και τας γυναίκας και τους παίδας και όσα εκ των σκευών δεν ήτον απόλυτος ανάγκη να φέρωσι μαζή των. Και τον Φιλήσιον και τον Σοφαίνετον, τους γεροντοτέρους των στρατηγών, επιβιβάσαντες, διέταξαν να έχουν την περί όλων αυτών μέριμναν. Οι δε λοιποί επορεύοντο. Η δε οδός είχεν ήδη επισκευασθή προς οδοιπορίαν.

Και πορευόμενοι φθάνουν μετά τρεις ημέρας εις την Κερασούντα, παραθαλασσίαν Ελληνικήν πόλιν, αποικίαν των Σινωπέων (των κατοίκων της Σινώπης) εις την Κολχίδα χώραν. Ενταύθα έμειναν ημέρας δέκα. Και έγεινεν επιθεώρησις και απαρίθμησις του στρατού ωπλισμένου (με τα όπλα του) και ευρέθησαν εν όλω οκτώ χιλιάδες εξακόσιοι. Ούτοι ήσαν όσοι είχαν διασωθή, πάντες δε οι άλλοι απωλέσθησαν, οι μεν από τους πολεμίους, οι δε από τας χιόνας και τα ψύχη του χειμώνος, ελάχιστοι δε από νόσους.

Ενταύθα και παρέλαβαν εις χείρας των τα εκ της πωλήσεως των λαφύρων εισπραχθέντα από τους λαφυροπώλας χρήματα. Και την δεκάτην (το δέκατον των εισπραχθέντων), ην εχώρισαν, διά να την αφιερώσουν εις τον Απόλλωνα και την Εφεσίαν Αρτέμιδα, διεμοιράσθησαν οι στρατηγοί μεταξύ των, προορίζοντες διά τους Θεούς αυτούς εν καιρώ έκαστος το μέρος του. Το ανήκον δε εις τον Χειρίσοφον παρέλαβε Νέων ο Ασιναίος (από την Λακεδαίμονα).

Ο Ξενοφών, λοιπόν, το μεν ανήκον εις τον Απόλλωνα, αφού μετέβαλεν εις ανάθημα, (4) ανέθεσεν εις τον εν Δελφοίς θησαυρόν των Αθηναίων, (5) γράψας επ' αυτού το όνομά του και το όνομα του συμφονευθέντος με τον Κλέαρχον φίλου του Προξένου.

Το δ' ανήκον εις την Εφεσίαν Αρτέμιδα, ότε ανεχώρει μαζή με τον Αγησίλαον εκ της Ασίας εις την Βοιωτίαν, αφήνει εις τον νεωκόρον της Αρτέμιδος Μεγάβυζον, διότι ενόμιζεν ότι εκεί όπου μετέβαινε θα ερριψοκινδύνευε, και του παραγγέλλει: εάν μεν σωθή, να του το επιστρέψη, εάν δε αποθάνη, να το αφιερώση εις την Αρτέμιδα, αφού το μεταβάλη εις οιονδήποτε ενόμιζεν ότι θα ευχαριστεί την Θεάν ανάθημα.

Ενώ δε ήτο φυγάς (εξ Αθηνών) ο Ξενοφών, (6) κατοικών ήδη εις τον παρά την Ολυμπίαν Σκιλλούντα, πόλιν νεωστί οικισθείσαν υπό των Λακεδαιμονίων, φθάνει ως προσκυνητής εις την Ολυμπίαν ο Μεγάβυζος και του επιστρέφει την (προ ετών) ως παρακαταθήκην εμπιστευθείσαν εις αυτόν δεκάτην. Ο δε Ξενοφών, λαβών αυτήν, αγοράζει κτήμα επ' ονόματι της Αρτέμιδος, επί του οποίου εχρησμοδότει ο Απόλλων. (7)

Διέρρεε δε διά μέσου του κτήματος αυτού ποταμός ονομαζόμενος Σελινούς. Αλλά και εις την Έφεσον, παρά τον ναόν της Αρτέμιδος, ποταμός, Σελινούς ονομαζόμενος επίσης, ρέει. Και εις τους δύο υπάρχουν ιχθύς και κογχύλια. Εις το εν Σκιλλούντι όμως κτήμα υπάρχει και θήρα όλων των εν κυνηγίω συλλαμβανομένων ζώων.

Κατεσκεύασε δε και θυσιαστήριον («βωμόν») και ναόν από του ιερού εκείνου χρήματος, και του λοιπού (τακτικά κατ' έτος), κρατών πάντοτε την δεκάτην των ωριμαζόντων εις τους αγρούς καρπών του, προσέφερεν αυτήν ως θυσίαν εις την Αρτέμιδα, και όλοι οι (εκ του Σκιλλούντος) πολίται και οι των περιχώρων άνδρες και γυναίκες ελάμβαναν μέρος εις την εορτήν. Εχορήγει δε η θεά (την ημέραν εκείνην) εις τους προσκυνητάς τα προς συντήρησίν των: άρτους, οίνον, καρπούς, γλυκύσματα και μέρη (κοψίδια) και από τα θυσιαζόμενα εκ των αφιερωμένων εις την Θεάν ζώων και από τα θηρευόμενα.

Διότι κατά την ημέραν της εορτής εξήρχοντο εις κυνήγιον και τα τέκνα του Ξενοφώντος και τα των άλλων πολιτών, καθώς και όσοι εκ των ανδρών ήθελαν. Και άλλα μεν των θηραμάτων (ζώων) εφονεύοντο εντός αυτού του ιερού κτήματος, άλλα δε και επί του όρους Φολόη, αγριόχοιροι δηλαδή και δορκάδες και έλαφοι.

Απέχει δε η χώρα αυτή, διά της οποίας διέρχεται και η από Λακεδαίμονος εις Ολυμπίαν οδός, ως είκοσι στάδια από του εν Ολυμπία ιερού ναού του Διός. Υπάρχουν δε εις τον ιερόν αυτόν χώρον και λειμών και όρη σύδενδρα, καταλληλότατα διά να θρέψουν αγριοχοίρους και αίγας και βους και ίππους, ώστε ακόμη και τα ζώα αυτά των ερχομένων εις την εορτήν πανηγυριστών να τρέφωνται την ημέραν εκείνην) αφθόνως (να καλοπερνούν).

Γύρω δε από τον ναόν αυτόν εφυτεύθη άλσος από ήμερα δένδρα, παράγοντα καθ' ωρισμένας ώρας του έτους φαγωσίμους καρπούς. Ο δε ναός, όπως είναι δυνατόν να ομοιάζη μικρός ναός προς μέγαν, ομοιάζει με τον εν Εφέσω μέγαν της Αρτέμιδος ναόν, επίσης και το εν αυτώ κυπαρίσσινον άγαλμα («ξόανον») με το της Εφέσου, το όποιον όμως είναι εκ χρυσού. Και στήλη έχει στηθή παρά τον ναόν, φέρουσα την εξής επιγραφήν: Ο χώρος ούτος είναι αφιερωμένος εις την Θεάν Άρτεμιν. Πας έχων κτήματα και καρπούμενος αυτά, την μεν δεκάτην εκ των καρπών εκάστου έτους εντέλλεται να Της προσφέρη ως θυσίαν. Απ' ό,τι δε του περισσεύση, να επισκευάζη τον ναόν. Αν δε τις δεν συμμορφωθή προς την εντολήν αυτήν, αυτός θα κριθή από την Θεάν κατά τα έργα του.

Κεφάλαιον τέταρτον.

Εκ της Κερασούντος δ' εξηκολούθησαν την κατά θάλασσαν πορείαν των όσοι και προτήτερα. Οι δε λοιποί επορεύοντο διά ξηράς.

Αφού δ' έφθασαν εις τα όρια των Μοσσυνοίκων, στέλλουν εις αυτούς Τιμησίθεον τον Τραπεζούντιον, όστις ήτον εν Τραπεζούντι επιφορτισμένος την επιστασίαν των υποθέσεων των Μοσσυνοίκων («πρόξενος»), ερωτώντες αυτούς να μάθουν αν ως φίλοι ή ως εχθροί των θα διέλθουν εκ της χώρας των. Ούτοι δ' απεκρίθησαν ότι δεν θα τους άφηναν να διέλθουν. Διότι είχαν μεγάλην πεποίθησιν εις την οχυρότητά της. («Επίστευον γαρ τοις χωρίοις»).

Μετά τούτο λέγει ο Τιμησίθεος ότι εχθροί των Μοσσυνοίκων τούτων είναι οι εκ της χώρας εκείνης, (ην βλέπετε), ορμώμενοι κάτοικοι. Κ' επρότεινεν ως επιβαλλόμενον από τας περιστάσεις να τους προσκαλέσουν (προς σύμπραξιν), εάν ήθελαν να συμμαχήσουν μαζή των. (8) Αποσταλείς, λοιπόν, ο Τιμησίθεος προς εκείνους, επανήλθε φέρων τους άρχοντάς των (προς τους Έλληνας).

Αφού δ' έφθασαν, συνήλθον (εις το αυτό μέρος) και οι άρχοντες των Μοσσυνοίκων και οι στρατηγοί των Ελλήνων. Και διερμηνεύοντος του Τιμησιθέου, ο Ξενοφών είπε τα εξής:

«Ω άνδρες Μοσσύνοικοι, ημείς σκοπόν έχομεν να φθάσωμεν σώοι εις την Ελλάδα, βαδίζοντες πεζή. Διότι στερούμεθα πλοίων. Μας εμποδίζουν όμως ούτοι, οίτινες, καθώς μανθάνομεν, είναι εχθροί σας.

»Εάν, λοιπόν, θέλετε, δύνασθε να συμμαχήσετε μαζή μας και να τους τιμωρήσετε, εάν ποτε ούτοι σας έβλαψαν εις τίποτε, ούτω δε του λοιπού να έχετε αυτούς υπό την εξουσίαν σας.

»Εάν όμως δεν συμμαχήσετε, σκεφθήτε αν θα σας δοθή και πάλιν η ευκαιρία ν' αποκτήσετε ως σύμμαχόν σας τόσω μεγάλην, (σαν τη δική μας), δύναμιν».

Εις ταύτα απεκρίθη ο άρχων των Μοσσυνοίκων (ο εν ονόματι των άλλων ομιλών): «ότι και θέλουν ό,τι τους προτείνουν και δέχονται την συμμαχίαν (συμμαχούν)».

«Εμπρός, λοιπόν, είπεν ο Ξενοφών, ειπέτε μας εις τι θα μας χρησιμοποιήσετε, αν συμμαχήσωμεν μαζή σας, και σεις ποίαν βοήθειαν είσθε εις θέσιν να μας δώσετε, όσον αφορά την περαιτέρω πορείαν μας».

Εκείνοι δε απεκρίθησαν: «ότι είμεθα ικανοί να εισβάλωμεν εις την αμοιβαίως (και εις τους δύο μας) εχθρικήν ταύτην χώραν, από το αντίθετον αυτής μέρος. Και να σας στείλωμεν εδώ και πλοία και άνδρας, οίτινες ου μόνον θα γείνουν σύμμαχοί σας, αλλά και τον περαιτέρω δρόμον θα σας δείξουν».

Μετά ταύτα, αφού συνεφώνησαν (αφού έδωκαν και έλαβαν ενόρκους διαβεβαιώσεις ότι θα τηρήσουν αμφότερα τα μέρη τα συμφωνηθέντα), ανεχώρησαν. Και ήλθαν την επομένην φέροντες τριακόσια μονόξυλα πλοία, έκαστον των οποίων είχε τρεις άνδρας, εξ ων οι μεν δύο, αποβιβαζόμενοι, παρετάσσοντο, ο άλλος δ' έμενεν (εις το πλοίον).

Και ούτοι μεν (οι μείναντες), παραλαβόντες τα πλοία, απέπλευσαν, οι δ' αποβιβασθέντες παρετάχθησαν κατά τον εξής τρόπον: Ετοποθετήθησαν, καθώς χοροί, ο ένας τον άλλον αντικρύζοντες, ανά εκατόν ως έγγιστα άνδρες, φέροντες όλοι (πλεκτάς) ασπίδας κατασκευασμένας από χονδρά λευκά δέρματα βοών, αίτινες ωμοίαζαν με πέταλον κισσού, εις δε την δεξιάν χείρα κρατούντες έκαστος ακόντια μήκους περίπου έξ πήχεων, έχοντα έμπροσθεν μεν λόγχην, όπισθεν δε εκ του ιδίου ξύλου, (από τdοοποίον ήτο και το ακόντιον), έχοντα το σχήμα σφαίρας.

Εφόρουν δε χιτώνας τόσον μικρούς, ώστε δεν έφθαναν μέχρι των γονάτων, τόσον δε χονδρούς όσον το εκ λινού εκείνο ύφασμα, με τα οποίον κατασκευάζονται τα στρώματα, επί της κεφαλής δε (έφεραν) δερματίνους, ως αι Παφλαγονικαί, περικεφαλαίας, φερούσας εις το μέσον θύσανον από τρίχας ίππου, παρεμφερείς δε προς τας Περσικάς τιάρας. Έφεραν δε και αμφιστόμους σιδηρούς πελέκεις.

Μετά ταύτα έκαμε την αρχήν ένας εξ αυτών και όλοι οι άλλοι επορεύοντο ρυθμικώς άδοντες, διελθόντες δε διά μέσου των ωπλισμένων λόχων των Ελλήνων, εβάδισαν κατ' ευθείαν κατά του μέρους (του «χωρίου»), εις ο ευρίσκοντο οι πολέμιοι και το οποίον εφαίνετο ότι ήτο λίαν περιμάχητον.

Κατωκείτο δε τούτο (έκειτο) προ της πόλεώς των, της υπ' αυτών ονομαζομένης Πρωτευούσης, ήτις κατείχε την υψηλοτέραν κορυφήν της των Μοσσυνοίκων χώρας. Περί του μέρους δε τούτου ήτο και ο πόλεμος. Διότι οι κατέχοντες διαρκώς αυτό εφρόνουν ότι είναι κύριοι και όλων εν γένει των Μοσσυνοίκων, έλεγαν δε (οι εκ των βαρβάρων σύμμαχοι) ότι αδίκως κατελήφθη τούτο, και ότι, ενώ ήτο μέρος κοινόν δι' όλους, ήσαν ήδη εκείνοι ισχυρότεροι των, αφ' ης αυθαιρέτως το κατέλαβον.

Τους ηκολούθουν δε καί τινες εκ των Ελλήνων, ουχί κατά διαταγήν των στρατηγών συμπαραταχθέντες, αλλ' ακολουθήσαντες τες αυτοβούλως, προς διαρπαγήν (για να πλιατσικολογήσουν). Οι δε πολέμιοι εν τω μεταξύ μεν ησύχαζαν, εφ' όσον ούτοι επροχώρουν. Άμα όμως επλησίασαν προς το μέρος των, εξορμήσαντες εκείθεν τους τρέπουν εις φυγήν, φονεύουν ουκ ολίγους εκ των βαρβάρων καί τινας εκ των συνακολουθησάντων Ελλήνων, και τους καταδιώκουν, έως ου είδαν να έρχωνται οι Έλληνες εις βοήθειάν των.

Κατόπιν δε, στραφέντες προς τα οπίσω, έφυγαν, και, αφού απεκεφάλισαν τους νεκρούς, τους επεδείκνυον μακρόθεν προς τους Έλληνας και τους πολεμίους των, και συγχρόνως εχόρευαν, άδοντες προς κάποιον ήχον.

Οι δ' Έλληνες πάρα πολύ εστενοχωρήθησαν, και διότι έγειναν ούτω τολμηρότεροι, οι πολέμιοι, και διότι οι συνακολουθήσαντες Έλληνες ετράπησαν, όπως και οι βάρβαροι, εις φυγήν, αν και ήσαν ουκ ολίγοι. Πράγμα το οποίον ουδέποτε είχε συμβή κατά την μέχρι τούδε οδοιπορίαν των.

Ο δε Ξενοφών συναθροίσας τους Έλληνας τους είπε τα εξής: «Ω άνδρες στρατιώται, μην αποθαρρυνθήτε δι' όσα έγιναν. Διότι πρέπει να γνωρίζετε ότι επήλθε και κάποιο καλόν, όχι μικρότερον του δυστυχήματος, το οποίον επάθαμεν.

»Διότι πρώτον μεν γνωρίζετε καλά πλέον, ότι εκείνοι οίτινες μέλλουν να γίνουν οδηγοί μας, είναι πράγματι εχθροί εκείνων, προς τους οποίους είμεθα κατ' ανάγκην και ημείς. Έπειτα δε και όσοι εκ των Ελλήνων αδιαφόρησαν προς την παρ' ημίν κρατούσαν τάξιν και πειθαρχίαν κ' ενόμισαν ότι είναι ικανοί να πράττουν μετά των βαρβάρων όσα μεθ' ημών πράττουν, ετιμωρήθησαν. Ώστε εις το μέλλον να σεβασθούν περισσότερον την πειθαρχίαν του στρατεύματος.

»Πρέπει, λοιπόν, να προετοιμασθήτε, όπως και εις τους εκ των βαρβάρων συμμάχους μας αποδείξετε (φανήτε) ότι είσθε πολύ καλλίτεροι αυτών, και εις τους πολεμίους φανερώσετε ότι οι άνδρες, με τους οποίους θα πολεμήσουν τώρα, δεν είναι όμοιοι με τους ατάκτους, με τους οποίους προ ολίγου επολέμησαν».

Ταύτην μεν, λοιπόν, την ημέραν ουδέν έπραξαν. Την δ' επομένην, αφού προσέφεραν θυσίας εις τους θεούς και είδαν ότι ήσαν παρ' αυτών ευπρόσδεκτοι, και αφού, κατόπιν, εγευμάτισαν, παρέταξαν τους λόχους τάξαντες τους άνδρας εκάστου (λόχου) τον ένα όπισθεν του άλλου και αφήσαντες μεταξύ των λόχων διαστήματα («ποιησάμενοι ορθίους τους λόχους»), κατά τον αυτόν δε τρόπον και τους βαρβάρους εις το αριστερόν κέρας παρατάξαντες, επορεύοντο έχοντες τους τοξότας μεταξύ των λόχων, ενώ το μέτωπον των οπλιτών έμενεν ολίγον όπισθεν.

Διότι τινές των πολεμίων, τρέχοντες ελευθέρως προς τα κάτω, τους ελιθοβόλουν. Και τούτων την ορμήν ανέκοπτον οι (προτεταγμένοι των οπλιτών) τοξόται και πελτασταί. Οι δε λοιποί επορεύοντο βάδην, πρώτον μεν κατά του μέρους, από του οποίου την προηγουμένην ετράπησαν εις φυγήν οι βάρβαροι και οι συνακολουθήσαντες αυτούς Έλληνες. Διότι εδώ είχαν αντιπαραταχθή (την προτεραίαν) οι πολέμιοι.

Προς μεν, λοιπόν, τους πελταστάς αντέστησαν οι βάρβαροι και εμάχοντο. Επειδή όμως επλησίασαν ήδη οι οπλίται, ήρχισαν να τρέπωνται εις φυγήν. Και οι μεν πελτασταί τους κατεδίωκον κατά πόδας, φερόμενοι άνω, προς την πόλιν. Οι δε οπλίται ηκολούθουν εν τάξει.

Αφού δ' έφθασαν άνω, πλησιάζοντες ήδη τας οικίας της Πρωτευούσης των, τότε οι πολέμιοι συγκεντρωθέντες επί ταυτό όλοι εμάχοντο και εκίνουν με ορμήν (ετίναζαν μακράν) τα ακόντια και με δόρατα μακρά και παχέα, τόσα, ώστε μόλις να δύναται να τα σηκώση ένας άνδρας, προσεπάθουν ν' αμυνθούν εκ του συστάδην.

Επειδή όμως οι Έλληνες δεν υπεχώρουν, αλλά, τουναντίον, επροχώρουν προς την αυτήν (πάντοτε) διεύθυνσιν (προς το μέρος των), ετράπησαν κ' εντεύθεν εις φυγήν οι βάρβαροι, εγκαταλείψαντες όλοι την Πρωτεύουσάν των. Ο δε βασιλεύς των (άρχων), ο κατοικών διαρκώς κατάκλειστος εις τον επί του υψηλοτέρου σημείου της πόλεως οικοδομημένον πύργον του, τον οποίον όλοι από κοινού διατρέφουν και φυλάττουν, ηρνείτο να εξέλθη εκείθεν, καθώς και ο εις το πρότερον κυριευθέν χωρίον (μέρος) βασιλεύς, αλλά κ' εκείνος και ούτος εκεί μαζή με τους πύργους των εκάησαν.

Οι δ' Έλληνες, διαρπάζοντες τα μέρη ταύτα, εύρισκαν εις τας οικίας αποθήκας γεμάτος από επισωρευμένους περυσινούς (9) άρτους, καθώς οι Μοσσύνοικοι εβεβαίουν, και από σίτον νέον, αποκείμενον μαζή με την καλάμην του (με τ' άχυρα). Ήτο δε το περισσότερον μέρος του σίτου γυμνοκρίθι («ζειά»). (10)

Ηύραν ακόμη (εντός των αποθηκών) και μεγάλα τεμάχια δελφίνων ταριχευμένα μέσα εις αγγεία πήλινα (λαγήνια), και εις δοχεία, άλειμμα (ξύγγι) από δελφίνας, το οποίον μετεχειρίζοντο οι Μοσσύνοικοι, όπως οι Έλληνες το έλαιον.

Προς δε, εις τα ανώγεια των οικιών, και πολλά κάστανα («κάρυα πλατέα»), μη έχοντα κανένα χώρισμα. Τούτων δε και πλείστου σίτου έκαμνον χρήσιν, βράζοντες αναμίξ αυτά και μεταβάλλοντες κατόπιν εις ψημένους άρτους. Ηύραν δε προσέτι και οίνον, όστις άκρατος μεν ήτο λίαν δυνατός (στην γεύσιν) ως εκ της δριμύτητός του, συγκερασμένος δε (με ύδωρ), εγίνετο ευώδης και γλυκύς.

Οι μεν Έλληνες, λοιπόν, αφού εγευμάτισαν ενταύθα, επροχώρησαν, αφού παρέδωσαν το κυριευθέν αυτό χωρίον εις τους συμμαχήσαντας εκ των Μοσσυνοίκων. Και εκ των άλλων δε μερών, όσα επέρασαν και ήσαν σύμμαχα (με το μέρος) των πολεμίων, τα μεν περισσότερον ευπρόσιτα, άλλοι μεν των κατοίκων, φεύγοντες, εγκατέλειπον, άλλοι δε, παραδίδοντες εκουσίως, προσεχώρουν. Τα δε πλείστα εξ αυτών ήσαν τοιαύτα περίπου (απάνου-κάτου):

Αι πόλεις απείχον απ' αλλήλων κατά το μάλλον ή ήττον στάδια ογδοήκοντα. Όταν δε φωνάζονται μεταξύ των δυνατά οι κάτοικοι, ακούει ο είς τον άλλον από της μιας εις την άλλην πόλιν. Τόσον υψηλά όρη είχεν η χώρα και τόσας μεταξύ αυτών κοιλάδας. (11)

Αφού δε, πορευόμενοι, έφθασαν (επί τέλους) εις φιλικά των μέρη, τους παρουσίαζαν παχυτάτους παίδας των ευκαταστάτων (νοικοκυραίων), θρεμμένους με βραστά καρύδια, έχοντας πολύ μαλακόν και λευκόν το δέρμα και κατά το μήκος και το πλάτος (του σώματός των) ίσου σχεδόν πάχους, διακεντημένους δε καθ' όλα των τα νώτα και τα έμπροσθεν με ποικίλα ανθοειδή στίγματα.

Εζήτουν δε και να συνουσιασθούν ολοφάνερα με τας εταίρας τας οποίας έφερον μαζή των οι Έλληνες. Διότι τα έθιμά των δεν τους το απηγόρευον.

Γυναίκες δε και άνδρες ήσαν λευκοί όλοι. Περί τούτων έλεγαν, οι λαβόντες μέρος εις την εκστρατείαν ότι ήσαν βαρβαρώτατοι τα ήθη και τους τρόπους και ότι ήσαν πάρα πολύ απομεμακρυσμένοι των Ελληνικών νόμων. Διότι ευρισκόμενοι εν τω μέσω πλήθους έπραττον πράξεις, τας οποίας πράττουν οι άνθρωποι (μόνον) όταν ήναι μόνοι. Και, αντιθέτως, όταν ήσαν μόνοι, έπραττον τας αυτάς πράξεις τας οποίας (έπραττον) ευρισκόμενοι εν τω μέσω πλήθους. Δηλαδή ωμίλουν μόνοι των (εμονολόγουν) και εγέλων διά τον εαυτόν των (αυτοκοροϊδεύοντο) και εχόρευαν σταματώντες όπου ετύχαινε (όπου και αν ευρίσκοντο), σαν να εφαντάζοντο ότι επεδεικνύοντο (ότι εχόρευαν) έμπροσθεν άλλων.

Κεφάλαιον πέμπτον.

Διά μέσου της χώρας ταύτης, της φιλικής και της πολεμίας, πορευθέντες οι Έλληνες οκτώ σταθμούς, αφίχθησαν εις την χώραν των Χαλύβων (12). Ούτοι, όντες ολίγοι, ήσαν υπήκοοι των Μοσσυνοίκων και οι πλείστοι εξ αυτών απέζων μεταλλευόμενοι και επεξεργαζόμενοι τον σίδηρον.

Εντεύθεν φθάνουν εις την χώραν των Τιβαρηνών, ήτις ήτο πολύ πεδινωτέρα και είχε τα προς την θάλασσαν μέρη ολιγώτερον απόκρημνα. Και οι στρατηγοί εφρόνουν ότι έπρεπε να τα πλησιάσουν (να κατευθυνθούν προς αυτά) με τον στρατόν των και ότι κάτι έπρεπεν εντεύθεν να ωφεληθή το στράτευμα, τα δε προς ένδειξιν της φιλοξενίας των δώρα, όσα απέστειλαν προς αυτούς οι Τιβαρηνοί, δεν ήθελαν να τα δεχθούν, αλλ', αφού τους παρήγγειλαν να περιμένουν μέχρις ου αποφασίσουν, παρετήρουν τα των προσφερθέντων (εις τους θεούς) σφαγίων σπλάγχνα.

Αφού δε κατηνάλωσαν ουκ ολίγα θύματα, επί τέλους απεφάνθησαν οι μάντεις όλοι ότι δεν παρεδέχοντο (δεν επέτρεπον) κατ' ουδένα λόγον οι θεοί τον πόλεμον. Κατόπιν, λοιπόν, τούτου εδέχθησαν τα δώρα και, πορευόμενοι ως διά φιλικής χώρας επί δύο ημέρας, έφθασαν εις την Ελληνικήν πόλιν Κοτύωρα, αποικίαν των Σινωπέων, περιλαμβανομένην δε εις την των Τιβαρηνών χώραν.

[Έως εδώ επορεύετο ο στρατός (η εις την Ελλάδα επιστροφή εγίνετο) διά ξηράς. Και η μεν έκτασις (και το μεν μήκος) της οδού της καταβάσεως από της παρά την Βαβυλώνα μάχης μέχρι των Κοτυώρων ήτο σταθμοί εκατόν είκοσι δύο, παρασάγγαι εξακόσιοι είκοσι, στάδια δέκα οκτώ χιλιάδες εξακόσια. Το δε (καταναλωθέν) χρονικόν διάστημα, οκτώ μήνες].

Ενταύθα έμειναν σαράντα πέντε ημέρας. Κατά το διάστημα αυτό πρώτον μεν προσέφεραν θυσίας εις τους θεούς και λιτανείας έκαμαν ξεχωριστά εκάστη Ελληνική εθνότης, (13) και γυμνικούς αγώνας. Τα δε προς τροφήν των αναγκαία ελάμβαναν διά της βίας, άλλα μεν εκ της Παφλαγονίας, άλλα δε εκ των περιχώρων των Κοτυωριτών. Διότι ούτοι ούτε τροφάς προς αγοράν παρείχον, ούτε την εντός των τειχών των (την εις την πόλιν των) είσοδον των ασθενών επέτρεπαν.

Εν τω μεταξύ τούτω έρχονται από την Σινώπην πρέσβεις, φοβηθέντες και περί της χώρας των Κοτυωριτών και περί της πόλεώς των. Διότι αύτη ήτον αποικία των Σινωπέων, οι δε Κοτυωρίται φόρου εις αυτούς υποτελείς, και διότι εμάνθαναν ότι ελεηλατείτο από τους Έλληνας η χώρα των.

Ελθόντες, λοιπόν, εις το Ελληνικόν στρατόπεδον διεμαρτύροντο. Επ' ονόματι δ' αυτών ωμίλησεν ως εξής ο Εκατώνυμος, όστις έχαιρε φήμην ότι ήτο δεινός περί το λέγειν.

»Μας απέστειλεν — είπεν — ω άνδρες στρατιώται, η πόλις των Σινωπέων, πρώτον μεν, διά να σας επευφημήσωμεν ως Έλληνας νικητάς των βαρβάρων, έπειτα δε, διά να σας εκφράσωμεν την χαράν μας ότι ευρίσκεσθε πλέον ενταύθα εν ασφαλεία (ότι διεσώθητε), αφού, ως εμάθαμεν, πολλάς και φοβεράς εδοκιμάσατε περιπετείας.

«Έχομεν δε την αξίωσιν, επειδή είμεθα και ημείς Έλληνες (όπως και σεις), να ευεργετηθώμεν μεν εις οτιδήποτε από σας — Έλληνας όντας — να μη ζημιωθώμεν δε παντάπασι. Διότι και ημείς ουδέποτε, ουδέ κατ' ελάχιστον, εις την ζωήν μας σας εβλάψαμεν.

»Οι Κοτυωρίται δε αυτοί, και άποικοι ιδικοί μας είναι, και την χώραν (που κατέχουν) ημείς τους παρεδώσαμεν, αφού την επήραμεν διά της βίας από τους βαρβάρους. Διά τούτο δε και μας είναι (ωρισμένου) φόρου υποτελείς, καθώς και οι Κερασούντιοι και οι Τραπεζούντιοι. Ώστε οιονδήποτε κακόν και αν προξενήσετε εις αυτούς, η πόλις των Σινωπέων φρονεί ότι εις αυτήν (πρωτίστως) αντανακλά η βλάβη.

»Εν τούτοις μανθάνομεν τώρα ότι εξ υμών τινες, εισερχόμενοι διά της βίας εις την πόλιν, κατασκηνούν εις τας οικίας, και ότι από τα πέριξ επίσης διά της βίας λαμβάνουν (παίρνουν) — ό,τι σας χρειάζεται, χωρίς κανένα καλόν τρόπον να μεταχειρίζωνται πειθούς.

»Πάντα ταύτα, λοιπόν, ημείς δεν τα επιδοκιμάζομεν. Εάν δ' εξακολουθήτε να πράττετε τοιαύτα, θα ευρεθώμεν εις την ανάγκην να λάβωμεν τα μέτρα μας, συμμαχούντες με τον Κορύλαν (τον της Παφλαγονίας άρχοντα) και τους Παφλαγόνας και με οιονδήποτε άλλον ημπορέσωμεν».

Εις ταύτα εγερθείς ο Ξενοφών απήντησε εν ονόματι του στρατού τα εξής: «Ημείς, ω άνδρες Σινωπείς, είμεθα ευχαριστημένοι (αρκούμεθα) ότι εφθάσαμεν (έως εδώ) διασώσαντες και τους εαυτούς μας και την τιμήν των όπλων μας. Διότι δεν μας ήτο δυνατόν συγχρόνως και ταναγκαιούντα εις ημάς πράγματα να φέρωμεν μαζή μας και να πολεμώμεν.

»Και τώρα, αφού πλέον ήλθαμεν εις τας Ελληνίδας πόλεις, εις μεν την Τραπεζούντα, διότι μας παρείχον ακόπως τροφάς προς αγοράν, τας επρομηθευόμεθα αγοράζοντες, και αντί των περιποιήσεων, με τας οποίας μας ετίμησαν, και των δώρων, με τα οποία εφιλοδώρησαν το στράτευμά μας, τους αντιπεριποιήθημεν και ημείς όπως τους ήξιζε, και εάν κανείς εκ των βαρβάρων ήτο φίλος των, δεν τον επειράξαμεν. Τους δ' εχθρούς των, κατά των οποίων μας ωδήγησαν, τους εβλάψαμεν όσον ημπορέσαμεν.

»Αν θέλετε δ' ερωτήσατέ τους να σας ειπούν τας περί ημών εντυπώσεις των (σαν τι λογής ανθρώπους μας ηύραν). Διότι παρευρίσκονται εδώ εκείνοι, τους οποίους λόγω φιλίας έστειλε μαζή μας (μας έδωκεν) η πόλις, διά να μας χρησιμεύσουν εις τον δρόμον μας ως οδηγοί.

»Εις οιονδήποτε μέρος όμως ερχόμενοι, είτε εις βάρβαρον χώραν, είτε εις Ελληνίδα, δεν ευρίσκομεν τροφάς προς αγοράν, εκεί, ουχί επί τω σκοπώ εξευτελισμού, αλλά διότι πιεζόμεθα υπό της ανάγκης, τας λαμβάνομεν διά της βίας.

»Και τους Καρδούχους και τους Ταόχους και τους Χαλδαίους, αν και δεν ήσαν υπήκοοι του βασιλέως, (δεν υπήρχεν επομένως κανείς λόγος, διά να τους έχωμεν εχθρούς), εν τούτοις, καίτοι ήσαν πάρα πολύ επικίνδυνοι, τους εκάναμεν εχθρούς μας, μόνον και μόνον διότι ευρέθημεν εις την ανάγκην, επειδή δεν μας επέτρεπαν την προμήθειαν τροφών, να λαμβάνωμεν αυτάς διά της βίας.

«Τους δε Μάκρωνας, αν και ήσαν βάρβαροι, επειδή μας παρείχον κατά τας δυνάμεις των (το κατά δύναμιν) τροφάς προς αγοράν, και φίλους μας τους ενομίζαμεν και ουδέν παρ' αυτών αυθαιρέτως ελαμβάναμεν.

»Ως προς τους Κοτυωρίτας δε, οι οποίοι λέγετε ότι είναι υπήκοοί σας, εάν ελάβαμέν τι παρ' αυτών, χωρίς να θέλουν, τούτου αυτοί και μόνοι είναι αίτιοι. Διότι δεν εφέρθησαν προς ημάς ως φίλοι, αλλά, κλείσαντες τας πύλας του τείχους των, ούτε εντός της πόλεώς των μας επέτρεπαν την είσοδον, ούτε έξω αυτής μας έστελλον τροφάς προς αγοράν. Αίτιος δε της τοιαύτης συμπεριφοράς των έλεγαν ότι ήτον ο παρ' υμών εξαρτώμενος διοικητής των («αρμοστής»).

»Όσον δ' αφορά περί της, ην μας αποδίδετε, κατηγορίας: ότι ημείς κατασκηνούμεν εις την πόλιν σας, εισερχόμενοι εις αυτήν διά της βίας, το πράγμα έχει ως εξής: Ημείς είχαμεν την αξίωσιν από σας να δεχθήτε εις τας οικίας σας τους ασθενείς μας. Επειδή όμως δεν μας άνοιγαν τας πύλας της πόλεως (διά να εισέλθωμεν), διά τούτο εις ο μέρος αυτό αφ' εαυτού ήτον ευάλωτον το τείχος (εις ο μέρος το τείχος, ως εκ της θέσεώς του, ήτον ευδιάβατον) εισηρχόμεθα ακουσίως των, ουδεμίαν άλλην βίαν μετερχόμενοι κατά των κατοίκων. Διότι και οι εις τας οικίας των Κοτυωριτών κατασκηνούντες ασθενείς μας εξ ιδίων εδαπάνων, και τας πύλας της πόλεώς των εφρουρούμεν, όπως εμποδίζωμεν τους αρρώστους μας να ενοχλούν τον αρμοστήν σας, δυνάμεθα δε να τους μεταφέρωμεν ευκόλως εκείθεν, όταν θέλωμεν. (14)

»Όσον δ' αφορά τους άλλους εξ ημών, είμεθα, όπως βλέπετε, εις το ύπαιθρον παρατεταγμένοι, έτοιμοι πάντοτε, αν μεν κανείς μας ευεργετήση, να τον αντευεργετήσωμεν, αν δε μας βλάψη, να τον εμποδίσωμεν.

»Ως προς όσα δε μας απειλήσατε, ότι δηλαδή θα συμμαχήσετε, όταν θα το κρίνετε εύλογον, με τον Κορύλαν και τους Παφλαγόνας εναντίον μας, είσθε ελεύθεροι να το πράξετε. Ημείς όμως, εάν μεν παραστή ανάγκη, θα πολεμήσωμεν και τους δύο — μάθετε δε ότι μέχρι τούδε και άλλους πολύ περισσοτέρους από σας επολεμήσαμεν. Αν δε νομίσωμεν συμφέρον μας να κάνωμεν φίλον (να πάρωμε με το μέρος μας) τον άρχοντα της Παφλαγονίας — μανθάνομεν δε ότι και επιθυμεί ούτος (να κατακτήση) την πόλιν σας και τα παρά την θάλασσαν οχυρά μέρη — θα προσπαθήσωμεν, συντρέχοντες αυτόν εις τους σκοπούς του (εις ό,τι επιθυμεί), να γίνωμεν με κάθε τρόπον φίλοι του».

Μετά τους λόγους αυτούς του Ξενοφώντος οι μετά του Εκατωνύμου συναποσταλέντες πρέσβεις καταφώρως εφάνησαν δυσαρεστηθέντες διά τα λεχθέντα. Παρουσιασθείς όμως άλλος τις εξ αυτών προ των Ελλήνων είπεν ότι δεν ήλθαν επί τω σκοπώ να τους πολεμήσουν, αλλά διά να τους βεβαιώσουν, ότι είναι φίλοι των. Και ότι, «όταν μεν έλθετε εις την πόλιν των Σινωπέων, θα σας υποδεχθώμεν εκεί με αναμνηστικά φιλοξενίας δώρα. Επί του παρόντος δε, θα διατάξωμεν τους Κοτυωρίτας να σας δώσουν ό,τι ημπορέσουν. Διότι βλέπομεν ότι όλα όσα λέγετε είναι αληθή».

Μετά ταύτα και οι Κοτυωρίται έστελλον προς τους Έλληνας δώρα (εις ανάμνησίν των), και οι στρατηγοί των Ελλήνων εφιλοξένουν τους πρέσβεις των Σινωπέων, και αναμεταξύ των συνωμίλουν φιλικώτατα περί πολλών, διερωτώντες λεπτομερώς αλλήλους και περί άλλων μεν, προ πάντων όμως περί των παρουσιασθησομένων, ως προς την περαιτέρω αυτών πορείαν, αναγκών.

Κεφάλαιον έκτον

Ούτω η ημέρα αύτη ετελείωσε. Την δ' επομένην συνεκάλεσαν οι στρατηγοί τον στρατόν (εις εκκλησίαν). Και απεφάσισαν, αφού προσκαλέσουν και τους πρέσβεις των Σινωπέων, να συσκεφθούν περί της περαιτέρω πορείας. Διότι, εάν μεν διά ξηράς ηναγκάζοντο να προχωρήσουν (του λοιπού), εφρόνουν ότι θα τους ήσαν χρήσιμοι οι Σινωπείς, ως έμπειροι της Παφλαγονίας. Εάν δε διά θαλάσσης, και πάλιν ενόμιζαν ότι θα ελάμβαναν αυτών ανάγκην. Διότι επίστευαν ότι ήσαν οι καταλληλότεροι να προμηθεύσουν ταπαιτούμενα (τα χρειαζούμενα) διά τον στρατόν πλοία.

Προσκαλέσαντες, λοιπόν, τους πρέσβεις συνεσκέπτοντο μαζή των περί τούτου, και ηξίουν παρ' αυτών να τους περιποιηθούν, πρωτίστως εις τούτο προσέχοντες: ότι προς Έλληνας, Έλληνες αυτοί όντες, πρέπει να φανούν φίλοι και να συμβουλεύσουν εις αυτούς τα βέλτιστα.

Εγερθείς δε ο Εκατώνυμος, κατ' αρχάς μεν απελογήθη δι' εκείνο το οποίον είχεν είπη (προηγουμένως) — πως θα έκαναν δηλαδή φίλον των τον άρχοντα της Παφλαγονίας (Κορύλαν) — ότι είπε τούτο όχι με τον σκοπόν απειλής πολέμου κατά των Ελλήνων, αλλά διά να δείξη ότι, ενώ ήσαν ελεύθεροι να γείνουν φίλοι, των βαρβάρων, αυτοί επροτίμησαν τους Έλληνας.

Επειδή δε τους παρεκίνουν να είπουν την (περί της λοιπής πορείας) γνώμην των, ο Εκατώνυμος, αφού προσηυχήθη πρώτα εις τους Θεούς, είπε τα εξής: «Εάν μεν ήθελα προτείνη όσα μου φαίνονται ως καλλίτερα, πολλά τα καλά θα απελάμβανα. Εάν δ' όχι, τουναντίον. Διότι εκείνο το οποίον λέγεται (παροιμιακώς) «ιερά συμβουλή» νομίζω ότι θα με βοηθήση ομιλούντα (περί του τι πρέπει να πράξετε). Διότι τώρα πλέον, εάν μεν φανώ προτείνων τα ορθά και πρέποντα, πολλοί θα ήναι οι επαινούντες με, εάν δ' όχι πολλοί θα ήναι οι καταρώμενοι.

»Και λοιπόν είμαι εις θέσιν να γνωρίζω ότι, εάν μεν προχωρήσετε (μεταφερθήτε) εντεύθεν διά θαλάσσης, θα δοκιμάσωμεν πολύ περισσοτέρας ενοχλήσεις. Διότι ημείς θα παραστή ανάγκη να σας προμηθεύσωμεν τα προς τούτο πλοία. Εάν δε προχωρήσετε διά ξηράς, σεις (μόνοι) θα ήσθε εκείνοι οίτινες θα αναγκασθήτε καθ' οδόν να πολεμήτε.

»Ουχ ήττον, (ως προς την διά ξηράς πορείαν), πρέπει να σας είπω όσα γνωρίζω. Διότι και της χώρας των Παφλαγόνων έχω πείραν και των στρατιωτικών αυτών δυνάμεων. Η χώρα, λοιπόν, αύτη έχει και πεδιάδας ευφορωτάτας και όρη υψηλότατα. Και πρώτον μεν γνωρίζω καλά το μέρος, από το οποίον θ' αναγκασθήτε να εισβάλετε (εις την χώραν). Διότι δεν είναι δυνατόν να γείνη αλλού η εισβολή παρά εις ο μέρος υψούνται εκατέρωθεν της οδού αι προς κέρατα ομοιάζουσαι κορυφαί του όρους, τας οποίας, άπαξ καταλαβόντες, θα ηδύναντο και ελάχιστοι μόνον άνδρες να κρατήσουν. Αφού δε καταληφθούν αύται, δεν θα ηδύνατο πλέον να περάση εκείθεν ούτε όλον το γένος των ανθρώπων. Τας κορυφάς δε ταύτας προθύμως ήθελα σας δείξη, εάν ηθέλατε ν' αποστείλετε μαζή μου κανένα από τους ανθρώπους σας.

»Έπειτα δε γνωρίζω και τας πεδιάδας και το εν αυταίς ιππικόν των Παφλαγόνων, το οποίον οι βάρβαροι νομίζουν ότι είναι υπέρτερον ολοκλήρου του ιππικού του βασιλέως, προς τον οποίον (πολεμούντα), αν και τους προσεκάλεσεν (εις βοήθειάν του), δεν προσήλθον, διότι ο αρχηγός των έχει πολύ μεγάλην (περί της χώρας του) ιδέαν.

»Εάν, εν τούτοις, ημπορέσετε να καταλάβετε κρυφίως ή (δι' αιφνιδίας τινός εφόδου) προφθάσετε να καταλάβετε τα όρη, και εάν ακόμη υπερισχύσετε (τους νικήσετε) εν τη πεδιάδι, πολεμούντες προς το ιππικόν των και προς πλέον των εκατόν είκοσι χιλιάδων πεζών, θα φθάσετε εις τους ποταμούς κατόπιν, πρώτον μεν εις τον Θερμώδοντα, έχοντα πλάτος τριών πλέθρων, τον οποίον φρονώ ότι είναι λίαν δύσκολον να διαβήτε, προ πάντων διότι έμπροσθέν σας μεν θα ευρίσκωνται πολλοί πολέμιοι (παρατεταγμένοι), πολλοί δε άλλοι θα σας ακολουθούν όπισθεν. Κατόπιν δε θα φθάσετε εις τον Ίριν, τριών πλέθρων ωσαύτως έχοντα το πλάτος. Και κατόπιν εις τον Άλυν, έχοντα πλάτος όχι ολιγώτερον των δύο σταδίων, τον οποίον είναι απολύτως αδύνατον να διαβήτε άνευ πλοίων. Ποιος δε θα σας προμηθεύση τα προς τούτο αναγκαιούντα πλοία; Επίσης δ' αδιάβατος είναι και ο Παρθένιος, εις τον οποίον θα φθάσετε, εάν (πρώτον) κατορθώσετε να διαβήτε τον Άλυν.

»Εγώ μεν, λοιπόν, νομίζω ότι όχι μόνον δυσκολωτάτη είναι διά σας η περαιτέρω πορεία του στρατεύματος, αλλά και εντελώς αδύνατος. Εάν όμως πορευθήτε διά θαλάσσης, θα σας ήναι εύκολον εντεύθεν μεν να φθάσετε εις Σινώπην παραπλέοντες. Εκ της Σινώπης δε εις την Ηράκλειαν. Και εκ της Ηρακλείας δεν θα σας ήναι πλέον διόλου δύσκολον να προχωρήσητε, είτε διά ξηράς, είτε διά θαλάσσης θέλετε. Διότι εις την Ηράκλειαν θα εύρετε προς τοις άλλοις και άφθονα πλοία».

Αφού δε είπε ταύτα ο Εκατώνυμος, άλλοι μεν εκ των Ελλήνων τον υπωπτεύοντο ότι επρότεινε τοιαύτα ένεκα της προς τον Κορύλαν φιλίας του, του οποίου εν Σινώπη ήτον ο δημόσιος φιλοξενητής. Άλλοι δε ότι θα ελάμβανεν από τον Κορύλαν τούτον δώρα διά τας συμβουλάς, τας οποίας θα έδιδεν εις τους Έλληνας. Άλλοι δε τον υπωπτεύοντο ότι συνεβούλευσε τοιαύτα και διά την εξής αιτίαν: διά να μη προξενήσουν δηλαδή, εάν τυχόν επορεύοντο διά ξηράς, κακόν τι (διά να μη βλάψουν δηλαδή) την χώραν των Σινωπέων. Ουχ ήττον οι Έλληνες απεφάσισαν να πορευθούν πλέον διά θαλάσσης.

Μετά τους λόγους εκείνους του Εκατωνύμου ο Ξενοφών είπεν: «Ω Σινωπείς, οι μεν στρατιώται εξέλεξαν την πορείαν, την οποίαν σεις συνεβουλεύσατε (επροτείνατε). Τα πράγματα, λοιπόν, έχουν ως εξής: Εάν μεν πρόκηται να έχωμεν πλοία αρκετά τον αριθμόν, τόσα ώστε ούτε ένας καν εκ των στρατιωτών μας να μείνη ενταύθα, θα προχωρήσωμεν διά θαλάσσης. Εάν όμως πρόκηται άλλοι μεν να εγκαταλειφθούν, άλλοι δε ν' αναχωρήσουν, δεν θα εισέλθωμεν εις τα πλοία.

«Διότι φρονούμεν ότι: όπου μεν είμεθα ισχυροί, εκεί δυνάμεθα και την ζωήν μας να υπερασπίζωμεν και τας τροφάς μας ευκόλως να προμηθευώμεθα. Όπου δ' ευρεθώμεν κατώτεροι των πολεμίων, εκεί είναι φανερόν ότι θα περιέλθωμεν εις μοίραν ανδραπόδων (θα εξανδραποδισθώμεν)».

Ακούσαντες ταύτα οι Σινωπείς τους προέτρεπον ν' αποστείλουν μαζή των πρέσβεις εις Σινώπην, (ίνα επιστατήσουν εις την αποστολήν των πλοίων). Και αποστέλλουν, λοιπόν, Καλλίμαχον τον Αρκάδα και Αρίστωνα τον Αθηναίον και Σαμόλαν τον Αχαιόν. Και ούτοι μεν πάντες (Σινωπείς τε και πρέσβεις των Ελλήνων) ανεχώρησαν.

Κατά τον εν τω μεταξύ δε χρόνον ο Ξενοφών, βλέπων ότι πολλοί μεν οπλίται Έλληνες, πολλοί δε και πελτασταί και τοξόται και σφενδονήται, προσέτι δε και ιππείς, οίτινες μάλιστα ήσαν ήδη ικανώτατοι ως εκ της μακράς των ασκήσεως εν τοις μάχαις, βλέπων ότι ευρίσκοντο ήδη εν τω Πόντω, όπου ουδέποτε άλλοτε είχε παρασκευασθή τόσον μεγάλη δύναμις δι' ελαχίστων μέσων, ενόμισε καλόν, αφού ιδρύσουν ενταύθα (νέαν Ελληνικήν) πόλιν (οι Έλληνες στρατιώται), να προσθέσουν ούτω χώραν και δύναμιν (νέαν) στην Ελλάδα.

Εφρόνει δε ότι αύτη θ' αποκαταστή ποτε μεγάλη, σκεπτόμενος και το πλήθος των αποικισθησομένων Ελλήνων και τους περιοικούντας τον Πόντον κατοίκους. Και προς τον σκοπόν αυτόν, προσκαλέσας τον διατελέσαντα μάντιν του Κύρου Σιλανόν τον Αμβρακιώτην, τον διέταξε να ερωτήση διά θυσίας τους θεούς, πριν ή ακόμη ανακοινώση τι εις τον στρατόν.

Ο δε Σιλανός, φοβηθείς μη πραγματοποιηθούν ταύτα και εγκαταστή εκεί που η στρατιά, διαδίδει την διάδοσιν στο στράτευμα, ότι ο Ξενοφών επιθυμεί να μείνη εκεί μονίμως ο στρατός και να ιδρύση (δι' αυτού) Ελληνικήν πόλιν και εις εαυτόν όνομα και δύναμιν μεγάλην να προσδώση.

Αυτός δ' ο ίδιος Σιλανός ήθελε να φθάση όσον το δυνατόν ταχύτερον εις την Ελλάδα. Διότι έφερε μαζή του, διασώσας καθ' όλην την μέχρι τούδε πορείαν, τους τρισχιλίους δαρεικούς, τους οποίους είχε λάβη από τον Κύρον, ότε, κατόπιν θυσίας, είχεν επαληθεύση εις την πρόρρησίν του ότι επί δέκα ημέρας δεν ήθελε τον πολεμήση ο βασιλεύς.

Αφού δ' έμαθαν οι στρατιώται (την πρόθεσιν αυτήν του Ξενοφώντος), άλλοι μεν εξ αυτών εφρόνουν ότι θα ήτο καλλίτερον να μείνουν, άλλοι δε, οι και περισσότεροι, τουναντίον. Οι δε στρατηγοί Τιμασίων ο Δαρδανεύς και Θώραξ ο Βοιώτιος εις εμπόρους τινάς των Ηρακλεωτών και Σινωπέων, εκεί παρευρεθέντας κατά τύχην, λέγουν ότι, εάν (ούτοι) (15) δεν χορηγήσουν εις τον στρατόν μισθόν, ώστε να έχη ούτος στο ταξείδι όλα τα προς συντήρησίν του αναγκαία, πολύ πιθανόν τόσον μεγάλη (στρατιωτική) δύναμις ν' αναγκασθή να μείνη εις τον Πόντον. Διότι έχει σκοπόν ο Ξενοφών — εκεί δε τείνουν όλαι του αι προσπάθειαι — οπόταν έλθουν τα πλοία, τότε να είπη αίφνης στον στρατόν:

»Ω άνδρες, τώρα μεν πλέον σας βλέπομεν ότι δεν είσθε εις θέσιν: και κατά την επιστροφήν σας να έχετε τα προς διατροφήν σας αναγκαία και, αφού επιστρέψετε εις την Ελλάδα, να φανήτε κάπως ωφέλιμοι εις τους οικείους σας. Εάν όμως επιθυμήτε (να διαθέσετε άλλως τα καθ' υμάς), δύνασθε, αφού εκλέξετε οιονδήποτε θελήσετε μέρος της περί τον Πόντον κατοικουμένης χώρας, να προσορμισθήτε εκεί, και όσοι μεν έχουν αντίθετον γνώμην, ν' απέλθουν εις την πατρίδα των, όσοι δε είναι σύμφωνοι, να μείνουν. Έχετε δ' αρκετά πλοία εις την διάθεσίν σας, ώστε, όπου και αν θελήσετε, να επιπέσετε αιφνιδίως (ως κατακτηταί)».

Ακούσαντες ταύτα οι έμποροι τα αναγγέλλουν εις τας πόλεις (Σινώπην και Ηράκλειαν). Μαζή μ' αυτούς δ' απέστειλεν εκεί Τιμασίων ο Δαρδανεύς και Ευρύμαχον τον Δαρδανέα και Θώρακα τον Βοιώτιον, με την εντολήν να τα επαναλάβουν (να ειπούν κι' αυτοί τα ίδια). Οι δε Σινωπείς και Ηρακλεώται, αφού τους ήκουσαν, αποστέλλουν προς τον Τιμασίωνα απεσταλμένον, και τον παρακαλούν να πρωτοστατήση επ' αμοιβή (αφού λάβη χρήματα) εις την διά παντός τρόπου αναχώρησιν της στρατιάς.

Ούτος δε, μ' ευχαρίστησίν του ακούσας ταύτα, λέγει προς τους συνηθροισμένους ήδη στρατιώτας τα εξής: «Δεν πρέπει να έχετε τον νουν σας εις το πώς να μείνετε εις την χώραν ταύτην, ούτε να προτιμήσετε τίποτε άλλο περισσότερον από την εις την Ελλάδα επιστροφήν σας. Μανθάνω δε ότι διά την υπόθεσιν αυτήν ερωτούν τινες διά θυσιών τους Θεούς, χωρίς να σας ανακοινώσουν τίποτε.

Λοιπόν, σας υπόσχομαι, αν αναχωρήσετε, να δώσω επί ένα μήνα (16) εις έκαστον από της πρώτης του προσεχούς μηνός ως μισθόν ανά ένα κυζικηνόν στατήρα. (17) Και να σας φέρω εις την Τρωάδα, από την οποίαν είμαι φυγάς και όπου η πόλις μου (η πατρίς μου) θα ήναι αφ' εαυτής πάντοτε πρόθυμος να σας υποστηρίξη. Διότι εκουσίως των (χωρίς διόλου να εκβιασθούν) θα με δεχθούν εκεί (οι συμπολίται μου).

»Εγώ δε ο ίδιος θα σας οδηγήσω εις τα μέρη εκείνα, όθεν πολλά θα ωφεληθήτε χρήματα. Γνωρίζω δε κάλλιστα και την Αιολίδα και την Φρυγίαν και την Τρωάδα και (εν γένει) ολόκληρον την υπό του Φαρναβάζου διοικουμένην χώραν. Τα μεν (εκ των μερών αυτών), διότι κατάγομαι εκείθεν, τα δε, διότι συνεστρατεύθην (υπηρέτησα) εν αυτοίς ποτε με τον Κλέαρχον και τον Δερκυλίδαν». (18)

Εγερθείς και πάλιν Θώραξ ο Βοιώτιος, όστις διαρκώς εφιλονίκει με τον Ξενοφώντα περί στρατηγίας, είπεν ότι «εάν εξέλθουν εκ του Πόντου, θ' απαντήσουν την Χερρόνησον (θα έχουν εις την διάθεσίν των την Χ.), χώραν ωραίαν και ευδαίμονα, ώστε όσοι μεν θέλουν, να κατοικήσουν εις αυτήν, όσοι δε δεν θέλουν, ν' απέλθουν εις τας πατρίδας των. Είναι δε γελοίον, ενώ υπάρχει εις την Ελλάδα χώρα πολλή και άφθονος, να ζητούν τοιαύτην (προς διανομήν) εις γην βαρβαρικήν.

»Όταν δ' άπαξ — προσέθηκε — φθάσετε εκεί, τόσον εγώ, όσον και ο Τιμασίων υποσχόμεθα να σας δώσωμεν μισθόν». Έλεγε δε ταύτα έχων υπ' όψει του όσα εις τον Τιμασίωνα είχαν υποσχεθή οι Ηρακλεώται και οι Σινωπείς, διά να τους πείσουν ν' αναχωρήσουν εκείθεν. Εν τω μεταξύ δε τούτω (εφ' όσον δ' ωμίλει ούτος) εσίγα ο Ξενοφών.

Εγερθέντες δε Φιλήσιος και Λύκων οι Αχαιοί έλεγαν πόσον φοβερόν(!) ήτο: κατ' ιδίαν μεν ο Ξενοφών να προσπαθή να τους πείση (ξεγελάση) να εγκατασταθούν αυτού και να ερωτά υπέρ της εγκαταστάσεώς των ταύτης τους Θεούς, ουδέν ανακοινών εις τον στρατόν, ενώπιον δε των στρατηγών να μη λέγη περί τούτου τίποτε. Ώστε ηναγκάσθη ο Ξενοφών να σηκωθή (επί τέλους) και να είπη τα εξής:

«Εγώ, ω άνδρες, ερωτώ μεν, καθώς βλέπετε, τους Θεούς: πόσα είμαι εις θέσιν να πράττω υπέρ υμών κ' εμού, όπως, και λέγων και σκεπτόμενος και δρων, επιτυγχάνω αυτά οποία θα έπρεπε να ήναι (θα ήρμοζαν) και εις σας και εις εμέ — δηλαδή «κάλλιστα και άριστα. (19) Και τώρα επίσης τους ηρώτων περί αυτού ακριβώς, περί του αν (δηλαδή) θα ήτο προτιμότερον ν' αρχίσω να ομιλώ και να ενεργώ περί της υποθέσεως ταύτης ή όλως διόλου να μη θίξω αυτήν.

»Ο μάντις δε Σιλανός μου απεκρίθη: εν πρώτοις μεν ότι τα ιερά (19α) ήσαν καλά. Άλλως τε είχεν υπ' όψει του ότι δεν ήμην κ' εγώ άπειρος τούτων, ως παρευρισκόμενος πάντοτε κατά την εξέτασίν των. Μου είπε δε ότι εις τα ιερά εφαίνετο κάποιος εναντίον εμού δόλος και επιβουλή, διότι, ως φαίνεται, είχεν υπ' όψιν ότι αυτός ο ίδιος διελογίζετο να με διαβάλη προς σας. Διότι (ως γνωρίζετε) διέδωκεν ότι εγώ είχα ήδη κατά νουν να πραγματοποιήσω (όσα εμάθατε), χωρίς προηγουμένως να σας πείσω.

»Εγώ δε, εάν μεν σας έβλεπα να στερήσθε των προ συντήρησίν σας αναγκαίων, μάθετε ότι θα εφρόντιζα περί τούτου ούτως, ώστε να ήτο δυνατόν, αφού άπαξ καταλάβετε μίαν πόλιν, οιοσδήποτε μεν ήθελε ν' αναχωρήση τώρα, ν' ανεχώρει, όστις δε δεν ήθελε, (ν' ανεχώρει) ύστερα, αφού απέκτα αρκετά, τόσα, ώστε να φανή κατά τι ωφέλιμος και εις τους συγγενείς του.

»Επειδή όμως βλέπω ότι οι Ηρακλεώται και Σινωπείς, και τα ζητηθέντα προς αναχώρησιν πλοία σας αποστέλλουν, και μισθόν σας υπόσχονται από της πρώτης του προσεχούς μηνός, νομίζω συμφέρον, αφού σώοι και αβλαβείς φθάνομεν ούτω όπου θέλομεν, να λάβωμεν τον διά την σωτηρίαν μας αυτήν (διδόμενον) μισθόν, εγώ δε αυτός αποσύρω την περί (διαρκούς) εγκαταστάσεως πρότασίν μου, όσοι δ' εξ υμών είχαν έλθη πρός εμέ λέγοντες ότι οφείλω να πράξω όσα προ ολίγου ανέφερα, μετά τους λόγους μου αυτούς τους λέγω ότι υποχρεούνται πλέον να σιγήσουν.

«Διότι έχω την γνώμην ότι, εάν μεν ήσθε όλοι μαζή (ενωμένοι), όπως τώρα, θα μου φανήτε ότι και άξιοι τιμής είσθε και τα προς συντήρησίν σας ασφαλώς θα έχετε. Διότι, όταν ήσθε ισχυροί, δύνασθε και να καταλαμβάνετε ακόπως τα των ασθενεστέρων σας.

Εάν διασπασθήτε όμως και εις μικρά κομματιάσετε μέρη τας δυνάμεις σας, τότε ούτε τα προς συντήρησίν σας δύνασθε να έχετε, ούτε ατιμωρητί ν' απομακρυνθήτε εντεύθεν.

«Λοιπόν φρονώ ό,τι και σεις: να αναχωρήσωμεν εις την Ελλάδα, και, φυσικά, εάν τις συλληφθή (εκ του στρατού) καθυστερών (μένων οπίσω), πριν ή ακόμη ολόκληρον το στράτευμα ευρεθή εν ασφαλεία, ούτος να κατηγορηθή (εναχθή) ως αδικών. Ας υψώση δε την χείρα όστις φρονεί τα λεγόμενά μου ως ορθά».

Και άπαντες την ύψωσαν. Αλλ' ο μάντις Σιλανάς διεμαρτύρετο διά τα λεχθέντα και προσεπάθει με επιχειρήματα διάφορα να τους πείση ότι το δίκαιον ήτον: οποίος ήθελε, να αναχωρή εις την πατρίδα του ελευθέρως. Οι στρατιώται όμως δεν τον ηνείχοντο (λέγοντα τοιαύτα), αλλά τον εφοβέριζαν ότι, εάν τον συλλάβουν δραπετεύοντα, θα τον τιμωρήσουν.

Μετά ταύτα, αφού οι Ηρακλεώται εκατάλαβαν πώς απεφάσισαν πλέον (οι Έλληνες) ν' αναχωρήσουν, και ότι αυτός ο ίδιος Ξενοφών έδωκε την προς τούτο ψήφον του, τα μεν διά την αναχώρησιν πλοία αποστέλλουν, ως προς τα χρήματα όμως, όσα είχαν υποσχεθή εις τον Τιμασίωνα και Θώρακα, τους εγέλασαν. Τότε εκείνοι οίτινες είχαν υποσχεθή τον μισθόν ευρέθησαν εις μεγάλην αμηχανίαν φοβούμενοι τους στρατιώτας. Παραλαβόντες, λοιπόν, ούτοι και τους λοιπούς στρατηγούς, εις τους οποίους είχαν ήδη ανακοινώση όλας τας προηγουμένας ενεργείας των — ήσαν δε όλοι, πλην του Νέωνος του Ασιναίου, όστις ήτον υποστράτηγος του Χειροσόφου, μη προσελθόντος ακόμη εις την συνέλευσιν — έρχονται εις τον Ξενοφώντα και του λέγουν ότι μετέβαλαν γνώμην και ότι νομίζουν πως είναι ορθόν ν' αποπλεύσουν, αφού υπάρχουν εις την διάθεσίν των πλοία, εις τον Φάσιν (ποταμόν), καταλαμβάνοντες την χώραν των Φασιανών (Κολχίδα). (20)

Ετύχαινε δε τότε να ήναι βασιλεύς της χώρας ταύτης ο εγγονός του ποτέ εν αυτή βασιλέως Αιήτου. Ο Ξενοφών όμως (εις τας προτάσεις εκείνας των στρατηγών) απεκρίθη ότι αρνείται να είπη τοιούτο τι εις το στράτευμα. «Εάν δε θέλετε — προσέθηκεν — αφού σεις συναθροίσετε προς τον σκοπόν τούτον τον στρατόν, προτείνατέ το». Τότε Τιμασίων ο Δαρδανεύς προτείνει να μη συγκαλέσουν τον στρατόν εις εκκλησίαν, αλλ' έκαστος (των στρατηγών) να προσπαθή πρώτον να πείση τους λοχαγούς του. Όπερ και έπραξαν, αποχωρήσαντες.

Κεφάλαιον έβδομον

Οι στρατιώται, λοιπόν, ερωτώντες έμαθαν τας νέας ταύτας προτάσεις (τα νέα αυτά ανακατώματα). Και ο Νέων διαβάλλει τον Ξενοφώντα λέγων ότι, αφού παρέσυρε (με το μέρος του) τους άλλους στρατηγούς, σκέπτεται, εξαπατήσας τους στρατιώτας, να τους οδηγήση οπίσω εις τον Φάσιν. Ακούσαντες δε ταύτα οι στρατιώται δυσηρεστήθησαν και συναθροίσεις εγίνοντο και κύκλοι συνεκροτούντο [και πάρα πολύ εφοβούντο μήπως τους μεταχειρισθούν όπως μετεχειρίσθησάν ποτε και τους κήρυκας των Κόλχων και τους αγορανόμους. Εκ των οποίων όσοι δεν κατέφυγαν τότε εις την θάλασσαν (εις τα πλοία), ελιθοβολήθησαν].

Αφού δε ο Ξενοφών αντελήφθη την εξέγερσιν ταύτην των στρατιωτών, απεφάσισε να τους συγκαλέση εις εκκλησίαν (21) το ταχύτερον και να μη τους αφήση αφ' εαυτών εδώ κ' εκεί να συναθροίζωνται (όπου τους κατέβαινε). Διέταξε, λοιπόν, τον κήρυκα να τους προσκαλέση.

Και ούτοι, μόλις τον ήκουσαν, προσέτρεξαν όλοι προθυμώτατα. Τότε ο Ξενοφών τους μεν στρατηγούς δεν κατηγόρει, διότι ούτοι είχαν ήδη έλθη προς αυτόν, λέγει δε (προς τους συναθροισθέντας στρατιώτας) τα εξής:

Μανθάνω, ω άνδρες, ότι κάποιος (εξ υμών) με διαβάλλει ότι εγώ δήθεν σκέπτομαι δι' απάτης να σας οδηγήσω (φέρω) εις τον Φάσιν. Ακούσατέ με εν ονόματι των Θεών, και εάν μεν αποδειχθή ότι εγώ σας ηδίκησα, τότε μου επιβάλλεται να μην αναχωρήσω απ' εδώ, πριν δικασθώ (πριν δώσω λόγον των πράξεών μου). Αν όμως αποδειχθή ότι με ηδίκησαν οι συκοφαντήσαντές με, τότε μεταχειρισθήτε τους όπως τους πρέπει.

Σεις δε — προσέθηκε — γνωρίζετε βεβαίως από πού ο Ήλιος ανατέλλει και πού δύει, και ότι, εάν μεν τις προτίθεται να υπάγη εις την Ελλάδα, πρέπει να βαδίση προς δυσμάς. Εάν δέ τις θέλη να υπάγη εις τους βαρβάρους, ότι θα βαδίση, αντιθέτως, προς ανατολάς. Είναι δυνατόν, λοιπόν, να υπάρξη άνθρωπος όστις να ημπορή να σας εξαπατήση εις τούτο: ότι όπου μεν ο Ήλιος ανατέλλει, ότι εκεί δύει, όπου δε δύει, ότι εκεί ανατέλλει;

Αλλ' όμως και τούτο ακόμη βέβαια γνωρίζετε: ότι ο μεν βορράς (πνέων) φέρει (τον πλέοντα) έξω του Πόντου, προς την Ελλάδα, ο δε νότος, εντός του Πόντου, προς τον Φάσιν. Και λέγεται (από τους ναυτικούς) ότι, όταν πνέη βορράς, είναι οι προς την Ελλάδα πλόες ευνοϊκοί και ούριοι. Τοιούτου είδους, λοιπόν, απάτην θα ευρίσκετο άρα γε κανείς να μετέλθη προς υμάς (με τοιούτου είδους ψέμματα, λοιπόν, θα ήτο δυνατόν κανείς να σας ξεγελάση) ώστε να σας πείση να επιβιβασθήτε εις τα πλοία, οπόταν πνέη εις τον Πόντον νότιος άνεμος; Αλλά θα ηδύνατό τις να μοι είπη ότι δεν θα συμβή τούτο, διότι δήθεν εγώ θα επιβιβασθώ όταν θα ήναι μόνον γαλήνη.

«Λοιπόν, εγώ μεν θ' αναχωρήσω μ' ένα μόνον πλοίον, σεις δε όλοι, τουλάχιστον μ' εκατόν. Πώς, λοιπόν, εγώ ήθελα σας εξαναγκάση να αναχωρήσετε μαζή μου χωρίς να θέλετε ή πώς ήθελα σας σύρη δι' απάτης με το μέρος μου;

«Αλλ' έστω. Παραδέχομαι ότι σας εξηπάτησα και διά δόλου σας παρέσυρα να έλθετε εις τον Φάσιν. Και, λοιπόν, αποβιβαζόμεθα εις την χώραν. Βεβαίως θα ενοήσετε αμέσως ότι δεν ευρίσκεσθε εις την Ελλάδα. Και εγώ μεν ο εξαπατήσας υμάς θα ήμαι (απέναντί σας) ένας, σεις δε οι εξαπατηθέντες θα ήσθε (απέναντί μου) περίπου δέκα χιλιάδες με τα όπλα σας. Πώς, λοιπόν, (κατά ποίον, λοιπόν, άλλον τρόπον) θα ηδύνατο περισσότερον να τιμωρηθή ανήρ ή ούτω περί εαυτού και περί υμών σκεπτόμενος;

«Αλλ' οι λόγοι ούτοι είναι λόγοι ανθρώπων και ηλιθίων και φθονούντων με διά τας τιμάς, με τας οποίας με περιβάλλετε. Αν και φρονώ ότι όχι βέβαια δικαίως ήθελαν με φθονήση. Διότι ποίον εξ αυτών εγώ εμποδίζω ή να ομιλή — εάν τις έχη την δύναμιν να κάμη τι καλόν — εν τω μέσω υμών, ή να πολεμή — εάν τις θέλη — και υπέρ υμών και υπέρ εαυτού, ή να έχη πάντοτε άγρυπνον το πνεύμα του, φροντίζων περί της ασφαλείας (της ζωής σας); Τάχα, όταν εκλέγετε τους αρχηγούς σας, εις ποίου εκλογήν εγώ γίνομαι εμπόδιον; Υποχωρώ (προ αυτού) και ας άρχη. Αρκεί να παρουσιάζεται πράττων καλόν τι υπέρ υμών.

«Αλλ' όμως, ως προς εμέ μεν, είναι αρκετά όσα περί τούτων είπα. Εάν δε τις από σας φρονή ή ότι, εγώ ο ίδιος τελείως, εις όσα ανέφερα, ηπατήθην ή ότι άλλον τινά ηπάτησα, ας έλθη, καταγγέλλων την απάτην, να το αποδείξη.

«Όταν όμως αρκήσθε εις τα λεχθέντα, μην απέλθετε εντεύθεν πριν ή ακούσετε τι είναι εκείνο το οποίον βλέπω εγώ τώρα να παρουσιάζεται εις τον στρατόν. Εάν μάλιστα μέλλη να επιταθή τούτο και ήναι οποίον υποδηλώνεται (ότι θα ήναι εν τω μέλλοντι), φρονώ ότι είναι καιρός πλέον να σκεφθώμεν σοβαρώς υπέρ εαυτών, μη φωραθώμεν άθλιοι κ' επαίσχυντοι άνδρες και ενώπιον των θεών και ενώπιον των ανθρώπων και των φίλων και των πολεμίων μας».

Ακούσαντες δε ταύτα οι στρατιώται ηπόρουν τι να ήτο τούτο άρα γε, και τον παρεκίνουν να το είπη. Μετά τούτο άρχεται και πάλιν λέγων τα εξής: «Γνωρίζετε ίσως ότι ήσαν βαρβαρικά τινα μέρη μεταξύ των ορέων, φιλικώς διακείμενα προς τους κατοίκους της Κερασούντος, από τα οποία κατερχόμενοί τινες μας επώλουν και ζώα κατάλληλα διά τας θυσίας μας και όσα άλλα είχαν, νομίζω δε ότι καί τινες από σας, ελθόντες εις το πλησιέστερον εκ των μερών αυτών και αγοράσαντές τι, πάλιν επανήλθον.

«Μαθών ακριβώς τα κατά τούτο Κλεάρετος ο λοχαγός, ότι δηλαδή και ασήμαντον είναι το μέρος και απροφύλακτον ως εκ της μετά των Κερασουντίων φιλίας του, (22) επιτίθεται κατ' αυτού την νύκτα διά να το λεηλατήση, χωρίς εις κανένα εξ ημών να είπη τίποτε.

«Είχε δε κατά νουν, εάν κατορθώση και καταλάβη το μέρος τούτο, εις μεν το στράτευμα να μην επανέλθη πλέον, επιβιβαζόμενος δε εις πλοίον, εντός του οποίου ευρίσκοντο εκεί που πλησίον πλέοντες οι υπό την αυτήν στεγαζόμενοι σκηνήν συνάδελφοί του («σύσκηνοι»), και φορτώνων εις αυτό ό,τι ήθελεν αρπάση εκ της λεηλασίας, ν' αναχωρήση εκείθεν κρυφίως, πλέων έξω του Πόντου. Περί όλων δε τούτων συνενοήθησαν (προηγουμένως) μετ' αυτού οι εν τω πλοίω, καθώς εγώ υποθέτω.

«Προσκαλέσας, λοιπόν, εκ του στρατού όσους κατώρθωσε να πείση, τους ωδήγησε κατά του μέρους εκείνου. Ενώ δ' ακόμη εβάδιζε, τον καταλαμβάνει η ημέρα, και συναχθέντες αμέσως οι κάτοικοι και από απροσίτων μερών κτυπώντες και πληγώνοντες, και τον Κλεάρετον φονεύουν και εκ των άλλων ουκ ολίγους. Τινές δε (εκ των περί αυτόν) και εις την Κερασούντα καταφεύγουν.

«Ταύτα δ' ελάμβανον χώραν πλέον κατά την ημέραν, καθ' ήν ανεχωρούμεν (ξεκινούσαμε) διά ξηράς προς τα εδώ. Εκ δε των πλεόντων ευρίσκοντο ακόμη τινές εις την Κερασούντα, μη αναχθέντες εισέτι εις το πέλαγος. Μετά ταύτα, καθώς οι Κερασούντιοι λέγουν, φθάνουν εκ των κατοίκων του μέρους εκείνου («του χωρίου») τρεις εκ των σεβαστοτέρων άνδρες, επιθυμούντες να έλθουν εις το στράτευμα (να ίδουν τους στρατηγούς).

«Επειδή δε δεν μας επρόφθασαν, έλεγαν εις τους Κερασουντίους ότι ηπόρουν διατί απεφασίσαμεν (πώς μας ήρθε) να επιτεθώμεν κατ' αυτών. Αφού όμως, κατά το λέγειν των Κερασουντίων, τους εβεβαίωσαν ούτοι ότι η επίθεσις εκείνη δεν έγεινεν από κοινού, ευχαριστήθησαν και εσκέπτοντο να έλθουν εδώ (εις Κοτύωρα), διά να μας καταγγείλουν τα γενόμενα και μας παρακινήσουν (προτείνουν) να θάψωμεν, αφού παραλάβωμεν, τους εκεί πεσόντας νεκρούς μας.

»Αλλ' εκ των αποφυγόντων την καταστροφήν Ελλήνων έτυχε να ευρίσκωνταί τινες ακόμη εις την Κερασούντα. Ούτοι, επειδή, όπου και αν επήγαιναν οι βάρβαροι, τους ησθάνοντο διαρκώς εμπρός των, (23) ετόλμησαν και αυτοί οι ίδιοι να τους λιθοβολήσουν και τους άλλους προέτρεπαν να τους μιμηθούν. Και ούτω οι άνδρες εκείνοι αποθνήσκουν — και οι τρεις όντες πρέσβεις (δηλ. πρόσωπα ιερά) — λιθοβοληθέντες.

»Αφού δε συνέβησαν ταύτα, έρχονται προς ημάς εδώ απεσταλμένοι εκ της Κερασούντος και μας καταγγέλλουν τα γενόμενα. Και ημείς οι στρατηγοί, ακούσαντες, και εστενοχωρούμεθα δι' όσα έγειναν και με τους Κερασουντίους συνεσκεπτόμεθα περί του τρόπου, καθ' ον θα εθάπτοντο οι νεκροί (εκείνοι) των Ελλήνων.

«Ενώ δε συνεκαθήμεθα προ του στρατοπέδου (με τους Κερασουντίους), έξαφνα ακούομεν θόρυβον πολύν και φωνάς: Σκότωσέ τον! χτύπα τον! κ' ευθύς τότε βλέπομεν πολλούς να τρέχουν προς τα εμπρός, κρατούντες λίθους εις τας χείρας, άλλους δε ν' αναλαμβάνουν τοιούτους (από χάμω).

«Και οι μεν Κερασούντιοι, επειδή είχαν ήδη υπ' όψει τους το λαβόν χώραν εις την πόλιν των συμβάν, φοβηθέντες διευθύνονται (ζητούντες προστασίαν) εις τα πλοία. Ήσαν δε μα τον Δία καί τινες από ημάς, οίτινες (επίσης) εφοβήθησαν. (24)

«Εγώ ούχ ήττον έτρεξα προς αυτούς και τους ηρώτων τι συμβαίνει. Εκ τούτων δε, αν και ήσαν τινες, οίτινες ουδέν εγνώριζαν, εκράτουν εν τούτοις λίθους εις τας χείρας. Αφού δ' επί τέλους επέτυχα κάποιον να γνωρίζη τα διατρέξαντα, μου λέγει ότι (όλα αυτά συμβαίνουν, διότι) οι αγορανόμοι μεταχειρίζονται τα στράτευμα αυστηρότατα.

»Εν τω μεταξύ τούτω κάποιος βλέπει τον αγορανόμον Ζήλαρχον να φεύγη προς την θάλασσαν, και ανέκραξε: Νά ένας! ο Ζήλαρχος! Εκείνοι δε, μόλις ήκουσαν τας φωνάς, τρέχουν κατ' επάνω του, σαν να είχε φανή κανείς αγριόχοιρος ή καμμία έλαφος.

»Αλλ' οι Κερασούντιοι, μόλις τους είδαν να τρέχουν προς το μέρος των, νομίζοντες προφανώς ότι διευθύνονται εναντίον των τρέπονται δρομαίως εις φυγήν και ρίπτονται εις την θάλασσαν. Συνερρίφθησαν δε και εξ ημών αυτών αρκετοί, και πας όστις δεν εγνώριζε να κολυμβά, επνίγετο.

»Και, λοιπόν, τι νομίζετε ότι υπέθεσαν οι Κερασούντιοι ούτοι ότι συνέβαινε; Κανέν μεν αδίκημα δεν είχαν κάμη. Εφοβήθησαν δε μήπως καμμία λύσσα είχεν, όπως εις τους σκύλλους, ενσκήψη εις το στράτευμα! Εάν, λοιπόν, όσα σας είπα ήναι τόσον φοβερά, σκεφθήτε πλέον που δύναται να φθάση μίαν ημέραν η κατάστασις αύτη του στρατεύματος.

»Όλοι μεν σεις δεν θα ήσθε κύριοι ούτε να κηρύξετε (επιχειρήσετε) πόλεμον προς όντινα θέλετε, ούτε να τον παύσετε (διακόψετε), έκαστος δε ξεχωριστά (όποιου δε του καπνίση χωριστά) θα οδηγή καθ' οιουδήποτε θέλει τον στρατόν. Και εάν τινες έλθουν προς σας ως πρέσβεις, διά να σας παρακαλέσουν ή δι' ειρήνην ή δι' άλλο τι, φονεύοντες τούτους αυθαιρέτως όσοι από σας θέλουν, θα γείνουν αίτιοι να μην ακούσετε τους λόγους εκείνων οίτινες (δι' ειρήνην ή δι' άλλο τι) έρχονται προς σας.

«Έπειτα δε, εκείνοι μεν τους οποίους σεις όλοι ηθέλατε εκλέξη ως αρχηγούς σας, δεν θα λογαριάζωνται διόλου, εκείνος δε όστις ήθελεν εκλέξη τον εαυτόν του ως στρατηγόν και επιθυμεί (τούρχεται) να διατάσση: Κτύπα, κτύπα! ούτος θα ήναι ικανός και (τον) αρχηγόν να φονεύη και οιονδήποτε από σας θέλει ιδιώτην, χωρίς να τον δικάση προηγουμένως, αρκεί (δι' όλα αυτά) να υπάρχουν εκείνοι οίτινες θα υπακούσουν εις αυτόν, όπως και εις την προκειμένην περίπτωσιν συνέβη.

«Συλλογισθήτε δε ποίας καθ' υμών έχουν διαπράξη αδικίας οι αυτοχειροτόνητοι ούτοι στρατηγοί. Ζήλαρχος μεν ο αγορανόμος, εάν μεν σας ηδίκησεν, εξηφανίσθη ήδη αποπλεύσας, χωρίς να τον δικάσετε (τιμωρήσετε). Εάν δε δεν σας ηδίκησεν, έφυγεν ήδη από το στράτευμα, φοβηθείς μήπως, χωρίς να δικασθή, φονευθή αδίκως.

«Εκείνοι δε οίτινες ελιθοβόλησαν τους πρέσβεις, κατώρθωσαν (κατάφεραν): μόνοι ημείς εκ των Ελλήνων να μην ήμεθα του λοιπού εν ασφαλεία εις την Κερασούντα, εάν δεν πηγαίνωμεν εκεί συνοδευόμενοι από ισχυράν (προς ασφάλειάν μας) δύναμιν. Ως προς τους νεκρούς δε, τους οποίους προηγουμένως αυτοί ούτοι οι φονεύσαντες μας επρότειναν να θάψωμεν, και ως προς τούτους ακόμη κατώρθωσαν να μην ήναι, ούτε ακόμη με κηρύκειον, (25) ασφαλές να τους αποκομίζωμεν (να μη δυνάμεθα ούτε ακόμη με κηρύκειον να τους αποκομίζωμεν — σηκώνωμε — χωρίς να κινδυνεύωμεν). Διότι ποιος θα θελήση πλέον ν' αναλάβη κήρυκος (26) αποστολήν, ενώ αυτός ούτος έχει ήδη φονεύση κήρυκας; Ούτω δε περιήλθομεν εις την θέσιν να παρακαλέσωμεν ημείς τους Κερασουντίους να τους θάψουν.

»Εάν μεν, λοιπόν, φρονήτε ότι όλα όσα σας εξέθηκα έχουν καλώς, νομιμοποιήσατε τότε την οικτράν αυτήν κατάστασιν, ίνα, αφού θα ήμεθα τοιούτοι (πλέον άθλιοι εν τη ζωή), περιφρουρήση ξεχωριστά έκαστος τον εαυτόν του, προσπαθή δε του λοιπού να κατοική (να διαμένη) εκεί όπου μόνον θα ηδύνατο να έχη δεξιά αυτού και υψηλότερά του, (27) απότομα και κρημνώδη μέρη! (28)

»Εάν όμως νομίζετε ότι αι πράξεις αύται είναι έργα θηρίων και όχι ανθρώπων, αποφασίσατε να θέσετε πλέον «τελείαν και παύλαν» εις αυτάς. Άλλως, πώς — «δι' όνομα του θεού» — πώς θα τολμήσωμεν να προσφέρωμεν ηδέως εις τους Θεούς θυσίας, ποιούντες έργα ασεβή, ή πώς θα πολεμήσωμεν εις το μέλλον τους εχθρούς μας, όταν αλληλοσπαραζώμεθα;

»Ποία δε πόλις θα μας υποδεχθή του λοιπού με φιλικά αισθήματα, βλέπουσα τόσον μεγάλην παραλυσίαν εις το στράτευμα; Ποίος δε με θάρρος, (χωρίς να διατρέχουν κανένα τα συμφέροντά του κίνδυνον), θα μας παράσχη πλέον τροφάς προς αγοράν, όταν περί τα σπουδαιότατα φωρώμεθα ούτω παρεκτρεπόμενοι και σφάλλοντες; Τον έπαινον δε, τον οποίον φανταζόμεθα ότι παρ' όλων θα κερδίσωμεν, (σας ερωτώ): ποίος ήθελεν απονείμη πλέον προς ημάς, τοιούτους όντας; Διότι γνωρίζω ότι ημείς τουλάχιστον θα ωνομάζαμεν δειλούς και ανάνδρους εκείνους, οίτινες θα έπραττον τοιαύτας επαισχύντους πράξεις».

Μετά τους λόγους τούτους εγερθέντες όλοι επρότειναν: όσοι μεν έγειναν παραίτιοι τούτων (διέπραξαν ταύτας), να τιμωρηθούν, του λοιπού δε να μην επιτραπή πλέον εις κανένα να παρανομή. (29)

Εάν δε τις παρανομήση εις το μέλλον, να τιμωρηθή διά θανάτου. Τους δε στρατηγούς να εισαγάγουν πάντας εις δίκην. Και εάν τις, αφ' ης εφονεύθη ο Κύρος, ηδικήθη εις ό,τι δήποτε, να εγκαταστήσουν αμέσως (προς απονομήν του δικαίου) δικαστήρια. Υπέδειξαν δε ως δικαστάς λοχαγούς. Παρακινούντος δε του Ξενοφώντος και των μάντεων συμβουλευόντων, απεφασίσθη να καθαρίσουν (να εξαγνίσουν) τον στρατόν (από το μίασμα των διαπραχθέντων ανοσιουργημάτων). Και προς τούτο έγεινε διά θυσιών προς τους Θεούς και άλλων ο πρέπων εξιλεωτικός αυτών αγιασμός.

Κεφάλαιον όγδοον

Απεφασίσθη δε και οι στρατηγοί να δικασθούν (τιμωρηθούν) δι' όσα κατά το παρελθόν διέπραξαν κακά. Και δικαζομένων, ο μεν Φιλήσιος και Ξανθικλης κατεδικάσθησαν να πληρώσουν το έλλειμμα, (30) το οποίον ευρέθη μετά την φρούρησιν των από των πλοίων, (όσα άλλοτέ ποτε είχαν συλληφθή υπό του Πολυκράτους), εκφορτωθέντων πραγμάτων, ανελθόν εις είκοσι μνας. (31) Ο δε Σοφαίνετος, εις μνας δέκα, διότι εκλεγείς άρχων, εδείχθη αμελής περί τα καθήκοντά του. Τον δε Ξενοφώντα κατηγόρησάν τινες, λέγοντες ότι εκτυπήθησαν υπ' αυτού. Τον κατηγόρουν δηλαδή επί βιαιότητι.

Και ο Ξενοφών, εγερθείς, διέταξε τον πρώτον κατηγορήσαντα να είπη: πού και πότε εκτυπήθη. Ούτος δε απήντησεν: «Όταν εχανόμεθα (απεθνήσκομεν) από το ψύχος και έπιπτε πολλή χιών».

Ο δε Ξενοφών απήντησεν: «Αλλά βεβαίως, εις εποχήν καθ' ην, όπως λέγεις, ο χειμών ήτο φοβερός, εστερούμεθα δε τροφών, οίνον δε ούτε προς όσφρησιν καν είχαμεν (ούτε για μυρουδιά), οι περισσότεροι δε είχαμεν αποκάμη από τους κόπους, μας ηκολούθουν δε κατά πόδας οι πολέμιοι, βεβαίως, εάν (υποτεθή ότι) εις τοιαύτας δυσκόλους περιστάσεις εφάνην βίαιος («ύβρισα»), ομολογώ ότι έπρεπε τότε να ήμαι ακόμη και αυτών των όνων υβριστότερος (βιαιότερος), οίτινες, όπως λέγουν, από κανένα κόπον δεν καταβάλλονται εις τας προς αλλήλους ύβρεις των (τας προς ασέλγειαν ορμάς των). (32)

»Αλλ' ειπέ μοι — προσέθηκε — διά ποίαν αιτίαν εκτυπήθης; Ποίον εκ των δύο τούτων σου εζήτησα, και, επειδή δεν μου το έδωκες, σ' εκτύπησα; Λέγε! Τι απήτουν από σε; Μήπως εφιλονίκουν (ημιλλώμην) προς σε περί παιδικών; Μήπως εν ώρα μέθης σε ελύπησα;».

Επειδή δε κανέν' από αυτά δεν εβεβαίωσεν, ο Ξενοφών τον ξαναρώτησεν αν είναι οπλίτης. — «Όχι» — απεκρίθη εκείνος. Και πάλιν τον ερωτά μήπως είναι πελταστής. «Ούτε πελταστής» απήντησεν «αλλ' ως ελεύθερος ετάχθην από τους συναδέλφους μου (συνοίκους μου) να ελαύνω ημίονον (να ήμαι ελάτης)».

Τότε, λοιπόν, τον ανεγνώρισε και τον ερωτά: «Μήπως είσαι ο παραλαβών τον ασθενή (κατασκοτωμένον από τους κόπους) στρατιώτην;». «Ναι, μα τον Δία» απεκρίθη «(εγώ είμαι εκείνος), διότι συ με εξηνάγκασες (να τον παραλάβω): Τας δε αποσκευάς (όπλα) των συναδέλφων μου διεσκόρπισες εδώ κ' εκεί».

«Αλλ' ο μεν διασκορπισμός των, είπεν ο Ξενοφών, έγεινεν (απάνω - κάτω) ως εξής: τας παρέδωκα εις άλλους να τας φέρουν και διέταξα να τας διαβιβάσουν κρυφίως (δι' άλλης οδού) προς εμέ, και, αφού 'ξεχώρισα τας ιδικάς σου (από τας άλλας), σου τας επέστρεψα, επειδή και συ μου παρέδωκας τον στρατιώτην (που σου ενεπιστεύθην). Πώς έχει δε η υπόθεσις αυτή, ακούσατε — είπε — διότι αληθώς αξίζει (τον κόπον) να την ακούσετε:

«Κάποιος στρατιώτης, μη δυνάμενος πλέον να βαδίζη (από την κούρασιν), έμενεν οπίσω. Και όσον μεν αφορά εμέ, τον άνθρωπον αυτόν απλώς μόνον εγνώριζα ότι ήτον ένας εξ ημών. Σε ηνάγκασα δε να τον παραλάβης (σηκώσης), διά να μην αποθάνη. Διότι, καθώς εγώ ενόμιζα, μας ηκολούθουν κατά πόδας οι πολέμιοι».

Και όλα αυτά επίσης τα εβεβαίωσεν ο κατηγορήσας τον Ξενοφώντα επί βιαιότητι. «Λοιπόν — είπεν ο Ξενοφών — αφού σ' έστειλα εις τα έμπροσθεν του στρατεύματος, σ' ευρίσκω (σε πετυχαίνω) αιφνιδίως κατόπιν, πλησιάζων και πάλιν με τους οπισθοφύλακάς μου, να σκάπτης λάκκον με σκοπόν να θάψης (καταχώσης) τον άνθρωπον εκείνον, και, σταθείς προ σου, (33) σ' επήνουν (διά την πράξιν σου).

»Επειδή δε, ενώ όλοι παριστάμενα θεώμενοι, συνέκλεισε το σκέλος του ο στρατιώτης, οι παρευρισκόμενοι εκεί ανέκραξαν ότι «ζη ο άνθρωπος!». Συ δε είπες: «ας ζη όσον θέλει! (δεν πα να ζη!). Εγώ βεβαίως δεν θα τον σηκώσω πλέον». Τότε, λοιπόν, σ' εκτύπησα». «Αληθώς ούτω συνέβησαν». «Διότι μου εφάνης — είπεν ο Ξενοφών — ομοιάζων με άνθρωπον γνωρίζοντα (μου εφάνης γνωρίζων) ότι έζη ο στρατιώτης εκείνος». «Αλλ' — απήντησε — μήπως δεν απέθανε κατόπιν, αφού σου τον παρέδωκα;». (34) «Αλλ' — είπεν ο Ξενοφών — και ημείς εδώ όλοι μίαν ημέραν θ' αποθάνωμεν. Λοιπόν, δι' αυτόν τον λόγον πρέπει να ταφώμεν ζώντες;». (35)

Και τούτον μεν όλοι οι παριστάμενοι στρατιώται ανεβόησαν: ότι πολύ ολίγον τον εκτύπησε (πολύ 'λίγαις του 'δωκε). Παρεκίνει δ' ο Ξενοφών και τους άλλους να του είπουν διά ποίον λόγον έκαστος αυτών εδάρη. Επειδή δε κανείς δεν ηγέρθη πλέον, διά να του απαντήση, ο Ξενοφών εξηκολούθησεν: «Εγώ, ω άνδρες, ομολογώ ότι εκτύπησα πράγματι διά λόγους πειθαρχίας στρατιώτας τινάς, οίτινες, ενώ ήτο δυνατόν να σωθούν (να φθάσουν σώοι και ασφαλείς εις την πατρίδα των) δι' υμών, πειθαρχικώς βαδιζόντων και πολεμούντων όπου παρίστατο ανάγκη, αυτοί, καταλιπόντες τας τάξεις του στρατεύματος, προτρέχοντες αυτού, ήθελαν ν' αρπάζουν και να ήναι ανώτεροι ημών. (36) Εάν όμως εκάναμεν τούτο όλοι, ηθέλαμεν όλοι καταστραφή.

«Μέχρι σήμερον δε και κάθε από μαλθακότητα αδρανούντα και αρνούμενον να σηκωθή (να σταθή στα πόδια του), αφηνόμενον δε εις την διάκρισιν του εχθρού, αυτόν και τον εκτύπων και τον ηνάγκαζα να βαδίζη διά της βίας. Διότι και εγώ ο ίδιος, κατά τον παρελθόντα δυνατόν χειμώνα, περιμένων ποτέ κάποιους ετοιμάζοντας τας αποσκευάς των, επειδή εκάθισα (έμεινα ακίνητος) επί πολλήν ώραν, είδα ότι με πολλήν μου δυσκολίαν εσηκώθην (έπειτα) και ότι ετέντωνα τα σκέλη μου (διά να ξεμουδιάσω).

»Επειδή λοιπόν ήξευρα (έλαβα πείραν) από τον εαυτόν μου, διά τούτο και όποιον άλλον έβλεπα οπουδήποτε να κάθεται και ν' αποχαυνούται, τον ηνάγκαζα διά της βίας να κινήται (τον έβαζα μπροστά, τον πρόγκιζα). Διότι το να κινήται τις και ν' ανδρίζεται έδιδεν εις το σώμα μεν κάποιαν θερμότητα, εις τα μέλη δε ευκινησίαν. Το να κάθεται δε τις και να ησυχάζη (μακαρίως), έβλεπα ότι συνετέλει εις το να αποπήγνυται (να μη κυκλοφορή) το αίμα και ν' αποσαπίζουν οι δάκτυλοι των ποδών — ταλαιπωρία, από τας οποίας και σεις οι ίδιοι γνωρίζετε ότι πολλοί έπαθαν.

»Κάποιον δε άλλον, ο οποίος ίσως είχε μείνη οπίσω από ραθυμίαν (τεμπελιά) κ' εμπόδιζε και σας τους έμπροσθεν και ημάς τους όπισθεν ερχομένους να βαδίζωμεν, τον εκτύπησα διά του γρόνθου, διά να μη κτυπηθή κατόπιν από την λόγχην του εχθρού.

Και λοιπόν, τώρα είναι επιτετραμμένον εις (τους κυρίους) αυτούς, τους οποίους (ούτω διά της βίας) έσωσα, εάν έπαθαν τίποτε από εμέ αδίκως, να μου ζητήσουν λόγον (ικανοποίησιν). Εάν όμως ηχμαλωτίζοντο από τους πολεμίους, δεν θα ηδύναντο να λάβουν καμμίαν ικανοποίησιν, δι' οσονδήποτε μέγα κακόν ήθελαν πάθη.

»Οι λόγοι μου — είπεν — είναι απλούστατοι: Εάν μεν διά καλόν ετιμώρησα οιονδήποτε, αξιώ να τιμωρηθώ καθ' ον τρόπον θα ετιμωρούντο και γονείς χάριν (προς ικανοποίησιν) των υιών των και διδάσκαλοι χάριν (προς ικανοποίησιν), των μαθητών των. Διότι ακόμη και οι ιατροί καίουν και αποκόπτουν (τα σεσηπότα μέλη) επί καλώ.

»Εάν όμως νομίζετε ότι όλα αυτά τα έπραξα, διά να σας προσβάλω («υβρίσω»), λάβετε υπ' όψει σας ότι σήμερα εγώ έχω με την βοήθειαν των Θεών περισσότερον θάρρος ή τότε και ότι σήμερα είμαι πολύ τολμηρότερος ή τότε και ότι οίνον πολύ περισσότερον πίνω, και όμως, παρ' όλα αυτά, κανένα δεν κτυπώ.

»Διότι όλους σας σάς βλέπω γαληνεύοντας (37) (και μακράν παντός κινδύνου από εχθρού). Όταν όμως ήναι άγριος χειμών και η θάλασσα έχη μεγάλην τρικυμίαν, δεν βλέπετε ότι και ένεκα ελαχίστου μόνον νεύματος θυμώνει μεν ο πρωρεύς με τους εν τη πρώρα, θυμώνει δε ο κυβερνήτης του πλοίου με τους εν τη πρύμνη; Διότι, εάν τυχόν, εις τοιαύτας δυσκόλους περιστάσεις, γείνουν πολλά μικρά σφάλματα, δύνανται ταύτα καθ' ολοκληρίαν να καταστρέψουν όλους.

»Ότι δε δικαίως τους εκτύπων, και σεις ακόμη όλοι το επεκυρώσατε (διά της στάσεώς σας). Διότι πάντοτε παρευρίσκεσθε πλησίον μου, ουχί απλώς μίαν οιανδήποτε γνώμην έχοντες περί εμού, αλλά ξίφη εις τας χείρας σας κρατούντες, συνεπώς δε σας ήτον απολύτως εύκολον να τρέξετε εις βοήθειάν των, αν ηθέλατε. Αλλά, μα τον Δία, ούτε εις βοήθειαν τούτων ήρχεσθε, ούτε μαζή μου εκτυπάτε (όπως εγώ) τον ατακτούντα. (38)

»Διά τούτο μάλιστα και επιτρέψατε (εδώσατε το δικαίωμα) εις τους κακούς εξ αυτών να βιαιοπραγούν, αφήνοντες αυτούς ατιμωρήτους. Διότι, εάν, κατά την γνώμην μου, θέλετε να εξετάσετε καλώς τα πράγματα, θα εύρετε αυτούς τους ιδίους και τότε κακοτρόπους και σήμερα επίσης βιαιοτάτους. Τουλάχιστον, (διά να φέρω ένα παράδειγμα), Βοΐσκος ο Θεσσαλός, ο πυγμάχος, τότε μεν κατέβαλλε κάθε προσπάθειαν, ως ασθενής δήθεν, να μη φέρη ασπίδα, σήμερα δε, καθώς μανθάνω, πολλούς εκ των Κοτυωριτών έχει ήδη ξεγυμνώση (φέρων όλον των ενδυμάτων των το βάρος).

Εάν, λοιπόν, ήσθε σώφρονες, θα τον μεταχειρισθήτε κατά τρόπον εντελώς αντίθετον εκείνου, με τον οποίον μεταχειρίζονται τους σκύλλους. Διότι τους μεν αγριοσκύλλους, την μεν ημέραν δένουν, την δε νύκτα αφήνουν ελευθέρους. Τούτου δε, αν σωφρονήτε, την μεν νύκτα να δέσετε, την ημέραν δε να ξαπολύσετε.

»Αλλά — προσέθηκεν — απορώ ότι, εάν μεν είς τινα από σας έγεινα απεχθής, το ενθυμείσθε ευκόλως και δεν σιωπάτε. Εάν όμως ή εν καιρώ χειμώνος έτρεξα εις βοήθειαν οιουδήποτε ή εχθρόν τινα απ' αυτού απέκρουσα ή, ενώ ήτο ασθενής ή άπορος, συνετέλεσα εις το να εξευρεθή οιαδήποτε υπέρ αυτού βοήθεια — πάντα ταύτα ουδείς πλέον ενθυμείται. Ακόμη και ουδέ εάν επήνεσά τινα, πράττοντα το καλόν και πρέπον, ουδέ εάν ετίμησα, όσον μου ήτο δυνατόν, κανένα ανδρείον στρατιώτην — και εκ τούτων ακόμη ουδέν απολύτως ενθυμείσθε.

»Εν τούτοις φρονώ ότι καλόν και δίκαιον και ιερόν κ' ευχάριστον (γλυκύ) είναι: τα καλά μάλλον ή τα κακά να ενθυμήται τις».

Μετά τους λόγους αυτούς του Ξενοφώντος πολύ φυσικόν ήτον όλοι πλέον να εγερθούν ενθυμούμενοι (όσα υπέρ αυτών έπραξεν). Και το αποτέλεσμα όλων αυτών υπήρξεν ότι τα πράγματα είχαν ακριβώς όπως ο Ξενοφών τα αφηγήθη.

ΒIΒΛIΟΝ ΕΚΤΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον

Μετά ταύτα δε, διαρκούσης της εν Κοτυώροις διαμονής των, άλλοι μεν των Ελλήνων έζων από τροφάς εξ αγοράς, άλλοι δε και από ληστείας εκ της Παφλαγονίας. Επίσης δε και οι Παφλαγόνες έκλεπτον αρκετά τους διεσκορπισμένους εδώ κ' εκεί εκ των Ελλήνων, και τους κάπως μακρύτερα κατασκηνούντας προσεπάθουν την νύκτα να κακοποιούν. Και ένεκα τούτων διέκειντο προς αλλήλους εχθρικώτατα.

Ο δε Κορύλας, όστις ετύχαινε τότε να ήναι άρχων (διοικητής) της Παφλαγονίας, αποστέλλει προς τους Έλληνας εφίππους πρέσβεις, ωραιότατα ενδεδυμένους, με την εντολήν να τους είπουν ότι ο Κορύλας είναι προθυμότατος: ούτε να βλάπτη, αλλ' ούτε και να βλάπτεται από τους Έλληνας.

Οι δε στρατηγοί απεκρίθησαν ότι περί τούτων μεν θ' αποφασίσουν μαζή με όλον τον στρατόν, τους πρέσβεις δε (με όλην των την διάθεσιν) τους εφιλοξένουν. Προσεκάλεσαν δε και εκ των άλλων Ελλήνων, όσους ενόμιζαν ότι ήσαν οι καταλληλότεροι. (39) Αφού δε προσέφεραν θυσίαν εις τους Θεούς βους των αιχμαλώτων και άλλα (κατάλληλα προς θυσίαν) ζώα, τους παρέθεσαν πλουσιοπάροχον γεύμα, ανακεκλιμένοι δε εις μικράς κλίνας (ευρύχωρα σκαμνιά) έτρωγαν, και έπιναν με ποτήρια καμωμένα από κέρατα βοός, τα οποία τυχαίως είχαν προμηθευθή από την χώραν.

Αφού δ' έγειναν σπονδαί (έκαμαν εκχύσεις αράτου οίνου από τα ποτήριά των προς τιμήν των Θεών) και έψαλαν δοξαστικόν ύμνον προς τον Απόλλωνα («επαιάνισαν»), εσηκώθησαν κατ' αρχάς μεν οι Θράκες και εχόρευσαν μαζή με τα όπλα των εν συνοδεία αυλού, πηδώντες υψηλά και ανάλαφρα, μεταχειριζόμενοι (εν τω χορεύειν αυτών) και τας μαχαίρας των. (40) Επί τέλους δε αρχίζει δήθεν να κτυπά ο ένας τον άλλον (με την μάχαιράν του), ώστε εις όλους να φαίνεται ότι αληθώς τον επλήγωνεν.

Ο πληγωνόμενος δε έπιπτε με τέχνην κατά γης. Και οι Παφλαγόνες ανεβόων (επιδοκιμαστικώτατα). Και ο μεν ένας (εκ των χορευτών), αφού έπαιρνε τα όπλα του άλλου (του ψευδοφονευθέντος), απεμακρύνετο τραγουδών άσμα τι θρακικόν, ονομαζόμενον από τον εν αυτώ τραγουδούμενον ήρωα: «Σιτάλκας». Άλλοι δε εκ των Θρακών μετέφεραν τον άλλον έξω (των θεωμένων), σαν να ήτον αληθινά νεκρός, χωρίς πράγματι να έχη πάθη τίποτε.

Κατόπιν εσηκώθησαν οι Αινιάνες και οι Μαγνήτες, οι οποίοι εχόρεψαν, επίσης με τα όπλα των και αυτοί, τον, όπως τον ωνόμαζαν, χορόν «καρπαίαν». Ο τρόπος δε, καθ' ον εχορεύετο ο χορός αυτός, ήτον ο εξής: (41)

Ο μεν ένας (εκ των δύο χορευτών), αφού αποθέση (ακουμπήση) κάπου εκεί τα όπλα του, κάνει πως σπείρει και οδηγεί ζεύγος βοών προς αροτρίασιν (οργώνει), συχνά-πυκνά στρεφόμενος οπίσω του ως δήθεν φοβούμενος ληστήν, όστις, επί τέλους, κ' εμφανίζεται. Εκείνος όμως, μόλις (από μακράν) τον αντικρύση, αρπάζει τα όπλα του, ορμά κατ' αυτού και μάχεται μαζή του, έμπροσθεν του ζεύγους των βοών (ιστάμενος). (42) — Επίσης δε, όπως και οι προηγούμενοι, και ούτοι έκαναν όλα αυτά κινούμενοι ερρύθμως προς αυλόν. — Επί τέλους ο ληστής νικά και, αφού δέση καλά τον ζευγηλάτην, αρπάζει μαζή μ' αυτόν και το ζευγάρι του. Κάποτε όμως συμβαίνει να αιχμαλωτίζη και ο ζευγηλάτης τον ληστήν. Έπειτα, αφού τον ζεύξη, δεμένον με τας χείρας όπισθεν, κοντά στα βώδια του, θέτει και αυτόν κ' εκείνα εις κίνησιν («ελαύνει»).

Μετά ταύτα εισέρχεται κάποιος από την Μυσίαν καταγόμενος («Μυσός»), κρατών εις εκάστην χείρα (μικράν και ελαφράν, πλεκτήν δε και περικεκαλυμμένην με δέρμα αιγός) ασπίδα. Και άλλοτε μεν, σαν να είχεν ενώπιόν του δύο αντιπάλους, εμιμείτο με τον χορόν την (και προς τους δύο τούτους) μάχην. Άλλοτε δε μετεχειρίζετο εναντίον του ενός μόνον τας ασπίδας, και άλλοτε περιεστρέφετο ταχύτατα, κάμνων συγχρόνως το έν μετά το άλλο και αναπηδήματα από των ποδών προς την κεφαλήν και από της κεφαλής προς τους πόδας (τούμπαις), κρατών και τας ασπίδας ανά χείρας, ώστε ούτω να παρουσιάζη πάγκαλον εν συνόλω θέαμα.

Τελευταίον δ' εχόρευσε τον Περσικόν χορόν, κτυπών τας ασπίδας την μίαν με την άλλην και γονατίζων και ξανασηκωνόμενος (43). Και όλα αυτά επίσης και ούτος έκαμνεν εν συνοδεία αυλού.

Ενώ δ' εχορεύετο ο χορός αυτός, εισελθόντες (αίφνης) οι Μαντινείς, εγερθέντες δε και άλλοι τινές εκ των Αρκάδων, αφού εξωπλίσθησαν όσον ηδύναντο καλλίτερα, εβάδισαν εν ρυθμώ προς τον ένοπλον χορόν εκείνον, συνοδευόμενοι υπ' αυλών, και επαιάνισαν κ' εχόρεψαν, όπως γίνεται εις τας λιτανείας του λαού, όταν προσέρχεται εις τον ναόν, διά να παρακαλέση ή να ευχαριστήση τους εν αυτώ θεούς διά θυσιών κ' ευχών («ώσπερ εν τοις προς τους Θεούς προσόδοις»). Βλέποντες δε οι Παφλαγόνες ταύτα ενόμιζαν ως φοβερά τινα και τεράστια όλους τους χορούς αυτούς, ούτω χορευομένους με τα όπλα.

Ο δε Μυσός, βλέπων αυτούς εκπεπληγμένους, αφού έπεισε κάποιον εκ των Αρκάδων, έχοντα υπό την κυριότητά του ορχηστρίδα, (να της δώση την άδειαν να χορεύση), την οδηγεί ενώπιόν των, αφού την εστόλισεν όσον το δυνατόν καλλίτερα και της έδωκεν ελαφράν ασπίδα (να κρατή). Αύτη δ', (εμφανισθείσα ούτω), εχόρεψεν ελαφρά και ανάερα τον (από του Κρητός Πυρρίχου ονομασθέντα Κρητικόν χορόν) πυρρίχειον. (44)

(Ενώπιον του θεάματος αυτού) ηγέρθη τότε (μεταξύ των Παφλαγόνων) πάταγος, ερωτώντων, εάν και γυναίκες ακόμη συνεπολέμουν μαζή των. Οι δ' Έλληνες έλεγαν (χαριεντιζόμενοι) ότι αύται ήσαν και αι τρέψασαι από του Ελληνικού στρατοπέδου εις φυγήν τον βασιλέα! Και ούτω μεν, λοιπόν, επέρασεν η νυξ αυτή.

Την δ' επομένην τους ωδήγησαν εις το στράτευμα. Και απεφάσισαν οι στρατιώται ούτε να ενοχλούν, αλλ' ούτε και να ενοχλούνται οι Παφλαγόνες. Μετά ταύτα οι μεν πρέσβεις ανεχώρησαν. Οι δ' Έλληνες, αφού είδαν ότι είχαν πλέον εις την διάθεσίν των αρκετά (διά την αναχώρησίν των) πλοία, επιβιβασθέντες έπλεον νυχθημερόν υπό ούριον άνεμον, έχοντες προς τα αριστερά των την Παφλαγονίαν.

Την δ' επομένην φθάνουν εις την Σινώπην και προσορμίζονται εις το επίνειον αυτής Αρμήνην. Οι Σινωπείς δε κατοικούν μεν εις την Παφλαγονικήν χώραν, είναι δε άποικοι των Μιλησίων. Ούτοι, λοιπόν, αποστέλλουν ως δώρα (φιλοξενίας) προς τους Έλληνας κριθίνων μεν αλεύρων τρισχιλίους μεδίμνους, (45) πλήρεις δε οίνου χίλιους πεντακοσίους αμφορείς. (46) Ενταύθα ήλθε και ο Χειρίσοφος με μίαν μόνον τριήρη.

Και οι μεν στρατιώται ήλπιζαν ότι θα ήρχετο φέρων εις αυτούς κάτι τι σπουδαίον. Ούτος όμως δεν έφερε μεν τίποτε, ανήγγειλε δε, ότι εγκρίνει (όσα μέχρι τούδε έπραξαν) και ο ναύαρχος Αναξίβιος και οι άλλοι, και ότι ο Αναξίβιος υπέσχετο ότι, άμα εξέλθουν του Πόντου, θα δώση εις έκαστον μισθόν.

Και εις την Αρμήνην ταύτην έμειναν οι στρατιώται ημέρας πέντε. Άμα δε είδαν (ησθάνθησαν) ότι ήσαν πλησίον της Ελλάδος, τώρα περισσότερον ή πριν εσκέφθησαν (τους μπήκε η έννοια) πως θα ήτο δυνατόν να επιστρέψουν εις την πατρίδα των φέροντες και κάτι τι μαζή των (κάποιο χαρτζηλίκι).

Έκριναν, λοιπόν, ορθόν ότι, εάν εξέλεγαν ένα αρχηγόν, θα ηδύνατο πολύ περισσότερον ή εάν ήτο πολυπρόσωπος Κυβέρνησις ο ένας ούτος να διοικήση επωφελώς το στράτευμα και την ημέραν και την νύκτα, και, εάν παρίστατο ανάγκη να κάνη τίποτε χωρίς να εννοηθή, ότι θα ηδύνατο να κρυφθή πολύ καλλίτερα, και εάν, πάλιν, ήτον ηναγκασμένος να προφθάση (προλάβη) κάτι, ότι τώρα πολύ ολιγώτερον ή πρότερον θα καθυστέρει (θα έμενεν οπίσω). Διότι ενόμιζαν ότι δεν είχαν (πλέον) ανάγκην αναμεταξύ των λόγων (από λόγια), (47) αλλά πώς να τελειώνη (να πραγματοποιήται) το ταχύτερον ό,τι μόνον ο ένας θ' απεφάσιζεν. Ενώ προτήτερα δυνάμει της επικρατούσης ψήφου έπραττον τα πάντα οι στρατηγοί.

Μόλις δ' απεφάσισαν ταύτα, διηυθύνθησαν (ετράβηξαν) προς τον Ξενοφώντα. Και οι λοχαγοί, άμα τον επλησίασαν, του είπαν ότι τοιαύτη είναι η απόφασις του στρατού, έκαστος δε, φιλοφρονούμενος προς αυτόν όσον το δυνατόν περισσότερον, προσεπάθει να τον πείση ν' αναλάβη την αρχηγίαν του στρατεύματος.

Ο δε Ξενοφών αφ' ενός μεν επεθύμει (ό,τι του επροτείνετο), νομίζων ότι και η από μέρους του προς τους φίλους του εκτίμησις εκδηλούται ούτω ζωηροτέρα, (48) και εις την πατρίδα του ότι έτι μεγαλητέρα θα φθάση η φήμη του ονόματός του και ότι ίσως (κατά τύχην) γείνη παραίτιος μεγάλου τινός καλού διά τον στρατόν.

Και λοιπόν, αι μεν τοιαύται σκέψεις τον παρεκίνησαν (τον έσπρωξαν) (49) προς την επιθυμίαν να γείνη γενικός μονάρχης του στρατεύματος. Αλλ' όταν πάλιν ενεθυμείτο (περνούσε απ' το μυαλό του η ιδέα), ότι διά κάθε μεν άνθρωπον είναι άγνωστον πού θα ήναι το μέλλον του (πού θα καταλήξη), ότι δε, διά τούτο, θα εκινδύνευε και να χάση εντελώς όλην την μέχρι τούδε κτηθείσαν διά τόσων κόπων δόξαν, περιήρχετο εις απορίαν περί του πρακτέου (εστενοχωρείτο).

Ενώ δε εις τοιαύτην ευρίσκετο στενοχωρίαν τι να προτιμήση, ενόμισεν ότι το καλήτερον θα ήτο να ερωτήση (ν' ανακοινώση τας σκέψεις του) εις τους θεούς. Και, αφού διέταξε να του φέρουν δύο κατάλληλα προς θυσίαν σφάγια, ηρώτα — ενώ τα εθυσίαζε — τον βασιλέα Δία, όστις του ήτον από το μαντείον των Δελφών ενδεδειγμένος, (ίνα ερωτάται εις τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις). Και μάλιστα το όνειρον, το οποίον είδεν άλλοτε, ότε ήρχιζε να λαμβάνη μέρος εις την από κοινού επιμέλειαν του στρατεύματος (να 'νοιάζεται κι αυτός για την τύχη του στρατεύματος), (50) ενόμιζεν ότι χάρις και μόνον εις τον Θεόν αυτόν το είδεν.

Και ότε ωρμάτο (ξεκινούσε) από την Έφεσον, διά να ενωθή (συνεργασθή) με τον Κύρον, ενεθυμείτο ότι αετός τις εφώναξεν αισιώτατα, καθήμενος όμως κατά γης και ηρεμών, διά τον οποίον ο προπέμπων αυτόν (τον Ξενοφώντα) μάντις έλεγεν ότι εσήμαινε μεν μέγα και γεμάτον από δόξαν μάντευμα, μη αποβλέπον την ατομικήν (του Ξ.) τύχην, ότι όμως προεμήνυε μεγάλας ταλαιπωρίας και μόχθους διά το μέλλον. Διότι (έλεγεν) ότι πάρα πολύ επιτίθενται κατά του ούτω καθημένου αετού τα όρνεα. Και ότι ο οιωνός αυτός δεν προεμάντευε πλούτον και αφθονίαν πόρων. Διότι — κατά την γνώμην του — ο αετός προμηθεύεται τα προς συντήρησίν του αναγκαία μάλλον όταν ίπταται.

Ούτω, λοιπόν, ενώ εθυσίαζεν ερωτών διά των σφαγίων τον Θεόν, του αναγγέλλει ολοφάνερα ούτος να μη προσθέση εις την, ην έχει, αρχήν και άλλην, ούτε, εάν τυχόν τον εξέλεγαν, ν' αποδεχθή την εκλογήν. Και το ζήτημα μεν τούτο ελύθη σύμφωνα με την επιθυμίαν του Θεού.

Ο δε στρατός συνήλθε και πάντες ομοθύμως επρότειναν να εκλέξουν ένα μόνον αρχηγόν. Και αφού το απεφάσισαν, επρότειναν τον Ξενοφώντα. Όταν δε πλέον εφάνη καταφώρως ότι θα τον εκλέξουν, δεδομένου ότι η νικώσα ψήφος ανήκε κατά νόμον πάντοτε εις τον προτείνοντα, ηγέρθη ούτος και είπε τα εξής:

«Εγώ, ω άνδρες, ως άνθρωπος κ' εγώ μ' αδυναμίας, πάρα πολύ ευχαριστούμαι ούτω από σας τιμώμενος και σας ευχαριστώ και εύχομαι να μ' αξιώσουν οι Θεοί να γείνω διά σας κάποιου καλού παραίτιος. Το να προτιμηθώ όμως από σας ως γενικός του στρατού αρχηγός, ενώ παρευρίσκεται εις τας τάξεις σας ανήρ Λακεδαιμόνιος, ούτε εις σας μου φαίνεται ότι είναι συμφέρον — τουναντίον μάλιστα, εάν παρακαλέσετε τους Θεούς εις ό,τι δήποτε, διά τον λόγον ακριβώς τούτον ολιγώτερον θα εισακουσθήτε παρ' αυτών — ούτε πάλιν φρονώ ότι η εκλογή μου αυτή είναι απηλλαγμένη οιουδήποτε κινδύνου ως προς εμέ.

»Διότι βλέπω ότι και την πατρίδα μου δεν έπαυσαν ούτοι (οι Θεοί) πολεμούντες, πριν ή κατορθώσουν ν' αναγνωρίσουν (ρητώς) οι Αθηναίοι τους Λακεδαιμονίους και πριν ή γείνουν (ούτοι) ηγεμόνες των. (51) Αφού δ' ανεγνώρισαν την ηγεμονίαν των ταύτην οι Αθηναίοι, αμέσως (οι Θεοί) έπαυσαν να την πολεμούν και δεν κατεπίεζαν την πόλιν πλέον (τας Αθήνας) πέραν του υπό των συνθηκών συμφωνηθέντος ορίου. Ταύτα, λοιπόν, βλέπων σκέπτομαι μήπως, εάν φανώ ότι, όπου μου είναι εύκολον, εκεί και παραβαίνω τας αξιώσεις των (τας εντολάς των), μήπως, λέγω, λίαν ταχέως υπ' αυτών σωφρονισθώ.

»Όσον δ' αφορά εκείνο το οποίον σκέπτεσθε, ότι θα ηγείρετο μικροτέρα εις τον στρατόν στάσις, εάν, αντί πολλών, υπήρχεν ένας μόνον αρχηγός, μάθετε ότι, και οιονδήποτε άλλον εάν εκλέξετε ως τοιούτον, πάντως εμέ δεν θα με ιδήτε ποτέ στασιαστήν. Διότι φρονώ ότι, όστις, διαρκούντος του πολέμου, στασιάζει εναντίον του αρχηγού του, ότι ούτος εναντίον της ιδίας αυτού σωτηρίας στασιάζει. Εάν δ' εκλέξετε εμέ, δεν θα εξεπληττόμην διόλου, εάν ηθέλατε (μετά τινα καιρόν) εύρη κανένα πρόθυμον να φθονήση (ν' αντιπολιτευθή) και υμάς κ' εμέ».

Αφού δε είπε ταύτα, πολύ περισσότεροι τώρα διεμαρτύροντο λέγοντες ότι είναι απόλυτος ανάγκη να ήναι αυτός (και όχι άλλος) ο αρχηγός. Αγασίας δε ο Στυμφάλιος είπεν ότι θα ήτο γελοίον, εάν τα πράγματα είχον όπως τα εξέθηκεν ο Ξενοφών. «Ή μήπως τάχα θα οργισθούν οι Λακεδαιμόνιοι ακόμη και εάν, συνελθόντες συνδαιτυμόνες τινές εις δείπνον, εκλέξουν προϊστάμενον του συμποσίου μη Λακεδαιμόνιον; Επειδή — είπεν — εάν αληθώς έχη ούτω το πράγμα, πρέπει τότε — κατά την λογικήν αυτήν — να μην επιτραπή και εις ημάς να λοχαγώμεν, επειδή είμεθα Αρκάδες». Τότε, λοιπόν, επειδή ο Αγασίας ούτος ωμίλησεν ευστόχως, οι στρατιώται όλοι ήρχισαν να επιδοκιμάζουν θορυβωδώς τους λόγους του.

Και ο Ξενοφών, επειδή έβλεπεν ότι απ' όσα προηγουμένως είπεν, έλειπεν ακριβώς το σπουδαιότερον, ελθών εις το μέσον (των στρατιωτών) είπεν: «Αλλ', ω άνδρες, διά να βεβαιωθήτε (διά να με πιστέψετε), σας ορκίζομαι εις όλας και όλους τους Θεούς ότι αληθώς εγώ, ευθύς αφού εκατάλαβα την περί εμού απόφασίν σας, ηρώτων τους Θεούς, εάν θα ήτο και διά σας και δι' εμέ επωφελέστερον να μου επιτρέψουν ν' αναλάβω την, ην μου προτείνετε, αρχηγίαν. Οι Θεοί όμως εις τα θυσιασθέντα εις αυτούς σφάγια μου έδειξαν την απόφασίν των τόσον φανερά, ώστε και ιδιώτης ακόμη να ημπορή να καταλάβη (εκ των σφαγίων), ότι διά παντός τρόπου έπρεπε ν' απόσχω της γενικής αρχηγίας του στρατεύματος».

Ένεκα τούτου, λοιπόν, εκλέγουν τον Χειρίσοφον, όστις, ευθύς άμα εξελέγη, παρουσιασθείς προ των στρατιωτών είπε τα εξής: «Αλλ', ω άνδρες, τούτο μεν μάθετε καλώς, ότι ούτε εγώ βέβαια ήθελα στασιάση, εάν αντ' εμού εξελέγετε άλλον. Τον Ξενοφώντα όμως, μη εκλέξαντες, ωφελήσατε. Ακόμη και τώρα (που σας ομιλώ) τον έχει ήδη διαβάλη ο Δέξιππος προς τον Αναξίβιον όσον του ήτο δυνατόν, παρ' όλας τας προτροπάς μου να μη λέγη τοιαύτας διαβολάς. Ούτος δηλαδή (ο Δέξιππος) έλεγε πώς επίστευεν ότι ο Ξενοφών θέλει μάλλον να συναρχηγή του στρατεύματος του Κλεάρχου μαζή με τον Τιμασίωνα, αν και ήτον ούτος Δαρδανεύς, παρά με τον εαυτόν του (τον Δέξιππον), όντα Λάκωνα. (52)

»Αφού όμως — προσέθηκεν — εμέ εξελέξατε, και εγώ (επίσης) θα προσπαθήσω όσον ημπορώ να σας φανώ ωφέλιμος. Και τώρα δύνασθε πλέον να προετοιμάζεσθε μέχρι της αύριον προς αναχώρησιν, εάν ήναι ο καιρός κατάλληλος. Θα διευθυνθώμεν δε προς την Ηράκλειαν. Πρέπει, λοιπόν, όλοι μας να προσπαθήσωμεν να προσορμισθώμεν (να πιάσωμεν) εκεί. Ως προς τα άλλα δε, όταν φθάσωμεν εις την Ηράκλειαν, θα σκεφθώμεν».

Κεφάλαιον δεύτερον

Από την Σινώπην, λοιπόν, την επομένην εκπλεύσαντες (αναχωρήσαντες) έπλεον υπό ούριον άνεμον παρά την ακτήν επί δύο ημέρας. Και [ενώ παρέπλεον, εθεώντο την Ιασονίαν ακτήν, όπου λέγεται ότι προσωρμίσθη η Αργώ, και των ποταμών, πρώτον μεν του Θερμώδοντος, κατόπιν δε του Ίριος και έπειτα του Άλυος, τας εκβολάς, μετά τον τελευταίον δε τούτον, και την του Παρθενίου. Αφού δε επροσπέρασαν και τούτον], έφθασαν εις την Ηράκλειαν, πόλιν Ελληνικήν, αποικίαν των Μεγαρέων, ευρισκομένην δε εις την χώραν των Μαριανδυνών.

Και αγκυροβόλησαν παρά την Αχερουσιάδα Χερρόνησον, όπου λέγεται ότι κατήλθε προς συνάντησιν του Κερβέρου κυνός ο Ηρακλής, δεικνύουν δε και σήμερον εκεί καταβόθραν ως σημείον της καταβάσεώς του, έχουσαν βάθος πλέον των δύο σταδίων.

Ενταύθα οι Ηρακλεώται στέλλουν εις τους Έλληνας ως δώρα φιλοξενίας τρεις χιλιάδας μεδίμνους κριθίνων αλεύρων, δύο χιλιάδας αμφορείς οίνου, είκοσι βους και εκατόν πρόβατα. Ενταύθα, διά μέσου της πεδιάδος, ρέει ποταμός ονομαζόμενος Λύκος, του οποίου το πλάτος ήτο μέχρι δύο πλέθρων.

Οι δε στρατιώται συναθροισθέντες εσκέπτοντο πώς πρέπει πλέον να κάμουν εκ του Πόντου την λοιπήν πορείαν των: κατά γην ή κατά θάλασσαν; Εγερθείς δε Λύκων ο Αχαιός είπε τα εξής: «Απορώ τη αληθεία, ω άνδρες, με τους στρατηγούς: ότι ουδεμίαν καταβάλλουν προσπάθειαν να μας χορηγήσουν το αναγκαιούν δι' εκάστην ημέραν σιτηρέσιον. Διότι όσα μεν μας απέστειλαν οι Ηρακλεώται δεν θα ήναι ή τριών μόλις ημερών τροφή διά τον στρατόν. Από οιονδήποτε δε μέρος και αν εζητήσαμεν τοιαύτην, εστάθη αδύνατον να εύρωμεν. Νομίζω, λοιπόν, ότι πρέπει να ζητήσωμεν από τους Ηρακλεώτας όχι ολιγωτέρους των τριών χιλιάδων κυζικηνών (στατήρων) — διακόψας δ' άλλος τις είπεν: όχι ολιγωτέρους των δέκα χιλιάδων — αφού δ' εκλέξωμεν πρέσβεις, και μάλιστα αμέσως τώρα, να τους στείλωμεν, περιμένοντες αυτούς ενταύθα, εις την πόλιν, ίνα μάθωμεν τι θα μας απαντήσουν, διά να σκεφθώμεν κατόπιν, συμφώνως προς την απάντησίν των, τι θα πράξωμεν».

Μετά τους λόγους τούτους υπέδειξαν ως πρέσβεις πρώτον μεν τον Χειρίσοφον ως γενικόν του στρατού αρχηγόν. Τινές δ' επρότειναν και τον Ξενοφώντα. Ούτοι όμως ισχυρώς εναντιούντο. Διότι και οι δύο την αυτήν είχαν γνώμην: να μην καταπιέζουν Ελληνικήν πόλιν, ούτε να εκβιάζουν την φιλίαν της, όταν αυτή αρνήται να προσφέρη τι με την θέλησίν της.

Επειδή, λοιπόν, και ο Χειρίσοφος και ο Ξενοφών εφαίνοντο απρόθυμοι (να συμμορφωθούν προς την απόφασιν του στρατεύματος), αποστέλλουν Λύκωνα τον Αχαιόν και Καλλίμαχον τον Παρράσιον και Αγασίαν τον Στυμφάλιον. Ούτοι ελθόντες εις Ηράκλειαν ανήγγειλαν τα αποφασισθέντα. Ελέγετο μάλιστα ότι ο Λύκων προέβη και εις απειλάς, εις περίπτωσιν καθ' ην δεν ήθελαν συμμορφωθή προς τας αποφάσεις των.

Ακούσαντες δ' αυτούς οι Ηρακλεώται τους είπαν ότι θα σκεφθούν. Κ' ευθύς αμέσως και τα πράγματά των — (τα πράτα των, τα ζωντανά των) εκ των αγρών συνέλεξαν και, συμμαζεύσαντες ό,τι κατάλληλον ήτο προς αγοράν εκτεθειμένον, μετέφεραν εντός της πόλεως, αφού δ' έκλεισαν τας πύλας της, ήρχισαν να φαίνωνται επί των τειχών της όπλα (έτοιμα προς υπεράσπισίν της).

Ένεκα όλων αυτών οι (ως άνω) κινήσαντες την ταραχήν ταύτην κατηγόρουν τους στρατηγούς ότι, (ως εκ της στάσεώς των), τους κατέστρεψαν (τους εχάλασαν) την υπόθεσιν. Και συνήλθον συνενωθέντες οι Αρκάδες και οι Αχαιοί. Προΐσταντο δ' αυτών προ πάντων Καλλίμαχος ο Παρράσιος και Λύκων ο Αχαιός. Οίτινες έλεγαν ότι ήτον απρεπέστατον να ήναι αρχηγός των Πελοποννησίων Αθηναίος ή και Λακεδαιμόνιος, όστις ελαχίστην είχεν εισφέρη δύναμιν εις τον στρατόν. (53) Ότι αυτοί (κυρίως) κάθε κόπον εδοκίμαζαν, ενώ τα κέρδη ήσαν προωρισμένα δι' άλλους. Και όλα αυτά, ενώ αυτοί έφεραν εις πέρας την εν γένει του στρατού διάσωσιν. Διότι (και πράγματι) — έλεγαν — οι μέχρι τέλους εργασθέντες προς διάσωσίν του ήσαν οι Αρκάδες και οι Αχαιοί, ότι ολόκληρον δε το άλλο στράτευμα (απέναντι του αριθμού αυτών) τίποτε δεν ήξιζεν. — Αληθώς δε πλέον του ημίσεος του στρατεύματος ήσαν Αρκάδες και Αχαιοί.

Εάν, λοιπόν, ήναι φρόνιμοι (εάν, λοιπόν, έχουν μυαλό), πρέπει, αφού συνέλθουν και εκλέξουν ιδίους στρατηγούς, να βαδίσουν πλέον εις τα εξής μόνοι των, προσπαθούντες να καρπωθούν (και αυτοί) τίποτε καλόν. Πράγμα το οποίον και απεφασίσθη αμέσως.

Και αφού εγκατέλειψαν τον Χειρίσοφον (ακόμη και) όσοι ήσαν πλησίον του Αρκάδες και Αχαιοί, και τον Ξενοφώντα, συνηνώθησαν (πάντες) κ' εκλέγουν δέκα (δι' εαυτούς και μόνον) στρατηγούς. Δυνάμει δε του εκ της επικρατούσης ψήφου απορρέοντος δικαιώματος εψήφισαν: παν ό,τι απεφάσιζαν, τούτο και να εκτελούν (οι στρατηγοί). Ούτω λοιπόν, η μεν γενική αρχηγία του Χειρισόφου, έξ ή επτά ημέρας, αφ' ης εξελέγη ούτος, κατελύθη.

Ο Ξενοφών όμως ήθελε μαζή με τον Χειρίσοφον να συνεχίση την πορείαν του, νομίζων ότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα ήτον αύτη ασφαλεστέρα, παρά εάν εβάδιζεν έκαστος (των στρατηγών) ξεχωριστά. Ο Νέων όμως προσεπάθει να τον πείση να προχωρήση μόνος του, επειδή είχε μάθη από τον Χειρίσοφον ότι ο εν Βυζαντίω διοικητής Κλέανδρος του είχεν υποσχεθή ότι θα ήρχετο με πλοία εις τον λιμένα της Κάλπης.

Notes in this chapter

Note 1 · Ή: έχωμεν τον απαιτούμενον καιρόν να προετοιμασθώμεν.↩Note 2 · Εκ των «περιοίκων» της Σπάρτης. Ούτοι ήσαν οι εκτός της Σπάρτης ελεύθεροι κάτοικοι της Λακωνίας, ήτοι οι Λάκωνες, προς διαστολήν των ΣπαρτιαNote 3 · Ή: ενώ δε τα πλοία είχαν εκδράμη προς τον σκοπόν αυτόν,↩Note 4 · Διά των εκ της πωλήσεως της δεκάτης αναλογούντων εις έκαστον χρημάτων ηγοράζετο τεχνούργημά τι χρήσιμον διά την λατρείαν, ονομαζόμενον «ανάθNote 5 · Αι εκασταχού της Ελλάδος αποθήκαι, «όπου απέκειντο τα διάφορα των Ελληνικών πόλεων είτε δημόσια, είτε ιδιωτικά αναθήματα». Ίδε αυτόθι, σημ.↩Note 6 · Ίδε Προλεγομένων εκδόσεως Ι. Πανταζίδου σελ. 17. ↩Note 7 · Ακατανόητον. Τι και διατί εις το κτήμα αυτό εχρησμοδότει («ανείλεν») ο Θεός;↩Note 8 · Ο Τιμησίθεος επρότεινε ν' προσκαλέσουν προς σύμπραξιν τους, ους, εδακτυλοέδειξε, δυτικούς Μοσσυνοίκους, κατ' αντίθεσιν των ανατολικών οίτινεNote 9 · Ή: από παλαιόν σίτον κατασκευασμένους άρτους, ↩Note 10 · Λέγεται παρά τω λαώ και ασπροσίτι. Έχει δύο στοίχους κόκκων (πυρών) και ωριμάζει αργά.↩Note 11 · Επομένως και την ατμόσφαιραν αραιοτέραν, άρα πλειότερον πρόσφορον εις την, και μεταξύ των μεγαλητέρων αποστάσεων, διαβίβασιν των ήχων. ↩Note 12 · Οι Χάλυβες ούτοι ήσαν μέρος των εν τω Δ' βιβλίω μνημονευθέντων.↩Note 13 · Η λέξις επί της εννοίας των εξ εκάστης Ελληνικής χώρας Ελλήνων (Αρκάδων, Ηλείων κ.λ.π.).↩Note 14 · Ή: «δυνάμεθα δε να τους περιποιούμεθα (να τους θεραπεύομεν) ευκόλως, όταν θέλωμεν».↩Note 15 · Δηλαδή οι Ηρακλεώται και Σινωπείς.↩Note 16 · Ή: κατά μήνα ↩Note 17 · Νόμισμα χρυσούν της πόλεως Κυζίκου, ίσης αξίας προς τον δαρεικόν. ↩Note 18 · Ή: αφ' ενός μεν διότι κατάγομαι εκείθεν, αφ' ετέρου δε, διότι υπηρέτησα εν αυτή ποτε (υπό τον Φαρνάβαζον) με τον Κλέαρχον και τον ΔερκυλίδανNote 19 · Δηλαδή εξαιρετικά και χρήσιμα.↩Note 20 · Τα επί των σπλάγχνων των σφαγίων σημεία. ↩Note 21 · Ο αιώνιος και εν ειρήνη και εν εκστρατεία και εν πολέμω τυχοδιωκτισμός του Έλληνος! Το φοβερόν σαράκι, εις το οποίον είναι απολύτως αδύνατονNote 22 · Περίπου ό,τι παρ' ημίν συλλαλητήριον. ↩Note 23 · Ή — κατά τον Πανταζίδην — διότι ενόμιζεν (ο Κλεάρετος) ότι ήτο φιλικόν «το χωρίον»↩Note 24 · Η κατά νεοελληνικήν αντίληψιν μετάφρασις του «αισθόμενοι δε τους βαρβάρους όποι ίοιεν» = μας έγειναν κι' αυτοί κουνούπι!↩Note 25 · Αυτό το «μα τον Δία» δι' Έλληνας φοβηθέντας είναι αμίμητον. Ήτον αδύνατον να πιστεύση ο Ξενοφών ότι υπάρχουν «Έλληνες φοβούμενοι». ΑπείθαρχοNote 26 · Σκήπτρον κρατούμενον υπό του κήρυκος ως σημείον του επαγγέλματός του, με το οποίον δε πάντοτε παρίσταται ο Ερμής ως προστάτης Θεός των κηρύκNote 27 · Είδος πρέσβεως, ον μετεχειρίζοντο μόνον εν καιρώ πολέμου, ενώ τον καθ' αυτό «πρέσβυν» μετεχειρίζοντο και εν ειρήνη και εν πολέμω.↩Note 28 · «Τα ερυμνά (έχειν τινά) υπερδέξια» είναι η αρχαία έκφρασις.↩Note 29 · Το παρόν κεφάλαιον δεν είναι βέβαια και το μόνον, εις ό τόσον εξόχως δοκιμάζεται το σκωπτικόν και πικρόχολον και ειρωνικόν του Ξενοφώντος πνNote 30 · Ή: να γείνη αφορμή παρανομιών.↩Note 31 · Ίδε Βιβλ. Ε', Κεφ. Α', Παραγρ. 16 — ένθα οι φρουρήσαντες ενόμισαν Ελληνοπρεπέστατον να ποιήσωντι και κάποια ρεμούλα στα φορτία, ων φρουροί εNote 32 · Νόμισμα 100 δρ. Αττικών.↩Note 33 · Ομολογεί δηλ. ότι, εάν υπό τας, ας αναφέρει περιστάσεις ήτον απαθής, θα ωμοίαζεν ου μόνον κατά την υπομονήν, αλλά και κατά την αντοχήν εις τNote 34 · Ή: παρουσιασθείς έξαφνα μπροστά σου, ↩Note 35 · Κατά λέξιν: «Τι λοιπόν; απήντησεν, απέθανε κατά τι ολιγώτερον, αφού εγώ σου τον παρέδωκα;». Δηλ. τι σημαίνει, αφού και κατόπιν, άμα σου τον Note 36 · Κατά την υπό του Μ. Ναπολέοντος του 1799 εκστρατείαν της Συρίας χολέρα ενέσκηψεν εις τον Γαλλικόν στρατόν. Ζήτημα ηγέρθη τότε μεταξύ του ΑυτNote 37 · Ή: να επιδιώκουν δι' οιουδήποτε τρόπου παν θεμιτόν και αθέμιτον↩Note 38 · Η λέξις εγράφη επίτηδες, χάριν της μετ' αυτήν ερχομένης ποιητικής μεταφοράς.↩Note 39 · Ίδε τα εν τω Γ' βιβλ. 2, 31 αποφασισθέντα. ↩Note 40 · Ή: όσους ενόμιζαν ότι ήτον ορθόν και δίκαιον (να τους προσκαλέσουν)↩Note 41 · Έως εδώ ο χορός ομοιάζει με τον σημερινόν Αρναούτικον (Αρβανίτικον, υπό την γενικωτέραν του μορφήν), αναπηδήμασι και μαχαίραις χορευόμενον. Note 42 · Ολόκληρος ηθοποιία εδώ λαμβάνει χώραν. Εν γένει πρόκειται περί ωραιοτάτων ηθογραφικών σκηνών, τας οποίας η εν τω φιλολογικώ τούτω είδει αδύνNote 43 · Σαν να προφυλάσση δήθεν ούτω με το σώμα του τα βώδια του από την αρπαγήν.↩Note 44 · Τοιούτος χορός με γονατίσματα είναι και ο εν τη βορειοδυτική Ελλάδι, Ηπείρω και κάτω Αλβανία, όπου και οι Τσάμηδες, ορχούμενος Τσάμικος χορόNote 45 · Ο προς το σύγχρονον ύφος και το σύγχρονον χρώμα και την σύγχρονον ζωήν και έκφρασιν και γραφικότητα προσανατολισμός της ηθογραφικής αυτής σκNote 46 · Έκαστος μέδιμνος = 52 1/2 λίτρας περίπου. ↩Note 47 · Έκαστος αμφορεύς = 39 περίπου λίτρας. ↩Note 48 · Ή: . . . ανάγκην διαβιβαζομένων προς αλλήλους διαταγών↩Note 49 · Ως είναι συντεταγμένον το σχετικόν χωρίον, είναι δυσερμήνευτον.↩Note 50 · Ή: του σήκωσαν το κεφάλι↩Note 51 · Ίδε βιβλίον Γ'. Κεφάλ. Α', 11. ↩Note 52 · Ή .... και πριν ή γείνουν (εις κάθε των διάβημα) οδηγοί των.↩Note 53 · Επί του χωρίου τούτου ο ουχί άπαξ σφαλλόμενος εις τας ερμηνείας του Πανταζίδης φορτώνει τρεις αλληλοσυγκρουομένας ερμηνείας, παρουσιάζων τονNote 54 · Περί τους 700 μόνον οπλίτας. Και εννοεί τον Χειρίσοφον.↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings