← Table of contents
Κύρου Ανάβασις Τόμος 2

Front matter (continued 3)

Demetrios Anastasopoulos translation

Μετά ταύτα ο Ξενοφών τον παρακαλεί να του παραδώση τους ομήρους και να εκστρατεύση μαζή του, εάν θέλη, εις το όρος. Άλλως, θα τον αφήση. Την επομένην, λοιπόν, του παραδίδει ο Σεύθης τους ομήρους, οίτινες ήσαν όλοι άνδρες γηραιότατοι και — όπως έλεγαν — οι καλλίτεροι των ορεινών (Θρακών). Ο ίδιος δε (ο Σεύθης) έρχεται με όλην του την δύναμιν. Ήδη δε είχε και τριπλασίας του Ξενοφώντος (στρατιωτικάς) δυνάμεις. Διότι πολλοί εκ των Οδρυσών, μανθάνοντες τα κατορθώματα του Σεύθου, κατέβαιναν από τα όρη, διά να εκστρατεύσουν μαζή του.

Οι δε Θυνοί, αφού από του όρους είδαν να έρχωνται εναντίον των πολλούς μεν οπλίτας, πολλούς δε πελταστάς, πολλούς δε ιππείς, καταβάντες, ικέτευον να γείνη ειρήνη μεταξύ των και συγκατετίθεντο να συμμορφωθούν εις ό,τι τους ζητήσουν και τους παρεκάλουν να βεβαιωθούν περί της (προς αυτούς) καλής των πίστεως.

Ο δε Σεύθης, καλέσας τον Ξενοφώντα, του ανεκοίνου τας προτάσεις των, του είπε δε ότι δεν θα συνωμολόγει μετ' αυτών ειρήνην, εάν ο Ξενοφών ήθελε να τους τιμωρήση διά την, ην υπέστη, επίθεσιν.

Ο δε Ξενοφών είπεν: «Αλλ' ως προς εμέ τουλάχιστον, νομίζω ότι και τώρα αρκετά τιμωρούνται, εάν (αφού) θα ήναι πλέον (του λοιπού) αντί ελευθέρων δούλοι». Συνεβούλευεν όμως τον Σεύθην να λαμβάνη εις το μέλλον ως ομήρους τους μάλλον δυνατούς και ικανούς να βλάψουν (τον εχθρόν), τους δε γέροντας ν' αφήνη εις τας οικίας των». Τοιουτοτρόπως, λοιπόν, οι μεν Θυνοί υποταχθέντες συνωμολόγησαν πάντες ειρήνην με τον Σεύθην.

Κεφάλαιον πέμπτον

Υπερπηδήσαντες δε τα όρη έρχονται προς τους υπέρ το Βυζάντιον κατοικούντας Θράκας, εις το καλούμενον Δέλτα. Της επικρατείας δε τούτων δεν ήρχε πλέον ο Μαισάδης, αλλά Τήρης ο Οδρύσης.

Και ο Ηρακλείδης παρευρίσκετο ενταύθα κρατών το αντίτιμον των λαφύρων. Και ο Σεύθης, αφού εξήγαγεν (αφού ξεχώρισεν εκ του σωρού των συλλεγέντων λαφύρων) τρεις συρομένας υπό ημιόνων αμάξας, (105) διότι δεν υπήρχαν περισσότεροι — των λοιπών συρομένων από βόας — καλέσας τον Ξενοφώντα τον παρεκάλει να λάβη μίαν εξ αυτών, τας δε λοιπάς να διαμοιράση εις τους στρατηγούς και λοχαγούς.

Ο Ξενοφών δε του απήντησεν: «Εγώ μεν ήδη έχω αρκετά (λάφυρα), ώστε να λάβω και άλλα. Δώρισέ τας όμως εις τους στρατηγούς και λοχαγούς αυτούς, οι οποίοι με συνώδευσαν εις τας μάχας». Και λαμβάνει εκ των αμαξών μίαν μεν Τιμασίων ο Δαρδανεύς, μίαν δε Κλεάνωρ ο Ορχομένιος, μίαν δε Φρυνίσκος ο Αχαιός.

Αι δε συρόμεναι από βόας άμαξαι (106) διενεμήθησαν εις τους λοχαγούς. Παρελθόντος δε ήδη του μηνός, πληρώνει (ο Σεύθης) τον μισθόν είκοσι μόνον ημερών. Διότι ο Ηρακλείδης έλεγεν ότι δεν κατώρθωσε να εισπράξη περισσότερα από την πώλησιν των λαφύρων. Δυσαρεστηθείς, λοιπόν, ως εκ τούτου ο Ξενοφών είπεν ορκισθείς συγχρόνως (συνοδεύσας και μ' επίκλησιν προς τους Θεούς τους λόγους του): «Νομίζω, ω Ηρακλείδη, ότι δεν φροντίζεις (δεν νοιάζεσαι) όπως πρέπει περί της υπολήψεως του Σεύθου. Διότι, εάν εφρόντιζες, θα ήρχεσο φέρων ολόκληρον τον μισθόν και, εάν δεν κατώρθωνες άλλως να συμπληρώσης τα (διά τον μισθόν) αναγκαιούντα χρήματα, έπρεπε να δανεισθής, ακόμη και αυτά τα ενδύματά σου να πωλήσης».

Κατόπιν των λόγων αυτών του Ξενοφώντος ο Ηρακλείδης εστενοχωρήθη και εφοβήθη μη χάση την φιλίαν του Σεύθου, διά τούτο δε και από της ημέρας ταύτης διέβαλλε όσον του ήτο δυνατόν τον Ξενοφώντα προς τον Σεύθην.

Και οι μεν στρατιώται, λοιπόν, ητιώντο τον Ξενοφώντα ότι δεν είχαν λάβη τον μισθόν. Ο δε Σεύθης δυσηρεστήθη μαζή του, διότι εντόνως απήτει τον μισθόν των. Και μέχρι μεν της ημέρας αυτής, πάντοτε είχε κατά νουν ότι, όταν απέλθη (επιστρέψη) προς την θάλασσαν, θα του δωρίση (ό,τι του είχεν υποσχεθή), την Βισάνθην δηλαδή και τον Γάνον και το Νέον τείχος. Από της ημέρας ταύτης όμως τίποτε πλέον απ' όλα αυτά δεν ενεθυμήθη. Διότι ο Ηρακλείδης ακόμη και την διαβολήν ταύτην (εις βάρος του Ξενοφώντος) διενοήθη: ότι δεν ήτον ακίνδυνον να εμπιστευθή τείχη εις άνδρα έχοντα μαζή του τοσαύτην στρατιωτικήν δύναμιν.

Ένεκα όλων αυτών ο Ξενοφών εσκέπτετο τι πρέπει ν' αποφασίση ως προς την εξακολούθησιν της προς τ' άνω πορείας του στρατεύματος. Ο δε Ηρακλείδης, αφού εισήγαγε τους άλλους στρατηγούς προς τον Σεύθην, (πλην του Ξενοφώντος), τους προέτρεπε να ειπούν ότι με την αυτήν του Ξενοφώντος ικανότητα θα ηδύναντο και αυτοί να οδηγήσουν τον στρατόν, και τους υπέσχετο ότι εντός ολίγων μόνον ημερών θα τους δώση πλήρη τον μισθόν δύο μηνών, και τους παρεκάλει να εκστρατεύσουν με τον Σεύθην.

Αλλ' ο Τιμασίων είπεν: «Εγώ μεν, λοιπόν, ουδέ εάν πρόκηται να λάβω πέντε μηνών μισθόν, θα εκστρατεύσω ποτέ χωρίς τον Ξενοφώντα». Και ο Φρυνίσκος και ο Κλεάνωρ συνεφώνουν με όσα είπεν ο Τιμασίων. Ένεκα τούτου ο Σεύθης ύβρισε τον Ηρακλείδην, διότι μαζή με τους στρατηγούς δεν προσεκάλεσε και τον Ξενοφώντα.

Τον προσκαλούν, λοιπόν, να έλθη προς τον Σεύθην μόνος. Αλλ' ο Ξενοφών, εννοήσας την πανουργίαν του Ηρακλείδου, ότι είχε σκοπόν να τον διαβάλη προς τους άλλους στρατηγούς, προσέρχεται εις τον Σεύθην, αφού επήρε μαζή του και όλους τους στρατηγούς και λοχαγούς. Και αφού όλοι, (ματαιωθέντων των δολίων σκοπών του Ηρακλείδου), επείσθησαν, συνεξεστράτευσαν (ξεκίνησαν όλοι μαζή) και φθάνουν, έχοντες προς τα δεξιά τον Πόντον, διά των Θρακών των ονομαζομένων Μελινοφάγων, εις τον Σαλμυδησσόν.

Ενταύθα πολλά των εις τον Εύξεινον πλεόντων πλοίων ναυαγούν και ρίπτονται έξω (εις την ξέραν). Διότι εις μεγάλην της θαλάσσης έκτασιν υπάρχουν αβαθή νερά. Και οι Θράκες οι εις τα μέρη ταύτα κατοικούντες, στήλας ως όρια των ιδιοκτησιών των πήξαντες, ληστεύουν έκαστοι ό,τι εις την περιοχήν εκάστου ήθελε ξεπέση.

Ελέγετο δε ότι μέχρι προ ολίγου, [πριν ή καθορισθούν διά τοιούτων στηλών αι ιδιοκτησίαι των], πολλοί εξ αυτών, καθ' ον καιρόν προέβαιναν εις αρπαγάς, αλληλοσκοτώνοντο. Ενταύθα ευρίσκοντο πολλαί μεν κλίναι, πολλά δε κιβώτια, πολλά δε βιβλία χειρόγραφα (107) και πολλά άλλα, όσα οι κυβερνήται των πλοίων (οι καραβοκυραίοι) φέρουν μέσα εις ξύλινα δοχεία.

Εντεύθεν, αφού όλα τα κατέστρεψαν, ανεχώρησαν και πάλιν. Τότε, λοιπόν, ο Σεύθης είχε πλέον στρατόν μεγαλήτερον του Ελληνικού. Διότι και εκ των Οδρυσών πολύ περισσότεροι ακόμη είχαν κατέλθη και οι εκάστοτε (εις αυτόν) υποτασσόμενοι συνεξεστράτευαν μαζή του. Κατεσκήνωσαν δε εις την υπεράνω της Σηλυβρίας πεδιάδα, απέχοντες της θαλάσσης τριάκοντα περίπου στάδια.

Και μισθός μεν κανείς δεν εφαίνετο ακόμη (Και κανείς μεν δεν επληρώνετο ακόμη). Μέ τον Ξενοφώντα δε και οι στρατιώται ήσαν δυσηρεστημένοι και ο Σεύθης έπαυσε πλέον να διάκηται φιλικώς, οσάκις δ' εκείνος τον επλησίαζε με σκοπόν να τον συναντήση, τότε ακριβώς του παρουσιάζοντο πλείσται όσαι ασχολίαι.

Κεφάλαιον έκτον

Κατά την εποχήν ταύτην, ότε είχαν ήδη παρέλθη σχεδόν δύο μήνες, φθάνουν ο Χαρμίνος ο Λάκων και ο Πολύνικος εκ μέρους του Θίμβρωνος, και αναγγέλλουν ότι οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν να εκστρατεύσουν κατά του Τισσαφέρνους, και ότι ο Θίμβρων ανεχώρησεν από την Λακεδαίμονα με σκοπόν να τον πολεμήση, ότι δ' έχει ανάγκην του στρατού τούτου, και ότι υπόσχεται ότι έκαστος μεν στρατιώτης θα λάβη κατά μήνα ως μισθόν ένα δαρεικόν, έκαστος δε λοχαγός, δύο, και έκαστος στρατηγός, τέσσαρας.

Αφού δε ήλθαν οι Λακεδαιμόνιοι, αμέσως ο Ηρακλείδης, μαθών ότι έρχονται διά το στράτευμα, λέγει εις τον Σεύθην ότι κάτι τι εκτάκτως δι' αυτόν καλόν έχει συμβή. «Διότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι έχουν ανάγκην του στρατεύματος, συ δε δεν έχεις πλέον».

»Επιστρέφων δε εις αυτούς το στράτευμα, θα τους ευχαριστήσης, από σε δε δεν θ' απαιτήσουν πλέον τα οφειλόμενα (οι στρατιώται), αλλά θ' απομακρυνθούν από την χώραν σου». Ακούσας ταύτα ο Σεύθης, παρακαλεί να έλθουν πλησίον του οι απεσταλμένοι. Και αφού του είπαν ότι ήλθαν διά το στράτευμα, τους απήντησεν ότι (ευχαρίστως) τους το επιστρέφει, ότι επιθυμεί να ήναι φίλος των και σύμμαχος, και ότι τους προσκαλεί κατ' οίκον να τους φιλοξενήση. Και (πράγματι) τους εφιλοξένισε μεγαλοπρεπώς. Τον δε Ξενοφώντα δεν προσεκάλεσεν, όπως και κανένα εκ των άλλων στρατηγών.

Επειδή δε τον ηρώτων οι Λακεδαιμόνιοι τι είδους άνθρωπος είναι ο Ξενοφών, απεκρίθη ότι: «κατά τα άλλα μεν δεν είναι κακός, αγαπά όμως τους στρατιώτας. Και τούτο είναι δι' αυτόν πολύ χειρότερον παρά εάν δεν τους ηγάπα». Οι δε απεσταλμένοι απεκρίθησαν: «Αλλά τότε εξ άπαντος τους εξαπατά με κολακείας». Και ο Ηρακλείδης απήντησε: «Και πάρα πολύ μάλιστα».

«Τότε, λοιπόν — είπαν οι Λακεδαιμόνιοι — μήπως υπάρχει κανείς φόβος να μας εναντιωθή εις την απομάκρυνσιν του στρατεύματος;». «Αλλ' εάν — απήντησεν ο Ηρακλείδης — αφού συναθροίσετε τους στρατιώτας, τους υποσχεθήτε ότι θα τους μισθοδοτήσετε, ελάχιστα εις εκείνον προσέχοντες, θα φύγουν τρέχοντες τότε από 'δώ μαζή σας».

«Και με ποίον τρόπον, λοιπόν, απήντησαν, θα ηδυνάμεθα να τους συναθροίσωμεν;». «Αύριον το πρωί, είπεν ο Ηρακλείδης, θα σας οδηγήσωμεν προς αυτούς. Έχω δε πεποίθησιν — προσέθηκεν — ότι, μόλις σας ιδούν, με προθυμίαν αμέσως και χαράν θα τρέξουν όλοι προ σας». Τοιουτοτρόπως μεν ετελείωσε και η ημέρα αύτη.

Την δε επομένην οδηγούν εις το στράτευμα τους Λάκωνας ο Σεύθης και ο Ηρακλείδης, και συναθροίζεται όλος ο στρατός. Οι δε Λάκωνες έλεγαν «ότι οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν να πολεμήσουν τον αδικήσαντα υμάς Τισσαφέρνην. Εάν, λοιπόν, εκστρατεύσετε εναντίον του μαζή μας, και τον εχθρόν θα τιμωρήσετε και ο καθένας σας θα λάβη κατά μήνα από ένα δαρεικόν, ο λοχαγός δε το διπλάσιον και ο στρατηγός το τετραπλάσιον».

Και οι στρατιώται ήκουσαν ταύτα μ' ευχαρίστησίν των, αμέσως δε σηκώνεται κάποιος εκ των Αρκάδων, διά να κατηγορήση τον Ξενοφώντα. Παρευρίσκετο δε και ο Σεύθης, θέλων να ίδη τι θα γείνη. Εκάθητο δε εις μέρος, από το οποίον ευκόλως ηδύνατο να τους ακούη, έχων παραπλεύρως τον διερμηνέα του. Καταλάβαινε δε και ο ίδιος τα πλείστα Ελληνιστί.

Τότε, λοιπόν, λέγει ο Αρκάς: «Αλλ' ημείς μεν, ω Λακεδαιμόνιοι, (ου μόνον τώρα, αλλά) και προ πολλού θα ήμεθα πλησίον σας, εάν δεν μας ωδήγει με απάτην ο Ξενοφών εδώ, όπου ημείς μεν, καθ' όλον τον παρελθόντα φοβερόν χειμώνα εκστρατεύοντες, ούτε νύκτα, ούτε ημέραν ανεπαύθημεν. Αυτός δε εξεμεταλλεύετο τους κόπους μας. Και ο Σεύθης εκείνον μεν κρυφίως κατέστησε πλουσιώτατον, ημάς δε αρνείται να μας πληρώση.

»Ώστε — [τούτο δε, βέβαια, είμαι και ο πρώτος που το προτείνω] — εγώ μεν, εάν τον έβλεπα λιθοβολούμενον και τιμωρούμενον δι' ας υπέστημεν ταλαιπωρίας, (επί τόσον καιρόν εξαπατώμενοι), θα ενόμιζα ότι και τον μισθόν μου έλαβα ολόκληρον και δι' όσα υπέφερα δεν θα ησθανόμην καμμίαν πλέον δυσαρέσκειαν». Μετά τον Αρκάδα αυτόν ηγέρθη και άλλος επίσης και κατόπιν άλλος. Μεθ' ό ο Ξενοφών είπε τα εξής: (108)

«Αλλά, καθώς βλέπω, όλα πρέπει κανείς να τα περιμένη, έχων υπ' όψει του ότι είναι άνθρωπος. Πράγμα το οποίον είναι ει περ ποτε αληθινόν σήμερον, ότε κ' εγώ ακόμη κατηγορούμαι από σας, εις στιγμήν δε καθ' ην η συνείδησίς μου μού λέγει ότι υπήρξα πάντοτε προθυμότατος διά παν ό,τι σας ενδιέφερε. Διότι μέχρι σήμερον μεν ηρνούμην να σας επαναφέρω εις την πατρίδα σας, όχι, μα τον Δία, βέβαια, διότι εμάνθανα ότι ευτυχείτε, αλλά μάλλον διότι σας έβλεπα δυστυχούντας, σκοπεύων να σας φανώ, εφ' όσον μου ήτο δυνατόν, ωφέλιμος.

»Αφού δε ήλθα (εις την Θράκην), αν και αυτός εδώ ο Σεύθης μου έστειλε πολλούς αγγελιοφόρους (προσκαλών με), και πλείστα όσα μου υπέσχετο, εάν κατώρθωνα να σας πείσω να έλθετε προς αυτόν, ουχ ήττον δεν εδοκίμασα να πράξω τούτο, καθώς σεις αυτοί είσθε εις θέσιν να γνωρίζετε. Σας ωδήγησα δ' εκεί μόνον οπόθεν εφανταζόμην ότι θα ήτο δυνατόν να διαβιβασθήτε ως τάχιστα εις την Ασίαν. Διότι την απόφασίν μου ταύτην και πολύ συμφέρουσαν ενόμιζα διά σας και πολύ καλά εγνώριζα ότι την εγκρίνετε.

»Επειδή δε ο Αρίσταρχος, ελθών με τας τριήρεις του (εις ό μέρος ήμεθα), μας ημπόδιζε να διαβιβασθώμεν, ένεκα τούτου — ως ήτο, βέβαια, επόμενον (καθώς, άλλως τε, έπρεπε) — σας προσεκάλεσα, διά να σκεφθώμεν τι πρέπει να πράξωμεν.

»Λοιπόν σεις, μανθάνοντες μεν αφ' ενός ότι ο Αρίσταρχος σας διέτασσε να πορευθήτε εις την Χερρόνησον, μανθάνοντες δ' εξ άλλου ότι ο Σεύθης σας επρότεινε, προβάλλων χιλίας δύο υποσχέσεις, να συνεκστρατεύσητε μαζή του, όλοι μεν ελέγατε να πορευθήτε προς τον Σεύθην, όλοι δε πάντα ταύτα εψηφίσατε.

»Εις την περίπτωσιν, λοιπόν, αυτήν, κατά τι εγώ σας ηδίκησα, οδηγήσας υμάς εκεί όπου όλοι σας ενεκρίνατε να έλθετε; Αφού όμως ήρχισε να ψεύδεται περί του μισθού (εις όσα μας υπεσχέθη) ο Σεύθης, εάν μεν ήθελα εγκρίνη (ως ορθήν) την διαγωγήν του ταύτην, δικαίως τότε ηθέλατε με κατηγορήση και μισήση. Εάν δε, ενώ ήμην φίλος του προτήτερα περισσότερον από κάθε άλλον, διίσταμαι σήμερα υπέρ πάντα άλλον προς αυτόν, σας ερωτώ: πώς, αφού προτιμώ σας αντί του Σεύθου, θα κατηγορούμην ακόμη δικαίως από σας δι' όσα προς αυτόν διίσταμαι;

«Αλλ' ηθέλατε ίσως είπη ότι μου επιτρέπεται πλέον να πονηρεύωμαι (απέναντί σας), έχων (ήδη) παρά του Σεύθου (εις χείρας μου) και όσα σας ανήκουν (χρήματα). Λοιπόν, είναι αναμφιβόλως φανερόν τούτο: ότι, εάν πράγματι ο Σεύθης εξετέλει έστω και ελάχιστον μέρος των υποσχέσεων, τας οποίας μου έδωκε, βεβαίως δεν θα εξετέλει ταύτας κατά τρόπον ώστε να αρνήται μεν όσα μου υπεσχέθη ότι θα μου δώση, να πληρώνωνται δε προς σας μισθοί οφειλόμενοι. Αλλά νομίζω ότι, εάν υποτεθή ότι μου έδιδε (χρήματα), βεβαίως θα μου τα έδιδε κατά τοιούτον τρόπον, ώστε, δίδων εις εμέ τα ολιγώτερα, να μην επιστρέφη (πληρώνη) εις σας τα περισσότερα.

»Διά τούτο, λοιπόν, εάν φρονήτε ότι τα πράγματα έχουν (όπως τα εξέθηκα), σας επιβάλλεται ευθύς αμέσως, τόσον δι' εμέ, όσον και διά τον Σεύθην, ν' αποδείξετε ως ψευδή την, (ην υποπτεύεσθε), πράξιν ταύτην (της δωροδοκίας), εισπράττοντες από αυτόν ό,τι σας οφείλει. Διότι ούτω θα γείνη φανερόν ότι, εάν έχω πάρη τι από τον Σεύθην, έστω και ελάχιστον, θα μου ζητήση να του το επιστρέψω, και θα μου το ζητήση μάλιστα πολύ δικαίως, εάν δεν αποδείξω ως πράγματι γενομένην την πράξιν, δι' ην εδωροδοκήθην.

»Αλλά φρονώ ότι πολύ μακράν είμαι της, ην μου προσάπτετε, κατηγορίας, ότι δηλαδή εγώ έχω εις χείρας μου ό,τι σας ανήκει (τους μισθούς σας). Διότι σας ορκίζομαι εις όλας και όλους τους Θεούς ότι δεν έλαβα ούτε όσα κατ' ιδίαν μου υπεσχέθη ο Σεύθης. Είναι δε παρών εδώ και αυτός ο ίδιος, ακούων δε (όσα λέγω) δύναται να μαρτυρήση αν επιορκώ.

»Διά να εκπλαγήτε δε ακόμη περισσότερον, σας ορκίζομαι εν ταυτώ ότι δεν έλαβα ούτε όσα οι άλλοι στρατηγοί έλαβαν, αλλ' ούτε ακόμη και όσα τινές εκ των λοχαγών.

»Και διατί, λοιπόν, εφάνην τοιούτος (θα ερωτήσετε); Διότι ενόμιζα, ω άνδρες, ότι όσω περισσότερον ήθελα υποφέρη με τον Σεύθην την (προ της εκστρατείας) πενίαν, τόσω περισσότερον θα εγίνετο φίλος μου εις περίπτωσιν, καθ' ην θα ήτο δυνατόν να μας ωφελήση. Ουχ' ήττον ύστερα είδα ότι, μόλις ηυτύχησεν ο Σεύθης, ευθύς αμέσως μετέβαλε τας προς εμέ διαθέσεις του.

»Αλλά θα έλεγέ τις: και λοιπόν δεν αισχύνεσαι ότι ούτω μωρώς εξηπατήθης; Ναι, μα τον Δία, θα ησχυνόμην δι' αυτό εξ άπαντος, εάν εξηπατώμην από εχθρόν μου (όχι από φίλον). Διότι φρονώ ότι είναι μάλλον επονείδιστον το να εξαπατήσω τινά, ενώ είμαι φίλος του, παρά το να εξαπατηθώ υπ' αυτού. Επειδή όλην την διά τους φίλους απαιτουμένην προσοχήν και φύλαξιν γνωρίζω ότι ετηρήσαμεν, ώστε να μη του δώσωμεν (ύστερα) πρόφασιν δικαίαν να μας αρνήται ό,τι υπεσχέθη. Διότι ούτε τον ηδικήσαμεν εις τίποτε, ούτε από οκνηρίαν παρημελήσαμεν τας υποθέσεις του, αλλ' ούτε και εφάνημεν, έστω και κατ' ελάχιστον, άνανδροι όπου δήποτε μας προσεκάλεσεν εις βοήθειάν του.

»Αλλά θα ελέγατε ίσως ότι έπρεπε τότε (προ της εκστρατείας) να λάβω (προς ασφάλειάν μου) τον (συνήθη διά τοιαύτας περιστάσεις) αρραβώνα, ώστε να μη του ήτο δυνατόν να μ' εξαπατήση, ακόμη και αν ήθελεν. Ως προς ταύτα, λοιπόν, ακούσατε όσα αντίθετα αυτών εγώ ποτέ δεν θα σας έλεγα, παρά μόνον εάν μου εφαίνεσθε άκριτοι εντελώς ή λίαν προς εμέ αχάριστοι:

»Ενθυμηθήτε υπό ποίας δυσκόλους περιστάσεις έτυχε να ήσθε, ότε σας ωδήγησα προς τον Σεύθην. Μήπως, πλησίον μεν της Περίνθου ευρισκομένους, δεν σας ημπόδισε να εισέλθετε εις αυτήν Αρίσταρχος ο Λακεδαιμόνιος, κλείσας υμάς έξω των πυλών της; Όλοι σας δε τότε εστρατοπεδεύατε εν υπαίθρω, εν μέσω δε χειμώνι, τα προς διατροφήν σας δε μόνον εξ αγορών επρομηθεύεσθε, άλλοτε μεν ευρίσκοντες ταύτα σπανιώτατα, άλλοτε δε σπανιώτατα επίσης έχοντες τα προς προμήθειαν αυτών αναγκαιούντα χρήματα. Ήμεθα δε ηναγκασμένοι να μένωμεν εις την Θράκην — διότι τα πλοία του Αριστάρχου, κατασκοπεύοντα (τα περί την Πέρινθον), μας ημπόδιζον να διαπεραιωθώμεν στην Ασίαν — μένοντες δε, ήμεθα εις χώραν πολεμίαν, όπου πολλοί μεν ιππείς διέκειντο εχθρικώς προς ημάς, πολλοί δ' επίσης πελτασταί, και όπου εις την διάθεσίν μας είχαμεν μόνον τους οπλίτας μας, με τους οποίους, όλοι μεν μαζή επιτιθέμενοι κατά των κωμών, ίσως κατωρθώναμεν να προμηθευώμεθα ελάχιστον διά τον στρατόν μας σίτον, δεν είχαμεν όμως τα μέσα, διά των οποίων, επερχόμενοι, να συλλαμβάνωμεν ανδράποδα ή πρόβατα. Διότι ούτε ιππείς, ούτε και πελταστάς ακόμη ηύρα εγώ συντεταγμένους και ετοίμους προς μάχην εις τας τάξεις σας.

»Εάν, λοιπόν, ενώ ευρίσκεστε εις τοιαύτας ανάγκας, χωρίς προσθέτως να ζητήσω ουδέ καν ελάχιστον υπέρ υμών μισθόν, συνεμάχισα με τον Σεύθην, έχοντα και ιππείς και πελταστάς, ακριβώς δηλαδή τα είδη εκείνα (του στρατού), ων υμείς είχετε ανάγκην — μήπως άρα γε (με τον τρόπον μου αυτόν) σας έδειξα ότι εσκέφθην «περί των δεόντων γενέσθαι» επιβλαβώς;

»Διότι κοινωνοί βέβαια γενόμενοι (των ιππέων και των πελταστών), και σίτον αφθονώτερον εις τας κώμας ηύρατε, των Θρακών αναγκαζομένων μάλλον να τρέπωνται εις φυγήν δρομαίοι, και προβάτων και ανδραπόδων μετέσχετε.

»Κ' εχθρόν κανένα πλέον δεν εβλέπαμεν, επειδή το ιππικόν προσέτρεχε πάντοτε εις βοήθειάν μας. Ενώ έως τότε θαρραλέοι μας ηκολούθουν κατά πόδας οι πολέμιοι, και με ιππείς και με πελταστάς καθ' ολοκληρίαν μας ημπόδιζαν — βαθμηδόν και κατ' ολίγον διασκορπιζομένους — να προμηθευώμεθα τα προς διατροφήν μας αφθονώτερα.

»Εάν δε ο εξασφαλίζων και την ζωήν και την τροφήν μας τοιουτοτρόπως δεν μας επλήρωνε προσθέτως και πάρα πολύν μισθόν (δεν μας έδιδε και όσους μισθούς μας καθυστερεί) — αυτό είναι (ιδού ποίον είναι) το φοβερόν, όπερ υπέστητε εξ αιτίας μου, δυστύχημα, διά το οποίον νομίζετε ότι εις κανένα μέρος (της γης) δεν πρέπει να με αφήσετε να ζω (ότι πρέπει να καταδικασθώ εις θάνατον).

«Τώρα δε — σας ερωτώ — πώς τάχα απέρχεσθε εντεύθεν; Μη δεν αναχωρείτε, αφού διεχειμάσατε εδώ, έχοντες αφθονώτατα τα προς διατροφήν σας, έχοντες δ' επί πλέον (παραπανιστό) μαζή σας και ό,τι ελάβατε από τον Σεύθην; Διότι παν ό,τι ελάβατε από τους πολεμίους το εξωδεύατε. Και όλα αυτά τα ευτυχήματα απολαύσατε χωρίς ούτε από τας τάξεις σας να ίδετε κανένα ν' αποθάνη, ούτε ζώντας στρατιώτας ν' απολέσετε.

»Εάν δ' έχη από σας πραχθή και κάτι τι γενναίον και ευγενέστατον εις τους κατά των εν τη Ασία βαρβάρων πολέμους σας, άρα γε και αυτό ακόμη μη δεν ανήκει εις σας ολόκληρον, και εις τας προγενεστέρας σας ευκλείας μη δεν προσεθέσατε ήδη και άλλην εύκλειαν, αυτήν: ότι και τους εν Ευρώπη ακόμη Θράκας, καθ' ων εστρατεύσατε, ενικήσατε; Λοιπόν εγώ μεν φρονώ ότι, δι' όσα είσθε δυσαρεστημένοι εναντίον μου, δι' αυτά ακριβώς, ως δι' αγαθά (δωρηθέντα εις υμάς), θα έπρεπε να ευχαριστήτε τους Θεούς δικαίως.

»Και τοιαύτα μεν περίπου είναι όσα αφορούν υμάς. Εμπρός, λοιπόν, δι' όνομα Θεού, σκεφθήτε τώρα πώς έχουν και τα κατ' εμέ. Διότι εγώ, ότε μεν προ καιρού έφευγα διά την πατρίδα, απεχωριζόμην από σας με πολλά μεν εγκώμια εκ μέρους σας, με πολλήν δε, εξ αιτίας σας, δόξαν και τιμήν, εκ μέρους των λοιπών Ελλήνων. Έχαιρον δε και της εμπιστοσύνης των Λακεδαιμονίων. Διότι (άλλως) δεν θα με απέστελλον πάλιν προς υμάς.

»Τώρα δε απέρχομαι συκοφαντημένος μεν από σας προς τους Λακεδαιμονίους, προς χάριν σας δε μισητός από τον Σεύθην, ον ήλπιζα, αφού τον καλομεταχειρισθώ μαζή σας όπως πρέπει, να έχω ως ένα καλόν καταφύγιον και δι' εμέ και διά τα τέκνα μου, εάν ποτε ήθελα αποκτήση τοιαύτα.

»Σεις δε, χάριν των οποίων τόσον πολύ εμισήθην, και μάλιστα από πολύ ανωτέρους μου, (109) και υπέρ των οποίων ουδέ τώρα ακόμη έπαυσα επιδιώκων παν ό,τι δύναμαι καλόν και ωφέλιμον, σεις, εν τούτοις, τοιαύτην κακήν γνώμην έχετε περί εμού.

»Αλλ' εγώ μεν είμαι εις την διάθεσίν σας, όποτε θέλετε. Διότι δεν σκέπτομαι να φύγω μήτε φανερά μήτε κρυφά. Συλλογισθήτε όμως τι θα κάμετε. (110) Εάν δε κάμετε όσα λέγετε, μάθετε (έχετε υπ' όψει σας) ότι θα θανατώσετε άνθρωπον, όστις πολύ μεν υπέρ υμών αγρύπνησε, πολύ δε μαζή σας εκοπίασε και ερριψοκινδύνευσε και όταν ήτον εις τας τάξεις του στρατεύματος και όταν ήτο παράπλευρος αυτού, με την βοήθειαν δε των Θεών και τρόπαια πολλά διά τας κατά βαρβάρων νίκας έστησε μαζή σας, διά να μη γείνετε δ' εχθροί με κανένα εκ των Ελλήνων, επέμεινεν (αντέστη) με όλην του την δύναμιν προς σας.

»Και πραγματικώς σήμερα έχετε όλον το ελεύθερον να υπάγετε ανεπίληπτοι εις όποιο μέρος, είτε κατά γην, είτε κατά θάλασσαν, εκλέξετε. Σεις δε, εις εποχήν καθ' ην σας προμηνύεται μεγάλη ευτυχία, και αναχωρείτε όπου ακριβώς προ πολλού επιθυμείτε να υπάγετε, έχουν δε την ανάγκην σας οι ισχυρότεροι εν τη εξουσία άνδρες, μισθόν δε πρόκειται (ελπίζετε) να λάβετε, και οι ως καλλίτεροι των Λακεδαιμονίων νομιζόμενοι έρχονται διά να γείνουν αρχηγοί σας, σεις, λέγω, νομίζετε ότι τώρα προ πάντων ηύρατε τον κατάλληλον καιρόν, διά να με φονεύσετε το ταχύτερον (μια ώρα αρχήτερα).

»Άλλοτε όμως, ότε ευρισκόμεθα εις μεγάλην δυστυχίαν, «ω πάντων μνημονικώτατοι» άνδρες, ενομίζατε καλόν και πατέρα εμέ να ονομάζετε και πάντοτε μου υπέσχεσθε ότι θα μ' ενθυμήσθε ως ευεργέτην σας. Βεβαίως δεν είναι ανεπιεικείς (προς εμέ, όπως είσθε σεις,) ουδέ αυτοί ακόμη οι ερχόμενοι σήμερον προς σας (Λακεδαιμόνιοι). Ώστε, κατά την γνώμην μου, ούτω συμπεριφερόμενοι προς εμέ, φαίνεσθε ότι ουδέ αυτών των Λακεδαιμονίων είσθε καλλίτεροι». Και αφού είπε ταύτα, εσιώπησε.

Χαρμίνος δε ο Λακεδαιμόνιος εγερθείς είπε: «Μα τους Διοσκούρους, όχι! δεν έχετε δίκαιον, κατά την γνώμην μου, να οργίζεσθε κατά του ανδρός αυτού. Διότι και εγώ ο ίδιος δύναμαι υπέρ αυτού να μαρτυρήσω. Διότι, όταν εγώ και ο Πολύνικος ηρωτήσαμεν τον Σεύθην περί του Ξενοφώντος, τι άνθρωπος (τι λογής άνθρωπος) ήτο, καμμίαν άλλην μομφήν δεν του προσήψε παρά μόνον ότι αγαπά πάρα πολύ τους στρατιώτας. Διό και τον βλάπτει (τον ζημιώνει) τούτο περισσότερον (παρά εάν δεν τους ηγάπα), προς όφελος ημών των Λακεδαιμονίων και του Σεύθου».

Εγερθείς μετ' αυτόν Ευρύλοχος ο Λουσιάτης, Αρκάς, είπε: «Και βεβαίως νομίζω ορθόν, ω άνδρες Λακεδαιμόνιοι, το πρώτον στρατηγικόν σας έργον εις ημάς να ήναι τούτο: να εισπράξετε προς χάριν μας τον (έτι οφειλόμενον) μισθόν από τον Σεύθην, είτε θέλει, είτε όχι, πριν ή ακόμη αναχωρήσωμεν εντεύθεν (προ του μας πάρετε από 'δώ)».

Πολυκράτης δε ο Αθηναίος είπε τα εξής άξια επαίνου (111) υπέρ του Ξενοφώντος. «Αλλ' όμως βλέπω, ω άνδρες, να ήναι εδώ παρών και ο Ηρακλείδης, όστις, αφού παρέλαβε τα με τόσους κόπους κερδηθέντα πράγματα (λάφυρα), διά να τα πωλήση, αυτός ούτε εις τον Σεύθην, ούτε εις ημάς επέστρεψε το εκ της πωλήσεως αντίτιμον, αλλά, κλέψας (αυτό) ο ίδιος, το κατακρατεί. Εάν, λοιπόν, σωφρονώμεν, να τον πιάσωμεν, (διά να μας το δώση). Διότι πραγματικώς αυτός — προσέθηκε — δεν είναι Θραξ, αλλ' Έλλην. Αλλ', αν και είναι Έλλην, Έλληνας αδικεί».

Ακούσας ταύτα ο Ηρακλείδης ετρόμαξε. Και προσελθών εις τον Σεύθην του είπε: «Ημείς, αν είμεθα φρόνιμοι, πρέπει να φύγωμεν από το μέρος αυτό, όπου ούτοι (οι Έλληνες) επικρατούν». Και, αφού ανέβησαν εις τους ίππους των, απεμακρύνθησαν φεύγοντες δρομαίοι εις το στρατόπεδόν των.

Κ' εντεύθεν αποστέλλει ο Σεύθης τον διερμηνέα του Αβροζέλμην προς τον Ξενοφώντα με την εντολήν να τον παρακαλέση να μείνη διαρκώς πλησίον του μαζή με χιλίους οπλίτας, του υπόσχεται δε να του δώση και τα παρά την θάλασσαν μέρη και όσα άλλα του είχεν ήδη υποσχεθή. Εμπιστευτικώς δε να του είπη ότι έμαθεν από τον Πολύνικον ότι, εάν (ποτε) περιέλθη εις την εξουσίαν των Λακεδαιμονίων, θα θανατωθή ασφαλώς υπό του Θίβρωνος.

Και άλλοι δε πολλοί διεβίβαζαν τοιούτου είδους ειδήσεις εις τον Ξενοφώντα, ότι έχει δηλαδή διαβληθή εις τους Λακεδαιμονίους και ότι πρέπει να φυλάσσεται. Ο δε Ξενοφών, ακούσας ταύτα, έλαβε δύο σφάγια και, θυσιάζων αυτά εις τον Δία τον βασιλέα, τον ηρώτα ποίον εκ των δύο είναι καλλίτερον και προτερότερον: να μείνη πλησίον του Σεύθου υφ' ους όρους ούτος του επρότεινεν, ή να φύγη μαζή με το στράτευμα. Και ο Ζευς του απήντησε (του εφανέρωσε διά των σφαγίων) ότι πρέπει να φύγη.

Κεφάλαιον έβδομον

Μετά ταύτα ο μεν Σεύθης, αφού απεχωρίσθη, εστρατοπέδευσε πολύ μακρύτερα. Οι δ' Έλληνες κατεσκήνωσαν εις κώμας, από τας οποίας εσκόπευαν, αφού προμηθευθούν αφθονώτατα τα προς συντήρησίν των, να κατέλθουν εις την θάλασσαν. Αι δε κώμαι αύται είχαν δωρηθή από τον Σεύθην εις τον Μηδοσάδην.

Βλέπων, λοιπόν, ο Μηδοσάδης ότι κατεδαπανάτο η εις τας κώμας περιουσία του υπό των Ελλήνων, δυσηρεστείτο (ελυπείτο). Και λαβών εκ των Οδρυσών άνδρα έχοντα μεγίστην δύναμιν και επιρροήν, προερχόμενον δε εκ των από των ορέων άλλοτε κατελθόντων, και ιππείς τριάκοντα, έρχεται προς τον Ξενοφώντα και τον καλεί πλησίον του, έμπροσθεν του Ελληνικού στρατεύματος. Ο δε Ξενοφών, λαβών τινας εκ των λοχαγών και άλλους εκ των αρμοδίων, προσέρχεται.

Τότε, λοιπόν, του λέγει ο Μηδοσάδης: «Διαπράττετε αδικίαν, ω Ξενοφών, λεηλατούντες τας κώμας μας. Σας προειδοποιούμεν, λοιπόν, εγώ μεν επ' ονόματι του Σεύθου, ο ανήρ δε ούτος ως απεσταλμένος του εν τοις μεσογείοις βασιλέως Μηδόκου, ότι πρέπει ν' αναχωρήσετε εκ της χώρας. Άλλως, δεν θα σας επιτρέψωμεν (να την λεηλατήτε), εάν δ' εξακολουθήτε να την βλάπτετε, θα σας αποδιώξωμεν ως πολεμίους».

Ο δε Ξενοφών, ακούσας ταύτα, είπεν: «Αλλ' εις σε μεν, λέγοντα τοιαύτα, και το ν' απαντήσω ακόμη το νομίζω δύσκολον. Χάριν του νεανίσκου τούτου μόνον θα είπω (ολίγας λέξεις), διά να μάθη ποίοι είσθε σεις και ποίοι ημείς. Διότι ημείς μεν — είπε — πριν ή ακόμη συμμαχήσωμεν μαζή σας, επορευόμεθα διά της χώρας αυτής όπου ηθέλαμεν, άλλην μεν (εξ αυτής) λεηλατούντες, άλλην δε πυρπολούντες κατά βούλησιν, συ δε, οσάκις ήρχεσο προς ημάς ως πρεσβευτής, κατεσκήνωνες (παρέμενες) πλησίον μας, χωρίς να φοβήσαι κανένα εκ των πολεμίων. Σεις δε δεν ήρχεσθε εις την χώραν ταύτην, ή, εάν ποτε ήρχεσθε, παρεμένατε εις αυτήν ως εις χώραν ισχυροτέρων σας με τους ίππους φέροντας τους χαλινούς των (χωρίς ούτε καν να βγάλετε τα γκέμια απ' τάλογά σας).

«Αφού δ' εγείνατε φίλοι μας και εξ αιτίας μας, τη βοηθεία των Θεών, έχετε υπό την εξουσίαν σας την χώραν ταύτην, τώρα πλέον μας εκδιώκετε εξ αυτής, ην παρ' ημών, καθ' ολοκληρίαν κατόχων και κυρίων της, παρελάβατε. Διότι, όπως συ ο ίδιος γνωρίζεις, οι πολέμιοι ήσαν ανίκανοι να μας εκδιώξουν.

«Και όχι μόνον, χωρίς να μας δώσης δώρα και να μας ευεργετήσης αντί των ευεργεσιών άς έλαβες, έχεις την αξίωσιν να μας αποπέμψης, αλλ' ουδέ να κατασκηνώσωμεν εδώ (για λίγο καιρό) μας επιτρέπεις, απαγορεύων τούτο αυστηρότατα, ακριβώς ενώ είμεθα έτοιμοι να φύγωμεν.

»Και λέγεις ταύτα χωρίς να αισχύνεσαι ούτε τους Θεούς, ούτε τον άνδρα αυτόν εδώ, όστις σήμερον μεν σε βλέπει πλούσιον, πριν ή δε γείνης σύμμαχός μας, απέζης εκ της ληστείας, ως συ ο ίδιος το ωμολόγησες.

»Αλλά διατί ακριβώς εις εμέ προτείνεις ταύτα; — είπε — Διότι εγώ βέβαια δεν είμαι αρχηγός πλέον του στρατού, αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι, εις τους οποίους σεις τον παρεδώσατε, διά να τον απομακρύνουν εκ της χώρας ταύτης, χωρίς ούτε καν να με προσκαλέσετε (ότε τον παρεδίδετε), ω θαυμασιώτατοι. Διότι (είχατε υπ' όψει σας ότι, εάν με προσεκαλείτε), καθώς, ότε ωδήγουν πλησίον σας το στράτευμα (ότε ήμην με το μέρος σας), εμισούμην υπό των Λακεδαιμονίων, ούτω και τώρα θα τους ήμην ευάρεστος, επιστρέφων τούτο (θέτων τούτο εις την διάθεσίν των)».

Αφού ήκουσε ταύτα ο Οδρύσης είπεν: «Εγώ μεν, ω Μηδοσάδη, ακούων ταύτα, καταβυθίζομαι (εξαφανίζομαι) υπό την γην εξ εντροπής (θα ήθελα ν' ανοίξη η γης να με καταπιή απ' τη ντροπή μου). Και εάν μεν εγνώριζα εκ των προτέρων (τι θ' ακούσω εδώ), ούτε καν ήθελα σε ακολουθήση. Και τώρα πρέπει να φύγω. Διότι ουδέ ο Μήδοκος ο βασιλεύς θα με επήνει, εάν απεδίωκον (από 'δώ) τους ευεργέτας (μας)».

Αφού είπε ταύτα, ανέβη εις τον ίππον του κ' έφυγε, και μαζή του και οι άλλοι ιππείς εκτός τεσσάρων ή πέντε. Ο δε Μηδοσάδης, διότι του επροξένει λύπην η (υπό των στρατιωτών του Ξενοφώντος) λεηλασία της χώρας, παρεκάλει τον Ξενοφώντα να προσκαλέση τους Λακεδαιμονίους (απεσταλμένους).

Και ο Ξενοφών, αφού έλαβε τους καταλληλοτέρους (του στρατού), προσήλθε εις τον Χαρμίνον και τον Πολύνικον, εις τους οποίους ανήγγειλεν ότι τους προσκαλεί ο Μηδοσάδης, διά να τους είπη όσα και εις αυτόν είπεν, ότι δηλαδή πρέπει να φύγουν εκ της χώρας.

«Λοιπόν — προσέθηκεν — έχω την ιδέαν ότι ηδύνασθε να λάβετε τον έτι οφειλόμενον εις τον στρατόν μισθόν, εάν του είπητε ότι ο στρατός σάς παρεκάλεσε να τον βοηθήσετε εις την είσπραξιν του μισθού από τον Σεύθην, είτε θέλει ούτος (να τον δώση), είτε όχι, και ότι σας υπεσχέθη (ο στρατός) ότι, εάν ήθελεν επιτύχη τούτο, προθύμως θα σας ηκολούθει. Και ακόμη ότι φρονείτε πως έχει δίκαιον, και ότι του υπεσχέθητε ότι τότε μόνον θ' αναχωρήση εντεύθεν, όταν (τελείως) αναγνωρισθή το δίκαιόν του».

Ακούσαντες οι Λάκωνες ταύτα, είπαν ότι θα του ειπούν και άλλα ακόμη, όσον τους είναι δυνατόν καλλίτερα. Και αμέσως ξεκίνησαν έχοντες μαζή των και όλους τους ανωτέρους του στρατού αξιωματικούς. Αφού δε ήλθαν, είπεν ο Χαρμίνος τα εξής: «Εάν μεν, ω Μηδοσάδη, έχης να μας είπης τίποτε, ειπέ το, άλλως έχομεν (να σου είπωμεν) ημείς».

Ο δε Μηδοσάδης με πολλήν συστολήν απήντησεν: «Αλλ' εγώ μεν και ο Σεύθης έχομεν την αυτήν γνώμην, ότι δηλαδή αξιούμεν εκείνοι οίτινες μας έγειναν φίλοι (112) να μη βλάπτωνται από σας. Διότι κάθε κακόν, που ηθέλατε κάμη εις αυτούς, εις ημάς πλέον το κάμνετε, αφού ήδη υπάγονται ούτοι υπό την δικαιοδοσίαν μας».

«Διά τούτο, λοιπόν, είπαν οι Λάκωνες, τότε μόνον ημείς θ' αναχωρήσωμεν, όταν εκείνοι, οίτινες σας έβλαψαν, λάβουν τον μισθόν των. Άλλως, είμεθα έτοιμοι να έλθωμεν και τώρα ακόμη εις βοήθειάν των, να τιμωρήσωμεν δ' όλους εκείνους, οίτινες, παρά τους δοθέντας όρκους, τους ηδίκησαν. Εάν δε μάλιστα και σεις οι ίδιοι ήσθε εκ των αδικησάντων αυτούς, θ' αρχίσωμεν ευθύς αμέσως από 'δώ να λαμβάνωμεν τα δίκαιά μας». (113)

Ο δε Ξενοφών είπε: «Θα ηθέλατε άρα γε, ω Μηδοσάδη, να επιτρέψετε εις εκείνους, εις την χώραν των οποίων ευρισκόμεθα (στρατοπεδεύομεν), αφού είπατε ότι ούτοι είναι φίλοι σας, να ψηφίσουν αν σεις ή ημείς πρέπει να φύγωμεν εκ της χώρας ταύτης;

Ο δε Μηδοσάδης εις το ερώτημα μεν τούτο δεν απήντησε. Παρεκάλει δε, προ πάντων μεν αυτοί ούτοι οι Λάκωνες να έλθουν εις τον Σεύθην ως προς το ζήτημα του μισθού. Έλεγε δε ότι εφρόνει πως θα καταπείσουν περί αυτού τον Σεύθην. Άλλως, ν' αποστείλουν μαζή του τον Ξενοφώντα, και υπέσχετο ότι και αυτός επί τούτω θα συνέπραττε. Παρεκάλει δε να μη κατακαίουν τας κώμας.

Μετά ταύτα αποστέλλουν τον Ξενοφώντα και μαζή του και όσους ενόμιζαν ότι ήσαν διά τον σκοπόν αυτόν οι καταλληλότεροι. Ο δε Ξενοφών ελθών λέγει προς τον Σεύθην: «Έρχομαι, ω Σεύθη, όχι διά να σου ζητήσω τίποτε, αλλά διά να σου αποδείξω, αν ημπορώ, ότι ουχί δικαίως με αποστρέφεσαι, διότι, χάριν των στρατιωτών, απήτουν με ζήλον από σε όσα τους είχες υποσχεθή.

»Διότι εγώ τουλάχιστον ενόμιζα ότι όχι ολιγώτερον συμφέρον είναι διά σε να επιστρέψης όσα τους οφείλεις, παρά το να λάβουν οι στρατιώται όσα υπό σου οφείλονται.

»Διότι πρώτον μεν γνωρίζω ότι, ύστερα από τους Θεούς, ούτοι είναι εκείνοι οίτινες σε ανέδειξαν, επειδή σ' έκαμαν βασιλέα πολλής χώρας και πολλών ανθρώπων. Ώστε δεν σου είναι δυνατόν πλέον να μένης απαρατήρητος, ούτε όταν κάμνης καλόν τι, ούτε όταν κάμνης κακόν τι εις την χώραν σου.

»Πολύ μεν σπουδαίον ενόμιζα εγώ το να μην αποφασίσης (εγκρίνης), τοιαύτης περιωπής ων ανήρ, να αποπέμψης αχαρίστως από την χώραν σου εκείνους οίτινες σε ευεργέτησαν, επίσης δε σπουδαίον το να ακούεται από εξακισχιλίους ανθρώπους ευφήμως το όνομά σου, εξ όλων δε σπουδαιότερον το να ήσαι καθ' ολοκληρίαν αξιόπιστος εις ό,τι λέγεις και υπόσχεσαι.

»Διότι των μεν αναξιοπίστων οι λόγοι βλέπω να φέρωνται πάντοτε εδώ κ' εκεί, άνευ ουδεμιάς αξίας και δυνάμεως και υπολήψεως και τιμής. Οι λόγοι δ' εκείνων, οίτινες ολοφάνερα λέγουν και πράττουν την αλήθειαν, δεν δύνανται, εις οιανδήποτε περίπτωσιν ανάγκης και αν ευρεθούν ούτοι, να κατορθώσουν ολιγώτερα των όσα κατορθώνει άλλων (ανθρώπων) η βία. Και εάν ακόμη θέλουν να σωφρονίσουν τινάς (οι λέγοντες και πράττοντες την αλήθειαν), είμαι εις θέσιν να γνωρίζω ότι αι (προς μέλλουσαν τιμωρίαν) απειλαί των δεν σωφρονίζουν ολιγώτερον από την ήδη συντελουμένην τιμωρίαν άλλων. Και εάν (απλώς) υπόσχωνταί τι είς τινα οι τοιούτοι άνδρες, δεν κατορθώνουν ολιγώτερα εκείνων, οίτινες αμέσως δίδουν (ό,τι υπεσχέθησαν).

«Ενθυμήθητι δε και συ τι προκατέβαλες (ποια ήτανε τα φόντα σου), όταν μας έκανες συμμάχους σου. Γνωρίζεις βέβαια ότι ουδέν απολύτως (προκατέθεσες ως βάσιν της συμμαχίας ταύτης). Επειδή όμως επιστεύθης ότι θα πραγματοποιήσης όσα υπεσχέθης, παρέσυρες τόσους ανθρώπους εις το να εκστρατεύσουν μαζή σου και σου παρασκευάσουν μετά τόσου κόπου την, ην κατέχεις σήμερον, αρχήν, αξίαν ουχί μόνον τριάκοντα ταλάντων, όσα δηλαδή νομίζουν ούτοι ότι πρέπει σήμερα από σε να λάβουν, αλλά πολύ περισσοτέρων.

»Λοιπόν, κατ' αρχάς μεν η αξιοπιστία σου, αυτή, ήτις σου παρεσκεύασε την σημερινήν βασιλικήν σου εξουσίαν, είναι εκείνη ήτις επωλήθη αντί τριάκοντα ταλάντων.

»Έλα τώρα, ενθυμήσου πόσον μέγα ενόμιζες τότε το να επιτύχης όσα σήμερον έχεις υπό την κυριότητά σου. Εγώ μεν γνωρίζω καλώς ότι θα επεθύμεις να κατορθώσης μάλλον όσα μέχρι σήμερον έγειναν, παρά να εισπράξης περισσότερα των χρημάτων τούτων.

«Διά τούτο, λοιπόν, νομίζω ότι είναι επιζημιώτερον και μάλλον επαίσχυντον το να μη κρατήση τις σήμερα τα χρήματα αυτά, παρά το να μη τα αποκτήση τότε. (114) Όσω ακριβώς δυσαρεστότερον είναι το να γείνη τις από πλούσιος πένης παρά το να μην ήναι πλούσιος από την αρχήν, και όσω λυπηρότερον το να καταντήση τις από βασιλεύς ιδιώτης παρά το να μην ήναι ευθύς εξ αρχής βασιλεύς.

»Λοιπόν, γνωρίζεις μεν πολύ καλά ότι εκείνοι οίτινες έγειναν σήμερον υπήκοοί σου, ουχί βέβαια χάριν της φιλίας σου επείσθησαν να άρχωνται από σε, αλλ' ένεκα ανάγκης, και ότι και πάλιν θα προσεπάθουν να ελευθερωθούν από τας χείρας σου εάν κανείς πλέον δεν τους κατείχε φόβος.

»Διά ποίαν, λοιπόν, εκ των δύο (επομένων) υποθέσεων νομίζεις ότι θα σ' εφοβούντο ούτοι περισσότερον και θα ήσαν ευπειθέστεροι προς σε: εάν έβλεπαν να διάκηνται ούτω προς σε οι στρατιώται, ώστε σήμερα μεν να αναπαύωνται, εάν συ το ήθελες, αύριον δε πάλιν με προθυμίαν να έρχωνται (κοντά σου), εάν παρίστατο ανάγκη, άλλοι δε (εκ των υπηκόων σου), πολλά καλά παρ' αυτών περί σου μανθάνοντες, ταχέως να τρέχουν πλησίον σου, όποτε θα ήθελες — ή — εάν εσχημάτιζαν την (διά σε) δυσμενεστάτην αυτήν γνώμην: ότι δεν θα σ' επλησίαζε πλέον του λοιπού κανείς εξ ελλείψεως, δι' όσα σήμερον συνέβησαν, (115) εμπιστοσύνης, και ότι οι στρατιώται θα ήσαν πλειότερον αυτών (116) φίλοι παρά σου:

»Αλλ' όμως είναι βέβαιον ότι ουδόλως υπετάγησαν εις σε, διότι υπελείφθησαν ημών κατά το πλήθος (των στρατιωτών) αλλά διότι εστερούντο προστατών. Επομένως υπάρχει και ο εξής κίνδυνος επί του παρόντος: μήπως λάβουν ως προστάτας των τινάς εξ αυτών τούτων, οίτινες νομίζουν ότι ηδικήθησαν υπό σου, ή και ισχυροτέρους αυτών ακόμη, τους Λακεδαιμονίους, εάν οι μεν στρατιώται υπόσχωνται εις αυτούς (τους Λακεδαιμονίους, ότι θα εκστρατεύσουν μαζί) των πολύ προθυμότερον, αν ούτοι (οι Λακεδαιμόνιοι) εισπράξουν σήμερα από σε τα οφειλόμενα, οι δε Λακεδαιμόνιοι, επειδή ήδη έχουν ανάγκην του στρατού, (εάν) συναινέσουν εις ό,τι τους προτείνουν (οι στρατιώται).

»Ότι όμως οι περιελθόντες σήμερον υπό την εξουσίαν σου Θράκες πολύ προθυμότερον ήθελαν βαδίση εναντίον σου παρά μαζή σου, τούτο βεβαίως είναι φανερόν. Διότι, εφ' όσον μεν συκυριαρχείς, ούτοι θα ήναι υπό δουλείαν, όταν δε συ υποταχθής, θα ήναι ελεύθεροι.

»Εάν δε πρέπη να λάβης πλέον και κάποιαν πρόνοιαν υπέρ της χώρας ως χώρας ιδικής σου, κατά ποίον εκ των δύο τούτων τρόπων νομίζεις ότι θα ήτον αύτη μάλλον απηλλαγμένη ενοχλήσεων: εάν οι στρατιώται, λαμβάνοντες τον μισθόν, δι' ον παραπονούνται, αφήνοντες δε την χώραν εν ειρήνη, φύγουν, ή εάν και αυτοί μείνουν εδώ ως εις χώραν εχθρικήν και συ αποπειραθής με άλλους πολύ περισσοτέρους τούτων (των στρατιωτών), έχοντας δε απόλυτον ανάγκην των προς συντήρησίν των, να στρατοπεδεύσης απέναντι των (ως πολέμιος);

»Κατά ποίον δ' εκ των εξής δύο τρόπων ήθελαν καταναλωθή περισσότερα χρήματα; εάν επιστρέψης εις αυτούς (τους στρατιώτας) όσα τους οφείλεις, ή εάν και αυτά οφείλωνται και άλλους πολύ ισχυροτέρους τούτων παραστή ανάγκη να μισθώσης;

»Αλλ' ο Ηρακλείδης νομίζει, καθώς μου έλεγεν, ότι είναι πάρα πολλά (τα οφειλόμενα) αυτά χρήματα. Πράγματι όμως πολύ ολιγωτέραν σημασίαν έχει τώρα διά σε και να τα κρατήσης και να τα επιστρέψης, παρά να έδιδες μόνον, πριν ή ακόμη έλθωμεν εις την χώραν σου, το δέκατον των χρημάτων τούτων. (117) Διότι δεν είναι ο αριθμός ο ορίζων το πολύ και το ολίγον, αλλ' η χρηματική δύναμις του πληρώνοντος και του λαμβάνοντος. Τα κατ' έτος δε εισοδήματά σου θα ήναι από σήμερον πολύ περισσότερα εκείνων τα οποία είχες μέχρι τούδε. (118)

»Εγώ μεν, ω Σεύθη, εν τη πεποιθήσει ότι είσαι φίλος μου, ελάμβανα τοιαύτας φροντίδας περί σου, όπως και συ φανής άξιος των αγαθών, τα οποία οι θεοί σου εδώρησαν, και εγώ μη χάσω την, ην απέκτησα, εν τω στρατεύματι αγαθήν υπόληψιν.

»Διότι γνώριζε καλώς (μάθε) ότι σήμερα εγώ ούτε, και αν ήθελα, θα ηδυνάμην να βλάψω με τον στρατόν αυτόν οιονδήποτε εχθρόν μου, ούτε, εάν ήθελα και πάλιν να σε βοηθήσω, θα ήμην ικανός προς τούτο. Διότι τοιαύται είναι αι προς με διαθέσεις του στρατού.

»Αν και σε τον ίδιον, μαζή με τους επίσης γνωρίζοντας τα πράγματα Θεούς, επικαλούμαι μάρτυρας ότι ούτε έλαβα τίποτε από σε, διά να το δώσω εις τους στρατιώτας, ούτε σου εζητησά ποτε διά λογαριασμόν μου ό,τι εις αυτούς ανήκει, ούτε ποτέ απήτησα να μου δώσης όσα μου υπεσχέθης.

»Σου ορκίζομαι δε ότι, και εάν ακόμη μου τα έδιδες, δεν θα τα εδεχόμην, παρά μόνον όταν θα επρόκειτο να λάβουν συγχρόνως και οι στρατιώται όσα τους οφείλονται. Διότι θα ήτο δι' εμέ επονείδιστον, τας μεν ιδικάς μου υποθέσεις να ετελείωνα (κατώρθωνα) όπως ήθελα, τας ιδικάς των δε, τας μη εις ευχάριστον ευρισκομένας θέσιν, να παρέβλεπα, ενώ μάλιστα (ακόμη) με υπολήπτονται.

»Αν και ο Ηρακλείδης είναι βέβαια της γνώμης ότι όλα τα πράγματα (του κόσμου τούτου), παραβαλλόμενα προς την διά παντός τρόπου απόκτησιν χρημάτων, είναι ανάξια προσοχής. Εγώ όμως, ω Σεύθη, νομίζω ότι διά τον άνδρα, πολύ δε περισσότερον διά τον άρχοντα, κανένα απολύτως πράγμα («κτήμα») δεν είναι καλλίτερον, ουδέ λαμπρότερον από την ηθικήν και την δικαιοσύνην και την ευγένειαν του φρονήματος.

»Διότι ο έχων τας αρετάς αυτάς είναι μεν πλούσιος, επειδή περιβάλλεται πάντοτε από αγαπώντας φίλους, είναι δε πλούσιος ακόμη, επειδή και άλλοι θέλουν να του γείνουν (φίλοι). (119) Και ευτυχών μεν ούτος, έχει τους ευφρανθησομένους διά την ευτυχίαν του, εάν δε κάμη κανένα σφάλμα, δεν στερείται φίλων, ετοίμων να τρέξουν εις βοήθειάν του.

»Αλλ' έχω και κάτι άλλο να σου προσθέσω, τούτο: Εάν ούτε από τα έργα μου ακόμη δεν επείσθης ότι ήμην από μέσα από την ψυχήν μου φίλος σου, βεβαίως ούτε τώρα από τους λόγους μου θα ημπορέσης να πεισθής εις τούτο. Πάντως όμως τους λόγους των στρατιωτών λάβε καλά υπ' όψει σου.

»Διότι ήσο παρών και ήκουες όσα έλεγαν εκείνοι οίτινες ήθελαν να με ψέξουν. Με κατηγορούν — ως ενθυμείσαι — προς τους Λακεδαιμονίους, ότι επροτίμων τα συμφέροντά σου από τα των Λακεδαιμονίων, ούτοι δε πάλιν είχαν ξεχωριστά παράπονα εναντίον μου, ότι δηλ. περισσότερον ενδιαφερόμην και εφρόντιζα όπως ευοδούνται αι υποθέσεις σου παρά αι ιδικαί των. Είπαν δε, προς τοις άλλοις, ότι έλαβα και δώρα από σε.

»Και όμως — (σ' ερωτώ) — εις ποίαν εκ των δύο τούτων περιπτώσεων νομίζεις ότι με κατηγορούν πως έλαβα από σε τα δώρα αυτά; Όταν ούτοι ενεβλέπαν εις εμέ κάποιαν προς σε έχθραν και δυσμένειαν ή όταν εκατάλαβαν εκ μέρους μου πολλήν περί το άτομόν σου προθυμίαν;

»Εγώ μεν φρονώ ότι όλοι οι άνθρωποι νομίζουν ότι χάριν εκείνου μόνον πρέπει ν' αποταμιεύεται εύνοια, (120) παρά του οποίου ήθελε τις λάβη δώρα. Συ δε, πριν μεν σε υπηρετήσω εγώ εις ό,τι δήποτε, με υπεδέχθης φιλοφρόνως και με βλέμματα (και με γλυκοματιαίς) και με λόγους και με γεύματα, και δεν εχόρταινες διαρκώς να μου υπόσχεσαι όσα ποτέ δώρα θα μου έδιδες. Αφού όμως κατώρθωσες όσα ήθελες, και έγεινες, όσον μου επέτρεπαν αι δυνάμεις, μέγας (και τρανός), τολμάς τώρα, ότε απώλεσα κάθε εν τω στρατώ υπόληψιν, (121) να με περιφρονής.

»Αλλά μ' όλα ταύτα, ότι θα κρίνης, επί τέλους, νόμιμον να επιστρέψης (τα οφειλόμενα), πιστεύω ότι και ο χρόνος θα σου το διδάξη και, συ ο ίδιος, βέβαια, δεν θ' ανεχθής να βλέπης παραπονουμένους προς σε εκείνους, οίτινες σου προσέφεραν μόνοι των ευεργεσίαν. Σε παρακαλώ, λοιπόν, όταν τα επιστρέψης, να προθυμοποιηθής να με παραδώσης εις τους στρατιώτας τοιούτον οποίον πράγματι με παρέλαβες (απ' όλους δηλ. τιμώμενον)».

Αφού ήκουσε τους λόγους αυτούς ο Σεύθης, αναθεμάτισεν εκείνον όστις έγεινεν αφορμή να μην επιστρέψη προ πολλού εις τους στρατιώτας τον μισθόν των. Και όλοι υπώπτευσαν ότι ο αίτιος είναι ο (περίφημος εκείνος) Ηρακλείδης. «Διότι εγώ — είπεν ο Σεύθης — ούτε καν εσκέφθην ποτέ ν' αρνηθώ την πληρωμήν του μισθού των. Και (να ήσαι βέβαιος ότι) θα τον πληρώσω».

Ένεκα τούτου είπε πάλιν ο Ξενοφών: «Αφού, λοιπόν, σκέπτεσαι να τον πληρώσης, τότε σε παρακαλώ να τον πληρώσης δι' εμού, και να μη παραβλέψης ότι εξ αιτίας σου περιήλθα εις εντελώς διαφορετική θέσιν εν τω στρατώ και τώρα και όταν ήλθαμεν προ σε».

Ο δε Σεύθης απήντησεν: «Αλλά δεν πιστεύω ότι εξ αιτίας μου θα χάσης περισσότερον την παρά τω στρατώ υπόληψίν σου, και αν θελήσης να μείνης πλησίον μου με χιλίους μόνον οπλίτας, εγώ (τότε) και τα (παρά την θάλασσαν) μέρη και όσα άλλα σου υπεσχέθην θα σου δώσω».

Ο δε Ξενοφών απήντησε και πάλιν: «Αυτά μεν που μου προτείνεις δεν είναι δυνατόν να γείνουν. Άφησέ μας δε ν' αναχωρήσωμεν». «Και όμως — απήντησεν ο Σεύθης — γνωρίζω ότι και ασφαλέστερον είναι διά σε να μένης πλησίον μου παρά να αναχωρήσης».

Ο δε Ξενοφών ανταπήντησεν: «Αλλά διά μεν τας περί εμού φροντίδας σου σ' ευχαριστώ. Ουχ' ήττον μου είναι απολύτως αδύνατον να μείνω. Όπου δ' εγώ θα ήμην περισσότερον (παρά εν Θράκη) ευυπόληπτος, έχε υπ' όψει σου ότι τούτο θα ήναι και διά σε καλόν».

Μετά ταύτα του απαντά ο Σεύθης: «Χρήματα μεν δεν έχης παρά ελάχιστα πράγματα. Σου δίδω δε μόνον ό,τι ημπορώ: ένα τάλαντον. Βόας δε εξακοσίους και πρόβατα έως τέσσαρας χιλιάδας και αιχμαλώτους ως εκατόν είκοσιν. Αφού πάρης αυτά και αφού προσλάβης ακόμη και τους ομήρους εκείνων που σε έβλαψαν, πήγαινε».

Γελάσας ο Ξενοφών απήντησεν: «Εάν, λοιπόν, όσα μου δίδεις διά τον μισθόν, δεν εξαρκούν, διά ποίαν μου πράξιν θα είπω (εις τους στρατιώτας) ότι έλαβα το τάλαντον; Άρα γε δεν είναι προτιμότερον, επειδή και επικίνδυνον είναι (να λάβω το τάλαντον), αφού μάλιστα σκοπεύω να επιστρέψω εις την πατρίδα μου, να προφυλάττωμαι από τους λίθους των στρατιωτών; Τας κατ' εμού δε απειλάς θα έχης μάθη, άλλως τε». (122) Και την ημέραν μεν, λοιπόν, εκείνην έμεινε πλησίον του Σεύθου.

Την δ' επομένην και όσα είχεν υποσχεθή τους έδωκε και όσους είχαν συλληφθή ως αιχμάλωτοι απέστειλε μαζή (εις το Ελληνικόν στρατόπεδον). Οι δε στρατιώται μέχρι μεν της στιγμής εκείνης έλεγαν ότι ο Ξενοφών ανεχώρησε, διά να εγκατασταθή παρά τον Σεύθην, και ότι θα λάβη όσα του είχεν υποσχεθή. Άμα όμως τον είδαν, ευχαριστήθησαν και έτρεξαν όλοι προς αυτόν.

Ο δε Ξενοφών, αφού είδε τον Χαρμίνον και τον Πολύνικον, τους είπεν: Αυτά (που βλέπετε) είναι όσα κατώρθωσα να φέρω προς χάριν σας (σώα και αβλαβή) διά τον στρατόν, και σας τα παραδίδω. Σεις δε, αφού καταλλήλως τα πωλήσετε, διαμοιράσατε το εκ της πωλήσεως χρήμα εις τους στρατιώτας». Και αυτοί μεν, λοιπόν, παραλαβόντες ταύτα και τοποθετήσαντες λαφυροπώλας τα επώλουν, και πολύ (διά τον τρόπον της πωλήσεως) εκατηγορούντο.

Ο δε Ξενοφών δεν τους επλησίαζεν, αλλ' ενώπιον όλων προετοιμάζεται ν' αναχωρήση εις την πατρίδα του. Διότι δεν είχεν ακόμη καταδικασθή εν Αθήναις εις φυγάδευσιν. Ελθόντες δε προς αυτόν οι εν τω στρατοπέδω έχοντες δύναμίν τινα οπωσδήποτε και κύρος, τον παρεκάλουν να μην αναχωρήση, πριν ή ακόμη απομακρύνη εντεύθεν τον στρατόν και τον παραδώση εις τον Θίμβρωνα.

Κεφάλαιον όγδοον

Εκ της Θράκης διέπλευσαν εις την Λάμψακον και (ενταύθα) συναντά τον Ξενοφώντα ο μάντις Ευκλείδης ο Φλιάσιος, ο υιός του ζωγράφου Κλεαγόρου, όστις έχει ζωγραφήση εικόνας ενυπνίων εις το (εν Αθήναις γυμνάσιον, το ονομαζόμενον) Λύκειον. Ούτος συνευχαριστείτο με τον Ξενοφώντα επί διασώσει του και τον ηρώτα πόσα χρήματα έχει.

Ο δε Ξενοφών, ορκισθείς εις τους Θεούς, απήντησεν ότι δεν θα έχη αληθώς ουδέ τα αναγκαιούντα διά την εις την πατρίδα του επιστροφήν χρήματα, εάν δεν πωλήση τον ίππον του και όσα άλλα περιττά έχει (και τας αποσκευάς του). Εκείνος δε δεν τον επίστευεν.

Αφού δε οι κάτοικοι της Λαμψάκου απέστειλαν εις τον Ξενοφώντα τα επί τη αφίξει του εις την πόλιν των φιλοξενίας δώρα, και ηρώτα ούτος, θύων, τον Απόλλωνα (περί του πώς θ' αναχωρήση εντεύθεν), προσεκάλεσεν όπως παραστή (κατά την θυσίαν ταύτην) τον Ευκλείδην. Αφού δε είδε τα σπλάγχνα του σφαγίου ο Ευκλείδης, είπεν ότι πιστεύει πράγματι ότι δεν έχει ουδέ τα (διά την επιστροφήν του) χρήματα. «Αλλά βλέπω είπεν ότι, και εάν ποτε ήναι πεπρωμένον ν' αποκτήσης τοιαύτα, παρουσιάζεται (πάντοτε) κάποιο εμπόδιον (εις την απόκτησίν των), αν όχι κανένα άλλο, συ όμως ο ίδιος εις τον εαυτόν σου». (123) Και εις τούτο πληρέστατα συνεφώνει ο Ξενοφών.

Ο δ' Ευκλείδης είπεν: «Αναμφιβόλως θα σ' εμποδίζη ο Ζευς ο μειλίχιος, και ηρώτα τον Ξενοφώντα εάν έως τότε εμαντεύθη ποτέ — με θυσίας προς τον Θεόν αυτόν «καθώς εγώ — είπεν — εις τας Αθήνας συνήθιζα να του προσφέρω εκάστοτε υπέρ της οικογενείας σου θυσίας και ολοκαυτώματα». Ο δε Ξενοφών απήντησεν ότι, αφ' ότου ανεχώρησεν εξ Αθηνών, ποτέ δεν του προσέφερε θυσίαν. Τον συνεβούλευσε, λοιπόν, (ο Ευκλείδης) να προσφέρη τοιαύτην, όπως (και εις την πατρίδα του) συνήθιζε, «και θα συντελέση αύτη — προσέθηκεν — εις το να καλλιτερεύση η τύχη σου (και θα σου βγη σε καλό)

Την δ' επομένην ο Ξενοφών, προχωρήσας εις το Οφρύνιον, εμαντεύετο με ολοκαυτώματα χοίρων (προς τον Δία τον μειλίχιον), σύμφωνα με το της πατρίδος του έθιμον. Η δε θυσία του έγεινεν ασπαστή, προμηνύουσα εις αυτόν ευτυχίαν.

Και κατά την ημέραν ταύτην φθάνουν ο Βίων και ο Ναυσικλείδης, διά να δώσουν χρήματα εις το στράτευμα. Συνάπτουν δε φιλίαν με τον Ξενοφώντα, και τον ίππον, τον οποίον είχεν ούτος πωλήση εις την Λάμψακον αντί πεντήκοντα δαρεικών, επειδή υπώπτευσαν ότι τον επώλησε δι' έλλειψιν χρημάτων, αφού τον εξηγόρασαν, του τον έδωκαν και πάλιν, διότι είχαν μάθη ότι τον ηγάπα, αρνηθέντες να πάρουν οπίσω την αξίαν του.

Εντεύθεν επορεύοντο διά της Τρωάδος και, υπερπηδήσαντες το όρος Ίδην, φθάνουν κατ' αρχάς εις Άντανδρον, κατόπιν δε, βαδίζοντες παραθαλασσίως της Μυσίας, εις την πεδιάδα της Θήβης. Εντεύθεν, ελθόντες διά του Αδραμυττίου και του Κυτωνίου εις την πεδιάδα του Καΐσκου, στρατοπευδεύουν εις το Πέργαμον της Μυσίας. Ενταύθα, λοιπόν, σχετίζεται ο Ξενοφών με την Ελλάδα, χήραν Γογγύλου του Ερετριέως και μητέρα του Γοργίωνος και του Γογγύλου. Αυτή δε του δηλοί ότι κάποιος Πέρσης, ονομαζόμενος Ασιδάτης, υπάρχει (κατοικεί) εις την πεδιάδα.

Εάν — του είπεν — επιτεθή ο ίδιος κατ' αυτού την νύκτα με τριακοσίους άνδρας, δύναται να συλλάβη και αυτόν και την γυναίκα του και τα τέκνα του και όλην του την περιουσίαν. Είναι δε αύτη πολύ μεγάλη. Διά να καθοδηγήσουν δε τον Ξενοφώντα εις το διάβημα τούτο, έστειλε (μαζή του) και τον ανεψιόν της και τον Δαφναγόραν, ον πάρα πολύ υπελήπτετο.

Έχων, λοιπόν, αυτούς πλησίον του ο Ξενοφών ηρώτα, θύων, περί της εκβάσεως τους Θεούς. Και Βασίας ο Ηλείος, ο μάντις, παρευρισκόμενος εκεί κατά την θυσίαν, είπεν ότι τα σπλάγχνα των σφαγίων εφανέρωναν ευνοϊκώτατα διά τον Ξενοφώντα σημεία και ότι ο Πέρσης εκείνος θα ηχμαλωτίζετο.

Αφού εδείπνησε, λοιπόν, ξεκίνησε μαζή με τους αγαπητοτέρους του λοχαγούς και όσους άλλους είχεν αποκτήση διά παντός αφωσιωμένους φίλους του, σκοπεύων να τους φανή ωφέλιμος. Επήγαν δε μαζή του και άλλοι πολλοί ακόμη διά της βίας, περίπου ως εξακόσιοι. Οι δε λοχαγοί προέτρεξαν πρώτοι, διά ν' αποκλείσουν του μεριδίου των οιονδήποτε άλλον, σαν να ήσαν δα εκεί έτοιμα τα λάφυρα («χρήματα»).

Αφού δ' έφθασαν περί το μεσονύκτιον, τα περισσότερα μεν των πέριξ του πύργου ανδραπόδων και κτηνών, επειδή δεν εφρόντισαν να τα συλλάβουν, ασχολούμενοι εις το να αιχμαλωτίσουν αυτόν τον Ασιδάτην με τους περί αυτόν, τους ξέφυγαν.

Μαχόμενοι δε περί τον πύργον, επειδή δεν ηδύναντο να τον κυριεύσουν, διότι και υψηλός ήτο και μέγας και προμαχώνας και άνδρας πολλούς και μαχίμους είχεν, επεχείρησαν να τον διατρυπήσουν (διασκάψουν).

Ο δε τοίχος του είχε πλάτος οκτώ γηίνων πλίνθων. Άμα δ' εξημέρωσεν είχε πλέον διατρυπηθή. Και ευθύς μόλις με το πρώτον όρυγμα εφάνησαν τα εντός του πύργου, (124) κάποιος από μέσα διεπέρασε με σιδηράν σούβλαν πέρα-πέρα τον μηρόν του πλησιέστερον προς τον τοίχον ισταμένου. Από δε τα λοιπά του πύργου μέρη εκτοξεύοντες κατώρθωναν ουδέ απλή καν προσέγγισις αυτού να ήναι ασφαλής.

Επειδή δε με κραυγάς και με πυρσούς αναμμένους ανήγγειλαν (εις όλους τους πέριξ των οικούντας) ό,τι τους συνέβαινεν, έρχονται μετ' ολίγον εις βοήθειάν των ο μεν Ιταμένης με (όλην του) την δύναμιν, από την Κομανίαν δε οπλίται Ασσύριοι και Υρκάνιοι ιππείς μέχρις ογδοήκοντα, διατελούντες εις την υπηρεσίαν του Βασιλέως ως μισθοφόροι, και άλλοι πελτασταί ακόμη ως οκτακόσιοι, και άλλοι από το Παρθένιον και άλλοι από την Απολλωνίαν και τα πλησιόχωρα μέρη, επίσης και αυτοί ιππείς.

Τότε πλέον ήτο καιρός να κυττάξουν πώς θα γείνη η αποχώρησις. Και, λαβόντες όσους είχαν βους και πρόβατα και ανδράποδα, τα έσπρωχναν (πρόγκιζαν) όλα μαζή, θέσαντες αυτά εντός πλαισίου (επιμήκους τετραγώνου), μη προσέχοντες πλέον εις τα πράγματα (τα πράτα), (125) αλλά μόνον μήπως η αποχώρησις μεταβληθή εις φυγήν, εάν τυχόν, εγκαταλιπόντες ταύτα, έφευγαν, και οι πολέμιοι εγίνοντο θρασύτεροι και οι (Έλληνες) στρατιώται αθυμότεροι. Επί του προκειμένου δε αυτοί είχαν εκστρατεύση, διά να πολεμήσουν περί λαφύρων μόνον.

Αφού δε είδεν ο Γογγύλος ότι οι μεν Έλληνες ήσαν ολίγοι, οι δε επιτιθέμενοι πολλοί, βαδίζει και αυτός με όλην του την δύναμιν κατά του Ασιδάτου, παρά την θέλησιν της μητρός του, θέλων να συμμετάσχη της κατ' αυτού επιθέσεως. Τον συνεβοήθουν δε και ο εξ Αλισάρνης και Τευθρανίας Προκλής, ο του ποτέ βασιλέως της Σπάρτης Δημαράτου απόγονος.

Οι δε περί τον Ξενοφώντα, επειδή πάρα πολύ πλέον εστενοχωρούντο από τα βέλη και τας σφενδόνας, απεχώρησαν του πύργου πορευόμενοι τώρα εν σχήματι κύκλου, τούτο δε όπως έχουν προς τα βέλη πανταχόθεν εστραμμένας τας ασπίδας, και με πολλήν δυσκολίαν διαβαίνουν τον Κάρκασον ποταμόν, εξ αυτών δε οι μισοί περίπου πληγωμένοι.

Τότε δε ο Αγασίας ο Στυμφάλιος, λοχαγός, πληγώνεται, καθ' όλον αυτό το χρονικόν διάστημα μαχόμενος κατά των πολεμίων. Και διασώζονται με διακόσια μαζή ανδράποδα και πρόβατα τόσα, όσα μόνον ήσαν αρκετά διά θυσίας.

Την δ' επομένην, αφού πρώτον ηρώτησε διά θυσίας τους Θεούς ο Ξενοφών, εξάγει νύκτα όλον τον στρατόν, ίνα (δήθεν), βαδίση όσον το δυνατόν μακροτέραν οδόν εν τη Λυδία, ώστε να μη τον φοβήται πλέον, πλησίον του όντα, ο Ασιδάτης, ούτω δε να παύση προφυλασσόμενος (ξενοιάση).

Ο Ασιδάτης όμως, ακούσας ότι και πάλιν ηρώτησεν επ' ονόματί του (διά λογαριασμόν του) τους Θεούς ο Ξενοφών και ότι έρχεται εναντίον του με όλον του το στράτευμα, εξορμά (από του στρατοπέδου του) εις κώμας (κειμένας) υπό το Παρθένιον (όρος), εχούσας (εν τω μέσω) περιτειχισμένην τινα πολίχνην.

Εις το μέρος αυτό οι περί τον Ξενοφώντα τον συναντούν αιφνιδίως και συλλαμβάνουν αυτόν και την γυναίκα του και τα τέκνα του και τους ίππους του και όλα του τα υπάρχοντα. Τοιουτοτρόπως δε επηλήθευσαν αι προγενόμεναι από τον Ξενοφώντα επί των προσφερθέντων εις τους Θεούς θυμάτων μαντείαι.

Κατόπιν επιστρέφουν εις Πέργαμον. Και ενταύθα πολύ ευχαριστήθη εκ του Θεού ο Ξενοφών. Διότι είχαν ομοθύμως συμφωνήση και οι Λάκωνες και οι λοχαγοί και οι άλλοι στρατηγοί και οι στρατιώται να λάβη ούτος εξαιρετικώς πολλά και δι' αυτόν αποκλειστικώς προωρισμένα λάφυρα, ίππους δηλ. και αμάξας από ημιόνους και βόας συρομένας και άλλα. Ώστε να δύναται πλέον μ' αυτά να φανή ωφέλιμος και εις άλλους.

Εν τω μεταξύ τούτω φθάσας ο Θίμβρων παρέλαβε το στράτευμα και ενώσας αυτό με το, όπερ έφερε μαζή του, εκ Σπάρτης επολέμει κατά του Τισσαφέρνους και του Φαρναβάζου.

[Αρχηγοί δε της χώρας του Μεγάλου Βασιλέως, ην διήλθομεν, είναι οι εξής: της Λυδίας ο Αρτίμας, της Φρυγίας ο Αρτακάμας, της Λυκαονίας και Καπαδοκίας ο Μιθραδάτης, της Κιλικίας ο Συέννεσις, της Φοινίκης και Αραβίας ο Λέρνης, της Συρίας και Ασσυρίας ο Βέλεσις, της Βαβυλώνος ο Ρωπάρας, της Μηδίας ο Αρβάκας, των Φασιανών και των Εσπεριτών ο Τιρίβαζος. Οι δε Καρδούχοι και οι Χάλυβες και οι Χαλδαίοι και οι Μάκρωνες και οι Κόλχοι και οι Μοσσύνοικοι και οι Κοίτοι και οι Τιβαρηνοί είναι λαοί αυτόνομοι. Της δε Παφλαγονίας αρχηγός είναι ο Κορύλας, των Βιθυνών ο Φαρνάβαζος και των εν Ευρώπη Θρακών ο Σεύθης.

Και η έκτασις όλης της κατά την ανάβασιν και κατάβασιν διανυθείσης οδού είναι: σταθμοί μεν διακόσιοι δέκα πέντε, παρασάγγαι δε χίλιοι εκατόν πεντήκοντα πέντε, στάδια δε τριάκοντα τέσσαρες χιλιάδες εξακόσια πεντήκοντα. Έν έτος δε και τρεις μήνες το κατά την ανάβασιν και κατάβασιν καταναλωθέν χρονικόν διάστημα].

ΤΕΛΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

«Όσοι δε υποδεδεμένοι εκοιμώντο, εισεδύοντο εις τους πόδας οι ιμάντες» (ίδε βιβλ. Α', Κεφ. Ε', 14). — Η κατάφωρος ονομαστική αυτή απόλυτος — αποτέλεσμα αυθόρμητον της ανεπιτηδεύτου και φυσικής ροής του λόγου παρά τοις Αρχαίοις — λαμβανομένου υπ' όψει και ότι κάθε ισχυρά προσήλωσις εις κάθε κύκλον της ζωής άγει ψυχολογικώς κάποτε εις αντίθετα προς το ίσον και το ορθόν αποτελέσματα, παρέσυρε τον μεταφραστήν εις το «ατύχημα» να διίδη ονομαστικήν απόλυτον επίσης και εις την φράσιν: «Εύνους δε σοι ων, παραινώ» (ίδε βιβλ. Ζ', Κεφ. Γ', 20). Η πραγματική μετάφρασις αυτής, ήτις είναι: «Από ευμένειαν δε προς σε (επειδή δε είμαι φίλος σου) σε παρακινώ (να φερθής όπως σου λέγω)», προκειμένου περί ανθρωπάκου, οίος ο Ηρακλείδης, ομιλούντος προς άνδρα, οίος ο Ξενοφών, ενομίσθη από τον μεταφραστήν ως γεμάτη από αναίδειαν και θράσος. Ούτω δε παρεπλανήθη εις την άλλην, την υπό ονομαστικήν απόλυτον, μετάφρασιν, ήτις είναι: «εγώ δε θα τον παρακινώ να διατελής πάντοτε υπό την εύνοιάν του». Ήτις και ευσχημοτέρα φαίνεται και φυσικωτέρα. Ουχ' ήττον είναι απολύτως εσφαλμένη, διότι περί ουδεμιάς ονομαστικής απολύτου πρόκειται εδώ, είναι δε μόνον μοιραίον αιφνίδιον ανάβρυσμα κακότροπου διά τον μεταφραστήν στιγμής.

______________

Κατά τ' ανωτέρω, λοιπόν, διαγραφήτωσαν εκ της εν σελ. 115 σημειώσεως τα μέχρι της λέξεως: (εγώ). — συμπεριλαμβανομένης — . Το δε υπόλοιπον της σημειώσεως, αφού προταχθούν αυτού τα: Κατά το κείμενον: «Όσοι δε αποδεδεμένοι εκοιμώντο, εισεδύοντο εις τους πόδας οι ιμάντες», τεθήτω εις την υπ' αριθ. 163 σελ. του Α' Τόμου ως σημείωσις των σχετικών προς το χωρίον τούτο στίχων.

______________

Πέραν τον «ατυχήματος» αυτού, εάν ληφθούν υπ' όψει και όλαι αι εν τέλει του πρώτου και του δευτέρου τόμου διορθώσεις, η μετάφρασις της Αναβάσεως αύτη, δικαιούται ο συγγραφεύς να πιστεύη ότι δεν ήτο δυνατόν να γείνη εντελεστέρα.

______________

Αι πλείσται των διορθώσεων τόσον εις τον δεύτερον, όσον και εις τον πρώτον Τόμον εγένοντο εκ φυσικής τάσεως του μεταφραστού εις το να κανονίζη οιανδήποτε φιλολογικήν του εργασίαν προς τας απαιτήσεις της συνειδήσεώς του και την δυνατήν ανθρωπίνως τελειότητα. Αμφιβάλλω εάν όλα τα μεταφραστικά «λάθη», όσα διορθούνται ενταύθα, θα εγίνοντο εις τον αναγνώστην αισθητά. Αλλ' εάν ο συγγραφεύς, ο άξιος του ονόματος, ελάμβανεν υπ' όψει την εξ οιασδήποτε αιτίας άγνοιαν του Κοινού και όχι τον, ον οφείλει να δώση προς την συνείδησίν του, λόγον, «φιλολογικά έργα» βεβαίως ουδέποτε θα ενεφανίζοντο εις τον κόσμον.

______________

Κάθε έργον έχει και την «αποπτικήν» του. Εις την γενικότητα του βλέμματος, με το οποίον βλέπει τις, ή εις την γενικότητα τον πνεύματος, υπό την οποίαν διαβάζει τις ένα οιονδήποτε έργον, γίνονται πολλάκις «αισθηταί» ατέλειαι, αίτινες κατά την κατά μέρη εξονύχισιν αυτού αντιπαρέρχονται. Εις μίαν τοιαύτην ευρείας αισθητικής περιεκτικότητος ανάγνωσιν του Α' Τόμον ανευρέθησαν προ πάντων «αισθητικά» τινά λάθη, άτινα δύναται τις να είπη ότι διωλίσθαιναν εις την αντίληψιν τον μεταφραστού, όταν κατά τυπογραφικόν φύλλον ή και κατά σελίδα ή και κατά παράγραφον ακόμη εδουλεύετο.

______________

Ενιαχού της μεταφράσεως υπετάγη εις τον ρυθμόν της φράσεως η ακρίβεια. Η προς την οποίαν απόλυτος ευλάβεια άγει κάποτε εις αποτελέσματα, ουδεμίαν σχέσιν έχοντα με την καλαισθησίαν. Ελάχιστα όμως είναι τα μέρη ταύτα, διότι ουδενός κόπου εφείσθη ο μεταφραστής όπως συμβιβάση την ακρίβειαν της μεταφράσεως προς την αφέλειαν και απλότητα τον πρωτοτύπου, ταύτας δε προς την αισθητικήν διατύπωσιν της φράσεως.

______________

Εις όχι ολίγα σημεία, ιδίως εις τα περιγραφικά, ο μεταφραστής δεν κατώρθωσεν εντελώς ν' απαρνηθή το ύφος του. Εις αυτά ακόμη και θυσίαι — όχι ολίγαι — γραμματικών κανόνων έγειναν. Η ατέλεια του συγγραφέως εις την περιγραφήν, ην θαυμάζει ο Ταιν εις την περί της «Αναβάσεως» κριτικήν μελέτην του, ηνάγκασε τον μεταφραστήν ν' αναμνησθή εαυτού, ουχί σπανίως και ακουσίως του. Εσεβάσθη δε κατά το δυνατόν ό,τι παρουσιάζει πράγματι «δαιμόνιον» τον Ξενοφώντα, τας, κατά την πυκνότητα της λογικής και την αρμονίαν της σκέψεως, ανωτέρας και αυτών ακόμη των λόγων του Δημοσθένους αγορεύσεις του.

______________

Την μετάφρασιν ο μεταφραστής ησθάνετο πλειότερον εις «άλλην γλώσσαν», εις την Δημοτικήν. Διατί συνεβιβάσθη τουλάχιστον με την Ωμιλουμένην — εις τούτο αναζητήσατε τα — καλώς ή κακώς, αδιάφορον — διέποντα την εποχήν μας Εθνικά συμφέροντα».

______________

Ο μεταφραστής προκαλεί οιανδήποτε και οσονδήποτε επί του έργου του αυστηράν επίκρισιν. Τιμητής αυστηρός αυτός των έργων των άλλων, δεν δικαιούται να ζητήση επιείκειαν παρ' ουδενός. Ούτε θα την ήθελε άλλως, προκειμένου περί φιλολογικών εργασιών, η προς τας οποίας επιείκεια είναι προσβολή και ύβρις. Ένα μόνον θα επεθύμει: η παρ' οιουδήποτε επίκρισις να διέπεται από την καλήν πίστιν απολύτως. Διότι προς τον εμπαθή ή τον προκατειλημμένον ούτε θα προσέξη καν.

______________

Προκειμένου περί γλώσσης, οία η Ελληνική, εχούσης συνέχειαν αδιάσπαστον από του Ομήρου μέχρι σήμερον, η λέξις «μετάφρασις» παρέλκει. Όπως και η λέξις «απόδοσις», η ως εύρημά τι περιούσιον τεθείσα πρό τινος εις κυκλοφορίαν, μη ανταποκρινομένη όμως και αυτή εις το πράγμα. Και εκείνη και αύτη είναι σήμερον εν χρήσει κατά σύμβασιν. Η καταλληλοτέρα θα ήτον ίσως η λέξις «ερμηνεία». Τουλάχιστον μέχρι της εμφανίσεως Ακαδημαϊκών εις την Ελλάδα, των μόνων ίσως αρμοδίων να θέσουν τοιούτου είδους πράγματα εις την θέσιν των.

______________

Ολοκλήρου της «Αναβάσεως» ουδεμία μετάφρασιν έχει γείνη μέχρι τούδε, εκτός αυτής. Η προ 28 ετών γενομένη υπό του Μ. Βρατσάνον μετάφρασις μόνον των δύο πρώτων της «Αναβάσεως» βιβλίων, προωρισμένη δε διά τα Δημοτικά σχολεία και με παραλείψεις όσων μερών ενόμισεν ο μεταφραστής ότι αντέκειντο προς την . . . . ηθικήν (!), παν άλλο δύναται να ονομασθή ή μετάφρασις.

ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ

{Οι διορθώσεις, ως επί το πλείστον μικρές αλλαγές στην μετάφραση, έχουν συμπεριληφθεί στο κείμενο και παραλείπονται}

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 — ΤΗΛ. 614.686, 634.506

Notes in this chapter

Note 1 · Εν τω κειμένω: «ζεύγη ημιονικά τρία». ↩Note 2 · Εν τω κειμένω: «βοεικά ζεύγη» ↩Note 3 · Πρόκειται περί εμπορίου βιβλίων χειρογράφων, αποστελλομένων εξ Ελλάδος χάριν των περί τον Πόντον πολυπληθών Ελλήνων.↩Note 4 · Η κατωτέρω αγόρευσις αποτελεί, όπως και η πάρα κάτω προς τον Σεύθην, ένα τέλειον αποδείξεως και πειθούς και σκέψεως και ευστροφίας και συνθέNote 5 · Εννοεί κατά την ισχύν και το αξίωμα. Τοιούτοι δε ήσαν οι Λακεδαιμόνιοι.↩Note 6 · Η κατ' έννοιαν ερμηνεία του χωρίου αυτού ανήκει ακεραία εις τον Πανταζίδην. Η συμφώνως προς το κείμενον, ην ημείς κατά το μάλλον ή ήττον ακρNote 7 · Ο Πανταζίδης λέγει Βιβλ. Ζ', Κεφ. στ', § 41) ότι οι νεώτεροι εκδόται, αντί της έκ τινων χειρογράφων γραφής: «είπεν αινετώς υπέρ Ξενοφώντος» Note 8 · Εννοεί τους κατοίκους των δωρηθεισών εις τον Μηδοσάδην κωμών, ας οι περί τον Ξενοφώντα ελεηλάτουν. ↩Note 9 · Δι' όντινα θα ήθελε να λάβη ιδέαν τινά ου μόνον περί του εν γένει χαρακτήρος των Σπαρτιατών, αλλά και της ως έκ τινος ηθικής Νίτσε εμπνεομένNote 10 · Υπό την καθολικότητα της γνώμης ταύτης του Ξενοφώντος υπονοείται ο κατακρατών τα χρήματα των Ελλήνων Σεύθης.↩Note 11 · Ως εκ της κατακρατήσεως του μισθού. ↩Note 12 · Εννοεί τους νεωστί γενομένους, διά της βοηθείας των Ελληνικών όπλων, υπηκόους του.↩Note 13 · Ένα από τα ανωμαλώτερα χωρία του Ξενοφώντος, ων την ανωμαλίαν ουδέ καν σημειοί ο Πανταζίδης, μεταφρασθέν κατ' έννοιαν μάλλον και ελευθέρως, Note 14 · Ή: πολύ ανώτερα πάσης της, ην είχες, κτηματικής περιουσίας.↩Note 15 · Κατά λέξιν: = είναι μεν πλούσιος, υπαρχόντων πολλών φίλων, είναι δε πλούσιος, και άλλων ακόμη επιθυμούντων να (του) γείνουν.↩Note 16 · Ή: ότι εκείνον μόνον πρέπει να περιβάλη τις διά της ευνοίας του.↩Note 17 · Ταύτα έρχονται εις αντίθεσην προς τ' ανωτέρω λεχθέντα: ότι «υπολείπονται μάλιστα τον Ξενοφώντα οι στρατιώται»↩Note 18 · Ότι δηλ. «ηδέως αν ίδοιεν, αυτόν (οι στρατιώται) καταλευσθέντα». Ίδε βιβλ. Ζ', κεφαλ. 6 §9. ↩Note 19 · Δηλαδή: γίνεσαι εμπόδιον — Το κείμενον έχει: «αν μηδέν άλλο, συ σαυτώ».↩Note 20 · Ή: κ' ευθύς μόλις έγεινε το πρώτον εις τον τοίχον όρυγμα.↩Note 21 · Παρ' αρχαίοις «χρήματα» λέγονται συν τοις άλλοις, και τα βοσκήματα και ανδράποδα, σήμερον δε υπό των ποιμένων μας «πράμματα» ή, «πράτα» τα π
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings