Front matter (continued 2)
Demetrios Anastasopoulos translation
Διά να μη λάβη, λοιπόν, κανείς άλλος μέρος, μόνοι δε ο Νέων και ο Χειρίσοφος και οι στρατιώται των αναχωρήσουν με τα (εν λόγω) πλοία, διά τούτο έδιδε τοιαύτας εις τον Ξενοφώντα συμβουλάς. Και ο Χειρίσοφος, αφ' ενός μεν αθυμών δι' όσα μέχρι τούδε έγειναν, αφ' ετέρου δε, ένεκα όλων αυτών, αισθανόμενος μίσος προς το στράτευμα, δίδει εις τον Νέωνα την άδειαν να κάμη ό,τι θέλει.
Ο δε Ξενοφών επί τι μεν χρονικόν διάστημα εσκέφθη, αφού απαλλαγή από το στράτευμα, να αναχωρήση (μόνος του). Αλλ' ενώ ηρώτα (θύων) περί τούτου τον άρχοντα Ηρακλέα και του ανεκοίνωνε την σκέψιν του: ποίον εκ των δυο θα ήτο προτιμότερον: να προχωρήση με όσους του είχαν απομείνη (μετά την αποχώρησιν των Αχαιών και Αρκάδων του) στρατιώτας, ή ν' απαλλαγή αυτών τελείως, ο Θεός διά των σπλάγχνων των σφαγίων του είπε (του απήντησεν) ότι πρέπει να συνεχίση μαζή των την πορείαν του.
Ούτω διαιρείται το στράτευμα εις τρία μέρη: Αρκάδες μεν και Αχαιοί, πλέον των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων, όλοι οπλίται. Υπό τον Χειρίσοφον δε, οπλίται μεν μέχρι χιλίων τετρακοσίων, πελτασταί δε μέχρις επτακοσίων, ήσαν δ' (οι τελευταίοι) ούτοι οι υπό τον Κλέαρχον Θράκες. Και υπό τον Ξενοφώντα, οπλίται μεν μέχρι χιλίων επτακοσίων, πελτασταί δε μέχρι τριακοσίων. Μόνον δε ούτος είχε μαζή του και ιππικόν, περί τους τεσσαράκοντα ιππείς.
Και οι μεν Αρκάδες, κατορθώσαντες να λάβουν πλοία από τους Ηρακλεώτας, πρώτοι εξ όλων αναχωρούν, όπως, αιφνιδίως επιπίπτοντες κατά των Βιθυνών, αρπάξουν όσον το δυνατόν περισσότερα. Και αποβιβάζονται εις τον λιμένα της Κάλπης, κατά το μέσον σχεδόν της (εν Μικρασία) Θράκης. Ο δε Χειρίσοφος, ευθύς από της πόλεως των Ηρακλεωτών αρχίσας την πορείαν του, επορεύετο πεζή διά της Βιθυνίας. Αφού δ' εισήλθεν εις την Θράκην, ετράπη προς την θάλασσαν, επειδή (καθ' οδόν) ησθένησεν. Ο δε Ξενοφών, αφού έλαβε πλοία, αποβιβάζεται εις τα μεταξύ Θράκης και Ηρακλεώτιδος όρια και εβάδιζεν εντεύθεν (από 'δώ και πέρα) διά ξηράς.
Κεφάλαιον τρίτον
[Κατά ποίον μεν τρόπον η γενική αρχηγία του Χειρισόφου κατελύθη και κατεμερίσθη το των Ελλήνων στράτευμα, ελέχθη ανωτέρω]. Έκαστοι δ' αυτών έπραξαν τα εξής:
Οι μεν Αρκάδες, ευθύς ως απεβιβάσθησαν την νύκτα εις τον λιμένα της Κάλπης, βαδίζουν εις τα πρώτα, που συνήντησαν, εις απόστασιν τριάκοντα περίπου σταδίων από της θαλάσσης, χωρία. Αφού δ' εξημέρωσεν, ωδήγησεν έκαστος των στρατηγών εναντίον εκάστου (ξεχωριστά) χωρίου τον λόχον του. Εις κάθε δε χωρίον, που τους εφαίνετο μεγαλήτερον των άλλων, ωδήγουν οι στρατηγοί ανά δύο μαζή λόχους.
Υπέδειξαν δ' από συμφώνου και λόφον, εις τον οποίον εν ανάγκη θα συνηθροίζοντο όλοι. Και, λοιπόν, επειδή επέπεσαν κατά των χωρίων αιφνιδίως, και πολλούς αιχμαλώτους έλαβαν και, περικυκλώσαντες (της στάναις των), πολλά πρόβατα εκυρίευσαν.
Όσοι δ' εκ των κατοίκων διέφευγον (την επίθεσιν) συνηθροίζοντο. Πολλοί δε, όντες πελτασταί, διέφευγον εξ αυτών των χειρών των οπλιτών. Αφού δε συνηθροίσθησαν (αρκετοί), κατ' αρχάς μεν επιτίθενται κατά του λόχου ενός των Αρκάδων στρατηγών, ονομαζόμενου Σμίκρητος, όστις (λόχος) ήδη έτρεχε, φέρων μαζή του και πολλά πράγματα, εις τον εκ της προηγουμένης συνεννοήσεως ωρισθέντα λόφον.
Και μέχρι τινός μεν οι Έλληνες εμάχοντο συγχρόνως πορευόμενοι. Κατά την διάβασιν όμως (κάποιας εκεί) χαράδρας, τους τρέπουν εις φυγήν οι Θράκες, και αυτόν τον ίδιον Σμίκρητα φονεύουν και όλους όσοι τον ηκολούθουν. Από άλλον δε λόχον, διοικούμενον από τον Ηγήσανδρον, και τούτον εκ των δέκα στρατηγών όντα, άφησαν οκτώ μόνον ζωντανούς, εν οις και ο Ηγήσανδρος.
Και οι άλλοι επίσης λόχοι συνεπλάκησαν, άλλοι μεν με όσα είχαν αρπάση πράγματα, άλλοι δε χωρίς πράγματα. Οι δε Θράκες, επειδή ηυτύχησαν εις την πρώτην ταύτην συμπλοκήν, επεκαλούντο διά φωνών αλλήλους και συνηθροίζοντο με όλα των τα δυνατά καθ' όλην την επιούσαν νύκτα. Και μόλις εξημέρωσεν, ήρχισε να παρατάσσεται γύρω του λόφου, επί του οποίου ήσαν στρατοπεδευμένοι οι Έλληνες, και ιππικόν πολύ και πελτασταί, ολίγον δε κατ' ολίγον συνέρρεον διαρκώς περισσότεροι.
Και επετέθησαν αφόβως κατά των οπλιτών. Διότι οι μεν Έλληνες ούτε τοξότην είχαν κανένα, ούτε ακοντιστήν, ούτε ιππέα. Οι δε Θράκες, τρέχοντες και ελαύνοντες πλησίον του λόφου, τους εκτύπων με τα ακόντιά των. Κάθε φορά δε που επήρχοντο εναντίον των οι Έλληνες, αυτοί ευκόλως διέφευγον τας επιθέσεις των. Και εν γένει άλλοι άλλοις κατά διαφόρων σημείων επετίθεντο.
Και εκ των Ελλήνων μεν πολλοί επληγώνοντο, εκ των Θρακών δε κανείς. (Εις τοιαύτην δε οι Έλληνες είχαν περιέλθη θέσιν), ώστε να μην ήναι δυνατόν πλέον ούτε να κινηθούν από το μέρος εκείνο, έφθασαν δε μέχρι του σημείου οι Θράκες, ακόμη και αυτό το νερό να τους στερήσουν.
Επειδή δε περιήλθον εις αμηχανίαν, ήρχισαν να συζητούν περί ειρήνης. Και ως προς όλα μεν τα άλλα εσυμφώνησαν. Ζητούντων όμως ομήρους των Ελλήνων εις πίστωσιν των συμφωνιών, οι Θράκες ηρνούντο να τους δώσουν. Και η υπόθεσις μόνον εις το σημείον αυτό εύρισκεν εμπόδια (εσκάλωνε).
Και λοιπόν, τα των Αρκάδων μεν εις τοιαύτην είχαν περιέλθη θέσιν. Ο δε Χειρίσοφος, ασφαλώς πορευόμενος παρά την θάλασσαν (παραπλέων τας ακτάς της Βιθυνίας), φθάνει εις τον λιμένα της Κάλπης. Ενώ δε ο Ξενοφών εβάδιζε διά ξηράς, οι ιππείς του, τρέχοντες με ορμήν προς τα εμπρός, συναντούν γέροντάς τινας, κάπου εκεί πορευομένους. Τους οποίους, αφού έφεραν εις τον Ξενοφώντα, ερωτά ούτος, εάν που ήκουσαν τίποτε περί άλλου τινός στρατεύματος, επίσης Ελληνικού.
Ούτοι δε του διηγήθησαν όλα όσα είχαν πάθη οι Αρκάδες, και ότι ούτοι ήδη πολιορκούνται επί λόφου, ότι δε όλοι οι Θράκες τους είχαν πανταχόθεν περικυκλώση. Τότε τους μεν ανθρώπους τούτους εφύλαττεν ισχυρώς (με προσοχήν), διά να του χρησιμεύσουν ως οδηγοί, όπου ήθελε παραστή ανάγκη. Αφού δ' ετοποθέτησε πλησίον των φρουρούς, συνήθροισε τους στρατιώτας και είπε (προς τούτους τα εξής):
«Ω άνδρες στρατιώται, άλλοι μεν εκ των Αρκάδων εφονεύθησαν, οι δε υπόλοιποι επί λόφου τινός πολιορκούνται. Νομίζω, λοιπόν, ότι, εάν καταστραφούν εκείνοι, βεβαίως ούτε ημείς πλέον δυνάμεθα να σωθώμεν (από την καταστροφήν), αφού οι πολέμιοι τόσον μεν είναι, αφ' ενός, πολλοί, τόσον δ', αφ' ετέρου, έχουν λάβη θάρρος.
»Λοιπόν φρονώ ότι μας επιβάλλεται εξ άπαντος να τρέξωμεν· εις βοήθειαν εκείνων, όπως, εάν δεν εφονεύθησαν ακόμη, πολεμήσωμεν μαζή των, και όπως μη, εγκαταλειφθέντες μόνοι εις τας δυνάμεις μας, μόνοι επίσης και ριψοκινδυνεύσωμεν.
»Διότι εντεύθεν (από 'δώ που είμαστε) εις κανένα μέρος δεν θα ηδυνάμεθα απαρατήρητοι να φύγωμεν. Διότι — προσέθηκεν — εάν επιστρέψωμεν και πάλιν εις Ηράκλειαν, ο δρόμος είναι πολύς. Πολύς δ' επίσης και έως ότου περάσωμεν από 'δώ εις την Χρυσούπολιν. Οι δε πολέμιοι είναι πλησίον μας. Μέχρις όμως του λιμένος της Κάλπης, ένθα υποθέτομεν ότι ευρίσκεται ο Χειρίσοφος, εάν τυχόν έχει διασωθή, η οδός είναι ελαχίστη. Αλλ' εκεί μεν ούτε πλοία έχομεν προς αναχώρησιν, ούτε μιας καν ημέρας (έχομεν) τροφάς, εάν θελήσωμεν να μείνωμεν.
»Των πολιορκουμένων όμως τυχόν καταστραφέντων, είναι πολύ χειρότερον με μόνους τους υπό τον Χειρίσοφον να διακινδυνεύωμεν, παρά, διασωθέντων τούτων (54), να φροντίζωμεν από κοινού υπέρ της σωτηρίας μας, αφού εις ένα και το αυτό μέρος συγκεντρωθώμεν όλοι.
«Πρέπει, λοιπόν, αφού πάρωμεν την απόφασιν, να προχωρήσωμεν (να τραβήξωμε εμπρός), διότι τώρα είναι περίστασις ή ν' αποθάνωμεν ευκλεώς ή να επιτελέσωμεν κατόρθωμα ένδοξον, τόσους Έλληνας από άφευκτον σώζοντες καταστροφήν (55).
»Ίσως δε μας οδηγεί (προς την δόξαν ταύτην και ο Θεός, όστις θέλει (βέβαια) να ταπεινώση εκείνους, οίτινες εκαυχήθησαν ότι είναι υπέρτεροι αυτού (ισχυρότεροί του), ημάς δε, οίτινες πάντοτε από των θεών αρχόμεθα (εις κάθε διάβημά μας), (56) να αναδείξη εντιμοτέρους εκείνων. Αλλά πρέπει να πρέπει να με ακολουθείτε κατά πόδας, προσέχοντες ούτως ώστε να ημπορήτε να εκτελήτε τας διαταγάς μου.
»Και τώρα μεν, λοιπόν, θα στρατοπεδεύσωμεν, αλλ' αφού προχωρήσωμεν έως ου εύρωμεν τον κατάλληλον καιρόν να δειπνήσωμεν. Εφ' όσον δε προχωρούμεν, ο Τιμασίων με τους ιππείς του ας προπορεύεται, έχων πάντοτε τον νουν του και εις ημάς, και ας κατασκοπεύη τα προ αυτού (μέρη), ώστε να μη μας διαφύγη τίποτε».
Αφού είπε ταύτα, ανέλαβε την όλην αρχηγίαν του στρατεύματος. Απέστειλε δε προς τούτοις εις τα πλάγια και άκρα (του στρατού) και εκ των ελαφρωπλισμένων αρκετούς ευζώνους, διά να τους ειδοποιούν, αν τυχόν ήθελαν εξ οιουδήποτε μέρους παρατηρήση τίποτε. Διέταξε δε να κατακαίουν παν ό,τι καθ' οδόν ήθελαν συναντήση καύσιμον.
Οι δε ιππείς, διασπειρόμενοι παντού, έκαιον (και αυτοί), εφ' όσον ήτον ομαλόν το έδαφος. Και οι πελτασταί, αντιπαρερχόμενοι τα άκρα (ακολουθούντες τα άκρα εκ του πλησίον), έκαιον όλα όσα ενόμιζαν (έβλεπαν) ότι ήσαν διά κάψιμο. Η δε κατόπισθεν ερχομένη στρατιά (έκαιεν), εάν τυχόν ήθελε συναντήση τίποτε, το οποίον είχαν παραλείψη να κάψουν οι προηγηθέντες.
Ώστε εφαίνετο ότι επυρπολείτο όλη η χώρα και ότι ήτο το στράτευμα πολύ. (57) Επειδή δε ήτο καιρός πλέον (να στρατοπεδεύσουν) εστρατοπέδευσαν επί τινος λόφου αναβάντες, όπου και τα των πολεμίων πυρά έβλεπαν, απέχοντες αυτών ως τεσσαράκοντα στάδια, και αυτοί έκαιαν όσον ηδύναντο περισσότερα.
Αφού δ' εδείπνησαν ταχύτατα, εδόθησαν διαταγαί να σβυσθούν όλα εντελώς. Και την μεν νύκτα, εγκαταστήσαντες φρουρούς, εκοιμώντο. Άμα δ' εξημέρωσεν, αφού προσηυχήθησαν εις τους Θεούς και συνετάχθησαν ως προς μάχην, ήρχισαν να βαδίζουν απ' όποιο μέρος ηδύναντο (να βαδίζουν) γρηγορώτερα.
Ο Τιμασίων δε και οι ιππείς του, έχοντες μαζή των τους οδηγούς και προχωρούντες (πάντοτε), έφθασαν, χωρίς να το εννοήσουν, εις τον λόφον, όπου επολιορκούντο οι Έλληνες. Δεν βλέπουν δ' ενταύθα ούτε φιλικόν, ούτε εχθρικόν στράτευμα — πράγμα το οποίον αμέσως αναγγέλλουν εις τον Ξενοφώντα και το στράτευμά του — μόνον δε γραΐδιά τινα και γερόντια και πρόβατα ολίγοι και βόας, οι οποίοι είχαν εγκαταλειφθή εκεί.
Και κατ' αρχάς μεν ηπόρησαν: τι (να) είχε συμβή άραγε. Έπειτα όμως, ερωτήσαντες, έμαθαν από τους εγκαταλειφθέντας ότι οι μεν Θράκες, αμέσως μόλις εβράδυασεν, ανεχώρησαν (έφυγαν) εξαφανισθέντες. Περί τα χαράμματα δε — είπαν — ότι είχαν αναχωρήση και οι Έλληνες. Προς ποίον δε μέρος διηυθύνθησαν ούτοι, δεν εγνώριζαν.
Ακούσαντες ταύτα οι περί τον Ξενοφώντα, αφού επρογευμάτισαν (έφαγαν) κ' ετοίμασαν, κατόπιν, τας αποσκευάς των, επροχώρουν, θέλοντες να ενωθούν, όσον ηδύναντο ταχύτερον, με τους άλλους, εις τον λιμένα της Κάλπης. Πορευόμενοι δε (προς τον λιμένα) έβλεπαν επί της προς την Κάλπην αγούσης οδού τα ίχνη των Αρκάδων και Αχαιών. Αφού δε συνηντήθησαν, είδαν με μεγάλην των χαράν αλλήλους και ησπάζοντο ο ένας τον άλλον σαν αδελφοί.
Ηρώτων δε οι Αρκάδες τους περί τον Ξενοφώντα διατί είχαν σβύση (την παρελθούσαν νύκτα) τα πυρά. «Διότι ημείς μεν — είπαν — ενομίζαμεν κατ' αρχάς, επειδή δεν τα εβλέπαμεν πλέον, ότι εβαδίσατε, διαρκούσης της νυκτός, κατά των πολεμίων. Οι δε πολέμιοι πάλιν, καθώς μας εφάνησαν, τοιαύτην τινά εξ υμών επίθεσιν φοβηθέντες, ανεχώρησαν. Διότι αυτοί απεμακρύνθησαν καθ' ον σχεδόν χρόνον εσβύσατε σεις τα πυρά.
Επειδή όμως δεν σας εβλέπαμεν (από πουθενά να φαίνεσθε), εις μάτην δε ο καιρός παρήρχετο, ενομίσαμεν ότι, αφού εμάθατε τα καθ' ημάς (τα όσα υποφέραμεν), ότι εκ φόβου ετράπητε κρυφίως προς την θάλασσαν. Και απεφασίσαμεν να σας ακολουθήσωμεν. Κατ' αυτόν, λοιπόν, τον τρόπον εβαδίσαμεν και ημείς προς τα εδώ».
Κεφάλαιον τέταρτον
Ταύτην μεν, λοιπόν, την ημέραν εστρατοπέδευσαν εις το παραθαλάσσιον, εν υπαίθρω, πλησίον του λιμένος. Το δε μέρος τούτο, το οποίον ονομάζεται λιμήν Κάλπης, ευρίσκεται μεν εις την εν τη Μικρά Ασία Θράκην. Άρχεται δε η Θράκη αύτη από της εισόδου («στόματος») του Πόντου, εκτεινομένη μέχρι της Ηρακλείας, (κειμένης) προς τα δεξιά του εισερχομένου εις τον Πόντον.
Και με τριήρη μεν κωπηλατουμένην η απόστασις από Βυζαντίου εις Ηράκλειαν είναι μιας μακράς ημέρας πλους. Εις το μέσον δε καμμία μεν άλλη πόλις δεν υπάρχει, ούτε φιλική (εις τους Έλληνας), ούτε Ελληνίς, ειμή μόνον Θράκες Βιθυνοί. Οίτινες όσους εκ των Ελλήνων ήθελαν αιχμαλωτίση, ναυαγήσαντας ή δι' οιονδήποτε άλλον λόγον αποβιβασθέντας εις την χώραν των, λέγεται ότι τους μεταχειρίζονται υβριστικώτατα.
Ο δε λιμήν της Κάλπης κείται μεν εν τω μέσω των εκατέρωθεν, εξ Ηρακλείας και Βυζαντίου, πλεόντων, είναι δε γλώσσα γης κατευθυνομένη προς την θάλασσαν, της οποίας το μεν προς αυτήν (την θάλασσαν) εκτεινόμενον μέρος είναι βράχος απόκρημνος, έχων ύψος, κατ' ελάχιστον (όριον), όχι ολιγώτερον των είκοσιν οργυιών, ο δε προς την γην (ξηράν) εκτεινόμενος αυχήν (λαιμός) έχει πλάτος πλέον των τεσσάρων πλέθρων (58). Εις δε το εντός της περιοχής του αυχένος μέρος δύνανται να κατοικήσουν δέκα χιλιάδες άνθρωποι.
Υπάρχει δε λιμήν υπ' αυτόν τον βράχον, προς τα δυτικά αυτού, μ' επίπεδον και ομαλήν ακτήν («αιγιαλόν»). Υπό την γλώσσαν δε, δεσποζομένη υπ' αυτής, υπάρχει κρήνη με γλυκό νερό, ρέουσα επ' αυτής της θαλάσσης αφθονώτατα. Δένδρα δε πολλά μεν και ποικίλα, πάρα πολλά δ' εξ αυτών και κατάλληλα διά ναυπήγησιν πλοίων υπάρχουν παρ' αυτήν την θάλασσαν.
Το δε όρος προς τα μεσόγεια μεν εκτείνεται μέχρις είκοσι σταδίων, όλον δε χωμάτινον και άλιθον. Το δε παρά την θάλασσαν, εις πλέον των είκοσι σταδίων έκτασιν, γεμάτον από πολλά και ποικίλα και μεγάλα δένδρα.
Η δε υπόλοιπος χώρα είναι πολλή και εύφορος και χωρία υπάρχουν εν αυτή πολλά και καλώς οικούμενα. Διότι η γη παράγει και κριθήν και σίτον και όλα τα όσπρια και κεχρί και σουσάμι και σύκα αρκετά και πολλάς και γλυκυοίνους αμπέλους και όλα τα άλλα (καρποφόρα δένδρα) πλην των ελαιών.
Και η μεν χώρα ήτο τοιαύτη (περίπου). Κατεσκήνου δε — είπομεν — ο στρατός εις τας πλησιεστάτας προς την θάλασσαν ακτάς. Εις ην δε περιοχήν (μέρος) ηδύνατο να ιδρυθή πόλις, ο στρατός δεν ήθελε να στρατοπεδεύση. Αλλά και εάν ήθελάν τινες να ιδρύσουν τοιαύτην, ήτο δύσκολον, διότι ο ενταύθα οικισμός των θα εκρίνετο ως εξ επιβουλής (κατά των άλλων εν Πόντω Ελληνικών πόλεων) ορμώμενος.
Διότι οι περισσότεροι των στρατιωτών δεν έγειναν μισθοφόροι (δεν έφυγαν από την πατρίδα των, διά να προσληφθούν εις τον μισθοφορικόν αυτόν στρατόν) ένεκα πτωχείας και στερήσεων, αλλά διότι ήκουον διαρκώς περί της μεγάλης ικανότητος και ανδρείας του Κύρου, άλλοι μεν εξ αυτών και (ουκ ολίγους) άνδρας φέροντες μαζή των (όταν έφυγαν), άλλοι δε προσθέτως και χρήματα καταναλώσαντες, και εξ αυτών (πάλιν) άλλοι μεν διεκφυγόντες κρυφά πατέρας και μητέρας, άλλοι δε και τέκνα εγκαταλείψαντες, με την ελπίδα ότι θα επιστρέψουν με περιουσίας στην πατρίδα των, ακόμη δε και διότι ήκουον ότι όλοι οι πλησίον του Κύρου υπηρετήσαντες πολυειδώς ηυτύχησαν. Επειδή, λοιπόν, ήσαν τοιούτοι, επόθουν να επιστρέψουν, πλέον (σώοι και ασφαλείς) εις την Ελλάδα.
Αφού δ' εξημέρωσεν η δευτέρα (59) ημέρα της επί ταυτό συναντήσεως του στρατεύματος, ο Ξενοφών ηρώτα θύων διά την περαιτέρω αυτού πορείαν (τύχην) τους Θεούς. Διότι ήτον ανάγκη να οδηγήση τον στρατόν προς εύρεσιν των προς συντήρησίν του αναγκαίων. Είχε δε κατά νουν να θάψη και τους νεκρούς. Αφού δ' εσπλαγχνοσκόπησε τα σφάγια, ξεκίνησε, τον ηκολούθουν δε (προπορευόμενον) και οι Αρκάδες, και τους μεν περισσοτέρους εκ των νεκρών έθαψαν κατά σωρούς εις ο μέρος έπεσαν. Διότι ήδη κατέκειντο εκεί από πέντε ημερών και ήτον απολύτως αδύνατον να τους σηκώσουν. Τινάς δε, περιμαζεύσαντες εκ των οδών, έθαψαν εκ των ενόντων όσον ηδύναντο καλλίτερα. Διά τους μη ευρεθέντας δε, έκαμαν μέγα κενοτάφιον, και στεφάνους (επ' αυτού) επέθηκαν.
Αφού δ' έπραξαν ταύτα, επέστρεψαν εις το στρατόπεδον. Και τότε μεν δειπνήσαντες εκοιμήθησαν. Την δ' επομένην συνηθροίσθησαν όλοι οι στρατιώται. Προ πάντων δε συνέλεξεν αυτούς Αγασίας ο Στυμφάλιος, λοχαγός, και Ιερώνυμος ο Ηλείος, λοχαγός, και άλλοι, όλοι από τους σεβαστοτάτους των Αρκάδων.
Και απεφάσισαν: εάν τις του λοιπού κάμη λόγον περί διαιρέσεως του στρατού, ούτος να τιμωρήται διά θανάτου. Και να βαδίζουν όλοι ευρισκόμενοι εις τας θέσεις των, καθ' ον τρόπον ήτο (καταμερισμένον) προτήτερα το στράτευμα. Και να ήναι αρχηγοί του οι πρώην στρατηγοί. Και ο μεν Χειρίσοφος είχεν ήδη αποθάνη, επειδή επήρε με πυρετόν φάρμακόν τι. (60) Την θέσιν δ' αυτού έλαβε (τον διεδέχθη δε) Νέων ο Ασιναίος.
Μετά ταύτα δε εγερθείς ο Ξενοφών είπε τα εξής: «Ω άνδρες στρατιώται, την μεν περαιτέρω πορείαν θα κάμωμεν, καθ' όλα τα φαινόμενα, διά ξηράς. Διότι πλοία δεν υπάρχουν. Είναι δε πλέον ανάγκη να βαδίζωμεν. Διότι, εάν μείνωμεν, δεν θα έχωμεν πόθεν να τραφώμεν. Ημείς, λοιπόν, οι στρατηγοί, θα ερωτήσωμεν τους Θεούς (περί του πρακτέου). Σεις δε, αν άλλοτέ ποτε παρεσκευάσθητε προς μάχην, σήμερα πρέπει να προετοιμασθήτε πολύ περισσότερον παρ' άλλοτε. Διότι οι πολέμιοι ανεθάρρησαν».
Μετά ταύτα ηρώτων τους Θεούς οι στρατηγοί θύοντες. Παρευρίσκετο δε ως μάντις Αρηξίων ο Αρκάς. Διότι ο Σιλανός ο Αμπρακιώτης είχεν ήδη δραπετεύση, αφού εμίσθωσε πλοίον από την Ηράκλειαν. Ενώ δε εσπλαγχνοσκόπουν ερωτώντες τους Θεούς περί της, ην ήθελεν έχει, εκβάσεως η αναχώρησίς των, τα σφάγια δεν εφανέρωναν καλά σημεία. Ταύτην μεν, λοιπόν, την ημέραν έπαυσαν (μαντευόμενοι).
Καί τινες ετόλμησαν να είπουν ότι ο Ξενοφών, θέλων να κατοικίση (ιδρύση πόλιν εις) το μέρος εκείνο, έπεισε τον μάντιν να λέγη ότι τα σφάγια δεν φανερώνουν κανέν σημείον σχετικόν με την αναχώρησίν των.
Ένεκα του λόγου τούτου, αφού την επαύριον εκήρυξεν ότι ηδύνατο πας τις να παρευρίσκεται κατά την ώραν της θυσίας και αφού παρήγγειλεν, εάν τυχόν υπήρχε κανείς ακόμη μάντις εις στράτευμα, να παρευρίσκεται και ούτος, διά να ίδη μαζή με τον Αρηξίωνα τα σφάγια, ηρώτα, θύων, εκ νέου τους Θεούς. Και τότε παρευρέθησαν πολλοί.
Ενώ δε και πάλιν εσπλαγχνοσκόπει μαντευόμενος διά τρίτην ήδη φοράν, ουδέν τα σφάγια εφανέρωναν ως προς την αναχώρησιν. Ως εκ τούτου εστενοχωρούντο πολύ οι στρατιώται. Διότι και αι τροφαί, όσας είχαν φέρη μαζή των, όταν ήλθαν, είχαν πλέον τελειώση. Και ουδαμού υπήρχαν τοιαύται, διά ν' αγοράσουν.
Ένεκα τούτου, συναθροισθέντων των στρατιωτών (και πάλιν), είπε προς αυτούς ο Ξενοφών: «Ω άνδρες, ως προς την πορείαν μας μεν, όπως βλέπετε, ακόμη δεν εφανερώθησαν κατ' ευχήν τα ιερά. Βλέπω δ' εξ άλλου ότι έχετε ανάγκην τροφών. Νομίζω, λοιπόν, ότι περί τούτου και μόνου πρέπει να ερωτήσωμεν τους Θεούς». (61)
Εγερθείς κάποιος τότε είπε: «Και — καθώς βλέπω — ήτον επόμενον να μην αποβαίνουν κατ' ευχήν τα ιερά. Διότι, όπως εγώ έμαθα χθες κατά τύχην από κάποιον ελθόντα με πλοίον εις τα μέρη αυτά, ο διοικητής του βυζαντίου Κλέανδρος έχει σκοπόν να έλθη με (φορτηγά) πλοία και τριήρεις».
Μετά ταύτα δε όλοι μεν ενόμιζαν ότι έπρεπε να τον αναμένουν. Αλλ' ήτον, εξ άλλου, και ανάγκη απόλυτος να τρέξουν προς εύρεσιν τροφών. Και πάλιν, λοιπόν, διά το ίδιο ζήτημα επί τρεις φοράς ηρώτων με σφάγια τους Θεούς, αλλά και πάλιν ταύτα ουδέν αίσιον εφανέρωσαν. Και ήδη, ελθόντες και εις αυτήν την σκηνήν του Ξενοφώντος, διεμαρτύροντο διά την έλλειψιν τροφών. Εν τούτοις ούτος εξηκολούθει αρνούμενος να τους οδηγήση (να εξαγάγη τον στρατόν) προς εύρεσιν τοιούτων, αφού τα ιερά παρουσιάζοντο πάντοτε δυσοίωνα.
Και πάλιν ηρώτα τους Θεούς την επομένην και σχεδόν όλοι οι στρατιώται, διότι όλοι ενδιαφέροντο, ετριγύριζαν τα ιερά παρατηρούντες. Τα δε σφάγια είχαν τελειώση πλέον (Ζώα δε προς σπλαγχνοσκοπίαν δεν υπήρχαν πλέον). Οι δε στρατηγοί ηρνούντο μεν να οδηγήσουν τον στρατόν προς επισιτισμόν, τον εκάλεσαν δε και πάλιν εις συνάθροισιν. Είπε, λοιπόν, ο Ξενοφών: «Ίσως είναι ήδη συνηθροισμένοι κάπου οι πολέμιοι και είναι απόλυτος ανάγκη να πολεμήσωμεν. Εάν, λοιπόν, αφού αφήσωμεν (τοποθετήσωμεν) τας αποσκευάς μας εις το ασφαλές και οχυρόν του όρους μέρος, ηθέλαμεν βαδίση παρασκευασμένοι ως προς μάχην, ίσως τα ιερά εκαλλιτέρευαν κατά τι».
Ακούσαντες δε οι στρατιώται διεμαρτύροντο λέγοντες ότι ουδεμία παρίστατο ανάγκη να τας (μετα)φέρουν εις το μέρος εκείνο, αλλά να ερωτήσουν τους Θεούς ως τάχιστα. Και πρόβατα μεν (διά σφάγια) δεν υπήρχαν πλέον. Αφού δε ηγόρασαν βόας εκ των εις άμαξαν ζευγνυομένων, ηρώτων και πάλιν τους Θεούς. Και ο Ξενοφών παρεκάλεσε Κλεάνορα τον Αρκάδα ν' αναλάβη αυτός προθύμως την θυσίαν, διά να ίδη αν εκ της μεταλλαγής ταύτης του θύτου θα προέκυπτε κανέν ευοίωνον διά τον στρατόν σημείον. (62) Αλλ' ούτε δι' αυτού έδειξαν τίποτε καλόν τα ιερά.
Ο Νέων δε ήτο μεν στρατηγός, αντικαταστήσας τον Χειρίσοφον (μετά τον θάνατόν του), βλέπων όμως τους στρατιώτας πάρα πολύ να υποφέρουν, επειδή ήθελε να τους φανή ευχάριστος, ευρών τινα άνθρωπον Ηρακλεώτην, όστις του είχεν είπη ότι γνωρίζει εκεί που πλησίον χωρία, από τα οποία θα ήτο δυνατόν να προμηθευθούν τα προς συντήρησίν των, εκήρυξεν εις όλον το στράτευμα ότι, όποιος ήθελεν, ηδύνατο να υπάγη προς εύρεσιν τροφών, διότι θα είχαν τον Ηρακλεώτην εκείνον οδηγόν των.
Ξεκινούν, λοιπόν, με μικρά δόρατα και ασκούς και σάκκους και άλλα διάφορα αγγεία έως δύο χιλιάδες άνδρες. Αφού δ' έφθασαν εις τα χωρία και διεσπάρησαν παντού προς λεηλασίαν, επιτίθενται κατ' αυτών πρώτοι οι ιππείς του Φαρναβάζου. Διότι είχαν σταλή ούτοι εις βοήθειαν των Βιθυνών, σκοπεύοντες μαζή μ' αυτούς, εάν ήτο δυνατόν, να μην επιτρέψουν εις τους Έλληνας να έλθουν εις την Φρυγίαν. Οι ιππείς, λοιπόν, αυτοί φονεύουν εκ των Ελλήνων όχι ολιγωτέρους των πεντακοσίων. Οι δε υπολειφθέντες διέφυγαν σωθέντες εις το όρος.
Μετά ταύτα κάποιος εκ των διαφυγόντων αναγγέλλει τα όσα συνέβησαν εις το στρατόπεδον. Και ο Ξενοφών, επειδή κατά την ημέραν ταύτην δεν είχαν αποβή αίσια τα ιερά, λαβών βουν εκ των υποζυγίων, διότι δεν υπήρχαν πλέον άλλα προς θυσίαν θύματα (σφάγια), αφού τον έσφαξεν (επί τω σκοπώ να ερωτήση τους Θεούς αν πρέπει να τρέξη ή όχι εις βοήθειαν εκείνων, οι δε θεοί ενέκριναν αυτήν), έτρεξεν αμέσως εις βοήθειάν των και αυτάς και όλοι οι άλλοι, όσοι είχαν ηλικίαν μέχρι τριάκοντα ετών.
Καί παραλαβόντες ούτοι (υπό την προστασίαν των) τους επί του όρους καταφυγόντας άνδρας, επιστρέφουν εις το στρατόπεδον. Καί ήδη μεν ήτον ο Ήλιος περί την δύσιν του, οι δ' Έλληνες ετοιμάζοντο να φάγουν, καταλυπημένοι και κατηφείς (διά την συμφοράν), όταν αιφνιδίως διά μέσου των δασωδών μερών του όρους επιτεθέντες τινές εκ των Βιθυνών κατά των προφυλακών, άλλους μεν εξ αυτών εφόνευσαν, άλλους δε κατεδίωξαν μέχρι του στρατοπέδου.
Κ' εγερθέντος μεγάλου θορύβου εις το στράτευμα, έτρεξαν δρομαίοι εις τα όπλα όλοι οι Έλληνες. Και το να τους καταδιώξουν μεν και θέσουν διά νυκτός εις κίνησιν όλον το στρατόπεδον ενόμισαν ότι δεν ήτον ασφαλές και φρόνιμον. Διότι ήσαν όλα τα πέριξ μέρη δασώδη. Διενυκτέρευαν όμως ωπλισμένοι, με αρκετούς φυλαττόμενοι φρουρούς.
Κεφάλαιον πέμπτον
Και την μεν νύκτα (αυτήν) ούτω επέρασαν. Άμα δ' εξημέρωσεν, οι στρατηγοί ωδήγουν τον στρατόν εις την οχυράν εκείνην θέσιν, (εις ην την προηγουμένην είχε προτείνη ο Ξενοφών ν' αποθέσουν τας αποσκευάς των). Οι δε στρατιώται ηκολούθουν με τας αποσκευάς των και τα όπλα των. Πριν έλθη δε ακόμη η ώρα του προγεύματος, απέκλεισαν ολόκληρον τα προς την είσοδόν της μέρος με χαρακώματα και τάφρον, αφήσαντες τρεις πύλας. Και πλοίον από την Ηράκλειαν ήλθε φέρον κρίθινα άλευρα και ζώα προωρισμένα διά τας προς τους Θεούς θυσίας και οίνον.
Σηκωθείς δε πρωί ο Ξενοφών ηρώτα τους Θεούς σχετικώς προς την μελετωμένην προς επισιτισμόν του στρατού πορείαν. Και ευθύς από του πρώτου σφαγίου τα σπλάγχνα έδειξαν αίσια σημεία. Και αφού ετελείωσε πλέον η σπλαγχνοσκοπία (όπως ήθελε), βλέπει αετόν εκ δεξιών ο μάντις Αρηξίων ο Παρράσιος και (αμέσως) παρορμά τον Ξενοφώντα να τεθή επί κεφαλής του στρατεύματος.
Και, αφού διέβησαν την τάφρον, καταθέτουν, αναμένοντες διαταγάς, τα όπλα. Ο δε κήρυξ εκήρυξεν, αφού γευματίσουν, να ξεκινήσουν οι στρατιώται με τα όπλα των, τον όχλον δε και τους αιχμαλώτους ν' αφήσουν αυτού (εκεί όπου είναι).
Και λοιπόν, όλοι μεν οι άλλοι εξεκίνησαν. Ουχί δε και ο Νέων. Διότι ηύραν καλλίτερα να τον αφήσουν αυτού φύλακα του στρατοπέδου. Επειδή όμως οι λοχαγοί και οι στρατιώται του ήρχισαν να τον εγκαταλείπουν, νομίζοντες ότι ήτον εντροπή των να μην ακολουθήσουν και αυτοί το στράτευμα, ενώ όλοι οι άλλοι συμμετείχον της πορείας, άφησαν εκεί όλους τους (εν τω στρατεύματι) έχοντας ηλικίαν ανωτέραν των σαράντα πέντε ετών. Και ούτοι μεν έμειναν εκεί, οι δ' άλλοι επορεύοντο.
Πριν διανύσουν δε (εν όλω) δεκαπέντε στάδια, ήρχισαν να συναντούν πτώματα νεκρών. Καί αφού έφεραν (εσταμάτησαν) την ουράν του κέρατος (63) ακριβώς ενώπιον των πρώτων, που εφάνησαν, νεκρών, ήρχισαν να θάπτουν όλους όσους περιελάμβανε (καθ' όλην την έκτασίν του) ο στρατός.
Αφού δ' έθαψαν τους πρώτους, (64) μετακινήσαντες προς τα εμπρός το στράτευμα και την ουράν του πάλιν σταματήσαντες προ των πρώτων (νεκρών) εκ των ατάφων, έθαπτον (και πάλιν) κατά τον αυτόν τρόπον τόσους, όσους περιελάμβανεν η στρατιά. Αφού δε έφθασαν εις την οδόν, (65) όπου κατέκειντο αθρόοι οι νεκροί, συλλέξαντες όλους αυτούς μαζή τους έθαψαν.
Παρελθούσης δε πλέον της μεσημβρίας, ήρχισαν, προχωρήσαντες έξω των κωμών, να λαμβάνουν (αρπάζουν) τα προς συντήρησίν των, παν ό,τι (δηλαδή) περιελάμβανε τα βλέμμα εντός της περιοχής της φάλαγγος (πορευομένης). Ότε αιφνιδίως βλέπουν τους πολεμίους από το απέναντι μέρος να υπερπηδούν λόφους τινάς, συντεταγμένους κατά φάλαγγα (εις τάξιν μάχης) πολλούς ιππείς τε και πεζούς. Διότι είχαν σταλή με τα σώματά των υπό του Φαρναβάζου (προς επίθεσιν) οι ύπαρχοί του Σπιθριδάτης και Ραθίνης.
Αφού δε είδαν τους Έλληνας οι πολέμιοι, εστάθησαν εις απόστασιν δέκα πέντε σταδίων περίπου, ευθύς δ' αμέσως ο μάντις των Ελλήνων Αρηξίων σφάζει προς θυσίαν ζώα κ' ευθύς από του πρώτου παρουσιάζονται καλά σημεία.
Τότε, λοιπόν, ο Ξενοφών λέγει: «Νομίζω καλόν, ω άνδρες στρατηγοί, να τοποθετήσω όπισθεν της φάλαγγος βοηθητικούς λόχους, διά να ήναι πάντοτε έτοιμοι εκείνοι οίτινες, αν παραστή ανάγκη, θα προστρέξουν εις βοήθειάν της. Και ακόμη, διά να εμπίπτουν οι πολέμιοι, ζαλισμένοι από τας επιθέσεις του κυρίου σώματος, εις ακεραίους και καλώς συντεταγμένους λόχους».
Αφού δ' απεφασίσθησαν απ' όλους ταύτα, προσέθηκε: «Σεις μεν, λοιπόν, προπορευόμενοι βαδίσατε την προς τους πολεμίους άγουσαν, διά να μη καθήμεθα άπρακτοι εδώ, επειδή και τον είδαμεν και μας είδε πλέον ο εχθρός. Εγώ δε θα σας ακολουθήσω (θα έλθω), αφού ξεχωρίσω τους τελευταίους λόχους, συμφώνως προς τας αποφάσεις σας».
Μετά ταύτα, εκείνοι μεν εν ησυχία επροπορεύθησαν. Ο δε Ξενοφών, αφού απέσπασε τα τρία τελευταία τάγματα, έκαστον ανά διακοσίους έχον άνδρας, διέταξε το μεν εξ αυτών ν' ακολουθή όπισθεν του δεξιού της φάλαγγος με αρχηγόν αυτού Σαμόλαν τον Αχαιόν. Το δε ετοποθέτησε ξεχωριστά όπισθεν του μέσου, με αρχηγόν Πυρίαν τον Αρκάδα. Το δε τρίτον, όπισθεν του αριστερού, μ' αρχηγόν του Φρασίαν τον Αθηναίον. Πάντα δε ηκολούθουν εξ αποστάσεως από το κύριον σώμα ενός πλέθρου.
Ενώ δ' εβάδιζαν (κατά την ως άνω τάξιν), επειδή οι επί κεφαλής της φάλαγγος («οι ηγούμενοι») έφθασαν εις μεγάλην και δυσκολοδιάβατον δασώδη φάραγγα, εστάθησαν μη γνωρίζοντες αν έπρεπεν ή όχι να την διαβούν. Και ειδοποιούν ταχέως τους στρατηγούς και λοχαγούς να προσπεράσουν (να τρέξουν μπροστά) όλοι προς το μέτωπον.
Ο Ξενοφών, μη γνωρίζων (κατ' αρχάς) ποίον άρα γε ανέκοψε την πορείαν του στρατού εμπόδιον, και μαθών ευθύς μετά ταύτα την αιτίαν τρέχει προς τα εμπρός όσον ηδύνατο ταχύτερον. Αφού δε συνήλθαν (εκεί όλοι οι στρατηγοί και λοχαγοί), λέγει ο Σοφαίνετος, ο γηραιότερος των στρατηγών, ότι είναι άξιον συσκέψεως: αν πρέπει να διαβούν τοιαύτην φάραγγα. Και ο Ξενοφών, διακόψας αυτόν αμέσως, είπεν:
«Αλλά γνωρίζετε μεν όλοι, ω άνδρες, ότι ουδέποτε έως τώρα σας έκαμα να κινδυνεύσετε εκουσίως μου. Διότι βλέπω ότι δεν έχετε πλέον ανάγκην γνώμης, διά να φανήτε ανδρείοι, αλλά διασώσεως (αλλά πώς να φθάσετε σώοι εις τας πατρίδας σας).
»Επί του προκειμένου δε, το πράγμα έχει ούτω: Χωρίς μεν να πολεμήσωμεν, δεν είναι δυνατόν να φύγωμεν εντεύθεν. Διότι εάν δεν βαδίσωμεν ημείς κατά των πολεμίων, θα μας ακολουθήσουν και θα επιπέσουν καθ' ημών αυτοί, μόλις απέλθωμεν.
»Σκεφθήτε, λοιπόν, ποίον εκ των δύο είναι προτιμότερον: να βαδίσωμεν κατά του εχθρού με τα όπλα εστραμμένα εναντίον του, ή, αφού ρίψωμεν τας ασπίδας εις τον ώμον φεύγοντες, να ίδωμεν επερχομένους όπισθεν ημών τους πολεμίους.
«Γνωρίζετε όμως πολύ καλά ότι το να φεύγη μεν κανείς προ του εχθρού του, ουδέποτε αποβαίνει εις καλόν. Το να τον ακολουθή τις όμως κατά πόδας, και εις τους ανανδροτέρους ακόμη εμπνέει θάρρος. Εγώ τουλάχιστον, πολύ ευχαριστότερον θα επετιθέμην κατ' αυτού με το ήμισυ του στρατού, ον έχομεν, ή ν' αποχωρήσω (φύγω) ενώπιόν του με διπλάσιον. Γνωρίζω δε ότι, εάν μεν ημείς επιτεθώμεν, ούτε σεις οι ίδιοι ακόμη πιστεύετε ότι θ' αντισταθούν εις την επίθεσίν μας. Εάν όμως φύγωμεν, όλοι είμεθα βέβαιοι ότι θα τολμήσουν να μας καταδιώξουν.
»Το ν' αφήσωμεν δε, αφού διαβώμεν, όπισθέν μας την δυσκολοδιάβατον αυτήν φάραγγα, με τον σκοπόν να πολεμήσωμεν, άρα γε αυτό τούτο δεν μας επιβάλλει την υποχρέωσιν και να την κυριεύσωμεν; (66) Διότι εγώ θα ήθελα εις μεν τους πολεμίους να φαίνωνται όλα ευκολοδιάβατα, ώστε ευχερώς να υποχωρούν. Εμείς δε και από της θέσεως (τοποθεσίας) πρέπει να διδασκώμεθα ότι δεν υπάρχει καμμία απολύτως σωτηρία εις τους μη νικώντας.
»Απορώ δε φυσικώ τω λόγω και με τους νομίζοντας ότι η φάραγξ αύτη είναι περισσότερον φοβερά (δύναται να εμπνεύση περισσότερον φόβον) από τόσα άλλα μέρη, τα οποία μέχρι τούδε επεράσαμεν. Διότι πώς θα ημπορέσωμεν να διαβώμεν την (πέραν ταύτης) πεδιάδα, εάν δεν νικήσωμεν πρώτα τους (εν αυτή αναμένοντας) ιππείς; Πώς δε ήσαν διαβατά τόσα, όσα επεράσαμεν, βουνά και όρη, αν και τόσοι πελτασταί μας κατεδίωκαν; (αν και είχαμεν τόσον ολίγους πελταστάς;) (67)
»Εάν δε (αντί να πολεμήσωμεν) καταφύγωμεν, διά να σωθώμεν, εις την θάλασσαν, (ειπέτε μου): πόσον άρα γε μεγαλειτέρα αυτής φάραγξ είναι η θάλασσα αυτή του Πόντου, ην βλέπετε; (68) Εις ην ούτε πλοία υπάρχουν, διά να μας παραλάβουν, ούτε τροφή, με την οποίαν να τραφώμεν μένοντες, θα παραστή δ' ανάγκη, και εάν το ταχύτερον φθάσωμεν εκεί (εις την θάλασσαν), πάλιν να απομακρυνθώμεν εκείθεν το ταχύτερον, διά να προμηθευθώμεν τα προς συντήρησίν μας.
»Λοιπόν είναι προτιμότερον να πολεμήσωμεν χορτασμένοι, παρά να πολεμήσωμεν αύριον πεινώντες. — Ω άνδρες, και τα (μαντικά) σημεία είναι ευχάριστα και τα σφάγια κάλλιστα και τα πτηνά αίσια και ευοίωνα. Εμπρός, λοιπόν, ας βαδίσωμεν κατά του εχθρού. Δεν πρέπει πλέον ούτος, αφού πάντως μας είδεν, ούτε να δειπνήση (απόψε) μ' ευχαρίστησιν, ούτε να στρατοπεδεύση όπου αυτός θέλει». (69)
Μετά ταύτα οι λοχαγοί προέτρεπαν τον στρατόν να προχωρήση. Και ουδείς αντέτεινε. Και ο Ξενοφών προεπορεύετο, αφού διέταξε να διαβαίνουν όλοι την φάραγγα από του μέρους εις ο έκαστος έτυχε να ήναι. Διότι ενόμιζεν ότι, όλον μαζή ούτω, θα την διαβή ταχύτερον το στράτευμα, παρά (εάν διέβαιναν) διά της γεφύρας, ήτις ήτον επί της φάραγγος, ο ένας όπισθεν του άλλου.
Αφού δε την διέβησαν, πλησιάσας την φάλαγγα ο Ξενοφών, είπε τα εξής: «Ω άνδρες, ενθυμηθήτε όσας προ πάντων μάχας μαζή με την βοήθειαν των Θεών ως τώρα ενικήσατε, προς μίαν όλοι και την αυτήν διεύθυνσιν βαδίζοντες, και ποίας συμφοράς παθαίνουν όσοι απέφυγαν να συμπλακούν με τον πολέμιον. Και βάλετε εις τον νουν σας τούτο: ότι ευρισκόμεθα ήδη εις τα πρόθυρα της Ελλάδος.
Εμπρός, λοιπόν, ακολουθήσατε όλοι τον (εν πολέμοις) οδηγόν μας Ηρακλέα και, φωνάζοντες ο ένας τον άλλον με τα ονόματά σας («ονομαστί»), ορμήσατε. Σας βεβαιώ ότι είναι λίαν ευχάριστον εκείνος που είπε κ' έπραξε τι γενναίον και καλόν σήμερα, να μνημονεύεται απ' όλους (ευφήμως εν τω μέλλωντι).».
Ταύτα έλεγε παρελαύνων προ της φάλαγγος, και αμέσως τίθεται επί κεφαλής αυτής, και, αφού εκατέρωθεν ετοποθέτησαν τους πελταστάς, εβάδιζαν κατά των πολεμίων. Διέταξε δε τα μεν δόρατα να φέρουν επί του δεξιού των ώμου, μέχρις ότου σημάνη ο σαλπιγκτής. Κατόπιν δε, αφού τα προτείνουν προς τα εμπρός («εις προβολήν»), να βαδίζουν βάδην και να μη καταδιώκουν τρέχοντες κανένα. Μετά ταύτα ήρχισε να μεταδίδεται εις όλας τας τάξεις του στρατεύματος το σύνθημα: Ζευς σωτήρ, Ηρακλής ηγεμών — (οδηγός). Οι δε πολέμιοι εκράτουν την θέσιν των νομίζοντες ότι το μέρος όπου ήσαν ήτον απροσμάχητον.
Όταν δε πλέον ήρχιζαν να πλησιάζουν, αλαλάζοντες οι Έλληνες πελτασταί ώρμησαν κατά των πολεμίων, πριν ακόμη κανείς τους διατάξη. Οι δε πολέμιοι ώρμησαν επίσης και αυτοί εναντίον των, τόσον οι ιππείς, όσον και το στίφος των Βιθυνών. Και τρέπουν εις φυγήν τους πελταστάς.
Αλλ' άμα εφάνη ερχομένη εις υπάντησίν των η φάλαγξ των οπλιτών, βαδίζουσα ταχέως, και συγχρόνως ηκούσθη φθεγγομένη η σάλπιγξ (ηκούσθησαν σαλπίσματα), ήρχισαν δε να ψάλλουν όλοι επικλητήριον προς τον Απόλλωνα άσμα, κατόπιν δε να αλαλάζουν και συγχρόνως να προτείνουν προς τα εμπρός τα δόρατα, τότε δεν αντέστησαν πλέον οι πολέμιοι, αλλ' έφευγαν.
Και ο Τιμασίων μεν με το ιππικόν τους κατεδίωκε, φονεύσαντες όσους βεβαίως ήτο δυνατόν, επειδή ήσαν ολίγοι. Εκ δε των πολεμίων, το μεν αριστερόν των αμέσως διεσκορπίσθη, καθ' ό μέρος δηλ. οι Έλληνες ιππείς τους κατεδίωξαν. Το δε δεξιόν, επειδή δεν κατεδιώχθη ισχυρώς, συνηθροίσθη (ανασυνετάχθη) επί κάποιου εκεί λόφου.
Αφού δε είδαν οι Έλληνες ότι δεν υπεχώρουν, ενόμισαν ότι ήτο πλέον ευκολώτατον και ακινδυνότατον να βαδίσουν εναντίον των. Και πάλιν, λοιπόν, επικαλεσθέντες τον Απόλλωνα, ώρμησαν αμέσως κατ' επάνω των. Ούτοι δε δεν αντέστησαν. Και τότε ήρχισαν οι πελτασταί να τους διώκουν, μέχρι ου και το δεξιόν διεσκορπίσθη. Εφονεύθησαν δε ολίγοι. Διότι το ιππικόν των πολεμίων, ως πολύ, ενέπνεε φόβον εις τους Έλληνας.
Επειδή δε είδαν οι Έλληνες ότι και του Φαρναβάζου το ιππικόν ήτον ακόμη συντεταγμένον και οι Βιθυνοί ιππείς συνηθροίζοντο πλησίον του, θεώμενοι από κάποιον εκεί λόφον τα συμβαίνοντα, ησθάνοντο μεν ότι είχαν αποκάμη πλέον, ενόμισαν όμως ότι έπρεπε να επιτεθούν και κατ' αυτών, όπως ηδύναντο, διά να μη τους δώσουν καιρόν ν' αναπαυθούν αντλούντες τόλμην και πεποίθησιν.
Συνταχθέντες, λοιπόν, πορεύονται εναντίον των. Αλλά μόλις τους είδαν οι πολέμιοι ιππείς, τρέπονται εις φυγήν φερόμενοι επί της κατωφερείας με ορμήν, σαν να τους κατεδίωκεν (όπισθέν των) ιππικόν. Διότι δασώδης φάραγξ τους ανέμενε (φεύγοντας), πράγμα το οποίον δεν είχαν ίδη οι Έλληνες, οίτινες, πριν ή ακόμη μάθουν ότι υπήρχε τοιαύτη εκεί φάραγξ, είχαν ήδη παύση να τους καταδιώκουν. Διότι είχε πλέον βραδυάση.
Επιστρέψαντες δε όπου είχε γείνη η πρώτη συμπλοκή, αφού έστησαν τρόπαιον, απήλθον προς την θάλασσαν περί την δύσιν του Ηλίου. Η απόστασις δε μέχρι του στρατοπέδου ήτο περίπου στάδια εξήκοντα.
Κεφάλαιον έκτον
Μετά ταύτα οι μεν πολέμιοι ησχολούντο εις τα κατ' αυτούς (εφρόντιζαν για τα 'δικά τους) και περισυνέλεγαν (έπαιρναν μαζή των) και τους υπηρέτας και τα πράγματα, τοποθετούντες αυτά όσον ηδύναντο μακρύτερα. Οι δ' Έλληνες ανέμεναν μεν τον Κλέανδρον να έλθη με τας τριήρεις και τα πλοία, εξερχόμενοι δε καθ' εκάστην με τα ζώα και τους αιχμαλώτους των έφερναν χωρίς κανένα φόβον εις το στρατόπεδον σίτον και κριθήν, οίνον, όσπρια, κεχρί, σύκα. Διότι όλα τα καλά είχεν η χώρα, εκτός ελαίου.
Και κάθε φορά μεν που το στράτευμα ανεπαύετο, επετρέπετο να πηγαίνουν προς λείαν και αρπαγήν, ό,τι δ' ελάμβαναν (έπαιρναν) οι εξερχόμενοι, εκράτουν διά τον εαυτόν των. Κάθε φοράανθάνοντες ότι και πόλις ήθελεν ιδρυθή εκεί και λιμήν θα εγίνετο.
Τώρα δε πλέον, ακόμη και οι κατοικούντες πλησίον των πολέμιοι, επειδή εμάνθαναν ότι ο Ξενοφών κτίζει πόλιν εις το μέρος εκείνο, απέστελλον προς αυτόν απεσταλμένους, ζητούντες να μάθουν τι πρέπει να κάμουν, διά να ήναι φίλοι του. Ο δε Ξενοφών τους επεδείκνυεν εις τους στρατιώτας, (διά να τους πείση περί του πόσον ήτον εύκολον να ιδρύση εκεί πάλιν).
Και εν τω μεταξύ τούτω φθάνει ο Κλέαρχος με δύο τριήρεις, με κανένα όμως (φορτηγόν) πλοίον. Καθ' ην δε ώραν έφθασεν, έτυχε να ήναι έξω το στράτευμα προς αρπαγήν (να έχη πάη για πλιάτσικο). Άλλοι δέ τινες μεταβάντες εις το όρος, διά να κλέψουν, ήρπασαν ουκ ολίγα πρόβατα. Επειδή δε ανησύχουν μήπως τους τ' αρπάξουν, απευθύνονται εις τον Δέξιππον, όστις είχεν αποδράση από την Τραπεζούντα με το πεντηκοντάκωπον (εκείνο) πλοίον, και τον παρακαλούν, αφού (για χατήρι των) τους φυλάξη τα αρπαγέντα πρόβατα, τα μεν εξ αυτών να κρατήση ο ίδιος, τα δε να τους τα επιστρέψη.
Αλλ' εκείνος αμέσως αποδιώκει τους περί αυτόν ισταμένους στρατιώτας, διαμαρτυρομένους ότι τα πρόβατα ανήκουν εις όλον το στράτευμα, και προσελθών εις τον Κλέανδρον λέγει ότι οι στρατιώται επεδόθησαν εις αρπαγάς. Ούτος δε τον διατάσσει να φέρη ενώπιόν του οιονδήποτε ήθελε συλλάβη αρπάζοντα.
Και ο μεν Δέξιππος, συλλαβών κάποιον, τον έφερεν εις τον Κλέανδρον. Αλλά (καθ' ην στιγμήν απήγετο), συναντήσας αυτόν ο Αγασίας, τον αποσπά από τας χείρας του Δεξίππου. Διότι ο απαγόμενος ανήκεν εις τον λόχον του. Οι δε παριστάμενοι εκεί εκ των στρατιωτών επιχειρούν να κτυπήσουν τον Δέξιππον, κατονομάζοντας αυτόν προδότην και ζητούντες την σύλληψίν του. Εφοβήθησαν δε και πολλοί εκ των τριηριτών και ήρχισαν να φεύγουν (έκαναν να φύγουν) προς την θάλασσαν. Εν οις και αυτός ο Κλέανδρος.
Ο Ξενοφών δε και οι άλλοι στρατηγοί τους ημπόδιζαν (από του να φύγουν) και έλεγαν εις τον Κλέανδρον ότι δεν συμβαίνει τίποτε (ότι ό,τι έγεινεν είναι ανάξιον λόγου) και ότι αφορμή όλων αυτών ήτον η προνοούσα περί τοιούτων τινών ενδεχομένων διαταγή (εκείνη) του στρατεύματος. (70)
Ο δε Κλέανδρος, και από τον Δέξιππον επανειλημμένως ερεθιζόμενος και αυτός ο ίδιος δυσαρεστηθείς διά τον προξενηθέντα εις αυτόν φόβον (δι' ον φόβον εδοκίμασεν) είπεν ότι θ' αναχωρήση και θα κηρύξη παντού: καμμία απολύτως πόλις να μη τους δεχθή ως επικινδύνους. Ηγεμόνευαν δε τότε όλων των Ελλήνων οι Λακεδαιμόνιοι.
Τότε οι Έλληνες ενόησαν ότι η απειλή αύτη του Κλεάνδρου ήτο δι' αυτούς επιβλαβής, και τον παρεκάλουν να μη την πραγματοποιήση. Ο δε Κλέανδρος είπεν ότι δεν είναι δυνατόν να γείνη άλλως (δεν θ' αλλάξη γνώμην), εκτός εάν του παραδώσουν τον αποπειραθέντα να κτυπήση τον Δέξιππον, καθώς και τον αποσπάσαντα τον στρατιώτην από τας χείρας (του Δεξίππου) Αγασίαν.
Ήτο δε ο Αγασίας ούτος, ον εζήτει, στενώτατος του Ξενοφώντος φίλος. Ως εκ της φιλίας του δε ταύτης και εσυκοφάντησεν αυτόν (τον Ξενοφώντα) ο Δέξιππος. Ένεκα τούτου, λοιπόν, επειδή ευρέθησαν εις αμηχανίαν, συνήθροισαν το στράτευμα οι αρχηγοί. Καί τινες μεν εξ αυτών ελαχίστην σημασίαν έδωκαν εις τας απειλάς του Κλεάνδρου. Ο Ξενοφών όμως ενόμισεν ότι δεν επρόκειτο περί μηδαμινού τινος (περί αναξίας τινός λόγου υποθέσεως), και εγερθείς είπε τα εξής:
«Ω άνδρες στρατιώται, όσον αφορά εμέ, δεν νομίζω ότι πρόκειται περί μηδαμινού τινος, εάν (αληθώς) ο Κλέανδρος, τοιαύτην περί ημών λαβών απόφασιν (τοιαύτα περί ημών φρονών), πρόκηται, όπως λέγει, να απέλθη. Διότι είναι μεν πλησίον αι Ελληνίδες πόλεις. Αλλά της Ελλάδος πάσης είναι ηγεμόνες (σήμερον) οι Λακεδαιμόνιοι. Οίτινες είναι ικανοί (τόσον όλοι), όσον και είς έκαστος αυτών ξεχωριστά, να πράττουν εις τας πόλεις ό,τι θέλουν.
»Εάν, λοιπόν, ο Κλέανδρος κατ' αρχάς μεν μας εμποδίση να προσεγγίσωμεν εις το Βυζάντιον, κατόπιν δε παραγγείλη και εις τους λοιπούς διοικητάς να μη μας δέχωνται εις τας πόλεις ως απειθούντας και παρανόμως προς τους Λακεδαιμονίους φερομένους, προσέτι δε, εάν η τοιαύτη περί ημών διάδοσις φθάση μέχρι του ναυάρχου Αναξιβίου, θα ήναι δύσκολον πλέον και εδώ να μείνωμεν και ν' αναχωρήσωμεν. Διότι σήμερον και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν άρχουν παντού οι Λακεδαιμόνιοι.
Δεν πρέπει, λοιπόν, ένεκα τούτου ή εκείνου (για το κέφι του ενός ή του άλλου) να μένωμεν όλοι ημείς οι άλλοι μακράν της Ελλάδος, αλλά να υπακούωμεν εις ό,τι και αν μας διατάσσουν. Διότι και αι πόλεις, από τας οποίας προερχόμεθα (καταγόμεθα) έκαστοι, υπακούουν εις αυτούς.
»Εγώ μεν, λοιπόν, επειδή μανθάνω ότι ο Δέξιππος είπεν εις τον Κλέανδρον ότι δεν ήθελε πράξη ο Αγασίας όσα έπραξεν, εάν εγώ δεν τον διέτασσον, εγώ, λοιπόν, απαλλάσσω της κατηγορίας και σας και τον Αγασίαν, αν αυτός ούτος ο Αγασίας ισχυρισθή ότι εγώ είμαι, έστω και κατ' ελάχιστον, υπαίτιος των λαβόντων χώραν, και καταδικάζω τον εαυτόν μου, εάν εγώ πρώτος κάμνω την αρχήν είτε πετροβολίας, είτε άλλου τινός βίαιου διαβήματος, ως άξιον της μεγαλητέρας των τιμωριών, ην και δηλώ ότι είμαι πρόθυμος να υποστώ. Έχω δε την γνώμην ότι, και εάν τινα άλλον οιονδήποτε αιτιάται (ο Δέξιππος), ότι ούτος πρέπει να παρουσιασθή εις τον Κλέανδρον, διά να τον δικάση. (71) Διότι ούτω μόνον θα απαλλαγήτε της αποδιδομένης εις όλους σας μομφής (κατηγορίας). Ως έχει όμως τώρα η υπόθεσις, θα ήναι λυπηρόν εάν, ενώ φανταζόμεθα ότι θα τύχωμεν και επαίνων και τιμών επιστρέφοντες εις την Ελλάδα, αντί τούτων, ούτε καν όμοιοι με τους άλλους (κατοίκους των Ελληνίδων πόλεων) θεωρηθώμεν, αφού θ' αποκλεισθώμεν εξ όλων των Ελληνίδων πόλεων».
Κατόπιν εγερθείς ο Αγασίας είπεν: «Εγώ, ω άνδρες, ορκίζομαι εις τους Θεούς και τας Θεάς ότι όντως ούτε ο Ξενοφών, ούτε άλλος κανείς από σας με διέταξε ν' αποσπάσω τον στρατιώτην εκείνον από τον Δέξιππον. Επειδή όμως έβλεπα: ένας ανδρείος και καλός στρατιώτης εκ των λοχιτών μου να σύρεται από τον Δέξιππον, ον όλοι σεις γνωρίζετε ως καταπροδώσαντα άλλοτε υμάς, μου εφάνη το πράγμα φοβερόν.
»Και ομολογώ ότι τον απέσπασα (τον άρπαξα απ' τα χέρια του). Και σεις μεν να μη με παραδώσετε. Εγώ δε, καθώς είπεν ο Ξενοφών προηγουμένως, θα παρουσιασθώ εις τον Κλέανδρον, και αυτός ας αποφασίση περί εμού ό,τι θέλει. Ένεκα τούτου, λοιπόν, να μη διάκησθε εχθρικώς προς τους Λακεδαιμονίους, και ασφαλώς (εν τοιαύτη περιπτώσει) θα επανέλθετε σώοι και αβλαβείς όπου θέλει έκαστος.
»Αλλ' όμως αποστείλατε μαζή μου προς τον Κλέανδρον και όσους προαιρείσθε εκ του στρατεύματος, οι οποίοι, αν τυχόν παραλείψω τι εγώ, αυτοί και θα το είπουν και θα το πράξουν, με θάρρος υπέρ εμού συνηγορούντες». Του επέτρεψε, λοιπόν, το στράτευμα να υπάγη, αφού εξ αυτού εκλέξη όσους αυτός ήθελεν. Ούτος δε εξέλεξε (72) τους στρατηγούς. Μετά ταύτα επορεύοντο προς τον Κλέανδρον ο Αγασίας και οι στρατηγοί και ο υπό του Αγασίου αποσπασθείς (από τας χείρας του Δεξίππου) στρατιώτης.
Και έλεγαν οι στρατηγοί: «Μας απέστειλε προς σε, ω Κλέανδρε, ο στρατός, και, εάν μεν όλους μας κατηγορής, σε παρακαλεί, (73) αφού συ ο ίδιος μας δικάσης, να μας μεταχειρισθής όπως θέλεις. Εάν δε ένα τινά ή δύο ή και περισσοτέρους κατηγορής, επιθυμεί να εισαχθούν ούτοι (άνευ αναβολής) εις δίκην. Εάν μεν, λοιπόν, κατηγορής διά τι κανένα εξ ημών, ιδού ημείς όλοι ενώπιόν σου. Εάν δε κατηγορής (τα έχης με) κανένα άλλον, (ον δεν γνωρίζομεν), φανέρωσέ τον. Διότι κανείς εξ όσων είναι διατεθειμένοι να μας υπακούουν (74) δεν θα αρνηθή να εμφανισθή ενώπιόν σου».
Μετά ταύτα πλησιάσας ο Αγασίας είπεν: «Εγώ είμαι, ω Κλέανδρε, εκείνος όστις απέσπασε τον στρατιώτην αυτόν από τον Δέξιππον, ενώ τον ωδήγει (έφερνε) προς σε, και όστις διέταξε να τον κτυπήσουν. (75)
»Και ο μεν στρατιώτης ούτος γνωρίζω ότι είναι παλληκάρι. Ως προς τον Δέξιππον δε, ότι εξελέγη από τον στρατόν να κυβερνήση την πεντηκοντάκωπον εκείνην ναυν, την οποίαν εζητήσαμεν από τους Τραπεζουντίους, υπό τον όρον να συλλέξωμεν (δι' αυτής) πλοία προς διάσωσίν μας, με την οποίαν όμως ούτος εδραπέτευσε προδώσας τους στρατιώτας, εκείνους δηλαδή με τους οποίους (από τόσους κινδύνους) διεσώθη.
«Ούτω δε και από τους Τραπεζουντίους απεστερήσαμεν τον πεντηκοντάκωπον εκείνο πλοίον, και κακοήθεις εφάνημεν εξ αιτίας του, και, όσον εξηρτάτο από τούτου, κατεστράφημεν. Διότι, καθώς ημείς, και αυτός εγνώριζεν ότι ήτο δυσκολώτατον να φύγωμεν (εκείθεν) διά ξηράς και τόσους ποταμούς να διαβώμεν και να φθάσωμεν σώοι και αβλαβείς εις την Ελλάδα.
Από τούτον, λοιπόν, τοιούτον όντα, (όπως σου τον περιέγραψα), απέσπασα εγώ τον στρατιώτην. Εάν όμως συ ή κανένας άλλος εκ των περί σε [ουχί δε εκ των αφ' ημών λαθραίως (όπως ο Δέξιππος αυτός) δραπετευσάντων] (76) τον ωδήγει, μάθε καλώς ότι ουδέν απολύτως ήθελα πράξη εξ όσων έπραξα. Λάβε δ' υπ' όψει σου ότι, εάν με φονεύσης, θα φονεύσης άνδρα γενναίον, εξ αιτίας ενός παληανθρώπου και δειλού».
Ακούσας ταύτα ο Κλέανδρος είπεν ότι την μεν διαγωγήν του Δεξίππου δεν επιδοκιμάζει, εάν πραγματικώς έπραξεν όσα του καταγγέλλονται. Δεν νομίζει όμως — προσέθηκεν — ότι, και αν ακόμη ο μοχθηρότερος των ανθρώπων ήτον ο Δέξιππος, ότι ήτον ανάγκη να υποστή βιαίαν επίθεσιν, αλλ' ότι έπρεπεν, αφού δικασθή, καθώς και σεις τώρα επιθυμείτε, να τύχη της αρμοζούσης εις αυτόν ποινής.
» Τώρα, λοιπόν, απέλθετε, αφήνοντες εδώ τον Αγασίαν τούτον. Όταν δ' εγώ διατάξω, δύνασθε να παραστήτε εις την δίκην του. Δεν κατηγορώ δε πλέον ούτε τον στρατόν, ούτε κανένα άλλον, αφού αυτός ο ίδιος ομολογεί ότι απέσπασε (άρπαξε απ' τα χέρια του Δεξίππου) τον στρατιώτην».
Ο δε αποσπασθείς είπεν: «Εγώ, ω Κλέανδρε, αν τω όντι με νομίζης εις τι αδικήσαντα, ώστε να εισαχθώ εις δίκην, (77) σε πληροφορώ ότι ούτε επλήγωσα, ούτε εκτύπησα κανένα. Είπα απλώς ότι τα πρόβατα είναι κοινά δι' όλους. Διότι είχαν αποφασίση οι στρατιώται, κάθε φορά που εξήρχετο όλος ο στρατός, διά να προμηθευθή τα προς συντήρησίν του, εάν τις ήρπαζε ξεχωριστά (τούτο ή εκείνο), ν' ανήκη ό,τι ήρπαζεν εις όλους. Αυτά και μόνον είπα.
»Κατόπιν, αφού με συνέλαβεν ο Δέξιππος ούτος, μ' έφερε προς σε, διά να μην ομιλήση (να μη βγάλη τσιμουδιά) κανείς, αυτός δε, αφού πάρη πρώτα το (συμφωνηθέν) μερίδιόν του, να φυλάξη τα πρόβατα από τους άρπαγας, παρά την ληφθείσαν περί τούτου απόφασιν». Εις ταύτα ο Κλέανδρος απήντησεν: «Αφού, λοιπόν, είσαι συναίτιος ενέχεσαι και συ), μείνε εδώ, διά να αποφασίσωμεν και περί σου».
Μετά ταύτα οι μεν περί τον Κλέανδρον επρογευμάτιζαν. Ο δε Ξενοφών συνήθροισε τον στρατόν και συνεβούλευε να στείλουν απεσταλμένους εις τον Κλέανδρον, διά να τον παρακαλέσουν να χαρισθή εις τους κρατηθέντας.
Μετά ταύτα απεφάσισαν, αφού αποστείλουν στρατηγούς και λοχαγούς και Δρακόντιον τον Σπαρτιάτην και εκ των άλλων, όσους ενόμισαν αρμοδίους, να παρακαλέσουν με κάθε τρόπον τον Κλέανδρον ν' αφήση (ελευθέρους) τους άνδρας.
Ελθών, λοιπόν, μαζή με τους άλλους ο Ξενοφών λέγει: «Κρατείς μεν εις χείρας σου, ω Κλέανδρε, τους άνδρας, και ο στρατός σου έδωκε το δικαίωμα (σε άφησεν ελεύθερον) να πράξης ό,τι ήθελες και περί αυτών και περί όλων μας. Τώρα δε ζητούν από σε και σε παρακαλούν (οι στρατιώται) να τους επιστρέψης τους άνδρας και να μη τους φονεύσης. Διότι καθ' όλον τον παρελθόντι χρόνον ούτοι πολλά υπέφεραν διά τον στρατόν.
Επιτυγχάνοντες δε ταύτα από σε, σου υπόσχονται, αντί τούτων, εάν θέλης να γείνης στρατηγός των και εάν οι Θεοί ήναι ευμενείς, να σου αποδείξουν ότι και ήσυχοι είναι («κόσμιοι») και ικανοί, υπακούοντες εις τον αρχηγόν των, να μη φοβούνται με την βοήθειάν των Θεών τους πολεμίους.
»Σε παρακαλούν δε ακόμη και διά το εξής: αφού τους πλησιάσης και γείνης αρχηγός των, να γνωρίσης καλά και τον Δέξιππον και τους άλλους όλους, ποίος δηλ. είναι έκαστος, και να εκτιμήσης τον καθένα κατά την αξίαν του».
Ακούσας ταύτα ο Κλέανδρος: «Αλλά ναι μα τους Θεούς — είπε — θα σας αποκριθώ ταχέως: Και τους άνδρας σας παραδίδω και εγώ ο ίδιος θα σας φανώ χρήσιμος (θα σας βοηθήσω). Και εάν οι Θεοί το επιτρέψουν (και αν με το καλό δώσουν οι Θεοί) θα σας οδηγήσω εις την Ελλάδα. Οι δε λόγοι ούτοι (ους ήκουσα εδώ) είναι εντελώς αντίθετοι εκείνων τους οποίους εμάνθανα περί τινων εξ υμών: ότι δηλαδή απεμακρύνατε (απεξενώσατε) το στράτευμα της φιλίας των Λακεδαιμονίων».
Μετά ταύτα οι μεν ευχαριστούντες απήλθον, φέροντες μαζή των τους άνδρας. Ο δε Κλέανδρος ηρώτα θύων τους Θεούς περί της πορείας. Και συνανεστρέφετο φιλικώς με τον Ξενοφώντα και φιλίαν προς αλλήλους ωμολόγησαν. Αφού δε και διά των ιδίων του οφθαλμών είδεν ότι πειθαρχικώτατα εκτελούνται αι διαταγαί του, τότε έτι περισσότερον επεθύμει να γείνη αρχηγός των.
Αφού όμως, καίτοι επί τρεις ημέρας ηρώτα τους Θεούς διά θυσιών, τα σφάγια δεν παρουσίασαν κανέν ευοίωνον σημείον (διά την πορείαν), συγκαλέσας τους στρατηγούς είπεν: «Εις εμέ μεν τα σφάγια τίποτε καλόν και αίσιον δεν λέγουν περί της, (ην σας υπεσχέθην), αρχηγίας. Σεις όμως διά τούτο μη στενοχωρήσθε. Διότι, ως φαίνεται, οι θεοί επιθυμούν («δέδοται») (78) να εξαγάγετε σεις (από την χώραν αυτήν) το στράτευμα. Ξεκινήσατε, λοιπόν. Ημείς δε, όταν φθάσετε εις Βυζάντιον, θα σας υποδεχθώμεν όσον δυνάμεθα καλλίτερα».
Μετά ταύτα απεφάσισαν οι στρατιώται να του προσφέρουν τα δι' όλον τον στρατόν προωρισμένα πρόβατα. Ο δε Κλέανδρος, αφού απεδέχθη το δώρον, το ανταπέδωκε (το αντεδώρησε) και πάλιν εις τους στρατιώτας. (79) Και ούτος μεν ανεχώρησεν. Οι δε στρατιώται, τοποθετήσαντες (ασφαλώς) τον σίτον, τον οποίον είχαν συγκομίση, και όλα όσα είχαν αρπάση, ανεχώρησαν πορευόμενοι μέσου της χώρας των Βιθυνών.
Επειδή δε κανένα χρήσιμον πράγμα δεν επέτυχαν, βαδίζοντες τον ίσιον (τον κατ' ευθείαν) δρόμον, ώστε να έχουν κάτι ιδικόν των φθάνοντες εις φιλικόν έδαφος, απεφάσισαν να γυρίσουν πάλιν οπίσω, διανύοντες διάστημα μιας ολοκλήρου ημέρας. Επιστρέψαντες δε ήρπασαν ουκ ολίγα και πρόβατα και αιχμαλώτους. Και έφθασαν μετά έξ ημέρας εις την Χρυσόπολιν της Καλχηδονίας, όπου έμειναν ημέρας επτά πωλούντες λάφυρα.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ
Κεφάλαιον πρώτον.
Όσα μεν, λοιπόν, κατά την με τον Κύρον ανάβασιν έπραξαν οι Έλληνες μέχρι της (παρά τα Κούναξα) μάχης, και όσα, αφού απέθανεν ο Κύρος, έπραξαν κατά την πορείαν των μέχρις ου έφθασαν εις Πόντον, και όσα επίσης έπραξαν, εκ του Πόντου διά ξηράς βαδίζοντες και εκπλέοντες, μέχρι της εις Χρυσόπολιν της Ασίας, έξω της εισόδου αυτού (του Πόντου), αφίξεώς των — πάντα ταύτα έγειναν γνωστά με όσα μέχρι τούδε είπομεν.
Μετά ταύτα, λοιπόν, ο Φαρνάβαζος, επειδή εφοβείτο μήπως ο στρατός βαδίση εναντίον της χώρας του, αποστείλας απεσταλμένους προς τον ναύαρχον Αναξίβιον, όστις έτυχε να ευρίσκεται εις το Βυζάντιον, τον παρεκάλει να διαβιβάση εκ της Ασίας (εις την Ευρώπην) τον στρατόν, υποσχόμενος να του παράσχη τας εκδουλεύσεις του (να του φανή χρήσιμος) εις ό,τι ήθελεν.
Και ο Αναξίβιος έστειλε και προσεκάλεσε τους στρατηγούς και λοχαγούς του στρατεύματος εις το Βυζάντιον και τους υπέσχετο ότι, εάν διαβούν (τον Βόσπορον), θα δώση μισθόν εις τους στρατιώτας.
Και όλοι μεν οι άλλοι είπαν ότι, αφού σκεφθούν, θα του απαντήσουν, ο Ξενοφών όμως του είπεν ότι θ' απομακρυνθή (θα χωρίση) πλέον από τα στράτευμα και ότι ήθελε ν' αναχωρήση (εις την Ελλάδα). Ο δε Αναξίβιος τον παρεκάλεσε: πρώτα να διαβή μαζή με όλους τους άλλους (από την Ασίαν) κ' έπειτα ν' απομακρυνθή. Και ο Ξενοφών απήντησεν ότι (ευχαρίστως) θα πράξη όπως ούτος ήθελεν.
Ο δε ηγεμών της Θράκης Σεύθης αποστέλλει τον Μηδοσάδην και παρακαλεί τον Ξενοφώντα να προθυμοποιηθή (συγκατατεθή) να διαβή το στράτευμα, και διά την συμπροθυμίαν του ταύτην του παρήγγειλεν ότι δεν θα μετανοήση.
Ο δε Ξενοφών απήντησεν: «Αλλά το μεν στράτευμα θα διαβή (αφεύκτως). Ως εκ τούτου είναι περιττόν να δώση (από τούδε) οιανδήποτε υπόσχεσιν είτε εις εμέ, είτε εις οιονδήποτε άλλον. Άμα δε διαβή, εγώ μεν θ' απομακρυνθώ, προς τους τυχόν δε παραμείναντας και τους από του λοχαγού και άνω διοικητάς του στρατεύματος είναι ελεύθερος να προσφέρη ό,τι θέλει». (80)
Μετά ταύτα διαβαίνουν όλοι (οι στρατιώται) εις το Βυζάντιον. Και μισθόν μεν δεν τους έδιδεν ο Αναξίβιος, εκήρυξε δε: παραλαμβάνοντες τα όπλα των και τας αποσκευάς των ν' αναχωρήσουν (το ταχύτερον), διότι προτίθεται και να τους εκδιώξη και να προβή συγχρόνως εις καταγραφήν των. Τότε οι στρατιώται εστενοχωρήθησαν, διότι δεν είχαν χρήματα, ίνα προμηθευθούν τας αναγκαίας κατά την πορείαν των τροφάς. Διά τούτο δε και με απροθυμίαν ετοίμαζαν τας αποσκευάς των.
Και ο Ξενοφών, φιλοξενούμενος ήδη υπό του αρμοστού Κλεάνδρου, ελθών εις αυτόν τον απεχαιρέτα επί τη αναχωρήσει του. Ούτος δε του λέγει: «Δεν πρέπει να φύγης. Άλλως — του είπε — θα κατηγορηθής, αφού μάλιστα και τώρα ακόμη σε κατηγορούν τινες ότι εξ αιτίας σου επιβραδύνει την αναχώρησίν του ο στρατός».
Ο δε Ξενοφών απήντησεν: «ότι εγώ μεν βέβαια δεν είμαι διόλου τούτου αίτιος. Αίτιοι είναι οι στρατιώται ως έχοντες ανάγκην επισιτισμού, εξ ου και η στενοχωρία των διά την αναχώρησιν».
«Αλλ' όμως — απήντησεν ο Κλέανδρος — εγώ σε συμβουλεύω να ξεκινήσης μαζή των ως σκοπεύων δήθεν να τους ακολουθήσης εις την πορείαν των, άμα δ' εξέλθη της πόλεως το στράτευμα, τότε αποπλέεις (φεύγεις) μόνος σου». «Αυτά, λοιπόν, είπεν ο Ξενοφών, αφού μεταβώμεν μαζή εις τον Αναξίβιον, τα συζητούμεν (του τ' ανακοινώνομεν)».
Ελθόντες, λοιπόν, του τ' ανεκοίνωσαν. Αλλ' ο Αναξίβιος τους διέταξε να συμμορφωθούν προς τας διαταγάς του και ν' αναχωρήσουν ευθύς αμέσως με τας αποσκευάς των, ν' αναγγελθή δε ότι, πας όστις δεν ήθελε παραστή κατά την επιθεώρησιν του στρατού και την αρίθμησιν, θα ήναι υπεύθυνος».
Μετά ταύτα ξεκίνησαν πρώτοι οι στρατηγοί και οι άλλοι, και εν γένει όλοι καθ' ολοκληρίαν, πλην ελαχίστων, εξήλθον των πυλών της πόλεως, πλησίον των οποίων ανέμενεν ο Ετεόνικος με την διαταγήν όπως, άμα εξέλθουν όλοι, κλείση τας πύλας και βάλη τον μοχλόν (βάλη την αμπάρα).
Ο δε Αναξίβιος, συγκαλέσας τους στρατηγούς και τους λοχαγούς, είπε: «Τα προς συντήρησίν σας μεν δύνασθε να λάβετε από τα χωριά της Θράκης. Εις τα οποία είναι πολύς σίτος και κριθή και όσα άλλα χρειάζονται προς διατροφήν σας. Αφού δε προμηθευθήτε εξ αυτών (όσα θέλετε), πηγαίνετε εις την Χερρόνησον κ' εκεί ο Κυνίσκος θα σας μισθοδοτήση».
Τινές δε εκ των στρατιωτών — ακόλουθοι ίσως των στρατηγών — ήκουον μακρόθεν ταύτα, ίσως δε και κανείς εκ των λοχαγών τα διαβιβάζει κρυφίως εις το στράτευμα. Και οι μεν στρατηγοί ηρώτων εάν ο ηγεμών Σεύθης θα τους ήναι πολέμιος ή φίλος και εάν έπρεπε να βαδίσουν διά του Ιερού όρους ή κύκλω, διά μέσου της Θράκης.
Ενώ δε συνεζήτουν ταύτα, οι στρατιώται, αναρπάσαντες τα όπλα, τρέχουν δρομαίως προς τας πύλας, με σκοπόν να εισέλθουν και πάλιν εις την πόλιν (να εισορμήσουν εντός των τειχών της πόλεως). Ο δε Ετεόνικος και οι μετ' αυτού, μόλις είδαν τους οπλίτας τρέχοντας προς τα τείχη, κλείουν τας πύλας και εμβάλλουν τον μοχλόν. Οι δε στρατιώται (φθάσαντες) εκτύπων τας πύλας έξωθεν, (διά να εισέλθουν), και διεμαρτύροντο φωνάζοντες ότι αδίκως υποφέρουν αποδιωκόμενοι και παραδιδόμενοι ούτω εις την διάκρισιν των πολεμίων. Έλεγαν δε ότι θα σπάσουν τας πύλας, εάν εκουσίως δεν τους ανοίξουν.
Άλλοι δε έτρεχαν προς την θάλασσαν και εκεί, παρά τους κυματοθραύστας των τειχών, υπερπηδούν ταύτα και εισέρχονται εις την πόλιν, άλλοι δε εκ των στρατιωτών, ευρισκόμενοι κατά τύχην έσω των τειχών, μόλις είδαν τα παρά τας πύλας συμβαίνοντα, σπάσαντες με τας αξίνας τα κλείθρα, ανοίγουν διάπλατα τας πύλας, κ' εκείνοι (οι έξωθεν αυτών κτυπώντες) εισορμούν ακάθεκτοι.
Ο δε Ξενοφών, μόλις είδε τα γενόμενα, φοβηθείς μήπως προβή εις διαρπαγάς το στράτευμα, και ανήκεστα δυστυχήματα συμβούν και εις την πόλιν και εις τον εαυτόν του και εις τους στρατιώτας, τρέχει και εισορμά μαζή με τον όχλον εις την πόλιν («είσω των πυλών»).
Οι δε κάτοικοι («οι δε Βυζάντιοι»), μόλις είδαν να εισορμά ούτω ακάθεκτον το στράτευμα, τρεπονται εις φυγήν εκ της αγοράς, άλλοι μεν προς τα πλοία, άλλοι δε εις τας οικίας των, όσοι δ' έτυχε να ήναι εντός των οικιών των, τρέχουν εις τους δρόμους φεύγοντες, άλλοι δ' έσυραν τα πλοία εις την θάλασσαν με τον σκοπόν να διασωθούν στα πλοία, όλοι δ' εν γένει ενόμιζαν ότι είναι κατεστραμμένοι πλέον, φανταζόμενοι ότι είχε κυριευθή η πόλις. Ο δε Ετεόνικος καταφεύγει (γλυτώνει) εις την ακρόπολιν.
Ο δε Αναξίβιος τρέχει δρομαίως εις την θάλασσαν, εισέρχεται εις τι εκεί αλιευτικόν πλοίον, και, περιπλέων, ανέρχεται εις την ακρόπολιν, και αμέσως στέλλει και προσκαλεί φρουρούς από την Καλχηδόνα. Διότι δεν εφαίνοντο οι εν τη ακροπόλει ικανοί να συγκρατήσουν από την διαρπαγήν τους στρατιώτας. (81)
Οι δε στρατιώται, μόλις είδαν τον Ξενοφώντα, έρχονται πολλοί προς αυτόν δρομαίοι και του λέγουν: «Ιδού περίστασις, ω Ξενοφών, να δείξης ότι είσαι ανήρ έξοχος. Κατέχεις (έχεις υπό την εξουσίαν σου) την πόλιν, κατέχεις τα πλοία, κατέχεις τας περιουσίας και τα πράγματα, έχεις (εις την διάθεσίν σου) τόσους άνδρας. Είναι, λοιπόν, τώρα καιρός, αν θέλης, συ μεν να μας φανής χρήσιμος (να μας ωφελήσης), ημείς δε να σε ανακηρύξωμεν μέγαν».
Ο δε Ξενοφών τους απεκρίθη: «Αλλά πολύ σωστά ομιλείτε. Και θα κάμω ό,τι θέλετε. Εάν όμως επιθυμήτε να πραγματοποιηθή ό,τι επροτείνατε, καταθέσατε όσον το δυνατόν ταχύτερα τα όπλα σας». — Τους είπε δε ταύτα θέλων να τους καθησυχάση. — Τότε δε και αυτός ο ίδιος διεβίβαζεν όσα επρότεινεν εις όλον τον στρατόν, και τους άλλους συνεβούλευε να διαβιβάζουν (ο ένας εις τον άλλον) την περί καταθέσεως των όπλων εντολήν του.
Οι δε στρατιώται μόνοι των και με την θέλησίν των ετακτοποιούντο (έμπαιναν σε τάξι). Και οι μεν οπλίται εις ελάχιστον χρονικόν διάστημα έμειναν οκτώ μόνον, (των λοιπών προστρεξάντων να καταθέσουν τα όπλα εις το στρατόπεδον), οι δε πελτασταί ημιλλώντο τις πρώτος να τρέξη πλησίον εκάστου των κεράτων του στρατού.
Το δε μέρος, (εις ο ετάχθησαν), ήτο καταλληλότατον προς παράταξιν και ωνομάζετο Θράκιον. Ήτο δε έρημον οικιών και πεδινόν. Αφού δε κατετέθησαν τα όπλα και ησύχασαν εντελώς οι στρατιώται, συγκαλεί ο Ξενοφών τον στρατόν και λέγει τα εξής: «Δεν απορώ μεν, ω άνδρες στρατιώται, ότι είσθε εξωργισμένοι και ότι εσχηματίσατε πλέον την πεποίθησιν ότι υπέστητε τόσα δεινά εξαπατώμενοι. Αλλ' εάν, παραφερόμενοι από την οργήν μας, (82) τιμωρήσωμεν τους ενταύθα Λακεδαιμονίους διά την απάτην που μας έκαναν και την ουδόλως υπαίτιον αυτήν πόλιν διαρπάσωμεν, συλλογισθήτε ποίας εκ τοιούτου τινός διαβήματός μας ηθέλαμεν δοκιμάση συμφοράς.
» Εχθροί μεν κεκηρυγμένοι θα γείνωμεν των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων των. Οποίος δε πόλεμος ήθελεν επέλθη, είναι εύκολον να το μαντεύσετε, αφού (οι ίδιοι με τα μάτια σας) είδατε και ενθυμείσθε ακόμη όσα πρό τινων μόλις ετών μεταξύ αυτών και ημών συνέβησαν. (83)
»Διότι ημείς οι Αθηναίοι επολεμήσαμεν με τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους των, έχοντες τριήρεις, άλλας μεν εις την θάλασσαν, άλλας δε εις τα νεώρια, όχι ολιγωτέρας των τριακοσίων. Χωρίς να υπολογίζω τα άφθονα, που ήσαν εις την πόλιν (των Αθηνών), χρήματα, και την κατ' έτος εξ ουχί ολιγωτέρων των χιλίων ταλάντων πρόσοδον, την εισπραττομένην από τους κατοίκους της Αττικής και τους συμμάχους μας. Ηγεμονεύοντες δε όλων των νήσων και έχοντες υπό την εξουσίαν μας πολλάς εις την Ασίαν και εις την Ευρώπην πόλεις, και πολλάς άλλας, (άς δεν αναφέρω), και αυτό τούτο το Βυζάντιον, όπου τώρα ευρισκόμεθα, κατέχοντες, κατεπολεμήθημεν κατά τρόπον ον πάντες σεις πολύ καλά γνωρίζετε.
»Σήμερα δε μάλιστα, ειπέρ ποτε: θα ηδυνάμεθα άρα γε να φαντασθώμεν ποία και ποία ηθέλαμεν (μετά τα εδώ γενόμενα) υποστή — σήμερα ότε όλοι μεν οι αρχαίοι σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων είναι ακόμη σύμμαχοί των, οι Αθηναίοι δε και όσοι τότε ήσαν σύμμαχοι αυτών συνηνώθησαν όλοι μ' εκείνους κατ' ανάγκην (ήλθαν με το μέρος των), ο δε Τισσαφέρνης και όλοι οι άλλοι κατά θάλασσαν κυριαρχούντες βάρβαροι είναι ήδη εχθροί μας, έχθιστος δε προς ημάς αυτός ούτος ο Μέγας Βασιλεύς, εναντίον του οποίου εβαδίσαμεν με τον σκοπόν να του αφαιρέσωμεν (πάρωμε) την εξουσίαν και, εάν μας ήτο δυνατόν, να τον φονεύσωμεν;
«Ενώ, λοιπόν, όλα μαζή αυτά είναι εις βάρος μας, σας ερωτώ: είναι κανείς από σας τόσον ανόητος, ώστε να φαντάζεται ότι ημείς εδώ θα ηδυνάμεθα να τους κυριεύσωμεν (να τους εξουσιάσωμεν); Όχι, προς Θεών, όχι! ας μη κάνωμεν σαν τρελλοί, ουδέ ας καταστραφώμεν ούτω επονειδίστως, κηρυττόμενοι πολέμιοι και των πατρίδων μας και των εν αυταίς συγγενών και φίλων μας. Διότι όλοι αυτοί ευρίσκονται (κατοικούν) ακριβώς εις τας πόλεις που θα εκστρατεύσουν εναντίον μας, και πολύ δικαίως (θα εκστρατεύσουν), εάν, ενώ καμμίαν πόλιν βάρβαρον δεν ηθελήσαμεν (μέχρι σήμερον) να καταλάβωμεν, αν και είχαμεν όλην την προς τούτο δύναμιν, εάν — λέγω — την πρώτην Ελληνίδα πόλιν, εις ην ήλθομεν, διαρπάσωμεν.
»Εγώ μεν, λοιπόν, εύχομαι, πριν ή ακόμη ίδω να συμβούν από σας τοιαύτα έκτροπα, να ευρεθώ χιλιάδας οργυιών υπό την γην. Και σας συμβουλεύω ως Έλληνας, υπακούοντας σήμερον εις τους προϊσταμένους των Ελλήνων (Λακεδαιμονίους), να προσπαθήτε να επιτυγχάνετε μόνον ό,τι είναι δίκαιον. Εάν δε δεν δύνασθε να εύρετε το δίκαιόν σας, τότε πρέπει ν' ανεχθώμεν την αδικίαν, ίνα μη τουλάχιστον στερηθώμεν της Ελλάδος.
»Και, λοιπόν, τώρα φρονώ ότι πρέπει ν' αποστείλωμεν απεσταλμένους εις τον Αναξίβιον και να του είπωμεν: ότι ημείς, χωρίς να έχωμεν κανένα σκοπόν να βιαιοπραγήσωμεν, εισήλθομεν εις την πόλιν (επεράσαμεν από μέσα από την πόλιν) με την ιδέαν μόνον, εάν μεν δυνηθώμεν να επιτύχωμεν από σας καμμίαν ωφέλειαν, καλώς· εάν δ' όχι, να σας κάνωμεν γνωστόν ότι, ουχί εξαπατώμενοι, αλλ' υπακούοντες (εις τους νόμους) εξερχόμεθα της πόλεως (φεύγομεν)».
Ταύτα απεφασίσθησαν και αποστέλλουν, διά να μάθουν τι θα τους απαντήσουν (περί των αποφάσεων των τούτων οι αρμόδιοι), Ιερώνυμον τον Ηλείον και Ευρύλοχον τον Αρκάδα και Φιλήσιον τον Αχαιόν. Και ούτοι μεν ανεχώρησαν, διά να τους αναγγείλουν ό,τι απεφάσισαν.
Ενώ δ' επερίμεναν οι στρατιώται, έρχεται προς αυτούς Κοιρατάδας ο Θηβαίος, όστις περιήρχετο την Ελλάδα όχι ως εξόριστος, αλλ' ως τις επιδιώκων διαρκώς να γείνη στρατηγός και υποσχόμενος, (χωρίς να του το ζητήσουν), στρατηγίας, οσάκις πόλις τις ή έθνος είχεν ανάγκην τοιούτου (στρατηγού). Και τότε προσελθών έλεγεν ότι ήτον έτοιμος να τους οδηγήση εις το καλούμενον Δέλτα της Θράκης, όπου θα ηδύναντο να ωφεληθούν πολλά καλά. Έως ότου δε φθάσουν εκεί, ότι θα τους παρέχη τροφάς και ποτά αφθονώτατα.
Άμα ήκουσαν αυτά οι στρατιώται, συγχρόνως δε και όσα τους ανήγγειλεν ήδη ο Αναξίβιος — διότι ούτος απεκρίθη ότι, εάν υπακούσουν οι στρατιώται, δεν θα μετανοήσουν, και ότι και εις τας αρμοδίας της πατρίδος των αρχάς θα κάμη περί τούτου λόγον, και αυτός ο ίδιος ότι θα σκεφθή (αποφασίση) περί αυτών παν ό,τι (ήθελε δυνηθή) καλόν και ωφέλιμον — λοιπόν, μόλις ήκουσαν ταύτα οι στρατιώται, και τον Κοιρατάδαν παραδέχονται ως στρατηγόν και αμέσως εξήλθον των τειχών της πόλεως.
Ο δε Κοιρατάδας συμφωνεί μαζή των (τους υπόσχεται) ότι την επομένην θα έλθη (θα τους βοηθήση) φέρων εις τον στρατόν και σφάγια και μάντιν και σίτον και ποτά.
Αφού δ' εξήλθον, ο Αναξίβιος έκλεισε τας πύλας και εκήρυξεν ότι: όποιος εκ των στρατιωτών ήθελε συλληφθή εντός των τειχών θα πωληθή ως δούλος. Την δ' επομένην ο μεν Κοιρατάδας ήλθε μαζή με τα σφάγια και τον μάντιν, ακολουθούμενος από είκοσιν άνδρας φέροντας κρίθινα άλευρα και από άλλους είκοσι, κατόπιν, με οίνον, και από άλλους τρεις, όπισθεν, με ελαίας και από άλλον ένα, ύστερα, φορτωμένον με όσω το δυνατόν μεγαλήτερον φορτίον σκόρδων, και από άλλον ένα ακόμη (τελευταίον όλων) φορτωμένον με κρεμμύδια. Καταθέσας δε ταύτα πάντα προ αυτών προς διανομήν, ήρχισε να ερωτά, θύων, τους Θεούς.
Ο δε Ξενοφών, προσκαλέσας πλησίον του τον Κλέανδρον, τον παρεκάλει να κατορθώση να εισέλθη (84) εντός των τειχών (εις την πόλιν) και εκ του Βυζαντίου αναχωρήση (εις την Ελλάδα).
Ελθών δε ο Κλέανδρος, του είπεν ότι με πολύν κόπον θα κατορθώση να επιτύχη ό,τι ζητεί. (85) Διότι ο Αναξίβιος του έλεγεν ότι δεν είναι σωστόν οι μεν στρατιώται να ήναι πλησίον του τείχους, ο δε Ξενοφών εντός αυτού, οι δε κάτοικοι της πόλεως («οι Βυζάντιοι») να στασιάζουν και να διάκηνται εχθρικώς προς αλλήλους. «Ουχ' ήττον όμως — είπεν ο Κλέανδρος — σου επιτρέπει να εισέλθης (ελευθέρως), εάν σκοπεύης ν' αναχωρήσης μαζή του».
Ο μεν Ξενοφών, λοιπόν, αποχαιρετίσας τους στρατιώτας του, ανεχώρησεν εις την πόλιν με τον Κλέανδρον. Ο δε Κοιρατάδας την μεν πρώτην ημέραν δεν είδε κανένα αίσιον εις τα θυσιαζόμενα σφάγια σημείον, ούτε εμοίρασε τίποτε εις τους στρατιώτας. Την δ' επομένην, τα μεν προωρισμένα διά την θυσίαν θύματα ήσαν επί του βωμού, παρ' αυτόν δε στεφανωμένος και έτοιμος ν' αρχίση την θυσίαν ο Κοιρατάδας. Πλησιάσαντες δ' αυτόν Τιμασίων ο Δαρδανεύς και Νέων ο Ασιναίος και Κλεάνωρ ο Ορχομένιος του έλεγαν να μην αρχίση (την θυσίαν), διότι, εάν δεν τους δώση πρώτα τα προς διατροφήν των, δεν θα του επιτραπή ν' αναλάβη την αρχηγίαν του στρατού.
Ο δε Κοιρατάδας διατάσσει τότε να διανεμηθούν αι τροφαί.
Επειδή όμως υπήρχεν ανάγκη πολλών ακόμη τοιούτων, τα δε προσφερθέντα δεν έφθαναν ή μόλις διά σιτηρέσιον μιας και μόνης ημέρας δι' έκαστον στρατιώτην, ανεχώρησεν, αφού επήρε μαζή του τα σφάγια, καταθέσας την (ην είχεν αναλάβη) στρατηγίαν.
Κεφάλαιον δεύτερον
Νέων δε ο Ασιναίος και Φρυνίσκος ο Αχαιός και Φιλήσιος ο Αχαιός και Ξανθικλής ο Αχαιός και Τιμασίων ο Δαρδανεύς παρέμειναν εις τον στρατόν και, προχωρήσαντες εις τα περί το Βυζάντιον Θρακικά χωρία, εστρατοπέδευσαν.
Και οι στρατηγοί είχαν διαιρεθή εις κόμματα, θέλοντες ο μεν Κλεάνωρ και ο Φρυνίσκος να υπάγουν εις τον ηγεμόνα Σεύθην. Διότι τους είχε δωροδοκήση (τραβήξη με το μέρος του) δώσας εις εκείνον μεν ένα ίππον, εις αυτόν δε μίαν γυναίκα. Ο δε Νέων επήγεν εις την Χερρόνησον, φανταζόμενος (με την ιδέαν) ότι, εάν το στράτευμα περιήρχετο υπό την εξουσίαν των Λακεδαιμονίων, θ' ανεκηρύσσετο στρατηγός του. Ο δε Τιμασίων επροθυμοποιείτο να διαβιβασθή και πάλιν πέραν, εις την Ασίαν, ελπίζων ότι ούτω θα του ήτον εύκολον να υπάγη εις την πατρίδα του. Και οι στρατιώται τα ίδια ήθελαν.
Ενώ δε παρήρχετο εις μάτην ο καιρός, άλλοι μεν εκ των στρατιωτών, παραδίδοντες τα όπλα εκουσίως, απέπλεον εκ της Θράκης, διά να ζητήσουν γεωργικήν εργασίαν, άλλοι δε ανεκατώνοντο με τους πολίτας εις τας πόλεις.
Ο δε Αναξίβιος έχαιρε μανθάνων την καταστροφήν και δούλωσιν ταύτην του στρατεύματος. Διότι ενόμιζεν ότι διά της τοιαύτης καταστροφής αυτού θα εγίνετο έτι μάλλον αρεστός εις τον Φαρνάβαζον.
Ενώ δε ο Αναξίβιος απέπλεεν εκ Βυζαντίου, τον συναντά εις την Κύζικον ο Αρίσταρχος, διαδεχθείς ως αρμοστής του Βυζαντίου τον Κλέανδρον. Ελέγετο δε ότι όσον ούπω επεριμένετο εις τον Ελλήσποντον και ο Πώλος, ως ναύαρχος διάδοχος του Αναξιβίου.
Και ο μεν Αναξίβιος προτρέπει (συνιστά εις) τον Αρίσταρχον να πωλήση όσους ήθελεν εύρη εκ των στρατιωτών του Κύρου (μένοντας ακόμη) εις το Βυζάντιον. Ο Κλέανδρος όμως ούτε ένα δεν επώλει (εξ αυτών), αλλά και τους ασθενούντας επεριποιείτο ευσπλαγχνούμενος και υποχρεώνων τους κατοίκους της πόλεως να τους δέχωνται κατ' οίκον (να τους παίρνουν εις τα σπίτια των). Ο δε Αρίσταρχος, αφού ήλθε το ταχύτερον (εις Βυζάντιον), επώλησεν (ως δούλους) όχι ολιγωτέρους των τετρακοσίων. (86)
Ο δε Αναξίβιος, αφού έπλευσε παρά το Πάριον, αποστέλλει εις τον Φαρνάβαζον απεσταλμένους, διά να του υπενθυμίση ό,τι του υπεσχέθη (ό,τι συνεφώνησαν). Ο δε Φαρνάβαζος, αφού έμαθεν ότι και ο Αρίσταρχος έφθασε (διωρίσθη) ως αρμοστής εις το Βυζάντιον και ο Αναξίβιος δεν ήτο πλέον ναύαρχος, ως προς τον Αναξίβιον μεν, δεν εφρόντιζεν (απέφυγε να του απαντήση), ως προς τον Αρίσταρχον δε, διεξήγε τας αυτάς οίας και με τον Αναξίβιον διαπραγματεύσεις περί του Κυρείου στρατεύματος (πολλά και εις αυτόν, όπως εις εκείνον, υποσχόμενος).
Μετά ταύτα ο Αναξίβιος, προσκαλέσας (εις ιδιαιτέραν συνομιλίαν) τον (μετ' αυτού συμπλέοντα) Ξενοφώντα, τον παρακαλεί με κάθε τρόπον και μέσον να επιστρέψη εις το στράτευμα όσον το δυνατόν ταχύτερα, και να το συγκρατήση συναθροίζων τους διεσπαρμένους, όσους περισσοτέρους ημπορέση, και αφού τους οδηγήση διά ξηράς (βαδίζοντας) εις την Πέρινθον, να τους διαβιβάση «ως τάχιστα» (87) κατόπιν εις την Ασίαν. Του δίδει δε και ένα τριακοντάκωπον πλοίον και επιστολήν και συγχρόνως αποστέλλει μαζή του κ' ένα στρατιώτην με την εντολήν να διατάξη τους Περινθίους να τον συνοδεύσουν το ταχύτερον με τους αναγκαιούντας ίππους μέχρι του μέρους όπου ήτο το στράτευμα. (88)
Και ο μεν Ξενοφών διαπλεύσας φθάνει εις το στράτευμα, οι δε στρατιώται τον υπεδέχθησαν με μεγάλην των χαράν κ' ευθύς τον ηκολούθησαν, προθυμότατοι να διαβιβασθούν εκ της Θράκης εις την Ασίαν.
Ο δε Σεύθης, μαθών ότι έρχεται και πάλιν εις την Θράκην ο Ξενοφών, του απέστειλεν, (ενώ έπλεεν εις την Πέρινθον), τον Μηδοσάδην, και τον παρακαλεί να φέρη τον στρατόν όπου αυτός ήτον, υποσχόμενος εις αυτόν παν ό,τι ενόμιζεν ότι ηδύνατο να τον δελεάση. Ο δε Ξενοφών του απεκρίθη ότι δεν ήτο δυνατόν να γείνη τίποτε.
Και ο μεν Μηδοσάδης ακούσας ταύτα ανεχώρησεν. Εκ δε των Ελλήνων, αφού έφθασαν εις την Πέρινθον, ο μεν Νέων, αποσπασθείς από το στράτευμα, εστρατοπέδευσε ξεχωριστά, μαζή με οκτακοσίους περίπου στρατιώτας. Το δε υπόλοιπον είχεν όλον μαζή συναθροισθή παρά το τείχος των Περινθίων.
Μετά ταύτα ο μεν Ξενοφών εφρόντιζε να εύρη πλοία, διά να διαβή ως τάχιστα εις την Ασίαν. Εν τω μεταξύ όμως τούτω, φθάσας με δύο τριήρεις ο νέος διοικητής του Βυζαντίου Αρίσταρχος, αφού προηγουμένως είχε σύρη (και τούτον) με το μέρος του ο Φαρνάβαζος, εις μεν τους πλοιάρχους απηγόρευσε να διαβιβασθούν (εις την Ασίαν), ελθών δε εις το στράτευμα την αυτήν έδωκεν επίσης διαταγήν.
Ο δε Ξενοφών έλεγεν ότι ενεργεί κατά διαταγήν του Αναξιβίου «και προς τον σκοπόν τούτον μ' απέστειλεν εδώ». Και πάλιν όμως ο Αρίσταρχος του είπεν: «Ο μεν Αναξίβιος δεν είναι πλέον ναύαρχος, εγώ δε είμαι εδώ ο αρμοστής. Εάν δε κανένα από σας συλλάβω εις την θάλασσαν (διαπεραιούμενον), θα τον πνίξω». Αφού είπε ταύτα, εισήλθεν εντός των τειχών (εισήλθεν εις την πόλιν Πέρινθον). Την δ' επομένην στέλλει και προσκαλεί τους στρατηγούς και λοχαγούς του στρατεύματος.
Ενώ δε ήδη επλησίαζαν το τείχος (της Περίνθου), αναγγέλλει κάποιος εις τον Ξενοφώντα ότι, εάν εισέλθη, θα συλληφθή και ή θα υπακούση εις τον Αρίσταρχον ή θα παραδοθή εις τον Φαρνάβαζον. Ο δε Ξενοφών, ακούσας ταύτα, τους μεν στρατηγούς και λοχαγούς προαποστέλλει (τούς αφήνει να υπάγουν μόνοι των), αυτός δε είπεν, ότι θα ήθελε να ερωτήση περί του πρακτέου τους Θεούς.
Και απελθών τους ηρώτα, θύων, εάν θα του επέτρεπαν να επιχειρήση να οδηγήση τον στρατόν προς τον Σεύθην. Διότι προέβλεπεν ότι: ούτε η εις Ασίαν διάβασίς του ήτον εξησφαλισμένη, του Αριστάρχου διαθέτοντος προς παρεμπόδισιν αυτού τριήρεις, ούτε ήθελεν, ερχόμενος εις την Χερρόνησον, να κατακλεισθή εκεί, το δε στράτευμα να περιέλθη εις μεγίστην στέρησιν όλων των προς διατροφήν του αναγκαίων, οπότε αυτός μεν θα ηναγκάζετο να υπακούση εις τον εκεί αρμοστήν, από τροφάς δε δεν θα ήτο δυνατόν να προμηθευθή απολύτως τίποτε ο στρατός.
Και ο μεν Ξενοφών ησχολείτο περί αυτών. Οι δε στρατηγοί και λοχαγοί, επιστρέψαντες από τον Αρίσταρχον, ανήγγειλαν ότι τους διέταξε τώρα μεν να αναχωρήσουν, να ξαναέλθουν δε το βράδυ. Τότε, λοιπόν, και καταφωροτέρα τους εφάνη η κατ' αυτών επιβουλή.
Ο Ξενοφών, λοιπόν, επειδή ενόμισεν ότι τα προσφερθέντα εις τους Θεούς σφάγια του έδειξαν ευοίωνα σημεία και ότι το στράτευμα θα μεταβή εν πλήρει ασφαλεία προς τον Σεύθην, αφού παρέλαβε τον λοχαγόν Πολυκράτην τον Αθηναίον και από έκαστον των στρατηγών ένα στρατιώτην (έμπιστον), εκτός από τον Νέωνα, προς ον είχαν όλοι εμπιστοσύνην, ανεχώρησε νύκτα διά το στράτευμα του Σεύθου, απέχον στάδια εξήκοντα.
Ότε δ' επλησίαζε (το στράτευμα), συναντά πυρά έρημα, χωρίς παρ' αυτά κανένα φύλακα. Και κατ' αρχάς μεν ενόμισεν ότι ο Σεύθης θα μετέβη εις κάποιο άλλο μέρος. Αφού όμως και θόρυβον ήκουσε και, των περί τον Σεύθην ειδοποιούντων αλλήλους (διά συνθημάτων), έμαθεν ότι τα πυρά είχαν αναφθή μακράν των νυκτοφυλάκων του στρατού, όπως οι μεν φύλακες μη βλέπωνται, μένοντες στο σκότος, ούτε πόσοι είναι, ούτε πού μένουν, οι δε πλησιάζοντες αυτούς μη διαφεύγουν την προσοχήν των, αλλ' ήναι ως εκ του φωτός καταφανέστατοι — αφού, λοιπόν, ήκουσε και έμαθεν όλα αυτά, προαποστέλλει τον διερμηνέα, ον είχε μαζή του κατά τύχην, διατάσσων αυτόν να είπη εις τον Σεύθην ότι ο Ξενοφών είναι πλησίον του και ότι θέλει να του ομιλήση. Οι περί τον Σεύθην δε ηρώτων αν είναι ο Ξενοφών ο Αθηναίος, ο από του στρατεύματος του Κύρου προερχόμενος.
Επειδή δε ο διερμηνεύς είπεν ότι αυτός είναι, οι περί τον Σεύθην, αναπηδήσαντες (εκ της θέσεώς των), έτρεξαν ταχέως (προς συνάντησίν του). Και ολίγον ύστερα παρουσιάσθησαν προ του Ξενοφώντος έως διακόσιοι πελτασταί, οίτινες, παραλαβόντες αυτόν και τους περί αυτόν, τους ωδήγησαν εις τον Σεύθην.
Ούτος δ' εφυλάσσετο ισχυρώς εντός πύργου, περί τον οποίον υπήρχαν ίπποι φέροντες τους χαλινούς των. Διότι, διά τον φόβον (των πολεμίων), την μεν ημέραν έτρεφε (με σανόν) τους ίππους του, την δε νύκτα εφυλάσσετο υπ' αυτών «κεχαλινωμένων».
Διότι ελέγετο ότι και άλλοτέ ποτε ο εν τη χώρα ταύτη πρόγονος του Τήρης, έχων υπό τας διαταγάς του πολύ στράτευμα, ότι από τους εχθρούς αυτούς του Σεύθου και πολλούς εκ των στρατιωτών του έχασε και τα σκευοφόρα του ζώα του ηρπάγησαν. Ήσαν δε ούτοι οι Θυνοί, περί των οποίων ελέγετο ότι ήσαν οι πολεμικώτεροι όλων των λαών της Θράκης, ιδίως όταν επετίθεντο την νύκτα.
Όταν δ' επλησίασαν, διέταξεν (ο Σεύθης) να εισέλθη ο Ξενοφών μαζή με δύο άνδρας της εκλογής του. Αφού δε εισήλθαν, κατ' αρχάς μεν εχαιρέτισαν αλλήλους και, κατά το κρατούν εν Θράκη έθιμον, προέπιαν με κέρατα γεμάτα οίνον. Παρίστατο δε παρά τον Σεύθην και ο Μηδοσάδης, όστις τον αντεπροσώπευεν (απεστέλλετο) εις όλα τα μέρη ως πρεσβευτής του.
Κατόπιν δε ο Ξενοφών ήρχισε να του λέγη τα εξής: «Απέστειλες προς εμέ, ω Σεύθη, πρώτον εις την Καλχηδόνα τον Μηδοσάδην τούτον, παρακαλών με να δώσω την συγκατάθεσίν μου να διέλθη το στράτευμα εκ της Ασίας (εις την Θράκην), υποσχόμενος δε, εάν πράξω τούτο, να μ' ευεργετήσης — όπως μου είπε (τουλάχιστον) ο Μηδοσάδης ούτος».
Αφού είπε ταύτα, ηρώτα τον Μηδοσάδην αν είναι αληθή όσα είπεν. Ο δε Μηδοσάδης τα επεβεβαίωσε. «Πάλιν ήλθεν ο Μηδοσάδης ούτος, ότε εγώ διεβιβαζόμην εκ Παρίου, επιστρέφων και πάλιν εις το στράτευμα, υποσχόμενος, εάν το οδηγήσω προς σε, και καθ' όλα τα άλλα να με μεταχειρισθής ως φίλον και αδελφόν και τα παρά την θάλασσαν μέρη, (όπου ευρισκόμην και) ων είσαι κύριος, να μου παραχωρήσης».
Κατόπιν τούτων και πάλιν ηρώτησε τον Μηδοσάδην, αν πράγματι τα είπεν. Ούτος δε εβεβαίωσε και ταύτα ως λεχθέντα. «Έλα, λοιπόν τώρα, είπεν ο Ξενοφών, διηγήσου εις τον Σεύθην τούτον τι σου απεκρίθην πρώτον εις την Καλχηδόνα».
«Μου απεκρίθης ότι το στράτευμα θα διαβιβασθή ούτως ή άλλως εις το Βυζάντιον και ότι, ως εκ τούτου, δεν ήτον ανάγκη να δώση καμμίαν υπόσχεσιν (ο Σεύθης) ούτε προς σε, ούτε προς οιονδήποτε άλλον. Ότι δε, αφού διαβιβασθής, θ' απομακρυνθής του στρατεύματος. Και πράγματι, ούτω συνέβη όπως έλεγες».
«Και τώρα — είπεν ο Ξενοφών — ειπέ μου τι σου έλεγα, όταν έφθασες εις την Σηλυβρίαν;». «Μου είπες ότι δεν είναι δυνατόν να γείνη τίποτε, διότι, αφού επιστρέψετε εις Πέρινθον, είναι ανάγκη να διαβιβασθήτε εις την Ασίαν».
«Τώρα, λοιπόν, είπεν ο Ξενοφών, ιδού είμεθα πλησίον σου και εγώ και ο Φρυνίσκος ούτος, ένας εκ των στρατηγών, και ο Πολυκράτης αυτός, είς των λοχαγών, απ' έξω δε είναι εξ ενός εκάστου των στρατηγών ο πλειότερον εις αυτόν πιστός, εκτός του εκ του Νέωνος του Λακωνικού (μη αντιπροσωπευομένου)».
»Εάν, λοιπόν, θέλης η μεταξύ μας συμφωνία να γείνη έτι μάλλον αξιόπιστος, προσκάλεσε και αυτούς. Συ δε, ω Πολύκρατες, πήγαινε εις αυτούς και ειπέ τους ότι εγώ διατάσσω ν' αφήσουν έξω τα όπλα των (όταν θα εισέλθουν), και συ αυτός ακόμη να εισέλθης, αφού αφήσης έξω την μάχαιράν σου».
Ακούσας ταύτα ο Σεύθης είπεν ότι εις κανένα απολύτως εκ των Αθηναίων ήθελε δείξη έλλειψιν εμπιστοσύνης. Διότι εγνώριζεν ότι (οι Αθηναίοι) ήσαν συγγενείς του (εξ επιγαμίας τινός αρχαίας Θρακών και Αθηναίων) και ότι (ως εκ τούτου) — προσέθηκε — επίστευεν ότι θα του ήσαν φίλοι ευμενείς. Μετά ταύτα δε, αφού εισήλθαν όσοι έπρεπε, πρώτον ο Ξενοφών ηρώτησε τον Σεύθην εις τι είχεν ανάγκην να χρησιμοποιήση τον στρατόν.
Ούτος δε απήντησεν ως εξής: «Ο Μαισάδης ήτο πατήρ μου, οι δε Μελανδίται και οι Θυνοί και οι Τρανίψαι απετέλουν την επικράτειάν του. Από αυτήν, λοιπόν, την χώραν, αφού τα των Οδρυσών πολιτικά πράγματα περιήλθαν εις κλονισμούς και στάσεις, εκπεσών ο πατήρ μου, αυτός μεν αποθνήσκει από κάποια ασθένειαν, εγώ δε κατόπιν ανετράφην ορφανός πλησίον του νυν βασιλέως (της Θράκης) Μηδόκου.
»Αφού δ' εμεγάλωσα («εγενόμην νεανίσκος»), δεν ηδυνάμην να ζω έχων τον νουν μου εις ξένην τράπεζαν (δεν μπορούσα να τρώγω ξένο ψωμί). Και εκαθήμην στο κάθισμά μου (και παράστεκα δίπλα του), παρακαλών αυτόν (89) να μου δώση όσους ηδύνατο άνδρας, όπως και εκείνους, οίτινες μας εξεδίωξαν της χώρας μας, κατά το μέτρον των δυνάμεών μου τιμωρήσω, και όπως ζω πλέον αυτεξούσιος, μη αποβλέπων εις την τράπεζαν εκείνην (του Μηδόκου) ωσάν σκύλλος.
«Μετά ταύτα, λοιπόν, μου δίδει (ο Μήδοκος) τους άνδρας και τους ίππους, τους οποίους θα ιδήτε αύριον όταν ξημερώση. Και τώρα εγώ μ' αυτούς (τους άνδρας και τους ίππους) ζω ληστεύων την πατρικήν μου χώραν. Εάν δε σεις έλθετε εις βοήθειάν μου, πιστεύω ότι με την βοήθειαν των Θεών ευκόλως θα ηδυνάμην ν' ανακτήσω την, ην απώλεσα, εξουσίαν. Ιδού, λοιπόν, τίνος έχω ανάγκην από σας».
«Εάν, λοιπόν — είπεν ο Ξενοφών, — ηθέλαμεν σε βοηθήση εις τον σκοπόν σου, τι θα ηδύνασο να δώσης εις τον στρατόν και τους λοχαγούς και τους στρατηγούς; Ειπέ μας, διά να σου απαντήσουν ούτοι».
Ο δε Σεύθης υπεσχέθη: εις έκαστον μεν στρατιώτην να δώση ένα κυζικηνόν (στατήρα κατά μήνα), εις έκαστον δε λοχαγόν δύο, εις έκαστον δε στρατηγόν τέσσαρας, και γην όσην θέλουν και ζευγάρια και πλησίον της θαλάσσης μέρος οχυρώτατον, περιτειχισμένον.
«Εάν όμως — είπεν ο Ξενοφών — επιχειρούντες ό,τι μας επρότεινες, δεν κατορθώσωμεν να φέρωμεν εις πέρας την υπόθεσίν σου, υπάρχει δ' εξ άλλου και ο από των Λακεδαιμονίων κίνδυνος, σ' ερωτώ: θα δεχθής (εν τοιαύτη περιπτώσει) εις την χώραν σου πάντα όστις θα ήθελε να ζήση πλησίον σου;». Ο δε Σεύθης απήντησε:
«Και αδελφούς βεβαίως και ομοτραπέζους και κοινωνούς θα σας κάνω κάθε πράγματος το οποίον ηθέλαμεν μαζή αποκτήση. Εις σε δε, ω Ξενοφών, και την θυγατέρα μου είμαι πρόθυμος να σου χαρίσω, και, εάν έχης και συ (σου βρίσκεται) καμμία (θυγατέρα), συμφώνως προς τα θρακικά έθιμα, να την αγοράσω. Και την Βισάνθην προς κατοικίαν σου να σου δωρήσω, η οποία μου είναι ένα από τα καλλίτερα παραθαλάσσια μέρη».
Κεφάλαιον τρίτον
Αφού ήκουσαν ταύτα ο Ξενοφών, οι στρατηγοί και οι λοχαγοί και αφού ούτω έκλεισαν αναμεταξύ των συμφωνίας, ανεχώρησαν. Και, πριν ακόμη ξημερώση, ήλθαν εις το (παρά την Πέρινθον) στρατόπεδον και ανήγγειλεν ο καθένας εις τους αποστείλαντας αυτούς τα συνομολογηθέντα.
Αφού δ' εξημέρωσεν, ο μεν Αρίσταρχος προσεκάλει και πάλιν τους στρατηγούς και λοχαγούς. Ούτοι όμως απεφάσισαν την μεν προς τον Αρίσταρχον οδόν ν' αφήσουν, να συγκαλέσουν δε το στράτευμα. Και συνήλθαν όλοι, εκτός των περί τον Νέωνα, οίτινες ήσαν μακράν των δέκα περίπου στάδια.
Αφού δε συνηθροίσθησαν, εγερθείς ο Ξενοφών είπε τα εξής: «Ω άνδρες, να διαβιβασθώμεν μεν όπου θέλομεν, μας εμποδίζει με τας τριήρεις του ο Αρίσταρχος. Ώστε δεν είναι ακίνδυνον να εισέλθωμεν εις πλοία. Αυτός δε ο ίδιος (Αρίσταρχος) μας διατάσσει να υπάγωμεν εις την Χερρόνησον διά του Ιερού όρους, χωρίς να θέλωμεν. Εάν δε, κατισχύοντες των εκ του όρους τούτου κινδύνων και δυσχερειών, έλθωμεν εις την Χερρόνησον, σας υπόσχεται ότι ούτε θα σας πωλήση πλέον (ως δούλους), όπως έπραξεν εις το Βυζάντιον, ούτε θα σας εξαπατήση, αλλ' έκαστος θα λάβη τον μισθόν του, ούτε θ' αμελήση πλέον περί της διατροφής σας καθώς τώρα, ότε τόσην έχετε ανάγκην των προς συντήρησίν σας αναγκαίων.
»Και ούτος μεν τοιαύτα λέγει. Ο δε Σεύθης, (εξ άλλου), υπόσχεται ότι, αν υπάγετε εις αυτόν, θα σας ευεργετήση. Σκεφθήτε, λοιπόν, τώρα αν θ' αποφασίσετε περί του ζητήματος αυτού μένοντες εδώ ή επιστρέφοντες εκεί όπου έχετε τα προς συντήρησίν σας. (90)
»Εγώ μεν, λοιπόν, φρονώ ότι, επειδή εδώ ούτε χρήματα έχομεν, διά ν' αγοράσωμεν τροφάς, ούτε χωρίς χρήματα μας επιτρέπουν να λάβωμεν, ότι πρέπει να επανέλθωμεν εις τας (περί το Βυζάντιον) κώμας, όπου δεν θα μας εμποδίσουν οι κάτοικοι, ως ασθενέστεροι ημών, να προμηθευθώμεν τοιαύτας, και όπου, έχοντες πλέον τα προς συντήρησίν μας, ενήμεροι δε όντες των αναγκών εκάστου, δυνάμεθα να εκλέξωμεν ό,τι (εκ των δύο) ηθέλαμεν κρίνη ως καλλίτερον. (91)
»Και όστις εξ υμών — προσέθηκεν — εγκρίνει ό,τι προτείνω, ας υψώση την χείρα». Πάντες, δε την ύψωσαν. «Απέλθετε, λοιπόν — είπε — και συλλέξατε τας αποσκευάς σας, και, όταν σας ειδοποιήσουν, ακολουθείτε εκείνον που θα γείνη οδηγός σας» («τον ηγούμενον»).
Μετά ταύτα ο μεν Ξενοφών ωδήγει αυτούς, ούτοι δε ηκολούθουν. Ο δε Νέων και άλλοι (απεσταλμένοι) από τον Αρίσταρχον προσεπάθουν να τους πείσουν να μεταβάλουν γνώμην. Οι περί τον Ξενοφώντα όμως δεν τους ήκουσαν. Αφού δ' επροχώρησαν μέχρι τριάκοντα σταδίων, τους συναντά ο Ξεύθης. Ο δε Ξενοφών, άμα τον είδε, του επρότεινε να πλησιάση, όπως, εις επήκοον όλων, του είπη όσα ενόμιζε (διά τον στρατόν) συμφέροντα.
Άμα δ' επλησίασεν, ο Ξενοφών του είπεν: «Ημείς βαδίζομεν όπου το στράτευμα δύναται να έχη την τροφήν του. Εκεί δε, αφού ακούσωμεν τας προτάσεις σου και του Αριστάρχου, θα εκλέξωμεν ό,τι ηθέλαμεν νομίση ως συμφερώτερον. Εάν, λοιπόν, μας οδηγήσης όπου υπάρχουν περισσότεραι τροφαί, τότε θα σε νομίσωμεν ως φίλον μας». (92)
Και ο Σεύθης απήντησεν: «Αλλά γνωρίζω πολλά χωριά, ολίγον απέχοντα το έν του άλλου, έχοντα δε όλα τα προς διατροφήν σας αναγκαία. Και των οποίων η εντεύθεν απόστασις είναι τόση, όση χρειάζεται, διά να προγευματίσετε με όρεξιν». «Εμπρός, λοιπόν, οδήγει μας» είπεν ο Ξενοφών.
Αφού δ' έφθασαν εις αυτά το βράδυ, συναθροισθέντων των στρατιωτών, είπε προς αυτούς ο Σεύθης τα εξής: «Εγώ, ω άνδρες, σας παρακαλώ να εκστρατεύσετε μαζή μου και σας υπόσχομαι να δώσω εις έκαστον μεν στρατιώτην από ένα κυζικηνόν, εις τους λοχαγούς δε και στρατηγούς, αναλόγως. Αλλ' εκτός αυτών, και θα τιμήσω τον (αναδειχθησόμενον) άξιον τιμής. Τροφάς δε και ποτά θα λαμβάνετε, όπως και τώρα, τακτικά από την χώραν. Όσα δε λάφυρα και όσα αιχμάλωτα (ζώα ή πολέμιοι) συλληφθούν, αξιώ να κρατώ εγώ, ίνα, πωλών ταύτα καταλλήλως («ταύτα διατιθέμενος»), προσπορίζωμαι (κερδίζω) τον μισθόν σας.
»Και όσα μεν εκ τούτων τρέπονται εις φυγήν (μας ξεφεύγουν) ή δραπετεύουν, είμεθα (μόνοι μας) ικανοί και να τα καταδιώκωμεν και να τ' αναζητώμεν. Αν δε κανένα εξ αυτών ανθίσταται, τότε όλοι μαζή θα προσπαθούμεν να το συλλαμβάνωμεν».
Ηρώτησε δε ο Ξενοφών: «Εις πόσην απόστασιν από της θαλάσσης θ' αξιώσης να σε ακολουθήση ο στρατός;». Ούτος δ' απεκρίθη: «Εις κανένα μεν μέρος, περισσότερον των επτά ημερών, εις πολλά δε, ολιγώτερον».
Μετά ταύτα εδόθη ο λόγος εις τον θέλοντα να ομιλήση. Και έλεγαν πολλοί ταυτοχρόνως ότι αξιολογώτατα (φρονιμώτατα) ομιλεί ο Σεύθης. Διότι ήτο χειμών, και ούτε εις την πατρίδα των ήτο δυνατόν ν' αναχωρήσουν όσοι ήθελαν, ούτε να ζήσουν εις χώραν φιλικήν, εάν ηναγκάζοντο να ζουν αγοράζοντες τα προς συντήρησίν των. Ενώ (τουναντίον) εις χώραν εχθρικήν πολύ ασφαλέστερον ήτο μαζή με τον Σεύθην και να τρέφωνται και να μένουν, παρά να ήναι μόνοι των, (εις τας ιδίας των αφιέμενοι δυνάμεις). Παρά τα τόσα δε αγαθά, το να λάβη έκαστος προσθέτως και μισθόν, θα τους εφαίνετο βέβαια ως εύρημα.
Μετά ταύτα ο Ξενοφών είπεν: «Εάν τις έχη αντίρρησιν, ας το είπη. Άλλως θα εγκρίνω τα προταθέντα». Επειδή δε κανείς δεν αντέλεγε, τα ενέκρινεν («επεψήφισε»). Και ούτω απεφασίσθησαν. Αμέσως δε είπεν εις τον Σεύθην ότι θα συνεκστρατεύσουν μαζή του.
Μετά ταύτα οι μεν στρατιώται εσκήνουν (εις διάφορα χωρία) κατά τάγματα. Τους δε στρατηγούς και λοχαγούς προσεκάλεσεν ο Σεύθης εις δείπνον, πλησίον κάποιου χωρίου. Ότε δε ούτοι επλησίασαν εις την αυλήν του οίκου όπου διέμενε και παρήρχοντο ο είς μετά τον άλλον προ αυτής, διά να εισέλθουν εις το δείπνον, κάποιος ονόματι Ηρακλείδης, Μαρωνείτης, (93) όστις έτυχε να ήναι εκεί που, πλησιάζων ένα έκαστον εξ εκείνων, τους οποίους ενόμιζεν ότι ηδύναντο να προσφέρουν κάτι εις τον Σεύθην, κατ' αρχάς μεν Παριανούς τινας, (94) οίτινες παρευρίσκοντο εκεί, διά να επιτύχουν σχέσεις φιλικάς με τον βασιλέα των Οδρυσών Μήδοκον, φέροντες προς αυτόν και την γυναίκα του δώρα, έλεγεν ότι ο μεν Μήδοκος ήτο προς τα μεσόγεια, εις απόστασιν από της θαλάσσης: δώδεκα ημερών δρόμον, ο δε Σεύθης, επειδή συνεμάχησε με τον Ελληνικόν στρατόν, ότι θα εγίνετο κύριος της θαλάσσης.
«Αφού, λοιπόν, θα ήναι ούτω γείτων σας, θα έχη και την δύναμιν και να σας ευεργετήση και να σας βλάψη. Εάν, λοιπόν, ορθοφρονήτε (έχετε το μυαλό σας εις τη θέσι του), θα χαρίσετε εις αυτόν (τον Σεύθην) ό,τι διά τον Μήδοκον και την γυναίκα του) εφέρατε. Έστε δε βέβαιοι ότι ούτω θα διατεθή προς σας πολύ καλήτερα, παρά εάν το δωρήσετε εις τον τόσον μακράν κατοικούντα Μήδοκον».
Και αυτούς μεν κατ' αυτόν τον τρόπον τους ξεγέλασε. Πλησιάσας δε πάλιν Τιμασίωνα τον Δαρδανέα, επειδή έμαθεν ότι (ούτος) έχει υπό την κυριότητά του και ποτήρια (πολύτιμα) και τάπητας βαρβαρικούς, έλεγεν ότι «είναι συνήθεια του τόπου, οσάκις ο Σεύθης προσκαλεί εις δείπνον (έχει καλεσμένους), να του προσφέρουν ούτοι δώρα. Ότι δε, όταν ούτος (ο Σεύθης) γείνη εδώ μέγας και τρανός, θα έχη την δύναμιν και εις την πατρίδα σου να σε επαναφέρη και εδώ να σε καταστήση πλουσιώτατον». Τοιαύτας προμνηστείας (τέτοιαις προξενειαίς) έκανε πλησιάζων ιδιαιτέρως ένα έκαστον.
Πλησιάσας δε και τον Ξενοφώντα έλεγε: «Συ, ω Ξενοφών, και από πόλιν μεγαλώνυμον προέρχεσαι (κατάγεσαι), και πλησίον του Σεύθου χαίρει μεγίστην το όνομά σου υπόληψιν, και εις την χώραν ταύτην ίσως ζητήσης και πυργοφόρα κτήματα να λάβης, όπως και πολλοί άλλοι εκ των Ελλήνων έλαβαν. Λοιπόν πρέπει και μεγαλοπρεπέστερον (όλων των άλλων) να τιμήσης τον Σεύθην. Εγώ δε θα τον παρακινώ να διατελής πάντοτε υπό την εύνοιάν του. (95)
Διότι πολύ καλά γνωρίζω ότι, όσω μεγαλήτερα δώρα του χαρίσης, τόσω από μέρους του μεγαλήτερα αγαθά θα απολαύσης». Ακούων ταύτα ο Ξενοφών εστενοχωρείτο. Διότι, όταν διεβιβάσθη από το Πάριον, τίποτε άλλο δεν έφερε μαζή του, παρά ένα δούλον και τα διά το ταξείδιον απαραιτήτως αναγκαία (τρόφιμα).
Αφού δε εισήλθον εις ό μέρος είχε παρατεθή το δείπνον οι καλλίτεροι των εκεί παρευρισκομένων Θρακών και οι στρατηγοί και λοχαγοί των Ελλήνων και οιαδήποτε (όποια) έτυχε να ήναι (εκεί), σταλμένη από πόλεως, πρεσβεία, εδείπνουν μεν κυκλικώς καθήμενοι. Κατόπιν δε εισήχθησαν, κοιναί δι' όλους, τράπεζαι, φέρουσαι τρεις πόδας («τρίποδες»), γεμάται από κομμάτια κρέατα, με τα οποία ήσαν καρφωμένα με περόνας μεγάλα κομμάτια σιμιγδαλένιων άρτων. Αι περισσότεραι δε τράπεζαι παρετίθεντο πάντοτε προς το μέρος των ξένων. Διότι ήτον έθιμον των τόπου — και έκαμε πρώτος αρχήν αυτού ο Σεύθης — το εξής: αφού εσήκωνε (έπαιρνε) τους πλησίον του κειμένους άρτους, τους έκοπτεν εις μικρά τεμάχια, και κατόπιν τα έρριπτε (πετούσε) εις όποιον αυτός ενόμιζε ότι έπρεπεν, επίσης δε έκανε τα ίδια και εις τα κρέατα, αφήνων διά τον εαυτόν του όσον μόνον του έφθανε διά να φάγη. Και όσοι άλλοι δε είχαν προ αυτών τραπέζας, ταυτοχρόνως έκαναν τα ίδια.
Κάποιος δε Αρκάς, ονομαζόμενος Αρύστας, φοβερός φαγάς, το να ρίπτη μεν εδώ κ' εκεί τα φαγητά απέφευγεν («εία χαίρειν»), αφού δ' έλαβε εις την χείρα (επήρε) άρτον και κρέατα βάρους τριών χοινίκων (96) και τα ετοποθέτησεν επί των γονάτων, έτρωγε.
Περιέφεραν δε οι οινοχόοι (από τραπέζης εις τράπεζαν) κεράτινα ποτήρια γεμάτα οίνον, και όλοι εδέχοντο ευχαρίστως. Ο δε Αρύστας, αφού τον επλησίασε με το ποτήρι ο οινοχόος, του είπεν, ιδών τον Ξενοφώντα παύσαντα να τρώγη πλέον: «Εις εκείνον εκεί δώσε. Διότι τώρα αναπαύεται. Εγώ όμως δεν ευκαιρώ ακόμη (καθώς βλέπεις)».
Ακούσας τον διάλογον ο Σεύθης, ηρώτησε τον οινοχόον, τι λέγει (ο Αρύστας). Ο δε οινοχόος του είπε τα λεχθέντα. Διότι εγνώριζε την Ελληνικήν. Και τότε μεν, λοιπόν, όλοι εγέλασαν.
Ενώ δε ήταν εις την ακμήν της η ευωχία, εισήλθεν ανήρ Θραξ, κρατών (από τον χαλινόν) λευκόν ίππον, και λαβών ποτήριον γεμάτον (από οίνον) είπε: «Προπίνω υπέρ σου, ω Σεύθη, και σου προσφέρω αυτόν εδώ τον ίππον, διά του οποίου διώκων μεν δύνασαι να συλλαμβάνης όποιον θέλεις, αποχωρών δ' εν ώρα μάχης, να μη φοβήσαι ποτέ σου τον εχθρόν».
Και άλλος (μετ' αυτόν), αφού παρουσίασεν ενώπιον του δούλον, επίσης του τον προσέφερε προπίνων. Και άλλος, κατόπιν, εδώρισεν εις την γυναίκα του φορέματα. Και ο Τιμασίων, προπίνων (και αυτός), του προσέφερεν αργυράν φιάλην και τάπητα άξιας δέκα μνων.
Κάποιος δε Αθηναίος, Γνήσιππος ονομαζόμενος, εγερθείς είπεν ότι ήτο ποτε αρχαίον έθιμον θαυμάσιον: οι μεν έχοντες να δίδουν εις τον βασιλέα τιμής ένεκα, εις δε τους μη έχοντας να δίδη ο βασιλεύς, «διά να ημπορώ κ' εγώ — προσέθηκε — να σου προσφέρω κάτι και να σε τιμήσω».
Ο δε Ξενοφών εστενοχωρείτο μη γνωρίζων τι να κάμη. Αφού μάλιστα, ως κατ' εξαίρεσιν τιμώμενος, έτυχε να κάθεται εις το πλησιέστερον προς τον Σεύθην κάθισμα. Ο δε Ηρακλείδης διέταξε τον οινοχόον να προτείνη (γεμάτον) εις τον Ξενοφώντα το ποτήρι («το κέρας»). Ο δε Ξενοφών, όστις ήτον ήδη ολίγον ζαλισμένος εκ του οίνου (πιωμένος), εσηκώθη θαρραλέως δεχθείς το (προσφερόμενον) ποτήρι, και είπεν:
«Εγώ δε, ω Σεύθη, σου προσφέρω τον εαυτόν μου και τους συντρόφους μου αυτούς εδώ, ίνα σου ήναι πιστοί φίλοι, και κανένα μεν χωρίς να θέλη, αλλά πάντας θέλοντας να ήναι φίλοι σου πολύ περισσότερον απ' ό,τι είμαι εγώ.
»Και την στιγμήν αυτήν παρευρίσκονται ενταύθα μη ενοχλούντες σε με προσθέτους απαιτήσεις, τουναντίον δε και με όλην την διάθεσίν των προσφερόμενοι και θέλοντες και να πολεμήσουν υπέρ σου και να προκινδυνεύσουν. Μαζή των, πολλήν χώραν, αν θέλουν οι Θεοί, άλλην μεν ούσαν πατρικήν σου, θ' ανακτήσης, άλλην δε θα κυριεύσης, πολλούς δε ίππους και πολλούς άνδρας και γυναίκας θα κατακτήσης, τους οποίους δεν θα λάβης πλέον ανάγκην ν' αρπάζης ουδέ να ληστεύης, (όπως τώρα πράττεις), αλλ' αυτοί οι ίδιοι μόνοι των, φέροντες προς σε δώρα, θα τρέξουν να τεθούν υπό την σκέπην σου (υπό τας διαταγάς σου)»
Εγερθείς ο Σεύθης έπιε μαζή του και, κατόπιν, κατεσκόρπισεν επί των ιματίων του Ξενοφώντος όσον εκ του οίνου έμεινε. (97) Μετά ταύτα εισήλθαν (εις το δείπνον) αυληταί αυλούντες με κέρατα, όμοια εκείνων με τα οποία σημαίνουν εις τον στρατόν, και άλλοι με σάλπιγγας καμωμένας από ακατέργαστα βόεια δέρματα (γκάιδαις), σαλπίζοντες, όπως με την μάγαδιν, (98) διαφόρους προς χορόν ρυθμούς.
Και αυτός (ακόμη) ο Σεύθης εγερθείς έψαλε με δυνατήν φωνήν πολεμικόν τι άσμα και (από τον ενθουσιασμόν του) ελαφρότατα, σαν βέλος, ανεπήδησε. Κατόπιν δε εισήλθαν και οι γελωτοποιοί.
Όταν δε πλέον ήρχιζε να βραδυάζη, εσηκώθησαν οι Έλληνες και είπαν ότι είναι ήδη καιρός να τοποθετήσουν νυκτοφύλακας και να τους παραδώσουν (εμπιστευθούν) το σύνθημα. Και συνεβούλευαν τον Σεύθην να διατάξη να μην εισέλθη κανείς εκ των Θρακών την νύκτα εις τα Ελληνικά στρατόπεδα (εις όσα μέρη ήσαν οι Έλληνες στρατοπεδευμένοι). «Διότι και οι εχθροί σας είναι Θράκες όπως και σεις, οι φίλοι μας».
Μόλις δ' ανεχώρησαν (οι Έλληνες), εσηκώθη και ο Σεύθης, χωρίς να φαίνεται διόλου μεθυσμένος (ότι ήπιε). Εξελθών δε και προσκαλέσας ιδιαιτέρως μόνους τους στρατηγούς τους είπεν: «Ω άνδρες, οι εχθροί μας δεν έμαθαν ακόμη την συμμαχίαν μας. Εάν, λοιπόν, επιτεθώμεν κατ' αυτών, πριν ή ακόμη λάβουν κανένα προφυλακτικόν μέτρον, ώστε να μη συλληφθούν, και πριν ή ακόμη παρασκευασθούν, ώστε να ευρεθούν έτοιμοι προς άμυναν, θα πιάσωμεν (εν τοιαύτη περιπτώσει) πλείστους όσους αιχμαλώτους και θα κυριεύσωμεν πλείστα όσα πράγματα».
Ενέκριναν ταύτα όλοι οι στρατηγοί και (αμέσως) τον παρεκίνουν να γείνη οδηγός των. Ο δε Σεύθης τους είπεν: «Αφού προετοιμασθήτε, αναμένετε. Εγώ δε, όταν έλθη η ώρα η κατάλληλος, θα έλθω και, αφού πάρω μαζή μου σας και τους πελταστάς, θα ξεκινήσω (θα σας οδηγήσω) με την βοήθειάν των Θεών.
Και ο Ξενοφών είπε: «Σκέψου, λοιπόν, τώρα εάν θα επιτεθώμεν νύκτα κατά του εχθρού — εάν (φρονής ότι) η Ελληνική αύτη τακτική (του νύκτα επιτίθεσθαι) είναι η καλλιτέρα. — Διότι, καθ' ημάς, όταν οδοιπορώμεν, την μεν ημέραν, όποιο είδος του στρατεύματος αρμόζεται πάντοτε προς το έδαφος της χώρας, τούτο και προηγείται αυτού, είτε (το είδος) τούτο είναι οι οπλίται, είτε οι πελτασταί, είτε οι ιππείς. Την δε νύκτα, η καθ' ημάς τακτική επιβάλλει να προηγήται το βραδυπορώτερον.
«Τοιουτοτρόπως ελάχιστα διασπώνται τα στρατεύματα και ελάχιστα οι στρατιώται δραπετεύουν διαφεύγοντες την προσοχήν ο είς του άλλου (απαρατήρητοι). Λάβετε δ' υπ' όψει σας ότι οι διασπώμενοι πολλάκις και επιπίπτουν κατ' αλλήλων, ούτω δε, χωρίς να το εννοούν, αλληλοκαταστρέφονται».
Είπε, λοιπόν, ο Σεύθης: «Ορθώς σκέπτεσθε και θα συμμορφωθώ προς την τακτικήν σας. Και εις σας μεν θα δώσω ως οδηγούς τους εκ των γηραιοτέρων γνωρίζοντας περισσότερον την χώραν, εγώ δε θ' ακολουθώ τελευταίος (θ' αποτελώ την οπισθοφυλακήν του στρατεύματος) με τους ιππείς. Διότι ούτω θα δύναμαι, αν παραστή ανάγκη, πρώτος να τρέξω ως τάχιστα εις βοήθειάν σας. Ως σύνθημα δε παρεδέχθησαν διά την μεταξύ Ελλήνων και Θρακών συγγένειαν, την (θεάν) Αθηνάν. (99) Συμφωνήσαντες, λοιπόν, ησύχαζαν.
Περί το μεσονύκτιον δε ενεφανίσθη με τους ιππείς φέροντας τους θώρακάς των και με τους πελταστάς φέροντας τα όπλα των. Και αφού παρέδωκεν εις τους Έλληνας τους οδηγούς, οι μεν οπλίται προηγούντο, οι δε πελτασταί ηκολούθουν, το δε ιππικόν ωπισθοφυλάκει.
Άμα δ' εξημέρωσεν, ο Σεύθης ήλθε (με το ιππικόν του) προ των οπλιτών και εξεφράσθη ευνοϊκώτατα υπέρ της Ελληνικής τακτικής. Διότι πολλάκις — είπε — του συνέβη, και μόνος του και μ' άλλους πορευόμενος την νύκτα, ν' αποσπασθή μαζή με τους ιππείς του από τους πεζούς. «Τώρα όμως — καθώς και πρέπει — φαινόμεθα όλοι ομού συνηθροισμένοι (μαζωμένοι), άμα ξημερώση. Αλλά σεις μεν περιμένετε αυτού και αναπαύεσθε, εγώ δε, αφού ρίψω κανένα βλέμμα γύρω μου, θα επιστρέψω».
Ταύτα ειπών έτρεξε προς τα εμπρός (με τον ίππον του), ακολουθήσας κάποιον δρόμον άγοντα διά μέσου του όρους. Αφού δ' έφθασεν εις μέρος όπου ήτο πολλή χιών, παρετήρησεν (επ' αυτής) μήπως υπήρχαν ίχνη ανθρώπων, ή προς τα εμπρός φανερώνοντα βαδίσματα ή προς τα όπισθεν. Επειδή όμως έβλεπεν ότι ήτον απάτητος ο δρόμος, επέστρεψε ταχέως και είπεν:
«Ω άνδρες, τα πράγματα θ' αποδώσι κατ' ευχήν, Θεού θέλοντος. Διότι θα επιτεθώμεν απαρατήρητοι (χωρίς να μας 'νοιώσουν) κατά των πολεμίων. Αλλ' εγώ μεν θα προηγηθώ με τους ιππείς, όπως, αν τυχόν ίδωμεν κανένα, τον εμποδίσωμεν να ειδοποιήση τον εχθρόν. Σεις δε έρχεσθε κατόπιν. Εάν δε μείνετε οπίσω, ακολουθείτε τα πατήματα των ίππων. Υπερπηδώντες δε τα όρη (αυτά που βλέπετε), θα φθάσωμεν εις χωρία πολλά κ' ευδαίμονα.
Όταν δ' έφθασε μεσημέρι, ήτον ήδη επί της κορυφής του όρους, και, αφού εκείθεν παρετήρησε τα χωρία, επανήλθε δρομαίως προς τους οπλίτας και είπε: «Τώρα θα ξαπολύσω τους μεν ιππείς να τρέξουν με ορμήν εις την πεδιάδα, τους δε πελταστάς να επιτεθούν κατά των χωρίων. Αλλ' ακολουθείτε (μας) όσον δύνασθε ταχύτερον, όπως, εάν τυχόν κανείς μας αντιστή ενεδρεύων, τον αποκρούσετε».
Ακούσας ταύτα ο Ξενοφών κατέβη από του ίππου. Και ο Σεύθης τον ηρώτησε: «Τι κατεβαίνεις, αφού πρέπει να σπεύσωμεν;» «Γνωρίζω — απήντησεν ο Ξενοφών — ότι δεν έχεις εμού μόνον ανάγκην. Οι δε οπλίται πολύ ταχύτερον και προθυμότερον θα τρέξουν, εάν προπορεύωμαι βαδίζων κ' εγώ (όπως αυτοί) πεζός».
Μετά ταύτα αμέσως έφυγε, και μαζή μ' αυτόν και ο Τιμασίων με τεσσαράκοντα περίπου Έλληνας ιππείς. Ο δε Ξενοφών διεβίβασεν, (ενώ επροχώρει, από του ενός εις τον άλλον) την διαταγήν να εξέλθουν από των λόχων, απηλλαγμένοι παντός περιττού βάρους, όλοι οι μέχρι τριάκοντα ετών άνδρες και, αφού προσπεράσουν την φάλαγγα, να προηγηθούν των άλλων οπλιτών. Και αυτός μεν ο ίδιος εβάδιζε μ' αυτούς τροχάδην. Ο δε Κλεάνωρ ωδήγει τους επιλοίπους Έλληνας.
Αφού δ' έφθασαν εις τας κώμας, ο Σεύθης με τριάκοντα ιππείς περίπου πλησιάσας τον Ξενοφώντα του είπε: «Ιδού τα χωρία, ω Ξενοφών, περί των οποίων σου έλεγα. Οι κάτοικοί των είναι εις την θέσιν των (διόλου δεν το κούνησαν). Εξ άλλου όμως οι ιππείς (μου) έγειναν άφαντοι, τρέχοντες άλλος εδώ και άλλος εκεί, μόνοι των (άνευ πελταστών και οπλιτών). Φοβούμαι δε μήπως οι πολέμιοι, συγκεντρούμενοι όλοι μαζή (εις κανένα επίκαιρον σημείον), τους επιτεθούν αιφνιδίως. Πρέπει δε και εις τας κώμας να μείνουν τινές εξ ημών, διότι είναι πλήρεις κατοίκων».
«Αλλ' εγώ μεν — είπεν ο Ξενοφών — θα καταλάβω με τους άνδρας μου τας κορυφάς, (από τας οποίας προ ολίγου κατήλθομεν). Συ δε διάταξε τον Κλεάνορα να παρατείνη (ξαπλώση) διά της πεδιάδος πλησίον των κωμών την φάλαγγα». Αφού δ' έπραξαν ταύτα, συνηθροίσθησαν αιχμάλωτοι μεν περίπου χίλιοι, βόες δε δύο χιλιάδες, πρόβατα δε δέκα. Τότε μεν, λοιπόν, διενυκτέρευσαν εκεί εις το ύπαιθρον. (100)
Κεφάλαιον τέταρτον
Την δ' επομένην ο Σεύθης, αφού καθ' ολοκληρίαν κατέκαυσε τας κώμας, χωρίς να φεισθή ουδεμιάς οικίας, και τούτο, διά να εμπνεύση φόβον και εις τους άλλους, ότι τοιαύτα θα πάθουν (και αυτοί), αν δεν υπακούσουν, ανεχώρησε και πάλιν.
Και τα μεν λάφυρα έστειλε να τα πωλήση ο Ηρακλείδης εις την Πέρινθον, (101) διά να ημπορέση ούτω να μισθοδοτήση τους στρατιώτας. Αυτός δε και οι Έλληνες εστρατοπέδευσαν εις την πεδιάδα των Θυνών. Οίτινες, εγκαταλείψαντες (εκ φόβου) τα χωρία των, έφυγαν εις τα όρη.
Ενέσκηψε δε δυνατός χειμών και το ψύχος ήτο τοιούτον, ώστε το ύδωρ, τα οποίον έφερον διά το δείπνον των, επάγωνεν, όπως και ο εντός των αγγείων οίνος. Πολλών δ' εκ των Ελλήνων αι ρίνες και τα ώτα κατεκαίοντο (ενεκρώνοντο).
Και τότε πλέον έγεινε φανερόν διά ποίον λόγον οι Θράκες εφόρουν δέρματα αλωπεκών, (κατασκευασμένα) ως καλύμματα των κεφαλών και των ώτων, χιτώνας δε ου μόνον περί τα στέρνα, αλλά και περί τους μηρούς, (102) και μακρούς μανδύας μέχρι των ποδών, όταν ίππευαν, όχι δ' επενδύτας.
Απελευθερώσας δέ τινας των αιχμαλώτων ο Σεύθης, τους διέταξε να παραγγείλουν εις τους εις τα όρη καταφυγόντας Θυνούς ότι, εάν δεν καταβούν να κατοικήσουν (εις τας κώμας των) και δεν υπακούσουν εις την διαταγήν του, θα πυρπολήση και τούτων τας κώμας και τον σίτον, ούτω δε θα αποθάνουν όλοι από την πείναν. Ένεκα τούτου, λοιπόν, κατέβησαν εκείθεν και γέροντες και γυναίκες και παιδιά. Οι νεώτεροι όμως κατεσκήνωσαν εις τας υπό το όρος κώμας.
Μαθών ο Σεύθης ότι ούτοι δεν κατέβησαν (εις την πεδιάδα), παρεκάλεσε τον Ξενοφώντα, αφού πάρη μαζή του τους νεωτέρους εκ των οπλιτών, να τον ακολουθήση. Και την νύκτα σηκωθέντες, έφθασαν μόλις εξημέρωσεν εις τας κώμας. Και οι μεν πλείστοι των εκεί καταφυγόντων διέφυγαν και πάλιν εις το εκεί που πλησίον κείμενον όρος. Όσους όμως συνέλαβεν ο Σεύθης τους εφόνευσε, χωρίς ουδενός να φεισθή, διαπεράσας αυτούς με το ακόντιον.
Ευρίσκετο δε κάποιος παιδεραστής εις το στράτευμα, ονόματι Επισθένης, από την Όλυνθον, όστις, ιδών ωραίον παίδα, μόλις προ ελαχίστου χρόνου εισελθόντα εις την ανδρικήν ηλικίαν και μικράν πλεκτήν ασπίδα φέροντα, καταδικασμένον δε (από τον Σεύθην) ν' αποθάνη, προστρέξας εις τον Ξενοφώντα, τον παρακαλεί να σπεύση να τον σώση. Και ο Ξενοφών, προσελθών εις τον Σεύθην, τον παρακαλεί να μη τον φονεύση, του δίδει δ' εξηγήσεις περί της συνηθείας (διαγωγής) του Επισθένους, περί του οποίου λέγει ότι εστρατολόγησε κάποτε λόχον μισθοφόρων, ουδέν άλλο έχων κατά νουν (περί ουδενός άλλου κατά την στρατολογίαν των φροντίζων) ειμή μόνον περί του εάν τινες εκ των ανδρών του λόχου του ήσαν ωραίοι, και ότι εφάνη εις την μετά τούτων δράσιν του ανήρ γενναίος (παλληκάρι)
Ο δε Σεύθης τον ηρώτα: «Αληθινά θα ήθελες, ω Επισθένη, ν' αποθάνης χάριν του παιδός αυτού;». Ούτος δε υψώσας προς τ' άνω τον τράχηλον του είπε: «Κτύπα, λοιπόν, εάν το θέλη ο παις και εάν σκέπτεται να μου χρεωστή χάριν (να μου ήναι ευγνώμων)».
Κατόπιν ηρώτησε τον παίδα ο Σεύθης, εάν θα ήθελε να φονευθή ο Επισθένης αντ' αυτού. Ο παις όμως (103) δεν τον άφινε και παρεκάλει να μη φονεύση κανένα. Τότε ο Επισθένης εναγκαλισθείς τον παίδα είπεν: «Είναι πλέον καιρός, ω Σεύθη, να σου διαμφισβητήσω (εμπολέμως) τον παίδα αυτόν, διότι δεν εννοώ να τον αφήσω από τας χείρας μου».
Ο δε Σεύθης γελών παρητήθη μεν της περαιτέρω έριδος, απεφάσισε δε να στρατοπεδεύση αυτού, όπως ούτε εκ των κωμών αυτών διατρέφωνται οι επί του όρους (καταφυγόντες Θυνοί). Και ο ίδιος μεν, καταβάς ολίγον προς την πεδιάδα, κατεσκήνωσεν εκεί. Ο δε Ξενοφών με τους επιλέκτους, εις την υπό το όρος υψηλότερον κειμένην κώμην. Και οι άλλοι Έλληνες κατεσκήνωσαν πλησίον των καλουμένων Ορεινών Θρακών.
Μετά ταύτα και αρκεταί ημέραι παρήρχοντο εις μάτην και οι από του όρους Θράκες καταβαίνοντες προς τον Σεύθην διεπραγματεύοντο περί συνθηκών και ομήρων. Και ο Ξενοφών, ελθών εις τον Σεύθην, του έλεγεν ότι οι στρατιώται του κατασκηνούν εις μέρη επισφαλή και ότι πλησίον των είναι οι πολέμιοι. Και ότι ευχαριστότερον — είπεν — είναι να κατασκηνώνουν έξω, εις το ύπαιθρον, εις μέρη οχυρά, ή εντός οικιών (εις κώμας), ώστε να ριψοκινδυνεύουν. Ο δε Σεύθης τον συνεβούλευε να έχη θάρρος και του έδειξε παρόντας εκεί που ομήρους εκ των πολεμίων.
Και αυτόν ακόμη τον Ξενοφώντα, καταβαίνοντές τινες εκ των επί του όρους Θυνών τον παρεκάλουν να διαπραγματευθή μετ' αυτών περί ειρήνης. Ο δε Ξενοφών δεν αντέτεινε και τους ενεθάρρυνεν εγγυώμενος ότι ουδέν κακόν θα υποστούν, εάν υπακούσουν εις τον Σεύθην. Οι δε Θυνοί βεβαίως επρότειναν τοιαύτα, διά να κατασκοπεύσουν (πού και πώς κατεσκήνουν οι περί τον Ξενοφώντα).
Και ταύτα μεν συνέβησαν κατ' εκείνην την ημέραν. Την δ' επιούσαν νύκτα, κατελθόντες εκ του όρους οι Θυνοί, επιτίθενται (κατά της υπ' αυτό υψηλότερον κειμένης κώμης, όπου ήτον ο Ξενοφών με τους περί αυτόν). Και οδηγός μεν ήτον ο κύριος εκάστης οικίας του χωρίου. Διότι ήτο δύσκολον, ως εκ του σκότους, ν' ανευρίσκουν (οι Θυνοί) άνευ οδηγών τας οικίας εις τας κώμας. Διότι αύται (αι οικίαι) περιεφράσσοντο γύρω με μεγάλους σουβλερούς πασσάλους, προς ασφάλειαν των εις τους περιβόλους των φυλασσομένων προβάτων.
Αφού δ' έφθασαν εις τας θύρας εκάστου οικήματος, άλλοι μεν έρριπτον εντός των ακόντια, άλλοι δε τας εκτύπων με ρόπαλα, τα οποία λέγεται ότι κρατούν, διά ν' αποκόπτουν τας λόγχας (104) από τα δόρατα, άλλοι δ' έβαλαν εις αυτάς φωτιά, και, καλούντες ονομαστί τον Ξενοφώντα, τον προέτρεπαν, αφού εξέλθη της οικίας, ν' αποθάνη, παρά — καθώς του έλεγαν — αυτού, (μαζή με την οικίαν), να κατακαή.
Και ήρχισε πλέον να φαίνεται (να βγαίνη) η φωτιά από την στέγην, και οι περί τον Ξενοφώντα, όλοι θωρακισμένοι όντες, ευρίσκοντο εντός (ακόμη) της οικίας, φέροντες μαχαίρας και κράνη και ασπίδας, ότε ο εκ Μακίστου (της Τριφυλίας) Σιλανός, δεκαοχταετής περίπου την ηλικίαν, ήρχισε να σημαίνη διά της σάλπιγγος. Και τότε ευθύς αμέσως εκπηδούν με γυμνά τα ξίφη και όλοι οι εντός των άλλων οικιών (ευρισκόμενοι Έλληνες).
Οι δε Θράκες τρέπονται εις φυγήν με κάθε τρόπον (όπως τους ήτον ευκολώτερον), περικαλυπτόμενοι όπισθεν με τας μικράς ασπίδας των. Και ενώ υπερεπήδων τους πασσάλους, συνελήφθησαν τινες εξ αυτών κρεμασθέντες, διότι είχαν εγκαρφωθή εις (περιπλακή με) τους πασσάλους αι ασπίδες των. Άλλοι δε και εφονεύθησαν, διότι δεν εύρισκαν (είχαν χάση) την έξοδον.
Οι δ' Έλληνες τους κατεδίωκαν έξω της κώμης. Τινές δε των (καταδιωκομένων) Θυνών, γυρίσαντες οπίσω αίφνης εις το σκότος, ακόντιζαν εκ του σκότους εις το φως τους παρατρέχοντας πλησίον οικίας τινός καιομένης Έλληνας. Και επλήγωσαν ούτω δύο: Ιερώνυμον τον Ευοδέα, λοχαγόν, και Θεαγένην τον Λοκρόν, λοχαγόν. Ουδείς δ' εκ των Ελλήνων εφονεύθη. Ουχ ήττον κατεκάησαν και τα όπλα τινών και τα φορέματα.
Ο δε Σεύθης έτρεξεν εις βοήθειάν των με επτά ιππείς, τους πρώτους οίτινες επρόφθασαν να τον ακολουθήσουν, έχων μαζή του και τον Θράκιον σαλπιγκτήν. Και από της στιγμής, καθ' ην έμαθε την κατά των Ελλήνων γενομένην επίθεσιν, εφ' όσον χρόνον έτρεχε προς βοήθειάν των επί τοσούτον και το κέρας περί αυτόν εσήμαινεν. Ώστε ακόμη και τούτο συνετέλεσεν εις το να εμπνεύση φόβον εις τους πολεμίους. Αφού δ' έφθασεν εκεί, τους εχαιρέτιζε όλους και έλεγεν ότι ενόμιζε πως θα εύρη πολλούς σκοτωμένους.