← Table of contents
Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Ι Σ Τ Ο Ρ I Α I ΗΡΟΔΟΤΟΥ (continued 6)

Reading edition

118. Εκ των επτά δε ανδρών των κατά του μάγου επαναστάντων, είς ο Ινταφέρνης εθανατώθη αμέσως μετά την επανάστασιν δι' την εξής αυθάδειάν του. Ηθέλησε να εισέλθη εις την βασιλικήν οικίαν και να συνομιλήση μετά του βασιλέως, καθότι ήτο συμπεφωνημένον μεταξύ των κατά του μάγου συνωμοσάντων να έχωσιν ελευθέραν την είσοδον παρά τω βασιλεί άνευ προηγουμένης ειδοποιήσεως, εκτός εάν ο βασιλεύς τύχη να κοιμάται μετά τινος των γυναικών του. Ο Ινταφέρνης λοιπόν ενόμισεν ότι ηδύνατο να εισέλθη χωρίς να τον αναγγείλη κανείς, και ηθέλησε να εισχωρήση, καθότι ήτο είς των επτά· αλλ' ο πυλωρός και ο αγγελιαφόρος δεν επέτρεπον τούτο, λέγοντες ότι ο βασιλεύς ήτο μετά γυναικός. Νομίσας δε ο Ινταφέρνης ότι έλεγον ψεύματα έπραξε τα εξής· έσυρε τον ακινάκην και έκοψε τα ώτα αυτών και τας ρίνας· έπειτα δέσας τας χείρας των και περάσας περί τον λαιμόν των τον χαλινόν του ίππου του τους άφησε συνδεδεμένους.

119. Εκείνοι δε δεικνύοντες εαυτούς εις τον βασιλέα, είπον την αιτίαν δι' ην έπαθον τα παθήματα εκείνα. Φοβηθείς δε ο Δαρείος μήπως η πράξις εγένετο εκ συνεννοήσεως των έξ, έστειλε και έφερε τον ένα μετά τον άλλον, και εδοκίμασε την γνώμην των εάν επεδοκίμαζον τα γενόμενα. Αφού όμως εβεβαιώθη ότι εγένοντο άνευ της συνδρομής των, συνέλαβε τον Ινταφέρνη, τους παίδας αυτού και όλους τους οικείους του, επειδή πολλάς είχεν υποψίας ότι με τους συγγενείς του εσκόπευε να επαναστατήση εναντίον του. Συλλαβών λοιπόν αυτούς, διέταξε να τους δέσωσι και να τους θανατώσωσιν. Η γυνή όμως του Ινταφέρνους, ελθούσα εις την θύραν του βασιλέως, έκλαιε και ωδύρετο· επειδή δε δεν έπαυε, συνεκίνησεν επί τέλους τον Δαρείον, όστις, ευσπλαγχνισθείς αυτήν, έπεμψεν απεσταλμένον όστις τη είπεν· «Ω γύναι, ο βασιλεύς Δαρείος σε συγχωρεί να σώσης από όλους τους συγγενείς εκείνον τον οποίον θέλεις.» Η γυνή, σκεφθείσα επ' ολίγον, απεκρίθη· «Αφού ο βασιλεύς μοι χαρίζει την ζωήν ενός εξ αυτών, εκλέγω μεταξύ όλων τον αδελφόν μου.» Μαθών δε ο Δαρείος ταύτα και εκπλαγείς έπεμψε πάλιν και τη είπεν· «Ω γύναι, ο βασιλεύς σε ερωτά ποίαν σκέψιν έχουσα αφίνεις τον άνδρα και τα τέκνα σου και προτιμάς να σωθή ο αδελφός σου, όστις σε είναι μάλλον αλλότριος ή τα τέκνα σου, και ολιγώτερον αγαπητός του ανδρός σου.» — Ω βασιλεύ, απεκρίθη κείνη, άνδρα μεν ειμπορώ να εύρω άλλον, εάν θέλη ο θεός, καθώς και τέκνα άλλα, εάν χάσω αυτά· αλλ' επειδή ο πατήρ και η μήτηρ μου δεν ζώσι πλέον, αδελφόν άλλον με είναι αδύνατον να εύρω κατ' ουδένα τρόπον. Αυτή ήτο η σκέψις μου όταν έδωκα την απόκρισίν μου.» Εις δε τον Δαρείον εφάνη ορθός ο συλλογισμός της γυναικός, και επειδή ευχαριστήθη εκ της αποκρίσεώς της τη παρήτησε τον ζητούμενον και τον πρεσβύτατον υιόν της, τους δε άλλους όλους εφόνευσε. Τοιουτοτρόπως λοιπόν είς εκ των επτά εφονεύθη αμέσως μετά την συνωμοσίαν.

120. Περί την εποχήν καθ' ην ήτο ασθενής ο Καμβύσης ιδού τι συνέβη. Πέρσης τις, ονόματι Οροίτης, διωρισμένος υπό του Κύρου διοικητής τον Σαρδίων, επεθύμησε πράγμα ανόσιον. Χωρίς να πάθη τίποτε από τον Σάμιον Πολυκράτη, χωρίς να ακούση παρ' αυτού προσβλητικόν τινα λόγον, χωρίς να τον ίδη πρότερον, διενοήθη να τον συλλάβη και να τον θανατώση. Πολλοί εν τούτοις διατείνονται ότι ωρμήθη εις τούτο εκ της εξής αιτίας· ο Οροίτης και έτερος τις Πέρσης, ο Μιτροβάτης, διοικητής του νομού Δασκυλείου, έτυχεν ημέραν τινά να κάθηνται προ της θύρας του βασιλέως· από τας ομιλίας ήλθον εις φιλονεικίας, και επειδή ήριζον περί ανδρίας, ο Μιτροβάτης ονειδίζων τον Οροίτην τω είπε· «Δύνασαι να συγκαταριθμείσαι μεταξύ των ανδρών συ όστις δεν κατέκτησες ακόμη διά τον βασιλέα την πλησιεστάτην του νομού σου νήσον Σάμον, ήτις εν τούτοις είναι ευάλωτος, αφού είς των κατοίκων της άνευ άλλης δυνάμεως ή δεκαπέντε στρατιωτών βαρέως ωπλισμένων την εκυρίευσεν επαναστατήσας και τώρα την εξουσιάζει;» Κατά την διήγησιν ταύτην ο Οροίτης, λυπηθείς καιρίως διά τους λόγους τούτους, απεφάσισεν όχι να εκδικηθή τον Μιτροβάτη αλλά να καταστρέψη τον Πολυκράτη χάριν του οποίου ήκουσε τας προσβολάς εκείνας.

121. Οι δε ολιγώτεροι λέγουσιν ότι ο Οροίτης έπεμψεν εις την Σάμον κήρυκα διά να ζητήση πράγμα τι (δεν αναφέρουσιν όμως τι πράγμα) και ότι ο Πολυκράτης τυχών κατ' εκείνην την στιγμήν εξηπλωμένος εις τον ανδρώνα όπου ευρίσκετο και ο Ανακρέων ο Τήιος, είτε εκ τύχης, είτε επίτηδες διά να καταφρονίση την αίτησιν του Οροίτου ηκροάσθη τον κήρυκα με πρόσωπον εστριμμένον προς τον τοίχον, και ούτε εστράφη όταν ωμίλει ούτε απεκρίθη.

122. Αύται είναι αι δύο αιτίαι εις τας οποίας αποδίδουσι τον θάνατον του Πολυκράτους, δύναται δε έκαστος να προτιμήση οποίαν θέλει εκ των δύο. Διαμένων λοιπόν ο Οροίτης ούτος εις την Μαγνησίαν, πόλιν κειμένην υπεράνω του Μαιάνδρου, και μαθών την φιλοδοξίαν του Πολυκράτους, έστειλεν εις την Σάμον κομιστήν αγγελίας τον Μύρσον του Γύγου, άνδρα Λυδόν. Ο δε Πολυκράτης είναι ο πρώτος από όσους γνωρίζομεν Έλληνας όστις έβαλε κατά νουν, μετά τον Κνώσσιον Μίνωα, να θαλασσοκρατήση. Ίσως προ του Μίνωος επέτυχε τις τούτο· αλλ' από της εποχής την οποίαν καλούσι γενεάν ανθρωπίνην, πρώτος ο Πολυκράτης ήλπισε να κυριεύση την Ιωνίαν και τας νήσους. Γνωρίζων λοιπόν ο Οροίτης τα διανοήματά του ταύτα, έπεμψεν αγγελίαν λέγουσαν ταύτα· «Ο Οροίτης προς τον Πολυκράτη λέγει ούτω· έμαθον ότι διανοείσαι μεγάλα πράγματα και ηξεύρω ότι τα χρήματά σου δεν εξαρκούσι προς εκπλήρωσιν των σκοπών σου. Εάν όμως πράξης ό,τι θα σοι είπω, και συ θα υψωθής και εμέ θα σώσης, διότι ο βασιλεύς Καμβύσης απεφάσισε να με θανατώση και το σχέδιόν του με ανηγγέλθη σαφέστατα. Συ λοιπόν ελθών εδώ φυγάδευσόν με, και εκ των χρημάτων άλλα μεν λάβε συ, άλλα δε άφες να έχω εγώ· διά των χρημάτων δε τούτων δύνασαι να άρξης απάσης της Ελλάδος. Εάν δεν με πιστεύης διά τα χρήματα, πέμψον τινά εκ των πιστοτάτων σου, εις τον οποίον να τα δείξω.»

123. Ακούσας ταύτα ο Πολυκράτης εχάρη και εδέχθη την προσφοράν επειδή δε μεγάλως επεθύμει τα χρήματα, έπεμψε πρώτον διά να παρατηρήση τον πολίτην Μαιάνδριον τον υιόν του Μαιανδρίου όστις ήτο γραμματεύς του, και όστις ολίγον μετά τα συμβεβηκότα ταύτα αφιέρωσεν εις τον ναόν της Ήρας όλα τα αξιοθαύμαστα κοσμήματα του ανδρώνος του Πολυκράτους. Ο δε Οροίτης, μαθών ότι επρόκειτο να έλθη ο παρατηρητής, έπραξε τα ακόλουθα. Γεμίσας οκτώ κιβώτια με λίθους, εκτός ολίγου διαστήματος περί τα χείλη, έθεσεν επί των λίθων χρυσόν, έδεσε καλώς τα κιβώτια και τα είχεν έτοιμα. Ελθών δε ο Μαιάνδριος και ιδών ανέφερεν εις τον Πολυκράτη.

124. Ούτος δε μολονότι πολλοί μάντεις και πολλοί φίλοι τον εμπόδιζον, ητοιμάζετο να αναχωρήση· προσέτι και η θυγάτηρ του είδε το εξής όνειρον. Τη εφάνη ότι ο πατήρ της, μετεωριζόμενος εις τον αέρα, ελούετο μεν υπό του Διός, ηλείφετο δε με έλαιον υπό του Hλίου. Τούτο το όνειρον ιδούσα, πάντα τρόπον μετεχειρίσθη διά να μη αποδημήση ο Πολυκράτης προς τον Οροίτην, τόσον ώστε και όταν ακόμη μετέβαινεν εις την πεντηκόντορον του, εκείνη τον ηκολούθει και εφώναζεν. Ο δε Πολυκράτης την ηπείλησεν ότι εάν επανέλθη σώος και αβλαβής, θα την αφήση παρθένον επί πολύν χρόνον· τότε εκείνη ηυχήθη να εκτελεσθή η απειλή του, λέγουσα ότι προτιμά να μείνη διά παντός παρθένος ή να στερηθή τον πατέρα της.

125. Περιφρονήσας λοιπόν ο Πολυκράτης πάσαν συμβουλήν έπλευσε προς τον Οροίτην συνοδευόμενος υπό πολλών φίλων του εν οις ήτο και ο υιός του Καλλιφώντος Δημοκήδης ο Κροτωνιάτης, όστις ήτο ιατρός και άριστος εις την τέχνην του μεταξύ των συγχρόνων του. Φθάσας όμως εις την Μαγνησίαν ο Πολυκράτης υπέστη σκληρόν θάνατον, ανάξιον εαυτού και των μεγάλων φρονημάτων του· διότι, πλην των Συρακοσίων τυράννων ουδέ είς των Ελληνικών τυράννων είναι άξιος να παραβληθή με τον Πολυκράτη κατά την μεγαλοπρέπειαν. Αφού λοιπόν ο Οροίτης τον εφόνευσε με τρόπον τον οποίον και να διηγηθή τις είναι ανάρμοστον (50), τον ανεσταύρωσεν. Εξ εκείνων δε οίτινες τον συνώδευον, όσοι μεν ήσαν Σάμιοι, τους απέλυσε λέγων να τω γνωρίζωσι χάριν διότι τους άφηνεν ελευθέρους όσοι δε των ακολουθούντων ήσαν ξένοι και δούλοι, τους εκράτησεν ως ανδράποδα. Κρεμάμενος ο Πολυκράτης εξεπλήρωσεν όλον το όνειρον της θυγατρός του, διότι ελούετο μεν υπό του Διός οσάκις έβρεχε εχρίετο δε υπό του ηλίου αναδίδων ικμάδα εκ του σώματός του. Ούτως ετελείωσαν αι ευτυχίαι του Πολυκράτους, ως είχε προμαντεύσει ο βασιλεύς της Αιγύπτου Άμασις.

126. Μετ' ου πολύ όμως απέτισεν ο Οροίτης τον θάνατον του Πολυκράτους, διότι αφού απέθανεν ο Καμβύσης και διαρκούσης τις βασιλείας των μάγων, ο Οροίτης εις τας Σάρδεις ουδόλως ωφέλησε τους Πέρσας από τους οποίους οι Μήδοι είχον αφαιρέσει την αρχήν· εύρε μάλιστα καιρόν κατά τας ταραχάς εκείνας να φονεύση τον ύπαρχον του Δασκυλείου Μιτροβάτην όστις τον είχεν ονειδίσει διά τον Πολυκράτη, έπειτα δε εφόνευσε τον υιόν του Μιτροβάτου Κρανάσπην, αμφοτέρους πρωτεύοντας μεταξύ των Περσών. Ου μόνον δε ταύτα αλλά και άλλα πολλά υβριστικά έπραξε· προσέτι δε και ταχυδρόμον τινά του Δαρείου όστις ήλθε προς αυτόν, επειδή τα αγγελλόμενα δεν τω ήρεσαν, ετοποθέτησεν ανθρώπους να τον ενεδρεύσωσι καθ' οδόν και τον εφόνευσεν επιστρέφοντα. Αφού δε τον εφόνευσεν, εξηφάνισε και αυτόν και τον ίππον του.

127. Λαβών την βασιλείαν ο Δαρείος επεθύμησε να τιμωρήση τον Οροίτην και διά τα άλλα του αδικήματα, ιδίως όμως διά τον θάνατον του Μιτροβάτου και του υιού του. Και ευθύς μεν εξ αρχής δεν ενέκρινε να στείλη στρατόν εναντίον του, διότι και αι ίδιαί του υποθέσεις ήσαν ατακτοποίητοι, και η βασιλεία του όλως πρόσφατος, και αφ' ετέρου εμάνθανεν ότι ο Οροίτης ύπαρχος ων του νομού της Φρυγίας, της Λυδίας και της Ιωνίας, είχε μεγάλην ισχύν, και μεταξύ άλλων χίλιους Πέρσας δορυφόρους. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενος ο Δαρείος επενόησε το εξής τέχνασμα. Συγκαλέσας τους σημαντικωτάτους των Περσών, τοις είπε τα εξής· «Ω Πέρσαι, τις εξ υμών θα αναλάβη επιχείρησιν ήτις απαιτεί φρόνησιν μάλλον ή αριθμόν και βίαν; διότι όπου είναι αναγκαία η φρόνησις, περιττή αποβαίνει η βία. Τις εξ υμών θα μου φέρη ζώντα τον Οροίτην ή θα φονεύση αυτόν; Ο άνθρωπος ούτος κατ' ουδέν εβοήθησε τους Πέρσας και έπραξε μεγάλα εγκλήματα· αφ' ενός μεν εφόνευσε δύο ιδικούς μας, τον Μιτροβάτην και τον υιόν του, αφ' ετέρου δε εφόνευσεν εκείνους τους οποίους έπεμψα διά να τον καλέσωσιν ενώπιόν μου, και δεικνύει αυθάδειαν ανυπόφορον. Όθεν πριν κάμη μεγαλείτερον κακόν εις τους Πέρσας, πρέπει να προλάβωμεν και να τον θανατώσωμεν.»

128. Και ο μεν Δαρείος ταύτα ηρώτησε· τριάκοντα δε άνδρες επρότεινον εαυτούς, θέλων έκαστος να εκτελέση την διαταγήν του. Επειδή δε εφιλονείκουν, ο Δαρείος τους καθησύχασε λέγων να ρίψωσι κλήρον. Έρριψαν λοιπόν τους κλήρους και έλαχεν ο Βαγαίος του Αρτόντου. Κληρωθείς δε ο Βαγαίος, έπραξε τα εξής. Γράψας πολλάς επιστολάς περί πολλών υποθέσεων διαλαμβανούσας, έθεσεν επ' αυτών την σφραγίδα του Δαρείου· έπειτα έχων ταύτας μετέβη εις τας Σάρδεις. Φθάσας και παρουσιασθείς εις τον Οροίτην, εξήγεν ανά μίαν των επιστολών και έδιδεν αυτάς εις τον βασιλικόν γραμματέα προς ανάγνωσιν, διότι όλοι οι ύπαρχοι έχουσι μεθ' εαυτών βασιλικούς γραμματείς. Δίδων δε τας επιστολάς ο Βαγαίος παρετήρει τους δορυφόρους θέλων να εννοήση εάν θα εδέχοντο να αποστατήσωσι κατά του Οροίτου. Όταν δε είδεν ότι εδείκνυον μέγαν σεβασμόν προς τα γράμματα και έτι μεγαλείτερον προς το περιεχόμενον αυτών, τότε έδωκεν έν άλλο εις το οποίον ο γραμματεύς ανέγνωσε τους ακολούθους λόγους· «Πέρσαι, ο βασιλεύς Δαρείος σας προστάζει να μη δορυφορήτε τον Οροίτην.» Ακούσαντες ταύτα οι δορυφόροι, αφήκαν τας λόγχας των να πέσωσι χαμαί. Ο δε Βαγαίος ευχαριστηθείς διά την ταχείαν εκείνην υπακοήν, έλαβε θάρρος και έδωκεν εις τον γραμματέα το τελευταίον γράμμα εις το οποίον ήτο γεγραμμένον· «Ο βασιλεύς Δαρείος προστάζει τους εις τας Σάρδεις Πέρσας να φονεύσωσι τον Οροίτην.» Άμα δε ήκουσαν ταύτα οι δορυφόροι, ελκύσαντες τους ακινάκας, εφόνευσαν αυτόν· και ιδού πώς ο Πέρσης Οροίτης απέτισε τον θάνατον του Πολυκράτους.

129. Μετ' ου πολύν χρόνον, αφού μετέφερον τους θησαυρούς του Οροίτου εις τα Σούσα, συνέβη εις το κυνήγιον θηρίων, ενώ κατέβαινεν από του ίππου, να στραγγαλίση ο Δαρείος τον πόδα του δεινώς, διότι ο αστράγαλος εξήλθεν από την άρθρωσιν. Πεπεισμένος δε προ πολλού ότι είχε πλησίον του τους πρώτους των Αιγυπτίων περί την ιατρικήν, προσέφυγεν εις αυτούς. Ούτοι όμως, μεταχειρισμένοι την βίαν διά να επαναφέρωσι τον πόδα εις την θέσιν του, τον εστρέβλωσαν χειρότερον, ο δε Δαρείος τοσούτους πόνους υπέφερεν ώστε επί επτά ημέρας και επτά νύκτας, δεν εκοιμήδη διόλου. Την ογδόην ημέραν ήτο εις πολύ χειροτέραν κατάστασιν όταν τις, όστις είχεν ακούσει εις τας Σάρδεις επαινουμένην την τέχνην του Δημοδόκους, τω ωμίλησε περί αυτού. Ο Δαρείος αμέσως διέταξε να τον φέρωσιν ενώπιόν του. Ευρόντες δε αυτόν παρερριμμένον και λησμονημένον μεταξύ των ανδραπόδων του Οροίτου, τον έφερον εις τον βασιλέα, σύροντα τας πέδας και ρακενδύτην.

130. Άμα τον έφερον ενώπιόν του, ο Δαρείος τον ηρώτησεν εάν ήξευρε να θεραπεύη. Εκείνος όμως ηρνείτο φοβούμενος μήπως, εάν φανερώση εαυτόν, τον εμποδίσωσι να επιστρέψη εις την Ελλάδα. Ο Δαρείος ενόησε και την επιστήμην του και τον δισταγμόν του· διέταξε λοιπόν τους αγαγόντας αυτόν να φέρωσιν εις το δωμάτιον μάστιγας και κέντρα. Τότε εφανέρωσεν εαυτόν και είπεν ότι καλώς μεν δεν εγνώριζεν αλλ' ότι διαμείνας πλησίον ιατρού είχεν ασκηθή ολίγον εις την τέχνην. Μετά ταύτα όμως, όταν ο Δαρείος ενεπιστεύθη εαυτόν εις τας φροντίδας του, αντικατέστησε την δραστικήν θεραπείαν δι' άλλης ηπίας, κατά την ελληνικήν μέθοδον. Τοιουτοτρόπως ο βασιλεύς ευθύς μεν επανεύρε τον ύπνον, μετ' ολίγας δε ημέρας ιάθη εντελώς ενώ δεν ήλπιζε πλέον ότι θα τω έμενον σώοι αμφότεροι οι πόδες. Τω εδώρησε λοιπόν ο Δαρείος δύο ζεύγη χρυσών πεδών, και ο Δημοκήδης τον ηρώτησεν εάν έπραξε τούτο σκοπεύων να διπλασιάση την δουλείαν του, διότι τον ιάτρευσεν. Ευχαριστηθείς ο βασιλεύς διά τους λόγους εκείνους έπεμψεν αυτόν εις τας γυναίκας του. Περιάγοντες δε αυτόν οι ευνούχοι, έλεγον ότι αυτός ήτο ο αποδώσας την ζωήν εις τον Δαρείον. Εκάστη τότε αυτών, βυθίζουσα ποτήριον εντός κιβωτίου πλήρους χρυσίου, το έδιδε δώρον εις τον Δημοκήδη ομού με το αγγείον· τόσον δε πλουσιοπάροχος ήτο η δωρεά, ώστε ο ακολουθών αυτόν υπηρέτης, ονόματι Σκίτων, συνάζων τους εκ των αγγείων πίπτοντας χαμαί στατήρας, απεθησαύρισε μεγάλην ποσότητα.

131. Ιδού δε πώς ήλθεν ο Δημοκήδης ούτος εκ Κρότωνος και εγνωρίσθη με τον Πολυκράτη· κρατούμενος εις την Κρότωνα υπό πατρός δυσκόλου εις τον θυμόν, και μη δυνάμενος να υποφέρη το είδος τούτο της ζωής, τον εγκατέλιπεν επί τέλους και μετέβη εις την Αίγιναν. Εγκατασταθείς δε εκεί υπερέβη αμέσως από του πρώτου έτους τους άλλους ιατρούς, μολονότι δεν είχε μήτε εργαλεία μήτε άλλο τι εκ των προς εξάσκησιν της τέχνης απαιτουμένων. Κατά το δεύτερον έτος το κοινόν των Αιγινητών τον εμίσθωσεν αντί ενός ταλάντου, κατά το τρίτον έτος οι Αθηναίοι τω έδωκαν εκατόν μνας, και κατά το τέταρτον, ο Πολυκράτης, δύο τάλαντα. Ιδού πώς ήλθεν εις την Σάμον, και μετ' αυτόν οι Κροτωνιάται ιατροί ευδοκίμησαν ουχί ολιγώτερον, διότι υπήρξεν εποχή καθ' ην οι Κροτωνιάται ιατροί εθεωρούντο ότι ήσαν οι πρώτοι ιατροί της Ελλάδος, δεύτεροι δε οι Κυρηναίοι. Κατά την αυτήν εποχήν οι Αργείοι εφημίζοντο ότι ήσαν οι πρώτοι μουσικοί της Ελλάδος.

132. Θεραπεύσας λοιπόν εις τα Σούσα ο Δημοκήδης τον Δαρείον, έλαβεν οίκον μέγιστον και εγένετο ομοτράπεζος του βασιλέως. Πλην ενός αγαθού, να επιστρέψη εις την Ελλάδα, είχεν όλα τα άλλα αγαθά. Αφ' ενός μεν εζήτησε παρά του βασιλέως και επέτυχε την χάριν των Αιγυπτίων ιατρών οίτινες πρότερον εθεράπευον τον βασιλέα και τους οποίους έμελλον να ανασκολοπίσωσι διότι εφάνησαν κατώτεροι ενός Έλληνος ιατρού· αφ' ετέρου δε έσωσεν ένα μάντιν Ηλείον όστις είχεν ακολουθήσει τον Πολυκράτη και όστις είχε λησμονηθή μεταξύ των ανδραπόδων. Ήτο λοιπόν ο Δημοκήδης σημαντικόν πρόσωπον πλησίον του βασιλέως.

133. Ολίγον έπειτα συνέβησαν τα ακόλουθα άλλα γεγονότα. Εις τον μαστόν της Ατόσσης, θυγατρός του Κύρου και γυναικός του Δαρείου, εγένετο εξοίδημα το οποίον μετά ταύτα ήνοιξε και εξηπλώθη. Και ενόσω μεν ήτο μικρόν, η Άτοσσα αισχυνομένη το έκρυπτε και δεν έλεγε τίποτε περί αυτού εις κανένα· αλλ' επί τέλους, βλέπουσα τον κίνδυνον, προσεκάλεσε τον Δημοκήδη και το έδειξεν. Αυτός δε υποσχεθείς να την θεραπεύση την ώρκισε να τω παραχωρήση προς αμοιβήν ό,τι ήθελε τη ζητήσει, λέγων ότι δεν θα ζητήση τίποτε προσβάλλον την τιμήν της.

134. Αφού λοιπόν περιποιηθείς την εθεράπευσε, τότε η Άτοσσα διδαχθείσα από τον Δημοκήδη είπεν εσπέραν τινά εις τον Δαρείον ευρισκομένη εις την κλίνην μετ' αυτού· «Ω βασιλεύ, ενώ έχεις τόσην δύναμιν αναπαύεσαι και δεν προσπαθείς να προσθέσης άλλο Έθνος εις την κυριαρχίαν των Περσών. Εις νεαρόν βασιλέα, κάτοχο απείρου πλούτου, αρμόζουν αι μεγάλαι πράξεις διά να βεβαιωθώσι και οι Πέρσαι ότι άρχονται υπό ανδρός. Δύο αίτια σε αναγκάζουσι να πράξης ούτω· πρώτον διά να γνωρίζωσιν οι Πέρσαι ότι ο ηγεμών των είναι γενναίος και δεύτερον διά να τρίβωνται εις τον πόλεμον και να μη σ' επιβουλεύωνται σχολάζοντες. Τώρα, ενόσω ακόμη είσαι νέος, δύνασαι να κατορθώσης έργα λαμπρά· διότι αυξανομένου του σώματος, συναυξάνει και ο νους, γηράσκοντος δε του σώματος συγγηράσκει και ο νους και αμβλύνεται εις όλα τα πράγματα.» Η Άτοσσα λοιπόν ταύτα έλεγε διδαχθείσα, ο δε Δαρείος απεκρίθη ως εξής· «Ω γύναι, με είπες όσα και εγώ εσκεπτόμην να πράξω· εσκόπευα να κατασκευάσω γέφυραν από την ήπειρον ταύτην μέχρι της απέναντι ηπείρου και να στρατεύσω κατά των Σκυθών· τούτο δε θα γίνη εντός ολίγου.» Είπε δε η Άτοσσα· «Σκέφθητι, ω βασιλεύ· παραίτησον προς το παρόν το σχέδιον να εκστρατεύσης πρώτον κατά των Σκυθών, διότι οι λαοί ούτοι γίνονται υπήκοοί σου άμα θελήσης, και στράτευσον πρώτον κατά της Ελλάδος· καθότι επιθυμώ να έχω θεραπαίνας Λακαίνας και Αργείας και Αττικάς και Κορινθίας διά τας οποίας ακούω να γίνεται λόγος. Έχεις δε και άνθρωπον επιτηδειότατον να σοι εκθέση την κατάστασιν της Ελλάδος και να σε καθοδηγήση. Ο άνθρωπος ούτος είναι ο θεραπεύσας τον πόδα σου.» Ο δε Δαρείος απεκρίθη·

«Ω γύναι, επειδή νομίζεις ότι πρέπει πρώτον να εκστρατεύσω κατά της Ελλάδος νομίζω καλόν να πέμψω προηγουμένως Πέρσας κατασκόπους ομού με εκείνον τον οποίον λέγεις, οίτινες μαθόντες και ιδόντες όλα, θα μας αναφέρωσι περί αυτών· έπειτα δε, αφού πληροφορηθώ καλώς, θα στραφώ κατά των Ελλήνων.»

135. Ταύτα είπε, και άμα έπος άμα έργον. Όταν εξημέρωσε, προσκαλέσας δεκαπέντε επισήμους Πέρσας, τους διέταξε να συνοδεύσωσι τον Δημοκήδη και να περιέλθωσι μετ' αυτού τα παραθαλάσσια της Ελλάδος, προσέχοντες να μη τους φύγη ο Δημοκήδης· αλλ' αφεύκτως να τον φέρωσιν οπίσω. Αφού δε τοις έδωκε τας διαταγάς ταύτας, προσεκάλεσεν έπειτα τον Δημοκήδη και τον παρεκάλεσεν, αφού οδηγήση και δείξη όλην την Ελλάδα εις τους Πέρσας, να επιστρέψη οπίσω. «Λάβε, τω είπεν, όλα τα έπιπλά σοι διά να τα δώσης δώρα εις τον πατέρα και εις τους αδελφούς σου, εγώ δε σοι υπόσχομαι άλλα πλουσιώτερα. Διά την μεταβίβασιν δε αυτών σοι χαρίζω ολκάδα πλήρη παντοίων πολυτίμων πραγμάτων ήτις θα σε παρακολουθή.» Και ο μεν Δαρείος, ως εγώ νομίζω, τω ωμίλει άνευ δολιότητος· ο Δημοκήδης όμως, φοβηθείς μήπως ήθελε να τον δοκιμάση ο Δαρείος, δεν εδέχθη με προθυμίαν όλα όσα τω προσέφερεν· είπε μάλιστα ότι θα αφήση τα έπιπλά του εις την θέσιν των διά να τα έχη όταν επιστρέψη οπίσω, και ότι δέχεται μόνον την ολκάδα με τα δώρα τα προωρισμένα διά τον πατέρα και τους αδελφούς του. Ο δε Δαρείος, αφού παρήγγειλε και εις αυτόν όσα παρήγγειλεν εις τους Πέρσας, τους απέστειλεν εις τον λιμένα.

136. Καταβάντες δε ούτοι εις την Σιδώνα της Φοινίκης, αμέσως επλήρωσαν δύο τριήρεις, και ομού με αυτάς μίαν ολκάδα από διάφορα πολύτιμα αντικείμενα. Ετοιμάσαντες δε τα πάντα, έπλεον εις την Ελλάδα, και πλησιάζοντες εις τα παραθαλάσσια παρετήρουν και εσημείωνον αυτά, μέχρις ου ιδόντες τα περισσότερα και ονομαστότερα, έφθασαν εις τον Τάραντα της Ιταλίας. Εκεί, διά πονηρίας του Δημοκήδους, ο βασιλεύς των Ταραντίνων Αριστοφιλίδης αφήρεσε τα πηδάλια των Μηδικών πλοίων και εφυλάκισε τους Πέρσας ως κατασκόπους δήθεν. Ενώ δε ούτοι έπασχον ταύτα, ο Δημοκήδης έφθασεν εις την Κρότωνα. Φθάσαντος δε αυτού εις τη πατρίδα του, ο Αριστοφιλίδης απέλυσε του Πέρσας και τοις απέδωκεν ό,τι έλαβεν εκ των πλοίων των.

137. Εκπλεύσαντες εκείθεν οι Πέρσαι και διώκοντες τον Δημοκήδην έφθασαν εις την Κρότωνα· ευρόντες δε αυτόν περιφερόμενον εις την αγοράν, τον συνέλαβον. Εκ των Κροτωνιατών δε όσοι μεν εφοβούντο την δύναμιν των Περσών, ήσαν έτοιμοι να τον παραδώσωσιν· οι άλλοι όμως αντέταξαν βίαν εις την βίαν και εκτύπησαν τους Πέρσας με ράβδους. Διά να τους εκφοβίσωσι δε οι Πέρσαι έλεγον τα εξής· «Άνδρες Κροτωνιάται, συλλογισθήτε τι πράττετε· μας αρπάζετε άνθρωπον όστις εδραπέτευσεν από τον βασιλέα. Πώς ο βασιλεύς θα υποφέρη την τοιαύτην ύβριν; περιμένετε καλήν έκβασιν διά την βίαν σας εάν μας διώξετε; κατά ποίας άλλης πόλεως πρότερον θα εκστρατεύσωμεν ή κατ' αυτής; Ποίαν άλλην πρώτην θα πειραθώμεν να ανδραποδίσωμεν;» Αλλ' αι απειλαί αύται δεν έπειθον τους Κροτωνιάτας, οίτινες επέμειναν, ηλευθέρωσαν τον Δημοκήδη και έλαβον την ολκάδα την οποίαν οι Πέρσαι είχον φέρει μεθ' εαυτών. Τότε ούτοι επέστρεψαν εις την Ασίαν χωρίς να συλλέξωσιν άλλας πληροφορίας περί Ελλάδος, επειδή εστερήθησαν τον οδηγόν των. Ενώ δε απεχώρουν, ο Δημοκήδης τους παρεκάλεσε να είπωσιν εις τον Δαρείον ότι εμνηστεύθη την θυγατέρα του Μίλωνος και έμελλε να την λάβη γυναίκα. Είχε δε το όνομα του παλαιστού Μίλωνος μεγάλην βαρύτητα εις τα Σούσα, και τούτου ένεκα νομίζω επέσπευσε τον γάμον τούτον ο Δημοκήδης δους πολλά χρήματα, διά να φανή ότι και εις την πατρίδα του ήτο σημαντικός.

138. Εκπλεύσαντες από την Κρότωνα οι Πέρσαι έπεσαν με τα πλοία των εις την Ιαπυγίαν. Εκεί δε όντας δούλους τους ελύτρωσεν ο Ταραντίνος φυγάς Γίλλος και τους έφερεν εις τον βασιλέα Δαρείον, όστις προς αμοιβήν της χάριτος ταύτης τω υπεσχέθη να εκτελέση ό,τι ήθελε ζητήσει. Ο δε Γίλλος, διηγηθείς τας συμφοράς του, εζήτησε να τον επαναφέρη εις την πατρίδα του. Φοβούμενος όμως μήπως ταραχθή η Ελλάς εάν χάριν αυτού εκπλεύση διά την Ιταλίαν μέγας στόλος, εβεβαίωσεν ότι μόνοι οι Κνίδιοι ήρκουν διά να τον καταβιβάσωσιν εις τον Τάραντα, νομίζων ότι οι Κνίδιοι, όντες φίλοι των Ταραντίνων, ευκόλως ήθελον τους πείσει να τον δεχθώσιν. Ο Δαρείος λοιπόν, δεχθείς την αίτησίν του, έπεμψεν απεσταλμένον εις τους Κνιδίους παραγγέλλων να επαναφέρωσι τον Γίλλον εις τον Τάραντα. Οι δε Κνίδιοι υπήκουσαν μεν εις τον Δαρείον, δεν εδυνήθησαν όμως να πείσωσι τους Ταραντίνους, και δεν ήσαν τόσον δυνατοί ώστε να τους βιάσωσιν εις τούτο. Και ταύτα μεν ούτως εγένοντο, ούτοι δε οι Πέρσαι ήσαν οι πρώτοι οίτινες ήλθον εκ της Ασίας εις την Ελλάδα, και διά την αιτίαν ταύτην εστάλησαν ως κατάσκοποι.

139. Μετά ταύτα ο Δαρείος εκυρίευσε την Σάμον· ήτο δε η πρώτη όλων των Ελληνίδων και βαρβάρων πόλεων την οποίαν υπέταξε διά την εξής αιτίαν. Όταν ο υιός του Κύρου Καμβύσης κατέκτησε την Αίγυπτον, πολλοί Έλληνες τον συνώδευον· οι μεν, ως είναι πιθανόν, χάριν εμπορίου, οι δε διά να λάβωσι μέρος εις τον πόλεμον, τινές δε απλώς διά να ίδωσι τον τόπον, μεταξύ των οποίων ήτο και ο υιός του Αιάκους Συλοσών, αδελφός του Πολυκράτους και εξόριστος της Σάμου. Εις τούτον τον Συλοσώντα συνέβη το εξής ευτύχημα· περιεφέρετο ες την αγοράν της Μέμφιδος περιτετυλιγμένος εις μανδύαν ερυθρόν, όταν τον είδεν ο Δαρείος όστις τότε ήτο απλούς δορυφόρος του Καμβύσου και ελαχίστης σημασίας. Ο Δαρείος επεθύμησε τον μανδύαν και πλησιάσας εζήτησε να τον αγοράση· ο δε Συλοσών, βλέπων την ζωηράν εκείνην επιθυμίαν και ωσεί παρακινούμενος υπό θείας εμπνεύσεως, τω λέγει «Εγώ μεν δεν πωλώ αυτόν αντί ουδεμιάς αξίας· εάν δε επιθυμής να τον έχης, σε τον δίδω άνευ αποζημιώσεως.» Ο Δαρείος τον ευχαρίστησε και έλαβε το φόρεμα.

140. Ο Συλοσών ήτο βέβαιος ότι απώλεσε τον μανδύαν εξ ευηθείας· αλλά παρήλθον έτη, ο Καμβύσης απέθανεν, οι επτά επανέστησαν κατά του μάγου και εκ των επτά ο Δαρείος έλαβε την βασιλείαν. Τότε ο Συλοσών μαθών ότι εκείνος εις τον οποίον άλλοτε έδωκεν εν Αιγύπτω το ένδυμα εγένετο βασιλεύς, ανέβη εις τα Σούσα, εκάθισεν εις τα πρόθυρα του βασιλικού οίκου, και είπεν ότι ήτο ευεργέτης του Δαρείου. Ακούσας τούτο ο πυλωρός, εισήλθεν εις τον βασιλέα διά να δώση είδησιν· ο δε βασιλεύς εκπλαγείς, είπε· «Και τις λοιπόν είναι αυτός ο Έλλην ευεργέτης μου εις τον οποίον οφείλω ευγνωμοσύνην, εγώ όστις νεωστί έλαβον την αρχήν; Εδώ εις ημάς δεν ηξεύρω αν κανείς ακόμη ανέβη από αυτούς και δεν ενθυμούμαι να οφείλω τι εις Έλληνα. Μολοντούτο είσαξέ τον διά να μάθω τι θέλει να είπη με τους λόγους τούτους.» Εισήγαγεν ο πυλωρός τον Συλοσώντα· άμα δε ούτος εισήλθεν εις τον βασιλικόν θάλαμον, οι διερμηνείς τον ηρώτησαν τις ήτο και τι έπραξε διά να λέγη εαυτόν ευεργέτην του βασιλέως. Ο δε Συλοσών διηγήθη όλην την υπόθεσιν του μανδύου, προσθείς ότι αυτός ήτο όστις τον έδωκε. Τότε ο Δαρείος απεκρίθη· «Ω γενναιότατε ανδρών, συ ήσο όστις με εδώρησας τον μανδύαν ότε δεν είχον ακόμη καμμίαν δύναμιν; Το δώρον ήτο μικρόν, αλλ' η ευγνωμοσύνη μου είναι η αυτή ως εάν σήμερον ελάμβανόν τι μέγα. Προς αμοιβήν θα σοι δώσω χρυσόν και άργυρον άπειρον διά να μη μετανοήσης ποτέ ότι ευηργέτησας τον Δαρείον, τον υιόν του Υστάσπους.» Απεκρίθη δε εις ταύτα ο Συλοσών· «Μη με δίδης, ω βασιλεύ, μήτε χρυσόν μήτε άργυρον, αλλά σώσας της πατρίδα μου Σάμον την οποίαν αφότου ο αδελφός μου Πολυκράτης εφονεύθη υπό του Οροίτου κατέχει είς των δούλων μας, δος μοι αυτήν άνευ σφαγών και δουλείας.»

141. Ταύτα ακούσας ο Δαρείος έπεμψε στρατόν και στρατηγόν τον Οτάνην όστις ήτο είς εκ των επτά, διατάξας αυτόν να εκπληρώση όσα εζήτησεν ο Συλοσών. Καταβάς δε εις το παράλιον ο Οτάνης, ητοίμαζε την εκστρατείαν.

142. Κατείχε δε την εξουσίαν εις την Σάμον ο Μαιάνδριος, υιός του Μαιανδρίου, κρατήσας αυτήν αφότου ο Πολυκράτης τον αφήκεν επίτροπόν του. Ούτος μολονότι επεθύμει να φανή δικαιότατος άνθρωπος, δεν το κατώρθωσεν. Άμα μαθών τον θάνατον του Πολυκράτους, έπραξε ταύτα· πρώτον μεν ίδρυσε βωμόν του Ελευθερίου Διός, πέριξ του οποίου έστησε το τέμενος τα οποίον υπάρχει ακόμη εις το προάστειον. Αφού δε ετελείωσε τας εργασίας ταύτας, συνήθροισεν εκκλησίαν όλων των πολιτών και είπε τα εξής· «Ως γνωρίζετε, το σκήπτρον και πάσα η δύναμις του Πολυκράτους περιήλθον εις εμέ, και δύναμαι τώρα, εάν θέλω να άρχω υμών· εγώ όμως δεν θα πράξω, εφ' όσον το δυνατόν, ό,τι μέμφομαι εις τους άλλους, διότι ούτε ο Πολυκράτης δεν με ήρεσκε δεσπόζων ανδρών ομοίων του, ούτε άλλος όστις πράττει τα αυτά. Ο Πολυκράτης λοιπόν τώρα εξεπλήρωσε το πεπρωμένον του, εγώ δε καταθέτων ενταύθα την αρχήν κηρύττω ισονομίαν. Κρίνω όμως δίκαιον να με δοθή η εξής αμοιβή· πρώτον να λάβω τάλαντα εκ της περιουσίας του Πολυκράτους· δεύτερον να παραχωρηθή εις εμέ και εις τους απογόνους μου ισοβίως η ιερωσύνη του Ελευθερίου Διός, εις τον οποίον έκτισα ιερόν και χάριν του οποίου σας αποδίδω την ελευθερίαν.» Αυτός μεν ταύτα είπε προς τους Σαμίους· είς δ' εξ αυτών εγερθείς είπεν· «Αλλ' ούτε είσαι άξιος να άρχης ημών· συ όστις είσαι ταπεινής καταγωγής και υπήρξες όλεθρος ημών· σκέφθητι δε μάλλον πώς θα δώσης λόγον των χρηστών τα οποία διεχειρίσθης.»

143. Εκείνος όστις ωμίλησε τοιουτοτρόπως ήτο σημαντικός μεταξύ των Σαμίων και ωνομάζετο Τελέσαρχος. Τότε ο Μαίανδρος ενόησεν ότι εάν απέθετε την αρχήν, άλλος τύραννος θα ελάμβανε την θέσιν του· δεν εσκέφθη λοιπόν πλέον να την αφήση. Όθεν, άμα απήλθεν εις την ακρόπολιν, προσκαλέσας τους πρώτους του λαού ένα έκαστον, επί τη προφάσει να τοις δώση λόγον της διαχειρίσεως των χρημάτων, τους συνέλαβε και τους έρριψεν εις τα δεσμά. Και ούτοι μεν ήσαν δεσμώται· εν τω μεταξύ δε ο Μαιάνδριος ησθένησεν, ο δε αδελφός του Λυκάρητος, νομίζων ότι έμελλε να αποθάνη, απέκτεινεν όλους τους δεσμώτας διά να καταλάβη ευκολώτερον την εξουσίαν της Σάμου, διότι οι πολίται εφαίνοντο ότι δεν ήθελον να ήναι ελεύθεροι.

144. Όταν οι Πέρσαι έφθασαν εις την Σάμον φέροντες τον Συλοσώντα, κανείς δεν επέφερε την παραμικράν αντίστασιν· αλλά και αυτοί οι οπαδοί του Μαιανδρίου και αυτός ο Μαιάνδριος είπον ότι ήσαν έτοιμοι να αναχωρήσωσιν από την νήσον με συνθήκην. Δεχθέντος δε του Οτάνους τας συμφωνίας ταύτας, και ποιήσαντος σπονδάς, οι σημαντικώτατοι των Περσών έστησαν θρόνους και εκάθισαν αντικρύ της ακροπόλεως.

145. Είχε δε ο τύραννος Μαιάνδριος αδελφόν ολίγον παράφορον, όστις εκαλείτο Χαρίλαος· ο αδελφός ούτος ήτο δέσμιος εις την ειρκτήν διά σφάλμα τι. Ακούσας κατ' εκείνην την στιγμήν τα γινόμενα και κύψας διά της οπής της ειρκτής, είδε τους Πέρσας ησύχως καθημένους και εφώναξε ζητών να ομιλήση με τον Μαιάνδριον. Ακούσας τούτο ο Μαιάνδριος, διέταξε να τον λύσωσι και να τον φέρωσιν ενώπιόν του. Άμα δε τον έφεραν, επέπληξε τον αδελφόν του, τον ύβρισε και τον παρεκίνησε να φονεύση τους Πέρσας, λέγων· «Εμέ μεν, ω κάκιστε άνθρωπε, όντα αδελφόν σου και μη πράξαντα τίποτε άξιον δεσμών, με έδεσες και με έρριψες εις την ειρκτήν, βλέπων δε τους Πέρσας οίτινες σε διώκουσι και σε καθιστώσιν άνοικον, δεν τολμάς να τους τιμωρήσης, ενώ είναι τόσον εύκολον να τους νικήσης. Αλλ' εάν συ τους φοβήσαι, δος εις εμέ τους επικούρους και εγώ τους τιμωρώ διότι ήλθον εδώ. Σε δε είμαι έτοιμος να εκπέμψω εκ της νήσου.»

146. Ταύτα είπεν ο Χαρίλαος· ο δε Μαιάνδριος εδέχθη την αίτησίν του, ουχί ως φρονώ διότι έφθασεν εις τόσην ανοησίαν ώστε να νομίζη ότι διά των δυνάμεών του ήθελε νικήσει τον βασιλέα, αλλά μάλλον εκ φθόνου προς τον Συλοσώντα, ότι έμελλε χωρίς κόπον να επαναλάβη την πόλιν ακέραιον. Ο σκοπός του λοιπόν ήτο να ερεθίση τους Πέρσας, να εξασθενίση την Σάμον και να την παραδώση εις αυτήν την κατάστασιν, ηξεύρων ότι αν εβλάπτοντο οι Πέρσαι ήθελον φερθή σκληρώς προς τους Σαμίους, και βέβαιος ων επίσης ότι ηδύνατο να εξέλθη της πόλεως ασφαλέστατα όταν ήθελε· διότι είχε κατασκευάσει μυστικήν διώρυχα φέρουσαν από της ακροπόλεως εις την θάλασσαν. Απέπλευσε λοιπόν ο Μαιάνδριος εκ της νήσου ακριβώς κατά την στιγμήν καθ' ην ο Χαρίλαος οπλίσας πάντας τους επικούρους και ανοίξας τας πύλας εξήλθε διά να κτυπήση τους Πέρσας οίτινες δεν περιέμενον τοιούτο τι και ενόμιζον ότι τα πάντα είχον συμβιβασθή. Επιπεσόντες λοιπόν οι επίκουροι κατ' αυτών εφόνευσαν τους μάλλον σημαντικούς, εκείνους οίτινες εδιφροφορούτο. Αλλ' ενώ εφόνευον αυτούς, ήλθε προς βοήθειαν ο άλλος Περσικός στρατός και επιπεσών κατά των επικούρων ηνάγκασεν αυτούς να κλεισθώσιν εις την ακρόπολιν.

147. Ο Οτάνης, μάρτυς της καταστροφής ταύτης, ενθυμήθη τας διαταγάς τας οποίας τω έδωκεν ο Δαρείος αποστέλλων αυτόν, να μη φονεύση κανένα, να μη δουλώση κανένα και να αποδώση την νήσον εις τον Συλοσώντα αβλαβή· τας ενθυμήθη και συγχρόνως τας ελησμόνησε· διέταξε λοιπόν τον στρατόν να φονεύση πάντα ον ήθελε συλλάβει, άνδρα ή παιδίον. Τότε οι μεν εκ του στρατού επολιόρκησαν την ακρόπολιν, οι δε εφόνευον πάντα ον εύρισκον ενώπιόν των, είτε εις τας οδούς, είτε εις τους ναούς.

148. Ο δε Μαιάνδριος, φυγών από την Σάμον, έπλευσε προς την Λακεδαίμονα. Φθάσας εκεί με όλα τα πράγματα όσα έλαβε μεθ' εαυτού αναχωρών, έπραξε τα εξής. Εξέβαλε ποτήρια χρυσά και αργυρά, και οι μεν υπηρέται τα εκαθάριζον, αυτός δε κατ' εκείνην την στιγμήν εξήλθε διά να συνομιλήση μετά του Κλεομένους του Αναξανδρίδου, βασιλέως της Σπάρτης, τον οποίον έπειτα έφερεν εις την κατοικίαν του. Όταν ο Κλεομένης είδε τα ποτήρια, εθαύμασε και εξεπλάγη. Αμέσως ο Μαιάνδριος τον προσκαλεί να λάβη όσα θέλη, αλλ' εις μάτην επαναλαμβάνει την παράκλησίν του δις και τρις, ο Κλεομένης δεικνύεται δικαιότατος άνθρωπος και δεν κρίνει πρέπον να δεχθή τα προσφερόμενα. Εννοών δε ότι άλλοι πολίται ηδύναντο να δελεασθώσιν από τα δώρα και να εύρη ίσως ο Μαίανδρος υπεράσπισιν, μετέβη προς τους εφόρους και τοις είπεν ότι συμφέρει εις την Σπάρτην να αναχωρήση ο Σάμιος ξένος εκ της Πελοποννήσου διά να μη αναπείση ή αυτόν ή άλλον τινά Σπαρτιάτην να γίνη κακός. Υπακούσαντες δε οι έφοροι διέταξαν διά του κήρυκος τον Μαιάνδριον να αναχωρήση.

149. Οι δε Πέρσαι, περικυκλώσαντες την Σάμον ως εντός δικτύου, την παρέδοσαν εις τον Συλοσώντα έρημον κατοίκων. Μετά τινα χρόνον όμως ο Οτάνης ανενέωσε τον πληθυσμόν της συνεπεία ονείρου τινός το οποίον είδε και ασθενείας τινός ήτις τον ηκολούθησεν εις τα αιδοία.

150. Καθ' ην στιγμήν ο στόλος ανεχώρει διά την Σάμον απεστάτησαν οι Βαβυλώνιοι καλώς προητοιμασμένοι καθ' όλα· διότι από της εποχής του μάγου, της συνωμοσίας των επτά και των ταραχών αίτινες επηκολούθησαν, παρεσκευάζοντο διά την πολιορκίαν χωρίς να τους εννοήση κανείς. Αφού δε επανέστησαν αναφανδόν, έλαβον και τα εξής μέτρα· έκαστος εξελέξατο την γυναίκα την οποίαν επροτίμα περισσότερον από τας άλλας της οικίας, πλην των μητέρων τας οποίας έθεσαν κατά μέρος, έπειτα συνήθροισαν τας λοιπάς και τας έπνιξαν. Είχε λοιπόν έκαστος μίαν γυναίκα διά να κατασκευάζη τα φαγητά του, τας δε λοιπάς έπνιξαν διά να οικονομώσι τας τροφάς.

151. Μαθών τούτο ο Δαρείος, συνήθροισεν όλας τας δυνάμεις του, εστράτευσε κατ' αυτών, έφθασεν εις την Βαβυλώνα και επολιόρκησε τους κατοίκους μηδόλως μεριμνώντας περί τούτου. Τωόντι οι Βαβυλώνιοι, αναβαίνοντες εις τους προμαχώνας, εχόρευον και έσκωπτον τον Δαρείον και τον στρατόν του· είς δ' εξ αυτών είπε τους λόγους τούτους· «Διατί μένετε εδώ, ω Πέρσαι, και δεν αναχωρείτε. Θα μας κυριεύσετε τότε όταν ημίονοι γεννήσωσι.» Ταύτα είπεν είς των Βαβυλωνίων νομίζων ότι ποτέ ημίονος δεν ειμπορεί να γεννήση.

152. Έν έτος και επτά μήνες είχον ήδη παρέλθει, ο δε Δαρείος και όλος ο στρατός ηγανάκτουν διότι δεν ηδύναντο να κυριεύσωσι την πόλιν, μολονότι ετέθησαν εις ενέργειαν όλα τα στρατηγήματα και όλαι αι μηχαναί. Μεταξύ δε των άλλων στρατηγημάτων, απεπειράθησαν και εκείνο με το οποίον επέτυχεν άλλοτε ο Κύρος. Αλλ' οι Βαβυλώνιοι είχον λάβει μεγάλας προφυλάξεις και δεν ηδύνατο να τους κυριεύση.

153. Ενώ εγίνοντο ταύτα, κατά τον εικοστόν μήνα, συνέβη το εξής θαύμα εις τον Ζώπυρον τον υιόν του Μεγαβύζου, εκείνου όστις υπήρξεν είς των επτά κατά του μάγου συνωμοσάντων. Μία από τας σιτοφόρους ημιόνους του εγέννησεν. Όταν δε τω ανήγγειλον τούτο δεν επίστευσε και μετέβη ο ίδιος διά να ίδη τον πώλον. Παραγγείλας δε εις τους υπηρέτας του να μη φανερώσωσιν εις κανένα το γεγονός, εσκέπτετο πολλά καθ' εαυτόν. Τότε ενθυμήθη τους λόγους του Βαβυλωνίου όστις κατά την έναρξιν της πολιορκίας είχεν ειπεί ότι θα κυριευθή το τείχος όταν γεννήσωσιν ημίονοι, και έκρινεν ότι ηδύνατο τέλος να κυριευθή η Βαβυλών, καθότι επίστευεν ότι κατά θείαν βούλησιν ο Βαβυλώνιος είπε τον λόγον εκείνον και εγέννησεν η ημίονός του.

154. Επειδή λοιπόν τω εφαίνετο ότι απεφασίσθη υπό της μοίρας να κυριευθή η Βαβυλών, μετέβη προς τον Δαρείον και τον ηρώτησεν εάν είχε μεγάλην επιθυμίαν να κυριεύση την πόλιν ταύτην, Ότε δε έμαθεν ότι επεθύμει πολύ, ήρχισε να σκέπτεται πώς να την κυριεύση ο ίδιος και πώς το έργον να αποδοθή εις αυτόν, διότι εις τους Πέρσας τα κατορθώματα ανταμείβονται διά μεγίστων τιμών. Δι' άλλου τρόπου λοιπόν δεν έβλεπεν ότι ηδύνατο να κυριεύση την Βαβυλώνα ειμή πρώτον να πληγώση εαυτόν και έπειτα να αυτομολήση εις τους Βαβυλωνίους. Ούτω δε αψηφήσας τους πόνους επλήγωσεν εαυτόν με πληγάς ανιάτους· καθότι κόψας την ρίνα και τα ώτα και περικείρας ακανονίστως την κόμην και μαστιγώσας εαυτόν παρουσιάσθη ενώπιον του Δαρείου.

155. Ο δε Δαρείος ελυπήθη πολύ ιδών λελωβημένον ένα των σημαντικωτάτων του στρατού· όθεν αναπηδήσας από τον θρόνον ανεβόησε και τον ηρώτησε ποίος ο πληγώσας αυτόν και διά ποίαν αιτίαν. Ο δε Ζώπυρος απεκρίθη· «Δεν υπάρχει άνθρωπος, εκτός σου, όστις να έχη τόσην δύναμιν ώστε να με φέρη εις αυτήν την κατάστασιν· ούτε άλλος τις ξένος, ω βασιλεύ, έπραξε τούτο, αλλ' εγώ ο ίδιος, μη ανεχόμενος να σκώπτωσι τους Πέρσας οι Ασσύριοι.» Απεκρίθη ο Δαρείος· «Ω σκληρότατε άνθρωπε, εις αισχίστην πράξιν έδωσες κάλλιστον όνομα, λέγων ότι ένεκα των πολιορκουμένων επληγώθης ανιάτως. Νομίζεις λοιπόν, ω ανόητε άνθρωπε, ότι σού καταπληγωθέντος οι εχθροί θα παραδοθώσι ταχύτερον; τόσον λοιπόν έχασες τας φρένας σου ώστε να έλθης εις αυτήν την κατάστασιν;» Ο δε Ζώπυρος απήντησεν· «Εάν σοι εκοινοποίουν τι έμελλον να πράξω, βεβαίως θα με εμπόδιζες· τώρα όμως το έπραξα χωρίς να ερωτήσω κανένα και ήλθεν η στιγμή καθ' ην, εκτός εάν δείξης καμμίαν έλλειψιν, θα κυριεύσωμεν την Βαβυλώνα, διότι όπως είμαι θα αυτομολήσω εις την πόλιν, θα είπω εις τους πολιορκουμένους ότι από σε έπαθον ταύτα και νομίζω, αφού τους πείσω περί τούτου, να μοι αναθέσωσι την στρατηγίαν. Συ εν τούτοις, την δεκάτην ημέραν μετά την είσοδόν μου εις τα τείχη των, παράταξον προς την πύλην της Σεμιράμιδος χιλίους στρατιώτες εξ εκείνων τους οποίους δεν φροντίζεις πολύ εάν χαθώσι· μετά τούτο, περίμενον ακόμη επτά ημέρας, έπειτα παράταξον άλλους δισχιλίους προς την πύλην των Νινίων· μετά την εβδόμην δε ταύτην ημέραν, άφες ακόμη να παρέλθωσιν είκοσιν ημέραι, και παράταξον τρισχιλίους στρατιώτας προς την πύλην των Χαλδαίων. Τόσον ούτοι όσον και οι προηγούμενοι να μη έχωσιν άλλο αμυντήριον όπλον πλην εγχειριδίων· αυτά μόνον άφες τους να έχωσι. Μετά την εικοστήν ημέραν διάταξον αμέσως το άλλο στράτευμα να κάμη έφοδον περί την πόλιν, θέσον δε δι' εμέ τους Πέρσας παρά τας Βηλίδας και Κισσίας λεγομένας πύλας, διότι δεν αμφιβάλλω ότι οι Βαβυλώνιοι, αφού με ίδωσι να εκτελέσω τόσα κατορθώματα, θα εμπιστευθώσιν εις εμέ και τα άλλα πράγματα και προς τούτοις τας κλείδας των πυλών. Περί των λοιπών δε θα φροντίσωμεν εγώ και οι Πέρσαι.»

156. Ταύτα παραγγείλας επορεύετο προς τας πύλας επιστρεφόμενος πολλάκις ως αν ήτο αληθώς αυτόμολος. Ιδόντες αυτόν οι επί των επάλξεων τοποθετημένοι σκοποί, κατέβησαν μετά σπουδής, ήνοιξον ολίγον μίαν πύλην και τον ηρώτησαν τις ήτο και τι ήθελε. Τοις είπεν ότι ήτο ο Ζώπυρος και ότι κατέφευγεν εις αυτούς. Ακούσαντες ταύτα οι πυλωροί τον έφεραν εις το κοινόν των Βαβυλωνίων, όπου παρουσιασθείς ελεεινολόγει εαυτόν λέγων ότι έπαθεν υπό του Δαρείου όσα έπαθεν αφ' εαυτού· προσέθηκε δε ότι τα έπαθεν επειδή συνεβούλευσε τον Δαρείον να λύση την πολιορκίαν, αφού δεν εφαίνετο ότι υπήρχε μέσον να κυριευθή η πόλις. «Τώρα, εξηκολούθησεν, ω Βαβυλώνιοι, έρχομαι προς σας διά μεγίστην ωφέλειαν υμών και μεγίστην βλάβην του Δαρείου και του στρατού και των Περσών· διότι αφού με έφερεν εις τοιαύτην κατάστασιν δεν θα απέλθη ατιμώρητος και ηξεύρω λεπτομερώς όλα του τα σχέδια.» Ταύτα είπεν ο Ζώπυρος.

157. Οι δε Βαβυλώνιοι, βλέποντες άνδρα εκ των πρώτων Περσών στερηθέντα ρινός και ώτων, πλήρη αίματος και μαστιγώσεων, επίστευσαν άνευ της παραμικράς αμφιβολίας ότι έλεγε την αλήθειαν και ότι ήλθε να πολεμήση δι αυτούς· προθύμως λοιπόν τω έδοσαν ό,τι εζήτει· τοις εζήτησε δε στρατόν. Αφού δε επέτυχεν ό,τι επεθύμει, εξετέλεσεν όσα συνεφώνησε μετά του Δαρείου. Την δεκάτην ημέραν εξέβαλε τον στρατόν των πολιορκουμένων, και περικυκλώσας τους χιλίους τους οποίους παρήγγειλεν εις τον Δαρείον να πέμψη πρώτους, κατέκοψεν αυτούς. Πεισθέντες δε οι Βαβυλώνιοι ότι τα έργα του ήσαν σύμφωνα με τους λόγους του, πάνυ περιχαρείς ήσαν έτοιμοι να τον υπηρετώσιν εις ό,τι διέταττεν. Ο δε αφήσας να παρέλθωσιν αι συμπεφωνημέναι ημέραι, εκλέξας πάλιν τινάς Βαβυλωνίους εξήλθε και κατέκαψε τους δισχιλίους του Δαρείου. Ιδόντες δε και τούτο το έργον οι Βαβυλώνιοι, όλοι είχον εις το στόμα το όνομα του Ζωπύρου και υπερεπήνουν αυτόν. Ούτος δε πάλιν αφήσας να παρέλθωσι και αι άλλαι συμπεφωνημένα ημέραι, έκαμε τρίτην έξοδον εις το προειρημένον μέρος, περιεκύκλωσε τους τετρακισχιλίους και εφόνευσεν αυτούς. Μετά το τελευταίον δε τούτο κατόρθωμα ο Ζώπυρος ήτο το παν εις τους πολιορκουμένους, οίτινες τον κατέστησαν στρατάρχην και τειχοφύλακα.

158. Όταν όμως ο Δαρείος έκαμε κατά τα συμπεφωνημένα γενικήν έφοδον κατά του τείχους εξ όλων των μερών, όλος ο δόλος του Ζωπύρου απεκαλύφθη· διότι, ενώ οι Βαβυλώνιοι από των τειχών ημύνοντο και απέκρουον τον στρατόν, ο Ζώπυρος, ανοίξας τας Κισσίας και τας Βηλίδας καλουμένας πύλας, εισήγαγε τους Πέρσας εις το κέντρον της πόλεως. Εκ δε των Βαβυλωνίων όσοι μεν είδον τα πραττόμενα κατέφυγον εις τον ναόν του Διός του Βήλου, όσοι δε δεν τα είδον έμειναν εις την θέσιν των μέχρις ου έμαθον και αυτοί ότι επροδώθησαν. Τοιουτοτρόπως η Βαβυλών εκυριεύθη εκ δευτέρου.

159. Ο δε Δαρείος, αφού υπέταξε τους Βαβυλωνίους, εκρήμνισε τα τείχη και απέσπασεν όλας τας πύλας· ο Κύρος, ο πρώτος κατακτητής της Βαβυλώνος, δεν έπραξεν ούτε το έν ούτε το άλλο. Επί πάσιν ο βασιλεύς ανεσκολόπισε τρισχιλίους εκ των κορυφαίων πολιτών, επιτρέψας εις τους λοιπούς να κατοικώσι την πόλιν. Διά να έχωσι δε γυναίκας οι Βαβυλώνιοι (διότι είχον πνίξει τας ιδικάς των, ως εφανέρωσα εις τας αρχάς, διά να οικονομήσωσι τας τροφάς) διέταξε τα γείτονα έθνη να στείλωσι γυναίκας εις την Βαβυλώνα, κανονίσας εκάστου την αναλογίαν, ώστε το όλον των συναθροισθεισών γυναικών ήτο πεντήκοντα χιλιάδες. Εκ τούτων δε των γυναικών κατάγονται οι σήμερον Βαβυλώνιοι.

160. Κατά την κρίσιν του Δαρείου, ουδείς υπερέβη τον Ζώπυρον κατά την ανδραγαθίαν, ούτε εκ των προγενεστέρων ούτε εκ των συγχρόνων, πλην του Κύρου, διότι ποτέ Πέρσης δεν ενόμισεν ότι δύναται να παραβληθή με τον τελευταίον τούτον. Λέγουσι δε ότι πολλάκις ο Δαρείος επανέλαβε τους λόγους τούτους· ότι επροτίμα μάλλον να μη υποστή την βλάβην εκείνην ο Ζώπυρος, παρά να κατακτήση αυτός άλλας είκοσι Βαβυλώνας εκτός εκείνης την οποίαν κατέκτησε. Τον ετίμησε δε υπερβαλλόντως, καθότι κατ' έτος τω έδιδε δώρα όσα οι Πέρσαι νομίζουσι πολυτιμότατα· τω έδωκε προς τούτοις να κυβερνά ισοβίως την Βαβυλώνα αφορολόγητον, και άλλα πολλά προνόμια τω εχάρισεν. Εκ του Ζωπύρου δε τούτου εγεννήθη ο Μεγάβυζος όστις εις την Αίγυπτον επολέμησε κατά των Αθηναίων και των συμμάχων· και εκ του Μεγαβύζου τούτου εγεννήθη ο Ζώπυρος όστις μετηνάστευσεν εκ της Περσίας διά να κατοικήση εις τας Αθήνας.

ΒΙΒΛΙΟΝ TΕTAPTOΝ Μ Ε Λ Π Ο Μ Ε Ν Η.

1. Μετά δε την άλωσιν της Βαβυλώνος, εγένετο η κατά των Σκυθών εκστρατεία του Δαρείου· διότι ανθούσης της Ασίας και εισρεόντων πολλών χρημάτων, ηθέλησεν ο Δαρείος να τιμωρήση τους Σκύθας επειδή ούτοι πρώτοι εισβαλόντες εις την Μηδικήν χώραν και νικήσαντες τους εναντιουμένους, ήρχισαν αδικούντες. Τωόντι, ως είπον προηγουμένως, οι Σκύθαι ήρξαν της άνω Ασίας έτη εικοσιοκτώ· εισήλθον δε εις την Ασίαν διώκοντες τους Κιμμερίους και κατέλυσαν την ηγεμονίαν των Μήδων, οίτινες ήρχον της Ασίας πριν ή έλθωσιν οι Σκύθαι. Οι ίδιοι λοιπόν ούτοι Σκύθαι, μετά απουσίαν εικοσιοκτώ ετών, επιστρέφοντες εις τον τόπον των, έμελλον να υποστώσι πόλεμον όχι μικρότερον του Μηδικού. Εύρον εναντιούμενον εις αυτούς ουκ ολίγον στρατόν· διότι αι γυναίκες των Σκυθών, ένεκα της πολυχρονίου απουσίας των ανδρών των, είχον σχέσεις με τους δούλους.

2. Έχουσι δε οι Σκύθαι δούλους τυφλούς ένεκα του γάλακτος το οποίον πίνουσι και το οποίον συνάζουσι κατά τον εξής τρόπον. Λαμβάνοντες φυσητήρας οστεΐνους, παρεμφερεστάτους με αυλούς, εμβάλλουσιν αυτούς εις τα γεννητικά μόρια των φοράδων και φυσώσι διά του στόματος· ενώ δε αυτοί φυσώσιν, άλλοι αμέλγουσι. Λέγουσι δε ότι πράττουσι τούτο διά την εξής αιτίαν· αι φλέβες της ίππου πληρούμεναι ανέμου εξογκούνται και καταβαίνουσιν οι μαστοί. Αφού δε αμέλξωσι το γάλα, το χύνουσιν εντός ξυλίνων αγγείων κοίλων και στήσαντες πέριξ τους τυφλούς το κινούσι. Και όσον μεν μένει εις την επιφάνειαν το αποσύρουσι νομίζοντες αυτό ως καλλίτερον. Διά την αιτίαν ταύτην οι Σκύθαι τυφλούσιν εκείνους τους οποίους αιχμαλωτεύουσιν. Είναι δε οι Σκύθαι ούτοι ουχί γεωργοί, αλλά νομάδες.

3. Εκ των δούλων τούτων και των γυναικών εγεννήθησαν παίδες οίτινες μαθόντες την γέννησίν των εξήλθον εναντίον των Σκυθών οι οποίοι επέστρεφον εκ της Μηδίας. Και πρώτον μεν περιεχαράκωσαν την χώραν ορύξαντες ευρείαν τάφρον την οποίαν εξέτεινον από των Ταυρικών ορέων μέχρι της Μαιώτιδος λίμνης, ήτις εστί μεγίστη. Έπειτα, επειδή οι Σκύθαι προσεπάθουν να εισβάλωσι, παρετάχθησαν εις το απέναντι μέρος της τάφρου και επολέμουν. Γενομένης δε μάχης πολλάκις και μη κατορθούντων των Σκυθών να υπερτερήσωσιν, είς αυτών είπε τα εξής· «Τι πράττομεν, ω Σκύθαι, πολεμούντες τους δούλους μας; Εάν μεν φονευώμεθα ολιγοστεύομεν, εάν δε τους φονεύωμεν, ελαττούμεν τον αριθμόν εκείνων επί των οποίων ήμεθα κύριοι. Ακούσατέ με λοιπόν· ας αφήσωμεν τα τόξα και τα ακόντια, και λαβόντες τας μάστιγας των ίππων ας πλησιάσωμεν αυτούς· διότι ενόσω βλέπουσιν ημάς με όπλα, νομίζουσιν ότι είναι όμοιοι μας και από ομοίους γονείς γεννηθέντες· αλλ' εάν μας ίδωσι κρατούντας μάστιγας αντί όπλων, θα εννοήσωσιν ότι είναι δούλοι ημών, και άμα το εννοήσωσι, δεν θα αντισταθώσι πλέον.»

4. Ακούσαντες ταύτα οι Σκύθαι τα έθεσαν εις ενέργειαν· οι δε δούλοι εκπλαγέντες ελησμόνησαν την μάχην και έφυγον. Τοιουτοτρόπως οι Σκύθαι, αφού εκυρίευσαν την Ασίαν, διωχθέντες από τους Μήδους, μετεχειρίσθησαν το μέσον τούτο διά να εισέλθωσιν εις την πατρίδα των. Ο δε Δαρείος, θέλων να τους εκδικηθή διά την εισβολήν των, συνήθροισε στράτευμα εναντίον των.

5. Ως λέγουσιν οι Σκύθες, το νεώτατον όλων των εθνών είναι το ιδικόν των και εγένετο ούτω πως· ο πρώτος άνθρωπος της χώρας ταύτης, ερήμου έως τότε, ωνομάζετο Γαργίταος· γονείς δε του Γαργιτάου τούτου λέγουσιν ότι είναι ο Ζευς και μία θυγάτηρ του ποταμού Βορυσθένους, όπερ εις εμέ μεν δεν φαίνεται πιστευτόν, το λέγουσιν όμως. Και η μεν καταγωγή του Γαργιτάου τοιαύτη ήτο· εξ αυτού δε εγεννήθησαν τρεις παίδες, ο Λιπόξαϊς, ο Αρπόξαϊς και ο νεώτατος Κολάξαϊς. Επί της βασιλείας αυτών, εκ του ουρανού φερόμενα χρυσά έργα, άροτρον, ζυγός, πέλεκυς, ποτήριον, έπεσαν εις την Σκυθικήν. Πρώτος ο πρεσβύτατος τα είδε και επλησίασε διά να τα λάβη· αλλ' εις την προσέγγισιν του ο χρυσός εξέβαλε φλόγας. Μακρυνθέντος αυτού, επλησίασεν ο δεύτερος αλλά συνέβησαν τα αυτά. Ο δε καίων χρυσός, αφού απώθησε τους δύο τούτους, εσβέσθη όταν επλησίασεν ο τρίτος ο νεώτατος όστις τον έλαβε και τον έφερε εις την κατοικίαν του. Οι πρεσβύτεροι λοιπόν αδελφοί, εννοήσαντες τι εσήμαινε το θαύμα εκείνο, παρέδωκαν όλην την βασιλείαν εις τον νεώτατον.

6. Από μεν του Λιποξάιος κατάγονται οι Σκύθαι των οποίων το γένος καλείται Αυχάται· από δε του δευτέρου Αρποξάιος οι λεγόμενοι Κατίαροι και Κράσπιες, από δε του νεωτάτου αυτών οι βασιλικοί Σκύθαι οι καλούμενοι Παραλάται. Όλοι δε κοινώς καλούνται Σκόλοτοι, από του ονόματος του βασιλέως των· Σκύθας δε τους ωνόμασαν οι Έλληνες.

7. Τοιαύτη, ως λέγουσιν οι Σκύθαι, είναι η καταγωγή των, προσθέτουσι δε ότι παρήλθον χίλια έτη, όχι περισσότερα, αλλ' ακριβώς τόσα, από του βασιλέως Γαργιτάου μέχρι της επιδρομής του Δαρείου. Τον ιερόν δε τούτον χρυσόν φυλάττουσιν οι βασιλικοί Σκύθαι επιμελώς και κατ' έτος τω αποτείνουσι δεήσεις και ζητούσι να τον καταστήσωσιν ευμενή διά μεγάλων θυσιών. Όστις δε κρατών τον χρυσόν διαρκούσης της εορτής αποκοιμηθή εν υπαίθρω, αυτός, λέγουσιν οι Σκύθαι, δεν ζη εκείνον τον χρόνον, και διά τούτο δίδεται εις αυτόν τόση γη όσην δύναται να διατρέξη έφιππος εις μίαν ημέραν. Επειδή δε η χώρα είναι μεγάλη, ο Κολάξαϊς την διένειμε διά τους υιούς του εις τρία βασίλεια, και εξ αυτών έν έκαμε μέγιστον, εκείνο όπου φυλάττεται ο χρυσός. Τα απώτερα μέρη τα προς άρκτον των κατοικουμένων χωρών, λέγουσιν οι Σκύθαι ότι ούτε να τα ίδη τις δύναται ούτε να τα πλησιάση ένεκα των πτερών τα οποία είναι κεχυμένα εις τον αέρα και εις το έδαφος· είναι δε τόσα πολλά, ώστε εμποδίζουσι την όρασιν.

8. Ταύτα λέγουσιν οι Σκύθαι περί εαυτών και περί της χώρας των· αλλ' οι Έλληνες οι κατοικούντες τας όχθας του Ευξείνου πόντου άλλως διηγούνται τα πράγματα. Ο Ηρακλής, λέγουσιν, ελαύνων τας βους του Γηρυόνου, έφθασεν εις την έρημον γην την οποίαν νέμονται σήμερον οι Σκύθαι. O Γηρυόνης κατώκει μακράν του Πόντου, εις την νήσον την οποίαν οι Έλληνες καλούσιν Ερύθειαν, κειμένην πλησίον των Γαδείρων, εν τω Ωκεανώ, πέραν των Ηρακλείων στηλών. Ο δε Ωκεανός ούτος λέγουσι μεν ότι αρχίζει από το μέρος όπου ανατέλλει ο ήλιος και τρέχει περί όλην την γην, αλλά δεν φέρουσιν ουδεμίαν απόδειξιν τούτου. Εντεύθεν ο Ηρακλής έφθασεν εις την σήμερον καλουμένην Σκυθικήν χώραν, όπου ο χειμών και το ψύχος τον κατέλαβον· εκαλύφθη λοιπόν με την λεοντήν και εκοιμήθη. Αλλ' οι ίπποι του οχήματος, βόσκουσαι εις αυτό το διάστημα, εγένοντο άφαντοι κατά υπερφυσικήν τινα αιτίαν.

9. Ότε ηγέρθη ο Ηρακλής τας εζήτει, και διατρέξας όλην την χώραν έφθασε τέλος εις την καλουμένην Υλαίαν. Εκεί εύρεν εντός άντρου μιξοπάρθενόν τινα έχιδναν, της οποίας τα μεν άνω των γλουτών ήσαν γυναικός, τα δε κάτω όφεως. Ιδών αυτήν και θαυμάσας ο Ηρακλής, την ηρώτησεν εάν είδε που ίππους πλανωμένας· εκείνη δε είπεν ότι τας έχει, αλλά δεν τας αποδίδει εις αυτόν πριν ή μιχθή μετ' αυτής. Επί τω όρω τούτω εμίγη μετ' αυτής ο Ηρακλής, αλλ' η έχιδνα ανέβαλλε την απόδοσιν των ίππων, επιθυμούσα να ζη μετ' αυτού οίον το δυνατόν πλειότερον χρόνον. Εκείνος όμως ήθελε να τας λάβη και να αναχωρήση. Τέλος πάντων τας απέδωκε λέγουσα προς αυτόν. ««Τας μεν ίππους ταύτας εδώ σοι έσωσα εγώ, συ δε μοι επλήρωσες τα σώστρα, διότι συνέλαβον εκ σου τρεις παίδας· τούτους αφού γίνωσιν άνδρες, τι πρέπει να τους κάμω; να τους αποκαταστήσω εις την χώραν ταύτην της οποίας είμαι κυρία, ή να τους πέμψω προς σε;» Εκείνη μεν ταύτα ηρώτησεν· ο δε Ηρακλής, ως λέγουσιν οι Έλληνες, απεκρίθη· «Όταν ίδης τους παίδας να γίνωσιν άνδρες, δεν θα σφάλης πράττουσα αυτό το οποίον θα σοι είπω. Αποκατάστησον εις την χώραν εκείνον εκ των τριών τον οποίον θα ίδης τείνοντα τοιουτοτρόπως το τόξον τούτο και ζωννύμενον κατ' αυτόν τον τρόπον τον ζωστήρα τούτον· εκείνους δε τους οποίους ιδής ότι δεν είναι ικανοί να πράξωσιν αυτά τα οποία σοι παραγγέλλω, δίωξον από την χώραν. Εάν πράξης ούτω, και συ θα ευχαριστηθής καί τας διαταγάς μου θα εκπληρώσης.»

10. Ταύτα ειπών ο Ηρακλής έλαβεν έν των τόξων του (διότι έως τότε είχε δύο) και λύσας τον ζωστήρα όστις εις το άκρον της συμβολής είχε φιάλην χρυσήν, παρέδοσε το τόξον και τον ζωστήρα, και ανεχώρησεν. Όταν δε τα εξ αυτής γεννηθέντα παιδία ηνδρώθησαν, η Έχιδνα κατ' αρχάς τοις έδωκεν ονόματα, και τον μεν ωνόμασεν Αγάθυρσον, τον δε δεύτερον Γελωνόν και τον νεώτατον Σκύθην. Έπειτα ενθυμήθη όσα τη παρήγγειλεν ο Ηρακλής. Δύο των υιών της, ο Αγάθυρσος και ο Γελωνός, δεν ηδυνήθησαν να εκτελέσωσι τον προσβληθέντα αγώνα και έφυγον εκ της χώρας διωχθέντες υπό της μητρός των, ο δε νεώτατος αυτών Σκύθης εκτελέσας τα απαιτούμενα έμεινεν εν τη χώρα. Εκ του Σκύθου τούτου, υιού του Ηρακλέους κατάγονται όλοι οι βασιλείς των Σκυθών, ένεκα δε της φιάλης, οι Σκύθαι φέρουσιν ακόμη φιάλας εις την ζώνην των. Τούτο μόνον εμηχανεύθη η μήτηρ προς χάριν του Σκύθου. Ταύτα διηγούνται οι Έλληνες οι κατοικούντες τον Εύξεινον Πόντον.

11. Περί του αυτού πράγματος υπάρχει και άλλη παράδοσις την οποίαν αφότου ήκουσα προτιμώ. Οι νομάδες Σκύθαι οι κατοικούντες εν τη Ασία, πιεσθέντες υπό των πολεμούντων αυτούς Μασσαγετών έφυγον και διαβάντες τον ποταμόν Αράξην ήλθον εις την Κιμμερίαν γην· διότι η γη την οποίαν κατοικούσι τώρα οι Σκύθαι ανήκεν άλλοτε, ως λέγουσιν, εις τους Κιμμερίους. Οι δε Κιμμέριοι, επειδή ήρχοντο εναντίον των οι Σκύθαι, ιδόντες την έφοδον τόσου στρατού, συνεσκέφθηααν· ήσαν δε αι γνώμαι διηρημέναι, έντονοι μεν αμφότεραι, καλλιτέρα όμως η των βασιλέων. Ο μεν δήμος έλεγεν ότι ήτο ανάγκη να κινδυνεύσωσι πολεμούντες προς πολλούς, η δε γνώμη των βασιλέων ήτο ότι εξ εναντίας έπρεπε να μείνωσι και να υπερασπίσωσι την χώραν των κατά των επερχουμένων εχθρών. Και οι μεν βασιλείς ηρνήθησαν να ενδώσωσιν εις τον δήμον, ο δε δήμος ηρνήθη να υπακούση εις τους βασιλείς· βλέποντες δε ούτοι ότι η μερίς του δήμου επέμενε να αναχωρήση και παραδώση την χώραν αμαχητί εις τους επιόντας, απεφάσισαν αποθανόντες να ταφώσιν εκεί και να μη φύγωσι μετά του δήμου, αναλογιζόμενοι όσα καλά απήλαυσαν και όσα κακά ήτο ενδεχόμενον να τοις συμβώσιν εάν έφευγον εκ της πατρίδος των. Ταύτα αποφασίσαντες, διηρέθησαν εις δύο ισάριθμα σώματα και επέπεσαν κατ' αλλήλων. Και αυτούς μεν αποθανόντας εκουσίως έθαψεν ο δήμος των Κιμμερίων εις τας όχθας του ποταμού Τύρου, όπου φαίνεται εισέτι ο τάφος των· ο δε δήμος αφού τους έθαψεν ανεχώρησε και ελθόντες οι Σκύθαι εύρον την χώραν έρημον.

12. Έτι και σήμερον υπάρχουσιν εις την Σκυθίαν Κιμμέρια πόλις, τα Κιμμέρια Πορθμεία, χώρα τις καλουμένη Κιμμερία και ο λεγόμενος Κιμμέριος Βόσπορος. Φαίνεται δε ότι οι Κιμμέριοι φυγόντες εις την Ασίαν ένεκα των Σκυθών αποκατεστάθησαν εις την χερσόνησον όπου σήμερον είναι η ελληνική πόλις Σινώπη· είναι βέβαιον επίσης ότι οι Σκύθαι καταδιώκοντες αυτούς επλανήθησαν της οδού και εισέβαλον εις την Μηδικήν γην, διότι οι μεν Κιμμέριοι φεύγοντες ηκολούθουν πάντοτε το παραθαλάσσιον, οι δε Σκύθαι τους εδίωκον έχοντες τον Καύκασον προς τα δεξιά, και τραπέντες προς τα μεσόγαια έφθασαν εις την Μηδίαν. Είπα λοιπόν και τον λόγον τούτον τον οποίον κοινώς και οι Έλληνες και οι βάρβαροι λέγουσι.

13. Αλλ' ο Αριστέας του Καϋστροβίου, Προκοννήσιος εποποιός, λέγει ότι εμπνευσθείς υπό του Φοίβου μετέβη εις τους Ισσηδόνας· πέραν του λαού τούτου, προσθέτει, κατοικούσιν οι Αριμασποί, άνθρωποι μονόφθαλμοι· πέραν των Αριμασπών οι χρυσοφύλακες γρύπες, και πέραν αυτών οι Υπερβόρειοι, εκτεινόμενοι μέχρι της θαλάσσης. Όλοι οι λαοί ούτοι, κατά τον ποιητήν, εκτός των Υπερβορείων, αδιακόπως κάμνουσιν επιδρομάς εναντίον των γειτόνων των, και ότι πρώτοι ήρχισαν τούτο οι Αριμασποί· ώστε υπό μεν των Αριμασπών διώκονται εκ της χώρας οι Ισσηδόνες, υπό δε των Ισσηδόνων οι Σκύθαι. Τέλος δε οι Κιμμέριοι, οι κατοικούντες τα παράλια του Ευξείνου Πόντου, πιεσθέντες υπό των Σκυθών, εγκατέλιπον τας γαίας των. Ούτω δε μήτε ο Αριστέας δεν συμφωνεί μετά των Σκυθών περί της χώρας των.

14. Ανέφερα την πόλιν εξ ης κατήγετο ο ποιητής ούτος· θα είπω δε τώρα εκείνο το οποίον ήκουσα περί αυτού εις την Προκόννησον και την Κύζικον. Λέγουσιν ότι ο Αριστέας, όστις ουδενός των πολιτών ήτο κατώτερος κατά το γένος, εισελθών εις τι πλυντήριον εν Πρoκοννήσω, απέθανεν αιφνιδίως· ο κναφεύς κλείσας το εργαστήριόν του έδραμε να ειδοποιήση τους συγγενείς του αποθανόντος. Αφού δε διεδόθη εις την πόλιν η είδησις ότι απέθανεν ο Αριστέας, Κυζηκινός τις ελθών της πόλεως Αρτάκης εφιλονείκει με τους λέγοντας τούτο, βεβαιών ότι συνήντησε τον Αριστέαν μεταβαίνοντα εκ της Αρτάκης εις την Κύζικον και ότι συνωμίλησε μετ' αυτού. Ενώ δε υπεστήριζε τα λεγόμενά του επιμόνως, οι συγγενείς μετέβησαν εις την κατοικίαν του κναφέως έχοντες μεθ' εαυτών και εκείνα τα οποία απητούντο διά να άρωσι το σώμα. Ανοιχθείσης της οικίας δεν ευρέθη ο Αριστέας ούτε νεκρός ούτε ζων. Επτά έτη μετά ταύτα εφάνη εις την Προκόννησον και έκαμε τους στίχους τούτους τους οποίους σήμερον οι Έλληνες καλούσιν Αριμασπείους· αφού δε τους έκαμνεν, έγινεν άφαντος και εκ δευτέρου. Ταύτα διηγούνται αι δύο αύται πόλεις.

15. Τα δε ακόλουθα έμαθον ότι συνέβησαν εις τους Μεταποντίνους τους εις την Ιταλίαν, τριακόσια τεσσαράκοντα έτη μετά την εξαφάνισιν του Αριστέου, ως εύρισκον εγώ αριθμήσας τα έτη ότε ήμην εις την Προκόννησον και το Μεταπόντιον. Οι Μεταποντίνοι διηγούνται ότι ο Αριστέας φανείς εις την χώραν των τους διέταξε να ιδρύσωσι ναόν εις τον Απόλλωνα και να στήσωσι πλησίον αυτού ανδριάντα έχοντα επωνυμίαν Αριστέου του Προκοννησίου. Εξ όλων των Ιταλιωτών λαών, έλεγεν, είσθε οι μόνοι τους οποίους επεσκέφθη ο Απόλλων· εγώ αυτός, όστις σήμερον είμαι Αριστέας, τον συνώδευον, και τότε ήμην κόραξ.» Και ο μεν Αριστέας ταύτα ειπών εγένετο άφαντος, οι δε Μεταποντίνοι λέγουσιν ότι πέμψαντες εις τους Δελφούς ηρώτωυ τον θεόν τι εσήμαινον οι λόγοι εκείνοι του φάσματος, η δε Πυθία τους διέταξε να υπακούσωσιν εις αυτά, υποσχομένη ότι ήθελε προκύψει καλόν. Τότε οι Μεταποντίνοι πεισθέντες εξετέλεσαν τα διατασσόμενα, και σήμερον ίσταται ανδριάς επωνυμίαν έχων Αριστέου πλησίον αυτού του αγάλματος του Απόλλωνος και περί αυτόν υπάρχουσι δάφναι πεφυτευμέναι. Ίσταται δε το άγαλμα εν τη αγορά. Και περί μεν του Αριστέου αρκούσιν όσα είπον.

16. Ουδείς δε γνωρίζει μετά βεβαιότητος τι υπάρχει άνω της χώρας, περί ης η ρύμη της διηγήσεως με φέρει να ομιλήσω, ούτε ηδυνήθην ν' ακούσω τινά λέγοντα ότι εγνώριζέ τι ιδίοις όμμασιν, ούτε αυτός δε ο Αριστέας, περί του οποίου ωμίλησα προ ολίγου ανέφερε ποτέ εις τους στίχους του ότι επροχώρησε πέραν των Ισσηδόνων, αλλά τα ανώτερα εκείνων μέρη τα διηγείται εξ ακοής, ομολογών ότι οι Ισσηδόνες τα είπον εις αυτόν. Ημείς όμως θα διηγηθώμεν όλα όσα ηδυνήθημεν να εξακριβώσωμεν περί των μεμακρυσμένων τούτων μερών.

17. Από του εμπορικού λιμένος του Βορυσθένους (καθότι τούτο είναι το κεντρικώτατον σημείον εξ όλων των μερών της Σκυθίας), οι πρώτοι κάτοικοι είναι οι Καλλιπίδαι, όντες Ελληνοσκύθαι· άνωθεν αυτών είναι άλλο έθνος, οι καλούμενοι Αλαζώνες, οίτινες τας αυτάς συνηθείας έχουσι μετά των Σκυθών· σπείρουσι και τρώγουσι σίτον, κρόμμυα, σκόροδα, φακήν, κέγχρους. Υπεράνω των Αλαζώνων κατοικούσιν οι γεωργοί Σκύθαι, οίτινες σπείρουσι τον σίτον ουχί διά να τρώγωσιν, αλλά διά να τον πωλώσι. Τούτων υπεράνω κατοικούσιν οι Nευροί, προς βοράν δε των Νευρών, καθ' όσον ημείς γνωρίζομεν, δεν κατοικούσι πλέον άνθρωποι. Ταύτα είναι τα έθνη τα παρά τον Ύπανιν ποταμόν και προς δυσμάς του Βορυσθένους.

18. Πέραν δε του Βορυσθένους, αρχίζοντες από την θάλασσαν, πρώτον μεν είναι η Υλαία, μετ' αυτήν δε κατοικούσι Σκύθαι γεωργοί τους οποίους οι παρά τον Ύπανιν ποταμόν οικούντες Έλληνες καλούσι Βορυσθενείτας, εαυτούς ονομάζοντες Ολβιοπολίτας. Ούτοι λοιπόν οι γεωργοί Σκύθαι νέμονται προς ανατολάς μεν τριών ημερών οδόν μέχρι του ποταμού τον οποίον καλούσι Παντικάπην, προς βοράν δε μέχρις ένδεκα ημερών πλουν άνω του Βορυσθένους· υπεράνω δε τούτων είναι έρημος μεγάλης εκτάσεως. Πέραν της ερήμου ευρίσκονται οι Ανδροφάγοι, έθνος αυτόχθον και ουδόλως Σκυθικόν. Τούτων άνωθεν η χώρα είναι εντελώς ακατοίκητος, ουδέ υπάρχει έθνος τι ανθρώπων, καθ' όσον ημείς ηξεύρομεν.

19. Προς ανατολάς των γεωργών τούτων Σκυθών, διαβαίνων τις τον Παντικάπην ποταμόν εισέρχεται αμέσως εις τους νομάδας Σκύθας οίτινες ούτε σπείρουσιν ούτε καλλιεργούσιν, είναι δε η χώρα αυτών, πλην της Υλαίας, γυμνή δένδρων. Οι νομάδες ούτοι νέμονται γην δεκατεσσάρων ημερών οδού, ήτις εκτείνεται μέχρι του ποταμού Γέρρου.

20. Πέραν του ποταμού τούτου είναι οι καλούμενοι βασιλικοί Σκύθαι, οι άριστοι, οι πολυαριθμότατοι, οι νομίζοντες τους άλλους Σκύθας δούλους των. Εκτείνονται δε ούτοι προς μεσημβρίαν μεν μέχρι της Ταυρικής, προς ανατολάς δε μέχρι της τάφρου την οποίαν ώρυξαν οι εκ των τυφλών γεννηθέντες, και μέχρι του εμπορικού λιμένος της Μαιώτιδος λίμνης όστις καλείται Κρημνοί· τινές δ' εξ αυτών εκτείνονται μέχρι του ποταμού Τανάιδος. Άνωθεν των βασιλικών Σκυθών, προς βοράν, κατοικούσιν οι Μελάγχλαινοι, άλλο έθνος και ουχί Σκυθικόν· άνωθεν δε των Μελαγχλαίνων είναι λίμναι και γη ακατοίκητος, καθ' όσον ημείς ηξεύρομεν.

21. Αφού διαβή τις τον Τάναϊν, παύει πλέον η Σκυθία, και ο μεν πρώτος κλήρος είναι των Σαυροματών οίτινες αρχόμενοι εκ του μυχού της Μαιώτιδος λίμνης κατοικούσι προς βοράν διάστημα δεκαπέντε ημερών οδόν, όπου ούτε καρποφόρα δένδρα υπάρχουσιν ούτε άγρια. Ανωτέρω τούτων, έχουσι τον δεύτερον κλήρον οι Βουδίνοι νεμόμενοι γην κεκαλυμμένην υπό παντός είδους δένδρων.

22. Υπεράνω των Βουδίνων, προς βοράν, πρώτον μεν είναι έρημος επτά ημερών οδού· μετά την έρημον, κλίνοντες περισσότερον προς ανατολάς, κατοικούσιν οι Θυσαγέται, έθνος πολυάριθμον και ίδιον, όπερ ζη εκ της θήρας. Γείτονες τούτων εις τους αυτούς τόπους κατοικούσιν οι Ιύρκαι οίτινες ωσαύτως ζώσιν εκ της θήρας. Ο θηρευτής αναβάς εις δένδρον (διότι τα δένδρα είναι πολλά ανά πάσαν την χώραν) παραμονεύει, εις την ρίζαν δε του δένδρου αφίνει τον ίππον του όστις είναι δεδιδαγμένος να κήται επί της κοιλίας, να φαίνεται μικρότατος και να ήναι έτοιμος καθώς και είς κύων. Όταν δε ιδή το θήρευμα από του δένδρου, τοξεύει αυτό, αναβαίνει επί τον ίππον, το διώκει, και ο κύων το συλλαμβάνει. Υπεράνω τούτων, πάντοτε αποκλίνοντες προς ανατολάς, κατοικούσιν άλλοι Σκύθαι, αποστατήσαντες από των άλλων βασιλικών Σκυθών και ελθόντες εις τον τόπον τούτον.

23. Μέχρι της χώρας των Σκυθών τούτων, όλα τα μέρη τα οποία περιέγραψα είναι πεδινά και βαθύγαια, πέραν δε τούτων είναι πετρώδη και τραχέα. Διερχόμενος τις πολύ μέρος της τραχείας ταύτης χώρας, φθάνει εις τους πρόποδας υψηλών ορέων όπου κατοικούσιν άνθρωποι οίτινες ως λέγεται γεννώνται φαλακροί, και οι άνδρες και αι γυναίκες, έχουσι την ρίνα σιμήν, τα γένεια μεγάλα, γλώσσαν ιδιαιτέραν, ενδυμασίαν μεταχειρίζονται Σκυθικήν και ζώσιν εκ των δένδρων. Το δένδρον εξ ου τρέφονται καλείται ποντικός, το μέγεθος αυτού είναι περίπου το της συκής, παράγει καρπόν ίσον τω κυάμω και έχει πυρήνα. Αφού ωριμάση, κόπτουσι τον καρπόν, θλίβουσιν αυτόν εντός ιματίου και εξάγουσι ρευστόν παχύ και μέλαν το οποίον καλούσιν άσχυ. Το άσχυ τούτο ή λείχουσιν ή μιγνύοντες μετά γάλακτος πίνουσι, και από της παχύτητος της υποστάθμης κατασκευάζουσι πλακούντια και τρώγουσιν αυτά. Κτήνη δεν έχουσι πολλά, διότι δεν υπάρχουσιν εκεί νομαί καλαί. Έκαστος έχει την κατοικίαν του κάτωθεν δένδρου, τον μεν χειμώνα περικαλυπτόμενος με λευκόν κάλυμμα εκ μαλλίου δυνατού, το δε θέρος άνευ καλύμματος. Ουδείς αδικεί αυτούς, καθότι λέγονται ότι είναι ιεροί· ούτε έχουσι κανέν πολεμικόν όπλον. Αφ' ενός μεν, μεσολαβούσιν όπως περαιώσωσι τας διαφοράς των γειτόνων των, αφ' ετέρου δε ο φυγάς όστις ζητεί παρ' αυτοίς άσυλον, δεν αδικείται υπ' ουδενός. Ονομάζονται δε Οργιεμπαίοι.

24. Μέχρι των φαλακρών τούτων πολύ γνωστός είναι ο τόπος καθώς και τα έθνη όσα είναι πριν φθάσωμεν εις αυτούς, καθότι και Σκύθαι τινές φθάνουσιν εις αυτούς, και δεν είναι δύσκολον να λάβη τις πληροφορίας είτε παρ' αυτών είτε παρά των Ελλήνων του λιμένος του Βορυσθένους και των άλλων λιμένων του Ευξείνου πόντου. Εκ δε των Σκυθών όσοι έρχονται εις αυτούς, διαπραγματεύονται δι' επτά διερμηνέων και επτά γλωσσών.

25. Μέχρι των Αργιππαίων λοιπόν είναι γνωστός ο τόπος· μακρύτερον όμως, ουδέν δύναται τις να είπη ακριβώς, διότι τέμνουσι την χώραν όρη υψηλά τα οποία ουδείς υπερβαίνει. Αλλ' οι φαλακροί ούτοι λέγουσι, και κατ' εμέ δεν είναι πιστευτοί, ότι κατοικούσι τα όρη ταύτα άνθρωποι με πόδας αιγός, και ότι υπερβαίνων τις αυτούς φθάνει εις άλλους ανθρώπους, οίτηνες κοιμώνται έξ μήνας. Ουδόλως παραδέχομαι τούτο, αλλά λέγω ότι τα μεν προς ανατολάς των φαλακρών μέρη είναι γνωστά ότι κατοικούνται υπό Ισσηδόνων, περί δε των προς βοράν των φαλακρών και των Ισσηδόνων ουδέν άλλο είναι γνωστόν ειμή ό,τι λέγουσιν αυτοί οι ίδιοι.

26. Οι Ισσηδόνες, ως λέγεται, έχουσι τα ακόλουθα έθιμα. Όταν αποθάνη τινός ο πατήρ, όλοι οι συγγενείς φέρουσι ζώα· έπειτα, αφού τα θυσιάσωσι και τα διαμελίσωσι, διαμελίζουσιν επίσης τον πατέρα του φιλοξενούντος· αναμίξαντες δε όλα τα κρέατα τα παραθέτουσι προς δείπνον. Την δε κεφαλήν αυτού ψιλώσαντες και καθαρίσαντες καταχρυσούσι, και έπειτα μεταχειρίζονται αυτήν ως είδωλον προσφέροντες κατ' έτος μεγάλας θυσίας. Το έθιμον τούτο ομοιάζει προς το των Ελλήνων οίτινες εορτάζουσι την επέτειον ημέραν του θανάτου των πατέρων των. Άλλως οι Ισσηδόνες φημίζονται ως άνθρωποι δίκαιοι, και αι γυναίκες έχουσι την αυτήν εξουσίαν με τους άνδρας· είναι δε και ούτοι γνωστοί.

27. Ανωτέρω αυτών λέγουσιν οι Ισσηδόνες ότι υπάρχουσιν άνθρωποι μονόφθαλμοι και γρύπες φύλακες του χρυσού. Από τους Ισσηδόνας το παρέλαβον και το επαναλαμβάνουσιν οι Σκύθαι, παρά δε των Σκυθών το παρεδέχθημεν ημείς οι άλλοι και ονομάζομεν αυτούς Σκυθιστί Αριμασπούς, διότι άριμα οι Σκύθαι λέγουσι το έν, σπου δε τον οφθαλμόν.

28. Τόσον δυσχείμερος είναι όλη η χώρα, την οποίαν περιέγραψα, ώστε επί οκτώ μήνας το ψύχος είναι αφόρητον. Κατ' αυτούς τους μήνας εάν χύσης ύδωρ δεν κάμνεις πηλόν, αλλ' εάν ανάψης πυρ κάμνεις πηλόν. Πήγνυται δε και η θάλασσα επίσης ως ο Κιμμέριος Βόσπορος, και επί του κρυστάλλου περιπατούσι τα στρατεύματα των Σκυθών οίτινες κατοικούσιν εντός της τάφρου και ελαύνουσι τας αμάξας πέραν εις τους Σινδούς. Τοιούτος χειμών διατελεί επί οκτώ μήνας, τους δ' επίλοιπους τέσσαρας είναι ακόμη ψύχος. Ο χειμών των κλιμάτων τούτων διαφέρει εκείνου όστις υπάρχει εις όλας τας άλλας χώρας· καθ' όλην ταύτην την ώραν του έτους δεν γίνονται μεγάλαι βροχαί, κατά δε το θέρος δεν παύει η βροχή. Όταν γίνωνται βρονταί εις τα άλλα μέρη, τότε εκεί δεν γίνονται, το δε θέρος είναι συνεχείς. Εάν συμβή κατά τον χειμώνα βροντή, νομίζεται ως θαύμα· εάν δε συμβή σεισμός είτε κατά το θέρος είτε κατά τον χειμώνα, τούτο νομίζεται θαύμα δι' όλην την Σκυθίαν. Οι ίπποι συνειθίζουσιν εις τον χειμώνα τούτον και τον υποφέρουσιν, οι ημίονοι όμως και οι όνοι δεν ανέχονται αυτόν. Εξ εναντίας εις κλίματα ηπιώτερα οι μεν ίπποι οι μένοντες εκτεθειμένοι εις το ψύχος αποθνήσκουσιν, οι δε όνοι και οι ημίονοι αντέχουσιν,

29. Νομίζω δε ότι το γένος των βοών της χώρας ταύτης δεν έχει κέρατα ένεκα του ψύχους· βεβαιοί δε την γνώμην μου ο εξής στίχος του Ομήρου εν τη Οδυσσεία·

$$ Η Λυβία όπου τ' αρνία άμα γεννηθώσιν έχουσιν κέρατα.

Και τω όντι τα κέρατα φύονται ταχέως εις τα θερμά κλίματα· αλλ' εις εκείνα όπου το ψύχος είναι δριμύ, δεν φύονται ουδόλως ή μόλις φύονται.

30. Ενταύθα λοιπόν ταύτα γίνονται ένεκα του ψύχους, θαυμάζω δε (καθότι εξ αρχής η διήγησίς μου ηρέσκετο εις τας προσθήκας) διατί εις όλην την Ηλείαν δεν δύνανται να γεννηθώσιν ημίονοι· το κλίμα δεν είναι ψυχρόν, ουδέ υπάρχει άλλο φανερόν αίτιον του γεγονότος τούτου· λέγουσι δε οι Ηλείοι ότι τούτο προέρχεται έκ τινος κατάρας. Διά τούτο όταν έλθη ο καιρός να συλλάβωσιν οι ίπποι, φέρουσιν αυτάς εις τους πλησιοχώρους· εκεί δε τας αφίνουσι να τας αναβώσιν οι όνοι, και αφού συλλάβωσι, τας φέρουσι πάλιν οπίσω.

31. Περί δε των πτερών με τα οποία λέγουσιν οι Σκύθαι ότι είναι πλήρης ο αήρ, τόσον ώστε μήτε να ίδη τις δύναται μήτε να προχωρήση προς το μέρος της ηπείρου, ιδού ποία είναι η γνώμη μου. Εις τα υψηλότερα μέρη της χώρας ταύτης πάντοτε πίπτει χιών, ολιγωτέρα κατά φυσικόν λόγον το θέρος ή τον χειμώνα. Όστις δε είδε χιόνα πίπτουσαν αφθόνως, εκείνος εννοεί τι λέγω· και τωόντι η χιών ομοιάζει με πτερά. Ένεκα λοιπόν αυτού του δριμέος χειμώνος τα βόρεια μέρη της ηπείρου ταύτης είναι ακατοίκητα. Νομίζω δε ότι οι Σκύθαι και οι περίοικοι αυτών, μεταχειριζόμενοι γλώσσαν συμβολικήν, καλούσι την χιόνα πτερά. Ταύτα λοιπόν είναι όσα λέγονται περί των απωτάτων τούτων χωρών.

32. Περί δε των υπερβορείων ανθρώπων μήτε οι Σκύθαι μήτε οι άλλοι οι περί τα μέρη εκείνα οικούντες λέγουσι τι, πλην ίσως των Ισσηδόνων· ως νομίζω δ' εγώ, ούτε αυτοί δεν λέγουσι τίποτε, διότι εάν έλεγον τι θα το επανελάμβανον οι Σκύθαι, όπως πράττουσι τούτο και διά τους μονοφθάλμους. Ο Ησίοδος μόνον ανέφερε περί των Υπερβορείων, έτι δε και ο Όμηρος εις τους Επιγόνους, εάν τωόντι ο Όμηρος εποίησε τα έπη ταύτα.

33. Οι Δήλιοι όμως λέγουσι πολύ περισσότερα περί αυτών, διηγούμενοι ότι ιερά τινα αντικείμενα, περιτετυλιγμένα εις άχυρα σίτου εκομίζοντο εκ των Υπερβορείων εις τους Σκύθας· ότι εκ των Σκυθών μετεφέροντο εις τους γείτονάς των, έπειτα, από έθνους εις έθνος, έφθανον μέχρι των εσχάτων προς δυσμάς ορίων, εις τον Αδρίαν· εκείθεν δε πεμπόμενα προς μεσημβρίαν, τα εδέχοντο πρώτοι εκ των Ελλήνων οι Δωδωναίοι· έπειτα εκ της Δωδώνης κατέβαινον εις τον Μαλέαν κόλπον διά να διαβώσιν εις την Εύβοιαν· ότι αι πόλεις της νήσου ταύτης διαδοχικώς τα έπεμπον μέχρι της Καρύστου· ότι από την Κάρυστον, αφίνοντες την Άνδρον προς τα αριστερά, τα μετέφερον οι Καρύστιοι εις την Τήνον και οι Τήνιοι εις την Δήλον. Τοιουτοτρόπως λοιπόν λέγουσιν ότι ήρχοντο εις αυτούς τα ιερά ταύτα αντικείμενα. Ιδού δε πώς συμπληρούσι την διήγησίν των· κατά πρώτην φοράν οι Υπερβόρειοι έπεμψαν διά να φέρωσι τα αναθήματα ταύτα δύο κόρας τας οποίας οι Δήλιοι ονομάζουσιν Υπερόχην και Λαοδίκην, μετ' αυτών δε, ως ασφαλή συνοδείαν, έπεμψαν πέντε εκ των αστών οίτινες σήμερον καλούνται Περφερείς και οίτινες εις την Δήλον τιμώνται πολύ. Αλλ' ούτε αι κόραι ούτε οι συνοδοί επέστρεψαν πλέον εις τους Υπερβορείους· κρίνοντες δε τότε ούτοι ότι θα ήτο άτοπον εάν εξηκολούθει πάντοτε να μη επιστρέφωσιν οι αποστελλόμενοι άνθρωποι, απεφάσισαν να φέρωσι τα αναθήματα μέχρι των συνόρων και να τα παραδίδωσι περιτετυλιγμένα με άχυρα εις τους πλησιεστέρους γείτονας παραγγέλλοντες εις αυτούς να τα προσέχωσι και να τα διαβιβάζωσιν εις άλλο έθνος. Και ταύτα μεν τοιουτοτρόπως πεμπόμενα από έθνους εις έθνος έφθανον, ως λέγεται, εις την Δήλον· ηξεύρω δε εγώ το ακόλουθον όπερ έχει σχέσιν προς τα αναθήματα ταύτα. Αι γυναίκες της Θράκης και της Παιονίας, όταν θυσιάζωσιν εις την βασίλισσαν Αρτέμιδα, ποτέ δεν προσφέρουσι τας θυσίας χωρίς άχυρα σίτου. Και ταύτα μεν ηξεύρω ότι πράττουσιν αυταί.

34. Προς τιμήν δε των παρθένων εκείνων αίτινες ελθούσαι εκ των Υπερβορείων ετελεύτησαν εις την Δήλον, αφιερούσιν οι νέοι και αι νέαι της νήσου ταύτης την κόμην των. Αι μεν νέαι, προ του γάμου των, αποτέμνουσαι ένα πλόκαμον ελίττουσιν αυτόν περί άτρακτον και τον αποθέτουσιν επί του τάφου όστις είναι έσω του ναού της Αρτέμιδος, προς αριστεράν του εισερχομένου και σκιάζεται υπό ελαίας. Οι δε νέοι ελίττουσιν ολίγας τρίχας περί τινα χλόην και αποθέτουσιν αυτάς επίσης επί του τάφου. Και αύται μεν αι παρθένοι τοιαύτην τιμήν λαμβάνουσιν από τους κατοίκους της Δήλου.

35. Λέγουσι δε οι αυτοί Δήλιοι ότι η Άργη και η Ώπις, παρθένοι εκ των Υπερβορείων, διελθούσαι διά των αυτών χωρών, έφθασαν εις την Δήλον προ της Υπερόχης και της Λαοδίκης και ότι έφερον εις την Ειλείθυιαν, χάριν του ευκόλου τοκετού των γυναικών, τον φόρον τον οποίον έταξαν. Προσθέτουσι δε ότι η Άργη και η Ώπις ήλθον ομού με αυτούς τους θεούς και ότι εδόθησαν εις αυτάς άλλαι τιμαί παρά των Δηλίων. Αι γυναίκες επαιτούσιν επικαλούμεναι τα ονόματά των έν τινι ύμνω τον οποίον εποίησεν εις αυτάς ο Λύκιος Ωλήν· παρ' αυτών δε μαθόντες οι νησιώται και οι Ίωνες να υμνώσι την Ώπιν και την Άργην, επικαλούνται επίσης αυτάς επαιτούντες (ο Ωλήν δε ούτος, ελθών εκ της Λυκίας, εποίησεν όλους τους παλαιούς ύμνους τους ψαλλομένους εις την Δήλον.) Όταν δε οι μηροί καίωνται επί του βωμού, λαμβάνουσι την τέφραν και την σκορπίζουσιν επί του τάφου της Ώπιος και της Άργης. Είναι δε ο τάφος ούτος όπισθεν του ναού της Αρτέμιδος, προς ανατολάς, πλησιέστατα του εστιατορίου των Κείων.

36. Και ταύτα μεν αρκούσι διά τους Υπερβορείους, διότι δεν θα αναφέρω την ιστορίαν του Αβάριος όστις, ως λέγεται, ήτο Υπερβόρειος και βέλος τον περιέφερεν ανά πάσαν την γην χωρίς να φάγη τίποτε. Εάν ήναι αληθές ότι υπάρχουσιν υπερβόρειοι άνθρωποι, αναγκαίως θα υπάρχωσι και άλλοι υπερνότιοι. Γελώ δε βλέπων πολλούς περιγράφοντας την γην χωρίς να εξηγώσι τίποτε σαφώς. Τινές τούτων παριστώσι τον Ωκεανόν ρέοντα περί την γην, ως εάν η γη εγένετο στρογγύλη διά τόρνου· υποθέτουσιν επίσης ότι η Ευρώπη είναι μεγάλη όσον η Ασία. Με ολίγας όμως λέξεις θα φανερώσω το μέγεθος εκάστης αυτών και το σχήμα.

37. Οι Πέρσαι οικούσιν εκτεινόμενοι μέχρι της νοτίας θαλάσσης της καλουμένης Ερυθράς. Ανωτέρω αυτών, προς βοράν, οικούσιν οι Μήδοι· ανωτέρω των Μήδων οι Σάσπειρες· ανωτέρω δε των Σασπείρων οι Κόλχοι εκτεινόμενοι μέχρι της βορείας θαλάσσης όπου εισβάλλει ο Φάσις ποταμός. Ταύτα τα τέσσαρα έθνη κατοικούσιν από της μιας θαλάσσης μέχρι της άλλης.

38. Εκείθεν, προς δυσμάς, δύο μεγάλαι ξηραί χωρίζονται και καταβαίνουσι μέχρι της θαλάσσης· ταύτας θέλω περιγράψει. Η μία εξ αυτών προς βοράν μεν αρχίζουσα από τον Φάσιν ποταμόν, ακολουθεί την παραλίαν του Ευξείνου Πόντου και του Ελλησπόντου και φθάνει μέχρι του Τρωικού ακρωτηρίου Σιγείου, προς νότον δε η αυτή αύτη ξηρά αρχομένη από του Μυριανδρικού κόλπου του κειμένου πλησίον της Φοινίκης εκτείνεται παρά την θάλασσαν μέχρι του ακρωτηρίου Τριοπίου. Κατοικούσι δε εις την ξηράν ταύτην έθνη τριάκοντα. Αύτη είναι η μία ξηρά.

39. Η ετέρα, αρχομένη από των Περσών, εκτείνεται μέχρι της Ερυθράς θαλάσσης και περιέχει πρώτον την Περσικήν γην, μετά ταύτα την Ασσυρίαν και τέλος την Αραβίαν· λήγει δε, ουχί φυσικώς αλλά τεχνητώς, εις τον Αράβιον κόλπον, εις το σημείον όπου ο Δαρείος ήνωσε διά διώρυχος τα ύδατα του Νείλου. Από της Περσίας μέχρι της Φοινίκης, η χώρα είναι πλατεία και μεγάλη· από δε της Φοινίκης η ξηρά αύτη παρακολουθεί τα παραθαλάσσια της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου όπου και τελευτά. Εις ταύτην τρία μόνα έθνη κατοικούσι. Τοιούτον είναι το σχήμα της Ασίας, εάν αρχίσωμεν από την Περσίαν και προχωρήσωμεν προς δυσμάς.

40. Τα δε ανωτέρω των Περσών, των Μήδων, των Σασπείρων και των Κόλχων προς ανατολάς, αφ ενός μεν περιορίζει η Ερυθρά θάλασσα, αφ' έτερου δε η Κασπία θάλασσα και ο Αράξης ποταμός όστις ρέει ακολουθών την πορείαν του ηλίου. Η Ασία κατοικείται μέχρι της Ινδικής· μετά ταύτα δε προς ανατολάς είναι έρημος και ουδείς δύναται να είπη τι περί αυτής. Τοιαύτη και τοσαύτη είναι η Ασία.

41. Η δε Λιβύα είναι εις την ετέραν ξηράν, διότι συνέχεται με την Αίγυπτον προς το μέρος της οποίας η ξηρά αύτη είναι στενή· τωόντι από της ημετέρας θαλάσσης μέχρι της Ερυθράς είναι δέκα χιλιάδες οργυιαί όπερ εστί χίλιοι στάδιοι. Από του ισθμού όμως τούτου η χώρα πλατύνεται και λαμβάνει το όνομα Λιβύα.

42. Θαυμάζω λοιπόν εκείνους οίτινες ώρισαν και διήρεσαν την γην εις Λιβύαν, Ασίαν και Ευρώπην, καθότι η μεταξύ των χωρών τούτων διαφορά δεν είναι μικρά. Τωόντι η Ευρώπη κατά μήκος μεν είναι ίση με τας άλλας δύο, κατά πλάτος όμως δεν με φαίνεται αξία να παραβληθή με αυτάς. Η Λιβύα προφανώς περικυκλούται υπό υδάτων, πλην του διαστήματος του αποτελούντος τα προς την Ασίαν σύνορα· πρώτος δε από όσους ημείς ηξεύρομεν έδειξε τούτο ο Νεκώ, ο βασιλεύς της Αιγύπτου. Όταν έπαυσε να σκάπτη την μεταξύ του Νείλου και του Αραβίου κόλπου διώρυχα, εξέπεμψε Φοίνικάς τινας με πλοία διατάξας αυτούς να επιστρέψωσιν εις την βορείαν θάλασσαν διά των Ηρακλείων στηλών και ούτω να επανέλθωσιν εις την Αίγυπτον. Οι Φοίνικες αναχωρήσαντες εκ της Ερυθράς θαλάσοης έπλεον προς νότον· όταν δε έφθανε το φθηνόπωρον προσαρμοζόμενοι έσπειρον την γην εις το μέρος της Λιβύας όπου ήθελον ευρεθή και περιέμενον το θέρος· αφού δε εθέριζον τον σίτον, εξηκολούθουν πάλιν τον πλουν των. Τοιουτοτρόπως δύο έτη παρήλθον, κατά δε το τρίτον κάμψαντες τας Ηρακλείους στήλας επέστρεψαν εις την Αίγυπτον και έλεγον ότι περιπλέοντες την Λιβύαν είχον τον ήλιον εις τα δεξιά, όπερ εγώ μεν δεν πιστεύω, άλλος τις όμως ενδέχεται να πιστεύη. Τοιουτοτρόπως λοιπόν η Λιβύα εγένετο γνωστή κατά πρώτον.

43. Μετά δε ταύτα λέγουσιν οι Καρχηδόνιοι ότι την εγνώρισαν, καθότι ο Αχαιμενίδης Σατάσπης ο υιός του Τεάσπιος, σταλείς επί τούτω δεν περιέπλευσε την Λιβύαν· αλλά φοβηθείς το μήκος του πλου και την ερημίαν, επέστρεψεν οπίσω χωρίς να εκτελέση την ποινήν την οποίαν τω επέβαλεν η μήτηρ του. Ο Σατάσπης ούτος είχε βιάσει την θυγατέρα του Ζωπύρου υιού του Μεγαβύζου, και καθ' ην στιγμήν προς τιμωρίαν του εγκλήματος τούτου έμελλε να ανασκολοπισθή κατά διαταγήν του βασιλέως Ξέρξου, η μήτηρ του, αδελφή ούσα του Δαρείου, εμεσίτευσε και τω εχαρίσθη η ζωή υποσχεθείσα ότι αυτή θα τω επιβάλη τιμωρίαν αυστηροτέραν, να περιπλεύση την Λιβύαν, μέχρις ου φθάση, εις τον Αράβιον κόλπον. Συγκατατεθέντος του Ξέρξου, ο Σατάσπης μετέβη εις την Αίγυπτον, και λαβών εκείθεν πλοίον και ναύτας, έπλευσε μετ' αυτών προς τας Ηρακλείους στήλας· διαβάς δε ταύτας και κάμψας το ακρωτήριον της Λιβύας όπερ καλείται Σολόεις, έπλευσε προς μεσημβρίαν. Αφού όμως διήνυσε θάλασσαν πολλήν εις πολλούς μήνας και είδεν ότι υπελείπετο το περισσότερον μέρος του πλου, επέστρεψεν οπίσω και έπλευσεν εις την Αίγυπτον. Εκ της Αιγύπτου πορευθείς εις τον βασιλέα Ξέρξην διηγείτο ότι εις τας απωτάτας χώρας είχεν ιδή ανθρώπους μικρούς φέροντας ενδύματα εκ φύλλων φοίνικος, οι οποίοι, άμα προσωρμίζετο το πλοίον, έφευγον εις τα όρη εγκαταλείποντες τας πόλεις των, εις τας οποίας εισερχόμενοι οι άνθρωποι του ουδεμίαν βλάβην επροξένουν, αλλά μόνον ελάμβανον ζώα τινα από αυτάς. Αίτιον δε του μη εντελούς περίπλου της Λιβύας έλεγεν ότι ήτο το ακόλουθον· ότι το πλοίον εκάθητο και δεν ήτo δυνατόν να προχωρήση περαιτέρω. Ο δε Ξέρξης μη πιστεύων εις τα λεγόμενα και επειδή δεν εξετέλεσε τον επιβληθέντα αγώνα, διέταξε να τον ανασκολοπίσωσι, κρίνας αυτόν άξιον της πρώτης τιμωρίας. Τούτου του Σατάσπους ευνούχος τις, άμα έμαθε τον θάνατον του δεσπότου του, έφυγεν εις την Σάμον με χρήματα πολλά τα οποία Σάμιός τις κατεχράσθη· γνωρίζω το όνομα αυτού, αλλά δεν θέλω να το είπω.

44. Της δε Ασίας τα περισσότερα μέρη ανεκάλυψεν ο Δαρείος. Θέλων να μάθη εις ποίαν θάλασσαν χύνεται ο Ινδός, ο δεύτερος ποταμός εις τον οποίον ευρίσκονται κροκόδειλοι, έπεμψε μετά πλοίων τον Σκύλακα τον Καρυανδέα και άλλους παρά των οποίων επίστευεν ότι ήθελε μάθει την αλήθειαν. Ούτοι δε αναχωρήσαντες εκ της πόλεως Κασπατύρου και της Πακτυϊκής γης έπλεον προς ανατολάς ακολουθούντες το ρεύμα του ποταμού μέχρι της θαλάσσης. Πλεύσαντες δε ακολούθως εις το πέλαγος προς δυσμάς, έφθασαν κατά τον τριακοστόν μήνα εις τον αυτόν τόπον εκ του οποίου ο βασιλεύς της Αιγύπτου είχε πέμψει τους ανωτέρω μνημονευθέντας Φοίνικας διά να περιπλεύσωσι την Λιβύαν. Μετά τον τελευταίον τούτον περίπλουν ο Δαρείος υπέταξε τους Ινδούς και μετεχειρίζετο την θάλασσαν ταύτην. Τοιουτοτρόπως δε, πλην των προς ανατολάς μερών, τα άλλα ευρέθησαν ότι είναι όμοια με τα της Λιβύας.

45. Ουδείς ηδυνήθη να γνωρίση θετικώς εάν η Ευρώπη, είτε προς ανατολάς, είτε προς το βόρειον μέρος, περιβρέχεται υπό υδάτων, γνωστόν δε είναι μόνον ότι το μήκος αυτής είναι σχεδόν ίσον με το των άλλων δύο. Ούτε δύναμαι να εικάσω πώς, ενώ η γη είναι μία, εδόθησαν εις αυτήν τρία ονόματα, μήτε διατί τα ονόματα ταύτα είναι ονόματα γυναικών, μήτε διατί ο Νείλος εις την Αίγυπτον, και ο Φάσις εις την Κολχίδα ετέθησαν ως όρια (τινές δε λέγουσι τον Τάναϊν ποταμόν της Μαιώτιδος και τα Κιμμέρια Πορθμεία.) Ούτε δύναμαι να μάθω τα ονόματα εκείνων οίτινες έθεσαν αυτά τα όρια, ούτε πόθεν έλαβον αυτάς τας επωνυμίας. Οι πλείστοι των Ελλήνων λέγουσιν ότι η μεν Λιβύα έλαβε το όνομα γυναικός τινος αυτόχθονος, η δε Ασία ωνομάσθη ούτω από της γυναικός του Προμηθέως. Οι Λυδοί όμως οικειοποιούνται αυτό το όνομα και λέγουσιν ότι ωνομάσθη ούτω η Ασία από τον Ασίαν υιόν του Κότυος του Μάνου και όχι από την Ασίαν την γυναίκα του Προμηθέως· τούτου ένεκα φυλή τις των Σάρδεων καλείται Ασίας. Κανείς λοιπόν μεταξύ των ανθρώπων δεν ηξεύρει εάν η Ευρώπη περιβρέχεται υπό υδάτων, μήτε πόθεν έλαβε το όνομά της· εκτός εάν παραδεχθώμεν ότι έλαβε το όνομα της Τυρίας Ευρώπης και ότι πρότερον δεν είχε κανέν όνομα, όπως και αι δύο άλλαι. Αλλ' είναι φανερόν ότι η γυνή αύτη ήτο εκ της Ασίας και ότι ποτέ δεν ήλθεν εις την χώραν την οποίαν σήμερον οι Έλληνες καλούσιν Ευρώπην, αλλά μόνον από την Φοινίκην ήλθεν εις την Κρήτην και εκ της Κρήτης εις την Λυκίαν. Και ταύτα μεν αρκούσι περί του αντικειμένου τούτου· ημείς δε θα εξακολουθήσωμεν μεταχειριζόμενοι τα ονόματα τα οποία εγένοντο δεκτά.

46. Τα δε παράλια του Ευξείνου πόντου όπου ο Δαρείος έφερε τα στρατεύματά του περιέχουσιν έθνη αμαθέστατα, πλην του Σκυθικού. Ούτε έν έθνος υπάρχει εκ των κατοικούντων εντός του Πόντου το οποίον να δυνάμεθα να μνημονεύσωμεν διά την σοφίαν του, μήτε γνωρίζομεν κανένα λόγιον άνδρα, πλην του Σκυθικού έθνους και του Αναχάρτιδος. Το δε Σκυθικόν έθνος εκανόνισε σοφώτερον πάντων των άλλων εθνών τα οποία γνωρίζομεν το σπουδαιότερον από όλα τα ανθρώπινα πράγματα, καθότι τας άλλας αυτού συνηθείας δεν θαυμάζω. Το σπουδαιότερον λοιπόν των ανθρωπίνων πραγμάτων ούτως ερρυθμίσθη παρ' αυτών· ουδείς εξ εκείνων οίτινες εκστρατεύουσι κατ' αυτών είναι βέβαιος ότι θα τους αποφύγη, και εάν θέλωσι να μη τους εύρωσι, κανείς δεν ειμπορεί να τους εύρη· διότι μήτε πόλεις έχουσι μήτε τείχη, αλλ' είναι φερέοικοι. Είναι δε όλοι ιπποτοξόται καί ζώσιν ουχί εκ της γεωργίας, αλλ' εκ της κτηνοτροφίας· έχουσι δε τας κατοικίας των επί αμαξίων. Πώς λοιπόν να μην ήναι απρόσβλητοι και πώς να δυνηθή τις να τους εύρη και να τους πολεμήση;

47. Επενόησαν δε το μέσον τούτο της υπερασπίσεως, διότι και η γη των είναι αρμοδία και οι ποταμοί βοηθούσιν εις τούτο. Τωόντι η γη των είναι πεδιάς χλοώδης και καλώς διαβρεχομένη, μεγάλοι δε ποταμοί ρέουσι δι' αυτής μόλις ολιγώτεροι των εν Αιγύπτω διωρύχων. θα αναφέρω τους μάλλον ονομαστούς και προσπλωτούς από το μέρος της θαλάσσης. Πρώτος είναι ο πεντάστομος Ίστρος· μετ' αυτόν είναι ο Τύρης, ο Ύπανις, ο Βορυσθένης, ο Παντικάπης, ο Γέρρος και ο Τάναϊς· ρέουσι δε ούτοι κατά την εξής διεύθυνσιν.

48. Ο Ίστρος, ο μέγιστος των ποταμών τους οποίους γνωρίζομεν, τρέχει πάντοτε ο ίδιος και το θέρος και τον χειμώνα· ων δε ο πρώτος τον οποίον συναντά τις εις την Σκυθίαν προς τα εσπέρια μέρη, εγένετο μέγιστος καθότι πίπτουσιν εις αυτόν και άλλοι ποταμοί. Εκείνοι δε οίτινες καθιστώσιν αυτόν μέγαν είναι οι ακόλουθοι. Πέντε μεν οι ρέοντες διά της Σκυθικής χώρας, εκείνος τον οποίον οι Σκύθαι καλούσι Πόρατα, οι δε Έλληνες Πυρετόν, ο Τιαραντός, ο Αραρός, ο Νάπαρις και ο Ορδησσός. Ο μεν πρώτος των ποταμών τούτων, μέγας και τρέχων προς ανατολάς, ενόνει τα ύδατά του, μετά του Ίστρου, ο δε δεύτερος, ο Τιαραντός, είναι μικρότερος και ρέει μάλλον δυτικώς, ο δε Αραρός, ο Νάπαρις και ο Ορδησσός, τρέχοντες διά μέσου τούτων, εισβάλλουσιν εις τον Ίστρον. Και ούτοι μεν οι ποταμοί, όντες Σκυθικοί, συντελούσιν εις την αύξησιν αυτού· ο δε Μάρις, ων εκ της χώρας των Αγαθύρσων, ενούται και αυτός με τον Ίστρον.

49. Από δε τας κορυφάς του Αίμου τρεις άλλοι μεγάλοι ποταμοί ρέοντες προς βοράν εισβάλλουσιν εις αυτόν, ο Άτλας, ο Αύρας και ο Τίβισις· διά δε της Θράκης και των Κροβύζων Θρακών ρέοντες ο Άθρυς, ο Νόης και ο Αρτάνης πίπτουσιν εις τον Ίστρον. Εκ των Παιόνων και του όρους της Ροδόπης ο Σκίος ποταμός σχίζων εις το μέσον τον Αίμον εισβάλλει εις αυτόν. Εκ των Ιλλυριών ρέων προς βοράν ο Άγγρος ποταμός εισβάλλει εις την Τριβαλλικήν πεδιάδα και εις τον Βρόγγον ποταμόν, ο δε Βρόγγος εις τον Ίστρον τοιουτοτρόπως δε ο Ίστρος δέχεται αμφοτέρους, όντας μεγάλους. Εκ δε της χώρας της κειμένης υπεράνω των Ομβρίκων ο Κάρπις και ο Άλπις, ρέοντες και ούτοι προς βοράν, εισβάλλουσιν εις αυτόν, διότι ο Ίστρος ρέει δι' όλης της Ευρώπης αρχόμενος εκ των Κελτών οίτινες μετά τους Κύνητας είναι οι τελευταίοι κάτοικοι της Ευρώπης προς δυσμάς· ρέων δε δι' όλης της Ευρώπης εισβάλλει εις την θάλασσαν πλαγίως της Σκυθικής.

50. Αυξάνων εκ των υδάτων των καταλεχθέντων ποταμών και άλλων πολλών, γίνεται ο Ίστρος μέγιστος των ποταμών. Εάν δε παραβάλωμεν μόνον τα ύδατα του Νείλου προς τα του Ίστρου, ευρίσκομεν ότι ο πρώτος είναι πολύ μεγαλείτερος, καθότι ο Νείλος μήτε ποταμόν τινα μήτε κρήνην δέχεται όπως αυξηθή. Ρέει δε ο Ίστρος ίσος και κατά το θέρος και κατά τον χειμώνα διά την εξής, ως νομίζω, αιτίαν· τον χειμώνα έχει το φυσικόν αυτού μέγεθος, ίσως ολίγον περισσότερον, διότι εις την χώραν ταύτην μόλις βρέχει κατά τον χειμώνα, χιών όμως πίπτει πάντοτε· κατά το θέρος η άφθονος χιών η πεσούσα κατά τον χειμώνα αναλυομένη εις όλα τα μέρη έρχεται εις τον Ίστρον. Όθεν και η χιών αύτη η πίπτουσα εις αυτόν συντρέχει εις την αύξησίν του, εν ταυτώ δε αι πολλαί και ορμητικαί βροχαί, διότι κατά το θέρος βρέχει. Όσον δε περισσότερον ύδωρ ανέλκει ο ήλιος το θέρος παρά τον χειμώνα, τόσον τα συνενούμενα με τον Ίστρον ύδατα είναι περισσότερα το θέρος παρά τον χειμώνα, και τοιουτοτρόπως γενομένης της αναπληρώσεως των εξατμιζομένων επέρχεται αντισήκωσις, ώστε ο Ίστρος να φαίνεται πάντοτε ίσος.

51. Είναι λοιπόν ο Ίστρος είς των ποταμών της Σκυθίας, μετά τούτον δε έρχεται ο Τύρος, όστις ορμάται μεν από τα βόρεια μέρη, άρχεται δε ρέων εκ λίμνης μεγάλης ήτις χωρίζει την Σκυθίαν από την Νευρίδα γην. Προ του στόματος αυτού κατοικούσιν Έλληνες οίτινες καλούνται Τυρίται.

52. Τρίτος ποταμός είναι ο Ύπανις όστις ορμάται μεν εκ της Σκυθικής, ρέει δε εκ λίμνης μεγάλης πέριξ της οποίας βόσκουσιν άγριοι ίπποι λευκοί. Ορθώς δε καλείται η λίμνη αυτή μήτηρ του Υπάνεως. Εκ ταύτης λοιπόν εκβαίνων ο Ύπανις ποταμός ρέει μικρός και γλυκύς μέχρι πέντε ημερών πλουν, έπειτα δε εις τεσσάρων ημερών πλουν από της θαλάσσης είναι πολύ πικρός, διότι ρίπτεται εις αυτόν κρήνη τόσον πικρά, ώστε καίτοι μικρά μεταδίδει την πικρότητά της εις όλον τον Ύπανιν όστις μεταξύ των μικρών ποταμών είναι μέγας. Είναι δε η κρήνη αύτη εις τα σύνορα των γεωργών Σκυθών και των Αλαζώνων. Όνομα της κρήνης ταύτης και του μέρους εκ του οποίου ρέει είναι Σκυθιστί μεν Εξαμπαίος, κατά δε την γλώσσαν των Ελλήνων Ιεραί οδοί. Ο Τύρης και ο Ύπανις πλησιάζουσι κατά το μέρος των Αλαζώνων, έπειτα όμως τρεπόμενοι αμφότεροι διάφορον διεύθυνσιν, αφίνουσι μεταξύ των μέγα διάστημα.

53. Τέταρτος είναι ο Βορυσθένης ποταμός όστις, κατά την εμήν γνώμην, είναι μετά τον Ίστρον ο μέγιστος και διά τους ανθρώπους ωφελιμώτατος ου μόνον των Σκυθικών ποταμών, αλλ' όλων των ποταμών, πλην του Νείλου, προς τον οποίον ουδείς άλλος δύναται να συγκριθή. Εκ των λοιπών όμως ο Βορυσθένης προσφέρει μεγίστας ωφελείας εις τους ανθρώπους, διότι και εις τα κτήνη παρέχει νομάς καλλίστας και αφθονωτάτας, και ιχθύς δίδει αρίστους και πολλούς, και το ύδωρ αυτού είναι γλυκύτατον. Ρέει δε καθαρός πλησίον άλλων ποταμών θολερών, τα σιτηρά εις τας όχθας αυτού γίνονται αξιολογώτατα, και η χλόη, εις τα μέρη όπου δεν σπείρεται η χώρα, φθάνει εις ύψος πολύ. Εις το στόμιον αυτού άπειρον άλας πήγνυται αυτόματον, παρέχον προς ταρίχευσιν μεγάλα κήτη άνευ ακάνθης, τα οποία καλούσιν αντακαίους, και πολλά άλλα θαυμασμού άξια. Μέχρι του Γέρρου, εις τον οποίον φθάνει τις μετά τεσσαράκοντα ημερών πλουν, ο Βορυσθένης είναι γνωστόν ότε ρέει καταβαίνων από βορά, πέραν όμως ουδείς γινώσκει διά τίνων ανθρώπων ρέει· είναι δε φανερόν ότι διέρχεται έρημον πριν φθάση εις την χώραν των γεωργών Σκυθών οίτινες εισι παρόχθιοι αυτού κάτοικοι επί δέκα ημερών πλουν. Μόνου τούτου του ποταμού και του Νείλου δεν δύναμαι να σημειώσω τας πηγάς, νομίζω δε ότι ούτε άλλος τις των Ελλήνων. Ρέων δε ο Βορυσθένης φθάνει πλησίον της θαλάσσης και εκεί ενούται μετ' αυτού ο Ύπανις χυνόμενος εις το αυτό έλος. Το μεταξύ των ποταμών τούτων διάστημα, σχηματίζον προεξοχήν της χώρας, καλείται ακρωτήριον του Ιππολάου. Εν αυτώ δε είναι εκτισμένος ναός της Δήμητρας, και απέναντι αυτού του ναού, επί του Υπάνεως, κατοικούσιν οι Βορυσθενείται. Και ταύτα μεν περί των ποταμών τούτων.

54. Πέμπτος δε ποταμός μετ' αυτούς είναι ο Παντικάπης. Ρέει και ούτος από το βόρειον μέρος και από λίμνην, τα δε μεταξύ τούτου και του Βορυσθένους νέμονται οι γεωργοί Σκύθαι. Αφού διασχίση την Υλαίαν, ενούται κατόπιν με τον Βορυσθένη.

55. Έκτος είναι ο Υπάκυρις, όστις πηγάζει μεν εκ λίμνης, ρέων δε διά μέσου των νομάδων Σκυθών, χύνεται πλησίον της πόλεως Καρκινίτιδος, χωρίζων προς τα δεξιά την Υλαίαν και τον Αχίλλειον καλούμενον δεσμόν.

56. Έβδομος ποταμός είναι ο Γέρρος όστις μακρύνεται του Βορυσθένους εις το μέρος όπου είναι γνωστός ο Βορυσθένης· χωρίζεται δε επίσης και εκ του τόπου εις ον δίδει το όνομά του· ρέων δε μέχρι θαλάσσης χωρίζει τους νομάδας Σκύθας από τους βασιλικούς Σκύθας και ενούται με τον Υπάκυριν.

57. Όγδοος ποταμός είναι ο Τάναϊς όστις πηγάζει μακρόθεν έκ τινος μεγάλης λίμνης και χύνεται εις άλλην έτι μεγαλειτέραν, καλουμένην Μαιώτιδα, ήτις χωρίζει τους βασιλικούς Σκύθας από τους Σαυρομάτας. Εις τούτον δε τον Τάναϊν εισβάλλει άλλος ποταμός όστις καλείται Ύργις.

58. Με τούτους λοιπόν τους ονομαστούς ποταμούς εστολίσθησαν οι Σκύθαι. Η δε χλόη η φυομένη εις την Σκυθικήν χώραν προς τροφήν των κτηνών είναι, καθ' όσον ημείς γνωρίζομεν, χολωδεστάτη πασών. Δύναται δέ τις να βεβαιωθή τούτο ανοίγων τα θυσιαζόμενα κτήνη.

59. Τοιουτοτρόπως λοιπόν τα μεν αξιολογώτερα πράγματα ευκολώτατα δύναταί τις να προμηθευθή εις τους Σκύθας, τα δε έθιμα αυτών είναι τα εξής. Εκ των θεών τους μόνους τους οποίους λατρεύουσιν είναι πρώτον η Εστία, έπειτα δε ο Ζευς και η Γη την οποίαν νομίζουσι γυναίκα του Διός· μετ' αυτούς λατρεύουσι τον Απόλλωνα, την Ουρανίαν Αφροδίτην, τον Ηρακλέα και τον Άρην. Και αυτούς μεν τους θεούς λατρεύουσιν όλοι οι Σκύθαι, οι δε βασιλικοί Σκύθαι θυσιάζουσι και εις τον Ποσειδώνα. Ονομάζονται δε Σκυθιστί η μεν Εστία Ταβιτί, ο δε Ζευς, ορθότατα κατ' εμέ, Παπαίος (51), η Γη Απία, ο Απόλλων Οιτόσουρος, η ουρανία Αφροδίτη Αρτίμπασα, και ο Ποσειδών Θαμιμασάδας. Δεν κατασκευάζουσι μήτε αγάλματα, μήτε βωμούς, μήτε ναούς, ειμή εις τον Άρην, εις ον και μόνον εγείρουσιν.

60. Εις όλους τους ιερούς τόπους αι θυσίαι γίνονται κατά τον αυτόν τρόπον. Ιδού δε πώς γίνονται· το θύμα ίσταται όρθιον με δεδεμένους τους εμπροσθίους πόδας· ο δε θύων, ιστάμενος όπισθεν του κτήνους, σύρει το σχοινίον και το ρίπτει χαμαί. Ενώ δε πίπτει το ιερείον, αυτός επικαλείται τον θεόν προς τον οποίον θυσιάζει. Έπειτα θέτει βρόχον περί τον τράχηλον του ζώου και εμβαλών ράβδον στρέφει αυτήν, μέχρις ου το αποπνίξη, ούτε πυρ ανάπτων, ούτε απαρχάς προσφέρων ούτε σπονδάς. Αφού δε το πνίξη και το εκδάρη, τρέπεται προς έψησιν.

61. Επειδή δε η γη των Σκυθών στερείται ξύλων εντελώς, ιδού τι επενόησαν προς έψησιν των κρεάτων· γυμνούντες τα οστά των εκδειρομένων θυμάτων, ρίπτουσι τα κρέατα εις λέβητας επιχωρίους, εάν τύχωσι να έχωσιν, οίτινες πολύ ομοιάζουσι με τους κρατήρας της Λέσβου, εκτός μόνον ότι είναι πολύ μεγαλείτεροι· συγχρόνως θέτουσι τα οστά υπό τους λέβητας, και καίοντες αυτά ψήνουσι τα κρέατα. Εάν δεν έχωσι λέβητας, περικλείουσιν όλα τα κρέατα εις τας γαστέρας των ιερείων ομού με ύδωρ και ανάπτουσι κάτωθεν τα οστά, τα οποία καίουσι θαυμάσια. Χωρούσι δε αι γαστέρες ευκολώτατα τα κρέατα τα γυμνωθέντα των οστών. Τοιουτοτρόπως και ο βους ψήνεται αφ' εαυτού και τα άλλα ιερεία ομοίως. Αφού δε εψηθώσι τα κρέατα, ο θύσας ρίπτει μακράν, ως απαρχάς, μέρος των κρεάτων και των σπλάγχνων, θύουσι δε παντός είδους ζώα, και προ πάντων ίππους.

62. Εις μεν τους άλλους θεούς τοιουτοτρόπως θυσιάζουσι και ταύτα τα κτήνη προσφέρουσιν, εις δε τον Άρην ως εξής. Εις την κωμόπολιν εκάστου νομού ιδρύουσι ναόν κατά τον ακόλουθον τρόπον· φάκελοι φρυγάνων εισί συσσωρευμένοι εις τριών σταδίων μήκος και πλάτος, το ύψος δε αυτών είναι μικρότερον· επί του σωρού τούτου γίνεται τετράγωνον επίπεδον, και αι μεν τρεις πλευραί αυτού εισίν απότομοι, εκ δε της μιας δύναται τις ν' αναβή. Κατ' έτος επιθέτουσιν εκατόν πεντήκοντα αμαξών φρύγανα, καθότι ο σωρός ελαττούται αδιακόπως υπό των ανέμων. Επί εκάστου των ναών τούτων είναι ιδρυμένος αρχαίος ακινάκης σιδηρούς, όστις είναι το άγαλμα του Άρεως. Εις αυτόν δε τον ακινάκην προσφέρουσι θυσίας κτηνών και ίππων, και θυσιάζουσι πλειότερον ή εις τους άλλους θεούς· προς τούτοις από όσους ζωγρήσωσιν εις τον πόλεμον, θυσιάζουσιν ένα εις τους εκατόν, ουχί όμως καθώς θυσιάζουσι τα κτήνη αλλά κατά διάφορον τρόπον. Αφού χύσωσιν οίνον επί της κεφαλής των, σφάζουσι τους ανθρώπους εις αγγείον, το οποίον αναβιβάζοντες έτι του σωρού των φρυγάνων καταβρέχουσι τον ακινάκην με το αίμα· ενώ δε οι μεν αναβιβάζουσιν αυτό, οι άλλοι μένοντες εις τους πρόποδας του σωρού, κόπτουσιν ολοκλήρους τους δεξιούς ώμους των σφαγέντων ανδρών ομού με τας χείρας, και ρίπτουσιν αυτούς εις τον αέρα· έπειτα δε, αφού τελειώσωσι την θυσίαν και των άλλων θυμάτων, αναχωρούσι. Μένουσι δε αι μεν χείρες όπου πέσωσι, τα δε σώματα κεχωρισμένα.

63. Τοιαύται λοιπόν είναι αι θυσίαι των Σκυθών· χοίρους όμως δεν συνειθίζουσι να θυσιάζωσιν, ούτε δέχονται να τρέφωσι τοιούτους εις την χώραν των.

64. Οι δε πολεμικοί των νόμοι είναι οι ακόλουθοι. Τον πρώτον εχθρόν τον οποίον καταβάλη ο Σκύθης, πίνει εκ του αίματός του, φέρει δε εις τον βασιλέα τας κεφαλάς όλων εκείνων τους οποίους φονεύση εν τη μάχη· διότι, εάν μεν φέρη κεφαλήν, μετέχει των λαφύρων, εάν δε δεν φέρη, όχι. Διά να εκδάρη κεφαλήν, την περιτέμνει κύκλω περί τα ώτα, την λαμβάνει εκ των τριχών, την σείει, και αφού το δέρμα αποσπασθή από το κρανίον, αποξέει το κρέας με πλευράν βοός, μαλάσσει έπειτα αυτό μεταξύ των χειρών του· αφού δε το καταστήση τοιουτοτρόπως μαλακόν ως χειρόμακτρον, το κρεμά του χαλινού του ίππου επί του οποίου ιππεύει, και γαυριά. Εκείνος όστις έχει πολλά τοιαύτα δέρματα φημίζεται ως ανδρειότατος. Πολλοί κατασκευάζουσιν εκ των δερμάτων φορέματα και τα ράπτουσιν ως τα ποιμενικά ενδύματα. Πολλοί δε άλλοι, αφού εκδείρωσι τας δεξιάς χείρας των φονευθέντων εχθρών ομού με τους όνυχας, περικαλύπτουσι δι' αυτών τας φαρέτρας των. Είναι δε το δέρμα του ανθρώπου και παχύ και λαμπρόν, και σχεδόν εξ όλων των δερμάτων το μάλλον λευκόν. Άλλοι πάλιν, αφού εκδείρωσιν ολοκλήρους τους ανθρώπους και προσκολλήσωσι το δέρμα των επί ξύλων, περιφέρουσιν αυτό οσάκις ιππεύουσιν. Ταύτα λοιπόν είναι τα πολεμικά των έθιμα.

65. Ιδού δε πώς μεταχειρίζονται τας κεφαλάς, όχι όλων, αλλά των εχθίστων. Πριονίζουσι το κρανίον κάτωθεν των οφρύων και το καθαρίζουσι. Και ο μεν πτωχός το μεταχειρίζεται, αφού το περικαλύψη με δέρμα βοός ακατέργαστον, ο δε πλούσιος το καλύπτει ομοίως με δέρμα βοός κεχρυσωμένον έξωθεν και το μεταχειρίζεται ως ποτήριον. Κατασκευάζουσι δε τοιαύτα ποτήρια και από τας κεφαλάς των συγγενών των, εάν τύχη να έχωσι διαφοράν τινα μεταξύ των και νικήση ο είς τον άλλον, παρόντος του βασιλέως· όταν δε τον επισκέπτονται ξένοι τους οποίους υπολήπτεται, δεικνύει αυτάς τας κεφαλάς και λέγει ότι όντες συγγενείς εγένοντο εχθροί και τους ενίκησεν αυτός. Διηγούνται δε τούτο ως ανδραγάθημα.

66. Άπαξ του έτους έκαστος νομάρχης εις τον νομόν του γεμίζει ένα κρατήρα με οίνον και πίνουσιν εξ αυτού εκείνοι των Σκυθών όσοι εφόνευσαν εχθρούς· όσοι δεν κατώρθωσαν τοιούτο τι, δεν πίνουσιν εξ αυτού του οίνου, αλλ' ως άτιμοι κάθηνται μακράν· και τούτο είναι παρ' αυτοίς μέγιστον όνειδος. Όσοι εφόνευσαν παμπόλλους ανθρώπους, αυτοί έχουσι δύο ποτήρια και πίνουσι με τα δύο.

67. Οι Σκύθαι έχουσι πολλούς μάντεις οίτινες μαντεύονται με πολλάς ράβδους εξ ιτέας κατά τον εξής τρόπον· φέροντες μεγάλα δέματα εκ τοιούτων ράβδων, τα λύουσι, τακτοποιούσι τας ράβδους μίαν προς μίαν και προφητεύουσιν· ενώ δε λέγουσι τας προφητείας των, τινάζουσι πάλιν τας ράβδους και τας σχηματίζουσι δέματα. Τοιούτος είναι ο τρόπος της μαντικής τον οποίον παρέλαβον από τους πατέρας των. Οι δε Εναρείς οι ανδρόγυνοι (52) λέγουσιν ότι η Αφροδίτη τους έδωκε την μαντικήν επιστήμην προλέγουσι δε με φλοιόν φιλύρας. Αφού σχίση ο μάντις την φιλύραν εις τρία, περιτυλίσσει τον φλοιόν εις τους δακτύλους του, έπειτα τον εκτυλίσσει και χρησμοδοτεί.

68. Όταν ο βασιλεύς των Σκυθών ασθενήση, προσκαλεί τρεις μάντεις, τους ονομαστοτάτους, οίτινες μαντεύονται κατά τα ανωτέρω ρηθέντα τρόπον, και σχεδόν πάντοτε λέγουσιν ότι το κακόν προήλθε, διότι ο δείνα ή ο δείνα ώμοσε ψευδώς εις την βασιλικήν εστίαν· είναι δε συνήθεια εις τους Σκύθας, όταν θέλωσι να δώσωσιν επίσημον όρκον, να ομνύωσιν εις την βασιλικήν εστίαν. Άμα είπωσι τούτο, προσάγεται εκείνος τον οποίον κατήγγειλαν ως ένοχον ψευδορκίας· αφού δε έλθη, οι μάντεις τον κατηγορούσι λέγοντες ότι διά της μαντικής απεδείχθη καταφανώς ότι επιώρκησεν ορκισθείς εις την βασιλικήν εστίαν και ότι η ασθένεια του βασιλέως δεν έχει άλλην αιτίαν. Τότε ο κατηγορούμενος αρνείται, λέγει ότι δεν επιώρκησε και θρηνολογεί. Επειδή λοιπόν αρνείται τούτο, ο βασιλεύς προσκαλεί άλλους διπλασίους μάντεις, και εάν διά της μαντικής αποδείξωσιν ούτοι ότι τωόντι επιώρκησεν ο άνθρωπος, τότε αμέσως τον αποκεφαλίζουσι, και οι πρώτοι μάντεις μοιράζονται την περιουσίαν του. Εάν δε οι δεύτεροι μάντεις τον αθωώσωσι, προσκαλούνται άλλοι, και έπειτα άλλοι. Επί τέλους, όταν οι πλειότεροι αθωώσωσι τον άνθρωπον, αποφασίζεται να θανατωθώσιν οι πρώτοι μάντεις.

69. Διά να τους θανατώσωσι δε πληρούσιν άμαξαν με φρύγανα, ζευγνύουσιν εις αυτήν ίππους, αναγκάζουσι τους καταδικασθέντας να αναβώσιν εις το μέσον των φρυγάνων με τας χείρας δεδεμένας όπισθεν, τους πόδας περικεκλεισμένους εις πέδας και το στόμα πεφραγμένον· τιθεμένου δε πυρός εις τα φρύγανα, οι βόες εξαγριούνται και παρασύρουσι την άμαξαν. Και πολλοί μεν βόες συγκατακαίονται με τους μάντεις, πολλοί δε σώζονται περικεκαυμένοι αφού κατακαυθή ο ρυμός αυτών. Κατακαίουσι δε τους μάντεις ουχί μόνον διά την αιτίαν την οποίαν ανέφερα, αλλά και δι' άλλας αιτίας, ονομάζοντες αυτούς ψευδομάντεις. Όσους δε φονεύση ο βασιλεύς, τούτων ουδέ τα τέκνα αφίνει, αλλά φονεύει τα άρρενα και παραιτεί τα θήλεα.

70. Με όσους δε ορκίζονται οι Σκύθαι, ορκίζονται ως εξής· Χύνουσιν οίνον εις μέγα ποτήριον πήλινον, και μιγνύουσιν εν αυτώ αίμα εκείνων οίτινες θα ορκισθώσι κάμνοντες μικράν αμυχήν είτε δι' οπητίου είτε διά της αιχμής μαχαιρίου. Έπειτα βυθίζουσιν εις το αγγείον ακινάκην, βέλη, πέλεκυν και ακόντιον· τούτου γενομένου, λέγουσι κατάρας πολλάς, και έπειτα οι ορκιζομένοι και οι σημαντικότεροι των ακολουθούντων αυτούς πίνουσιν εκ τούτου του κράματος.

71. Ενταφιάζονται δε οι βασιλείς εις τα Γέρρα μέχρι των οποίων ο Βορυσθένης είναι προσπλωτός. Ενταύθα, όταν αποθάνη ο βασιλεύς των, ορύσσουσιν εις την γην μέγα όρυγμα τετράγωνον· άμα δε τούτο ετοιμασθή, λαμβάνουσι τον νεκρόν, του οποίου το μεν σώμα είναι κατακηρωμένον, η δε κοιλία ανοιγείσα και καθαρισθείσα είναι γεμισμένη με κύπερον τετριμμένον, με θυμίαμα, με σπόρον σελίνου και με άνηθον, έπειτα δε πάλιν ερραμμένη· τοιουτοτρόπως δε κομίζουσα αυτόν εν αμάξη εις άλλο έθνος. Εκείνοι οίτινες δεχθώσι το σώμα πράττουσιν όσα και οι βασιλικοί Σκύθαι οίτινες έφεραν αυτό· κόπουσιν ολίγον το ωτίον των, περικείρουσι τας τρίχας της κεφαλής, περιτέμνουσι τους βραχίονας, κάμνουσιν αμυχάς εις το μέτωπον και την ρίνα, και διαπερώσι με βέλη την αριστεράν χείρα. Εκείθεν φέρουσιν εν αμάξη τον νεκρόν του βασιλέως εις άλλο έθνος εξ εκείνων εφ' ων άρχουσιν, οι δε προηγούμενοι εις τους οποίους τον έφεραν ακολουθούσιν. Αφού δε τοιουτοτρόπως περιέλθωσιν όλα τα έθνη κομίζοντες τον νεκρόν, φθάνουσιν επί τέλους εις το έσχατον των εθνών, τα Γέρρα, και εις τους τάφους. Τότε αποθέτουσι τον νεκρόν εις τον τάφον επί στιβάδος, πηγνύοντες ένθεν και ένθεν του νεκρού αιχμάς και επάνω αυτών απλούντες ξύλα τα οποία στεγάζουσι με ψιάθους. Εις το κενόν δε διάστημα του τάφου θάπτουσι μίαν των παλλακίδων την οποίαν πνίγουσιν, ένα οινοχόον, ένα μάγειρον, ένα ιπποκόμον, ένα ιδιαίτερον θεράποντα, ένα αγγελιαφόρον, ίππους, απαρχάς όλων των πραγμάτων του και φιάλας χρυσάς, καθότι δεν μεταχειρίζονται μήτε άργυρον μήτε χαλκόν. Ταύτα ποιήσαντες, ρίπτουσι χώμα και ανυψούσι τον τάφον, αμιλλώμενοι και προθυμούμενοι να τον υψώσωσιν όσον το δυνατόν περισσότερον.

72. Αφού παρέλθη έν έτος, πράττουσι πάλιν τα ακόλουθα· λαμβάνουσι τους προθυμοτάτους εκ των υπολειπομένων θεραπόντων (είναι δε ούτοι Σκύθαι εγχώριοι, διότι τοιούτοι Σκύθαι υπηρετούσι τον βασιλέα εις ό,τι διατάξη, και δεν έχει αργυρωνήτους υπηρέτας)· εξ αυτών λοιπόν των θεραπόντων αφού πνίξωσι πεντήκοντα, και ίππους καλλίστους πεντήκοντα, εκβάλλουσι την κοιλίαν των, την καθαρίζουσι, την γεμίζουσι με άχυρα και την ράπτουσι πάλιν. Έπειτα διά δύο ξύλων στηρίζουσι το ήμισυ τροχού του οποίου η περιφέρεια εγγίζει την γην· διά του αυτού δε τρόπου στηρίζουσι και το άλλο ήμισυ. Στηρίζουσι δε πολλά τοιαύτα. Ακολούθως περώσι διά ξύλων μακρών και χονδρών τα σώματα όλων των ίππων μέχρι των τραχήλων και θέτουσιν αυτά επί των ημιτροχίων, άτινα βαστάζουσιν εμπρός τους ώμους, οπίσω την κοιλίαν, και αφίνουσι κρεμάμενα τα σκέλη εκατέρωθεν εις τους ίππους τούτους, τοιουτοτρόπως κρατουμένους ευθείς, θέτουσι χαλινούς και στόμια, τείνουσα αυτά έμπροσθεν και τα δένουσιν εις πασσάλους. Τέλος, επί εκάστου ίππου, ανεβιβάζουσιν ένα νέον πεπνιγμένον, αφού προηγουμένως περάσωσι κατά μήκος του οστού της ράχεως ξύλον όρθιον το οποίον επάνω μεν φθάνει μέχρι του τραχήλου, κάτω δε είναι μακρόν τόσον ώστε να εισέρχεται εις οπήν κατεσκευασμένην εις το άλλο ξύλον το διά του ίππου διερχόμενον. Αφού λοιπόν στήσωσι τοιούτους ιππείς περί τον τάφον, αναχωρούσιν.

73. Ούτω θάπτουσι τους βασιλείς, όταν δε αποθάνωσιν οι άλλοι Σκύθαι, οι πλησιέστατοι συγγενείς των τους θέτουσιν εις αμάξας και τους περιφέρουσιιν εις τους φίλους των· έκαστος δε αυτών υποδεχόμενος φιλοξενεί τους συνοδεύοντας δίδων και εις τον νεκρόν από όλα όσα δίδει εις τους άλλους. Περιφέρονται κατ' αυτόν τον τρόπον επί ημέρας τεσσαράκοντα, μετά ταύτα δε τον θάπτουσι και καθαρίζονται κατά τον ακόλουθον τρόπον. Πλύναντες προηγουμένως τας κεφαλάς των και σπογγίσαντες αυτάς, εμπήγουσιν εις την γην ξύλα τα οποία κλίνουσιν όπως τα προσεγγίσωσι προς άλληλα εκ των άνω, επί των ξύλων δε τούτων εκτείνουσιν υφάσματα μάλλινα. Μεταξύ των ξύλων τούτων τα οποία φέρουσι τα υφάσματα θέτουσι σκάφην εντός της οποίας υπάρχουσι λίθοι πεπυρακτωμένοι μέχρι διαφανείας.

74. Παράγεται δε εις την χώραν ταύτην είδος τι κανννάβεως πολύ ομοίας με το λίνον πλην της παχύτητος και του μεγέθους, διότι κατά τα δύο ταύτα η κάναβις είναι πολύ υπερτέρα του λίνου. Φύεται δε και αυτομάτως και σπειρομένη, οι δε Βράκες κατασκευάζουσιν εξ αυτής ενδύματα πολύ ομοιάζοντα με τα λινά, τοσούτον ώστε όστις δεν τα μετεχειρίσθη, δεν δύναται να διακρίνη το έν πανίον από το άλλο, εκείνος δε όστις δεν είδε ποτέ κάνναβιν δύναται να εκλάβη το ύφασμα ως λινούν.

75. Λαμβάνοντες λοιπόν οι Σκύθαι εκ του σπόρου τούτου εισέρχονται υπό τα ξύλα τα οποία καλύπτονται από τα υφάσματα και ρίπτουσιν αυτόν επί των διαφανών υπό του πυρός λίθων· καιόμενος δε ούτος καπνίζει και επιχέει καπνόν περισσότερον παρά παν άλλο ελληνικόν λουτρόν. Οι Σκύθαι παραφερόμενοι εκ του καπνού τούτου ωρύονται τούτο δε μεταχειρίζονται αντί λουτρού, επειδή, ποτέ δεν βυθίζουν το σώμα των ολόκληρον εις το ύδωρ. Αι γυναίκες των βρέχουσι λίθον τραχύν και επ' αυτού τρίβουσι ξύλον κυπαρίσσου, κέδρου και λιβάνου· με το μίγμα· δε τούτο αλείφουσι το σώμα και το πρόσωπον και αφ' ενός μεν ευωδιάζουσιν, αφ' ετέρου δε, όταν τα εκβάλωσι την ακόλουθον ημέραν, είναι καθαραί και δροσεραί.

76. Αποφεύγουσι δε με πάντα τρόπον από του να παραλαμβάνωσι τα έθιμα των άλλων εθνών και μάλιστα των Ελλήνων, ως το απέδειξαν εις τον Ανάχαρσιν και μετ' αυτόν εις τον Σκύλην. Ο Ανάχαρσις, αφού περιηγήθη, πολύ μέρος της γης και εκτήσατο κατά την περιήγησιν ταύτην πολλήν σοφίαν, επέστρεφεν εις την Σκυθίαν· πλέων δε διά του Ελλησπόντου προσωρμίσθη, εις την Κύζικον και ιδών τους Κυζικηνούς ασχολουμένους να εορτάζωσι μεγαλοπρεπώς την εορτήν της μητρός των θεών, ευχήθη εις την θεάν εάν φθάση αισίως εις την πατρίδα του να προσφέρη εις αυτήν ομοίως θυσίας και να συστήση πανυχίδα. Όταν λοιπόν έφθασεν εις την Σκυθικήν και εισέδυσεν εις την λεγομένην Υλαίαν, ήτις κείται πλησίον του Αχιλλείου δρόμου και καλύπτεται όλη υπό δένδρων παντοίων, ήρχισεν ο Ανάχαρσις να τελή την εορτήν της Κυβέλης με όλα τα καθέκαστα, κρατών τύμπανον και έχων εις το στήθος αγάλματα κρεμάμενα. Είς όμως των Σκυθών ιδών αυτόν εφανέρωσεν εις τον βασιλέα τι έπραττεν. Ούτος δε ελθών και ιδών τον Ανάχαρσιν ταύτα πράττοντα, τον ετόξευσε και τον εφόνευσε (53). Και σήμερον, εάν τις ερωτήση περί του Αναχάρσιδος, οι Σκύθαι προσποιούνται ότι δεν τον γνωρίζουσιν, επειδή απεδήμησεν εις την Ελλάδα και παρεδέχθη έθιμα ξενικά ως δε ήκουσα εγώ από τον Τίμνον τον επίτροπον του Αριπείθους, ο Ανάχαρσις ήτο προς πατρός θείος του Ιδανθύρσου βασιλέως των Σκυθών και υιός του Γνούρου του υιού του Λύκου και εγγονού του Σπαργαπείθους. Εάν λοιπόν ο Ανάχαρσις ήτο εκ της οικίας ταύτης, ας μάθη ότι εφονεύθη υπό του αδελφού του, διότι ο Ιδάνθυρσος ήτο υιός του Σαυλίου, ο Σαύλιος δε ήτο ο φονεύσας τον Ανάχαρσιν.

Notes in this chapter

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings