← Table of contents
Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Ι Σ Τ Ο Ρ I Α I ΗΡΟΔΟΤΟΥ (continued 5)

Reading edition

15. Αλλά τον μεν υιόν δεν εύρον ζώντα οι απεσταλμένοι, διότι είχε κατακοπή πρώτος, τον δε Ψαμμήνιτον λαβόντες έφερον προς τον Καμβύσην ένθα του λοιπού διητάτο εν πλήρει ανέσει. Εάν μάλιστα δεν τον υπώπτευον ότι ερραδιούργει, θα ελάμβανε πάλιν την διοίκησιν των υποθέσεων της Αιγύπτου ως επίτροπος, καθότι οι Πέρσαι συνειθίζουσι να τιμώσι τους υιούς των βασιλέων, τόσον ώστε και αν αποστατήσωσιν οι γονείς, αποδίδουσιν εις τους παίδας την αρχήν. Ότι έχουσι την συνήθειαν ταύτην δύναται τις να κρίνη εκ πολλών παραδειγμάτων και προσέτι εξ εκείνου το οποίον συνέβη εις τον υιόν του Λίβυος Ινάρου Θαννύραν όστις έλαβε πάλιν την αρχήν την οποίαν είχεν ο πατήρ του, και εξ εκείνου το οποίον συνέβη εις τον υιόν του Αμυρταίου Παύσιριν όστις και αυτός έλαβε πάλιν την αρχήν του πατρός του. Εν τούτοις ουδείς έβλαψε τόσον τους Πέρσας όσον ο Ίναρος και ο Αμυρταίος. Αλλ' ο Ψαμμήνιτος, κακά μηχανώμενος, έλαβε τον μισθόν· διότι φωραθείς ενώ εζήτει να επαναστατήση τους Αιγυπτίους και βλέπων ότι ανεκαλύφθη υπό του Καμβύσου, έπιεν αίμα ταύρου και απέθανεν αμέσως. Τοιουτοτρόπως λοιπόν ετελεύτησεν ούτος.

16. Ο δε Καμβύσης εκ της Μέμφιος ήλθεν εις την πόλιν Σάιν σκοπεύων να πράξη όσα και έπραξε· διότι άμα εισήλθεν εις τα βασίλεια του Αμάσιος, αμέσως διέταξε να εκβάλωσιν από τον τάφον το σώμα του Αμάσιος· τούτου γενομένου, διέταξε να το μαστιγώσωσι, να μαδήσωσι τας τρίχας του, να το διαπεράσωσι με κέντρα και να το υβρίσωσι με πάσαν τιμωρίαν. Αφού δε οι μαστιγωταί απέκαμον ταύτα πράττοντες, (επειδή το τεταριχευμένον εκείνο σώμα αντείχε και δεν απεσυντίθετο), επρόσταξεν ο Καμβύσης να το κατακαύσωσι, διατάξας πράγμα ανόσιον, καθότι οι Πέρσαι νομίζουσιν ότι το πυρ είναι θεότης και διά τούτο ούτε οι Πέρσαι ούτε οι Αιγύπτιοι κατ' ουδένα τρόπον δεν συνειθίζουσι να καίωσι τους νεκρούς, οι μεν Πέρσαι διά τον ανωτέρω λόγον λέγοντες ότι δεν είναι δίκαιον να χορταίνωσι θεόν με το πτώμα ανθρώπου, οι δε Αιγύπτιοι νομίζοντες ότι το πυρ είναι θηρίον ζων το οποίον καταβιβρώσει όσα τω δίδουσι και το οποίον αφού χορτασθή αποθνήσκει μετ' εκείνου το οποίον κατέφαγε. Δεν συγχωρείται δε παρ' αυτοίς κατ' ουδένα τρόπον να δίδωσι το πτώμα εις τα ζώα, και διά τούτο το ταριχεύουσιν ίνα μη το φάγωσιν οι σκώληκες εάν ταφή. Βεβαιούσιν όμως οι Αιγύπτιοι ότι ο ταύτα παθών δεν ήτο ο Άμασις, αλλά άλλος τις Αιγύπτιος, έχων το αυτό ανάστημα με τον Άμασιν, τον οποίον κακοποιούντες οι Πέρσαι ενόμιζον ότι εκακοποίουν τον Άμασιν. Κατ' αυτούς ο Άμασις μαθών έκ τινος χρησμού τι έμελλε να τω συμβή μετά θάνατον και θέλων να αποφύγη τα απειλούμενα, διέταξε να θάψωσι πλησίον της θύρας, εντός του ιδίου τάφου, τον μαστιγωθέντα εκείνον άνθρωπον, το δε ιδικόν του σώμα παρήγγειλεν εις τον υιόν του να αποθέση εις το μάλλον σκοτεινόν μέρος του τάφου. Αι παραγγελίαι όμως αύται του Αμάσιος περί της ταφής και του ανθρώπου εκείνου δεν μοι φαίνονται αληθείς, αλλ' απλώς οι Αιγύπτιοι έπλασαν αυτάς διά να καλύψωσι την γενομένην ατιμίαν.

17. Κατόπιν ο Καμβύσης εσχεδίασε τρεις εκστρατείας, κατά των Καρχηδονίων, κατά των Αμμωνίων και κατά των μακροβίων Αιθιόπων οίτινες οικούσι τα νότια παραθαλάσσια της Λιβύας. Τούτο σκοπεύων, απεφάσισε να ετοιμάση στόλον κατά των πρώτων, να προσβάλη τους δευτέρους διά ξηράς με στρατόν εκλεκτόν, και να πέμψη πρώτον εις τους Αιθίοπας κατασκόπους διά να ίδωσι την λεγομένην ηλίου τράπεζαν, εάν υπήρχεν αληθώς, και να κατασκοπεύσωσι τα άλλα πράγματα, προφασιζόμενοι ότι μετέβησαν εκεί διά να προσφέρωσι δώρα εις τον βασιλέα.

18. Η δε τράπεζα του ηλίου τοιαύτη τις λέγεται ότι είναι. Υπάρχει λειμών εις προάστειόν τι έμπλεως κρεάτων οπτών πάντων των τετραπόδων. Εις τούτον τον λειμώνα την μεν νύκτα μεταφέρουσι τα κρέατα εκείνοι εις ους είναι ανατεθειμένη η φροντίς αύτη, λαμβάνοντες παρά των πολιτών το αναλογούν εις έκαστον μερίδιον, την δε ημέραν έρχεται όστις θέλει και τρώγει· οι εγχώριοι όμως λέγουσιν ότι αναδίδει ταύτα εκάστοτε η γη. Και η μεν καλουμένη τράπεζα του ηλίου τοιαύτη λέγονται ότι είναι.

19. Ο δε Καμβύσης, άμα απεφάσισε να πέμψη τους κατασκόπους, έφερεν εκ της Ελεφαντίνης Ιχθυοφάγους γινώσκοντας την Αιθιοπικήν γλώσσαν. Ενώ δε οι απεσταλμένοι μετέβησαν να μεταφέρωσιν αυτούς, διέταξε τον ναυτικόν στρατόν να πλεύση κατά της Καρχηδόνος. Οι Φοίνικες όμως ηρνήθησαν να πράξωσι τούτο, λέγοντες ότι ήσαν συνδεδεμένοι διά μεγάλων όρκων και ότι ήθελεν είσθαι ανόσιον να εκστρατεύσωσι κατά των ιδίων των απογόνων. Αποχωρησάντων των Φοινίκων, οι λοιποί δεν ήρκουν διά να πολεμήσωσι, και τοιουτοτρόπως οι Καρχηδόνιοι διέφυγον τον ζυγόν των Περσών. Ο Καμβύσης δεν έκρινε πρέπον να εξαναγκάση τους Φοίνικας, καθότι ούτοι εκουσίως εδόθησαν εις τους Πέρσας και όλος ο ναυτικός στρατός εξηρτάτο από αυτούς. Και οι Κύπριοι ομοίως εδόθησαν εις τους Πέρσας και εστράτευσαν κατά της Αιγύπτου.

20. Αφού έφθασαν οι Ιχθυοφάγοι εκ της Ελεφαντίνης εις τον Καμβύσην, τους έπεμψεν ούτος εις την Αιθιοπίαν παραγγείλας τι ώφειλον να είπωσι, και φέροντας δώρα, ένδυμα πορφυρούν, περιδέραιον στρεπτόν εκ χρυσού, ψέλια, αλαβάστρινον αγγείον με μύρραν και κάδον με οίνον φοινίκων. Οι Αιθίοπες δε ούτοι προς τους οποίους έπεμπε τα δώρα ο Καμβύσης, λέγονται ότι είναι μέγιστοι και ωραιότατοι πάντων των ανθρώπων. Έχουσι δε, ως λέγεται, έθιμα διάφορα των άλλων χωρών, και ιδίως το ακόλουθον ως προς την εκλογήν του βασιλέως. Εκείνον εκ των αστών τον οποίον κρίνωσιν ότι υπερβαίνει τους άλλους κατά το ύψος και η δύναμίς του είναι ανάλογος με το ύψος του, αυτόν εκλέγουσιν ως βασιλέα των.

21. Εις τούτους λοιπόν τους ανθρώπους όταν ήλθον οι Ιχθυοφάγοι, έδοσαν τα δώρα εις τον βασιλέα λέγοντες ταύτα· «Ο βασιλεύς των Περσών Καμβύσης, θέλων να ήναι φίλος και ξένος σου, έπεμψεν ημάς να ομιλήσωμεν μετά σου και σοι προσφέρει τα δώρα ταύτα τα οποία ευχαριστείτο πολύ ο ίδιος μεταχειριζόμενος.» Αλλ' ο Αιθίοψ, εννοήσας ότι ήλθον ως κατάσκοποι, τοις απεκρίθη· «Ο βασιλεύς των Περσών δεν σας έπεμψε να μοι φέρετε δώρα επιθυμών την φιλίαν μου, και δεν λέγετε την αλήθειαν. Ο σκοπός σας είναι να κατασκοπεύσετε το βασίλειόν μου, και ο άνθρωπος αυτός δεν είναι δίκαιος. Τωόντι, εάν ήτο τοιούτος, δεν θα επεθύμει άλλας χώρας πλην της ιδικής του και δεν θα υπεδούλωνεν ανθρώπους οίτινες ποτέ δεν τον αδίκησαν. Τώρα φέρετε προς αυτόν το τόξον τούτο και επαναλάβετε αυτώ τους λόγους τούτους· «Ο βασιλεύς των Αιθιόπων συμβουλεύει τον βασιλέα των Περσών, όταν οι πέρσαι δυνηθώσι να έλκωσιν ευκόλως τόξα τοιούτου μεγέθους, τότε να στρατεύση κατά των μακροβίων Αιθιόπων με στρατόν περισσότερον· μέχρι τότε όμως ας γνωρίζη χάριν εις τους θεούς ότι δεν ενέπνευσαν εις τους υιούς των Αιθιόπων την ιδέαν να ενώσωσι και άλλην γην πλησίον της ιδικής των.»

22. Ταύτα ειπών και χαλαρώσας το τόξον, το έδωκεν εις τους απεσταλμένους· έπειτα λαβών το πορφυρούν ένδυμα, ηρώτησε τι ήτο και πώς κατεσκευάσθη. Ειπόντων των Ιχθυοφάγων την αλήθειαν περί της πορφύρας και της βαφής, απεκρίθη· «Και τα ενδύματά σας είναι δολερά ως είσθε και υμείς δολεροί.» Κατόπιν τους ηρώτησε περί του περιδεραίου και των ψελίων. Εξηγούντων δε των Ιχθυοφάγων τους κόσμους εκείνους, ο βασιλεύς γελάσας και νομίσας ότι ήσαν πέδαι τοις είπεν ότι οι Αιθίοπες είχον πέδας δυνατωτέρας. Η τρίτη ερώτησις αυτού ήτο περί της μύρρας, και όταν τω εξήγησαν την κατασκευήν και την χρήσιν αυτής, τοις επανέλαβε τα αυτά όσα είπε περί των ενδυμάτων. Τέλος έφθασεν εις τον οίνον, έμαθε τον τρόπον πώς εγίνετο, και ευχαριστηθείς από το ποτόν τούτο, ηρώτησε τι έτρωγεν ο βασιλεύς και πόσον χρόνον μακρότατον ζη είς Πέρσης. Εκείνοι τω είπον ότι ο βασιλεύς έτρωγεν άρτον, τω εξήγησαν την φύσιν του σίτου και προσέθηκαν ότι εις την Περσίαν το μακρότατον πλήρωμα της ζωής του ανθρώπου είναι έτη ογδοήκοντα. «Δεν εκπλήττομαι λοιπόν, είπεν ο Αιθίοψ, εάν τοιαύτην τρώγοντες κόπρον ζώσι τόσον ολίγα έτη· αλλ' ούτε τόσα δεν θα έζων, εάν δεν τους εκράτει το ποτόν εκείνο.» Ταύτα λέγων ενόει τον οίνον, και ως προς τα αντικείμενον τούτο συνεφώνει ότι οι Πέρσαι ήσαν ανώτεροι.

23. Οι δε Ιχθυοφάγοι ηρώτησαν και αυτοί τον βασιλέα περί της ζωής και της διαίτης των Αιθιόπων· τοις είπε δε ούτος ότι οι πλειότεροι φθάνουσι τα εκατόν είκοσι έτη καί τινες υπερβαίνουσιν αυτά, και ότι η μεν τροφή των ήτο κρέατα βραστά το δε ποτόν των γάλα. Και επειδή οι κατάσκοποι εφαίνοντο θαυμάζοντες περί των ετών, τους ωδήγησεν εις κρήνην εκ της οποίας, αφού ελούσθησαν, εξήλθον λιπαροί ως αν ήτο από έλαιον· ανεδίδετο δε εξ αυτής ευωδία τις ίων. Το ύδωρ της κρήνης ταύτης είναι τόσον ελαφρόν ώστε κατά το λέγειν των κατασκόπων ουδέν δύναται να επιπλεύση επ' αυτού, μήτε ξύλον μήτε όσα είναι ελαφρότερα των ξύλων, αλλ' όλα χωρούσιν εις τον βυθόν. Εάν το ύδωρ τούτο ήναι αληθώς ως το λέγουσιν οι Αιθίοπες, ίσως είναι μακρόβιοι διότι μεταχειρίζονται αυτό πάντοτε. Από της κρήνης έφερον τους απεσταλμένους εις δεσμωτήριον ανδρών όπου πάντες ήσαν δεδεμένοι με πέδας χρυσάς. Είναι δε εις τους Αιθίοπας τούτους σπανιώτατον και πολυτιμότατον πάντων των μετάλλων ο χαλκός. Θεωρήσαντες δε και το δεσμωτήριον, εθεάσαντο έπειτα και την του ηλίου λεγομένην τράπεζαν.

24. Μετά ταύτην τελευταίον εθεώρησαν τους τάφους οίτινες ως λέγεται κατασκευάζονται εκ κρυστάλλου ως ακολούθως. Αφού ξηράνωσι το πτώμα, είτε κατά τον τρόπον των Αιγυπτίων, είτε άλλως πως, το περικαλύπτουσι με γύψον και το ζωγραφίζουσιν, αποτυπούντες, όσον το δυνατόν, τους χαρακτήρας του αποθανόντος. Το περικλείουσιν έπειτα εντός στήλης κρυσταλλίνης την οποίαν κοιλαίνουσιν· η τοιαύτη δε ύλη είναι άφθονος εις αυτούς και ευκόλως ορύσσεται· υπάρχων δε εν μέση τη στήλη ο νεκρός διαφαίνεται χωρίς να αποφέρη ουδεμίαν κακήν οσμήν ούτε άλλο αηδές, και φαίνονται όλα τα μέλη αυτού απαράλλακτα ως ήσαν. Οι πλησιέστατοι συγγενείς φυλάττουσι την στήλην επί έν έτος εις την οικίαν των, προσφέροντες εις αυτήν απαρχάς όλων των πραγμάτων και κάμνοντες θυσίας· μετά δε ταύτα μεταφέρουσιν αυτήν εις τους τάφους της πόλεως.

25. Θεωρήσαντες όλα ταύτα οι κατάσκοποι, ανεχώρησαν οπίσω. Όταν δε τα ανέφερον, οργισθείς ο Καμβύσης, εξεστράτευσεν αμέσως επί τους Αιθίοπας, ούτε προμήθειαν τροφίμων παραγγείλας, ούτε σκεφθείς ότι έμελλε να μεταβή εις την μάλλον μεμακρυσμένην χώραν της γης, αλλ' ανεχώρησεν άμα ήκουσε τους ιχθυοφάγους ως τρελός, ως άφρων, διατάξας τους εις την Αίγυπτον Έλληνας να μείνωσιν εκεί και λαβών μεθ' εαυτού όλον τον πεζόν στρατόν. Ότε δε έφθασεν εις τας Θήβας, απέσπασεν από τον στρατόν πεντήκοντα περίπου χιλιάδας άνδρας και τους επρόσταξε να εξανδραποδίσωσι τους Αμμωνίους, και έπειτα να καύσωσι το μαντείον του Διός. Αυτός δε, μετά του υπολοίπου στρατού, εξηκολούθησε να προχωρή προς την Αιθιοπίαν. Αλλά πριν ή ο στρατός διανύση το πέμπτον της οδού, εξηντλήθησαν όσα τρόφιμα είχον φέρει μεθ' εαυτών· μετά τα τρόφιμα δε έλειψαν τα υποζύγια, διότι τα έφαγον. Εάν ο Καμβύσης, ιδών αυτά, ήλλασσε γνώμην και επανέφερεν οπίσω τα στρατεύματα, ήθελεν είσθαι φρόνιμος άνθρωπος, με όλον το πρώτον σφάλμα του· καταφρονών όμως πάντα ταύτα, εχώρει πάντοτε εις τα πρόσω. Οι δε στρατιώται, εφόσον μεν εύρισκόν τι να ανασπώσιν εκ της γης, έζων τρεφόμενοι με χόρτα· φθάσαντες όμως εις τα αμμώδη μέρη, εστερήθησαν και του καταφυγίου τούτου· τότε τινές εξ αυτών έπραξαν έργον αποτρόπαιον. Ρίπτοντες κλήρον μεταξύ των έτρωγον ένα εις τους δέκα. Ο βασιλεύς το έμαθε και εφοβήθη μήπως τους ίδη να καταφαγωθώσι μεταξύ των όλοι· παραιτηθείς λοιπόν της εναντίον των Αιθιόπων εκστρατείας, επέστρεψεν οπίσω και έφθασεν εις τας Θήβαις αφού απώλεσε πολλούς του στρατού. Εκ των Θηβών κατέβη εις την Μέμφιν και επέτρεψεν εις τους Έλληνας να αποπλεύσωσι. Τοιαύτην έκβασιν έτυχεν η κατά των Αιθιόπων εκστρατεία.

26. Εκείνοι δε οίτινες εστάλησαν κατά των Αμμωνίων, αφού εξήλθον από τας Θήβας έλαβον οδηγούς και έφθασαν, ως είναι θετικώς γνωστόν, δι' αμμώδους ερήμου εις την πόλιν Όασιν την οποίαν κατοικούσι Σάμιοι εκ της φυλής της λεγομένης Αισχρωνίας. Ο τόπος ούτος απέχει επτά ημερών οδόν από τας Θήβας, καλείται δε ελληνιστί Μακάρων νήσος. Μέχρις αυτού του τόπου λέγουσιν ότι έφθασεν ο στρατός· πέραν δε, εκτός των Αμμωνίων και εκείνων όσοι ήκουσαν τους Αμμωνίους, κανείς άλλος δεν δύναται να είπη τι περί αυτών, διότι ούτε επέστρεψαν οπίσω. Λέγουσι δε οι Αμμώνιοι τα ακόλουθα· αφού ανεχώρησαν εκ της Οάσεως πορευόμενοι εναντίον των διά γης αμμώδους, έφθασαν εις τον ήμισυν περίπου δρόμον μεταξύ αυτών και της Οάσεως· εκεί δε, ενώ εστάθησαν διά να γευματίσωσιν, ισχυρός και παράδοξος νότος πνεύσας επ' αυτών, ανήγειρε τοσούτους σωρούς άμμου ώστε τους εκάλυψε και διά του τρόπου τούτου εγένοντο άφαντοι. Και οι μεν Αμμώνιοι ταύτα λέγουσιν ότι ηκολούθησαν εις τον στρατόν εκείνον.

27. Ότε δε έφθασεν ο Καμβύσης εις την Μέμφιν, εφάνη εις τους Αιγυπτίους ο Άπις, τον οποίον οι Έλληνες καλούσιν Έπαφον. Εις την περίστασιν λοιπόν ταύτην όλοι εφόρεσαν τα κάλλιστα αυτών ενδύματα και επανηγύριζον. Ο βασιλεύς τους είδε και νομίσας ότι έχαιρον διά τας δυστυχίας του, προσεκάλεσε τους άρχοντας της πόλεως. Όταν δε επαρουσιάσθησαν ενώπιόν του τους ηρώτησε διατί ότε προηγουμένως ήτο εις την Μέμφιν οι Αιγύπτιοι δεν έπραξαν τοιούτο τι, αλλ' εξελέξαντο την στιγμήν καθ' ην επέστρεψεν αφού απώλεσε το πλείστον μέρος του στρατού του. Εκείνοι δε τω είπον ότι εφάνη εις αυτούς ο θεός εκείνος όστις σπανίως συνειθίζει να εμφανίζεται, και ότι, όταν εμφανίζεται, όλοι οι Αιγύπτιοι χαίροντες τελούσιν εορτήν. Ακούσας ταύτα ο Καμβύσης είπεν ότι ψεύδονται, και ως ψεύστας τους ετιμώρησε με θάνατον.

28. Αποκτείνας δε τούτους εκάλεσεν έπειτα τους ιερείς. Λεγόντων δε των ιερέων τα αυτά· «Θέλω, είπε, να βεβαιωθώ εάν θεός χειροήθης ήλθεν εις τους Αιγυπτίους·» ταύτα ειπών διέταξε να τω φέρωσι τον Άπιν εκείνον, και οι ιερείς εξήλθον διά να τον φέρωσιν. Ο δε Άπις ή Έπαφος είναι μόσχος γεννώμενος εκ βοός ήτις μετά ταύτα δεν ειμπορεί πλέον να συλλάβη. Οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι καταβαίνει επ' αυτής σέλας εκ του ουρανού και εκ του σέλαος τούτου συλλαμβάνει τον Άπιν. Έχει δε ο μόσχος ούτος, ο Άπις καλούμενος, τα ακόλουθα σημεία· μέλας ων επί μεν του μετώπου έχει λευκόν τετράγωνον, επί δε των νώτων το ομοίωμα αυτού, εν δε τη ουρά τρίχας διπλάς, υπό την γλώσσαν δε κάνθαρον.

29. Άμα έφερον οι ιερείς τον Άπιν, ο Καμβύσης, ως εάν κατελήφθη υπό τρέλλας, έσυρε το εγχειρίδιον, και θέλων να πληγώση τον Άπιν εις την κοιλίαν επλήγωσεν αυτόν εις τον μηρόν. Γελάσας δε είπε προς τους ιερείς· «Ω ανόητοι κεφαλαί, γίνονται τοιούτοι θεοί έχοντες σώμα και σάρκα, αισθανόμενοι τα κτυπήματα του σιδήρου; Ο θεός ούτος είναι τωόντι άξιος των Αιγυπτίων. Δεν θα χαρήτε όμως ότι με επεριπαίξατε» Ταύτα ειπών διέταξεν εκείνους εις ους ήσαν ανατεθειμένα τα τοιαύτα έργα να μαστιγώσωσι τους ιερείς και να φονεύσωσι τους άλλους Αιγυπτίους όσους ήθελεν εύρει πανηγυρίζοντας. Ούτω λοιπόν διελύθη η εορτή των Αιγυπτίων και οι ιερείς εμαστιγώθησαν, ο δε Άπις, πληγωμένος εις τον μηρόν, απέθανεν εις τον ναόν όπου έκειτο. Και αυτόν μεν αποθανόντα εκ του τραύματος έθαψαν οι ιερείς κρυφίως από τον Καμβύσην.

30. Ο δε Καμβύσης, ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι, ένεκα του αδικήματος τούτου, παρεφρόνησεν αμέσως, μολονότι και πρότερον δεν είχε τας φρένας του. Και πρώτον μεν κακόν έπραξε θανατώσας τον Σμέρδιν, αδελφόν του εκ του αυτού πατρός και της αυτής μητρός. Τον Σμέρδιν τούτον είχεν αποπέμψει εκ της Αιγύπτου εις την Περσίαν υπό φθόνου, καθότι αυτός μόνος από όλους τους Πέρσας ετάνυσε με δύο δακτύλους τα τόξον των Αιθιόπων το κομισθέν υπό των Ιχθυοφάγων· εκ των άλλων δε Περσών κανείς δεν ηδυνήθη να πράξη τούτο. Μετά την αναχώρησιν του Σμέρδιος είδεν ο Καμβύσης εις τον ύπνον του το εξής όνειρον· τω εφάνη ότι ήρχετο απεσταλμένος εκ της Περσίας διά να τω αναγγείλη ότι ο Σμέρδις, καθήμενος επί του βασιλικού θρόνου, ήγγιζε με την κεφαλήν του τον ουρανόν. Ένεκα του ονείρου τούτου φοβηθείς μήπως ο αδελφός του τον φονεύση και λάβη το βασίλειόν του, πέμπει εις την Περσίαν τον Πρηξάσπη, όστις ήτο εξ όλων των Περσών ο μάλλον πιστός εις αυτόν, με την διαταγήν να τον φονεύση. Φθάσας δε ο Πρηξάσπης εις τα Σούσα, εφόνευσε τον Σμέρδιν, ως μεν λέγουσι τινές εξαγαγών αυτόν εις κυνήγιον, ως λέγουσι δε άλλοι πνίξας αυτόν εις την Ερυθράν θάλασσαν.

31. Αυτό λέγουσιν ότι υπήρξε το πρώτον κακόν το οποίον έπραξεν ο Καμβύσης, δεύτερον δε εφόνευσε την αδελφήν του ήτις τον ηκολούθει εις την Αίγυπτον και την οποίαν είχε γυναίκα, μολονότι ήτο αδελφή του εκ πατρός και μητρός. Ιδού δε πώς την ενυμφεύθη· πρότερον δεν υπήρχεν αυτή η συνήθεια, να λαμβάνωσιν οι Πέρσαι γυναίκας τας αδελφάς των. Αλλ' ο Καμβύσης ερασθείς μιας των αδελφών του ηθέλησε να την νυμφευθή, και επειδή δεν το επέτρεπεν η συνήθεια, συνεκάλεσε τους βασιλικούς δικαστάς και τους ηρώτησεν εάν υπήρχε νόμος επιτρέπων εις εκείνον όστις το ήθελε να νυμφεύεται την αδελφήν του. Οι βασιλικοί δικασταί είναι άνδρες εκλεκτοί μεταξύ των Περσών, εξασκούσι δε τα καθήκοντά των διά βίου, εκτός εάν υποπέσωσιν εις αδικίαν τινά· δικάζουσι τας υποθέσεις των πολιτών και είναι οι διερμηνείς των πατρίων νόμων, και όλα τα ζητήματα εις αυτούς υποβάλλονται. Εις εκείνο δε το οποίον τοις προέτεινεν ο Καμβύσης απεκρίθησαν δικαίως και συνετώς· είπον ότι δεν εύρισκον μεν νόμον επιτρέποντα εις τον αδελφόν να λαμβάνη γυναίκα την αδελφήν, αλλ' ότι εγνώριζον ένα άλλον συγχωρούντα εις τον βασιλέα των Περσών να πράττη ό,τι θέλει. Τοιουτοτρόπως, ο φόβος του Καμβύσου δεν τους παρέσυρε να καταλύσωσι νόμον τον οποίον δεν ηδύναντο να υπερασπίσωσι χωρίς να εκθέσωσι την ζωήν των, αλλ' εύρον άλλον, σύμφωνον με την θέλησιν του βασιλέως· Ενυμφεύθη λοιπόν ο Καμβύσης εκείνην την οποίαν ηγάπα· μετ ολίγον δε ενυμφεύθη άλλην αδελφήν του και εκ τούτων εφόνευσε την νεωτέραν ήτις ηκολούθει αυτόν εις την Αίγυπτον.

32. Διηγούνται δε κατά δύο τρόπους τον θάνατον αυτής, καθώς και τον του Σμέρδιος. Οι Έλληνες λέγουσιν ότι ο Καμβύσης και η γυνή του εθεώρουν ποτέ σκύμνον λέοντος πολεμούντα με ένα μικρόν σκύλον· επειδή δε ενικήθη ο σκύλαξ, άλλος σκύλαξ, ο αδελφός αυτού, θραύσας την άλυσόν του έδραμεν εις βοήθειαν, ώστε ενωθέντες οι δύο σκύλακες ενίκησαν τον λεοντιδέα. Και ο μεν Καμβύσης ετέρπετο εις το θέαμα τούτο, αλλ' η γυνή του, καθημένη πλησίον του, εδάκρυε. Παρετήρησε τούτο ο Καμβύσης και την ηρώτησε διατί εδάκρυε. «Δακρύω, είπεν εκείνη, ιδούσα τον σκύλακα τούτον ότι εβοήθησε τον αδελφόν του και ενθυμηθείσα τον Σμέρδιν όστις δεν είχε κανένα να τον βοηθήση.» Οι Έλληνες προσθέτουσιν ότι ένεκα των λόγων τούτων η γυνή εθανατώθη από τον Καμβύσην. Οι δε Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι ενώ εκάθηντο εις την τράπεζαν, η γυνή έλαβε θρίδακα, την απεφύλλισε και είπεν εις τον σύζυγόν της· «Ποία είναι ωραιοτέρα θρίδαξ, η έχουσα φύλλα ή η μη έχουσα; — Η έχουσα φύλλα, απεκρίθη εκείνος. — Ω! επανέλαβεν εκείνη, η γεγυμνωμένη αύτη θρίδαξ είναι η εικών της οικίας του Κύρου την οποίαν συ απεγύμνωσας.» Θυμώσας δε ο Καμβύσης την ελάκτισεν εις την κοιλίαν ενώ ήτο έγκυος, ώστε αποβαλούσα απέθανε.

33. Ταύτα έπραξεν ο Καμβύσης προς τους συγγενείς του υπό μανίας ήτις τον ηκολούθησεν είτε ένεκα του Άπιος, είτε ένεκα άλλης τινός αιτίας, τόσον πολλαί είναι αι συμφοραί αι καταλαμβάνουσαι τους ανθρώπους. Λέγουσιν άλλως τε ότι ο Καμβύσης εκ γενετής είχε μεγάλην νόσον, την οποίαν τινές ονομάζουσιν ιεράν νόσον (44) ώστε επειδή το σώμα έπασχεν υπό τοιαύτης μεγάλης νόσου, δεν είναι απίθανον να ήσαν βεβλαμμέναι και αι φρένες.

34. Μεταβαίνω εις εκείνα τα οποία η μανία του τον ώθησε να πράξη εναντίον των άλλων Περσών. Λέγουσιν ότι είπεν εις τον Πρηξάσπη τον οποίον ετίμα πολύ (αυτός ήτο ο φέρων τας αγγελίας του, ο δε υιός του ήτο οινοχόος του Καμβύσου, τιμή και αύτη ου μικρά), «ω Πρήξασπες, ποίον τινά με νομίζουσιν οι Πέρσαι και τι λέγουσι περί εμού; — Βασιλεύ, απεκρίθη ο Πρηξάσπης, κατά μεν τα άλλα πάντα μεγάλως επαινείσαι, λέγουσιν όμως ότι είσαι καθ' υπερβολήν έκδοτος εις τον οίνον.» Και ο μεν Πρηξάσπης ταύτα έλεγε περί των Περσών, ο δε Καμβύσης οργισθείς απεκρίθη τα εξής· «Τώρα οι Πέρσαι θα λέγωσι βεβαίως ότι έκδοτος ων εις τον οίνον παραφρονώ και δεν έχω πλέον τον νουν μου. Άρα οι πρότεροι λόγοι των δεν ήσαν αληθείς.» Τωόντι πρότερον ενώ εκάθηντό ποτε περί αυτόν οι Πέρσαι και ο Κροίσος, τους ηρώτησεν ο Καμβύσης τι άνθρωπος τοις εφαίνετο παραβαλλόμενος με τον πατέρα του Κύρον, εκείνοι δε τω απεκρίθησαν ότι ήτο καλλίτερος του πατρός, αφού ήτο κύριος ου μόνον όσων ήτο εκείνος κάτοχος, αλλά προσεκτήσατο και την Αίγυπτον και την θάλασσαν. Και οι μεν Πέρσαι ταύτα είπον, ο δε Κροίσος, εις ον απήρεσκεν η κρίσις αύτη, είπε προς τον Καμβύσην ταύτα, «Εις εμέ όμως, υιέ του Κύρου, δεν φαίνεσαι όμοιος με τον πατέρα σου, διότι δεν έχεις ακόμη υιόν τοιούτον οίον εκείνος μας άφησε.» Ταύτα ακούσας ο Καμβύσης ευχαριστήθη και επήνεσε την κρίσιν του Κροίσου.

35. Ταύτα λοιπόν ενθυμούμενος ο Καμβύσης είπε μετ' οργής προς τον Πρηξάσπη· «Πληροφορήθητι αμέσως ο ίδιος εάν οι Πέρσαι είπον την αλήθειαν, ή εάν αυτοί παραφρονώσι λέγοντες ταύτα. Ιδέ, σκοπεύω τον υιόν σου όστις ίσταται όρθιος εις τα πρόθυρα της οικίας· εάν τον επιτύχω εις το μέσον της καρδίας, οι Πέρσαι θα φανώσιν ότι μωρολογούσιν· εάν δε αποτύχω, θα ήναι φανερόν ότι οι Πέρσαι λέγουσιν αληθή και ότι εγώ είμαι παράφρων.» Ταύτα ειπών, ετάνυσε το τόξον και εκτύπησε το παιδίον, αφού δε τούτο έπεσε, διέταξε να το σχίσωσι και να εξετάσωσι την πληγήν. Και επειδή το βέλος ευρέθη εμπεπηγμένον εις την καρδίαν, είπε προς τον πατέρα γελών και περιχαρής γενόμενος· «Πρήξασπες, βλέπεις καλώς ότι δεν είμαι τρελλός και ότι οι Πέρσαι είναι παράφρονες· τώρα αποκρίθητι, είδες ποτέ σου άνθρωπον να τοξεύη τόσον ευστόχως;» O Πρηξάσπης είδεν ότι ο άνθρωπος εκείνος ήτο έξω φρενών, και φοβούμενος δι' εαυτόν· «Δέσποτα, είπε, νομίζω ότι ούτε θεός δεν θα ηδύνατο να σκοπεύση με τόσην ευστοχίαν.» Ταύτα έπραξε τότε· άλλοτε δε συλλαβών άνευ ευλόγου αιτίας δώδεκα Πέρσας, πρώτου επίσης βαθμού, τους έθαψε ζώντας με την κεφαλήν προς τα κάτω.

36. Ταύτα πράττοντα ενόμισε καθήκον του ο Κροίσος ο Λυδός να τον νουθετήση διά των ακολούθων λόγων. «Ω βασιλεύ, μη αφίνεσαι ολοτελώς εις την ορμήν της νεότητος και του θυμού, αλλά κράτει και μετρίαζε σεαυτόν· είναι ωφέλιμον πράγμα να έχη τις σύνεσιν, και σοφόν να ήναι προβλεπτικός. Συ θανατόνεις ανθρώπους συμπολίτας σου τους οποίους συλλαμβάνεις άνευ ευλογοφανούς αιτίας, φονεύεις δε και τα τέκνα αυτών. Εάν εξακολουθήσης ούτω, πρόσεξον μήπως οι Πέρσαι επαναστατήσωσιν εναντίον σου. Ο πατήρ σου Κύρος μοι παρήγγειλε πολλά, να σε νουθετώ και να σοι λέγω ό,τι νομίζω ωφέλιμον διά σε.» Και ο μεν Κροίσος υπό ευμενείας κινούμενος συμβούλευε ταύτα, ο δε τω απεκρίνετο ως ακολούθως· «Πώς, τολμάς να με συμβουλεύης συ όστις τόσον καλώς εκυβέρνησας το βασίλειόν σου και τόσον καλώς παρεκίνησας τον πατέρα μου να διαβή τον Αράξην ποταμόν και να βαδίση κατά των Μασσαγετών, ενώ εκείνοι ήθελον να έλθωσιν επί της χώρας μας! Και αφ' ενός μεν απώλεσας σεαυτόν, διευθύνας κακώς τας υποθέσεις της πατρίδος σου, αφ' ετέρου δε απώλεσας τον Κύρον, επειδή σε ήκουσεν. Αλλά δεν θα χαρής δι' αυτό, διότι προ πολλού εζήτουν πρόφασιν διά να σε αφανίσω.» Ταύτα ειπών έλαβε το τόξον του διά να τοξεύση αυτόν, αλλ' ο Κροίσος αναπηδήσας έφυγε ταχέως. Ιδών ο Καμβύσης ότι δεν ηδύνατο πλέον να τον τοξεύση, διέταξε τους υπηρέτας του να τον συλλάβωσι και να τον φονεύσωσιν. Οι δε θεράποντες γνωρίζοντες τας έξεις αυτού έκρυψαν τον Κροίσον επί τω εξής συλλογισμώ· εάν μεν ο Καμβύσης μεταμεληθή και ζητήση τον Κροίσον, να παρουσιάσωσιν αυτόν και να λάβωσι δώρα ως φεισθέντες της ζωής αυτού· εάν δε μήτε μεταμεληθή μήτε τον ποθήση, τότε να τον φονεύσωσι. Τωόντι ο Καμβύσης δεν εβράδυνε να ποθήση τον Κροίσον, και οι θεράποντες ιδόντες τούτο τω είπον ότι έζη. O δε Καμβύσης είπεν ότι έχαιρε μεν διά την σωτηρίαν του, αλλ' ότι εκείνοι οίτινες ανέλαβον να τον σώσωσι δεν έπρεπε να μείνωσιν ατιμώρητοι και ότι θα θανατωθώσι. Τούτο και έπραξε.

37. Πολλά λοιπόν τοιαύτα έπραττε κατά των Περσών και των συμμάχων ο μαινόμενος Καμβύσης. Ενόσω διέμενεν εις την Μέμφιν, ήνοιγεν αρχαίους τάφους και παρετήρει τους νεκρούς. Προς τούτοις εισήλθεν εις τον ναόν του Ηφαίστου και εκάγχασεν ιδών το άγαλμα, διότι ήτο ομοιότατον με τους Παταικούς τους οποίους οι Φοίνικες θέτουσιν εις τας πρώρας των τριήρεων. Εις εκείνον όστις δεν τους είδεν εγώ θα τω είπω οποίοι είναι· οι Πάταικοι είναι ομοιώματα ανδρών πυγμαίων. Εισήλθεν επίσης εις τον ναόν των Καβείρων, όπου κανείς, πλην του ιερέως, δεν έχει δικαίωμα να εισέρχεται, και έκαυσε τα αγάλματα αυτών αφού τα εχλεύασεν. Είναι δε και αυτά όμοια με τα του Ηφαίστου, και λέγεται ότι οι Κάβειροι είναι υιοί του θεού τούτου.

38. Εξ όλων λοιπόν βλέπω ότι ο Καμβύσης είχε περιπέσει εις μεγάλην μανίαν· άλλως πώς ήθελε τολμήσει να σκώπτη τα έθιμα και τα ιερά πράγματα; διότι εάν τις επρότεινεν εις όλους τους λαούς να εκλέξωσι τους καλλίστους εκ πάντων των νόμων, έκαστος λαός καλώς σκεφθείς ήθελεν εκλέξει τους ιδικούς του· τόσον ο καθείς νομίζει ότι οι νόμοι του είναι ανώτεροι των άλλων νόμων. Τούτου ένεκα λοιπόν λέγω ότι ουδείς άλλος δύναται να σκώπτη τα τοιαύτα ή μαινόμενός τις. Είναι δε εύκολον να κρίνη τις εκ πολλών τεκμηρίων ότι τοιαύτη είναι η γνώμη των ανθρώπων διά τα έθιμα των· εις έν μόνον θα αρκεσθώ. Ο Δαρείος, επί της βασιλείας του, καλέσας τους εις την Περσίαν ευρισκομένους Έλληνας, τους ηρώτησε ποίαν πληρωμήν ήθελον διά να τρώγωσι τους πατέρας των αποθνήσκοντας· οι δε Έλληνες απεκρίθησαν ότι κατ' ουδένα τρόπον δεν συγκατετίθεντο να πράξωσι τούτο. Έπειτα ο Δαρείος εκάλεσε τους Ινδούς τους καλουμένους Καλατίας οίτινες τρώγουσι τους γονείς των, και τους ηρώτησεν ομοίως παρόντων των Ελλήνων και μανθανόντων τα λεγόμενα διά διερμηνέως τι εζήτουν διά να καίωσι τους αποθνήσκοντας γονείς των· εκείνοι δε αναβοήσαντες τον παρεκάλεσαν να μη βλασφημή. Τοιαύτα είναι τα νόμιμα των ανθρώπων, και ορθώς νομίζω είπεν ο Πίνδαρος ότι το έθιμον είναι βασιλεύς όλων.

39. Ότε ο Καμβύσης εξεστράτευε κατά της Αιγύπτου οι Λακεδαιμόνιοι συγχρόνως εξεστράτευον κατά της Σάμου και του Πολυκράτους, υιού του Αιάκους, όστις είχε γίνει κύριος της νήσου ταύτης επαναστατήσας αυτήν. Και πρώτον μεν την διήρεσεν εις τρία μέρη και την εμοιράσθη με τους αδελφούς του Παντάγνωτον και Συλοσώντα· ύστερον δε φονεύσας τον πρώτον και διώξας τον νεώτερον Συλοσώντα κατέλαβεν όλην την Σάμον. Αφού δε κατέλαβεν αυτήν συνέδεσε συμμαχίαν με τον βασιλέα της Αιγύπτου Άμασιν, πέμψας δώρα και δεχθείς παρ' αυτού άλλα. Εντός ολίγου χρόνου η δύναμις του Πολυκράτους ηύξησε και διεφημίζετο εις όλην την Ιωνίαν και την άλλην Ελλάδα, διότι όπου διεύθυνε τα στρατεύματά του τα πάντα εχώρουν κατ' ευχήν. Είχεν εκατόν πεντηκοντόρους και χιλίους τοξότας, ελεηλάτει δε όλους άνευ εξαιρέσεως «διότι, έλεγε, περισσότερον θα φανώ ευάρεστος εις ένα φίλον εάν του αποδώσω όσα τω ήρπασα, ή να μη λάβω παρ' αυτού τίποτε εξ αρχής.» Εκυρίευσε λοιπόν, πολλάς νήσους και πολλάς πόλεις της ηπείρου. Προς τούτοις δε και τους Λεσβίους, βοηθήσαντας τους Μιλησίους πανστρατιά, τους ενίκησεν εις ναυμαχίαν και τους ηχμαλώτευσεν. Αυτοί είναι οι κατά την αιχμαλωσίαν των σκάψαντες την τάφρον περί το τείχος της Σάμου.

40. Ο Άμασις δεν ηγνόει την μεγάλην ευτυχίαν του Πολυκράτους και ανησύχως έβλεπεν αυτήν· και επειδή αύτη έβαινεν αδιακόπως αυξάνουσα, έγραψεν επιστολήν και διεβίβασε τα ακόλουθα εις την Σάμον. «Ο Άμασις προς τον Πολυκράτη λέγει τα εξής. Είναι ευχάριστον να μανθάνη τις ότι ο φίλος και σύμμαχός του ευτυχεί· η μεγάλη όμως ευτυχία σου δεν μοι αρέσκει, διότι ηξεύρω ότι το θείον είναι φθονερόν. Δι' εμέ και δι' εκείνους τους οποίους αγαπώ, εύχομαι είς τινα μεν πράγματα ευτυχίαν, είς τινα δε αποτυχίαν, και προτιμώ βίον παρερχόμενον με τας εναλλαγάς ταύτας ή διαρκή ευτυχίαν. Τωόντι ποτέ δεν ήκουσα κανένα άνθρωπον, όστις ευτυχών κατά πάντα, να μη ετελείωσε τον βίον κακώς. Συ λοιπόν σήμερον, άκουσον και ακολούθησον την συμβουλήν ταύτην διά την παρούσαν ευτυχίαν σου. Ζήτησον τι έχεις πολυτιμότατον, του οποίου η στέρησις ήθελε λυπήσει την ψυχήν σου καθ' υπερβολήν· ρίψον το αντικείμενον τούτο ώστε να μη αναφανή πλέον μεταξύ των ανθρώπων, και εάν μετά ταύτα αι ευτυχίαι σου εξακολουθήσωσι σταθερώς χωρίς να διακόπτωνται εναλλάξ υπό δυστυχιών, επανάλαβε την δοκιμήν και κάμνε χρήσιν του θεραπευτικού μέσου το οποίον σοι υπαγορεύω.»

41. Αναγνώσας ο Πολυκράτης την επιστολήν ενόησεν ότι ο Άμασις καλώς τον συνεβούλευεν· εζήτησε λοιπόν να εύρη ποίον από τα τιμαλφή του πράγματα εάν έχανε θα ελυπείτο η ψυχή του καθ' υπερβολήν. Αφού δε εσκέφθη καλώς, εύρε το ακόλουθον· είχε χρυσοδεδεμένην σφραγίδα εκ λίθου σμαράγδου, έργον του Σαμίου Θεοδώρου, υιού του Τηλεκλέους. Κρίνας δε ότι αυτήν την σφραγίδα έπρεπε να χάση, έπραξε τα εξής. Ητοίμασε πεντηκόντορον και εισελθών εις αυτήν μετ' άλλων ανδρών διέταξε να αναχθώσιν εις το πέλαγος· αφού δε εμακρύνθη της νήσου, εξέβαλε το δακτυλίδιον και επί παρουσία όλων των συμπλωτήρων το έρριψεν εις την θάλασσαν, τούτο ποιήσας και επιστρέψας εις την οικίαν του ησθάνθη λύπην διά την συμφοράν.

42. Μετά πέντε όμως ή έξ ημέρας συνέβη εις τον Πολυκράτη το εξής· αλιεύς τις, συλλαβών ιχθύν μέγαν και ωραίον, έκρινε καλόν να τον προσφέρη εις τον Πολυκράτη. Κρατών λοιπόν αυτόν ήλθεν εις την θύραν του Πολυκράτους και εζήτει να εισαχθή εις την οικίαν· εισχωρήσας δε έδωκε τον ιχθύν εις τον Πολυκράτη και τω είπεν· «ω βασιλεύ, συλλαβών τοιούτον ιχθύν, δεν ενέκρινα να τον φέρω εις την αγοράν, μολονότι ζω εκ της εργασίας των χειρών μου, αλλά μοι εφάνη άξιος σου και του βαθμού σου· σοι τον έφερα λοιπόν και σε παρακαλώ να τον δεχθής.» Ευχαριστηθείς ο Πολυκράτης απεκρίθη τα εξής· «Βεβαίως έπραξας καλώς, και διπλή σοι οφείλεται χάρις διά τους λόγους και συγχρόνως διά το δώρον· καλούμεν δε και σε εις το δείπνον.» Και ο μεν αλιεύς μέγα φρονών διά την τιμήν ταύτην εισήλθεν εις τα δωμάτια, οι δε θεράποντες ανοίξαντες τον ιχθύν εύρον εις την κοιλίαν αυτού το δακτυλίδιον του Πολυκράτους, και αναγνωρίσαντες αυτό, το έλαβον αμέσως και το έφερον χαίροντες εις τον Πολυκράτη. Δίδοντες δε αυτό έλεγον με ποίον τρόπον το εύρον. Τότε ο Πολυκράτης εννοήσας ότι το πράγμα ήτο υπερφυσικόν, έγραψεν όλα όσα έπραξε, ποίαν έκβασιν έσχον, και τελειώσας την επιστολήν έπεμψεν αυτήν εις την Αίγυπτον.

43. Αναγνώσας δε ο Άμασις την εκ μέρους του Πολυκράτους ελθούσαν επιστολήν, έκρινεν ότι αδύνατον είναι εις άνθρωπον να αποτρέψη από άλλον άνθρωπον τας μελλούσας να επισκήψωσιν επ' αυτού δυστυχίας και ότι ο φίλος του δεν έμελλε να έχη ευτυχές τέλος αφού τοσούτον τον ευνόει η τύχη ώστε να επανευρίσκη εκείνο το οποίον είχε θυσιάσει. Έπεμψε λοιπόν εις την Σάμον κήρυκα διά να τω είπη ότι διαλύει την μεταξύ των συμμαχίαν. Έπραξε δε τούτο διότι εφοβήθη μήπως συμβή μεγάλη τις δυστυχία εις τον Πολυκράτη και λυπηθή ως λυπείται τις προκειμένου περί συμμάχου.

44. Κατά του Πολυκράτους τούτου ευτυχούντος κατά πάντα εξεστράτευσαν οι Λακεδαιμόνιοι παρακληθέντες υπό των Σαμίων οίτινες έκτισαν βραδύτερον την εν Κρήτη Κυδωνίαν. Προηγουμένως ο Πολυκράτης είχε πέμψει προς τον υιόν του Κύρου Καμβύσην, ενασχολούμενον τότε εις το να συναθροίζη στρατόν κατά της Αιγύπτου, και τον παρεκάλει να στείλη εις Σάμον και ζητήση παρ' αυτού στρατόν. Ταύτα ακούσας ο Καμβύσης προθύμως έπεμψεν εις την Σάμον και παρεκάλει τον Πολυκράτη να τω πέμψη ναυτικόν στρατόν διά την κατά της Αιγύπτου εκστρατείαν. Ο δε Πολυκράτης εκλέξας μεταξύ των πολιτών εκείνους τους οποίους υπώπτευε κλίνοντας προς επανάστασιν, τους απέπεμψε με τεσσαράκοντα τριήρεις. συνιστών εις τον Καμβύσην να μη τους αποστείλη οπίσω ποτέ.

45. Τινές λέγουσιν ότι οι αποπεμφθέντες Σάμιοι υπό του Πολυκράτους δεν έφθασαν εις την Αίγυπτον, αλλ' ότι διασκεφθέντες εν τη νήσω Καρπάθω απεφάσισαν όλοι εκ συμφώνου να μη προχωρήσωσι περαιτέρω. Κατ' άλλους, άμα έφθασαν εις την Αίγυπτον, καί τοι επιτηρούμενοι έφυγον· ενώ δε επλησίαζον εις την Σάμον, ο Πολυκράτης τους απήντησε με πλοία και τους επολέμησε· νικήσαντες όμως οι καταβαίνοντες απέβησαν εις την νήσον και πεζομαχήσαντες ενικήθησαν, και τοιουτοτρόπως έπλευσαν προς την Λακεδαίμονα. Υπάρχουσι δε καί τινες λέγοντες ότι ο Πολυκράτης ενικήθη υπ' αυτών των επιστρεφόντων εκ της Αιγύπτου· αλλ' η αξίωσις αυτών δεν μοι φαίνεται ορθή, διότι τότε δεν είχον ανάγκην να επικαλεσθώσι τοις Λακεδαιμονίους εάν αυτοί ήσαν αρκετά ισχυροί ώστε να νικήσωσι τον Πολυκράτη. Πώς άλλως τε να πιστεύσωμεν ότι εκείνος όστις είχεν επικούρους και μισθωτούς και τοξότας ιδικούς του, ήτο δυνατόν να νικηθή υπό των επιστρεφόντων Σαμίων οίτινες ήσαν ολίγοι; Εκτός τούτου ο Πολυκράτης συναθροίσας εις τους νεωσοίκους τας γυναίκας και τα τέκνα των πολιτών τους οποίους είχεν υπό την εξουσίαν του ήτο έτοιμος να τα καύση ομού με τους νεωσοίκους εάν τυχόν οι πολίται ούτοι εφαίνοντο διατεθειμένοι να τον προδώσωσι χάριν των εκ τις Αιγύπτου επιστρεφόντων.

46. Ότε δε οι διωχθέντες υπό του Πολυκράτους Σάμιοι έφθασαν εις την Σπάρτην, παρουσιασθέντες εις τους άρχοντας έλεγον πολλά, και ότι ήσαν εις μεγάλην ανάγκην. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εις την πρώτην ακρόασιν απεκρίθησαν ότι ελησμόνησαν την αρχήν του λόγου και δεν ενόησαν το τέλος. Όθεν οι Σάμιοι παρουσιάσθησαν και εκ δευτέρου, την φοράν δε ταύτην ήσαν συντομώτεροι· ηρκέσθησαν να δείξωσι σάκκον κενόν και να είπωσιν ότι ο σάκκος έχει ανάγκην αλεύρου. Οι δε Λακεδαιμόνιοι τοις επεκρίθησαν πάλιν ότι η λέξις σάκκος ήτο περιττή· ενέκριναν όμως να τους βοηθήσωσι.

47. Μετά ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι παρασκευασθέντες εξεστράτευσαν κατά της Σάμου· ως μεν οι Σάμιοι λέγουσιν, ένεκα ευγνωμοσύνης προς αυτούς οίτινες πρότερον τους είχον βοηθήσει με πλοία εναντίον των Μεσσηνίων· ως δε λέγουσιν οι Λακεδαιμόνιοι, ουχί τόσον διά να βοηθήσωσι τους εν ανάγκη Σαμίους, όσον διά να τιμωρήσωσι την κλοπήν του πεμφθέντος προς τον Κροίσον κρατήρος και του θώρακος τον οποίον τοις είχε πέμψει δώρον ο βασιλεύς της Αιγύπτου Άμασις· διότι έν έτος προ του κρατήρος οι Σάμιοι ελήστευσαν θώρακα λινούν, όστις είχε διαφόρους μορφάς ενυφασμένας καί ήτο πεποικιλμένος με χρυσόν και μαλλίον εκ δένδρου (45), ούτως ώστε έκαστον των νημάτων του καθίστα αυτόν αξιοθαύμαστον έκαστον δε νήμα μολονότι λεπτόν, περιείχεν άλλα τριακόσια εξήκοντα νήματα διακρινόμενα κάλλιστα. Απαράλλακτος είναι ο άλλος τον οποίον ο Άμασις αφιέρωσεν εις την Αθηνάν της Λίνδου.

48. Συνέπραξαν δε και οι Κορίνθιοι μετά προθυμίας εις την επιχείρησιν της εκστρατείας ταύτης κατά της Σάμου· διότι κατά την προγενεστέραν γενεάν, συγχρόνως με την αρπαγήν του κρατήρος, είχον υποστή ύβριν τινά εκ μέρους των Σαμίων. Ο υιός του Κυψέλου Περίανδρος έπεμψεν εις Σάρδεις προς τον Αλυάττην τριακοσίους νεανίας, υιούς των πρώτων της Κερκύρας, διά να τους ευνουχίσωσιν. Επειδή δε οι μεταφέροντες αυτούς Κορίνθιοι προσήγγισαν εις την Σάμον, μαθόντες οι Σάμιοι πρός τινα σκοπόν ήγοντο οι παίδες εκεί οι εις τας Σάρδεις, πρώτον μεν τους εσυμβούλευσαν να καταφύγωσιν εις τον ναόν της Αρτέμιδος, έπειτα δε ανέλαβον την υπεράσπισίν των και δεν άφινον ν' αποσπάσωσι τους ικέτας από το ιερόν· τέλος, επειδή οι Κορίνθιοι εμπόδιζον να δώση τις τροφήν εις τους παίδας, οι Σάμιοι εσύστησαν εορτήν την οποίαν και σήμερον ακόμη τελούσιν απαραλλάκτως. Άμα επήρχετο η νυξ, εφ' όσον χρόνον οι παίδες ήσαν ικέται, συνεκρότουν χορούς εκ παρθένων και νέων, και διαρκούντων των χορών οι πολίται παρηγγέλλοντο να φέρωσιν εις τον ναόν πλακούντια εκ μέλιτος και σησάμου, από τα οποία αρπάζοντες οι παίδες των Κερκυραίων ετρέφοντο. Και τούτο εξακολούθησε μέχρις ου οι Κορίνθιοι φύλακες ανεχώρησαν αφήσαντες τους παίδας, τους οποίους έπειτα οι Σάμιοι επανέφεραν εις την Κέρκυραν.

49. Εάν μετά τον θάνατον του Περιάνδρου οι Κερκυραίοι εφιλιόνοντο με τοις Κορινθίους, ηδύναντο οι Κορίνθιοι να μη συμπράξωσιν εις την κατά της Σάμου εκστρατείαν ταύτην. Τότε όμως, ως πάντοτε αφότου αποίκισαν την Κέρκυραν, είχον μεταξύ των διαφοράς. Οι Κορίνθιοι λοιπόν εμνησικάκουν κατά των Σαμίων, θεωρούντες άλλως τε ότι, εάν ο Περίανδρος έπεμψεν εις τας Σάρδεις διά να ευνουχίση τους παίδας των πρώτων Κερκυραίων, έπραξε τούτο προς εκδίκησιν, διότι πρώτοι οι Κερκυραίοι τον ύβρισαν πράξαντες πράξιν κακοήθη.

50. Ότε ο Περίανδρος εφόνευσε την γυναίκα του Μέλισσαν (46), εις την συμβάσαν δυστυχίαν προσετέθη και άλλη δυστυχία η εξής. Είχεν εκ της Μελίσσης δύο υιούς, τον μεν δεκαεξαετή, τον δε δεκαοκταετή. Τούτους ο προς μητρός πάππος των Προκλής, βασιλεύς της Επιδαύρου, προσεκάλεσε πλησίον του και τους επεριποιείτο όπως έπρεπε, καθότι ήσαν υιοί της θυγατρός του. Όταν δε τους απέπεμψε, τοις είπεν· «Ω παίδες, ηξεύρετε άρα γε ποίος εφόνευσε την μητέρα σας;» Ο λόγος ούτος εις μεν τον πρεσβύτερον ουδεμίαν επροξένησεν εντύπωσιν· αλλ' ο νεώτερος, όστις εκαλείτο Λυκόφρων, τόσον ελυπήθη ακούσας, ώστε επιστρέψας εις Κόρινθον ούτε εχαιρέτισε τον φονέα της μητρός του Περίανδρον, ούτε απεκρίνετο προς αυτόν ομιλούντα, ούτε τω ωμίλει εξετάζοντι. Τέλος ο Περίανδρος, πλήρης οργής, τον εδίωξεν από την οικίαν.

51. Αφού δε τον εδίωξεν ηθέλησε να μάθη από τον πρεσβύτερον τι είχεν ειπεί εις αυτούς ο Προκλής· ο νεανίας τω διηγήθη την φιλόφρονα υποδοχήν του πάππου του, αλλ' ουδεμίαν μνείαν έκαμε των λόγων τους οποίους είπε προπέμπων αυτούς, διότι ούτε τους ενθυμείτο. Αλλ' ο Περίανδρος επέμεινε, λέγων ότι ήτο αδύνατον να μη τους συνεβούλευσε τίποτε ο Προκλής. Τόσον δε τον εστενοχώρησε με τας ερωτήσεις του ώστε επί τέλους ο νέος ενθυμήθη τους λόγους και τους επανέλαβεν. Ο δε Περίανδρος δεν αφήκεν αυτούς τους λόγους να παρέλθουν απαρατήρητοι· εξ εναντίας απεφάσισε να μη δείξη ουδεμίαν ηπιότητα, και όπου ο εκδιωχθείς υιός του προσήρχετο να ζητήση καταφύγιον, έπεμπεν απεσταλμένους και επρόσταζε να μη τον δέχωνται εις τας οικίας των. Όταν δε ο Λυκόφρων διωκόμενος από μίαν οικίαν μετέβαινεν εις άλλην, απεδιώκετο πάλιν και εξ αυτής, διότι ο πατήρ ηπείλει εκείνους οίτινες τον εδέχοντο και τους διέτασσε να τον διώκωσιν. Ούτω δε διωκόμενος μετέβαινεν από οικίας εις οικίαν· οι δε φίλοι του, καί τοι φοβούμενοι, τον εδέχοντο ως υιόν του Περιάνδρου.

52. Τέλος ο βασιλεύς εκήρυξεν ότι όστις ήθελε τον δεχθή ή συνομιλήση μετ' αυτού να πληρόνη εις τον Απόλλωνα ιερόν πρόστιμον, του οποίου το ποσόν προσδιώριζε το κήρυγμα. Από της στιγμής δε ταύτης κανείς πλέον δεν ηθέλησε μήτε να συνομιλήση μετ' αυτού μήτε να τω δώση άσυλον. Ούτε αυτός δε ο ίδιος δεν έκρινε πλέον δίκαιον να πειράται την παραβίασιν των αυστηρών εκείνων διαταγών, και εσύρετο από στοάς εις στοάν. Την τετάρτην δε ημέραν, ιδών ο Περίανδρος αυτόν εξηντλημένον υπό της πείνης και ειδεχθή υπό της αλουσίας, τον ελυπήθη και μετριάσας την οργήν του επλησίασε προς αυτόν και τω είπε· «Τέκνον, τι εκ των δύο είναι προτιμότερον, η παρούσα κατάστασις εις ην ευρίσκεσαι, ή η εξουσία και τα πλούτη τα οποία έχω και τα οποία θα διαδεχθής εάν φερθής καλώς προς τον πατέρα σου; Συ, υιέ μου, βασιλεύς της ευδαίμονος Κορίνθου, καταδικάζεις σεαυτόν εις βίον πλάνητα διά της αντιστάσεώς σου και της οργής σου εναντίον εκείνου τον οποίον ώφειλες να σέβεσαι. Εάν εις τον οίκον μας συνέβη συμφορά διά την οποίαν με βλέπεις υπόπτως, η συμφορά αύτη ήλθεν εις εμέ· εγώ προ πάντων την αισθάνομαι, διότι εγώ την έπραξα. Αλλ' έμαθες πλέον ότι καλλίτερον είναι να φθονώσι τινα ή να τον οικτείρωσι, και ταυτοχρόνως τι κερδίζει τις οργιζόμενος εναντίον πατρός, εναντίον ισχυροτέρου. Επίστρεψον λοιπόν εις την οικίαν.» Και ο μεν Περίανδρος με τοιούτους λόγους προσεπάθει να τον καταπραΰνη· εκείνος δε ουδέν άλλο απεκρίθη ή ότι ώφειλε να πληρώση τι πρόστιμον εις τον θεόν διότι τω ωμίλησεν. Ιδών δε ο Περίανδρος ότι το μίσος του υιού του ήτο αμείλικτον και ακατανίκητον, τον εδίωξεν από τους οφθαλμούς του και τον έστειλε με πλοίον εις την Κέρκυραν, της οποίας τότε ήτο κύριος. Αφού δε τον έστειλεν εκεί, εξεστράτευσε κατά του πενθερού του Προκλέους, ως κυριωτάτου αιτίου της παρούσης αυτού καταστάσεως· και εκυρίευσε μεν την Επίδαυρον, συνέλαβε δε τον Προκλέα και τον έφερε μεθ' εαυτού ως αιχμάλωτον.

53. Επειδή δε προβαίνοντας του χρόνου εγήρασεν ο Περίανδρος και συνησθάνετο ότι δεν ήτο πλέον ικανός να επιτηρή όλας τας υποθέσεις και να διέπη αυτάς, έπεμψεν εις την Κέρκυραν και προσεκάλει εις την εξουσίαν τον Λυκόφρονα, καθότι ουδεμίαν έβλεπεν ικανότητα εις τον πρεσβύτερον υιόν του, όστις τω εφαίνετο νωθρός. Αλλ' ο Λυκόφρων ουδέ απαντήσεως έκρινεν άξιον τον κομιστήν της αγγελίας· ο δε Περίανδρος όστις επέμενεν εις την ανάκλησιν του νέου, έπεμψεν εκ νέου προς αυτόν· την φοράν όμως ταύτην έστειλε την ιδίαν του θυγατέρα και αδελφήν του Λυκόφρονος, καθότι ήλπιζεν ότι δι' αυτής ο υιός του ήθελε πεισθή ευκολώτερον. Ελθούσα λοιπόν αύτη τω είπε· «Παιδίον, προτιμάς να ιδής την εξουσίαν μεταβαίνουσαν εις άλλας χείρας και την οικίαν μας διασκορπιζομένην, ή να έλθης και την παραλάβης συ; Επίστρεψε εις την οικίαν και παύσον τιμωρών σεαυτόν· η επιμονή είναι δυσάρεστον πράγμα· μη ζητής να θεραπεύσης το έν κακόν διά του άλλου. Πολλοί προτιμώσι την ισότητα αντί του δικαίου, και πολλοί πολλάκις ζητούντες τα μητρικά έχασαν τα πατρικά. Η βασιλεία είναι κτήμα επισφαλές, πολλούς έχουσα εραστάς, ο δε πατήρ μας είναι γέρων και προβεβηκώς· μη δίδης λοιπόν τα αγαθά σου εις άλλους.» Και η μεν κόρη, διδαχθείσα από τον πατέρα της, τοιούτους έλεγε λόγους πειστικωτάτους· ο δε Λυκόφρων απεκρίθη ότι ποτέ δεν θα υπάγη εις την Κόρινθον ζώντος του πατρός του. Ότε δε αύτη έφερε την απόκρισιν του Λυκόφρονος, ο Περίανδρος έπεμψε και εκ τρίτου κήρυκα λέγων ότι θα μεταβή να κατοικήση εις την Κέρκυραν εάν ο υιός του συγκατετίθετο να επανέλθη εις την Κόρινθον διά να τον αντικαταστήση. Παραδεχθέντος τέλος του νέου την συμφωνίαν ταύτην, ητοιμάζοντο ο μεν Περίανδρος να μεταβή εις την Κέρκυραν, ο δε υιός του εις την Κόρινθον. Μαθόντες όμως ταύτα οι Κερκυραίοι και μη θέλοντες να έλθη ο Περίανδρος εις τον τόπον των, εφόνευσαν τον νέον. Και ο μεν Περίανδρος διά το έγκλημα τούτο εξεδικείτο τους Κερκυραίους.

54. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, φθάσαντες με μέγαν στόλον, επολιόρκησαν την Σάμον. Προσέβαλον το τείχος, και είχον υπερβή τον πύργον όστις υψούται πλησίον της θαλάσσης, εις την είσοδον του προαστείου, όταν ο Πολυκράτης, ελθών μετά πολλής δυνάμεως, απεδίωξεν αυτούς. Τότε οι επίκουρος και πολλοί Σάμιοι εξελθόντες εκ του επάνω πύργου, όστις είναι επί της ράχεως του όρους, αντέστησαν κατά των Λακεδαιμονίων και σχεδόν αμέσως έφυγον οπίσω· καταδιώκοντες δε οι Λακεδαιμόνιοι τους εφόνευον.

55. Εάν κατ' εκείνην την ημέραν οι πολιορκούντες ηκολούθουν το παράδειγμα του Αρχίου και του Λυκώπου, θα εκυρίευον την Σάμον, διότι μόνον ο Αρχίας και ο Λυκώπης διώκοντες εισήλθον εις το τείχος μετά των φευγόντων· κλεισθείσης όμως εις αυτούς της εξόδου εφονεύθησαν εντός της πόλεως των Σαμίων. Σηνηντήθην εις την Πιτάνην (διότι ήτο από τον δήμον τούτον) μεθ' ενός άλλου Αρχίου, υιού του Σαμίου και εγγόνου του αρχαίου Αρχίου· ετίμα δε ούτος τους Σαμίους περισσότερον από όλους τους άλλους Σαμίους, και με είπεν ότι ο πατήρ του είχεν ονομασθή Σάμιος διότι ο πατήρ του Αρχίας εφονεύθη εις την Σάμον ανδρείως πολεμήσας. Προσέθηκε δε ότι ετίμα τους Σαμίους διότι ενταφίασαν τον πάππον του δημοσία δαπάνη.

56. Μετά τεσσαρακονθήμερον πολιορκίαν οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή δεν έκαμναν καμμίαν πρόοδον, επέστρεψαν εις την Πελοπόννησον. Λέγουσιν, αλλ' οι λόγοι των είναι αβάσιμοι, ότι ο Πολυκράτης κόψας από μόλυβδον πολύ επιχώριον νόμισμα και καταχρυσώσας το έδωκεν εις τους Λακεδαιμονίους οίτινες το εδέχθησαν και ανεχώρησαν. Αυτή είναι η πρώτη εκστρατεία την οποίαν οι Δωριείς της Λακεδαίμονος έκαμον κατά της Ασίας.

57. Οι δε επαναστατήσαντες κατά του Πολυκράτους Σάμιοι, επειδή οι Λακεδαιμόνιοι έμελλον να τους εγκαταλείψωσιν, απέπλευσαν και αυτοί εις την Σίφνον· είχον ανάγκην χρημάτων, τα δε πράγματα των Σιφνίων ήκμαζον κατ' εκείνον τον χρόνον και ήσαν οι πλουσιώτατοι των νησιωτών, επειδή εις την νήσον των ευρίσκοντο μεταλλεία χρυσού και αργύρου τόσον άφθονα ώστε εκ του δεκάτου των εισοδημάτων αυτών αφιέρωσαν εις τους Δελφούς θησαυρόν τον οποίον ουδείς υπερβαίνει κατά την πλουσιότητα. Κατ' έτος εμοιράζοντο τα εισοδήματα ταύτα μεταξύ των και ότε ενησχολούντο να απαρτίσωσι τον θησαυρόν εκείνον ηρώτησαν το μαντείον εάν η ευδαιμονία των έμελλε να διαρκέση πολύν χρόνον· η δε Πυθία απεκρίθη τα εξής· Ό τ α ν-τ ο-π ρ υ τ α ν ε ί ο ν- τ η ς-Σ ί φ ν ο υ-γ ί ν η-λ ε υ κ όν,-ό τ α ν-τ ο-μ έ τ ω π ο ν- τ η ς-α γ ο ρ ά ς-γ ί ν η-λ ε υ κ όν,-π α ς-φ ρ ό ν ι μ ο ς- ά ν θ ρ ω π ο ς-ο φ ε ί λ ε ι-ν α-π ρ ο φ υ λ α χ θ ή-α π ό-τ η ν- ξ υ λ ί ν η ν-ε ν έ δ ρ α ν-κ α ι-α π ό-τ ο ν-ε ρ υ θ ρ ό ν- κ ή ρ υ κ α. Ήσαν δε ήδη και η αγορά και το πρυτανείον κεκοσμημένα διά μαρμάρου της Πάρου.

58. Τούτον τον χρησμόν δεν ηδυνήθησαν να εννοήσωσι μήτε τότε ευθύς μήτε όταν ήλθον οι Σάμιοι. Τωόντι μόλις ούτοι επλησίασαν εις τον Σίφνον, έπεμψαν εις την πόλιν πλοίον με πρέσβεις. Ήσαν δε το πάλαι τα πλοία αλειμμένα με μίλτον, και τούτο ενόει η Πυθία όταν τοις είπε να προφυλάσσωνται από την ξυλίνην ενέδραν και τον ερυθρόν κήρυκα. Παρουσιάσθησαν λοιπόν οι πρέσβεις και εζήτησαν από τους Σίφνιους να τοις δανείσωσι δέκα τάλαντα· αλλ' ούτοι ηρνήθησαν, και οι Σάμιοι ήρχισαν να λεηλατώσι την χώραν των. Μαθόντες τούτο οι Σίφνιοι έδραμον προς βοήθειαν και πολεμήσαντες ενικήθησαν, οι δε Σάμιοι απέκλεισαν εις πολλούς την εις την πόλιν υποχώρησιν. Από αυτούς μετά ταύτα οι νικηταί έλαβον εκατόν τάλαντα.

59. Έπειτα οι Σάμιοι ηγόρασαν από τους Ερμιονείς την πλησίον της Πελοποννήσου νήσον Ύδραν και ενεπιστεύθησαν αυτήν εις τους Τροιζηνίους. Αυτοί δε ήλθον εις την Κρήτην και αποίκισαν την Κυδωνίαν, μολονότι δεν έπλευσαν εκεί επί τω σκοπώ τούτω αλλά να διώξωσιν εκ της νήσου τους Ζακυνθίους. Έμειναν λοιπόν εις αυτήν και επί πέντε έτη ευτύχησαν τόσον ώστε αυτοί έκτισαν τα ιερά τα οποία σώζονται σήμερον εις την Κυδωνίαν καθώς και τον ναόν της Δικτύνης Αρτέμιδος. Κατά δε το έκτον έτος οι Αιγινήται, ενωθέντες με τους Κρήτας, τους ενίκησαν κατά θάλασσαν, τους εξηνδραπόδισαν, έκοψαν τας πρώρας των πλοίων των, αίτινες παρίστων κάπρους, και αφιέρωσαν τας εικόνας ταύτας εις τον εν Αιγίνη ναόν της Αθηνάς. Έπραξαν δε ταύτα οι Αιγινήται διά το πάθος το οποίον είχον κατά των Σαμίων, διότι οι Σάμιοι επί της βασιλείας του Αμφικράτους εν Σάμω, είχον εκστρατεύσει κατά της Αιγίνης, μεγάλα κακά ποιήσαντες εις τους Αιγινήτας και παθόντες παρ' αυτών. Η μεν αιτία λοιπόν αύτη ήτο.

60. Εμήκυνα δε τον λόγον περί των Σαμίων διότι αυτοί έκαμον τρία έργα μεγαλείτερα από όλα όσα εξετέλεσαν οι Έλληνες. Είς τι όρος, εκατόν πεντήκοντα οργυιάς υψηλόν, ήνοιξαν όρυγμα επτά σταδίων μήκους και οκτώ ύψους και πλάτους, αρχίζοντες από την βάσιν. Καθ' όλον το μήκος του ορύγματος τούτου έσκαψαν άλλο όρυγμα είκοσι πηχών το βάθος και τριών ποδών το πλάτος, διά του οποίου το ύδωρ μεγάλης πηγής φέρεται διά σωλήνων μέχρι της πόλεως. Ο αρχιτέκτων του ορύγματος τούτου ήτο ο Μεγαρεύς Ευπαλίνος του Ναυστρόφου. Τοιούτον είναι το πρώτον των τριών τούτων έργον· το δεύτερον είναι το περί την θάλασσαν πρόχωμα, είκοσι οργυιών το ύψος και δύο σταδίων το μήκος· το τρίτον είναι ο μέγιστος εξ όσων είδομεν ναών, του οποίου αρχιτέκτων πρώτος εγένετο ο Σάμιος Ροίκος του Φιλαίου. Τούτων ένεκα εμήκυνα ολίγον περισσότερον τον λόγον περί των Σαμίων.

61. Ενώ ο Καμβύσης, ο υιός του Κύρου, κατέτριβε τον χρόνον εις την Αίγυπτον και παρεφρόνει, δύο αδελφοί, αμφότεροι μάγοι, επανεστάτησαν κατ' αυτού· τον ένα εξ αυτών είχεν αφήσει επιστάτην της οικίας του. Αυτός λοιπόν επανέστη κατά του Καμβύσου μαθών ότι εφονεύθη ο Σμέρδις, ότι ο θάνατος αυτού ετηρείτο κρυπτός, και ότι ολίγοι Πέρσαι ήξευρον αυτόν, οι δε περισσότεροι ενόμιζον τον Σμέρδιν ζώντα. Αυτά ηξεύρων εσκέφθη τα ακόλουθα διά να αρπάση την βασιλείαν. Είχεν αδελφόν μεθ' ου, ως είπα, επανεστάτησε, και όστις ωμοίαζε με τον υιόν του Κύρου Σμέρδιν τον φονευθέντα κατά διαταγήν του Καμβύσου. Η ομοιότης ήτο τελεία και εκαλείτο επίσης Σμέρδις. Αυτόν τον άνθρωπον πείσας ο μάγος Πατιζείθης τον εκάθισεν επί του βασιλικού θρόνου· μετά τούτο έπεμψε κήρυκας εις όλα τα μέρη και εις την Αίγυπτον διά να παραγγείλωσιν εις τον στρατόν ότι εις το εξής ώφειλον να υπακούωσιν εις τον Σμέρδιν, τον υιόν του Κύρου, και ουχί εις τον Καμβύσην.

62. Και οι άλλοι λοιπόν κήρυκες παρήγγελλον ταύτα, και ο εις την Αίγυπτον πεμφθείς, ευρών τον Καμβύσην και τον στρατόν εις τα Εκβάτανα της Συρίας, και σταθείς εις το μέσον έλεγε τα εντεταλμένα υπό του μάγου. Ο δε Καμβύσης ακούσας ταύτα παρά του κήρυκος και νομίσας ότι έλεγεν αληθή και ότι τον είχε προδόσει ο Πρηξάσπης (διότι υπέθεσεν ότι ο Πρηξάσπης τον οποίον έπεμψε διά να φονεύση τον Σμέρδιν δεν έπραξε τούτο) ητένισε προς τον Πρηξάσπη και τω είπε· «Πρήξασπες, ούτως εξετέλεσας την εντολήν ην σοι ανέθηκα;» Εκείνος δε απεκρίθη· «Δέσποτα, ουδόλως είναι αληθές ότι ο αδελφός σου Σμέρδις επανέστη κατά σου, ούτε είναι δυνατόν να προκύψη πλέον μεταξύ σας μικρά ή μεγάλη διχόνοια· εγώ ο ίδιος, αφού έπραξα ό,τι με διέταξες, τον έθαψα με τας χείρας αυτάς τας οποίας βλέπεις. Εάν τώρα επανέρχονται εις την ζωήν οι αποθανόντες, περίμενε να ιδής επανερχόμενον και τον Μήδον Αστυάγη· εάν όμως τα πράγματα βαίνωσι την συνήθη αυτών τάξιν, ουδέν δυσάρεστον θα σοι συμβή εκ μέρους του αδελφού σου. Όθεν η γνώμη μου είναι ότι πρέπει να συλλάβωμεν τον κήρυκα, να τον ανακρίνωμεν και να μάθωμεν παρά τίνος εστάλη να μας παραγγείλη ότι πρέπει να υπακούωμεν εις τον βασιλέα Σμέρδιν».

63. Ταύτα ήπεν ο Πρηξάσπης· επειδή δε ήρεσαν εις τον βασιλέα, αμέσως συνέλαβον τον κήρυκα και τον προσήγαγον, ο δε Πρηξάσπης τον ηρώτησεν ως εξής· «Άνθρωπε, λέγεις ότι ήλθες εξ ονόματος του Σμέρδιος, υιού του Κύρου· τώρα ειπέ μας την αλήθειαν και ύπαγε χαίρων. Ο ίδιος Σμέρδις εφάνη εις σε και σοι έδωκε τας διαταγάς ταύτας, ή κανείς των υπηρετών του;» Ο δε κήρυξ απεκρίθη· «Εγώ δεν είδον τον Σμέρδιν, τον υιόν του Κύρου, αφότου ο βασιλεύς Καμβύσης ανεχώρησε διά την Αίγυπτον· αλλ' ο μάγος τον οποίον ο Καμβύσης εξελέξατο ως επίτροπον της οικίας του, αυτός με παρήγγειλε ταύτα, λέγων ότι ο Σμέρδις, ο υιός του Κύρου, με διατάττει να τα είπω προς υμάς.» Και ο μεν κήρυξ ταύτα είπεν, ουδόλως ψευδόμενος· ο δε Καμβύσης είπε· «Πρήξασπες, συ μεν, ως άνθρωπος τίμιος, έπραξες ό,τι σε διέταξα· πλην ποίος να ήναι άρα γε εκείνος εκ των Περσών ότι επανίσταται κατ' εμού οικειοποιούμενος το όνομα του Σμέρδιος; — Νομίζω, απήντησεν ο Πρηξάσπης, ότι ενόησα το πράγμα, ω βασιλεύ· οι αποστατήσαντες κατά σου είναι οι μάγοι, ο Πατιζείθης τον οποίον αφήκες επιμελητήν της οικίας σου, και ο αδελφός αυτού Σμέρδις».

64. Ο Καμβύσης ακούσας το όνομα του Σμέρδιος εξεπλάγη εκ των λόγων και του ενυπνίου το οποίον είχεν ιδεί· καθότι τω εφάνη εις τον ύπνον του ότι τω ανήγγελλε τις ότι ο Σμέρδις, καθήμενος επί του βασιλικού θρόνου, έψαυε διά της κεφαλής του τον ουρανόν.

Εννόησας λοιπόν ότι εις μάτην εφόνευσε τον αδελφόν του, ήρχισε να κλαίη· αφού δε έκλαυσε και εθρήνησε διά την συμφοράν την οποίαν τω επήνεγκεν ο θάνατος ούτος, επήδησεν επί του ίππου του σκοπεύων να τρέξη αμέσως εις τα Σούσα και να εκστρατεύση κατά του μάγου. Αλλ' ενώ επήδα επί του ίππου, έπεσε το κομβίον το κρατούν την θήκην της σπάθης του, γυμνωθείς δε τοιουτοτρόπως ο σίδηρος εκτύπα τον μηρόν του και τον επλήγωσεν εις το αυτό μέρος όπου και αυτός πρότερον είχε πληγώσει τον θεόν των Αιγυπτίων Άπιν. Επειδή δε η πληγή του εφαίνετο καιρία, ηρώτησε ποιον ήτο το όνομα της πόλεως· οι δε τω είπον ότι εκαλείτο Εκβάτανα. Εις δε τον Καμβύσην προηγουμένως είχε δοθή χρησμός από την πόλιν Βουτώ ότι έμελλε να τελευτήση τον βίον εις τα Εκβάτανα, και είχε νομίσει ότι ήθελεν αποθάνει εις τα Εκβάταν της Μυδίας όπου είχεν όλους τους θησαυρούς του, ενώ το χρηστήριον ενόει βεβαίως τα Εκβάτανα της Συρίας. Όθεν επειδή ερωτών έμαθε το όνομα της πόλεως, τεταραγμένος από την συμφοράν του μάγου και του τραύματος, εσωφρόνησε, και εννοήσας τον χρησμόν είπεν· «Εδώ είνε πεπρωμένον να τελευτήση ο Καμβύσης του Κύρου.»

65. Και τότε μεν δεν είπε περισσότερα· βραδύτερον όμως, μετά είκοσι περίπου ημέρας, καλέσας τους λογιμωτάτους των εις τα Εκβάτανα ευρισκομένων Περσών, τοις είπε τα εξής· «Ω Πέρσαι, αναγκάζομαι να σας φανερώσω πράγμα το οποίον υπέρ παν άλλο ετήρουν μυστικόν. Κοιμώμενός ποτε εις την Αίγυπτον είδον όνειρον το οποίον είθε να μη έβλεπον· μοι εφάνη ότι απεσταλμένος τις ήλθεν εκ της οικίας μου διά να μοι αναγγείλη ότι ο Σμέρδις καθήμενος επί του βασιλικού θρόνου ήγγιζε με την καφαλήν του τον ουρανόν. Εφοβήθην μήπως με αφαιρέση την βασιλείαν ο αδελφός μου και ενήργησα ταχύτερον ή φρονιμώτερον, διότι είναι αδύνατον εις τον άνθρωπον να αποφύγη το πεπρωμένον να γίνη. Έπεμψα λοιπόν ασυλλογίστως τον Πρηξάσπη εις τα Σούσα διά να φονεύση τον Σμέρδιν. Γενομένου δε του κακού τούτου, έζων ησύχως, μη σκεπτόμενος πλέον ότι, αφού εφονεύθη ο Σμέρδις, άλλος άνθρωπος ήθελεν ευρεθή να επαναστατήση κατ' εμού. Αλλ' ηπατήθην· εγενόμην αδελφοκτόνος άνευ ανάγκης, και ουχ ήττον εστερήθην την βασιλείαν· διότι τον Σμέρδιν τον μάγον μοι προεδείκνυεν ο θεός εν τω ονείρω εκείνω ως προωρισμένον να επαναστατήση κατ' εμού. Ιδέτε λοιπόν τι έπραξα και σκεφθήτε ότι όχι ο Σμέρδις του Κύρου, αλλά δύο μάγοι αρπάζουσι την βασιλείαν, εκείνος τον οποίον αφήκα επίτροπον εις τα βασίλεια και ο αδελφός του Σμέρδις. Ο αδελφός εις τον οποίον ανήκε να με υπερασπίση ατιμαζόμενον από τους ανθρώπους τούτους εφονεύθη από τον πλησιέστατον συγγενή του γενόμενος θύμα σκληρού πεπρωμένου· τούτου δε μη υπάρχοντος, εις υμάς οφείλω να αποτείνω τις θελήσεις μου τελευτών τον βίον. Επικαλούμενος τους θεούς του βασιλείου τούτου σας προστάζω όλους και μάλιστα τους παρόντας των Αχαιμενιδών να μη ανεχθήτε να περιέλθη η βασιλεία αύθις εις τους Μήδους· αλλ' εάν μεν καταγίνωνται να την καταλάβωσι με δόλον, αφαιρέσατέ την από αυτούς με δόλον, εάν δε θελήσωσι να το κατορθώσωσι μετά δυνάμεων, προσπαθήσατε και υμείς να την ανασώσετε μετά πλειοτέρων δυνάμεων. Εάν πράξετε ό,τι σας ζητώ, είθε η γη να παράγη τους καρπούς της δι' υμάς, είθε να τίκτωσιν οι γυναίκες και αι ποίμναι υμών, είθε να ήσθε διά παντός ελεύθεροι! Εάν όμως δεν ανασώσετε την αρχήν, μήτε επιχειρήσετε να ανασώσητε αυτήν, σας καταρώμαι να συμβώσιν εις υμάς τα εναντία τούτων, και προσέτι το τέλος εκάστου Πέρσου να ήναι τοιούτο οίον το ιδικόν μου!» Ταύτα είπεν ο Καμβύσης και έκλαιε τας δυστυχίας του.

66. Ιδόντες οι Πέρσαι τον βασιλέα των να κλαίη έσχισαν τα ιμάτιά των και εθρήνουν μεγαλοφώνως. Μετά ταύτα το οστούν του πληγωμένου εσάπισεν, αι σάρκες του μηρού του εγαγγραινώθησαν και απέθανεν αφού εβασίλευσεν εν όλοις επτά έτη και πέντε μήνας χωρίς να απολαύση τέκνον, μήτε άρρεν μήτε θήλυ. Αίσθημά τι αμφιβολίας περιεχύθη μεταξύ των παρόντων Περσών· δεν ηδύναντο να πιστεύσωσιν ότι οι μάγοι κατέλαβον τα πράγματα, αλλ' υπώπτευσαν ότι ο Καμβύσης έπλασε την διήγησιν του θανάτου του Σμέρδιος διά να τους απατήση και επαναστατήσωσι κατά του αδελφού του.

67. Υπέθεσαν λοιπόν ότι ο αναβάς εις τον θρόνον ήτο ο Σμέρδις, ο υιός του Κύρου· έτι δε και ο Πρηξάσπης ηρνείτο επιμόνως ότι εφόνευσε τον Σμέρδιν, διότι δεν ενόμιζεν ασφαλές να φανερώση μετά τον θάνατον του Καμβύσου ότι εφόνευσεν ιδιοχείρως τον υιόν του Κύρου. Ο μάγος λοιπόν, αφού ετελεύτησεν ο Καμβύσης, ωφελούμενος εκ της ομοιότητος των ονομάτων, εβασίλευσε κατ' αρχάς ησύχως τους επτά μήνας οίτινες υπελείποντο διά να συμπληρώση ο Καμβύσης οκτώ έτη. Κατά τον ολίγον τούτον χρόνον έπραξε προς όλους τους υπηκόους του μεγάλας ευεργεσίας, ώστε ότε απέθανεν όλοι οι εν τι Ασία τον επόθησαν, πλην των Περσών· διότι ο μάγος πέμψας κήρυκας εις όλα τα υπό την εξουσίαν του έθνη εκήρυξεν ότι ούτε άνδρας ήθελε στρατολογήσει ούτε φόρους ήθελεν εισπράξει, επί τρία έτη· ταύτα δε εκήρυξεν άμα επανεστάτησε διά να καταλάβη την αρχήν.

68. Τον όγδοον δε μήνα ανεκαλύφθη κατά τον ακόλουθον τρόπον τις ήτο· ο Οτάνης, ο υιός του Φαρνάσπους, ήτο κατά το γένος και τα πλούτη είς των πρώτων Περσών. Ο Οτάνης ούτος πρώτος των άλλων υπώπτευσεν ότι ο μάγος ήτο όχι ο Σμέρδος ο υιός του Κύρου, αλλ' εκείνος όστις ήτο πράγματι. Η εικασία του δε εβασίζετο εις τούτο, ότι ο βασιλεύς δεν εξήρχετο της ακροπόλεως και δεν εκάλει ενώπιον του κανένα από τους λογίμους Πέρσας. Υποπτεύσας λοιπόν έπραξε τα ακόλουθα· ο Καμβύσης είχε λάβει γυναίκα την θυγατέρα του καλουμένην Φαιδύμην· την ιδίαν είχε τότε ο μάγος και συνέζη μετ' αυτής ως και μετά των άλλων γυναικών του Καμβύσου. Εις ταύτην την θυγατέρα πέμψας ο Οτάνης, την ηρώτα περί του ανθρώπου μεθ' ου συνεκοιμάτο, εάν ήτο ο Σμέρδις του Κύρου ή άλλος τις. Εκείνη δε τω διεβίβασε την απόκρισιν ότι ποτέ δεν είδε τον Σμέρδιν του Κύρου και ούτε εγνώριζε ποίος ο μετ' αυτής συνευναζόμενος. Έπεμψεν εκ δευτέρου ο Οτάνης λέγων· «Εάν δεν γνωρίζης τον Σμέρδιν τον υιόν του Κύρου, ερώτησον την Άτοσσαν μετά τίνος ανθρώπου συγκοιμάται, ως συ, διότι δεν είναι δυνατόν να μη γνωρίζη τον αδελφόν της.» Εις την ερώτησιν ταύτην αποκρίνεται η θυγάτηρ λέγουσα· «Ούτε με την Άτοσσαν ειμπορώ να συνομιλήσω, ούτε να ίδω άλλην τινα των γυναικών, διότι ο άνθρωπος ούτος, οιοσδήποτε και αν ήναι, άμα παρέλαβε την βασιλείαν, μας διεσκόρπισε θέσας εκάστην εις ιδιαίτερον οίκημα.»

69. Ταύτα ακούσας ο Οτάνης ήρχισε να εννοή καλλίτερον το πράγμα· έπεμψε λοιπόν προς την θυγατέρα τρίτην αγγελίαν λέγουσαν ταύτα· «Ω θύγατερ· διά την λαμπράν σου γέννησιν πρέπει να αναδεχθής τον κίνδυνον εις τον οποίον ο πατήρ σου σε διατάττει να εκτεθής. Εάν ο άνθρωπος ούτος δεν είναι ο υιός του Κύρου, εάν ήναι εκείνος τον οποίον υποθέτω, δεν πρέπει να ζήση χαίρων ότι συνεκοιμήθη μετά σου και ήρπασε την βασιλείαν των Περσών, αλλά να τιμωρηθή αυστηρώς. Κάμε λοιπόν αυτό το οποίον σοι παραγγέλλω. Όταν συγκατακλιθή μετά σου και κρίνης ότι εβυθίσθη εις τον ύπνον, ψηλάφησον τα ωτία του, και εάν μεν εύρης ότι έχει τοιαύτα, πείσθητι ότι συγκοιμάσαι με τον Σμέρδιν τον υιόν του Κύρου, εάν δε δεν έχη, είναι ο μάγος Σμέρδις.» Προς ταύτα απεκρίθη η Φαιδύμη λέγουσα ότι θα κινδυνεύση μεγάλως εάν υπακούση· διότι εάν δεν έχη ώτα, εάν την εννοήση ότι τον ψηλαφεί, βεβαίως θα την φονεύση, όμως θα υπακούση. Η Φαιδύμη λοιπόν υπεσχέθη εις τον πατέρα της να εκτελέση τας διαταγάς του. Τούτου δε του μάγου Σμέρδιος τα ώτα είχε κόψει ο υιός του Καμβύσου Κύρος ότε εβασίλευε δι' αιτίαν ου μικράν. Ούτως η Φαιδύμη αύτη, η του Οτάνου θυγάτηρ, υποσχεθείσα εις τον πατέρα της να εκτελέση τας διαταγάς του όταν έλθη η σειρά της να εισαχθή προς τον μάγον (διότι αι γυναίκες των Περσών εκ περιτροπής συνευρίσκονται με τους άνδρας των), εισήλθε και κατεκλίθη μετ' αυτού· αφού δε ο μάγος απεκοιμήθη βαθέως εψηλάφησε τα ώτα του και ευκόλως ενόησεν ότι ο άνθρωπος δεν είχεν ώτα. Άμα δε εφάνη η ημέρα, πέμψασα εφανέρωσεν εις τον πατέρα της τα γενόμενα.

70. Ο δε Οτάνης λαβών κατ' ιδίαν τον Ασπαθίνην και τον Γωβρύαν, πρώτους των Περσών και πιστοτάτους φίλους του, τοις διηγήθη όλην την υπόθεσιν. Επειδή δε και αυτοί οι ίδιοι υπώπτευον ότι το πράγμα είχεν ούτως, εδέχθησαν τους λόγους του Οτάνου και συνεφώνηοαν να προσεταιρισθή έκαστος τον μάλλον πιστόν φίλον του. Ο μεν Οτάνης λοιπόν εισάγει τον Ινταφέρνην, ο Γωβρύας τον Μεγάβυζον, ο δε Ασπαθίνης τον Υδάρνη. Ήσαν δε έξ όταν ο υιός του Υστάσπους Δαρείος έφθασεν εις τα Σούσα ερχόμενος εκ τις Περσίας όπου ο πατήρ του ήτο διοικητής· μαθόντες την άφιξίν του οι έξ ούτοι Πέρσαι, ενέκριναν να προσεταιρισθώσι τον Δαρείον.

71. Συνελθόντες λοιπόν οι επτά, ωρκίσθησαν μεταξύ των και ήρχισαν να συσκέπτωνται. Ότε δε ήλθεν η σειρά του Δαρείου να εκφέρη την γνώμην του, είπε τα ακόλουθα· «Εγώ ενόμιζον ότι ήμην ο μόνος όστις ήξευρα ότι ο μάγος μας κυβερνά και ότι ο υιός του Κύρου Σμέρδις ετελεύτησε, και τούτου ένεκα έδραμον όπως διοργανόσω τον θάνατον του μάγου. Επειδή δε συμβαίνει να το ηξεύρετε και υμείς ως εγώ, νομίζω ότι πρέπει να ενεργήσωμεν αμέσως και να μη βραδύνωμεν, διότι δεν συμφέρει η αναβολή.» Ο Οτάνης απεκρίθη εις ταύτα· «Ω υιέ του Υστάσπους, είσαι υιός πατρός γενναίου και δεν φαίνεσαι κατώτερος του πατρός σου· μη σπεύδης όμως απερισκέπτως τοιαύτην επιχείρησιν, αλλά διεύθυνον αυτήν μετά πλειοτέρας φρονήσεως· είναι ανάγκη να γίνωμεν περισσότεροι, και τότε ενεργούμεν.» Απεκρίθη ο Δαρείος εις ταύτα· «Ω άνδρες όσοι είσθε παρόντες, εάν ακολουθήσετε την γνώμην του Οτάνου, μάθετε ότι θα απολεσθήτε κάκιστα, διότι θα ευρεθή τις όστις παρασυρόμενος υπό του ιδίου συμφέροντος θα φανερώση ταύτα εις τον μάγον. Έπρεπε, μετά τας πρώτας σας ομιλίας, να εκτελέσετε υμείς μόνοι το σχέδιόν σας· επειδή όμως ηθελήσατε συνεταίρους, επειδή το ενεπιστεύθητε και εις εμέ, ή θα το θέσωμεν εις ενέργειαν σήμερον, ή, εάν αφήσωμεν να παρέλθη η σήμερον, δεν σας κρύπτω ότι δεν θα δώσω καιρόν εις άλλον να με καταγγείλη προς τον μάγον, αλλ' εγώ θα φανερώσω τα πάντα εις αυτόν.»

72. Τότε ο Οτάνης βλέπων τον Δαρείον τόσον σπεύδοντα είπεν· «Αφού μας αναγκάζεις να επιταχύνωμεν και δεν μας επιτρέπεις να αναβάλωμεν, ειπέ μας συ πώς να εισέλθωμεν εις τον βασιλικόν οίκον και με ποίον τρόπον να επιτεθώμεν κατ' αυτών· διότι ηξεύρεις, ή, εάν δεν είδες, θα ήκουσες ότι φύλακες είναι τοποθετημένοι πανταχού· πώς λοιπόν να διέλθωμεν δι' αυτών;» Απεκρίθη ο Δαρείος τα ακόλουθα· «Πολλά πράγματα, Οτάνη, δεν δύνανται να σαφηνισθώσι διά λόγων αλλά δι' έργου· υπάρχουσιν επίσης άλλα τα οποία με τον λόγον μεν είναι ευκατόρθωτα, άμα όμως τα επιχειρήση τις ουδέν λαμπρόν αποτέλεσμα έχουσιν. Ηξεύρετε ότι δεν είναι αδύνατον να διέλθωμεν διά των φυλάκων· αφ' ενός μεν, είτε εκ φόβου, είτε εκ σεβασμού, κανείς δεν θα τολμήση να εμποδίση ανθρώπους του βαθμού μας· αφ' ετέρου δε έχω εγώ πρόφασίν τινα λίαν εύλογον διά να εισέλθωμεν εις το ανάκτορον· θα είπω ότι ταύτην την στιγμήν έφθασα εκ της Περσίας και ότι επιθυμώ να αναφέρω τι εις τον βασιλέα εκ μέρους του πατρός μου. Όπου είναι ανάγκη να είπη τις ψεύδος, ας το είπη· διότι ημείς οι άνθρωποι την αυτήν πάντοτε έχομεν επιθυμίαν, είτε ψευδόμενοι είτε λέγοντες την αλήθειαν. Οι μεν ψεύδονται τότε, όταν θέλωσι διά του ψεύδους να πείσωσι και κατορθώσωσί τι· οι άλλοι δε εξ εναντίας λέγουσι την αλήθειαν διά να ωφεληθώσι τι εκ της αληθείας και διά να τους εμπιστεύονται περισσότερον. Ώστε διά διαφόρων οδών τείνομεν πάντες προς τον αυτόν σκοπόν. Εάν δεν είχον τι να ωφεληθώσιν, αδιαφόρως και ο φιλαλήθης θα εψεύδετο, και ο ψεύστης θα έλεγεν αληθή. Ο φύλαξ όστις προθύμως ήθελε μας αφήσει να διέλθωμεν, αυτός μετά ταύτα θα ωφεληθή· εκείνον δε όστις θελήση να μας εναντιωθή, ας τον μεταχειρισθώμεν αμέσως ως εχθρόν, και εισερχόμενοι έπειτα διά της βίας ας πράξωμεν το έργον μας.»

73. Λέγει ο Γωβρύας μετά ταύτα· «Φίλοι, πότε άλλοτε θα εύρωμεν καλλιτέραν ευκαιρίαν να ανακτήσωμεν την βασιλείαν μας, ή, εάν δεν το κατορθώσωμεν, να αποθάνωμεν, ημείς οίτινες όντες Πέρσαι, κυβερνώμεθα από ένα μάγον, και μάλιστα μάγον όστις δεν έχει ώτα; Όσοι εξ υμών παρευρέθητε πλησίον του ασθενούς Καμβύσου, δεν ελησμονήσατε τι κατηράσθη αποθνήσκων να πάθωσιν οι Πέρσαι εάν δεν προσπαθήσωσι να ανακτήσωσι την βασιλείαν. Τότε δεν εδέχθημεν τους λόγους του, νομίζοντες ότι ο Καμβύσης εσκόπευε να μας απατήση· τώρα όμως ψηφίζω να υπακούσωμεν εις τον Δαρείον και να μη χωρισθώμεν εξερχόμενοι του συνεδρίου τούτου, αλλά να υπάγωμεν κατ' ευθείαν προς τον μάγον.». Ταύτα είπεν ο Γωβρύας, και όλοι ταύτα ενέκρινον.

74. Ενώ δε ούτοι ταύτα εβουλεύοντο, εγένοντο κατά συντυχίαν τα ακόλουθα. Οι μάγοι, αφού συνεσκέφθησαν, έκριναν εύλογον να ελκύσωσι την φιλίαν του Πρηξάσπους διότι αυτός έπαθεν υπό του Καμβύσου σκληρώς, όταν ο βασιλεύς τοξεύσας εφόνευσε τον υιόν του· διότι αυτός μόνος ήξευρε τον θάνατον του Σμέρδιος υιού του Κύρου, ως φονεύσας αυτόν με τας ιδίας του χείρας, και τέλος διότι απελάμβανε παρά τοις Πέρσαις μεγάλην υπόληψιν. Διά ταύτα λοιπόν τον προσκάλεσαν, εζήτησαν την φιλίαν του, τον υπεχρέωσαν με πιστά και με όρκους να τηρήση μυστικήν και να μη φανερώση εις κανένα την προς τους Πέρσας απάτην των, και τω υπεσχέθησαν άπειρα δώρα. Επειδή δε ο Πρηξάσπης υπεσχέθη ό,τι επεθύμουν, και οι μάγοι ενόμισαν ότι τον έπεισαν, τω είπον κατόπιν ότι αυτοί μεν θα συγκαλέσωσιν όλους τους Πέρσας προ του ανακτόρου, εκείνον δε διώρισαν να αναβή επί ενός πύργου και να κηρύξη ότι βασιλεύς των είναι ο Σμέρδις, και ουχί άλλος τις. Εζήτησαν δε παρ' αυτού να πράξη τούτο ένεκα της μεγάλης εμπιστοσύνης την οποίαν ενέπνεεν εις τον λαόν, και διότι πολλάκις είπε παρρησία ότι ο Σμέρδος του Κύρου έζη και ηρνήθη επιμόνως τον φόνον αυτού.

75. Υποσχεθέντος λοιπόν του Πρηξάσπους να πράξη τούτο, οι μάγοι συνεκάλεσαν τους Πέρσας και ανεβίβασαν αυτόν εις τον πύργον κελεύσαντες αυτόν να αγορεύση. Αλλά λησμονήσας εκουσίως τι περιέμενον παρ' αυτού, ήρχισεν από του Αχαιμένους την πατρικήν γενεαλογίαν του Κύρου, φθάσας δε εις τούτον, απηρίθμησε πόσα καλά έπραξεν ο Κύρος εις τους Πέρσας. Αφού δε διηγήθη ταύτα, εφανέρωσε την αλήθειαν ειπών ότι πρότερον μεν έκρυπτεν αυτήν διότι δεν θα είχεν ασφάλειαν εάν απεκάλυπτε το πράγμα· τώρα όμως καθήκον του είναι να το φανερώση, και είπεν ότι τον υιόν του Κύρου Σμέρδιν αυτός ο ίδιος εφόνευσεν αναγκασθείς υπό του Καμβύσου και ότι βασιλεύουσιν οι μάγοι. Αφού δε επρόφερε πολλάς κατάρας κατά των Περσών εάν δεν προσπαθήσουν ν' ανακτήσωσι την ελευθερίαν και εάν δεν τιμωρήσωσι τους μάγους, ερρίφθη εκ του ύψους του πύργου επί κεφαλήν. Και ο μεν Πρηξάσπης, όστις πάντοτε διετέλεσεν άνθρωπος ευϋπόληπτος, ούτως ετελεύτησεν.

76. Οι δε επτά Πέρσαι, αποφασίσαντες να κτυπήσωσι τους μάγους άνευ αναβολής, ευχήθησαν εις τους θεούς και εκίνησαν, μη γνωρίζοντες τίποτε εκ των περί τον Πρηξάσπη πραχθέντων. Πορευόμενοι δε και φθάσαντες εις το μέσον της οδού έμαθον τα γεγονότα και παραμερίσαντες της οδού ήρχισαν πάλιν να συσκέπτωνται· και οι μεν περί τον Οτάνην επέμενον να αναβάλωσι την υπόθεσιν και να μη επιχειρήσωσι τίποτε, ευρισκομένων των πραγμάτων εις τοιούτον αναβρασμόν, οι δε περί τον Δαρείον επέμενον εξ εναντίας να προχωρήσωσιν εμπρός, να πράξωσιν, ό,τι είχον αποφασίσει και να μη φέρωσι καμμίαν αναβολήν. Ενώ δε εφιλονήκουν, εφάνησαν επτά ζεύγη ιεράκων καταδιώκοντα δύο ζεύγη γυπών τα οποία έτιλλον και εσπάραττον. Εις την θέαν ταύτην οι επτά συνετάχθησαν όλοι με την γνώμην του Δαρείου και εχώρησαν προς τα βασίλεια ενθαρρυνθέντες από τον οιωνόν.

77 Όταν έφθασαν εις τας πύλας συνέβη ό,τι είχε προΐδει ο Δαρείος· οι φρουροί εφάνησαν πλήρης σεβασμού προς τους πρώτους των Περσών, και μη υποπτεύοντες κανένα κίνδυνον εκ μέρους των, τους άφησαν να εισέλθωσιν ως εάν τους συνώδευε θεία δύναμις και κανείς ούτε τους ηρώτησεν. Εις την αυλήν όμως συνήντησαν τους αγγελιαφόρους ευνούχους και ούτοι τους ηρώτησαν τι ήθελον, συγχρόνως δε ηπείλουν τους πυλωρούς διατί να τους αφήσωσιν ελευθέρους και εμπόδιζον τους επτά θέλοντας να προχωρήσωσι περισσότερον. Τότε οι συνωμόται ενθαρρύναντες αλλήλους και σύραντες τα εγχειρίδια επέπεσαν κατά των εμποδιζόντων αυτούς και ώρμησαν εις τον ανδρώνα.

78. Συνέπεσε δε κατ' εκείνην την στιγμήν να ευρίσκωνται αμφότεροι οι μάγοι εντός και να συσκέπτωνται περί εκείνου το οποίον έπραξεν ο Πρηξάσπης. Εις τον θόρυβον και τας φωνάς των τεταραγμένων ευνούχων, προσέδραμον αμφότεροι, και εννοήσαντες τα γινόμενα, επεκαλέσθησαν την ιδίαν των ανδρείαν. Και ο μεν εξ αυτών προφθάνει και δράττει το τόξον, ο δε άλλος το ακόντιον· τότε σενεπλάκησαν. Εκείνος όστις εκράτει το τόξον, στενοχωρούμενος εκ του σύνεγγυς υπό των αντιπάλων του, δεν ηδυνήθη να το μεταχειρισθή· ο δε δεύτερος υπερασπίζετο διά του ακοντίου· εκτύπησεν εις τον μηρόν τον Ασπαθίνην και εις τον οφθαλμόν τον Ινταφέρνην, όστις έχασε μεν τον οφθαλμόν ένεκα του κτυπήματος τούτου, αλλά δεν απέθανεν. Ο είς λοιπόν από τους δύο μάγους επλήγωσε τους Πέρσας τούτους, ο δε αδελφός του βλέπων ότι το τόξον είναι όπλον ανωφελές, καταφεύγει εις θάλαμον συγκοινωνούντα με τον ανδρώνα με την πρόθεσιν να κλείση τας θύρας αυτού. Δύο όμως εκ των επτά, ο Δαρείος και ο Γωβρύας, εισπίπτουσιν ομού. Και ο μεν Γωβρύας συνεπλάκη μετ' αυτού σώμα προς σώμα, ο δε Δαρείος φοβούμενος μήπως διατρυπήση τον Γωβρύαν εν τω σκότει, ίσταται διστάζων. Ιδών δε ο Γωβρύας αυτόν ιστάμενον αργόν, τον ερωτά διατί δεν μεταχειρίζεται τας χείρας του. Ο δε Δαρείος αποκρίνεται· «Διότι φοβούμαι μήπως κτυπήσω σε.» Τότε πάλιν ο Γωβρύας είπεν, «Έμπηξον το ξίφος σου δι' αμφοτέρων.» Ο δε Δαρείος πειθόμενος ώθησε το εγχειρίδιον και κατά τύχην εφόνευσε τον μάγον.

79. Αποκτείναντες δε τους μάγους και κόψαντες αυτών τας κεφαλάς, τους μεν δύο τραυματίας των αφήκαν εκεί και διά την αδυναμίαν των και διά να φυλάττωσι την ακρόπολιν· έπειτα οι πέντε με μεγάλας κραυγάς και θόρυβον, κρατούντες τας κεφαλάς των μάγων, ώρμησαν εκτός, εκάλουν τους Πέρσας, τοις διηγούντο τα γενόμενα και τοις εδείκνυον τας κεφαλάς, συγχρόνως δε εφόνευον πάντα μάγον τον οποίον εύρισκον εμπρός των. Οι δε Πέρσαι, μαθόντες το έργον των επτά και την απάτην των μάγων, έκριναν δίκαιον να μιμηθώσι τους πρώτους. Όθεν ανασπάσαντες τα εγχειρίδια εφόνευον οιονδήποτε μάγον απήντων. Και εάν δεν επήρχετο η νυξ, δεν θα άφινον ζώντα ούτε ένα. Οι Πέρσαι τιμώσι δημοσίως την ημέραν ταύτην πλειότερον πάσης άλλης ημέρας, και κατ' αυτήν τελούσι εορτήν την οποίαν καλούσι μαγοφόνια. Ενώ τελούσιν αυτήν εις κανένα μάγον δεν επιτρέπεται να φανή εις το φως, αλλ' όλοι μένουσι δι' όλης της ημέρας κεκλεισμένοι εις τους οίκους των.

80. Αφού δε κατέπαυσεν ο θόρυβος και ήλθεν η έκτη ημέρα, οι επαναστατήσαντες εναντίον των μάγων συνεσκέφθησαν περί των δημοσίων πραγμάτων και είπον λόγους οίτινες εφάνησαν απίστευτοι είς τινας Έλληνας, μολονότι ελέχθησαν πράγματι. Ο μεν Οτάνης προέτεινε να αναθέσωσι την κυβέρνησιν εις την κοινότητα των Περσών. «Η γνώμη μου, είπεν, είναι να μη γίνη πλέον είς μόνος εξ ημών βασιλεύς· ούτε ευάρεστον ούτε καλόν είναι το τοιούτο, διότι ηξεύρετε μέχρι ποίου βαθμού σας ύβρισεν ο Καμβύσης και πόσα επάθετε εκ της αυθαδείας του μάγου. Και τωόντι πώς η μοναρχία δύναται να ήναι διοίκησις καλώς ωργανισμένη όταν επιτρέπη εις ένα άνθρωπον να πράττη ό,τι θέλει χωρίς να δίδη λόγον εις κανένα; Και ο μάλλον ενάρετος άνθρωπος εάν περιβληθή με τοιαύτην εξουσίαν, ήθελε παρεκτραπή των συνήθων του ορθών φρονημάτων. Παρά τω ανθρώπων η υπερηφάνεια γεννάται εκ των αγαθών τα οποία έχει, ο δε φθόνος αρχήθεν συγγεννάται με τον άνθρωπον. Ταύτα τα δύο έχων, έχει πάσαν κακίαν και πράττει πλήθος εγκλημάτων, άλλα μεν εν τη υπερβολή της υπερηφανείας του, άλλα δε υπό φθόνου. Ο τύραννος εν τούτοις δεν έπρεπε να ήναι φθονερός αφού έχει εις την εξουσίαν του όλα τα αγαθά, αλλ' εκ φύσεως εμφορείται υπό όλως εναντίων αισθημάτων προς τους πολίτας. Φθονεί την ζωήν και την ύπαρξιν των καλών και αγαπά τους κακούς πολίτας· είναι πολύ ταχύς εις το να πιστεύη τας διαβολάς και ο μάλλον διεφθαρμένος. Εάν τον θαυμάζης μετρίως, δυσαρεστείται λέγων ότι δεν τον τιμάς πολύ· εάν δε τον τιμάς πολύ, δυσαρεστείται υποπτεύων ότι τον κολακεύεις. Το χειρότερον όμως, το οποίον και θα σας είπω, είναι ότι μεταβάλλει νόμους πατροπαραδότους, βιάζει γυναίκας, φονεύει ανθρώπους χωρίς να τους δικάζη. Όταν άρχη ο λαός, πρώτον μεν η αρχή αυτού φέρει το κάλλιστον των ονομάτων, καλείται ισονομία· δεύτερον δεν πράττονται εκείνα τα εγκλήματα τα οποία ανέφερα ότι πράττει ο μονάρχης· διότι τα μεν αξιώματα δίδονται διά ψήφου εις υπευθύνους άρχοντας, τα δε βουλεύματα ανακοινούνται εις το κοινόν. Προτείνω λοιπόν να καταλύσωμεν την μοναρχίαν και να δώσωχεν δύναμιν εις τον λαόν, διότι εις τους πολλούς περιλαμβάνονται όλοι.» Ο μεν Οτάνης ταύτην την γνώμην έδωκεν.

81. Ο δε Μεγάβυζος συνεβούλευσε να εγκαταστήσωσιν ολιγαρχίαν λέγων τα εξής· «Όσα μεν είπεν ο Οτάνης διά να καταλύσωμεν την τυραννίαν, θεωρήσατε ως να τα είπον εγώ, όσα όμως είπε συμβουλεύων να μεταφέρωμεν την εξουσίαν εις τον λαόν, κατά ταύτα έσφαλε της ορθής γνώμης, διότι ουδέν ανοητότερον και αυθαδέστερον του ασημάντου όχλου, και ουδέν μάλλον ανυπόφορον ή να υποκύψωσιν εις την αυθάδειαν ακρατήτου πλήθους άνδρες θέλοντες να αποφύγωσι την αυθάδειαν μονάρχου. Ο τύραννος, εάν πράξη τι, ηξεύρει τι πράττει, ο λαός όμως δεν δύναται να το ηξεύρη. Και πώς είναι δυνατόν να το ηξεύρη, αφού μήτε εδιδάχθη μήτε έμαθε ποτε τι εστι καλόν και αρμόζον; Ορμά ασυλλογίστως επί των δημοσίων υποθέσεων και τας ωθεί, όμοιος με χείμαρρον χειμερινόν. Δημοκρατίαν λοιπόν ας μεταχειρισθώσιν όσοι βουλεύονται κακά διά τους Πέρσας· ημείς δε εκλέξαντες συνέλευσιν εκ των αρίστων ανδρών, ας αναθέσωμεν εις αυτούς την κυριαρχίαν, καθότι εις αυτούς θα περιεχώμεθα και ημείς. Είναι δε επόμενον ότι των αρίστων τούτων ανδρών και τα βουλεύματα θα ώσιν άριστα.» Τοιαύτη ήτο η γνώμη του Μεγαβύζου.

82. Τρίτος ο Δαρείος εγνωμοδότησε λέγων «Κατ' εμέ, ο Μεγάβυζος ωμίλησεν ορθώς μεν περί του πλήθους, ουχί όμως και περί της ολιγαρχίας· καθότι εκ των τριών τούτων ειδών των υποτιθεμένων ως αρίστων, ήτοι αρίστης δημοκρατίας, ή ολιγαρχίας, ή μοναρχίας, λέγω ότι η τελευταία αύτη υπερτερεί τας άλλας δύο κατά πολύ. Ουδέν καλλίτερον ή η εξουσία ήτις είναι εις χείρας ενός ανδρός, του αρίστου, διότι η φρόνησις αυτού ήθελε τον οδηγή να κυβερνά το πλήθος αμέμπτως και προ πάντων να φυλάττη μυστικάς τας εναντίον των εξωτερικών εχθρών αποφάσεις. Εν δε τη ολιγαρχία, όταν πολλοί ασκώσι την αρετήν προς το κοινόν συμφέρον, γεννώνται μίση ιδιαίτερα, συνήθως βίαια· έκαστος θέλει να εκφέρη την γνώμην του και να βλέπη αυτήν υπερισχύουσαν· εκ τούτου προκύπτουσιν εμφύλιαι διχόνοιαι, και εκ των διχονοιών γεννώνται αιματοχυσίαι. Εκ των αιματοχυσιών δε καταντώσιν εις την μοναρχίαν, όπερ αποδεικνύει ότι η μοναρχία είναι η αρίστη διοίκησις. Εάν πάλιν άρχη ο δήμος, είναι αδύνατον να μη εισχωρήση η διαφθορά· εισαγομένης δε της διαφθοράς εις τα κοινά, μίση μεν δεν γεννώνται μεταξύ των κακών, αλλά φιλίαι σταθεραί· διότι οι βλάπτοντες τα κοινά, πράττουσι τούτο εκ συμφώνου. Παρατείνεται δε η κατάστασις αύτη μέχρις ου ευρεθή τις να αναλάβη την υπεράσπισιν του λαού και χαλιναγωγήση τους τοιούτους· τότε ο λαός θαυμάζει τον άνθρωπον τούτον, όστις θαυμαζόμενος δεν βραδύνει να γίνη βασιλεύς. Ώστε φαίνεται και εκ τούτου ότι η μοναρχία είναι η καλλιτέρα διοίκησις. Συλλήβδην δε ειπείν, πόθεν επήγασεν η ελευθερία ημών και τις μας έδωκεν αυτήν; Ο δήμος, η ολιγαρχία, ή η μοναρχία; Η γνώμη μου λοιπόν είναι ότι, αφού είς μόνος άνθρωπος κατέστησεν ημάς ελευθέρους, το καθήκον ημών είναι να διατηρήσωμεν την τοιαύτην διοίκησιν. Μη καταργούμεν πατρίους νόμους καλώς έχοντας, διότι τούτο δεν συμφέρει.»

83. Τοιαύται υπήρξαν αι τρείς γνώμαι, και οι τέσσαρες άλλοι συνωμόται συνετάχθησαν με την τελευταίαν. Ο δε Οτάνης όστις ήθελε να εγκαταστήση την ισονομίαν παρά τοις Πέρσαις, ιδών ότι η γνώμη αυτού ηττήθη, είπεν εν τω μέσω αυτών· «Ω άνδρες συστασιώται, είναι φανερόν ότι είς εξ ημών πρέπει να γίνη βασιλεύς, είτε διά κλήρου επιτυχών τούτο, είτε δι' εκλογής του πλήθους των Περσών, εάν αναθέσωμεν εις αυτόν την φροντίδα ταύτην, είτε δι' άλλου τινός τρόπου. Εγώ όμως δεν θα συναγωνισθώ μεθ' υμών, διότι ούτε να άρχω θέλω, ούτε να άρχωμαι. Παραιτούμαι λοιπόν της αρχής επί τω όρω να μη εξουσιασθώ ποτέ παρ' ουδενός, ούτε εγώ, ούτε οι απόγονοι εμού.» Αφού είπε ταύτα ο Οτάνης, επειδή οι άλλοι έξ εδέχθησαν την πρότασίν του, δεν ανεμίχθη πλέον εις τίποτε, αλλ' απεχώρησε. Και μέχρι σήμερον αυτή η οικία μόνη εκ των Περσών είναι ελευθέρα υπακούουσα μόνον εις όσα θέλει, μη παραβαίνουσα όμως τους νόμους του τόπου.

84. Οι έξ οίτινες έμειναν εσκέφθησαν με ποίον δικαιότατον τρόπον να ονομάσωσι βασιλέα· εκ προοιμίων δε έκρινον εύλογον να αποφασίσωσιν, εάν καταλάβη την βασιλείαν είς των επτά, να δίδη κατ' έτος εις τον Οτάνην και εις τους απογόνους του μίαν εσθήτα μηδικήν, ως τιμήν όλω ιδιαιτέραν, και συγχρόνως όλα τα αλλά δώρα όσα παρά τοις Πέρσαις θεωρούνται τιμιώτατα. Ενέκρινον δε να δίδωνται ιδιαιτέρως τα δώρα ταύτα εις τον Οτάνην, διότι πρώτος ούτος διενοήθη την επιχείρησιν και διότι τους προσεκάλεσε να λάβωσι μέρος εις αυτήν. Μόνος λοιπόν ο Οτάνης ηξιώθη των τιμών τούτων, και μεταξύ των συνεφώνησαν να έχη έκαστος το δικαίωμα να εισέρχεται εις το ανάκτορον όταν θέλη χωρίς να τον αναγγείλωσιν, εκτός εάν ο βασιλεύς τύχη να καθεύδη μετά γυναικός. Συνεφώνησαν επίσης να μη επιτρέπεται εις τον βασιλέα να λαμβάνη γυναίκα από άλλην οικογένειαν ειμή από τας των συνωμοτών. Όσον δ' αφορά την βασιλείαν απεφάσισαν τα εξής· εκείνος του οποίου ο ίππος, κατά την ανατολήν του ηλίου και καθ' ην στιγμήν αυτοί αναβάσαντες τους ίππους των εξέλθωσιν εις το προάστειον, ήθελε χρεμετίσει πρώτος, εκείνος να λάβη την βασιλείαν.

85. Είχε δε ο Δαρείος ένα ιπποκόμον, άνθρωπον πολύ νοήμονα, του οποίου το όνομα ήτο Οιβάρης· εις αυτόν τον άνθρωπον, αφού εχωρίσθησαν οι επτά· είπεν ο Δαρείος τα εξής· «Οίβαρες, ημείς απεφασίσαμεν να πράξωμεν περί της βασιλείας το εξής· εκείνος του οποίου ο ίππος ήθελε χρεμετίσει πρώτος, καθ' ην στιγμήν ανατείλη ο ήλιος και ημείς αναβώμεν τους ίππους μας, εκείνος να λάβη την βασιλείαν. Τώρα λοιπόν, εάν ηξεύρης καμμίαν τέχνην, προσπάθησον να λάβωμεν αυτό το γέρας και να μη μας νικήσει άλλος.» Προς ταύτα ο Οιβάρης απεκρίθη· «Δέσποτα, εάν τούτο μόνον απαιτείται διά να γίνης ή να μη γίνης βασιλεύς, μη φοβείσαι και έχε θάρρος, διότι κανείς άλλος πλην σου δεν θα γίνη βασιλεύς· τόσον βέβαια είναι τα ιατρικά τα οποία έχω.» Ο δε Δαρείος επανέλαβεν· «Εάν γνωρίζης τωόντι σόφισμά τι, ήλθεν η ώρα να το μεταχειρισθής άνευ αναβολής, διότι ο αγών θα γίνη αύριον.» Ακούσας ταύτα ο Οιβάρης, έπραξε τα ακόλουθα. Άμα ενύκτωσεν, έφερε και έδεσεν εις τα προάστειον μίαν φοράδα την οποίαν ο ίππος του Δαρείου ηγάπα πολύ· έπειτα έφερε και τον ίππον εκείνον, και αφού πρώτον τον περιήγαγε πολλάκις περί την φοράδα, πλησιάζων αυτόν μέχρι προστριβής, τον αφήκε τέλος να την οχεύση.

86. Εις τας πρώτας φαύσεις της ημέρας, οι έξ, όπως είχον συμφωνήσει, ευρέθησαν έφιπποι εις το μέρος της συνεντεύξεως· ενώ δε διεξελαύνοντες κατά το προάστειον έφθασαν εις το μέρος όπου κατά την παρελθούσαν νύκτα ήτο δεδεμένη η θήλεια ίππος, ενταύθα ο ίππος του Δαρείου προσδραμών εχρεμέτισε. Συγχρόνως δε ενώ έκαμνεν ο ίππος τούτο, αστραπή έσχισε τον αίθριον ουρανόν και ηκούσθη βροντή. Όλαι αύται αι περιστάσεις, ωσεί συνδυασθείσαι υπό συνθέτου τινός, επεκύρωσαν την βασιλείαν εις τον Δαρείον· οι δε άλλοι συνωμόται πηδήσαντες από τους ίππους, προσεκύνησαν αυτόν ως βασιλέα.

87. Άλλοι μεν λέγουσιν ότι ταύτα εμηχανεύθη ο Οιβάρης, άλλοι δε (διότι οι Πέρσαι λέγουσιν ότι κατ' αμφοτέρους τους τρόπους συνέβησαν) ότι επιψαύσας διά τις χειρός τα μόρια της ίππου ταύτης, εκράτει την χείρα κεκρυμμένην υπό την αναξυρίδα του· ότε δε ανέτειλεν ο ήλιος και έμελλον να κινήσωσιν έφιπποι, ο Οιβάρης εξέβαλε την χείρα και την έφερεν εις τους μυκτήρας του ίππου του Δαρείου· οσφρανθείς δε αυτήν ο ίππος άρχισε να φρυάττη και να χρεμετίζη.

88. Ανεδείχθη λοιπόν βασιλεύς ο Δαρείος του Υστάσπους (47), και πλην των Αραβίων, όλοι οι λαοί της Ασίας ήσαν υπήκοοί του, καθότι τους είχεν υποτάξει ο Κύρος και έπειτα ο Καμβύσης. Οι Αράβιοι όμως ουδέποτε εδουλώθησαν υπό των Περσών, αλλ' έμεναν σύμμαχοί των και εβοήθησαν τον Καμβύσην όταν εισέβαλεν εις την Αίγυπτον, διότι ποτέ οι Πέρσαι δεν θα εισήρχοντο εις της χώραν ταύτην εάν δεν ήθελον οι Αράβιοι. Τας πρώτας επιγαμίας έκαμεν ο Δαρείος με τους Πέρσας, λαβών γυναίκας δύο θυγατέρας του Κύρου, την Άτοσσαν και την Αρτυστώνην, εκ των οποίων η μεν Άτοσσα υπήρξε γυνή πρώτον μεν του αδελφού της Καμβύσου έπειτα δε του μάγου, η δε Αρτυστώνη ήτο παρθένος. Έλαβε προσέτι γυναίκα την θυγατέρα του Σμέρδιος, υιού του Κύρου, ης το όνομα ήτο Πάρμυς έλαβε δε και την θυγατέρα του Οτάνου, εκείνην ήτις εφανέρωσε τον μάγον. Ήτο δε καθ' όλα δυνατός ο Δαρείος. Μετά ταύτα πρώτον μεν ήγειρε μνημείον λίθινον, το οποίον παρίστα άνθρωπον έφιππον, και εχάραξεν επ' αυτού χαρακτήρας λέγοτας τα εξής «Δαρείος, ο υιός του Υστάσπους, διά της αρετής του ίππου του (και ανέφερε το όνομα αυτού) και του ιπποκόμου του Οιβάρους, εκτήσατο την βασιλείαν των Περσών.»

89. Έπειτα δε κατέστησεν εις την Περσίαν είκοσι ηγεμονίας, τις οποίας οι Πέρσαι καλούσι σατραπείας. Καταστήσας δε τας ηγεμονίας και διορίσας τους άρχοντας, εκανόνισε τους φόρους τους οποίους ώφειλον να πέμπωσι τα έθνη· ήνονε δε εις τα έθνη τους πλησιοχώρους· ενίοτε όμως αφίνων τα πλησίον ήνονεν έθνη μεμακρυσμένα απ' αλλήλων. Διενεμήθησαν δε αι ηγεμονίαι και οι ετήσιοι φόροι ως εξής. Όσοι μεν επλήρωνον εις αργύριον, τους διέταξε να πληρώνωσι κατά το βάρος του Βαβυλωνίου ταλάντου, όσοι δε εις χρυσίον, κατά το βάρος του Ευβοϊκού. Ισοδυναμεί δε το Βαβυλώνιον τάλαντον με εβδομήκοντα Ευβοϊκάς μνας. Επί της βασιλείας του Κύρου και της του Καμβύσου, δεν υπήρχε τίποτε ωρισμένον ως προς τους φόρους, αλλ' ο λαός προσέφερε δώρα. Ένεκα δε της επιτάξεως ταύτης του φόρου και διαφόρων άλλων αναλόγων μέτρων, οι Πέρσαι λέγουσιν ότι ο Δαρείος ήτο έμπορος, ο Καμβύσης δεσπότης και ο Κύρος πατήρ· ο πρώτος διότι εκαπήλευεν όλα τα πράγματα, ο δεύτερος διότι ήτο αυστηρός και υπεροπτικός, ο τρίτος διότι ήτο ήπιος και εσκέπτετο πάντοτε πώς να τους ωφελήση.

90. Από μεν τους Ίωνας, τους εν τη Ασία Μάγνητας, τους Αιολείς, τους Κάρας, του Λυκίους, τους Μιλυείς και τους Παμφίλους (διότι όλοι αυτοί ομού έδιδον ένα φόρον) εισέπραττεν ο Δαρείος τετρακόσια αργυρά τάλαντα. Αυτοί συνεκρότουν τον πρώτον νομόν. Οι δε Μυσοί, οι Λυδοί, οι Λασόνιοι, οι Καβάλιοι και οι Υγεννείς, δεύτερος νομός, επλήρωνον πεντακόσια τάλαντα. Οι δε τις δεξιάς όχθης Ελλησπόντιοι, οι Φρύγες, οι εν τη Ασία Θράκες, οι Παφλαγόνες, οι Μαριανδυνοί και οι Σύριοι, τρίτος νομός, επλήρωνον τριακόσια εξήκοντα τάλαντα. Οι δε Κίλικες, τέταρτος νομός, παρείχον τριακόσιους εξήκοντα ίππους λευκούς, ένα καθ' ημέραν, και πεντακόσια τάλαντα αργυρίου, εκ των οποίων τα μεν εκατόν τεσσαράκοντα κατηναλίσκοντο εις την συντήρησιν του ιππικού όπερ εφύλαττε την χώραν της Κιλικίας, τα δε άλλα τριακόσια εξήκοντα ήρχοντο εις τον Δαρείον.

91. Από την πόλιν Ποσείδειον, την οποίαν ίδρυσεν επί των ορέων της Κιλικίας και τις Συρίας ο υιός του Αμφιαράου Αμφίλοχος, μέχρι της Αιγύπτου, πλην των Αραβίων (διότι αυτοί ήσαν απαλλαγμένοι φόρου) ο φόρος ανέβαινεν εις τριακόσια πεντήκοντα τάλαντα· ο νομός ούτος, όστις είναι πέμπτος, περιλαμβάνει όλην την Φοινίκην, την Συρίαν την καλουμένην Παλαιστίνην, και την Κύπρον. Η Αίγυπτος, οι συνορεύοντες με αυτήν Λίβυες, η Κυρήνη και η Βάρκη (διότι εις τον έκτον νομόν τον της Αιγύπτου συμπεριελαμβάνοντο και αι πόλεις αύται), έπεμπον επτακόσια τάλαντα πλην του αργυρίου το οποίον έδιδεν η Μοίριος λίμνη εκ των ιχθύων. Ανεξαρτήτως του αργυρίου τούτου και του χορηγουμένου σίτου, ο νομός ούτος επλήρωνον επτακόσια τάλαντα· η προμήθεια δε εκείνη του σίτου συνίστατο εις εκατόν είκοσι χιλιάδας μέτρα διά τους Πέρσας και τους επικούρους οίτινες εφύλαττον την Λευκήν ακρόπολιν της Μέμφιδος. Οι δε Σατταγύδαι, οι Γανδάριοι, ο Δαδίκαι και οι Απαρίται, έβδομος νομός, ηνωμένοι όλοι, επλήρωνον εκατόν εβδομήκοντα τάλαντα· τα δε Σούσα και η άλλη χώρα των Κισσίων, όγδοος νομός, επλήρωνον τριακόσια.

92. Η Βαβυλών και όλη η Ασσυρία, έννατος νομός, έπεμπον χίλια τάλαντα αργυρίου και πεντακοσίους ευνούχους παίδας. Τα Εκβάτανα και όλη η Μηδία, οι Παρικάνιοι και οι Ορθοκορυβάντιοι, δέκατος νομός, τετρακόσια πεντήκοντα τάλαντα. Οι Κάσπιοι (48), οι Παυσοί, οι Παντίμαθοι και οι Δαρείται, ενδέκατος νομός, διακόσια τάλαντα. Οι δε Βακτριανοί μέχρι των Αιγλών, δωδέκατος νομός, ετέλουν φόρον τριακοσίων ταλάντων.

93. Οι Πάκτυες, οι Αρμένιοι και τα πλησίον μέρη μέχρι του Ευξείνου πόντου, νομός δέκατος τρίτος, επλήρωνον τετρακόσια τάλαντα. Οι Σαγάρτιοι, οι Σαράγγαι, οι Θαμαναίοι, οι Ούτιοι, οι Μύκοι και οι κατοικούντες τας νήσους της Ερυθράς θαλάσσης, όπου ο βασιλεύς πέμπει τους εξοριζομένους, νομός δέκατος τέταρτος, όλοι ούτοι επλήρωνον εξακόσια τάλαντα. Οι Σάκαι και οι Κάσπιοι (49), δέκατος πέμπτος νομός, διακόσια πεντήκοντα τάλαντα. Οι Πάρθοι, οι Χοράσμιοι, οι Σόγδιοι και οι Άριοι νομός δέκατος έκτος, τριακόσια τάλαντα.

94. Οι Παρικάνιοι και οι εκ της Ασίας Αιθίοπες, δέκατος έβδομος νομός, έπεμπον τετρακόσια τάλαντα. Οι Ματιανοί, οι Σάσπειρες και οι Αλαρόδιοι, νομός δέκατος όγδοος, ετάχθησαν να πληρώνωσι διακόσια τάλαντα. Οι Μόσχοι, οι Τιβαρηνοί, οι Μάκρωνες, οι Μοσύνοικοι και οι Μάρε, δέκατος έννατος νομός, τριακόσια τάλαντα. Οι Ινδοί, νομός εικοστός, οίτινες είναι το πολυανθρωπότερον έθνος από όσα γνωρίζομεν ετάχθησαν να δίδωσι φόρον περισσότερον από όλους τους άλλους· έφερον τριακοσίων εξήκοντα ταλάντων ψήγματα χρυσού.

95. Ο Βαβυλώνιος άργυρος μετατρεπόμενος εις Ευβοϊκά τάλαντα φέρει εννέα χιλιάδας πεντακόσια τεσσαράκοντα τάλαντα αργύρου· εκτιμωμένου δε του χρυσού τρισκεδεκάκις πλειότερον του αργύρου, τα ψήγματα μας δίδουσι τετρακισχίλια και εξακόσια ογδοήκοντα τάλαντα Ευβοϊκά. Προσθέτοντες τας δύο ταύτας ποσότητας ευρίσκομεν ότι το όλον του εις τον Δαρείον ετησίως πληρωνομένου φόρου, εις ευβοϊκόν μέτρον, ήτο δεκατέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσια εξήκοντα τάλαντα, χωρίς να υπολογίσωμεν άλλας μικροτέρας ποσότητας τας οποίας παραλείπω.

96. Ούτος ήτο ο φόρος ο πληρωνόμενος εις τον Δαρείον υπό της Ασίας και μικρού μέρους της Λιβύας· βραδύτερον όμως άλλοι φόροι ήρχοντο εκ των νήσων και των λαών των κατοικούντων την Ευρώπην προς βορράν της Θεσσαλίας. Τούτους δε τους φόρους θησαυρίζει ο βασιλεύς κατά τον ακόλουθον τρόπον· τήκων τα μέταλλα, τα χύνει εις πηλίνους πίθους, αφού δε πληρωθή το αγγείον, θραύει το περικάλυμμα, και όταν λάβη ανάγκην χρημάτων κόπτει τόσον νόμισμα όσον χρειάζεται εκάστοτε.

97. Αύται λοιπόν ήσαν αι ηγεμονίαι και αι επιτάξεις των φόρων· μόνον διά την Περσικήν χώραν δεν ανέφερα ότι επλήρωνε φόρον, καθότι οι Πέρσαι νέμονται χώραν αφορολόγητον. Επίσης απηλλαγμένοι φόρου είναι οι συνορεύοντες με την Αίγυπτον Αιθίοπες τους οποίους ο Καμβύσης, εκστρατεύσας κατά των μακροβίων Αιθιόπων, είχεν υποτάξει· δίδουσιν όμως δώρα. Οι λαοί ούτοι κατοικούσι περί την ιεράν Νύσαν και τελούσι τας εορτάς του Διονύσου· σπείρουσι δε, ως και οι γείτονές των, τους αυτούς καρπούς ους σπείρουσιν οι Καλατίαι Ινδοί, και έχουσι κατοικίας υπογείους. Αυτά τα δύο έθνη ομού φέρουσι κατά παν τρίτον έτος το αυτό δώρον· δίδουσιν ακόμη και εις τας ημέρας μου δύο φοίνικας χρυσού καθαρού, διακοσίους κορμούς εβένου, πέντε παίδας Αιθίοπας και είκοσι μεγάλους οδόντας ελέφαντος. Οι δε Κόλχοι διετάχθησαν να δίδωσι δώρα, καθώς και οι μέχρι του Καυκάσου όρους γείτονές των, διότι μέχρι του όρους τούτου εξουσιάζουσιν οι Πέρσαι, προς βορράν όμως του Καυκάσου κανείς δεν φροντίζει δι' αυτούς. Ακόμη και επί των ημερών μου οι υποτελείς ούτοι έφερον κατά παν πέμπτον έτος εκατόν παίδας και εκατόν παρθένους. Οι δε Αράβιοι έπεμπον κατ' έτος χίλια τάλαντα λιβανωτού. Ταύτα ήσαν τα δώρα τα οποία ελάμβανεν ο βασιλεύς, πλην του φόρου.

98. Προμηθεύονται δε οι Ινδοί τον πολύν τούτον χρυσόν, εξ ου πέμπουσιν εις τον βασιλέα τα ειρημένα ψήγματα, κατά τον ακόλουθον τρόπον. Προς ανατολάς της Ινδικής χώρας υπάρχει αμμώδης έρημος· διότι από όλους τους λαούς της Ασίας τους οποίους εμείς γνωρίζομεν και περί των οποίων δυνάμεθα να είπωμέν τι ακριβές, οι Ινδοί είναι οι πρώτοι προς ανατολάς του ηλίου κατοικούντες, τα δε ανατολικώτερα μέρη των Ινδών είναι έρημα ένεκα της άμμου. Πολλά έθνη υπάρχουσιν εν αυτή τη χώρα, δεν ομιλούσι δε όλα την αυτήν γλώσσαν· άλλα μεν είναι νομαδικά, άλλα δε όχι· τινά κατοικούσι τα έλη του ποταμού και τρέφονται δι' ιχθύων ωμών τους οποίους αλιεύουσι με πλοιάρια καλάμινα, εκάστου πλοιαρίου κατασκευαζομένου εξ ενός γόνατος καλάμου. Αυτοί δε οι Ινδοί φορούσιν εσθήτα εκ φλοιού τον οποίον αφαιρούσιν από τους καλάμους, όταν τους κόψωσιν εις τον ποταμόν και τους κοπανίσωσι· πλέκουσι δε τον φλοιόν τούτον ως την ψάθαν και τον φορούσιν εν είδει θώρακος.

99. Άλλοι Ινδοί, προς ανατολάς τούτων οικούντες, είναι νομάδες και τρώγουσι κρέατα ωμά, καλούνται δε Παδαίοι. Ούτοι έχουσιν, ως λέγεται, τας ακολούθους συνηθείας· όταν πολίτης τις ασθενήση, εάν μεν ήναι ανήρ, οι πλησιέστατοι φίλοι του τον φονεύουσι, λέγοντες ότι εάν τον άφινον να τακή υπό της νόσου θα διεφθείροντο αι σάρκες του· και αν ακόμη θελήση να αρνηθή ότι είναι ασθενής, οι φίλοι του δεν τον πιστεύουσιν, αλλά τον φονεύουσι, και ευωχούνται· εάν δε ασθενήση γυνή, ομοίως αι γυναίκες όσαι την συναναστρέφονται πράττουσι τα αυτά ως οι άνδρες. Επίσης θυσιάζουσι και τρώγουσιν εν συμποσίω εκείνον όστις φθάση εις γήρας. Ολίγιστοι όμως αυτών γηράσκουσι, διότι πριν τούτου φονεύονται όσοι ήθελον ασθενήσει.

100. Άλλοι πάλιν Ινδοί ζώσι κατ' άλλον τρόπον ούτε φονεύουσιν έμψυχον ον, ούτε σπείρουσί τι, ούτε έχουσι την συνήθειαν να κτίζωσιν οικίας, αλλά τρώγουσι φυτά τινα, και έχουσι καρπόν τινα εντός κάλυκος, έχοντα μέγεθος κέγχρου, τον οποίον η γη παράγει αυτομάτως· τούτον τον καρπόν συλλέγουσι, τον βράζουσι μετά του κάλυκος και τον τρώγουσιν. Όστις δε ασθενήση, έρχεται και πίπτει εις την έρημον· κανείς δε δεν φροντίζει περί αυτού μήτε εάν απέθανε μήτε εάν πάσχη.

101. Όλοι αυτοί οι Ινδοί τους οποίους ανέφερα συνουσιάζονται αναφανδόν ως τα κτήνη, το δε χρώμα των ομοιάζει με το των Αιθιόπων. Το δε σπέρμα το οποίον εκβάλλουσι με τας γυναίκας δεν είναι λευκόν ως το των άλλων ανθρώπων, αλλά μέλαν ως το δέρμα των· τοιούτον ωσαύτως είναι και το σπέρμα των Αιθιόπων. Οι Ινδοί ούτοι κατοικούσι μακράν των Περσών προς νότον άνεμον και ουδαμώς υπετάγησαν εις τον βασιλέα Δαρείον.

102. Άλλοι δε εκ των Ινδών συνορεύουσι με την πόλιν Κασπάτυρο και την Πακτυικήν χώραν, κατοικούντες προς άρκτον των άλλων Ινδών και έχοντες σχεδόν την αυτήν δίαιταν με τους Βακτρίους. Αυτοί και πολεμικώτεροι είναι των άλλων Ινδών, και προς ζήτησιν χρυσού αυτοί απέρχονται, διότι πλησίον των υπάρχει το έδαφος το οποίον είναι έρημον ένεκα της άμμου. Εις την έρημον και εις την άμμον ζώσι μύρμηκες των οποίων το μέγεθος είναι έλασσον μεν των κυνών, μείζον δε των αλωπεκών Ο βασιλεύς των Περσών έχει τινάς των μυρμήκων τούτων, ενταύθα θηρευθέντας. Οι μύρμηκες ούτοι λοιπόν, κατασκευάζοντες τας κατοικίας των υπό την γην, σωρεύουσι την άμμον, απαραλλάκτως ως κάμνουσιν οι μύρμηκες εις την Ελλάδα, με τους οποίους άλλως τε ομοιάζουσι πολύ. Αλλ' η άμμος η εκείθεν εξερχομένη είναι χρυσίτις, προς ζήτησιν δε της άμμου ταύτης μεταβαίνουσα εις την έρημον οι Ινδοί, ζευγνύων ο καθείς τρεις καμήλους, εκατέρωθεν μεν ανά μίαν άρρενα φέρουσαν άλυσον διά να σύρη, εν τω μέσω δε μίαν θήλειαν επί της οποίας αναβαίνει αυτός, την οποίαν εξέλεξεν επιμελώς μεταξύ εκείνων αίτινες προ ολίγου εγέννησαν και την οποίαν ζευγνύει αφού την αποχωρίση από τα τέκνα της· διότι αι κάμηλοι δεν είναι κατώτεραι των ίππων κατά την ταχύτητα και είναι δυνατώτεραι να φέρωσι πολύ βάρος.

103. Ποίον σχήμα έχει η κάμηλος δεν το περιγράφω, διότι είναι γνωστόν εις τους Έλληνας· θα αναφέρω δε μόνον εκείνην την ιδιότητα αυτής την οποίαν δεν γνωρίζουσιν. Η κάμηλος εις τα οπίσθια σκέλη έχει τέσσαρας μηρούς και τέσσαρα γόνατα, τα δε αιδοία διά των οπισθίων σκελών προς την ουράν τετραμμένα.

104. Μεταχειρίζονται λοιπόν οι Ινδοί αυτόν τον τρόπον και αυτήν την ζεύξιν όταν απέρχωνται προς αναζήτησιν χρυσού, καιροφυλακτούντες να αρπάσωσιν αυτόν εν ώρα θερμοτάτων καυμάτων, διότι τότε οι μύρμηκες κρύπτονται υπό την γην. Εις τας χώρας ταύτας ο ήλιος είναι καυστικώτατος μετά την ανατολήν, και όχι ως αλλαχού κατά την μεσημβρίαν· η θερμοτάτη δύναμίς του διαρκεί μέχρι της στιγμής καθ' ην παρ' ημίν διαλύεται η αγορά. Καθ' όλον τούτο το διάστημα καίει πολύ περισσότερον παρ' όσον καίει εις την Ελλάδα εν μέση ημέρα, τόσον ώστε λέγουσιν ότι οι άνθρωποι αναγκάζονται να δροσίζωνται με ύδωρ. Μεσούσα η ημέρα καίει τους Ινδούς σχεδόν όσον και τους άλλους· Όταν δε αρχίση να κλίνη, γίνεται ο ήλιος εις αυτούς όπως είναι εις τους άλλους ανθρώπους κατά την πρωίαν· και όσον προχωρεί, τόσον ψυχρούται, μέχρι της στιγμής καθ' ην πλησιάζων να δύση γίνεται ψυχρότατος.

105. Φθάνοντες εις τον τόπον οι Ινδοί με σάκκους πληρούσιν αυτούς άμμου και επιστρέφουσιν οπίσω όσον τάχιστα, διότι, ως λέγουσιν οι Πέρσαι, ευρίσκουσιν οι μύρμηκες τα ίχνη των εκ της οσμής και τους διώκουσι. Τόσον δε ταχύτατα είναι τα ζώα ταύτα, ώστε εάν οι Ινδοί δεν επρόφθανον να μακρύνωνται πολύ όταν συνάζωνται οι μύρμηκες, κανείς εξ αυτών δεν θα εσώζετο. Και οι μεν άρρενες των καμήλων, κατώτεροι εις το τρέξιμον από τας θηλείας και ταχύτερον κουραζόμενοι, δεν θα εβάδιζον με ίσον βήμα· αλλ' αι θήλειαι, ενθυμούμεναι τα τέκνα τα οποία αφήκαν, δεν βραδύνουσι την πορείαν των ουδ' επί μίαν στιγμήν. Τοιουτοτρόπως λοιπόν οι Ινδοί προμηθεύονται τον πλειότερον χρυσόν, ως λέγουσιν οι Πέρσαι· υπάρχει δε και άλλος χρυσός τον οποίον ευρίσκουσιν εις την χώραν σκάπτοντες.

106. Αι εσχατιαί της οικουμένης έχουσι την ιδιότητα να παράγωσι τα κάλλιστα πράγματα, καθώς η Ελλάς έλαχε να έχη το μάλλον ευκραές κλίμα. Τωόντι η Ινδική είναι προς ανατολάς ο τελευταίος κατοικούμενος τόπος, ως είπον ανωτέρω, τα δε τετράποδα αυτής και τα πτηνά είναι πολύ μεγαλείτερα ή εις τα άλλα μέρη, πλην των ίππων οίτινες είναι μικρότεροι των Μηδικών ίππων των καλουμένων Νισαίων. Προς τούτοις έχει χρυσόν άφθονον, είτε ορυσσόμενον, είτε καταβιβαζόμενον υπό ποταμών, είτε αρπαζόμενον ως περιέγραψα. Τα δε άγρια δένδρα εκεί παράγουσιν ως καρπόν μαλλίον ωραιότερον και καλλιτέρας ποιότητος της των προβάτων· εκ του καρπού των δένδρων τούτων κατασκευάζουσιν οι Ινδοί φορέματα.

107. Προς μεσημβρίαν δε η Αραβία είναι το έσχατον κατοικούμενον μέρος, εις αυτήν δε μόνην παράγεται λιβανωτός, σμύρνα, κασία, κιννάμωμον και λήδανον· όλα ταύτα όμως, πλην της σμύρνης, δυσκόλως προμηθεύονται οι Άραβες. Και τον μεν λιβανωτόν συνάζουσιν εκ του καπνού της στύρακος την οποίαν κομίζουσιν εις αυτούς οι Έλληνες και οι Φοίνικες. Καίουσι την στύρακα και λαμβάνουσι το θυμίαμα, διότι τα λιβανωτοφόρα ταύτα δένδρα φυλάττουσι πτερωτοί όφεις μικροί και πολυποίκιλοι· φυλάττουσι δε πολλοί εις έκαστον δένδρον. Ούτοι είναι οι όφεις οι εισβάλλοντες εις την Αίγυπτον. με κανέν δε άλλο μέσον δεν αποδιώκονται από τα δένδρα ειμή με τον καπνόν της στύρακος.

108. Οι Άραβες λέγουσιν ότι όλη η γη θα επληρούτο τοιούτων όφεων εάν δεν συνέβαινε και εις αυτούς εκείνο το οποίον ως ηξεύρομεν συμβαίνει εις τας εχίδνας. Ούτως η θεία πρόνοια, ως είναι επόμενον, ούσα σοφή, όσα μεν ζώα είναι δειλά και εδώδιμα, ταύτα πάντα εποίησε πολύγονα διά να μη εκλείψωσι τρωγόμενα, όσα δε είναι άγρια και βλαβερά, ταύτα εποίησεν ολιγόγονα. Ο μεν λαγωός, επειδή κυνηγείται από όλους, από τα θηρία, από τα όρνεα και από τους ανθρώπους, είναι ζώον γονιμώτατον και το μόνον το οκροποίον ενώ είναι έγκυον συλλαμβάνει πάλιν· έχει συγχρόνως εις την μήτραν του έν έμβρυον τριχωτόν, έν άτριχον, έν μόλις σχηματισθέν και άλλο συλλαμβάνει. Τοιούτος ήναι ο λαγωός. Η δε λέαινα, επειδή είναι ζώον ισχυρότατον και τολμηρότατον, έν μόνον τέκνον γεννά καθ' όλην της την ζωήν διότι όταν γεννά εξέρχεται μετά του τέκνου και η μήτρα το αίτιον δε τούτου είναι το εξής. Όταν ο σκύμνος αρχίζη να κινήται εντός της μήτρας, έχων όνυχας πολύ οξυτάτους από όλα τα άλλα θηρία, αμύσσει αυτήν, και όσον αυξάνουν αι δυνάμεις του, τόσον περισσότερον πληγόνει και σχίζει αυτόν και όταν έλθη ο καιρός του τοκετού ουδέν μέρος της μήτρας μένει υγιές.

109. Ομοίως και έχιδναι και οι πτερωτοί όφεις της Αραβίας, εάν επολλαπλασιάζοντο, όπως η φύσις των είναι θηριώδης, το ανθρώπινον γένος δεν θα ηδύνατο να ζήση· αλλ' όταν συνέρχωνται τα ζώα ταύτα κατά ζεύγη, ενώ το άρρεν καταγίνεται να εκπέμψη την γονήν τον, το θήλυ προσκολλάται εις τον λαιμόν του και δεν το αφίνει πριν το καταφάγη. Αποθνήσκει λοιπόν το άρρεν κατ' αυτόν τον τρόπον και το θήλυ τιμωρείται διά τον φόνον τούτον ως εξής. Τα τέκνα, προς εκδίκησιν του πατρός των, όντα έτι εις την κοιλίαν τρώγουσι την μήτραν, αφού δε φάγωσι και την γαστέρα εξέρχονται τοιουτοτρόπως. Οι άλλοι δε όφεις οι αβλαβείς εις τους ανθρώπους τίκτουσιν ωά και εκλεπίζουσι πολλά τέκνα. Και αι μεν έχιδναι ευρίσκονται πανταχού· οι δε πτερωτοί όφεις είναι όλοι συνηγμένοι εις την Αραβίαν και ουδαμού αλλαχού· τούτου δε ένεκα φαίνονται ότι είναι πολλοί.

110. Τον μεν λιβανωτόν τούτον ούτω κτώνται οι Αράβιοι, την δε κασίαν ως εξής. Αφού περιτυλίξωσι καλώς το σώμα των και το πρόσωπον, πλην των οφθαλμών με δέρματα βοών και άλλα, υπάγουν να συνάξωσι την κασίαν. Φύεται δε αύτη εις λίμνην όχι βαθείαν περί την οποίαν και εν τη οποία διατρίβουσι ζώα πτερωτά. Τα ζώα ταύτα ομοιάζουσι πολύ με τας νυχτερίδας, έχουσι κραυγήν απαισίαν και είναι πολύ δυνατά· προφυλάττοντες λοιπόν οι άνθρωποι τους οφθαλμούς των τοιουτοτρόπως, δρέπουσι την κασίαν.

111. Το δε κυννάμωμον συνάγουσι με τρόπον θαυμαστότερον των προρρηθέντων. Πώς γίνεται και ποία γη παράγει αυτό, δεν ηξεύρουσι να είπωσιν, εκτός μόνον εξ εικασίας λέγουσί τινες ότι παράγεται εις τα μέρη όπου ετράφη ο Διόνυσος· λέγουσι δε ότι μεγάλα όρνεα φέρουσι τα κάρφη, τα οποία ημείς μαθόντες από τους Φοίνικας καλούμεν κιννάμωμον· τα φέρουσι δε τα όρνεα ταύτα διά να κατασκευάσωσι τας φωλεάς των, αίτινες είναι εκ πηλού προσκεκολλημέναι εις όρη απόκρημνα όπου ουδεμία υπάρχει ανάβασης διά τον άνθρωπον. Εν τούτοις οι Αράβιοι μεταχειρίζονται το εξής μέσον διά να αναβώσι· κόπτοντες εις μέγιστα τεμάχια τα μέλη βοών, αποθνησκόντων όνων και άλλων υποζυγίων, τα φέρουσιν εις εκείνα τα μέρη, τα αποθέτουσι πλησίον των φωλεών και απομακρύνονται. Τα πτηνά καταβαίνουσι και αρπάζουσι τα μέλη ταύτα των υποζυγίων· επειδή όμως αι φωλεαί δεν δύνανται να βαστάσωσι τοσούτον βάρος, συντρίβονται και κρημνίζονται εις την γην· τότε προστρέχοντες οι άνθρωποι συνάζουσι το κιννάμωμον, το οποίον συλλεγόμενον υπ' αυτών, κομίζετε εις άλλας χώρας.

112. Το δε ήδανον, το οποίον οι Αράβιοι καλούσι λάδανον, τούτο είναι θαυμασιώτερον πάντων· διότι, παραγόμενον εις μέρος δυσωδέστατον, είναι ευωδέστατον· ευρίσκεται δε ως γλοιός εις τους πώγωνας των αιγών και των τράγων, όπου προσκολλάται όταν βόσκωσιν εις τους θάμνους. Είναι χρήσιμον εις την κατασκευήν πολλών μύρων, και αυτό προ πάντων μεταχειρίζονται οι Αράβιοι όταν θυμιώσιν.

113. Και ταύτα μεν αρκούσι περί των θυμιαμάτων, όλη δε η Αραβία επιχέει οσμήν θαυμασίαν και ηδυτάτην. Οι Αράβιοι έχουσι δύο είδη προβάτων θαυμασμού άξια, τα οποία ουδαμού αλλαχού ευρίσκονται. Το μεν έχει τας ουράς μακράς μόλις ολιγώτερον των τριών πήχεων, αι οποίαι εάν τας άφινον να σύρωνται, θα επληγώνοντο προστριβόμεναι εις την γην. Αλλ' όλοι οι ποιμένες, διά την αιτίαν ταύτην, ηξεύρουσιν ολίγον να ξυλουργώσι· κατασκευάζοντες λοιπόν αμαξίδια, τα δένουσιν υπό τας ουράς, και τοιουτοτρόπως έκαστον ζώον έχει την ουράν του επί ενός αμαξιδίου. Το άλλο είδος των προβάτων έχει τας ουράς πλατείας και μέχρι πήχεως το πλάτος.

114. Προς το μέρος δε όπου η μεσημβρινή ζώνη του ουρανού κλίνει προς τον δύοντα ήλιον, η Αιθιοπία είναι η τελευταία των κατοικουμένων χωρών. Αύτη και χρυσόν έχει πολύ και ελέφαντας μεγάλους, και άγρια δένδρα παντοειδή, και έβενον, και ανθρώπους μεγίστους, ωραιοτάτους και μακροβιωτάτους.

115. Αυτοί μεν είναι αι εσχατιαί της Ασίας και της Λιβύας, περί δε των εσχατιών της δυτικής Ευρώπης δεν δύναμαι να ομιλήσω μετά βεβαιότητος, διότι δεν παραδέχομαι ότι υπάρχει ποταμός καλούμενος υπό των βαρβάρων Ηριδανός, όστις εκβάλλει εις την βόρειον θάλασσαν και από τον οποίον ως λέγουσι μας έρχεται το ήλεκτρον, ούτε νήσοι Κασσιτερίδες γνωρίζω να υπάρχωσιν από τας οποίας μας έρχεται ο κασσίτερος. Πρώτον μεν διότι το όνομα Ηριδανός μαρτυρεί αφ' εαυτού ότι είναι ελληνικόν και ουχί βάρβαρον, υπό ποιητού τίνος πλασθέν· δεύτερον δε, διότι με όλας τας αναζητήσεις μου, δεν ηδυνήθην να εύρω άνθρωπον ιδίοις οφθαλμοίς βεβαιωθέντα ότι εκείθεν της Ευρώπης υπάρχει θάλασσα. Τούτο μόνον είναι βέβαιον ότι ο κασσίτερος και το ήλεκτρον μας έρχονται εκ μεμακρυσμένων χωρών.

116. Εις δε τα αρκτικά της Ευρώπης φαίνεται ότι ο χρυσός είναι άφθονος· πώς όμως τον λαμβάνουσι, δεν δύναμαι να είπω μετά θετικότητος. Λέγουσιν ότι άνθρωποι μονόφθαλμοι, καλούμενοι Αριμασποί, αρπάζουσιν αυτόν από γούπα. Πλην δεν πιστεύω ούτε τούτο, ότι γεννώνται μονόφθαλμοι άνθρωποι, την άλλη φύσιν έχοντες ομοίαν με τους λοιπούς ανθρώπους. Όπως και αν έχη το πράγμα, αι εσχατιαί του κόσμου, αι περικλείουσαι την άλλην γην και περιορίζουσαι αυτήν, έχουσιν όσα εις ημάς φαίνονται κάλλιστα και σπανιώτατα.

117. Υπάρχει δε εις την Ασίαν πεδιάς περικεκλεισμένη πανταχόθεν υπό ορέων τα οποία έχουσι πέντε στενωπούς. Η πεδιάς αύτη ανήκε ποτε εις τους Χορασμίους και κείται εις τα σύνορα αυτών των Χορασμίων, των Υρκανίων, των Πάρθων, των Σαραγγών και των Θαμαναίων· αφότου δε οι Πέρσαι έχουσι το κράτος, ανήκει εις τον βασιλέα. Εκ τούτων λοιπόν των ορέων των περικλειόντων αυτήν ρέει μέγας ποταμός του οποίου το όνομα είναι Άκης· ο ποταμό ούτος διαμοιραζόμενος πρότερον εις πέντε διώρυχας έφερε το ύδωρ του διά των πέντε διασφάγων των ορέων εις έκαστον των εθνών τα οποία ανέφερα και επότιζεν αυτά· αφότου όμως τα έθνη ταύτα υπετάγησαν εις τους Πέρσας, πάσχουσι το εξής. Κλείσας ο βασιλεύς τους τοίχους των διασφάγων, έθεσεν εις εκάστην μίαν πόλην, ώστε αποκλειομένου του ύδατος εντός και μη υπαρχούσης διεξόδου, η εντός των ορέων πεδιάς γίνεται πέλαγος, καθότι ο ποταμός χύνεται μεν εντός αυτής, δεν έχει όμως καμμίαν έξοδον. Εκείνοι λοιπόν οίτινες πρότερον ήσαν συνετισμένοι να μεταχειρίζωνται το ύδωρ τούτο, μη δυνάμενοι πλέον να το χρησιμοποιώσι πάσχουσι μεγάλην συμφοράν· διότι βρέχει μεν εις αυτούς ο θεός κατά τον χειμώνα καθώς και εις τους άλλους ανθρώπους, αλλά κατά το θέρος, όταν σπείρωσι τον κέγχρον και το σήσαμον, λαμβάνουσιν ανάγκην αυτού του ύδατος· επειδή δε δεν τοις παραχωρείται, πορευόμενοι εις την Περσίαν, αυτοί και αι γυναίκες των, ίστανται προ των πυλών του βασιλέως βοώντες και ωρυόμενοι. Τότε ο βασιλεύς διατάττει να ανοιγώσιν αι πύλαι αι προς το μέρος των εχόντων μεγάλην ανάγκην. Αφού δε η γη των χορτασθή πίνουσα ύδωρ, αύται μεν αι πύλαι κλείονται, διατάττει δε να ανοίξωσιν άλλας εις άλλους οίτινες ήθελον είπει ότι έχουσι μεγίστην ανάγκην. Καθώς δε ηξεύρω εξ ακοής, τας ανοίγει αφού λάβη μεγάλας ποσότητας χρημάτων, πλην του φόρου. Και ταύτα μεν ούτως έχουσιν.

Notes in this chapter

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings