Ι Σ Τ Ο Ρ I Α I ΗΡΟΔΟΤΟΥ (continued 4)
Reading edition
98. Μεταξύ των πόλεων τούτων η Άνθυλλα, πόλις σημαντική, εξελέγη διά να παρέχη τα υποδήματα του κατά καιρόν βασιλέως της Αιγύπτου. Τούτο δε γίνεται αφότου η Αίγυπτος υπετάγη εις τους Πέρσας. Η άλλη με φαίνεται ότι έλαβε το όνομα από τον γαμβρόν του Δαναού Άρχανδρον, υιόν του Φθίου και έγγονόν του Αχαιού, δι' ο και λέγεται Αρχάνδρου πόλις. Και επί τη υποθέσει δε ότι υπήρξε και άλλος Άρχανδρος, το όνομα όμως τούτο δεν είναι Αιγυπτιακόν.
99. Όσα μέχρι τούδε είπον περί Αιγύπτου τα είδον ιδίοις όμμασι, τα έκρινα ο ίδιος και τα εξέτασα· όσα δε θα είπω κατόπιν είναι λόγοι των Αιγυπτίων καθώς τους ήκουσα· ευρίσκονται όμως μεταξύ αυτών καί τινα των οποίων εγενόμην αυτόπτης. Οι ιερείς με είπον ότι ο πρώτος βασιλεύς της Αιγύπτου Μην απεγεφύρωσεν όλην την Μέμφιν, διότι πρότερον ο ποταμός εξετείνετο μέχρι του ψαμμώδους όρους του προς το μέρος της Λιβύας. Ο Μην εγέμισε με χώμα, εκατόν στάδια υπεράνω της Μέμφιος, τον προς μεσημβρίαν διευθυνόμενον βραχίονα του Νείλου, εξήρανε την αρχαίαν κοίτην την οποίαν είχον ορύξει τα ύδατα, και τα ηνάγκασε να ρέωσι διά μέσου της κοιλάδος. Και σήμερον ακόμη ο μετατετραμμένος ούτος βραχίων είναι αντικείμενον μεγάλης προσοχής εκ μέρους των Περσών οίτινες τον φράττουσιν ανά παν έτος· διότι, εάν συμβή ο ποταμός να διαρρήξη το πρόχωμα και να το υπερβή, η Μέμφις διατρέχει τον κίνδυνον να καταποντισθή ολόκληρος. Αφού λοιπόν ο Μην, ο πρώτος ούτος βασιλεύς, εχέρσωσε το αποκλεισθέν τούτο μέρος, αφ' ενός μεν έκτισε την πόλιν ταύτην ήτις σήμερον καλείται Μέμφις και ήτις κείται εις την κλεισώρειαν της Αιγύπτου, έπειτα την περιέβαλεν απ' άρκτου και δυσμών με λίμνην τεχνιτήν συγκοινωνούσαν με τον ποταμόν όστις αφ' εαυτού περιορίζει την πόλιν απ' ανατολών· αφ' ετέρου δε ωκοδόμησε τον ναόν του Ηφαίστου, μέγαν και άξιον θαυμασμού.
100. Μετά δε τούτον μοι απηρίθμησαν οι ιερείς εκ βιβλίου τα ονόματα τριακοσίων τριάκοντα άλλων βασιλέων της Αιγύπτου. Εις την μακράν ταύτην σειράν των γενεών, δεκαοκτώ βασιλείς ήσαν Αιθίοπες και μία βασίλισσα Αιγυπτία καθώς και όλοι οι επίλοιποι βασιλείς. Το όνομα αυτής ήτο Νίτωκρις, όπως εκαλείτο και μία των βασιλισσών της Βαβυλώνος· ο δε αδελφός αυτής, ως με είπον, βασιλεύσας προ αυτής, εφονεύθη υπό των Αιγυπτίων οίτινες έδωκαν την βασιλείαν εις την Νίτωκριν· αύτη όμως, διά να εκδικήση τον φόνον του αδελφού της βασιλέως, εφόνευσε δολίως πολλούς Αιγυπτίους. Κατασκευάσασα μακρόν οίκημα υπόγαιον, προσεκάλεσεν εκείνους τους οποίους εγνώριζεν ότι είχον λάβει το μάλλον ενεργόν μέρος εις τον φόνον, επί προφάσει μεν να εγκαινιάσωσι το οίκημα, πράγματι όμως άλλα μηχανωμένη. Παρέθεσεν εις αυτούς συμπόσιον, και ενώ έτρωγον, έφερεν επ' αυτών τον ποταμόν διά μακρού οχετού μυστικού. Ιδού τι με διηγήθησαν περί αυτής, προστιθέντες ότι αφού εκόρεσε την εκδίκησίν της ερρίφθη εις δωμάτιον πλήρες σποδού όπως διαφύγη την τιμωρίαν.
101. Ουδεμίαν πληροφορίαν μοι έδωκαν περί των έργων των άλλων βασιλέων, και δεν με είπον εάν πράξαν λαμπρόν τι κατόρθωμα. Είς μόνος, ο τελευταίος πάντων, ο Μοίρις, με είπον ότι κατεσκεύασε τα προς βοράν θαυμαστά προπύλαια του Ηφαίστου και ότι ώρυξε λίμνην της οποίας πόσων σταδίων είναι η περιφέρεια θα το είπω βραδύτερον· εν τη λίμνη δε ταύτη ήγειρε πυραμίδας, το μέγεθος των οποίων θα αναφέρω όταν ομιλήσω και περί της λίμνης. Και ούτος μεν ο βασιλεύς ταύτα τα μνημεία κατέλιπεν, οι άλλοι δε μηδέν.
102. Παρατρέχων λοιπόν όλους τούτους, θα αναφέρω τον μετ' αυτούς ελθόντα όστις ωνομάζετο Σέσωστρις. Κατά τους ιερείς, αυτός πρώτος εξήλθε του Αραβίου κόλπου μετά πλοίων πολεμικών, και υπέταξε τα παρά την Ερυθράν θάλασσαν κατοικούντα έθνη· εξακολουθών δε να πλέη, έφθασεν εις αιγιαλούς όπου ο στόλος του δεν ηδυνήθη να προχωρήση ένεκα των υφάλων. Εκείθεν επέστρεψεν εις την Αίγυπτον, και λαβών ως λέγουσιν οι ιερείς πολύν στρατόν εκίνησε διά ξηράς και υπέταξεν όλους τους λαούς όσους εύρεν εν τη πορεία του. Και εις μεν τας πόλεις των οποίων οι κάτοικοι δεικνύοντο ανδρείοι και επόθουν να διατηρήσωσι την ελευθερίαν των, ο νικητής ενέπηγε στήλας εις ας ενέγραψε το ίδιόν του όνομα, το της πατρίδος του, και ότι υπέταξεν αυτάς διά της δυνάμεώς του· εις εκείνας δε τας οποίας εκυρίευεν άνευ αντιστάσεως, ίδρυε μεν επίσης στήλας ομοίας με εκείνας των ανδρείων πόλεων, αλλ' εκτός των επιγραφών ενεχάραττε και αιδοίον γυναικός, θέλων διά τούτου να καταστήση πασίδηλον ότι οι αντίπαλοι του ήσαν άνανδροι.
103. Από κατακτήσεως εις κατάκτησιν, διέτρεξε τοιουτοτρόπως την ήπειρον και μετέβη εκ της Ασίας εις την Ευρώπην, όπου υπέταξε τους Σκύθας και τους Θράκας. Ταύτα νομίζω ότι είναι τα απώτατα έθνη εις τα οποία έφθασεν ο Αιγυπτιακός στρατός· διότι φαίνονται εκεί στήλαι στηθείσαι υπό του Σεσώστριος, ουδεμία δε φαίνεται πέραν. Εκ του σημείου τούτου ανέστρεψεν εις τα οπίσω, και όταν έφθασεν εις τον Φάσιν ποταμόν, δεν ειμπορώ να είπω ακριβώς διά το ακόλουθον, εάν δηλαδή ο βασιλεύς Σέσωστρις αποχωρίσας μέρος τι του στρατού το αφήκε να κατοικήση εκεί την χώραν, ή εάν στρατιώται τινες, βαρυνθέντες τας μακράς εκστρατείας, απεφάσισαν αφ' εαυτών και έμειναν περί τον Φάσιν ποταμόν.
104. Οι δε Κόλχοι είναι προφανώς Αιγύπτιοι· εσχημάτισα την γνώμην ταύτην πριν ακούσω άλλους, και επειδή επεθύμουν να εξακριβώσω το πράγμα, ηρώτησα αμφότερα τα έθνη· οι Κόλχοι όμως ενθυμούντο περισσότερον τους Αιγυπτίους ή οι Αιγύπτιοι τους Κόλχους. Τόσον μόνον έλεγον οι Αιγύπτιοι ότι κατά την γνώμην των οι Κόλχοι απετέλουν μέρος του στρατού του Σεσώστριος. Και εγώ έκαμα τον συμπερασμόν τούτον ιδών ότι ήσαν μελάγχροες και ουλότριχες· αλλά το γνώρισμα τούτο δεν είναι βεβαία απόδειξις, καθότι και άλλοι λαοί είναι τοιούτοι. Εκ των ακολούθων όμως σημείων το ενόησα καλλίτερον· μόνοι εξ όλων των ανθρώπων οι Κόλχοι, οι Αιγύπτιοι και οι Αιθίοπες περιτέμνονται ανέκαθεν. Αυτοί οι Φοίνικες και οι Σύριοι της Παλαιστίνης 26(26) ομολογούσιν ότι έμαθον τούτο από τους Αιγυπτίους, ενώ οι Σύριοι οι περί τον Θερμώδοντα (27) και τον Παρθένιον ποταμόν, καθώς και οι γείτονες των Μάκρωνες λέγουσιν ότι το έμαθον προ ολίγου από τους Κόλχους. Οι λαοί τους οποίους απηρίθμησα είναι εξ όλων των ανθρώπων οι μόνοι οίτινες περιτέμνονται, και είναι προφανές ότι κατά τούτο μιμούνται τους Αιγυπτίους εξ αυτών όμως των Αιγυπτίων και των Αιθιόπων δεν δύναμαι να είπω ποίοι εδίδαξαν εις τους άλλους το έθιμον τούτο, προφανώς αρχαιότατον και εις τους δύο. Ότι δε οι άλλοι το έμαθον εκ της μετά των Αιγυπτίων επιμιξίας, μέγα τεκμήριον είναι το ακόλουθον, ότι όσοι Φοίνικες σχετίζονται με την Ελλάδα δεν μιμούνται πλέον τους Αιγυπτίους, αλλ' αφίνουσιν απερίτμητα τα παιδία των.
105. Περί των Κόλχων τούτων θα είπω και άλλο τι το οποίον δεικνύει ότι ομοιάζουσι με τους Αιγυπτίους. Αυτοί οι δύο λαοί είναι οι μόνοι οίτινες εργάζονται τα λινά υφάσματα κατά τον αυτόν τρόπον, έχουσι την αυτήν δίαιταν του βίου και την αυτήν γλώσσαν· οι Έλληνες όμως καλούσι τα μεν λινά των Κόλχων Σαρδονικά, τα δε ερχόμενα από την Αίγυπτον Αιγυπτιακά.
106. Αι πλείσται των στηλών τας οποίας ο βασιλεύς Σέσωστρις έστησεν εις διαφόρους πόλεις δεν σώζονται πλέον· αλλ' εν τη Συριακή Παλαιστίνη, είδον τοιαύτας, καθώς και τας επιγραφάς τας οποίας ανέφερα και γυναικός απόκρυφα μέρη. Υπάρχουσιν επίσης εις την Ιωνίαν δύο εικόνες του ανδρός τούτου γεγλυμμέναι εις πέτρας, η μεν επί της από Εφέσου εις Φώκαιαν αγούσης οδού, η δε επί της από Σάρδεων εις Σμύρνην. Και εις τα δύο ταύτα μέρη ο ανήρ παρίσταται κατά πέντε σπιθαμάς υψηλός και κρατών εις μεν την δεξιάν χείρα λόγχην, εις δε την αριστεράν τόξον· η λοιπή σκευή αυτού είναι ομοίως μικτή, διότι είναι Αιγυπτιακή ενταυτώ και Αιθιοπική. Από του ενός ώμου μέχρι του άλλου, καθ' όλον το πλάτος του στήθους του, είναι γεγλυμμένοι ιεροί χαρακτήρες Αιγυπτιακοί λέγοντες· «Εγώ διά των εμών ώμων εκτησάμην την χώραν ταύτην.» Τις ούτος και πόθεν, ενταύθα μεν δεν αναφέρεται, αλλαχού όμως δηλούται. Τινές των ιδόντων τας εικόνας ταύτας υπέλαβον ότι είναι του Μέμνονος· αλλά πόρρω απέχουσι της αληθείας.
107. Κατά το λέγειν των ιερέων, επιστρέφων ο Σέσωστρις μετά πολλών ανθρώπων εκ των χωρών τας οποίας είχε κατακτήσει, έφθασεν εις τας Δάφνας της Πηλουσίας όπου ο αδελφός του, εις ον είχεν αναθέσει την διοίκησιν της Αιγύπτου, εφιλοξένησεν αυτόν και τους υιούς του. Περί την οικίαν όμως είχε συναθροίσει ξύλα και έθεσε πυρ. Ο Σέσωστρις συνωδεύετο υπό της γυναικός του και αύτη τον συνεβούλευσε να εξαπλώση επί της πυράς δύο εκ των εξ υιών του, να κατασκευάση δι' αυτών γέφυραν άνωθεν του καιομένου μέρους, να πατήση επί των σωμάτων των και ούτω να σωθή. Ο Σέσωστρις ηκολούθησε την συμβουλήν ταύτην, και δύο μεν παιδία του κατεκάησαν τοιουτοτρόπως, τα δε λοιπά εσώθησαν μετά του πατρός των.
108. Επιστρέψας εις την Αίγυπτον, ετιμώρησε τον αδελφόν του και μετεχειρίσθη το πλήθος των ανθρώπων τους οποίους έφερεν από τας κατακτηθείσας χώρας διά να σύρωσι τους μεγίστους λίθους οίτινες επί της βασιλείας τούτου μετεφέρθησαν εις τον ναόν του Ηφαίστου. Διέταξεν ακολούθως τους αιχμαλώτους τούτους να ορύξωσι τας διώρυχας όλας όσαι υπάρχουσι σήμερον εις την Αίγυπτον· ακουσίως λοιπόν ούτοι κατέστησαν την χώραν ταύτην αδιάβατον εις τους ίππους και τας αμάξας άτινα προηγουμένως διέτρεχον αυτήν καθ' όλας τας διευθύνσεις διότι από της εποχής εκείνης η Αίγυπτος καί τοι ούσα ομαλή, δεν έχει πλέον ούτε ίππους ούτε αμάξας. Αι πολλαί διώρυχες και αι διάφοροι αυτών περιστροφαί είναι αιτία τούτου. Ιδού δε διά ποίον λόγον ο βασιλεύς απεφάσισε να κατακόψη την χώραν του· οι Αιγύπτιοι όσοι είχον τας πόλεις ουχί επί του ποταμού αλλ' εις τα μεσόγεια, μη δυνάμενοι να αντλήσωσιν εκ του Νείλου και στερούμενοι ύδατος, έπινον ύδατα αλμυρά αντλούντες αυτά εκ φρεάτων. Διά να θεραπεύση λοιπόν το κακόν τούτο κατέκοψε την Αίγυπτον με διώρυχας.
109. Με είπον προσέτι οι ιερείς ότι ο βασιλεύς ούτος διεμοίρασε την χώραν μεταξύ όλων των Αιγυπτίων, δίδων εις έκαστον ίσον τετράγωνον γης, και ότι εκ τούτου έκαμε τας προσόδους του, προσδιορίσας τον ετήσιον εκάστου φόρον. Εάν συνέβαινε να παρασύρη ο ποταμός το μερίδιον κατοίκου τινός, μετέβαινεν ούτος προς τον βασιλέα και εφανέρονε το γεγονός. Τότε ο Σέσωστρις έπεμπεν επιθεωρητάς διά να μετρήσωσι κατά πόσον ο αγρός εμειώθη, όπως ελαττωθή ο φόρος και πληρόνη εις το εξής αναλόγως του μείναντος μέρους. Εις την περίστασιν ταύτην νομίζω ότι εφευρέθη η γεωμετρία ήτις εκ της Αιγύπτου ήλθεν εις την Ελλάδα. Το δε ηλιακόν ωρολόγιον, τον γνώμονα και τα δώδεκα μέρη της ημέρας παρέλαβον οι Έλληνες από τους Βαβυλωνίους.
110. Ο βασιλεύς ούτος υπήρξεν ο μόνος όστις εβασίλευσεν επί της Αιθιοπίας και όστις αφήκεν ως μνημεία τα λίθινα αγάλματα τα οποία βλέπομεν προ του ναού του Ηφαίστου, το ιδικόν του, τα της γυναικός του, αμφότερα τριάκοντα πήχεων, και τα των τεσσάρων υιών του, είκοσι πήχεων έκαστον. Μετά πολύν χρόνον ο ιερεύς του Ηφαίστου δεν επέτρεψε να στήση ο Δαρείος τα άγαλμα του έμπροσθεν αυτών, λέγων ότι ο Πέρσης δεν εξετέλεσε τόσα κατορθώματα όσα ο Αιγύπτιος. «Διότι, προσέθηκεν, ο Σέσωστρις κατέκτησε τόσα έθνη όσα και ο βασιλεύς, προς τούτοις δε τους Σκύθας τους οποίους ούτος δεν ηδυνήθη να νικήση. Δεν είναι λοιπόν δίκαιον να στήση ο Δαρείος τον ανδριάντα του έμπροσθεν του ανδριάντος άνδρας όστις τον υπερέβη εις τα κατορθώματα.» Οι ιερείς λέγουσιν ότι ο Δαρείος εσυγχώρησε τον λόγον τούτον.
111. Κατ' αυτούς, αποθανόντος του Σεσώστριος (28), διεδέχθη την βασιλείαν ο υιός του Φερών ο βασιλεύς ούτος ουδεμίαν επεχείρησεν εκστρατείαν, και συνέβη να τυφλωθή εκ της ακολούθου περιστάσεως. Ο ποταμός είχεν αναβή εις ύψος πολύ μέγα, πλειότερον των δεκαοκτώ πήχεων, και κατέκλυσε τους αγρούς, ότε σφοδρός άνεμος ηγέρθη και ο ποταμός ήρχισε να κυματίζη. Τότε ο βασιλεύς παραφερθείς υπό ανοήτου θυμού, ήρπασεν ακόντιον και το έρριψεν εις τας δίνας του ποταμού. Αλλ' αίφνης οι οφθαλμοί του εσκοτίσθησαν και εγένετο μετ' ολίγον τυφλός. Επί δέκα έτη διετέλει εις τοιαύτην κατάστασιν, κατά το ενδέκατον δε έτος τω εκομίσθη χρησμός εκ της πόλεως Βουτούς αναγγέλλων αυτώ ότι ο χρόνος της τιμωρίας του παρήλθε και ότι θα ανέκτα την όρασιν εάν έπλυνε τους οφθαλμούς του με το ούρος γυναικός τον άνδρα της μόνον γινωσκούσης και μη λαβούσης πείραν ετέρου ανδρός. Και πρώτον μεν εδοκίμασε το ούρος της ιδίας του γυναικός, επειδή δε δεν εθεραπεύθη, εδοκίμασεν αλληλοδιαδόχως όλων των άλλων γυναικών μέχρις ου εθεραπεύθη. Τότε εσύναξεν εις μίαν πόλιν, την οποίαν σήμερον καλούσιν Ερυθράν βώλον, όλας τας γυναίκας όσας είχε δοκιμάσει, πλην εκείνης με το ούρος της οποίας νιφθείς ανέβλεψεν. Αφού δε εκλείσθησαν όλαι εκεί, τας έκαυσε μετά της πόλεως, και έλαβεν ως γυναίκα του εκείνην της οποίας το ούρος τω απέδωκε την όρασιν. Απαλλαγείς δε του νοσήματος των οφθαλμών, αφιέρωσε διάφορα δώρα εις όλους τους ονομαστούς ναούς τα μάλλον δε άξια λόγου είναι τα θαυμαστά έργα τα οποία αφιέρωσεν εις τον ναόν του Ηλίου δύο οβελίσκους λιθίνους, εκάτερος των οποίων ήτο εξ ενός λίθου εκατόν πήχεων ύψους και οκτώ πλάτους.
112. Οι ιερείς με είπον ότι διεδέχθη την βασιλείαν άνθρωπός τις της Μέμφιδος, του οποίου το όνομα κατά την των Ελλήνων γλώσσαν είναι Πρωτεύς (29). Το αφιερωμένον εις αυτόν τέμενος σώζεται ακόμη εις την Μέμφιν, προς νότον του ναού του Ηφαίστου, και είναι περικαλλέστατον και καλώς κεκοσμημένον. Πέριξ αυτού κατοικούσι Φοίνικες της Τύρου, και όλος αυτός ο τόπος καλείται στρατόπεδον των Τυρίων. Εις το τέμενος του Πρωτέως υπάρχει ναός αφιερωμένος εις την ξένην Αφροδίτην, εκ της παραδόσεως δε την οποίαν μοι διηγήθησαν ότι η Ελένη διέτριψε παρά τω Πρωτεί καθώς και εκ της επωνυμίας ξένης Αφροδίτης, εικάζω ότι ο ναός ούτος είναι ο της Ελένης της θυγατρός του Τυνδάρεω τωόντι, εις κανένα εκ των ναών της Αφροδίτης δεν επονομάζεται η θεά αύτη ξένη.
113. Όταν ηρώτησα τους ιερείς περί της Ελένης, μοι διηγήθησαν τα ακόλουθα· αρπάσας ο Αλέξανδρος την Ελένην εκ Σπάρτης, απέπλεεν εις την πατρίδα του· αλλ' άμα εισήλθεν εις το Αιγαίον πέλαγος, σφοδροί άνεμοι τον εξώθησαν εις το Αιγύπτιον πέλαγος. Εκείθεν δε, επειδή η τρικυμία δεν έπαυεν, επλησίασεν εις την παραλίαν και εισήλθεν εις τας Ταριχείας του Νείλου αίτινες σήμερον καλούνται Κανωβικόν στόμα. Υπήρχε τότε εις το παραθαλάσσιον, και υπάρχει ακόμη σήμερον, ναός του Ηρακλέους, όπου δεν εσυγχωρείτο να συλλάβη τις δούλον φυγάδα αδιάφορον τίνος δεσπότου εάν ούτος ελάμβανε τα θεία στίγματα και αφιερούτο εις τον θεόν· ο νόμος ούτος ίσχυεν επί των ημερών μου απαραλλάκτως ως εξ αρχής. Δούλοι τινες λοιπόν του Αλεξάνδρου, ακούσαντες το προνόμιον το οποίον είχεν ο ναός ούτος, έφυγον και καθίσαντες ικέται του θεού, κατηγόρουν τον Αλέξανδρον θέλοντες να τον βλάψωσι και διηγούντο όλα όσα συνέβησαν με την Ελένην και την προς τον Μενέλαον αδικίαν αυτού. Έλεγον δε ταύτα εις τους ιερείς και εις τον φύλακα του στόματος τούτου του Νείλου όστις ωνομάζετο Θώνις.
114. Ακούσας ταύτα ο Θώνις, πέμπει τάχιστα εις την Μέμφιν προς τον Πρωτέα άνθρωπον λέγοντα τα ακόλουθα· «Ήλθε ξένος τις Τεύκρος το γένος, όστις διέπραξεν εις την Ελλάδα ανόσιον έργον, διότι ηπάτησε την γυναίκα του φιλοξενήσαντος αυτόν, την ήρπασε μετά πολλών άλλων θησαυρών και ήλθεν εις την χώραν σου αναγκασθείς υπό των ανέμων. Τι πρέπει να πράξωμεν; να τον αφήσωμεν να αναχωρήση ατιμώρητος, ή να λάβωμεν όσα έφερεν ελθών;» ο δε Πρωτεύς απεκρίθη· Συλλαβόντες τον άνθρωπον τούτον όστις έπραξε τοιαύτην ανοσίαν πράξιν προς τον ξένον του, πέμψατέ τον προς εμέ διά να ακούσω τι θα είπη.»
115. Ακούσας ταύτα ο Θώνις, συλλαμβάνει τον Αλέξανδρον, κρατεί τα πλοία του και πέμπει εις την Μέμφιν αυτόν, την Ελένην, τους θησαυρούς του και προσέτι τους ικέτας. Όταν έφθασαν εκεί όλοι ηρώτα ο Πρωτεύς τον Αλέξανδρον τις ήτο και πόθεν ήρχετο. Ο δε Αλέξανδρος και το γένος του ωμολόγησε, και το όνομα της πατρίδος του είπε, και προσέτι τω διηγήθη τον πλουν του από του μέρους εκ του οποίου εξέπλευσεν. Αλλ' ο Πρωτεύς επέμενε να μάθη πόθεν έλαβε την Ελένην· επειδή δε ο Αλέξανδρος περιέπλεκε τους λόγους του και δεν έλεγε την αλήθειαν, οι παρόντες εις την συνδιάλεξιν ικέται εμαρτύρουν κατ' αυτού διηγούμενοι καταλεπτώς το έγκλημά του. Τέλος ο βασιλεύς εξήνεγκε την ακόλουθον απόφασιν. «Εάν δεν εθεώρουν ως μέγα έγκλημα να φονεύσω τινά εκ των ξένων όσοι βιαζόμενοι υπό των ανέμων έρχονται εις τον τόπον μου θα σε ετιμώρουν υπέρ του Έλληνος εκείνου, σε τον κάκιστον των ανθρώπων, όστις φιλοξενηθείς παρ' αυτού, έπραξες έργον ανοσιώτατον· επλησίασες την γυναίκα του ξένου σου, και δεν ηρκέσθης εις τούτο, αλλ' αποπλανήσας αυτήν την έκλεψες και έφυγες· και ούτε εις αυτό ακόμη ηρκέσθης, αλλ' ήλθες γυμνώσας την οικίαν του φιλοξενήσαντός σε. Εν τούτοις, επειδή θεωρώ ως αμάρτημα να φονεύσω ξένον, θα ζήσης· δεν σοι επιτρέπω όμως μήτε την γυναίκα να λάβης μήτε τους θησαυρούς· θα τα φυλάξω διά τον ξένον Έλληνα, μέχρις ου θέληση εκείνος να έλθη και να τα λάβη. Όσον δ' αφορά σε και τους συμπλωτήράς σου, σας διατάττω να φύγετε εντός τριών ημερών από τον τόπον τούτον εις άλλην γην οιανδήποτε, ειδεμή, θα σας μεταχειρισθώ ως πολεμίους.»
116. Τοιαύτη ήτο η διήγησις των ιερέων περί της αφίξεως της Ελένης εις του Πρωτέως· εγώ δε νομίζω ότι ο Όμηρος εγνώριζε μεν το γεγονός τούτο, δεν το έκρινεν όμως αρμόδιον διά την εποποιίαν όσον το άλλο, εκείνο το οποίον μετεχειρίσθη· το αφήκε λοιπόν κατά μέρος δείξας μόνον ότι το ήξευρεν. Είναι δε φανερόν εξ όσων εν τη Ιλιάδι (και ουδαμού αντιφάσκει) λέγει περί των πλανήσεων του Αλεξάνδρου· ότι δηλαδή αφού ήρπασε την Ελένην και ανεχώρησε, πλανηθείς μακράν έφθασεν εις την Σιδώνα της Φοινίκης. Αναφέρει δε ταύτα εις τα κατορθώματα του Διομήδους· και οι στίχοι λέγουσιν ούτω· «Εκεί ήσαν οι παμποίκιλοι πέπλοι, έργα Σιδωνίων γυναικών, τους οποίους ο θεόμορφος Αλέξανδρος έφερεν από την Σιδώνα όταν, διασχίζων την θάλασσαν, διήλθεν εκείθεν απάγων εις την Τρωάδα την ευγενή Ελένην.» Και άλλη μνεία τούτου γίνεται εν τη Οδυσσεία εις τους ακολούθους στίχους. «Η θυγάτηρ του Διός έχει πολλά φάρμακα ωφέλιμα και με πολλήν τέχνην κατεσκευασμένα, τα οποία τη έδωκεν η Πολυδάμνα, η σύζυγος του Θώνος, από την Αίγυπτον, όπου η ζωοπάροχος γη παράγει άφθονα φάρμακα, άλλα μεν επωφελή, άλλα δε επιβλαβή.» Ιδού δε και άλλοι στίχοι εις τους οποίους ο Μενέλαος λέγει προς τον Τηλέμαχον· «Με όλην την ανυπομονησίαν την οποίαν είχον να επανίδω την πατρίδα μου, οι θεοί με εκράτησαν ακόμη εις την Αίγυπτον, όπου είχον αμελήσει να θυσιάσω εις αυτούς εντελείς εκατόμβας.» Διά των στίχων τούτων καθίσταται δήλον ότι εγίνωσκε την άφιξιν του Αλεξάνδρου εις την Αίγυπτον, διότι η Συρία συνορεύει με την Αίγυπτον, και οι Φοίνικες, εις ους ανήκει η Σιδών, κατοικούσιν εις την Συρίαν.
117. Εκ των στίχων τούτων, και προ πάντων εκ των πρώτων, καταφαίνεται ότι τα Κύπρια έπη δεν είναι του Ομήρου, αλλ' άλλου τινός· διότι εις ταύτα μεν λέγεται ότι ο Αλέξανδρος, αφού ήρπασε την Ελένην από την Σπάρτην, έφθασε μετά τρεις ημέρας εις το Ίλιον βοηθούμενος υπό ούριου άνεμου και θαλάσσης γαληνιαίας· εις δε την Ιλιάδα λέγεται εξ εναντίας ότι άγων αυτήν επλανάτο τήδε κακείσε. Αλλ' ας αφήσωμεν τον Όμηρον και τα Κύπρια έπη.
118. Όταν ηρώτησα τους ιερείς εάν όσα λέγουσιν οι Έλληνες ότι συνέβησαν εις την Τρωάδα ήναι ψευδή ή αληθή, ιδού τι με απεκρίθησαν βεβαιούντες ότι τα είπεν εις αυτούς ο Μενέλαος. Μετά την αρπαγήν της Ελένης, πολυάριθμος στρατός Ελληνικός μετέβη εις την Τρωάδα διά να βοηθήση τον Μενέλαον· αποβάς εις την ξηράν ο στρατός ούτος, έστησε το στρατόπεδόν του και έπεμψεν εις το Ίλιον πρέσβεις μεταξύ των οποίων ήτο ο Μενέλαος· εισήλθον ούτοι εις την πόλιν, απήτησαν την απόδοσιν της Ελένης και τους θησαυρούς τους οποίους μετ' αυτής ήρπασεν ο Αλέξανδρος και εζήτησαν ικανοποίησιν διά τα αδικήματα ταύτα. Άλλοι Τρώες, και κατ' εκείνην την στιγμήν, και βραδύτερον, εβεβαίουν πάντοτε το αυτό πράγμα, είτε απλώς είτε μεθ' όρκου· ότι δεν είχον ούτε την Ελένην ούτε τους θησαυρούς, ότι όλα αυτά ήσαν εις την Αίγυπτον και ότι δεν τοις εφαίνετο εύλογον να δώσωσιν ικανοποίησιν διά πράγματα τα οποία είχεν ο βασιλεύς Πρωτεύς. Οι Έλληνες νομίσαντες ότι τους έσκωπτον οι Τρώες, επολιόρκησαν την πόλιν και την εκυρίευσαν. Αφού δε εκυρίευσαν την πόλιν, επειδή η Ελένη δεν εφαίνετο ουδαμού και οι Τρώες έλεγον τα αυτά όσα και πρότερον, τότε πιστεύσαντες εις τους πρώτους λόγους οι Έλληνες, απέστειλαν αυτόν τον Μενέλαον προς τον Πρωτέα.
119. Ελθών ο Μενέλαος εις Αίγυπτον και αναπλεύσας μέχρι της Μέμφιδος, διηγήθη όλην την αλήθειαν, έλαβεν άπειρα δώρα, και επανέλαβε την Ελένην όλως αβλαβή καθώς και όλους τους αρπαγέντας θησαυρούς του. Καίτοι δε ο Μενέλαος έτυχε τόσων περιποιήσεων, εφάνη όμως άδικος προς τους Αιγυπτίους. Επειδή ήθελε να αναχωρήση εκείθεν και ο καιρός τον εμπόδιζε, τούτο δε διήρκει πολλάς ημέρας, κατέφυγεν εις πράγμα ανόσιον· διότι λαβών δύο παιδία ανθρώπων εγχωρίων, τα έσφαξεν. Έπειτα, γενομένου γνωστού του πράγματος, εμισήθη και διωκόμενος έφυγε και ήλθε με τα πλοία του εις την Λιβύαν. Οι Αιγύπτιοι δεν ηδύναντο μεν να είπωσι πού μετέβη εκείθεν ο Μενέλαος, με εβεβαίουν όμως ότι άλλα μεν των συμβάντων εκείνων εξετάσαντες έμαθον, άλλα δε ότι τα εγίνωσκον και τα έλεγον μετά βεβαιότητος ως γενόμενα εις τον τόπον των.
120. Αυτά μεν έλεγον οι Αιγύπτιοι ιερείς· εγώ δε παραδέχομαι όσα διηγούνται περί της Ελένης προσθέτων την εξής σκέψιν. Εάν η Ελένη ήτο εις το Ίλιον βεβαίως θα απεδίδετο εις τους Έλληνας τη συγκαταθέσει ή άνευ της συγκαταθέσεως του Αλεξάνδρου, διότι ούτε ο Πρίαμος ούτε οι άλλοι συγγενείς του ήσαν τόσον ανόητοι ώστε να διακινδυνεύσωσι τα άτομά των, τα τέκνα των και την πόλιν των διά να έχη ο Αλέξανδρος γυναίκα την Ελένην. Και εάν υποθέσωμεν ότι η πρώτη απόφασίς των ήτο να μη ενδώσωσιν, όταν όμως είδον ότι πολεμούντες με τους Έλληνας έχανον πολλούς ανθρώπους, όταν είδον ότι δεν παρήρχετο μάχη (εάν βασισθώμεν εις τας μαρτυρίας των εποποιών) χωρίς να χάση ο Πρίαμος τουλάχιστον δύο ή τρεις των υιών του, επειδή ταύτα συνέβησαν ούτω, νομίζω ότι και αυτός ο Πρίαμος αν ήτο ο άρπαξ της Ελένης, θα έσπευδε να την αποδώση εις τους Ατρείδας διά να αποφύγη τόσα δυστυχήματα. Προς τούτοις ούτε διάδοχος της βασιλείας ήτο ο Αλέξανδρος, και με όλον το γήρας του Πριάμου η διοίκησις των κοινών δεν ήτο εις χείρας του Αλεξάνδρου· αλλ' ο Έκτωρ, όστις ήτο και πρεσβύτερος και γενναιότερος αυτού, έμελλε να παραλάβη την βασιλείαν μετά τον θάνατον του Πριάμου. Αυτός λοιπόν δεν θα επέτρεπεν εις τον αδελφόν του την αδικίαν, προ πάντων όταν ένεκα αυτού συνέβαιναν τόσα δυστυχήματα και εις αυτόν τον Έκτορα και εις άλλους Τρώας. Αλλά δεν ήτο εις την εξουσίαν των να αποδώσωσι την Ελένην, ούτε τους επίστευον οι Έλληνες λέγοντας την αλήθειαν. Κατά την εμήν γνώμην τούτο εγένετο συνεργεία των θεών, διά να απολεσθώσι κατά κράτος οι Τρώες και γίνη φανερόν εις όλους τους ανθρώπους ότι εις τα μεγάλα αδικήματα οι θεοί επιφυλάττουσι μεγάλας τιμωρίας. Και ταύτα μεν, ως είπον, φρονώ εγώ.
121. 1. Οι δε ιερείς λέγουσιν ότι τον Πρωτέα διεδέχθη ο Ραψίνιτος (30), όστις αφήκεν ως μνημείον τα προς δυσμάς προπύλαια του ναού του Ηφαίστου. Απέναντι των προπυλαίων τούτων έστησε δύο ανδριάντας εικοσιπέντε πήχεις υψηλούς οι Αιγύπτιοι καλούσι τον μεν προς άρκτον ιστάμενον Θέρος, τον δε προς μεσημβρίαν Χειμώνα και εκείνον μεν τον οποίον καλούσι Θέρος προσκυνούσι και περιποιούνται, προς δε τον άλλον τον καλούμενον Χειμώνα πράττουσι τα εναντία. Ο βασιλεύς ούτος είχεν άπειρα χρήματα, τόσα ώστε εκ των μεταγενεστέρων βασιλέων κανείς δεν ηδυνήθη μήτε να τον υπερβή μήτε να τον φθάση καν. Θέλων ούτος να θησαυρίζη εις ασφαλές μέρος, έκτισε δωμάτιον λίθινον, του οποίου είς των τοίχων ήτο εις το έξω μέρος της οικίας αλλ' ο οικοδόμος, επιβουλευόμενος τα πλούτη εκείνα, εμηχανεύθη το εξής προδιέθεσε μίαν πέτραν του τοίχου ούτως ώστε δύο άνθρωποι, ή και είς μόνος, να δύνανται ευκόλως να την εκβάλλωσιν. Αφού ετελείωσε το οίκημα, ο βασιλεύς απέθεσεν εν αυτώ τους θησαυρούς του. Μετά παρέλευσιν χρόνου, ο οικοδόμος αισθανθείς το τέλος της ζωής του εκάλεσε τους υιούς του (είχε δε δύο) και τοις είπε πως, μεριμνών δι' αυτούς διά να έχωσιν άφθονα αγαθά, έκαμε τέχνασμα τι ότε έκτιζε το θησαυροφυλάκιον του βασιλέως. Αφού δε τοις εξήγησε σαφώς πώς ηδύναντο να αφαιρέσωσι τον λίθον, τους έδωκε τα μέτρα αυτού και τους είπεν ότι εάν δεν τα λησμονήσωσι θα ήσαν διαχειρισταί των βασιλικών χρημάτων. Και εκείνος μεν απέθανεν, οι δε υιοί του δεν εβράδυνον να θέσωσιν εις ενέργειαν το πράγμα πορευθέντες διά νυκτός εις τα βασίλεια και ανευρόντες τον λίθον εις το οικοδόμημα, ευκόλως τον μετεκίνησαν και εξήγαγον πολλά χρήματα. 2. Όταν δε έτυχεν ο βασιλεύς να ανοίξη το οίκημα, ηπόρησεν ιδών ότι έλειπον χρήματα από τα αγγεία, και δεν ήξευρεν εις ποίον να αποδώση το πράγμα, καθότι αι σφραγίδες ήσαν ανέπαφοι και η θύρα κεκλεισμένη. Επειδή δε ανοίξας δις και τρις έβλεπεν ότι τα χρήματα ηλαττούντο πάντοτε (επειδή οι κλέπται δεν έπαυον εξάγοντες), εμηχανεύθη το εξής διέταξε να κατασκευάσωσι παγίδας και να τας στήσωσι πέριξ των αγγείων εντός των οποίων ήσαν τα χρήματα. Οι κλέπται ήλθον ως και πρότερον ο είς εξ αυτών εισήλθεν, επλησίασεν αγγείον τι, και αίφνης συνελήφθη εις την παγίδα. Εννοήσας δε αμέσως το δυστύχημα εις το οποίον είχεν εμπέσει, εκάλεσε τον αδελφόν του, είπε προς αυτόν το γεγονός και τον προέτρεψε να εισέλθη τάχιστα. Άμα δε εκείνος επλησίασε «Κόψε την κεφαλήν μου, προσέθηκε, διότι εάν με ίδωσι και με αναγνωρίσωσιν, εχάθημεν και εγώ και συ.» Ο αδελφός επείσθη ότι είχε δίκαιον και ηκολούθησε την συμβουλήν του έπειτα, εφαρμόσας τον λίθον εις την θέσιν του ήλθεν εις την οικίαν του με την κεφαλήν του αδελφού του. 3. Άμα εξημέρωσεν, εισήλθεν ο βασιλεύς εις το οίκημα και εξεπλάγη ευρών εις την παγίδα το σώμα του κλέπτου άνευ κεφαλής, το οίκημα αβλαβές και ουδεμίαν άλλην είσοδον ή έξοδον. Ευρισκόμενος δε εις απορίαν, επενόησεν άλλο στρατήγημα εκρέμασεν εις τον τοίχον το σώμα του κλέπτου, και θέσας περί αυτό φύλακας, τους διέταξε να συλλάβωσι και φέρωσιν ενώπιόν του οποιονδήποτε ήθελον ιδεί να κλαύση ή να στενάξη επί τω θεάματι εκείνω. Ενόσω δε εκρέματο το πτώμα, η μήτηρ, δεινώς λυπουμένη, συνωμίλει μετά του επιζώντος υιού της επί τέλους τον επρόσταξε να εφεύρη πάντα τρόπον να λύση το πτώμα όπως ηδύνατο και να το φέρη εις την οικίαν, απειλούσα αυτόν ότι εν περιπτώσει αμελείας θα μεταβή η ιδία προς τον βασιλέα και θα τον καταγγείλη ότι αυτός έχει τα χρήματα. 4. Επειδή λοιπόν η μήτηρ τον επίεζε πολύ, και αυτός δεν ηδύνατο να την μεταπείση με όλας τας παρατηρήσεις του, εσοφίσθη τα ακόλουθα έλαβεν όνους, έπειτα πληρώσας οίνου ασκούς, τους εφόρτωσεν επί των όνων και ήλαυνεν αυτούς. Όταν δε έφθασεν απέναντι των φυλάκων και πλησίον του κρεμαμένου σώματος, έσυρε προς εαυτόν δύο τρεις άκρας των ασκών και τους έλυσεν ενώ εκλονίζοντο τότε ο οίνος ήρχισε να χύνεται, και αυτός εκτύπα την κεφαλήν του εκβάλλων μεγάλας φωνάς, ως να μη ήξευρε προς ποίον όνον να τρέξη πρώτον. Οι φύλακες βλέποντες να χύνεται τόσος οίνος, ώρμησαν εις την οδόν με αγγεία διά να τον συνάξωσιν, ως να εχύνετο χάριν αυτών. Ο άνθρωπος προσεποιήθη ότι εθύμωνε, τους ύβριζεν όλους.
122. Μετά τούτο μοι είπον οι ιερείς ότι ο βασιλεύς ούτος κατέβη ζων όπου οι Έλληνες υποθέτουσιν ότι είναι ο άδης, ότι εκεί έπαιζε τους κύβους με την Δήμητρα, ότι άλλοτε μεν την ενίκα, άλλοτε δε ηττάτο υπ' αυτής, και ότι λαβών παρ' αυτής δώρον χειρόμακρον χρυσούν, ανέβη πάλιν εις την γην. Ένεκα της καταβάσεως ταύτης και μετά την επιστροφήν του Ραμψινίτου, οι Αιγύπτιοι εσύστησαν εορτήν ως με είπον, και ο ίδιος ηξεύρω ότι και εις τας ημέρας μου ακόμη την διετήρουν· δεν δύναμαι όμως να είπω εάν δι' άλλην τινά αιτίαν την εώρταζον ή δι' αυτήν. Κατά την ημέραν της εορτής, οι ιερείς, υφαίνοντες μανδύαν, δένουσι με ταινίαν τους οφθαλμούς ενός εκ των ιδικών των, και περιβάλλοντες αυτόν με τον μανδύαν εκείνον, τον φέρουσιν εις την οδόν ήτις άγει εις τον ναόν της Δήμητρος· έπειτα δε επιστρέφουσιν. Εν τούτοις ο ιερεύς, δεδεμένους έχων τους οφθαλμούς, οδηγείται υπό δύο λύκων εις τον ναόν τούτον όστις απέχει από την πόλιν είκοσι στάδια και φέρεται πάλιν οπίσω παρ' αυτών εις το ίδιον μέρος.
123. Τας διηγήσεις ταύτας των Αιγυπτίων ας δεχθή όστις νομίζει αυτάς πιθανάς. Το κατ' εμέ, εις όλην την διήγησίν μου ομολογώ ότι γράφω όσα ήκουσα. Οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι η Δημήτηρ και ο Διόνυσος βασιλεύουσιν επί των νεκρών. Είναι λοιπόν οι πρώτοι οίτινες ωμίλησαν περί της δοξασίας ταύτης ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατος, και ότι, μετά την φθοράν του σώματος, εισέρχεται αύτη εις άλλο ον γεννώμενον· αφού δε διατρέξη όλα τα ζώα της γης και της θαλάσσης και όλα τα πτηνά, εισέρχεται πάλιν εις ανθρώπινον σώμα· η περιπλάνησις δ' αύτη της ψυχής γίνεται εις τρισχίλια έτη. Την δοξασίαν ταύτην τινές των Βλλήνων μετεχειρίσθησαν ως ιδικήν των, άλλοι μεν πρότερον, άλλοι δε εσχάτως (31) ηξεύρω τα ονόματα αυτών, πλην δεν τα γράφω.
124. Με είπον προσέτι οι ιερείς ότι μέχρι του Ραμψινίτου η ευνομία διετηρείτο εις την Αίγυπτον και ότι μεγάλως ηυδαιμόνει ο τόπος· αλλά μετ' αυτόν εβασίλευσεν ο Χέοψ (32) και τότε υπέφερον παν είδος δυστυχίας. Πρώτον έκλεισεν όλους τους ναούς και απηγόρευσε να θυσιάζωσιν έπειτα ηνάγκασε τους Αιγυπτίους να εργάζωνται δι' αυτόν. Και είς τινας μεν επέβαλε να σύρωσι μέχρι του Νείλου λίθους τους οποίους εξήγον από τα λατομεία του Αραβίου όρους εις άλλους δε ώρισε να μεταβιβάζωσιν εις πλοιάρια τους λίθους τούτους και να τους φέρωσιν εις το Λιβυκόν όρος. Ειργάζοντο δε αδιακόπως εκατόν χιλιάδες ανθρώπων αντικαθισταμένων κατά τριμηνίαν. Ταλαιπωρούμενος ο λαός εδαπάνησε δέκα μεν έτη διά την κατασκευήν της οδού διά της οποίας μετέφερον τους λίθους, έργον όπερ, κατ' εμέ, μόλις είναι μικρότερον της πυραμίδος, διότι το μήκος της οδού είναι πέντε στάδια, το πλάτος δέκα οργυιαί, και το μεγαλείτερον ύψος οκτώ οργυιαί και κατεσκευάσθη εκ λίθων ξεστών, κεκοσμημένων δι' εγγεγλυμμένων εικόνων. Κατανάλωσαν λοιπόν δέκα έτη διά την οδόν ταύτην, διά την εξομάλισιν του λόφου όπου ίστανται αι πυραμίδες, και διά τα υπό την γην οικήματα τα οποία ο Χέοψ προώρισε διά τάφον του αποκαταστήσας το μέρος εκείνο νήσον με διώρυχα την οποίαν έφερεν από τον ποταμόν. Είκοσι δε έτη εχρειάσθησαν διά την κατασκευήν της κυρίας πυραμίδος της οποίας, τετραγώνου ούσης, εκάστη πρόσοψις είναι οκτώ πλέθρα εις την βάσιν και άλλα τόσα κατά το ύψος σύγκειται δε όλη εκ λίθων ξεστών και καλώς συνηρμολογημένων και ουδείς λίθος αυτής είναι μικρότερος των τριάκοντα ποδών.
125. Κατεσκευάσθη δε η πυραμίς αύτη κατά το σχήμα βαθμίδων, τας οποίας άλλοι μεν καλούσι κρόσσας, άλλοι δε βωμίδας. Αφού δε έκτισαν την βάσιν, ύψωσαν τας λοιπάς πέτρας διά μηχανών κατεσκευασμένων εκ μικρών ξύλων· η δύναμις της μηχανής ενήργει πρώτον από του εδάφους μέχρι του πρώτου στοίχου των βαθμίδων· εκεί ήτο εστημένη άλλη μηχανή εφ' ης ετίθετο ο λίθος και μετεφέρετο εις τον δεύτερον στοίχον των βαθμίδων όπου ήτο εστημένη τρίτη μηχανή, διότι όσοι στοίχοι ήσαν τόσαι και μηχαναί. Πιθανόν όμως να υπήρχε μια μόνη μηχανή, την οποίαν, καθό ευκίνητον, μετέφερον από στοίχου εις στοίχον, αφού προηγουμένως αφήρουν απ' αυτής τον λίθον, διότι πρέπει να αναφέρω και τους δύο τρόπους καθώς με τους είπον. Και προ των άλλων μεν ετελείωσεν η κορυφή της πυραμίδος, κατόπιν ο ακόλουθος στοίχος και ούτω καθεξής μέχρι του τελευταίου όστις ήγγιζε το έδαφος. Είναι δε σημειωμένα με χαρακτήρας Αιγυπτιακούς πόσα εξωδεύθησαν διά τους εργάτας εις ράπανα, κρόμμυα και σκόροδα· και καθ' όσον δύναμαι να ενθυμηθώ, η επιγραφή, την οποίαν μοι εξήγησεν ο διερμηνεύς, εδείκνυεν ότι το ποσόν ανέβη μέχρι χιλίων εξακοσίων αργυρών ταλάντων. Εάν τωόντι τόσα εδαπανήθησαν εις τοιαύτα πράγματα, πόσα άρα γε να εδαπανήθησαν εις σιδηρά σύνεργα, εις τρόφιμα και εις ενδύματα καθ' όλον τον προς οικοδομήν δαπανηθέντα χρόνον όστις ήτο όσος είπον, εκτός εκείνων τα οποία εξωδεύθησαν, ως νομίζω, κατά τον χρόνον όστις εχρειάσθη προς τομήν των λίθων, μεταφοράν αυτών και κατασκευήν του υπογείου ορύγματος;
126. Εις τοιούτον βαθμόν κακοηθείας έφθασεν ο Χέοψ ώστε έχων ανάγκην χρημάτων εισήγαγεν, ως λέγουσι, την θυγατέρα του εις πορνείον και την διέταξε να συνάξη ποσότητα τινα, αγνοώ πόσην διότι δεν με την είπον οι ιερείς. Υπήκουσεν αύτη και εσύναξε την παρά του πατρός της ορισθείσαν ποσότητα· θέλουσα δε να αφήση και ίδιον εαυτής μνημείον, εζήτει παρά παντός εισερχομένου προς αυτήν να τη χαρίζη μίαν πέτραν δι' αυτό το έργον. Από αυτάς δε τας πέτρας λέγουσιν ότι εκτίσθη εκείνη των πυραμίδων ήτις είναι εν τω μέσω των τριών, ολίγον προ της μεγαλειτέρας, και της οποίας εκάστη πλευρά είναι έν και ήμισυ πλέθρον εις την βάσιν.
127. Ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι ο Χέοψ ούτος εβασίλευσε πεντήκοντα έτη· μετά τον θάνατόν του δε εκληρονόμησε την βασιλείαν ο αδελφός του Χεφρήν (33) όστις τον εμιμήθη καθ' όλα έκτισε και αυτός πυραμίδα ως εκείνος, μικροτέραν όμως την εμέτρησα εγώ ο ίδιος μήτε υπόγεια οικήματα έχει, μήτε διώρυχα φέρουσαν μέχρι της βάσεώς της το ύδωρ του ποταμού, ως έχει η άλλη την οποίαν η παροχέτευσις του Νείλου καθίστα νήσον εν τη οποία ως λέγεται κείται το σώμα του Χέοπος. Αφού έκτισε την πρώτην βαθμίδα εκ λίθου Αιθιοπικού ποικίλου, ύψωσε την πυραμίδα κατά τεσσαράκοντα πόδας ολιγώτερον της πρώτης ήτις είναι πλησίον αμφότεραι δε ίστανται επί του αυτού λόφου όστις έχει ύψος περίπου εκατόν πόδας. Έλεγον προσέτι οι ιερείς ότι ο Χιφρήν εβασίλευσεν έτη πεντήκοντα και έξ.
128. Αριθμούσι λοιπόν εκατόν εξ έτη κατά τα οποία οι Αιγύπτιοι υπέστησαν πάσαν ταλαιπωρίαν· οι ναοί, εις το διάστημα τούτο, εκλείσθησαν και δεν τους ήνοιξαν ουδέ προς στιγμήν. Τούτων δε των βασιλέων τα ονόματα ο λαός μήτε τα αναφέρει υπό μίσους, αλλ' ονομάζει τας πυραμίδας ταύτας πυραμίδας Φιλιτίωνός τινος ποιμένος όστις έβοσκε τότε τα ποίμνιά του εις τούτο το μέρος.
129. Μετά τον Χεφρήνα οι ιερείς με είπον ότι ανέβη επί του θρόνου ο υιός του Χέοπος Μυκερίνος (34). Αι πράξεις του πατρός του δεν ήρεσκον εις αυτόν όθεν και τους ναούς ήνοιξε, και τον λαόν, όστις εις άκρον εταλαιπωρείτο, απέλυσε διά να καταγίνεται εις τας θυσίας του και τα ίδιά του έργα, και τέλος εδίκαζε δικαιότερον όλων των βασιλέων. Τον επαινούσι λοιπόν διά τούτο πλειότερον από όλους όσοι εβασίλευσαν επί της Αιγύπτου, διότι ου μόνον έκρινε καλώς, αλλά και εις εκείνον όστις παρεπονείτο διά την απόφασιν έδιδε δώρον τι κατευνάζον την δυσαρέσκειάν του. Εν τούτοις εις τον Μυκερίνον τούτον, τον τόσον ήπιον, τον τόσον μεριμνώντα διά την ευτυχίαν των Αιγυπτίων, συνέβησαν πολλά δυστυχήματα, και πρώτον πάντων ο θάνατος της θυγατρός του, ήτις ήτο το μόνον τέκνον το οποίον είχεν εις την οικίαν του. Αισθανθείς λύπην άφατον διά το δυστύχημα τούτο και θέλων να θάψη την θυγατέρα του μεγαλοπρεπέστερον παρ' ό,τι θάπτουσι τους άλλους, διέταξε να κατασκευάσωσι βουν ξυλίνην κοίλην, την οποίαν κατεχρύσωσε και έθεσεν εντός αυτής την αποθανούσαν θυγατέρα του.
130. Η βους αύτη δεν ετάφη· εσώζετο ακόμη εις τας ημέρας μου εις την Σάιν κειμένη εις δωμάτιον πλουσίως κεκοσμημένον εντός της βασιλικής κατοικίας· πλησίον αυτής εκαίοντο καθ' ημέραν παντός είδους αρώματα, καθ' όλην δε την νύκτα ήτο αναμμένος λύχνος διαρκώς. Ου μακράν της βοός ταύτης, εις άλλο δωμάτιον, είναι εκτεθειμέναι αι εικόνες των παλλακίδων του Μυκερίνου, ως με είπον οι ιερείς της Σάιος. Αληθώς υπάρχουσιν εκεί είκοσι μεγάλα ξύλινα αγάλματα παριστώντα γυναίκας γυμνάς· ποίαι είναι; δεν ειμπορώ να είπω ειμή ό,τι ήκουσα.
131. Τινές διά την βουν και τα κολοσσιαία αγάλματα λέγουσι τα εξής· ότι ο Μυκερίνος ηράσθη της εαυτού θυγατρός και εμίγη μετ' αυτής ακούσης· μετά ταύτα δε ότι η κόρη από την λύπην της επνίγη και εκείνος την έθαψεν εντός της βοός ταύτης, ότι η μήτηρ έκοψε τας χείρας των υπηρετριών αίτινες παρέδωκαν την νέαν κόρην εις τον πατέρα της, και ότι διά τούτο αι εικόνες αυτών είναι άχειρες θέλουσαι να παραστήσωσιν ό,τι έπαθον εις τον βίον των. Κατ' εμέ οι λέγοντες ταύτα φλυαρούσι, και προ πάντων εις τα περί των χειρών των αγαλμάτων, διότι το είδομεν και ημείς ιδίοις όμμασιν ότι υπό του χρόνου απώλεσαν τας χείρας των, αίτινες κείνται ακόμη προ των ποδών των.
132. Η βους έχει το σώμα κεκαλυμμένον υπό επιστρώματος πορφυρού, πλην του αυχένος και της κεφαλής εις τα οποία είναι επιτεθειμένος παχύτατος χρυσός· μεταξύ των κεράτων αυτής είναι απομεμιμημένος εκ χρυσού ο κύκλος του ηλίου. Ίσταται δε αυτή ουχί επί των ποδών της, αλλά γονατισμένη, και το μέγεθος αυτής είναι όσον μεγάλης βοός ζωντανής. Κατ' έτος την εκβάλλουσιν από το οίκημα, όταν οι Αιγύπτιοι κτυπώνται χάριν του θεού τον οποίον εγώ δεν ειμπορώ να ονομάσω εις τοιαύτην διήγησιν· τότε λοιπόν εκφέρουσι και την βουν εις το φως, διότι, ως λέγουσιν, η θυγάτηρ του Μυκερίνου αποθνήσκουσα εζήτησεν από τον πατέρα της να βλέπη τον ήλιον άπαξ του ενιαυτού.
133. Μετά τον θάνατον της θυγατρός του δευτέρα συμφορά ηκολούθησεν εις τον βασιλέα, η εξής· χρησμός τις ήλθεν εκ της πόλεως Βουτούς λέγων ότι έξ μόνον έτη έμελλεν ακόμη να ζήση και το έβδομον να αποθάνη. Οδυνηράν θλίψιν αισθανθείς έπεμψε να επιπλήξη το μαντείον, παραπονούμενος ότι ο μεν πατήρ του και ο θείος του κλείσαντες τους ναούς, αποβαλόντες της μνήμης των τους θεούς, πιέζοντες τους ανθρώπους, έζησαν πολύν χρόνον, αυτός δε, ευσεβής ων, μέλλει να αποθάνη ταχέως. Τότε ήλθε προς αυτόν δεύτερος χρησμός εκ του μαντείου λέγων ότι τούτου ένεκα συντετμήθη ο βίος του· ότι δεν έπραξεν ό,τι ώφειλε να πράξη· ότι η Αίγυπτος ήτο προωρισμένη να υποφέρη επί εκατόν πεντήκοντα έτη· ότι οι δύο προκάτοχοι αυτού βασιλείς ενόησαν τούτο, εκείνος δε όχι. Ταύτα ακούσας ο Μυκερίνος, επειδή είδεν ότι ήτο καταδεδικασμένος, διέταξε να κατασκευάσωσι πολλούς λύχνους τους οποίους ήναπτε την νύκτα, πίνων και εντρυφών, χωρίς να παύη μήτε ημέραν μήτε νύκτα· περιήρχετο δε τας λίμνας και τα άλση και όπου ήθελε μάθει ότι υπήρχον ευάρεστοι διασκεδάσεις. Εμηχανάτο δε ταύτα διά να αποδείξη ψευδόμενον το μαντείον κάμνων τας νύκτας ημέρας, ώστε τα έξ έτη να γίνωσι δώδεκα δι' αυτόν.
134. Αφήκε δε και ούτος πυραμίδα πολύ μικροτέραν του πατρός του, ήτις ούσα επίσης τετράγωνος έχει εκάστην πλευράν τριών πλέθρων μείον είκοσι ποδών και είναι εκτισμένη κατά το ήμισυ εκ λίθου Αιθιοπικού. Έλληνες τινες ισχυρίζονται ότι η πυραμίς αύτη είναι εταίρας τινός, της Ροδώπιδος· πλην δεν λέγουσιν ορθώς, και βλέπω μάλιστα ότι ομιλούσι περί αυτής χωρίς ούτε να ηξεύρωσι ποία ήτο η Ροδώπις, διότι δεν θα απέδιδον εις αυτήν την κατασκευήν τοιαύτης πυραμίδος εις την οποίαν δύναταί τις να είπη ότι εδαπανήθησαν αναρίθμητοι χιλιάδες ταλάντων. Εκτός τούτου πρέπει να παρατηρήσωμεν ότι η Ροδώπις ήκμασεν ουχί επί των χρόνων του Μυκερίνου, αλλ' επί του βασιλέως Αμάσιος· ώστε είναι πολλά έτη μεταγενεστέρα των βασιλέων οίτινες έκτισαν τας πυραμίδας ταύτας. Γεννηθείσα εις Θράκην, δούλη του Ιάδμονος, υιού του Ηφαιστοπόλιδος, υπήρξε σύνδουλος του μυθοποιού Αισώπου· διότι τωόντι ούτος ανήκεν εις τον Ιάδμονα, ως εφάνη ακριβώς εκ του ακολούθου γεγονότος. Όταν οι Δελφοί, υπακούοντες εις τον χρησμόν, εκήρυττον τις ήθελε να λάβη το οφειλόμενον πρόστιμον διά τον φόνον του Αισώπου, ουδείς άλλος επαρουσιάσθη ειμή Ιάδμων τις εγγονός του προηγουμένου Ιάδμονος. Ανήκε λοιπόν ο Αίσωπος εις τον Ιάδμονα.
135. Η δε Ροδώπις ήλθεν εις την Αίγυπτον κομισθείσα υπό του Ξάνθου του Σαμίου. Ελθούσα δε διά το έργον της, εξηγοράσθη διά πολλών χρημάτων υπό τινος Μυτιληναίου Χαράξου, υιού του Σκαμανδρωνύμου και αδελφού της ποιήτριας Σαπφούς. Ούτω λοιπόν η Ροδώπις ηλευθερώθη από την δουλείαν και έμεινεν εις την Αίγυπτον, και επειδή είχε πολλά θέλγητρα, εκτήσατο μεγάλην περιουσίαν, όσον διά μίαν Ροδώπιν, αλλ' όχι τόσην ώστε να δυνηθή να κτίση τοιαύτην πυραμίδα. Το δέκατον της περιουσίας της και σήμερον ακόμη είναι εύκολον να ίδη όστις θέλει· και δεν ειμπορεί να αποδώση εις αυτήν πολλά πλούτη. Επιθυμήσασα η Ροδώπις να εγκαταλίπη εις την Ελλάδα ανάμνησιν εαυτής, έκαμε πράγμα το οποίον μήτε εφαντάσθη κανείς μήτε αφιέρωσεν άλλο όμοιον εις ναόν, και το αφιέρωσεν εις τους Δελφούς εις μνημόσυνόν της. Παρήγγειλε και επλήρωσε διά του δεκάτου της περιουσίας της πολλούς οβελούς σιδηρούς διά τους οπτομένους βόας, τόσους όσους τη επέτρεπεν η τιμή του δεκάτου, και τους έστειλεν εις τους Δελφούς. Υπάρχουσιν ακόμη συνεσωρευμένοι όπισθεν του βωμού τον οποίον αφιέρωσαν οι Χίοι, απέναντι του ναού. Συνήθως αι εταίραι της Ναυκράτιος είναι επαφρόδιτοι· μία δε των πρώτων, αυτή περί ης ο λόγος, τοσούτον ονομαστή εγένετο, ώστε όλοι οι Έλληνες γινώσκουσι το όνομα της Ροδώπιδος. Βραδύτερον, το όνομα της Αρχιδίκης εγένετο μεν επίσης διάσημον ανά την Ελλάδα, αλλ' ουχί τόσον διάσημον ως το της πρώτης και αντικείμενον συνδιαλέξεων. Ότε δε ο Χάραξος, ελευθερώσας την Ροδώπιν, επέστρεψεν εις την Μυτιλήνην, η Σαπφώ πολλάκις τον έσκωψεν εις τα ποιήματά της. Αλλά είναι καιρός να αφήσωμεν την Ροδώπιν.
136. Οι ιερείς με είπον ότι μετά τον Μυκερίνον εγένετο βασιλεύς της Αιγύπτου ο Άσυχις (35), όστις ήγειρε τα προς ανατολάς του ηλίου προπύλαια του ναού του Ηφαίστου τα οποία είναι τα κάλλιστα και τα μέγιστα πάντων διότι όλα μεν τα προπύλαια είναι κεκοσμημένα δι' ανθέων γεγλυμμένων και έχουσι ποικιλωτάτην οικοδομικήν θέαν, εκείνα όμως είναι ποικιλώτερα και ωραιότερα. Επί της βασιλείας αυτού, είπον, εγένετο μεγάλη σπάνις χρημάτων επομένως οι Αιγύπτιοι εξέδωκαν νόμον επιτρέποντα να δανείζεταί τις ενεχυριάζων το πτώμα του πατρός του. Εις τούτον τον νόμον λέγεται ότι προσετέθη και η ακόλουθος διάταξις ο δανείζων ήτο κύριος του επιταφίου θαλάμου του λαμβάνοντος το δάνειον, εις εκείνον δε όστις ηρνείτο να πληρώση το χρέος επεβάλλετο η εξής τιμωρία όταν απέθνησκε, δεν εσυγχωρείτο να ταφή μήτε εις τον πατρικόν τάφον μήτε εις κανένα άλλον προς τούτοις δεν εσυγχωρείτο μήτε συγγενή του να θάψη. Θέλων δε ο Άσυχις να υπερβή τους προγενεστέρους βασιλείς της Αιγύπτου, έκτισεν εκ πλίνθων πυραμίδα με την ακόλουθον επί πέτρας γεγραμμένην επιγραφήν «Μη με καταφρονής ένεκα των λιθίνων πυραμίδων τας υπερτερώ τόσον όσον ο Ζευς υπερτερεί τους άλλους θεούς, διότι βυθίζοντες ακόντιον εις την λίμνην και συνάζοντες τον πηλόν όστις προσεκολλάτο εις αυτό, κατασκεύασαν τους πλίνθους με τους οποίους με έκτισαν.» Τοιαύτα είναι όσα έπραξεν ο βασιλεύς ούτος.
137. Μετ' αυτόν εβασίλευσε τυφλός τις εκ της πόλεως Ανύσιος, ονομαζόμενος Άνυσις 36(36) επί τούτου βασιλεύοντος οι Αιθίοπες και ο βασιλεύς αυτών Σαβακώς εισέβαλον εις την Αίγυπτον μετά στρατού πολλού. Και ο μεν τυφλός έφυγε και διεσώθη εις τα έλη, ο δε Αιθίοψ εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον πεντήκοντα έτη, κατά το διάστημα των οποίων έπραξε τα ακόλουθα έργα. Όταν Αιγύπτιός τις διέπραττεν έγκλημα, επειδή δεν ήθελε να θανατόνη κανένα, εδίκαζεν έκαστον κατά το μέγεθος του εγκλήματός του και τον κατεδίκαζε να φέρη χώμα και να το ρίπτη εις την γενέθλιον πόλιν του. Τοιουτοτρόπως δε αι πόλεις εγένοντο υψηλότεραι παρ' όσον ήσαν διότι πρώτον μεν υψώθησαν υπό των ορυξάντων τας διώρυχας επί του βασιλέως Σεσώστριος, δεύτερον δε επί του Αιθίοπος έφθασαν εις το σήμερινόν ύψος. Ως νομίζω η υψηλοτέρα πόλις είναι η Βούβαστις όπου ευρίσκεται και ναός της Βουβάστιος (37), άξιος μνείας, διότι όσον μεγάλοι, όσον πολυδάπανοι και αν ήναι οι άλλοι, κανείς όμως δεν ηδύνει τα βλέμματα όσον ούτος. Βούβαστις δε ελληνιστί είναι η Άρτεμις.
138. Ο δε ναός αυτής είναι τοιούτος. Πλην της εισόδου, το άλλο μέρος είναι νήσος, διότι δύο διώρυχες του Νείλου χωρίς να ενωθώσι προχωρούσι μέχρι της εισόδου ταύτης, και έπειτα περικυκλούσι τον ναόν, η μεν δεξιόθεν η δε αριστερόθεν· το πλάτος εκάστης είναι εκατόν ποδών, και δένδρα καλύπτουσιν αυτάς διά της σκιάς των. Τα προπύλαια έχουσι δέκα οργυιών ύψος, κεκοσμημένα με έκτυπα έξ πήχεων αξιόλογα· ο ναός, ευρισκόμενος εις το κέντρον της πόλεως, είναι πανταχόθεν καταφανής παρ' εκείνων οίτινες περιέρχονται αυτόν, καθότι, επειδή η πόλις υψώθη, το δε έδαφος του ναού έμεινε το ίδιον, φαίνεται τοιούτος οίος εκτίσθη απ' αρχής. Περιτρέχει αυτόν τοίχος έχων εγγεγλυμμένας εικόνας, έσωθεν δε είναι άλσος εκ δένδρων μεγίστων πεφυτευμένων πέριξ ναού μεγάλου εντός του οποίου είναι το άγαλμα της θεάς. Το όλον οικοδόμημα είναι τετράγωνον και εκάστη πλευρά είναι ενός σταδίου. Προς την είσοδον υπάρχει λιθόστρωτος οδός τριών σταδίων, διερχομένη την αγοράν προς ανατολάς και πλάτος έχουσα τεσσάρων πλέθρων· εκατέρωθεν της οδού ταύτης είναι πεφυτευμένα δένδρα ουρανομήκη· φέρει δε αύτη εις τον ναόν του Ερμού. Και ο μεν ναός της Αρτέμιδος τοιούτος είναι.
139. Έλεγον δε οι ιερείς ότι ο Αιθίοψ ανεχώρησε τοιουτοτρόπως από την Αίγυπτον· ενώ εκοιμάτο είδε το εξής όνειρον το οποίον τον ηνάγκασε να αναχωρήση· τω εφάνη ότι άνθρωπός τις, ιστάμενος πλησίον του, τον παρεκίνει να συναθροίση όλους τους ιερείς της Αιγύπτου και να τους κόψη εις το μέσον του σώματος. Αφού δε είδε το όνειρον τούτο, εσκέφθη, ως λέγεται, ότι οι θεοί έπλασαν την διαταγήν ταύτην διά να ασεβήση εις τα ιερά και να ελκύση εφ' εαυτού δυστυχίαν τινά εκ μέρους των θεών ή των ανθρώπων. Απεφάσισε λοιπόν να μη πράξη τούτο, αλλ' εξ εναντίας να αναχωρήση, αφού μάλιστα παρήλθεν ο χρόνος τον οποίον προείπον τα μαντεία ότι θα εβασίλευεν επί της Αιγύπτου. Τωόντι, όταν ήτο ακόμη εις την Αιθιοπίαν, τα μαντεία τα οποία ερωτώσιν οι Αιθίοπες τω είπον ότι έμελλε να βασιλεύση πεντήκοντα έτη εις την Αίγυπτον· επειδή δε τα έτη ταύτα συνεπληρώθησαν και τον ετάραζε το όνειρον, ο Σαβακώς ανεχώρησεν εκουσίως.
140. Αφού ανεχώρησεν εκ της Αιγύπτου ο Αιθίοψ, εβασίλευσε πάλιν ο τυφλός αφήσας τα έλη όπου διέμεινε πεντήκοντα έτη κατά το διάστημα των οποίων εσχημάτισε μίαν νήσον με χώματα και στάκτην διότι οσάκις οι Αιγύπτιοι, εν αγνοία του Αιθίοπος, τω εκόμιζον τροφάς όπως είχαν διαταχθή, αυτός τοις εζήτει ομού με τα άλλα δώρα να τω φέρωσι και ολίγην σποδόν. Την νήσον ταύτην ουδείς ηδυνήθη να την εύρη προ του Αμυρταίου· αλλ' επί επτακόσια έτη, οι προ του Αμυρταίου βασιλεύσαντες δεν ήσαν ικανοί να την ανακαλύψωσι. Το όνομα της νήσου ταύτης είναι Ελβώ, η δε έκτασις αυτής είναι δέκα σταδίων πανταχόθεν.
141. Μετά τον Άνυσιν εβασίλευσεν ο ιερεύς του Ηφαίστου Σεθών (38). Ούτος περιφρονών παρημέλησε τους πολεμιστάς των Αιγυπτίων, διότι δεν είχεν ουδεμίαν ανάγκην αυτών. Επέβαλε λοιπόν εις αυτούς πολλάς ατιμίας και μεταξύ άλλων τοις αφήρεσε τους εξαιρέτους αγρούς, οίτινες είχον δοθή επί των πρώτων βασιλέων ανά δώδεκα στρέμματα εις έκαστον οικογενειάρχην. Μετά ταύτα ο βασιλεύς των Αραβίων και των Ασσυρίων Σαναχάριβος ωδήγησε πολύν στρατόν κατά της Αιγύπτου, και οι Αιγύπτιοι πολεμισταί δεν ηθέλησαν να πολεμήσωσιν. Όθεν ο ιερεύς, ευρισκόμενος εις αμηχανίαν, εισήλθεν εις τον ναόν, και ενώπιον του αγάλματος ωδύρετο διά τους κινδύνους τους οποίους διέτρεχεν. Ενώ δε εθρήνει, τω ήλθεν ύπνος και τω εφάνη εις το όνειρόν του ότι θεός τις, ιστάμενος πλησίον του, τον ενεθάρρυνε και τω υπέσχετο ότι δεν έμελλε να πάθη τίποτε ανθιστάμενος εις τον στρατόν των Αραβίων, καθότι αυτός θα τω έπεμπε βοηθούς. Πεποιθώς εις το όνειρον τούτο, παρέλαβεν εκ των Αιγυπτίων εκείνους όσοι ήθελον να τον ακολουθήσωσι και τους ωδήγησεν ενόπλους εις το Πηλούσιον όπου είναι η εκ της Αραβίας εις την Αίγυπτον είσοδος. Και εκ μεν των πολεμιστών ουδείς τον ηκολούθει, αλλ' οι κάπηλοι, οι χειρώνακτες και οι αγοραίοι άνθρωποι. Αφού έφθασαν εκεί, άπειροι ποντικοί των αγρών εχύθησαν την νύκτα εις το εχθρικόν στρατόπεδον και κατέφαγον τας φαρέτρας των εναντίων, τα τόξα και τας λαβάς των ασπίδων, ώστε την ακόλουθον ημέραν φεύγοντες ούτοι γυμνοί όπλων, έπεσαν πολλοί. Και σήμερον είναι εστημένος εν τω ναώ του Ηφαίστου ο λίθινος ανδριάς του βασιλέως τούτου, κρατών εις την χείρα μυν και λέγων διά γραμμάτων τα εξής «Εις εμέ βλέπων τις έστω ευσεβής.»
142. Εις τω σημείον τούτο της διηγήσεως οι ιερείς μοι παρετήρησαν ότι από του πρώτου βασιλέως μέχρι του Σεθώνος, του τελευταίου πάντων, παρήλθον τριακόσιαι τεσσαράκοντα μία γενεαί ανθρώπων και ισάριθμοι βασιλείς και αρχιερείς. Τριακόσιαι δε γενεαί ανθρώπων ισοδυναμούσι με δέκα χιλιάδες έτη, λογιζομένων τριών γενεών διά πάσαν εκατονταετηρίδα· αι δε περιπλέον τεσσαράκοντα και μία γενεαί δίδουσι χίλια τριακόσια τεσσαράκοντα έτη. Ούτω λοιπόν με είπον ότι ένδεκα χιλιάδες τριακόσια τεσσαράκοντα έτη παρήλθον κατά τα οποία ουδείς θεός έλαβε μορφήν ανθρώπου και ουδέν παρόμοιον συνέβη από του πρώτου μέχρι του τελευταίου των βασιλέων της Αιγύπτου. Καθ' όλον τούτο το διάστημα, προσέθηκαν, ο ήλιος εφάνη τετράκις έξω της συνήθους θέσεώς του, δις μεν ανατείλας εκ του μέρους όπου τώρα δύει, δις δε δύσας εις το μέρος εκ του οποίου τώρα ανατέλλει· εκ τούτου όμως ουδεμία μεταβολή επήλθεν εις την Αίγυπτον ούτε ως προς τα προϊόντα της γης, ούτε ως προς τα αποτελέσματα του ποταμού, ούτε ως προς τας ασθενείας, ούτε ως προς τους θανάτους.
143. Προ εμού, ότε ο ιστορικός Εκαταίος εγενεαλόγει εαυτόν εις τας Θήβας και έλεγεν ότι κατήγετο από θεόν τινα, δέκατον έκτον προπάτορά του, οι ιερείς του Διός έπραξαν προς αυτόν ό,τι και προς εμέ χωρίς να γενεαλογήσω εμαυτόν. Αφού με ωδήγησαν εις ευρύχωρον εσωτερικόν οίκημα, μοι εμέτρων και μοι εδείκνυον μεγάλα ξύλινα αγάλματα των οποίων ο αριθμός ήτο ως είπον ανωτέρω, καθότι έκαστος αρχιερεύς επί ζωής του θέτει εκεί την εικόνα του. Αριθμούντες λοιπόν οι ιερείς και δεικνύοντές μοι τας εικόνας από του εσχάτως αποθανόντος, με εβεβαίουν ότι έκαστος των αρχιερέων εκείνων ήτο υιός του προκατόχου του, και τους διήρχοντο ένα προς ένα διά να τους ίδω όλους. Και εις τον Εκαταίον δε, ότε εγενεαλόγει εαυτόν και έλεγεν ότι κατήγετο από θεόν, δέκατον έκτον προπάτορά του, τω αντέταξαν την απαρίθμησιν, μη παραδεχόμενοι ότι είναι δυνατόν να γεννηθή άνθρωπος από θεόν και ιδού εις τι εστήριζον την αντίρρησιν ταύτην· εκάστη εικών, έλεγον, παριστά πίρωμιν γεννηθέντα από πίρωμιν· έδειξαν λοιπόν τριακόσιους τεσσαράκοντα πέντε, και πάντοτε πίρωμις εγεννάτο από πίρωμιν, χωρίς να αναμιχθή εις την γέννησίν των μήτε θεός μήτε ήρως· ελληνιστί δε πίρωμις σημαίνει καλός και αγαθός.
144. Τοιούτοι ήσαν τωόντι ως με είπον εκείνοι των οποίων μοι εδείκνυον τας εικόνας και όλως διαφορετικοί από τους θεούς. Προ των ανδρών τούτων, οι θεοί εβασίλευον εις την Αίγυπτον συνοικούντες μετά των ανθρώπων, και εξ αυτών είς πάντοτε είχε την ηγεμονίαν. Τελευταίος εβασίλευσεν ο Ώρος, υιός του Οσίριδος, τον οποίον οι Έλληνες ονομάζουσιν Απόλλωνα· ούτος, αφού εξεθρόνισε τον Τυφώνα, εβασίλευσε τελευταίος εις την Αίγυπτον. Όσιρις δε ελληνιστί είναι ο Διόνυσος.
145. Οι μεν Έλληνες νομίζουσιν ότι νεώτατοι των θεών είναι ο Ηρακλής, ο Διόνυσος και ο Παν, παρά τοις Αιγυπτίοις δε ο μεν Παν είναι αρχαιότατος και είς εξ εκείνων τους οποίους καλούσιν οκτώ πρώτους θεούς, ο δε Ηρακλής είναι εκ των δευτέρων τους οποίους καλούσι δώδεκα, και ο Διόνυσος εκ των τρίτων οίτινες εγεννήθησαν εκ των δώδεκα θεών. Ανέφερα ήδη πόσα έτη κατά τους Αιγυπτίους παρήλθον από του Ηρακλέους μέχρι του βασιλέως Αμάσιος· πολύ δε περισσότερα αριθμούσιν από του Πανός, και ολιγώτερα (δεκαπέντε χιλιάδες μόνον) από του Διονύσου. Λέγουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι ηξεύρουσι τους αριθμούς τούτους μετά βεβαιότητος, διότι πάντοτε αριθμούσι και σημειούσι τα έτη. Από δε του Διονύσου, όστις λέγεται ότι εγεννήθη εκ της θυγατρός του Κάδμου Σεμέλης, μέχρις εμού, παρήλθον χίλια εξακόσια περίπου έτη, και ουχί περισσότερα των εννεακοσίων από του υιού της Αλκμήνης Ηρακλέους. Από του Πανός δε του υιού της Πηνελόπης (διότι οι Έλληνες λέγουσιν ότι εγεννήθη εκ ταύτης και του Ερμού) μέχρι της εποχής μου, παρήλθον έτη ολιγώτερα παρ' όσα παρήλθον από των Τρωικών, ήτοι οκτακόσια περίπου.
146. Εκ των δύο τούτων γνωμών είναι ελεύθερος ο καθείς να παραδεχθή εκείνην την οποίαν ήθελε πιστεύσει ως πιθανωτέραν· εγώ εφανέρωσα ήδη την εμήν. Τωόντι εάν οι θεοί ούτοι, εάν ο Διόνυσος ο υιός της Σεμέλης, εάν ο Παν ο υιός της Πηνελόπης εδοξάζοντο και εγήρασκον εις την Ελλάδα, ως και ο Ηρακλής ο υιός του Αμφιτρύωνος, ηδύνατό τις να είπη ότι γεννηθέντες άνθρωποι, έλαβον τα ονόματα θεών, οίτινες υπήρξαν προγενέστεροι αυτών κατά πολλά έτη. Αλλ' οι Έλληνες διηγούνται διά μεν τον Διόνυσον ότι άμα εγεννήθη τον έρραψεν ο Ζευς εις τον μηρόν του και τον έφερεν εις την Νύσαν ήτις είναι υπεράνω της Αιγύπτου εις την Αιθιοπίαν, διά δε τον Πάνα δεν ηξεύρουσι να είπωσι τι τω συνέβη. Είναι λοιπόν προφανές εις εμέ ότι οι Έλληνες μαθόντες τα ονόματα των θεών τούτων ύστερον από τα των άλλων θεών, γενεαλογούσι την γένεσιν αυτών αφότου έμαθον τα ονόματά των.
147. Και ταύτα μεν λέγουσιν οι Αιγύπτιοι, όσα δε και οι άλλοι άνθρωποι και οι Αιγύπτιοι συμφώνως με τους άλλους λέγουσιν ότι συνέβησαν εις την χώραν των, αυτά θα διηγηθώ τώρα, θα προσθέσω μάλιστα μεταξύ αυτών καί τινα τα οποία είδον εγώ αυτός. Οι Αιγύπτιοι, ελευθερωθέντες μετά την βασιλείαν του ιερέως του Ηφαίστου, διήρεσαν το βασίλειον εις δώδεκα μέρη και κατέστησαν δώδεκα βασιλείς (39), διότι ουδέποτε ηδυνήθησαν να ζήσωσιν άνευ βασιλέως. Εκείνοι τους οποίους εξέλεξαν συνεδέθησαν μεταξύ των δι' επιγαμιών και εβασίλευσαν τηρούντες τας εξής συμφωνίας να μη αρπάζη τίποτε ο είς από τον άλλον μήτε να ζητή να έχη περισσότερα του άλλου, αλλά να ήναι όσον το δυνατόν ηνωμένοι. Κατέστησαν δε και ετήρησαν τους νόμους τούτους διότι κατ' αρχάς, άμα έλαβον την εξουσίαν, τοις εδόθη χρησμός ότι όστις εκ των δώδεκα ήθελε κάμει σπονδάς εν τω ναώ του Ηφαίστου με ποτήριον χαλκούν, αυτός ήθελε βασιλεύσει επί όλης της Αιγύπτου τούτου ένεκα εισήρχοντο εις τους ναούς όλοι ομού.
148. Τοις εφάνη προς τούτοις εύλογον να αφήσωσι μνημείον τι από κοινού· άμα δε αποφασίσαντες έκτισαν λαβύρινθον, ολίγον τι υπεράνω της λίμνης του Μοίριος, πλησίον της πόλεως των κροκοδείλων. Είδον τον λαβύρινθον τούτον και είναι ανώτερος πάσης περιγραφής· διότι εάν τις ήνωνεν όλα ομού τα τείχη και τα λαμπρά κτίρια της Ελλάδος, το σύνολον ήθελε φανή κατώτερον του λαβυρίνθου και ως προς την εργασίαν και ως προς την δαπάνην. Όσον θαυμαστοί και αν ήσαν οι ναοί της Εφέσου και της Σάμου, θαυμαστότεραι όμως ήσαν αι πυραμίδες, εκάστη των οποίων ήτο ανταξία πολλών και μεγάλων ελληνικών έργων. Ο δε λαβύρινθος υπερβαίνει πολύ τας πυραμίδας, διότι σύγκειται υπό δώδεκα αυλών καταστέγων των οποίων αι θύραι αντικρύζουσιν, έξ μεν βλέπουσαι προς νότον έξ δε προς βοράν· περικλείει δε όλας αυτάς έξωθεν ο αυτός τοίχος. Τα οικήματα είναι δίπλα, τα μεν υπόγαια, τα δε ισόγαια, τρισχίλια τον αριθμόν, ήτοι χίλια πεντακόσια εις έκαστον όροφον. Είδομεν και περιήλθομεν τα άνω οικήματα, ώστε εξ ιδίας αντιλήψεως ομιλούμεν περί αυτών· δια δε τα υπόγαια δεν ηξεύρομεν ειμή όσα μας είπον, διότι οι Αιγύπτιοι επιστάται ηρνήθησαν να μας δείξωσιν αυτά, λέγοντες ότι περιέκλειον τους σαρκοφάγους των βασιλέων των οικοδομησάντων τον λαβύρινθον, και των ιερών κροκοδείλων. Ούτω λοιπόν περί μεν των κάτω οικημάτων λέγομεν όσα παρελάβομεν εξ ακοής, τα δε άνω, τα οποία είδομεν, είναι ανώτερα παντός ανθρωπίνου έργου. Αι διά των οιδημάτων δίοδοι, αι δια των αυλών περιστροφαί, μας εξέπληττον διά το πολυποίκιλον αυτών ότε μετεβαίνομεν εκ μιας αυλής εις τα οικήματα, εκ των οικημάτων εις στοάς, εκ των στοών εις άλλα μέρη εστεγασμένα και εκ των οικημάτων εις άλλας αυλάς. Η οροφή όλων των οικημάτων είναι λιθίνη ως και οι τοίχοι· οι δε τοίχοι είναι πεποικιλμένοι με απείρους εικόνας γεγλυμμένας. Εκάστη αυλή έχει εσωτερικόν περιστήλιον εκ λίθων λευκών, θαυμασίως συνηρμοσμένων· εις εκάστην δε των γωνιών του λαβυρίνθου, υπάρχει πυραμίς τεσσαράκοντα οργυιών, εφ' ης είναι γεγλυμμέναι μορφαί διάφοροι· εισέρχονται δε εις αυτήν δι' οδού υπογείου.
149. Τοιούτου δε όντος του λαβυρίνθου τούτου, μείζονα θαυμασμών προξενεί η καλουμένη λίμνη του Μοίριος πλησίον της οποίας ωκοδομήθη ο λαβύρινθος. Η λίμνη αύτη έχει περίμετρον τρισχιλίων εξακοσίων σταδίων ή εξήκοντα σχοίνων, όση δηλαδή είναι και η πλευρά της Αιγύπτου από το μέρος της θαλάσσης. Εκτείνεται δε από βορά προς νότον και το βαθύτατον μέρος αύτης είναι πεντήκοντα οργυιών· δεικνύει δε αφ' εαυτού ότι ωρύχθη και εγένετο υπό χειρός ανθρωπίνης· διότι, προς το κέντρον αυτού, ωκοδομήθησαν δύο πυραμίδες εκατόν οργυιών, εξ ων αι μεν πεντήκοντα είναι υπέρ το ύδωρ, αι δε άλλαι πεντήκοντα υπό το ύδωρ· επί της κορυφής δε εκάστης αυτών υπάρχει μέγα άγαλμα λίθινον καθήμενον επί θρόνου. Ούτω αι πυραμίδες αύται είναι εκατόν οργυιών, αι δε εκατόν οργυιαί ισοδυναμούσι με έν στάδιον εξάπλεθρον, της οργυιάς εχούσης έξ πόδας ή τέσσαρας πήχεις, του ποδός έχοντος τέσσαρας παλάμας, και του πήχεως έξ παλάμας. Το ύδωρ της λίμνης δεν αναβλύζει εκ του εδάφους το οποίον εις το μέρος τούτο είναι ξηρότατον, αλλά φέρεται με διώρυχας εκ του Νείλου· και επί έξ μεν μήνας τρέχει εις την λίμνην, επί έξ δε εξέρχεται από αυτήν και επιστρέφει εις τον Νείλον. Και όταν μεν εκρέη έξω, η λίμνη παρέχει εις τον βασιλέα έν τάλαντον εισόδημα καθ' εκάστην ημέραν εκ των ιχθύων, όταν δε εισρέη εις αυτήν, δίδει μόνον είκοσι μνας.
150. Με είπον επίσης οι κάτοικοι πως η λίμνη αύτη, τρέχουσα προς δυσμάς εις τα μεσόγεια, κατά μήκος των υπέρ την Μέμφιν ορέων, χύνεται εις την Σύρτιν και την Λιβύαν. Επειδή δε με όλας μου τας αναζητήσεις δεν έβλεπα ουδαμού σωρόν χώματος μαρτυρούντα την ανασκαφήν του εδάφους, ηρώτησα τους πλησιέστατα εις την λίμνην κατοικούντας πού ήτο το εξορυχθέν χώμα, εκείνοι δε με είπον πού μετεφέρθη, και τους επίστευσα ευκόλως, διότι ήξευρα εξ ακοής ότι παρόμοιόν τι είχε συμβή και εις την πόλιν των Ασσυρίων Νίνον. Τωόντι κλέπται τινές είχον επινοήσει να αρπάσωσι τα αναρίθμητα πλούτη τα οποία ο βασιλεύς Σαρδανάπαλος εφύλαττεν εις υπόγειον θησαυροφυλάκιον. Αρχίσαντες λοιπόν από την οικίαν των, έσκαπτον μέχρι της βασιλικής κατοικίας, άμα δε ενύκτονε, μετέφερον το εξαγόμενον χώμα και το έρριπτον εις τον ποταμόν Τίγριν όστις τρέχει πλησίον της Νίνου, μέχρις ου εξετέλεσαν τον σκοπόν των. Τοιούτο τι λοιπόν ήκουσα ότι εγένετο και διά το όρυγμα της εν τη Αιγύπτω λίμνης, με την διαφοράν ότι η μεταφορά των χωμάτων εδώ δεν εγίνετο διά νυκτός αλλ' εν πλήρει ημέρα· σκάπτοντες οι Αιγύπτιοι έφερον το χώμα εις τον Νείλον, ο δε ποταμός ελάμβανεν αυτό και το διεσκόρπιζεν. Η λίμνη λοιπόν αύτη κατ' αυτόν τον τρόπον λέγουσιν ότι εσκάφη.
151. Οι δε δώδεκα βασιλείς ετήρουν μεταξύ των δικαιοσύνην· μετά παρέλευσιν χρόνου τινός έτυχε να θυσιάζωσιν εις το ιερόν του Ηφαίστου· ενώ δε έμελλον να κάμωσι σπονδάς κατά την τελευταίαν ημέραν της εορτής, ο αρχιερεύς τοις έφερε ποτήρια χρυσά με τα οποία εσυνείθιζον να σπένδωσι· λανθασθείς όμως εις τον αριθμόν έφερεν ένδεκα, ενώ αυτοί ήσαν δώδεκα. Τότε ο Ψαμμίτιχος όστις ίστατο έσχατος, μη έχων ποτήριον, αφήρεσε την περικεφαλαίαν του ήτις ήτο χαλκή και δεχθείς με αυτήν τον οίνον έκαμε σπονδάς. Όλοι οι βασιλείς είχον περικεφαλαίας και τας εφόρουν κατ' εκείνην την στιγμήν. Και ο μεν Ψαμμίτιχος ουδένα είχε δόλιον σκοπόν μεταχειρισθείς την περικεφαλαίαν του· οι άλλοι όμως βασιλείς, ιδόντες την πράξιν του Ψαμμιτίχου, ενθυμήθησαν τον χρησμόν όστις τους είχεν ειπεί ότι όστις ήθελε κάμει σπονδάς με ποτήριον χαλκούν εκείνος ήθελε γίνει μόνος βασιλεύς της Αιγύπτου. Ενθυμηθέντες λοιπόν την προφητείαν ταύτην, να φονεύσωσι μεν τον Ψαμμίτιχον δεν έκρινον εύλογον, διότι εξετάσαντες εύρον ότι δεν το έπραξεν εκ προμελέτης· τον εξώρισαν όμως εις τα έλη αφαιρέσαντες όλην σχεδόν την εξουσίαν του και απαγορεύσαντες αυτώ να εξέρχεται από τα έλη και αναμιγνύεται με τους άλλους Αιγυπτίους.
152. Αυτός ο Ψαμμίτιχος είχεν άλλοτε φύγει τον Αιθίοπα Σαβακών, όστις εφόνευσε τον πατέρα του Νεκών. Ήτο δε πρόσφυξ εις την Συρίαν ότε ο Αιθίοψ ανεχώρησεν ένεκα του ονείρου το οποίον είδε και οι Αιγύπτιοι οι κατοικούντες τον Σαΐτην νομόν τον μετεκάλεσαν. Βραδύτερον, βασιλεύς ων, κατεδικάσθη υπό των ένδεκα, ένεκα της περικεφαλαίας του, να φύγη εκ δευτέρου εις τα έλη. Οργισθείς διά τον υβριστικόν τρόπον με τον οποίον τον μετεχειρίσθησαν, συνέλαβε το σχέδιον να εκδικηθή κατ' εκείνων οίτινες τον είχον εξορίσει, και έπεμψε πρώτον εις την πόλιν Βουτώ διά να ερωτήση το μαντείον της Λητούς, το μάλλον αψευδές όλων των της Αιγύπτου. Έλαβε δε την ακόλουθον απόκρισιν· «Η εκδίκησις θα έλθη διά θαλάσσης, όταν εμφανισθώσιν οι χάλκινοι άνθρωποι.» Αυτός όμως δεν ηδύνατο να πιστεύση ότι ήτο δυνατόν να έλθωσιν εις βοήθειάν του χάλκινοι άνθρωποι. Αλλ' ολίγου χρόνου παρελθόντος τρικυμία εξώθησεν εις την Αίγυπτον Ίωνας τινάς και Κάρας οίτινες είχον εκπλεύσει προς πειρατίαν. Απέβησαν ούτοι εις την ξηράν και ωπλίσθησαν με χάλκινα όπλα, Αιγύπτιος δε τις όστις ποτέ δεν είχεν ιδεί ανθρώπους ωπλισμένους κατ' αυτόν τον τρόπον, έτρεξεν εις τα έλη διά να αναγγείλη εις τον Ψαμμίτιχον ότι χάλκινοι άνθρωποι, ελθόντες από την θάλασσαν, ελεηλάτουν τους αγρούς. Εννοήσας δε ο Ψαμμίτιχος ότι ο χρησμός εξεπληρούτο, υπεδέχθη τους ξένους και τους έπεισε διά μεγαλοπρεπών υποσχέσεων να ενωθώσι μετ' αυτού. Αφού δε τους έπεισε, τότε με τους ιθαγενείς οπαδούς του και με τους ελθόντας επικούρους έρριψε τους ένδεκα βασιλείς.
153. Γενόμενος ο Ψαμμίτιχος κύριος όλης της Αιγύπτου έκτισε τα προς νότον προπύλαια του εις την Μέμφιν ναού του Ηφαίστου και ωκοδόμησεν αυλήν διά τον Άπιν, αντικρύ των προπυλαίων, εις την οποίαν τρέφεται ο Άπις άμα ήθελε φανερωθή· είναι δε όλη περικυκλωμένη με περιστύλιον και πλήρης αναγλύφων, αντί δε στύλων υποστηρίζουσι το οικοδόμημα αγάλματα δωδεκάπηχα. Άπις δε είναι ο Έπαφος των Ελλήνων.
154. Ο Ψαμμίτιχος έδωκεν εις τους Ίωνας και τους Κάρας οίτινες τον εβοήθησαν γαίας όπου κατώκησαν απέναντι αλλήλων, χωριζομένας υπό του Νείλου. Ωνομάσθησαν δε οι τόποι εκείνοι Στρατόπεδα. Αυτούς λοιπόν τους τόπους τοις έδωκε και εξεπλήρωσεν όλας τας άλλας υποσχέσεις του. Προς τούτοις τοις ενεπιστεύθη παίδας Αιγυπτίους διά να διδαχθώσι την Ελληνικήν γλώσσαν, και από αυτούς εκμαθόντας την γλώσσαν κατάγονται οι σημερινοί εν Αιγύπτω διερμηνείς. Κατώκησαν δε οι Ίωνες και οι Κάρες πολύν καιρόν τους τόπους τούτους οίτινες κείνται προς την θάλασσαν, ολίγον προς τα άνω της πόλεως Βουβάστιος, επί του Πηλουσίου στόματος του Νείλου. Βραδύτερον ο βασιλεύς Άμασις τους μετέστησεν εκείθεν και τους αποκατέστησεν εις την Μέμφιν διά να τους έχη φύλακάς του εναντίον των Αιγυπτίων. Αφότου δε εγκατεστάθησαν ούτοι εις την Αίγυπτον, συνδεσάντων των Ελλήνων σχέσεις με τον τόπον τούτον, εμάθομεν ακριβώς όσα συνέβησαν εκεί, και τα επί Ψαμμιτίχου και τα μετέπειτα. Αυτοί πρώτοι αλλόγλωσσοι όντες κατώκησαν την Αίγυπτον. Τα νεώρια δε και τα ερείπια των οικιών των εσώζοντο ακόμη επί των ημερών μου εις τους τόπους τους οποίους αφήκαν. Τοιουτοτρόπως Ψαμμίτιχος έσχε την Αίγυπτον.
155. Περί δε του εν Αιγύπτω χρηστηρίου πολλάκις ωμίλησα ήδη, και θα ομιλήσω ακόμη διότι είναι άξιον λόγου. Το χρηστήριον τούτο είναι εις το τέμενος της Λητούς, εις την μεγάλην πόλιν ήτις κείται εις το στόμα του Νείλου το καλούμενον Σεβεννυτικόν, διά του οποίου εισέρχεται τις από θαλάσσης εις την Αίγυπτον. Η πόλις δε εις την οποίαν ευρίσκεται το χρηστήριον καλείται, ως είπον προηγουμένως, Βουτώ, εκτός τούτου υπάρχει εις την Βουτώ ιερόν του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος. Το μέρος δε το αφιερωμένον εις την Λητώ, όπου ευρίσκεται το χρηστήριον, είναι ευρύχωρον και τα προπύλαια αυτού έχουσιν ύψος έξ οργυιών. Εξ όσων είδον εκεί, θα αναφέρω εκείνο το οποίον μοι εφάνη θαυμαστότερον. Εντός της ιδίας περιοχής είναι ναός της Λητούς, εξ ενός μόνου λίθου κατεσκευασμένος και έχων τους τοίχους ίσους και κατά το ύψος και κατά το μήκος· εκάστη διάστασις του τοίχου είναι τεσσαράκοντα πήχεων, άλλος δε λίθος σχηματίζει το επιστέγασμα αυτού και η παρωροφίς είναι τετράπηχυς.
156. Ούτω λοιπόν ο ναός είναι το θαυμαστότατον εξ όσων είδα περί το ιερόν τούτο, δεύτερον δε θαυμάσιον είναι η νήσος η καλουμένη Χέμμις ήτις κείται πλησίον του εν τη Βουτοί ιερού και εντός λίμνης ευρείας και βαθείας· λέγουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι είναι πλωτή, εγώ όμως δεν την είδον ούτε πλέουσαν ούτε κινουμένην και εθαύμασα ακούων ότι είναι δυνατόν να κινήται νήσος. Εις την νήσον ταύτην, όπου είναι φυτρωμένοι πολλοί φοίνικες και άλλα δένδρα καρποφόρα και άκαρπα, υπάρχει ναός μέγας του Απόλλωνος με τρεις βωμούς. Αφού οι Αιγύπτιοι είπον ότι η νήσος είναι πλωτή, προσέθηκαν την εξής διήγησιν· η Λητώ, μία εκ των οκτώ πρώτων θεών, διέμενεν εις την νήσον Βουτώ, εις ταύτην δε την Λητώ ενεπιστεύθη η Ίσις τον Απόλλωνα, τον οποίον διέσωσεν εκείνη κρύψασα εις την νήσον ήτις καλείται σήμερον πλωτή, ότε έφθασεν ο Τυφών, αναζητών πανταχού και θέλων να εύρη τον υιόν του Οσίριδος. Κατά τους Αιγυπτίους ο Απόλλων και η Άρτεμις είναι τέκνα του Διονύσου και της Ίσιδος, και η Λητώ ήτο η σώσασα και θρέψασα αυτά. Εις την Αιγυπτιακήν γλώσσαν ο Απόλλων καλείται Ώρος, η Δημήτηρ Ίσις και η Άρτεμις Βούβαστις. Εκ της διηγήσεως ταύτης και ουχί αλλαχόθεν ο Αισχύλος, υιός του Ευφορίωνος, μόνος από τους προγενεστέρους ποιητάς ήρπασε την ιδέαν να είπη εις έν ποίημά του ότι η Άρτεμις είναι θυγάτηρ της Δήμητρος. Ένεκα δε του γεγονότος τούτου η νήσος εγένετο πλωτή, τουλάχιστον ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι.
157. Ο δε Ψαμμίτιχος εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον πεντήκοντα και τέσσαρα έτη (40), και επί εικοσιεννέα έτη είχε πολιορκημένην την Άζωτον, μεγάλην πόλιν της Συρίας, την οποίαν επί τέλους εκυρίευσεν. Είναι δε η Άζωτος, καθ' όσον ημείς γνωρίζομεν, η μόνη πόλις ήτις πολιορκουμένη αντέσχε πλειότερον χρόνον.
158. Εκ του Ψαμμιτίχου εγεννήθη ο Νεκώς και εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον. Αυτός πρώτος επεχείρησε την διώρυχα την φέρουσαν εις την Ερυθράν θάλασσαν και την οποίαν απετελείωσεν ο Πέρσης Δαρείος. Το μήκος αυτής είναι τεσσάρων ημερών πλους, το δε πλάτος τόσον ώστε να πλέωσιν ομού δύο τριήρεις κωπηλατούμεναι. Έρχεται δε εις αυτήν το ύδωρ από του Νείλου ολίγον ανωτέρω της πόλεως Βουβάστιος, διέρχεται παρά την Αραβίαν πόλιν Πάτουμον και έπειτα ρίπτεται εις την Ερυθράν θάλασσαν. Ωρύχθη δε πρώτον το προς την Αραβίαν μέρος της Αιγυπτιακής πεδιάδος με την οποίαν συνέχεται άνωθεν το προς την Μέμφιν εκτεινόμενον όρος όπου είναι τα λατομεία. Διέρχεται λοιπόν η διώρυξ τας υπωρείας από δυσμών προς ανατολάς, έπειτα φθάνει εις τα στενά και διευθύνεται προς μεσημβρίαν και νότον άνεμον μέχρι του Αραβίου κόλπου. Διά να μεταβή δέ τις διά ξηράς από την βορείαν θάλασσαν εις την νοτίαν, ήτις καλείται και Ερυθρά, ακολουθών τον ελάχιστον και συντομώτατον δρόμον, δηλαδή από του Κασίου όρους, όπερ χωρίζει την Αίγυπτον από την Συρίαν, μέχρι του Αραβίου κόλπου, είναι στάδια χίλια. Και αυτή μεν είναι η συντομωτάτη οδός· η δε διώρυξ είναι πολύ μακροτέρα διότι έχει πολλάς περιστροφάς. Ταύτην ορύττοντες επί του βασιλέως Νεκώ απέθανον εκατόν είκοσι χιλιάδες Αιγύπτιοι. Αφήκε δε ο Νεκώς τας εργασίας ημιτελείς εμποδισθείς υπό τινος χρησμού ειπόντος αυτώ ότι ειργάζετο δι' ένα βάρβαρον· καλούσι δε οι Αιγύπτιοι βαρβάρους εκείνους οίτινες δεν ομιλούσι την γλώσσαν των.
159. Αφού ο Νεκώς διέκοψε την διώρυχα, έστρεψε την προσοχήν του προς τας πολεμικάς επιχειρήσεις και κατεσκεύασε τριήρεις, άλλας μεν εις την βόρειον θάλασσαν άλλας δε εις τον Αράβιον κόλπον εις την Ερυθράν θάλασσαν, των οποίων τα νεώρια φαίνονται ακόμη. Μετεχειρίζετο δε τας τριήρεις ταύτας κατά την περίστασιν· εισήλθεν όμως διά ξηράς εις την Συρίαν, συνεπλάκη με τους αντιπάλους του εις την Μάγδολον, τους ενίκησε και εκυρίευσε μετά την μάχην την Κάδυτιν μεγάλην πόλιν της Συρίας. Τα δε ενδύματα τα οποία εφόρει κατ' αυτόν τον πόλεμον τα αφιέρωσεν είς τον Απόλλωνα και τα έπεμψεν εις τους Βραγχίδας των Μιλησίων. Μετά την εκστρατείαν ταύτην απέθανε βασιλεύσας εκκαίδεκα έτη και παρέδωκε την αρχήν εις τον υιόν του Ψάμμιν.
160. Του Ψάμμιος βασιλεύοντος ήλθον εις την Αίγυπτον απεσταλμένοι των Ηλείων, καυχώμενοι ότι αυτοί διευθύνουσι τους ολυμπιακούς αγώνας μετά πλειοτέρας δικαιοσύνης και τιμιότητος από όλους τους άλλους ανθρώπους, και φρονούντες ότι ούτε οι σοφώτατοι πάντων των ανθρώπων Αιγύπτιοι δεν ήθελον δυνηθή να εύρωσί τι υπέρτερον των διατάξεων εκείνων. Αφού λοιπόν οι Ηλείοι έφθασαν εις την Αίγυπτον και είπον εκείνα διά τα οποία ήλθον, ο βασιλεύς συνεκάλεσεν εκ των Αιγυπτίων εκείνους οίτινες εφημίζοντο ως σοφώτατοι. Συνελθόντων δε τούτων οι Ηλείοι εξέθηκαν τα τους ολυμπιακούς αγώνας αφορώντα, και ετελείωσαν φανερόνοντες ότι ο σκοπός της ελεύσεώς των ήτο να μάθωσιν εάν οι Αιγύπτιοι ηδύναντο να εύρωσί τι δικαιότερον. Συσκεφθέντες οι Αιγύπτιοι ηρώτησαν τους Ηλείους εάν ηγωνίζοντο και οι συμπολίται των. Και οι Ηλείοι απεκρίθησαν ότι ήτο επιτετραμμένον να αγωνίζεται όστις ήθελεν, είτε εκ των Ηλείων, είτε εκ των άλλων Ελλήνων. Τότε οι Αιγύπτιοι είπον ότι ούτω διατάττοντες τον αγώνα εμακρύνοντο όλως διόλου από το δίκαιον, διότι αδύνατον ήτο να μη κλίνωσι προς το μέρος του αγωνιζομένου συμπολίτου των αδικούντες τον ξένον. Όθεν εάν ήθελον να διεξάγεται ο αγών δικαίως, και εάν τωόντι προς τον σκοπόν τούτον ήλθον εις την Αίγυπτον, τους συνεβούλευσαν να ψηφίσωσιν ότι οι αγώνες θα γίνωνται μόνος διά τους ξένους, και ότι ουδενί των Ηλείων επετρέπετο να συναγωνισθή. Αυτά συνεβούλευσαν οι Αιγύπτιοι τους Ηλείους.
161. Ο δε Ψάμμις, αφού εβασίλευσεν έξ μόνον έτη και εστράτευσε κατά της Αιθιοπίας, απέθανεν αφήσας την βασιλείαν εις τον υιόν αυτού Απρίην, όστις μετά τον προπάτορά του Ψαμμίτιχον υπήρξεν ο ευδαιμονέστατος των προγενεστέρων βασιλέων, βασιλεύσας εικοσιπέντε έτη κατά το διάστημα των οποίων εξεστράτευσε κατά της Σιδώνος και εναυμάχησε με τους Τυρίους. Έπειτα, όταν η μοίρα ηθέλησε να τω συμβή δυστυχία, η δυστυχία προήλθεν εξ αιτίας την οποίαν θα αναφέρω όταν θα ομιλήσω διά τους Λίβυας (41), εδώ δε την μνημονεύω συντόμως. Πέμψας ο Απρίης στρατεύματα κατά των Κυρηναίων υπέστη φθοράν μεγάλην οι δε Αιγύπτιοι μεμφόμενοι αυτόν διά τούτο απεστάτησαν νομίζοντες ότι ο βασιλεύς των εκ προμελέτης τους έπεμψεν εις φανεράν φθοράν διά να φονευθώσι πολλοί και δυνηθή να βασιλεύση μετά πλειοτέρας ασφαλείας επί των λοιπών Αιγυπτίων. Η ιδέα αύτη τοσούτον τους παρώργισεν ώστε οι διαφυγόντες τον όλεθρον ενωθέντες με τους συγγενείς των φονευθέντων απεστάτησαν αναφανδόν.
162. Μαθών ταύτα ο Απρίης έπεμψε τον Άμασιν διά να τους καθησυχάση με λόγους. Όταν δε ούτος τους έφθασε και προσεπάθει να τους αποτρέψη από το σχέδιόν των, είς εξ αυτών, ιστάμενος όπισθεν αυτού, τω έθηκεν επί της κεφαλής περικεφαλαίαν, κράζων ότι έθηκεν ούτω την περικεφαλαίαν διά να γίνη ο Άμασις βασιλεύς. Το γενόμενον δεν δυσηρέστησε τον Άμασιν, ως το απέδειξε μετ' ολίγον, διότι άμα οι αποστατήσαντες Αιγύπτιοι τον ανεκήρυξαν βασιλέα, ητοιμάσθη να βαδίση κατά του Απρίου. Μαθών ταύτα ο Απρίης έπεμψε τον Πατάρβημιν, άνδρα σημαντικόν μεταξύ των Αιγυπτίων οίτινες τω ήσαν πιστοί, διατάξας αυτόν να τω φέρη τον Άμασιν ζώντα. Ελθών δε ο Πατάρβημις και ευρών τον Άμασιν τον διέταξε να τον ακολουθήση. Ο Άμασις έτυχε κατ' εκείνην την στιγμήν να ήναι έφιππος· ανεγερθείς δε επί των αναβολέων του αφήκε πορδήν και είπε· «Λάβε και φέρε το εις τον Απρίην.» Ο Πατάρβημις όμως δεν έπαυεν επιμένων και συμβουλεύων αυτόν να μεταβή προς τον βασιλέα όστις τον εμήνυε. Τότε ο Άμασις απεκρίθη ότι τούτο εσκόπευεν εκ των προτέρων, ότι ο Απρίης δεν θα ελάμβανεν αφορμήν να παραπονεθή, ότι θα μεταβή να τον εύρη αυτοπροσώπως και ότι θα συνεπαγάγη μεθ' εαυτού πολυάριθμον ακολουθίαν. Εκ των λόγων τούτων ο Πατάρβημις ενόησε τους σκοπούς του, είδε τα προετοιμαζόμενα και έσπευσε να αναχωρήση θέλων όσον τάχιστα να δηλώση εις τον βασιλέα τα διατρέχοντα. Όταν όμως ενεφανίσθη ενώπιον του Απρίου άνευ του Αμάσιος, ο βασιλεύς, παραφερθείς υπό του θυμού, χωρίς να σκεφθή παντάπασι, διέταξε να κόψωσι την ρίνα και τα ώτα του. Οι δε λοιποί Αιγύπτιοι, όσοι ήσαν ακόμη με το μέρος του, ιδόντες τον σημαντικώτατον άνδρα μεταξύ αυτών εις τοιαύτην ατιμωτάτην κατάστασιν, δεν εδίστασαν πλέον, αλλά πορευθέντες προς τους αποστατήσαντας παρέδωκαν εαυτούς εις τον Άμασιν.
163. Μαθών και ταύτα ο Απρίης, ώπλισε τους επικούρους και εβάδισε κατά των Αιγυπτίων. Είχε δε περί εαυτόν τρισχιλίους Ίωνας και Κάρας επικούρους, και τα βασίλεια αυτού ήσαν ακόμη εις την πόλιν Σάιν, μεγάλα και αξιοθέατα. Και οι μεν περί τον Απρίην εκίνησαν κατά των Αιγυπτίων, οι δε περί τον Άμασιν ήρχοντο κατά των ξένων. Φθάσαντες δε αμφότεροι εις την πόλιν Μώμεμφιν προητοιμάζοντο να συνάψωσι μάχην.
164. Υπάρχουσι δε επτά τάξεις Αιγυπτίων οι ιερείς, οι πολεμισταί, οι βουκόλοι, οι χοιροβοσκοί, οι κάπηλοι, οι διερμηνείς και οι κυβερνήται. Και των Αιγυπτίων μεν τόσαι τάξεις είναι, έλαβον δε αύται τα ονόματά των εκ του επαγγέλματος το οποίον εξασκούσιν. Οι πολεμισταί καλούνται επίσης υπό του λαού Καλασίριες και Ερμοτύβιες, κατοικούσι δε εις τους ακολούθους νομούς διότι όλη η Αίγυπτος είναι διηρημένη εις νομούς.
165. Και των μεν Ερμοτυβίων οι νομοί είναι οι εξής· ο Βουσιρίτης, ο Σαΐτης, ο Χεμμίτης, ο Παπρημίτης, η Προσωπίτις καλουμένη νήσος και της Ναθώ το ήμισυ. Εις τούτους τους νομούς κατοικούσιν οι Ερμοτύβιες οίτινες όταν ήναι εις τον μεγαλείτερον πληθυσμόν των ανέρχονται εις εκατόν εξήκοντα χιλιάδας άνδρας, και εξ αυτών ουδείς μανθάνει βάναυσόν τινα τέχνην, αλλ' όλοι εξασκούνται περί τα πολεμικά έργα.
166. Οι δε νομοί των Καλασιρίων είναι οι εξής· ο Θηβαίος, ο Βουβαστίτης, ο Αφθίτης, ο Τανίτης, ο Μενδήσιος, ο Σεβεννύτης, ο Αθριβίτης, ο Φαρβαιθίτης, ο Θμουίτης, ο Ονουφίτης, ο Ανύσιος και ο Μυεκφορίτης· ο τελευταίος δε ούτος νομός είναι εις νήσον αντικρύ της πόλεως Βουβάστιος. Εις τούτους τους νομούς κατοικούσιν οι Καλασίριες οίτινες όταν ήναι εις τον μεγαλείτερον πληθυσμόν των ανέρχονται εις διακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας ανδρών. Δεν τοις είναι δε επιτετραμμένον να μετέρχωνται ουδεμίαν βάναυσον τέχνην, αλλ' επιδίδονται εις τα πολεμικά εκδεχόμενοι αυτά παις εκ πατρός.
167. Δεν δύναμαι δε να κρίνω μετά βεβαιότητος εάν οι Έλληνες παρέλαβον και το έθιμον τούτο από τους Αιγυπτίους· βλέπω όμως ότι οι Θράκες, οι Σκύθαι, οι Πέρσαι, οι Λυδοί, και σχεδόν όλοι οι βάρβαροι, θεωρούσι τους τας τέχνας μανθάνοντας και τους απογόνους αυτών ως αξίους ολιγωτέρας τιμής από τους άλλους πολίτας και νομίζουσιν ως ευγενείς εκείνους οίτινες είναι απηλλαγμένοι από χειρωνακτικά έργα και προ πάντων τους επιδεδομένους εις τον πόλεμον. Τα αυτά φρονούσιν όλοι οι Έλληνες, και ιδίως οι Λακεδαιμόνιοι· οι Κορίνθιοι όμως ποσώς δεν περιφρονούσι τους χειροτέχνας.
168. Από όλους δε τους Αιγυπτίους πλην των ιερέων, εις τους πολεμιστάς μόνους εδίδοντο κατ' εξαίρεσιν τα ακόλουθα προνόμια· έκαστος αυτών κατέχει, χωρίς να δίδη φόρον, δώδεκα πλέθρα εξαιρέτων γαιών· το δε Αιγυπτιακόν πλέθρον ισοδυναμεί με τετράγωνον εξ εκατόν πήχεων την πλευράν, του Αιγυπτιακού πήχεως όντος ίσου με του Σαμιακού. Ταύτα είναι τα προνόμια αυτών. Τα δε ακόλουθα προνόμια απήλαυον αλληλοδιαδόχως και όχι οι ίδιοι πάντοτε· χίλιοι Καλασίριες και ισάριθμοι Ερμοτύβιες απαρτίζουσι κατ' έτος την σωματοφυλακήν του βασιλέως· εις τούτους δε, πλην των γαιών, δίδουσι καθ' ημέραν πέντε μνας άρτου οπτού, δύο μνας βοείου κρέατος και τέσσαρα αγγεία οίνου. Ταύτα εδίδοντο πάντοτε εις τους δορυφόρους.
169. Ότε λοιπόν ερχόμενοι οι μεν κατά των δε, ο Απρίης μετά των επικούρων του και ο Άμασις μεθ' όλων των Αιγυπτίων, έφθασαν εις την πόλιν Μώμεμφιν, συνήψαν την μάχην. Οι ξένοι επολέμησαν γενναίως, όντες όμως ολιγώτεροι από τους εναντίους ενικήθησαν διά τούτο. Λέγουσι δε ότι ο Απρίης είχε την εξής ιδέαν· ότι μήτε θεός τις δεν θα ηδύνατο να τω αφαιρέση την βασιλείαν, τόσον ασφαλώς ενόμιζεν εαυτόν καθήμενον επί του θρόνου. Κατά την συμπλοκήν όμως εκείνην ενικήθη και εφέρθη αιχμάλωτος εις την πόλιν Σάιν, εις την πρότερον μεν ιδικήν του κατοικίαν, τότε δε του Αμάσιος. Και επί τινα μεν χρόνον ετρέφετο εκεί και ο νικητής τον επεριποιείτο κάλλιστα· αλλ' επί τέλους οι Αιγύπτιοι τον εμέμφθησαν ότι αντέβαινεν εις την δικαιοσύνην τρέφων τον ασπονδότατον εχθρόν και εαυτού και εκείνων. Τοις τον παρέδωκε λοιπόν, αυτοί δε τον έπνιξαν και τον έθαψαν εις τα μνημεία των προπατόρων του. Είναι δε οι τάφοι ούτοι εις το ιερόν της Αθηνάς, πλησιέστατα εις τον ναόν, προς τα αριστερά του εισερχομένου εκεί. Εις τούτο τo ιερόν έθαψαν οι Σαΐται όλους τους βασιλείς τους καταγομένους από τον νομόν τούτον. Ναι μεν ο τάφος του Αμάσιος είναι περισσότερον απομεμακρυσμένος από τον ναόν ή ο του Απρίου και των προπατόρων του, ευρίσκεται όμως εις την αυτήν αυλήν του ιερού· είναι δε λιθίνη στοά μεγάλη και κεκοσμημένη διά στηλών εις σχήμα φοινίκων και δι' άλλων πολυτελών εργασιών. Υπό την στοάν δε ταύτην υπάρχει θύρα με δύο φύλλα, όπισθεν της οποίας είναι ο τάφος.
170. Σώζονται ακόμη εις την Σάιν τάφοι των οποίων εις την περίστασιν ταύτην δεν με φαίνεται όσιον να αναφέρω το όνομα. Οι τάφοι ούτοι είναι εις το ιερόν της Αθηνάς, όπισθεν του ναού, και στηρίζονται επί του εξωτερικού τοίχου. Το ιερόν περικλείει προσέτι μεγάλους λιθίνους οβελίσκους, πλησιέστατα δε αυτών υπάρχει λίμνη στρογγύλη περικυκλουμένη υπό κρηπίδος λιθίνης και το μέγεθος αύτης, ως νομίζω, είναι όσον και εκείνης ήτις ευρίσκεται εις την Δήλον και καλείται κυκλοτερής.
171. Εις την λίμνην ταύτην κατά την νύκτα οι Αιγύπτιοι κάμνουσι τας μιμικάς εκείνας παραστάσεις πραγματικών συμβάντων καλούντες αυτάς μυστήρια. Μολονότι δε γνωρίζω και αυτά και παν ό,τι συνδέεται με αυτά, ας μένωσιν όμως εν θρησκευτική σιωπή. Επίσης και διά την τελετήν της Δήμητρος την οποίαν οι Έλληνες καλούσι θεσμοφόρια, μονολότι γνωρίζω και αυτήν, ας αναπαύεται όμως εν θρησκευτική σιωπή, πλην των μερών εκείνων τα οποία με είναι συγχωρημένον να είπω. Αι θυγατέρες του Δαναού έφερον την εορτήν ταύτην από την Αίγυπτον και την εδίδαξαν εις τας γυναίκας των Πελασγών· εχάθη όμως όταν η Πελοπόννησος εγένετο ανάστατος υπό των Δωριέων, μόνοι δε οι διασωθέντες και μη μεταναστεύσαντες εκ των Πελοποννησίων, οι Αρκάδες, διετήρησαν αυτήν.
172. Καταστραφέντος δε τοιουτοτρόπως του Απρίου, εβασίλευσεν ο Άμασις (42) όστις ήτο εκ του νομού Σαΐτου και εγεννήθη εις την πόλιν ήτις καλείται Σιούφ. Και κατά πρώτον μεν οι Αιγύπτιοι περιεφρόνουν τον Άμασιν θεωρούντες αυτόν ως μικράς αξίας άνθρωπον, διότι πρότερον ήτο ιδιώτης και εξ οικογενείας αφανούς, αλλά κατόπιν ο Άμασις προσείλκυσεν αυτούς διά της ικανότητος και της συνέσεώς του. Είχε δε μεταξύ των απείρων θησαυρών του ποδονιπτήρα χρυσούν εις τον οποίον αυτός ο Άμασις και οι ομοτράπεζοι αυτού έπλυνον πάντοτε τους πόδας των. Τούτον τον ποδονιπτήρα συντρίψας τον μετεποίησεν εις άγαλμα θεού το οποίον έθεσεν εις το μάλλον κατάλληλον μέρος της πόλεως, οι δε Αιγύπτιοι, διερχόμενοι προ αυτού, τω προσέφερον μεγάλας τιμάς. Όταν ο Άμασις έμαθε τα συμβαίνοντα, συνεκάλεσε τους Αιγυπτίους και τοις εφανέρωσεν ότι το άγαλμα είχε κατασκευασθή εκ της λεκάνης εκείνης εντός της οποίας πρότερον ήμουν, ούρουν και έπλυνον τους πόδας εκείνοι οίτινες τώρα απέδιδον προς αυτήν τοιούτον άκρον σεβασμόν. Έπειτα, χωρίς να διακόψη τον λόγον του, προσέθηκεν ότι το ίδιον συνέβη και εις αυτόν, ότι εάν κατ' αρχάς έζησεν ως ιδιώτης, εγένετο όμως βασιλεύς των και καθήκον των ήτο να τον τιμώσι και να τον σέβωνται. Τοιουτοτρόπως λοιπόν προσείλκυσε τους Αιγυπτίους τόσον ώστε έκρινον ότι έπρεπε να υποτάσσωνται.
173. Ιδού δε και με ποίαν τάξιν εκυβέρνα τα πράγματα· άμα εξημέρονε, μέχρι της ώρας καθ' ην η αγορά πληρούται ανθρώπων, διεξεπεραίου προθύμως τας υποθέσεις τας οποίας τω υπέβαλλον· έπειτα έπινεν, έσκωπτε τους συμπότας και εφαίνετο φιλοπαίγμων και μάταιος. Οι φίλοι δυσηρεστούντο διά ταύτα και τον συνεβούλευον λέγοντες τα εξής· «Ω βασιλεύ, δεν αρμόζει να ζης τοιουτοτρόπως εξευτελιζόμενος τόσον πολύ· έπρεπεν, ως άνθρωπος σεμνός και επί θρόνου σεμνού καθήμενος, να ενασχολήσαι δι' όλης της ημέρας εις υποθέσεις. Τοιουτοτρόπως δε και οι Αιγύπτιοι θα ανεγνώριζον ότι κυβερνώνται υπό μεγάλου ανδρός, και συ θα τους ήκουες να σε επαινώσι περισσότερον. Τώρα όμως ουδόλως φέρεσαι ως βασιλεύς.» Εκείνος δε τοις απεκρίθη ως εξής· «Όσοι έχουσι τόξον, τείνουσιν αυτό όταν θέλωσι να το μεταχειρισθώσι, και χαλαρούσιν αυτό αφού το μεταχειρισθώσι, διότι εάν έμενε πάντοτε τεταμένον θα εθραύετο και δεν θα ηδύναντο να το μεταχειρισθώσιν εν ανάγκη. Ούτω και ο άνθρωπος πρέπει να φείδεται της κράσεώς του, διότι εάν ασχολήται αδιακόπως εις τας υποθέσεις και δεν δίδη ολίγον χρόνον και εις τας διασκεδάσεις, δύναται να καταστή αίφνης ή μανιακός ή βλαξ. Τούτο και εγώ γινώσκων διαμοιράζω τον καιρόν μου μεταξύ των υποθέσεων και των ηδονών.» Ταύτα απεκρίθη προς τους φίλους.
174. Λέγουσι δε ότι ο Άμασις, και ότε ακόμη ήτο απλούς ιδιώτης, ηγάπα πολύ να πίνη, να αστειεύεται, και ουδεμίαν κλίσιν είχε προς τα σπουδαία πράγματα. Όταν δε πίνων και τρυφών εξήντλει όσα είχε, τότε περιερχόμενος έκλεπτε. Πολλάκις εκείνοι οίτινες τον κατηγόρουν ότι έκλεψε τα πράγματά των, όταν ούτος ηρνείτο, τον έφερον εις το μαντείον του τόπου· και πολλάκις μεν εξηλέγχθη υπό των μαντείων, πολλάκις δε διέφυγεν. Άμα δε εγένετο βασιλεύς, έπραξε τα ακόλουθα· όσοι θεοί τον εκήρυξαν αθώον, τούτους ούτε ετίμα, ούτε τοις αφιέρωνε κανέν κόσμημα, ούτε εισήρχετο ποτέ εις τους ναούς των διά να θυσιάση εις θεούς τους οποίους εγνώρισεν ότι ήσαν ανάξιοι και ψευδείς εις τας μαντείας των· εξ εναντίας δε ετίμα μεγάλως εκείνους οίτινες τον κατεδίκασαν ως κλέπτην, θεωρών αυτούς ως θεούς δίδοντας χρησμούς αψευδείς.
175. Και πρώτον μεν ήγειρεν εις τον ναόν της Αθηνάς, εις την Σάιν, θαυμαστά προπύλαια, υπερβαίνοντα κατά πολύ τα των προκατόχων του βασιλέων κατά τε την έκτασιν και το ύψος, και προσέτι κατά το μέγεθος και την ποιότητα των λίθων· έπειτα δε αφιέρωσεν αγάλματα μεγάλα και υπερμεγέθεις ανδρόσφιγγας, και τέλος μετέφερε διά τας επισκευάς του οικοδομήματος λίθους εκτάκτου μεγέθους. Εξ αυτών, άλλους μεν έφερον από τα πλησίον της Μέμφιδος λατομεία, άλλους δε, τους μεγαλειτέρους, από την πόλιν Ελεφαντίνην, απέχουσαν από την Σάιν πλέον των είκοσιν ημερών πλουν. Εκείνο όμως το όποιον θαυμάζω περισσότερον από όλα είναι το εξής· μετεκόμισεν από την Ελεφαντίνην έν οίκημα μονόλιθον, το οποίον τρισχίλιοι άνθρωποι διαταχθέντες επί τούτω και όντες όλοι κυβερνήται εδαπάνησαν τρία έτη διά να μεταφέρωσι. Του οικήματος τούτου το μεν εξωτερικόν μήκος είναι πήχεις είκοσι και είς, το δε πλάτος δεκατέσσαρες, και το ύψος οκτώ. Και αυτά μεν είναι τα εξωτερικά μέτρα του μονολίθου οικήματος· έσωθεν δε το μεν μήκος είναι δεκαοκτώ πήχεις και είκοσι δάκτυλοι, το δε πλάτος δώδεκα πήχεις, και το ύψος πέντε. Το οίκημα ευρίσκεται εις την είσοδον του ιερού, λέγουσι δε ότι δεν το έσυρον εντός διά την ακόλουθον αιτίαν ότε το έσυρον, ο αρχιτέκτων, αγανακτών και διά το επίπονον της εργασίας και διά τον πολύν χρόνον όστις κατηναλίσκετο, ήρχισε να στενάζη· ο δε Άμασις εκλαβών τούτο ως κακόν σημείον, δεν άφησε να σύρωσι το οίκημα περισσότερον· άλλοι λέγουσιν ότι είς των περί τους μοχλούς εργαζομένων κατεπλακώθη υπό τα οίκημα, και ότι από της στιγμής εκείνης έπαυσαν να το κινώσιν.
176. Αφιέρωσε προσέτι ο Άμασις εις όλους τους άλλους διασήμους ναούς έργα αξιοθαύμαστα διά το μέγεθος αυτών, και μεταξύ άλλων εις την Μέμφιν το κολοσσιαίον άγαλμα το κεκλιμένον προ του ναού του Ηφαίστου το οποίον έχει μήκος εβδομήκοντα πέντε ποδών. Εις το ίδιον δε βάθρον είναι εστημένοι δύο κολοσσοί εκ λίθου Αιθιοπικού, είκοσι ποδών το ύψος έκαστος, ο είς εις το έν μέρος και ο έτερος εις το άλλο. Υπάρχει επίσης και εις την Σάιν μέγα άγαλμα λίθινον κεκλιμένον κατά τον αυτόν τρόπον ως το εν τη Μέμφιδι. Τέλος ο Άμασις έκτισε και τον εις την Μέμφιν μέγιστον και μεγαλοπρεπέστατον ναόν της Ίσιδος.
177. Λέγουσι δε ότι επί του βασιλέως Αμάσιος η Αίγυπτος ευτύχησε πολύ και καθ' όσον απαιτείται από τον ποταμόν διά την ευφορίαν της γης και καθόσον απαιτείται από την γην διά την ευτυχίαν των ανθρώπων· και ηριθμούντο τότε εις την Αίγυπτον είκοσι χιλιάδες πόλεις. Ο Άμασις είναι ο καταστήσας τον νόμον όστις υποχρεοί πάντα Αιγύπτιον να δεικνύη κατ' έτος εις τον νομάρχην του πόθεν πορίζεται τα προς το ζην, και εάν δεν κάμη τούτο, εάν δεν αποδείξη ότι οι πόροι του είναι νόμιμοι, να τιμωρήται με θάνατον. Λαβών τον νόμον τούτον από την Αίγυπτον ο Σόλων ο Αθηναίος, τον επέβαλεν εις τους συμπολίτας του, οίτινες τον διατηρούσιν ακόμη και τον θεωρούσιν άμεμπτον.
178. Ο Άμασις ήτο φιλέλλην· τουλάχιστον υπεδέχθη ευνοϊκώς τινάς εξ αυτών και έδωκε προς κατοικίαν εκείνων μεν οίτινες ήρχοντο εις την Αίγυπτον την πόλιν Ναύκρατιν· εις εκείνους δε οίτινες δεν είχον σκοπόν να διαμείνωσιν εκεί οριστικώς, αλλ' ήρχοντο χάριν εμπορίου, έδωκε τόπους διά να ιδρύσωσι βωμούς και ναούς εις τους θεούς. Το μέγιστον λοιπόν τέμενος αυτών, το ονομαστότατον, το μάλλον συχναζόμενον, ήτο το καλούμενον Ελλήνιον, το οποίον εκτίσθη από κοινού υπό των Ιώνων της Χίου, της Τέω, της Κνίδου, της Φωκαίας και των Κλαζομενών, υπό των Δωριέων της Ρόδου, της Κνίδου, της Αλικαρνασσού και της Φασήλιδος, και υπό των Αιτωλών μόνης της Μυτιλήνης. Ο ναός ούτος ανήκει εις όλας τας πόλεις ταύτας και αύται δίδουσι τους προστάτας των εμπορικών υποθέσεων. Όσαι δε άλλαι πόλεις αντιποιούνται την συμμετοχήν, ουδέν δικαίωμα έχουσιν εις τούτο. Πλην τούτου οι Αιγινήται έκτισαν αυτοί μόνοι τον ναόν του Διός, οι Σάμιοι τον της Ήρας, και οι Μιλήσιοι τον του Απόλλωνος.
179. Ήτο δε άλλοτε η Ναύκρατις το μόνον εμπόριον της Αιγύπτου, και δεν υπήρχεν άλλο ουδαμού. Εάν τις ήθελεν υπάγει εις κανέν άλλο στόμα του Νείλου, έπρεπε να ορκισθή ότι δεν υπήγεν εκουσίως. Μετά τον όρκον δε τούτον έπρεπε να πλεύση, με το ίδιον πλοίον εις το Κανωβικόν στόμα. Εάν οι εναντίοι άνεμοι τον εμπόδιζον, τότε τον ηνάγκαζον να μεταφέρη το φορτίον του διά λέμβων περί το Δέλτα μέχρι της Ναυκράτιος. Τόσην τιμήν λοιπόν είχεν η Ναύκρατις.
180. Όταν δε οι Αμφικτύονες εμίσθωσαν τον ναόν όστις σήμερον είναι εις τους Δελφούς όπως ανακτίσωσιν αυτόν διά τριακοσίων ταλάντων, επειδή ο παλαιός είχε κατακαή αυτομάτως, εις τους Δελφούς επεβλήθη να δώσωσι το τεταρτημόριον του μισθώματος τούτου. Περιφερόμενοι λοιπόν οι Δελφοί από πόλεως εις πόλιν εσύναζον συνδρομάς· τούτο δε ποιούντες έλαβον ουκ ολίγας και από την Αίγυπτον, διότι ο μεν Άμασις τοις έδωκε χιλίων ταλάντων στυπτηρίαν, οι δε κατοικούντες εις την Αίγυπτον είκοσι μνας αργυράς.
181. Με τους Κυρηναίους δε ο Άμασις συνήψε συνθήκην φιλίας και συμμαχίας και απεφάσισε να λάβη γυναίκα από αυτούς, είτε διότι επεθύμει να νυμφευθή Ελληνίδα είτε διά φιλίαν προς τους Κυρηναίους. Έλαβε λοιπόν γυναίκα κατ' άλλους μεν του Βάττου, κατ' άλλους δε του Αρκεσιλάου την θυγατέρα και κατ' άλλους του Κριτοβούλου, ανδρός σημαντικού μεταξύ των πολιτών, ης το όνομα ήτο Λαδίκη. Μετ' αυτής όμως συγκατακλινόμενος ο Άμασις δεν ηδύνατο να μιγή, μολονότι μετεχειρίζετο τας άλλας γυναίκας. Επειδή δε τούτο συνέβη πολλάκις, ο Άμασις είπε προς την Λαδίκην· «Ω γύναι, βεβαίως θα με έδωκες φάρμακον και δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγης τον φρικωδέστερον θάνατον τον οποίον υπέστη ποτέ γυνή.» Η δε Λαδίκη, επειδή με όλας τας αρνήσεις της ο Άμασις δεν κατεπραΰνετο, έταξεν εις την Αφροδίτην, εάν ο Άμασις κατορθώση να μιγή μετ' αυτής εκείνην την νύκτα, (διότι μόνον δι' αυτού του μέσου ηδύνατο να σωθή) να πέμψη εις την Κυρήνην άγαλμα χρυσούν. Μετά την ευχήν αμέσως εμίγη μετ' αυτής ο Άμασις και από της στιγμής εκείνης επετύγχανεν οσάκις την επλησίαζε, και την ηγάπησε πολύ. Η δε Λαδίκη εξεπλήρωσε την ευχήν της προς την θεάν, διέταξε να κατασκευάσωσι το άγαλμα και το έπεμψεν εις την Κυρήνην όπου και εσώζετο μέχρι των ημερών μου και ήτο εστημένον έξω της πόλεως. Ταύτην την Λαδίκην, όταν ο Καμβύσης εγένετο κύριος της Αιγύπτου και έμαθε παρά τη ιδίας ποία ήτο, την έπεμψεν αβλαβή εις την Κυρήνην.
182. Ο Άμασις αφιέρωσε και εις την Ελλάδα αφιερώματα· εις μεν την Κυρήνην άγαλμα της Αθηνάς επίχρυσον και την εικόνα του εζωγραφημένην, εις δε την Αθηνάν της Λίνδου δύο αγάλματα λίθινα και ένα θώρακα λινούν αξιοθέατον· προσέτι δε εις την εν Σάμω Ήραν δύο εικόνας του ξυλίνας, αίτινες επί των ημερών μου ήσαν εις τον μεγάλον ναόν, όπισθεν της θύρας. Και εις μεν την Σάμον έπεμψε τα αφιερώματα ταύτα εκ φιλίας προς τον υιόν του Αιάκους Πολυκράτη, εις δε την Λίνδον ουχί διά φιλίαν προς την πόλιν ταύτην, αλλά διότι, ως λέγεται, ο ναός της Αθηνάς εκτίσθη εκεί υπό των θυγατέρων του Δαναού, αίτινες εσταμάτησαν εκεί φεύγουσαι τους υιούς του Αιγύπτου. Ταύτα είναι τα αναθήματα του Αμάσιος. Πρώτος δε αυτός εκυρίευσε την Κύπρον και την καθυπέβαλεν εις φόρον.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ Θ Α Λ Ε Ι Α
1. Κατά του Αμάσιος τούτου εστράτευσεν ο υιός του Κύρου Καμβύσης, έχων μεθ' εαυτού εκ των Ελλήνων τους Ίωνας και τους Αιολείς, εκτός εκείνων των λαών επί των οποίων εβασίλευεν. Αιτία δε της στρατείας ταύτης ήτο η ακόλουθος· πέμψας ο Καμβύσης κήρυκα εις την Αίγυπτον εζήτει την θυγατέρα του Αμάσιος· την εζήτει δε κατά συμβουλήν Αιγυπτίου τινός ωργισμένου κατά του Αμάσιος, διότι από όλους τους ιατρούς τους ευρισκομένους εις την Αίγυπτον αυτόν απέσπασεν από την γυναίκα του και τα παιδία του διά να τον παραδώση εις τους Πέρσας, όταν ήλθον απεσταλμένοι του Κύρου διά να ζητήσωσιν ιατρόν οφθαλμών τον άριστον των της Αιγύπτου. Μνησικακών διά την αιτίαν ταύτην παρεκίνησε διά των συμβουλών του τον Καμβύσην να ζητήση την θυγατέρα του Αμάσιος, με τον σκοπόν, εάν μεν την δώση, να τον λυπήση, εάν δε δεν την δώση να τον καταστήση εχθρόν του Καμβύσου. Ο δε Άμασις, στενοχωρούμενος ήδη διά την δύναμιν των Περσών και φοβούμενος ενταυτώ, δεν ετόλμα μήτε να την δώση μήτε να την αρνηθή· άλλως τε δε δεν ηγνόει ότι ο Καμβύσης ήθελε να την έχη ουχί γυναίκα αλλά παλλακίδα του. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενος έπραξε το εξής· υπήρχε θυγάτηρ τις του προτέρου βασιλέως Απρίου, υψηλού αναστήματος και ωραία, η μόνη ήτις είχε μείνει από την οικογένειαν ταύτην και ήτις εκαλείτο Νίτητις. Αυτήν την κόρην κοσμήσας ο Άμασις με ενδύματα και χρυσόν, την έπεμψεν εις τους Πέρσας ως ιδίαν του θυγατέρα. Μετά τινα χρόνον χαιρετίζων αυτήν ο Καμβύσης την προσηγόρευσε θυγατέρα του Αμάσιος· τότε η Νίτητις τω είπεν· «Ω βασιλεύ, δεν βλέπεις ότι ηπατήθης από τον Άμασιν όστις κοσμήσας πολυτελώς με έπεμψε και με έδωκεν εις σε ως θυγατέρα του, εμέ ήτις αληθώς είμαι θυγάτηρ του Απρίου, άλλοτε αυθέντου του, τον οποίον αυτός και οι επαναστατήσαντες Αιγύπτιοι εφόνευσαν.» Οι λόγοι ούτοι, καθώς και αυτό τούτο το γεγονός, έπεισαν τον Καμβύσην υιόν του Κύρου, μεγάλως οργισθέντα, να στρατεύση κατά της Αιγύπτου. Και ταύτα μεν λέγουσιν οι Πέρσαι.
2. Οι δε Αιγύπτιοι εξ εναντίας οικειοποιούνται τον Καμβύσην, αξιούντες ότι εγεννήθη εκ της θυγατρός ταύτης του Απρίου. Κατ' αυτούς, ουχί ο Καμβύσης, αλλ' ο Κύρος εζήτησε την θυγατέρα του Αμάσιος. Λέγοντες όμως ταύτα, πολύ απομακρύνονται της αληθείας· ούτε λανθάνει αυτούς (καθότι ουδείς γνωρίζει καλλίτερον από τους Αιγυπτίους τα έθιμα των Περσών) πρώτον μεν ότι ο νόμος δεν επιτρέπει να βασιλεύση νόθος, υπάρχοντος νομίμου υιού· δεύτερον ότι ο Καμβύσης ήτο υιός της Κασσανδάνης, θυγατρός του Φαρνάσπου, ενός των Αχαιμενιδών, και όχι γυναικός Αιγυπτίας. Επίτηδες όμως αλλοιούσι τα γεγονότα διά να φανώσιν ότι συγγενεύουσι με την οικογένειαν του Κύρου. Και ταύτα μεν ούτως έχουσι.
3. Λέγουσιν ακόμη και την ακόλουθον ιστορίαν, κατ' εμέ απίστευτον. Γυνή τις Περσίς, εισελθούσα εις τας γυναίκας του Κύρου είδε περί την Κασσανδάνην τα παιδία της τα οποία ήσαν ευειδή και μεγάλα· καταληφθείσα δε υπό θαυμασμού, επήνει αυτά. Τότε η Κασσανδάνη, ήτις ήτο σύζυγος του Κύρου, τη είπε· «Μολονότι είμαι μήτηρ τοιούτων παιδιών, ο Κύρος με περιφρονεί και τιμά εκείνην την οποίαν έλαβεν από την Αίγυπτον.» Ταύτα είπεν η Κασσανδάνη ζηλοτυπούσα την Νίτητιν· αλλ' ο Καμβύσης ο πρεσβύτερος των υιών της, απεκρίθη· «Μήτερ, όταν γίνω ανήρ, όλην την Αίγυπτον θα φέρω άνω κάτω.» Τους λόγους τούτους είπεν ο Καμβύσης μόλις δεκαετής ων και αι γυναίκες εθαύμασαν· τούτο δε ενθυμούμενος, άμα ηνδρώθη και έλαβε την βασιλείαν, εστράτευσε κατά της Αιγύπτου.
4. Περίστασις δε την οποίαν θέλω αναφέρει συνετέλεσε κάπως εις την επιτυχίαν της εισβολής. Μεταξύ των επικούρων του Αμάσιος υπήρχεν άνθρωπός τις γεννηθείς εις Αλικαρνασσόν, ονόματι Φάνης, ικανός σύμβουλος και ανδρείος πολεμιστής. Ο Φάνης ούτος, πειραχθείς διά τινα αιτίαν κατά του Αμάσιος, έφυγεν εκ της Αιγύπτου διά θαλάσσης με σκοπόν να συνδιαλεχθή με τον Καμβύσην. Επειδή δε ήτο άνθρωπος με μεγάλην βαρύτητα μεταξύ των επικούρων και είχεν ακριβεστάτας πληροφορίας περί των πραγμάτων της Αιγύπτου, έπεμψε κατόπιν του ο Άμασις προθυμοποιούμενος να τον συλλάβη· προς τούτο δε επεφόρτισε τον πιστότατον των ευνούχων του δους αυτώ τριήρη. Ο ευνούχος τον έφθασεν εις την Λυκίαν· αλλ' αφού τον συνέλαβε δεν τον έφερεν εις την Αίγυπτον, διότι ο Φάνης τον ηπάτησε με τας πανουργίας του, εμέθυσε τους φύλακάς του και έφυγεν εις τους Πέρσας· Φθάσας εις τον Καμβύσην τον εύρεν ενασχολούμενον εις τας ετοιμασίας του πολέμου και απορούντα ποίαν οδόν να λάβη διά να διέλθη την έρημον. Τότε ο Φάνης τον επληροφόρησε περί της καταστάσεως του Αμάσιος, τω υπέδειξε την καλλιτέραν οδόν και τον συνεβούλευσε να ζητήση από τον βασιλέα των Αραβίων δίοδον και ασφάλειαν.
5. Γνωστόν ότι μόνον εκ τούτου του μέρους δύναταί τις να εισβάλη εις την Αίγυπτον, διότι από της Φοινίκης μέχρι των συνόρων της Καδύτιος, η χώρα ανήκει εις τους Σύρους της Παλαιστίνης, και από της Καδύτιος (πόλεως ήτις ως νομίζω δεν είναι μικροτέρα των Σάρδεων) μέχρι της Ιηνύσου τα παραθαλάσσια εμπόρια ανήκουσιν εις την Αραβίαν· πάλιν δε από της Ιηνύσου μέχρι της λίμνης Σερβωνίδος, κατά μήκος της οποίας το Κάσιον όρος καταβαίνει έως εις την θάλασσαν, η χώρα ανήκει εις τους Σύρους· η δε Αίγυπτος αρχίζει από την λίμνην ταύτην Σερβωνίδα όπου λέγουσιν ότι εκρύφθη ο Τυφών. Το μεταξύ της πόλεως Ιηνύσου, του όρους Κασίου και της λίμνης Σερβωνίδος, όπερ δεν είναι ολίγον, αλλ' έως τριών ημερών οδός, είναι καθ' υπερβολήν ξηρόν.
6. Θα αναφέρω ενταύθα εκείνο το οποίον ολίγοι εκ των ελθόντων διά θαλάσσης εις την Αίγυπτον παρετήρησαν. Εξ όλης της Ελλάδος και προς τούτοις εκ της Φοινίκης δις του έτους κομίζονται εις την Αίγυπτον πήλινα αγγεία πλήρη οίνου· και εν τούτοις αφού κενωθώσι τα αγγεία ταύτα, μολονότι τόσα πολλά, δεν βλέπει τις πλέον μήτε έν. Πού λοιπόν δαπανώνται; δύναταί τις να ερωτήση. Εγώ θα το είπω. Ο δήμαρχος εκάστης πόλεως είναι υποχρεωμένος να συνάζη όλα τα πήλινα αγγεία και να τα στέλλη εις την Μέμφιν, εκείθεν δε, πληρούμενα ύδατος, στέλλονται εις την έρημον της Συρίας. Τοιουτοτρόπως όλα τα εις την Αίγυπτον ερχόμενα και αποβιβαζόμενα αγγεία κομίζονται εις την Συρίαν όπως και τα προ αυτών.
7. Πρώτοι οι Πέρσαι, αφότου εγένοντο κύριοι της Αιγύπτου, ευκόλυναν διά του τρόπου τούτου την εις την Αίγυπτον είσοδον πληρούντες με ύδωρ τα αγγεία και πέμποντες αυτά εις την έρημον. Τότε όμως, επειδή δεν υπήρχεν ακόμη η προμήθεια αύτη του ύδατος, ο Καμβύσης, αφού ήκουσε τον ξένον Αλικαρνασσέα, έπεμψεν απεσταλμένους προς τον Αράβιον, και ζητήσας έλαβεν υπόσχεσιν ασφαλείας, δους και δεχθείς παρ' αυτού εχέγγυα πίστεως.
8. Οι δε Αράβιοι πλειότερον παντός άλλου λαού σέβονται τας συνθήκας των· κάμνουσι δε αυτάς ως εξής. Όταν τινές θέλουσι να δώσωσιν αμοιβαίον όρκον, τρίτος τις άλλος άνθρωπος ιστάμενος εν τω μέσω αυτών χαράττει με λίθον οξύν πλησίον των μεγάλων δακτύλων το μήλον της χειρός των ορκιζομένων, λαμβάνων δε έπειτα ολίγον χνουν εκ του ιματίου αυτών τον βρέχει με αίμα και αλείφει επτά λίθους τεθειμένους εκεί. Ταύτα πράττων επικαλείται τον Διόνυσον και την Ουρανίαν Αφροδίτην. Μετά το πέρας δε των διατυπώσεων τούτων, εκείνος όστις ωρκίσθη παρουσιάζει εις τους φίλους του τον ξένον ή τον πολίτην, εάν μετά πολίτου ωρκίσθη, και οι φίλοι κρίνουσι δίκαιον να σέβωνται και αυτοί τας πίστεις ταύτας. Νομίζουσι δε ότι μόνοι θεοί είναι ο Διόνυσος και η Αφροδίτη, και λέγουσιν ότι κείρουσι τας τρίχας της κεφαλής των ως και ο Διόνυσος· τας κόπτουσι δε κυκλοτερώς και ξυρίζουσι το άνω μέρος των κροτάφων. Ονομάζουσι δε τον μεν Απόλλωνα Οροτάλ, την δε Αφροδίτην Αλιλάτ.
9. Αφού ο Αράβιος έκαμε συνθήκας με τους απεσταλμένους του Καμβύσου, ιδού τι εμηχανεύθη· εγέμισε με ύδωρ ασκούς κατεσκευασμένους από δέρματα καμήλων και τους εφόρτωσεν επί ζωντανών καμήλων τας οποίας έφερεν εις την έρημον όπου περιέμεινε τον στρατόν του Καμβύσου. Και τούτο μεν είναι το μάλλον πιθανόν εξ όσων διηγούνται· πρέπει όμως να αναφέρω και το ολιγώτερον πιθανόν, καθότι λέγουσι και τούτο. Υπάρχει εις την Αραβίαν μέγας ποταμός όστις καλείται Κόρυς και χύνεται εις την Ερυθράν λεγομένην θάλασσαν. Εκ του ποταμού τούτου λοιπόν λέγουσιν ότι ο βασιλεύς των Αραβίων έφερε το ύδωρ εις την έρημον διά μακροτάτου οχετού εκ βοείων δερμάτων ακατεργάστων και άλλων δερμάτων ερραμμένων ομού, όστις έληγεν εις μεγάλας δεξαμενάς, ορυχθείσας όπως δέχωνται και διαφυλάττωσι το ύδωρ. Από του ποταμού δε μέχρι της ερήμου είναι δώδεκα ημερών πορεία, και τρεις οχετοί δευτερεύοντες έφερον ως λέγεται το ύδωρ εις τρία διάφορα μέρη.
10. Ο δε υιός του Αμάσιος Ψαμμήνιτος, εστρατοπεδευμένος εις το Πηλούσιον στόμα του Νείλου, περιέμενε τον Καμβύσην· καθότι ούτος, όταν εστράτευσε κατά της Αιγύπτου, δεν εύρε ζώντα τον αντίπαλόν του όστις απέθανεν αφού εβασίλευσε τεσσαράκοντα και τέσσαρα έτη κατά τα οποία δεν υπέστη μεγάλην τινά συμφοράν. Ταριχευθέίς δε ετάφη εις τον εντός του ιερού τάφου τον οποίον αυτός έκτισεν. Επί της βασιλείας του υιού του Ψαμμηνίτου μέγιστον θαύμα εγένετο εις την Αίγυπτον· βροχή έπεσεν εις τας Αιγυπτίας Θήβας, όπου ουδέποτε έβρεξεν ούτε πρότερον ούτε έπειτα μέχρι της εποχής μου, ως λέγουσιν αυτοί οι Θηβαίοι. Τωόντι ποσώς δεν βρέχει εις την άνω Αίγυπτον, και τότε ολίγαι μόνον ψεκάδες έπεσον.
11. Όταν οι Πέρσαι διαπεράσαντες την έρημον εστρατοπεδεύσαντο απέναντι των Αιγυπτίων και ητοιμάζοντο να συμπλακώσι, τότε οι επίκουροι του Ψαμμηνίτου, όντες Έλληνες και Κάρες, ωργισμένοι κατά του Φάνητος διότι ωδήγει κατά της Αιγύπτου στρατόν ξενικόν, τον ετιμώρησαν σκληρώς. Ο Φάνης είχεν αφήσει εις την Αίγυπτον τα παιδία του· αυτά τα παιδία αγαγόντες εις το στρατόπεδον και εις θέσιν ώστε να δύναται να τα βλέπη ο πατήρ, έστησαν κρατήρα μεταξύ των δύο στρατευμάτων έπειτα, λαμβάνοντες το έν μετά το άλλο, τα έσφαζον άνωθεν του κρατήρος και αφού εσφάγησαν όλα έχυσαν εις το αίμα των ύδωρ και οίνον. Πιόντες εκ του κράματος τούτου όλοι οι επίκουροι, συνεπλάκησαν. Μάχης δε γενομένης κρατεράς και πεσόντων πολλών εξ αμφοτέρων των στρατοπέδων, ετράπησαν εις φυγήν οι Αιγύπτιοι (43).
12. Είδον εκεί θαύμα μέγα το οποίον μοι εξήγησαν οι κάτοικοι. Τα οστά εκείνων οίτινες εκατέρωθεν εφονεύθησαν εν τη μάχη εκείνη, κείνται κεχωρισμένα (τα των Περσών αφ' ενός, τα των Αιγυπτίων αφ' ετέρου, εις την αυτήν απόστασιν ην είχον πριν έλθωσιν εις χείρας), και τα κρανία των Περσών είναι τόσον αδύνατα ώστε εάν θέλης να τα κτυπήσης με έν μόνον μικρόν χαλίκιον, τα διατρυπάς· εξ εναντίας τα των Αιγυπτίων είναι τόσον σκληρά ώστε δυσκόλως θα τα συνέτριβες εάν τα εκτύπας με μεγάλην πέτραν. Μοι είπον την αιτίαν τούτου, και δεν εδυσκολεύθην να τους πιστεύσω· οι Αιγύπτιοι εκ παιδικής ηλικίας αρχίζουσι να ξυρίζωσι την κεφαλήν, και το κρανίον των σκληρύνεται υπό της επιρροής του ηλίου· η αυτή αιτία προφυλάττει αυτούς από του να γίνωνται φαλακροί, και τωόντι ουδαμού αλλαχού υπάρχουσιν ολιγώτεροι φαλακροί ή εις την Αίγυπτον. Ιδού λοιπόν διατί το κρανίον των είναι τόσον σκληρόν. Τουναντίον δε το των Περσών είναι απαλόν διότι μένουσιν εις την σκιάν εκ νεαράς ηλικίας και φέρουσιν επί της κεφαλής τιάρας μαλλίνους. Είδον ταύτα ως είναι και έκαμον την αυτήν παρατήρησιν και εις την Πάπρημιν επί των οστών εκείνων οίτινες μετά του Αχαιμένους του υιού του Δαρείου εφονεύθησαν υπό του Λίβυος Ινάρου.
13. Διασπασθέντες οι Αιγύπτιοι, έφυγον εν αταξία. Όταν δε εκλείσθησαν εις την Μέμφιν, έπεμψεν εις αυτούς ο Καμβύσης διά του ποταμού πλοίον Μυτιληναίον με κήρυκα Πέρσην διά να τοις προτείνη να παραδοθώσι διά συνθήκης. Αυτοί όμως άμα είδον το πλοίον εισελθόν εις την Μέμφιν, ώρμησαν όλοι έξω του τείχους, κατέστρεψαν το πλοίον, εκρεούργησαν τους άνδρας και τους έφερον εις το τείχος. Και οι μεν Αιγύπτιοι μετά ταύτα πολιορκηθέντες παρεδόθησαν επί τέλους, οι δε γείτονες των Λίβυες, φοβηθέντες μη πάθωσι τα αυτά, παρεδόθησαν αμαχητί, υπεσχέθησαν να τελώσι φόρον και έπεμψαν δώρα. Επίσης και οι Κυρηναίοι και οι Βαρκαίοι, φοβηθέντες ως οι Λίβυες, έπραξαν το αυτό. Ο δε Καμβύσης εδέχθη μεν φιλοφρόνως τα δώρα των Λιβύων, κατεφρόνησεν όμως τα των Κυρηναίων καθότι ήσαν κατώτερα, ως εγώ φρονώ. Και τωόντι οι Κυρηναίοι δεν έπεμψαν ειμή πεντακοσίας μνας αργυράς. Ο Καμβύσης λοιπόν λαβών με τας χείρας του τα νομίσματά των τα διέσπειρεν εις τον στρατόν.
14. Την δεκάτην ημέραν αφ' ης εκυρίευσε την Μέμφιν ο Καμβύσης, εκάθισε προς περιφρόνησιν είς τι προάστειον μετ' άλλων Αιγυπτίων τον βασιλέα Ψαμμήνιτον βασιλεύσαντα έξ μήνας μόνον και εδοκίμαζε την γενναιότητα της ψυχής αυτού διά του ακολούθου τρόπου. Ενδύσας την θυγατέρα του με ενδύματα δούλης την έπεμψε με στάμνον εις την χείρα διά να φέρη ύδωρ· μετ' αυτής δε συναπέστειλε και άλλας παρθένους τας οποίας εξελέξατο μεταξύ των Θυγατέρων των πρώτων ανδρών του τόπου, όλας ενδεδυμένας ως η θυγάτηρ του βασιλέως. Ενώ δε διήρχοντο προ των πατέρων των κλαίουσαι και βοώσαι, οι μεν εβόων και έκλαιον βλέποντες την ταπείνωσιν των τέκνων των, ο δε Ψαμμήνιτος, μολονότι είδε και εγνώρισε την θυγατέρα του, ουδέν άλλο έπραξεν ή να ταπεινώση τα βλέμματα του προς την γην. Αφού διήλθαν αι υδροφόροι, έπεμψεν έπειτα ο Καμβύσης τον υιόν του Ψαμμηνίτου με άλλους δισχιλίους Αιγυπτίους, έχοντας την αυτήν ηλικίαν, δεδεμένους με σχοινιά από τον λαιμόν και χαλινωμένους από το στόμα· τους απήγον δε διά να τους θανατώσωσι προς εκδίκησιν των Μιτυληναίων οίτινες απώλοντο εις την Μέμφιν αυτοί και το πλοίον των. Τοιαύτη ήτο η απόφασις των βασιλικών δικαστών δι' ένα έκαστον Έλληνα να θανατωθώσι δέκα Αιγύπτιοι εκ των πρώτων. Ο Ψαμμήνιτος είδε και τούτους διαβαίνοντας και έμαθεν ότι απήγον και τον υιόν του διά να τον θανατώσωσιν· ενώ δε οι περικαθήμενοι Αιγύπτιοι έκλαιον και ελυπούντο, αυτός έπραξεν ό,τι είχε πράξει ότε διέβη η θυγάτηρ του. Μόλις διέβησαν οι νέοι, και άνθρωπός τις, ομοτράπεζός του τρόπον τινά, πρεσβύτερος αυτού κατά την ηλικίαν, όστις αφού έχασε την περιουσίαν του και δεν είχε πλέον ειμή ό,τι έχουσιν οι πτωχοί περιήρχετο επαιτών εις τον στρατόν, συνέβη να διέλθη προ του Ψαμμηνίτου και των εις το προάστειον συγκαθημένων Αιγυπτίων. Άμα τον είδεν ο Ψαμμήνιτος, έκλαυσε πολύ, εκάλεσε τον φίλον του ονομαστί και εκτύπησε την κεφαλήν. Ήσαν δε εκεί φύλακες οίτινες ειδοποίουν τον Καμβύσην ό,τι έπραττεν ο Ψαμμήνιτος εις εκάστην έξοδον. Εκπλαγείς ο Καμβύσης δι' όσα ήκουσεν, έπεμψεν άγγελον και τον ηρώτησεν ως ακολούθως· «Ο δεσπότης Καμβύσης, ω Ψαμμήνιτε, σε ερωτά διατί, βλέπων την θυγατέρα σου ταλαιπωρουμένην και τον υιόν σου φερόμενον εις θάνατον, ούτε ανεβόησας, ούτε έκλαυσας, ενώ εξεναντίας ετίμησας άνθρωπον πτωχόν, όστις, ως μανθάνει παρ' άλλων, ουδεμίαν συγγένειαν έχει μετά σου;» Ταύτα είπεν ο απεσταλμένος, ιδού δε τι απεκρίθη ο Ψαμμήνιτος· «ω υιέ του Κύρου, αι ίδιαί μου δυστυχίαι είναι μεγαλείτεραι ή ώστε να κλαύση τις, η δυστυχία όμως του φίλου μου ήτο αξία δακρύων, διότι από τον πλούτον και την ευδαιμονίαν περιέπεσεν εις την ένδειαν φθάσας εις τον ουδόν του γήρατος.» Οι λόγοι ούτοι διαβιβασθέντες εις τον Καμβύσην εφάνησαν ορθότατοι. Προσθέτουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι ο Κροίσος, όστις έτυχε να ακολουθή τον Καμβύσην εις την Αίγυπτον, εδάκρυσε και αυτός, εδάκρυσαν δε και όλοι οι παρευρεθέντες Πέρσαι. Αυτός δε ο Καμβύσης εκινήθη εις οίκτον και αμέσως διέταξε και τον υιόν του να σώσωσιν εξαιρούντες αυτόν από τους άλλους καταδίκους και τον Ψαμμήνιτον να λάβωσιν από το προάστειον και να τον φέρωσιν εις την οικίαν του.