Front matter
Kyriakos Zambas translation
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinidis
Note: The table of contents has been inserted for the convenience of the reader. Bold characters in the book have been included in &&. One missing word has been marked by [], while 3 corrections have been included in //. Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been transferred at the end of the book. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.
Σημείωση: Ο Πίνακας περιεχομένων δημιουργήθηκε για την διευκόλυνση του ανανγνώστη. Έντονες λέξεις έχουν συμπερηληφθεί μεταξύ &&. Μία λέξη που λείπει έχει περιληφθεί σε [], ενώ 3 διορθώσεις περιλαμβάνονται σε //. Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
Π Ι Ν Α Κ Α Σ Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Ω Ν
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΒΙΒΛΙΟΝ Α. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. – ΙΓ’. ΒΙΒΛΙΟΝ Β. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. – Θ’. ΒΙΒΛΙΟΝ Γ. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. – ΙΕ’. ΒΙΒΛΙΟΝ Δ. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. - ΙΕ'. ΒΙΒΛΙΟΝ Ε. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. - ΙΕ'. ΒΙΒΛΙΟΝ Ζ. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. - ΙΓ'.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ
ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΚΥΡ. Ζ Α Μ Π Α
ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Περί της κριτικής και ερμηνευτικής μας εργασίας εις το κείμενον των Ηθικών Νικομαχείων όχι μόνον απρόσφορον αλλά και αδύνατον είναι να λεπτολογήσωμεν ενταύθα, διότι θα εχρειάζετο χώρος ίσος προς τον όγκον του βιβλίου. Απλώς αναφέρομεν ότι άνω των 500 χωρίων αποκατεστήσαμεν εκ των χειρογράφων ή δι' ελαφράς τροποποιήσεως και προ πάντων της στίξεως και των μορίων (δε, δη, γαρ, άρα, ου, εν, επί κτλ.), και περί τα 1000 ανεξήγητα εν συνόλω χωρία ερμηνεύσαμεν σαφώς. Διά τούτο ο ασαφής και αποσπατώδης και μόνον εκ φήμης θαυμαζόμενος Αριστοτέλης δια πρώτην ίσως φοράν εν Ελλάδι παρουσιάζεται σαφής, αυτοεξηγημένος, συναφής, και προ πάντων ακέραιος και πλήρης {1} δια να εκτιμηθή και θαυμασθή από την ατομικήν πλέον αντίληψιν εκάστου. Προς πλειοτέραν μάλιστα ευκολίαν εκτός των απαραιτήτων σημειώσεων {2} προτάσσομεν εις εκάστην σχεδόν σελίδα συνοπτικά περιεχόμενα, ούτως ώστε το βιβλίον τούτο να λάβη πλέον τελείαν μορφήν νεωτέρου διδακτικού εγχειριδίου και να είναι κατάλληλον διά το όλον του, όσον ουδέν άλλο, να εισαχθή εις τα σχολεία ως &Νεοελληνικόν Ανάγνωσμα&.
Εξ όλων όμως των προσόντων του το ανώτερον και καθολικώτερον είναι ότι μετεφράσθη εις την ζωντανήν γλώσσαν καθώς λέγουν συνήθως και την οποίαν ημείς ονομάζομεν &Αθηναϊκήν γλώσσαν&. Επειδή όμως το προσόν τούτο εις πολλούς ακόμη θα φανή ελάττωμα και επειδή συνδέεται και με την γλώσσαν του Αριστοτέλους (επίσης κοινήν) οπωσούν, και με ολόκληρον το γλωσσικόν ζήτημα, το οποίον είναι η μεγαλιτέρα πληγή του έθνους και αιτία των δισχιλιετών συμφορών της ελληνικής φυλής, δια τούτο κρίνομεν επάναγκες να ειπούμεν ό,τι είναι δυνατόν εδώ περί αυτού, διότι είμεθα βέβαιοι ότι παρέχομεν την μόνην ορθήν και εδραίαν βάσιν προς αναθεώρησιν της εκπαιδεύσεως και αναγέννησιν του έθνους.
Είναι γνωστόν ότι και ο τελευταίος αστοιχείωτος αναγνώστης όταν πάρη να αναγνώση μίαν κωμωδίαν, αμέσως ζωογονείται ο τόνος της φωνής του και απαγγέλλει με έξαψιν χαράς, λύπης, οργής, ειρωνείας, γελώτων κτλ και εν γένει με σύμπραξιν των χειρών και των ποδών και της φωνής και των μορφασμών του. Αι! λοιπόν αυτή είναι η πλήρης γλώσσα, δηλαδή η ζωντανή και καλλιτεχνική, η συνοδευομένη με την γλώσσαν των σχημάτων (μιμητικήν) και του τόνου (μουσικήν). Επειδή όμως αι τελευταίαι ειδικότητες απεσπάσθησαν από το σύνολον της γλώσσης ως αυτοτελείς καλλιτεχνίαι, και επειδή η σοβαρωτέρα δήθεν και επιστημονική χρήσις της γλώσσης απεγυμνώθη από την συμμετοχήν των κινήσεων του σώματος και της φωνής και περιωρίσθη εις την ανούσιον κίνησιν των χειλέων η οποία μάλιστα εξαφανίζεται σχεδόν τελείως κατά την σιωπηράν ανάγνωσιν, δια τούτο ανέκαθεν η γλωσσική επιστήμη παρενόησε την καλλιτεχνικήν ιδιότητα αυτής, και όσον και αν ομιλεί περί ευφωνίας αυτής, ουδέποτε κατέταξε την γλώσσαν μεταξύ των καλών τεχνών διά να εφαρμόση και επαληθεύση εις αυτήν όλους τους νόμους της αισθητικής. Εις τούτο συνετέλεσε και το όλως εξωτερικόν γεγονός ότι το ύψος των αρχαίων κλασσικών συγγραφέων κατέστησε αυτούς το ίνδαλμα το οποίον με νοσταλγίαν επόθησαν όλοι οι μεταγενέστεροι χρόνοι, και επεδόθησαν εις την ανάγνωσιν αυτών, προσπαθούντες με πάντα τρόπον να συγκρατήσουν τους τύπους της γλώσσης των. Και αυτή ακριβώς η τάσις στρέφεται καιρίως εναντίον ενός των θεμελιωδών νόμων πάσης καλλιτεχνίας, ήτοι του νεωτερισμού και της &καινοπρεπείας&.
Επειδή μάλιστα η τοιαύτη έκτροπος σπουδή περί την γλώσσαν εγίνετο άνευ της συμμετοχής της ακουστικής αντιλήψεως, εδημιουργήθη μοιραίως η εξαμβλωματική μεταφορά της αντιλήψεως της γλώσσης από την ακοήν και τον ήχον εις την όρασιν και την ορθογραφίαν. Και σήμερον πλέον έχομεν ανθρώπους αντιλαμβανομένους τους ευφωνικούς κανόνας της γλώσσης &ορθογραφικώς& (!)
Οι τοιούτοι δεν λέγουν λ. χ. &καλημέρα& αλλά προφέρουν σαφέστατα &καλή ημέρα&, διότι εφαρμόζουν τον ορθογραφικόν ευφωνικόν κανόνα ότι το η ως μακρόν δεν εκθλίβεται. Οι τοιούτοι γνωρίζουν μεν ότι εις το &γέγραφσθε& το σ εκπίπτει ως δυσπρόφερτον μεταξύ δύο συμφώνων, εις το &ψεύστης& όμως δεν το ευρίσκουν δυσπρόφερτον, διότι νομίζουν ότι το &ευ& προφέρεται λεπτότερον από το αφ και καταφέρονται κατά των αγραμμάτων εκείνων οι οποίοι λέγουν συμφωνότερον προς την ουσίαν του κανόνος &ψεύστης (!)& Πόσον προσκρούει εις την μουσικήν ευαρμοστίαν ο ορθογραφικός αρχαϊσμός το δεικνύει σαφέστατα το κακόστομον επίρρημα &κατεσπευσμένως,& το οποίον συγκρινόμενον με τα γοργά ευρωπαϊκά vite, schnell κτλ., φαίνεται ως ειρωνεία προς την αλήθειαν (=μη κουνιέσαι) και το οποίον ημείς το λέγομεν γλήγορα εις την ζωντανήν γλώσσαν, η οποία ξετινάζει και &καθαρίζει& την γούνα της &καθαρευούσης&. Πλειότερα περί της στρεβλώσεως της νεωτέρας γλώσσης διά των ορθογραφικών κανόνων είπαμεν πλην άλλων και εις τον πρόλογον του Κρατύλου. Και τόρα σπεύδομεν εις το συμπέρασμα ότι η εφαρμογή των αρχαίων κανόνων και η τάσις προς αναβίβασιν της σημερινής γλώσσης σημαίνει την τελείαν απονέκρωσιν αυτής και την αφαίρεσιν παντός καλλιτεχνικού στοιχείου. Διά τούτο πολύ δικαίως εξανέστησαν κατά καιρούς διάφοροι γλωσσοτέχναι ποιηταί ή συγγραφείς, και πολύ φυσικώς εζήτησαν άλλοι να σύρουν αυτήν εις το άκρον αντίθετον, δηλαδή εις την τελείως αγράμματον και επαρχιακήν γλώσσαν, εις ψυχαρισμόν ή μαλλιαρισμόν ή οτιδήποτε άλλο, διότι μόνον διά της τοιαύτης αντιθέσεως ήτο δυνατόν να ωριμάση η μέση εκείνη και χρυσή πορεία η οποία σήμερον πλέον κατέκτησε όλην την αληθινήν λογογραφίαν από την δημοτικήν ποίησιν έως εις το διήγημα και από τας επιφυλλίδας των εφημερίδων μέχρι των μεταφράσεων των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, δια τας οποίας το έθνος θα ευγνωμονή τον αναλαβόντα την πρωτοβουλίαν εκδότην κύριον Γ. Φέξην.
Κ. ΖΑΜΠΑΣ
ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ
ΒΙΒΛΙΟΝ Α.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
&Το αγαθόν ως σκοπός εις όλα&. — Πάσα τέχνη και επιστήμη, καθώς και πάσα πράξις και προαίρεσις, φαίνεται ότι επιδιώκει κάποιον αγαθόν. Δια τούτο καλώς απεφάνθησαν ότι αγαθόν είναι ό,τι επιδιώκουν πάντες. Υπάρχει όμως διαφορά εις τα αποτελέσματα. Διότι άλλα μεν είναι μόνον ενέργειαι, άλλα δε εκτός των ενεργειών είναι και έργα. Και όπου πλην των ενεργειών υπάρχουν και κάποια έργα, εκεί είναι ανώτερα τα έργα από τας ενεργείας.
Επειδή δε υπάρχουν πολλαί πράξεις και τέχναι και επιστήμαι, έχομεν επίσης και πολλά αποτελέσματα• λόγου χάριν η ιατρική έχει αποτέλεσμα την υγείαν, η δε ναυπηγική το πλοίον, η στρατηγική πάλιν την νίκην, και η οικονομική τον πλούτον. Πολλαί δε από αυτάς υπάγονται εις έν σύστημα, καθώς λόγου χάριν εις την ιππικήν ή χαλινοποιία και όσαι άλλαι καταγίνονται εις τα ιππικά όργανα. Αυτή δε και πάσα πολεμική πράξις υπάγεται εις την στρατηγικήν, ομοίως δε και άλλαι εις άλλας. Εις όλας αυτάς λοιπόν είναι προτιμότερα πάντοτε τα αποτελέσματα των αρχιεργατικών τεχνών, παρά τα των υπαγομένων εις αυτάς. Διότι προς χάριν εκείνων επιδιώκονται και αυτά• έχει δε βεβαίως μεγάλην διαφοράν το να είναι αι ίδιαι ενέργειαι αποτέλεσμα των πράξεων, παρά εκτός αυτών να υπάρχη κάτι άλλο, καθώς εις τας επιστήμας που ανεφέραμεν προηγουμένως. Εάν λοιπόν εις κανέν από όσα είναι ευκατόρθωτα υπάρχη αποτέλεσμα το οποίον επιδιώκομεν μόνον χάριν αυτού του ιδίου, όλα δε τα άλλα προς χάριν αυτού και όχι το καθένα πάντοτε χάριν άλλων (διότι τότε προχωρεί εις το άπειρον και μένει η επιθυμία μας ανεκπλήρωτος και ματαία), τότε είναι φανερόν ότι αυτός ο σκοπός είναι το αγαθόν και το κάλλιστον πράγμα.
&Τα αγαθά υπάγονται εις την πολιτικήν επιστήμην&. — Επομένως και διά την ζωήν η γνώσις αυτού δεν έχει άραγε μεγάλην σημασίαν, και ως άλλοι σκοπευταί, όταν έχωμεν ωρισμένον σκοπόν εις τον βίον μας, δεν είναι ευκολώτερον να επιτύχωμεν το ορθόν; Και αφού τούτο είναι αληθές, πρέπει να προσπαθήσωμεν να περιλάβωμεν αυτό εις ένα τύπον και να εύρωμεν τι πράγμα είναι και εις ποίαν επιστήμην ή ικανότητα ανήκει. Και φαίνεται ότι ανήκει εις την πλέον κυρίαρχον και αρχιεργατικήν, και τοιαύτη είναι η πολιτική. Διότι αυτή διατάσσει ποίαι επιστήμαι πρέπει να υπάρχουν εις τας πόλεις και ποίας να μανθάνη έκαστος και μέχρι ποίου βαθμού. Βλέπομεν δε ότι και αι σεβαστότεραι δυνάμεις υπάγονται εις αυτήν, καθώς η στρατηγική, η οικονομική, η ρητορική. Επειδή δε αυτή μεταχειρίζεται τας άλλας πρακτικάς επιστήμας και εκτός τούτου νομοθετεί τι πρέπει να πράττωμεν και τι να αποφεύγωμεν, ίσως το αποτέλεσμα αυτής περικλείει το αποτέλεσμα των άλλων, ώστε πιθανόν αυτό να είναι το ανθρώπινον αγαθόν. Διότι, και όταν είναι το ίδιον δι' έν άτομον και δι' ολόκληρον την πόλιν, πάλιν όμως το αγαθόν της πόλεως φαίνεται ότι είναι μεγαλίτερον και προς απόκτησιν και προς διατήρησιν. Διότι καλόν είναι και όταν το αγαθόν υπάρχη εις έν άτομον μόνον, αλλά πολύ καλλίτερον και θεαρεστότερον είναι να υπάρχη εις τα έθνη και τας πόλεις.
&Η ηθική δεν είναι θετική επιστήμη&. — Αυτή λοιπόν εδώ η έρευνά μας αυτά επιδιώκει και είναι κάπως πολιτική, θα είναι δε αρκετά τελεία, εάν διασαφηθή συμφώνως με το εξεταζόμενον υλικόν. Διότι την ακρίβειαν δεν πρέπει να την επιδιώκωμεν εις όλους τους λόγους καθώς ουδέ εις όλα τα κατασκευαζόμενα έργα.
Τα δε καλά και τα δίκαια τα οποία ερευνά η πολιτική, επιδέχονται τόσον μεγάλην διαφοράν και πλάνην, ώστε να νομίζωνται ότι μόνον κατά συνθήκην υπάρχουν και όχι εκ φύσεως. Τοιαύτην δε πλάνην περιέχουν και τα αγαθά, διότι εις πολλούς συμβαίνουν δυστυχήματα εξ αιτίας αυτών. Γνωρίζομεν δηλαδή έως τώρα ότι πολλοί κατεστράφησαν εξ αιτίας του πλούτου, άλλοι δε εξ αιτίας της ανδρείας των. Είναι λοιπόν αρκετόν, αφού ομιλούμεν διά τοιαύτα, να αποδείξωμεν την αλήθειαν χονδρικώς και με γενικόν τύπον, και αφού ορίσωμεν τας συνηθεστέρας περιπτώσεις και αρχάς, να εξαγάγωμεν ανάλογα συμπεράσματα.
Κατά τον ίδιον τρόπον λοιπόν πρέπει να είμεθα επιφυλακτικοί εις το να παραδεχώμεθα παν ό,τι λέγεται. Διότι ίδιον του μορφωμένου ανθρώπου είναι να ζητή την ακρίβειαν δι' έκαστον γένος εις τόσον βαθμόν, όσον επιτρέπει η φύσις του πράγματος. Δηλαδή είναι εντελώς όμοιον να παραδεχθώμεν από ένα μαθηματικόν τους υπολογισμούς των πιθανοτήτων, όσον και από ένα ρήτορα τας αποδείξεις του.
&Οι νέοι δεν είναι αρμόδιοι διά την σπουδήν της πολιτικής.& — Βεβαίως όμως έκαστος κρίνει ορθώς όσα γνωρίζει και εις αυτά είναι καλός κριτής. Επομένως εις τα ιδιαίτερα είναι κριτής ο ειδικώς μορφωμένος, γενικός δε κριτής είναι όστις είναι μορφωμένος εις όλα. Διά τούτο ο νέος δεν είναι αρμόδιος σπουδαστής διά την πολιτικήν. Διότι είναι ανίδεος από τας πράξεις της ζωής, και όμως οι πολιτικοί λόγοι πηγάζουν από αυτάς και ομιλούν δι' αυτάς. Εκτός δε τούτου, επειδή ακολουθεί τα πάθη του, εις μάτην και ανωφελώς θα ακροασθή, διότι ο σκοπός δεν είναι η γνώσις αλλά η πράξις. Και δεν έχει καμμίαν διαφοράν αν είναι νέος κατά την ηλικίαν ή κατά τον χαρακτήρα νεαρός. Διότι αιτία του ελαττώματος δεν είναι ο χρόνος, αλλά το ότι ζη και επιδιώκει παν πράγμα συμφώνως με το πάθος του. Δηλαδή εις τους τοιούτους είναι ανωφελής η γνώσις, καθώς εις τους ακολάστους. Ενώ εις εκείνους, όσοι κανονίζουν τας κλίσεις των συμφώνως με το λογικόν, ίσως είναι πολύ ωφέλιμον να γνωρίζουν περί αυτών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
&Η ευτυχία ως το ανώτερον αγαθόν.& — Και όσον μεν δια τον σπουδαστήν και την πειστικότητα και το θέμα μας, ας θεωρήσωμεν ως αρκετόν προοίμιον τα προηγούμενα. Και τόρα πάλιν, επειδή πάσα γνώσις και απόφασις επιθυμεί κάποιον αγαθόν, ας εξετάσωμεν από την αρχήν ποίον είναι αυτό το οποίον επιδιώκει η πολιτική, και ποίον είναι τα ανώτατον από όλα τα πραγματοποιούμενα αγαθά ! Ως προς το όνομα λοιπόν οι περισσότεροι μένουν σύμφωνοι. Δηλαδή και οι κοινοί άνθρωποι και οι επίλεκτοι λέγουν, ότι αυτό είναι η ευτυχία, θεωρούν δε την ευζωίαν και την ευδοκίμησιν ως το ίδιον πράγμα με την ευτυχίαν. Ως προς την ουσίαν όμως της ευτυχίας διαφωνούν και δεν την ορίζουν οι κοινοί άνθρωποι καθώς οι σοφοί. Διότι οι μεν κοινοί άνθρωποι την παραδέχονται ως πράγμα χειροπιαστόν και ωρισμένον, λόγου χάριν ηδονήν, ή πλούτον, ή δόξαν, και άλλοι κάτι άλλο, πολλάκις μάλιστα ο ίδιος κατά περιστάσεις την νομίζει διάφορον (δηλαδή όταν μεν είναι ασθενής ως υγείαν, όταν δε είναι πτωχός ως πλούτον), επειδή όμως συναισθάνονται ότι δεν την γνωρίζουν, θαυμάζουν εκείνους οι οποίοι λέγουν κάτι τι σοβαρόν και ανώτερον των δυνάμεών των. Μερικοί μάλιστα ενόμιζαν ότι έξω από αυτά τα πολλά αγαθά υπάρχει και κάποιον άλλο αυτοτελές, το οποίον είναι και η αιτία δια να είναι αγαθά όλα αυτά.
Και λοιπόν το να εξετάσωμεν τας γνώμας όλων ανεξαιρέτως ίσως είναι υπέρ το δέον ανωφελές, είναι όμως αρκετόν να ομιλήσωμεν ολίγον διά τας γνώμας αι οποίαι επιπλέουν περισσότερον εις την επιφάνειαν και είναι παραδεκτότεραι.
&Απαγωγική και επαγωγική απόδειξις.& — Ας μη λησμονούμεν όμως ότι έχουν διαφοράν αι αποδείξεις αι απαγωγικαί (αι προχωρούσαι από αξιώματα) από τας επαγωγικάς (αι οποίαι καταλήγουν εις αξιώματα). Και βεβαίως είχε δίκαιον ο Πλάτων να αμφιβάλλη {3} αν η απαγωγική ή η επαγωγική μέθοδος είναι ορθή, καθώς μέσα εις το στάδιον από τους αθλοθέτας προς το τέρμα, ή αντιθέτως. Διότι πρέπει να αρχίζωμεν από τα γνωστά. Αυτά δε είναι διττά, ή γνωστά εν σχέσει προς ημάς, ή γενικώς γνωστά. Ίσως λοιπόν είναι ορθόν να αρχίσωμεν από τα εις ημάς γνωστά. Διά τούτο πρέπει να έχη καλήν ανατροφήν όστις πρόκειται να ακολουθήση αποτελεσματικώς μαθήματα περί καλών και δικαίων και εν γένει πολιτικών — διότι η αρχή και το αξίωμα είναι το τι, και αν αυτό αποδειχθή αρκετά, τότε δεν χρειάζεται το διατί. — Και ο τοιούτος ή έχει αξιώματα, ή ευκόλως ημπορεί να τα αποκτήση. Εις όποιον όμως κανέν από αυτά τα δύο δεν συμβαίνη, αυτός ας ακούση τι λέγει ο Ησίοδος (Εργ. 291 ε):
Πρωτόκαλος είναι όποιος βρη όλα με το μυαλό του• δεύτερος όποιος τον καλόν δάσκαλον τον ακούει. Μα όποιος ούτε μόνος του νοιώθει, ούτε απ' άλλον παίρνει μαθήματα καλά, για τίποτε δεν κάνει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
&Η ηδονική ζωή είναι κτηνώδης&. — Ημείς όμως επιστρέφομεν εις την αρχήν της παρεκβάσεώς μας. Δηλαδή όχι άνευ λόγου φαίνεται ότι πολλοί θεωρούν ως αγαθόν και ευτυχίαν έν σύστημα της ζωής, λόγου χάριν οι κοινοί άνθρωποι και οι χυδαιότεροι την ηδονήν. Και δι' αυτό κλίνουν εις την απολαυστικήν ζωήν. Διότι τρία είναι τα περισσότερον διακρινόμενα είδη της ζωής, αυτή που ανεφέραμεν, και η πολιτική και τρίτη η θεωρητική. Και λοιπόν οι μεν κοινοί άνθρωποι φαίνεται ότι προτιμούν εντελώς την ζωήν των κτηνών, γίνεται όμως λόγος δι' αυτούς, διότι και πολλοί από τους ευρισκομένους εις την εξουσίαν είναι ομοιοπαθείς με τον Σαρδανάπαλον.
&Οι επίλεκτοι προτιμούν δόξαν.& — Οι επίλεκτοι όμως και δραστήριοι προτιμούν την δόξαν, διότι της πολιτικής ζωής σχεδόν αυτός είναι ο σκοπός. Αποδεικνύεται όμως ότι ο σκοπός ούτος είναι επιπολαιότερος παρ' ό,τι ελπίζεται. Διότι φαίνεται ότι ανήκει μάλλον εις τους δοξάζοντας παρά εις τους δοξαζομένους, ενώ ημείς το αγαθόν το προμαντεύομεν ως ιδικόν μας και αναφαίρετον. Ακόμη δε φαίνεται ό,τι επιδιώκουν την δόξαν, διά να πιστεύσουν και οι ίδιοι ότι είναι αγαθοί. Τουλάχιστον αυτοί επιδιώκουν να τιμώνται από τους νοημονεστέρους, και από εκείνους οι οποίοι τους γνωρίζουν καλά, και ως ενάρετοι. Είναι λοιπόν προφανές ότι κατά την γνώμην αυτών η αρετή είναι ανωτέρα. Και πολύ πιθανόν να θεωρήση κανείς αυτήν ως σκοπόν της πολιτικής ζωής.
&Αλλά και η αρετή δεν είναι το ίδιον με την ευτυχίαν.& — Αποδεικνύεται όμως και αυτή ανεπαρκής. Διότι φαίνεται ότι είναι ενδεχόμενον και να κοιμάται κανείς ενώ έχει αρετήν, ή να είναι αδρανής εις όλην του την ζωήν, και εκτός αυτών να κακοπαθή και να δυστυχή εις μέγιστον βαθμόν. Αλλά εκείνον ο οποίος ζη κατ' αυτόν τον τρόπον κανείς δεν ημπορεί να τον καλοτυχίση εκτός μόνον να τον κατατάξη εις τα παράδοξα φαινόμενα. Και δι' αυτά μεν είπαμεν αρκετά, διότι τα εξετάσαμεν οπωσδήποτε εις τους εξωτερικούς και εγκυκλίους λόγους. Τρίτη είναι η θεωρητική ζωή, περί της οποίας θα ομιλήσωμεν εις τα επόμενα {4}. Ο δε χρηματιστής είναι κάπως εκβιαστικός, και ο πλούτος είναι φανερόν ότι δεν είναι το επιδιωκόμενον αγαθόν, διότι χρησιμεύει και προς εξυπηρέτησιν άλλου πράγματος. Δι' αυτό ημπορεί κανείς να θεωρήση ως αγαθόν μάλλον τους προαναφερθέντας σκοπούς, διότι προς χάριν αυτών αγαπάται ο πλούτος. Αλλά και δι' αυτούς υπάρχουν αμφιβολίαι, αν και πολλοί λόγοι κατεχωρίσθησαν χάριν αυτών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
&Δεν υπάρχει γενική έννοια (ιδέα του αγαθού)&. — Και λοιπόν τόρα ας αφήσωμεν αυτό το ζήτημα. Και ίσως είναι καλλίτερον να εξετάσωμεν και να συζητήσωμεν ποίαν έννοιαν έχει η γενίκευσις, μολονότι αυτή η έρευνα είναι ανηφορική, διότι φίλοι άνδρες έφεραν εις το μέσον τα είδη (ιδέας, γενικάς εννοίας). Αλλ' ίσως είναι καλλίτερον και ορθότερον προς διάσωσιν βεβαίως της αληθείας να αναιρούμεν και τα ιδικά μας, αφού μάλιστα είμεθα και φιλόσοφοι. Διότι, αφού και οι δύο είναι φίλοι, είναι συγχωρημένον να προτιμήσωμεν την φίλην αλήθειαν, οι δε ιδρυταί της θεωρίας αυτής δεν εφεύρον και ιδέας διά να εκφράζουν τα πρότερα (αρχάς) και τα ύστερα (συνεπείας) και δι' αυτό δεν εφεύρον ουδέ διά τους αριθμούς ιδέας. Το αγαθόν όμως λέγεται και επί ουσίας και ποιότητος και επί αναφοράς, ενώ το απόλυτον και η ουσία είναι εκ φύσεως πρότερον από την αναφοράν — διότι η τελευταία αυτή φαίνεται ως παραφυάς και σύμπτωμα του όντος, δηλαδή της ουσίας. — Ώστε δεν είναι δυνατόν να υπάρχη καμμία κοινή έννοια εις αυτάς. Έπειτα δε, αφού το αγαθόν λέγεται εις όσα και το ον — δηλαδή λέγεται και επί ουσίας, καθώς λόγου χάριν ο θεός και ο νους, και επί ποιότητος ως αι αρεταί, και επί ποσότητος ως το μέτριον, και επί αναφοράς ως το χρήσιμον, και επί χρόνου ως το επίκαιρον και επί τόπου ως η διαμονή και τα όμοια — είναι φανερόν ότι δεν είναι δυνατόν κανέν να είναι κοινόν και καθολικόν και έν. Διότι τότε δεν θα απεδίδετο εις όλας τας κατηγορίας, αλλά μόνον εις μίαν.
&Πειστικώτερα επιχειρήματα κατά της ιδέας του αγαθού.& — Έπειτα δε, αφού δι' όσα ανήκουν εις μίαν ιδέαν υπάρχει μία επιστήμη, έπρεπε δι' όλα τα αγαθά να υπάρχη μία επιστήμη. Και όμως αντιθέτως υπάρχουν πολλαί, ακόμη και διά τα υπαγόμενα εις μίαν κατηγορίαν• λόγου χάριν διά το επίκαιρον εις μεν τον πόλεμον είναι η στρατηγική, εις δε την ασθένειαν η ιατρική, και διά το μέτριον εις την θρέψιν μεν η ιατρική, εις την κόπωσιν δε η γυμναστική. Και είναι να απορή κανείς, τι άραγε φαντάζονται ότι σημαίνει το αυτοέκαστον, αφού και εις τον αυτοάνθρωπον καθώς και εις τον άνθρωπον ανήκει ο ίδιος ορισμός του ανθρώπου. Διότι δεν έχουν καμμίαν διαφοράν ως προς την ουσίαν του ανθρώπου. Και τότε ούτε το αυτοαγαθόν έχει διαφοράν από το αγαθόν ως προς την ουσίαν του αγαθού. Ακόμη δε ούτε με την αϊδιότητα (ιδιότητα του αναλλοιώτου) θα γίνη περισσότερον αγαθόν, αφού και το πολυχρόνιον λευκόν δεν είναι λευκότερον από το εφήμερον. Και καταντούν να είναι περί αυτού πιστευτότεροι (!) οι λόγοι των Πυθαγορείων, οι οποίοι κατατάσσουν το έν εις την τάξιν των αγαθών. Τούτους δε φαίνεται ότι ακολουθεί και ο Σπεύσιππος.
&Δύο είδη του αγαθού: το απόλυτον και το σχετικόν.& — Αλλά δι'αυτά ημπορεί να γίνη άλλοτε λόγος. Εις όσα όμως είπαμεν υποφώσκει μία ένστασις, ότι δηλαδή οι λόγοι εκείνοι δεν εφαρμόζονται εις οποιονδήποτε αγαθόν, αλλά εις έν είδος αυτών, δηλαδή εις τα αγαθά τα οποία επιδιώκονται και αγαπώνται μόνα των καθ' εαυτά, ενώ τα δημιουργικά αυτών, ή τα κάπως προφυλακτικά, ή των αντιθέτων αποκρουστικά λέγονται χάριν αυτών, και με διάφορον τρόπον. Έπεται λοιπόν ότι τα αγαθά είναι δύο ειδών, και το μεν ένα είδος είναι τα καθ' εαυτά, το δε άλλο είναι όσα υπάρχουν προς χάριν τούτων. Ας αποχωρίσωμεν λοιπόν τα καθ' εαυτά από τα χρήσιμα και ας τα εξετάσωμεν αν υπάγονται εις μίαν κατηγορίαν. Αλλά τόρα ποία ημπορούμεν να θεωρήσωμεν ως καθ' εαυτά, παρά όσα και επιδιώκονται μεμονωμένα, καθώς λόγου χάριν η φρόνησις και η όρασις και μερικαί ηδοναί και τιμαί; Διότι αυτά, αν και τα επιδιώκομεν και προς χάριν άλλου πράγματος, όμως ημπορούμεν να τα θεωρήσωμεν ως καθ' εαυτά αγαθά. Ή μήπως τάχα δεν ημπορούμεν να θεωρήσωμεν ως αγαθόν κανέν άλλο εκτός της ιδέας του αγαθού; Τότε λοιπόν είναι ανωφελής η ιδέα. Αφού δε και αυτά ανήκουν εις τα καθ' εαυτά αγαθά, τότε πρέπει η έννοια του αγαθού να είναι η ιδία εις όλα αυτά, καθώς η έννοια της λευκότητος είναι η ιδία εις την λευκότητα και εις το ψιμύθιον. Και όμως της τιμής και φρονήσεως και ηδονής είναι άλλαι και διαφορετικαί αι έννοιαι ως προς την ουσίαν του αγαθού. Επομένως το αγαθόν δεν είναι κάτι τι κοινόν και ανήκον εις μίαν γενικήν έννοιαν.
&Η ιδέα του αγαθού δεν ωφελεί πρακτικώς εις τα διάφορα επαγγέλματα.& — Αλλά τότε ποίαν σημασίαν έχει αυτή η λέξις; Διότι δεν φαίνεται ότι εκ συμπτώσεως όλα αυτά έχουν κοινόν το όνομα αγαθά. Μήπως λοιπόν λέγονται αγαθά διότι έχουν όλα μίαν προέλευσιν, ή όλα είναι συντελεστικά δι' έν; Ή μήπως πιθανώτερον κατ' αναλογίαν, δηλαδή, διότι καθώς είναι εις το σώμα η όρασις, το ίδιον είναι εις την ψυχήν ο νους, και εν γένει άλλο εις άλλο; Αλλ' ίσως αυτά πρέπει να τα αφήσωμεν κατά μέρος, διότι φαίνεται ότι ανήκει εις άλλην ειδικότητα της φιλοσοφίας το να εξετάση αυτά λεπτομερέστερον. Το ίδιον δε και περί της ιδέας. Διότι, αν τυχόν υπάρχη έν αγαθόν κοινώς αποδιδόμενον ή κανέν χωριστόν καθ' εαυτό, είναι φανερόν ότι δεν ημπορεί να επιτευχθή ούτε και να αποκτηθή από τον άνθρωπον. Και όμως ημείς τόρα κάτι τι παρόμοιον ζητούμεν. Δι'αυτά δεν είναι απίθανον να νομίση κανείς ότι είναι ωφελιμώτερον να γνωρίζωμεν αυτό το γενικόν αγαθόν χάριν των αγαθών τα οποία είναι πραγματοποιήσιμα και ευκολοαπόκτητα. Διότι βεβαίως θα έχωμεν αυτά ως παράδειγμα, και ευκολώτερον θα γνωρίζωμεν τα ιδικά μας αγαθά και θα τα επιτυγχάνωμεν. Λοιπόν όσον διά πιθανότητα δεν στερείται αυτός ο λόγος, φαίνεται όμως ότι διαφωνεί με τας επιστήμας. Διότι όλαι αυταί επιθυμούν κάποιον αγαθόν και ενώ επιδιώκουν να συμπληρώσουν την έλλειψίν των παραλείπουν την γνώσιν αυτού. Και όμως δεν είναι ευλογοφανές ένα τόσον σπουδαίον βοήθημα να μην το γνωρίζουν όλοι οι τεχνίται και ούτε καν να αισθάνωνται την έλλειψίν του. Είναι δε πάλιν ανεξήγητον τι θα ωφεληθή ο υφάντης ή ο κτίστης διά την τέχνην του, όταν γνωρίζη το καθ' εαυτό αγαθόν, ή πώς θα γίνη ιατρικώτερος ή στρατηγικώτερος εκείνος ο οποίος ενόησε την ιδίαν την ιδέαν.
Διότι μου φαίνεται ότι ουδέ γενικώς την υγείαν επιδιώκει τόσον πολύ ο ιατρός, αλλά την ανθρωπίνην υγείαν, και ίσως μάλιστα την υγείαν ενός ωρισμένου ανθρώπου. Διότι χωριστά θεραπεύει τον καθένα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
&Η φύσις των πραγματοποιουμένων αγαθών.& — Και δι'αυτά μεν είναι αρκετά όσα είπαμεν. Τόρα όμως ας έλθωμεν πάλιν να ερευνήσωμεν, τι είναι το αγαθόν το οποίον ζητούμεν. Διότι φαίνεται ότι άλλο είναι το αγαθόν εις εκάστην πράξιν και τέχνην. Δηλαδή άλλο είναι εις την ιατρικήν, άλλο εις την στρατηγικήν, και άλλο εις πάσαν άλλην τέχνην ομοίως. Τότε λοιπόν ποίον είναι το αγαθόν εκάστης από αυτάς; Τάχα δεν είναι εκείνο χάριν του οποίου εκτελούνται όλα τα άλλα; Τούτο δε εις μεν την ιατρικήν είναι η υγεία, εις δε την στρατηγικήν η νίκη, εις δε την οικοδομικήν η οικία, εις άλλην δε τέχνην άλλο, και εν γένει εις πάσαν πράξιν και απόφασιν είναι ο σκοπός. Διότι χάριν αυτού εκτελούν όλοι όλα τα άλλα, ώστε, εάν είναι είς ο σκοπός όλων των πραγματοποιουμένων πραγμάτων, τότε αυτός ημπορεί να είναι το πραγματοποιούμενον αγαθόν, εάν δε είναι πολλοί, τότε είναι αυτοί οι πολλοί.
&Το τελικόν αγαθόν είναι η ευτυχία.& — Και τόρα λοιπόν από άλλον δρόμον εφθάσαμεν εις το ίδιον σημείον. Τούτο δε πρέπει να προσπαθήσωμεν να το διασαφήσωμεν ακόμη καλλίτερον. Αφού λοιπόν τα αποτελέσματα φαίνονται ότι είναι πολλά, από αυτά δε μερικά τα προτιμώμεν χάριν άλλων, λόγου χάριν τον πλούτον, τους δούλους και εν γένει τα όργανα, έπεται ότι όλα τα αποτελέσματα δεν είναι τέλεια• το δε καλλίτερον φαίνεται ότι είναι κάπως τέλειον ώστε, εάν μεν έν μόνον είναι το τέλειον, τότε αυτό είναι εκείνο το οποίον ζητούμεν, εάν δε περισσότερα, τότε είναι το τελειότερον από αυτά. Τελειότερον δε θεωρούμεν το αξιαπόκτητον. χάριν εαυτού, παρά το χάριν άλλου, και πάλιν το ουδέποτε χάριν άλλου αξιαπόκτητον παρά το αξιαπόκτητον χάριν και εαυτού και ενός άλλου. Και απολύτως λοιπόν τέλειον το πάντοτε προτιμητέον χάριν εαυτού και ουδέποτε χάριν άλλου. Τοιούτον δε προ πάντων φαίνεται ότι είναι η ευτυχία. Διότι αυτήν την προτιμώμεν πάντοτε χάριν του εαυτού της και ουδέποτε χάριν άλλης, ενώ την δόξαν και την ηδονήν και τον νουν και πάσαν αρετήν την προτιμώμεν και χάριν του εαυτού της, διότι όλα αυτά ημπορούμεν να τα προτιμήσωμεν και όταν δεν φέρουν κανέν άλλο αποτέλεσμα, αλλά τα προτιμώμεν, και χάριν της ευτυχίας, διότι νομίζομεν ότι διά μέσου αυτών θα γίνωμεν ευτυχείς. Και βεβαίως την ευτυχίαν κανείς δεν την εκλέγει χάριν αυτών, ούτε εν γένει χάριν κανενός άλλου.
&Η ευτυχία είναι αυτάρκεια.& — Φαίνεται δε ότι και εις την αυτάρκειαν το ίδιον συμβαίνει, διότι το τέλειον αγαθόν φαίνεται ότι έχει αυτάρκειαν. Αυτάρκειαν δε εννοούμεν όχι μόνον διά τον εαυτόν του, δι' εκείνον ο οποίος ζη μοναχικήν ζωήν, αλλά και διά τους γονείς του και διά τα τέκνα του και διά την γυναίκα του και εν γένει διά τους φίλους και τους συμπολίτας του, αφού ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως πολιτικόν ον. Εις αυτά όμως πρέπει να θέσωμεν όριον, διότι, αν επεκταθώμεν εις τους γονείς και εις τους απογόνους και τους φίλους των φίλων, τότε προχωρούμεν επ' άπειρον. Αλλά όσον δι' αυτό θα το εξετάσωμεν άλλην φοράν. Την αυτάρκειαν όμως τόρα την ορίζομεν ως εκείνο, το οποίον, αν μείνη μόνον του, καθιστά την ζωήν προτιμητέαν και όχι ελλιπή. Και τοιούτον πράγμα νομίζομεν ότι είναι η ευτυχία. Εκτός τούτου είναι και η προτιμοτέρα από όλα χωρίς να συμψηφίζεται. Διότι είναι φανερόν ότι, εάν συμψηφίζεται, τότε, και το ελάχιστον αγαθόν αν προστεθή, θα την κάμη προτιμοτέραν. Διότι πάσα νέα προσθήκη είναι πλεονασμός των αγαθών, και από τα αγαθά πάντοτε είναι προτιμότερον το περισσότερον. Επομένως η ευτυχία φαίνεται ότι είναι τελεία και με αυτάρκειαν, και αποτελεί το τέλος των πραγματοποιουμένων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.
&Η φύσις του αγαθού σχετίζεται με την φύσιν του ανθρώπου.& — Αλλ' ίσως μεν το να ορίζωμεν την ευτυχίαν ως το ανώτατον αγαθόν είναι από όλους παραδεκτόν, έκαστος όμως επιθυμεί να μάθη σαφέστερον την φύσιν αυτής. Αυτό λοιπόν ίσως κατορθωθή, αν πάρωμεν να εξετάσωμεν το έργον του ανθρώπου. Διότι καθώς εις τον αυλητήν και τον αγαλματοποιόν και εις έκαστον τεχνίτην και γενικώς εις όλους όσοι έχουν έν έργον και μίαν δράσιν φαίνεται ότι εις το έργον των έγκειται το αγαθόν και η επιτυχία, το ίδιον ημπορεί να νομισθή και διά τον άνθρωπον, εάν υπάρχη έργον το οποίον χαρακτηρίζει τον άνθρωπον εν γένει. Και λοιπόν άραγε μόνον του κτίστου και του βυρσοδέψου υπάρχουν έργα και πράξεις, του ανθρώπου όμως δεν υπάρχουν, αλλ' εκ φύσεως επλάσθη άεργος; Ή μήπως, καθώς είναι φανερόν κάποιον έργον του οφθαλμού και της χειρός και του ποδός και εν γένει όλων των μελών, ομοίως θα δεχθώμεν έξω από όλα αυτά και έργον διά τον άνθρωπον ολόκληρον; Και λοιπόν ποίον είναι δυνατόν να είναι αυτό; Διότι η μεν ζωή είναι κοινή και εις τα φυτά, τόρα όμως ζητούμεν το ιδιαίτερον γνώρισμα. Επομένως πρέπει να αποχωρίσωμεν την θρεπτικήν και αυξητικήν ζωήν. Τότε όμως φαίνεται ότι υπολείπεται κάποια αισθητική ζωή, αλλά και αυτή είναι κοινή και εις τον ίππον και εις τον βουν και εις παν ζώον.
&Η ευτυχία του ανθρώπου συνίσταται εις την λογικήν δράσιν.& — Υπολείπεται λοιπόν κάποια δραστική ζωή του μέρους εκείνου το οποίον είναι λογικόν. Και τούτου έν μέρος μεν υπακούει εις το λογικόν, έν δε έχει λογικόν και συλλογίζεται. Αφού δε και αυτή η ζωή λέγεται κατά δύο τρόπους, πρέπει να δεχθώμεν την ενεργητικήν. Διότι αυτή φαίνεται ότι έχει περισσότερον κύρος. Αφού λοιπόν έργον του ανθρώπου είναι η ενέργεια της ψυχής συμφώνως με το λογικόν ή τουλάχιστον όχι αντιθέτως προς το λογικόν, και αφού το ίδιον έργον λέγομεν ότι έχει εις μίαν ειδικότητα και ο τυχών και ο σπουδαίος, καθώς λόγου χάριν ο κιθαριστής, και ο σπουδαίος κιθαριστής και εν γένει το ίδιον εις όλα με την προσθήκην της υπεροχής ως προς την επιτηδειότητα διά το έργον, διότι παντός κιθαριστού έργον είναι να παίζη κιθάραν, αλλά του σπουδαίου έργον είναι να παίζη καλά, επομένως ως έργον του ανθρώπου ορίζομεν κάποιαν ζωήν, αυτήν δε πάλιν ως δράσιν της ψυχής και ως πράξεις λογικάς, ως ιδιότητα δε του σπουδαίου ανθρώπου το να εκτελή αυτά εις την εντέλειαν, και ότι εκάστη τελειοποίησις κατορθόνεται με την ειδικήν επιτηδειότητα. Επομένως το ανθρώπινον αγαθόν είναι ενέργεια της ψυχικής αριστοτεχνική, και αν είναι περισσότεραι αι αριστοτεχνίαι, τότε είναι η καλλιτέρα και η τελειοτέρα. Ακόμη δε και με ακεραίαν ζωήν. Διότι μία χελιδών δεν φέρει την άνοιξιν, ούτε μία ημέρα. Ομοίως δε ουδέ αξιομακάριστον και ευτυχή δεν κάμνει τον άνθρωπον μία ημέρα ούτε ολίγος καιρός.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
&Η ηθική στηρίζεται εις αξιώματα της επαγωγής και της πείρας.& — Αυτός λοιπόν ας είναι προς το παρόν ο αναλυτικός ορισμός του αγαθού. Διότι ίσως είναι ορθόν πρώτον να το ορίσωμεν γενικώς και έπειτα πλέον να το αναπτύξωμεν. Ίσως δε φανή πολύ πιθανόν και να ημπορή οποιοσδήποτε να τελειοποιήση και να συναρμολογήση όσα ελέχθησαν καλώς εις την ανάλυσιν, και ο καιρός εις αυτά να είναι εφευρετικός και βοηθητικός. Και από τούτο προέρχονται αι πρόοδοι των τεχνών, διότι και ο τυχών ημπορεί να προσθέση το ελλιπές. Πρέπει δε και να ενθυμούμεθα όσα ελέχθησαν προηγουμένως και να μη ζητούμεν την ακρίβειαν εις όλα εξ ίσου, αλλά εις το καθέν αναλόγως της προκειμένης ύλης και εφ' όσον αρμόζει εις την μεθοδικήν έρευναν. Διότι λόγου χάριν και ο κτίστης και ο γεωμέτρης καθ' υπερβολήν επιδιώκουν την ορθήν γωνίαν, εκείνος μεν εξετάζων πόσον είναι χρήσιμος εις το έργον του, αυτός δε τι πράγμα είναι αυτή και ποίου είδους. Διότι είναι ερευνητής της αληθείας.
Κατά τον ίδιον λοιπόν τρόπον πρέπει να εργαζώμεθα και εις άλλα, διά να μη κοπιάζωμεν περισσότερον δια τα πάρεργα παρά δια τα έργα. Και δεν πρέπει ουδέ την αιτίαν να ζητούμεν εις όλα, αλλά εις μερικά είναι αρκετόν να αποδειχθή καλώς το «τι» (θέμα), καθώς λόγου χάριν διά τα αξιώματα. Διότι το «τι» είναι αξίωμα και αρχή. Αι δε αρχαί άλλαι μεν εννοούνται διά της επαγωγής, άλλαι δε διά των αισθητηρίων, άλλαι με κάποιαν εξάσκησιν και άλλαι με άλλον τρόπον. Πρέπει δε να ερευνώμεν εκάστην από αυτάς συμφώνως με την φύσιν των και να φροντίσωμεν να διακριθούν καλώς με τον ορισμόν. Διότι έχουν μεγάλην σημασίαν διά τα κατόπιν. Διότι φαίνεται ότι η αρχή είναι περισσότερον από το ήμισυ του όλου, και με αυτήν εξηγούνται καλώς πολλά από τα ερευνώμενα ζητήματα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
&Διαίρεσις των αγαθών.& — Πρέπει δε να εξετάσωμεν τα αξιώματα όχι μόνον από τα συμπεράσματα και τας προτάσεις του συλλογισμού, αλλά και από όσα ελέχθησαν περί αυτών. Διότι με το αληθές συμφωνούν όλα τα πραγματικά, ενώ με το ψεύδος αμέσως συγκρούονται. Τα αγαθά λοιπόν είναι διηρημένα εις τρία είδη, δηλαδή τα λεγόμενα εξωτερικά, τα ψυχικά, και τα σωματικά, από αυτά δε σπουδαιότερα και κυρίως αγαθά θεωρούμεν τα ψυχικά. Τας δε ψυχικάς πράξεις και ενεργείας τας αποδίδομεν εις την ψυχήν, ώστε ο λόγος μας φαίνεται ορθός, όσον εξαρτάται από αυτήν την γνώμην, η οποία είναι παλαιά και έγινε παραδεκτή από τους φιλοσόφους. Επίσης δε φαίνεται ορθόν και ότι μερικαί πράξεις λέγονται και ενέργειαι εμπερικλείουσαι τον σκοπόν. Διότι τότε ο σκοπός ανήκει εις τα ψυχικά αγαθά και όχι εις τα εξωτερικά. Συμφωνεί δε με τον λόγον μας και το ότι ο ευτυχής ευτυχεί και ευδοκιμεί. Διότι ως κάποια ευτυχία θεωρείται η ευδοκίμησις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
&Η αρετή είναι απαραίτητος όρος της ευτυχίας.& — Φαίνεται δε ότι και όλα τα απαιτούμενα διά την ευτυχίαν χαρακτηριστικά υπάρχουν εις αυτό το οποίον είπαμεν. Διότι εις άλλους μεν φαίνεται αυτό ως κάποια αρετή, εις άλλους δε ως φρόνησις, εις άλλους δε ως σοφία, και εις άλλους όλα αυτά ή έν από αυτά ηνωμένον με ηδονήν ή τουλάχιστον όχι χωρίς ηδονήν. Άλλοι όμως συμπεριλαμβάνουν και την εξωτερικήν καλοτυχίαν. Από αυτά δε άλλα μεν τα λέγουν πολλοί και παλαιοί άνδρες, άλλα δε ολίγοι και έγκριτοι. Δεν είναι δε λογικόν καμμία μερίς από αυτάς τας δύο να σφάλλη εις το σύνολον, αλλά τουλάχιστον εις έν ή εις τα περισσότερα λέγει το ορθόν. Με τους παραδεχομένους λοιπόν ως αγαθόν την αρετήν ή κάποιαν αρετήν ο λόγος μας είναι σύμφωνος. Διότι εις αυτήν ανήκει η συμφωνούσα με αυτήν ενέργεια. Ίσως όμως δεν είναι μικρά η διαφορά, όταν ευρίσκωμεν το ανώτερον αγαθόν μάλλον εις την απόκτησιν παρά εις την χρησιμοποίησιν, και μάλλον εις την ηθικήν κατάστασιν παρά εις την ενέργειαν. Διότι η μεν ηθική κατάστασις είναι δυνατόν να υπάρχη χωρίς να εκτελή κανέν αγαθόν, λόγου χάριν εις τον κοιμώμενον ή άλλως πως αδρανή, ενώ η ενέργεια δεν είναι δυνατόν να αδρανή. Διότι κατ' ανάγκην θα δράση και θα ευδοκιμήση. Καθώς δε εις την Ολυμπίαν δεν στεφανόνονται οι καλλίτεροι και οι ισχυρότεροι, αλλά οι λαμβάνοντες μέρος εις τους αγώνας, διότι από αυτούς μερικοί είναι νικηταί, ομοίως και τα αγαθά της ζωής τα απολαμβάνουν οι ευδοκιμούντες εις τας πράξεις των.
&Ο ενάρετος βίος εγκλείει πραγματικήν ηδονήν.& — Αλλά και αφ' εαυτής είναι ηδονική η ζωή αυτών. Διότι η ηδονή είναι ψυχική κατάστασις και εις έκαστον παρέχει ηδονήν εκείνο διά το οποίον του αποδίδομεν επίθετον σύνθετον εκ του φίλος• λόγου χάριν εις τον αλογόφιλον ο ίππος και εις τον φιλοθεάμονα το θέαμα, ομοίως δε και εις τον φιλοδίκαιον τα δίκαια και εις τον φιλάρετον η αρετή. Διά τους περισσοτέρους λοιπόν αι ηδοναί συγκρούονται μεταξύ των, διότι δεν είναι σύμφωνοι με την φύσιν του ανθρώπου, ενώ εις τους αγαθούς αι ηδοναί είναι εκ φύσεως ηδονικαί. Τοιαύται δε είναι αι πράξεις αι οποίαι συμφωνούν με την αρετήν, και επομένως είναι ηδονικαί, όχι μόνον ως προς αυτούς αλλά και καθ' εαυτάς. Επομένως δεν έχει ανάγκην ο βίος αυτών από καμμίαν άλλην ηδονήν, ωσάν κανένα περιδέραιον, αλλ' έχει μέσα του την ηδονήν. Διότι εκτός αυτών που είπαμεν, ούτε είναι καν αγαθός όστις δεν ευχαριστείται με τας καλάς πράξεις. Διότι ουδέ δίκαιον ημπορεί να ονομάση κανείς εκείνον, ο οποίος δεν ευχαριστείται με το να πράττη το δίκαιον, ούτε φιλελεύθερον εκείνον ο οποίος δεν ευχαριστείται με τας φιλελευθέρους πράξεις. Ομοίως δε και εις όλα τα άλλα. Τότε λοιπόν φαίνεται ότι είναι ηδονικαί καθ' εαυτάς αι πράξεις αι οποίαι συμφωνούν με την αρετήν. Ακόμη δε είναι βεβαίως και αγαθαί και αρεσταί και μάλιστα εις τον ανώτατον βαθμόν, εάν τουλάχιστον ορθώς κρίνη δι' αυτάς ο σπουδαίος. Κρίνει όμως, καθώς είπαμεν. Επομένως η ενάρετος ευτυχία είναι το καλλίτερον και αρεστότερον και ηδονικώτερον πράγμα, και όλα αυτά δεν ωρίσθησαν καλώς εις το εξής Δηλιακόν επίγραμμα:
Το δίκαιον καλλίτερον, υγεία δ' αρεστότερον, Πλην να 'πιτύχη ό,τι ποθή απ' όλα το γλυκύτερον.
Διότι όλα αυτά υπάρχουν εις τας καλλιτέρας ενεργείας. Αυταί δε η μία από αυτάς, η ανωτέρα, λέγομεν ότι είναι η ενάρετος ευτυχία.
&Και η καλή τύχη φαίνεται απαραίτητος διά την ευτυχίαν.& — Φαίνεται όμως ότι έχει περιπλέον ανάγκην η αρετή και των εξωτερικών αγαθών, καθώς είπαμεν. Διότι είναι αδύνατον, ή τουλάχιστον όχι εύκολον, να εκτελέση τα καλά όστις δεν έχει τα μέσα. Διότι πολλά εκτελούνται με φίλους και με τον πλούτον και με την πολιτικήν δύναμιν, ως να είναι άλλα όργανα. Η στέρησις όμως μερικών, καθώς είναι η ευγένεια, η ευτεκνία, το κάλλος, κηλιδώνει το αξιομακάριστον. Διότι λόγου χάριν δεν είναι τόσον πολύ κατάλληλος διά την ευτυχίαν όστις είναι ως προς την μορφήν εντελώς άσχημος, ή αγενής, ή ερημίτης και άτεκνος. Ίσως μάλιστα πολύ ολιγώτερον, εάν έχη κανείς αθλιέστατα παιδιά, ή φίλους, ή ήσαν αγαθοί και του απέθαναν. Καθώς είπαμεν λοιπόν, φαίνεται ότι χρειάζεται περιπλέον και αυτό το είδος της καλής τύχης. Και διά τούτο μερικοί θεωρούν το ίδιον πράγμα την καλήν τύχην με την ευτυχίαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’.
&Το αγαθόν είναι επίκτητον, ή φυσικόν, ή τυχαίον;& — Διά τούτο πολλοί ευρίσκονται εις απορίαν, άραγε το αγαθόν είναι ευκολοδίδακτον, ή ευκολοσυνήθιστον ή με άλλην άσκησιν ευκολοαπόκτητον, ή μήπως μας έρχεται με κάποιαν μοίραν θεϊκήν ή και με την τύχην. Εάν λοιπόν υπάρχη και κανέν άλλο δώρον από τους θεούς εις τους ανθρώπους, είναι εύλογον να είναι και η ευτυχία θεού δώρον, τόσον περισσότερον μάλιστα, όσον είναι το καλλίτερον από όλα τα ανθρώπινα πράγματα. Αλλά τούτο μεν ίσως ανήκει να εξετασθή αλλού, φαίνεται όμως ότι είναι από τα θεϊκώτερα πράγματα, και όταν ακόμη δεν είναι θεόπεμπτον, αλλά αποκτάται με την αρετήν και με κάποιαν μάθησιν και άσκησιν. Διότι το έπαθλον και ο σκοπός της αρετής φαίνεται ότι είναι κάλλιστον και κάτι τι θείον και αξιομακάριστον. Ίσως δε είναι και πολύ κοινόν, διότι είναι δυνατόν να υπάρξη με κάποιαν μάθησιν και επιμέλειαν εις όλους, όσοι δεν είναι εντελώς στρεβλωμένοι ως προς την αρετήν. Ότι δε είναι καλλίτερον να ευτυχώμεν ούτω πως, παρά εξ αιτίας της τύχης, είναι λογικόν, αφού επλάσθησαν τα έργα της φύσεως να είναι όσον το δυνατόν καλλίτερα, ομοίως δε και τα έργα της τέχνης και εν γένει πάσης αιτίας και μάλιστα της ανωτάτης. Άλλως όμως είναι ανάρμοστον ίσως να αναθέσωμεν εις την τύχην το σπουδαιότερον και καλλίτερον πράγμα. Αλλά και από τον λόγον τούτον εξάγεται το ζητούμενον. Διότι το ωρίσαμεν ως ενέργειαν της ψυχής σύμφωνον με την αρετήν και έχουσαν κάποιαν ποιότητα. Από δε τα άλλα αγαθά μερικά μεν είναι ανάγκη να υπάρχουν, άλλα όμως είναι εκ φύσεως βοηθητικά και συντελεστικά ως όργανα.
&Συγκεφαλαίωσις.& — Ίσως δε αυτά συμφωνούν και με όσα είπαμεν εις την αρχήν. Διότι τότε ωρίσαμεν τον σκοπόν της πολιτικής ως το κάλλιστον πράγμα, αυτή δε ότι φροντίζει μεγάλως να δώση κάποιας ιδιότητας εις τους πολίτας και να τους κάμη αγαθούς και συντελεστικούς εις τα καλά. Επομένως δικαίως δεν θεωρούμεν ούτε τον βουν ούτε τον ίππον ούτε κανέν άλλο ζώον ευτυχές. Διότι κανέν από αυτά δεν είναι δυνατόν να αποκτήση τοιαύτην δραστηριότητα.
Και διά την ιδίαν αιτίαν ούτε ο παις είναι ευτυχής, διότι ακόμη δεν ημπορεί να εκτελέση τοιαύτα πράγματα ένεκα της ηλικίας του. Όσοι δε λέγονται ευτυχείς, μακαρίζονται, διότι παρέχουν ελπίδας. Διότι, καθώς είπαμεν, χρειάζεται και αρετή τελεία και βίος συμπληρωμένος. Διότι εις την ζωήν συμβαίνουν πολλαί μεταβολαί και πολυειδείς συμπτώσεις, και είναι ενδεχόμενον όστις ευρίσκεται εις πολύ καλήν κατάστασιν να περιπέση εις μεγάλας συμφοράς εις το γήρας του, καθώς λέγουν οι ηρωικοί μύθοι περί του Πριάμου. Και βεβαίως εκείνον, όστις θα εύρη τοιαύτην τύχην και θα αποθάνη αθλίως, δεν τον μακαρίζει κανείς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
&Ημπορεί ο άνθρωπος να ονομασθή ευτυχής εν όσω ζη;&. — Τόρα λοιπόν άραγε δεν πρέπει ούτε να μακαρίσωμεν κανένα άλλον άνθρωπον εν όσω ζη, αλλά πάντοτε να περιμένωμεν το τέλος του, συμφώνως με τον Σόλωνα;
Και αν παραδεχθώμεν αυτό, άραγε είναι πάλιν ευτυχής, όταν αποθάνη; Ή μήπως αυτό βεβαίως είναι εντελώς παράλογον, και μάλιστα δι' ημάς, οι οποίοι ορίζομεν την ευτυχίαν ως ενέργειαν; αν δε πάλιν δεν θεωρούμεν τον αποθαμένον ως ευτυχή, και ούτε ο Σόλων αυτό θέλει να είπη, παρά μόνον ότι τότε ημπορεί κανείς να μακαρίση ασφαλώς ένα άνθρωπον, διότι πλέον είναι έξω από την δυστυχίαν, επιδέχεται μεν βεβαίως και τούτο κάποιαν αμφισβήτησιν. Διότι φαίνεται ότι υπάρχει και διά τον αποθαμένον κάποιον κακόν και αγαθόν, αφού υπάρχει και δι' εκείνον όστις είναι μεν ζωντανός, αλλά δεν αισθάνεται• καθώς λόγου χάριν αι τιμαί και αι ατιμίαι και των τέκνων των και εν γένει όλων των απογόνων του αι ευδοκιμήσεις και αι δυστυχίαι. Όμως και αυτά περιέχουν απορίας. Διότι όστις έζησε μακαρίως μέχρι γήρατος και απέθανε αναλόγως, είναι ενδεχόμενον να του συμβούν πολλαί μεταβολαί ως προς τους εγγονούς, και άλλοι μεν από αυτούς να είναι αγαθοί και απολαύσουν ζωήν ανάλογον με την αξίαν των, άλλοι δε απ' εναντίας να μην απολαύσουν. Είναι δε φανερόν ότι είναι δυνατόν να έχουν και παντός είδους διαφοράν σχετικώς με τους γονείς των.
Και βεβαίως είναι παράλογον, αν συγχρόνως μεταβάλλεται και ο αποθαμένος και γίνεται πότε ευτυχής και πότε πάλιν άθλιος, αλλά επίσης είναι παράλογον να μη συνοδεύουν ουδέ εις ελάχιστον χρονικόν διάστημα τους γονείς τα παθήματα των απογόνων.
&Η αρετή είναι σταθερά.& — Αλλά ας έλθωμεν εις την προηγουμένην απορίαν μας. Διότι πιθανόν από εκείνο να εννοηθή και αυτό το οποίον ζητούμεν τόρα. Λοιπόν, αν πρέπη να βλέπωμεν το τέλος και τότε να μακαρίζωμεν έκαστον, όχι διότι είναι μακάριος τόρα, αλλά διότι ήτο προηγουμένως, πώς δεν είναι παράλογον να μη λέγεται περί αυτού η πραγματική αλήθεια, όταν είναι ευτυχής, μόνον και μόνον διότι οι ζώντες δεν έχουν διάθεσιν να τον μακαρίζουν, διότι επέρχονται μεταβολαί, και διότι αυτοί την ευτυχίαν την νομίζουν ως μόνιμον πράγμα και εντελώς αμετάβλητον, ενώ αι τύχαι ως προς αυτούς πολλάκις αναποδογυρίζουν; Διότι βεβαίως είναι φανερόν ότι, αν παρακολουθούμεν τας τύχας, τον ίδιον άνθρωπον θα τον ονομάσωμεν ευτυχή και πάλιν δυστυχή πολλάκις, και θα αποδεικνύωμεν ότι ο ευτυχής είναι κάποιος χαμαιλέων και με σαθράς βάσεις. Ή μήπως δεν είναι διόλου ορθόν να παρακολουθούμεν τας μεταβολάς της τύχης; Διότι δεν έγκειται εις αυτάς το αγαθόν και το κακόν, αλλά έχει μεν περιπλέον ανάγκην αυτού ο ανθρώπινος βίος, καθώς είπαμεν, πρωτεύουν όμως εις την ευτυχίαν αι σύμφωνοι με την αρετήν ενέργειαι, ενώ αι αντίθετοι πρωτεύουν εις το αντίθετον. Είναι δε μάρτυς υπερασπίσεως διά τον λόγον μας και η συζήτησις αυτής της ερωτήσεώς μας. Διότι εις κανέν από τα ανθρώπινα δεν υπάρχει τόση βεβαιότης, όση εις τας ενεργείας τας σύμφωνους με την αρετήν. Διότι αυταί φαίνονται ότι είναι μονιμώτεραι και από τας επιστήμας, Από αυτάς δε τας ιδίας πάλιν αι πολυτιμόταται είναι αι μονιμώταται, διότι με αυτάς ζουν περισσότερον και διαρκέστερον οι αξιομακάριστοι. Και φαίνεται ότι τούτο είναι η αιτία εις αυτά να μη λησμονούνται. Επομένως θα έχη ό,τι ζητεί ο ευτυχής, και θα είναι τοιούτος εις όλην του την ζωήν. Διότι ή διαρκώς, ή όσον το δυνατόν περισσότερον από όλους θα πράξη και θα εννοήση τα σύμφωνα με την αρετήν, και τας μεταβολάς της τύχης θα τας υποφέρη αξιοπρεπέστατα και καθ' όλα εντελώς αρμονικά, όστις βεβαίως είναι πραγματικώς αγαθός και τετράγωνος και άψογος. Από τα πολλά δε τα οποία συμβαίνουν εκ τύχης και διαφέρουν κατά το μέγεθος και την σμικρότητα τα μεν μικρά ευτυχήματα, και, εννοείται, και τα αντίθετα αυτών, είναι φανερόν ότι δεν έχουν σπουδαιότητα διά την ζωήν. Τα μεγάλα όμως και πολλά, όταν μεν συμβαίνουν καλώς, θα καταστήσουν την ζωήν ευτυχεστέραν, διότι και αυτά επλάσθησαν ως στολισμός αυτής και η χρησιμοποίησις αυτών είναι καλή και σπουδαία. Όταν όμως συμβαίνουν ανάποδα, στενοχωρούν και ενοχλούν το αξιομακάριστον. Διότι προσθέτουν λύπας και γίνονται εμπόδια εις πολλάς ενεργείας. Και όμως και εις αυτά διαλάμπει το καλόν, όταν κανείς υποφέρη αταράχως πολλάς και μεγάλας ατυχίας, όχι διότι είναι αναίσθητος, αλλά διότι είναι γενναιόφρων και μεγαλόψυχος.
&Ο αληθώς ευτυχής είναι ανεπίδεκτος δυστυχίας.& — Εάν δε είναι αι ενέργειαι κυρίαρχοι της ζωής, καθώς είπαμεν, τότε κανείς από τους ευτυχείς δεν ημπορεί να γίνη δυστυχής, διότι ποτέ του δεν θα πράξη τα μισητά και ποταπά. Διότι ο αληθώς αγαθός και νουνεχής φρονούμεν ότι θα υποφέρη όλας τας μεταβολάς της τύχης αξιοπρεπώς, και ότι αναλόγως των υπαρχόντων μέσων θα πράξη πάντοτε το καλλίτερον, καθώς και ο αγαθός στρατηγός το υπάρχον στράτευμα θα χρησιμοποιήση πολεμικώτατα, και ο βυρσοδέψης από τα δεδομένα δέρματα θα κάμη τα καλλίτερον που ημπορεί να γίνη υπόδημα, και κατά τον ίδιον τρόπον όλοι οι άλλοι τεχνίται. Αλλά τότε, δεν ημπορεί μεν να γίνη ποτέ δυστυχής ο ευτυχής, όμως δεν είναι αξιομακάριστος, αν περιπέση εις τα δυστυχήματα του Πριάμου. Ούτε βεβαίως αχαρακτήριστος και ευμετάβλητος ημπορεί να γίνη. Διότι ούτε η ευτυχία θα τον ταράξη ευκόλως, ούτε τα παραμικρά ατυχήματα, αλλά τα μεγάλα και πολλά. Και πάλιν κατόπιν από αυτά τα μεγάλα και πολλά δεν θα γίνη ευτυχής αμέσως εις ολίγον διάστημα, αλλά, αν θα γίνη ευτυχής, θα γίνη εις πολύ διάστημα και επαρκές, αφού εις αυτό το διάστημα γίνη κύριος μεγάλων και καλών.
&Ορισμός της ευτυχίας.& — Τι μας εμποδίζει λοιπόν να ορίσωμεν ότι ευτυχής είναι όστις ενεργεί συμφώνως με την τελείαν αρετήν, και είναι εφωδιασμένος αρκετά με τα εξωτερικά αγαθά, όχι εις ένα παραμικρόν χρονικόν διάστημα, αλλά εις όλην του την τελείαν ζωήν; Ή μήπως πρέπει να προσθέσωμεν ότι πρέπει και να ζήση ούτω πως και να αποθάνη αναλόγως, επειδή ημείς δεν ημπορούμεν να προβλέψωμεν τα μέλλον, ενώ την ευτυχίαν την ορίζομεν ως τέλος και ως τελείαν εις όλα και καθ' όλα; Αλλά τότε θα ονομάσωμεν αξιομακαρίστους, εκείνους από τους ζώντας, εις όσους υπάρχουν και θα υπάρξουν όσα είπαμεν, πάντοτε όμως τους ανθρώπους θα ονομάζωμεν αξιομακαρίστους. Και περί του ζητήματος τούτου είναι αρκετός αυτός ο αναλυτικός ορισμός.
&Αι περιπέτειαι των απογόνων δεν θίγουν τους νεκρούς.& — Ότι δε αι περιπέτειαι των απογόνων και όλων των φίλων εις τίποτε δεν επηρεάζουν αυτούς φαίνεται πάρα πολύ άστοργον και αντίθετον προς τας επικρατούσας ιδέας. Επειδή δε αι περιπέτειαι έχουν πολλάς και παντοειδείς διαφοράς, και άλλαι μεν έρχονται περισσότερον ηνωμέναι, άλλαι δε ολιγώτερον, είναι πολύς κόπος και ατελείωτος δι' εκάστην χωριστά, και ίσως είναι αρκετόν να ομιλήσωμεν γενικώς και υποδειγματικώς. Αφού λοιπόν, καθώς τα ιδικά του ατυχήματα άλλα μεν έχουν βαρύτητα και σημασίαν διά τον βίον του, άλλα δε φαίνονται ελαφρότερα, το ίδιον φαίνονται και όσα συμβαίνουν εις όλους τους φίλους, και αφού έχει πολύ μεγάλην διαφοράν, όταν τα δεινοπαθήματα συμβαίνουν εις έκαστον ενόσω ζη ή αφού αποθάνη, παρά όταν παριστάνωνται εις τα οράματα ως ιστορικά γεγονότα ή ως σημερινά, τότε βεβαίως πρέπει να λάβωμεν υπ' όψιν μας και αυτήν την διαφοράν, ή μάλλον την απορίαν μας, αν οι μεταστάντες συμμετέχουν κανενός αγαθού ή του αντιθέτου. Διότι φαίνεται ότι, και αν φθάνη έως εις αυτούς κανέν αγαθόν ή αντίθετον, είναι μηδαμινόν και μικρόν είτε γενικώς είτε προσωπικώς δι' αυτούς. Εάν δε δεν φθάνη εις αυτούς, είναι τόσον μικρόν και επουσιώδες, ώστε δεν κάμνει ευτυχείς εκείνους οι οποίοι δεν είναι, ούτε όσοι είναι ευτυχείς τους αφαιρεί την μακαριότητα. Φαίνεται λοιπόν ότι συντελούν κάπως διά τους μεταστάντας αι ευδοκιμήσεις των φίλων, καθώς και αι ατυχίαι αλλά εις τόσον ολίγον βαθμόν και τόσον επουσιωδώς, ώστε δεν ημπορούν να κάμουν τους ευτυχείς μη ευτυχείς, ούτε κανέν άλλο παρόμοιον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
&Είναι η ευτυχία μάλλον αξιέπαινος παρά αξιομακάριστος;& — Αφού δε εξητάσαμεν και αυτά, ας εξετάσωμεν τόρα αν η ευτυχία είναι μάλλον αξία επαίνων παρά αξία τιμής. Διότι βεβαίως είναι φανερόν ότι αυτή δεν αποτελεί περιουσίαν. Φαίνεται λοιπόν ότι παν ό,τι επαινούμεν επαινείται διότι έχει κάποιαν ιδιότητα και κάποιαν αναφοράν προς άλλο. Λόγου χάριν τον δίκαιον και τον ανδρείον και εν γένει τον ενάρετον και την αρετήν τους επαινούμεν διά τας πράξεις και τα έργα των, ομοίως δε και τον ρωμαλέον και τον ταχύπουν και έκαστον από τους άλλους, διότι έχουν εκ φύσεως κάποιαν ιδιότητα και κάποιαν σχέσιν προς κάποιον αγαθόν και σπουδαίον πράγμα. Τούτο δε γίνεται σαφές και από τα εγκώμια προς τους θεούς. Διότι, αν αυτά τα εγκώμια τα αποδώσωμεν εις τον εαυτόν μας, γίνονται γελοία. Τούτο δε προέρχεται εκ του ότι οι έπαινοι, καθώς είπαμεν, είναι σχετικοί.
Αφού δε ο έπαινος είναι τοιούτον πράγμα, είναι προφανές ότι δεν υπάρχει έπαινος διά τους αρίστους, αλλά κάτι άλλο μεγαλίτερον και καλλίτερον, καθώς και είναι γνωστόν. Διότι και τους θεούς τους μακαρίζομεν και τους καλοτυχίζομεν, και από τους ανθρώπους μακαρίζομεν τους θεϊκωτέρους. Το ίδιον δε και διά τα αγαθά. Δηλαδή κανείς δεν εγκωμιάζει την ευτυχίαν καθώς το δίκαιον, αλλά την μακαρίζει ως κάτι τι θεϊκώτερον και ανώτερον. Φαίνεται δε ότι και ο Εύδοξος καλόν επιχείρημα μετεχειρίσθη διά την ηδονήν. Διότι τo να μη επαινήται αυτή, ενώ είναι έν από τα αγαθά, το εθεώρησε ως απόδειξιν ότι είναι ανωτέρα από τα αξιέπαινα πράγματα, καθώς είναι ο θεός και το αγαθόν. Διότι εις αυτά αναφέρονται και τα άλλα. Και ο μεν έπαινος αναφέρεται εις την αρετήν (διότι με αυτήν εκτελούμεν τα καλά), τα δε εγκώμια αναφέρονται εις τα έργα τόσον τα σωματικά, όσον και τα ψυχικά. Αλλά αυτά μεν ίσως είναι καταλληλότερον να ορισθούν ακριβέστερον εις τα ειδικά συγγράμματα περί εγκωμίων, εις ημάς όμως είναι φανερόν από όσα ελέχθησαν, ότι η ευτυχία είναι έν από τα αξιομακάριστα και τέλεια πράγματα. Φαίνεται δε ότι είναι τοιαύτη και διότι αποτελεί αρχήν. Διότι χάριν αυτής εκτελούμεν όλα τα άλλα, την δε αρχήν και το πρωταίτιον των αγαθών τα θεωρούμεν ως κάτι τι αξιομακάριστον και θείον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
&Η αρετή ως στοιχείον της ευτυχίας.& — Αφού δε η ευτυχία είναι ενέργεια της ψυχής συμφώνως με την τελείαν αρετήν, πρέπει τόρα να εξετάσωμεν περί αρετής. Διότι πολύ πιθανόν κατ' αυτόν τον τρόπον να εννοήσωμεν καλλίτερον και την ευτυχίαν. Φαίνεται δε ότι και ο αληθινός πολιτικός εις αυτήν προ πάντων καταγίνεται. Διότι θέλει να καταστήση τους πολίτας εναρέτους και ευπειθείς εις τους νόμους, παράδειγμα δε τούτων έχομεν τους νομοθέτας των Κρητών και των Λακεδαιμονίων και όσοι άλλοι τοιούτοι διέπρεψαν. Αφού δε η έρευνα αυτή ανήκει εις την πολιτικήν, είναι προφανές ότι η εξέτασίς μας θα γίνη συμφώνως με την απόφασιν την οποίαν εθέσαμεν εξ αρχής. Και βεβαίως την ανθρωπίνην αρετήν πρέπει να εξετάσωμεν, διότι και το αγαθόν το οποίον εζητούσαμεν ήτο ανθρώπινον και η ευτυχία ανθρωπίνη. Αρετήν δε ανθρωπίνην δεν εννοούμεν την σωματικήν αλλά την ψυχικήν. Και επομένως και την ευτυχίαν την θεωρούμεν ενέργειαν της ψυχής.
&Σπουδαιότης της ψυχολογίας διά τον πολιτικόν.& — Αφού δε τούτο έχει ούτω πως, είναι φανερόν ότι ο πολιτικός πρέπει να γνωρίζη τα ψυχικά φαινόμενα, καθώς πρέπει να γνωρίζη και ολόκληρον το σώμα, όστις πρόκειται να θεραπεύση τον οφθαλμόν, και μάλιστα τόσον περισσότερον, όσον είναι πολυτιμοτέρα και καλλιτέρα η πολιτική από την ιατρικήν. Από τους ιατρούς δε όσοι είναι τέλειοι πολύ καταγίνονται εις την μελέτην του σώματος. Επομένως πρέπει να μελετήση και ο πολιτικός την ψυχήν, αλλά χάριν τούτου και εφ' όσον είναι αρκετόν διά το ζήτημά μας. Διότι η περισσοτέρα λεπτολογία ίσως είναι κοπιωδεστέρα παρ' όσον απαιτεί η υπόθεσίς μας. Ομιλούμεν δε περί αυτής αρκετά και εις τους εξωτερικούς λόγους και ημπορεί κανείς να τα χρησιμοποιήση. Λόγου χάριν ότι έν μέρος αυτής είναι άλογον, το δε άλλο λογικόν. Εάν δε αυτά είναι χωρισμένα καθώς τα μέλη του σώματος και παν ό,τι επιδέχεται διαίρεσιν, ή θεωρητικώς εχωρίσθησαν, ενώ είναι εκ φύσεως αχώριστα, καθώς εις την περιφέρειαν η κυρτότης και η κοιλότης, δεν έχει καμμίαν σημασίαν σχετικώς με το ζήτημά μας.
&Διασάφησις του αλόγου (φυτικού) μέρους της ψυχής.& — Από το άλογον δε το έν μέρος φαίνεται κοινόν και φυτικόν, και εννοώ την αιτίαν της θρέψεως και αυξήσεως. Διότι αυτήν την δύναμιν της ψυχής ημπορεί κανείς να την παραδεχθή εις όλα όσα τρέφονται και ακόμη εις τα έμβρυα, και την ιδίαν πάλιν και εις τους ηλικιωμένους. Διότι αυτό είναι λογικώτερον να παραδεχθώμεν παρά καμμίαν διαφορετικήν ψυχήν. Και λοιπόν η αρετή αυτής της ψυχής φαίνεται ότι είναι κοινή και όχι ειδικώς ανθρωπίνη. Διότι φαίνεται ότι προ πάντων εις τον ύπνον ενεργεί το μέρος αυτό και αυτή η δύναμις, και επομένως ο αγαθός και ο κακός πολύ ολίγον διακρίνονται όταν κοιμούνται, και δι' αυτό λέγουν ότι εις το ήμισυ της ζωής δεν έχουν διαφοράν οι ευτυχείς από τους δυστυχείς. Τούτο δε συμβαίνει ευλόγως. Διότι ο ύπνος είναι αργία της ψυχής ως προς την ενέργειαν από την οποίαν χαρακτηρίζεται ως σπουδαία ή μηδαμινή, εκτός μόνον εάν καμμιάς λειτουργίας αι κινήσεις εισδύουν βαθύτερον κατά μικρά διαστήματα και κατά τούτο γίνονται καλλίτερα τα όνειρα των καλών από τους τυχαίους. Αλλά περί αυτών είπαμεν αρκετά, και πρέπει να αφήσωμεν το θρεπτικόν μέρος της ψυχής, διότι δεν συμμετέχει της ανθρωπίνης αρετής.
&Διάκρισις του ημιαλόγου και του λογικού μέρους της ψυχής.& — Φαίνεται δε ότι υπάρχει και κάποια άλλη ιδιότης της ψυχής άλογος, αλλά κάπως μετέχουσα του λόγου. Διότι, όταν συγκρίνωμεν ένα εγκρατή προς ένα ακόλαστον, επαινούμεν τον λόγον και το λογικόν μέρος της ψυχής. Διότι αυτό παρορμά εις το ορθόν και εις το καλλίτερον. Φαίνεται όμως ότι είναι έμφυτον εις αυτούς και κάτι άλλο, το οποίον πολεμεί και αντιτείνει εις τον λόγον. Δηλαδή απαράλλακτα καθώς εις τους παραλυτικούς, όταν θέλουν να κινήσουν τα μέλη των προς τα δεξιά, εκείνα παρεκτρέπονται εις τα αριστερά, το ίδιον συμβαίνει και εις την ψυχήν. Διότι αι ορμαί των ακολάστων βαδίζουν αντιθέτως. Αλλά εις μεν τα σώματα βλέπομεν το παρεκτρεπόμενον μέλος, ενώ εις την ψυχήν δεν το βλέπομεν. Ίσως όμως όχι ολιγώτερον πρέπει να παραδεχθώμεν ότι και εις την ψυχήν υπάρχει κάτι τι παράλογον το οποίον εναντιόνεται και αντιτάσσεται προς τον λόγον. Πώς όμως είναι κάτι άλλο τι δεν μας ενδιαφέρει διόλου. Φαίνεται όμως ότι και τούτο μετέχει του λόγου, καθώς είπαμεν. Τουλάχιστον εις τον εγκρατή υποτάσσεται εις τον λόγον. Και πάλιν ίσως είναι πειθαρχικώτερον εις τον σώφρονα και ανδρείον. Διότι εις αυτόν όλα είναι σύμφωνα με τον λόγον. Επομένως φαίνεται ότι και το άλογον είναι δύο ειδών, διότι το μεν φυτικόν δεν μετέχει διόλου του λόγου, το δε επιθυμητικόν και εν γένει το βουλητικόν μετέχει κάπως, εφ' όσον είναι ευπειθές και πειθαρχικόν εις αυτόν, ομοίως λοιπόν και εις τον πατέρα κανενός ή εις τους φίλους του λέγομεν ότι υπάρχει λόγος, όχι όμως καθώς εις τους μαθηματικούς. Ότι δε το άλογον πείθεται κάπως εις τον λόγον το δεικνύει και η νουθέτησις και πάσα επίπληξις και προτροπή. Εάν δε νομισθή καλόν να δεχθώμεν ότι και αυτό έχει λόγον, τότε θα ειπούμεν ότι είναι δύο ειδών και το λογικόν, το μεν έν κυριολεκτικώς και μόνον του, το δε άλλο ως έν είδος ευπειθείας εις τον πατέρα.
&Διανοητικοί και ηθικαί αρεταί& — Χωρίζεται δε και η αρετή συμφώνως με αυτήν την διαφοράν. Διότι από τας αρετάς, άλλας μεν τας ονομάζομεν διανοητικάς, άλλας δε ηθικάς, και την μεν σοφίαν και την σύνεσιν και την φρόνησιν τας λέγομεν διανοητικάς, την δε γενναιοδωρίαν και την σωφροσύνην ηθικάς. Διότι όταν ομιλούμεν περί του ηθικού μέρους, δεν λέγομεν διά κανένα ότι είναι σοφός ή συνετός, αλλά ότι είναι μειλίχιος ή σώφρων, επίσης δε επαινούμεν και τον σοφόν διά την διανοητικήν του κατάστασιν, και αυτάς τας αξιεπαίνους διανοητικάς καταστάσεις τας ονομάζομεν αρετάς.
ΒΙΒΛΙΟΝ Β.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
&Αι διανοητικαί αρεταί διδάσκονται, ενώ αι ηθικαί αρεταί γεννώνται εκ της συνηθείας.& — Εκ δε της αρετής, η οποία είναι δύο ειδών, δηλαδή διανοητική και ηθική, η μεν διανοητική το περισσότερον έχει την προέλευσίν της και την αύξησίν της από την διδασκαλίαν, και δι' αυτό χρειάζεται πείραν και καιρόν, η ηθική όμως αποκτάται με τας συνηθείας, και δι' αυτό έλαβε όνομα το οποίον έχει πολύ μικράν διαφοράν από την συνήθειαν (ήθος — έθος). Και από τούτο είναι φανερόν ότι καμμία από τας ηθικάς αρετάς δεν υπάρχει εκ φύσεως εντός μας. Διότι κανέν από όσα υπάρχουν εκ φύσεως δεν ημπορεί να συνηθίση διαφορετικά• λόγου χάριν ο λίθος ο οποίος εκ φύσεως πίπτει προς τα κάτω, δεν είναι δυνατόν να συνηθίση να φέρεται προς τα επάνω, και αν ακόμη αμέτρητες φορές τον ρίψη κανείς υψηλά, διά να τον συνηθίση. Ούτε το πυρ φέρεται προς τα κάτω, ούτε κανέν από όσα έγιναν εκ φύσεως κατά ένα τρόπον, είναι δυνατόν να συνηθίση διαφορετικά. Επομένως ούτε εκ φύσεως ούτε παρά την φύσιν γεννώνται εντός μας αι αρεταί, αλλά ναι μεν εγίναμεν εκ φύσεως επιδεκτικοί δι' αυτάς, τελειοποιούμεθα όμως με την συνήθειαν.
&Άλλα ακαταγώνιστα επιχειρήματα χάριν του πολυκρότου Σωκρατικού ζητήματος, αν είναι διδακτή η αρετή.& — Έπειτα όσα μεν έχομεν εκ φύσεως, πρώτον αποκτώμεν τας δυνάμεις των, και κατόπιν αποδίδομεν τας ενεργείας των, και τούτο είναι προφανές εις τα αισθητήρια. Διότι δεν απεκτήσαμεν τας αισθήσεις από το να βλέπωμεν και να ακούωμεν συχνά, αλλά το αντίθετον, τας είχαμεν και τας μετεχειρίσθημεν, και δεν τας απεκτήσαμεν διά της χρήσεως. Τας αρετάς όμως τας αποκτώμεν, αφού εργασθώμεν προηγουμένως, καθώς συμβαίνει και διά τας άλλας τέχνας. Διότι όσα χρειάζονται να τα εκτελούμεν, αφού μάθωμεν αυτά, διά της εκτελέσεως τα μανθάνομεν. Λόγου χάριν με το να κτίζουν γίνονται κτίσται και με το να παίζουν κιθάραν γίνονται κιθαρισταί. Ομοίως λοιπόν και όσοι μεν εξασκούμεν την δικαιοσύνην γινόμεθα δίκαιοι, και όσοι την σωφροσύνην σώφρονες, και όσοι την ανδρείαν ανδρείοι. Το επικυρώνει δε και αυτό το οποίον συμβαίνει εις τας πολιτείας. Διότι οι νομοθέται με την άσκησιν κάμνουν τους πολίτας αγαθούς. Και η πρόθεσις παντός νομοθέτου είναι αυτή, όσοι όμως δεν εκτελούν αυτά καλώς, σφάλλουν, και κατά τούτο διαφέρει η αγαθή πολιτεία από την μηδαμινήν. Έπειτα από τας ιδίας αιτίας και με τα ίδια μέσα με τα οποία δημιουργείται πάσα αρετή με τα ίδια και καταστρέφεται, επίσης δε και πάσα τέχνη. Διότι με το να παίζουν κιθάραν γίνονται και οι καλοί και οι κακοί κιθαρισταί, αναλόγως δε και οι οικοδόμοι και όλοι οι άλλοι. Δηλαδή με το να κτίζουν καλώς τας οικίας θα γίνουν καλοί οικοδόμοι, με το να κτίζουν όμως αυτάς κακώς θα γίνουν κακοί. Διότι, αν δεν ήτο αυτό αληθές, τότε δεν θα υπήρχε καμμία ανάγκη διδασκάλου, αλλά όλοι θα εγίνοντο καλοί ή κακοί.
Το ίδιον λοιπόν συμβαίνει και εις τας αρετάς. Δηλαδή με το να εκτελούμεν συναλλαγάς προς τους άλλους ανθρώπους γινόμεθα άλλοι μεν δίκαιοι, άλλοι δε άδικοι, με το να εκτελούμεν δε τα απαιτούμενα εις δεινάς περιστάσεις και να συνηθίζωμεν να έχωμεν θάρρος ή να φοβούμεθα, άλλοι μεν γινόμεθα ανδρείοι, άλλοι δε δειλοί. Τo ίδιον δε συμβαίνει και διά τας επιθυμίας και τας ορέξεις. Δηλαδή άλλοι μεν γίνονται σώφρονες και μειλίχιοι, άλλοι δε ακόλαστοι και οξύθυμοι, διότι εκείνοι μεν κατ' εκείνον τον τρόπον φέρονται εις αυτά τα πράγματα, αυτοί δε κατά τούτον. Και λοιπόν με μίαν λέξιν από την επανάληψιν των ομοίων ενεργειών αποκτώνται αι ψυχικαί καταστάσεις. Και διά τούτο πρέπει να δίδωμεν κάποιαν ποιότητα εις τας ενεργείας μας. Διότι αναλόγως της διαφοράς αυτών έρχονται κατόπιν αι ψυχικαί καταστάσεις. Λοιπόν δεν έχει μικράν διαφοράν το να συνηθίζωμεν κατά τούτον ή εκείνον τον τρόπον ευθύς από την νεαράν ηλικίαν, αλλά σημαίνει πάρα πολύ, ή μάλλον το παν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
&Ποίαι πράξεις οδηγούν εις την αρετήν.& — Επειδή λοιπόν η παρούσα μελέτη δεν γίνεται χάριν της θεωρίας καθώς αι άλλαι — διότι δεν ερευνώμεν διά να εννοήσωμεν τι πράγμα είναι η αρετή, αλλά διά να γίνωμεν αγαθοί, διότι άλλως δεν θα υπήρχε καμμία ωφέλεια από αυτήν — είναι ανάγκη να σκεφθώμεν διά τας πράξεις με ποίον τρόπον πρέπει να εκτελούνται. Διότι από αυτάς εξαρτάται, καθώς είπαμεν, η ποιότης των ψυχικών μας καταστάσεων. Και λοιπόν το να πράττωμεν συμφώνως με τον ορθόν λόγον είναι γενικώς ανεγνωρισμένον αξίωμα και αυτό πρέπει να τεθή εδώ ως βάσις. Θα ομιλήσωμεν δε αργότερα περί αυτού, δηλαδή τι είναι ο ορθός λόγος και ποίαν σχέσιν έχει προς τας άλλας αρετάς. Τόρα όμως, ας παραδεχθώμεν εκ των προτέρων ότι πάσα εξέτασις περί των πραγματοποιουμένων πρέπει να ορίζεται με γενικόν τύπον και όχι με ακρίβειαν, καθώς είπαμεν ότι πρέπει να απαιτούμεν τους ορισμούς συμφώνως με το εξεταζόμενον υλικόν. Δηλαδή όσα αναφέρονται εις τας πράξεις και εις τα συμφέροντα δεν έχουν καμμίαν σταθερότητα, καθώς δεν έχουν ούτε τα υγιεινά. Και εάν ο γενικός ορισμός είναι τοιούτος πολύ περισσότερον δεν είναι ακριβής ο ορισμός των λεπτομερειών. Διότι δεν υπάγεται ούτε εις καμμίαν τέχνην ούτε εις καμμίαν οδηγίαν, αλλά πρέπει οι ίδιοι οι εκτελεσταί να προσέχουν πάντοτε εις το επίκαιρον (κρίσιμον στιγμήν), καθώς γίνεται εις την ιατρικήν και την πλοιαρχικήν.
&Και η μεγάλη έλλειψις και η μεγάλη υπερβολή είναι καταστρεπτική.& — Αλλά, αν και η παρούσα μελέτη είναι τοιαύτης φύσεως, πρέπει να προσπαθήσωμεν να πράξωμεν ό,τι είναι δυνατόν. Πρώτον λοιπόν πρέπει να παρατηρήσωμεν ότι τα τοιαύτα προσόντα τα καταστρέφει και η μεγάλη έλλειψις και η υπερβολή, — διότι είναι καλόν να επικαλεσθώμεν διά τα άλυτα ζητήματα το κύρος των γνωστών, καθώς βλέπομεν ότι κάμνουν διά την ρωμαλεότητα και την υγείαν. Διότι και τα υπερβολικά γυμνάσια και τα ελλιπή φθείρουν την δύναμιν, ομοίως δε και τα ποτά και τα τρόφιμα, εάν είναι υπερβολικώτερα ή ελλιπέστερα καταστρέφουν την υγείαν, ενώ τα μέτρια την στερεόνουν και την αυξάνουν και την διασώζουν. Το ίδιον λοιπόν συμβαίνει και εις την σωφροσύνην και την ανδρείαν και τας άλλας αρετάς. Διότι και όστις φεύγει και φοβείται οποιονδήποτε και δεν ανθίσταται εις τίποτε γίνεται δειλός, και όστις τίποτε απολύτως δεν φοβείται, αλλά προχωρεί εναντίον οποιουδήποτε, γίνεται θρασύς. Επίσης δε και όστις επιδιώκει να απολαύση όλας τας ηδονάς και δεν αποφεύγει καμμίαν είναι ακόλαστος, όστις δε τας αποφεύγει όλας, καθώς οι χωρικοί, είναι βεβαίως αναίσθητος• λοιπόν καταστρέφεται η σωφροσύνη και η ανδρεία από την υπερβολήν και την έλλειψιν, ενώ από την μετριοπάθειαν συντηρείται.
&Η άσκησις της αρετής κατ' αρχάς είναι δύσκολος, κατόπιν όμως εύκολος.& — Πλην όχι μόνον αι γενέσεις και αι αυξήσεις και αι καταστροφαί προέρχονται εξ αιτίας των ιδίων πραγμάτων και από τα ίδια, αλλά και αι ενέργειαι εξακολουθούν να υπάρχουν με αυτά τα ίδια. Διότι και εις τα άλλα τα φανερώτερα ζητήματα το ίδιον συμβαίνει• λόγου χάριν εις την σωματικήν δύναμιν. Δηλαδή αυτή δημιουργείται μεν από την πρόσληψιν πολλής τροφής και από την άσκησιν εις πολλούς κόπους, εξ άλλου όμως είναι ικανός να τα εκτελή αυτά πολύ περισσότερον ο ισχυρός. Το ίδιον λοιπόν συμβαίνει και με τας αρετάς. Διότι με το να απέχαμε από τας ηδονάς γινόμεθα σώφρονες, συγχρόνως όμως, αφού γίνωμεν τοιούτοι, ημπορούμεν να απέχαμε ευκολότερα. Το ίδιον δε και διά την ανδρείαν. Διότι, όταν συνηθίσαμε να περιφρονούμεν τους κινδύνους και τους αναμένωμεν ατάραχοι, γινόμεθα ανδρείοι, εξ άλλου όμως, αφού γίνωμεν ανδρείοι, ευκολώτερον αντέχομεν εις τους κινδύνους.
&Η αρετή ως πνευματική ηδονή.& — Ας λάβωμεν δε ως απόδειξιν διά τας ψυχικάς καταστάσεις την ηδονήν ή την λύπην, η οποία έρχεται κατόπιν από τα έργα. Διότι όστις μεν απέχει από τας σωματικάς ηδονάς και ακριβώς δι' αυτό ευχαριστείται είναι σώφρων, όστις όμως λυπείται είναι ακόλαστος, και πάλιν όστις μεν αναμένει τους κινδύνους και ευχαριστείται, ή τουλάχιστον δεν λυπείται, είναι ανδρείος, όστις δε λυπείται είναι δειλός. Διότι η ηθική αρετή περιστρέφεται εις τας ηδονάς και λύπας. Δηλαδή χάριν της ηδονής εκτελούμεν τας ποταπάς πράξεις, ένεκα δε της λύπης απέχομεν από τας καλάς. Διά τούτο πρέπει κανείς, αμέσως από την νεαράν ηλικίαν να λάβη κάποιαν αγωγήν, καθώς λέγει ο Πλάτων {5}, ώστε να χαίρη και να λυπήται με όσα πρέπει. Διότι αυτά είναι ορθή εκπαίδευσις. Εκτός τούτου, αφού αι αρεταί περιστρέφονται εις τας πράξεις και εις τα παθήματα, και αφού εις έκαστον πάθημα και εκάστην πράξιν ακολουθεί ηδονή ή λύπη, και δι' αυτόν τον λόγον ακόμη ίσως η αρετή περιστρέφεται εις τας ηδονάς και λύπας. Το επικυρόνουν δε και αι τιμωρίαι αι οποίαι γίνονται με αυτάς. Διότι και αυταί είναι ένα είδος θεραπείας, αι δε θεραπείαι εδόθη εκ φύσεως να προέρχονται από τα αντίθετα.
&Η κακία ως νοσηρά ηδονή.& — Έπειτα, καθώς είπαμεν και προηγουμένως, πάσα κατάστασις της ψυχής, από όσα εκ φύσεως γίνεται χειροτέρα ή καλλιτέρα, ως προς αυτά και δι' αυτά αποκτά αυτήν την ιδιότητα. Δηλαδή με τας ηδονάς και τας λύπας γίνονται μερικοί ποταποί καθ' όσον τας επιδιώκουν ή τας αποφεύγουν, ή όσας δεν πρέπει, ή όταν δεν πρέπη, ή καθώς δεν πρέπει, ή όσας φοράς δεν θεωρούνται ορθά τα τοιαύτα υπό του λογικού. Και διά τούτο ορίζουν μερικοί τας αρετάς ως απαθείας και αταραξίας. Τούτο όμως δεν είναι ορθόν, διότι το λέγουν γενικώς και όχι πώς πρέπει και πώς δεν πρέπει και πότε και καθ' όλους τους άλλους προσθέτους προσδιορισμούς. Επομένως είναι βέβαιον ότι η αρετή είναι η ιδιότης αυτή η οποία εκτελεί τα προτιμότερα ως προς τας ηδονάς και τας λύπας, ενώ η κακία είναι το αντίθετον.
Αλλά και από τα εξής ακόμη ημπορούμεν να εννοήσωμεν αυτά. Δηλαδή τρία πράγματα ανήκουν εις την προτίμησιν και τρία εις την αποφυγήν, το καλόν, το συμφέρον και το ηδονικόν, και αντιθέτως το άσχημον, το βλαβερόν και το λυπηρόν. Εις όλα δε αυτά ο μεν αγαθός επιτυγχάνει καλώς, ενώ ο κακός σφάλλει, και προ πάντων εις την ηδονήν. Έπειτα αυτή είναι κοινή και εις τα ζώα και συνοδεύει όλα όσα πρόκειται να τα προτιμήσωμεν. Δηλαδή και το καλόν και το συμφέρον μας φαίνεται ηδονικόν. Έπειτα εμεγάλωσαν μαζί μας από την νηπιακήν ηλικίαν. Διά τούτο είναι δύσκολον να αποσβύσωμεν αυτό το πάθος, το οποίον εχρωμάτισε την ζωήν μας. Κανονίζομεν δε και τας πράξεις, με την ηδονήν και την λύπην άλλοι περισσότερον και άλλοι ολιγώτερον. Διά τούτο λοιπόν εις αυτά πρέπει να περιστραφή όλη μας η μελέτη, διότι δεν έχει μικράν σημασίαν διά τας πράξεις, εάν χαίρωμεν και λυπούμεθα ορθώς ή εσφαλμένως. Έπειτα είναι δυσκολώτερον να αντιστασθή κανείς εις την ηδονήν παρά εις την έξαψιν, καθώς λέγει ο Ηράκλειτος. Διά παν όμως δυσκολώτερον πράγμα υπάρχει πάντοτε και τέχνη και αρετή. Διότι το ορθόν γίνεται εις αυτό ορθότερον. Ώστε και δι' αυτόν τον λόγον όλη η μελέτη και διά την αρετήν και διά την πολιτικήν περιστρέφεται εις τας ηδονάς και λύπας. Διότι όστις μεταχειρίζεται αυτάς ορθώς είναι αγαθός, όστις δε εσφαλμένως είναι κακός.
&Ανακεφαλαίωσις. — Όσα είπαμεν λοιπόν ας τα θεωρήσωμεν αρκετά περί του ότι η αρετή περιστρέφεται εις τας ηδονάς και λύπας, και ότι από όσα δημιουργείται, με αυτά τρέφεται και καταστρέφεται, εάν δεν εκτελούνται εξ ίσου, και ότι, από όσα εδημιουργήθη, εις αυτά και ενεργεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
&Διά την αρετήν δεν απαιτούνται μόνον έργα αλλά και προαίρεσις.& — Ίσως όμως ερωτήση κανείς, πώς τάχα εννοούμεν ότι πρέπει να γίνη κανείς δίκαιος με το να πράττη δικαίως, και σώφρων με το να εκτελή την σωφροσύνην. Διότι, εάν εκτελούν τα δίκαια και τα σωφρονικά, τότε είναι πλέον δίκαιοι και σώφρονες, καθώς είναι γραμματικοί και μουσικοί όσοι εκτελούν τα γραμματικά και τα μουσικά. Ή μήπως τάχα δεν εφαρμόζεται τούτο ούτε εις τας τέχνας, διότι είναι ενδεχόμενον να εκτελέση κάτι γραμματικόν εκ τύχης και κατά συμβουλήν άλλου; Επομένως τότε μόνον θα είναι γραμματικός, εάν εκτελέση κάτι γραμματικόν και με τρόπον γραμματικόν. Τούτο δε θα ειπή συμφώνως με την γραμματικήν που έχει μέσα του. Έπειτα δεν είναι ούτε όμοιον το ζήτημα των τεχνών και των αρετών. Διότι όσα πράγματα κατασκευάζονται από τας τέχνας έχουν μέσα των την τελειότητα. Αρκεί λοιπόν να έχουν αυτά μόνον την ποιότητά των. Όσα όμως γίνονται με τας αρετάς δεν αρκεί να έχουν αυτά μόνον μίαν ποιότητα, λόγου χάριν να γίνουν δικαίως ή σωφρόνως, αλλά και υπό τον όρον να έχη την ποιότητα και όστις πράττει αυτά, και πρώτον μεν να τα εκτελή εν επιγνώσει, έπειτα αυτοπροαιρέτως και μόνον χάριν των ιδίων αυτών και τρίτον να είναι σταθερός και αμετάπειστος, όταν τα εκτελή. Αυτά όμως όλα δεν συμψηφίζονται εις τας άλλας τέχνας, παρά μόνον το να γνωρίζη ο τεχνίτης το έργον του. Διά τας αρετάς όμως η γνώσις αυτών έχει πολύ μικράν σημασίαν ή σχεδόν καμμίαν, ενώ τα άλλα δεν έχουν μικράν σημασίαν, αλλ' είναι το παν, και αυτά αποκτώνται με την συχνήν επανάληψιν των δικαίων και των σωφρονικών πράξεων• λοιπόν τα μεν έργα λέγονται δίκαια και σωφρονικά, όταν είναι τοιαύτα, οποία ημπορεί να εκτελέση ο δίκαιος ή ο σώφρων. Δίκαιος όμως και σώφρων δεν είναι πας όστις εκτελεί αυτά, αλλά συγχρόνως και αν τα εκτελή καθώς τα εκτελούν οι δίκαιοι και οι σώφρονες. Επομένως καλώς ελέχθη ότι από την εξάσκησιν της δικαιοσύνης γίνεται ο δίκαιος και από την εξάσκησιν της σωφροσύνης ο σώφρων. Ενώ χωρίς την εξάσκησιν αυτών ούτε να φαντασθή κανείς πρέπει ότι είναι δυνατόν να γίνη αγαθός. Οι περισσότεροι όμως αυτά μεν δεν τα εκτελούν, επειδή όμως περιορίζονται εις την εξέτασιν αυτών, νομίζουν ότι κατ' αυτόν τον τρόπον γίνονται φιλόσοφοι και ότι θα αναδειχθούν σπουδαίοι, ενώ κάμνουν κάτι τι παρόμοιον με τους αρρώστους, όσοι ακούουν μεν προσεκτικά τας οδηγίας των ιατρών, δεν εκτελούν όμως καμμίαν διαταγήν των. Καθώς λοιπόν δεν θα εύρουν εκείνοι την υγείαν του σώματός των με αυτόν τον τρόπον της θεραπείας, ομοίως και αυτοί εδώ δεν θα εύρουν την υγείαν της ψυχής των με αυτόν τον τρόπον της φιλοσοφίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
&Αι αρεταί δεν είναι ούτε πάθη ούτε δυνάμεις αλλά καταστάσεις.& — Και τόρα ας εξετάσωμεν τι είναι η αρετή. Αφού λοιπόν τα εντός της ψυχής συμβαίνοντα είναι τριών ειδών, δηλαδή πάθη, δυνάμεις και καταστάσεις, η αρετή είναι πιθανώς κάτι από αυτά. Θεωρώ δε ως πάθη την επιθυμίαν, την οργήν, τον φόβον, το θάρρος, τον φθόνον, την χαράν, την φιλίαν, το μίσος, τον πόθον, την ζηλοτυπίαν, τον οίκτον και εν γένει όλα, όσα παρακολουθεί η ηδονή ή η λύπη. Ως δυνάμεις δε εκείνας αι οποίαι μας κάμνουν επιδεκτικούς δι' αυτά• λόγου χάριν όσαι μας κάμνουν επιδεκτικούς να οργισθώμεν ή να λυπηθώμεν ή να οικτίρωμεν• ως καταστάσεις δε εκείνας αι οποίαι μας κάμνουν να είμεθα ως προς τα πάθη καλοί ή κακοί• λόγου χάριν ως προς την οργήν, εάν μεν μας κάμνουν να οργιζώμεθα ορμητικώς ή χαλαρώς, είναι κακαί, εάν όμως μετρίως, είναι καλαί, ομοίως δε και δι' όλα τα άλλα. Λοιπόν δεν είναι πάθη ούτε αι αρεταί ούτε αι κακίαι, διότι δεν θεωρούμεθα αναλόγως των παθών μας σπουδαίοι ή ποταποί, αλλά αναλόγως των αρετών και κακιών μας, και διότι εξ αιτίας μεν των παθών μας ούτε επαινούμεθα ούτε κατακρινόμεθα — διότι δεν επαινείται ούτε κατακρίνεται πας όστις φοβείται ούτε πας όστις οργίζεται γενικώς και αορίστως, αλλά όστις φοβείται ή οργίζεται κατά ένα ωρισμένον τρόπον, ενώ εξ αιτίας των αρετών και κακιών επαινούμεθα ή κατακρινόμεθα. Έπειτα οργιζόμεθα και φοβούμεθα χωρίς να θέλωμεν, ενώ αι αρεταί είναι κάποιαι προαιρέσεις και ποτέ δεν υπάρχουν χωρίς προαίρεσιν. Ακόμη δε ως προς τα πάθη λέγομεν ότι συγκινούμεθα, ενώ ως προς τας αρετάς και κακίας δεν συγκινούμεθα, αλλά διατελούμεν εις μίαν ωρισμένην κατάστασιν. Και δι' αυτό δεν είναι ούτε δυνάμεις. Διότι ούτε αγαθοί θεωρούμεθα με το να ημπορούμεν να πάσχωμεν αορίστως ούτε κακοί, και ούτε επαινούμεθα ούτε ψεγόμεθα. Εκτός τούτου δυνατοί μεν γινόμεθα εκ φύσεως, αγαθοί όμως ή κακοί δεν γινόμεθα εκ φύσεως. Περί αυτών δε εκάμαμεν λόγον προηγουμένως. Αφού λοιπόν δεν είναι ούτε πάθη ούτε δυνάμεις αι αρεταί, υπολείπεται να είναι καταστάσεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
&Αρετή είναι η ορθή ψυχική κατάστασις και η ορθώς ενεργούσα. — Εις ποίον γένος λοιπόν ανήκει η αρετή, το εξετάσαμεν. Δεν πρέπει όμως μόνον να ειπούμεν γενικώς ότι είναι κατάστασις, αλλά και ποίου είδους. Λέγομεν λοιπόν ότι πάσα αρετή και το πράγμα εις το οποίον περιστρέφεται το καθιστά τέλειον, και το έργον αυτού το εκτελεί καλώς• λόγου χάριν η αρετή του οφθαλμού και τον οφθαλμόν τον κάμνει σπουδαίον και το έργον του. Διότι με την αρετήν του οφθαλμού βλέπομεν καλώς. Ομοίως η αρετή του ίππου και &σπουδαίον τον κάμνει τον ίππον& και κατάλληλον να τρέχη και να σηκώνη τον αναβάτην και να αντικρύζη τους εχθρούς. Αφού δε τούτο είναι το ίδιον εις όλα, τότε ίσως και η αρετή του ανθρώπου δύναται να ορισθή ως ψυχική κατάστασις με την οποίαν γίνεται ο άνθρωπος αγαθός και εκτελεί καλώς το έργον του. Πώς όμως θα γίνη τούτο, το είπαμεν μεν και προηγουμένως, αλλά θα εννοηθή και πάλιν, εάν εξετάσωμεν ποίου είδους είναι η φύσις αυτής.
&Η εξέτασις του μέσου όρου εν γένει. — & Λοιπόν εις παν πράγμα συνεχόμενον και διαιρετόν είναι δυνατόν να λάβωμεν άλλοτε το περισσότερον, άλλοτε το ολιγώτερον, και άλλοτε το ίσον, και μάλιστα ή συμφώνως με την φύσιν του πράγματος ή ως προς ημάς. Tο δε ίσον είναι μεταξύ της υπερβολής και της ελλείψεως. Εννοώ δε σύμφωνον προς το πράγμα μέσον, εκείνο το οποίον απέχει εξ ίσου από τα δύο άκρα, το οποίον είναι έν και το αυτό δι' όλους, ως προς ημάς δε μέσον, εκείνο το οποίον δεν είναι ούτε υπερβολικόν ούτε ελλιπές. Τούτο όμως δεν είναι έν, ούτε το ίδιον δι' όλους. Λόγου χάριν εις τα δώδεκα τα δέκα είναι το περισσότερον, τα δε δύο το ολιγώτερον, και τα έξ είναι το μέσον, εάν λάβωμεν συμφώνως με το πράγμα. Διότι αυτό ούτε υπερέχει, ούτε υπερέχεται. Τούτο δε είναι μέσος όρος κατά την αριθμητικήν αναλογίαν. Το σχετικόν όμως με ημάς δεν πρέπει να το λάβωμεν ούτω πως. Διότι, εάν 10 λίτραι κρέατος είναι διά κάποιον πολλαί, αι δύο όμως ολίγαι, τότε ο τροφοδότης δεν θα διατάξη έξ λίτρας. Διότι και αυτό ημπορεί να είναι πολύ δι' αυτόν που θα φάγη, ή ολίγον. Δηλαδή διά τον Μίλωνα είναι ολίγον, δι' ένα όμως ο οποίος πρώτην φοράν αρχίζει την γυμναστικήν είναι πολύ. Ομοίως εις το τρέξιμον και εις την πάλην. Και ούτω πως λοιπόν κάθε ειδήμων την μεν υπερβολήν και την έλλειψιν την αποφεύγει, ζητεί δε το μέτριον και αυτό προτιμά. Το μέτριον όμως δεν είναι σύμφωνον με την φύσιν του πράγματος, αλλά ως προς ημάς.
&Η αρετή ως μέσος όρος.& — Αφού λοιπόν πάσα επιστήμη εκτελεί τα έργον της προσέχουσα εις το μέτριον και με αυτό κανονίζουσα τα έργα της — και ως εκ τούτου λέγουν συνήθως διά τα καλώς καμωμένα έργα, ότι δεν έχεις ούτε να προσθέσης ούτε να αφαιρέσης τίποτε, διότι η μεν υπερβολή και η έλλειψις καταστρέφει το ορθόν, ενώ η μεσότης το σώζει — αφού, καθώς είπαμεν, οι αγαθοί τεχνίται εις αυτά προσέχουν όταν εργάζωνται, και αφού η αρετή είναι, καθώς και όλη η φύσις, ακριβεστέρα και ανωτέρα από πάσαν τέχνην, τότε έπεται ότι θα επιδιώκη το μέσον. Εννοώ δε την ηθικήν. Διότι αυτή περιστρέφεται εις τα πάθη και εις τας πράξεις. Εις αυτά δε υπάρχει και υπερβολή και έλλειψις και μέσον. Λόγου χάριν να φοβηθώμεν και να έχωμεν θάρρος, να αποστραφώμεν και να επιθυμήσωμεν, να οργισθώμεν και να οικτίρωμεν, και εν γένει να ευφρανθώμεν και να λυπηθώμεν είναι δυνατόν και περισσότερον και ολιγώτερον. Αυτά δε και τα δύο δεν είναι το ορθόν, αλλά το όταν πρέπη, και δι' όσα πρέπει, και προς όσους και δι' οποίον λόγον και με όποιον τρόπον πρέπει, αυτά αποτελούν την μεσότητα και το άριστον, τούτο δε είναι ιδιότης της αρετής. Όμοίως πάλιν και διά τας πράξεις υπάρχει υπερβολή και έλλειψις και μέσον. Η δε αρετή περιστρέφεται εις πάθη και εις πράξεις εις τας οποίας η υπερβολή είναι λάθος και η έλλειψις κατακρίνεται, ενώ το μέσον επαινείται και ευδοκιμεί. Αυτά δε και τα δύο είναι ιδιότητες της αρετής. Επομένως η αρετή είναι κάποια μεσότης, αφού επιδιώκει το μέσον. Έπειτα δε το μεν λάθος γίνεται κατά πολλούς τρόπους — διότι το κακόν είναι ιδιότης του απεράντου, καθώς το παρωμοίαζαν οι Πυθαγόρειοι, το δε αγαθόν του περατωμένου, — ενώ η επιτυχία γίνεται μόνον κατά ένα τρόπον. Δι' αυτό το έν είναι εύκολον, το δε άλλο δύσκολον, και εύκολον μεν είναι η αποτυχία του σκοπού, δύσκολον δε η επιτυχία. Ώστε και δι' αυτούς τους λόγους της μεν κακίας ιδιότης είναι η υπερβολή και η έλλειψις, της δε αρετής η μεσότης.
Ένας ο δρόμος του θεού και χίλιοι του διαβόλου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.
&Ορισμός της αρετής. — Επομένως η αρετή είναι ψυχική κατάστασις η οποία ενεργεί κατά προαίρεσιν, και εφαρμόζει την μεσότητα την σχετικήν με ημάς την καθοριζομένην με λόγον και καθώς ημπορεί να την καθορίση ο φρόνιμος άνθρωπος. Είναι δε μεσότης, διότι κείται μεταξύ δύο κακιών, εκ των οποίων η μία προέρχεται από την υπερβολήν, η δε άλλη από την έλλειψιν, και έπειτα διότι από αυτάς άλλαι μεν ζητούν να καθυστερούν, άλλαι δε να υπερβάλλουν το πρέπον και εις τα πάθη και εις τας πράξεις, ενώ η αρετή και ευρίσκει και προτιμά το μέσον. Επομένως ως προς την ουσίαν της και τον ορισμόν ο οποίος εκφράζει την ιδανικήν της τελειοποίησιν η αρετή είναι κάποια μεσότης, ως προς το καλλίτερον όμως και την ορθότητα είναι ακρότης ανυπέρβλητος.
&Πώς η αρετή η οποία είναι μεσότης είναι πολλάκις και ακρότης. — Αλλά δεν επιδέχεται την μεσότητα πάσα πράξις ούτε παν πάθος. Διότι μερικά ενοήθησαν και ωνομάσθησαν μόνον ως αχώριστα από την χυδαιότητα, καθώς η χαιρεκακία, η αναισχυντία, ο φθόνος, και διά τας πράξεις η μοιχεία, η κλοπή, η δολοφονία. Δηλαδή όλα αυτά και τα όμοιά των κατακρίνονται, διότι είναι καθ' εαυτά ποταπά, και όχι διά τας υπερβολάς των ούτε διά τας ελλείψεις των. Επομένως ως προς αυτά ποτέ δεν είναι δυνατόν να επιτύχωμεν το ορθόν, αλλά πάντοτε θα σφάλλωμεν. Ακόμη δε δι' αυτά το ορθόν ή το μη ορθόν δεν έγκειται εις το ποίαν γυναίκα και πότε και πώς θα μοιχεύη κανείς, αλλά γενικώς το να διαπράττη κανείς οποιονδήποτε από αυτά είναι αμάρτημα. Είναι το ίδιον λοιπόν ως να ζητούμεν και εις την αδικίαν και δειλίαν και ακολασίαν να υπάρχη μεσότης και υπερβολή και έλλειψις. Διότι τότε θα είχομεν βεβαίως μεσότητα και της υπερβολής και της ελλείψεως και πάλιν υπερβολήν της υπερβολής και έλλειψιν της ελλείψεως. Και καθώς εις την σωφροσύνην και την ανδρείαν δεν υπάρχει υπερβολή και έλλειψις, διότι το μέσον είναι κάπως άκρον, το ίδιον και δι' εκείνα δεν υπάρχει μεσότης και υπερβολή και έλλειψις, αλλά όπως και αν εκτελούνται είναι αμαρτήματα. Διότι γενικώς ούτε μεσότης υπάρχει διά την υπερβολήν και την έλλειψιν, ούτε υπερβολή και έλλειψις διά την μεσότητα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
&Η θεωρία της μεσότητος εφαρμοζόμενη εις τας ειδικάς αρετάς.& — Τούτο όμως δεν πρέπει μόνον γενικώς να λεχθή, αλλά και να εφαρμοσθή εις τα καθέκαστα. Διότι οι λόγοι οι οποίοι πραγματεύονται περί πράξεων, όσοι μεν είναι γενικοί είναι κάπως ομοιόμορφοι, ενώ όσοι εισέρχονται εις τας λεπτομερείας είναι αληθινοί {6}. Διότι αι πράξεις αναφέρονται εις λεπτομερείς περιπτώσεις και με αυτάς πρέπει να συμφωνούν. Λοιπόν πρέπει να λάβωμεν τας ειδικάς αρετάς από τον κατάλογόν μας των αρετών.
&Ανδρεία.& — Λοιπόν ως προς τον φόβον και το θάρρος η ανδρεία είναι μεσότης. Από δε τους υπερβολικούς, όστις μεν είναι υπερβολικός εις την αφοβίαν δεν έχει όνομα (διότι πολλαί ιδιότητες δεν έλαβαν ονομασίαν), όστις δε είναι υπερβολικός εις το θάρρος λέγεται θρασύς, όστις δε εις μεν τον φόβον είναι υπερβολικός, εις δε το θάρρος ελλιπής, λέγεται δειλός.
&Σωφροσύνη.& — Ως προς τας ηδονάς δε και τας λύπας, όχι όμως όλας και πολύ περισσότερον όλας τας λύπας, μεσότης μεν είναι η σωφροσύνη, υπερβολή δε η ακολασία. Ελλιπέστεροι όμως άνθρωποι διά τας ηδονάς δεν ευρίσκονται τόσον συχνά, και διά τούτο ουδέ όνομα εδόθη πάλιν εις τους τοιούτους, ημείς όμως ας τους θεωρήσωμεν ως αναισθήτους.
&Έλευθεριότης (γενναιοδωρία).& — Ως προς την δοσοληψίαν δε των χρημάτων η μεν μεσότης είναι ελευθεριότης, η δε υπερβολή και έλλειψις είναι ασωτεία και φιλαργυρία. Η δε υπερβολή της μιας είναι τα άκρον αντίθετον της ελλείψεως της άλλης. Διότι ο μεν άσωτος εις μεν την παραχώρησιν είναι υπερβολικός, εις δε την λήψιν είναι ελλιπής, ενώ ο φιλάργυρος αντιθέτως εις μεν την λήψιν είναι υπερβολικός, εις δε την παραχώρησιν ελλιπής. Και βεβαίως προς το παρόν ομιλούμεν με γενικόν τύπον και περιληπτικώς και αρκούμεθα εις αυτόν μόνον, ύστερον όμως θα ομιλήσωμεν ακριβέστερον περί αυτών.
&Μεγαλοπρέπεια.& — Ως προς τα χρήματα όμως υπάρχουν και άλλαι ψυχικαί διαθέσεις, και η μεν μεσότης είναι μεγαλοπρέπεια — δηλαδή ο μεγαλοπρεπής διαφέρει από τον ελευθέριον, διότι ο μεν πρώτος είναι γενναίος εις μεγάλα ποσά, ο δε δεύτερος εις μικρά — η δε υπερβολή είναι απειροκαλία και βαναυσότης, και η έλλειψις μικροπρέπεια. Έχουν δε διαφοράν αι διαθέσεις αυταί από τας σχετικάς με την ελευθεριότητα, πώς όμως διαφέρουν, θα το εξηγήσωμεν αργότερα.
&Τιμή (αξιοπρέπεια) και μεγαλοψυχία. — Ως προς δε την τιμήν και την χαμέρπειαν η μεν μεσότης είναι μεγαλοψυχία, η δε υπερβολή είναι αυτό το οποίον λέγεται κάπως χαυνότης, ενώ η έλλειψις είναι μικροψυχία. Όποιον δε λόγον έχει η μεγαλοπρέπεια προς την ελευθεριότητα, ως περιστρεφομένην εις μικρά ποσά, τον αυτόν λόγον έχει και η τιμή προς την μεγαλοψυχίαν, η οποία είναι μεγάλη τιμή, ενώ η ιδία η τιμή περιστρέφεται εις τα μικρά. Διότι είναι δυνατόν να επιθυμούμεν την τιμήν και όσον πρέπει, και περισσότερον ή ολιγώτερον από ό,τι πρέπει. Και όστις μεν είναι υπερβολικός και εις την επιθυμίαν αυτήν λέγεται φιλόδοξος, όστις δε είναι ελλιπής, ταπεινόφρων, ο δε μέσος δεν έχει όνομα. Επίσης δεν έχουν όνομα και αι διαθέσεις, εκτός μόνον της διαθέσεως του φιλοδόξου, η οποία λέγεται φιλοδοξία. Διά τούτο οι δύο άκροι διαφιλονικούν το μέσον διάστημα. Αλλά και ημείς άλλοτε μεν τον μέτριον εις την τιμήν τον ονομάζομεν φιλόδοξον, άλλοτε όμως ταπεινόφρονα. Και κάποτε μεν επαινούμεν τον φιλόδοξον, κάποτε όμως τον ταπεινόφρονα. Αλλά τόρα διά ποίον λόγον το κάμνομεν αυτό, θα το ειπούμεν κατωτέρω. Τόρα όμως ας ομιλήσωμεν περί των υπολοίπων κατά τον υποδειχθέντα τρόπον.
&Οργή.& — Υπάρχει δε και ως προς την οργήν υπερβολή και έλλειψις και μεσότης. Επειδή δε σχεδόν δεν έχουν όνομα αυτά, αφού ονομάζομεν τον μέσον μειλίχιον, θα ονομάσωμεν και την μεσότητα μειλιχιότητα. Από δε τους δύο άκρους ο μεν υπερβολικός ας ονομασθή οργίλος και η κακή ιδιότης του οργιλότης, ο δε ελλιπής αόργητος κάπως, και η κακή ιδιότης του αοργησία.
&Αλήθεια (ειλικρίνεια)&. — Υπάρχουν δε και άλλαι τρεις μεσότητες, αι οποίαι έχουν κάποιαν ομοιότητα μεταξύ των, αλλά είναι διαφορετικαί. Διότι όλαι μεν περιστρέφονται εις την επιμιξίαν των λόγων και των πράξεων, διαφέρουν όμως καθότι η μεν μία περιστρέφεται εις την αλήθειαν, αι δε δύο άλλαι εις την ηδονήν. Από αυτάς δε πάλιν τας δύο η μεν μία περιστρέφεται εις τα παιγνίδια, η δε άλλη εις όλα τα πράγματα του βίου. Λοιπόν πρέπει να ομιλήσωμεν και περί αυτών, διά να εννοήσωμεν περισσότερον ότι εις όλα η μεσότης πρέπει να επαινήται, ενώ τα άκρα δεν είναι ούτε ορθά ούτε αξιέπαινα, αλλά αξιοκατάκριτα. Και από αυτούς βεβαίως οι περισσότεροι δεν έχουν όνομα, πρέπει όμως να προσπαθήσωμεν να τους δώσωμεν, καθώς και εις τους άλλους, χάριν σαφηνείας και διά να παρακολουθώμεν ευκόλως. Ως προς την αλήθειαν λοιπόν ο μέσος ας ονομασθή κάπως ειλικρινής και η μεσότης ειλικρίνεια, από δε τας προσποιήσεις η μεν υπερβολική ας ονομασθή αλαζονεία, (υπερηφάνεια) και όστις έχει αυτήν αλαζών, η δε ελλιπής ειρωνεία και όστις έχει αυτήν είρων.
&Ευτραπελία (χαριτολογία)& — Ως προς δε την ηδονήν πρώτον μεν του διασκεδαστικού μέρους ο μεν μέσος είναι ευτράπελος (χαριτολόγος) και η διάθεσις ευτραπελία, η δε υπερβολή βωμολοχία και όστις έχει αυτήν βωμολόχος, ο δε ελλειπής αγροίκος και η διάθεσίς του αγροικία.
&Φιλία.& — Ως προς δε το δεύτερον μέρος του ηδονικού της ζωής, όστις μεν είναι γλυκύς καθώς πρέπει είναι φίλος και η μεσότης φιλία, ο δε υπερβολικός, αν μεν δεν επιδιώκη κανένα σκοπόν, είναι φιλάρεσκος, εάν δε επιδιώκη το συμφέρον του, είναι κόλαξ, ο δε ελλιπής και εις όλα του άνοστος ονομάζεται κάπως φιλόνικος (στραβόξυλο), και ασυμβίβαστος.
&Εντροπή.& — Υπάρχουν δε και εις τα πάθη και τους σχετικούς με τα πάθη μεσότητες. Δηλαδή η εντροπή βεβαίως μεν δεν είναι αρετή, αλλ' όμως επαινείται και ο εντροπαλός. Διότι και εις αυτά άλλος μεν λέγεται μέσος, άλλος δε υπερβολικός και άλλος ελλιπής. Και υπερβολικός μεν είναι ο κατάπληκτος ο οποίος τα πάντα εντρέπεται, ελλιπής δε όστις εντελώς τίποτε δεν εντρέπεται, μέσος δε ο εντροπαλός.
&Νέμεσις (Φιλοδικαιοσύνη).& — Η δε νέμεσις είναι μεσότης μεταξύ φθόνου και χαιρεκακίας, αι οποίαι περιστρέφονται εις την λύπην και την ηδονήν την προερχομένην από όσα συμβαίνουν εις τους πλησίον μας. Διότι ο νεμεσητικός (φιλοδίκαιος) λυπείται δι' όσους ευτυχούν παρά την αξίαν των, ο δε φθονερός υπερβάλλει αυτόν και λυπείται δι' όλους ανεξαιρέτους τους ευτυχούντας, και ο μεν νεμεσητικός λυπείται διά αναξιοπαθούντας, ο δε χαιρέκακος είναι τόσον ελλιπής εις το να λυπήται, ώστε και ευχαριστείται εις τας δυστυχίας του πλησίον. Αλλά δι' όλα αυτά θα εύρωμεν και άλλοτε ευκαιρίαν {7}. Περί δε της δικαιοσύνης, επειδή δεν λέγεται κατά ένα μόνον τρόπον, θα την χωρίσωμεν κατόπιν {8} και θα ομιλήσωμεν δι' έκαστον μέρος της πώς είναι μεσότης, ομοίως δε και περί των λογικών αρετών {9}.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Τα άκρα είναι αντίθετα και ως προς το μέσον και μεταξύ των.& — Από αυτάς δε τας τρεις διαθέσεις, από τας οποίας αι δύο μεν είναι κακίαι, δηλαδή η μία από υπερβολήν και η άλλη από έλλειψιν, η μία δε είναι αρετή, δηλαδή η μεσότης, όλαι είναι αντίθετοι προς όλας. Διότι αι μεν άκραι και προς την μέσην αντιτίθενται και μεταξύ των, η δε μέση προς τας άκρας. Διότι, καθώς το ίσον ως προς μεν το ολιγώτερον είναι περισσότερον, ως προς δε το περισσότερον ολιγώτερον, το ίδιον και αι μέσαι διαθέσεις ως προς μεν τας ελλείψεις είναι υπερβολαί, ως προς δε τας υπερβολάς είναι ελλείψεις, και εις τα πάθη και εις τας πράξεις. Λόγου χάριν ο ανδρείος ως προς μεν τον δειλόν φαίνεται θρασύς, ως προς δε τον θρασύν δειλός. Ομοίως δε και ο σώφρων ως προς μεν τον αναίσθητον είναι ακόλαστος, ως προς δε τον ακόλαστον αναίσθητος, και ο ελευθέριος ως προς μεν τον φιλάργυρον είναι άσωτος (σπάταλος), ως προς δε τον άσωτον φιλάργυρος. Διά τούτο οι δύο άκροι αποκρούουν τον μέσον έκαστος προς τον άλλον άκρον, και ονομάζουν τον ανδρείον ο μεν δειλός θρασύν, ο δε θρασύς δειλόν και διά τους άλλους αναλόγως.
&Η αντίθεσις μεταξύ των δύο άκρων είναι μεγαλιτέρα παρά μεταξύ αυτών και του μέσου.& — Αυτά λοιπόν έχουν μεταξύ των τοιαύτην αντίθεσιν, αλλά η μεγαλιτέρα αντίθεσις είναι μεταξύ των δύο άκρων, παρά μεταξύ αυτών και του μέσου. Διότι αυτά απέχουν περισσότερον το έν από το άλλο, παρά όσον έκαστον από το μέσον, καθώς απέχει περισσότερον το μέγα από το μικρόν και το μικρόν από το μέγα, παρά τα δύο αυτά από το ίσον. Έπειτα φαίνεται ότι υπάρχει εις μερικά άκρα κάποια ομοιότης με το μέσον, καθώς εις την θρασύτητα υπάρχει ομοιότης με την ανδρείαν και εις την ασωτείαν με την ελευθεριότητα. Ενώ μεταξύ των δύο άκρων υπάρχει η μεγαλιτέρα ανομοιότης. Όσα δε απέχουν πάρα πολύ μεταξύ των ονομάζονται άκρα εναντία, επομένως και πλειότερον εναντία είναι όσα απέχουν περισσότερον. Προς δε το μέσον αντιτίθεται εις μερικά μεν πράγματα μάλλον η έλλειψις, εις άλλα δε μάλλον η υπερβολή. Λόγου χάριν προς την ανδρείαν δεν αντιτίθεται η θρασύτης, η οποία είναι υπερβολή, αλλά η δειλία, η οποία είναι έλλειψις. Ενώ εις την σωφροσύνην δεν αντιτίθεται η αναισθησία, η οποία είναι έλλειψις, αλλά η ακολασία, η οποία είναι υπερβολή. Τούτο δε συμβαίνει διά δύο αιτίας, πρώτον μεν ως εκ της φύσεως αυτού του πράγματος, διότι επειδή το έν άκρον είναι πλησιέστερον και ομοιότερον με το μέσον, δεν αντιτάσσομεν τούτο αλλά μάλλον το αντίθετόν του• λόγου χάριν, επειδή η θρασύτης φαίνεται ομοιότερα προς την ανδρείαν και πλησιεστέρα, η δε δειλία ανομοιοτέρα, διά τούτο αυτήν μάλλον αντιτάσσομεν. Διότι όσα απέχουν περισσότερον από το μέσον φαίνονται περισσότερον αντίθετα. Η πρώτη λοιπόν αιτία είναι αυτή, δηλαδή από την φύσιν του πράγματος. Η δευτέρα δε είναι η ατομική μας αντίληψις• Διότι εις όσα ημείς έχομεν κάποιαν φυσικήν διάθεσιν, αυτά μας φαίνονται περισσότερον αντίθετα προς το μέσον. Λόγου χάριν ημείς περισσότερον εκ φύσεως ρέπομεν εις τας ηδονάς, και διά τούτο περισσότερον παρασυρόμεθα εις την ακολασίαν παρά εις την σεμνοπρέπειαν. Λοιπόν θεωρούμεν περισσότερον αντίθετα εκείνα, εις τα οποία γίνεται περισσοτέρα τάσις. Και διά τούτο η ακολασία, η οποία είναι υπερβολή, είναι περισσότερον αντίθετος προς την σωφροσύνην.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
&Ένεκα της δυσκολίας του ορθού πρέπει να προτιμώμεν το μικρότερον κακόν.& — Ότι λοιπόν αρετή είναι η ηθική μεσότης, και πώς, και ότι είναι μεσότης δύο κακιών, δηλαδή της υπερβολικής και της ελλιπούς, και ότι είναι τοιαύτη, διότι προσέχει εις το μέσον ως προς τας πράξεις και τα πάθη, τούτο εξετάσθη αρκετά καλά. Διά τούτο είναι δύσκολον να είναι κανείς σπουδαίος, διότι είναι δύσκολον εις παν πράγμα να λάβη κανείς το μέσον καθώς λόγου χάριν δεν είναι εύκολον εις τον καθένα να εύρη το κέντρον του κύκλου, αλλά εις τον ειδήμονα. Ομοίως δε και το να οργισθή είναι εύκολον εις τον καθένα και το να δώση χρήμα και να εξοδεύση. Εις ποίον όμως και πόσον και πότε και διατί και πώς, δεν είναι έργον του καθενός ούτε εύκολον. Διά τούτο τα ορθόν είναι και σπάνιον και αξιέπαινον και καλόν. Διά τούτο όστις προσέχει εις το μέσον, πρώτον πρέπει να απομακρύνεται από το περισσότερον αντίθετον, καθώς συμβουλεύει και η Καλυψώ:
«Κράτει το πλοίον μακράν απ'αυτόν τον καπνόν και το κύμα».
Διότι από τα άκρα το έν είναι περισσότερον σφαλερόν, το δε άλλο ολιγώτερον. Επειδή λοιπόν είναι εις άκρον δύσκολον να επιτύχωμεν το μέσον, διά τούτο καθώς λέγει η παροιμία εις το άλλο ταξίδι πρέπει να δεχθώμεν τα ολιγώτερα κακά. Τούτο δε θα συμβή προ πάντων με τον τρόπον που είπαμεν. Πρέπει δε ακόμη να εξετάζωμεν και εις ποία είμεθα ημείς οι ίδιοι επιρρεπείς, διότι άλλοι είναι πλασμένοι επιρρεπείς εις άλλα. Τούτο δε θα το εννοήσωμεν από την ιδιαιτέραν ηδονήν και λύπην την οποίαν προξενούν εις ημάς. Πρέπει δε να σύρωμεν τον εαυτόν μας εις τα αντίθετα από αυτά. Διότι, όσον περισσότερον απομακρυνόμεθα από το σφάλμα, τόσον πλησιάζομεν εις το μέσον. Και τούτο το ίδιον κάμνουν όσοι ισιάζουν τα στραβόξυλα. Εις όλα όμως πρέπει προ παντός να αποφεύγωμεν τα ηδονικά και την ηδονήν. Διότι αυτήν δεν την κρίνομεν αμερολήπτως. Όπως λοιπόν οι δημογέροντες της Τροίας εφέρθησαν προς την Ελένην, το ίδιον πρέπει και ημείς να αισθανθώμεν απέναντι της ηδονής και πάντοτε να ενθυμούμεθα τι είπαν εις το τέλος εκείνοι {10}. Διότι, εάν την απομακρύνωμεν κατ' αυτόν τον τρόπον, ολιγώτερον θα σφάλλωμεν. Λοιπόν με μίαν λέξιν, εάν κάμνωμεν αυτά, περισσότερον θα ημπορούμεν να επιτύχωμεν το μέσον. Ίσως όμως αυτό είναι δύσκολον να το επιτύχωμεν, και προ πάντων εις τας ιδιαιτέρας περιπτώσεις. Λόγου χάριν δεν είναι εύκολον να ορίσωμεν γενικώς πώς πρέπει να οργιζώμεθα και με ποίους και διά ποία πράγματα και πόσην ώραν. Διότι και ημείς οι ίδιοι άλλοτε μεν επαινούμεν τους ελλιπείς και τους ονομάζομεν ημέρους (πράους), άλλοτε δε τους εκτραχυνομένους και τους ονομάζομεν ανδροπρεπείς. Αλλ' όστις μεν εκτροχιάζεται ολίγον από το ορθόν δεν κατακρίνεται, ούτε εάν εκτροχιάζεται εις το περισσότερον, ούτε εις το ολιγώτερον, αλλά μόνον όστις εκτροχιάζεται πάρα πολύ. Αυτός δε δεν μας διαφεύγει. Τόρα όμως μέχρι ποίου βαθμού και πόσην ώραν εάν οργισθή, είναι αξιοκατάκριτος, αυτό δεν είναι εύκολον να ορισθή με κανόνα. Διότι ούτε άλλο κανέν πράγμα της αισθήσεως είναι εύκολον να ορισθή. Τα τοιαύτα δε ανήκουν εις τας διαφόρους περιπτώσεις, και η κρίσις αυτών ανήκει εις την αίσθησιν. Επομένως τόσον μόνον απεδείχθη εκ των ανωτέρω, ότι η μέση διάθεσις είναι εις όλα αξιέπαινος, και ότι πρέπει να κλίνωμεν άλλοτε μεν προς την υπερβολήν, άλλοτε δε προς την έλλειψιν. Διότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα επιτύχωμεν το μέσον και το ορθόν όσον το δυνατόν ευκολώτερον.
ΒΙΒΛΙΟΝ Γ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
&Διάκρισις εκουσίων και ακουσίων πράξεων.& — Επειδή λοιπόν η αρετή περιστρέφεται εις τα πάθη και τας πράξεις, και διά μεν τα εκούσια ακολουθούν οι έπαινοι και αι κατακρίσεις, διά δε τα ακούσια η συγγνώμη, κάποτε μάλιστα και ο οίκτος, ίσως είναι ανάγκη όσοι ερευνούν την αρετήν να διακρίνουν το εκούσιον και το ακούσιον, τούτο δε είναι χρήσιμον και εις τους νομοθέτας διά τας αμοιβάς και διά τας ποινάς.
Φαίνεται δε ότι ακούσια είναι όσα γίνονται με βίαν ή από αμάθειαν. Βίαιον δε είναι παν ό,τι έχει την προέλευσίν του έξωθεν, η οποία είναι τοιαύτη, ώστε διόλου να μη συντελή όστις πράττει ή όστις πάσχει• καθώς λόγου χάριν εάν ο άνεμος μας φέρη κάπου ή άνθρωποι οι οποίοι μας εξουσιάζουν. Όσα δε γίνονται από φόβον μεγαλιτέρων κακών ή διά κανένα καλόν σκοπόν, λόγου χάριν εάν ένας τύραννος μας διατάσση να πράξωμεν ατιμίαν, ενώ έχει εις χείρας του τους γονείς και τα τέκνα μας, και όταν μεν το εκτελέσωμεν σώζωνται, όταν όμως δεν το εκτελέσωμεν φονεύωνται εκείνοι, τότε επιδέχεται αμφισβήτησιν αν αυτή η πράξις είναι ακουσία ή εκουσία. Κάτι δε παρόμοιον συμβαίνει και εις τας αβαρίας εν καιρώ τρικυμίας. Διότι χωρίς λόγον κανείς δεν ρίπτεται εις την θάλασσαν εκουσίως, χάριν όμως της ιδικής του σωτηρίας και των άλλων ρίπτεται πας όστις έχει νουν. Μικταί λοιπόν είναι αι τοιαύται πράξεις, φαίνονται όμως μάλλον εκούσιοι. Διότι είναι προαιρετικαί την στιγμήν που εκτελούνται. Το αποτέλεσμα όμως μιας πράξεως εξαρτάται από την κρίσιμον στιγμήν. Επομένως και το εκούσιον και το ακούσιον εφαρμόζεται εις την στιγμήν της εκτελέσεως. Βεβαίως δε εκείνην την στιγμήν το εκτελεί εκουσίως. Διότι και η αρχή της κινήσεως των μελών του οργανισμού του υπάρχει εντός αυτού. Και δι' όσα υπάρχει εντός του η αρχή, είναι εις βάρος του και η εκτέλεσις και η μη εκτέλεσις. Αυτά λοιπόν είναι εκούσια, απολύτως όμως ίσως είναι ακούσια. Διότι κανείς δεν είναι δυνατόν να προτιμήση κανέν από αυτά καθ' εαυτό χωρίς άλλον λόγον. Διά παρομοίας όμως πράξεις κάποτε και επαινούνται ακόμη, όταν υποφέρουν κάτι τι ατιμαστικόν ή λυπηρόν, απέναντι μεγάλων και καλών. Ενώ, εάν κάμουν αντιστρόφως, κατακρίνονται. Διότι το να υπομείνη τα αίσχιστα χάριν ατίμου ή μηδαμινού πράγματος, ανήκει εις τον ποταπόν άνθρωπον. Εις μερικά δε έπαινος μεν δεν υπάρχει, υπάρχει όμως η συγγνώμη, όταν κανείς πράξη το κακόν διά λόγους οι οποίοι αναστατόνουν την ανθρωπίνην φύσιν, και κανείς δεν ημπορή να τους υπομείνη. Διά μερικά δε ίσως δεν είναι δυνατόν να υποκύψη κανείς, αλλά πρέπει μάλλον να προτιμήση να αποθάνη, και αν πάθη ακόμη τα φοβερώτερα που υπάρχουν. Και βεβαίως φαίνονται γελοία τα αίτια, τα οποία ανάγκασαν τον Αλκμέωνα του Ευριπίδου να γίνη μητροκτόνος.
&Εξακρίβωσις των δυσκολωτέρων περιπτώσεων&. — Είναι δε δύσκολον πολλάκις να διακρίνωμεν ποίον πράγμα πρέπει να προτιμήσωμεν από άλλο και τι πρέπει να υποφέρωμεν χάριν ενός άλλου, αλλά ακόμη δυσκολώτερον είναι να εμμείνωμεν εις την απόφασίν μας. Διότι συνήθως τα αναμενόμενα είναι οδυνηρά, οι δε εκβιασμοί ατιμωτικοί, και δι' αυτό υπάρχουν έπαινοι και κατακρίσεις δι' όσους υπέκυψαν ή όχι. Και λοιπόν ποία πρέπει να λέγωμεν εκβιαστικά; Ή μήπως απολύτως μεν όταν η αιτία ευρίσκεται έξω, και όταν όστις πράττει δεν συντελή ο ίδιος εις τίποτε; Όσα όμως απολύτως μεν είναι εκούσια, αυτήν την στιγμήν όμως και διά αυτήν εδώ την αιτίαν είναι προτιμότερα, και η αρχή της ενεργείας υπάρχει εις τον εκτελούντα, μήπως άραγε αυτά καθ' εαυτά μεν είναι ακούσια, αυτήν την στιγμήν όμως και δι' αυτήν την αιτίαν είναι εκούσια; Και βεβαίως μάλλον φαίνονται εκούσια. Διότι αι πράξεις ανήκουν εις τας ιδιαιτέρας περιπτώσεις, αυταί δε είναι εκούσιαι. [] όμως χάριν ποίων πρέπει να προτιμώμεν, δεν είναι εύκολον να το ορίσωμεν. Διότι υπάρχουν πολλαί ποικιλίαι εις τας ιδιαιτέρας περιπτώσεις. Εάν δε θεωρήση κανείς τα ηδονικά και τα ωραία ως εκβιαστικά — διότι εκβιάζουν βεβαίως, αφού ευρίσκονται έξω — ,τότε πλέον όλα ημπορούν να θεωρηθούν εκβιαστικά. Διότι όλαι αι πράξεις όλων των ανθρώπων γίνονται χάριν αυτών. Έπειτα αι μεν εκβιαστικαί και ακούσιαι πράξεις είναι λυπηραί, ενώ αι γενόμεναι χάριν της ηδονής και του ωραίου είναι περιπλέον και ηδονικαί. Είναι λοιπόν κωμικόν να προφασίζεται κανείς τα έξω, και όχι τον εαυτόν του, αφού παραδίδεται διά να δελεασθή από αυτά, και διά μεν τα καλά να θεωρή αίτιον τον εαυτόν του, διά δε τα ποταπά να προφασίζεται την ηδονήν. Επομένως εκβιασμός φαίνεται ότι είναι, όταν η αρχή υπάρχη έξωθεν, χωρίς να συντελή διόλου ο εκβιασθείς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
&Επί της αμαθείας διακρίνομεν εκούσιον, ακούσιον, και ημιεκούσιον.& — Το δε γινόμενον από αμάθειαν δεν είναι μεν ποτέ εκούσιον, καθαρώς ακούσιον όμως είναι μόνον το φέρον λύπην και μεταμέλειαν. Διότι όστις έπραξε οτιδήποτε από αμάθειαν και δεν έφερε καμμίαν αντίστασιν κατά την ώραν της εκτελέσεως, ναι μεν δεν το έπραξε εκουσίως, αφού βεβαίως δεν το εγνώριζε, αλλά πάλιν ούτε ακουσίως, αφού δεν το έπραξε με λύπην. Λοιπόν εις τα προερχόμενα από αμάθειαν, όστις μεν μετανοεί έπραξε ακουσίως, όστις όμως δεν μετανοεί, αφού δεν είναι όμοιος, ας τον θεωρήσωμεν ημιεκούσιον. Διότι, αφού έχει διαφοράν, είναι καλλίτερον να του δώσωμεν ιδιαίτερον όνομα.
&Διαφέρουν αι πράξεις αι εξ αμαθείας από τας εν αγνοία. — Φαίνεται δε ότι διαφέρει και η εξ αμαθείας πράξις από την εν αγνοία. Διότι ο μεθυσμένος ή ο οργιζόμενος δεν φαίνεται ότι πράττει από αμάθειαν, αλλά δι' έν από τα ελαττώματα τα οποία είπαμεν, πάλιν όμως όχι εν γνώσει του, αλλά ασυνειδήτως. Και βεβαίως πας άνθρωπος αβέλτερος απρόκοπος δεν έχει είδησίν του τι πρέπει να πράττη και ποία να αποφεύγη, και ένεκα αυτής της ελλείψεως γίνονται άδικοι και γενικώς κακοί. Το ακούσιον όμως εφαρμόζεται κυρίως όχι όταν κανείς αγνοή τα συμφέροντα. Διότι η αμάθεια η οποία υπάρχει εις την προαίρεσιν δεν είναι αιτία του ακουσίου, αλλά της καθολικής του αβελτερίας. Ούτε πάλιν η γενική αμάθεια είναι αιτία — διότι τουλάχιστον εξ αιτίας αυτής κατακρίνονται — , αλλά εκείνη των ιδιαιτέρων συνθηκών υπό τας οποίας εξετελέσθη η πράξις και των ζητημάτων εις τα οποία περιεστρέφετο. Διότι εις αυτάς μόνον υπάρχει και οίκτος και συγγνώμη. Διότι όστις αγνοεί καμμίαν από αυτάς πράττει ακουσίως.
&Αι συνθήκαι υπό τας οποίας εκτελείται η πράξις.& — Ίσως λοιπόν δεν είναι κακόν να ορίσωμεν αυτάς τας ιδιαιτέρας συνθήκας ποίαι είναι και πόσαι. Είναι λοιπόν:
1) Ο δράστης, 2) η πράξις, 3) η περίπτωσις ή αι συνθήκαι της πράξεως. Κάποτε όμως και:
4) το όργανον, 5) το ελατήριον, λόγου χάριν διά να σωθή, και 6) ο τρόπος, λόγου χάριν ησύχως ή με ορμήν.
Αυτά λοιπόν όλα μαζί δεν είναι δυνατόν να υπάρχη άνθρωπος ο οποίος τα αγνοεί, εκτός εάν είναι μανιακός, και βεβαίως ούτε τον δράστην. Διότι πώς είναι δυνατόν να αγνοή τον εαυτόν του; Αλλά την πράξιν είναι δυνατόν να αγνοή κανείς, καθώς πολλοί συνήθως λέγουν ότι τους εξέφυγε η λέξις από το στόμα, ή ότι δεν εγνώριζαν ότι ήτο μυστικόν, καθώς ο Αισχύλος διά τα Ελευσίνια μυστήρια {11}, ή ότι ήθελε απλώς να δείξη τον χειρισμόν του όπλου και το έρριψε, καθώς εκείνος ο οποίος ρίπτει τον καταπέλτην. Είναι δε δυνατόν κανείς και τον υιόν του να τον θεωρήση εχθρόν, καθώς η Μερόπη {12}, και να ειπή ότι ήτο ως σφαίρα η αιχμή του δόρατος, ενώ ήτο ακονισμένον, ή ότι το λιθάρι ήτο ελαφρόπετρα. Έπειτα ότι τον εκτύπησε διά να τον σωφρονίση και τον εφόνευσε. Και ότι ηθέλησε απλώς να τον εγγίση, διά να του δείξη πώς κάμνουν οι πυγμάχοι, και τον εκτύπησε δυνατά. Αφού λοιπόν η άγνοια περιστρέφεται εις όλας αυτάς τας συνθήκας της πράξεως, όστις δεν εγνώριζε κάποιον από αυτά φαίνεται ότι έπραξε ακουσίως την πράξιν και μάλιστα εις τα σπουδαιότερα. Σπουδαιότερα δε φαίνονται αι συνθήκαι (3)/δες ανωτέρω/ και το ελατήριον (4)/5 ανωτέρω/. Και βεβαίως διά να θεωρηθή κανείς ακούσιος εις τοιαύτην περίπτωσιν αγνοίας, πρέπει να φανή ότι ελυπήθη διά την πράξιν και μετανοεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
&Αι πράξεις αι γινόμενοι εκ πάθους ή επιθυμίας είναι εκούσιαι.& — Αφού λοιπόν είναι ακούσιον το εκ βίας ή εξ αμαθείας γινόμενον, ίσως είναι ορθόν να δεχθώμεν ότι το εκούσιον είναι εκείνο το οποίον έχει την αρχήν του εις τον δράστην, όταν γνωρίζη τας ιδιαιτέρας συνθήκας της πράξεως. Δηλαδή ίσως ουχί ορθώς λέγεται ακουσία η πράξις η προερχομένη από έξαψιν ή επιθυμίαν. Διότι πρώτον μεν κανέν από τα άλλα ζώα δεν πρέπει να θεωρήσωμεν τότε πλέον ότι πράττει τίποτε εκουσίως, ούτε οι παίδες. Έπειτα άραγε καμμίαν πράξιν από όσας πράττομεν από επιθυμίαν ή έξαψιν, δεν την πράττομεν εκουσίως, ή μόνον τας καλάς εκουσίως, τας δε ποταπάς ακουσίως; Ή μήπως είναι γελοίον τούτο, αφού το αίτιον είναι έν; Ίσως δε είναι παράλογον να ονομάζωμεν ακούσια, όσα κατ' ανάγκην τα επιθυμούμεν. Είναι δε ανάγκη και να οργιζώμεθα διά μερικά και να επιθυμούμεν μερικά• λόγου χάριν την υγείαν και την μάθησιν.
Ακόμη δε φαίνεται ότι τα ακούσια είναι λυπηρά, ενώ τα επιθυμητά είναι ευχάριστα. Έπειτα δε ποίαν διαφοράν έχουν ως προς το εκούσιον τα σφάλματα τα προερχόμενα από σκέψιν ή από έξαψιν; Διότι και τα δύο πρέπει να τα αποφεύγωμεν, και φαίνεται ότι όχι ολιγώτερον είναι ανθρώπιναι αι παράλογοι εξάψεις. Επομένως πρέπει να αποφεύγωμεν και τας πράξεις τας προερχομένας από έξαψιν και από επιθυμίας. Ώστε είναι άτοπον να τα θεωρήσωμεν αυτά ακούσια.