← Table of contents
Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος

Front matter (continued 2)

Kyriakos Zambas translation

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Η προαίρεσις δεν είναι το ίδιον το εκούσιον.& — Αφού δε ωρίσαμεν το εκούσιον και το ακούσιον, τόρα είναι καιρός να ομιλήσωμεν περί προαιρέσεως. Διότι αύτη φαίνεται ότι συνδέεται στενώς με την αρετήν και ότι κρίνει μάλλον τα ήθη παρά τας πράξεις. Λοιπόν η προαίρεσις φαίνεται μεν ότι είναι κάτι τι εκούσιον, δεν είναι όμως το ίδιον με αυτό, αλλά το εκούσιον είναι ευρύτερον. Διότι το εκούσιον το έχουν και οι παίδες και τα άλλα ζώα, την προαίρεσιν όμως όχι. Και έπειτα, τα εξαφνικά, εκούσια μεν τα λέγομεν, όχι όμως και κατά προαίρεσιν.

&Η προαίρεσις δεν είναι ούτε επιθυμία ούτε έξαψις.& — Όσοι δε θεωρούν την προαίρεσιν ως επιθυμίαν η έξαψιν ή βούλησιν ή καμμίαν κρίσιν φαίνεται ότι δεν λέγουν την αλήθειαν. Διότι η προαίρεσις δεν είναι κοινή και εις τα άλογα ζώα, ενώ είναι κοινή η επιθυμία και η έξαψις. Και ο ακόλαστος με επιθυμίαν μεν πράττει, όχι όμως και με προαίρεσιν. Ο δε εγκρατής αντιστρόφως πράττει μεν με προαίρεσιν, όχι όμως με επιθυμίαν. Εξ άλλου εις την προαίρεσιν μεν αντιτίθεται η επιθυμία, όχι όμως και εις την επιθυμίαν άλλη επιθυμία. Και πάλιν η μεν επιθυμία περιστρέφεται εις το ηδονικόν και λυπηρόν, ενώ η προαίρεσις ούτε εις το λυπηρόν ούτε εις το ηδονικόν. Πολύ δε ολιγώτερον πάλιν η έξαψις. Δηλαδή πολύ ολιγώτερον φαίνονται ως κατά προαίρεσιν όσα γίνονται από έξαψιν.

&Η προαίρεσις δεν είναι βούλησις.& — Αλλά βεβαίως ούτε βούλησις δεν είναι η προαίρεσις, αν και φαίνεται ότι πλησιάζει πάρα πολύ εις αυτήν. Διότι προαίρεσις μεν δεν υπάρχει επί πραγμάτων αδυνάτων, και αν εις αυτά ειπή κανείς ότι έχει προαίρεσιν, θα εφαίνετο ηλίθιος. Βούλησις όμως υπάρχει επί πραγμάτων αδυνάτων λόγου χάριν της αθανασίας. Και βούλησις μεν υπάρχει και εις όσα κανείς δεν συνετέλεσε διόλου ο ίδιος διά να εκτελεσθούν λόγου χάριν να νικήση κάποιος ηθοποιός ή αθλητής. Προαίρεσιν όμως εις αυτά δεν έχει κανείς, αλλά μόνον εις όσα νομίζει ότι θα συνετελέση ο ίδιος διά να εκτελεσθούν. Εξ άλλου δε η βούλησις αποβλέπει μάλλον εις τον σκοπόν, ενώ η προαίρεσις εις τα προηγούμενα του σκοπού• λόγου χάριν το να είμεθα υγιείς είναι έργον της βουλήσεώς μας, της προαιρέσεως όμως έργον είναι, ποία μέσα φέρουν την υγείαν. Επίσης το να είμεθα ευτυχείς θέλομεν και το λέγομεν ότι το θέλομεν. Να ειπούμεν όμως ότι έχομεν την προαίρεσιν να γίνωμεν ευτυχείς δεν αρμόζει. Διότι γενικώς η προαίρεσις φαίνεται ότι εφαρμόζεται εις όσα εξαρτώνται από την ικανότητά μας.

&Η προαίρεσις δεν είναι κρίσις&. — Βεβαίως όμως ούτε κρίσις είναι δυνατόν να είναι η προαίρεσις. Διότι η μεν κρίσις φαίνεται ότι περιστρέφεται εις όλα, και όχι ολιγώτερον εις τα αιώνια και τα αδύνατα, παρά εις τα εξαρτώμενα από τας δυνάμεις μας. Έπειτα η κρίσις χωρίζεται εις ψευδή και αληθινήν και όχι εις κακήν και αγαθήν, ενώ η προαίρεσις μάλλον χωρίζεται εις κακήν και αγαθήν. Και λοιπόν γενικώς ίσως ουδέ εθεώρησε κανείς την προαίρεσιν το ίδιον με την κρίσιν. Δεν είναι όμως ούτε εις κανέν μέρος της το ίδιον με την κρίσιν. Διότι μόνον με την προαίρεσιν των αγαθών ή των κακών έχομεν μίαν ηθικήν ιδιότητα, όχι όμως και με το να κρίνωμεν αυτά. Και πάλιν έχομεν μεν προαίρεσιν εις το να λάβωμεν ή να αποφύγωμεν ή εις κάτι τι παρόμοιον, κρίνομεν όμως τι είναι αυτά, ή είς τινα συμφέρει, ή πώς γίνονται, και ποτέ δεν κρίνομεν το να λάβωμεν ή να αποφύγωμεν. Έπειτα η μεν προαίρεσις επαινείται όταν επιτύχη το πρέπον ή το ορθόν, ενώ η κρίσις, όταν επιτύχη την αλήθειαν. Και προαίρεσιν μεν έχομεν δι' όσα γνωρίζομεν τόσον καλά. Έπειτα φαίνεται ότι δεν είναι οι ίδιοι άνθρωποι οι τελειότεροι εις την προαίρεσιν και εις την κρίσιν, αλλά μερικοί κρίνουν μεν καλλίτερον, από την κακίαν των όμως προαιρούνται όσα δεν πρέπει. Εάν δε προστίθεται και κρίσις εις την προαίρεσιν ή παρακολουθή αυτήν, δεν έχει καμμίαν σημασίαν. Διότι ημείς δεν εξετάζομεν τούτο, αλλ' αν είναι το ίδιον η προαίρεσις με καμίαν κρίσιν.

Συμπέρασμα. Τότε λοιπόν τι είναι, ή ποίου είδους είναι η προαίρεσις, αφού δεν είναι κανέν από όσα είπαμεν; Βεβαίως φαίνεται μεν κάτι τι εκούσιον, αλλά το εκούσιον δεν είναι πάντοτε προαίρεσις. Αλλά τότε μήπως άραγε είναι το προσχεδιασμένον; Διότι η προαίρεσις συνοδεύεται με το λογικόν και την διάνοιαν. Φαίνεται όμως ότι τούτο υποδεικνύει και το όνομα το οποίον σημαίνει κάτι προηγουμένως από άλλα προτιμητέον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Περιπτώσεις μη επιδεχόμενοι προμελέτην.& — Τόρα όμως άραγε όλα τα προμελετά κανείς, και όλα ημπορούν να προμελετηθούν, ή μήπως μερικά δεν επιδέχονται προμελέτην; Ίσως δε πρέπει να θεωρήσωμεν ως αντικείμενον προμελέτης όχι ό,τι ημπορούσε να προμελετήση ο ηλίθιος ή ο μανιακός, αλλά μόνον ο συνετός. Λοιπόν διά τας αιωνίας αληθείας κανείς δεν προμελετά• λόγου χάριν περί του κόσμου, ή περί της διαμέτρου ότι είναι ασύμμετρος προς την πλευράν του εγγεγραμμένου τετραγώνου. Αλλ' ούτε περί των κινητών, τα οποία όμως επαναλαμβάνονται ομοίως, είτε εξ ανάγκης, είτε εκ φύσεως, ή διά καμμίαν άλλην αιτίαν, καθώς είναι λόγου χάριν αι τροπαί και αι ώραι της ανατολής. Ούτε δι' όσα αλλάζουν κατά καιρούς• καθώς λόγου χάριν διά τας ξηρασίας και τας βροχάς. Ούτε δι' όσα προέρχονται από την τύχην λόγου χάριν διά την εύρεσιν θησαυρού. Ούτε τέλος όλα γενικώς τα ανθρώπινα• λόγου χάριν πώς ήτο δυνατόν να πολιτεύωνται τελειότερον οι Σκύθαι κανείς από τους Λακεδαιμονίους δεν το σκέπτεται. Διότι από όλα αυτά τίποτε δεν ημπορεί να προέλθη από ημάς.

&Περιπτώσεις επιδεχόμενοι προμελέτην.& — Προμελετούμεν όμως όσα εξαρτώνται από ημάς να εκτελεσθούν. Αυτά λοιπόν υπολείπονται να εξετάσωμεν. Δηλαδή φαίνονται ότι αιτίαι είναι η φύσις και η ανάγκη και η τύχη, και εκτός τούτων ο νους και παν ό,τι γίνεται διά μέσου του ανθρώπου. Οι άνθρωποι όμως προμελετούν έκαστος, τι ημπορεί να γίνη διά μέσου του εαυτού των. Και διά μεν τας ακριβείς και αυτοτελείς επιστήμας δεν υπάρχει σκέψις• καθώς λόγου χάριν διά τα γράμματα, διότι δεν διστάζομεν πώς πρέπει να γράψωμεν. Αλλά μόνον εις όσα γίνονται διά μέσου ημών, και δεν γίνονται πάντοτε κατά τον ίδιον τρόπον, δι' αυτά μόνον σκεπτόμεθα• καθώς λόγου χάριν μάλλον διά τα ιατρικά ζητήματα και διά τα χρηματιστικά και διά την πλοιαρχικήν, παρά διά την γυμναστικήν, διότι αυτά είναι ολιγώτερον καθωρισμένα με λεπτομέρειαν, ομοίως δε και διά τα άλλα. Έπειτα περισσότερον σκεπτόμεθα διά τας τέχνας παρά διά τας επιστήμας, διότι περισσότερον διστάζομεν δι' εκείνας. Δηλαδή η προμελέτη γίνεται διά τα συμβαίνοντα συνήθως, διά τα οποία όμως δεν είναι βέβαιον το αποτέλεσμα, και δι' όσα δεν είναι προσδιωρισμένον. Εις δε τα σπουδαιότερα δεχόμεθα συμβουλάς, διότι δεν έχομεν εμπιστοσύνην εις τον εαυτόν μας ότι είμεθα ικανοί να κάμωμεν διάγνωσιν.

&Πώς γίνεται η προμελέτη.& — Προμελετούμεν δε όχι τα αποτελέσματα αλλά τα μέσα τα φέροντα εις τα αποτελέσματα.

Δηλαδή ούτε ο ιατρός σκέπτεται αν θα υγιάνη ο ασθενής, ούτε ο ρήτωρ αν θα πείση τους ακροατάς, ούτε ο πολιτικός αν θα φέρη ευνομίαν, ούτε από τους άλλους κανείς σκέπτεται τον σκοπόν. Αλλά απλώς θέτουν ως βάσιν τον σκοπόν και προμελετούν τον τρόπον και τα μέσα της εκτελέσεως. Και όταν μεν φαίνεται ότι ο σκοπός ημπορεί να εκτελεσθή με πολλά μέσα τότε ερευνούν το ευκολώτερον και καλλίτερον. Όταν όμως έν μέσον υπάρχη, τότε ερευνούν πώς θα εκτελεσθή ο σκοπός με αυτό το μέσον, και εκείνο με ποίον άλλο μέσον θα εκτελεσθή, έως ότου να φθάσουν εις το πρώτον αίτιον, το οποίον είναι τελευταίον εις τον δρόμον της ερεύνης. Διότι όστις προμελετά φαίνεται ότι ερευνά και αναλύει με τον τρόπον που είπαμεν ως να αναλύη γεωμετρικά σχήματα τα οποία εσχεδίασε. Φαίνεται δε ότι η μεν έρευνα δεν είναι πάντοτε προμελέτη, καθώς λόγου χάριν αι μαθηματικαί έρευναι, ενώ η προμελέτη είναι πάντοτε έρευνα, και ότι εκείνο το οποίον ευρίσκομεν τελευταίον με την ανάλυσιν, έρχεται πρώτον εις την πραγματοποίησιν. Και όταν μεν φθάσουν εις αδύνατον πράγμα τότε τα παραιτούν• καθώς λόγου χάριν εάν υπάρχη έλλειψις χρημάτων και δεν είναι δυνατόν να τα προμηθευθούν. Εάν όμως φαίνεται δυνατόν, τότε δοκιμάζουν να το εκτελέσουν. Δυνατά δε είναι όσα ημπορούν να γίνουν διά μέσου ημών. Δηλαδή και όσα γίνονται διά μέσου των φίλων είναι κάπως διά μέσου ημών, διότι η αρχή υπάρχει εις χείρας μας. Εξετάζονται δε άλλοτε μεν τα όργανα, άλλοτε δε η χρησιμοποίησις αυτών. Το ίδιον δε και διά τας άλλας περιπτώσεις• δηλαδή άλλοτε μεν εξετάζεται το όργανον, άλλοτε δε ο τρόπος ή το πρόσωπον. Φαίνεται λοιπόν, καθώς είπαμεν, ότι ο άνθρωπος είναι η αρχή όλων των πράξεων, και ότι η μεν προμελέτη περιστρέφεται εις τα δυνάμενα να εκτελεσθούν από αυτόν, ενώ αι πράξεις γίνονται και διά λόγους οι οποίοι κείνται έξω από αυτά. Επομένως φαίνεται, καθώς είπαμεν, ότι δεν είναι αντικείμενον προμελέτης ο σκοπός, αλλά τα μέσα τα οποία φέρουν εις τον σκοπόν. Ούτε πάλιν σκεπτόμεθα τας ατομικάς περιπτώσεις• λόγου χάριν αν τούτο εδώ είναι άρτος ή αν εχωνεύθη καλώς. Διότι αυτά τα κρίνει η αίσθησις. Εάν δε πρόκειται όλα να τα σκεπτώμεθα, τότε θα προχωρήσωμεν εις το άπειρον.

&Η σχέσις της προμελέτης προς την προαίρεσιν.& — Το αντικείμενον δε της προμελέτης και της προαιρέσεως είναι το ίδιον, με την διαφοράν ότι το αντικείμενον της προαιρέσεως είναι πλέον καθωρισμένον. Δηλαδή ό,τι επροτιμήθη εις το τέλος της προμελέτης, αυτό είναι το αντικείμενον της προαιρέσεως. Διότι έκαστος παύει πλέον να ερευνά πώς πρέπει να προβή εις την εκτέλεσιν, όταν αναβιβάση την αρχήν της πράξεως εις τον εαυτόν του και εις την κυριαρχούσαν εντός του δύναμιν. Διότι αυτή είναι η εκτελούσα την προαίρεσιν. Τούτο δε φαίνεται σαφώς από τα αρχαία πολιτεύματα, τα οποία παριστάνει ο Όμηρος. Δηλαδή οι βασιλείς συνεσκέπτοντο, και όσα απεφάσιζαν, τα ανήγγελλαν εις τον λαόν. Αφού λοιπόν το προαιρετικόν είναι κάτι τι, το οποίον επιθυμούμεν κατόπιν ωρίμου σκέψεως ως εξαρτώμενον από ημάς, τότε και η προαίρεσις φαίνεται ότι είναι προμελετημένη επιθυμία πραγμάτων εξαρτωμένων από ημάς. Διότι, αφού προμελετήσωμεν και σχηματίσωμεν γνώμην, τότε επιθυμούμεν συμφώνως με την προμελέτην.

Αυτά λοιπόν είναι αρκετά διά τον γενικόν ορισμόν της προαιρέσεως, και εις ποία πράγματα περιστρέφεται και ότι εξετάζει τα μέσα τα οποία οδηγούν εις τον σκοπόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Το αντικείμενον της βουλήσεως.& — Ότι δε η βούλησις περιστρέφεται εις τον σκοπόν, αυτό ελέχθη, αλλά άλλοι μεν νομίζουν ότι ο σκοπός είναι το αγαθόν, άλλοι δε, ότι είναι το νομιζόμενον αγαθόν. Έπεται όμως εις την πρώτην περίπτωσιν των παραδεχομένων ως αντικείμενον της βουλήσεως το αγαθόν, ότι δεν είναι αντικείμενον της βουλήσεως εκείνο το οποίον θέλει όστις δεν έχει ορθήν προαίρεσιν. Διότι, εάν είναι αντικείμενον της βουλήσεως, θα είναι συγχρόνως και αγαθόν, ενώ το μη ορθώς προτιμηθέν πιθανόν να τύχη να είναι κακόν. Δι' όσους πάλιν λέγουν ότι αντικείμενον της βουλήσεως είναι το φαινόμενον αγαθόν, έπεται ότι δεν υπάρχει εκ φύσεως το αντικείμενον της βουλήσεως, αλλά εις έκαστον είναι εκείνο που νομίζει αυτός. Άλλος λοιπόν άλλο θεωρεί αγαθόν, και είναι δυνατόν να τύχη να νομίζη αγαθόν το αντίθετον από ένα άλλον. Αφού λοιπόν αυτά δεν ημπορούμεν να τα επιδοκιμάσωμεν, δεν έπεται άραγε ότι πρέπει να ειπούμεν, ότι γενικώς μεν και συμφώνως με την αλήθειαν αντικείμενον της βουλήσεως είναι το αγαθόν, δι' έκαστον όμως χωριστά, ό,τι αυτός νομίζει; Επομένως διά μεν τον σπουδαίον δεν είναι άραγε αγαθόν το σύμφωνον με την αλήθειαν, διά δε τον τυχαίον το τυχαίον, καθώς συμβαίνει διά τα σώματα, δηλαδή εις τους έχοντας καλήν διάθεσιν υγιεινά είναι όσα συμφωνούν με τα αληθώς υγιεινά, εις τους έχοντας όμως προδιάθεσιν νοσηράν είναι διάφορα, ομοίοις δε φαίνονται και τα πικρά και γλυκά, και τα βαρέα και όλα τα άλλα; Διότι ο σπουδαίος κρίνει ορθώς, και εις τας λεπτομερείας ευρίσκει το αληθές. Δηλαδή εις εκάστην σωματικήν προδιάθεσιν υπάρχουν ιδιαίτερα καλά και ηδονικά, και ίσως είναι πολύ ανώτερος ο σπουδαίος εις το να παρατηρή εις εκάστην περίπτωσιν το αληθές, ως να είναι αυτός ο κανών και το ορθόν μέτρον αυτών. Εις τους περισσοτέρους όμως η απάτη φαίνεται ότι προέρχεται από την ηδονήν. Διότι αυτή φαίνεται ότι είναι αγαθόν, ενώ δεν είναι. Τουλάχιστον οι περισσότεροι προτιμούν την ηδονήν ως αγαθόν, την δε λύπην την αποφεύγουν ως κακόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Απόδειξις του εκουσίου της αρετής και κακίας δι' ισχυρών επιχειρημάτων.& — Αφού δε αντικείμενον μεν της βουλήσεως είναι ο σκοπός, αντικείμενον όμως της προμελέτης και προαιρέσεως είναι τα μέσα τα οποία οδηγούν εις τον σκοπόν, είναι ίσως λογικόν να ειπούμεν ότι αι πράξεις αι οποίαι περιστρέφονται εις αυτά είναι κατά προαίρεσιν και εκούσιαι. Ακριβώς δε αι ενέργειαι των αρετών περιστρέφονται εις αυτά. Επομένως από ημάς εξαρτάται και η αρετή καθώς επίσης και η κακία. Διότι εις όσα εξαρτάται από ημάς η εκτέλεσις, από ημάς εξαρτάται και η μη εκτέλεσις αυτών, και αντιστρόφως εις όσα από ημάς εξαρτάται το όχι, από ημάς εξαρτάται και το ναι. Επομένως, εάν η εκτέλεσις, η οποία είναι καλή, εξαρτάται από ημάς, τότε και η μη εκτέλεσις, η οποία είναι ποταπή, πάλιν εξαρτάται από ημάς. Και αντιστρόφως, εάν η μη εκτέλεσις, η οποία είναι καλή, εξαρτάται από ημάς, τότε και η εκτέλεσις, η οποία είναι ποταπή, εξαρτάται από ημάς. Και αφού εξαρτάται από ημάς να εκτελούμεν τα καλά και τα ποταπά έργα, και από ημάς επίσης να μη τα εκτελούμεν, αυτό δε εννούσαμεν, όταν ωρίζαμεν τον αγαθόν και τον κακόν, έπεται ότι εξαρτάται από ημάς να είμεθα καθώς πρέπει ή μηδαμινοί. Ο δε στίχος ο οποίος λέγει

Ποιός θέλει νάναι πονηρός, και ποιός δεν θέλει άγιος;

φαίνεται εις το δεύτερον μεν μέρος αληθής, εις το πρώτον όμως ψευδής. Διότι ναι μεν κανείς δεν γίνεται αξιομακάριστος ακουσίως, αλλά πάλιν και η μοχθηρία είναι εκούσιον πράγμα. Άλλως πρέπει βεβαίως να διαφιλονικήσωμεν τα προηγούμενα και να ειπούμεν, ότι ο άνθρωπος δεν είναι αρχή και δεν είναι πατήρ των πράξεών του καθώς και των τέκνων του. Εάν όμως αυτά φαίνωνται ορθά και δεν έχωμεν να αναβιβάσωμεν τας πράξεις του εις άλλας αρχάς παρά τας εντός μας, τότε όσων πραγμάτων αι αρχαί ευρίσκονται εντός μας, και τα ίδια εξαρτώνται από ημάς και είναι εκούσια.

&Απόδειξις του εκουσίου διά των νομοθετών και της κοινής γνώμης. — Αυτά δε φαίνεται ότι επικυρούνται και ιδιαιτέρως μεν από τα άτομα, αλλά και υπό των ιδίων νομοθετών. Διότι βασανίζουν και τιμωρούν τους πράττοντας εγκλήματα, εκτός εκείνων όσοι έπραξαν εκβιασθέντες ή από άγνοιαν διά την οποίαν δεν πταίουν οι ίδιοι. Τους δε πράττοντας τα καλά τους ανταμείβουν, διότι θέλουν τους μεν να τους προτρέψουν, εκείνους δε να τους εμποδίσουν. Και όμως όσα ούτε από ημάς εξαρτώνται ούτε είναι εκούσια, κανείς δεν μας προτρέπει να τα εκτελέσωμεν, διότι γνωρίζει ότι δεν μας ωφελεί διόλου να πεισθώμεν να μη έχωμεν θέρμην ή να μη πονούμεν ή να μη πεινώμεν, ή ότι δήποτε άλλο παρόμοιον. Διότι και τότε εξ ίσου πάλιν θα τα πάθωμεν αυτά. Δηλαδή και διά την αμάθειαν ακόμη χωριστά τιμωρούν, όταν κανείς φαίνεται ότι είναι ένοχος της αμαθείας. Λόγου χάριν διά τους μεθυσμένους είναι διπλή η ποινή, διότι η αρχή υπάρχει μέσα των. Δηλαδή ήτο ελεύθερος να μη μεθύση και η μέθη τον έκαμε να αγνοή. Και όσοι δεν γνωρίζουν κάτι τι από όσα διαλαμβάνουν οι νόμοι, ενώ δεν είναι δύσκολα και οφείλουν να τa γνωρίζουν, και αυτούς τους τιμωρούν. Επίσης λοιπόν και εις άλλα όσα φαίνονται ότι τα αγνοούν από αμέλειαν, διότι ήτο εις την εξουσίαν των να μη αγνοούν αυτά, αφού είναι ελεύθεροι να επιμεληθούν. Πιθανώς όμως αυτοί είναι τοιούτοι, ώστε δεν ήθελον επιμεληθή. Πάντως όμως οι ίδιοι πταίουν, αν έγιναν τοιούτοι, διότι έζων απροσέκτως, καθώς και αν είναι άδικοι ή ακόλαστοι, διότι άλλοι μεν εσυνήθιζαν να κακουργούν, άλλοι δε να περνούν με μεθύσια και με παρόμοια. Διότι αι ενέργειαι αι περιστρεφόμεναι εις όλα αυτά τους κάμνουν τοιούτους. Τούτο δε αποδεικνύεται από τους σχεδιάζοντας οποιανδήποτε αγωνιώδη πράξιν. Διότι εξακολουθούν να ενεργούν. Και βεβαίως όστις αγνοεί ότι με την εκτέλεσιν αποκτώνται εις όλα αι συνήθειαι, είναι εντελώς αναίσθητος. Αλλά επίσης παράλογον είναι, όστις κάμνει αδικίας να θέλη να μη γίνη άδικος, και όστις κάμνει ακολασίας να θέλη να μη γίνη ακόλαστος. Και αφού δεν αγνοεί ποίαι πράξεις θα τον συνηθίσουν να γίνη άδικος, έπεται ότι είναι εκουσίως άδικος.

&Η δυσκολία της αποβολής των κακών έξεων δεν αναιρεί το εκούσιον.& — Ίσως όμως ειπή κανείς ότι, αν αυτός θελήση, δεν ημπορεί να παύση να είναι άδικος και να γίνη δίκαιος. Αλλά βεβαίως και ο ασθενής δεν ημπορεί να γίνη υγιής, και εάν έτυχε να ασθενήση εκουσίως, από την άσωτον ζωήν και από την απείθειαν εις τους ιατρούς. Τότε όμως ήτο εις την εξουσίαν του να μη ασθενήση, αφού όμως παρημέλησε, δεν ήτο πλέον εις την εξουσίαν του. Καθώς, αφού ρίψωμεν λίθον, δεν μας είναι δυνατόν να τον πάρωμεν πίσω. Ήτο όμως εις την εξουσίαν μας να τον ρίψωμεν. Δηλαδή η αρχή ήτο εντός μας. Το ίδιον δε συμβαίνει και με τον άδικον και τον ακόλαστον, διότι ημπορούσαν εξ αρχής να μη γίνουν τοιούτοι, επομένως εκουσίως είναι τοιούτοι. Αφού δε έγιναν, δεν είναι δυνατόν να μην είναι. Και όχι μόνον τα ελαττώματα της ψυχής είναι εκούσια, αλλά εις μερικούς και τα ελαττώματα του σώματος, αυτούς δε τους κατακρίνομεν. Και βεβαίως όσοι έχουν φυσικά ελαττώματα, κανείς δεν τους κατακρίνει, αλλά μόνον εκείνους όσοι τα έχουν από αγυμνασίαν και αμέλειαν. Το ίδιον δε και διά την ασθένειαν και την αποκοπήν μελών. Διότι κανείς δεν ημπορεί να υβρίση τον εκ φύσεως τυφλόν ή από κτύπημα, αλλά μάλλον τον λυπείται. Τον τυφλωθέντα όμως από την οινοποσίαν ή από άλλην ακολασίαν έκαστος ημπορεί να τον κατακρίνη. Και λοιπόν τα ελαττώματα του σώματος όσα εξαρτώνται από ημάς κατακρίνονται, όσα όμως δεν εξαρτώνται από ημάς δεν κατακρίνονται. Και αφού αυτά είναι ορθόν, έπεται ότι και από τα άλλα ελαττώματα όσα κατακρίνονται, εξαρτώνται από ημάς.

&Η επίδρασις της φαντασίας δεν αναιρεί το εκούσιον.& — Εάν όμως διισχυρισθή κανείς ότι όλοι επιθυμούν ό,τι φαίνεται εις αυτούς ως αγαθόν, δεν είναι όμως κύριοι της φαντασίας των, απαντώμεν ότι, οποίου είδους διάθεσιν έχει έκαστος, τοιούτος φαίνεται και ο σκοπός εις αυτόν. Αφού δε έκαστος είναι κάπως ο δημιουργός της διαθέσεως του, έπεται ότι και της φαντασίας του είναι κάπως ο ίδιος ο αίτιος. Αφού δε πάλιν ουδείς άλλος είναι αίτιος εις αυτόν της κακής πράξεως, αλλά πράττει αυτήν, διότι αγνοεί το αποτέλεσμα, επειδή νομίζει ότι με αυτήν θα αποκτήση ό,τι καλόν υπάρχει δι' αυτόν, και αφού η επιθυμία του αποτελέσματος δεν είναι αυθαίρετος, αλλά τρόπον τινά πρέπει να γεννηθή κανείς με ένα ιδιαίτερον οφθαλμόν, με τον οποίον θα ημπορή να κρίνη ορθώς και θα προτιμά το αληθινόν αγαθόν, και είναι τέλειος όστις έχει αυτό το καλόν προτέρημα εκ φύσεως, — διότι φαίνεται ότι το σπουδαιότερον και ωραιότερον πράγμα, το οποίον δεν είναι δυνατόν να το λάβη ή να το μάθη κανείς από άλλον, αλλά όπως κατεσκευάσθη εκ φύσεως, θα μείνη πάντοτε τοιούτον, και η κυριολεκτικώς καλή εκ φύσεως κατασκευή, αυτά όλα είναι το τέλειον και το αληθινόν καλόν φυσικόν. — Αν αυτά, λέγω, είναι αληθή, τότε διά ποίον λόγον η αρετή είναι περισσότερον εκουσία παρά η κακία; Διότι ομοίως και εις τους δύο, δηλαδή και εις τον αγαθόν και εις τον κακόν, το αποτέλεσμα υπάρχει εκ φύσεως ή είναι οποιονδήποτε του φαίνεται, τα δε άλλα όλα τα σχετίζουν συμφώνως με αυτά και τα εκτελούν οπωσδήποτε. Είτε λοιπόν κατά την μίαν εκδοχήν το αποτέλεσμα δεν φαίνεται εις έκαστον εκ φύσεως τοιούτον ή τοιούτον, αλλά είναι και κάτι έξω απ' αυτόν, είτε κατά την άλλην εκδοχήν το μεν αποτέλεσμα είναι φυσικόν, και μόνον επειδή εκτελεί τα άλλα εκουσίως ο σπουδαίος άνθρωπος, διά τούτο είναι εκουσία η αρετή, τότε εξ ίσου και η κακία θα είναι εκουσία. Διότι εξ ίσου υπάρχει η ευθύνη και εις τας πράξεις του κακού, αν όχι εις το αποτέλεσμα. Λοιπόν, εάν, καθώς λέγουν όλοι, είναι εκούσιαι αι αρεταί — διότι και των διαθέσεων μας είμεθα κάπως οι ίδιοι υπεύθυνοι, και διότι έχομεν κάποιαν ιδιότητα να καθιστώμεν το αποτέλεσμα τοιούτον ή τοιούτον — , τότε και αι κακίαι θα είναι εκούσιαι. Διότι συμβαίνουν ομοίως. Δεν είναι όμως ομοίως εκούσιαι αι πράξεις και αι διαθέσεις. Διότι των μεν πράξεων απ' αρχής μέχρι τέλους είμεθα ημείς κύριοι, διότι γνωρίζομεν τας λεπτομερείας, ενώ των διαθέσεων είμεθα κύριοι μόνον εις τας αρχάς, τας δε κατόπιν προσθέτους δεν τας γνωρίζομεν, καθώς συμβαίνει εις τας ασθενείας. Επειδή όμως ήτο εις την εξουσίαν μας να τους μεταχειρισθώμεν ούτω πως και όχι άλλως, διά τούτο είναι εκούσιαι και αι διαθέσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Η ανδρεία.&

&Διάκρισις της ανδρείας από την αφοβίαν και παρρησιαστικότητα.& — Είπαμεν λοιπόν από κοινού περί των αρετών και διά το γένος των εν γένει, ότι δηλαδή είναι μεσότητες και ότι είναι συνήθειαι, και ότι εκείνα από τα οποία παράγονται τα εκτελούν αι ίδιαι, και ότι είναι εις την εξουσίαν μας και εκούσιαι και καθώς το διατάσσει ο ορθός λόγος.

Τόρα λοιπόν ας αρχίσωμεν να ομιλήσωμεν περί εκάστης χωριστά τι είναι και εις ποία περιστρέφεται και πώς και συγχρόνως θα γίνη γνωστόν και πόσαι είναι. Και πρώτον μεν ας ομιλήσωμεν περί της ανδρείας. Ότι λοιπόν αυτή είναι κάποια μεσότης και ως προς τον φόβον και ως προς τα θάρρος, τούτο εξηγήθη προηγουμένως. Είναι δε φανερόν ότι φοβούμεθα τα φοβερά, αυτά δε είναι με μίαν γενικήν έκφρασιν κακά. Διά τούτο μερικοί ορίζουν τον φόβον ως προσδοκίαν κακού. Και φοβούμεθα βεβαίως όλα τα κακά• λόγου χάριν την δυσφημίαν, την πτωχείαν, την ασθένειαν, την στέρησιν φίλων, τον θάνατον, και όμως ο ανδρείος δεν φαίνεται ότι είναι τοιούτος ως προς όλα. Διότι μερικά, και ανάγκη είναι και ορθόν να τα φοβούμεθα, τα δε να μην τα φοβούμεθα είναι αξιοκατάκριτον• λόγου χάριν την δυσφημίαν. Διότι όστις την φοβείται είναι καθώς πρέπει και εντροπαλός, όστις όμως δεν την φοβείται είναι αδιάντροπος. Ονομάζεται όμως ανδρείος από μερικούς κατά μεταφοράν, διότι έχει κάτι τι όμοιον με τον ανδρείον. Δηλαδή και ο ανδρείος είναι ένα είδος αφόβου. Την πτωχείαν όμως ίσως δεν είναι ανάγκη να την φοβούμεθα, ούτε την ασθένειαν, ούτε εν γένει όσα δεν προέρχονται από κακίαν ούτε εξ αιτίας μας. Αλλά και όστις είναι άφοβος ως προς αυτά δεν είναι ανδρείος, τον λέγομεν όμως τοιούτον, επειδή ομοιάζει. Διότι μερικοί, ενώ είναι δειλοί εις στιγμάς πολεμικών κινδύνων, είναι γενναιόδωροι και ως προς την απώλειαν χρημάτων έχουν γενναιότητα. Ούτε βεβαίως είναι κανείς δειλός, εάν φοβήται μήπως προσβληθούν τα παιδιά του και η γυναίκα του, ή μήπως τα φθονήσουν ή πάθουν κανέν παρόμοιον. Ούτε είναι ανδρείος, αν έχη θάρρος, την στιγμήν που πρόκειται να μαστιγωθή.

Τότε λοιπόν ως προς ποία από τα επίφοβα διακρίνεται ο ανδρείος; Ή μήπως ως προς τα σπουδαιότερα; Διότι κανείς άλλος δεν υποφέρει τα δεινά περισσότερον από αυτόν. Βεβαίως δε το φοβερώτερον από όλα είναι ο θάνατος, διότι αυτός είναι το τέλος όλων, και άλλο πλέον φαίνεται ότι διά τον αποθαμμένον δεν υπάρχει αγαθόν ούτε κακόν. Φαίνεται δε ότι όχι εις οποιονδήποτε θάνατον αναδεικνύεται ο ανδρείος• καθώς λόγου χάριν μέσα εις τρικυμίαν ή εις ασθένειαν. Τότε λοιπόν εις ποίας περιστάσεις; Ή μήπως εις τας ενδοξοτέρας; Τοιούτος δε είναι βεβαίως ο θάνατος εν καιρώ πολέμου. Διότι γίνεται μέσα εις τον μεγαλίτερον και τον ενδοξότερον κίνδυνον. Συμφωνούν δε με αυτά και αι τιμαί αι διδόμεναι εις τα δημοκρατικά πολιτεύματα και ακόμη και εις τας μοναρχίας. Κυριολεκτικώς λοιπόν ημπορεί να ονομασθή ανδρείος, όστις είναι άφοβος ως προς τον ένδοξον θάνατον, και εις άλλα, όσα είναι μεν ελαφρότερα, ημπορούν όμως να επιφέρουν θάνατον. Τοιαύτα δε είναι προ πάντων τα συμβαίνοντα εις τον πόλεμον. Ουχ ήττον όμως και μέσα εις την θάλασσαν και εις τας ασθενείας, είναι άφοβος όστις είναι ανδρείος, όχι όμως καθ' όμοιον τρόπον με τους θαλασσινούς. Διότι οι μεν ανδρείοι είναι άφοβοι, αν και δεν έχουν ελπίδα διά την διάσωσίν των και αποτροπιάζονται τον τοιούτον θάνατον, ενώ οι θαλασσινοί έχουν ελπίδας, διότι είναι συνηθισμένοι. Συγχρόνως δε ανδρειεύουν όσοι έχουν σωματικήν δύναμιν, ή θεωρούν καλόν τον θάνατον. Αλλά εις τοιούτους κινδύνους δεν υπάρχει ούτε το έν ούτε το άλλο από αυτά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Ο ανδρείος συγκρινόμενος προς τους δύο άκρους, δηλαδή τον δειλόν και τον θρασύν.& — Το δε φοβερόν δεν είναι εξ ίσου φοβερόν εις όλους, υπάρχει όμως και φοβερόν το οποίον είναι ανώτερον της φύσεως του ανθρώπου. Και αυτό μεν είναι φοβερόν εις πάντα νοήμονα άνθρωπον, τα δε ανάλογα προς τους συνήθεις ανθρώπους ποικίλλουν κατά το μέγεθος και τον βαθμόν. Ομοίως δε ποικίλλουν και τα εμπνέοντα θάρρος. Ο δε ανδρείος συγκρινόμενος με τους συνήθεις ανθρώπους είναι ατρόμητος. Και βεβαίως θα τύχη κάποτε να φοβηθή και θα υπομείνη τοιαύτα πάθη χάριν του καλού, πάντοτε όμως με αξιοπρέπειαν και με λογικήν. Διότι το καλόν είναι ο σκοπός της αρετής. Είναι δυνατόν δε να φοβούμεθα τα επίφοβα και περισσότερον και ολιγώτερον, ακόμη δε και να φοβούμεθα τα μη επίφοβα ως επίφοβα. Προέρχονται δε τα σφάλματά μας, άλλα μεν διότι φοβούμεθα εκείνο το οποίον δεν πρέπει, άλλα δε διότι φοβούμεθα όχι όπως πρέπει, άλλα δε όχι όταν πρέπη ή κάτι τι παρόμοιον. Το ίδιον δε και ως προς τα ενθαρρυντικά. Και λοιπόν όστις μεν υπομένει και φοβείται όσα πρέπει και διότι πρέπει και καθώς πρέπει και όταν πρέπη, καθώς και όστις έχει θάρρος αναλόγως, είναι ανδρείος, — διότι ο ανδρείος πάσχει και ενεργεί όσον αξίζει και όσον είναι λογικόν. Σκοπός δε πάσης ενεργείας είναι ό,τι συμφωνεί με την αποκτηθείσαν συνήθειαν. Αλλά και η ανδρεία εις τον ανδρείον είναι καλόν. Επομένως καλός είναι και ο σκοπός της, διότι εκάστη ιδιότης χαρακτηρίζεται από τον σκοπόν της. Ώστε, καθώς είπαμεν, χάριν του καλού ο ανδρείος υπομένει και πράττει συμφώνως με την ανδρείαν — ,από δε τους υπερβολικούς όστις μεν είναι υπερβολικός κατά την αφοβίαν δεν έχει όνομα — είπαμεν δε ότι πολλά πράγματα δεν έχουν όνομα — ίσως όμως ημπορεί κάπως να θεωρηθή ως μανιακός ή ανάλγητος, εάν δεν φοβήται τίποτε, ούτε σεισμόν ούτε κύματα, καθώς λέγουν διά τους Κελτούς. Όστις δε είναι υπερβολικός κατά το θάρρος εις πράγματα επίφοβα λέγεται θρασύς — φαίνεται δε ότι ο θρασύς είναι και καυχηματίας και ότι προσποιείται τον ανδρείον. Δι' αυτό ό,τι είναι εκείνος εις επίφοβα ζητήματα, το ίδιον θέλει να φαίνεται ότι είναι αυτός. Και λοιπόν εις όσα ημπορεί τον μιμείται. Διά τούτο οι περισσότεροι από αυτούς είναι θρασύδειλοι. Δηλαδή εις τα φαινομενικά κάμνουν τον παλικαράν, αλλά εις τα επίφοβα πράγματα δεν αντέχουν. — Όστις δε είναι υπερβολικός εις τον φόβον λέγεται δειλός. Διότι και όσα δεν πρέπει φοβείται, και όπως δεν πρέπει, και όλα τα παρόμοια τα έχει επάνω του. Είναι δε ελαττωματικός και εις το θάρρος. Περισσότερον όμως φαίνεται υπερβολικός, όταν λυπήται. Επομένως είναι κάπως απελπιστικός ο δειλός, διότι όλα τα φοβείται. Ενώ ο ανδρείος κάμνει το αντίθετον. Διότι το θάρρος προδίδει άνθρωπον εύελπιν. Επομένως εις τα ίδια περιστρέφεται η ιδιότης και του δειλού και του θρασέος και ανδρείου, έκαστος όμως έχει διάφορον διάθεσιν προς αυτά. Διότι οι μεν δύο πρώτοι είναι υπερβολικοί ή ελλιπείς, αυτός όμως είναι μέσος και καθώς πρέπει. Και οι μεν θρασείς είναι προκλητικοί και έχουν προθυμίαν μόνον προηγουμένως από τον κίνδυνον, μέσα όμως εις τον κίνδυνον παίρνουν δρόμον, ενώ οι ανδρείοι μέσα εις την εκτέλεσιν είναι ορμητικοί, προηγουμένως όμως είνε ήσυχοι. Καθώς είπαμεν λοιπόν, η ανδρεία είναι κάποια μεσότης ως προς τα ενθαρρυντικά και τα επίφοβα, κατά τας περιστάσεις που είπαμεν, και τα προτιμά και τα υπομένει διότι είναι καλόν τούτο, ή διότι είναι ποταπόν το να μη υπομένη.

Το να προτιμήση όμως τον θάνατον, διά να απαλλαχθή από την πτωχείαν ή από έρωτα ή από κάτι λυπηρόν, δεν είναι ιδιότης του ανδρείου, αλλά μάλλον του δειλού. Διότι είναι μαλθακότης η αποφυγή των κοπιωδών πραγμάτων, και δεν το υποφέρει ως καλόν, αλλά διότι απαλλάττεται από το κακόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

&Η ανδρεία ως πολιτική.& — Λοιπόν η ανδρεία είναι τοιούτου είδους περίπου, λέγονται όμως και άλλα είδη ανδρείας κατά πέντε τρόπους. Και πρώτον η πολιτική. Διότι αυτή ομοιάζει περισσότερον. Δηλαδή φαίνονται ως να υπομένουν τους κινδύνους οι πολίται εξ αιτίας των επιβαλλομένων από τους νόμους τιμωριών και των εξευτελισμών και των τιμών. Διά τούτο φαίνεται ότι οι πολίται γίνονται ανδρειότατοι εις όσα πολιτεύματα οι δειλοί ατιμάζονται και οι ανδρείοι εκτιμώνται. Τοιούτους δε τους παρουσιάζει και ο Όμηρος, καθώς λόγου χάριν τον Διομήδην και τον Έκτορα:

Ο Πολυδάμας πρώτον μεν σκουπίδι θα με κάνη.

Και ο Διομήδης {13}:

Διότι κάποτε θα ειπή ο Έκτωρ εις τους Τρώας• Εκείνον τον Τυδείδη εγώ {14}….

ΕξομοιώΘη δε αυτή με την προηγουμένην περισσότερον από όλας, διότι προέρχεται από αρετήν, δηλαδή την εντροπήν, και από επιθυμίαν καλού, δηλαδή την τιμήν, και δι' αποφυγήν εξευτελισμού ο οποίος είναι ατιμωτικός. Δικαιούμεθα δε ίσως να κατατάξωμεν εις το ίδιον και όσους αναγκάζουν οι άρχοντες να γίνουν τοιούτοι, αυτοί όμως είναι κατώτεροι, καθ' όσον όχι από εντροπήν αλλά από φόβον εκτελούν αυτό, και όχι διά να αποφύγουν το αίσχος αλλά την ενόχλησιν. Διότι τους εξαναγκάζουν οι κυρίαρχοι, καθώς ο Έκτωρ:

Να μην ιδώ κανένανε να φεύγη από την μάχην, Οι σκύλλοι θα τον φάγουνε, κανείς δεν τον γλυτόνει {15}.

Και όσοι δίδουν το πρόσταγμα, και όταν οπισθοχωρούν τους κτυπούν, τα ίδιον κάμνουν. Και όσοι τους παρατάττουν εμπρός εις τάφρους και παρόμοια. Διότι όλοι αυτοί βιάζουν, πρέπει όμως να είναι κανείς ανδρείος όχι καταναγκαστικώς, αλλά διότι είναι καλόν.

&Η ανδρεία ως εμπειρία.& — Φαίνεται δε ότι και η εμπειρία εις τα καθ' έκαστα είναι κάπως ανδρεία. Ως εκ τούτου και ο Σωκράτης ενόμισε ότι η ανδρεία είναι επιστήμη. Τοιούτοι δε είναι εις άλλα ζητήματα άλλοι, εις τα πολεμικά όμως οι στρατιώται. Διότι φαίνεται ότι υπάρχουν πολλά απροσδόκητα εις τον πόλεμον, τα οποία αυτοί προ πάντων τα συμπεραίνουν. Και λοιπόν φαίνονται ανδρείοι, διότι οι άλλοι δεν τα γνωρίζουν ποία είναι. Έπειτα ημπορούν περισσότερον κακόν να κάμουν παρά να πάθουν ένεκα της εμπειρίας, διότι είναι ικανοί να μεταχειρίζωνται τα όπλα των και έχουν τοιαύτα όπλα, οποία είναι τα καλλίτερα διά να κάμνουν κακόν χωρίς να πάθουν. Επομένως αυτοί πολεμούν ως ωπλισμένοι προς αόπλους και ως γυμνασμένοι προς αγυμνάστους. Και βεβαίως εις τοιαύτας μάχας δεν είναι μαχιμώτεροι οι ανδρειότεροι, αλλά οι έχοντες περισσοτέραν δύναμιν και τα καλλίτερα σώματα. Αλλέως γίνονται δειλοί στρατιώται, όταν αυξάνη ο κίνδυνος και είναι κατώτεροι και εις αριθμόν και εις προμηθείας. Διότι αυτοί πρώτοι φεύγουν, ενώ οι πολίται μένουν εις την θέσιν των και αποθνήσκουν, καθώς συνέβη εις τον Ερμαίον {16}. Διότι αυτοί μεν θεωρούν αίσχος την φυγήν και προτιμούν τον θάνατον από αυτήν την διάσωσιν, οι άλλοι όμως εις τας αρχάς μεν ριψοκινδυνεύουν, διότι νομίζουν ότι είναι ανώτεροι, όταν όμως το αντιληφθούν, φεύγουν, διότι φοβούνται περισσότερον τον θάνατον παρά το αίσχος. Ο ανδρείος όμως δεν είναι τοιούτος.

&Η ανδρεία ως έξαψις&. — Και την έξαψιν πολλοί την θεωρούν ως ανδρείαν. Διότι φαίνονται ανδρείοι και όσοι επιτίθενται από έξαψιν, καθώς τα άγρια ζώα εις όσους τα επλήγωσαν, καθόσον και οι ανδρείοι φαίνονται ως θυμωμένοι. Διότι η έξαψις είναι επιρρεπεστάτη εις τους κινδύνους. Διά τούτο και ο Όμηρος λέγει «δύναμιν ενεφύσησε εις τον αναβρασμόν του {17}» και μανίαν και «αναβρασμόν διήγειρε {18}» και «δυνατή μανία έως τα ρουθούνια {19}» και «έβραζε το αίμα {20}». Διότι όλα αυτά φαίνεται ότι σημαίνουν την διέγερσιν της εξάψεως και της ορμής. Και λοιπόν οι μεν ανδρείοι ενεργούν διά το καλόν, η δε έξαψις συμπράττει μέσα εις αυτούς. Τα άγρια ζώα όμως από στενοχωρίαν, δηλαδή διότι επληγώθησαν ή διότι φοβούνται, άλλως όμως αν ευρίσκωνται μέσα εις πυκνόν δάσος ή εις λίμνην δεν πλησιάζουν. Επομένως δεν είναι ανδρεία, διότι ορμούν εις τον κίνδυνον, επειδή παρορμώνται από πόνους και έξαψιν, και επειδή δεν προβλέπουν κανένα φόβον, διότι τοιούτοι ανδρείοι είναι και οι όνοι, όταν πεινούν. Δηλαδή αυτοί, ενώ δέρνονται, δεν αφήνουν την πρασινάδα. Επίσης δε και οι μοιχοί από λαγνείαν κάμνουν πολλά παράτολμα. Αλλά δεν είναι ανδρεία τα ζώα, τα οποία παρορμώνται εις κινδύνους από πόνον ή από έξαψιν. Είναι όμως πολύ φυσική η ανδρεία η προερχομένη από έξαψιν και φαίνεται ότι ομοιάζει την ανδρείαν, εάν προστεθή εις αυτήν η προαίρεσις και ο λόγος. Και οι άνθρωποι λοιπόν εις μεν την οργήν των υποφέρουν, όταν δε εκδικηθούν, ανακουφίζονται. Όσοι όμως μάχονται δι' αυτά είναι ικανοί μαχηταί, όχι όμως και ανδρείοι. Διότι δεν μάχονται διά το καλόν ούτε συμφώνως με τον ορθόν λόγον, αλλά διά το πάθος των, ομοιάζουν όμως κάπως τους ανδρείους.

&Η ανδρεία ως αισιοδοξία.& — Ούτε βεβαίως όσοι έχουν ελπίδας είναι ανδρείοι. Διότι έχουν θάρρος εις τους κινδύνους, επειδή ενίκησαν πολλάκις και πολλούς. Είναι όμως πολύ όμοιοι, διότι έχουν κοινόν με αυτούς το θάρρος. Αλλά οι μεν ανδρείοι είναι θαρραλέοι διά τους λόγους, τους οποίους είπαμεν προηγουμένως, αυτοί δε διότι νομίζουν ότι είναι ανώτεροι και δεν θα πάθουν τίποτε από τους αντιπάλους των. Αυτό όμως το έχουν και οι μεθυσμένοι, δηλαδή γίνονται αισιόδοξοι, όταν όμως τα εύρουν άσχημα, τότε παίρνουν δρόμον. Του ανδρείου όμως ιδιότης είπαμεν ότι είναι να αναμένη όσα φαίνονται και είναι και πραγματικώς φοβερά εις κάθε άνθρωπον, διότι αυτά είναι καλόν, το δε να μη αναμένη είναι αίσχος. Δι' αυτό πάλιν φαίνεται περισσότερον ανδρείος όστις μένει άφοβος και ατάραχος εις τους αιφνιδίους φόβους παρά εις τους προφανείς, διότι τότε είναι μάλλον από συνήθειαν. Ή τουλάχιστον είναι ολιγώτερον προετοιμασμένος. Διότι όσα προβλέπονται είναι δυνατόν κανείς να τα αποφασίση και εξ υπολογισμού και από τον ορθόν λόγον, ενώ τα εξαφνικά γίνονται από συνήθειαν.

&Η Άγνοια του κακού ως ανδρεία.& — Ανδρείοι δε φαίνονται ακόμη και όσοι δεν έχουν είδησιν, και αυτοί πλησιάζουν πολύ τους αισιοδόξους, είναι όμως χειρότεροί των, διότι αυτοί δεν έχουν καμμίαν αξίωσιν, ενώ εκείνοι έχουν. Διά τούτο, μένουν ολίγην ώραν. Εάν όμως είναι απατημένοι και εννοήσουν ότι δεν είναι καθώς νομίζουν, ή απλώς υποπτευθούν, παίρνουν δρόμον, καθώς το έπαθαν οι Αργείοι {21}, όταν συνήντησαν τους Λακεδαιμονίους και τους επήραν διά Σικυωνίους. Αυτά λοιπόν διά τους ανδρείους, και διά τους νομιζομένους ανδρείους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Η ανδρεία σχετιζόμενη με την ηδονήν και την λύπην:& — Η ανδρεία όμως, αν και περιστρέφεται εις τα διάφορα είδη του θάρρους και του φόβου, δεν είναι ίση και εις τα δύο είδη, αλλά περισσότερον περιστρέφεται εις τα επίφοβα. Διότι μάλλον όστις είναι εις αυτά ατάραχος και κρατεί την θέσιν του είναι ανδρείος παρά ως προς τα απαιτούντα θάρρος. Και βεβαίως, καθώς είπαμεν, ονομάζονται ανδρείοι, διότι υπομένουν τα ενοχλητικά. Διά τούτο η ανδρεία υφίσταται ενοχλήσεις και δικαίως επαινείται. Διότι είναι δυσκολώτερον να υποφέρη κανείς τας ενοχλήσεις παρά να απέχη από τα ηδονικά. Οπωσδήποτε όμως το αποτέλεσμα το σύμφωνον με την ανδρείαν ίσως πρέπει να νομισθή ηδονικόν, και μόνον τα περιστοιχίζοντα αυτά το καλύπτουν, καθώς γίνεται εις τους γυμνικούς αγώνας. Διότι εις τους πυγμάχους το αποτέλεσμα, χάριν του οποίου αγωνίζονται, είναι ηδονικόν, δηλαδή ο στέφανος και αι τιμαί, το να γρονθοκοπούνται όμως είναι ανυπόφορον, αφού έχουν σάρκα, και λυπηρόν, καθώς και όλη η κόπωσις. Επειδή δε αυτά είναι πολλά, ενώ ο σκοπός είναι μικρός, φαίνεται ως να μη έχουν τίποτε το ηδονικόν. Αφού λοιπόν τοιαύτα είναι και τα σχετικά της ανδρείας, ο μεν θάνατος και αι πληγαί θα είναι λυπηρά εις τον ανδρείον, και δεν τα θέλει, θα τα υπομείνη όμως, διότι είναι καλόν, ή διότι είναι αίσχος να μην τα υπομείνη. Και μάλιστα όσον περισσότερον κατέχει όλην την αρετήν και την ευτυχίαν, τόσον περισσότερον θα λυπηθή διά τον θάνατον. Διότι αυτός προ πάντων αξίζει να ζη και αυτός κυρίως στερείται τα μεγαλίτερα αγαθά εν γνώσει του. Και αυτό είναι λυπηρόν. Αλλά διά τούτο δεν είναι ολιγώτερον ανδρείος, ίσως μάλιστα και περισσότερον, διότι προτιμά το εν καιρώ πολέμου καλόν από εκείνα. Λοιπόν δεν υπάρχει εις όλας τας αρετάς η ηδονική ενέργεια, εκτός όσον μόνον εγγίζει το αποτέλεσμα. Στρατιώται όμως ημπορεί βεβαίως να μην είναι οι τοιούτοι, καλλίτεροι, αλλά όσοι είναι ολιγώτερον μεν ανδρείοι, δεν έχουν όμως άλλο αγαθόν να χάσουν. Διότι οι τοιούτοι είναι πρόθυμοι διά τους κινδύνους, και την ζωήν των την ανταλλάσσουν διά μικρά κέρδη. Λοιπόν περί της ανδρείας αυτά είναι αρκετά. Την ουσίαν της όμως δεν είναι δύσκολον να την συνοψίση κανείς εις μίαν γενικήν έννοιαν από όσα είπαμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Σωφροσύνη.&

&Χαρακτηρισμός της σωφροσύνης ως σωματικής αρετής.& — Και τόρα μετά την ανδρείαν θα ομιλήσωμεν περί σωφροσύνης. Διότι αύται αι δύο αρεταί φαίνεται ότι περιστρέφονται εις τα άλογα μέρη της ψυχής. Και ότι μεν βεβαίως η σωφροσύνη είναι μεσότης ως προς τας ηδονάς, το είπαμεν προηγουμένως, διότι ολιγώτερον περιστρέφεται εις τας λύπας και όχι καθ' όμοιον τρόπον. Εις τα ίδια όμως φαίνεται ότι περιστρέφεται και η ακολασία. Εις ποίας λοιπόν από όλας τας ηδονάς περιστρέφεται η σωφροσύνη πρέπει τόρα να το ορίσωμεν.

Και τόρα πρέπει να αποχωρίσωμεν τας σωματικάς από τας ψυχικάς, καθώς την φιλοδοξίαν και την φιλομάθειαν. Διότι και ο είς και ο άλλος από τους έχοντας αυτάς ευχαριστείται με το αντικείμενον της κλίσεώς του, ενώ δεν αισθάνεται τίποτε το σώμα του αλλά μάλλον ο νους του. Όσοι δε κλίνουν εις τας τοιαύτας ηδονάς δεν λέγονται ούτε σώφρονες ούτε ακόλαστοι. Ομοίως δε ούτε όσοι έχουν κλίσιν εις τας άλλας ηδονάς, αι οποίαι δεν είναι σωματικαί. Διότι βεβαίως τους φιλομύθους και τους διηγηματικούς και όσοι κατατρίβουν τας ημέρας των εις τα τυχαία τους λέγομεν αδολέσχας, όχι όμως ακολάστους, καθώς ουδέ τους λυπουμένους διά χρήματα ή διά φίλους.

&Περιορισμός της σωφροσύνης εις τα αισθήματα της γεύσεως και προ πάντων της αφής.& — Επομένως φαίνεται ότι η σωφροσύνη περιστρέφεται εις τας σωματικάς, αλλά όχι και εις όλας πάλιν από αυτάς. Διότι, όσοι ευχαριστούνται εις ζητήματα της οράσεως, λόγου χάριν εις χρώματα και σχήματα και εικόνας, δεν λέγονται ούτε σώφρονες ούτε ακόλαστοι. Μολονότι ίσως είναι δυνατόν και αυτοί να ευχαριστούνται και με το ορθόν μέτρον, και με την υπερβολήν ή την έλλειψιν. Ομοίως δε και εις ζητήματα της ακροάσεως. Δηλαδή όσοι ευχαριστούνται υπερβολικά εις τας μελωδίας ή εις τας θεατρικάς παραστάσεις, αυτούς κανείς δεν τους ονομάζει ακολάστους, ούτε σώφρονας όταν ευχαριστούνται όσον πρέπει. Ούτε τους ευχαριστημένους εις ζητήματα της οσφρήσεως, εκτός μόνον κατά σύμπτωσιν. Δηλαδή όσοι ευχαριστούνται με την οσμήν των μήλων, ή των ρόδων, ή των θυμιαμάτων, δεν τους ονομάζομεν ακολάστους, αλλά μάλλον εκείνους όσοι ευχαριστούνται με τα μύρα και τα προσφάγια. Διότι με αυτά ευχαριστούνται οι ακόλαστοι, επειδή με αυτά τους έρχεται κάποια ανάμνησις των απολαυστικών πραγμάτων. Βλέπει δε κανείς και τους άλλους ανθρώπους, όταν πεινούν, να ευχαριστούνται με την όσφρησιν των φαγητών, όστις όμως ευχαριστείται με τοιαύτα μύρα και προσφάγια είναι ακόλαστος. Διότι ο τοιούτος μόνον επιθυμεί αυτά. Δεν υπάρχει δε ούτε εις τα άλλα ζώα ηδονή από αυτά το αισθητήριον της οσφρήσεως εκτός μόνον κατά σύμπτωσιν. Διότι και οι κύνες δεν ευχαριστούνται κυρίως με την οσμήν των λαγών, αλλά με την γεύσιν αυτών, η δε οσμή απλώς διεγείρει την αίσθησιν. Ούτε ο λέων ευχαριστείται κυρίως με την φωνήν του βοός, αλλά με την γεύσιν αυτού, απλώς δε με την φωνήν του αντιλαμβάνεται ότι είναι εκεί κάπου πλησίον και δι' αυτό φαίνεται ως να ευχαριστήται με αυτήν. Επίσης δεν ευχαριστείται κυρίως με την όρασιν, όταν ιδή έλαφον ή αίγαγρον, αλλά διότι θα έχη καλόν φαγητόν. Επομένως η σωφροσύνη και η ακολασία περιστρέφεται εις εκείνας τας ηδονάς, εις τας οποίας είναι επιδεκτικά και τα άλλα ζώα, και δι' αυτό όσοι ρέπουν εις αυτάς φαίνονται κτηνώδεις και ζωώδεις. Αυταί δε είναι η αφή και η γεύσις. Μάλιστα φαίνεται ότι και την γεύσιν ακόμη ή ολίγον ή διόλου δεν την μεταχειρίζονται. Διότι ιδιότης της γεύσεως είναι η κρίσις των χυμών, και τούτο κάμνουν όσοι δοκιμάζουν τους οίνους και αλατίζουν τα φαγητά. Και όμως δεν ευχαριστούνται τόσον πολύ με αυτάς τας δοκιμάς, τουλάχιστον οι ακόλαστοι, αλλά με την απόλαυσιν, η οποία εκτελείται καθ' ολοκληρίαν διά της αφής έστω και εις τα φαγητά και εις τα ποτά και τας λεγομένας αφροδισιακάς ηδονάς. Και διά τούτο κάποιος καλοφαγάς ηυχήθη να είχε τον λάρυγγα μακρότερον από τον γέρανον, διότι βεβαίως ησθάνετο ηδονήν αφής. Είναι λοιπόν κοινοτάτη η αίσθησις εις την οποίαν περιστρέφεται η ακολασία και δικαίως θα ενομίζετο επονείδιστος όστις έχει αυτήν, διότι δεν διακρίνεται εις ό,τι είμεθα ως άνθρωποι, αλλά εις ό,τι είμεθα ως ζώα. Λοιπόν η ευχαρίστησις διά τοιαύτα πράγματα και η υπερβολική κλίσις εις αυτά είναι κτηνωδία. Καθ' όσον μάλιστα απεχωρίσθησαν αι ευγενέστεραι ηδοναί της αφής, καθώς είναι αι ηδοναί των γυμναστηρίων διά της τρίψεως και της θερμάνσεως. Διότι η αφή του ακολάστου δεν περιστρέφεται εις ολόκληρον το σώμα, αλλά μόνον εις ολίγα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

&Φυσικαί και επίκτητοι επιθυμίαι.& — Από δε τας επιθυμίας, άλλαι μεν φαίνονται κοιναί και φυσικαί, άλλαι δε ατομικαί και επίκτητοι. Λόγου χάριν η μεν επιθυμία της τροφής είναι φυσική, διότι πας όστις στερείται, επιθυμεί ξηράν ή υγράν τροφήν, πολλάκις μάλιστα και τας δύο και κρεββάτι, καθώς λέγει ο Όμηρος {22}, όταν είναι νέος και ακμαίος. Την δείνα όμως τροφήν ή την δείνα, δεν επιθυμεί έκαστος, ούτε τα ίδια πράγματα. Διά τούτο φαίνεται ότι είναι ατομική. Οπωσδήποτε όμως έχει και κάτι το φυσικόν. Διότι μερικά ηδονικά ποικίλλουν κατ' άτομα, μερικά όμως είναι εις όλους ηδονικώτερα από άλλο τυχαίον. Επομένως εις τας φυσικάς επιθυμίας ολίγοι σφάλλουν και αυτοί πάλιν εις έν, δηλαδή εις την υπερβολήν — διότι το να τρώγη κανείς ό,τι τύχη ή να πίνη έως ότου παραγεμισθή, είναι υπερβολή του φυσικού εις πλησμονήν, διότι η φυσική επιθυμία είναι απλή αναπλήρωσις της στερήσεως. Διά τούτο οι τοιούτοι λέγονται γαστρίμαργοι ( = φαγομανείς), διότι παραγεμίζουν την κοιλίαν των περισσότερον του δέοντος, και τοιούτοι γίνονται οι όλως διόλου κτηνώδεις. — Ως προς ατομικάς όμως ηδονάς σφάλλουν πολλοί και κατά πολλούς τρόπους. Διότι, όσοι έχουν επίθετον σύνθετον από το φίλος, έχουν την ιδιότητα ή να ευχαριστούνται με όσα δεν πρέπει, ή περισσότερον από τους άλλους, ή όχι καθώς πρέπει. Γενικώς δε οι ακόλαστοι είναι εις όλα υπερβολικοί. Διότι και ευχαριστούνται περιπλέον με πράγματα τα οποία δεν είναι αναγκαία, δηλαδή είναι άξια αποστροφής, και αν εις μερικά από αυτά επιτρέπεται η ευχαρίστησις, αυτοί ευχαριστούνται περισσότερον από όσον πρέπει και από όσον ευχαριστούνται οι άλλοι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

&Χαρακτηρισμός της σωφροσύνης.& — Ότι λοιπόν η υπερβολή εις τας ηδονάς είναι ακολασία και αξιοκατάκριτον πράγμα, έγινε φανερόν. Ως προς τας λύπας όμως δεν συμβαίνει καθώς εις την ανδρείαν, δηλαδή όστις υπομένει αυτάς να λέγεται σώφρων, ούτε ακόλαστος όστις δεν υπομένει, αλλά ο ακόλαστος μεν λέγεται τοιούτος, διότι λυπείται περισσότερον του δέοντος, δηλαδή δεν απολαμβάνει τα ηδονικά (ακόμη δε και αυτήν την λύπην την προξενεί εις αυτόν η ηδονή), ο δε σώφρων, διότι δεν λυπείται από την στέρησιν του ηδονικού. Λοιπόν ο μεν ακόλαστος επιθυμεί όλα τα ηδονικά ή τα κυριώτερα, και σύρεται από την επιθυμίαν, ώστε να προτιμήση αυτά απέναντι των άλλων, και διά τούτο λυπείται, όταν αποτυγχάνη και τα επιθυμεί — διότι η επιθυμία συνοδεύεται με την λύπην, φαίνεται δε βεβαίως οξύμωρον το να λυπήται διά την ηδονήν — . Άνθρωποι όμως παραλείποντες τας ηδονάς και ευχαριστούμενοι ολιγώτερον από ό,τι χρειάζεται δεν ευρίσκονται πολύ συχνά. Διότι δεν είναι ανθρωπινή αυτή η αναισθησία. Διότι ακόμη και τα άλλα ζώα κάμνουν διάκρισιν μεταξύ φαγητών, και με άλλα μεν ευχαριστούνται, με άλλα όμως όχι. Εάν δε συμβή εις κανένα να μη ευρίσκη τίποτε ευχάριστον, ούτε διαφοράν ενός πράγματος από άλλο, αυτός πολύ απέχει να είναι άνθρωπος. Δεν έλαβε δε όνομα ο τοιούτος, διότι δεν συμβαίνει διόλου να υπάρχη. Ο σώφρων όμως είναι μέσος ως προς αυτά. Διότι δεν ευχαριστείται με όσα ευχαριστείται καθ' υπερβολήν ο ακόλαστος, αλλά μάλλον στενοχωρείται, και εν γένει με όσα δεν πρέπει, ή δεν πρέπει καθ' υπερβολήν να ευχαριστήται με κανέν από αυτά ούτε εάν λείπουν στενοχωρείται ούτε τα επιθυμεί παρά μετρίως, ούτε περισσότερον του δέοντος, ούτε όταν δεν πρέπη, ούτε εν γένει άλλως πως. Όσα όμως συντελούν εις την υγείαν ή εις την ευεξίαν και είναι ηδονικά, αυτά θα τα επιθυμήση με μέτρον και όπως πρέπει, και τα άλλα ηδονικά όσα δεν είναι εμπόδια εις αυτά, ή δεν είναι έξω από το καλόν, ή δεν υπερβαίνουν τα οικονομικά του. Διότι όστις είναι τοιούτος εκτιμά τας ηδονάς περισσότερον από όσον αξίζουν, ενώ ο σώφρων δεν είναι τοιούτος, αλλά καθώς υπαγορεύει ο ορθός λόγος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

&Μάλλον εκουσία είναι η ακολασία παρά η δειλία.& —

Φαίνεται δε ότι η ακολασία είναι περισσότερον εκουσία παρά η δειλία. Διότι εκείνη μεν υπάρχει ένεκα της ηδονής, αυτά δε ένεκα της λύπης, εκ των οποίων η μία είναι προτιμητέον πράγμα, η δε άλλη άξιον αποφυγής. Και η μεν λύπη εκτροχιάζει και φθείρει την φύσιν εκείνου όστις έχει αυτήν, ενώ η ηδονή δεν κάμνει κανέν τοιούτον. Επομένως είναι περισσότερον εκουσία, και διά τούτο είναι και επονειδιστοτέρα. Διότι είναι και ευκολώτερον να συνηθίση κανείς εις αυτά. Και βεβαίως πολλά υπάρχουν εις τον βίον τοιαύτα και η συνήθισις αυτών δεν είναι επικίνδυνος, ενώ εις τα επίφοβα συμβαίνει το αντίστροφον. Φαίνεται δε ότι δεν είναι εξ ίσου εκουσία η δειλία εις τας ιδιαιτέρας περιπτώσεις. Διότι αυτή μεν δεν έχει λύπην, αυταί όμως από την λύπην μας εκτροχιάζουν, ώστε και τα όπλα να ρίπτωμεν και άλλα αίσχη να κάμνωμεν. Διά τούτο φαίνονται ότι είναι ακούσιαι. Εις το ακόλαστον όμως αντιστρόφως, αι μεν ιδιαίτεραι περιπτώσεις φαίνονται εκούσιαι — διότι επιθυμεί και ορέγεται — το σύνολον όμως όχι τόσον πολύ. Διότι κανείς δεν επιθυμεί να είναι ακόλαστος.

&Εφαρμογή ακολασίας εις τας παιδικάς παρεκτροπάς.& — Το δε όνομα της ακολασίας το εφαρμόζομεν και εις τας παιδικάς παρεκτροπάς, διότι έχουν κάποιαν ομοιότητα. Ποίον όμως από τα δυο έλαβε την ονομασίαν από το άλλο, εδώ δεν μας ενδιαφέρει διόλου. Είναι όμως φανερόν ότι την έλαβε το μεταγενέστερον από το αρχαιότερον. Και δεν φαίνεται ότι εσφαλμένως επεξετάθη. Διότι πρέπει να τιμωρήται εγκαίρως όστις επιθυμεί αισχρά πράγματα και του οποίου η συνήθεια μεγαλόνει την διάθεσιν. Τοιούτον δε είναι προ πάντων η επιθυμία και το παιδί. Διότι τα παιδάρια ζουν με τας επιθυμίας, και πλεονάζει εις αυτά η επιθυμία του ηδονικού. Εάν λοιπόν δεν σταθή ευπειθές και πειθαρχικόν εις τον ανώτερόν του, θα προχωρήση πολύ. Διότι η όρεξις του ηδονικού είναι ακόρεστος και ο ανόητος έχει ορέξεις από όλα τα μέρη του σώματός του. Και έπειτα η εκτέλεσις της επιθυμίας αυξάνει τα συγγενή πάθη και αν γίνουν μεγάλα και σφοδρά, εκτροχιάζουν και τον λογισμόν. Διά τούτο αυταί πρέπει να είναι μέτριαι και ολίγαι και διόλου να μην αντιστρατεύωνται εις την λογικήν. Την τοιαύτην δε ευπείθειαν την ονομάζομεν και παιδεμόν. Δηλαδή καθώς το παιδί οφείλει να ζη κατά τα πρόσταγμα του παιδαγωγού, ομοίως και ο επιθυμητικός κατά τον ορθόν λόγον. Διά τούτο πρέπει το επιθυμητικόν μέρος του σώφρονος να συμφωνή με τον λόγον. Διότι και των δύο ο σκοπός είναι το καλόν. Δηλαδή και ο σώφρων επιθυμεί όσα πρέπει και καθώς πρέπει και όταν πρέπη, και τα ίδια επιβάλλει και ο ορθός λόγος. Αυτά λοιπόν είναι αρκετά περί της σωφροσύνης.

ΒΙΒΛΙΟΝ Δ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

&Ελευθεριότης.&

&Διάκρισις της ελευθεριότητος από την φιλαργυρίαν και την ασωτείαν.& — Και τόρα θα ομιλήσωμεν περί της ελευθεριότητος. Φαίνεται δε ότι είναι ελευθεριότης η μεσότης ως προς τα χρήματα. Διότι ο ελευθέριος δεν επαινείται εις τα πολεμικά ζητήματα, ούτε εις όσα επαινείται ο σώφρων, ούτε πάλιν εις τας κρίσεις του, αλλά ως προς την δοσοληψίαν των χρημάτων, και περισσότερον ως προς την δόσιν. Χρήματα δε ονομάζομεν όλα εκείνα, όσων η αξία μετρείται με νόμισμα. Αλλά και η ασωτεία και η φιλαργυρία ως προς τα χρήματα είναι υπερβολαί και ελλείψεις. Και την μεν φιλαργυρίαν την προσάπτομεν πάντοτε εις τους περισσότερον του δέοντος φροντίζοντας διά το χρήμα, την δε ασωτείαν την επεκτείνομεν ενίοτε και εις άλλα συνταυτίζοντες αυτά. Δηλαδή τους ακρατείς και πολυεξόδους χάριν της ακολασίας τους ονομάζομεν ασώτους.

Δι' αυτό οι άσωτοι φαίνονται φαυλότατοι. Διότι φέρουν εις την ράχιν των πολλάς κακίας συγχρόνως. Δεν θεωρούνται όμως ορθώς τοιούτοι. Διότι κυρίως άσωτος είναι όστις έχει έν μόνον κακόν, δηλαδή να καταστρέφη την περιουσίαν του. Δηλαδή άσωτος είναι όστις καταστρέφεται από τον εαυτόν του, διότι και η καταστροφή της περιουσίας του φαίνεται ότι είναι καταστροφή του ιδίου, αφού η ζωή του από αυτήν εξαρτάται. Αυτήν λοιπόν την σημασίαν αποδίδομεν εις την ασωτείαν.

&Η ελευθεριότης σχετιζόμενη προς τας άλλας αρετάς.& — Όσα δε χρησιμοποιούνται, αυτά είναι δυνατόν να τα χρησιμοποιήσωμεν και καλώς και κακώς. Και ο πλούτος είναι από τα χρήσιμα. Έκαστον δε πράγμα το μεταχειρίζεται τελειότερα, όστις έχει την σχετικήν με αυτό αρετήν. Αυτός δε τόρα είναι ο ελευθέριος. Χρησιμοποίησις δε των χρημάτων φαίνεται ότι είναι η δαπάνη και η δωρεά. Η δε λήψις και η φύλαξις φαίνονται ότι είναι μάλλον απόκτησις. Διά τούτο ιδιότης του ελευθερίου είναι να δίδη εις όσους πρέπει, παρά να λαμβάνη από όπου πρέπει, και να μη λαμβάνη από όπου δεν πρέπει. Διότι ιδιότης της αρετής είναι η ευποιία μάλλον παρά η ευπάθεια, και η μάλλον να πράττη τα καλά παρά να μη πράττη τα ποταπά. Δεν είναι δε δυσνόητον ότι εις την δωρεάν ακολουθεί η ευποιία και η εκτέλεσις των καλών, εις δε την ευπάθειαν η αποδοχή των καλών ή η μη εκτέλεσις ποταπών πράξεων. Και η χάρις οφείλεται εις τον δίδοντα δώρα, και όχι εις τον μη δεχόμενον, και ο έπαινος δε περισσότερον εις αυτόν οφείλεται. Είναι δε και ευκολώτερον το να μη δεχθή κανείς παρά να δώση δώρον. Διότι έκαστος ολιγώτερον θυσιάζει το ιδικόν του, παρ' όσον αποκρούει το ξένον. Ακόμη δε ελευθέριοι λέγονται οι δίδοντες, ενώ όσοι δεν δέχονται δεν επαινούνται ως ελευθέριοι, αλλά όχι ολιγώτερον ως δίκαιοι. Όσοι δε πάλιν δέχονται, ούτε επαινούνται όλως διόλου. Είναι δε αξιαγάπητοι από όλους τους εναρέτους, προ πάντων οι ελευθέριοι. Διότι είναι ωφέλιμοι, τούτο δε συνίσταται εις τον τρόπον της δωρεάς των. Αι ενάρετοι πράξεις όμως γίνονται χάριν του καλού. Επομένως και ο ελευθέριος θα δώση χάριν του καλού και ορθώς. Δηλαδή θα δώση εις όσους πρέπει και όσα πρέπει και όταν πρέπη και εν γένει καθώς είναι σύμφωνα με την ορθήν δωρεάν. Και όλα αυτά με ευχαρίστησιν και χωρίς να λυπηθή. Διότι παν ό,τι γίνεται συμφώνως με την αρετήν είναι ευχάριστον ή δεν προξενεί λύπην, πολύ ολίγον δε είναι λυπηρόν. Όστις όμως δίδει εις όσους δεν πρέπει, ή όχι χάριν του καλού, αλλά διά καμμίαν άλλην αιτίαν, δεν θα ονομασθή ελευθέριος, αλλά κάτι άλλο. Ούτε όστις δίδει με λύπην. Διότι αυτός θα επροτίμα τα χρήματα περισσότερον από την καλήν πράξιν, αυτό όμως δεν είναι ιδιότης του ελευθερίου (γενναιοδώρου).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

&Σχέσις του ελευθερίου προς την περιουσίαν του. Ο ελευθέριος είναι ανιδιοτελής, αλλά συντηρητικός&. — Δεν δέχεται δε από όποιον δεν πρέπει δώρα, διότι δεν είναι επίσης ιδιότης του μη εκτιμώντος τα χρήματα να δέχεται υπό τοιούτους όρους. Και βεβαίως δεν θα ημπορή ούτε να ζητή. Διότι όστις ευεργετεί δεν δέχεται εύκολα να ευεργετήται. Από όπου όμως πρέπει, λαμβάνει, λόγου χάριν από τα ιδικά του κτήματα, όχι διότι είναι καλόν, αλλά διότι είναι ανάγκη, διά να έχη να δίδη. Ούτε ημπορεί να παραμελήση τα ιδικά του, αφού θέλει με αυτά να βοηθή μερικούς. Ούτε θα δώση εις τους τυχόντας, διά να έχη να δίδη εις όσους πρέπει και όταν πρέπη και δι' ό,τι είναι καλόν, είναι δε ιδιότης του ελευθερίου και να είναι υπερβολικός εις τας δωρεάς του, ώστε να κρατή ολιγώτερα διά τον εαυτόν του. Δηλαδή το να μη κυττάζη τον εαυτόν του είναι ιδιότης του ελευθερίου. Λέγεται δε η ελευθεριότης αναλόγως της περιουσίας. Δηλαδή δεν συνίσταται η αρετή αυτή εις το μέγα ποσόν των διδομένων, αλλά εις την διάθεσιν του δίδοντος, αυτή δε δίδει αναλόγως της περιουσίας. Δεν υπάρχει δε κανέν εμπόδιον διά να είναι ελευθεριώτερος όστις δίδει ολιγώτερα, όταν δίδη από τα ολιγώτερα που έχει. — Φαίνεται δε ό,τι γίνονται περισσότερον ελευθέριοι, όσοι δεν απέκτησαν μόνοι των, αλλά εκληρονόμησαν την περιουσίαν των. Διότι αυτοί δεν έχουν πείραν της στερήσεως, και διότι όλοι οι άνθρωποι αγαπούν περισσότερον τα έργα των χειρών των, καθώς οι γονείς και οι ποιηταί. Δεν είναι δε εύκολον να πλουτίση ο ελευθέριος, διότι ούτε λαμβάνει ευκόλως ούτε διατηρεί, αλλά τα πετά και δεν εκτιμά τα χρήματα ως χρήματα αλλά χάριν δωρεών. Διά τούτο υβρίζεται η τύχη συχνά, διότι οι περισσότερον άξιοι διόλου δεν πλουτίζουν. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει παραλόγως. Διότι δεν είναι δυνατόν να έχη χρήματα, όστις δεν φροντίζει να έχη, καθώς ουδέ κανέν από τα άλλα. Βεβαίως όμως δεν θα δώση εις όσους δεν πρέπει, ούτε όταν δεν πρέπη, ούτε εν γένει έξω από αυτάς τας αρχάς. Διότι τότε πλέον δεν θα έπραττε συμφώνως με την ελευθεριότητα, και αφού εξοδεύση εις αυτά, δεν θα έχη να εξοδεύη εις όσα πρέπει. Διότι, καθώς είπαμεν, ελευθέριος είναι όστις εξοδεύει αναλόγως της περιουσίας του και εις ό,τι πρέπει. Όστις δε είναι υπερβολικός, είναι άσωτος. Διά τούτο τους ηγεμόνας δεν τους ονομάζομεν ασώτους. Διότι η μεγάλη ποσότης των κτημάτων φαίνεται ότι δεν είναι δυνατόν να υπερακοντισθή με τας δαπάνας. — Και λοιπόν, αφού η ελευθεριότης είναι μεσότης εις την δοσοληψίαν των χρημάτων, ο ελευθέριος και θα δώση και θα εξοδεύση εις όσα πρέπει και όσα πρέπει, επίσης και διά τα μικρά και διά τα μεγάλα, και μάλιστα με ευχαρίστησιν. Και θα λάβη δε από όπου πρέπει και όσα πρέπει. Δηλαδή, αφού η αρετή είναι μεσότης και εις τα δύο αυτά, θα τα εκτελέση και τα δύο καθώς πρέπει.

Διότι συμβιβάζεται με την ορθήν δόσιν η τοιαύτη λήψις, ενώ η μη τοιαύτη δεν συμβιβάζεται. Και βεβαίως όσαι συμβιβάζονται υπάρχουν συγχρόνως εις το ίδιον πρόσωπον, ενώ αι ασυμβίβαστοι είναι προφανές ότι δεν συνυπάρχουν. Εάν δε συμβή κάποτε να εξοδεύση έξω από το πρέπον και το ορθόν, θα λυπηθή, πάλιν όμως μετρίως και καθώς πρέπει. Διότι ιδιότης της αρετής είναι και το να χαίρη και να λυπήται δι' όσα πρέπει και καθώς πρέπει. Είναι δε και εύκολος εις τας συναλλαγάς του ο ελευθέριος. Διότι ημπορεί να ανεχθή την αδικίαν, αφού δεν εκτιμά βεβαίως τα χρήματα, και περισσότερον βασανίζεται, αν κάπου ήτο ανάγκη να εξοδεύση και δεν εξώδευσε, παρά να λυπηθή, εάν εξώδευσε κάτι τι, ενώ δεν ήτο ανάγκη. Ούτε είναι αρεστός εις τον Σιμωνίδην {23}.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

&Ο Άσωτος σχετιζόμενος με τον φιλάργυρον.& — Ο δε άσωτος και εις αυτά διαρκώς σφάλλει. Διότι ούτε τέρπεται με όσα πρέπει ούτε καθώς πρέπει, ούτε λυπείται. Τούτο δε θα γίνη φανερώτερον εις τα κατωτέρω. Είπαμεν δηλαδή ότι η ασωτεία και η φιλαργυρία είναι υπερβολαί και ελλείψεις, και μάλιστα εις δύο πράγματα, δηλαδή εις την δόσιν και εις την λήψιν. Διότι και την δαπάνην την κατατάσσομεν εις την δόσιν. Και λοιπόν η μεν ασωτεία είνε υπερβολική εις το να δίδη και να μη λαμβάνη. Η δε φιλαργυρία είναι ελλιπής εις το να δίδη, και υπερβολική εις το να λαμβάνη, εκτός όταν πρόκειται διά μικρά πράγματα. Αλλά το ελάττωμα της ασωτείας δεν συζή πολύν καιρόν, διότι δεν είναι εύκολον, όστις δεν λαμβάνει από κανένα, να δίδη εις όλους. Διότι γλήγορα χάνεται η περιουσία εις τους ιδιώτας, όταν δίδουν χωρίς μέθοδον, καθώς φαίνεται ότι είναι οι άσωτοι.

&Η ασωτεία επιδέχεται θεραπείαν.& — Άλλως όμως ο τοιούτος φαίνεται ότι είναι όχι ολίγον καλλίτερος από τον φιλάργυρον. Διότι είναι ευκολοθεράπευτος και ως εκ της ηλικίας του και από τον φόβον της στερήσεως, και ημπορεί να έλθη εις το μέσον, διότι έχει τας ιδιότητας του ελευθερίου. Δηλαδή και αυτός δίδει και δεν λαμβάνει, με την διαφοράν όμως ότι κανέν από αυτά τα δύο δεν εκτελεί ούτε καθώς πρέπει ούτε καλώς. Εάν λοιπόν συνηθίση εις αυτό, ή κάπως μεταβληθή, θα εγίνετο ελευθέριος. Διότι τότε θα δίδη εις όσους πρέπει και θα λαμβάνη από όπου πρέπει. Και διά τούτο δεν φαίνεται πρόστυχος ως προς τo ήθος. Διότι δεν είναι ιδιότης μοχθηρού άνθρωπου ούτε αγεννούς το να είναι υπερβολικός εις τας δωρεάς και να μη δέχεται, αλλά απλώς ηλιθίου. Όστις δε είναι άσωτος κατ' αυτόν τον τρόπον, φαίνεται ότι είναι πολύ καλλίτερος από τον φιλάργυρον δι' όσα είπαμεν, και διότι εκείνος μεν ωφελεί πολλούς, ενώ αυτός κανένα δεν ωφελεί, αλλ' ούτε και τον εαυτόν του. Οι περισσότεροι όμως από τους ασώτους, καθώς είπαμεν, συγχρόνως δέχονται από όπου δεν πρέπει και ως προς τούτο είναι φιλάργυροι. Γίνονται δε επιρρεπείς εις το να λαμβάνουν, διότι θέλουν να εξοδεύουν, αλλά τούτο δεν ημπορούν να το κάμνουν με ευκολίαν. Διότι γλήγορα χάνονται όσα έχουν. Αναγκάζονται λοιπόν να προμηθεύωνται απ' αλλού. Συγχρόνως δε, επειδή δεν σκοτίζονται διόλου διά το καλόν, λαμβάνουν απροφυλάκτως και από όλα τα μέρη. Διότι επιθυμούν να δίδουν, το πώς όμως ή από πού δεν τους ενδιαφέρει διόλου. Διά τούτο και αι δόσεις των ακόμη δεν είναι ελευθέριαι, διότι δεν είναι καλαί, ούτε γίνονται χάριν του καλού ούτε καθώς πρέπει. Αλλά κάποτε εκείνους που πρέπει να είναι πτωχοί τους κάμνουν πλουσίους. Και εις εκείνους μεν οι οποίοι είναι μετρημένοι εις τους τρόπους των δεν δίδουν ίσως τίποτε, δίδουν όμως πολλά εις τους κόλακας ή εις τους προσφέροντας εις αυτούς καμμίαν άλλην ηδονήν. Διά τούτο οι περισσότεροι από αυτούς είναι και ακόλαστοι. Διότι ευκόλως εξοδεύουν διά τας ακολασίας και επειδή δεν ζουν κανονικά κλίνουν μάλλον εις τας ηδονάς. Ο άσωτος λοιπόν, αν μείνη χωρίς διαπαιδαγώγησιν, εις αυτό το σημείον φθάνει, εάν όμως τον προσέξουν, ημπορεί να φθάση εις το μέσον και το πρέπον.

&Η φιλαργυρία δεν επιδέχεται θεραπείαν.& — Ο δε φιλάργυρος είναι αθεράπευτος. Διότι φαίνεται ότι τους κάμνει φιλαργύρους τω γήρας και η γενική αδυναμία. Και είναι περισσότερον σύμφυτος εις τους ανθρώπους η φιλαργυρία παρά η ασωτεία. Διότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι μάλλον φιλοχρήματοι παρά μεταδοτικοί. Και το ελάττωμα αυτό επεκτείνεται εις πολλά και είναι πολυειδές. Δηλαδή φαίνεται ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι φιλαργυρίας. Διότι, ενώ συνίσταται εις δύο, δηλαδή εις την έλλειψιν της δόσεως και εις την υπερβολήν της λήψεως, δεν απαντά εις όλους ολόκληρος, αλλά ενίοτε χωρίζεται, και άλλοι μεν είναι υπερβολικοί εις την λήψιν, άλλοι δε ελλιπείς εις την δόσιν. Διότι όσοι λέγονται λόγου χάριν σφιχτοί, μίζεροι, τσιγκούνιδες, όλοι είναι ελλιπείς εις την δόσιν, αλλά δεν επιθυμούν τα ξένα, ούτε θέλουν να δεχθούν. — Και φαίνονται ότι το κάμνουν από κάποιαν ευπρέπειαν και προφύλαξιν από το αίσχος. Διότι μερικοί φαίνονται, ή και το λέγουν, ότι τα φυλάττουν, διά να μη αναγκασθούν ποτέ να κάμουν κανέν αίσχος. Εις αυτούς δε ανήκει και ο μυιγογδάρτης και όλοι οι όμοιοι. Έλαβε δε το όνομα από το ότι δεν θέλει να εξοδεύση εις τίποτε — .Άλλοι δε πάλιν από φόβον απέχουν από τα ξένα, διότι νομίζουν ότι δεν είναι εύκολον αυτοί μεν να λάβουν από τα ξένα, οι άλλοι όμως όχι από τα ιδικά των, επομένως αρέσκει εις αυτούς ούτε να λαμβάνουν ούτε να δίδουν. Οι άλλοι πάλιν είναι υπερβολικοί εις την λήψιν, διότι δέχονται από παντού και τα πάντα• λόγου χάριν οι εκτελούντες ανελεύθερα έργα, δηλαδή οι πορνοβοσκοί και όλοι οι παρόμοιοι, και οι τοκίζοντες ολίγα με πολύν τόκον. Διότι όλοι αυτοί λαμβάνουν από όπου δεν πρέπει και όσον δεν πρέπει. Φαίνεται δε εις αυτούς κοινή η αισχροκέρδεια. Δηλαδή όλοι χάριν κέρδους, και μάλιστα μικρού, υποφέρουν να ονειδίζωνται. Διότι όσοι λαμβάνουν μεγάλα ποσά, όχι όμως από όπου πρέπει, ούτε όσα πρέπει, δεν τους ονομάζομεν φιλαργύρους, καθώς λόγου χάριν τους τυράννους, όταν κυριεύουν πόλεις και γυμνόνουν τους ναούς, αλλά πονηρούς μάλλον και ασεβείς και αδίκους. Και όμως και ο παίκτης και ο λωποδύτης και ο ληστής ανήκουν εις τους φιλαργύρους. Διότι όλοι είναι αισχροκερδείς. Δηλαδή χάριν του κέρδους τρέχουν και αυτοί και εκείνοι και υποφέρουν να ονειδίζωνται. Και οι μεν τελευταίοι υποφέρουν τους μεγαλιτέρους κινδύνους χάριν του λαφύρου των, οι παίκται όμως κερδίζουν από τους φίλους των, εις τους οποίους πρέπει να δίδουν. Αλλά και αυτοί και εκείνοι, αφού θέλουν να κερδίζουν από όπου δεν πρέπει, είναι αισχροκερδείς. Και όλαι δε αι παρόμοιαι λήψεις είναι ανελεύθεραι. Πολύ ορθά δε λέγεται ότι είναι το αντίθετον της ελευθεριότητος η φιλαργυρία, διότι είναι μεγαλίτερον κακόν παρά η ασωτεία, και περισσότερα σφάλματα γίνονται με αυτήν παρά με την ασωτείαν που είπαμεν. Και λοιπόν περί της ελευθεριότητος και των κακιών αι οποίαι αντιτίθενται εις αυτήν είναι αρκετά όσα είπαμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Μεγαλοπρέπεια.&

&Διάκρισις της μεγαλοπρεπείας από την ελευθεριότητα και ακρότητες αυτής.& — Ίσως δε τόρα είναι η σειρά να ομιλήσωμεν και περί μεγαλοπρεπείας. Διότι και αυτή φαίνεται ότι είναι κάπως αρετή περιστρεφομένη εις το χρήμα. Δεν επεκτείνεται όμως καθώς η ελευθεριότης εις όλας τας πράξεις αι οποίαι γίνονται με χρήμα, αλλά μόνον εις τους πολυεξόδους. Εις αυτάς δε είναι ανωτέρα από την ελευθεριότητα ως προς το μέγεθος. Διότι, καθώς υποδηλοί και μόνον το όνομά της, είναι δαπάνη διαπρέπουσα εις μέγεθος. Το δε μέγεθος είναι αναφορά ως πρός τι. Δηλαδή δεν αρμόζει η ιδία δαπάνη εις τον εξοπλίζοντα μίαν τριήρη και εις τον αρχηγόν θρησκευτικής αποστολής. Επομένως το πρέπον είναι σχετικόν με αυτό και με τα μέσα και με το πράγμα εις το οποίον περιστρέφεται. Όστις δε εξοδεύει όσον αξίζει εις μικρά ή εις μέτρια δεν λέγεται μεγολοπρεπής, καθώς λέγει η ομηρική φράσις «ολίγο δίδω στον πτωχό» {24}, αλλά όστις κάμνει το ίδιον εις μεγάλα. Διότι ο μεν μεγαλοπρεπής είναι ελευθέριος, ο ελευθέριος όμως δεν είναι συγχρόνως και μεγαλοπρεπής. Αυτής δε της διαθέσεως η μεν έλλειψις λέγεται μικροπρέπεια, η δε υπερβολή βαναυσότης και απειροκαλία και τα παρόμοια, διότι δεν είναι υπερβολικαί κατά το μέγεθος εις όσα πρέπει, αλλά επιδεικνύονται εις όσα δεν πρέπει και καθώς δεν πρέπει. Περί αυτών δε θα ομιλήσωμεν αργότερα.

&Χαρακτηρισμός της μεγαλοπρεπείας ως επιστήμης.& — Ο δε μεγαλοπρεπής φαίνεται ως επιστήμων. Δηλαδή έχει την ικανότητα να αντιληφθή το πρέπον και να εξοδεύση μεγάλα ποσά με αρμονίαν. Διότι, καθώς είπαμεν εις την αρχήν, η διάθεσις ορίζεται από τας ενεργείας και από εκείνα εις τα οποία περιστρέφεται. Και λοιπόν αι δαπάναι του μεγαλοπρεπούς είναι μεγάλαι και συγχρόνως καθώς πρέπει. Επομένως τοιαύτα είναι και τα έργα του. Διότι μόνον με αυτόν τον τρόπον τα εξοδευόμενα είναι μεγάλα και αρμονικά με το έργον του. Ώστε το όλον έργον πρέπει να έχη και αξίαν ίσην με την δαπάνην, η δε δαπάνη αξίαν ίσην με το έργον ή και να είναι ανωτέρα. Κάμνει δε αυτάς τας δαπάνας ο μεγαλοπρεπής χάριν του καλού. Διότι αυτό είναι κοινόν γνώρισμα εις όλας τας αρετάς, περιπλέον δε με ευχαρίστησιν και με άνεσιν. Διότι η ακριβολογία είναι μικροπρεπής. Και μάλλον θα σκεφθή πώς να γίνη το έργον όσον το δυνατόν καλλίτερον και αρμοδιώτερον, παρά πόσον θα στοιχίση και πώς να στοιχίση όσον το δυνατόν ολιγώτερον. Είναι λοιπόν επόμενον ο μεγαλοπρεπής να είναι και ελευθέριος. Διότι και ο ελευθέριος εξοδεύει όσα πρέπει και καθώς πρέπει. Εις τα ίδια δε περιστρέφεται η κατά μέγεθος διαφορά του μεγαλοπρεπούς, η οποία αρετή είναι τρόπον τινά εις τα ίδια πράγματα ελευθεριότης εν μεγάλω, και με τα ίδια έξοδα θα κάμη το έργον μεγαλοπρεπέστερον. Διότι δεν είναι η ιδία η αρετή του κτήματος και του έργου. Δηλαδή το κτήμα είναι πολυτιμότερον, όσον έχει περισσοτέραν αξίαν, καθώς λόγου χάριν ο χρυσός, ενώ το έργον, μόνον όταν είναι μέγα και καλόν. Διότι του τοιούτου η θεωρία είναι αξιοθαύμαστος, και το μεγαλοπρεπές είναι αξιοθαύμαστον. Και αρετή του έργου είναι η μεγαλοπρέπεια εις μεγάλον σχήμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Η μεγαλοπρέπεια περιστρέφεται ιδίως εις τα τιμαλφή και κοινά.& — Εξοδεύει δε η μεγαλοπρέπεια εις εκείνα εν γένει τα οποία ονομάζομεν τιμαλφή• λόγου χάριν εις τους θεούς, εις αφιερώματα, εις ναούς και θυσίας, ομοίως δε και εις όσα αναφέρονται εις την θρησκείαν, και όσα κινούν τον ζήλον διά το κοινόν αγαθόν• λόγου χάριν εάν νομίζη ότι πρέπει κάπου να δώση τα έξοδα μιας παραστάσεως ή να εξοπλίση λαμπρά μίαν τριήρη, ή να δώση τραπέζι εις όλους τους πολίτας. Εις όλα δε αυτά, καθώς είπαμεν, εξετάζεται η θέσις του εκτελεστού, ποίος είναι και πόσα έχει. Διότι πρέπει να είναι ανταξία με αυτά, και να μη αρμόζουν μόνον εις το έργον αλλά και εις τον εκτελεστήν. Διά τούτο ένας πτωχός βεβαίως δεν ημπορεί να γίνη μεγαλοπρεπής, διότι δεν έχει από πού να εξοδεύη πολλά καθώς πρέπει. Όστις δε δοκιμάση να τα κάμη είναι ηλίθιος. Διότι το κάμνει, έξω από την αξίαν και το πρέπον, ενώ σύμφωνον με την αρετήν είναι το ορθόν. Έπειτα αυτά αρμόζουν και εις εκείνους οι οποίοι έχουν προηγούμενα οι ίδιοι ή από τους προγόνους, ή από τους ιδικούς των, και εις τους ευγενείς και τους ενδόξους και τα παρόμοια. Διότι όλα αυτά έχουν μεγαλείον και αξίωμα. Κυρίως λοιπόν αυτός είναι ο μεγαλοπρεπής, και εις τοιαύτας δαπάνας περιστρέφεται η μεγαλοπρέπεια, καθώς είπαμεν, διότι είναι τα μεγαλίτερα και τιμαλφέστερα. Από τας ιδιωτικάς δε περιστρέφεται μόνον εις όσας γίνονται μίαν φοράν διά πάντα, καθώς είναι ο γάμος και κανέν παρόμοιον, και εις ό,τι όλη η πόλις δίδει προσοχήν, ή όσοι είναι εις τα αξιώματα, ακόμη δε εις υποδοχάς ξένων και ξεναγίας αυτών και εις δωρεάς και αντιδωρεάς. Διότι ο μεγαλοπρεπής δεν είναι πολυδάπανος διά τον εαυτόν του αλλά διά τα κοινά, αι δε δωρεαί έχουν κάποιαν σχέσιν με τα αφιερώματα. Ιδιότης δε του μεγαλοπρεπούς είναι και την οικίαν του να διακοσμήση καθώς αρμόζει εις τον πλούτον του — διότι και αυτός είναι κάποιος στολισμός — και να εξοδεύη μάλλον εις έργα τα οποία διατηρούνται πολλά έτη — διότι αυτά είναι τα καλλίτερα — και εις το καθέν ό,τι είναι πρέπον. Διότι δεν αρμόζουν τα ίδια εις τους θεούς και εις τους ανθρώπους, ούτε μέσα εις τους ναούς και εις τους τάφους. Και αφού εκάστη δαπάνη είναι μεγάλη εις το είδος της, άρα και γενικώς μεν μεγαλοπρεπέστατον είναι το εν σχέσει προς τα μεγάλα μέγα, εις αυτήν όμως εδώ την περίπτωσιν το εν σχέσει προς αυτήν μέγα. Και έχει διαφοράν το εν σχέσει με το έργον μέγα, από το εν σχέσει προς τας δαπάνας — λόγου χάριν μία σφαίρα, ή έν φιαλίδιον ωραιότατον έχει την μεγαλοπρέπειαν ενός παιδικού δώρου, αλλά η αξία των είναι μικρά και αναξιοπρεπής. — Διά τούτο η ιδιότης του μεγαλοπρεπούς είναι, εις ό,τι είδος εξοδεύει, να το εξοδεύη μεγαλοπρεπώς — διότι εις τούτο δεν ημπορεί ευκόλως να τον περάση άλλος — και το έργον να έχη την αξίαν της δαπάνης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Η υπερβολή και η έλλειψις της μεγαλοπρεπείας.& — Τοιούτος λοιπόν είναι ο μεγαλοπρεπής, ο δε υπερβολικός, δηλαδή ο βάναυσος, υπερέχει εις το να εξοδεύη έξω από το πρέπον, καθώς είπαμεν. Δηλαδή εις ολιγοέξοδα πράγματα αυτός εξοδεύει πολλά και επιδεικνύεται αναρμόστως• λόγου χάριν δίδει τραπέζι εις τους συναδέλφους του ως να κάμνη γάμον, και όταν χορηγή τα έξοδα κωμικής παραστάσεως, παρουσιάζει εις την σκηνήν του θεάτρου τον χορόν με πορφύραν, καθώς οι Μεγαρείς. Και όλα αυτά τα κάμνει όχι χάριν του καλού, αλλά διά να επιδείξη τα πλούτη του, και διότι νομίζει ότι θαυμάζεται με αυτά, και όπου μεν χρειάζεται να εξοδεύση πολλά, αυτός εξοδεύει ολίγα, όπου δε ολίγα, πολλά. Ο δε μικροπρεπής εις όλα είναι ελλιπής, και αφού εξοδεύση τα μεγαλίτερα ποσά εις μικρόν έργον, θα χαλάση το καλόν, και ό,τι κάμη αργοπορεί, και κυττάζει πώς να εξοδεύση ολιγώτερα και πάλιν όλο κλαίεται και νομίζει ότι έδωσε περισσότερα από όσα πρέπει. Και βεβαίως αυταί αι διαθέσεις είναι κακίαι, αλλά δεν φέρουν αίσχος, διότι ούτε βλαβεραί είναι εις τους άλλους ούτε πολύ άσχημαι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Μεγαλοψυχία.&

&Διάκρισις της μεγαλοψυχίας από την σωφροσύνην και ακρότητες αυτής.& — Η δε μεγαλοψυχία φαίνεται και από το όνομά της ότι περιστρέφεται εις μεγάλα, ποία όμως είναι αυτά ας το εξετάσωμεν πρώτον. Δεν έχει δε καμμίαν διαφοράν αν εξετάζωμεν την διάθεσιν ή τον έχοντα την διάθεσιν. Φαίνεται δε ότι είναι μεγαλόψυχος όστις κρίνει τον εαυτόν του άξιον διά μεγάλα και συγχρόνως είναι άξιος. Διότι όστις κάμνει τα ίδιον χωρίς να είναι άξιος, είναι ηλίθιος. Ενώ από όσους είναι ενάρετοι κανείς δεν είναι ηλίθιος ή ανόητος. Μεγαλόψυχος λοιπόν είναι αυτός που είπαμεν. — Διότι όστις είναι άξιος διά μικρά, και εις αυτά κρίνει τον εαυτόν του άξιον αυτός είναι σώφρων, όχι όμως μεγαλόψυχος. Διότι η μεγαλοψυχία συνίσταται εις το μεγαλείον, καθώς και το κάλλος υπάρχει εις το μεγαλόσχημον σώμα, ενώ οι μικρόσωμοι είναι μεν κομψοί και συμμετρικοί, όχι όμως ωραίοι. Όστις όμως κρίνει τον εαυτόν του άξιον διά μεγάλα, ενώ είναι ανάξιος, αυτός είναι χαύνος, ενώ όστις αξιόνει τον εαυτόν του διά μεγαλίτερα από όσον αξίζει, δεν είναι πάντοτε χαύνος. Όστις δε πάλιν αξιόνει τον εαυτόν του διά μικρότερα από ό,τι αξίζει είναι μικρόψυχος, δηλαδή είτε είναι άξιος διά μεγάλα είτε διά μέτρια είτε διά μικρά, αυτός αξιόνει τον εαυτόν του δι' ολιγώτερα εις πάσαν περίπτωσιν από αυτάς. Διότι βεβαίως απορεί κανείς πόσον θα υπεβίβαζε τον εαυτόν του, αν δεν είχε ούτε αυτήν την αξίαν. Ο δε μεγαλόψυχος είναι ως προς μεν το απόλυτον μέγεθος άκρος, ως προς το πρέπον όμως μέσος, διότι αξιόνει τον εαυτόν του εις ό,τι αξίζει. Ενώ αυτοί οι άλλοι είναι υπερβολικοί ή ελλιπείς. Αφού λοιπόν αξιόνει τον εαυτόν του διά μεγάλα, και είναι άξιος και μάλιστα άξιος των μεγίστων, τότε πρέπει να περιστρέφεται εις έν κυρίως. Αλλά η αξία λέγεται εν σχέσει προς τα εξωτερικά αγαθά. Και ως μέγιστον αγαθόν πρέπει να θεωρήσωμεν αυτό το οποίον αποδίδομεν εις τους θεούς, και το οποίον κυρίως επιδιώκουν οι έχοντες αξιώματα, και είναι έπαθλον διά τα κάλλιστα. Τοιούτον λοιπόν είναι η τιμή, διότι αυτή είναι εντελώς το μέγιστον από τα εξωτερικά αγαθά. — Εις την αποδοχήν δε ή την στέρησιν των τιμών ο μεγαλόψυχος είναι καθώς πρέπει. Και δεν απαιτείται ούτε δικαιολογία διατί η μεγαλοψυχία περιστρέφεται εις την τιμήν. Διότι γενικώς οι μεγάλοι κρίνουν άξιον τον εαυτόν των περισσότερον από όλα διά την τιμήν. Πάντοτε όμως όσον αξίζουν• Ο μικρόψυχος όμως είναι ελλιπής και εν σχέσει προς το άτομόν του και ως προς τας απαιτήσεις του μεγαλοψύχου. Ο δε χαύνος υπερακοντίζει με το άτομόν του όχι όμως και τον μεγαλόψυχον.

&Η μεγαλοψυχία προϋποθέτει όλας τας αρετάς.& — Και λοιπόν ο μεγαλόψυχος, αφού είναι άξιος των μεγίστων, έπεται ότι είναι ο εναρετώτερος. Επομένως ο αληθινός μεγαλόψυχος πρέπει να είναι ενάρετος (αγαθός). Και φαίνεται ίσως ότι ιδιότης του μεγαλοψύχου είναι να είναι μέγας εις εκάστην αρετήν. Παραδείγματος χάριν δεν αρμόζει διόλου εις τον μεγαλόψυχον να τραπή εις φυγήν ως δειλός, ούτε να αδικήση. Διότι προς ποίον σκοπόν τάχα θα διαπράξη αίσχη αυτός, διά τον οποίον τίποτε δεν υπάρχει μέγα; Εάν δε εξετάσωμεν τας λεπτομερείας, θα φανή εντελώς γελοίος ο μεγαλόψυχος, αν δεν είναι αγαθός. Αλλά εάν είναι ποταπός, τότε δεν θα είναι ούτε άξιος τιμής.

Διότι η τιμή είναι έπαθλον της αρετής, και απονέμεται εις τους αγαθούς. Επομένως φαίνεται ότι η μεγαλοψυχία είναι ως ένα στόλισμα όλων των αρετών. Διότι τας αναδεικνύει μεγαλιτέρας, και δεν ημπορεί να υπάρξη χωρίς αυτάς. Διά τούτο είναι δύσκολον να είναι κανείς πραγματικός μεγαλόψυχος. Διότι τούτο δεν είναι δυνατόν χωρίς καλοκαγαθίαν.

Κυρίως λοιπόν η μεγαλοψυχία περιστρέφεται εις τας τιμάς και στερήσεις των τιμών, και διά μεν τας μεγάλας και τας αποδιδομένας εις αυτόν από τους σπουδαίους θα χαρή εν μέτρω, διότι του φαίνεται ότι απολαμβάνει ό,τι του ανήκει ή και ολιγώτερον — . Διότι διά την τελείαν αρετήν δεν είναι δυνατόν να υπάρξη ανταξία τιμή — . Οπωσδήποτε όμως θα την δεχθή, διότι αυτοί δεν έχουν να του δώσουν τίποτε μεγαλίτερον. Την δε προσφερομένην εις αυτόν τιμήν από τους τυχαίους και δι' ασήμαντα πράγματα, όλως διόλου θα την περιφρονήση — διότι αυτός δεν είναι άξιος διά μικρά. — Επίσης δε και την στέρησιν των τιμών, διότι αυτή δεν θα συμβή με το δίκαιον ως προς αυτόν. Κυρίως λοιπόν, καθώς είπαμεν, η μεγαλοψυχία περιστρέφεται εις τας τιμάς. Ουχ ήττον όμως ως προς τον πλούτον και την πολιτικήν επιρροήν και πάσαν ευτυχίαν και ατυχίαν θα φανή μετριοπαθής, ό,τι και αν του συμβή, και ούτε όταν ευτυχή θα χαίρη πολύ ούτε όταν δυστυχή θα αθυμή. Διότι αυτά δεν τα παθαίνει ούτε διά την τιμήν, η οποία είναι το μέγιστον — διότι αι πολιτικαί επιρροαί και ο πλούτος επιζητούνται χάριν της τιμής. Τουλάχιστον όσοι τα έχουν επιθυμούν να τιμώνται εξαιτίας αυτών. — Εις αυτόν λοιπόν αφού και η τιμή είναι μικρόν πράγμα, έπεται ότι και τα άλλα είναι μικρά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Ο μη τελείως ενάρετος δεν είναι γνησίως μεγαλόψυχος.& — Διά τούτο νομίζονται ότι είναι πολύ περιφρονητικοί. Φαίνεται όμως ότι και τα ευτυχήματα συντελούν εις την μεγαλοψυχίαν. Διότι οι ευγενείς κρίνονται άξιοι τιμής, καθώς και οι έχοντες πολιτικήν επιρροήν ή πλούτον. Διότι είναι υπέροχος, και παν ό,τι υπερέχει εις το αγαθόν είναι τιμαλφέστατον. Διά τούτο όλα αυτά τους κάμνουν περισσότερον μεγαλόψυχους από ό,τι είναι. Διότι αυτά εκτιμώνται από μερικούς. Κυρίως όμως μόνος ο αγαθός πρέπει να τιμάται. Όστις δε έχει και τα δύο, είναι άξιος περισσοτέρας τιμής. Όσοι όμως έχουν αυτά τα αγαθά χωρίς την αρετήν, ούτε δικαίως κρίνουν άξιον τον εαυτόν των διά μεγάλα, ούτε ορθώς ονομάζονται μεγαλόψυχοι. Διότι χωρίς τελείαν αρετήν δεν υπάρχουν αυτά, αλλά όσοι τα έχουν αυτά τα αγαθά γίνονται υπερόπται και υβρισταί. Διότι χωρίς αρετήν δεν είναι εύκολον να διατηρή κανείς τα ευτυχήματα αρμονικώς. Και επειδή δεν ημπορούν να τα κρατήσουν και νομίζουν ότι είναι ανώτεροι από τους άλλους, εκείνους μεν τους περιφρονούν, αυτοί δε κάμνουν ό,τι τύχη. Διότι μιμούνται απλώς τον μεγαλόψυχον, ενώ δεν του ομοιάζουν, τούτο δε το κάμνουν εις όσα ημπορούν. Και λοιπόν όσα υπαγορεύει η αρετή δεν τα εκτελούν, αλλά μόνον περιφρονούν τους άλλους. Δηλαδή ο μεν μεγαλόψυχος δικαίως περιφρονεί, — διότι κρίνει ορθώς, — οι κοινοί όμως τυχαίως.

&Λεπτομερής χαρακτηρισμός του μεγαλοψύχου, μέχρι φυσιογνωμίας.& — Δεν είναι δε ριψοκίνδυνος διά μικρά πράγματα ούτε φιλοκίνδυνος, διότι ολίγα πράγματα εκτιμά. Είναι όμως ριψοκίνδυνος διά τα μεγάλα, και όταν κινδυνεύη δεν προφυλάττει την ζωήν του, διότι θεωρεί ότι δεν είναι άξιον να ζη όπως όπως. Και θέλει μεν να ευεργετή, εντρέπεται όμως να ευεργετηθή. Διότι το πρώτον είναι ιδιότης του υπερέχοντος, ενώ το δεύτερον του υπερεχομένου. Και αποδίδει την ευεργεσίαν με περισσότερα. Διότι ούτω πως ο πρώτος θα γίνη και χρεώστης και θα είναι ευεργετημένος. Φαίνεται δε και ότι ενθυμούνται όσους ευεργετούν, όχι όμως και εκείνους οι οποίοι τους ευεργέτησαν. Διότι είναι κατώτερος ο ευεργετηθείς από τον ευεργετήσαντα, αυτός δε θέλει να υπερέχη. Και τα μεν πρώτα ευχαριστείται να τα ακούη, τα δεύτερα όμως τον ενοχλούν. Διά τούτο και η Βέτις {25} δεν αναφέρει τας ευεργεσίας της εις τον Δία. Ούτε οι Λακεδαιμόνιοι {26} προς τους Αθηναίους, αλλά μόνον όσας ευεργεσίας έλαβαν. Είναι δε ιδιότης του μεγαλοψύχου να μη έχη την ανάγκην κανενός ή πολύ ολίγον, να βοηθή όμως προθύμως, και εμπρός μεν εις τους έχοντας αξιώματα και τους ευτυχείς να παρουσιάζεται μεγάλος, εμπρός όμως εις τους μέσους μέτριος. Διότι το να υπερέχη εκείνους είναι δύσκολον και μεγαλοπρεπές, ενώ όσον διά τούτους είναι εύκολον. Έπειτα δι' εκείνους μεν να το παίρνη επάνω του δεν είναι αγένεια, εμπρός όμως εις τους χαμερπείς είναι χονδροειδές, καθώς το να κάμνη κανείς τον παλικαράν εμπρός εις τους ανισχύρους. Και δεν επιδιώκει τας τιμάς, παρά μόνον όπου άλλοι έχουν τα πρωτεία. Και είναι αργός και αναβλητικός εις όλα εκτός μόνον όπου είναι μεγάλη τιμή ή μέγα έργον, και ολίγοι μόνον ημπορούν να το εκτελέσουν αλλά μεγάλοι και φημισμένοι. Κατ' ανάγκην δε είναι και φανερόμισος και φανερόφιλος. Διότι η μυστικότης είναι ιδιότης του δειλού. Και ενδιαφέρεται περισσότερον διά την αλήθειαν παρά διά να δοξασθή. Και ομιλεί και εκτελεί φανερά. Διότι είναι παρρησιαστικός, επειδή περιφρονεί τους άλλους. Και διά τούτο είναι ειλικρινής. Εκτός μόνον όταν προσποιείται τον μικρόν. Προσποιείται δε τον μικρόν εμπρός εις τον κοινόν λαόν. Και δεν συμβιβάζει την ζωήν του παρά μόνον με τον φίλον του, διότι τούτο είναι ιδιότης των δούλων. Διά τούτο όλοι οι κόλακες είναι δουλοπρεπείς και όλοι οι χαμερπείς είναι κόλακες. Ούτε δεικνύει θαυμασμόν εις κανένα. Διότι αυτός τίποτε δεν ευρίσκει μέγα. Ούτε είναι μνησίκακος. Διότι δεν είναι ιδιότης του μεγαλοψύχου να κρατή λογαριασμόν και μάλιστα διά το κακόν, αλλά μάλλον παραβλέπει. Ούτε ομιλεί διά πρόσωπα. Δηλαδή, ούτε διά τον εαυτόν του ομιλεί ούτε δι' άλλον. Διότι δεν τον ενδιαφέρει ούτε να επαινήται ο ίδιος, ούτε να κατακρίνωνται οι άλλοι, ούτε πάλιν αγαπά να επαινή. Δι' αυτό και δεν κακολογεί ούτε τους εχθρούς του, εκτός εάν τον επρόσβαλαν. Και διά τα χρειώδη ή διά τα μικρά διόλου δεν παραπονείται ούτε παρακαλεί. Διότι ιδιότης των σπουδαίων είναι να είναι τοιούτοι εις αυτά. Και είναι ικανός να θησαυρίζη μάλλον τα καλά και αφιλοκερδή, παρά τα καρποφόρα και ωφέλιμα. Διότι αυτό είναι περισσότερον ιδιότης της αυταρκείας. Και η κίνησις του μεγαλοψύχου φαίνεται ότι είναι βραδυκίνητος, και η φωνή του βαρύφωνος, και η απαγγελία του στάσιμος. Διότι δεν βιάζεται όστις εκτιμά πολύ ολίγα πράγματα, ούτε σφίγγεται όστις δεν θεωρεί κανέν πράγμα ως μέγα. Η οξυφωνία όμως και η ταχύτης από αυτά προέρχεται. Τοιούτος λοιπόν είναι ο μεγαλόψυχος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Μικροψυχία και χαυνότης.& — Ο δε ελλιπής είναι μικρόψυχος, και υπερβολικός χαύνος. Και βεβαίως δεν φαίνονται να είναι κακοί ούτε αυτοί — διότι δεν κάμνουν κακόν — αλλά απλώς έχουν ελάττωμα. Διότι ο μεν μικρόψυχος, ενώ είναι άξιος, στερεί τον εαυτόν του από τα αγαθά διά τα οποία είναι άξιος, και φαίνεται ως να έχη κάποιον κακόν, διότι δεν κρίνει τον εαυτόν του άξιον διά τα αγαθά, και ακόμη ότι δεν γνωρίζει τον εαυτόν του. Διότι άλλως βεβαίως θα επιθυμούσε όσα αξίζει, αφού είναι αγαθά.

Δεν φαίνονται όμως εις τους άλλους ηλίθιοι οι τοιούτοι, αλλά μάλλον οκνηροί. Και αυτή η γνώμη περί αυτών φαίνεται ότι τους καθιστά χειροτέρους. Διότι έκαστος επιθυμεί όσα του αξίζουν, αυτοί όμως απομακρύνονται από τας καλάς πράξεις και επιτηδειότητας, όταν νομίζουν ότι είναι ανάξιοι, ομοίως δε και από τα εξωτερικά αγαθά. Οι δε χαύνοι είναι ηλίθιοι και δεν γνωρίζουν τον εαυτόν των, και μάλιστα περιφανώς, διότι με την ιδέαν ότι είναι άξιοι, δοκιμάζουν πράξεις μεγατίμους και έπειτα εξελέγχονται ως απατημένοι, και στολίζονται με λαμπράς ενδυμασίας και με σύνολον και τα παρόμοια, και θέλουν να γίνουν φανεραί αι διάφοροι μικροευτυχίαι των, και ομιλούν δι' αυτάς, νομίζοντες ότι θα εκτιμηθούν από αυτάς. Είναι δε αντίθετος προς την μεγαλοψυχίαν μάλλον η μικροψυχία παρά η χαυνότης. Διότι και συχνότερα απαντά και χειροτέρα είναι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’.

&Αξιοπρέπεια.& {27}

Και λοιπόν η μεν μεγαλοψυχία, καθώς είπαμεν, περιστρέφεται εις την μεγάλην τιμήν. Αλλά ως προς την τιμήν φαίνεται ότι υπάρχει κάποια αρετή, καθώς ελέχθη προηγουμένως, η οποία ημπορεί να θεωρηθή ότι έχει τον αυτόν λόγον προς την μεγαλοψυχίαν, οποίον η ελευθεριότης προς την μεγαλοπρέπειαν. Διότι αι δύο αυταί, από το μεγαλείον μεν απέχουν, μας κάμνουν όμως εις τα μεσαία και εις τα μικρά να έχωμεν ορθήν διάθεσιν. Καθώς δε εις την ληψοδοσίαν των χρημάτων υπάρχει μεσότης και υπερβολή και έλλειψις, ομοίως και εις την επιθυμίαν της τιμής υπάρχει και το περισσότερον του δέοντος και το ολιγώτερον και το από όπου πρέπει και όπως πρέπει. Δηλαδή και τον φιλόδοξον τον κατακρίνομεν, διότι περισσότερον του δέοντος επιθυμεί την τιμήν, και από όπου δεν πρέπει, και τον αφιλόδοξον, διότι ούτε εις τα καλά δεν έχει διάθεσιν να τιμάται. Και κάποτε τον φιλόδοξον τον επαινούμεν ως ανδροπρεπή και φιλόκαλον, τον δε αφιλόδοξον ως μέτριον και σώφρονα, καθώς είπαμεν και εις άλλα προηγούμενα. Είναι δε φανερόν, ότι, αφού τα σύνθετα εκ του φίλος λέγονται πολυειδώς, δεν εφαρμόζομεν το φιλόδοξος πάντοτε εις το ίδιον πράγμα, αλλά όταν πρόκειται να επαινέσωμεν, το εφαρμόζομεν εις εκείνον ο όποιος το έχει περισσότερον από τους κοινούς ανθρώπους, όταν δε πρόκειται να κατακρίνωμεν, το εφαρμόζομεν εις εκείνον ο οποίος το έχει περισσότερον από ό,τι πρέπει. Επειδή δε η μεσότης δεν έχει όνομα, την ευρήκαν έρημον και την διαφιλονικούν αυτά τα δύο άκρα. Εις όσα δε υπάρχει η υπερβολή και η έλλειψις, εις αυτά περιστρέφεται και το μέσον. Γνωρίζομεν δε ότι επιθυμούν την τιμήν άλλοι περισσότερον από ό,τι πρέπει και άλλοι ολιγώτερον. Επομένως υπάρχει και όση πρέπει. Φαίνεται όμως αυτό ως προς μεν την φιλοδοξίαν ότι είναι αφιλοδοξία, ως προς δε την αφιλοδοξίαν φιλοδοξία, και ως προς τα δύο μαζί κάτι τι ενωμένον από τα δύο. Αυτό δε φαίνεται ότι συμβαίνει και εις τας άλλας αρετάς. Εδώ όμως φαίνονται ότι αντιτίθενται οι άκροι, διότι δεν έχει όνομα το μέσον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Μειλιχιότης.&

&Σχέσις της μειλιχιότητος προς τας ακρότητας, και συγγένεια αυτής προς την ελλιπή ακρότητα.& — Η μειλιχιότης είναι μεσότης ως προς τα είδη της οργής. Επειδή δε το μέσον δεν έχει όνομα, σχεδόν δε και τα άκρα, φέρομεν προς το μέσον την μειλιχιότητα, ενώ κλίνει κάπως προς την έλλειψιν, η οποία είναι ανώνυμος. Η δε υπερβολή ημπορεί κάπως να ονομασθή οργιλότης. Διότι το μεν πάθος είναι η οργή, αλλά τα αίτια τα οποία το εμπνέουν είναι πολλά και διάφορα. Όστις λοιπόν οργίζεται δι' όσα πρέπει και με όσους πρέπει, ακόμη δε καθώς πρέπει και όταν πρέπη και όσην ώραν πρέπει, αυτός επαινείται. Λοιπόν αυτός ημπορεί να θεωρηθή μειλίχιος, αφού η μειλιχιότης επαινείται. Διότι ο μειλίχιος επιθυμεί να μένη ατάραχος και να μη σύρεται από το πάθος, αλλά μόνον όπως απαιτεί ο ορθός λόγος, και δι' όσα απαιτεί, και όσην ώραν το απαιτεί, γίνεται τραχύς. Φαίνεται δε μάλλον ότι είναι ελαττωματικός ως προς την έλλειψιν. Διότι ο μειλίχιος δεν συνηθίζει να τιμωρή, αλλά μάλλον είναι συγγνωμονικός. Η δε έλλειψις, είτε την θεωρήσωμεν κάπως αοργησίαν, είτε οπωσδήποτε αλλέως, κατακρίνεται. Διότι, όσοι δεν οργίζονται δι' όσα πρέπει φαίνεται ότι είναι ηλίθιοι, καθώς και όσοι δεν οργίζονται καθώς πρέπει, ούτε όταν πρέπη, ούτε με όσους πρέπει. Διότι φαίνεται ότι δεν αισθάνονται, ούτε λυπούνται, και αφού δεν οργίζονται, δεν υπερασπίζονται τον εαυτόν των. Αλλά το να εξευτελίζεται κανείς ή να αφίνη να εξευτελίζουν τους ιδικούς του είναι κτηνωδία.

&Διάφορα είδη υπερβολικής οργής.& — Η δε υπερβολή συμβαίνει καθ' όλους τους τρόπους, δηλαδή και με όσους δεν πρέπει, και δι' όσα δεν πρέπει, και περισσότερον του δέοντος, και ταχύτερον, και περισσοτέραν ώραν. Όλα αυτά όμως δεν συμπίπτουν εις το ίδιον άτομον. Δηλαδή δεν είναι δυνατόν να συνυπάρξουν. Διότι το κακόν καταστρέφει και τον εαυτόν του, και όταν είναι ολόκληρον, γίνεται ανυπόφορον. Και λοιπόν οι μεν οργίλοι ταχέως μεν οργίζονται, και με όσους δεν πρέπει και δι' όσα δεν πρέπει και περισσότερον του δέοντος, παύουν όμως επίσης ταχέως. Και αυτό είναι η καλλιτέρα των ιδιότης. Συμβαίνει δε τούτο εις αυτούς, διότι δεν συγκρατούν την οργήν των, αλλά ξεσπά ολόκληρος εις το φανερόν από την σφοδρότητα, και έπειτα ησυχάζουν. Οι δε ακρόχολοι είναι υπερβολικά οξύθυμοι και οργίζονται προς όλους και διά παν πράγμα. Διά τούτο έλαβαν αυτό το όνομα. Οι δε φαρμακεροί είναι ακατεύναστοι και οργίζονται πολλήν ώραν. Διότι συγκρατούν την έξαψίν των. Διακοπή δε συμβαίνει, όταν κανείς ανταποδώση τα ίσα. Διότι παύει η εκδικητικότης της οργής, και του εμπνέει ηδονήν αντί της λύπης. Όταν όμως δεν συμβή τούτο, έχουν μέσα των το βάρος. Διότι, επειδή δεν εξέρχεται εις την επιφάνειαν, δεν προσπαθεί κανείς και να τους κατευνάση, το να χωνεύσουν δε μέσα των την οργήν απαιτεί πολλήν ώραν. Είναι δε οι τοιούτοι και διά τον εαυτόν των πολύ οχληροί και διά τους φίλους των. Κακοτρόπους δε ονομάζομεν εκείνους όσοι οργίζονται δι' όσα δεν πρέπει, και περισσότερον από ό,τι πρέπει, και περισσοτέραν ώραν, και οι οποίοι δεν συμφιλιόνονται χωρίς αντίποινα ή εκδίκησιν. Εις δε την μειλιχιότητα μάλλον την υπερβολήν αντιτάσσομεν. Διότι απαντά και συνηθέστερον. Δηλαδή είναι φυσικώτερον εις τον άνθρωπον το να εκδικήται, και οι κακότροποι δεν είναι κατάλληλοι εις την συμβίωσιν. Εκείνο όμως που είπαμεν και προηγουμένως είναι φανερόν και από όσα λέγομεν τόρα. Δηλαδή δεν είναι εύκολον να ορίση κανείς το πώς και με ποίους και διά ποία και πόσην ώραν πρέπει να οργιζώμεθα, και μέχρι ποίου βαθμού το εκτελούμεν ορθώς, ή σφάλλομεν. Διότι όστις μεν παρεκτρέπεται ολίγον, δεν κατακρίνεται, ούτε διά το περισσότερον ούτε διά το ολιγώτερον. Κάποτε δε επαινούμεν και τους ελλιπείς και τους ονομάζομεν μειλιχίους, και τους εκτραχυνομένους τους ονομάζομεν ανδροπρεπείς, διότι είναι ικανοί να κυριαρχούν. Και λοιπόν πόσον και πώς όταν παρεκβαίνη κανείς είναι αξιοκατάκριτος, δεν είναι εύκολον να το παραστήσωμεν με τον λόγον. Διότι η κρίσις ανήκει εις τας ιδιαιτέρας περιπτώσεις και εις την αίσθησιν. Αλλ' όμως οπωσδήποτε τόσον είναι φανερόν, ότι η μεν μέση διάθεσις είναι αξιέπαινος, συμφώνως με την οποίαν οργιζόμεθα με όσους πρέπει και δι' όσα πρέπει και καθώς πρέπει και καθ' όλα τα παρόμοια. Αι υπερβολαί όμως και αι ελλείψεις είναι αξιοκατάκριτοι, και μάλιστα όταν μεν προχωρούν ολίγον πρέπει να επιπλήττωνται ελαφρώς, όταν δε περισσότερον, να επιπλήττωνται δυνατώτερα, όταν δε πάρα πολύ, τότε να επιπλήττωνται σφοδρώς. Είναι φανερόν επομένως ότι πρέπει να επιδιώκωμεν την μέσην διάθεσιν. Και λοιπόν αυτά είναι αρκετά διά τας διαθέσεις της οργής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Φιλοφροσύνη.&

Αλλά εις τας συναναστροφάς και την συμβίωσιν και την επιμιξίαν των λόγων και των πραγμάτων, άλλοι μεν φαίνονται ότι είναι φιλάρεσκοι, οι οποίοι με πάντα τρόπον προσπαθούν να ευχαριστήσουν τους άλλους και διόλου δεν αντιτείνουν, αλλά νομίζουν ότι πρέπει να μη ενοχλούν τους παρευρισκομένους. Άλλοι δε είναι το αντίθετον από αυτούς, και εις όλα αντιτείνουν μη σκοτιζόμενοι διόλου αν γίνονται ενοχλητικοί, και ονομάζονται ανοικονόμητοι και φιλόνικοι. Και λοιπόν ότι μεν αι διαθέσεις που είπαμεν είναι αξιοκατάκριτοι, δεν είναι δυσνόητον, και ότι η μέση μεταξύ αυτών είναι αξιέπαινος, συμφώνως με την οποίαν θα παραδεχθή κανείς όσα πρέπει και καθώς πρέπει, αναλόγως δε και θα δυσανασχετήση. Όνομα δε δεν εδόθη εις αυτήν {28}, αρμόζει όμως περισσότερον το όνομα φιλία. Διότι όστις έχει την μέσην διάθεσιν είναι όπως θα ηθέλαμεν να χαρακτηρίσωμεν τον καλόν φίλον, εάν προστεθή και η στοργή. Έχει δε την διαφοράν από τον φίλον, ότι είναι χωρίς αισθήματα και χωρίς στοργήν. Διότι δεν ωθείται από την αγάπην ή από την έχθραν, διά να παραδεχθή εκάστην γνώμην καθώς πρέπει, αλλά διότι είναι φιλόφρων. Δηλαδή αυτά θα τα εκτελέση ομοίως και εμπρός εις αγνώστους και εις γνωστούς, και σχετικούς και ασχέτους, αλλά εις τον καθένα καθώς του αρμόζει. Και βεβαίως δεν πρέπει εξ ίσου να ενδιαφερώμεθα διά τους σχετικούς μας και διά τους αλλοφύλους, ούτε πάλιν να τους δυσαρεστώμεν. Γενικώς λοιπόν είπαμεν ότι θα είναι εις την συναναστροφήν του καθώς πρέπει. Και λαμβάνων υπ' όψιν του το καλόν και το συμφέρον θα επιδιώξη να μη τους ενοχλή ή συγχρόνως να τους γλυκαίνη. Διότι φαίνεται ότι περιστρέφεται εις τας ηδονάς και λύπας τας προερχομένας κατά τας συναναστροφάς, από αυτάς όμως όσας δεν είναι καλόν ή είναι βλαβερόν εις αυτόν να τας γλυκάνη, θα δυστροπήση και θα προτιμήση να προξενήση λύπην. Αλλά και εις τον πρωτουργόν τούτο φέρει ασχημίαν όχι μικράν, μάλιστα δε και βλάβην, ενώ η εναντίωσις θα του προξενήση ολίγην μόνον λύπην, διότι δεν παραδέχεται, αλλά δυσανασχετεί, θα ομιλή δε διαφορετικά εμπρός εις τους έχοντας τα αξιώματα, παρά εις τους τυχόντας και τους περισσότερον ή ολιγώτερον γνωστούς, ομοίως δε και συμφώνως με τας άλλας των διαφοράς, θα απονέμη εις έκαστον το πρέπον, και κυρίως μεν θα προτιμά να τους ευχαριστή και θα αποφεύγη να τους λυπή, εάν όμως τα αποτελέσματα είναι σπουδαιότερα θα τα ακολουθή, εννοώ δε το καλόν και το συμφέρον. Ακόμη δε και προς χάριν μελλούσης ηδονής θα θελήση να προξενήση μικράν λύπην.

&Τα άκρα της φιλοφροσύνης.& — Ο μέσος λοιπόν είναι τοιούτος, αλλά δεν έλαβε ακόμη όνομα. Από εκείνους δε οι οποίοι είναι γλυκότροποι όστις μεν επιδιώκει καθαρώς να ευχαριστή όχι διά καμμίαν άλλην αιτίαν είναι φιλάρεσκος, όστις δε ευχαριστεί διά να ωφεληθή εις χρήματα, είναι κόλαξ. Όστις όμως γενικώς εις όλους δυστροπεί, είπαμεν ότι είναι ανοικονόμητος και φιλόνικος. Φαίνεται δε ότι αντιτίθενται τα άκρα μεταξύ των, διότι δεν έχει όνομα το μέσον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

&Ειλικρίνεια.&

&Σχέσις της ειλικρινείας προς την αλαζονείαν και την ειρωνείαν.& — Εις τα ίδια δε σχεδόν περιστρέφεται και η μεταξύ αλαζονείας (καυχησιολογίας) και ειρωνείας (ταπεινότητος) μεσότης. Είναι δε και αυτή ανώνυμος. Δεν θα είναι δε άσχημον να εξετάσωμεν και αυτάς. Διότι τότε θα εννοήσωμεν καλλίτερον την ηθικήν, όταν τας ερευνήσωμεν λεπτομερώς, και τότε θα πιστεύσωμεν ότι αι αρεταί είναι μεσότητες, όταν εννοήσωμεν ότι εφαρμόζεται η θεωρία μας εις όλας. Και λοιπόν ως προς την συμβίωσιν, όσοι μεν συναναστρέφονται ηδονικώς ή λυπηρώς, τους αναφέραμεν, ως προς δε τους λέγοντας την αλήθειαν και τους ψευδομένους, ας ομιλήσωμεν τόρα υπό έποψιν και λόγων και πράξεων και αξιώσεων. Φαίνεται δε ότι ο μεν αλαζών οικειοποιείται τα ένδοξα και όσα δεν έχει και περισσότερα από όσα έχει, ο δε είρων αντιστρόφως αρνείται και αυτά που έχει ή τα παριστά ως μικρότερα, ενώ ο μέσος παρουσιάζεται όσος είναι, διότι είναι ειλικρινής και εις τον βίον του και εις τους λόγους του. Δηλαδή ομολογεί ότι έχει όσα έχει πραγματικώς, και ούτε τα μεγαλόνει ούτε τα μικραίνει. Εκάστη δε από αυτάς τας ιδιότητας είναι δυνατόν να γίνεται και με κάποιον λόγον και χωρίς λόγον. Διότι έκαστος οποίου είδους είναι ο χαρακτήρ του, τοιαύτα λέγει και πράττει και αναλόγως ζη, εάν δεν υπάρχη κάποιος άλλος λόγος εις τας πράξεις του. Αφ' εαυτού δε το μεν ψεύδος είναι χυδαίον και αξιοκατάκριτον, το δε αληθές καλόν και αξιέπαινον. Ως εκ τούτου λοιπόν ο μεν ειλικρινής, ο οποίος είναι μέσος, είναι αξιέπαινος, οι δε ψευδόμενοι είναι μεν και οι δύο αξιοκατάκριτοι, περισσότερον όμως ο αλαζών.

&Χαρακτηρισμός εκάστου.& — α') ο ειλικρινής. — Τόρα δε ας ομιλήσωμεν χωριστά διά καθεμίαν, και πρώτα πρώτα περί της ειλικρινείας. Δηλαδή δεν ομιλούμεν εδώ περί του φιλαλήθους εις τας συμβάσεις του, ούτε εις όσα σχετίζονται με την αδικίαν ή την δικαιοσύνην — διότι αυτά ανήκουν εις άλλην αρετήν — αλλά εις όσα, ενώ δεν έχει κανέν τοιούτον ενδιαφέρον, θα είναι ειλικρινής και εις τους λόγους του και εις τον βίον του, διότι είναι τοιούτος από την ψυχικήν του διάθεσιν. Φαίνεται δε ότι ο τοιούτος είναι καθώς πρέπει. Διότι ο φιλαλήθης, ο όποιος λέγει την αλήθειαν και όπου δεν έχει ενδιαφέρον, θα την λέγη περισσότερον όπου έχει ενδιαφέρον. Διότι ως αίσχος θα φοβηθή το ψεύδος, το οποίον και καθ' εαυτό το εφοβείτο. Ο δε τοιούτος είναι αξιέπαινος, θα κλίνη όμως εις το ολιγώτερον από την αλήθειαν, διότι τούτο φαίνεται αρμονικώτερον, επειδή αι υπερβολαί είναι οχληραί.

β') Ο αλαζών. — Όστις δε οικειοποιείται περισσότερα από όσα έχει χωρίς κανένα λόγον, ομοιάζει μεν τον χυδαίον — διότι αλλέως δεν θα ευχαριστείτο με το ψεύδος — αλλά φαίνεται ότι είναι μάλλον ματαιόδοξος παρά κακός. Εάν όμως το κάμνη με κάποιον σκοπόν, όταν μεν το κάμνη χάριν δόξης ή τιμής, δεν είναι πολύ αξιοκατάκριτος, καθώς είναι ο αλαζών, όταν όμως το κάμνη διά το χρήμα, ή δι' όσα συντελούν εις το χρήμα, τότε είναι χυδαιότερος. Δεν συνίσταται δε η αλαζονεία εις το τι ημπορεί να κάμη, αλλά εις την προαίρεσιν. Διότι συμφώνως με την διάθεσιν και την ιδιότητα του είναι αλαζών, καθώς είναι και ψεύτης, άλλος μεν διότι ευχαριστείται απλώς με το ψεύδος, άλλος δε και διά να δοξασθή ή να κερδίση. Και λοιπόν όσοι μεν μεγαλαυχούν χάριν δόξης, οικειοποιούνται πράγματα με τα οποία απολαμβάνουν έπαινον ή μακαρίζονται, όσοι δε χάριν κέρδους, οικειοποιούνται πράγματα τα οποία είναι χρήσιμα εις τους άλλους, και τα οποία είναι δυνατόν να νομισθούν αληθινά, ενώ δεν υπάρχουν, καθώς λόγου χάριν ότι είναι μάντεις, σοφοί, ιατροί. Διά τούτο αυτά τα οικειοποιούνται οι περισσότεροι και καυχησιολογούν. Διότι μέσα εις αυτά υπάρχουν όσα είπαμεν.

γ') Ο είρων. — Όσοι δε είναι είρωνες, επειδή λέγουν ολιγώτερα, φαίνονται περισσότερον ευχάριστοι ως προς τα ήθη — διότι φαίνονται ότι δεν ομιλούν χάριν κέρδους, αλλά διά να αποφύγουν την επίδειξιν — . Αυτοί δε προ πάντων απαρνούνται την δόξαν, καθώς έκαμνε και ο Σωκράτης. Όσοι όμως οικειοποιούνται και τα μικρά και τα φανερά, λέγονται κουτοπόνηροι και είναι γελοιωδέστεροι. — Τούτο δε κάποτε φαίνεται ως είδος αλαζονείας, καθώς λόγου χάριν το φόρεμα των Λακεδαιμονίων, διότι και η υπερβολή και η μεγάλη έλλειψις είναι αλαζονεία — .Όσοι όμως μεταχειρίζονται την ειρωνείαν με μέτρον και κρύπτουν όσα δεν είναι εμπρός εις τα μάτια και ολοφάνερα, φαίνονται νόστιμοι. Φαίνεται δε ότι η αλαζονεία αντιτίθεται προς την φιλαλήθειαν, διότι είναι η χειροτέρα από τας δύο ακρότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

&Ευτραπελία.&

Επειδή δε ο βίος απαιτεί διαλείμματα χάριν αναπαύσεως και εις αυτά υπάρχει ψυχαγωγία με αστειότητας, φαίνεται ότι και εδώ υπάρχει κάποια συμπεριφορά αρμονική, και ποία πρέπει να λέγωμεν και πώς, επίσης δε εις το να ακούωμεν. Έχει δε διαφοράν ακόμη και εμπρός εις ποίους ομιλούμεν, ή ποίους ακούομεν. Είναι δε επίσης φανερόν ότι και εις αυτά υπάρχει υπερβολή και έλλειψις του μέσου. Και λοιπόν όσοι μεν είναι, υπερβολικοί εις το γελοίον, φαίνεται ότι είναι βωμολόχοι και ανυπόφοροι, διότι επιδιώκουν με κάθε τρόπον το γελοίον, και περισσότερον προσέχουν πώς να προκαλέσουν τους γέλωτας, παρά να ομιλούν ευσχήμως και να μη στενοχωρούν τον περιπαιζόμενον. Όσοι όμως ούτε οι ίδιοι έχουν να ειπούν κανέν αστείον, και δι' όσους το λέγουν δυστροπούν, φαίνονται ότι είναι αγροίκοι και τραχείς. Όσοι δε αστειεύονται αρμονικά ονομάζονται ευτράπελοι, τρόπον τινά ευκολότρεπτοι. Διότι τα τοιαύτα φαίνονται ωσάν ευκινησία του ήθους. Και καθώς τα σώματα κρίνονται από τας κινήσεις, ομοίως και τα ήθη. Επειδή όμως πλεονάζει το αστείον, και οι περισσότεροι ευχαριστούνται με τα αστεία και με τα περιπαίγματα περισσότερον από όσον πρέπει, διά τούτοι οι βωμολόχοι ονομάζονται ευτράπελοι, διότι είναι ευχάριστοι. Ότι όμως έχουν διαφοράν και όχι μικράν, έγινε φανερόν από όσα είπαμεν. Συγγενής δε ιδιότης με την μέσην διάθεσιν είναι και η επιδεξιότης. Ιδιότης δε του επιδεξίου είναι να λέγη και να ακούη όσα αρμόζουν εις ένα άνθρωπον καθώς πρέπει και φιλελεύθερον. Διότι υπάρχουν μερικά τα οποία αρμόζουν να τα λέγη ο τοιούτος ως αστεία και να τα ακούη, και η αστειότης του φιλελευθέρου διαφέρει από την αστειότητα του κτηνώδους, καθώς πάλιν του πεπαιδευμένου από του απαιδεύτου. Τούτο ημπορεί κανείς να το προσέξη και μεταξύ των παλαιών και των νέων κωμωδιών. Διότι εις εκείνας αστείον ήτο η αισχρολογία, εις αυτάς όμως μάλλον ο υπαινιγμός. Αυτά δε δεν έχουν μικράν διαφοράν ως προς την ευσχημοσύνην. Τόρα λοιπόν άραγε θα ορίσωμεν ότι αστειεύεται ορθώς, όστις δεν λέγει απρεπή εις ένα φιλελεύθερον, ή όστις δεν λυπεί τον ακούοντα ή ακόμη και τον τέρπει ; Ή μήπως και αυτό είναι τάχα αόριστον. Δηλαδή άλλος μισεί και ευχαριστείται με άλλο πράγμα και άλλος με άλλο. Και επομένως τα ανάλογα θα ακούση. Διότι τα όσα δέχεται να τα ακούη, αυτά φαίνεται και ότι τα εκτελεί. Επομένως δεν πρέπει όλα να τα παρουσιάζη εις την κωμωδίαν. Διότι το περίπαιγμα είναι ένα είδος ύβρεως, οι δε νομοθέται απαγορεύουν μερικά πράγματα να τα υβρίζωμεν. Ίσως όμως έπρεπε να απαγορεύουν και το περίπαιγμα. Και λοιπόν ο χαριτωμένος και φιλελεύθερος, τοιούτος θα φανή, και θα είναι τρόπον τινά νόμος εις τον εαυτόν του.

Τοιούτος λοιπόν είναι ο μέσος, αδιάφορον αν ονομάζεται επιδέξιος ή ευτράπελος. Ο δε βωμολόχος είναι κατώτερος από τον γελοίον και δεν αφίνει απείρακτον ούτε τον εαυτόν του ούτε τους άλλους, αρκεί να προξενήση γέλωτα, και λέγει πράγματα από τα οποία κανέν δεν ημπορεί να ειπή ο χαριτωμένος, μερικά δε ούτε να τα ακούση. Ο δε αγροίκος εις τοιαύτας συναναστροφάς είναι άχρηστος. Διότι δεν συνεισφέρει τίποτε και γίνεται οχληρός εις όλους. Φαίνεται δε ότι η ανάπαυσις και η ψυχαγωγία εις τον βίον είναι απαραίτητα.

Τρεις λοιπόν φαίνεται ότι είναι αι κοινωνικαί μεσότητες, όλαι δε αναφέρονται εις την επιμιξίαν λόγων και πράξεων. Διαφέρουν δε εις τούτο, ότι η μεν μία αναφέρεται εις την αλήθειαν, αι δε άλλαι εις την ηδονήν, και από αυτάς τας ηδονικάς πάλιν η μεν μία περιστρέφεται εις τας αστειότητας, η δε άλλη εις τας σχέσεις όλου του άλλου βίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

&Εντροπή.&

Περί δε της εντροπής δεν αρμόζει να γίνη λόγος ως να είναι κάποια αρετή. Διότι μάλλον ομοιάζει προς πάθος παρά προς διάθεσιν. Οπωσδήποτε ορίζεται ως κάποιος φόβος δυσφημίσεως, εκτελεί όμως κάτι τι παρόμοιον με τον φόβον του κινδύνου. Δηλαδή όσοι εντρέπονται κοκκινίζουν, ενώ όσοι φοβούνται τον θάνατον κιτρινίζουν. Επομένως και τα δύο αυτά φαίνονται κάπως ότι είναι σωματικά, και τούτο χαρακτηρίζει μάλλον το πάθος παρά την διάθεσιν. Δεν αρμόζει δε το πάθος εις πάσαν ηλικίαν αλλά εις την νεαράν. Δηλαδή νομίζομεν ότι πρέπει όσοι έχουν αυτήν την ηλικίαν να είναι εντροπαλοί, ότι διάγουν συμφώνως με τα πάθη των και κάμνουν πολλά σφάλματα αλλέως, ενώ η εντροπή τους εμποδίζει. Ένα ηλικιωμένον όμως κανείς δεν ημπορεί να τον επαινέση, αν είναι εντροπαλός. Διότι φρονούμεν ότι δεν πρέπει να κάμνη κάτι που εντροπιάζει. Δηλαδή η εντροπαλότης δεν είναι καν ιδιότης ενός καθώς πρέπει ανθρώπου, αφού συμβαίνει διά χυδαία πράγματα — Διότι αυτά δεν πρέπει κανείς να τα εκτελή. Αν όμως άλλα μεν είναι πραγματικώς αισχρά, άλλα δε κατά την κοινήν γνώμην, αυτό δεν σημαίνει τίποτε. Διότι κανέν από τα δύο δεν πρέπει να γίνεται, επομένως δεν πρέπει κανείς να εντροπιάζεται — είναι δε ιδιότης χυδαίου το να είναι ικανός να εκτελή κάτι τι εντροπιαστικόν. Η δε κατάστασις αυτή του να εντρέπεται όταν θα πράξη κανέν τοιούτον, και με την εντροπήν του να νομίζη ότι είναι άνθρωπος καθώς πρέπει, είναι παράλογος. Διότι η εντροπή περιστρέφεται εις τα εκούσια, εκουσίως δε ποτέ δεν θα εκτελέση χυδαία πράγματα ένας άνθρωπος καθώς πρέπει. Η δε εντροπή ημπορεί να θεωρηθή καθώς πρέπει από την εξής υπόθεσιν. Δηλαδή, εάν πράξη τούτο, θα εντροπιασθή, τούτο όμως το πάθημα δεν ανήκει εις τας αρετάς. Αφού δε η αναισχυντία είναι χυδαίον πράγμα, καθώς και το να μη εντρέπεται κανείς όταν πράττη τα αισχρά, δεν είναι επίσης ευπρεπές ούτε το να εντρέπεται κανείς, πλην να κάμνη τα τοιαύτα. Δεν είναι δε αρετή ούτε η εγκράτεια, αλλά κάπως μικτή, θα εξετάσωμεν δε περί αυτής αργότερα {29}. Τόρα όμως ας ομιλήσωμεν περί δικαιοσύνης.

ΒΙΒΛΙΟΝ Ε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

&Διαφορά μεταξύ διαθέσεως και επιστήμης ή δυνάμεως.& — Προκειμένου δε περί δικαιοσύνης και αδικίας πρέπει να εξετάσωμεν εις ποίας πράξεις περιστρέφονται και ποίου είδους μεσότης είναι η δικαιοσύνη, και ποίων πραγμάτων το μέσον είναι το δίκαιον. Η δε εξέτασις ας γίνη κατά την ιδίαν μέθοδον με τα προηγούμενα. Λοιπόν βλέπομεν ότι όλοι ευχαριστούνται να ονομάζουν δικαιοσύνην την διάθεσιν εκείνην, με την οποίαν γίνονται ικανοί να εκτελούν τα δίκαια, και τα εκτελούν, και θέλουν να τα επιδιώκουν. Το ίδιον δε και αδικίαν ονομάζουν την διάθεσιν εκείνην με την οποίαν εκτελούν αδικήματα και επιδιώκουν τα άδικα. Διά τούτο και ημείς ας θέσωμεν αυτά ως γενικήν βάσιν. Δηλαδή δεν είναι καν όμοιαι αι επιστήμαι και αι δυνάμεις με τας διαθέσεις. Διότι η δύναμις (ικανότης) και η επιστήμη φαίνεται ότι είναι μία και η αυτή και διά τα αντίθετά της, ενώ η διάθεσις δεν είναι η ιδία και διά τα αντίθετά της• λόγου χάριν από την υγείαν δεν εκτελούνται τα αντίθετα αλλά μόνον τα υγιεινά. Δηλαδή λέγομεν ότι ο δείνα βαδίζει υγιεινά, όταν βαδίζη καθώς ο υγιής. Πολλάκις λοιπόν γνωρίζεται μία διάθεσις από την αντίθετόν της, πολλάκις όμως από το θέμα της• λόγου χάριν, εάν η ευεξία είναι φανερά, τότε και η καχεξία θα γίνη φανερά, και πάλιν από τα έργα της ευεξίας γνωρίζεται η ευεξία και από αυτήν την ιδίαν τα έργα της. Λόγου χάριν, εάν η ευεξία είναι πυκνότης σαρκός κατ' ανάγκην και η καχεξία είναι πλαδαρότης μυική, και έργον ευεκτικόν είναι εκείνο το οποίον προξενεί πυκνότητα εις τους μυς. Συνήθως δε, εάν το καθέν από αυτά έχη πολλάς σημασίας, συμβαίνει ως επακολούθημα να έχη πολλάς σημασίας και το άλλο. Λόγου χάριν, εάν έχη πολλάς σημασίας το δίκαιον, τότε έχει ομοίως και το άδικον και η αδικία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

&Διάφορα είδη δικαιοσύνης και αδικίας ουχί ορθώς και εξ ανακρίβειας συνωνυμούμενα.& — Αλλά φαίνεται ότι έχει πολλάς σημασίας η δικαιοσύνη και η αδικία, επειδή όμως είναι πλησιεστάτη η συνωνυμία των, δι' αυτό διαφεύγει την παρατήρησίν μας και δεν είναι προφανές καθώς εις τα μακρινά αντικείμενα. Δηλαδή η κατ' είδος διαφορά αυτών είναι μεγάλη. Είναι καθώς το να ονομάζεται ομωνύμως κλεις το κάτωθεν του αυχένος οστούν των ζώων, και κλεις εκείνη με την οποίαν κλείουν τας θύρας. Τόρα λοιπόν ας εξετάσωμεν πόσας σημασίας έχει ο άδικος. Φαίνεται δε ότι είναι άδικος και ο παράνομος και ο πλεονέκτης, δηλαδή ο άνισος. Ώστε είναι φανερόν ότι επίσης δίκαιος είναι και ο νόμιμος και ο ίσος. Επομένως ολόκληρον το δίκαιον είναι το νόμιμον και το ίσον, και ολόκληρον το άδικον είναι το παράνομον και το άνισον. Είναι δε πλεονέκτης ο άδικος ως προς τα αγαθά, και όχι εις όλα, αλλά εις όσα περιστρέφεται η ευτυχία και η ατυχία, τα οποία είναι μεν γενικώς πάντοτε αγαθά, ως προς κάποιον όμως δεν είναι πάντοτε. Οι δε άνθρωποι αυτά εύχονται να αποκτήσουν και τα επιδιώκουν. — Αυτό όμως δεν πρέπει να γίνεται, αλλά να εύχωνται μεν τα γενικώς αγαθά να είναι αγαθά και δι' αυτούς, να προτιμούν όμως τα δι' αυτούς αγαθά. Ο δε άδικος δεν προτιμά πάντοτε το περισσότερον αλλά και το ολιγώτερον επί πραγμάτων γενικώς κακών. Επειδή όμως και το ολιγώτερον κακόν φαίνεται ότι είναι κάπως αγαθόν, η δε πλεονεξία περιστρέφεται εις το αγαθόν, διά τούτο φαίνεται πλεονέκτης. Είναι όμως κυρίως άνισος. Διότι αυτός ο όρος είναι περιεκτικός και κοινός διά τα είδη της αδικίας.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings