← Table of contents
Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος

Front matter (continued 3)

Kyriakos Zambas translation

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

&Το γενικόν είδος της δικαιοσύνης είναι η εφαρμογή όλης της αρετής.& — Αφού δε απεδείχθη ότι ο παράνομος είναι άδικος και ο νόμιμος δίκαιος, είναι φανερόν ότι όλα τα νόμιμα είναι κάπως δίκαια. Διότι νόμιμα είναι όσα ορίζονται υπό της νομοθεσίας και έκαστον από αυτά λέγομεν ότι είναι δίκαιον. Οι δε νόμοι συμβουλεύουν δι' όλα, λαμβάνοντες υπ' όψιν ή το κοινόν συμφέρον όλων, ή των αρίστων, ή των εγκύρων, είτε συμφώνως με την αρετήν είτε κατά άλλον παρόμοιον τρόπον. Ώστε κατά ένα μεν τρόπον δίκαια θεωρούμεν όσα είναι συντελεστικά και διαφυλακτικά της ευτυχίας και των μερών αυτής διά την κοινωνίαν. Και βεβαίως ο νόμος επιβάλλει και του ανδρείου τα έργα να εκτελούμεν• λόγου χάριν να μη λιποτακτούμεν, ούτε να τρεπώμεθα εις φυγήν, ούτε να ρίπτωμεν τα όπλα. Επίσης επιβάλλει και τα έργα του σώφρονος• λόγου χάριν να μη μοιχεύωμεν ούτε να υβρίζωμεν. Και τα έργα του μειλιχίου• λόγου χάριν να μη δέρνωμεν ούτε να κατηγορούμεν. Ομοίως δε και τα έργα όσα είναι σύμφωνα με τας άλλας αρετάς και τας κακίας τα μεν πρώτα τα υπαγορεύει, τα δε δεύτερα τα απαγορεύει, ορθώς μεν ο νόμος όστις είναι νομοθετημένος ορθώς, κακώς δε ο απρομελέτητος. Αυτού του είδους λοιπόν η δικαιοσύνη είναι μεν τελεία αρετή, όχι όμως απολύτως αλλά ως προς άλλο πρόσωπον. Και διά τούτο πολλάκις η δικαιοσύνη φαίνεται ότι είναι η ανωτέρα από όλας τας αρετάς, και ούτε ο έσπερος ούτε ο αυγερινός αξίζει να θαυμάζεται τόσον πολύ. Και ως παροιμίαν λέγομεν:

Το δίκαιον έχει μέσα του κάθε αρετήν αντάμα.

Και μάλιστα τελείαν αρετήν, διότι η δικαιοσύνη είναι εφαρμογή της τελείας αρετής. Είναι δε τελεία, διότι όστις έχει αυτήν, ημπορεί να χρησιμοποιήση την αρετήν του και απέναντι άλλου, και όχι μόνον διά τον εαυτόν του. Δηλαδή πολλοί άνθρωποι εις μεν τας ιδικάς των υποθέσεις ημπορούν να μεταχειρίζωνται την αρετήν, εις τας ξένας όμως δεν ημπορούν. Και διά τούτο φαίνεται ορθόν το απόφθεγμα του Βίαντος ότι, «η εξουσία δεικνύει τον χαρακτήρα εκάστου». Διότι ο άρχων συμπεριφέρεται τώρα πλέον προς ξένα πρόσωπα και ευρίσκεται εις επιμιξίαν με αυτά. Διά τον ίδιον δε τούτον λόγον η δικαιοσύνη φαίνεται ότι είναι και ξένον αγαθόν μόνη αυτή από όλας τας αρετάς, διότι περιστρέφεται προς τους ξένους. Δηλαδή χάριν άλλου εκτελεί τα συμφέροντα, ή άρχοντος ή μέλους της κοινωνίας. Και βεβαίως ο χειρότερος είναι ο μοχθηρός, ο οποίος εφαρμόζει την όλην μοχθηρίαν και εις τον εαυτόν του και εις τους φίλους του, δεν είναι όμως και αντιθέτως ο καλλίτερος όλων όστις εφαρμόζει εις τον εαυτόν του την αρετήν, αλλά όστις την εφαρμόζει εις άλλους. Διότι τούτο είναι δύσκολον έργον.

Αυτό το είδος λοιπόν της δικαιοσύνης δεν είναι μέρος της αρετής, αλλά ολόκληρος η αρετή, ούτε η αντίθετος κακία, δηλαδή η αδικία, είναι μέρος της κακίας, αλλά ολόκληρος η κακία. Εις τι όμως διαφέρει η ολόκληρος αρετή και αυτό το είδος της δικαιοσύνης, είναι φανερόν από όσα είπαμεν. Δηλαδή και αι δύο είναι το ίδιον, δεν υπάρχουν όμως ομοίως, αλλά η μεν αναφερομένη προς άλλον είναι δικαιοσύνη, η δε ομοία διάθεσις απολύτως είναι αρετή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Το μερικόν μέρος της δικαιοσύνης είναι μέρος της αρετής.& — Ημείς όμως ζητούμεν βεβαίως το άλλο είδος της δικαιοσύνης, το οποίον αντιστοιχεί εις την μερικήν αρετήν. Και βεβαίως υπάρχει κάποια τοιαύτη δικαιοσύνη καθώς είπαμεν. Επίσης δε εξετάζομεν το μερικόν είδος της αδικίας. Ότι δε υπάρχει τούτο, αποδεικνύεται από το εξής. Δηλαδή όστις ενεργεί συμφώνως προς τας άλλας κακίας κάμνει μεν αδικίαν, δεν κερδίζει όμως τίποτε• λόγου χάριν όστις έρριψε την ασπίδα του από την δειλίαν του, ή ύβρισε από την βαναυσότητα του, ή δεν εβοήθησε με χρήματα από την φιλαργυρίαν του. Όταν όμως είναι πλεονέκτης, δεν ενεργεί πολλάκις συμφώνως με καμμίαν από αυτάς, αλλ' ούτε και με όλας μαζί, αλλά συμφώνως με κάποιαν ιδιαιτέραν κακίαν — αφού βεβαίως τον κατακρίνομεν — δηλαδή συμφώνως με την αδικίαν. Επομένως υπάρχει βεβαίως κάποιον άλλο είδος αδικίας ως μέρος της ακεραίας, και υπάρχει κάποιον ειδικόν άδικον ως μέρος του ακεραίου αδίκου του εκ παραβάσεως των νόμων. Έπειτα, εάν ο είς μοιχεύη χάριν κέρδους και πλην της πράξεως λαμβάνη και χρήμα, ο άλλος όμως δίδη και ζημιόνεται χάριν της επιθυμίας του, αυτός μεν εδώ ημπορεί να θεωρηθή μάλλον ακόλαστος παρά πλεονέκτης, εκείνος όμως άδικος, και όχι ακόλαστος. Διότι είναι φανερόν ότι μοιχεύει χάριν κέρδους. Έπειτα ως προς όλα τα άλλα αδικήματα πάντοτε ημπορούμεν να τα αποδώσωμεν εις μίαν κακίαν λόγου χάριν την μοιχείαν εις την ακολασίαν, την εγκατάλειψιν του συστρατιώτου εις την δειλίαν, το ξυλοκόπημα εις την οργήν. Την κερδοσκοπίαν όμως δεν έχομεν να την αποδώσωμεν εις καμμίαν άλλην ειδικήν κακίαν παρά εις την αδικίαν. Ώστε φανερόν πλέον είναι ότι υπάρχει κάποιον άλλο μερικόν είδος της αδικίας εκτός της γενικής, με το ίδιον όνομα, διότι ο όρος αυτός εφαρμόζεται εις το ίδιον γένος. Δηλαδή και αι δύο ενεργούν εν σχέσει προς άλλον, με την διαφοράν ότι η μεν πρώτη περιστρέφεται εις την τιμήν ή τα χρήματα ή την διάσωσιν, ή εις όλα ομού, αν ήτο δυνατόν να τα συμπεριλάβωμεν όλα με έν όνομα, και γίνεται χάριν της ηδονής του κέρδους, η δε άλλη περιστρέφεται εις όλα όσα και ο σπουδαίος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Το γενικόν είδος της δικαιοσύνης αντιστοιχεί προς το νόμιμον, το δε μερικόν προς το ίσον.& — Ότι λοιπόν υπάρχουν δικαιοσύναι περισσότεραι της μιας και ότι υπάρχει και μία άλλη παράλληλος της ακεραίας αρετής, έγινε φανερόν. Τόρα όμως πρέπει να ιδούμεν ποία είναι αυτή και ποίου είδους. Ωρίσθη λοιπόν ότι άδικον είναι το παράνομον και το άνισον, δίκαιον δε το νόμιμον και το ίσον. Και λοιπόν το προηγούμενον είδος της αδικίας αντιστοιχεί προς το παράνομον. Αφού όμως το άνισον και το παράνομον δεν είναι το ίδιον, αλλά διαφέρει καθώς το μέρος προς το όλον — διότι ολόκληρον μεν τα άνισον είναι παράνομον, όχι όμως και ολόκληρον το άνισον — , έπεται ότι και το άδικον και η αδικία δεν είναι το ίδιον με εκείνα αλλά διάφορα από εκείνα, άλλα μεν ως μέρη, άλλα δε ως ακέραια — Δηλαδή αυτό το είδος της αδικίας είναι μέρος της ακεραίας αδικίας, ομοίως δε και αυτό το είδος της δικαιοσύνης από την ακεραίαν δικαιοσύνην — . Επομένως πρέπει να ομιλήσωμεν και περί της μερικής δικαιοσύνης και περί της μερικής αδικίας, επίσης δε και περί του αναλόγου δικαίου και του αδίκου. Και λοιπόν την μεν δικαιοσύνην και αδικίαν, η οποία είναι παράλληλος προς ολόκληρον την αρετήν, και αποτελεί η μεν πρώτη χρησιμοποίησιν της ακεραίας αρετής απέναντι άλλου ατόμου, η δε δευτέρα χρησιμοποίησιν της κακίας, ας την αφήσωμεν.

Ακόμη δε και το δίκαιον και άδικον το σύμφωνον με αυτάς είναι φανερόν πώς πρέπει να ορισθή. — Διότι σχεδόν τα περισσότερα νόμιμα είναι όσα εκτελούνται από την συνολικήν αρετήν. Διότι σύμφωνα με εκάστην αρετήν διατάσσει ο νόμος να ζώμεν και σύμφωνα με εκάστην κακίαν μας απαγορεύει να ζώμεν. Τα δε μέσα τα οποία εποικοδομούν την συνολικήν αρετήν, είναι από τα νόμιμα όσα ενομοθετήθησαν διά την εκπαίδευσιν ως προς το κοινόν. Περί δε της ατομικής εκπαιδεύσεως, η οποία καθιστά έκαστον απλώς αγαθόν, αν αυτή ανήκη εις την πολιτικήν επιστήμην ή εις καμμίαν άλλην, πρέπει να ορισθή κατόπιν {30}. Διότι ίσως δεν είναι το ίδιον πράγμα εις όλα ο αγαθός ανήρ και ο αγαθός πολίτης.

&Το μερικόν είδος της δικαιοσύνης είναι διανεμητικόν και επανορθωτικόν.& — Της δε μερικής δικαιοσύνης και του συμφώνου προς αυτήν δικαίου το έν μεν είδος είναι το σχετικόν με την διανομήν τιμής ή χρημάτων, ή των άλλων πραγμάτων όσα ημπορούν να μοιρασθούν μεταξύ των μελών της πολιτείας — διότι εις αυτά περιστρέφεται το άνισον και το ίσον μεταξύ δύο ατόμων — , το δε άλλο είδος είναι το επανορθωτικόν εις τας συναλλαγάς. Τούτου δε υπάρχουν δύο μέρη. Διότι αι συναλλαγαί άλλαι μεν είναι εκούσιαι, άλλαι δε ακούσιαι. Και εκούσιαι μεν είναι αι εξής. Λόγου χάριν η πώλησις, η αγορά, ο δανεισμός, η εγγύησις, η χρησιμοποίησις, η παρακαταθήκη, η μίσθωσις — , λέγονται δε εκούσιαι, διότι η αρχή αυτών των συναλλαγών είναι εκουσία — . Από δε τας ακουσίας άλλαι μεν είναι λαθρεμπορικαί, καθώς λόγου χάριν η κλοπή, η μοιχεία, η δηλητηρίασις, η προαγωγεία, το ξελόγιασμα των δούλων, η δολοφονία, η ψευδομαρτυρία, άλλαι δε είναι βίαιαι, καθώς η κακοποίησις, τα δεσμά, ο θάνατος, η αρπαγή, η κολόβωσις, η συκοφαντία, η προσβολή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Διανεμητικόν δίκαιον.& — Αφού δε ο άδικος είναι και άνισος και το άδικον άνισον, είναι φανερόν ότι υπάρχει και κάποιον μέσον μεταξύ των ανίσων. Τούτο δε είναι το ίσον. Όσαι δε πράξεις επιδέχονται το περισσότερον και ολιγώτερον, επιδέχονται και το ίσον. Αφού λοιπόν το άδικον είναι άνισον, έπεται ότι και το δίκαιον είναι ίσον. Το οποίον και χωρίς εξήγησιν το εννοεί ο καθείς. Αφού δε το ίσον είναι μέσον, φαίνεται ότι το δίκαιον είναι κάποιον μέσον. Εφαρμόζεται δε το ίσον τουλάχιστον μεταξύ δύο ατόμων. Επομένως το δίκαιον είναι μέσον και ίσον και ως προς κάτι και ως προς κάποιον. Και μέσον μεν είναι εν σχέσει προς δύο άλλα — αυτά δε είναι το περισσότερον και το ολιγώτερον — δίκαιον δε εν σχέσει προς δύο πρόσωπα. Κατ' ανάγκην λοιπόν το δίκαιον εφαρμόζεται τουλάχιστον μεταξύ τεσσάρων όρων. Διότι και τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων εφαρμόζεται είναι δύο και τα πράγματα εις τα οποία περιστρέφεται είναι δύο. Και θα υπάρξη η ιδία ισότης και μεταξύ των προσώπων και μεταξύ των πραγμάτων. Δηλαδή οποίαν σχέσιν έχουν τα πρόσωπα την αυτήν σχέσιν θα έχουν και τα πράγματα. Διότι, εάν είναι άνισα, δεν θα έχουν ίσα. Αλλά από τούτο προέρχονται αι φιλονικίαι και αι καταγγελίαι, όταν οι ίσοι δεν έχουν ίσα, ή όταν οι άνισοι έχουν και καρπούνται ίσα. Έπειτα τούτο φαίνεται και από το σύμφωνον με την αξίαν. Δηλαδή όλοι ομολογούν ότι, οσάκις γίνεται διανομή, το δίκαιον πρέπει να κρίνεται αναλόγως κάποιας αξίας εκάστου, αυτήν όμως την αξίαν δεν την θεωρούν όλοι ως την ιδίαν, αλλά οι μεν δημοκρατικοί ως ελευθερίαν, οι δε ολιγαρχικοί ως πλούτον, μερικοί δε από αυτούς ως ευγένειαν, και οι αριστοκρατικοί ως αρετήν.

&Το αναλογικόν δίκαιον.& — Επομένως το δίκαιον είναι κάτι τι ανάλογον. Το δε ανάλογον δεν είναι ιδιότης μόνον ενός μοναδικού αριθμού, αλλά γενικώς ιδιότης των αριθμών. Διότι η αναλογία είναι ισότης λόγων και έχει τουλάχιστον τέσσαρας όρους. Και ότι μεν η χωρισμένη αναλογία έχει τέσσαρας όρους είναι σαφές, το ίδιον όμως συμβαίνει και εις την συνεχή. Διότι τον ένα τον μεταχειρίζεται ως δύο και τον λέγει δύο φοράς• λόγου χάριν ως το α προς το β, ομοίως το β προς το γ. Λοιπόν δύο φοράς ελέχθη η αναλογία του β. Επομένως, εάν το β γραφή δύο φοράς, θα έχωμεν τέσσαρας όρους της αναλογίας. Και το δίκαιον δε περιστρέφεται τουλάχιστον εις τέσσαρας όρους και ο λόγος είναι ο ίδιος. Διότι διαιρούνται ομοίως τα πρόσωπα και τα πράγματα. Επομένως καθώς είναι ο α όρος προς τον β ομοίως θα είναι και ο γ προς τον δ και εναλλάξ λοιπόν, ως ο α προς τον γ, ομοίως ο β προς τον δ. Ώστε και το όλον των προσώπων προς το όλον των πραγμάτων (δηλαδή α+γ: β+δ=α: β ή γ: δ). Αυτόν δε τον συνδυασμόν τον εκτελεί η διανομή, και αν προστεθούν ούτω πως, είναι δίκαιος ο συνδυασμός. Επομένως η σύνδεσις του όρου α προς τον γ και του β προς τον δ αποτελεί το δίκαιον της διανομής, και αυτά το δίκαιον είναι το μέσον, δηλαδή το αναλογικόν. Διότι το ανάλογον είναι μέσον, τα δε δίκαιον είναι ανάλογον. Αυτήν δε την αναλογίαν οι μαθηματικοί την ονομάζουν γεωμετρικήν. Διότι εις την γεωμετρικήν αναλογίαν το όλον έχει τον αυτόν λόγον προς το όλον, ον λόγον έχει έκαστον από τα μέλη της προς το άλλο. Αυτή όμως η αναλογία δεν είναι συνεχής, διότι δεν ημπορεί να είναι ο ίδιος αριθμός του προσώπου και του πράγματος. Και λοιπόν δίκαιον μεν καθώς είπαμεν είναι αυτό το ανάλογον. Άδικον όμως είναι το δυσανάλογον. Διότι το μεν έν γίνεται περισσότερον, το δε άλλο ολιγώτερον, καθώς συμβαίνει εις τα έργα. Δηλαδή όστις μεν αδικεί λαμβάνει περισσότερον, όστις δε αδικείται λαμβάνει ολιγώτερον. Προκειμένου δε περί διανομής του κακού γίνεται το αντίστροφον. Διότι τον τόπον του αγαθού επέχει τόρα το ολιγώτερον κακόν απέναντι του μεγαλιτέρου κακού.

Δηλαδή το ολιγώτερον κακόν είναι περισσότερον προτιμητέον από το μεγαλίτερον, το δε προτιμητέον είναι αγαθόν, και πάλιν το περισσότερον προτιμητέον είναι μεγαλίτερον αγαθόν. Αυτό λοιπόν είναι το έν είδος του δικαίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Το επανορθωτικόν δίκαιον.& — Το δε άλλο δίκαιον είναι το επανορθωτικόν, το οποίον περιστρέφεται εις τας συναλλαγάς, και τας εκουσίας και τας ακουσίας. Αυτά δε το δίκαιον έχει διάφορον όψιν από το προηγούμενον. Διότι το μεν διανεμητικόν δίκαιον των κοινών γίνεται πάντοτε συμφώνως με την αναλογίαν που είπαμεν — Δηλαδή και όταν από τα κοινά χρήματα γίνεται η διανομή, θα συμβή με την αναλογίαν με την οποίαν έγιναν αι εισφοραί. Και πάλιν το άδικον, το οποίον αντιτίθεται εις αυτό το είδος του δικαίου, περιστρέφεται εις την δυσαναλογίαν. Το δε δίκαιον των συναλλαγών είναι μεν κάποιον ίσον, καθώς και το άδικον αυτών είναι άνισον, δεν είναι όμως σύμφωνον με την αναλογίαν εκείνην αλλά με την αριθμητικήν. Διότι δεν έχει καμμίαν διαφοράν αν ο ανώτερος εσφετερίσθη από τον μηδαμινόν, ή ο μηδαμινός από τον ανώτερον, ούτε αν ο μοιχός είναι ανώτερος ή μηδαμινός. Αλλά ο νόμος απέναντι της βλάβης προσέχει μόνον εις την φιλονικίαν των, και τους μεταχειρίζεται ως ίσους, και ερωτά μόνον αν ο είς αδικεί και ο άλλος αδικείται, και αν ο είς έβλαψε και ο άλλος εβλάφθη, ώστε το άδικον τούτο, επειδή είναι άνισον, προσπαθεί ο δικαστής να το εξισώση. Διότι, και όταν ο είς κτυπηθή και ο άλλος κτυπήση, ή μάλλον όταν ο είς φονεύση και ο άλλος φονευθή, είναι διηρημένα εις δύο άνισα μέρη το πάθημα και η πράξις. Εκείνος όμως προσπαθεί με την ποινήν να τα εξισώση και αφαιρεί από το κέρδος. Διότι το κέρδος ημπορεί γενικώς να εφαρμοσθή εις τα τοιαύτα, και αν δεν είναι συνηθισμένος όρος εις μερικά, λόγου χάριν εις εκείνον ο οποίος εκτύπησε, καθώς και η ζημία εις τον παθόντα. Προ πάντων όμως βεβαίως όταν μετρηθή το πάθημα, τότε αυτό μεν ονομάζεται ζημία, το δε άλλο κέρδος.

Ώστε από μεν το περισσότερον και ολιγώτερον το ίσον είναι μέσον. Το κέρδος όμως και η ζημία είναι αντιθέτως μεταξύ των περισσότερον ή ολιγώτερον δηλαδή το περισσότερον αγαθόν και το ολιγώτερον κακόν είναι κέρδος, ενώ αντιθέτως το ολιγώτερον αγαθόν και το περισσότερον κακόν είναι ζημία. Τούτων δε το μέσον είναι το ίσον, το οποίον ονομάζομεν δίκαιον. Επομένως το επανορθωτικόν δίκαιον είναι το μέσον της ζημίας και του κέρδους. Και διά τούτο, όταν το διαφιλονικούν, καταφεύγουν εις τον δικαστήν. Η δε καταφυγή εις τον δικαστήν σημαίνει καταφυγήν εις το δίκαιον. Διότι ο δικαστής είναι κυρίως έμψυχον δίκαιον. Και διά τούτο ζητούν δικαστήν μέσον, και τους ονομάζουν αυτούς μερικοί μεσοδίκους, διότι φρονούν, ότι, όταν επιτύχουν το μέσον, θα εύρουν το δίκαιόν των. Επομένως το δίκαιον είναι κάπως μέσον, αφ' ου τοιούτος είναι και ο δικαστής. Ο δε δικαστής επαναφέρει την εξίσωσιν, και, καθώς εις μίαν γραμμήν η οποία εκόπη εις άνισα μέρη, αφαιρεί από το μεγαλίτερον τμήμα το ποσόν κατά το οποίον αυτό είναι μεγαλίτερον από το ήμισυ, και το προσθέτει εις το μικρότερον.

Όταν δε το όλον χωρισθή εις δύο ίσα, τότε λέγουν ότι επήραν το ιδικόν των, εάν λάβουν το ίσον. Το δε ίσον είναι το μέσον του μεγαλιτέρου και μικροτέρου κατά την αριθμητικήν αναλογίαν. Και δι' αυτό ονομάζεται δίκαιον, διότι διχάζει, και είναι ως να το λέγωμεν δίχαιον, και τον δικαστήν διχαστήν. Διότι, όταν από δύο ίσα αφαιρεθή από το έν κάποιον ποσόν και τούτο προστεθή εις το άλλο, τότε το δεύτερον γίνεται περισσότερον από το πρώτον κατά το διπλάσιον του προστεθέντος. Διότι, εάν εγίνετο μόνον αφαίρεσις από το πρώτον, χωρίς όμως να προστεθή εις το δεύτερον, τότε τούτο το δεύτερον θα ήτο περισσότερον κατά το απλούν. Επομένως τόρα είναι περισσότερον μίαν μεν φοράν κατά την διαφοράν από το μέσον, και μίαν φοράν κατά το αφαιρεθέν από το πρώτον. Επομένως από αυτό θα εννοήσωμεν πόσον πρέπει να αφαιρέσωμεν από τον λαβόντα περισσότερον και να τα προσθέσωμεν εις τον έχοντα το ολιγώτερον. Δηλαδή το ποσόν, κατά το οποίον είναι ανώτερον το μέσον, πρέπει να τo προσθέσωμεν εις τον έχοντα το ολιγώτερον, και το ποσόν, κατά το οποίον είναι κατώτερον το μέσον, πρέπει να το αφαιρέσωμεν από τον μεγαλίτερον ποσόν {31}.

Ας υποθέσωμεν ίσας προς αλλήλας τας γραμμάς αα ββ γγ.

α_______________α ε β_______________β ____γ_______________γ δ ζ

Από την αα αφαιρούμεν το αε και το προσθέτομεν εις την γγ, ως γδ, ώστε η όλη γραμμή δγγ να είναι μεγαλιτέρα από την εα κατά το γδ και γζ. Τότε έπεται ότι είναι μεγαλιτέρα από την ββ κατά το γδ.

Προήλθαν δε αυτά τα ονόματα, δηλαδή η ζημία και το κέρδος, από την εκουσίαν συναλλαγήν. Διότι το να έχη κανείς περισσότερα από ό,τι είχε εξ αρχής λέγεται κέρδος, ενώ το να έχη ολιγώτερα από ό,τι είχε εξ αρχής λέγεται ζημία• λόγου χάριν εις την αγοράν και εις την πώλησιν και εις όσα ο νόμος δίδει την άδειαν. Όταν όμως δεν έχουν ούτε περισσότερα ούτε ολιγώτερα, επήραν πίσω τα λεπτά των, και τότε λέγουν ότι έχουν τα ιδικά των και ούτε ζημιόνονται ούτε κερδίζουν. Ώστε το δίκαιον επί εκουσίων συναλλαγών είναι μέσον μεταξύ κάποιου κέρδους και κάποιας ζημίας, δηλαδή να έχη κανείς ίσα και προηγουμένως και κατόπιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Τα αντίποινα.& — Μερικοί δε νομίζουν ότι και τα αντίποινα {32} είναι απόλυτον δίκαιον, καθώς το έλεγαν οι Πυθαγόρειοι. Δηλαδή αυτοί ώριζαν απολύτως ως δίκαιον τα αντίποινα. Αλλά τα αντίποινα δεν εφαρμόζονται ούτε εις το διανεμητικόν δίκαιον, ούτε εις το διορθωτικόν — μολονότι ως τοιούτον θεωρούν και το δίκαιον του Ραδαμάνθυος:

Αν βρη κανείς ό,τι έκαμε, το δίκαιον απεδόθη.

Διότι εις πολλά δεν συμφωνεί• λόγου χάριν, εάν είναι εις την εξουσίαν και εκτύπησε κάποιον, δεν πρέπει να λάβη αντίποινα του κτυπήματος, εάν δε εκτύπησε άρχοντα, δεν πρέπει μόνον να κτυπηθή εξ ίσου, αλλά και να τιμωρηθή. Έπειτα το εκούσιον έχει μεγάλην διαφοράν από το ακούσιον. Αλλά εις τας ανταλλακτικάς επιμιξίας βεβαίως ισχύει το δίκαιον αυτό των αντιποίνων, κατ' αναλογίαν όμως και όχι κατ' ισότητα. Διότι με την απόδοσιν αναλόγων αντιποίνων συγκρατείται η πόλις. Δηλαδή ή ζητούν την απόδοσιν του κακού — διότι, αν δεν ανταποδώσουν τούτο, φαίνεται ως υπόδουλος η θέσις των — , ή την ανταπόδοσιν του καλού. Εάν δε τούτο δεν ανταποδοθή, δεν γίνεται συναλλαγή, και με την συναλλαγήν συγκρατούνται αι πόλεις. Διά τούτο και ο ναός των Χαρίτων κτίζεται μέσα εις τας οδούς, διά να υπάρχη ανταπόδοσις. Διότι αυτή είναι ιδιότης της χάριτος. Δηλαδή είναι ανάγκη να ανταποδώσης τα ίσα εις εκείνον ο όποιος σου έκαμε χάριν, και πάλιν αυτός να κάμη αρχήν νέου χαρισμού.

Αναλογική ανταπόδοσις. — Παράγεται δε η αναλογική ανταπόδοσις από την κατά διάμετρον σύζευξιν {33}. Λόγου χάριν ας υποθέσωμεν ότι το α είναι είς οικοδόμος, το β είς υποδηματοποιός, το γ οικία και το δ υπόδημα. Και τόρα πρόκειται να λάβη ο οικοδόμος από τον υποδηματοποιόν το προϊόν εκείνου, και ο ίδιος να δώση ως αντάλλαγμα το ιδικόν του προϊόν. Εάν λοιπόν υπάρξη πρώτον το αναλογικόν ίσον, έπειτα δε ακολουθήσουν τα αντίποινα, τότε έχομεν αυτό περί του οποίου ομιλούμεν. Αλλέως όμως δεν υπάρχει ίσον εις την συναλλαγήν, ουδέ μόνιμος κατάστασις. Διότι δεν υπάρχει κανέν εμπόδιον διά να μη είναι το προϊόν του ενός καλλίτερον από του άλλου. Αυτά λοιπόν πρέπει να εξισωθούν. Τούτο δε συμβαίνει και εις τας άλλας τέχνας. Δηλαδή αύται θα κατεστρέφοντο, εάν εκείνο το οποίον κάμνει το ενεργητικόν και όσον κάμνει και ό,τι είδους κάμνει, δεν πάθη το ίδιον το παθητικόν και τόσον και τοιούτου είδους. Λόγου χάριν δεν γίνεται επιμιξία από δύο ιατρούς, αλλά από ιατρόν και γεωργόν και γενικώς από διαφόρους και ανίσους. Αυτοί όμως πρέπει να εξισωθούν. Και διά τούτο όλα τα πράγματα, εις τα οποία περιστρέφεται η συναλλαγή, πρέπει κάπως να είναι κατά συμφωνίαν.

&Νόμισμα.& — Δι' αυτόν τον σκοπόν εφευρέθη το νόμισμα και τούτο είναι ένα είδος μέσον. Διότι αυτό όλα τα μετρά, επομένως και την υπεροχήν και την έλλειψιν, δηλαδή ευρίσκει πόσα υποδήματα ισοφαρίζουν με μίαν οικίαν ή μίαν προμήθειαν. Επομένως οποίαν αναλογίαν έχει ο οικοδόμος προς τον υποδηματοποιόν, τόσα ακριβώς και υποδήματα πρέπει να αναλογούν προς μίαν οικίαν ή προμήθειαν. Διότι, αν δεν υπάρξη τούτο, τότε δεν ημπορεί να γίνη ούτε συναλλαγή ούτε επιμιξία. Αυτό δε δεν ημπορεί να υπάρξη, εάν δεν γίνουν με κάποιον τρόπον ίσα τα προϊόντα. Επομένως είναι ανάγκη όλα να μετρούνται με έν ωρισμένον μέτρον, καθώς είπαμεν προηγουμένως. Τούτο δε κυρίως μεν είναι η ανάγκη, η οποία κυριαρχεί εις όλα. Διότι, εάν δεν έχουν καμμίαν ανάγκην, ή αν δεν έχουν ομοίαν ανάγκην, δεν ημπορεί να γίνη συναλλαγή, ή τουλάχιστον δεν ημπορεί να γίνη ομοία. Και λοιπόν το νόμισμα ευρέθη κατά συνθήκην ως άλλη υποκατάστασις της ανάγκης.

Και δι' αυτό φέρει το όνομα νόμισμα, διότι δεν υπάρχει εκ φύσεως, αλλά κατά νόμον, και είναι εις την εξουσίαν μας να το μεταβάλωμεν και να το καταστήσωμεν άχρηστον. Και λοιπόν θα υπάρξουν τα αντίποινα, όταν γίνη εξίσωσις, ώστε οποίον λόγον έχει ο γεωργός προς τον υποδηματοποιόν, τον αυτόν λόγον πρέπει να έχη το προϊόν του υποδηματοποιού προς το προϊόν του γεωργού.

Δεν πρέπει δε να φέρωμεν τους όρους εις σχήμα αναλογίας, εάν ανταλλάξουν τα προϊόντα, αλλά εάν λάβουν τα ιδικά των. Διότι αλλέως το έν από τα δύο άκρα θα έχη και τα δύο υπέροχα ποσά. Και κατ' αυτόν τον τρόπον γίνονται ίσοι και συναλλακτικοί, διότι είναι δυνατόν να αποκατασταθή εις αυτούς αυτή η ισότης, λόγου χάριν ο γεωργός να είναι α, η προμήθεια γ, ο υποδηματοποιός β και το εξισωθέν προϊόν του δ. Εάν δε δεν ήτο δυνατόν κατ' αυτόν τον τρόπον να δοθούν τα αντίποινα, δεν θα ήτο δυνατόν να γίνη επιμιξία. Το ότι δε η ανάγκη συγκρατεί την κοινωνίαν ως να είναι έν κοινόν μέτρον, φαίνεται εκ τούτου, ότι, όταν δεν έχη ο είς την ανάγκην του άλλου, δεν συναλλάσσονται, παρά μόνον όταν το προϊόν, το οποίον έχει κάποιος, το χρειάζεται άλλος. Λόγου χάριν ο είς δίδει οίνον, και ο άλλος προσφέρει σίτον. Τούτο δε πρέπει να εξισωθή. Χάριν δε της συναλλαγής του μέλλοντος, εάν τόρα ο άλλος δεν έχη ανάγκην, έχομεν το νόμισμα ως εγγυητήν, περί του ότι θα έχωμεν το προϊόν εκείνο, όταν το χρειασθούμεν. Διότι όστις παρέχει το χρήμα, πρέπει να έχη το δικαίωμα να λάβη προϊόν. Αλλά βεβαίως και το χρήμα πάλιν υπόκειται εις το ίδια, διότι δεν έχει πάντοτε ίσην αξίαν. Οπωσδήποτε όμως είναι περισσότερον σταθερόν. Διά τούτο πρέπει να εκτιμηθούν όλα τα πράγματα. Διότι κατ' αυτόν τον τρόπον ημπορεί να υπάρχη πάντοτε συναλλαγή, και όταν υπάρχη συναλλαγή, υπάρχει επιμιξία. Και λοιπόν το νόμισμα, ως άλλο μέτρον, το κάμνει συμμετρικά και το εξισόνει. Διότι ούτε χωρίς συναλλαγήν ημπορεί να υπάρξη επιμιξία, ούτε συναλλαγή χωρίς ισότητα, ούτε ισότης χωρίς συμμετρίαν. Και λοιπόν με ακρίβειαν είναι αδύνατον να γίνουν σύμμετρα το τόσον διαφορετικά πράγματα, συμφώνως όμως με την ανάγκην είναι δυνατόν να γίνουν αρκετά σύμμετρα. Λοιπόν κάτι τι πρέπει να υπάρχη και αυτό κατά συνθήκην. Διά τούτο ονομάζεται νόμισμα. Δηλαδή αυτό καθιστά όλα σύμμετρα. Διότι όλα μετρούνται με το νόμισμα• έστω καθ' υπόθεσιν μία οικία=α, δέκα μναι=β, και μία κλίνη=γ. Και λοιπόν τα α είναι το ήμισυ του β, εάν η οικία έχη αξίαν πέντε μνων. Εάν δε η κλίνη γ είναι το δέκατον του β, είναι φανερόν πόσαι κλίναι είναι το ίσον μιας οικίας, δηλαδή πέντε, ότι δε ούτω πως εγίνετο η συναλλαγή πριν ευρεθή το νόμισμα, είναι φανερόν. Διότι δεν έχουν καμμίαν διαφοράν απέναντι της οικίας είτε πέντε κλίναι είτε το αντίτιμον των πέντε κλινών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Η δικαιοσύνη δεν είναι ομοία μεσότης, ως αι άλλαι αρεταί.& — Και λοιπόν τι είναι το άδικον, και τι είναι το δίκαιον, το είπαμεν, αφού δε ωρίσθησαν αυτά, είναι φανερόν ότι η δικαία πράξις είναι εις το μέσον του να αδικούμεν και να αδικούμεθα. Διότι εκείνο μεν σημαίνει να λάβωμεν περισσότερον, τούτο δε ολιγώτερον από ό,τι πρέπει. Η δε δικαιοσύνη είναι κάποια μεσότης, όχι όμως κατά τον ίδιον τρόπον με τας άλλας αρετάς, αλλά απλώς διότι περιστρέφεται εις το μέσον, ενώ η αδικία αποτελεί τας δύο ακρότητας αυτής. Και δικαιοσύνη μεν είναι η διάθεσις κατά την οποίαν ο δίκαιος λέγεται επιδεκτικός να εκτελή το δίκαιον κατά προαίρεσιν, και να το διανέμη και μεταξύ εαυτού και ενός άλλου, και μεταξύ δύο άλλων, όχι εις τρόπον ώστε από το ωφέλιμον να δώση το περισσότερον εις τον εαυτόν του και ολιγώτερον εις τον πλησίον, από δε το βλαβερόν αντιστρόφως, αλλά το αναλογικόν ίσον, ομοίως δε και μεταξύ δύο άλλων. Η δε αδικία αντιθέτως είναι επιτήδεια να εκτελή το άδικον. Τούτο δε είναι υπερβολή και έλλειψις του ωφελίμου ή του βλαβερού έξω από την αναλογίαν. Διά τούτο η αδικία είναι υπερβολή και έλλειψις, διότι περιστρέφεται εις τα υπερβολικά και ελλιπή. Και μάλιστα διά τον ίδιον μεν τον άδικον είναι υπερβολή του απολύτως ωφελίμου, και έλλειψις του βλαβερού. Διά τους άλλους όμως κατά τα άλλα μεν είναι το ίδιον, κατά δε την δυσαναλογίαν είναι όπως τύχη. Από το άδικον απόκτημα πάλιν το ολιγώτερον μεν μέρος είναι η παθητική αδικία, το δε περισσότερον η ενεργητική.

Και λοιπόν περί της δικαιοσύνης και αδικίας, οποία είναι η φύσις εκάστης από τας δύο, ας θεωρήσωμεν ορθόν τον τρόπον καθ' ον τα εξετάσαμεν, ομοίως δε και περί του δικαίου και αδίκου εν γένει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’.

&Η Άδικος πράξις δεν είναι πάντοτε αδικία.& — Αλλά αφού συμβαίνει να αδική κάποιος χωρίς ακόμη διά τούτο να είναι άδικος {34},ερωτώμεν ποία αδικήματα όταν εκτελέση κανείς, είναι πλέον άδικος εις έκαστον είδος αδικίας, λόγου χάριν κλέπτης ή μοιχός, ή ληστής; Ή νομίζει κανείς ότι δεν έχει καμμίαν διαφοράν; Βεβαίως έχει, διότι είναι δυνατόν να συνουσιασθή με γυναίκα, ενώ γνωρίζει ποία είναι αυτή, όχι όμως λόγω προαιρέσεως αλλά λόγω του πάθους. Τότε λοιπόν κάμνει μεν αδικίαν, δεν είναι όμως άδικος, και καθώς δεν είναι κλέπτης υπό τοιαύτας συνθήκας και όμως έκλεψε, ομοίως δεν είναι μοιχός και όμως εμοίχευσε. Το ίδιον δε συμβαίνει και εις τα άλλα.

&Πολιτικόν δίκαιον.& — Και λοιπόν ποία μεν είναι η σχέσις των αντιποίνων προς το δίκαιον ελέχθη προηγουμένως. Δεν πρέπει όμως να μας διαφύγη ότι αυτό το οποίον εξετάζομεν είναι το απλώς δίκαιον και το πολιτικόν δίκαιον. Το τελευταίον τούτο όμως περιστρέφεται εις εκείνους όσοι έχουν επιμιξίαν του βίου είτε ως ελεύθεροι και ίσοι, είτε κατ' αναλογίαν ή συμφώνως με τον αριθμόν των, ώστε να έχουν αυτάρκειαν. Επομένως όσοι δεν έχουν αυτήν, δεν έχουν μεταξύ των το πολιτικόν δίκαιον, αλλά έν δίκαιον, το οποίον ομοιάζει το δίκαιον. Δηλαδή δίκαιον έχουν όσοι έχουν νόμον μεταξύ των ο δε νόμος περιστρέφεται εις όσα γίνεται αδικία. Διότι η δίκη είναι κρίσις του δικαίου και του αδίκου. Εις όσα λοιπόν υπάρχει αδικία, εις τα ίδια υπάρχει και η εκτέλεσις αδικίας, εις όσα δε υπάρχει εκτέλεσις αδικίας δεν υπάρχει πάντοτε αδικία. Τούτο δε συμβαίνει όταν κανείς κρατή διά τον εαυτόν του το περισσότερον από τα απλώς αγαθά, και το ολιγώτερον από τα απλώς κακά. Διά τούτο δεν αφίνομεν να είναι άρχων ο άνθρωπος, αλλά ο λόγος, διότι αυτάς κάμνει τούτο διά τον εαυτόν του και έτσι γίνεται τύραννος. Είναι δε ο άρχων φύλαξ του δικαίου, και αφού είναι φύλαξ του δικαίου, είναι και του ίσου. Επειδή δε φαίνεται ότι δεν μένει τίποτε περισσότερον διά τον εαυτόν του, αφού είναι δίκαιος — διότι δεν κρατεί διά τον εαυτόν του τίποτε περισσότερον από το απόλυτον αγαθόν, εάν δεν είναι ανάλογον — διά τούτο κοπιάζει χάριν άλλου. Και διά τούτο λέγουν ότι η δικαιοσύνη είναι ξένον αγαθόν, καθώς είπαμεν προηγουμένως. Επομένως πρέπει να του δοθή κάποιος μισθός, τοιούτος δε είναι η τιμή και το βραβείον. Εις όσους όμως αυτά δεν είναι αρκετή αμοιβή αυτοί γίνονται τύραννοι.

&Οικογενειακόν δίκαιον.& — Το δε δεσποτικόν δίκαιον και το πατρικόν δεν είναι το ίδιον με αυτά, αλλά όμοιον. Διότι γενικώς δεν υπάρχει αδικία προς την ιδικήν μας ιδιοκτησίαν. Και βεβαίως ο δούλος είναι κτήμα μας καθώς και το τέκνον, πριν λάβη μίαν ωρισμένην ηλικίαν και αποχωρισθή, και είναι ωσάν μέλος ιδικόν μας. Τον εαυτόν του δε κανείς δεν αποφασίζει να τον βλάψη. Διά τούτο δεν υπάρχει αδικία προς τον εαυτόν μας. Επομένως ούτε άδικον ούτε πολιτικόν δίκαιον. Διότι τούτο είπαμεν ότι είναι σύμφωνον με τους νόμους, και εις όσα επλάσθη να επεμβαίνη ο νόμος. Τοιούτοι δε είναι εκείνοι, εις τους οποίους υπάρχει ισότης να εξουσιάζουν και να εξουσιάζωνται. Διά τούτο μάλλον απέναντι της γυναικός υπάρχει δίκαιον, παρά απέναντι των τέκνων και των κτημάτων. Διότι τούτο είναι το οικογενειακόν δίκαιον, το οποίον είναι διαφορετικόν από το πολιτικόν.

&Φυσικόν και νομικόν δίκαιον.& — Από δε το πολιτικόν δίκαιον το έν μέρος είναι φυσικόν, το δε άλλο νομικόν. Και φυσικόν μεν είναι εκείνο, το οποίον έχει εις όλα τα έθνη την ιδίαν δύναμιν, και δεν είναι συμφώνως με την δοξασίαν ή όχι, νομικόν δε είναι εκείνο, το οποίον εξ αρχής μεν δεν έχει διαφοράν, αν γίνη ούτως ή άλλως, όταν όμως θεσπισθή, έχει διαφοράν, λόγου χάριν το να πληρώνωμεν ως λύτρα μίαν μναν, ή να θυσιάζωμεν αίγα και όχι πρόβατα, έπειτα δε όσα νομοθετούν διά διαφόρους περιπτώσεις, λόγου χάριν να κάμνουν θυσίας εις τον Βρασίδαν, και όλα όσα γίνονται με ψηφίσματα. Εις μερικούς δε φαίνονται όλα τα δίκαια ότι είναι του δευτέρου τούτου είδους, διότι το μεν εκ φύσεως είναι ακίνητον και εις όλα τα έθνη έχει την ιδίαν δύναμιν, καθώς λόγου χάριν το πυρ και εδώ καίει καθώς και εις την Περσίαν, ενώ τα δίκαια βλέπουν ότι μετακινούνται.

Αυτό όμως δεν είναι καθώς το νομίζουν, αλλά υπάρχει περίπτωσις, καθ' ην μετακινείται και εκείνο. Και ίσως μεν εις την χορείαν των θεών δεν υπάρχει τίποτε μετακινητόν, εις ημάς όμως υπάρχει μεν και κάτι τι εκ φύσεως, όλα όμως είναι κινητά. Μολαταύτα άλλα μεν είναι κατά φύσιν, άλλα δε όχι. Ποίον όμως είναι κατά φύσιν από όσα είναι ενδεχόμενον να είναι και διαφορετικά, και ποίον δεν είναι κατά φύσιν αλλά κατά νόμον και συνθήκην, αφού και τα δύο είδη είναι κινητά, είναι εξ ίσου ευνόητον. Λόγου χάριν εκ φύσεως η δεξιά είναι ανωτέρα της αριστεράς, μολονότι είναι ενδεχόμενον και όλοι να γίνουν αμφιδέξιοι. Και εις όλα τα άλλα ημπορεί να εφαρμοσθή ο ίδιος ορισμός. Τα δε κατά συνθήκην και κατά το συμφέρον δίκαια ομοιάζουν προς τα μέτρα. Διότι δεν είναι εις όλα τα έθνη ίσα τα μέτρα των υγρών και των σιτηρών, αλλά με μεγαλίτερα αγοράζουν και με μικρότερα πωλούν. Ομοίως δε και τα μη φυσικά αλλά ανθρώπινα δίκαια δεν είναι τα ίδια εις όλα τα έθνη, αφού μάλιστα ουδέ τα πολιτεύματα είναι τα ίδια, αλλά μόνον έν πολίτευμα είναι το καλλίτερον εις όλα τα έθνη.

Έκαστον όμως από τα δίκαια και νόμιμα έχει σχέσιν προς τας ατομικάς πράξεις καθώς το καθόλου προς τα μερικά. Διότι αι μεν πράξεις είναι πολλαί, εκείνα δε είναι έκαστον ανά έν. Διότι είναι γενικά.

&Διαφορά μεταξύ αδίκου και αδικήματος, και αντιστρόφως.& — Έχουν δε διαφοράν το αδίκημα από το άδικον καθώς και το δικαίωμα {35} από το δίκαιον. Διότι το άδικον υπάρχει και συμφώνως με την φύσιν ή με την τάξιν, αυτό όμως το ίδιον αφού εκτελεσθή είναι αδίκημα, ενώ πριν να εκτελεσθή δεν ήτο ακόμη αδίκημα, αλλά άδικον. Ομοίως δε και το δικαίωμα — ονομάζεται δε μάλλον δικαιοπράγημα, διότι το δικαίωμα είναι η επανόρθωσις του αδικήματος. — Έν έκαστον δε από αυτά ποία είδη έχει και πόσα και εις ποία πράγματα περιστρέφεται θα το εξετάσωμεν αργότερα.

Ενώ δε είναι δίκαια και άδικα αυτά που είπαμεν, αδικεί μεν κανείς και δικαιοπρακτεί, όταν τα εκτελή εκουσίως, όταν όμως τα εκτελή ακουσίως, τότε ούτε αδικεί ούτε δικαιοπρακτεί, αλλά μόνον κατά σύμπτωσιν. Διότι εκτελεί όσα είναι κατά σύμπτωσιν δίκαια ή άδικα.

Και λοιπόν το αδίκημα και το δικαιοπράγημα ορίζεται από το εκούσιον ή ακούσιον. Δηλαδή, όταν είναι εκούσιον το αδίκημα, κατακρίνεται, συγχρόνως δε και είναι τότε αδίκημα. Επομένως θα υπάρχη και κάποιον, το οποίον είναι άδικον, αλλά ακόμη δεν έγινε αδίκημα, εάν δεν προστεθή και το εκούσιον. Ονομάζω δε εκούσιον μεν, καθώς είπαμεν και προηγουμένως, ό,τι εκτελεί κανείς από τα εξαρτώμενα από αυτόν εν γνώσει και όχι εν αγνοία ποίον είναι το αδίκημα, και με ποίον όργανον και διά ποίον λόγον λόγου χάριν ποίον κτυπά και με ποίον όργανον και διά ποίον λόγον. και το καθέν από αυτά όταν τα εκτελή όχι κατά σύμπτωσιν ούτε με την βίαν — καθώς λόγου χάριν εάν του πάρη κανείς το χέρι, διά να κτυπήση με αυτό έναν άλλον, τότε αυτός δεν κτυπά εκουσίως, διότι δεν εξαρτάται από αυτόν το κτύπημα. Είναι δε ενδεχόμενον ο κτυπώμενος να είναι και ο πατήρ του. Αυτός δε ότι μεν είναι κάποιος άνθρωπος αυτός ή κάποιος από τους παρευρισκομένους ενδεχόμενον να το γνωρίζη, ότι όμως είναι ο πατήρ του να μην το γνωρίζη. Ομοίως δε το τοιούτον ισχύει και διά τον λόγον και δι' ολόκληρον την πράξιν. Και λοιπόν το εν αγνοία ή όχι μεν εν αγνοία, μη εξαρτώμενον όμως από αυτόν, ή γινόμενον διά της βίας είναι ακούσιον. Διότι πολλά και από τα δοθέντα εκ φύσεως τα πράττομεν και τα πάσχομεν εν γνώσει, αν και από αυτά κανέν δεν είναι ούτε εκούσιον ούτε ακούσιον, καθώς λόγου χάριν το να γηράσκωμεν και να αποθνήσκωμεν. Συμβαίνει δε το κατά σύμπτωσιν και εις τα άδικα καθώς και εις τα δίκαια. Διότι λόγου χάριν και την παρακαταθήκην ημπορεί κανείς να επιστρέψη ακουσίως και από φόβον. Δεν πρέπει όμως να ειπούμεν ότι αυτός εκτελεί τα δίκαια ούτε δικαιοπρακτεί, αλλά μόνον κατά σύμπτωσιν. Όμοίως δε και όστις εξαναγκάζεται, και παρά την θέλησίν του δεν επιστρέφει την παρακαταθήκην, πρέπει να ειπούμεν ότι αυτός κατά σύμπτωσιν αδικεί και εκτελεί άδικα. Από δε τα εκούσια άλλα μεν τα εκτελούμεν κατά απόφασιν, άλλα δε χωρίς απόφασιν. Και κατ' απόφασιν μεν εκτελούμεν όσα επρομελετήσαμεν, αναποφασίστως δε όσα δεν επρομελετήσαμεν.

&Διάκρισις ατυχήματος, σφάλματος και αδικήματος.& — Από τας τρεις δε βλάβας αι οποίαι υπάρχουν εις την επιμιξίαν, άλλαι μεν είναι σφάλματα αγνοίας, όταν λ.χ. δεν γνωρίζη ούτε ποίον ούτε με τι, ούτε διά ποίον λόγον παρεξήγησε, και εξετέλεσε — δηλαδή ή ενόμισε ότι δεν θα κτυπήση, ή όχι με τούτο, ή όχι τούτον, ή όχι διά τούτον τον λόγον, συνέβη όμως εκείνο όχι διά τον λόγον που ενόμισε αυτός, λόγου χάριν, όχι διά να πληγώση, αλλά να κεντήση, ή όχι αυτόν, ή όχι με αυτό. — Όταν λοιπόν η βλάβη συμβή έξω από τους υπολογισμούς, είναι ατύχημα, όταν όμως δεν συμβή έξω από τους υπολογισμούς, πάλιν όμως δεν προέρχεται από κακίαν, είναι σφάλμα — δηλαδή σφάλλει κανείς όταν είναι μέσα εις τον ίδιον η αρχή της αγνοίας, παθαίνει δε ατύχημα όταν αυτό προέρχεται απ' έξω. Όταν δε τα εγνώριζε αλλά δεν τα είχε προμελετήση, είναι αδίκημα• λόγου χάριν όσα γίνονται από έξαψιν και από άλλα πάθη, τα οποία συμβαίνουν εις τους ανθρώπους κατ' ανάγκην και ως φυσικά. Διότι, όταν πράττουν αυτάς τας βλάβας και τα σφάλματα, κάμνουν μεν άδικον, και είναι αδικήματα αυτά, αυτοί όμως δεν είναι ακόμη άδικοι ούτε πονηροί εξ αιτίας αυτών. Διότι η βλάβη δεν προήλθε από την μοχθηρίαν. Όταν όμως τα εκτελούν με απόφασιν, είναι άδικοι και μοχθηροί. — Διά τούτο ορθώς θεωρούνται ότι δεν είναι εκ προβλέψεως όσα προέρχονται από έξαψιν. Διότι δεν κάμνει έναρξιν όστις εκτελεί κάτι τι με έξαψιν, αλλά εκείνος που τον εξώργισε. Έπειτα δεν συζητούμεν ούτε περί της εκτελέσεως ή μη εκτελέσεως, αλλά περί του δικαίου. Διότι η οργή προέρχεται από την φαινομενικήν αδικίαν. Δηλαδή εδώ δεν φιλονικούν καθώς εις τας συναλλαγάς περί του αποτελέσματος όπου κατ' ανάγκην ο είς εκ των δύο είναι μοχθηρός, εάν δεν έγινε κατά λάθος. Αλλά συμφωνούν εις το πράγμα και μόνον φιλονικούν κατά ποίον τρόπον είναι δίκαιον — τούτο δε δεν το αγνοεί όστις εσχεδίαζε το κακόν — ώστε ο μεν πρώτος φρονεί εν τη πλάνη ότι αδικείται, ο άλλος όμως δεν απατάται. Αν δε βλάψη κανείς εκ προμελέτης, κάμνει άδικον, και δι' αυτά πλέον τα αδικήματα είναι άδικος όστις αδικεί, εάν είναι έξω από την αναλογίαν ή το ίσον, ομοίως δε και ο δίκαιος είναι δίκαιος όταν εκ προμελέτης δικαιοπραγή, και δικαιοπραγεί μόνον όταν ενεργή εκουσίως. Από δε τα εκούσια, άλλα μεν είναι συγχωρητά, άλλα όμως είναι ασυγχώρητα. Δηλαδή όσα μεν σφάλματα κάμνουν όχι μόνον εν αγνοία αλλά και από αμάθειαν, είναι συγχωρητά, όσα όμως κάμνουν εξ αιτίας κάποιου πάθους των το οποίον δεν είναι ούτε φυσικόν ούτε ανθρώπινον, αυτά είναι ασυγχώρητα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Άραγε είναι δυνατόν να αδικηθή κανείς εκουσίως; — Είναι όμως δυνατόν να διαφιλονικήση κανείς αν αρκετά καλά ωρίσαμεν την παθητικήν και την ενεργητικήν αδικίαν, και πρώτον μεν μήπως είναι καθώς το είπε ο Ευριπίδης, ο οποίος λέγει παραλόγως:

Εσκότωσα την μάννα μου, δύο λόγια και καλά.

Μα ήθελα και ήθελε; ή ούτ' ήθελα ούτ' ήθελε;

Διότι είναι ζήτημα αν υπάρχει πραγματικώς τρόπος να αδικηθή κανείς εάν δεν θέλη, ή μήπως πάσα πάθησις αδικίας είναι ακουσία, καθώς και πάσα εκτέλεσις αδικίας; Επομένως άραγε το όλον είναι κατά τον ένα ή κατά τον άλλον τρόπον, καθώς και το να αδική κανείς είναι πάντοτε εκούσιον; Ή μήπως το έν μεν είναι εκούσιον, το δε άλλο ακούσιον; Το ίδιον δε θα ειπούμεν και επί απολαύσεως του δικαίου, επειδή η εκτέλεσις του δικαίου είναι πάντοτε εκουσία. Επομένως είναι εύλογον να αντιτίθεται ομοίως εις το καθέν από εκείνα τα δύο η πάθησις της αδικίας και η απόλαυσις της δικαιοσύνης ή ως εκουσία ή ως ακουσία. Αλλά πάλιν φαίνεται παράλογον, εάν ολόκληρος η απόλαυσις της δικαιοσύνης θεωρηθή εκουσία. Διότι υπάρχουν μερικοί οι οποίοι παίρνουν το δίκαιον των όχι εκουσίως. Αφού μάλιστα και το εξής ημπορεί κανείς να διαφιλονικήση, άραγε όστις πάσχει την αδικίαν πάντοτε αδικείται, ή ό,τι συμβαίνει εις την εκτέλεσιν το ίδιον συμβαίνει και εις την πάθησιν; Δηλαδή είναι ενδεχόμενον και εις τα δύο να απολαμβάνωμεν το δίκαιόν μας κατά σύμπτωσιν. Και βεβαίως είναι προφανές ότι το ίδιον συμβαίνει και εις τα άδικα. Δηλαδή δεν είναι το ίδιον η εκτέλεσις αδίκων με την αδικίαν, ούτε η πάθησις αδίκων με την πάθησιν αδικίας. Το ίδιον δε και όταν εκτελούμεν το δίκαιον και ευρίσκωμεν το δίκαιον. Δηλαδή είναι αδύνατον να αδικούμεθα, όταν δεν μας αδική κανείς, ούτε να εύρωμεν δίκαιον, όταν δεν μας αποδίδη κανείς το δίκαιον. Αφού δε γενικώς αδικία είναι να βλάπτωμεν κάποιον εκουσίως, και εκουσίως σημαίνει εν γνώσει του ποίος είναι, και με τι και πώς, και αφού ο ακρατής εκουσίως βλάπτει ο ίδιος τον εαυτόν του, τότε φαίνεται ότι ημπορεί κανείς να αδικηθή εκουσίως και είναι ενδεχόμενον κανείς να αδική ο ίδιος τον εαυτόν του — είναι δε και αυτά έν από τα άλυτα ζητήματα, δηλαδή εάν είναι δυνατόν ποτε να αδική κανείς τον εαυτόν του — . Έπειτα είναι δυνατόν να βλαφθή κανείς ένεκα της ακολασίας εκουσίως από άλλον εκούσιον. Επομένως είναι δυνατόν να αδικηθή κανείς εκουσίως. Ή τάχα δεν είναι ορθός ορισμός και πρέπει εις το να βλάπτη εν γνώσει του «ποίος είναι αυτός και με τι και πώς», να προσθέσωμεν τον όρον: «παρά την θέλησιν εκείνου»; Και λοιπόν βλάπτεται μεν κανείς εκουσίως και πάσχει άδικα, κανείς όμως δεν πάσχει αδικίαν εκουσίως. Διότι κανείς δεν θέλει, ούτε και ο ακόλαστος, αλλά έξω της θελήσεώς του εκτελεί. Δηλαδή ούτε θέλει ποτέ κανείς εκείνο το οποίον δεν νομίζει ότι είναι σπουδαίον, ούτε ο ακρατής πράττει όσα νομίζει ότι πρέπει να εκτελή. Όστις δε δίδει ιδικά του πράγματα, καθώς λέγει ο Όμηρος ότι ο Γλαύκος αντήλλαξε με τον Διομήδην:

Χρυσά των εκατόν βοών, με των εννέα χάλκινα.

αυτός βέβαια δεν αδικείται. Διότι είναι εις την εξουσίαν του να τα δώση. Ενώ το να πάθη αδικίαν δεν είναι, εις την εξουσίαν του, αλλά πρέπει να υπάρχη εκείνος που αδικεί. Και λοιπόν έγινε φανερόν ότι η πάθησις της αδικίας δεν είναι εκουσία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Όστις μοιράζει το άδικον αδικεί, ή όστις το λαμβάνει;& — Εξ όσων δε εξελέξαμεν διά να εξετάσωμεν, μένουν ακόμη δύο, δηλαδή αν κάμνει αδικίαν όστις μοιράζει παρά την αξίαν το περισσότερον ή όστις λαμβάνει, και αν είναι δυνατόν να αδική κανείς τον εαυτόν του. Διότι, εάν είναι δυνατόν το προλεχθέν, και αν αδική όστις μοιράζει και όχι όστις λαμβάνει το περισσότερον, τότε εάν κανείς αποδίδη περισσότερον εις άλλον παρά εις τον εαυτόν του εν γνώσει και εκουσίως, αυτός αδικεί ο ίδιος τον εαυτόν του. Και τούτο φαίνεται ότι κάμνουν οι μετριόφρονες. Διότι όστις είναι καθώς πρέπει είναι παραχωρητικός. Ή μήπως και αυτό πάλιν δεν είναι απλούν; Διότι πολύ πιθανόν να κερδίζη άλλο αγαθόν, λόγου χάριν δόξαν, ή το γενικώς καλόν. Ακόμη δε αναιρείται τούτο και συμφώνως με τον ορισμόν της αδικίας. Διότι τίποτε δεν παθαίνει έξω από την θέλησίν του. Ώστε ως προς τούτο δεν αδικείται, αλλά το πολύ πολύ βλάπτεται μόνον.

Είναι δε φανερόν ακόμη, και ότι όστις μοιράζει αδικεί, και όχι όστις λαμβάνει το περισσότερον. Διότι δεν κάμνει την αδικίαν εκείνος εις τον οποίον υπάρχει το άδικον, αλλά εκείνος ο οποίος το εκτελεί εκουσίως. Τούτο δε υπάρχει εις εκείνον από τον οποίον προέρχεται η αρχή της πράξεως, η οποία υπάρχει εις τον μοιράζοντα και όχι εις τον λαμβάνοντα. Έπειτα το εκτελώ λέγεται με πολλάς σημασίας και ημπορούν κατά τινα τρόπον και τα άψυχα να φονεύσουν, και η χειρ και ο δούλος του δίδοντος την διαταγήν, ο οποίος δεν αδικεί μεν, κάμνει όμως άδικα. Ακόμη δε, αν μεν εν αγνοία απεφάσισε, δεν αδικεί κατά το νομικόν δίκαιον ούτε είναι άδικος η απόφασίς του, είναι όμως κάπως άδικος — διότι άλλο είναι το νομικόν δίκαιον και άλλο το πρώτον — Εάν δε εν γνώσει του απεφάσισε αδίκως, τότε κερδίζει και αυτός ή ευγνωμοσύνην, ή εκδίκησιν. Και λοιπόν καθώς όστις μοιράση το άδικον, ομοίως και όστις αποφασίση αδίκως παίρνει περισσότερον. Διότι, όταν απεφάσισε να δώση τον αγρόν εις εκείνον, αυτός δεν έλαβε μεν τον αγρόν, έλαβε όμως το χρήμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

&Αι δυσκολίαι της δικαιοσύνης.& — Οι δε άνθρωποι νομίζουν ότι είναι εις την εξουσίαν των να αδικούν, και επομένως ότι το δίκαιον είναι εύκολον. Αυτό όμως δεν είναι αληθές. Διότι το να συνευρεθούν με την γυναίκα του γείτονός των και να κτυπήσουν τον πλησίον των και να εξοδεύσουν με το χέρι των το χρήμα των είναι εύκολον και εις την εξουσίαν των, το να εκτελούν όμως αυτά με μίαν σταθεράν διάθεσιν, ούτε εύκολον είναι ούτε εις την εξουσίαν των. Ομοίως δε νομίζουν ότι και το να γνωρίζουν τα δίκαια και τα άδικα δεν είναι καμμία φιλοσοφία, διότι δεν είναι δύσκολον να εννοήσουν όσα επιβάλλουν οι νόμοι. Δεν είναι όμως αυτά τα δίκαια παρά μόνον κατά σύμπτωσιν. Αλλά γνώσις των δικαίων είναι το πώς πρέπει να μοιράζωνται εις τους άλλους και πώς να εκτελούνται. Τούτο δε είναι πολύ δυσκολώτερον να το γνωρίζη κανείς παρά την υγιεινήν, διότι και εις αυτήν είναι μεν εύκολον να γνωρίζη κανείς το μέλι και τον οίνον και τον ελλέβορον και την καυτηρίασιν και την εγχείρησιν, πώς όμως να τα εκτελέση χάριν της υγείας και εις ποίον και πότε, είναι τόσον δύσκολον, όσον και να γίνη ιατρός. Και διά την ιδίαν αιτίαν νομίζουν ότι όχι ολιγώτερον είναι δυνατόν να αδική ο δίκαιος. Διότι εξ ίσου ή και περισσότερον ακόμη ημπορεί και ο δίκαιος να πράξη έκαστον από αυτά. Δηλαδή και να συνευρεθή με γυναίκα και να κτυπήση κανένα, και πάλιν ο ανδρείος να ρίψη την ασπίδα και να στραφή και να τρέχη εις οποιανδήποτε διεύθυνσιν.

Και όμως η δειλία και η αδικία δεν είναι το να εκτελή κανείς αυτά, εκτός μόνον κατά σύμπτωσιν, αλλά το να εκτελή αυτά με τοιαύτην ή τοιαύτην διάθεσιν, καθώς το να ιατρεύη και θεραπεύη δεν συνίσταται εις το να κόπτη ή όχι ή να δίδη φάρμακα ή όχι, αλλά κατά ένα ωρισμένον τρόπον. Τα δε δίκαια περιστρέφονται εις όσα μετέχουν των απολύτων αγαθών, έχουν δε ως προς αυτά υπερβολήν και έλλειψιν. Διότι δι' άλλους μεν δεν υπάρχει υπερβολή αυτών, καθώς ίσως διά τους θεούς, δι' άλλους δε ουδέ το ελάχιστον μέρος αυτών είναι ωφέλιμον, οι οποίοι είναι ανιάτως κακοί, αλλά βλάπτουν όλα, δι' άλλους δε μέχρις ενός βαθμού. Διά τούτο είναι σύμφωνα προς την φύσιν του ανθρώπου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

&Ευπρέπεια& {36}. — Και τόρα είναι καιρός να ομιλήσωμεν περί ευπρεπείας και περί του ευπρεπούς, ποίαν σχέσιν έχει η μεν ευπρέπεια προς την δικαιοσύνην, το δε ευπρεπές προς το δίκαιον. Διότι, όταν το προσέξωμεν, δεν φαίνεται να είναι ούτε το ίδιον πράγμα αλλ' ούτε κατά γένος διάφορον. Και άλλοτε μεν επαινούμεν το ευπρεπές και τον τοιούτον άνδρα, ώστε και εις τα άλλα μεταφέρομεν επαινετικώς αυτά επί της σημασίας του αγαθού, και λέγομεν ότι είναι ευπρεπέστερον το καλλίτερον. Άλλοτε όμως, όταν το σκεφθώμεν με τον λογισμόν μας, μας φαίνεται παράλογον πως είναι κάτι τι αξιέπαινον το ευπρεπές, αφού είναι διάφορον από το δίκαιον. Δηλαδή ή το δίκαιον δεν είναι σπουδαίον, ή το ευπρεπές δεν είναι δίκαιον, αφού διαφέρει. Ή, αν είναι και τα δύο σπουδαία, τότε είναι το ίδιον. Η απορία λοιπόν σχεδόν δι' αυτούς τους λόγους συμβαίνει ως προς το επιεικές, αλλά όλα αυτά είναι με κάποιον τρόπον ορθά, και δεν διαφωνεί κανέν μεταξύ των. Διότι το ευπρεπές, ως κάποιον καλλίτερον δίκαιον, είναι δίκαιον, και όχι ως κανέν άλλο γένος καλλίτερον από το δίκαιον. Επομένως είναι το ίδιον πράγμα το δίκαιον και το ευπρεπές, και ενώ είναι και τα δύο σπουδαία, ανώτερον είναι το ευπρεπές. Μας προξενεί δε την απορίαν ότι το ευπρεπές είναι μεν δίκαιον, δεν είναι όμως τα νόμιμον δίκαιον, αλλά επανόρθωσις του νομίμου δικαίου. Αιτία δε τούτου είναι ότι ο μεν νόμος είναι πάντοτε γενικός, ενώ περί μερικών πραγμάτων δεν είναι δυνατόν να ομιλήση κανείς γενικώς. Εις όσα λοιπόν είναι μεν ανάγκη να ομιλή γενικώς, αλλά τούτο δεν είναι δυνατόν να γίνη ορθώς, εκεί ο νόμος λαμβάνει υπ' όψιν τας περισσοτέρας περιπτώσεις, ενώ γνωρίζει ότι συμβαίνει λάθος. Και μολαταύτα είναι ορθός. Διότι το σφάλμα δεν έγκειται εις τον νόμον ούτε εις τον νομοθέτην, αλλά εις την φύσιν του πράγματος. Διότι ακριβώς τοιούτον είναι το υλικόν των πραγματοποιουμένων υπό του ανθρώπου. Όταν λοιπόν ο μεν νόμος ομιλή γενικώς, συμβή όμως τίποτε εις το δείνα πράγμα έξω από το γενικόν, τότε το ορθόν είναι, συμφώνως με όσα παρέλειψε ο νομοθέτης και έσφαλε διότι τα ώρισε γενικώς, εις αυτά να επανορθώσωμεν την παράλειψιν. Τo οποίον ήτο δυνατόν και ο ίδιος ο νομοθέτης να το έλεγε, εάν ήτο εκεί παρών, και αν το είχε παρατηρήσει θα το ενομοθέτει. Διά τούτο είναι μεν δίκαιον και ανώτερον από κάποιον άλλο δίκαιον, όχι όμως από το απόλυτον, αλλά από το σφάλμα το προερχόμενον από το απόλυτον. Και αυτή είναι η φύσις του ευπρεπούς, δηλαδή η επανόρθωσις του νόμου, όπου είναι ελλιπής ένεκα της γενικότητάς του. Δηλαδή τούτο είναι αιτία του να μη συμφωνούν όλα με τον νόμον, διότι διά μερικά είναι αδύνατον να θέση νόμον και επομένως απαιτούνται ψηφίσματα. Δηλαδή του απροσδιορίστου πράγματος είναι απροσδιόριστος και ο κανών, καθώς εις την Λεσβιακήν αρχιτεκτονικήν ο μολύβδινος κανών. Διότι αναλόγως του σχήματος του λίθου τροποποιείται και δεν μένει σταθερός ο κανών, καθώς και το ψήφισμα αναλόγως των περιστάσεων. Τι πράγμα λοιπόν είναι το ευπρεπές, και ότι είναι δίκαιον, και από ποίον δίκαιον είναι καλλίτερον, έγινε φανερόν. Είναι δε φανερόν από αυτό και ποίος είναι ο ευπρεπής. Δηλαδή όστις αποφασίζει και εκτελεί τα τοιαύτα, και όστις δεν είναι ακριβοδίκαιος εις το χειρότερον, αλλά υποχωρητικός, αν και έχει υπέρ αυτού τον νόμον, είναι ευπρεπής, και εκείνη η διάθεσις είναι ευπρέπεια, η οποία είναι έν είδος δικαιοσύνης και όχι διάφορος διάθεσις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

&Αν είναι δυνατόν να αδική κανείς τον εαυτόν του.& — Και τόρα είναι φανερόν από όσα είπαμεν, αν είναι δυνατόν ή όχι να αδική κανείς τον εαυτόν του. Δηλαδή μερικά μεν δίκαια τα υπαγορεύει ο νόμος συμφώνως προς όλην την αρετήν, λόγου χάριν δεν υπαγορεύει ο νόμος να αυτοκτονούμεν. Όσα δε δεν υπαγορεύει, τα απαγορεύει. Έπειτα όστις βλάπτει εκουσίως έξω από τον νόμον — χωρίς να ανταποδίδη αδικίαν — κάμνει αδικίαν, εκουσίως δε σημαίνει, όταν γνωρίζη ποίον και με τι. Και βεβαίως όστις από τον θυμόν του κόπτει τον λαιμόν του, το εκτελεί τούτο εκουσίως έξω από τον ορθόν λόγον, το οποίον δεν το επιτρέπει ο νόμος. Επομένως αδικεί. Αλλά ποίον; Ή μήπως αδικεί την πόλιν και όχι τον εαυτόν του; Διότι εκουσίως πάσχει, ενώ ουδείς αδικείται εκουσίως. Διά τούτο και η πόλις τον τιμωρεί και προσγίνεται κάποια ατιμία εις τον αυτοκτονούντα, ως αδικούντα την πόλιν. Έπειτα επειδή ο αδικών είναι μόνον άδικος και όχι ουτιδανός, δεν είναι δυνατόν να αδικήση τον εαυτόν του. — Διότι διαφέρει το έν από το άλλο. Δηλαδή ο άδικος είναι με κάποιον τρόπον τόσον πονηρός όσον και ο δειλός, και όχι με ολόκληρον την πονηρίαν, επομένως δεν αδικεί συμφώνως με αυτήν. — Διότι τούτο θα ήτο ως να αφαιρήται και προστίθεται το ίδιον πράγμα εις το ίδιον πρόσωπον. Τούτο όμως δεν είναι δυνατόν, αλλά κατ' ανάγκην το δίκαιον και το άδικον περιστρέφεται εις περισσότερα πρόσωπα από έν. Έπειτα η αδικία είναι εκούσιον και εκ προμελέτης και χωρίς προηγούμενον. — Δηλαδή όστις ανταποδίδει τα ίσα διότι έπαθε, δεν φαίνεται να αδική, ενώ όστις αδικεί τον εαυτόν του συγχρόνως εκτελεί και πάσχει τα ίδια. Έπειτα αυτό θα ήτο ως να αδικήται κανείς εκουσίως. Εκτός δε τούτου χωρίς να υπάρχουν άδικα αποκτήματα κανείς δεν αδικεί, λόγου χάριν κανείς δεν μοιχεύει την γυναίκα του, ούτε διαρρηγνύει τον ιδικόν του τοίχον, ούτε κλέπτει ιδικά του πράγματα. Και γενικώς αναιρείται το να αδική κανείς τον εαυτόν του, και συμφώνως με τον ορισμόν περί της εκουσίας παθήσεως αδικήματος.

&Το να αδική κανείς ή το να αδικήται είναι περισσότερον κακόν ;&Είναι δε φανερόν ότι και τα δύο μεν είναι ποταπά, και το να αδικήται κανείς και το να αδική. Διότι το μεν έν σημαίνει να λαμβάνη ολιγώτερον από το μέσον, το δε άλλο περισσότερον, και δεν είναι καθώς το υγιεινόν εις την ιατρικήν, και η ευεξία εις την γυμναστικήν. Πάλιν όμως χειρότερον είναι το να αδική κανείς. Δηλαδή το μεν να αδική είναι αξιοκατάκριτον, διότι γίνεται με κακίαν, και κακίαν ή τελείαν και απόλυτον ή πλησιάζουσαν — καθόσον το εκούσιον δεν γίνεται πάντοτε με κακίαν — το να αδικήται όμως γίνεται χωρίς κακίαν και αδικίαν.

Καθ' εαυτό λοιπόν το να αδικήται κανείς είναι ολιγώτερον ουτιδανόν, κατά σύμπτωσιν όμως τίποτε δεν το εμποδίζει να είναι μεγαλίτερον κακόν. Τούτο όμως δεν ενδιαφέρει την τέχνην, αλλά και την πλευρίτιδα την θεωρεί μεγαλιτέραν ασθένειαν από το τρίκλισμα. Και όμως είναι δυνατόν να συμβή κατά σύμπτωσιν το αντίθετον, εάν με το τρίκλισμα πέση κανείς και συμβή να συλληφθή από τους εχθρούς ή να αποθάνη.

&Το προς εαυτόν δίκαιον.& — Κατά μεταφοράν δε και ομοιότητα υπάρχει δίκαιον εις έκαστον όχι με τον εαυτόν του, αλλά με κάτι τι από τα ιδικά του, και όχι όλα τα είδη του δικαίου αλλά το οικοδεσποτικόν και το οικογενειακόν. Διότι εις αυτά τα ζητήματα διαφωνεί το λογικόν μέρος της ψυχής προς το άλογον. Εις αυτά λοιπόν όταν προσέξη κανείς φαίνεται ότι υπάρχει αδικία προς εαυτόν, διότι εις αυτά είναι δυνατόν να πάσχη κάτι τι έξω από τας επιθυμίας του. Και βεβαίως φαίνεται ότι υπάρχει μεν μεταξύ αυτών κάποιον δίκαιον, καθώς μεταξύ άρχοντος και υπηκόων. Και λοιπόν περί της δικαιοσύνης και των άλλων ηθικών αρετών είναι αρκετά όσα είπαμεν.

ΒΙΒΛΙΟΝ Ζ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

&Ορισμός του μέσου.& — Επειδή δε προηγουμένως είπαμεν ότι πρέπει να εκλέγωμεν το μέσον και όχι την υπερβολήν ούτε την έλλειψιν, το δε μέσον είναι καθώς υπαγορεύει ο ορθός λόγος, ας ορίσωμεν τόρα τούτο. Δηλαδή εις όλας τας διαθέσεις τας οποίας είπαμεν, καθώς και εις όλα τα άλλα πράγματα υπάρχει κάποιος σκοπός προς τον οποίον αποβλέπει όστις έχει τον λόγον, και τα τεντόνει ή τα χαλαρόνει, και υπάρχει κάποιος ορισμός των μεσοτήτων, διά τας οποίας λέγομεν ότι κείνται μεταξύ της υπερβολής και της ελλείψεως, όταν είναι σύμφωνοι προς τον ορθόν λόγον. Αλλά η τοιαύτη έκφρασις είναι μεν αληθής, δεν είναι όμως σαφής. Διότι και εις τας άλλας επιμελείας, εις όσας περιστρέφεται η επιστήμη, τούτο είναι αληθές, ότι δηλαδή δεν πρέπει ούτε περισσότερα ούτε ολιγώτερα να φιλοπονούμεν ή να παραμελούμεν αλλά τα μεσαία και καθώς υπαγορεύει ο ορθός λόγος. Αν όμως μόνον αυτό κατέχη κανείς, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζη τίποτε περισσότερον, λόγου χάριν ποία πρέπει να δίδωνται εις το σώμα, εάν μας ειπή κανείς ότι πρέπει να δίδωνται όσα διατάσσει η ιατρική και όστις κατέχει αυτήν. Διά τούτο πρέπει και ως προς τας διαθέσεις της ψυχής όχι μόνον αληθώς να εκφράσωμεν τούτο, αλλά και να ορίσωμεν ποίος είναι ο ορθός λόγος και ποίος ορισμός υπάρχει αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

Το λογικόν της ψυχικής διαιρείται εις επιστημονικόν και λογιστικόν.& — Και λοιπόν όταν διαιρέσαμεν τας αρετάς της ψυχής, είπαμεν ότι μερικαί περιστρέφονται εις το ήθος, μερικαί δε εις την διάνοιαν. Και περί μεν των ηθικών ωμιλήσαμεν, τόρα δε ας εξετάσωμεν τας άλλας, αφού πρώτον ομιλήσωμεν περί της ψυχής. Εις τα προηγούμενα λοιπόν είπαμεν ότι δύο είναι τα μέρη της ψυχής, δηλαδή το λογικόν και το άλογον. Και τόρα ας εξετάσωμεν κατά τον ίδιον τρόπον. Και ας παραδεχθώμεν ως βάσιν ότι δύο είναι τα λογικά, έν μεν εκείνο με το οποίον εννοούμεν εκείνα εκ των όντων όσων η αρχή δεν είναι δυνατόν να έχη άλλως πως, έν δε εκείνο με το οποίον εννοούμεν τα ενδεχόμενα. Διότι, συμφώνως προς τα διαφέροντα κατά γένος πράγματα, διάφορον κατά γένος μέρος της ψυχής επλάσθη δι' έκαστον από αυτά τα δύο, αφού από κάποιαν ομοιότητα και συγγένειαν προέρχεται η γνώσις εις αυτά. Και λοιπόν ονομάζομεν το έν μεν από αυτά επιστημονικόν, το δε άλλο υπολογιστικόν. Και βεβαίως η προμελέτη και ο υπολογισμός είναι το ίδιον, και κανείς δεν προμελετά τα πράγματα τα οποία δεν ενδέχονται να συμβούν κατ' άλλον τρόπον. Επομένως το υπολογιστικόν είναι έν μέρος του λογικού. Λοιπόν πρέπει να εύρωμεν ποία είναι η καλλιτέρα διάθεσις εκάστου εκ των δύο τούτων. Διότι αυτή είναι η αρετή του καθενός, η δε αρετή περιστρέφεται εις το σχετικόν έργον.

&Το ορεκτικόν εξαρτάται εκ του νοητικού και η πράξις εκ της θεωρίας.& — Τρεις δε είναι αι δυνάμεις της ψυχής από τας οποίας πηγάζει η αλήθεια και η πράξις, δηλαδή το νοητικόν, το αισθητικόν, και το ορεκτικόν. Εξ αυτών δε η αίσθησις δεν είναι αρχή ουδεμιάς πράξεως. Απόδειξις δε είναι ότι τα ζώα έχουν μεν αίσθησιν, δεν μετέχουν όμως της πράξεως. Και ό,τι είναι διά την διάνοιαν το ναι και το όχι, το ίδιον είναι και διά την όρεξιν η επιδίωξις και η αποφυγή. Ώστε, αφού η ηθική αρετή είναι διάθεσις προαιρετική, η δε προαίρεσις επιθυμία προμελετημένη, είναι ανάγκη και ο λόγος να είναι αληθής και η επιθυμία ορθή, εάν βεβαίως πρόκειται να είναι σπουδαία η προαίρεσις, και τα ίδια πράγματα ο μεν λόγος να τα παραδέχεται, η δε επιθυμία να τα επιδιώκη. Και λοιπόν αυτά μεν το είδος της διανοίας και της αληθείας είναι πρακτικόν (εφηρμοσμένον), της δε καθαρώς θεωρητικής διανοίας και όχι πρακτικής ούτε δημιουργικής (παραγωγικής) ορθόν και εσφαλμένον είναι το αληθές και το ψεύδος. Διότι αυτή (η αλήθεια και το ψεύδος) είναι ιδιότης παντός διανοητικού έργου, του δε πρακτικού (εφηρμοσμένου) και συγχρόνως διανοητικού (θεωρητικού) έργου ιδιότης είναι η αλήθεια, η οποία συμβιβάζεται με την ορθήν επιθυμίαν. Και λοιπόν της μεν πράξεως αρχή είναι η προαίρεσις, από την οποίαν αρχίζει η κίνησις και όχι ο σκοπός, της δε προαιρέσεως αρχή είναι η επιθυμία και ο λόγος ο σκόπιμος. Διά τούτο ούτε χωρίς νουν και διάνοιαν, αλλ' ούτε και χωρίς ηθικήν διάθεσιν είναι η προαίρεσις. Δηλαδή ευδοκίμησις και το αντίθετον της ευδοκιμήσεως δεν υπάρχει χωρίς διάνοιαν και χωρίς ήθος.

Η δε καθαρά διάνοια τίποτε δεν κινεί, αλλά η σκόπιμος και η πρακτική. Διότι αυτή κυριαρχεί και εις την δημιουργικήν (παραγωγικήν) διάνοιαν. Διότι πας όστις παράγει έχει κάποιον σκοπόν και το προϊόν δεν είναι απλώς τέλος της εκτελέσεως αλλά σχετικόν προς άλλο και σκόπιμον, όχι δε παν ό,τι δημιουργείται, αλλ' ό,τι έχει ευδόκιμον εκτέλεσιν. Διότι σκοπός είναι η ευδοκίμησις, η δε επιθυμία αναφέρεται εις τον σκοπόν. Διά τούτο ημπορούμεν να ειπούμεν ότι η προαίρεσις είναι ορεκτικός νους, ή όρεξις διανοητική, και το είδος αυτής της αρχής αποτελεί τον άνθρωπον. Δεν είναι δε αντικείμενον προαιρέσεως κανέν από όσα συνέβησαν• λόγου χάριν κανείς δεν επιθυμεί να κυριεύση την Τροίαν. Διότι ούτε προμελετά καν αυτό το συμβάν αλλά μόνον ό,τι μέλλει να γίνη και ό,τι είναι ενδεχόμενον, ενώ το γεγονός δεν είναι δυνατόν να μη γίνη. Διά τούτο ορθώς λέγει ο Αγάθων:

Αυτήν την χάριν δεν την έχει ούτ' ο θεός αγένωτα να κάμη, όσα έγιναν.

Λοιπόν και των δύο διανοητικών ειδών της ψυχής έργον είναι η αλήθεια. Επομένως εκείναι αι διαθέσεις είναι αι αρεταί του καθενός από αυτά, όσαι θα επαληθεύσουν το καθέν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

&Η ακριβής επιστήμη.& — Λοιπόν ας κάμωμεν αρχήν να ομιλήσωμεν περί αυτών επιθεωρούντες πάλιν τα προηγούμενα. Και τόρα ας δεχθώμεν ότι είναι πέντε εκείνα εις τα οποία η ψυχή λέγει την αλήθειαν με το ναι και με το όχι. Αυτά δε είναι η τέχνη, η επιστήμη, η φρόνησις, η σοφία, ο νους. Διότι με την γνώμην της και την κρίσιν της είναι δυνατόν και να διαψεύδεται. Και λοιπόν τι είναι επιστήμη, γίνεται φανερόν από το εξής ζήτημα, αν δηλαδή πρέπει να είμεθα ακριβολόγοι και να μη παρασυρώμεθα από τας ομοιότητας. Διότι όλοι έχομεν την ιδέαν ότι παν ό,τι γνωρίζομεν δεν είναι δυνατόν να είναι διαφορετικόν. Όσα δε είναι ενδεχόμενον να είναι διαφορετικά, όταν δεν συμπίπτουν με την θεωρίαν μας, δεν εννοούμεν αν είναι πραγματικά ή όχι. Επομένως το αντικείμενον της επιστήμης είναι κάτι τι απαραίτητον, και ως εκ τούτου αιώνιον. Διότι όλα τα απαραίτητα είναι γενικώς αιώνια, τα αιώνια είναι αγένωτα και άφθαρτα. Έπειτα φαίνεται ότι πάσα επιστήμη είναι διδακτή, και παν αντικείμενον της επιστήμης υπόκειται εις την μάθησιν. Ακόμη δε πάσα διδασκαλία αρχίζει από τα προηγουμένως γνωστά, καθώς αναπτύσσομεν και εις τα αναλυτικά. Διότι άλλη μεν γίνεται δι' επαγωγής, άλλη δε διά συλλογισμού. Και βεβαίως η μεν επαγωγή είναι η έρευνα η ανυψούσα εις τα αξιώματα και τα γενικά, ο δε συλλογισμός κατέρχεται από τα γενικά. Επομένως υπάρχουν και αξιώματα από τα οποία γεννάται συλλογισμός, χωρίς αυτά να γεννώνται πλέον από άλλον συλλογισμόν. Εις αυτά λοιπόν εφαρμόζεται η επαγωγική μέθοδος. Και λοιπόν η μεν επιστήμη είναι ψυχική διάθεσις αποδεικτική, με όλα τα άλλα όσα αναφέρομεν εις τα αναλυτικά. Δηλαδή, όταν παραδέχεται κανείς με ωρισμένον τρόπον και είναι γνωσταί αι αρχαί εις αυτόν, τότε γνωρίζει επιστημονικώς. Διότι, εάν δεν γνωρίζη τίποτε ανώτερον από το συμπέρασμα, τότε θα είναι μόνον κατά σύμπτωσιν κάτοχος της επιστημονικής γνώσεως. Περί μεν λοιπόν της επιστήμης είναι αρκετά όσα είπαμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Εις τι περιστρέφεται η τέχνη.& — Τόρα όμως από εκείνο το οποίον ενδέχεται να είναι και διαφορετικόν, άλλο μεν δημιουργείται απλώς, άλλο δε είναι εκτέλεσις ευδόκιμος. Είναι δε διάφορον το δημιούργημα από την εκτέλεσιν. — Ως προς αυτά δε βασιζόμεθα και εις τους εξωτερικούς λόγους — . Επομένως και η εκτελεστική διάθεσις η συνοδευομένη από τον λόγον διαφέρει από την δημιουργικήν διάθεσιν την συνοδευομένην επίσης από τον λόγον. Διά τούτο αυτά τα δύο δεν περιέχονται καν το έν εις το άλλο. Δηλαδή ούτε η εκτέλεσις είναι δημιουργία ούτε η δημιουργία εκτέλεσις. Επειδή δε η οικοδομική τέχνη έχει μίαν ουσίαν και είναι κάποια διάθεσις δημιουργική συνοδευομένη από τον λόγον, και επειδή ούτε καμμία τέχνη υπάρχει η οποία να είναι δημιουργική διάθεσις μη συνοδευομένη από λόγον, ούτε πάλιν όταν είναι τοιαύτη, ημπορεί να μην είναι τέχνη, έπεται ότι το ίδιον είναι η τέχνη και η δημιουργική διάθεσις η συνοδευομένη από λόγον. Περιστρέφεται δε πάσα τέχνη εις την δημιουργίαν πραγμάτων, και εις τας εφευρέσεις και επινοήσεις αι οποίαι επιδιώκουν να κατορθωθή κάτι τι από όσα είναι ενδεχόμενον και να υπάρχουν και να μην υπάρχουν, και των οποίων η αρχή είναι μέσα εις τον δημιουργόν και όχι εις το δημιούργημα. Δηλαδή η τέχνη δεν περιστρέφεται ούτε εις τα εξ ανάγκης, ούτε εις τα εκ φύσεως υπάρχοντα ή γινόμενα. Διότι αυτά έχουν μέσα των την αρχήν των. Αφού δε η δημιουργία, και η εκτέλεσις είναι διαφορετικά, είναι επόμενον η τέχνη να περιστρέφεται εις την δημιουργίαν και όχι εις την εκτέλεσιν. Και με κάποιον τρόπον εις τα ίδια περιστρέφεται η τύχη και η τέχνη, καθώς λέγει ο Αγάθων:

Τέχνη την τύχην ωφελεί και η τύχη δε την τέχνην

Και λοιπόν καθώς είπαμεν η μεν τέχνη είναι κάποια διάθεσις δημιουργική συνοδευομένη από λόγον αληθή, η δε ατεχνία αντιθέτως είναι διάθεσις δημιουργική συνοδευομένη από ψευδή λόγον, και περιστρέφονται εις ό,τι ενδέχεται να είναι και διαφορετικόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Η φρόνησις.&

Και τόρα ας ομιλήσωμεν περί φρονήσεως, αφού εξετάσωμεν ποίου είδους θεωρούμεν τους φρονίμους. Και λοιπόν φαίνεται ότι ιδιότης του φρονίμου είναι το να ημπορή να σκεφθή καλά ως προς τα αγαθά και συμφέροντα διά τον εαυτόν του, όχι μονομερώς, λόγου χάριν ποία χρησιμεύουν διά την υγείαν ή διά να αποκτήση δύναμιν, αλλά γενικώς ποία συντελούν εις την ευζωίαν. Απόδειξις δε τούτου είναι ότι τότε ονομάζομεν κανένα φρόνιμον ως προς έν πράγμα, όταν υπολογίση καλώς αυτό έως ότου να επιτύχη αξιόλογον αποτέλεσμα, αν και δεν υπάρχει περί αυτού ωρισμένη τέχνη. Και επομένως γενικώς φρόνιμος είναι όστις προμελετά καλώς. Κανείς όμως δεν προμελετά όσα είναι αδύνατον να συμβούν κατ' άλλον τρόπον, ούτε όσα δεν είναι πιθανόν δι' αυτόν να τα εκτελέση. Επομένως, αφού η επιστήμη συνοδεύεται με απόδειξιν και αφού δεν υπάρχει απόδειξις δι' όσα αι αρχαί των είναι ενδεχόμενον να είναι και κατ' άλλον τρόπον, διότι όλα αυτά είναι ενδεχόμενον να είναι και κατ' άλλον τρόπον, αφού τέλος δεν είναι δυνατόν να προμελετήση κανείς τα υπάρχοντα εξ ανάγκης, έπεται ότι δεν είναι η φρόνησις επιστήμη ούτε τέχνη. Και επιστήμη μεν δεν είναι, διότι είναι ενδεχόμενον το εκτελεστόν να συμβαίνη κατ' άλλον τρόπον, τέχνη δε δεν είναι, διότι άλλο είναι το γένος της εκτελέσεως και άλλο της δημιουργίας. Λοιπόν υπολείπεται να είναι ψυχική διάθεσις εκτελεστική συνοδευομένη από λόγον αληθή και περιστρεφομένη εις τα ανθρώπινα αγαθά και κακά. Δηλαδή της μεν δημιουργίας το αποτέλεσμα είναι κάτι τι ξεχωριστόν από αυτήν, της εκτελέσεως όμως δεν είναι διαφορετικόν, διότι η ιδία η ευδόκιμος εκτέλεσις είναι αποτέλεσμα. Διά τούτο τον Περικλέα και τους τοιούτους τους νομίζομεν φρονίμους, διότι είναι ικανοί να αντιλαμβάνωνται όσα είναι αγαθά διά τον εαυτόν των και διά τους άλλους ανθρώπους. Νομίζομεν δε ότι τοιούτοι είναι οι οικοδεσποτικοί και οι πολιτικοί. Ως εκ τούτου αυτό το όνομα αποδίδομεν εις την σωφροσύνην, διότι σώζει την φρόνησιν. Δηλαδή κυρίως αυτού του είδους την γνώμην σώζει. Διότι δεν καταστρέφει ούτε διαστρέφει παντός είδους γνώμην η ηδονή και η λύπη, λόγου χάριν αν αι τρεις γωνίαι του τριγώνου είναι ίσαι προς δύο ορθάς ή όχι, αλλά μόνον τας περιστρεφομένας εις τας ευδοκίμους εκτελέσεις. Διότι αι αρχαί των εκτελεστών αποτελούν τον σκοπόν αυτών. Αλλά όστις είναι διεφθαρμένος από ηδονήν ή λύπην δεν βλέπει καθαρά την αρχήν, ούτε ότι πρέπει χάριν της αρχής και εξ αιτίας αυτής να προαιρήται και να εκτελή τα πάντα. Διότι η κακία καταστρέφει τας αρχάς. Επομένως κατ' ανάγκην η φρόνησις είναι διάθεσις συνοδευομένη από αληθή λόγον εκτελεστική ως προς τα ανθρώπινα αγαθά. Αλλά βεβαίως της μεν τέχνης υπάρχει αρετή, της φρονήσεως όμως δεν υπάρχει. Και εις μεν την τέχνην όστις σφάλλει εκουσίως είναι προτιμότερος, εις την φρόνησιν όμως όχι, καθώς και εις όλας τας αρετάς. Είναι λοιπόν φανερόν ότι η φρόνησις είναι κάποια αρετή και όχι τέχνη. Από τα δυο δε λογικά μέρη της ψυχής φαίνεται ότι εις το έν μόνον ανήκει η αρετή, δηλαδή εις το κριτικόν. Διότι και η κρίσις καθώς και η φρόνησις περιστρέφεται εις τα ενδεχόμενα να συμβούν και αλλέως. Αλλά βεβαίως δεν είναι πάλιν ούτε μόνον διάθεσις συνοδευομένη από λόγον. Απόδειξις δε τούτου είναι ότι την τοιαύτην διάθεσιν είναι δυνατόν να την λησμονήσωμεν, την φρόνησιν όμως όχι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Ο νους.&

Επειδή δε η επιστήμη είναι μία γνώμη περί των καθολικών πραγμάτων και των υπαρχόντων εξ ανάγκης, και επειδή υπάρχουν αρχαί όλων των πραγμάτων τα οποία επιδέχονται απόδειξιν καθώς και πάσης επιστήμης — διότι η επιστήμη συνοδεύεται από λόγον — έπεται ότι των αρχών παντός πράγματος υποκειμένου εις την επιστήμην δεν υπάρχει ούτε επιστήμη ούτε τέχνη ούτε φρόνησις. Διότι παν ό,τι υπόκειται εις την επιστήμην επιδέχεται απόδειξιν, ενώ όλαι αυταί περιστρέφονται εις όσα είναι ενδεχόμενον να συμβούν και αλλέως. Αλλ' ούτε βεβαίως σοφία αυτών των πραγμάτων υπάρχει. Διότι ιδιότης της σοφίας είναι να έχη απόδειξιν διά μερικά πράγματα. Αφού λοιπόν τα μέσα, με τα οποία ευρίσκομεν την αλήθειαν, και με τα οποία ποτέ δεν διαψευδόμεθα ως προς τα ενδεχόμενα ή μη ενδεχόμενα να συμβούν και αλλέως, είναι η επιστήμη και η φρόνησις και η σοφία και ο νους, κανέν από τα τρία όμως εξ αυτών δεν είναι δυνατόν να είναι αυτό — τρία δε εννοώ την φρόνησιν, την επιστήμην, την σοφίαν — απομένει να είναι ο νους το μέσον με το οποίον ευρίσκομεν τας αρχάς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Σοφία.&

Την δε σοφίαν ως προς τας τέχνας την αποδίδομεν εις τους επιτηδειοτάτους• λόγου χάριν θεωρούμεν τον Φειδίαν σοφόν λιθοξόον και τον Πολύκλειτον σοφόν ανδριαντοποιόν. Και βεβαίως εδώ τίποτε άλλο δεν εννοούμεν με την σοφίαν, παρά ό,τι είναι η αρετή εις την τέχνην. Νομίζομεν όμως και ότι υπάρχουν γενικώς μερικοί σοφοί όχι εις έν είδος ούτε εις ωρισμένον πράγμα, καθώς λέγει ο Όμηρος εις τον Μαργίτην:

Ούτε σκαφτιάν τον έκαμαν οι θεοί, ούτε οργωτήν, αλλ' ούτε είς άλλο τίποτε σοφόν.

Ώστε είναι φανερόν ότι η σοφία είναι μία από τας ακριβεστάτας επιστήμας. Επομένως ο σοφός δεν πρέπει να γνωρίζη μόνον όσα εξάγονται από τας αρχάς, αλλά να ευρίσκη την αλήθειαν και ως προς τας αρχάς. Επομένως η σοφία ίσως είναι νους και επιστήμη, και είναι καθώς μία κεφαλή η οποία περιέχει επιστήμην περιστρεφομένην εις τα σπουδαιότερα.

Διότι είναι παράλογον να θεωρή κανείς την πολιτικήν ή την φρόνησιν σπουδαιοτάτην, εάν ο άνθρωπος δεν είναι το ανώτερον από όλα εις τον κόσμον. Αφού λοιπόν άλλο είναι το υγιεινόν και το αγαθόν διά τους ανθρώπους και άλλο διά τα ψάρια, ενώ το λευκόν και το ευθύγραμμον είναι το ίδιον πάντοτε, τότε ημπορούμεν και όλοι το ίδιον πράγμα να θεωρούμεν ως σοφόν, ως φρόνιμον όμως κάτι άλλο. Δηλαδή η ορθή αντίληψις εις τα περιστοιχίζοντα τον εαυτόν μας θα ημπορούσε να ονομασθή φρόνιμον πράγμα και εις αυτό να εμπιστευθούν αυτά. Διά τούτο και μερικά από τα ζώα τα θεωρούν φρόνιμα, όσα δηλαδή φαίνονται ότι έχουν κάποιαν προνοητικήν δύναμιν διά την ζωήν των. Είναι δε επίσης φανερόν ότι δεν ημπορεί να είναι το ίδιον πράγμα η σοφία και η πολιτική. Διότι, εάν μεν ονομάση κανείς σοφίαν την περιστρεφομένην εις τα ατομικά συμφέροντα, τότε θα φανερωθούν πολλαί σοφίαι. Διότι δεν υπάρχει σοφία διά το αγαθόν όλων των ζώων, αλλά διαφορετική διά το καθέν, αφού και ιατρική δεν υπάρχει μία δι' όλα τα όντα. Εάν δε ονομάση σοφίαν αυτήν την πολιτικήν, διότι ο άνθρωπος είναι το ανώτερον από όλα τα άλλα ζώα, δεν έχει καμμίαν άλλην διαφοράν. Διότι και από τον άνθρωπον υπάρχουν άλλα όντα πολύ θεϊκώτερα κατά την φύσιν ωσάν ολοφάνερα, από τα οποία συνίσταται ο κόσμος. Λοιπόν από όσα είπαμεν είναι φανερόν ότι η σοφία και η επιστήμη και ο νους είναι από τα τιμαλφέστερα πράγματα εις τον κόσμον. Διά τούτο τον Αναξαγόραν και τον Θαλήν και τους ομοίους των τους θεωρούν μεν σοφούς, όχι όμως φρονίμους, αφού τους βλέπουν ότι δεν γνωρίζουν τα ατομικά των συμφέροντα, και λέγουν μεν ότι αυτοί γνωρίζουν περισσά και αξιοθαύμαστα και δύσκολα και θεϊκά πράγματα, αυτά όμως είναι άχρηστα, διότι δεν εξετάζουν ποία είναι τα ανθρώπινα αγαθά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Φρόνησις.&

Η δε φρόνησις όμως περιστρέφεται εις τα ανθρώπινα και εις όσα είναι δυνατόν να τα προμελετήσωμεν. Δηλαδή κυρίως θεωρούμεν έργον του φρονίμου την καλήν προμελέτην. Κανείς όμως δεν σκέπτεται δι' όσα είναι αδύνατον να συμβούν κατ' άλλον τρόπον από ό,τι συμβαίνουν, ούτε δι' όσα δεν έχουν κάποιον τέλος, και αν αυτά πάλιν δεν είναι εκτελεστόν αγαθόν. Όστις δε είναι γενικώς προνοητικός παρατηρεί με την σκέψιν του ποίον είναι το άριστον από όλα τα εκτελεστά διά τον άνθρωπον. Και δεν περιστρέφεται η φρόνησις μόνον εις τα γενικά, αλλά πρέπει κανείς να γνωρίζη και τα καθέκαστα. Δηλαδή είναι εκτελεστική, αλλά πάσα εκτέλεσις περιστρέφεται εις τα καθέκαστα. Διά τούτο μερικοί αμαθέστεροι είναι εκτελεστικώτεροι από άλλους πολυμαθείς, δηλαδή οι έμπειροι. Διότι, εάν τύχη κανείς να γνωρίζη ότι όλα τα ελαφρά κρέατα είναι εύπεπτα και υγιεινά, δεν γνωρίζη όμως ποία είναι ελαφρά, δεν θα επαναφέρη την υγείαν, αλλά μόνον όστις γνωρίζει ότι τα πουλερικά κρέατα είναι ελαφρά, αυτός θα φέρη την υγείαν περισσότερον. Η δε φρόνησις είναι εκτελεστική. Ώστε ή πρέπει να έχωμεν και τα δύο, ή αυτήν περισσότερον. Ίσως δε και εδώ κάποια από τας δύο είναι αρχιεργατική αρετή. Είναι δε η πολιτική και η φρόνησις η ιδία διάθεσις, ουσιωδώς όμως δεν είναι το ίδιον πράγμα, διότι η δευτέρα περιστρέφεται εις την πόλιν, και η μεν αρχιεργατική φρόνησις είναι νομοθετική, η δε αναφερομένη εις τα καθέκαστα φέρει το κοινόν όνομα πολιτική. Αυτή δε είναι εκτελεστική και προνοητική. Διότι το ψήφισμα είναι εκτελεστόν, επειδή είναι το τελευταίον. Διά τούτο μόνον οι τοιούτοι λέγομεν ότι πολιτεύονται. Διότι μόνον αυτοί ενεργούν καθώς οι χειροτέχναι. Φαίνεται δε ότι και η φρόνησις κυρίως είναι η περιστρεφομένη εις το άτομον και τον ένα. Και αυτή φέρει το κοινόν όνομα φρόνησις. Από εκείνας όμως η μεν μία ονομάζεται οικονομία, η δε άλλη νομοθεσία και η άλλη πολιτική, και από αυτήν η μεν μία είναι βουλευτική, η δε άλλη δικαστική.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Συνέχεια περί φρονήσεως.&

Ίσως λοιπόν είναι έν είδος γνώσεως το να γνωρίζη κανείς τα ατομικά του συμφέροντα, έχει όμως μεγάλην διαφοράν από την γνώσιν εν γένει. Και φαίνεται ότι φρόνιμος είναι όστις γνωρίζει τα ατομικά του, και φροντίζει διά το άτομόν του, ενώ οι πολιτικοί φαίνονται πολυπράγμονες. Διά τούτο λέγει ο Ευριπίδης {37}:

Πού φρόνιμος; ενώ ημπορούσα ήσυχα να είμαι ένας μέσα εις όλον τον στρατόν να κάμνω την δουλειά μου; Μα όσοι μεγαλοπιάνονται…….

Διότι οι τοιούτοι επιδιώκουν το ατομικόν των συμφέρον, και αυτό νομίζουν ότι πρέπει να εκτελούν. Από αυτήν λοιπόν την γνώμην προήλθε το να θεωρούνται φρόνιμοι αυτοί. Μολονότι ίσως δεν είναι δυνατόν να επιδιώκη κανείς ορθώς το ατομικόν του συμφέρον χωρίς οικονομίαν και πολιτικήν, έπειτα δε είναι άγνωστον πώς πρέπει κανείς να διοική τα ατομικά του πράγματα και πρέπει να το εξετάσωμεν. Απόδειξις δε αυτού που είπαμεν είναι ότι οι νέοι γίνονται μεν μαθηματικοί και σοφοί εις τοιούτου είδους πράγματα, φρόνιμοι όμως δεν φαίνεται να γίνωνται. Αιτία δε είναι ότι η φρόνησις φαίνεται ότι περιστρέφεται εις τα καθέκαστα, τα οποία γίνονται γνωστά από εμπειρίαν. Αλλά νέος έμπειρος δεν υπάρχει, διότι η εμπειρία έρχεται με τον πολύν καιρόν. Άλλως τε ημπορεί να λάβη υπ' όψιν του κανείς και το εξής. Διατί τάχα ένα παιδί ημπορεί να γίνη μαθηματικός, όχι όμως και σοφός ή φυσικός; Όχι τάχα διότι εκείνα μεν γίνονται αφηρημένως, ενώ αυτών εδώ αι αρχαί πηγάζουν από την εμπειρίαν, και εις αυτά μεν εδώ οι νέοι ψιττακίζουν τας αρχάς χωρίς πεποίθησιν, ενώ εις εκείνα δεν είναι άγνωστοι αι αρχαί; Έπειτα το λάθος της προμελέτης ή ανήκει εις τα γενικά ή εις τα καθέκαστα. Δηλαδή ή πρόκειται να εύρωμεν ότι όλα τα βαρειά νερά είναι βλαβερά, ή ότι τούτο εδώ είναι βαρύ. Ότι δε η φρόνησις δεν είναι επιστήμη είναι ολοφάνερον. Διότι, καθώς είπαμεν, περιστρέφεται εις το τελευταίον. Διότι τοιούτον είναι παν ό,τι είναι εκτελεστόν. Και βεβαίως αντιτίθεται προς τον νουν. Διότι ο νους περιστρέφεται εις τα αξιώματα, τα οποία δεν επιδέχονται απόδειξιν, ενώ η φρόνησις περιστρέφεται εις τα τελευταία (εξαγόμενα), τα οποία δεν υπόκεινται εις καμμίαν επιστήμην αλλά εις την αίσθησιν, και όχι εις τα ιδιαίτερα αισθητήριά μας, αλλά εις εκείνην με την οποίαν εννοούμεν ότι το τελευταίον πολύγωνον εις τα μαθηματικά είναι το τρίγωνον. Διότι εις αυτό και θα σταματήση. Αλλά αυτό εδώ πλέον είναι μάλλον αντίληψις παρά φρόνησις, και είναι διαφορετικόν είδος από εκείνην.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’.

&Περίσκεψις.&

Η έρευνα δε διαφέρει από την προμελέτην. Διότι η προμελέτη είναι έν μέρος της όλης ερεύνης. Πρέπει δε να ειπούμεν και τι είναι περίσκεψις, δηλαδή αν είναι επιστήμη, ή κρίσις, ή ευστοχία, ή κανέν άλλο γένος. Και λοιπόν επιστήμη μεν δεν είναι — διότι κανείς δεν ερευνά όσα γνωρίζονται, ενώ η περίσκεψις είναι κάποια προμελέτη, και όστις προμελετά ερευνά και υπολογίζει. — Αλλά πάλιν και ευστοχία δεν είναι. Διότι η ευστοχία είναι κάτι που δεν έχει λόγον και γίνεται γλήγορα, ενώ η προμελέτη διαρκεί πολλήν ώραν, και λέγουν παροιμιωδώς ότι πρέπει να σκεπτώμεθα μεν αργά, αλλά να εκτελούμεν γλήγορα τα αποφασισθέντα. Έπειτα διαφέρει η αγχίνοια από την περίσκεψιν. Είναι δε η αγχίνοια κάποια ευστοχία. Αλλ' ούτε βεβαίως κρίσις είναι η περίσκεψις. Αλλά επειδή όστις μεν προμελετά κακώς κάμνει σφάλμα, όστις δε προμελετά καλώς κάμνει το ορθόν, είναι φανερόν ότι η περίσκεψις είναι κάποια ορθότης, όχι όμως επιστήμης ούτε κρίσεως. Διότι της μεν επιστήμης ορθότης δεν υπάρχει — διότι δεν υπάρχει ούτε σφάλμα — της δε κρίσεως ορθότης είναι η αλήθεια. Εξ άλλου δε ωρίσαμεν προηγουμένως όλα εκείνα, εις όσα περιστρέφεται η κρίσις.

Αλλά πάλιν ούτε χωρίς λόγον γίνεται η περίσκεψις. Μένει λοιπόν να αναφέρεται εις την διάνοιαν. Διότι αυτή δεν είναι ακόμη κατάφασις. Και βεβαίως και η κρίσις δεν είναι έρευνα αλλά κατάφασις, ενώ όστις προμελετά, είτε ορθώς είτε εσφαλμένως εκτελεί τούτο, ερευνά και συλλογίζεται. Ώστε είναι κάποια ορθότης της σκέψεως η περίσκεψις. Διά τούτο πρώτον πρέπει να εξετάσωμεν, τι είναι σκέψις και εις τι περιστρέφεται, επειδή δε η ορθότης λέγεται με πολλάς σημασίας, είναι φανερόν ότι όλη η ορθότης σκέψεως δεν είναι περίσκεψις. Διότι ο ακρατής και ο μηδαμινός, εάν επιδιώκη, εάν είναι δαιμόνιος, θα το επιτύχη με τον υπολογισμόν, και επομένως υπό έποψιν μεν προμελέτης θα εκτελή ορθώς, υπό έποψιν όμως αποφάσεως θα απολαύση μέγα κακόν. Φαίνεται δε βεβαίως ότι η περίσκεψις είναι κάπως αγαθόν. Δηλαδή εκείνο το είδος μόνον της ορθής προμελέτης είναι περίσκεψις, το οποίον επιδιώκει το αγαθόν. Αλλ' είναι δυνατόν να το επιτύχωμεν αυτό και με ψευδή συλλογισμόν. Δηλαδή, ό,τι μεν πρέπει να κάμωμεν, είναι δυνατόν να το επιτύχωμεν, όχι όμως και το μέσον, αλλά πιθανόν να είναι ψευδής ο μέσος όρος (=η ελάσσων πρότασις). Ώστε και αυτό το είδος δεν είναι περίσκεψις, με το οποίον επιτυγχάνει μεν κανείς ό,τι πρέπει, όχι όμως με το πρέπον μέσον. Έπειτα είναι δυνατόν άλλος να σκεφθή πολλήν ώραν και επιτύχη, και άλλος γλήγορα. Επομένως ούτε εκείνο δεν είναι ακόμη περίσκεψις, αλλά απλώς ορθότης ως προς το ωφέλιμον, και δι' ό,τι πρέπει, και καθώς πρέπει, και όταν πρέπη. Έπειτα είναι δυνατόν να προμελετά κανείς ορθώς και γενικώς, αλλά και εν σχέσει προς κάποιον αποτέλεσμα. Και γενική μεν προμελέτη είναι εκείνη η οποία κατορθώνει γενικώς το αποτέλεσμα, μία δε ωρισμένη είναι εκείνη η οποία κατορθώνει έν ωρισμένον αποτέλεσμα. Εάν λοιπόν είναι ιδιότης των φρονίμων η καλή προμελέτη, τότε η περίσκεψις θα είναι ίσως ορθότης συμφωνούσα με το συμφέρον εν σχέσει προς έν αποτέλεσμα, διά το οποίον η φρόνησις είναι αληθής αντίληψις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Ευσυνεσία& (εξυπνάδα).

Αλλά και η σύνεσις και η ευσυνεσία, δηλαδή αι ιδιότητες με τας οποίας χαρακτηρίζουν τους συνετούς και ευσυνέτους, δεν είναι ούτε εντελώς το ίδιον με την επιστήμην και κρίσιν — διότι τότε όλοι θα ήσαν συνετοί — ούτε πάλιν μία ειδική επιστήμη, καθώς λόγου χάριν η ιατρική διά τα υγιεινά, και η γεωμετρία διά τα μεγέθη. Διότι η σύνεσις δεν περιστρέφεται ούτε εις τα αιώνια και αμετάβλητα πράγματα, ούτε εις τα συμβαίνοντα εις ό,τιδήποτε, αλλά εις όσα ημπορεί κανείς να έχη απορίαν και να τα σκέπτεται. Διά τούτο περιστρέφεται μεν εις τα ίδια ζητήματα εις όσα και η φρόνησις, δεν είναι όμως το ίδιον η σύνεσις και η φρόνησις. Διότι η μεν φρόνησις είναι διατακτική — διότι το αποτέλεσμα αυτής είναι, τι πρέπει να πράξωμεν ή όχι — ενώ η σύνεσις είναι μόνον κριτική. — Και βεβαίως είναι το ίδιον η σύνεσις και η ευσυνεσία και ο συνετός και ο ευσύνετος. Σύνεσις δε δεν είναι ούτε το να έχωμεν φρόνησιν ούτε να λάβωμεν, αλλά καθώς το μανθάνω λέγεται αρχαϊκώς συνίημι, εάν εφαρμόζη την επιστήμην, ομοίως και εάν εφαρμόζη την κρίσιν, διά να κρίνη καλώς εκείνα εις τα οποία περιστρέφεται η φρόνησις, όταν ομιλή άλλος. Διότι το μόριον ευ είναι το ίδιον με το καλώς. Και από τούτο προήλθε το όνομα ευσυνεσία, με την οποίαν χαρακτηρίζονται οι ευσύνετοι, δηλαδή από την καλήν μάθησιν. Διότι πολλάκις ανταλλάσσεται το μανθάνω με το συνίημι.

&Γνώμη (κρίσις) {38}.&

Η δε γνώμη, καθώς λέγουν, είναι εκείνη με την οποίαν χαρακτηρίζομεν τον ορθόγνωμον (ορθόφρονα) και είναι η ορθή κρίσις του ευπρεπούς. Απόδειξις δε είναι το εξής. Δηλαδή προ πάντων τον ευπρεπή τον θεωρούμεν ορθόγνωμον και ευπρέπειαν θεωρούμεν το να δίδωμεν εις μερικάς περιστάσεις συγγνώμην. Η δε συγγνώμη (συμβιβαστικότης) είναι γνώμη ορθή κρίνουσα το ευπρεπές. Η δε ορθή κρίσις χαρακτηρίζει το αληθές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Η γνώμη, η σύνεσις, η φρόνησις, και ο νους ανήκουν εις το ίδιον άτομον.& — Αλλά και όλαι αι ανωτέρω διαθέσεις βεβαίως τείνουν εις το ίδιον πράγμα. Δηλαδή την γνώμην και την σύνεσιν και την φρόνησιν και τον νουν τας εφαρμόζομεν εις τους ιδίους ανθρώπους και λέγομεν ότι έχουν γνώμην και νουν και πάλιν ότι είναι φρόνιμοι και συνετοί. Διότι όλαι αυταί αι δυνάμεις περιστρέφονται εις τα τελευταία εξαγόμενα και τα καθέκαστα, και με το να κρίνη κανείς όσα κρίνει ο φρόνιμος, είναι συνετός και ορθόγνωμος ή συμβιβαστικός. Διότι τα ευπρεπή μόνα από όλα τα αγαθά μας είναι κοινά εις τας σχέσεις μας προς τους άλλους, περιστρέφονται όμως εις τα καθέκαστα και τελευταία όλα τα επιτυχώς εκτελεστά. Και βεβαίως ο φρόνιμος πρέπει να τα γνωρίζη αυτά, και η σύνεσις και η γνώμη περιστρέφεται εις τα εκτελεστά, τα οποία είναι τελευταία.

&Εποπτικός νους.& — Και ο νους δε περιστρέφεται εις τα τελευταία και κατά τας δύο διευθύνσεις. Δηλαδή και εις τους πρώτους όρους (προτάσεις) και εις τους τελευταίους περιστρέφεται ο νους και ο λόγος, και αυτός μεν (ο λόγος) είναι κατάλληλος εις τας αποδείξεις του αμεταβλήτου και των αξιωμάτων, εκείνος δε εις την εφαρμογήν των τελευταίων εξαγομένων και του ενδεχομένου, και της δευτέρας προτάσεως. Διότι αυταί είναι αι αρχαί των αιτίων. Δηλαδή από τα καθέκαστα προέρχονται τα γενικά. Αυτά λοιπόν πρέπει να τα αντιλαμβανώμεθα, και τούτο εκτελεί ο νους. Διά τούτο αυτά φαίνονται ότι είναι φυσικά, και εκ φύσεως σοφός μεν δεν είναι κανείς, έχει όμως γνώμην και σύνεσιν και νουν. Απόδειξις δε είναι ότι αυτά συμβαδίζουν με τας ηλικίας. Και η δείνα ηλικία λέγομεν ότι έχει γνώμην και νουν, διότι φρονούμεν ότι η αιτία υπάρχει εις την φύσιν. Διά τούτο και η αρχή και το τέλος είναι ο νους. Διότι αι αποδείξεις προέρχονται από αυτά και εις αυτά περιστρέφονται. Ώστε πρέπει να δίδωμεν προσοχήν εις τας αναποδείκτους κρίσεις των εμπείρων και των γεροντοτέρων ή των φρονίμων όχι ολιγώτερον από τας αποδείξεις. Διότι αυτοί βλέπουν ορθώς, επειδή έχουν έμπειρον βλέμμα. Και λοιπών περί φρονήσεως και σοφίας και εις τι ασχολείται εκάστη και ότι εκάστη είναι ιδιότης διαφορετικού μέρους της ψυχής, το εξετάσαμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

&Απορίαι περί χρησιμότητος της φρονήσεως και σοφίας.& — Τόρα όμως έρχεται το ερώτημα περί αυτών εις τι χρησιμεύουν. Και λοιπόν η μεν σοφία τίποτε δεν αντιλαμβάνεται από εκείνα τα οποία κάμνουν τον άνθρωπον ευτυχή — δηλαδή δεν περιστρέφεται εις την γένεσιν κανενός πράγματος — , η δε φρόνησις το έχει μεν αυτό, αλλά ποία η ανάγκη αυτής, αφού η μεν φρόνησις περιστρέφεται εις τα δίκαια και καλά και αγαθά διά τον άνθρωπον, αυτά δε είναι έργα του αγαθού ανδρός, και όμως με μόνην την γνώσιν δεν γινόμεθα διόλου ικανώτεροι εις την εκτέλεσιν αυτών — αφού αι αρεταί είναι συνήθειαι — καθώς ούτε εις τα υγιεινά και την ευρωστίαν, τα οποία δεν θεωρούνται ενέργειαι αλλά διαθέσεις; Διότι εις τίποτε δεν είμεθα εκτελεστικώτεροι με το να έχωμεν την ιατρικήν και την γυμναστικήν. Εάν δε δεν θεωρήσωμεν κανένα φρόνιμον προς χάριν αυτών, αλλά μόνον χάριν της γενέσεως, τότε η φρόνησις δεν χρησιμεύει διόλου εις εκείνους οι οποίοι είναι σπουδαίοι εις αυτήν, ακόμη δε ουδέ εις όσους δεν είναι σπουδαίοι. Διότι δεν υπάρχει καμμία διαφορά αν τας έχομεν οι ίδιοι, ή υπακούομεν εις άλλους οι οποίοι τας κατέχουν. Και διότι εις ημάς είναι τούτο αρκετόν, καθώς συμβαίνει διά την υγείαν. Δηλαδή επιθυμούμεν να είμεθα υγιείς, αλλά δεν μανθάνομεν την ιατρικήν. Έπειτα δε ίσως φανή παράλογον, εάν θα την θεωρήσωμεν εγκυροτέραν από την σοφίαν, ενώ είναι κατωτέρα. Διότι η πρωτουργός εξουσιάζει και διατάσσει εις τα καθέκαστα. Περί αυτών λοιπόν πρέπει να ομιλήσωμεν. Διότι τόρα τας απορίας μόνον εξετάσαμεν περί αυτών.

&Η φρόνησις και ιδίως η σοφία έχει ανάγκην άλλης πρακτικωτέρας δυνάμεως.& — Και πρώτον λέγομεν ότι αυταί πρέπει να είναι καθ' εαυτάς προτιμητέαι — αφού είναι αρεταί η καθεμία του καθενός μέρους της ψυχής — και όταν ακόμη δεν παράγη τίποτε καμμία από αυτάς. Εκτός τούτου όμως παράγουν και κάτι τι, πλην όχι καθώς η ιατρική την υγείαν, αλλά καθώς η υγεία φέρει την ευτυχίαν, ομοίως και η σοφία φέρει αυτήν. Διότι, επειδή είναι μέρος της όλης αρετής, κάμνει τον άνθρωπον ευδαίμονα και διότι την έχει και διότι ενεργεί δι' αυτής. Έπειτα παν έργον τελειόνει συμφώνως με την φρόνησιν και την ηθικήν αρετήν. Διότι η μεν αρετή ευρίσκει ορθώς τον σκοπόν, η δε φρόνησις τα μέσα τα οποία φέρουν εις τον σκοπόν. Του δε τετάρτου μέρους της ψυχής, δηλαδή του θρεπτικού, δεν υπάρχει τοιαύτη αρετή. Διότι τίποτε δεν εξαρτάται από αυτό να εκτελεσθή ή όχι, ότι όμως δεν γινόμεθα διόλου εκτελεστικώτεροι εις τα καλά και δίκαια από την φρόνησιν πρέπει να αρχίσωμεν ολίγα από τα ανώτερα, αφού λάβωμεν τούτο ως αρχήν. Δηλαδή καθώς διά τα δίκαια όσοι τα εκτελούν δεν τους ονομάζομεν ακόμη δικαίους, λόγου χάριν όσοι εκτελούν τα επιβαλλόμενα από τους νόμους, ή όσοι εκτελούν εν αγνοία ή ακουσίως, ή από κανένα άλλον λόγον και όχι χάριν αυτών — μολονότι βεβαίως εκτελούν τα πρέποντα και όσα οφείλει να πράττη ο σπουδαίος — ομοίως καθώς φαίνεται, έχει σημασίαν με ποίαν διάθεσιν τα εκτελεί κανείς διά να είναι αγαθός, εννοώ δε παραδείγματος χάριν την εκ προαιρέσεως εκτέλεσιν και χάριν των ιδίων πράξεων. Και λοιπόν την μεν προαίρεσιν καθιστά ορθήν η αρετή, ποία όμως επλάσθησαν να εκτελούνται εξ αιτίας αυτής, αυτό δεν είναι έργον της αρετής, αλλά άλλης δυνάμεως. Αλλά πρέπει να ομιλήσωμεν με περισσοτέραν προσοχήν περί αυτών.

&Δεινότης& {39}

Υπάρχει δε κάποια δύναμις, την οποίαν ονομάζουν δεινότητα. Αύτη δε είναι ικανή, όσα συντείνουν προς τον υποτεθέντα σκοπόν να τα εκτελή και να τα επιτυγχάνη. Αν μεν λοιπόν ο σκοπός είναι καλός, τότε είναι επαινετή, αν δε είναι μηδαμινός, τότε αυτή είναι πανουργία. Δια τούτο και τους φρονίμους και τους πανούργους τους ονομάζουν δαιμονίους. Η φρόνησις όμως δεν είναι κυρίως δεινότης, αλλά πάλιν δεν στερείται και αυτήν την δύναμιν. Αυτή δε η διάθεσις δεν προσγίνεται εις αυτόν τον ψυχικόν οφθαλμόν χωρίς αρετήν, καθώς το είπαμεν και καθώς είναι προφανές. Διότι οι συλλογισμοί περιέχουν την αρχήν των εκτελεστών ως μείζονα πρότασιν: «Αφού τοιούτου είδους είναι το τέλος, και αφού είναι το καλλίτερον», οτιδήποτε και αν είναι. Δηλαδή έστω ως παράδειγμα ό,τι και αν τύχη. Αλλά το καλλίτερον αυτό, εάν δεν υπάρχη εις τον αγαθόν, δεν αποδεικνύεται. Διότι η μοχθηρία τον διαστρέφει και τον κάμνει να διαψεύδεται ως προς τας αρχάς των εκτελεστών ώστε είναι φανερόν ότι είναι αδύνατον να είναι κανείς φρόνιμος, αν δεν είναι αγαθός. Και λοιπόν ας σκεφθώμεν πάλιν περί της αρετής. Δηλαδή η αρετή έχει τον αυτόν λόγον προς την δεινότητα, ον λόγον έχει η φρόνησις — δεν είναι μεν το ίδιον πράγμα είναι όμως ομοία — ομοίως δε και η φυσική αρετή προς την κυρίως αρετήν. Διότι εις όλους φαίνεται ότι υπάρχει κάπως εκ φύσεως έκαστον είδος από τα ήθη — δηλαδή και την δικαιοσύνην και την σωφροσύνην και την ανδρείαν και όλα τα άλλα τα έχομεν ευθύς εκ γενετής — αλλ' όμως ζητούμεν κάποιον άλλον, δηλαδή το κυρίως αγαθόν, και θέλομεν όλα αυτά να υπάρξουν εντός μας κατ' άλλον τρόπον. Διότι και εις τα παιδία και τα θηρία υπάρχουν αι φυσικαί διαθέσεις, χωριστά όμως από τον νουν φαίνονται ότι είναι βλαβεραί. Αλλά τούτο τουλάχιστον φαίνεται σαφές, ότι καθώς εις έν ισχυρόν σώμα, όταν κινήται χωρίς όρασιν, συμβαίνη να προσκρούη δυνατά ένεκα αυτής της ελλείψεως, το ίδιον και εδώ. Εάν όμως αποκτήση νουν, διαφέρει εις την εκτέλεσιν, η δε διάθεσις, ενώ είναι πάλιν ομοία, τότε όμως κυρίως θα είναι αρετή. Επομένως, καθώς εις το γνωστικόν μέρος υπάρχουν δύο είδη, δηλαδή η δεινότης και η φρόνησις, ομοίως και εις το ηθικόν υπάρχουν δύο είδη, δηλαδή το έν μεν είναι η φυσική αρετή, το δε άλλο η κυρίως αρετή, και από αυτάς τας δύο η κυρίως αρετή δεν γίνεται χωρίς φρόνησιν.

&Επίκρισις της γνώμης του Σωκράτους περί φρονήσεως.& — Διά τούτο μερικοί λέγουν ότι όλαι αι αρεταί είναι φρονήσεις. Και ο Σωκράτης κατά τι μεν είχε δίκαιον, κατά τι δε έσφαλλε. Δηλαδή εις το ότι μεν ενόμιζε ότι όλαι αι αρεταί είναι φρονήσεις, επλανάτο, εις το ότι όμως αύται δεν υπάρχουν χωρίς φρόνησιν, είχε δίκαιον. Και απόδειξις ούτου είναι το εξής• ότι και τόρα όσοι ορίζουν την αρετήν προσθέτουν την διάθεσιν και λέγουν εις ποία περιστρέφεται, δηλαδή εις τα σύμφωνα με τον ορθόν λόγον. Ορθός δε λόγος είναι ο σύμφωνος με την φρόνησιν. Φαίνονται δε ως να προμαντεύουν κάπως όλοι ότι αρετή είναι η διάθεσις η οποία συμφωνεί με την φρόνησιν. Πρέπει όμως να το τροποποιήσωμεν ολίγον. Δηλαδή όχι μόνον η σύμφωνος με τον ορθόν λόγον διάθεσις είναι αρετή, αλλά και η συνοδευομένη από τον ορθόν λόγον. Ορθός δε λόγος εις τα τοιαύτα είναι η φρόνησις. Και βεβαίως ο Σωκράτης ενόμιζε ότι αι αρεταί είναι λόγοι — δηλαδή τας ενόμιζε όλας επιστήμας — ημείς όμως νομίζομεν ότι συνοδεύονται από τον λόγον.

Είναι λοιπόν φανερόν από όσα είπαμεν ότι δεν θα είναι δυνατόν να είναι κανείς κυρίως αγαθός χωρίς φρόνησιν, ούτε φρόνιμος χωρίς ηθικήν αρετήν. Αλλά με αυτά αναιρείται και ο λόγος με τον οποίον θα ημπορούσε κανείς να αποδείξη ότι αι αρεταί χωρίζονται μεταξύ των. Διότι δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος προσφυέστερος εις όλας, επομένως άλλην μεν απέκτησε έως τόρα, άλλην όμως όχι ακόμη. Δηλαδή αυτό ως προς μεν τας φυσικάς αρετάς είναι δυνατόν, ως προς τας κυρίως αρετάς όμως, διά τας οποίας λέγεται γενικώς αγαθός, δεν είναι δυνατόν. Διότι συγχρόνως με την φρόνησιν η οποία είναι μία, θα συνυπάρξουν όλαι. Είναι δε φανερόν ότι, και αν δεν ήτο πρακτική (εκτελεστική), ήτο απαραίτητος, επειδή είναι αρετή του σχετικού ψυχικού μέρους, και ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχη ορθή προαίρεσις χωρίς φρόνησιν ούτε χωρίς αρετήν. Διότι η μεν μία μας κάμνει να εκτελούμεν το τέλος, η δε άλλη, όσα συντείνουν εις το τέλος. Πάλιν όμως βεβαίως δεν είναι κυρίαρχος της σοφίας ούτε του καλλιτέρου ψυχικού μέρους, καθώς δεν είναι ούτε η ιατρική κυρίαρχος της υγείας. Διότι δεν μεταχειρίζεται αυτήν ως όργανον, αλλά φροντίζει πώς να έλθη. Επομένως διατάσσει χάριν εκείνης και όχι δυνάμει εκείνης. Ακόμη δε πάλιν τούτο είναι όμοιον ωσάν να έλεγε κανείς ότι η πολιτική εξουσιάζει τους θεούς, διότι διατάσσει δι' όλα τα ζητήματα της πόλεως.

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία» ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό της όργανο, Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοστέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ. σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Ηθικά Νικομάχεια είναι το νεωτεριστικόν έργον του, εις το το οποίον εξετάζονται, αναλύονται και διατυπούνται από θεωρητικής συνάμα και πρακτικής απόψεως αι αρχαί της κοινωνικής και της ατομικής ηθικής.

Η μετάφρασις φιλολογική και σαφής υπό του κ. Κ. Ζάμπα.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ

ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια ο.ε.

ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 ΤΗΛ. 614.686, 634.506

ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10

1} Μόνον το τέλος του βιβλίου Η (κεφάλ. 12 — 1} είναι περιττή παρεμβολή και ταυτολογία, πρωτοσχέδιον και ατελής των περί ηδονής πρώτων κεφαλαίων του βιβλίου Κ.

2} Με κυρτά γράμματα σημειούνται όροι κοινοί και εις τον Πλάτωνα, συνήθως εκεί εξηγούμενοι σαφέστερον.

3} Τούτο δεν αναφέρεται ρητώς εις κανένα διάλογον του Πλάτωνος, εφαρμόζεται όμως εις τον Σοφιστήν.

4} Εις το βιβλίον Κ.

5} Νόμοι II 653 α c.

6} Το θέμα του Θεαιτήτου του Πλάτωνος εις αυτό περιστρέφεται.

7} Βιβλίον Γ κεφ. 9 — Βιβλ. Ε.

8} Βιβλίον Ε.

9} Βιβλίον Ζ.

10} Ιλιάδος Γ στ. 159.

11} Ο Αισχύλος ενώπιον του Αρείου Πάγου απέδειξε ότι δεν ήτο μεμυημένος εις τα Ελευσίνια μυστήρια.

12} Η Μερόπη σύζυγος του Κρεσφόντου εφόνευσε τον υιόν της Αίγυπτο εκ παρεξηγήσεως.

13} Ιλ. Χ, 100.

14} Ιλ. Θ, 148.

15} Ιλ. Β, 371,0,348.

16} Κατά τον ιερόν πόλεμον οι Κορωναίοι πολίται εφονεύθησαν άπαντες παρά τον Ερμαίον, ενώ οι Βοιωτοί στρατιώται ετράπησαν εις φυγήν κατά τον σχολιαστήν.

17} Ιλ. Π, 529.

18} Ιλ. Ε, 470.

19} Ω, 318.

20} Δεν υπάρχει εις τον Όμηρον.

21} Ξενοφ. Έλλην. 4, 4, 10.

22} Ιλ. Ω, 129.

23} Ιδέ Ρητορικής II Κεφ. 16.

24} Οδ. ρ. 420.

25} Ιλ. Α 503 ε.

26} Επί της εισβολής των Θηβαίων εις την Πελοπόννησον.

27} Η λέξις αυτή δεν υπήρχε εις τους αρχαίους, ούτε άλλη ισοδύναμος.

28} Σήμερον έχομεν το κατάλληλον όνομα φιλοφροσύνη, το οποίον τότε δεν υπήρχε. 29} Ιδέ βιβλίον Η.

30} Ιδέ Πολιτ. ΙΙΙ, 4.

31} Η αριθμητική σχέσις είναι 2 έως 4 = 4 έως 6, άρα διά να επιτευχθή η εξίσωσις των ποσών πρέπει εις τον πρώτον όρον (2) να προσθέσωμεν την διαφοράν του μεγίστου (6) από τον μέσον (4)=2.

32} Δηλαδή το: Οφθαλμόν αντί οφθαλμού».

33} Κατά διάμετρον σύζευξιν των α β γ δ εννοεί: (α δ) Χ = α + δ: β + γ = α: β. γ β /Σημείωση: Η παρένθεση στο σχέδιο είναι μεγάλη και καλύπτει από την μια μεριά το α και το γ, ενώ από την άλλη το δ και το β./

34} Όταν δεν αδική εκ προαιρέσεως (ιδέ ανωτέρω).

35} Επανόρθωσις του αδικήματος. Ετηρήσαμεν την λέξιν χάριν των κατωτέρω.

36} Το αρχαίον επιεικής σημαίνει χρηστός, αλτροϊστής, παραχωρητικός, επιεικής, και εν γένει καθώς πρέπει, αυτά δ' οπωσδήποτε τα εκφράζει το ευπρεπής.

37} Εις τον Φιλοχτήτην.

38} Γνώμη, ορθόγνωμος, συγγνώμη εκ του γιγνώσκω ετέθησαν εδώ αρχαϊκώς πως, καθώς εξηγούνται εις το χωρίον τούτο, ενώ σήμερον είναι μάλλον ηθικαί αρεταί.

39} Ο δεινός σήμερον λέγεται δαιμόνιος και η δεινότης κάπως δαιμόνιον.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings