← Table of contents
Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος

ΒΙΒΛΙΟΝ I.

Kyriakos Zambas translation

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

&Φ ι λ ί α& (συνέχεια).

&Εις τας ανομοειδείς φιλίας ισοφαρίζει το χρήμα&. ― Περί αυτών λοιπόν είναι αρκετά όσα είπαμεν. Εις όλας όμως τας ανομοειδεις φιλίας η αναλογία ισοφαρίζει και διατηρεί την φιλίαν, καθώς είπαμεν, καθώς και εις την πολιτικήν ο υποδηματοποιός απέναντι των υποδημάτων λαμβάνει αμοιβήν σύμφωνον με την αξίαν των και ο υφαντής και οι άλλοι. Και εδώ μεν βεβαίως εξευρέθη ως κοινόν μέτρον το νόμισμα, και με αυτό σχετίζονται όλα και μετρούνται. Εις την ερωτικήν φιλίαν όμως κάποτε μεν παραπονείται ο εραστής, διότι αγαπά περισσότερον και δεν ανταγαπάται, ενώ πολύ πιθανόν να μη έχη τίποτε το αξιαγάπητον, πολλάκις δε πάλιν παραπονείται ο ερωμένος, διότι εκείνος προηγουμένως του είχε υποσχεθή τα πάντα και τόρα δεν εκτελεί τίποτε. Συμβαίνουν δε τα τοιαύτα, όταν ο μεν πρώτος αγαπά τον ερωμένον χάριν ηδονής, ο δε δεύτερος αγαπά τον εραστήν χάριν της ωφελείας, και όταν αυτά δεν υπάρχουν συγχρόνως και εις τους δύο. Δηλαδή, όταν η φιλία υπάρχη δι' αυτά, επέρχεται διάλυσις της φιλίας, εάν δεν αποδίδωνται εκείνα διά τα οποία ήσαν αγαπημένοι. Διότι δεν αγαπούσαν τα άτομα των, αλλά τα πλεονεκτήματα, τα οποία δεν είναι μόνιμα. Διά τούτο και αι φιλίαι είναι άστατοι. Η φιλία όμως των ηθών, επειδή στηρίζεται εις τα άτομα, διατηρείται, καθώς είπαμεν. Φιλονικούν δε ακόμη, και όταν τους δίδωνται άλλα και όχι όσα ποθούν. Διότι είναι ως να μη λαμβάνη κανείς τίποτε, όταν δεν ευρίσκη εκείνο το οποίον επιθυμεί, καθώς και όταν τάζη κανείς εις τον οργανοπαίκτην, όσον καλλίτερα τραγουδήση, τόσον περισσότερα να του δώση. Το πρωί όμως, όταν αυτός ζητήση τα υποσχεθέντα, εκείνος του λέγει ότι του ανταπέδωκε ηδονήν απέναντι ηδονής. Και βεβαίως, εάν ο καθείς από τους δύο επεδίωκε ηδονήν, θα ήτο η απάντησις ορθή. Αφού όμως ο μεν πρώτος ζητεί τέρψιν, ο δε δεύτερος αμοιβήν, και ο μεν πρώτος έχει χρήματα, ο δε δεύτερος δεν έχει, δεν είναι ορθή αυτή η επιμιξία των. Διότι όσα χρειάζεται κανείς, εις αυτά δίδει προσοχήν, και χάριν εκείνου δίδει αυτά εδώ.

&O συμβιβασμός άνευ δικαστηρίων&. ― Τόρα όμως ποίος έχει το δικαίωμα να ορίση την αξίαν, άραγε ο προπληρόνων ή ο προπληρούμενος ; Διότι φαίνεται ότι ο δίδων αναθέτει εις εκείνον. Και αυτό λέγουν ότι το έκαμνε ο Πρωταγόρας. Δηλαδή, αφού εδίδασκε οτιδήποτε, κατόπιν έλεγε εις τον μαθητήν του να εκτιμήση πόσην αξίαν νομίζει ότι έχουν όσα έμαθε, και ελάμβανε τόσον ποσόν. Εις τοιαύτας δε περιστάσεις μερικοί εφαρμόζουν το :

Μισθός συμφωνημένος και καλός {7}.

Όσοι όμως λαμβάνουν προκαταβολικώς το χρήμα, έπειτα όμως δεν εκτελούν τίποτε από όσα είπαν, διότι ήσαν υπερβολικαί αι υποσχέσεις των, δικαίως υφίστανται αγωγάς, Διότι δεν εκτελούν όσα εσυμφώνησαν. Τούτο δε ίσως αναγκάζονται να κάμνουν οι σοφισταί, διότι κανείς δεν θα έδιδε εις αυτούς χρήματα, δι' όσα γνωρίζουν πραγματικώς. Αυτοί λοιπόν δι' όσα επληρώθησαν, επειδή δεν τα εκτελούν, δικαίως εγκαλούνται. Εις όσους όμως δεν προηγήθη συμφωνία της εκδουλεύσεως, όσοι μεν προπληρόνουν χάριν του ατόμου είπαμεν ότι δεν παραπονούνται ― διότι τοιαύτη είναι η φιλία της αρετής ― πρέπει δε να αμείβη κανείς συμφώνως με την προαίρεσίν του, διότι αυτή χαρακτηρίζει τον φίλον και την αρετήν.

Φαίνεται δε ότι αυτό συμβαίνει και εις τους συμμετέχοντας της φιλοσοφίας. Δηλαδή η αξία δεν μετρείται με χρήματα, τίμημα δε αντάξιον αυτής δεν είναι δυνατόν να ευρεθή, αλλ' ίσως είναι αρκετόν ό,τι είναι δυνατόν, καθώς προς τους θεούς και τους γονείς. ― Όταν όμως η χορήγησις δεν είναι τοιούτου είδους, αλλά με ωρισμένον όρον, κυρίως μεν ίσως πρέπει η ανταπόδοσις να είναι κατά την γνώμην και των δύο δικαία, εάν όμως τούτο δεν γίνεται, όχι μόνον αναγκαίον θα είναι να επιβάλλη όρους ο πρώτος λαβών, αλλά και δίκαιον. Διότι, όσον ωφελήθη αυτός ή με ό,τι ποσόν θα αντήλλασσε την ηδονήν, τόσον πρέπει να λάβη ο χορηγός του, διά να απολαύση από αυτόν ό,τι αξίζει. Και βεβαίως εις τα οψώνια φαίνεται ότι αυτό συμβαίνει. Και εις μερικά μέρη υπάρχουν νόμοι να μη γίνωνται δίκαι διά τας εκουσίας συμφωνίας, διότι θεωρείται ορθόν, με όποιον ενεπιστεύθη κανείς, να συμβιβασθή καθώς και εληψοδότησε. Διότι νομίζει ότι εις τον θεωρηθέντα αξιόπιστον, ανήκει ορθότερον το δικαίωμα να ορίση, παρά εις τον εμπιστευθέντα. Διότι συνήθως δεν εκτιμούν εξ ίσου έν πράγμα όσοι το έχουν και όσοι θέλουν να το λάβουν. Δηλαδή τα ιδικά των και όσα δίδουν εις άλλους φαίνονται πολύτιμα. Και όμως η πληρωμή ανέρχεται μόνον εις το ποσόν το οποίον ορίζουν οι λαμβάνοντες. Ίσως δε πρέπει να εκτιμώμεν έν πράγμα όχι όσον νομίζει ότι αξίζει όστις το έχει, αλλά όσον το εξετίμα πριν να το έχη ιδικόν του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

&Σύγκρουσις καθηκόντων προς τους συγγενείς και τους ξένους&. ― Γεννούν δε απορίαν και τα εξής• λόγου χάριν άραγε γενικώς πρέπει να ανταποδίδη κανείς εις τον πατέρα του και να πείθεται εις αυτόν, ή όταν μεν πάσχη να πείθεται εις τον ιατρόν, στρατηγόν δε να εκλέγη τον εμπειροπόλεμον. Ομοίως δε άραγε μάλλον τον φίλον ή τον σπουδαίον πρέπει να εξυπηρετήσωμεν, και πάλιν άραγε εις τον ευεργέτην πρέπει να αποδώσωμεν την χάριν μάλλον, ή να την δώσωμεν εις τον συνέταιρόν μας, όταν δεν είναι δυνατόν να δώσωμεν και εις τους δύο. Μήπως λοιπόν δεν είναι εύκολον να ορίσωμεν καλώς όλα τα τοιαύτα ― διότι έχουν πολλάς διαφοράς και ως προς το μέγεθος και την σμικρότητα, και ως προς το καλόν και αναγκαίον; Ότι όμως δεν πρέπει όλα να τα αποδίδωμεν εις τον ίδιον, δεν είναι δυσνόητον. Και τας μεν ευεργεσίας μάλλον πρέπει συνήθως να τας αποδίδωμεν, παρά να τας χαρίζωμεν εις άλλους. Ίσως όμως και τούτο δεν πρέπει να γίνεται πάντοτε. Λόγου χάριν ο απολυτρωθείς από τους ληστάς άραγε οφείλει να λυτρώση αμοιβαίως τον λυτρωτήν του, οποιοσδήποτε και αν είναι, ή όχι ; και πάλιν άραγε εις τον συλληφθέντα πρέπει κανείς να επιστρέψη τα οφειλόμενα όταν τα ζητή, παρά με αυτά να ελευθερώση τον πατέρα του; Διότι βεβαίως ίσως είναι ορθόν να προτιμήση και από τον εαυτόν του τον πατέρα του. Καθώς είπαμεν λοιπόν, γενικώς πρέπει να αποδίδη το οφειλόμενον. Εάν όμως αυξάνη η αξία του δώρου από το καλόν ή αναγκαίον της πράξεως, τότε πρέπει να προσέξωμεν εις αυτά. Διότι κάποτε δεν είναι ισότης πλέον το να αποδώση το πρώτον δώρον, όταν εκείνος μεν γνωρίζη ότι ευεργετεί σπουδαίον, αυτός, όμως ανταποδίδη εις εκείνον τον οποίον θεωρεί μοχθηρόν. Δηλαδή κάποτε ούτε εις τον δανειστήν δεν πρέπει να δανείση κανείς αμοιβαίως. Διότι εκείνος μεν εδάνεισεν εις αυτόν ελπίζων ότι θα τα λάβη, διότι είναι καλός, αυτός όμως δεν ελπίζει να τα λάβη από εκείνον, διότι είναι πονηρός. Λοιπόν, και όταν είναι πραγματικώς τοιούτος, δεν ημπορεί να έχη ίσην αξίωσιν, και πάλιν, όταν δεν είναι τοιούτος, νομίζεται όμως, δεν φαίνεται ότι αδίκως φέρονται προς αυτόν. Καθώς είπαμεν λοιπόν πολλάκις, οι κανόνες των παθών και των πράξεων είναι όμοιοι με τα πράγματα εις τα οποία περιστρέφονται.

&Η ανταπόδοσις πρέπει να γίνεται αναλόγως των προσώπων&. ― Ότι λοιπόν δεν πρέπει εις όλους να αποδίδωμεν τα ίσα, ούτε όλα γενικώς εις τον πατέρα, καθώς δεν θυσιάζονται όλα ούτε εις τον Δία, δεν είναι δυσνόητον. Αφού όμως άλλα πρέπει να αποδίδωμεν εις τους γονείς και τους αδελφούς και τους συνεταίρους και τους ευεργέτας, πρέπει εις έκαστον να δίδωμεν τα αρμόδια και πρέποντα, φαίνεται δε ότι αυτό και γίνεται. Δηλαδή εις μεν τους γάμους προσκαλούν τους συγγενείς ― διότι με αυτούς είναι κοινόν το γένος και επομένως και αι πράξεις αι περιστρεφόμεναι εις αυτό, ακόμη δε και εις τας κηδείας κυρίως νομίζουν ότι πρέπει να παρευρίσκονται οι συγγενείς διά τον ίδιον λόγον. Ίσως δε φανή ορθόν ότι τροφήν μεν κυρίως πρέπει να προμηθεύωμεν εις τους γονείς μας, διότι την χρεωστούμεν, και διότι είναι ασφαλώς το ωραιότερον πράγμα, να βοηθήσωμεν μάλλον τους αιτίους της υπάρξεώς μας παρά τον εαυτόν μας. Ακόμη δε και τιμήν ν' αποδίδωμεν εις τους γονείς, καθώς εις θεούς, όχι όμως πάσαν τιμήν, ούτε βεβαίως την ιδίαν τιμήν εις τον πατέρα και εις την μητέρα, ούτε πάλιν την τιμήν του σοφού, ή του στρατηγού, αλλά μόνον την πατρικήν, ομοίως δε και την μητρικήν. Αλλά και εις πάντα γεροντότερον να αποδίδωμεν τιμήν ως εκ της ηλικίας, με ορθοστασίαν και υπόκλισιν και τα όμοια. Εις τους συνεταίρους όμως και τους αδελφούς πρέπει να αποδίδωμεν θάρρος και συμμετοχήν εις όλα.

Ακόμη δε και εις τους συγγενείς και τους ενορίτας και συμπολίτας και όλους τους άλλους πρέπει πάντοτε να προσπαθούμεν να αποδίδωμεν το ανάλογον, και να ζυγίζωμεν όσα παρέχομεν εις τον καθένα με την οικειότητά του προς ημάς και την αρετήν του, ή την χρησιμότητά του. Και λοιπόν των μεν συγγενών η κρίσις είναι εύκολος, των διαφορετικών όμως είναι δυσκολωτέρα. Και όμως δεν πρέπει διά τούτο να την αποφύγωμεν, αλλά πρέπει να την ορίσωμεν εφ' όσον επιδέχεται ορισμόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

&Διάλυσις της φιλίας&. ― Είναι δε ζήτημα ακόμη αν πρέπει να διαλύη κανείς την φιλίαν ή όχι, με τους μη διατηρούντας την φιλίαν. Ή μήπως με όσους μεν έχουν φιλίαν χρησιμότητος ή ηδονής, δεν είναι διόλου παράλογον να διαλύουν, όταν πλέον δεν απολαμβάνουν αυτά; Διότι αυτών των απολαύσεων ήσαν φίλοι, αφού δε αυταί έλειψαν, είναι λογικόν πλέον να μη τας αγαπούν. Δικαιούται όμως να εγκαλέση κανείς τοιούτον φίλον, διότι, ενώ τον ηγάπα χάριν της χρησιμότητος και της ηδονής, επροσποιείτο ότι τον αγαπά χάριν του ήθους του. Διότι, καθώς είπαμεν εις την αρχήν, πολλαί διαφωνίαι γεννώνται μεταξύ των φίλων, όταν δεν είναι ομοία η εκτίμησις της φιλίας των με την πραγματικήν φιλίαν των. Λοιπόν, όταν κανείς διαψευσθή και νομίση ότι αγαπάται χάριν του ήθους, ενώ εκείνος δεν εκτελεί κανέν παρόμοιον πράγμα, τότε ας κατακρίνη τον εαυτόν του, όταν όμως απατηθή, διότι εκείνος επροσποιείτο, είναι δίκαιον να εγκαλή τον αδικήσαντα, και μάλιστα περισσότερον παρά τους κιβδηλοποιούς, καθόσον το κακούργημα εδώ γίνεται ως προς τιμαλφέστερον πράγμα. Εάν δε πάλιν τον επερίμενε αγαθόν, αυτός όμως καταντήση μοχθηρός και φαίνεται τοιούτος, άραγε πρέπει να εξακολουθή να τον αγαπά; Ή μήπως δεν είναι δυνατόν τούτο, αφού δεν είναι δυνατόν να αγαπώμεν τα πάντα παρά μόνον το αγαθόν, και αφού ούτε πρέπει να αγαπώμεν ένα πονηρόν, ούτε είναι ανάγκη; Διότι δεν πρέπει να είμεθα φίλοι των πονηρών, ούτε να εξομοιωθώμεν με τον κακόν. Είπαμεν όμως ότι ο όμοιος γίνεται φίλος με τον όμοιον. Επομένως πρέπει άραγε αμέσως να διαλύσωμεν; Ή μήπως όχι με όλους, αλλά μόνον με όσους φαίνονται ως αθεράπευτοι εις την κακίαν των, ενώ όσοι επιδέχονται διόρθωσιν πρέπει να τους βοηθήσωμεν εις το ήθος των παρά εις την περιουσίαν, καθόσον αυτό είναι καλλίτερον και σχετικώτερον με την φιλίαν; Ίσως όμως φανή ο διαλύων την φιλίαν ότι δεν κάμνει τίποτε παράλογον. Διότι αυτός δεν ήτο φίλος με αυτόν ως τοιούτον. Τόρα λοιπόν που μετεβλήθη, εάν δεν ημπορή να τον σώση πάλιν, απομακρύνεται. Εάν δε ο μεν πρώτος μένη στάσιμος, ενώ ο δεύτερος έγινε καλλίτερος και υπερτερεί πολύ κατά την αρετή, άραγε πρέπει να τον μεταχειρίζεται εκείνον ως φίλον, ή δεν είναι δυνατόν; Λοιπόν επί μεγάλης απομακρύνσεως γίνεται σαφέστερον, καθώς εις τας παιδαριώδεις φιλίας. Δηλαδή, εάν ο μεν είς εξακολουθή να είναι κατά τον νουν παιδί, ο άλλος όμως γίνη ο καλλίτερος που ημπορεί να υπάρξη μεταξύ των ανδρών, πώς είναι δυνατόν να είναι φίλοι, αφού ούτε αρέσκονται με τα ίδια πράγματα, ούτε ευχαριστούνται ή λυπούνται; Διότι πλέον και μεταξύ των δεν θα αποδίδουν όσω και προηγουμένως, χωρίς αυτά δε και τότε δεν θα ήσαν φίλοι. Δηλαδή δεν ημπορούν πλέον να συναναστρέφωνται. Περί αυτών δε ωμιλήσαμεν προηγουμένως. Αλλά τόρα άραγε δεν πρέπει να φερθή διόλου διαφορετικώτερα προς αυτόν, παρά ως να μη είχε χρηματίσει ποτέ φίλος του; Ή μήπως πρέπει να ενθυμήται την αλλοτινήν γνωριμίαν και καθώς μάλλον τον φίλον παρά τον ξένον θεωρούμεν καλόν να ευχαριστήσωμεν, ομοίως και τους αλλοτινούς φίλους πρέπει κάπως να τους χαρίζωμεν κάτι χάριν της προηγουμένης φιλίας, οσάκις δεν γίνεται η διάλυσις της φιλίας μας από υπερβολικήν των κακίαν;

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Η αγάπη των φίλων είναι επέκτασις της φιλαυτίας&. ― Αλλά τα φιλικά αισθήματα προς τους φίλους και όλα όσα διακρίνουν τας φιλίας, φαίνεται ότι προήλθαν από τα αισθήματα προς τον εαυτόν μας. Δηλαδή λογαριάζουν ως φίλους εκείνους, οι οποίοι επιθυμούν και εκτελούν διά τον φίλον τα αγαθά ή τα νομιζόμενα αγαθά, χάριν του ιδικού του ατόμου, ή εκείνους οι οποίοι επιθυμούν να υπάρχη και να ζη ο φίλος χάριν του ατόμου του. Πράγμα το οποίον παθαίνουν αι μητέρες ως προς τα τέκνα των, και από τους φίλους όσοι τους δυσηρέστησαν απροσέκτως. Άλλοι δε θεωρούν φίλον τον συναναστρεφόμενον διαρκώς και έχοντα τας ιδίας προαιρέσεις, ή τον συμπονούντα και συγχαίροντα με τον φίλον, κυρίως όμως και αυτό συμβαίνει εις τας μητέρας. Με κάποιον λοιπόν από αυτά ορίζουν και την φιλίαν. Και ο μεν ευπρεπής αποδίδει εις τον εαυτόν του το καθέν από αυτά, οι άλλοι όμως τα αποδίδουν καθόσον θεωρούν τον εαυτόν των τοιούτον. Φαίνεται δε, καθώς είπαμεν, ότι δι' έκαστον χρησιμεύει ως μέτρον η αρετή και ο σπουδαίος άνθρωπος. Διότι αυτός δεν αντιφάσκει με την ιδικήν του γνώμην, και έχει τας ιδίας επιθυμίας με όλας τας ψυχικάς του δυνάμεις. Και λοιπόν όχι μόνον επιθυμεί διά το άτομόν του τα αληθινά αγαθά και τα φαινομενικά, αλλά και τα εκτελεί ― διότι ιδιότης του αγαθού είναι να εκτελή διαρκώς το αγαθόν. Και χάριν του ατόμου του, δηλαδή χάριν της διανοήσεώς του, και βεβαίως έκαστος θεωρεί αυτήν ως τον εαυτόν του. Ακόμη δε επιθυμεί διά τον εαυτόν του και να ζη και να διατηρήται, και προ πάντων το μέρος εκείνο με το οποίον σκέπτεται, διότι αυτό είναι αγαθόν δι' ένα σπουδαίον. Έκαστος δε επιθυμεί τα αγαθά διά τον εαυτόν του, και όταν κανείς γίνη άλλος άνθρωπος, δεν επιθυμεί τότε πλέον να έχη όλα εκείνα ο προηγούμενος εαυτός του. Διότι ναι μεν ο θεός και προηγουμένως και τόρα πάλιν έχει το αγαθόν, αλλά το έχει, διότι είναι πάντοτε ο ίδιος. Ίσως δε θεωρεί κανείς ως ατομισμόν του τον νουν του, ή κυρίως αυτόν. Και δι' αυτό ο τοιούτος αγαπά να συναναστρέφεται με τον εαυτόν του, διότι ευχαριστείται με αυτό. Διότι και όσα έπραξε ευχαριστείται να τα επιθυμήται και διά τα μέλλοντα αι προβλέψεις του είναι αγαθαί. Αυταί δε είναι ηδονικαί. Είναι δε και πλούσιος από θεωρίας της διανοίας. Συλλυπείται δε και συγχαίρει προ πάντων με τον εαυτόν του. Διότι διαρκώς είναι εις αυτόν το ίδιον πράγμα λυπηρόν και ηδονικόν, και όχι άλλοτε άλλο. Δηλαδή είναι γενικώς αμετανόητος. Αφού λοιπόν ο καλός εφαρμόζει έκαστον από αυτά εις τον εαυτόν του, και αφού διάκειται προς τον φίλον του καθώς και προς τον εαυτόν του ― διότι ο φίλος είναι άλλος εγώ ― δι' αυτό κάτι τι από αυτά φαίνεται ότι είναι η φιλία, και φίλοι είναι όσοι τα έχουν αυτά. Αλλά αν γίνεται ή δεν γίνεται φιλία με τον εαυτόν μας, ας το αφήσωμεν προς το παρόν κατά μέρος. Φαίνεται δε ότι η φιλία υπάρχει, όπου υπάρχουν δύο ή περισσότερα από όσα είπαμεν, και ότι η υπερβολή της φιλίας εξομοιόνεται με την φιλίαν προς τον εαυτόν μας.

&Οι κακοί είναι εχθροί προς τον εαυτόν των&. ― Φαίνεται δε ακόμη ότι όσα είπαμεν υπάρχουν και εις τους κοινούς ανθρώπους, αν και είναι ποταποί. Μήπως λοιπόν άραγε καθόσον αρέσουν οι ίδιοι εις τον εαυτόν των και νομίζουν ότι είναι καλοί, τόσον μόνον συμμερίζονται αυτά; Διότι βεβαίως εις κανένα από τους τελείως κακούς και ανοσιουργούς δεν υπάρχουν αυτά, ούτε φαίνεται να υπάρχουν. Σχεδόν δε ούτε εις τους κακούς. Δηλαδή αυτοί διχογνωμούν με τον εαυτόν των, και άλλα μεν ορέγονται, άλλα δε προμελετούν, καθώς οι ακρατείς. Διότι εις την θέσιν εκείνων τα οποία κρίνουν ως αγαθά προτιμούν τα ηδονικά, τα οποία είναι βλαβερά. Άλλοι δε πάλιν από δειλίαν ή οκνηρίαν παύουν να εκτελούν όσα θεωρούν ότι είναι τα καλλίτερα διά τον εαυτόν των. Όσοι δε πάλιν διέπραξαν πολλά και φρικτά, αυτοί μισούν τον εαυτόν των διά την κακίαν του, και αποφεύγουν την ζωήν και φονεύουν τον εαυτόν των. Εκτός δε τούτου οι κακοί ζητούν άλλους διά να περάσουν μαζί τας ώρας των, και αποφεύγουν τον εαυτόν των. Διότι ενθυμούνται πολλά και φρικτά, και προβλέπουν και άλλα πολλά παρόμοια, όταν είναι μόνοι των, ενώ, όταν ευρίσκωνται μαζί με άλλους, τα λησμονούν. Και επειδή δεν έχουν εις την ψυχήν των τίποτε το αξιαγάπητον, διά τούτο δεν έχουν κανέν φιλικόν αίσθημα με τον εαυτόν των. Επομένως οι τοιούτοι ούτε συγχαίρουν ούτε συλλυπούνται τον εαυτόν των. Διότι η ψυχή των ευρίσκεται εις διχόνοιαν, και το έν μέρος αυτής πονεί ένεκα της κακίας διότι απέχει από μερικά, το δε άλλο ευχαριστείται, και το έν μεν τον σύρει εδώ, το δε άλλο εκεί, ωσάν να θέλουν να τον σχίσουν εις δύο. Εάν δε δεν είναι δυνατόν συγχρόνως να λυπήται και να χαίρη, πάντοτε όμως εις ολίγην ώραν λυπείται δι' ό,τι ευχαριστήθη, και θα ήθελε να μη είχε δοκιμάσει εκείνην την ευχαρίστησιν. Δηλαδή οι κακοί είναι γεμάτοι από μετάνοιαν. Επομένως δεν φαίνεται ο κακός να διάκειται φιλικώς ούτε με τον εαυτόν του, διότι δεν έχει τίποτε αξιαγάπητον. Αφού λοιπόν η κατάστασις αυτή είναι πολύ αθλία, πρέπει να αποφύγωμεν την κακίαν με τα δυνατά μας και να προσπαθήσωμεν να είμεθα καλοί. Διότι τότε θα είμεθα και με τον εαυτόν μας φίλοι και με άλλους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Η εύνοια&. ― Η δε εύνοια ομοιάζει μεν προς κάτι τι φιλικόν, δεν είναι όμως φιλία. Διότι η εύνοια ημπορεί να υπάρξη και προς εκείνους οι οποίοι δεν το γνωρίζουν, και να είναι μυστική, η φιλία όμως όχι. Αυτά δε τα είπαμεν και προηγουμένως. Αλλ' ούτε αγάπη είναι πάλιν. Διότι δεν έχει έντασιν ούτε επιθυμίαν, ενώ εις την αγάπην υπάρχουν αυτά. Και η μεν αγάπη αποκτάται με την συνήθειαν, ενώ η εύνοια έρχεται και απροόπτως, καθώς συμβαίνει και εις τους συναγωνιστάς. Δηλαδή αυτοί γίνονται μεταξύ των ευνοϊκοί και θέλουν να βλέπωνται, δεν ημπορούν όμως εις τίποτε να συμπράξουν. Διότι, καθώς είπαμεν, γίνονται αιφνιδίως ευνοϊκοί και αγαπώνται επιπολαίως. Φαίνεται δε ότι η εύνοια είναι αρχή της φιλίας, καθώς και του έρωτος αρχή είναι η ηδονή της οράσεως. Δηλαδή χωρίς να ευχαριστηθή από την μορφήν κανείς δεν ερωτεύεται, όστις δε ευχαριστείται με την μορφήν δεν ερωτεύεται ακόμη τελείως, παρά όταν και απόντα τον ποθή, και όταν επιθυμή την παρουσίαν του. Ομοίως λοιπόν και φίλοι δεν ημπορούν να γίνουν, εάν δεν γίνουν προηγουμένως ευνοϊκοί. Αλλά οι ευνοϊκοί δεν είναι ακόμη τέλειοι φίλοι. Διότι εύχονται μόνον τα αγαθά δι' εκείνους τους οποίους ευνοούν, δεν ημπορούν όμως να συμπράξουν διόλου, ούτε να ενοχληθούν προς χάριν αυτών. Διά τούτο ημπορεί να ειπή κανείς μεταφορικώς ότι αυτή είναι ανεκδήλωτος φιλία, όταν δε πολυχρονίση και καταντήση συνήθεια, γίνεται φιλία, όχι όμως του είδους της χρησιμότητος ούτε της ηδονής. Διότι και η εύνοια δεν γίνεται δι' αυτά. Διότι όστις μεν ευεργετηθή, αποδίδει την εύνοιαν δι' όσα ευεργετήθη, και εκτελεί τα δίκαια. Όστις όμως αποδίδει εύνοιαν, διότι επιδιώκει να ευεργετηθή κάπως, και έχει ελπίδα να ευπορήση διά μέσου εκείνου, αυτός δεν φαίνεται να είναι ευνοϊκός εις εκείνον, αλλά μάλλον εις τον εαυτόν του, καθώς δεν είναι ούτε φίλος, εάν περιποιήται αυτόν διά να ωφεληθή κάπως. Εν γένει δε η εύνοια αποκτάται από κάποιαν αρετήν και καλωσύνην, όταν φανή εις κανένα καλός ή ανδρείος ή κάτι τι παρόμοιον, καθώς είπαμεν και διά τους συναγωνιστάς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Ομόνοια&. ― Φαίνεται δε ότι είναι φιλικόν αίσθημα και η ομόνοια. Και αυτή μεν ημπορεί να υπάρξη και μεταξύ προσώπων τα οποία δεν γνωρίζονται. Εξ άλλου όμως δι' όλους όσοι έχουν ομοίαν γνώμην, δεν λέγομεν ότι έχουν ομόνοιαν, λόγου χάριν όσοι έχουν ομοίαν γνώμην διά τα ουράνια σώματα ― διότι δεν είναι χαρακτηριστικόν φιλίας το να συμφωνούν εις αυτά ― αλλά δια τας πόλεις λέγομεν ότι έχουν ομόνοιαν, όταν έχουν οι πολίται ομοίαν γνώμην ως προς τα συμφέροντα, και αποφασίζουν τα ίδια, και εκτελούν τα κοινώς αποφασισθέντα. Επομένως η ομόνοια εφαρμόζεται εις τα εκτελεστά, και πάλιν από αυτά εις όσα έχουν αρκετόν μέγεθος και είναι δυνατόν να υπάρχουν και εις τας δύο μερίδας ή εις όλους, καθώς εις τας πόλεις, όταν όλοι αποφασίζουν να γίνωνται οι άρχοντες κατ' εκλογήν, ή να συμμαχήσουν με τους Λακεδαιμονίους, ή να είναι άρχων ο Πιττακός, όταν θέλη και ο ίδιος. Όταν όμως εκάστη μερίς θέλη τον εαυτόν της, καθώς συμβαίνει εις τας Φοινίσσας, τότε έχουν διχόνοιαν. Δηλαδή δεν είναι ομόνοια το να σκέπτεται εκάστη μερίς διά τον εαυτόν της εις οτιδήποτε, αλλά και αι δύο ομού εις τον ίδιον χώρον {8}, καθώς λόγου χάριν όταν μαζί και ο λαός και οι εκλεκτοί αποφασίζουν να είναι άρχοντες οι καλλίτεροι. Διότι ούτω πως όλοι απολαμβάνουν ό,τι επιθυμούν. Επομένως η ομόνοια φαίνεται ότι είναι πολιτική φιλία, καθώς και λέγεται. Διότι περιστρέφεται εις τα συμφέροντα και εις τα ανήκοντα εις τον βίον. Υπάρχει δε η τοιαύτη ομόνοια εις τους ευπρεπείς, διότι αυτοί και με τον εαυτόν των ομονοούν, και μεταξύ των, διότι τρόπον τινά σκέπτονται εις τον ίδιον χώρον {9}. Διότι των τοιούτων είναι σταθεραί αι αποφάσεις και δεν παλιρροούν, καθώς ο Εύριπος. Και έπειτα επιδιώκουν τα δίκαια και συμφέροντα, αυτά δε τα θέλουν και δι' όλους. Οι κακοί όμως δεν είναι δυνατόν να ομονοούν παρά ολίγον καιρόν, καθώς και να είναι φίλοι, διότι ζητούν να πλεονεκτήσουν εις τας ωφελείας, εις δε τους κόπους και τας προσφοράς να είναι ελλιπείς. Επειδή όμως έκαστος τα επιθυμεί αυτά διά τον εαυτόν του, εξετάζει τον πλησίον του και τον εμποδίζει, διότι, όταν δεν φυλάττουν όλοι το κοινόν συμφέρον, καταστρέφεται. Επομένως συμβαίνει να διχονοούν, διότι αναγκάζει μεν ο είς τον άλλον εις τα δίκαια, ο ίδιος όμως δεν θέλει να κάμνη τα δίκαια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Φιλία ευεργετών και ευεργετουμένων&. ― Οι δε ευεργέται φαίνεται ότι αγαπούν περισσότερον τους ευεργετηθέντας, παρά οι ευεργετηθέντες τους ευεργέτας των, και τούτο γεννά απορίαν, διότι γίνεται παραλόγως. Οι περισσότεροι λοιπόν νομίζουν ότι αυτοί μεν χρεωστούν, εκείνοι δε έχουν να λαμβάνουν. Καθώς λοιπόν εις τα δάνεια, όσοι μεν χρεωστούν, δεν θέλουν να υπάρχουν εκείνοι εις τους οποίους χρεωστούν, ενώ οι δανεισταί φροντίζουν και περί της σωτηρίας των οφειλετών των, ομοίως και οι ευεργέται επιθυμούν να υπάρχουν οι ευεργετηθέντες, διότι ελπίζουν να απολαύσουν αμοιβήν της χάριτος, ενώ αυτοί δεν φροντίζουν πολύ να ανταποδώσουν. Και ο μεν Επίχαρμος ημπορεί να νομίζη {10} ότι λέγομεν αυτά δι' αυτούς, διότι τους εξετάζομεν από την κακήν των όψιν, το πράγμα όμως φαίνεται φυσικόν εις τον άνθρωπον. Ίσως δε φανή ότι είναι πολύ φυσικόν το αίτιον, και δεν ομοιάζει με ό,τι συμβαίνει εις τους δανειστάς. Δηλαδή δεν υπάρχει αγάπη ως προς εκείνους, αλλά επιθυμούν να σωθούν διά να έχουν να εισπράξουν. Ενώ οι ευεργέται έχουν φίλους και αγαπούν τους ευεργετηθέντας και όταν ούτε χρήσιμοι είναι εις τίποτε, αλλ' ούτε εις το μέλλον ημπορούν να γίνουν. Πράγμα το οποίον συμβαίνει και εις τους τεχνίτας.

&Παρομοίωσις του ευεργέτου προς τεχνίτην και του ευεργετηθέντος προς τεχνούργημα&. ― Δηλαδή έκαστος αγαπά το ιδικόν του έργον περισσότερον, από όσον ήτο δυνατόν να αγαπηθή αυτός από το έργον του, αν εγίνετο έμψυχον. Κυρίως όμως ίσως τούτο συμβαίνει εις τους ποιητάς. Διότι αυτοί υπεραγαπούν τα ιδικά των ποιήματα, και έχουν στοργήν προς αυτά ως εις τέκνα των. Με τοιούτον λοιπόν ομοιάζει και το αίσθημα των ευεργετών. Διότι ό,τι ευεργετήθη είναι ιδικόν των έργον. Λοιπόν αυτοί αγαπούν αυτό περισσότερον παρά το έργον τον κατασκευαστήν του. Αιτία δε τούτου είναι ότι η ύπαρξις είναι εις όλα αγαπητή και προτιμητέα, ημείς δε υπάρχομεν με την ενέργειαν. Δηλαδή με το να ζώμεν και εκτελούμεν. Όστις δε έκαμε το έργον, υπάρχει με κάποιαν ενέργειαν. Λοιπόν αγαπά το έργον, διότι αγαπά και την ύπαρξίν του. Τούτο δε είναι φυσικόν. Διότι, ό,τι υπάρχει κατά δύναμιν, αυτό το αναγγέλλει το έργον. Συγχρόνως δε εις τον ευεργέτην είναι και αυτή η πράξις καλή, ώστε ευχαριστείται κατά την ώραν εκείνην, ενώ ο ευεργετηθείς δεν έχει τίποτε καλόν εις το πρόσωπον του ευεργέτου, αλλά το πολύ έχει συμφέρον. Αυτό όμως δεν είναι τόσον ηδονικόν και αγαπητόν. Ηδονική όμως είναι του μεν παρόντος η ενέργεια, του δε μέλλοντος η ελπίς, του δε παρελθόντος η ανάμνησις. Είναι δε ηδονικώτερον ό,τι υπάρχει με την ενέργειαν, ομοίως δε και το αγαπητόν. Και λοιπόν διά μεν τον εκτελεστήν διατηρούνται τα έργα ― διότι το καλόν απαιτεί πολύν καιρόν ― ενώ διά τον ευεργετηθέντα παρέρχεται η χρησιμότης. Έπειτα η ανάμνησις των μεν καλών είναι γλυκεία, των χρησίμων όμως όχι τόσον, ή ολιγώτερον. Η προσδοκία πάλιν φαίνεται ότι συμβαίνει αντιστρόφως. Και η μεν αγάπη ομοιάζει με την ενέργειαν, το δε να αγαπάται με πάθος. Επομένως εις όσα είναι ανώτερα εις την εκτέλεσίν των, ακολουθεί η αγάπη και τα φιλικά αισθήματα. Έπειτα όσα γίνονται με κόπον τα αγαπούν περισσότερον, καθώς αγαπούν τα χρήματα περισσότερον όσοι τα απέκτησαν, παρά όσοι τα εκληρονόμησαν. Φαίνεται δε ότι το να ευεργετήται μεν κανείς δεν είναι κοπιώδες, το να ευεργετή όμως είναι κουραστικόν. Δι' αυτό και αι μητέρες είναι φιλοτεκνότεραι. Διότι η γέννησις είναι κοπιωδεστέρα, και αυταί περισσότερον γνωρίζουν ότι είναι ιδικά των τέκνα. Αυτό όμως φαίνεται ότι υπάρχει και εις τους ευεργέτας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Αν πρέπει να είναι κανείς φίλαυτος ή φίλαλλος&. ― Υπάρχει δε ακόμη η απορία αν πρέπει κανείς να αγαπά προ πάντων τον εαυτόν του ή κάποιον άλλον. Διότι ο κόσμος κατακρίνει εκείνους, οι οποίοι προ πάντων αγαπούν τον εαυτόν των, και ωσάν ονειδιστικώς τους ονομάζει φίλαυτους. Έπειτα φαίνεται ότι ο μεν κακός όλα τα εκτελεί χάριν του ατόμου του, και τόσον περισσότερον μάλιστα, όσον είναι χειρότερος. Λοιπόν τον κατακρίνουν ότι δεν εκτελεί τίποτε χωρίς να αποβλέπη εις το συμφέρον του. O καλός όμως εκτελεί διά το καλόν, και τόσον περισσότερον, όσον είναι καλλίτερος, και χάριν του φίλου του, το δε ιδικόν του συμφέρον το παραμελεί. Προς αυτούς λοιπόν τους λόγους διαφωνούν τα έργα, και ευλόγως. Διότι λέγουν ότι πρέπει κανείς να αγαπά εξοχώτερον τον εξοχώτερον φίλον, εξοχώτερος δε φίλος είναι όστις, όταν εύχεται, εξοχώτερον εύχεται τα αγαθά χάριν εκείνου, και αν ακόμη δεν θα το γνωρίση κανείς. Αυτά δε κυρίως υπάρχουν εις έκαστον διά τον εαυτόν του, και βεβαίως και όλα τα άλλα, με τα οποία χαρακτηρίζεται ο φίλος. Διότι είπαμεν ότι από τον εαυτόν του εκπορεύονται όλα τα φιλικά αισθήματα και διά τους άλλους. Αλλά και αι παροιμίαι όλαι συμφωνούν• λόγου χάριν το : «μία ψυχή» και «κοινά τα των φίλων», και «ισότης αδελφότης» και «το μήλο πέφτει κάτω απ' τη μηλιά». Διότι όλα αυτά κυρίως υπάρχουν ως προς τον εαυτόν του. Δηλαδή κυρίως είναι φίλος του εαυτού του. Επομένως είναι εύλογον και να αγαπά κυρίως τον εαυτόν του. Γεννάται όμως ευλόγως η απορία ποίον από τα δύο πρέπει τάχα να ακολουθήσωμεν, όταν και τα δύο είναι πιστευτά.

&Διάκρισις αγαθού φιλαύτου από τον συνήθη και ονειδιζόμενον φίλαυτον&. ― Ίσως λοιπόν είναι ανάγκη να διαιρέσωμεν και να ορίσωμεν τας τοιαύτας αποδείξεις, διά να εύρωμεν πόσον και εις τι λέγει έκαστος την αλήθειαν. Και λοιπόν, αν εξετάσωμεν πώς εννοούν αυτά τα δύο μέρη το επίθετον φίλαυτος, ίσως γίνη σαφές το πράγμα. Όσοι λοιπόν το θεωρούν ως ονειδιστικόν, ονομάζουν φιλαύτους εκείνους οι οποίοι αποδίδουν το περισσότερον εις τον εαυτόν των, προκειμένου περί χρημάτων και τιμών και σωματικών ηδονών. Διότι οι περισσότεροι αυτά επιθυμούν, και δι' αυτά φροντίζουν, ως να είναι τα καλλίτερα και δι' αυτό είναι περιμάχητα. Λοιπόν όσοι είναι εις αυτά πλεονέκται υποχωρούν εις τας επιθυμίας των και εν γένει εις τα πάθη και εις το άλογον μέρος της ψυχής. Τοιούτοι δε είναι ο λαός. Διά τούτο και η ονομασία εδόθη από την πλειονοψηφίαν, η οποία είναι χυδαία. Επομένως δικαίως ονειδίζονται οι τοιούτου είδους φίλαυτοι. Ότι δε μόνον εκείνους, οι οποίοι αποδίδουν τοιαύτα εις τον εαυτόν των, ονομάζουν οι περισσότεροι φιλαύτους, δεν είναι δυσνόητον. Διότι, εάν κανείς διαρκώς μελετά να εκτελή περισσότερον από όλους τα δίκαια ή τα σωφρονικά, ή οποιαδήποτε άλλα, από όσα υπαγορεύουν αι αρεταί, και εν γένει εάν αποκτά διά τον εαυτόν του πάντοτε το καλόν, αυτόν κανείς δεν θα τον ονομάση φίλαυτον, ούτε θα τον κατακρίνη. Ημπορεί όμως αυτός να φανή περισσότερον φίλαυτος. Τουλάχιστον αυτός αποδίδει εις τον εαυτόν του τα καλλίτερα και τα κυρίως αγαθά. Και κάμνει χάριν εις το κυριώτερον μέρος από τα ιδικά του, και δι' όλα πείθεται εις αυτό. Καθώς δε η πόλις φαίνεται ότι είναι το κυριώτερον και εν γένει παν σωματείον, ομοίως και ο ανθρωπισμός εις το άτομον. Επομένως και φίλαυτος κυρίως είναι όστις αγαπά αυτό το μέρος του και εις αυτό κάμνει χάριν.

Αλλά και ο εγκρατής και ακρατής ονομάζεται εκ του ότι συγκρατεί ή όχι τον νουν του, διότι αυτός (ο νους) αποτελεί κυρίως το άτομον, και προ πάντων νομίζουν ότι εξετέλεσαν οι ίδιοι και εκουσίως όσα μόνον εξετέλεσαν με το λογικόν. Ότι λοιπόν αυτά αποτελούν το άτομον δεν είναι δυσνόητον, και ότι ο καλός αυτό αγαπά προ πάντων. Διά τούτο ίσως αυτός κυρίως είναι φίλαυτος, και αποτελεί διάφορον είδος από εκείνο το οποίον ονειδίζεται, και τόσον διάφορον, όσον διαφέρει το να ζη κανείς μάλλον συμφώνως με το λογικόν παρά συμφώνως με το πάθος του, και να επιθυμή το καλόν παρά το νομιζόμενον συμφέρον. Και λοιπόν, εκείνους οι οποίοι κατ' εξοχήν φροντίζουν διά τας καλάς πράξεις, όλοι τους εγκρίνουν και τους επαινούν. Εάν δε όλοι θελήσουν να συναγωνίζωνται διά το καλόν και να προσπαθούν να εκτελούν τα καλλίτερα, τότε και διά το κοινόν θα γίνουν όλα όσα χρειάζονται, και ατομικώς δι' έκαστον τα μεγαλίτερα αγαθά, εάν βεβαίως η αρετή είναι τοιούτον. Ώστε ο μεν αγαθός οφείλει να είναι φίλαυτος ― διότι και ο ίδιος θα ωφεληθή εκτελών τα καλά, και τους άλλους θα ωφελήση. O μοχθηρός όμως δεν πρέπει να είναι φίλαυτος ― διότι και τον εαυτόν του θα βλάψη και τον πλησίον του, επειδή ακολουθεί ποταπά πάθη. Και βεβαίως εις τον μοχθηρόν δεν συμφωνούν όσα πράττει με όσα πρέπει να πράττη.

&Η αγαθή φιλαυτία ως αυταπαρνησία&. ― O καλός όμως, όσα πρέπει να εκτελή, αυτά εκτελεί. Διότι πάντοτε ο νους προτιμά το καλλίτερον δι' έκαστον άτομον, ο δε καλός πειθαρχεί εις τον νουν. Είναι δε ακόμη αληθές διά τον σπουδαίον και ότι εκτελεί πολλά χάριν των φίλων του και της πατρίδος του, και εν ανάγκη θυσιάζει την ζωήν του χάριν αυτών. Δηλαδή αυτός περιφρονεί και χρήματα και τιμάς και εν γένει τα περιζήτητα αγαθά, διότι προμηθεύει εις το άτομόν του το καλόν. Δηλαδή θα προτιμήση να ευχαριστηθή δυνατά ολίγον καιρόν, παρά πολύν καιρόν ελαφρά, και να ζήση μίαν χρονιάν καλά παρά πολλά έτη όπως τύχη, και να κάμη μίαν πράξιν καλήν και σπουδαίαν παρά πολλάς και μικράς. Και βεβαίως εις τους θυσιαζομένους χάριν άλλων ίσως αυτό συμβαίνει. Επομένως εκλέγουν μέγα καλόν διά τον εαυτόν των. Και χρήματα δε ημπορούν να περιφρονήσουν με σκοπόν να τα λάβουν οι φίλοι των. Διότι τότε ο μεν φίλος λαμβάνει χρήματα, αυτός δε το καλόν. Επομένως το μεγαλίτερον αγαθόν το αποδίδει εις τον εαυτόν του. Και ως προς τας τιμάς δε και τας αρχάς κάμνει τα ίδια. Δηλαδή όλα αυτά θα τα αφήση διά τον φίλον του. Διότι δι' αυτόν τούτο είναι καλόν και αξιέπαινον. Επομένως δικαίως φαίνεται ότι είναι σπουδαίος, διότι απέναντι όλων των άλλων προτιμά το καλόν.

Είναι δυνατόν δε και ευδοκιμήσεις να χαρίση εις τον φίλον του, και επομένως ίσως θεωρεί ωραιότερον από την ιδικήν του ευδοκίμησιν το να συντελέση εις την ευδοκίμησιν του φίλου του. Λοιπόν εις όλα τα αξιέπαινα ο σπουδαίος αποδεικνύεται ότι κρατεί διά τον εαυτόν του την περισσοτέραν μερίδα του καλού. Τοιούτου είδους λοιπόν φίλαυτος πρέπει να είναι κανείς, καθώς είπαμεν, και όχι καθώς είναι οι περισσότεροι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Αν ο ευτυχής έχη ανάγκην φίλων&. ― Υπάρχει δε ακόμη αμφισβήτησις αν ο ευτυχής έχει ανάγκην φίλων ή όχι. Δηλαδή λέγουν πολλοί ότι δεν έχουν καμμίαν ανάγκην φίλων οι αξιομακάριστοι και οι αυτάρκεις. Διότι αυτοί έχουν τα αγαθά των. Αφού λοιπόν είναι αυτάρκεις, δεν έχουν καμμίαν πρόσθετον ανάγκην, ο δε φίλος, αφού είναι άλλος εγώ, δεν κάμνει παρά να προμηθεύη εις αυτόν όσα δεν ημπορεί μόνος του. Δι' αυτό ελέχθη το εξής:

Όταν η τύχη βοηθή, τους φίλους τι τους θέλεις; {11}

Αλλά φαίνεται ως παράλογον, ενώ χαρίζουν όλα τα αγαθά εις τον ευτυχή, να μη του χαρίζουν και φίλους, αφού αυτοί φαίνεται ότι είναι το μεγαλίτερον από τα εξωτερικά αγαθά. Ακόμη δε, εάν ιδιότης του καλού φίλου είναι μάλλον να ευεργετή παρά να ευεργετήται, και εάν ιδιότης του αγαθού και της αρετής είναι να ευεργετή, καλλίτερον δε είναι να ευεργετή κανείς φίλους παρά ξένους, έπεται ότι ο σπουδαίος χρειάζεται φίλους διά να τους ευεργετή. Διά τούτο είναι ζήτημα αν εις τας ευτυχίας χρειάζονται περισσότερον οι φίλοι ή εις τας δυστυχίας, το οποίον αποδεικνύει ότι και όστις ατυχεί χρειάζεται ευεργέτας, και όστις ευτυχεί χρειάζεται ανθρώπους διά να τους ευεργετή. ― Αλλ' ίσως είναι παράλογον ακόμη και να θέλωμεν να αφήσωμεν εις μοναξίαν τον αξιομακάριστον. Διότι μόνος του κανείς δεν θα εδέχετο να έχη έστω και όλα τα αγαθά. Διότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικός και επλάσθη να συζή. Επομένως και εις τον ευτυχή υπάρχει αυτό το φυσικόν. Διότι, αυτός έχει όλα τα φυσικά αγαθά. Είναι δε φανερόν ότι είναι καλλίτερον να συναναστρέφεται φίλους και καλούς ανθρώπους παρά ξένους και τυχαίους. Επομένως ο ευτυχής έχει ανάγκην φίλων.

&O αγαθός δεν έχει ανάγκην χρησίμων φίλων ούτε ηδονικών αλλά σπουδαίων&. ― Τι εννοούν λοιπόν οι πρώτοι και πώς λέγουν την αλήθειαν; ή καθόσον πολλοί νομίζουν ως φίλους τους χρησίμους; και βεβαίως τοιούτους φίλους ποτέ δεν θα χρειασθή ο αξιομακάριστος, διότι αυτός τα έχει τα αγαθά. Επομένως δεν θα χρειασθή ούτε τους φίλους της ηδονής, παρά μόνον ολίγον ― διότι, όταν ο βίος είναι ηδονικός, δεν έχει καμμίαν ανάγκην πρωτοφερμένης ηδονής. Αφού δε δεν έχει ανάγκην από τοιούτους φίλους, φαίνεται ως να μη χρειάζεται φίλους.

Αυτό όμως ίσως δεν είναι αληθές. Διότι εις την αρχήν είπαμεν ότι η ευτυχία είναι κάποια ενέργεια, αλλά η ενέργεια είναι φανερόν ότι γίνεται, και δεν υπάρχει καθώς ένα κτήμα. Αφού δε η ευτυχία συνίσταται εις την ζωήν και ενέργειαν, και αφού του αγαθού η ενέργεια είναι καθ' εαυτήν σπουδαία και ηδονική, καθώς είπαμεν εις την αρχήν, και αφού πάλιν το ιδικόν μας είναι ηδονικόν, και περισσότερον ημπορούμεν να επιθεωρούμεν τον πλησίον μας παρά τον εαυτόν μας, και τας πράξεις εκείνου παρά τας ιδικάς μας, αφού τέλος αι πράξεις των σπουδαίων, όταν είναι φίλοι, είναι ηδονικαί εις τους αγαθούς ― διότι και οι δύο έχουν τα κατά φύσιν ηδονικά, ― έπεται ότι ο αξιομακάριστος θα χρειασθή τοιούτους φίλους, αφού προτιμά να επιθεωρή πράξεις καλάς και φιλικάς, και τοιαύται είναι αι πράξεις του αγαθού φίλου. Έπειτα όλοι νομίζουν ότι πρέπει να ζη ηδονικώς ο ευτυχής, και λοιπόν εις μεν την μοναξίαν είναι δύσκολος ο βίος, διότι δεν είναι εύκολον μόνος του κανείς να ενεργή αδιακόπως, ενώ μαζί με άλλους και ως προς άλλους είναι ευκολώτερον. Επομένως η ενέργεια θα γίνη συνεχεστέρα, αφού και καθ' εαυτήν είναι ηδονική, το οποίον πρέπει να υπάρχη εις τον αξιομακάριστον. Διότι ο σπουδαίος, καθόσον είναι σπουδαίος, ευχαριστείται με τας ευαρέστους πράξεις, με τας μοχθηράς δε δυσαρεστείται, καθώς ο μουσικός τέρπεται με τας ωραίας μελωδίας, αλλά ενοχλείται με τας ποταπάς. Είναι δε δυνατόν να υπάρξη και κάποια προάσκησις της αρετής, καθώς λέγει ο Θέογνις {12}. Εάν δε εξετάσωμεν κάπως φυσικώς, φαίνεται ότι ο σπουδαίος φίλος είναι προτιμότερος εις τον σπουδαίον εκ φύσεως. Διότι το εκ φύσεως αγαθόν είπαμεν ότι είναι καθ' εαυτό αγαθόν και ηδονικόν εις τον σπουδαίον. Την δε ζωήν την ορίζουν διά τα ζώα ως δύναμιν της αισθήσεως, διά δε τους ανθρώπους ως δύναμιν της αισθήσεως και της νοήσεως συγχρόνως. Η δε δύναμις εξηγείται ως ενέργεια, και το κύριον πράγμα είναι η ενέργεια. Επομένως φαίνεται ότι η ζωή κυρίως είναι η αίσθησις και η νόησις. Αλλά η ζωή είναι από τα καθαυτό αγαθά και ηδονικά, διότι είναι ωρισμένη και παν ωρισμένον χαρακτηρίζει την φύσιν του αγαθού {13}. Ό,τι δε είναι εκ φύσεως αγαθόν είναι και με την ορθότητά του αγαθόν. Διά τούτο φαίνεται εις όλους ηδονικόν. Δεν πρέπει δε να απολαμβάνωμεν μοχθηράν ζωήν και κατεστραμμένην ούτε γεμάτην από λύπας, διότι αυτή είναι απροσδιόριστος, καθώς και τα υπάρχοντα εις αυτήν. Τούτο δε θα γίνη καταληπτότερον εις όσα θα ειπούμεν κατόπιν περί αυτής. Αφού δε και μόνη της η ζωή είναι αγαθή, έπεται ότι είναι και ηδονική. Τούτο δε φαίνεται και εκ του ότι όλοι την επιθυμούν, και μάλιστα οι καλοί και αξιομακάριστοι, διότι εις αυτούς ο τρόπος της ζωής είναι προτιμότερος, και η ζωή αυτών είναι η μακαριωτέρα από όλας. Αλλά όστις έχει το φως των οφθαλμών του αισθάνεται ότι βλέπει, και όστις ακούει αισθάνεται ότι ακούει, και όστις βαδίζει αισθάνεται ότι βαδίζει, ομοίως δε και εις όλα τα άλλα υπάρχει κάτι, το οποίον αισθάνεται ότι ενεργούμεν. Επίσης φαίνεται ότι αισθανόμεθα και ότι αισθανόμεθα και ότι εννοούμεν, το να αισθανώμεθα δε ότι αισθανόμεθα ή εννοούμεν σημαίνει αισθανόμεθα ότι υπάρχομεν {14} ― διότι ύπαρξις απεδείχθη ότι είναι η αίσθησις και η νόησις. Το να αισθάνεται δε κανείς ότι ζη είναι από τα καθαυτό ηδονικά ― διότι είναι εκ φύσεως αγαθόν η ζωή, το δε να αισθανώμεθα ότι το αγαθόν υπάρχει εντός μας είναι ηδονικόν. Και είναι προτιμητέα η ζωή και προ πάντων εις τους αγαθούς, διότι η ύπαρξις είναι εις αυτούς ηδονική ― διότι ευχαριστούνται από την συναίσθησιν του καθαυτό αγαθού. Καθώς δε φέρεται προς τον εαυτόν του ο σπουδαίος, φέρεται και προς τον φίλον του ― διότι ο φίλος είναι άλλος εγώ. Καθώς λοιπόν είναι προτιμότερον δι' έκαστον να υπάρχη ο ίδιος, ομοίως είναι προτιμότερον να υπάρχη ο φίλος του, ή σχεδόν ομοίως. Η δε ύπαρξις είπαμεν ότι είναι προτιμητέα, διότι αισθάνεται διά τον εαυτόν του ότι είναι αγαθός. Η τοιαύτη δε αίσθησις είναι καθ' εαυτήν ηδονική. Επομένως πρέπει να έχη συναίσθησιν και διά τον φίλον του ότι υπάρχει, τούτο δε ημπορεί να υπάρχη διά της συναναστροφής και επιμιξίας με τους λόγους και με την διάνοιαν. Δηλαδή ούτω πως φαίνεται ότι ημπορεί να εφαρμοσθή η συμβίωσις εις τους ανθρώπους και όχι καθώς εις τα βοσκήματα το να τρέφωνται εις τον ίδιον χώρον {15}. Αφού λοιπόν διά τον αξιομακάριστον είναι προτιμητέα η ύπαρξις καθ' εαυτήν, διότι είναι εκ φύσεως αγαθή και ηδονική, και αφού και η ύπαρξις του φίλου είναι παρoμοία, έπεται, ότι και ο φίλος είναι πράγμα προτιμητέον. Και ό,τι είναι διά κάποιον προτιμητέον, τούτο πρέπει να το έχη αυτός, άλλως θα είναι ελλιπής ως προς αυτό. Επομένως όστις πρόκειται να είναι ευτυχής χρειάζεται φίλους σπουδαίους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ I'.

&O αριθμός των φίλων&- ― Αλλ' άραγε όσον το δυνατόν περισσοτέρους φίλους πρέπει να αποκτήσωμεν; Ή μήπως, καθώς φαίνεται ότι εφαρμόζεται αρμονικώς εις την φιλοξενίαν ο στίχος :

Ας μη με ειπούν πολύφιλον μήτε άφιλον τελείως,

ομοίως και επί της φιλίας εφαρμόζεται το να μην είναι κανείς ούτε άφιλος ούτε υπερβολικά πολύφιλος; Και λοιπόν διά την φιλίαν της χρησιμότητος φαίνεται ότι πάρα πολύ εφαρμόζεται αυτός ο στίχος ― διότι είναι κοπιώδες το να εκδουλεύη κανείς αμοιβαίως πολλούς, και δεν επαρκεί εις αυτόν όλη η ζωή διά να εκτελέση αυτό. Επομένως είναι περιττοί και εμποδιστικοί οι περισσότεροι, από όσους είναι αρκετοί εις τον οικιακόν μας βίον διά να ζήσωμεν καλώς. Επομένως δεν χρειάζονται αυτοί.

Αλλά και οι χάριν ηδονής είναι αρκετοί, εάν είναι ολίγοι, καθώς εις την τροφήν το καρύκευμα. Αλλά οι σπουδαίοι άραγε πρέπει να είναι όσον το δυνατόν περισσότεροι, ή μήπως υπάρχει κάποιον μέτρον και διά τον πληθυσμόν των φίλων, καθώς υπάρχει διά τον πληθυσμόν μιας πόλεως ; Δηλαδή ούτε με δέκα ανθρώπους αποτελείται πόλις, ούτε με εκατόν χιλιάδας κατοίκους είναι πλέον πόλις {16}. Ίσως όμως το ορθόν ποσόν δεν είναι έν ωρισμένον, αλλ' είναι ό,τι υπάρχει μεταξύ ποσών ωρισμένων. Επομένως και των φίλων υπάρχει ωρισμένος πληθυσμός, και ίσως αυτός είναι το ανώτερον ποσόν των φίλων, με τους οποίους ημπορεί κανείς να συναναστρέφεται -αυτό δε απεδείχθη ότι είναι χαρακτηριστικώτατον της φιλίας. Ότι όμως δεν είναι δυνατόν να συναναστρέφεται κανείς πολλούς και να μοιράζη τον εαυτόν του, δεν είναι δυσνόητον. Έπειτα και εκείνοι πάλιν πρέπει μεταξύ των να είναι φίλοι, αφού πρόκειται να συναναστρέφωνται ο είς τον άλλον• Τούτο όμως είναι δύσκολον να συμβή εις πολλούς. Είναι δε επίσης δύσκολον και το να συγχαίρη και να συλλυπήται κανείς φιλικώς πολλούς. Διότι είναι πιθανόν να συμπέση ανάγκη συγχρόνως άλλον να συγχαίρη και άλλον να συλλυπήται. Ίσως λοιπόν είναι ορθόν να μη προσπαθούμεν να έχωμεν όσον το δυνατόν περισσοτέρους φίλους, αλλά τόσους μόνον, όσοι αρκούν εις την συναναστροφήν. Διότι ίσως φανή ακόμη, ότι ούτε είναι καν δυνατόν να είναι, κανείς πολύ καλός φίλος με πολλούς. Διά τούτο ούτε να ερωτεύεται κανείς περισσοτέρους φαίνεται δυνατόν, διότι ο έρως σημαίνει υπερβολικήν φιλίαν, τούτο δε γίνεται μόνον ως προς ένα. Επομένως και η στενή φιλία γίνεται μόνον με ολίγους. Αυτό δε φαίνεται ότι συμβαίνει και εις τα πράγματα. Δηλαδή δεν γίνονται πολλοί φίλοι με το είδος της συνεταιρικής φιλίας. Αι δε εγκωμιαζόμεναι φιλίαι εφαρμόζονται πάντοτε εις δύο. Όσοι δε είναι πολύφιλοι και όλους τους αντικρύζουν φιλικώς, φαίνεται ότι δεν είναι φίλοι με κανένα, παρά μόνον πολιτικώς, και οι τοιούτοι λέγονται ευχάριστοι πολιτικώς, και οι τοιούτοι λέγονται ευχάριστοι. Λοιπόν είναι δυνατόν να είναι κανείς φίλος, και όταν δεν είναι ευχάριστος αλλά πραγματικώς καλός. Χάριν όμως της αρετής και του ατόμου των δεν είναι δυνατόν να είναι κανείς φίλος προς πολλούς, είναι δε αρκετόν να εύρη έστω και ολίγους τοιούτους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Αν οι φίλοι χρειάζονται μάλλον εις την ευτυχίαν ή εις την δυστυχίαν& ― Αλλ' άραγε εις τας ευτυχίας χρειάζονται περισότερον οι φίλοι, ή εις τας δυστυχίας; Διότι και εις τας δύο περιπτώσεις είναι περιζήτητοι. Δηλαδή και όσοι ατυχούν, έχουν ανάγκην βοηθείας, και όσοι ευτυχούν έχουν ανάγκην από συντρόφους και από ανθρώπους τους οποίους να ευεργετήσουν. Διότι έχουν επιθυμίαν να ευεργετούν. Και λοιπόν οι φίλοι είναι αναγκαιότατοι εις τας δυστυχίας, και διά τούτο εις αυτάς χρειάζονται οι φίλοι της χρησιμότητος, καλλίτεροι όμως είναι εις τας ευτυχίας και διά τούτο έκαστος ζητεί τους καλούς. Και είναι καλλίτερον αυτούς να ευεργετή και να συναναστρέφεται κανείς. Διότι και μόνη η παρουσία αυτών των φίλων είναι ηδονική και εις τας ευτυχίας και εις τας δυστυχίας. Δηλαδή ανακουφίζονται όσοι έχουν λύπην, όταν συμπονούν και οι φίλοι των. Διά τούτο ίσως θέση κανείς το ερώτημα, άραγε είναι ωσάν να σηκώνουν μαζί ένα βάρος, ή δεν συμβαίνει αυτό, αλλά μόνον η παρουσία αυτών είναι ηδονική και η συναίσθησις ότι τους συλλυπούνται ελαττώνει την λύπην των. Και λοιπόν αν δι' αυτό ή διά κανένα άλλον λόγον ανακουφίζονται, ας το αφήσωμεν κατά μέρος. Οπωσδήποτε όμως φαίνεται ότι είναι γεγονός, αυτό που είπαμεν. Φαίνεται δε ότι η παρουσία αυτών είναι κάπως ανάμικτος. Δηλαδή το να βλέπη κανείς απλώς τους φίλους και μάλιστα όταν ατυχή, είναι ηδονικόν και προξενεί κάποιαν βοήθειαν διά να μη λυπήται ― διότι ο φίλος είναι παρηγορητικός και εις το βλέμμα και με τους λόγους, όταν είναι επιτήδειος, διότι γνωρίζει το ήθος του φίλου του και με ποία ευχαριστείται και λυπείται. ― Το να αισθάνεται πάλιν όμως ότι αυτός λυπείται διά τας ιδικάς του ευτυχίας είναι λυπηρόν. Διότι έκαστος αποφεύγει να γίνη αίτιος λύπης εις τους φίλους του. Διά τούτο όστις μεν είναι ανδροπρεπής κατά την φύσιν, αποφεύγει να μεταδίδη εις τους φίλους την λύπην του, και αν δεν παρακάμνη την αποχήν των από την λύπην του, δεν ανέχεται όμως την λύπην η οποία γεννάται εις εκείνους, και εν γένει δεν δέχεται πλησίον συντρόφους των θρήνων του, διότι και ο ίδιος δεν είναι κατάλληλος να θρηνή δι' εκείνους. Τα γύναια όμως και οι όμοιοι με αυτά άνδρες ευχαριστούνται με εκείνους, οι οποίοι στενάζουν μαζί των, και τους αγαπούν ως φίλους και πονετικούς.

Βεβαίως όμως πρέπει εις όλα να μιμούμεθα τον καλλίτερον. Η δε παρουσία των φίλων εις τας ευτυχίας και την συναναστροφήν την καθιστά ευχάριστον, και γεννά την συναίσθηση ότι ευχαριστούνται διά τα αγαθά μας. Διά τούτο ίσως φανή ορθόν εις μεν τας ευτυχίας να προσκαλούμεν προθύμως τους φίλους ― διότι είναι καλόν να είναι κανείς ευεργετικός. Εις τας ατυχίας όμως ουχί με προθυμίαν ― διότι πρέπει όσον το δυνατόν ολιγώτερον να μεταδίδωμεν τα κακά. Διά τούτο είναι ορθόν το :

Φθάνει η δική μου συμφορά {17}….

Κυρίως δε πρέπει να τους προσκαλή κανείς, όταν πρόκειται ολίγον στενοχωρούμενοι αυτοί να ωφελήσουν τον φίλον των μεγάλως. Ίσως δε είναι ορθόν αντιστρόφως να πηγαίνη κανείς εις μεν τους ατυχούντας απρόσκλητος και προθύμως ― διότι ιδιότης του φίλου είναι να ευεργετή και προ πάντων τους ευρισκομένους εις ανάγκην, και αν ακόμη δεν το εζήτησαν, διότι τούτο είναι και διά τους δύο καλλίτερον και ηδονικώτερον. Εις δε τας ευτυχίας διά να συμπράξη μεν πρέπει να πηγαίνη προθύμως ― διότι εις αυτό χρειάζονται οι φίλοι ― διά να απολαύση όμως πρέπει να πηγαίνη απροθύμως ― διότι δεν είναι καλόν να επιδιώκη προθύμως να ωφεληθή. Ίσως όμως πρέπει να προσέξωμεν μήπως φανώμεν ότι δεν ευχαριστούμεθα με αυτόν, όταν τον αποφεύγωμεν. Διότι αυτό συμβαίνει κάποτε. Επομένως η παρουσία των φίλων φαίνεται εις όλας τας περιστάσεις προτιμοτέρα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Η συμβίωσις ως αληθής φιλία&. ― Αλλ' άραγε καθώς εις τους ερωτευμένους, είναι αρεστότατον να βλέπουν, και προτιμούν περισσότερον αυτήν την αίσθησιν από τας άλλας, διότι κυρίως με αυτήν υφίσταται και γεννάται ο έρως, δεν είναι ομοίως και εις τους φίλους προτιμοτέρα η συναναστροφή; Διότι η φιλία είναι επιμιξία. Και καθώς κανείς φέρεται με τον εαυτόν του, ομοίως φέρεται και με τον φίλον του. Ως προς τον εαυτόν του όμως είναι προτιμητέον το να αισθάνεται ότι υπάρχει, επομένως και διά τον φίλον του το ίδιον συμβαίνει. Η δε ενέργεια της αισθήσεως αυτής υφίσταται εις την συναναστροφήν, επομένως ευλόγως επιθυμούν αυτήν. Και ό,τι χαρακτηρίζει την ύπαρξίν των, ή ό,τι τους κάμνει να προτιμούν την ζωήν, εις αυτό θέλουν να συναναστρέφονται τους φίλους των. Διά τούτο άλλοι μεν συμποσιάζουν, άλλοι δε ταβλίζουν μαζί, άλλοι πάλιν γυμνάζονται μαζί και άλλοι κυνηγούν ή φιλοσοφούν, και όλοι αυτοί περνούν τας ώρας των με εκείνο το οποίον αγαπούν περισσότερον από όλα εις την ζωήν των. Διότι, αφού θέλουν να περνούν μαζί με τους φίλους των, εκτελούν εκείνα και συμμετέχουν με εκείνα, με όσα νομίζουν ότι υπάρχει συμβίωσις αληθινή. Επομένως γίνεται η μεν φιλία των κακών κακή ― διότι συμμετέχουν κακών πράξεων χωρίς να είναι σταθεροί, και έπειτα γίνονται και κακοί, επειδή γίνονται όμοιοι μεταξύ των ― η δε φιλία των καλών είναι καλή, διότι εποικοδομείται με τας συναναστροφάς. Φαίνεται δε ότι αυτοί γίνονται καλλίτεροι, και διότι επενεργούν και διορθόνουν ο είς τον άλλον. Διότι απανθίζουν από τους άλλους έκαστος όσα του αρέσουν, διά τούτο είναι ορθόν το:

Απ' τους καλούς ωφέλιμα θα μάθης.

Αυτά λοιπόν είναι αρκετά περί φιλίας. Τόρα δε ίσως είναι κατάλληλον να ομιλήσωμεν περί ηδονής.

ΒΙΒΛΙΟΝ Κ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

&Ηδονή.&

&Σπουδαιότης του ζητήματος&. ― Τόρα δε πλέον είναι καιρός να ομιλήσωμεν περί ηδονής. Διότι φαίνεται ότι αυτή πολύ συνεδέθη με το γένος μας, και διά τούτο εις την εκπαίδευσιν των νέων φροντίζουν να τους πηδαλιουχήσουν με την ηδονήν και την λύπην. Φαίνεται ότι είναι σπουδαιότατον και διά την χρηστότητα του ήθους το να ευχαριστούνται με όσα πρέπει και να μισούν όσα πρέπει. Διότι αυτά διαρκούν εις όλην την ζωήν, και εξασκούν ροπήν και δύναμιν διά την αρετήν και την ευτυχισμένην ζωήν. Διότι τα μεν ηδονικά τα προτιμούν, τα δε λυπηρά τα αποφεύγουν. Ίσως λοιπόν δεν πρέπει διόλου να παραμελήσωμεν αυτά, αφού μάλιστα επιδέχονται πολλήν αμφισβήτησιν. Δηλαδή άλλοι μεν θεωρούν την ηδονήν ως αγαθόν, άλλοι δε εξ εναντίας την θεωρούν ως εντελώς ποταπόν, και από αυτούς ίσως μερικοί μεν το λέγουν διότι είναι πεπεισμένοι ότι είναι ποταπόν, μερικοί δε διότι νομίζουν ότι είναι συμφερώτερον διά τον βίον μας να ονομάζωμεν την ηδονήν ποταπόν, έστω και αν δεν είναι πραγματικώς τοιαύτη. Διότι οι περισσότεροι είναι επιρρεπείς προς αυτήν και είναι δούλοι των ηδονών, και δι'αυτό πρέπει να τους σύρωμεν εις το αντίθετον, διότι κατ' αυτόν τον τρόπον ημπορούν να έλθουν εις την μέσην. Αλλά μη τυχόν αυτό δεν λέγεται ορθώς. Διότι οι λόγοι οι περιστρεφόμενοι εις τα πάθη και τας πράξεις είναι ολιγώτερον πιστευτοί από τα έργα. Όταν λοιπόν οι λόγοι διαφωνούν με όσα βλέπουν αισθητώς οι νέοι, τότε περιφρονούνται και αναιρούν και το αληθινόν των μέρος. Δηλαδή όστις κατηγορεί την ηδονήν, όταν μίαν φοράν παρατηρηθή ότι την επιθυμεί, φαίνεται ότι έχει κλίσιν εις αυτήν, και ότι την θεωρεί προτιμητέαν καθ' όλην την γραμμήν. Διότι εις τον καθορισμόν των ορίων δεν έχουν ικανότητα οι περισσότεροι. Και βεβαίως οι αληθείς λόγοι φαίνεται ότι δεν είναι μόνον χρήσιμοι διά την γνώσιν, αλλά και διά τον βίον. Δηλαδή, όταν συνάδουν με τα έργα, γίνονται πιστευτοί, και διά τούτο παρορμούν τους εννοούντας αυτούς να ζουν συμφώνως με αυτούς. Και λοιπόν αυτά μεν είναι αρκετά, όσα δε ελέχθησαν από άλλους έως τόρα περί της ηδονής, ας τα προσέξωμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

&Η ηδονή ως το αγαθόν κατά Εύδοξον&. ― Λοιπόν ο μεν Εύδοξος ενόμιζε ότι η ηδονή είναι το κυρίως αγαθόν, διότι έβλεπε ότι τα πάντα επιθυμούν αυτήν και τα λογικά και τα άλογα, έλεγε δε ότι εις όλα το προτιμώμενον είναι το ορθόν και το κυρίως ωφέλιμον. Και εσυμπέραινε ότι το να τείνουν όλα τα όντα εις το ίδιον πράγμα σημαίνει ότι αυτό είναι το καλλίτερον ― διότι το καθέν ευρίσκει ποίον είναι διά τον εαυτόν του αγαθόν καθώς ευρίσκει και την τροφήν του. Επομένως ό,τι είναι δι' όλα τα όντα αγαθόν και ό,τι επιθυμούν όλα τα όντα, αυτό είναι το κυρίως αγαθόν. Επιστεύοντο δε οι λόγοι του μάλλον διά την χρηστότητα του ήθους του, παρά διά την αξίαν των. Διότι εφαίνετο ότι είναι καθ' υπερβολήν σώφρων. Επομένως εφαίνετο ότι δεν τα έλεγε αυτά ως φίλος της ηδονής, αλλά διότι αυτή είναι η αλήθεια. Εξ ίσου δε ενόμιζε ότι αποδεικνύεται το πράγμα από το αντίθετον. Δηλαδή η λύπη καθ' εαυτήν είναι άξια αποφυγής δι' όλα τα όντα, επομένως επίσης είναι άξιον προτιμήσεως το αντίθετον. Κυρίως δε είναι προτιμητέον εκείνο, το οποίον δεν προτιμούμεν ούτε εξ αιτίας άλλου, ούτε προς χάριν άλλου. Τοιούτον δε ομολογουμένως έλεγε ότι είναι η ηδονή. Διότι κανείς δεν ερωτά προσθέτως προς χάριν τίνος πράγματος ευχαριστείται, διότι η ηδονή είναι καθ' εαυτήν προτιμητέα. Όταν δε προστεθή εις έν οποιονδήποτε από τα αγαθά, το καθιστά περισσότερον προτιμητέον, λόγου χάριν την δικαιοπραξίαν και σωφροσύνην. Επομένως το αγαθόν επιδέχεται και αύξησιν εαυτού. Λοιπόν φαίνεται ότι αυτός ο λόγος αποδεικνύει την ηδονήν ως έν από τα αγαθά, και κανέν αγαθόν δεν θεωρεί ανώτερον από το άλλο, διότι λέγει ότι παν αγαθόν, όταν είναι μαζί με άλλο αγαθόν, είναι προτιμότερον, παρά απομονωμένον.

Ακριβώς όμως με παρόμοιον επιχείρημα και ο Πλάτων {18} λέγει αναιρετικώς ότι η ηδονή δεν είναι το κυρίως αγαθόν. Δηλαδή ότι ο ηδονικός βίος είναι προτιμότερος όταν συνοδεύεται με φρόνησιν, παρά μόνος του. Και ότι, αφού το μικτόν είναι καλλίτερον, δεν είναι η ηδονή το κυρίως αγαθόν. Δηλαδή ότι το αγαθόν δεν γίνεται καλλίτερον οτιδήποτε και αν προστεθή εις αυτό. Επομένως είναι φανερόν ότι το αγαθόν δεν είναι ούτε κανέν άλλο πράγμα το οποίον καθίσταται προτιμότερον όταν προστεθή εις αυτό έν από τα καθαυτό αγαθά. Τότε λοιπόν ποίον είναι τοιούτον, ώστε να το απολαύσωμεν και ημείς; Δηλαδή έν τοιούτον ζητούμεν να εύρωμεν.

&Υπεράσπισις της γνώμης του Ευδόξου&. ― Όσοι λοιπόν φέρουν ένστασιν ότι δεν είναι αγαθόν εκείνο, το οποίον επιθυμούν όλα τα όντα, ας προσέξωμεν μήπως λέγουν φλυαρίας. Διότι όσα φρονούν όλοι, αυτά λέγομεν ότι είναι πραγματικά. Όστις, δε αναιρεί αυτήν την πεποίθησιν, δεν θα ημπορέση να ειπή πολύ πειστικώτερα επιχειρήματα. Διότι, εάν μόνον τα ανοητότερα όντα ωρέγοντο αυτό, ίσως είχε κάποιαν αξίαν το επιχείρημα, αφού όμως το ορέγονται και τα φρόνιμα, πώς είναι δυνατόν να λέγη αυτός τίποτε σπουδαίον; Ίσως όμως υπάρχει και, εις τα μηδαμινά πράγματα κάποιον φυσικόν αγαθόν, καλλίτερον από όσον αξίζουν τα ίδια, και το οποίον επιθυμεί το συγγενικόν του αγαθόν. Επίσης δε δεν φαίνεται ότι είναι ορθόν και αυτό, το οποίον λέγουν περί του αντιθέτου. Δηλαδή δεν λέγεται ορθώς, ότι, αφού η λύπη είναι κακόν, θα είναι η ηδονή αγαθόν. Διότι ημπορεί να αντιτίθεται και κακόν προς άλλο κακόν, και τα δύο κακά προς κάποιον ουδέτερον, και πάλιν, ημπορεί αυτοί οι λόγοι να μην είναι εσφαλμένοι και όμως να μην εφαρμόζωνται εις αυτά που είπαμεν. Διότι, αν ήσαν και τα δύο κακά (η ηδονή και η λύπη), έπρεπε να είναι επίσης και τα δύο άξια αποφυγής, εάν δε κανέν από τα δύο δεν είναι κακόν, έπρεπε επίσης κανέν από τα δύο να μην είναι άξιον αποφυγής. Τόρα όμως φανερά οι άνθρωποι την μεν λύπην αποφεύγουν ως κακόν, την δε ηδονήν την ζητούν ως αγαθόν. Φανερά λοιπόν είναι και αντίθετα.

&Αναίρεσις των γνωμών του Πλάτωνος περί ηδονής&. ― Εκτός τούτου, και αν δεν υπάρχη ηδονή των ποιοτήτων, δεν έπεται ότι δεν υπάρχει ούτε των αγαθών. Διότι ούτε αι ενέργειαι της αρετής είναι ποιότητες, ούτε η ευτυχία. Λέγουν δε ακόμη ότι το μεν αγαθόν είναι ωρισμένον, η δε ηδονή αόριστος, διότι επιδέχεται αυξομείωσιν. Λοιπόν, εάν μεν ούτω πως κρίνουν περί της ηδονής, τότε θα παραδεχθούν αυτό και διά την δικαιοσύνην και τας άλλας αρετάς, ως προς τας οποίας παραδέχονται ότι είναι αυξομειωτική η ποιότης των εχόντων αυτάς ― δηλαδή και οι δίκαιοι επιδέχονται αυξομείωσιν και οι ανδρείοι, επίσης δε είναι δυνατόν να δικαιοπραγή κανείς και να σωφρονή αυξομειωτικώς. Ως προς τας ηδονάς όμως ας προσέξωμεν μήπως δεν λέγουν την αληθινήν αιτίαν, όταν λέγουν ότι άλλαι μεν είναι αμιγείς άλλαι δε μικταί. Και έπειτα τι εμπόδιον υπάρχει, καθώς η υγεία, αν και είναι ωρισμένη, όμως επιδέχεται αυξομείωσιν, το ίδιον να επιδέχεται και η ηδονή; Διότι δεν υπάρχει το ίδιον μέτρον εις όλα, ούτε εις το ίδιον πράγμα υπάρχει πάντοτε το ίδιον μέτρον, αλλά μέχρι τινός βαθμού μένει χαλαρόν και προξενεί διαφοράν αυξομειωτικώς. Επομένως πιθανόν να συμβαίνη τοιούτον τι και ως προς την ηδονήν. Έπειτα παραδέχονται το αγαθόν ως τέλειον, τας δε κινήσεις και γενέσεις ατελείς, και ούτω πως προσπαθούν να παραστήσουν την ηδονήν ως κίνησιν και γένεσιν. Φαίνεται όμως ότι δεν έχουν δίκαιον ούτε όσοι λέγουν ότι η ηδονή δεν είναι κίνησις. Διότι εις όλα τα όντα φαίνεται ότι υπάρχει ατομική ταχύτης και βραδύτης, και αν όχι καθ' εαυτήν, καθώς είναι η ταχύτης του κόσμου, τουλάχιστον ως προς άλλο. Εις την ηδονήν όμως κανέν από αυτά τα δύο δεν υπάρχει. Δηλαδή να μεταβληθή μεν κανείς ταχέως εις ηδονικήν κατάστασιν είναι δυνατόν, καθώς και να οργισθή, όχι όμως και ενεστωτικώς να απολαμβάνη ηδονήν ταχέως. Ούτε πάλιν σχετικώς με άλλον, ημπορεί όμως να βαδίζη και να μεγαλόνη σχετικώς με άλλον και να κάμνη ομοίως όλα τα παρόμοια. Και λοιπόν να μεταβληθώμεν γλήγορα ή αργά εις κατάστασιν ηδονικήν είναι δυνατόν, να ενεργούμεν όμως κατά την διάρκειαν αυτής γλήγορα δεν είναι δυνατόν, εννοώ δε να ευχαριστούμεθα ενεστωτικώς. Έπειτα η γένεσις ποίαν έννοιαν είναι δυνατόν να έχη; Δηλαδή φαίνεται ότι δεν παράγεται έν τυχαίον από άλλο τυχαίον, αλλά από ό,τι παράγεται, εις αυτό και επιστρέφει. Και εις ό,τι είναι γένεσις η ηδονή, εις τούτο είναι καταστροφή η λύπη. Δι' αυτό και ονομάζουν την μεν λύπην έλλειψιν της φυσικής υπάρξεως, την δε ηδονήν αναπλήρωσιν. Αυτά δε τα πάθη είναι σωματικά. Αφού λοιπόν η ηδονή είναι αναπλήρωσις της φυσικής καταστάσεως, τότε ίσως απολαύσει εκείνο, με το οποίον γίνεται η αναπλήρωσις, επομένως το σώμα. Και όμως δεν φαίνεται πιθανόν. Επομένως η ηδονή δεν είναι αναπλήρωσις, αλλά μόνον κατά την διάρκειαν της αναπληρώσεως θα ευχαριστήται ίσως κανείς, καθώς και την ώραν της εγχειρήσεως πονεί. Η γνώμη όμως αυτή φαίνεται ότι προήλθε από τας λύπας και ηδονάς αι οποίαι περιστρέφονται εις την τροφήν. Δηλαδή, ενώ έχομεν έλλειψιν και αισθανόμεθα προηγουμένως λύπην, κατόπιν ευφραινόμεθα με την αναπλήρωσιν. Τούτο όμως δεν συμβαίνει εις όλας τας ηδονάς. Διότι άνευ λύπης ηδοναί είναι αι μαθηματικαί, και από τας ηδονάς των αισθητηρίων αι γινόμεναι με την όσφρησιν, έπειτα δε και αι ακροάσεις και πολλά θεάματα και αναμνήσεις και ελπίδες {19}. Τότε λοιπόν τίνος πράγματος γενέσεις θα τας ονομάσωμεν αυτάς; Διότι δεν υπήρξε κανενός πράγματος έλλειψις, του οποίου να επήλθε κορεσμός.

&Αναίρεσις των οχυρουμένων όπισθεν των αισχρών ηδονών&. ― Εις δε τους φέροντας ως παράδειγμα τας αισχράς ηδονάς ημπορεί να απαντήση κανείς ότι αυταί δεν είναι ηδοναί. Διότι, εάν αυταί φαίνονται ηδοναί εις τους έχοντας κακήν διάθεσιν, δεν πρέπει γενικώς και άλλοι εκτός αυτών να τας νομίζουν ηδονικάς, καθώς δεν πρέπει να νομίσουν υγιεινά ή γλυκά ή πικρά όσα φαίνονται τοιαύτα εις τους ασθενείς, ούτε πάλιν λευκά όσα φαίνονται λευκά εις τους πάσχοντας εις την όρασιν. Επομένως πρέπει άραγε να λέγωμεν ούτω πως, ότι δηλαδή αι μεν ηδοναί είναι προτιμητέαι, όχι όμως από το δείνα πράγμα, καθώς είναι καλόν και να γίνη κανείς πλούσιος όχι από προδοσίας, ομοίως δε και να είναι υγιής, όχι όμως αφού φάγη οτιδήποτε; Ή πρέπει να δεχθώμεν ότι αι ηδοναί είναι διαφόρων ειδών; Διότι είναι διαφορετικαί αι γεννώμεναι από τα καλά και αι γεννώμεναι από τα αισχρά, και ότι δεν είναι δυνατόν να δοκιμάση κανείς την ηδονήν του δικαίου, αν δεν είναι δίκαιος, ούτε την ηδονήν του μουσικού, αν δεν είναι μουσικός, ομοίως δε και εις τα άλλα. Φαίνεται δε ότι κάμνει τούτο σαφές και ο φίλος, ο οποίος διαφέρει από τον κόλακα, ότι δηλ. δεν είναι αγαθόν η ηδονή, ή ότι υπάρχουν διαφόρων ειδών ηδοναί. Διότι εκείνος μεν συναναστρέφεται χάριν του αγαθού, αυτός όμως χάριν της ηδονής, και αυτός μεν ονειδίζεται, εκείνον όμως τον επαινούν, διότι συναναστρέφεται χωρίς συμφέρον. Έπειτα κανείς δεν θα προτιμήση να ζη έχων διάνοιαν ενός παιδίου, και προ πάντων να ευχαριστήται με όσα ευχαριστούνται τα παιδία, ούτε να χαίρη, όταν εκτελή κανέν από τα αίσχιστα, εάν πρόκειται να λυπηθή ποτέ εις το μέλλον. Έπειτα είναι δυνατόν να καταγινώμεθα εις πολλά πράγματα, και όταν δεν μας φέρουν προσθέτως καμμίαν ηδονήν, λόγου χάριν να βλέπωμεν, να απομνημονεύωμεν, να μανθάνωμεν, να έχωμεν τας αρετάς. Εάν όμως κατ' ανάγκην συνοδεύωνται αυτά από ηδονάς, αυτό δεν έχει καμμίαν σημασίαν. Διότι ημείς θα τα επροτιμούσαμεν, και αν δεν προήρχετο από αυτά καμμία ηδονή. Ότι λοιπόν ούτε το αγαθόν είναι η ηδονή, ούτε πάσα ηδονή είναι προτιμητέα, φαίνεται ότι έγινε φανερόν, και ότι υπάρχουν μερικαί ηδοναί προτιμητέαι καθ' εαυτάς, αι οποίαι είναι διάφοροι κατά το είδος ή κατά την προέλευσιν. Και λοιπόν ημπορούμεν να θεωρήσωμεν ότι είπαμεν αρκετά διά τας γνώμας των άλλων περί ηδονής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

&Η φύσις των ηδονών&. ― Αλλά τόρα ποία είναι η ουσία ή η ποιότης της ηδονής, ίσως εννοηθή σαφέστερον, αν αρχίσωμεν πάλιν από την αρχήν. Δηλαδή φαίνεται ότι η μεν όρασις είναι τελεία εις οποιανδήποτε στιγμήν ― διότι δεν έχει έλλειψιν κανενός πράγματος, το οποίον αφού προστεθή κατόπιν εις αυτήν θα συμπληρώση την μορφήν της. Φαίνεται δε ότι και ηδονή είναι κάτι τι παρόμοιον. Δηλαδή είναι ακεραία και δεν υπάρχει στιγμή, κατά την οποίαν ημπορεί να απολαύση κανείς τοιαύτην ηδονήν ώστε να τελειοποιήται η μορφή, όταν διαρκέση περισσοτέραν ώραν. Διά τούτο η ηδονή δεν είναι ούτε κίνησις. Διότι πάσα κίνησις συμβαίνει εις διάστημα χρονικόν και έχει κάποιον αποτέλεσμα, καθώς λόγου χάριν η οικοδομική, και τότε μόνον γίνεται τελεία, όταν εκτελέση ό,τι επιδιώκει, δηλαδή εις όλον το απαιτούμενον προς τούτο ωρισμένον χρονικόν διάστημα. Όσαι δε κινήσεις γίνονται εις τεμάχια χρόνου, είναι όλαι ατελείς, και διαφέρουν κατά το είδος και από την ακεραίαν και μεταξύ των• λόγου χάριν η συναρμογή των λίθων διαφέρει από τας ραβδώσεις του κίονος, και αυταί πάλιν διαφέρουν από την κατασκευήν του ναού. Και η μεν κατασκευή του ναού είναι τελεία ― διότι δεν έχει έλλειψιν κανενός πράγματος διά τον σκοπόν του ― η κατασκευή όμως της κρηπίδος ή της τριγλύφου είναι ατελής ― διότι εκάστη από αυτάς είναι κατασκευή ενός τεμαχίου. Επομένως διαφέρουν κατά την μορφήν και δεν είναι δυνατόν εις οποιονδήποτε χρονικόν τμήμα να αποκτήσουν τελείαν κίνησιν (σύνθεσιν) ως προς την μορφήν των, αλλά το πολύ εις έν χρονικόν σύνολον. Ομοίως δε και εις τα είδη των βαδισμάτων και εις τα άλλα. Διότι, εάν η μεταφορά είναι κίνησις από τόπου εις τόπον, τότε και αυτής της κινήσεως υπάρχουν διάφορα είδη, καθώς είναι η πτήσις, το βάδισμα, το πήδημα και τα παρόμοια. Και όχι μόνον κατ' αυτόν τον τρόπον υπάρχει διαφορά, αλλά και εις το ίδιον το βάδισμα. Διότι η αφετηρία και το τέρμα δεν είναι το ίδιον εις ολόκληρον το στάδιον όπως εις έν μέρος αυτού, και πάλιν δεν είναι εις έν μέρος όπως εις έν άλλο μέρος, ούτε το να διατρέχωμεν αυτήν εδώ την γραμμήν είναι το ίδιον με εκείνην. Διότι δεν διερχόμεθα απλήν γραμμήν, αλλά και την τοποθεσίαν της εις ένα τόπον, και ο τόπος αυτής είναι διαφορετικός από τον τόπον εκείνης. Και βεβαίως με ακρίβειαν περί κινήσεως ωμιλήσαμεν εις άλλα συγγράμματα {20}. Φαίνεται όμως ότι δεν είναι τελεία η κίνησις ούτε εις το σύνολον του χρόνου, αλλ' αι περισσότεραι είναι ατελείς και διαφόρου είδους, αφού βεβαίως η αφετηρία και το τέρμα είναι χαρακτηριστικόν γνώρισμα της διαφοράς του είδους. Της ηδονής όμως το είδος είναι τέλειον εις οποιανδήποτε στιγμήν. Είναι λοιπόν φανερόν ότι είναι διάφορα μεταξύ των αυτά τα δύο και ότι η ηδονή είναι κάτι τι από τα ακέραια και τέλεια. Τούτο δε ημπορεί να το κρίνη κανείς και εκ του ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχη κίνησις έξω από τον χρόνον, ηδονή όμως υπάρχει. Διότι, η ηδονή αυτής της στιγμής είναι ακεραία. Εξ όλων δε αυτών είναι φανερόν και ότι δεν είναι ορθή η γνώμη, ότι η ηδονή, είναι κίνησις ή γένεσις. Διότι αυτά δεν εφαρμόζονται εις όλα τα πράγματα, αλλά εις τα επιδεχόμενα διαίρεσιν και τα μη ακέραια. Δηλαδή ούτε της οράσεως υπάρχει γένεσις, ούτε της στιγμής ούτε της μονάδος, και κανέν από αυτά δεν είναι ούτε κίνησις ούτε γένεσις. Επομένως ούτε εις την ηδονήν δεν εφαρμόζονται, διότι είναι ακεραία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Οι όροι της τελείας ενεργείας&. ― Επειδή δε πάσα αίσθησις ενεργεί ως προς το αισθητόν, και τελείως ενεργεί η εν καλή καταστάσει αίσθησις ως προς το καλλίτερον πράγμα από όσα υποπίπτουν εις την αίσθησιν ― διότι κάτι τι παρόμοιον φαίνεται ότι είναι η τελεία ενέργεια ― και είτε λέγομεν ότι η ιδία ενεργεί είτε με εκείνο με το οποίον υφίσταται δεν έχει σημασίαν, διά τούτο έπεται ότι εις τα καθέκαστα καλλιτέρα είναι η ενέργεια του ευρισκομένου εις την καλλιτέραν κατάστασιν ως προς το καλλίτερον πράγμα από όσα υποπίπτουν εις αυτήν. Αυτή δε ημπορεί να είναι η τελειοτάτη και η ηδονικωτάτη. Διότι εις πάσαν αίσθησιν υπάρχει ηδονή, καθώς και εις πάσαν διανόησιν και σκέψιν, ηδονικωτάτη δε είναι η τελειοτάτη, τελειοτάτη δε η ηδονή του εις καλήν κατάστασιν ευρισκομένου ως προς το ανώτερον από όλα όσα υπάγονται εις αυτήν. Τελειοποιεί δε την ενέργειαν η ηδονή. Δεν τελειοποιεί όμως κατά τον ίδιον τρόπον η ηδονή και το αισθητόν μαζί με την αίσθησιν, όταν είναι σπουδαία, καθώς και η υγεία και ο ιατρός δεν είναι ομοίως αιτία του να είμεθα υγιείς. Ότι δε εις εκάστην αίσθησιν υπάρχει ιδιαιτέρα ηδονή είναι προφανές. Λέγομεν δηλαδή ότι τα δείνα θεάματα και ακροάματα είναι ηδονικά. Είναι δε επίσης φανερόν ότι είναι και εις τον ανώτατον βαθμόν ηδονικά, όταν και η αίσθησις είναι τελειοτάτη και το πράγμα ως προς το οποίον ενεργεί. Αφού δε είναι τοιαύτα και το αισθητόν και το αισθανόμενον, πάντοτε θα υπάρχη ηδονή, διότι υπάρχει βεβαίως το ενεργητικόν και το παθητικόν. Τελειοποιεί δε την ενέργειαν η ηδονή όχι ως διάθεσις ενυπάρχουσα εις αυτήν, αλλά ως κάποιον επερχόμενον αποτέλεσμα, καθώς είναι εις τους ακμαίους η ανθηρότης. Εν όσω λοιπόν είναι καθώς πρέπει το αισθητόν ή το νοητόν πράγμα, καθώς και η κρίσις ή η σκέψις, θα υπάρχη και εις την ενέργειαν η ηδονή. Διότι, αφού είναι όμοια και έχουν εκ φύσεως συμφωνίαν μεταξύ των το παθητικόν και το ενεργητικόν, είναι προωρισμένον να συμβαίνη πάντοτε το ίδιον.

&Αδύνατος η συνεχής ηδονή&. ― Πώς λοιπόν κανείς δεν ημπορεί συνεχώς να αισθάνεται ηδονήν; Ή μήπως διότι και αποκάμνει; Διότι όλα τα ανθρώπινα δεν είναι δυνατόν να ενεργούν κατά συνέχειαν. Επομένως δεν υπάρχει ούτε συνεχής ηδονή. Διότι η ηδονή συμβαδίζει με την ενέργειαν. Μερικά δε ευχαριστούν όσον είναι νέα, ύστερον δε όχι τόσον πολύ δι' αυτούς τους λόγους. Διότι εις την αρχήν προκαλείται ο νους. Και ενεργεί με έντασιν ως προς αυτά, καθώς εις την όρασιν όσοι βλέπουν ασκαρδαμυκτί, κατόπιν όμως δεν είναι ομοία η ενέργεια αλλά παρημελημένη.

Διά τούτο και η ηδονή επισκιάζεται. Ίσως δε νομίση κανείς ότι την ηδονήν την επιθυμούν όλοι καθώς επιθυμούν την ζωήν. Η ζωή όμως είναι ενέργεια και έκαστος ενεργεί ηδονικώς εις εκείνα τα πράγματα και με εκείνα τα όργανα τα οποία αγαπά περισσότερον• λόγου χάριν ο μεν μουσικός με την ακοήν του εις τας μελωδίας, ο δε φιλομαθής με την διάνοιαν εις τας θεωρίας, ομοίως δε και έκαστος από τους άλλους. Η δε ηδονή τελειοποιεί τας ενεργείας, επομένως και την ζωήν, την οποίαν επιθυμούν. Επομένως ευλόγως επιθυμούν και την ηδονήν. Διότι εις έκαστον αυτή τελειοποιεί την ζωήν του, η οποία είναι προτιμητέα. Αν δε χάριν της ηδονής προτιμώμεν την ζωήν ή χάριν της ζωής την ηδονήν, ας το αφήσωμεν κατά μέρος προς το παρόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Αλληλεγγύη μεταξύ ηδονής και ενεργείας&. ― Δηλαδή αυτά φαίνεται ότι είναι αλληλένδετα και δεν επιδέχονται χωρισμόν. Διότι χωρίς ενέργειαν δεν υπάρχει ηδονή, και πάλιν πάσαν ενέργειαν την τελειοποιεί η ηδονή. Διά τούτο φαίνεται ότι είναι διαφόρων ειδών. Διότι όσα είναι διαφόρου είδους νομίζομεν ότι τελειοποιούνται από διαφόρων ειδών αιτίας. Δηλαδή τοιαύτα φαίνονται και τα φυσικά και τα τεχνητά, λόγου χάριν τα ζώα και τα δένδρα και η εικών και το άγαλμα και η οικία και το έπιπλον. Ομοίως δε και αι ενέργειαι αι οποίαι είναι διαφόρου είδους τελειοποιούνται από διαφόρου είδους αιτίας. Διαφέρουν δε αι ενέργειαι της διανοίας από τας ενεργείας των αισθητηρίων, και αι τελευταίαι πάλιν μεταξύ των ως προς το είδος. Επομένως διαφέρουν και αι ηδοναί αι οποίαι τας τελειοποιούν. Τούτο δε ημπορεί να εννοηθή και εκ του ότι εκάστη ηδονή είναι αλληλένδετος με την ενέργειαν, την οποίαν τελειοποιεί. Διότι, όσον αυξάνει η σχετική ηδονή, τόσον αυξάνει και την ενέργειάν της. Δηλαδή περισσότερον κρίνουν τα καθέκαστα και τα λεπτολογούν όσοι ενεργούν με ηδονήν λόγου χάριν γεωμετρικοί γίνονται όσοι ευχαριστούνται με την γεωμετρίαν, και αυτοί πάλιν καλλίτερον εννοούν τας λεπτομερείας της, ομοίως δε και οι φιλόμουσοι και οι φιλοικοδόμοι και από τους άλλους προοδεύουν εις το έργον των, όσοι ευρίσκουν ευχαρίστησιν εις αυτό. Επομένως αι ηδοναί μεγαλόνουν μαζί με την ενέργειαν και όσα μεγαλόνουν μαζί είναι συγγενικά. Όσα όμως είναι διαφόρου είδους, επίσης και τα συγγενικά των είναι διαφόρου είδους. Τούτο δε ημπορεί να εννοηθή καλλίτερον εκ του ότι αι ηδοναί αι παραγόμεναι από διαφορετικάς ενεργείας γίνονται εμπόδια εις τας ενεργείας. Λόγου χάριν όσοι αγαπούν τον αυλόν δεν ημπορούν να προσέχουν εις τους λόγους, όταν ακούσουν να διέρχεται αυλητής, διότι περισσότερον τους ευχαριστεί η αυλητική παρά η εντός της διδασκαλίας ενέργεια. Επομένως η ηδονή η παραγομένη από την αυλητικήν τέχνην καταστρέφει την ενέργειαν της ψυχής την περιστρεφομένην εις τους λόγους. Ομοίως δε συμβαίνει τούτο και εις όλα τα άλλα, όταν κανείς ενεργή συγχρόνως ως προς δύο πράγματα. Δηλαδή η ηδονικωτέρα ενέργεια εκτοπίζει την άλλην, και εάν είναι πολύ μεγάλη η διαφορά της ως προς την ηδονήν, την εκτοπίζει περισσότερον, εις τρόπον ώστε ούτε καν να ενεργή κανείς ως προς την άλλην. Διά τούτο, όταν μας ευχαριστή υπερβολικά έν οποιονδήποτε πράγμα, δεν προσέχομεν πολύ εις το άλλο, και πάλιν, όταν έν πράγμα μας αρέση ολίγον, τότε ασχολούμεθα εις άλλα, καθώς λόγου χάριν όσοι μασούν διαρκώς φαγώσιμα εις τα θέατρα, όταν οι ηθοποιοί είναι μηδαμινοί, αυτό κυρίως κάμνουν τότε. Αφού δε η μεν συγγενική ηδονή κάμνει ακριβείς τας ενεργείας και διαρκεστέρας και καλλιτέρας, αι δε ξενικαί τας βλάπτουν, είναι φανερόν ότι απέχουν πολύ. Δηλαδή σχεδόν αι ξενικαί ηδοναί εκτελούν ό,τι εκτελούν αι συγγενικαί λύπαι. Διότι και αι συγγενικαί λύπαι καταστρέφουν τας ενεργείας• λόγου χάριν εάν εις κανένα το να γράφη είναι δυσάρεστον και οχληρόν ή το να υπολογίζη. Δηλαδή εκείνος μεν δεν γράφει, αυτός δε δεν υπολογίζει, διότι είναι ενοχλητική αυτή η ενέργεια. Επομένως εις τας ενεργείας προστίθεται από τας συγγενικάς ηδονάς το αντίθετον παρά ό,τι προστίθεται από τας συγγενικάς λύπας. Συγγενικαί δε είναι όσαι συμβαίνουν εξ αιτίας της ενεργείας καθ' εαυτήν. Αι δε ξενικαί ηδοναί είπαμεν ότι προξενούν κάτι τι παρόμοιον με την λύπην. Δηλαδή καταστρέφουν, όχι όμως ομοίως.

&Η αξία της ηδονής εξαρτάται από την ενέργειαν η οποία την γεννά&. ― Καθώς δε αι ενέργειαι έχουν διαφοράν μεταξύ των ως προς την ευπρέπειαν και την χυδαιότητα, και αι μεν πρώται είναι προτιμητέαι, αι δε δεύτεραι άξιαι αποστροφής, ομοίως συμβαίνει και εις τας ηδονάς. Διότι εις εκάστην ενέργειαν υπάρχει συγγενική ηδονή. Και λοιπόν η ηδονή η συγγενική με την σπουδαίαν ενέργειαν, είναι ευπρεπής, η συγγενική όμως με την ποταπήν ενέργειαν είναι χυδαία. Διότι και αι επιθυμίαι ακόμη των μεν καλών πραγμάτων είναι αξιέπαινοι, των δε αισχρών αξιοκατάκριτοι. Είναι δε συγγενικώτεραι διά τας ενεργείας αι κατά την διάρκειαν αυτών υπάρχουσαι ηδοναί παρά αι επιθυμίαι. Διότι αι μεν επιθυμίαι είναι χωρισμέναι και χρονικώς και κατά φύσιν, αι δε ηδοναί είναι αλληλένδετοι με τας ενεργείας και τόσον πολύ αδιαχώριστοι, ώστε να επιδέχεται αμφισβήτησιν μήπως είναι το ίδιον πράγμα η ενέργεια με την ηδονήν. Και όμως δεν φαίνεται να είναι η ηδονή διάνοια ούτε αίσθησις ― διότι αυτό είναι παράλογον ― αλλά μόνον επειδή δεν ξεχωρίζουν, φαίνονται εις μερικούς ότι είναι το ίδιον πράγμα. Καθώς λοιπόν αι ενέργειαι είναι διαφόρων ειδών, ομοίως και αι ηδοναί. Διαφέρει δε ως προς την διαύγειαν η όρασις από την αφήν και η ακοή και η όσφρησις από την γεύσιν. Ομοίως δε διαφέρουν και αι ηδοναί, δηλαδή και από αυτάς διαφέρουν αι περιστρεφόμεναι εις την διάνοιαν, και πάλιν διαφέρουν τα διάφορα είδη των δύο αυτών τάξεων μεταξύ των. Φαίνεται μάλιστα ότι εις έκαστον ζώον υπάρχει ιδιαιτέρα ηδονή, καθώς και έργον, διότι η ηδονή παράγεται εν καιρώ της ενεργείας. Αλλά και όταν κανείς προσέξη εις έκαστον ζώον ημπορεί να εννοήση αυτό. Διότι διάφορος είναι η ηδονή του ίππου και του κυνός και του ανθρώπου, και καθώς λέγει ο Ηράκλειτος ο όνος θα προτιμήση ένα αχυρόδεσμον παρά τον χρυσόν. Διότι η τροφή είναι διά τους όνους ηδονικωτέρα από τον χρυσόν. Λοιπόν αι μεν ηδοναί των ετεροειδών ενεργειών είναι ετεροειδείς, αι δε ηδοναί των ομοειδών ενεργειών είναι λογικόν να μη διαφέρουν. Και όμως δεν έχουν μικράν ποικιλίαν τουλάχιστον εις τους ανθρώπους. Διότι τα ίδια πράγματα άλλους μεν ευχαριστούν, άλλους δε ενοχλούν, και εις άλλους μεν είναι λυπηρά και μισητά, εις άλλους δε ηδονικά και αγαπητά. Και εις τα γλυκά ακόμη το ίδιον συμβαίνει. Δηλαδή δεν φαίνονται όμοια εις τον θερμασμένον και εις τον υγιή, ούτε το ίδιον φαίνεται θερμόν εις τον αδύνατον και εις τον εύρωστον. Ομοίως δε τούτο συμβαίνει και εις άλλα. Φαίνεται δε ότι εις όλας αυτάς τας περιπτώσεις πραγματικόν είναι εκείνο, το οποίον κρίνει ο σπουδαίος. Εάν δε τούτο είναι ορθόν, καθώς και φαίνεται, και αν μέτρον διά κάθε πράγμα είναι η αρετή και ο αγαθός, καθόσον είναι αγαθός, τότε και ηδοναί είναι όσαι φαίνονται εις αυτόν τοιαύται, και ηδονικά όσα ευχαριστούν αυτόν. Όσα όμως αυτός αποτροπιάζεται δεν είναι παράδοξον, αν εις κάποιον άλλον φαίνωνται ηδονικά. Διότι υπάρχουν πολλαί βλάβαι και εκφυλισμοί των ανθρώπων. Αυτά όμως δεν είναι πραγματικώς ηδονικά, παρά φαίνονται μόνον εις τούτους και τους έχοντας ομοίαν διάθεσιν με αυτούς. Και λοιπόν όσαι μεν είναι ομολογουμένως αισχραί, δεν πρέπει να τας ονομάσωμεν ηδονάς, παρά μόνον διά τους διεφθαρμένους. Από τας φαινομένας όμως ευπρεπείς ποίου είδους ή ποία ηδονή θα παραδεχθώμεν ότι ανήκει εις τον άνθρωπον; Ή μήπως αναλόγως των ενεργειών, διότι αυτάς παρακολουθούν αι ηδοναί; Λοιπόν είτε μία είναι είτε πολλαί αι ενέργειαι του τελείου και αξιομακαρίστου ανθρώπου, αι ηδοναί αι οποίαι τελειοποιούν αυτάς ημπορούν κυρίως να λέγωνται ηδοναί ανθρώπινοι, αι δε άλλαι κατά δεύτερον και ελάχιστον λόγον, καθώς και αι ενέργειαι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Η ευτυχία ως ενέργεια&. ― Αφού δε ωμιλήσαμεν περί των αρετών και περί φιλίας και ηδονής, υπολείπεται να ομιλήσωμεν με γενικόν τύπον περί της ευδαιμονίας, διότι αυτήν παραδεχόμεθα ως σκοπόν των ανθρωπίνων πραγμάτων, εάν δε αναθεωρήσωμεν τα προηγούμενα, ημπορεί ο λόγος μας να γίνη συντομώτερος. Είπαμεν λοιπόν ότι δεν είναι διάθεσις, διότι τότε θα ημπορούσε να υπάρχη η ευτυχία και εις τον κοιμώμενον καθ' όλην του την ζωήν, όταν φυτοζωή κανείς, έστω και αν υποφέρη τας μεγαλιτέρας δυστυχίας. Αφού λοιπόν αυτά δεν επιδοκιμάζονται και πρέπει μάλλον να την θεωρήσωμεν ως κάποιαν ενέργειαν, καθώς είπαμεν προηγουμένως, και αφού από τας ενεργείας άλλαι μεν είναι αναγκαίαι και προτιμητέαι χάριν άλλων πραγμάτων, άλλαι δε καθ' εαυτάς, είναι φανερόν ότι πρέπει να θεωρήσωμεν την ευτυχίαν ως κάποιαν από τας καθ' εαυτάς προτιμητέας και όχι χάριν άλλου. Διότι η ευδαιμονία δεν στερείται τίποτε, αλλ' είναι αυτάρκης. Είναι δε προτιμητέαι καθ' εαυτάς εκείναι, από τας οποίας δεν ζητείται τίποτε άλλο έξω από την ενέργειαν. Τοιαύται δε φαίνονται αι ενάρετοι πράξεις. Δηλαδή αι καλαί και σπουδαίαι πράξεις είναι από τας καθ' εαυτάς προτιμητέας. Επίσης δε και τα ηδονικά παιγνίδια. Διότι δεν προτιμούν αυτά χάριν άλλων πραγμάτων. Δηλαδή μάλλον βλάπτονται από αυτά παρά ωφελούνται, επειδή παραμελούν τα σώματά των και τα υπάρχοντά των. Καταφεύγουν δε εις τοιαύτα χασομέρια οι περισσότεροι από τους μακαριζομένους, και διά τούτο πλησίον των τυράννων ευδοκιμούν όσοι είναι ευτράπελοι εις τοιαύτα χασομέρια. Διότι εις όσα εκείνοι επιθυμούν, εις αυτά παρουσιάζουν τον εαυτόν τους ηδονικόν. Και έχουν ανάγκην τοιούτων. Φαίνονται λοιπόν αυτά ότι είναι χαρακτηριστικά της ευτυχίας, διότι όσοι ευρίσκονται μέσα εις τας εξουσίας περνούν τας ώρας των με αυτά, ίσως όμως αι τοιαύται δεν αποτελούν καμμίαν απόδειξιν. Διότι δεν υπάρχει εις τας εξουσίας η αρετή ούτε ο νους, εκ των οποίων προέρχονται αι σπουδαίαι ενέργειαι, ούτε πάλιν, επειδή αυτοί είναι άγευστοι καθαρείας και ευγενούς ηδονής και καταφεύγουν εις τας σωματικάς, διά τούτο πρέπει να τας θεωρήσωμεν αυτάς προτιμοτέρας. Διότι και τα παιδιά θεωρούν ως καλλίτερα όσα εκτιμούν αυτά. Είναι λογικόν λοιπόν καθώς μεταξύ παιδίων και ανδρών υπάρχει διαφορά γνωμών ως προς τα τιμαλφή πράγματα, το ίδιον να υπάρχη και μεταξύ χυδαίων και ευπρεπών. Καθώς λοιπόν είπαμεν πολλάκις, και τίμια και ηδονικά είναι όσα φαίνονται ως τοιαύτα εις τον σπουδαίον. Δι' έκαστον δε είναι προτιμοτέρα η ενέργεια, η οποία συμφωνεί με την ιδικήν του διάθεσιν, επομένως και εις τον σπουδαίον η σύμφωνος με την αρετήν. Επομένως δεν υπάρχει εις το παιγνίδιον η ευδαιμονία. Διότι ακόμη εξ άλλου είναι παράλογον να είναι σκοπός το παιγνίδι και να καταγινώμεθα και να κακοπαθούμεν εις όλην μας την ζωήν χάριν των παιγνιδίων. Δηλαδή όλα γενικώς τα προτιμώμεν χάριν άλλου εκτός της ευτυχίας. Διότι αυτή είναι ο σκοπός. Και βεβαίως το να καταγινώμεθα και να κοπιάζωμεν χάριν του παιγνιδιού φαίνεται ηλιθιότης και πολύ παιδαριώδες. Το να παίζη όμως κανείς χάριν σπουδής, καθώς ο Ανάχαρσις, φαίνεται ότι είναι ορθόν. Διότι το παιγνιδι ομοιάζει με ανάπαυσιν και επειδή οι άνθρωποι δεν ημπορούν να κοπιάζουν συνεχώς, έχουν ανάγκην αναπαύσεως. Επομένως δεν είναι αποτέλεσμα η ανάπαυσις, διότι γίνεται προς χάριν κάποιας ενεργείας. Φαίνεται όμως ότι ο ευτυχής βίος είναι σύμφωνος με την αρετήν. Αυτός δε υπάρχει με την σπουδαιότητα και όχι με τα παιγνίδια. Έπειτα θεωρούμεν ως καλλίτερα τα σπουδαία, παρά τα γελοία και τα παιδαριώδη. Και πάντοτε θεωρούμεν καλλιτέραν την ενέργειαν του καλλιτέρου ψυχικού μέρους και του σπουδαιοτέρου ανθρώπου, η ενέργεια όμως του καλλιτέρου είναι καλλιτέρα και συντελεστικωτέρα εις την ευτυχίαν. Έπειτα τας σωματικάς ηδονάς ημπορεί να τας απολαύση και ο τυχών και ένα ανδράποδον όχι ολιγώτερον από τον καλλίτερον άνθρωπον. Την ευτυχίαν όμως κανείς δεν την μεταδίδει εις έν ανδράποδον, εκτός εάν μεταδώση και βίον. Διότι δεν συνίσταται η ευτυχία εις τοιούτου είδους χασομέρια, αλλά εις τας εναρέτους ενεργείας, καθώς είπαμεν και προηγουμένως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Η ευτυχία ως η καλλίστη ενέργεια&. ― Αφού δε η ευτυχία είναι ενέργεια σύμφωνος με την αρετήν, είναι εύλογον να είναι σύμφωνος με την ανωτάτην αρετήν. Αυτή δε θα είναι η αρετή του αρίστου μέρους. Είτε λοιπόν ο νους είναι αυτό, είτε άλλο τίποτε, το οποίον φαίνεται ότι εκ φύσεως κυριαρχεί και πρωτοστατεί και εννοεί τα καλά και τα θεία, και είτε είναι το ίδιον θείον πράγμα, είτε είναι από τα θεϊκώτερα εξ όσων έχομεν εντός μας, η ενέργεια αυτού θα είναι τελεία ευτυχία συμφώνως με την ειδικήν αρετήν. Ότι δε είναι θεωρητική, το είπαμεν. Τούτο δε φαίνεται ότι συμβιβάζεται και με τα προηγούμενα και με την αλήθειαν. Διότι αυτή η ενέργεια είναι ακόμη και ανωτάτη, διότι και ο νους είναι το ανώτατον από όσα έχομεν εντός μας. Και περιστρέφεται εις τα υποκείμενα εις την γνώσιν, εις τα οποία περιστρέφεται και ο νους. Έπειτα είναι και η πλειότερον συνεχής. Δηλαδή περισσότερον ημπορούμεν να συλλογιζώμεθα διαρκώς, παρά να εκτελούμεν οτιδήποτε. Έπειτα φρονούμεν ότι με την ευδαιμονίαν πρέπει να συνυπάρχη και ηδονή, ηδονικωτέρα όμως από όλας τας ευαρέστους ενεργείας είναι ομολογουμένως η σοφία. Τουλάχιστον η φιλοσοφία φαίνεται ότι παρέχει θαυμασίας ηδονάς υπό έποψιν ξεκαθαρίσματος και πεποιθήσεως, είναι δε ακόμη ευλογοφανές να διάγουν τερπνότερον οι γνωρίζοντες παρά οι ερευνώντες. Έπειτα και η λεγομένη αυτάρκεια ίσως περιστρέφεται κυρίως εις την θεωρίαν. Διότι τα μεν προς το ζην αναγκαία τα χρειάζεται και ο σοφός και ο δίκαιος, καθώς και πας άλλος. Από όσους όμως είναι προικισμένοι με τοιαύτας αρετάς, ο μεν δίκαιος έχει ανάγκην των ατόμων, εις τα οποία θα εφαρμόση την δικαιοσύνην του και θα συμπράξη, ομοίως δε και ο σώφρων και ο ανδρείος και ο καθείς από τους άλλους. O σοφός όμως, και μόνος του αν είναι, ημπορεί να συλλογίζεται, και τόσον περισσότερον ημπορεί, όσον περισσότερον είναι σοφός. Ίσως όμως είναι προτιμότερον να έχη και συνεργάτας, οπωσδήποτε όμως είναι ο πλέον αυτάρκης. Ημπορεί δε να νομισθή ότι μόνη αυτή η αρετή αγαπάται καθ' εαυτήν, διότι τίποτε δεν παράγεται από αυτήν ξεχωριστόν από την θεωρίαν, ενώ από τας εφηρμοσμένας αρετάς περισσεύομεν κάτι τι, ή ως περίσσευμα ή ως ζημίαν έξω από την πράξιν. Έπειτα η ευτυχία φαίνεται ότι συνίσταται εις την σχόλην. Διότι ασχολούμεθα διά να απολαύσωμεν σχόλην, καθώς πολεμούμεν διά να αποκτήσωμεν ειρήνην. Και λοιπόν των μεν εκτελεστικών (πρακτικών) αρετών η ενέργεια υπάρχει εις τα πολιτικά και εις τα πολεμικά πράγματα. Αι πράξεις όμως αι οποίαι περιστρέφονται εις αυτά φαίνονται ότι απαιτούν σχόλην. Και αι μεν πολεμικαί φαίνονται τελείως τοιαύται, διότι κανείς δεν αποφασίζει τον πόλεμον διά να έχη πόλεμον διαρκώς, ούτε δι' αυτό ετοιμάζονται προς πόλεμον. Διότι τότε θα εφαίνετο ότι είναι εντελώς αιμοβόρος, αφού τους συμφιλιωμένους τους κάμνει αντιπάλους, διά να συμβούν συμπλοκαί και φόνοι. Επίσης όμως ζητεί σχόλην και η πράξις του πολιτικού, και έξω από την ανάμιξιν εις τα πολιτικά αποκτά δυνάμεις και τιμάς ή ακόμη και αυτήν την ευτυχίαν διά το ιδικόν του άτομον και διά τους πολίτας, η οποία ευτυχία δεν είναι το ίδιον με την πολιτικήν, και την ζητούμεν βεβαίως, διότι είναι διαφορετική. Αφού λοιπόν από τας εναρέτους πράξεις αι πολιτικαί και πολεμικαί υπερέχουν ως προς την υπόληψιν και την σπουδαιότητα, αυταί δε τείνουν εις την σχόλην και επιθυμούν κάποιον τέλος, και προς τούτοις δεν είναι καθ' εαυτάς προτιμητέαι, και αφού εξ άλλου η ενέργεια του νου φαίνεται ότι υπερέχει κατά την σπουδαιότητα, διότι είναι θεωρητική, και έξω από τον εαυτόν της δεν επιθυμεί κανέν άλλο αποτέλεσμα, ακόμη δε φαίνεται ότι περιέχει τελείαν ηδονήν ― η δε ηδονή μεγαλύνει μαζί της και την ενέργειαν ― αφού τέλος η αυτάρκεια και η σχόλη και η αφροντισία, όσον είναι δυνατόν να υπάρχουν εις τον άνθρωπον και όλα τα άλλα αποδίδονται εις τον αξιομακάριστον συμφώνως με αυτήν την ενέργειαν, έπεται τότε ότι αυτή θα είναι η τελεία ευτυχία του ανθρώπου, αρκεί να αποκτήση τέλειον μήκος βίου. Διότι από όλα όσα ανήκουν εις την ευτυχίαν τίποτε δεν είναι ατελές. Ίσως δε ο τοιούτος βίος είναι ανώτερος από τας δυνάμεις του ανθρώπου. Δηλαδή δεν θα απολαύση κανείς αυτήν την ζωήν καθόσον είναι άνθρωπος, αλλά καθόσον έχει εντός του κάτι τι θεϊκόν. Όσον δε υπερέχει τούτο από το μίγμα, τόσον υπερέχει και αυτή η ενέργεια από την ενέργειαν της άλλης αρετής. Εάν λοιπόν ο νους είναι θεϊκόν πράγμα εν συγκρίσει προς τον άνθρωπον, έπεται ότι και ο σύμφωνος με τον νουν βίος είναι θείος συγκρινόμενος με τον ανθρώπινον. Και δεν πρέπει να ακούωμεν όσους μας συμβουλεύουν να έχωμεν ανθρώπινα φρονήματα ούτε πρόσκαιρα, ως θνητοί, αλλά όσον μας επιτρέπεται, να επιδιώκωμεν την αθανασίαν και να εκτελούμεν όσα απαιτούνται διά να ζώμεν συμφώνως προς το καλλίτερον μέρος της ψυχής μας. Διότι, αν και είναι κατά τον όγκον μικρόν, κατά την δύναμιν όμως και την αξίαν είναι ανώτερον από όλα. Ίσως δε νομισθή και δι' έκαστον ότι αυτό αποτελεί τον ατομισμόν του, αφού είναι το κυρίαρχον και το καλλίτερον, επομένως θα ήτο παράλογον να προτιμήσωμεν όχι τον βίον, ο οποίος ιδιάζει εις αυτό, αλλά εις κανέν' άλλο. Και ό,τι είπαμεν προηγουμένως εφαρμόζεται και τόρα. Δηλαδή το συγγενικόν εκ φύσεως δι' έκαστον πράγμα είναι το καλλίτερον και ηδονικώτερον δι' έκαστον, επομένως και διά τον άνθρωπον τοιούτος είναι ο βίος ο σύμφωνος με τον νουν, αφού βεβαίως αυτός κυρίως αποτελεί τον άνθρωπον. Αυτός λοιπόν ο βίος είναι και ο ευτυχέστερος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Η ανθρωπίνη ευτυχία ως θεία εν σχέσει προς τα ζώα&. ― Κατά δεύτερον δε λόγον έρχεται ο βίος ο σύμφωνος με την άλλην αρετήν. Διότι αι ενέργειαι αυτής είναι ανθρώπινοι. Δηλαδή τα δίκαια και τα ανδρεία και τα άλλα ενάρετα έργα εκτελούμεν μεταξύ μας εις τας διαφόρους συναλλαγάς και ανάγκας και πράξεις, και διατηρούμεν ως προς τα πάθη μας το ορθόν μέτρον δι' έκαστον, όλα δε αυτά φαίνονται ανθρώπινα. Μερικά μάλιστα φαίνονται ότι προέρχονται από το σώμα, και εις πολλά φαίνεται ότι εξοικειώθη με τα πάθη η ηθική αρετή. Ακόμη δε και η φρόνησις συνεδέθη με την ηθικήν αρετήν, και αυτή πάλιν με την φρόνησιν, αφού αι μεν αρχαί της φρονήσεως είναι σύμφωνοι με τας ηθικάς αρετάς, το δε ορθόν μέτρον των ηθικών συμφωνεί με την φρόνησιν. Ίσως δε αυταί, αφού είναι συνηρμοσμέναι με τα πάθη, περιστρέφονται εις το σύνθετον. Και βεβαίως αι αρεταί του συνθέτου είναι ανθρώπινοι. Επομένως ανθρώπινος είναι και ο σύμφωνος με αυτάς βίος και η ομοία ευτυχία, ενώ η αρετή του νου είναι χωρισμένη. Και βεβαίως είναι αρκετά αυτά περί αυτής, διότι αι λεπτομέρειαι είναι ανώτεραι από το προκείμενον θέμα. Φαίνεται δε ότι και από την εξωτερικήν βοήθειαν έχει πολύ ολίγην ανάγκην ή τουλάχιστον ολιγωτέραν παρά η ηθική. Δηλαδή ναι μεν των απολύτως αναγκαίων ημπορούμεν να δεχθώμεν ότι υπάρχει ανάγκη και εις τας δύο και μάλιστα εξ ίσου, αν και περισσότερον φροντίζει διά το σώμα ο πολιτικός (ηθικολόγος) και δι' όσα είναι σχετικά ― διότι είναι μικρά η διαφορά, αν υπάρχη ― ως προς τας ενεργείας όμως έχουν μεγάλην διαφοράν, λόγου χάριν εις μεν τον φιλελεύθερον θα χρειασθούν χρήματα διά να εφαρμόση την γενναιοδωρίαν του, και βεβαίως και εις τον δίκαιον διά να ανταποδίδη ― διότι αι απλαί προαιρέσεις είναι αφανείς, και ημπορούν να προσποιούνται και όσοι δεν είναι δίκαιοι ότι θέλουν να εκτελούν τα δίκαια ― και ο ανδρείος θα χρειασθή δύναμιν, εάν πρόκειται να εκτελέση κάτι τι σύμφωνον με την αρετήν του, και ο σώφρων θα χρειασθή εξουσίαν. Διότι πώς θα φανερωθή η ιδιότης ή αυτού ή κανενός από τους άλλους; Διαφιλονικείται δε, αν είναι σπουδαιότερον μέρος της αρετής η προαίρεσις ή αι πράξεις, διότι αυτή συνίσταται και εις τα δύο. Και βεβαίως το τέλειον είναι φανερόν ότι θα συνίσταται και εις τα δύο. Αλλά διά τας πράξεις χρειάζεται πολλά πράγματα, και όσον αυταί είναι σπουδαιότεραι και καλλίτεραι, τόσον περισσότερα χρειάζεται, θεωρητικώς όμως δεν χρειάζεται τίποτε από αυτά διά να ενεργή τουλάχιστον, αλλά ημπορούμεν να ειπούμεν μάλιστα ότι τα άλλα είναι και εμποδιστικά διά την θεωρίαν. Καθόσον όμως είναι άνθρωπος και συζή με περισσοτέρους προτιμά να πράττη τα σύμφωνα με την αρετήν, επομένως θα χρειασθή αυτά διά να φέρεται ως άνθρωπος. Ότι όμως η τελεία ευτυχία είναι κάποια θεωρητική ενέργεια, ημπορεί να εννοηθή και από το εξής. Δηλαδή τους θεούς προ πάντων τους θεωρούμεν μακαρίους και ευτυχείς. Αλλά τόρα ποίας πράξεις πρέπει να αποδώσωμεν εις αυτούς; Άραγε τας δικαίας; Ή μήπως θα μας φανούν γελοίοι, αν κάμνουν συναλλαγάς και επιστρέφουν παρακαταθήκας και όλα τα παρόμοια;

Αλλά μήπως τας ανδρείας πράξεις θα αποδώσωμεν εις αυτούς και ότι υποφέρουν τα επίφοβα και ότι ριψοκινδυνεύουν, διότι αυτό είναι ένδοξον πράγμα; Ή μήπως τας ελευθεριότητας; Αλλά εις ποίον θα δωρίσουν; Είναι δε ακόμη και παράλογον να νομίζωμεν ότι και αυτοί έχουν νόμισμα ή κάτι τι παρόμοιον. Αν δε είναι σώφρονες, τι θα κάμουν; Ή μήπως είναι οχληρός έπαινος το ότι δεν έχουν ποταπάς επιθυμίας; και εν γένει, αν εξετάσωμεν όλας τας πράξεις, θα φανούν μικραί και ανάξιαι των θεών. Και όμως όλοι πιστεύουν δι' αυτούς ότι ζουν, επομένως και ότι ενεργούν, και όχι βεβαίως ότι κοιμώνται καθώς ο Ενδυμίων. Και λοιπόν εις τον έχοντα ζωήν, όταν αφαιρεθή η πράξις και πολύ περισσότερον η δημιουργία, τι άλλο μένει παρά η θεωρία; Επομένως η ενέργεια του θεού, η οποία υπερέχει κατά την μακαριότητα, φαίνεται ότι είναι θεωρητική. Αλλά και από τας ανθρωπίνους ενεργείας ευτυχέστατη είναι η όσον το δυνατόν συγγενής με αυτήν.

Απόδειξις δε τούτου είναι και ότι τα άλλα ζώα δεν μετέχουν της ευτυχίας, διότι είναι εντελώς εστερημένα της τοιαύτης ενεργείας. Δηλαδή εις μεν τους θεούς ολόκληρος ο βίος είναι αξιομακάριστος, διότι η ενέργεια των είναι τοιούτου είδους, εις τους ανθρώπους όμως είναι αξιομακάριστος, εφ' όσον υπάρχει εις αυτούς κάποιον ομοίωμα της τοιαύτης ενεργείας. Εκ δε των άλλων ζώων κανέν δεν ευτυχεί, διότι κατ' ουδένα τρόπον δεν μετέχει της θεωρίας. Επομένως, όπου εξαπλούται η θεωρία, εκεί υπάρχει και η ευτυχία, και όσοι έχουν περισσοτέραν την θεωρίαν, έχουν και την ευτυχίαν όχι κατά σύμπτωσιν, αλλά εξ αιτίας της θεωρίας, διότι αυτή είναι πολύτιμος καθ' εαυτήν. Επομένως η ευτυχία θα είναι κάποια θεωρία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Η ευτυχία και τα εξωτερικά αγαθά&. ― θα χρειασθή όμως και την εξωτερικήν ευτυχίαν, αφού είναι άνθρωπος. Διότι δεν είναι αυτάρκης η φύσις διά την θεωρίαν, αλλά χρειάζεται και το σώμα να είναι υγιές και να υπάρχη η τροφή και όλη η περιποίησις. Αλλά δεν πρέπει να νομίσωμεν ότι θα έχη πολλάς και μεγάλας ανάγκας ο ευτυχής, εκ του ότι δεν είναι δυνατόν να είναι ευτυχής χωρίς εξωτερικά αγαθά. Διότι η αυτάρκεια δεν συνίσταται εις την υπερβολήν ούτε ημπορεί να κριθή από τας πράξεις. Και είναι βεβαίως δυνατόν και χωρίς να εξουσιάζη κανείς γην και θάλασσαν να εκτελή τα καλά. Διότι και με μέτρια μέσα ημπορεί κανείς να εξασκή την αρετήν. Τούτο δε είναι δυνατόν να εννοηθή καθαρά. Διότι τα άτομα φαίνονται ότι εκτελούν τα πρέποντα όχι ολιγώτερον από τους πανισχύρους, αλλά και περισσότερον ακόμη. Είναι δε αρκετόν να υπάρχουν τόσα μόνον. Διότι τότε θα είναι ευτυχής ο βίος εκείνου, όστις ενεργεί συμφώνως με την αρετήν. Και ο Σόλων δε ακόμη ίσως εχαρακτήριζε καλώς τους ευτυχείς, λέγων ότι τοιούτοι είναι όσοι έχουν μέτρια εξωτερικά χορηγήματα, αφού όμως εκτελέσουν όσον είναι δυνατόν τα λαμπρότερα κατά την γνώμην του και ζήσουν σωφρόνως. Διότι είναι δυνατόν και όσοι έχουν μέτρια να κάμνουν ό,τι πρέπει. Φαίνεται δε ότι και ο Αναξαγόρας δεν εθεώρησε πλούσιον ούτε πανίσχυρον τον ευτυχή, και είπε ότι δεν είναι παράδοξον να νομισθή παράλογος εις τους περισσοτέρους. Διότι αυτοί κρίνουν από τα εξωτερικά, επειδή αυτά μόνον αντιλαμβάνονται. Επομένως φαίνεται ότι συμφωνούν με τους λόγους μας αι γνώμαι των σοφών. Λοιπόν είναι μεν και αυτά κάπως πιστευτά, η αλήθεια όμως εις τα εκτελεστά κρίνεται από τα έργα και τον βίον. Διότι εις αυτά έγκειται η σπουδαιότης. Λοιπόν πρέπει να προσέχωμεν εις όσα ελέχθησαν προηγουμένως, και να τα εφαρμόζωμεν εις τα έργα και τον βίον, και εις όσους μεν συνάδουν με τα έργα να τα παραδεχώμεθα, εις όσους δε διαφωνούν να τα θεωρούμεν απλώς λόγια. Όστις δε ενεργεί συμφώνως με τον νουν, και αυτόν καλλιεργεί και είναι εις καλλίστην διάθεσιν, ως προς αυτό, φαίνεται ότι είναι και θεοφιλέστατος. Διότι, εάν υπάρχη κάποια φροντίς εις τους θεούς διά τα ανθρώπινα, καθώς φαίνεται να υπάρχη, τότε θα είναι λογικόν να ευχαριστούνται αυτοί με το άριστον και συγγενέστατον ― τούτο δε ίσως είναι ο νους ― και προ πάντων ανταμείβουν εκείνους οι οποίοι προ πάντων αυτόν αγαπούν και τιμούν, διότι αυτοί περιποιούνται πράγματα αγαπητά εις αυτούς και κάμνουν ορθά και καλά. Ότι δε όλα αυτά υπάρχουν προ πάντων εις τον σοφόν δεν είναι δυσνόητον, ώστε είναι επόμενο, ο ίδιος άνθρωπος να είναι θεοφιλέστατος και συγχρόνως ο ευτυχέστατος. Ώστε και με αυτόν τον τρόπον ίσως αποδεικνύεται ευτυχής προ πάντων ο σοφός.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

&Διά την αρετήν δεν αρκεί απλή θεωρία, αλλά απαιτείται και πράξις&. ― Αλλά τόρα, αφού είπαμεν αρκετά περί αυτών και περί των αρετών, προσέτι δε και περί φιλίας και ηδονής εις γενικάς γραμμάς, άραγε πρέπει να νομίσωμεν ότι ετελείωσε το ζήτημα μας; Ή μήπως, καθώς λέγεται, δεν είναι τέλος εις τα εκτελεστά το να ερευνήσωμεν τα καθέκαστα και να τα εννοήσωμεν, αλλά μάλλον να τα εκτελούμεν; Επομένως και περί της αρετής μήπως δεν αρκεί να την γνωρίζωμεν, αλλά πρέπει να προσπαθήσωμεν να την αποκτήσωμεν και να την μεταχειριζώμεθα ή να φροντίσωμεν με οποιονδήποτε άλλον τρόπον να γίνωμεν αγαθοί; και λοιπόν, εάν οι λόγοι ήσαν αρκετοί διά να μας καταστήσουν καλούς, δικαίως θα εκέρδιζαν πολλούς και μεγάλους μισθούς, καθώς λέγει ο Θέογνις, και τότε θα ήτο ανάγκη να τους προμηθευώμεθα. Τόρα όμως αποδεικνύονται ότι έχουν μεν την δύναμιν να προτρέψουν και παρακινήσουν τους ευγενείς από τους νέους και να καταστήσουν το ευγενές και πραγματικώς φιλοπρόοδον ήθος κατάμεστον από αρετήν, τους περισσοτέρους όμως δεν ημπορούν να τους προτρέψουν εις την καλοκαγαθίαν. Διότι αυτοί δεν επλάσθησαν να υποτάσσωνται πειθαρχικώς εις την εντροπήν αλλά εις τον φόβον, ούτε να αποφεύγουν τας χυδαιότητας από αίσχος αλλά ένεκα της τιμωρίας. Διότι ζουν με τα πάθη των και επιζητούν τας σχετικάς ηδονάς και τα μέσα τα οποία φέρουν αυτάς, αποφεύγουν δε τας αντιθέτους λύπας, το δε καλόν και πραγματικώς ηδονικόν δεν το αντιλαμβάνονται, διότι δεν το εδοκίμασαν. Και λοιπόν τους τοιούτους ποίος λόγος ημπορεί να τους μεταρρυθμίση; Διότι είναι αδύνατον, ή δεν είναι εύκολον, όσα από καιρόν εκυριεύθησαν από τα ήθη, αυτά να τα εκτοπίσωμεν με λόγους. Ίσως δε είναι αρκετόν το να αποκτήσωμεν αρετήν, όταν έχωμεν όλα τα μέσα διά να γίνωμεν καλοί. Νομίζουν δε άλλοι μεν ότι οι αγαθοί γεννώνται πλασμένοι εκ φύσεως, άλλοι δε ότι γίνονται με την συνήθειαν, και άλλοι ότι γίνονται με την διδασκαλίαν. Και λοιπόν παν ό,τι εξαρτάται από την φύσιν, είναι φανερόν ότι δεν είναι εις την εξουσίαν μας, αλλά ευρίσκεται εις τους πραγματικώς ευτυχείς διά μέσου κάποιας θείας αιτίας, ο λόγος όμως και η διδαχή ας προσέξωμεν μήπως δεν ισχύουν εις όλους, αλλά πρέπει να επεξεργασθώμεν προηγουμένως την ψυχήν του ακροατού εις το να ευχαριστήται και να μισή ορθώς, καθώς επεξεργαζόμεθα το χώμα, οποίον πρόκειται να θρέψη τον σπόρον. Διότι δεν είναι δυνατόν να ακούση λόγον αποτρεπτικόν ούτε να τον εννοήση όστις ζη με τα πάθη του. Και εκείνον όστις ούτω πως διάκειται, πώς είναι δυνατόν να τον μεταπείσωμεν; Εν γένει δε φαίνεται ότι το πάθος δεν υποχωρεί εις τον λόγον, αλλά εις την βίαν. Επομένως πρέπει το προϋπάρχον ήθος να είναι κάπως συγγενικόν με την αρετήν, και να αγαπά το καλόν και να αποτροπιάζεται το άσχημον. Έπειτα δε εκ παιδικής ηλικίας να λάβη κανείς καλήν αγωγήν διά την αρετήν είναι δύσκολον, όταν δεν μεγαλώση με αναλόγους νόμους. Διότι η σωφρονική και εγκρατής ζωή δεν αρέσει εις τους πολλούς, και μάλιστα εις τους νέους. Διά τούτο οι νόμοι πρέπει να ορίζουν την ανατροφήν και τας ασχολίας. Διότι δεν θα είναι ενοχλητικά, όταν συνηθισθούν. Ίσως όμως δεν είναι αρκετόν ενόσω είναι νέοι να απολαύσουν ανατροφήν και επιμέλειαν ορθήν, αλλά επειδή χρειάζεται και όταν γίνουν άνδρες να εκτελούν αυτά και να εξασκούνται, ίσως θα είχαμεν ανάγκην νόμων και δι' αυτά, και εν γένει δι' όλην την ζωήν. Διότι οι περισσότεροι υποτάσσονται μάλλον εις την ανάγκην παρά εις τον λόγον, και μάλλον εις την τιμωρίαν παρά εις το καλόν. Διά τούτο νομίζουν μερικοί, ότι οι νομοθέται οφείλουν μεν να παρακινούν και να προτρέπουν εις την αρετήν χάριν του καλού, με την ελπίδα ότι θα υπακούσουν όσοι είναι εκ των προτέρων καθώς πρέπει εις τα ήθη, εις τους απειθείς όμως και αβελτέρους να επιβάλλουν τιμωρίας και αποζημιώσεις, και όσοι είναι εντελώς αθεράπευτοι να τους εξορίζουν. Διότι όστις είναι καθώς πρέπει και ζη συμφώνως με το καλόν θα υποταχθή εις τον λόγον, ο κακός όμως, ο οποίος επιθυμεί την ηδονήν μόνον, πρέπει να τιμωρήται με την λύπην, καθώς το ζώον. Διά τούτο λέγουν ότι πρέπει να επιβάλλωνται αι ενοχλήσεις εκείναι, αι οποίαι φαίνονται πλειότερον αντίθετοι εις τας αγαπωμένας από αυτούς ηδονάς.

&Η ανάγκη της νομοθεσίας&. ― Αφού λοιπόν όστις πρόκειται να γίνη αγαθός, καθώς είπαμεν, πρέπει να ανατραφή και να συνηθίση καλά, τότε ομοίως πρέπει να ζη με καλάς ασχολίας και ούτε ακουσίως ούτε εκουσίως να πράττη ποταπάς πράξεις. Αυτά δε ημπορούν να γίνουν, όταν ζουν με τον νουν και με ορθήν διάταξιν, η οποία να υπερισχύη. Και λοιπόν η μεν πατρική προσταγή δεν έχει χαρακτήρα ισχυρόν και αναγκαστικόν ούτε γενικώς η προσταγή ενός ανδρός, εκτός αν είναι βασιλεύς ή κάποιος όμοιος με βασιλέα. O νόμος όμως έχει δύναμιν καταναγκαστικήν, και είναι λόγος προερχόμενος από κάποιαν φρόνησιν και νουν. Και από μεν τους ανθρώπους οι νέοι μεν μισούν εκείνους οι οποίοι εναντιόνονται εις τας ορμάς των, και όταν εκτελούν αυτό το καθήκον ορθώς. O νόμος όμως δεν είναι οχληρός, όταν διατάσση το ορθόν. Μόνον δε εις το πολίτευμα των Λακεδαιμονίων και ολίγα άλλα φαίνεται ότι ο νομοθέτης εφρόντισε περί της ανατροφής και των ασχολιών. Εις τα περισσότερα όμως πολιτεύματα παρημελήθησαν τα τοιαύτα, και έκαστος ζη καθώς θέλει, και εξουσιάζει τα παιδιά του και την γυναίκα του ως Κύκλωψ {21}. Το καλλίτερον λοιπόν είναι να γίνεται κοινή η επιμέλεια και ορθή, και να είναι δυνατόν να εκτελήται τούτο. Όταν όμως το κοινόν παραμελή, φαίνεται ότι οφείλει έκαστος να συντελή διά τα τέκνα του και τους φίλους του ως προς την αρετήν, ή τουλάχιστον να έχη προαίρεσιν. Κυρίως δε φαίνεται από όσα είπαμεν ότι θα ημπορέση να το εκτελέση εάν γίνη νομοθέτης. Διότι αι μεν κοιναί επιμέλειαι είναι φανερόν ότι γίνονται με τους νόμους, καλαί όμως είναι αι γενόμεναι με τους σπουδαίους νόμους. Είτε όμως είναι γραπτοί είτε άγραφοι, δεν φαίνεται να έχη καμμίαν σημασίαν, ούτε πάλιν αν με αυτούς θα ανατραφή ένας ή πολλοί, καθώς δεν έχει σημασίαν τούτο ούτε εις την μουσικήν και την γυμναστικήν και τας άλλας ασχολίας. Διότι καθώς εις τας πόλεις κατισχύουν τα νόμιμα και τα ήθη, ομοίως και εις τας οικογενείας κατισχύουν οι πατρικοί λόγοι και αι συνήθειαι, και πολύ περισσότερον εξ αιτίας της συγγενείας και των ευεργεσιών. Διότι και εκ των προτέρων τους σέβονται και υποτάσσονται εκ φύσεως• Έπειτα έχουν διαφοράν αι ατομικαί ανατροφαί από τας κοινάς, καθώς συμβαίνει εις την ιατρικήν. Δηλαδή γενικώς μεν εις τον θερμασμένον ωφελεί η νηστεία και η ησυχία, εις κάποιον όμως όχι, και πάλιν ο πυγμάχος ίσως δεν εφαρμόζει εις όλους την ιδίαν τακτικήν. Ίσως λοιπόν τελειοποιείται το καθέκαστον, όταν γίνη ατομική η επιμέλεια. Διότι τότε περισσότερον επιτυγχάνει το ανάλογον έκαστος. Αλλά ίσως μεν ημπορεί κάλλιστα να επιμεληθή έκαστον άτομον και ο ιατρός και ο γυμναστής, και πας άλλος ο οποίος γνωρίζει το γενικόν το οποίον εφαρμόζεται εις όλους, παρά εις τούτους εδώ, διότι αι επιστήμαι λέγονται και περιστρέφονται εις κοινά πράγματα. Ουχ ήττον όμως ίσως δεν είναι δύσκολον να επιμεληθή και ένα μόνον όστις είναι ανεπιστήμων, αφού αντελήφθη όμως με ακρίβειαν εκ πείρας όσα συμβαίνουν εις έκαστον, καθώς και μερικοί φαίνονται ότι είναι κάλλιστοι ιατροί διά τον εαυτόν των, ενώ δια τους άλλους δεν ημπορούν να βοηθήσουν διόλου. Ίσως λοιπόν νομισθή εξ ίσου ορθόν ότι, όστις θέλει να γίνη τεχνικός και θεωρητικός, πρέπει να προχωρήση εις τα γενικά, και να γνωρίση αυτά όσον είναι δυνατόν. Διότι είπαμεν ότι εις αυτά περιστρέφονται αι επιστήμαι. Ίσως λοιπόν και όστις θέλει να βελτιώση με την επιμέλειάν του είτε πολλούς είτε ολίγους, πρέπει να προσπαθήση να γίνη νομοθέτης, αφού με τους νόμους ημπορούμεν να γίνωμεν αγαθοί. Διότι το να διαθέσωμεν καλώς ένα οποιονδήποτε και αυτόν που μας προτείνουν, δεν είναι έργον του τυχόντος, αλλά εάν κατ' αρχήν ανήκη εις κάποιον, ανήκει εις τον έμπειρον, καθώς συμβαίνει εις την ιατρικήν και εις τα άλλα έργα όσα έχουν διά κάποια πράγματα φροντίδα και φρόνησιν.

&Πως γίνονται οι νομοθέται&. ― Λοιπόν μήπως τόρα πλέον πρέπει να εξετάσωμεν από πού και πώς ημπορεί κανείς να γίνη νομοθέτης; Ή μήπως θα γίνη από τους πολιτικούς, καθώς συμβαίνει και εις τα άλλα; Διότι είπαμεν ότι η ηθική είναι ένα μέρος της πολιτικής. Ή μήπως δεν υπάρχει ομοιότης μεταξύ της πολιτικής και των άλλων επιστημών και δυνάμεων; Διότι εις μεν τα άλλα έργα φαίνεται ότι οι ίδιοι άνθρωποι παραδίδουν (διδάσκουν) τας δυνάμεις, και οι ίδιοι ενεργούν με αυτάς, καθώς λόγου χάριν οι ιατροί και οι ζωγράφοι. Τα πολιτικά όμως υπόσχονται μεν ότι τα διδάσκουν οι σοφισταί, δεν τα εκτελεί όμως κανείς από αυτούς, αλλά οι πολιτευόμενοι, οι οποίοι φαίνονται ίσως ότι εκτελούν τούτο μάλλον με κάποιαν δύναμιν και πείραν, παρά με νουν. Δηλαδή δεν φαίνεται ούτε να γράφουν ούτε να ομιλούν περί των τοιούτων ― μολονότι ίσως ήτο καλλίτερον αυτά να λέγουν, παρά λόγους δικανικούς και δημηγορικούς. Εξ άλλου δε πάλιν δεν φαίνονται να κατέστησαν πολιτικούς τους υιούς των. Και όμως τούτο ήτο εύλογον, εάν ήσαν ικανοί. Δηλαδή ούτε διά την πατρίδα των θα είχαν να αφήσουν άλλο τίποτε καλλίτερον από αυτό, ούτε οι ίδιοι θα ήθελαν να έχουν άλλο τίποτε παρά αυτήν την δύναμιν, αλλ' ούτε βεβαίως οι προσφιλείς των. Φαίνεται όμως ότι δεν συντελεί ολίγον η εμπειρία. Διότι αλλέως δεν θα ανεδεικνύοντο μάλλον διά της εμπειρίας οι πολιτικοί. Διά τούτο όσοι θέλουν να σπουδάσουν πολιτικήν, φαίνεται ότι έχουν ανάγκην πείρας. Από τους σοφιστάς όμως όσοι ρεκλαμάρονται ως διδάσκαλοι, φαίνεται ότι είναι πολύ μακράν διά να διδάξουν αυτήν. Διότι δεν γνωρίζουν εντελώς ούτε τι είναι ούτε εις ποία περιστρέφεται. Διότι άλλως δεν θα την εθεωρούσαν το ίδιον με την ρητορικήν ούτε χειροτέραν. Ούτε πάλιν θα ενόμιζαν ότι είναι εύκολον να νομοθετήση κανείς, εάν συναθροίση νόμους δοκίμους. Διότι λέγουν ότι πρόκειται να εκλέξη κανείς τους καλλιτέρους, ωσάν να μη είναι ούτε η εκλογή έργον συνέσεως, και ως να μη είναι σπουδαιότατον το να κρίνη κανείς ορθώς, καθώς γίνεται εις την μουσικήν. Δηλαδή οι έμπειροι εις έκαστον πράγμα κρίνουν ορθώς τα έργα, και αντιλαμβάνονται τα μέσα και τον τρόπον της εκτελέσεώς των, και ποία με ποία συμφωνούν. Οι δε πρωτόπειροι είναι αρκετόν να μη απατώνται, αν έγινε καλώς ή κακώς το έργον, καθώς όταν πρόκειται περί ζωγραφικής. Οι δε νόμοι ομοιάζουν με τα πολιτικά έργα. Πώς λοιπόν με αυτούς ημπορεί κανείς να γίνη νομοθέτης ή να κρίνη τους καλλιτέρους; Διότι φαίνεται ότι και οι ιατροί δεν καταρτίζονται με τα συγγράμματα. Και όμως προσπαθούν βεβαίως όχι μόνον να λέγουν τας συνταγάς, αλλά και πώς είναι δυνατόν να θεραπευθή κανείς και πώς πρέπει να νοσηλευθή έκαστος, χωρίζοντες τας κράσεις. Αυτά όμως εις μεν τους εμπείρους φαίνεται ότι είναι ωφέλιμα, εις δε τους αμαθείς είναι άχρηστα. Ίσως λοιπόν και των νόμων και των πολιτευμάτων αι συλλογαί είναι χρήσιμοι εις τους δυναμένους να συλλογισθούν και να κρίνουν τι είναι καλόν ή τι δεν είναι, και ποία με ποία προσαρμόζονται. Εις όσους όμως χωρίς άσκησιν εξετάζουν αυτά, η μεν ορθή κρίσις δεν είναι δυνατόν να υπάρξη, εκτός βεβαίως ως αυτόματος, να γίνουν όμως εις αυτά περισσότερον συνετοί δεν είναι απίθανον. Επειδή λοιπόν {22} οι προκάτοχοι μας παρέλειψαν ανεξερεύνητον το ζήτημα της νομοθεσίας, ίσως είναι καλόν να εξετάσωμεν ημείς αυτό, εν γένει δηλαδή περί πολιτεύματος, διά να τελειοποιηθή όσον είναι δυνατόν η φιλοσοφία η περιστρεφομένη εις τα ανθρώπινα. Και λοιπόν πρώτον μεν εάν μονομερώς ελέχθη τίποτε από τους προγενεστέρους, ας προσπαθήσωμεν να το διέλθωμεν, έπειτα από την συλλογήν των πολιτευμάτων ας προσπαθήσωμεν να εννοήσωμεν ποία σώζουν και καταστρέφουν τας πόλεις, και ποία έκαστον πολίτευμα, και διά ποίας αιτίας άλλαι μεν έχουν πολίτευμα καλόν, άλλαι δε αντιθέτως. Διότι, όταν εννοηθούν αυτά, ίσως εννοήσωμεν και ποίον πολίτευμα είναι το καλλίτερον και ποίαν διάταξιν εκάστη πόλις και ποίους νόμους και έθιμα μεταχειρίζεται. Ας ομιλήσωμεν λοιπόν από την αρχήν.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings