← Table of contents
Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος

Front matter

Kyriakos Zambas translation

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinidis

Note: The table of contents has been inserted for the convenience of the reader. Bold characters in the book have been included in &&. Comments been marked by []. Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been transferred at the end of the book. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.

Σημείωση: Ο Πίνακας περιεχομένων δημιουργήθηκε για την διευκόλυνση του αναγνώστη. Έντονες λέξεις έχουν συμπεριληφθεί μεταξύ &&. Σχόλια περιλαμβάνονται σε []. Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

Π Ι Ν Α Κ Α Σ Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Ω Ν

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΒΙΒΛΙΟΝ Η. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. – ΙΕ’. ΒΙΒΛΙΟΝ Θ. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. – Ις’. ΒΙΒΛΙΟΝ Ι. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. – ΙΒ’. ΒΙΒΛΙΟΝ Κ. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. - Ι'.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΚΥΡ. Ζ Α Μ Π Α

ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ

ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΝ Η.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

&Εγκράτεια και ακράτεια.&

&Κτηνωδία και θέωσις παρεκβατικώς. ― Ακράτεια και εγκράτεια εισαγωγικώς.& ― Και τόρα πλέον αφού λάβωμεν άλλην αρχήν αρμόζει να ειπούμεν, ότι από τα άξια αποφυγής ήθη τρία είδη υπάρχουν, δηλαδή η κακία, η ακράτεια, και η θηριωδία (κτηνωδία). Τα δε αντίθετα των μεν δύο είναι προφανή ― δηλαδή το έν μεν από αυτά το ονομάζομεν αρετήν, το δε άλλο εγκράτειαν ― εις την θηριωδίαν όμως αρμόζει παρά πολύ να αντιτάξωμεν την υπεράνθρωπον αρετήν, δηλαδή την ηρωικήν και την θείαν, καθώς ο Όμηρος παρέστησε τον Πρίαμον να λέγη περί του Έκτορος τα εξής, επειδή ήτο πολύ αγαθός :

Δεν ώμοιαζε καθόλου Πως τον εγέννησε θνητός, μα θάταν θεού γέννα.

Επομένως, εάν, καθώς λέγουν, μερικοί από τους ανθρώπους γίνωνται θεοί από υπερβολικήν αρετήν, τότε ένα τοιούτον είδος βεβαίως θα είναι η διάθεσις η αντιτιθεμένη εις την θηριωδίαν. Διότι καθώς του ζώου ούτε κακία υπάρχει ούτε αρετή, ομοίως και του θεού δεν υπάρχει, αλλά αυτού μεν η διάθεσις είναι τιμαλφέστερον είδος από την αρετήν, του δε ζώου η ιδιότης είναι κάποιον άλλο είδος κακίας. Και καθώς είναι σπάνιον να ευρεθή θείος άνθρωπος, καθώς συνηθίζουν να ονομάζουν τους τοιούτους οι Λάκωνες όταν εκτιμήσουν κανένα μέχρι θαυμασμού ― και λέγουν «θείος ανήρ ούτος», ομοίως και ο κτηνώδης είναι σπάνιος μεταξύ των ανθρώπων. Κυρίως δε υπάρχουν τοιούτοι εις τους βαρβάρους, και τούτο προέρχεται κάποτε από ασθενείας και στρεβλώσεις σωματικάς. Ακόμη δε και εις εκείνους όσοι έχουν υπερβολικήν κακίαν αποδίδομεν προς δυσφημίαν αυτό το όνομα. Αλλά περί αυτού του είδους της (θείας) διαθέσεως κατόπιν θα κάμωμεν λόγον {1}, περί δε της κακίας ωμιλήσαμεν προηγουμένως. Τόρα δε πρέπει να ομιλήσωμεν περί ακρατείας και μαλθακότητος και τρυφηλότητος, και εξ άλλου περί εγκρατείας και καρτερίας. Δηλαδή έκαστον είδος από αυτά δεν πρέπει να το θεωρήσωμεν το ίδιον με την αρετήν και την μοχθηρίαν ούτε πάλιν ως διαφορετικόν γένος. Είναι δε ανάγκη, καθώς και εις τα άλλα, πρώτον να θέσωμεν τα φαινόμενα και τας απορίας μας και κατόπιν να αποδείξωμεν κυρίως μεν όλα όσα είναι ευλογοφανή ως προς τα πάθη, ειδεμή, τα περισσότερα και τα σπουδαιότερα. Διότι, εάν αφ' ενός λύσωμεν τα δύσκολα προβλήματα και αφ' ετέρου απομείνουν τα ευλογοφανή, τότε είναι αρκετή απόδειξις τούτο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

&Προβλήματα εγκρατείας και ακρατείας&. ― Φαίνεται δε ότι η εγκράτεια και η καρτερία ανήκει εις τα σπουδαία και αξιέπαινα, η δε ακράτεια και η μαλθακότης εις τα ουτιδανά και αξιοκατάκριτα. Έπειτα ο ίδιος άνθρωπος είναι εγκρατής και επίμονος εις τους στοχασμούς και πάλιν ακρατής και άστατος εις τους στοχασμούς. Και ο μεν ακρατής γνωρίζει ότι είναι ουτιδαναί αι επιθυμίαι του και τας εκτελεί από πάθος, ο δε εγκρατής γνωρίζει ότι είναι ουτιδαναί αι επιθυμίαι του και δεν τας ακολουθεί εξ αιτίας της λογικής του. Έπειτα ο σώφρων είναι εγκρατής και καρτερικός, και τον τοιούτον άλλοι μεν τον θεωρούν εις όλα σώφρονα, άλλοι όμως όχι, επίσης δε συγκεχυμένως θεωρούν τον ακόλαστον ακρατή, και τον ακρατή ακόλαστον, άλλοτε όμως τους διακρίνουν. Διά τον φρόνιμον όμως άλλοτε μεν λέγουν ότι δεν είναι δυνατόν να είναι ακρατής, άλλοτε δε ότι μερικοί, ενώ είναι φρόνιμοι και δαιμόνιοι, είναι ακρατείς. Έπειτα η λέξις ακρατής εφαρμόζεται και επί της εξάψεως της τιμής και επί της κερδοσκοπίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ’.

&Σχέσις επιστήμης και ακρατείας.&

Λοιπόν αυταί είναι αι διαδιδόμεναι ιδέαι περί αυτών. Είναι δε απορίας άξιον πώς ημπορεί κανείς να είναι ακρατής, όταν κρίνη ορθώς. Λέγουν λοιπόν μερικοί ότι όστις γνωρίζει επιστημονικώς δεν είναι δυνατόν να είναι ακρατής. Διότι θα ήτο φρίκη να υπάρχη εις κάποιον επιστήμη, καθώς εφρόνει ο Σωκράτης, και να τον νικά άλλο τίποτε και να τον σύρη προς αυτήν ωσάν ανδράποδον. Και βεβαίως ο Σωκράτης απολύτως αντέκρουε αυτό το ζήτημα και ενόμιζε ότι δεν υπάρχει ακράτεια. Διότι δήθεν κανείς δεν πράττει έξω από το καλλίτερον όταν γνωρίζη αυτό, αλλά μόνον όταν δεν το γνωρίζη. Και λοιπόν αυτός ο διισχυρισμός διαφιλονικεί πράγματα τα οποία φαίνονται καθαρά, και είναι ανάγκη να εξετάσωμεν, δι' αυτό το πάθος, εάν προέρχεται από άγνοιαν, ποίου είδους είναι αυτή η άγνοια ― διότι βεβαίως είναι προφανές ότι όστις είναι ακρατής δεν έχει γνώσιν, πριν να καταντήση εις αυτό το πάθος.

&Γνώμαι αντίθετοι προς την Σωκρατικήν περί σωφροσύνης και εγκρατείας&. ― Υπάρχουν δε μερικοί οι οποίοι άλλα μεν παραδέχονται, άλλα όμως όχι. Δηλαδή ότι μεν τίποτε δεν υπάρχει ανώτερον από την επιστήμην το παραδέχονται, ότι όμως κανείς δεν εκτελεί έξω από όσα εφάνησαν ορθά δεν το παραδέχονται, και δια τούτο λέγουν ότι ο ακρατής νικάται από τας ηδονάς, διότι δεν έχει τελείαν επιστήμην αλλά κρίσιν. Αλλά βεβαίως, εάν υπάρχη απλή κρίσις και όχι επιστήμη, ούτε ισχυρά γνώμη δια να αντιτείνη, αλλά ήπια, καθώς συμβαίνει εις τους διστάζοντας, τότε συγχωρείται το να μη εμμένη εις αυτάς απέναντι σφοδρών επιθυμιών. Αλλά δια την μοχθηρίαν δεν υπάρχει συγγνώμη, ούτε διά κανέν από τα άλλα τα αξιοκατάκριτα. Τότε λοιπόν ίσως μόνον όταν αντιτείνη η φρόνησις υπάρχει ακράτεια, διότι αυτή είναι πολύ ισχυρά. Αλλά τούτο πάλιν είναι άτοπον, διότι παραδέχεται ότι ο ίδιος άνθρωπος είναι φρόνιμος και ακρατής. Και βεβαίως ούτε ένας άνθρωπος δεν θα ευρεθή να ειπή ότι είναι ιδιότης του φρονίμου το να εκτελή εκουσίως τα πλέον ουτιδανά έργα. Εκτός δε τούτου προηγουμένως απεδείξαμεν ότι ο φρόνιμος είναι εκτελεστικός ― διότι η ενέργεια του ανήκει εις τα τελευταία ― και ότι έχει τας άλλας αρετάς. Έπειτα, εάν μεν ο εγκρατής συνίσταται εις το να συγκρατή επιθυμίας σφοδράς και ουτιδανάς, τότε δεν ημπορεί ο σώφρων να είναι εγκρατής ούτε ο εγκρατής σώφρων. Διότι ιδιότης του σώφρονος δεν είναι ούτε να έχη σφοδράς επιθυμίας ούτε ουτιδανάς. Και όμως είναι ανάγκη. Διότι, εάν αι επιθυμίαι είναι καλαί, τότε η διάθεσις η οποία εμποδίζει να τας ακολουθήσωμεν είναι ουτιδανή, ώστε η εγκράτεια δεν είναι πάντοτε σπουδαία. Εάν δε αι επιθυμίαι είναι ελαφραί και όχι ποταπαί, τότε η εγκράτεια δεν είναι κανέν τιμαλφές πράγμα, εάν δε πάλιν εκείναι είναι ποταπαί και ελαφραί, τότε αυτή δεν είναι κανέν σπουδαίον πράγμα. Έπειτα, εάν η εγκράτεια μας κάμνη να επιμείνωμεν εις οποιανδήποτε κρίσιν, τότε είναι ουτιδανή• λόγου χάριν εάν μας κάμνη να επιμένωμεν και εις την ψευδή. Και πάλιν, εάν η ακράτεια μας κάμνη ασταθείς εις όλας τας κρίσεις, τότε είναι δυνατόν να υπάρξη και κάποιον είδος ακρατείας σπουδαίον• λόγου χάριν ο Νεοπτόλεμος εις τον Φιλοκτήτην του Σοφοκλέους. Δηλαδή αυτός είναι αξιέπαινος, διότι δεν επιμένει εις όσα τον κατέπεισε ο Οδυσσεύς και από ευσπλαχνίαν λέγει ψέμματα. Έπειτα γεννά απορίαν ο σοφιστικός λόγος όταν ψεύδεται. Διότι, επειδή θέλει να εξελέγξη ως ψευδή πράγματα τα οποία δεν είναι ευλογοφανή, διά να φαίνεται δεινός όταν επιτύχη, κάμνει συλλογισμόν ο οποίος αποτελεί απορίαν. Δηλαδή δεσμεύεται η διάνοια, όταν δεν θέλη μεν να επιμείνη διότι δεν ευχαριστείται εις το συμπέρασμα, δεν ημπορή όμως και να προχωρήση διότι δεν ημπορεί να λύση το πρόβλημα. Συμβαίνει δε με κάποιον λόγον η αφροσύνη να γίνεται αρετή όταν συνοδεύεται με ακράτειαν. Διότι εξ αιτίας της ακρατείας εκτελεί τα αντίθετα από ό,τι φρονεί, φρονεί δε ότι τα αγαθά είναι κακά και δεν πρέπει να τα εκτελή, επομένως εκτελεί αντιθέτως τα αγαθά και όχι τα κακά. Έπειτα όστις εκ πεποιθήσεως εκτελεί και επιδιώκει και προτιμά τα ηδονικά, θα φανή καλλίτερος από εκείνον όστις τα εκτελεί όχι με λογικήν αλλά ένεκα ακρατείας. Δηλαδή αυτός είναι περισσότερον ευκολοθεράπευτος, διότι είναι δυνατόν να πεισθή να αλλάξη γνώμην. O ακρατής όμως είναι ένοχος κατά την παροιμίαν που λέγει «όταν τα νερά σε πνίγουν, τι θέλεις να πολυπίνης ;». Διότι, εάν μεν εκ πεποιθήσεως εκτελή όσα εκτελεί, είναι δυνατόν να παύση αφού μεταπεισθή, τόρα όμως εξ ίσου πεπεισμένος εκτελεί τα διαφορετικά. Έπειτα, εάν η ακράτεια περιστρέφεται εις όλα, τότε ποίος είναι απολύτως ακρατής; Διότι κανείς δεν έχει όλα μαζί τα είδη της ακρατείας, λέγομεν δε ότι μερικά είδη είναι γενικά και απόλυτα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Η φύσις της εγκρατείας και ακρατείας&. ― Λοιπόν τα μεν προβλήματα είναι τοιαύτα περίπου, από αυτά δε άλλα μεν πρέπει να αναιρεθούν, άλλα δε να μείνουν. Διότι η λύσις του προβλήματος αποτελεί την εύρεσιν. Πρώτον λοιπόν πρέπει να εξετάσωμεν αν είναι εν γνώσει ή όχι, και πώς είναι εν γνώσει. Έπειτα εις ποία θα ειπούμεν ότι περιστρέφεται ο ακρατής και ο εγκρατής, δηλαδή αν περιστρέφεται εις όλα τα είδη της ηδονής και λύπης ή εις μερικάς μόνον ωρισμένας. Και πάλιν άραγε ο εγκρατής και ο καρτερικός είναι το ίδιον πρόσωπον ή διάφορον, ομοίως δε και διά τα άλλα όσα είναι συγγενή με αυτήν την θεωρίαν. Αρχή δε της εξετάσεως είναι το εξής. Άραγε ο εγκρατής και ο ακρατής είναι αντίθετοι μόνον ως προς το αντικείμενον της επιθυμίας ή ως προς την διάθεσιν, δηλαδή άραγε ως προς έν ωρισμένον πράγμα είναι ακρατής ο ακρατής, ή όχι, αλλά ως προς την διάθεσιν; ή όχι μόνον ως προς τον έν, αλλά και ως προς τα δύο μαζί; Έπειτα άραγε εις όλα τα ζητήματα περιστρέφεται η ακράτεια και η εγκράτεια, ή όχι; Δηλαδή ο απολύτως εγκρατής δεν περιστρέφεται εις όλα τα είδη παρά μόνον εις όσα ο ακόλαστος, και η διάθεσίς του δεν είναι απόλυτος ως προς αυτά ― διότι τότε θα ήτο το ίδιον με την ακολασίαν ― αλλά είναι μία ωρισμένη. Δηλαδή ο μεν ακόλαστος σύρεται από τα πάθη κατά προαίρεσιν, διότι νομίζει ότι πρέπει να επιδιώκη την προσωρινήν ηδονήν, ο δε ακρατής δεν φρονεί μεν ομοίως, την ηδονήν όμως την επιδιώκει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Αν η ακράτεια είναι παράβασις της κρίσεως ή της επιστήμης&. ― Αν λοιπόν της αληθούς κρίσεως και όχι της επιστήμης παράβασις είναι η ακράτεια ή όχι δεν έχει καμμίαν σημασίαν διά το ζήτημα μας ― διότι μερικοί ενώ κρίνουν δεν διστάζουν, αλλά νομίζουν ότι γνωρίζουν ακριβώς. ― Επομένως, εάν μάλλον από την ήπιαν πίστιν των οι κρίνοντες εκτελούν έξω από την γνώμην των παρά οι γνωρίζοντες, τότε δεν έχει πάλιν καμμίαν διαφοράν η επιστήμη από την κρίσιν. Διότι μερικοί πιστεύουν όχι ολιγώτερον εις τας κρίσεις των, παρ' όσον άλλοι εις τας επιστημονικάς των γνώσεις. Απόδειξις δε είναι ο Ηράκλειτος {2}.

&Δύο είδη επιστήμης&. ― Επειδή όμως η επιστήμη έχει δύο σημασίας ― δηλαδή λέγομεν ότι κατέχει την επιστήμην και όστις την έχει χωρίς να την χρησιμοποιή και όστις την χρησιμοποιεί ― έπεται ότι διαφέρει επίσης το να εκτελή κανείς όσα δεν πρέπει να εκτελή ενώ κατέχει αυτήν αλλά δεν την ενθυμείται, από το να εκτελή αυτά ενώ κατέχει και ενθυμείται αυτήν. Δηλαδή κυρίως το τελευταίον τούτο θεωρείται κακόν και όχι όταν κανείς εκτελή χωρίς να την ενθυμήται. Έπειτα, επειδή αι ηγούμεναι προτάσεις του συλλογισμού είναι δύο, μείζων και ελάσσων, τίποτε δεν τον εμποδίζει να εκτελή έξω από την επιστήμην, όταν κατέχη μεν κανείς και τας δύο, αλλά μεταχειρίζεται την καθόλου και όχι την μερικήν. Διότι η εκτέλεσις αναφέρεται εις τα καθέκαστα. Εκτός τούτου έχει διαφοράν και η καθόλου πρότασις, διότι άλλοτε μεν αναφέρεται εις το πρόσωπον, άλλοτε δε εις το πράγμα. Λόγου χάριν ότι «εις κάθε άνθρωπον ωφελούν τα στεγνά», και ότι πάλιν «τοιούτος είναι ο άνθρωπος», ή ότι «στεγνόν είναι το τοιούτον ή τοιούτον». Αν όμως τούτο εδώ είναι τοιούτον, πιθανόν να μη το γνωρίζη ή να μη το χρησιμοποιή. Αυταί λοιπόν αι διαφοραί των ηγουμένων προτάσεων προξενούν τόσον υπερβολικήν διαφοράν, ώστε πλέον να φαίνεται ότι κατά τον ένα μεν τρόπον να συμβαίνη δεν είναι διόλου παράδοξον, κατά τον άλλον όμως είναι πολύ παράδοξον. Έπειτα είναι δυνατόν οι άνθρωποι να κατέχουν την επιστήμην κατά τρόπον διάφορον από αυτούς που είπαμεν τόρα. Δηλαδή η διαφορά της διαθέσεως φαίνεται εις το να έχωμεν αλλά να μη μεταχειριζώμεθα, επομένως κάπως να έχωμεν, και κάπως να μη έχωμεν, ως άλλοι κοιμώμενοι ή μανιακοί ή μεθυσμένοι. Και βεβαίως αυτήν την διάθεσιν έχουν όσοι ευρίσκονται μέσα εις τα πάθη των. Διότι αι εξάψεις και αι αφροδισιακαί επιθυμίαι και μερικά παρόμοια μεταβάλλουν φανερά και τον οργανισμόν, και εις μερικούς εμπνέουν μανίας. Λοιπόν είναι φανερόν ότι πρέπει να ειπούμεν ότι αυτούς ομοιάζουν οι ακρατείς. Το ότι δε αυτοί απαγγέλλουν τους επιστημονικούς λόγους δεν σημαίνει τίποτε. Διότι και όσοι ευρίσκονται μέσα εις αυτά τα πάθη απαγγέλλουν αποδείξεις και λόγους του Εμπεδοκλέους, και εξ άλλου όσοι μανθάνουν πρώτην φοράν, αποστηθίζουν μεν τους λόγους, ακόμη όμως δεν τους γνωρίζουν. Δηλαδή απαιτείται να τους χωνεύσουν, τούτο δε απαιτεί χρόνον, επομένως πρέπει να παραδεχθώμεν ότι οι ακρατείς ομιλούν καθώς οι ηθοποιοί.

&Φυσιολογική απόδειξις&. ― Ακόμη δε και ως εξής ημπορεί κανείς να εύρη φυσιολογικώς την αιτίαν. Δηλαδή η μεν καθολική πρότασις είναι κρίσις, η δε άλλη ανήκει εις τα μερικά, εις τα οποία πλέον έχει κύρος η αίσθησις. Όταν δε από αυτάς τας δύο παραχθή έν συμπέρασμα, είναι ανάγκη αυτό το συμπέρασμα αφ' ενός μεν η ψυχή να το παραδεχθή καταφατικώς, αφ' ετέρου δε όπου πρόκειται περί εκτελεστών να το εκτελέση αμέσως. Λόγου χάριν, εάν πρέπη να δοκιμάζωμεν όλα τα γλυκά, τούτο δε εδώ είναι γλυκό, διότι είναι έν από τα μερικά, είναι ανάγκη, όστις ημπορεί και δεν εμποδίζεται, να εκτελέση αυτήν την δοκιμήν συγχρόνως. Όταν λοιπόν η μεν καθολική, ότι δηλαδή παν γλυκύ είναι ηδονικόν, ενυπάρχη και εμποδίζη κάποιον να δοκιμάση, η δε άλλη (η μερική), δηλαδή ότι τούτο εδώ είναι γλυκύ, τον παρακινή, και όταν τύχη να υπάρχη εις αυτόν επιθυμία, τότε εκείνη μεν τον συμβουλεύει να το αποφύγη, η επιθυμία όμως τον παρασύρει ― διότι έκαστον μέρος της ψυχής έχει την δύναμιν να τον κινήση. Επομένως συμβαίνει κάπως να είναι κανείς ακρατής με λόγον και με κρίσιν, όχι αντιφατικήν προς εαυτήν, αλλά κατά σύμπτωσιν ― διότι η επιθυμία και όχι η κρίσις είναι αντίθετος προς τον ορθόν λόγον. Επομένως και δι' αυτόν ακόμη τον λόγον τα ζώα δεν είναι ακρατή, διότι δεν έχουν γνώμην διά τα καθολικά, αλλά μόνον φαντασίαν και μνήμην των μερικών. Πώς δε λύεται η άγνοια και γίνεται πάλιν επιστήμων ο ακρατής, υπάρχει η ιδία εξήγησις με τον μεθυσμένον και κοιμώμενον και δεν είναι ειδική μόνον εις τούτο το πάθος, και δι' αυτό αυτήν πρέπει να την μάθωμεν από τους φυσιολόγους.

Επειδή δε η τελευταία πρότασις είναι κρίσις ενός αισθητού και κυρίαρχος των πράξεων, έπεται ότι ή δεν έχει αυτήν όταν ευρίσκεται μέσα εις το πάθος του, ή την κατέχει τόσον, ώστε να μη την γνωρίζη επιστημονικώς, αλλά να την απαγγέλλη καθώς ο μεθυσμένος του Εμπεδοκλέους, αφού μάλιστα ο τελευταίος όρος δεν είναι καθολικός, ούτε φαίνεται ότι είναι ομοίως επιστημονικός όσον καθολικός. Και φαίνεται ότι συμβαίνει εκείνο το οποίον εξήταζε ο Σωκράτης. Δηλαδή το πάθος δεν συμβαίνει επί παρουσία της επιστήμης, η οποία φαίνεται ότι είναι κυριολεκτικώς επιστήμη, ούτε αυτή παρασύρεται από το πάθος, αλλά η αισθητική (μερική) επιστήμη. Λοιπόν περί της εν γνώσει και μη ακρατείας και με ποίου είδους γνώσιν είναι δυνατόν να είναι κανείς ακρατής, είναι αρκετά όσα είπαμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Απόλυτος και μερική ακράτεια& ― Αλλ' αν υπάρχει απολύτως ακρατής, ή όλοι είναι μερικώς ακρατείς, και όταν υπάρχη, εις ποία είναι τοιούτος, αυτό πρέπει να το εξετάσωμεν εις τα επόμενα. Ότι λοιπόν ως προς τας ηδονάς και λύπας είναι εγκρατείς και καρτερικοί και ακρατείς και μαλθακοί, αυτό είναι φανερόν. Αλλά από όσα μας προξενούν ηδονήν, άλλα μεν είναι αναγκαία, άλλα όμως είναι μεν καθ' εαυτά προτιμητέα, επιδέχονται όμως υπερβολήν, και αναγκαία μεν είναι τα σωματικά - εννοώ δε τα εξής : τας τροφάς και τας αφροδισιακάς ανάγκας και εκείνου είδους τα σωματικά εις τα οποία είπαμεν ότι περιστρέφεται η ακολασία και η σωφροσύνη.

Τα δε άλλα δεν είναι αναγκαία, αλλά προτιμητέα καθ' εαυτά ― εννοώ δε την νίκην, την τιμήν, τον πλούτον και τα όμοια αγαθά και ηδονικά. Όσοι λοιπόν είναι υπερβολικοί έξω από τον ορθόν λόγον ως προς αυτά, αυτούς δεν τους ονομάζομεν γενικώς ακρατείς, αλλά προσθέτομεν τον προσδιορισμόν ακρατείς χρημάτων, και κέρδους και τιμής και εξάψεως. Όχι όμως απολύτως, διότι τους θεωρούμεν διαφορετικούς και από την ομοιότητα ονομαζόμενους ούτω πως, καθώς ωνομάζετο Άνθρωπος ο νικητής των Ολυμπίων. Δηλαδή εις εκείνον η κοινή ονομασία δεν είχε καμμίαν διαφοράν από την ατομικήν, και όμως ήτο διαφορετική. ― Απόδειξις δε τούτου είναι ότι η μεν ακράτεια κατακρίνεται όχι μόνον ως σφάλμα αλλά και ως κάποια κακία ή απολύτως ή ως προς έν μέρος, από αυτούς όμως κανείς δεν κατακρίνεται. Ως προς δε τας σωματικάς απολαύσεις, διά τας οποίας χαρακτηρίζομεν τον σώφρονα και τον ακόλαστον, όστις χωρίς προαίρεσιν επιδιώκει την υπερβολήν εις τα ηδονικά και αποφεύγει τα μέτρια λυπηρά, καθώς την πείναν, την δίψαν, την πύρωσιν, το πάγωμα και όλα τα σχετικά με την αφήν και την γεύσιν, και εκτελεί έξω από την προαίρεσιν και την διάνοιάν του, αυτός λέγεται ακρατής, όχι επιπροσθέτως εις τούτο ή εκείνο, λόγου χάριν εις την οργήν, αλλά μόνον απολύτως. Απόδειξις δε τούτου είναι το εξής. Δηλαδή λέγονται επίσης και μαλθακοί ως προς αυτά, όχι όμως και ως προς κανέν από εκείνα. Και διά τούτο εις την ιδίαν κατηγορίαν κατατάσσομεν τον ακρατή και τον ακόλαστον, καθώς πάλιν τον εγκρατή και τον σώφρονα, όχι όμως κανένα από εκείνους, διότι περιστρέφονται κάπως εις τας ιδίας ηδονάς και λύπας. Εκείνα όμως περιστρέφονται μεν εις τα ίδια, όχι όμως κατά τον ίδιον τρόπον, αλλά ενώ αυτοί εδώ έχουν προαίρεσιν, εκείνοι δεν έχουν. Διά τούτο μάλλον θα ημπορούσαμεν να ονομάσωμεν ακόλαστον εκείνον, όστις, ενώ δεν έχει επιθυμίας, ή έχει μόνον ελαφράς, όμως επιδιώκει τας υπερβολάς και αποφεύγει τας μετρίας λύπας, παρά εκείνον όστις το κάμνει από σφοδράν επιθυμίαν. Διότι φαντάσου τι θα έκαμνε ο πρώτος, εάν του ήρχετο και επιθυμία νεανική και σφοδρά θλίψις από την στέρησιν των αναγκαίων. Έπειτα δε από τας επιθυμίας και ηδονάς άλλαι μεν ανήκουν εις την κατηγορίαν των καλών και σπουδαίων ― διότι μερικά από τα ηδονικά είναι εκ φύσεως προτιμητέα, άλλα δε είναι αντίθετα από αυτά, και άλλα κείνται εις το μέσον, καθώς διαιρέσαμεν προηγουμένως, λόγου χάριν τα χρήματα και το κέρδος και η νίκη και η τιμή. Ως προς όλα δε αυτά και τα παρόμοια και τα μέσα, δεν κατακρίνεται κανείς διότι πάσχει και επιθυμεί και αγαπά αυτά, αλλά από την διάθεσιν με την οποίαν εκτελεί τούτο και από την υπερβολήν. Διά τούτο όσοι μεν έξω από την λογικήν γίνονται ακρατείς ή επιδιώκουν κανέν από τα εκ φύσεως καλά και αγαθά, λόγου χάριν ως προς την τιμήν όσοι ενδιαφέρονται περισσότερον από το πρέπον, ή ως προς τα τέκνα και τους γονείς των, δεν κατακρίνονται ― διότι και αυτά είναι αγαθά και επαινούνται όσοι επιμένουν εις αυτά. Και όμως υπάρχει και εις αυτά κάποια υπερβολή, εάν κανείς, καθώς η Νιόβη διά τα τέκνα της, πολεμήση και με τους θεούς, ή αγαπά τον πατέρα του, καθώς ο Σάτυρος ο επονομαζόμενος φιλοπάτωρ. Διότι εφαίνετο ότι καταντά υπερβολικά μωρός. Και βεβαίως εις αυτά τα ζητήματα δεν υπάρχει καμμία κακία, διά τον λόγον που είπαμεν, διότι το καθέν από αυτά είναι εκ φύσεως προτιμητέον καθ' εαυτό, μόνον δε αι υπερβολαί αυτών είναι ποταπαί και άξιαι αποφυγής. Το ίδιον και η ακράτεια ― Δηλαδή η ακράτεια δεν είναι μόνον άξια αποφυγής αλλά και αξιοκατάκριτος ―, και από την ομοιότητα του πάθους αποδίδομεν επιπροσθέτως την ακράτειαν εις το καθέν από αυτά, καθώς λόγου χάριν μεταχειρίζονται το κακός και λέγουν και κακόν ιατρόν και κακόν ηθοποιόν, ενώ γενικώς δεν θα τον έλεγαν κακόν. Καθώς λοιπόν δεν λέγεται ούτε εδώ κυριολεκτικώς, διότι έκαστον από αυτά δεν είναι κακία, αλλά κατ' αναλογίαν προς κάτι τι όμοιον, ομοίως είναι φανερόν ότι πρέπει και εκεί να παραδεχθώμεν ότι ακράτεια και εγκράτεια είναι μόνον εκείνη η οποία περιστρέφεται εις τα ίδια πράγματα με την σωφροσύνην και την ακολασίαν, ενώ ως προς έξαψιν την αποδίδομεν κατ' αναλογίαν. Και διά τούτο λέγομεν επιπροσθέτως ότι είναι ακρατής του θυμού, καθώς λέγομεν και ακρατής της τιμής και του κέρδους.

&Θηριωδία& (κτηνωδία).

Επειδή δε υπάρχουν μερικά ηδονικά εκ φύσεως και άλλα μεν από αυτά είναι απόλυτα, άλλα δε ανάλογα προς τα γένη των ζώων και των ανθρώπων, άλλα δε δεν είναι φυσικά αλλά επίκτητα ένεκα σωματικής στρεβλώσεως ή από διαφόρους συνηθείας, και άλλα από την μοχθηράν φύσιν, είναι δυνατόν να παρατηρήσωμεν και διά το καθέν από αυτά παρομοίας διαθέσεις. Εννοώ δε τας θηριωδίας, καθώς λόγου χάριν η παληογυναίκα εκείνη που λέγουν ότι εξέσχιζε τας εγκύους και έτρωγε τα έμβρυα, ή δι' όσα λέγουν ότι ευχαριστούνται μερικοί εξαγριωμένοι εις τα μέρη του Ευξείνου Πόντου, δηλαδή άλλοι μεν με ωμά κρέατα, άλλοι δε με ανθρώπινα, και ότι άλλοι δανείζουν μεταξύ των τα παιδία των διά συμπόσιον, ή αυτό που λέγουν διά τον Φάλαριν. Και αυταί μεν είναι κτηνώδεις, άλλαι δε επέρχονται εις μερικούς από ασθενείας και από μανίαν, καθώς εκείνος που εθυσίασε την μητέρα του και έφαγε το κρέας της, και ο άλλος που έφαγε το κρέας του ομοδούλου. Από αυτάς δε που προέρχονται από νοσήματα ή από συνήθειαν είναι λόγου χάριν το μάδημα των τριχών και το φάγωμα των ονύχων, ακόμη δε και ανθράκων και χώματος, και ακόμη η αρσενοκοιτία. Διότι αυτά εις άλλους μεν συμβαίνουν εκ φύσεως, εις άλλους δε από συνήθειαν, λόγου χάριν εις όσους εξευτελίζονται από την παιδικήν των ηλικίαν. Λοιπόν εις όσους μεν αιτία είναι η φύσις, αυτούς κανείς δεν ημπορεί να τους ονομάση ακρατείς, καθώς δεν ημπορεί να ονομάση ακρατείς ούτε τας γυναίκας, διότι αυταί δεν ενεργούν, αλλά είναι παθητικαί. Ομοίως δε και όσοι είναι ως ασθενείς από την συνήθειαν. Και λοιπόν το να έχη κανείς το καθέν από αυτά τα πάθη είναι πέραν των ορίων της κακίας, καθώς είναι και η θηριωδία. Το να μη ημπορή όμως ενώ τα έχει να τα συγκρατή ή το να νικάται από αυτά, δεν είναι απόλυτος ακράτεια αλλά κατ' αναλογίαν, καθώς και εκείνος όστις έχει το ίδιον πάθος ως προς τας εξάψεις, ο οποίος πρέπει να ονομασθή ακρατής με αυτήν την σημασίαν και όχι με την συνήθη σημασίαν της λέξεως. Διότι πάσα υπερβολική αφροσύνη και δειλία και ακολασία και κακία άλλοτε μεν είναι θηριωδία, άλλοτε δε ασθένεια. Διότι όστις εκ φύσεως επλάσθη να τρομάζη όλα, και αν ακόμη κροτήση ποντικός, είναι με κτηνώδη δειλίαν δειλός, ο άλλος όμως που εφοβείτο την γαλήν, το έκαμνε από ασθένειαν. Και από τους άφρονας άλλοι μεν είναι ασυλλόγιστοι εκ φύσεως και ζουν μόνον με την αίσθησιν και είναι κτηνώδεις, καθώς είναι μερικά γένη των μακρυνών βαρβάρων (=αγρίων), άλλοι δε είναι από ασθένειαν, καθώς είναι αι επιληπτικαί ή αι νοσηματικαί μανίαι. Από αυτάς δε είναι δυνατόν κανείς να έχη μερικάς μόνον, αλλά να μη νικάται, καθώς λόγου χάριν εάν ο Φάλαρις εσυγκρατείτο από την επιθυμίαν να φάγη το τέκνον του ή να εκτελέση παρά φύσιν ασέλγειαν εις αυτό. Είναι δυνατόν δε κανείς και να νικάται, και όχι μόνον να τας έχη. Καθώς λοιπόν επί μοχθηρίας, όση μεν είναι σύμμετρος με την ανθρωπίνην φύσιν λέγεται γενικώς μοχθηρία, η δε άλλη επιπροσθέτως λέγεται ότι είναι κτηνώδης ή ασθενική και όχι απόλυτος, ομοίως βεβαίως και η ακράτεια άλλοτε μεν είναι κτηνώδης, άλλοτε δε ασθενική, απόλυτος δε είναι η σύμμετρος με την ανθρωπίνην ακολασίαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Ακράτεια πάθους και ακράτεια επιθυμίας&.- Ότι λοιπόν η ακράτεια και η εγκράτεια περιστρέφεται μόνον εις όσα και η ακολασία και η σωφροσύνη, και ότι ως προς τα άλλα υπάρχει άλλο είδος ακρατείας, το οποίον ωνομάσθη κατά μεταφοράν και όχι απολύτως, αυτό είναι φανερόν. Αν όμως είναι και ολιγώτερον αξιόμεμπτος η ακράτεια της εξάψεως παρά η ακράτεια των επιθυμιών, ας το εξετάσωμεν. Δηλαδή φαίνεται ότι η έξαψις ακούει μεν κάπως τον λόγον, αλλά δεν προσέχει να ακούση καλά, καθώς οι βιαζόμενοι υπηρέται, οι οποίοι πριν να ακούσουν όλην την παραγγελίαν παίρνουν δρόμον, και έπειτα σφάλλουν εις το πρόσταγμα, επίσης δε και οι κύνες πριν να ιδούν αν είναι κανείς φίλος, αρκεί να ακούσουν κρότον, αμέσως γαυγύζουν. Ομοίως και η έξαψις από την θερμότητα και ταχύτητα της ιδιοσυγκρασίας ακούει μεν, δεν ακούει όμως το πρόσταγμα και αμέσως ορμά να εκδικηθή. Διότι ο μεν λόγος ή η φαντασία του εφανέρωσε ότι ο δείνα τον ύβρισε ή τον επεριφρόνησε, αυτός όμως ως να εσυλλογίσθη ότι πρέπει να κτυπηθή με αυτόν, αμέσως εκτραχύνεται. Η δε επιθυμία, μόλις ειπή ο λόγος ή η αίσθησις ότι τούτο είναι ηδονικόν, ορμά προς την απόλαυσιν. Ώστε η μεν έξαψις κάπως ακολουθεί τον λόγον, η επιθυμία όμως όχι. Διότι είναι χειροτέρα. Δηλαδή όστις είναι ακρατής της εξάψεως, νικάται κάπως από τον λόγον, όστις όμως είναι ακρατής της επιθυμίας δεν νικάται από τον λόγον. Έπειτα είναι περισσότερον συγχωρημένον να ακολουθή κανείς τας φυσικάς ορέξεις, και βεβαίως και από τας επιθυμίας αυτού του είδους περισσότερον τας κοινάς, και εφ' όσον είναι κοιναί. Η δε έξαψις καθώς και η εκτράχυνσις είναι φυσικώτεραι από τας επιθυμίας της υπερβολής και τας μη αναγκαίας, καθώς εκείνος που εδικαιολογείτο όταν έδερνε τον πατέρα του λέγων: «και αυτός έδερνε τον ιδικόν του και εκείνος τον παραπάνω». Και αφού έδειξε το παιδίον του είπε : «και αυτός θα δείρη εμέ όταν μεγαλώση, διότι το έχει το αίμα μας». Επίσης ο συρόμενος από τον υιόν του τού έλεγε να σταματήση έως εις την θύραν, διότι και ο ίδιος έως εκεί έσυρε άλλοτε τον πατέρα του. Έπειτα είναι αδικώτεραι αι υπουλότεραι. Και βεβαίως ο θυμώδης δεν είναι ύπουλος, ούτε η έξαψίς του αλλά είναι φανερά. Η επιθυμία όμως είναι καθώς λέγομεν διά την Αφροδίτην :

«δολοπλόκος Κυπρογέννητη. ―

και καθώς διά το κεντημένον λωρίον λέγει ο Όμηρος :

Ξεμυάλισμα που και σωστόν άνθρωπο ξεμυαλίζει.

Επομένως, αφού είναι αδικωτέρα, είναι χειροτέρα αυτή η ακράτεια από την περιστρεφομένην εις τον θυμόν, και είναι απόλυτος ακράτεια και κάπως μοχθηρία. Έπειτα κανείς δεν προσβάλλει από λύπην. Όστις όμως ενεργεί με οργήν πάντοτε κατέχεται από λύπην, ενώ όστις προσβάλλει κατέχεται από ηδονήν. Εάν λοιπόν είναι ειδικώτερα εκείνα διά τα οποία είναι δίκαιον να οργιζώμεθα, τότε αδικωτέρα είναι και η από επιθυμίαν προερχομένη ακράτεια. Διότι αυτή δεν είναι προσβολή μέσα εις την έξαψιν. Ότι λοιπόν είναι χειροτέρα η ακράτεια η περιστρεφομένη εις τας επιθυμίας από την περιστρεφομένην εις την έξαψιν και ότι η εγκράτεια και η ακράτεια περιστρέφεται εις επιθυμίας και ηδονάς σωματικάς, είναι φανερόν. Τόρα δε πρέπει να εξετάσωμεν αυτών των ιδίων τας διαφοράς.

Καθώς δηλαδή είπαμεν εις την αρχήν, άλλαι μεν είναι σύμμετροι προς την ανθρωπίνην φύσιν και φυσικαί, και ως προς το γένος και ως προς το μέγεθος, άλλαι δε είναι κτηνώδεις, άλλαι δε προέρχονται από στρεβλώσεις και ασθενείας. Από όλα δε αυτά εις τα πρώτα περιστρέφεται μόνον η σωφροσύνη και η ακολασία. Διά τούτο και τα ζώα δεν τα ονομάζομεν σώφρονα ούτε ακόλαστα παρά μόνον μεταφορικώς και όταν κάπου διαφέρη εντελώς έν είδος ζώων από άλλο κατά την αγριότητα και καταστρεπτικότητα και λαιμαργίαν. Διότι αυτό δεν έχει προαίρεσιν ούτε προμελέτην, αλλά είναι έξω από τα όρια του φυσικού, καθώς οι μανιακοί άνθρωποι. Είναι όμως μικρότερον κακόν η θηριωδία από την κακίαν αλλά επιφοβώτερον. Διότι εδώ δεν διεφθάρη το καλλίτερον μέρος, καθώς εις τον άνθρωπον, αλλά απλώς επλάσθη ατελές και δεν έχει τοιούτον. Ομοιάζει λοιπόν ως να παραβάλλωμεν άψυχον με έμψυχον διά να εύρωμεν ποίον είναι χειρότερον. Δηλαδή πάντοτε η κακία του μη έχοντος αρχάς είναι αβλαβεστέρα, ο δε νους είναι αρχή. Το να παραβάλλωμεν λοιπόν το θηρίον με τον άνθρωπον, είναι ακριβώς ως να παραβάλλωμεν την αυτούσιον αδικίαν προς ένα άδικον άνθρωπον. Διότι εκείνη είναι σχετικώς χειροτέρα. Δηλαδή ημπορεί να προξενήση απείρως περισσότερα κακά ο κακός άνθρωπος από ένα ζώον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η'.

&Προβλήματα ακρατείας και ακολασίας&. ― Ως προς δε τας από αφήν και γεύσιν προερχομένας ηδονάς και λύπας και επιθυμίας και αποστροφάς, εις τας οποίας είπαμεν προηγουμένως ότι περιστρέφεται και η ακολασία και η σωφροσύνη, είναι μεν δυνατόν να είναι κανείς τοιούτος ώστε να νικάται από όσα νικούν οι περισσότεροι άνθρωποι, είναι όμως επίσης δυνατόν και να νικήση κανείς όσα νικούν τους περισσοτέρους. Εκ τούτων δε άλλος μεν είναι ακρατής εις τας ηδονάς, άλλος δε εγκρατής, και άλλος μεν εις τας λύπας ενδοτικός, άλλος δε καρτερικός. Εις το μέσον δε κείται η διάθεσις των περισσοτέρων, και αν ακόμη ρέπουν περισσότερον εις τα χειρότερα. Αφού δε άλλαι μεν ηδοναί είναι αναγκαίαι, άλλαι δε όχι και μέχρις ενός βαθμού, όχι όμως και αι υπερβολαί ούτε αι ελλείψεις, και αφού το ίδιον συμβαίνει και ως προς τας επιθυμίας και τας λύπας, όστις μεν επιδιώκει τας υπερβολάς των ηδονικών ή εις βαθμόν υπερβολικόν, ή κατά προαίρεσιν χάριν αυτών των ιδίων και όχι διά κανέν αποτέλεσμά των, αυτός είναι ακόλαστος, διότι κατ' ανάγκην ο τοιούτος δεν υπόκειται εις μετάνοιαν, ώστε είναι αθεράπευτος, διότι ο αμετανόητος είναι αθεράπευτος, όστις δε είναι ελλιπής, είναι όλως το αντίθετον, ο δε μέσος είναι σώφρων, επίσης δε και όστις αποφεύγει τας σωματικάς λύπας όχι διότι νικάται αλλά από προαίρεσιν.

Από όσους δε δεν παρακινούνται από προαίρεσιν, άλλος μεν παρακινείται εξ αιτίας της ηδονής, άλλος δε διότι αποφεύγει την λύπην την οποίαν γεννά η επιθυμία, ώστε διαφέρουν ο είς από τον άλλον. Έκαστος δε ημπορεί να θεωρήση ως χειρότερον εκείνον όστις, ενώ δεν έχει επιθυμίας ή έχει ελαφράς, εκτελεί το αισχρόν, παρά εκείνον όστις έχει σφοδράς επιθυμίας, και εκείνον όστις κτυπά χωρίς να είναι ωργισμένος, παρά εκείνον όστις κτυπά ωργισμένος. Διότι αυτός φαντάσου τι θα έκαμνε αν ευρίσκετο μέσα εις το πάθος του! Διά τούτο ο ακόλαστος είναι χειρότερος από τον ακρατή. Και λοιπόν από όσα είπαμεν το έν είναι μάλλον είδος μαλθακότητος, το δε άλλο είναι ακολασία.

&Εγκράτεια και καρτερία&. Αντιτίθεται δε εις μεν τον ακρατή ο εγκρατής, εις δε τον μαλθακόν ο καρτερικός. Διότι η μεν καρτερία συνίσταται εις την αντοχήν, η δε εγκράτεια εις το να συγκρατή. Διαφέρει δε η αντοχή από την συγκράτησιν, καθώς και το να μη νικηθή κανείς από το να νικήση. Διά τούτο είναι προτιμοτέρα η εγκράτεια από την καρτερίαν. Όστις δε είναι ελλιπής εις όσα οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν αντοχήν και δύναμιν, αυτός είναι μαλθακός και τρυφηλός ― διότι και η τρυφηλότης είναι έν είδος μαλθακότητος. ― Και αυτός σύρει το φόρεμά του διά να αποφύγη την κόπωσιν να το σηκώση και ενώ απομιμείται τον ασθενή, δεν φρονεί ότι είναι άθλιος, αφού είναι όμοιος με άθλιον. Ομοίως δε συμβαίνει και ως προς την εγκράτειαν με την ακράτειαν. Δηλαδή δεν είναι περίεργος όστις νικάται από σφοδράς και υπερβολικάς ηδονάς ή λύπας ― είναι μάλιστα άξιος συγγνώμης εάν αντέχη, καθώς ο Φιλοκτήτης του Θεοδέκτου, ο οποίος επληγώθη από έχιδναν, ή καθώς ο Κερκύων εις την Αλόπην του Καρκίνου, και όσοι προσπαθούν να συγκρατήσουν τον γέλωτά των ξεκαρδίζονται διά μιας, καθώς έτυχε να συμβή εις τον Ξενόφαντον, αλλά περίεργος είναι κανείς μόνον όταν εις όσα οι περισσότεροι αντέχουν αυτός νικάται από αυτά και δεν ημπορή να αντισταθή, όχι όμως από το φυσικόν της φυλής του από ασθένειαν, καθώς είναι η μαλθακότης εις τους βασιλείς των Σκυθών ένεκα της φυλής, και καθώς απεμακρύνθη ανέκαθεν η φύσις της γυναικός από την ανδρικήν. Φαίνεται δε ότι και ο παιδαριώδης είναι ακόλαστος, είναι όμως μαλθακός. Διότι το παιγνίδιον είναι άνεσις, αφού είναι ανάπαυσις. O δε παιδαριώδης είναι από τους υπερβολικούς ως προς αυτήν. Της δε ακρατείας το έν μεν είδος, είναι προπέτεια, το δε άλλο αδυναμία. Δηλαδή άλλοι μεν αφού σκεφθούν δεν επιμένουν εις την απόφασίν των εξ αιτίας του πάθους των, άλλοι δε επειδή δεν σκέπτονται σύρονται από το πάθος των. Διότι μερικοί, καθώς οι προηγουμένως γαργαλισθέντες, δεν γαργαλίζονται, ομοίως και αυτοί προνοήσαντες και προβλέψαντες και προδιεγερθέντες με το σώμα και με την συλλογήν των δεν νικώνται πλέον από το πάθος, ούτε αν είναι ηδονικόν ούτε αν είναι λυπηρόν. Προ πάντων δε οι ταχείς και μελαγχολικοί έχουν την προπετή ακράτειαν. Δηλαδή εκείνοι μεν από την ταχύτητα, αυτοί δε από την σφοδρότητα δεν περιμένουν τον λόγον, διότι ακολουθούν την φαντασίαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Η ακολασία είναι καθαρά κακία, η ακράτεια σχεδόν όχι. &Είναι δε ο μεν ακόλαστος, καθώς είπαμεν, ανεπίδεκτος μετανοίας ― διότι επιμένει εις την απόφασίν του ―. O ακρατής όμως είναι πάντοτε μετανοητικός. Διά τούτο δεν είναι καθώς είπαμεν εις τας απορίας (προβλήματα), αλλά εκείνος μεν είναι αθεράπευτος, αυτός δε ευκολοθεράπευτος. Δηλαδή εκείνη μεν ομοιάζει με τα μοχθηρά νοσήματα, καθώς είναι ο ύδρωψ και η φθίσις, η δε ακρασία με την επιληψίαν. Διότι εκείνη, μεν είναι συνεχής, αυτή δε δεν είναι συνεχής κακία. Και εν γένει δε είναι διαφορετικόν το γένος της ακρατείας από την κακίαν, διότι η μεν κακία διαφεύγει την παρατήρησιν (κρύπτεται), ενώ η ακράτεια δεν διαφεύγει. Από αυτούς δε τους ιδίους προτιμότεροι είναι οι μεταβαλλόμενοι παρά όσοι έχουν μεν τον λόγον, δεν επιμένουν όμως εις αυτόν. Διότι νικώνται από μικρότερον πάθος και όχι χωρίς προμελέτην καθώς οι άλλοι. Δηλαδή ο ακρατής ομοιάζει εκείνους οι οποίοι μεθούν γρήγορα και με ολίγον οίνον και με ολιγώτερον, παρά με όσον μεθούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Ότι μεν λοιπόν η ακράτεια δεν είναι κακία, είναι φανερόν, ίσως όμως είναι κάπως κακία. Διότι αυτή μεν είναι έξω από την προαίρεσιν, εκείνη δε με προαίρεσιν. Οπωσδήποτε όμως είναι κάτι ως πράξις το οποίον ομοιάζει τον λόγον του Δημοδόκου προς τους Μιλησίους : «Οι Μιλήσιοι δεν είναι μεν ανόητοι, αλλά κάμνουν ό,τι κάμνουν οι ανόητοι» και οι ακρατείς επίσης άδικοι μεν δεν είναι, κάμνουν όμως αδικίαν. Επειδή δε εκείνος μεν είναι τοιούτος, διότι όχι εκ πεποιθήσεως επιδιώκει τας υπερβολικάς και έξω από τον ορθόν λόγον σωματικάς ηδονάς, αυτός όμως εκ πεποιθήσεως, διότι είναι επιτήδειος να επιδιώκη αυτάς, εκείνος βεβαίως είναι, ευμετάπειστος, αυτός όμως όχι. Διότι από την αρετήν και την κακίαν η μεν μία καταστρέφει τας αρχάς, η δε άλλη τας διασώζει, εις δε τας πράξεις αρχαί είναι οι λόγοι, καθώς εις τα μαθηματικά αι υποθέσεις. Λοιπόν ούτε εκεί ο λόγος ημπορεί να διδάξη τας αρχάς ούτε εδώ, αλλά υπάρχει αρετή φυσική ή εκ συνηθείας διά την ορθοφροσύνην ως προς τας αρχάς. Σώφρων λοιπόν είναι ο τοιούτος, ακόλαστος δε ο αντίθετος. Υπάρχει δε κάποιος ο οποίος από το πάθος του μεταβάλλει πορείαν έξω από τον ορθόν λόγον, αυτός δε όσον μεν διά να μην εκτελή συμφώνως με τον ορθόν λόγον τον συγκρατεί το πάθος του, όσον όμως διά να είναι τοιούτος ώστε εκ πεποιθήσεως με άνεσιν να επιδιώκη τας τοιαύτας ηδονάς δεν τον συγκρατεί. Και αυτός είναι ο ακρατής, και είναι καλλίτερος από τον ακόλαστον, ενώ ο ποταπός είναι απολύτως τοιούτος. Διότι διασώζεται το καλλίτερον μέρος του, δηλαδή αι αρχαί. O άλλος όμως είναι αντίθετος, δηλαδή ο επίμονος και μη μεταβαλλόμενος ένεκα βεβαίως του πάθους του. Είναι λοιπόν φανερόν από αυτά ότι εκείνη μεν είναι σπουδαία διάθεσις, αυτή δε ποταπή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

&Σχέσις εγκρατείας και ηθικής&. ― Τόρα λοιπόν άραγε εγκρατής είναι όστις επιμένει εις οποιονδήποτε λόγον και οποιανδήποτε προαίρεσιν, ή όστις επιμένει εις την ορθήν, και αντιστρόφως ακρατής είναι άραγε όστις δεν επιμένει εις οποιανδήποτε προαίρεσιν και οποιονδήποτε λόγον ή όστις δεν επιμένει εις τον μη ψευδή λόγον και την ορθήν προαίρεσιν, καθώς διετυπώσαμεν την απορίαν προηγουμένως; Ή μήπως κατά σύμπτωσιν εις οποιανδήποτε τύχη, καθ' εαυτό όμως εις τον αληθή λόγον και την ορθήν προαίρεσιν, εκείνος μεν θα επιμείνη, αυτός δε δεν θα επιμείνη; Δηλαδή, εάν κανείς εκλέγει ή επιδιώκει τούτο, χάριν εκείνου, καθ' εαυτό μεν εκλέγη και επιδιώκη τούτο, κατά σύμπτωσιν δε το προηγούμενον, το δε καθ' εαυτό το εννοούμεν απόλυτον. Επομένως είναι δυνατόν κατά μίαν οποιανδήποτε γνώμην άλλος μεν να επιμένη, άλλος δε να μεταβάλλη γνώμην, απολύτως όμως επιδιώκει όστις επιδιώκει με αληθή λόγον. Υπάρχουν δε μερικοί οι οποίοι επιμένουν εις την γνώμην των και τους οποίους ονομάζουν ισχυρογνώμονας, και είναι κάπως ακατάπειστοι, δηλαδή δεν μεταπείθονται ευκόλως. Αυτοί δε είναι ως προς τον εγκρατή, καθώς ο άσωτος προς τον φιλελεύθερον και ο θρασύς προς τον θαρραλέον, είναι όμως και διαφορετικοί εις πολλά. Διότι εκείνος μεν δεν μεταβάλλεται από το πάθος και την επιθυμίαν του, καθώς ο εγκρατής, ο εγκρατής όμως πολύ πιθανόν να φανή ευμετάπειστος- Αυτός δε όχι από λόγον διότι αυτός απολαμβάνει τας επιθυμίας και πολλάκις σύρεται από τας ηδονάς. Είναι δε ισχυρογνώμονες οι στενοκέφαλοι και οι αμαθείς και οι αγροίκοι, και οι μεν στενοκέφαλοι από ηδονήν και λύπην. Διότι ευχαριστούνται διά την νίκην των, εάν δεν αλλάξουν γνώμην, και λυπούνται, εάν ακυρωθή η γνώμη των, καθώς τα ψηφίσματα, ώστε μάλλον ομοιάζουν τον ακρατή, παρά τον εγκρατή. Υπάρχουν δε μερικοί οι οποίοι δεν επιμένουν εις την γνώμην των όχι από ακράτειαν, καθώς ο Νεοπτόλεμος εις τον Φιλοκτήτην του Σοφοκλέους. Μολονότι από ηδονήν δεν επέμεινε, ήτο όμως καλή ηδονή. Διότι το να λέγη την αλήθειαν ήτο καλόν, είχε πεισθή όμως υπό του Οδυσσέως να λέγη ψέμματα. Δηλαδή πας όστις κάμνει κάτι τι από ηδονήν δεν είναι ακόλαστος ή ποταπός ή ακρατής, αλλά όστις το κάμνει από αισχράν ηδονήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Διάφορα είδη ακρατείας.&

Αλλά βεβαίως υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ευχαριστούνται με τας σωματικάς ηδονάς ολιγώτερον του δέοντος, και δεν επιμένουν εις τον λόγον διά τον οποίον είναι τοιούτοι. Μεταξύ δε αυτών και του ακρατούς μέσος είναι ο εγκρατής. Δηλαδή ο μεν ακρατής δεν επιμένει εις τον λόγον χάριν της υπερβολής αυτός δε χάριν της ελλείψεως. O εγκρατής όμως επιμένει και μάλιστα δεν μεταβάλλεται από άλλον λόγον, είναι δε ανάγκη, εάν βεβαίως η εγκράτεια είναι σπουδαία, και αι δύο αυταί αντίθετοι διαθέσεις να είναι ποταπαί, καθώς φαίνεται πραγματικώς ότι είναι. Επειδή όμως η μία από αυτάς απαντά και ολίγας φοράς και σπανίως, διά τούτο, καθώς η σωφροσύνη φαίνεται μόνη αντίθετος εις την ακολασίαν, ομοίως και η εγκράτεια εις την ακράτειαν.

&Σύγκρισις του εγκρατούς προς τον σώφρονα.& ― Επειδή δε πολλά ονόματα δίδονται από ομοιότητα, διά τούτο και η εγκράτεια του σώφρονος εδόθη κατά παρομοίωσιν. Δηλαδή και ο εγκρατής είναι ικανός τίποτε να μην εκτελή έξω από τον λόγον χάριν των σωματικών ηδονών, καθώς και ο σώφρων. Με την διαφοράν όμως ότι ο μεν πρώτος έχει ποταπάς επιθυμίας, ενώ ο δεύτερος δεν έχει, και αυτός μεν είναι ικανός να μη αισθάνεται ηδονήν έξω από τον λόγον, εκείνος όμως να αισθάνεται, αλλά να μη παρασύρεται. Είναι δε όμοιοι και ο ακρατής και ο ακόλαστος, ενώ είναι χωρισμένοι. Δηλαδή και οι δύο επιδιώκουν τας σωματικάς ηδονάς, αλλά αυτός μεν εκ πεποιθήσεως, εκείνος όμως όχι εκ πεποιθήσεως.

&Σχέσις του ακρατούς προς τον φρόνιμον, τον δαιμόνιον, τον πεφωτισμένον, τον μεθυσμένον κλπ.& ― Ούτε πάλιν είναι δυνατόν ο φρόνιμος και ο ακρατής να είναι το ίδιον πρόσωπον. Διότι ο φρόνιμος απεδείχθη ότι συγχρόνως είναι και σπουδαίος κατά το ήθος. Έπειτα δεν είναι μόνον κατά την γνώσιν φρόνιμος, αλλά και κατά την εκτέλεσιν. Ενώ ο ακρατής δεν είναι εκτελεστικός. O δαιμόνιος όμως δεν υπάρχει εμπόδιον να μην είναι ακρατής. Διά τούτο μερικοί φαίνονται μεν κάποτε ότι είναι φρόνιμοι, είναι όμως ακρατείς, διότι η δεινότης (το δαιμόνιον) διαφέρει από την φρόνησιν με τον τρόπον τον οποίον ανεφέραμεν εις τους πρώτους λόγους, και ως προς μεν τον λόγον πλησιάζουν, διαφέρουν όμως ως προς την προαίρεσιν. Ούτε βεβαίως ομοιάζει τον γνωρίζοντα και πεφωτισμένον ο ακρατής, αλλά τον κοιμώμενον ή τον μεθυσμένον. Και είναι μεν εκουσίως ακρατής ― διότι με κάποιον τρόπον γνωρίζει και τι πράττει και διά ποίον σκοπόν, ― δεν είναι όμως πονηρός. Διότι η προαίρεσίς του είναι ευπρεπής. Ώστε είναι ημιπόνηρος, έπειτα δεν είναι ούτε άδικος, διότι δεν είναι επίβουλος. Διότι άλλος μεν από αυτούς δεν επιμένει εις όσα αποφασίση με σκέψιν, άλλος δε, καθώς ο μελαγχολικός, ούτε καν σκέπτεται. Και λοιπόν ο ακρατής ομοιάζει με μίαν πόλιν, η οποία ψηφίζει μεν όλα όσα χρειάζονται και έχει νόμους σπουδαίους, αλλά δεν εφαρμόζει κανένα, καθώς ειρωνεύθη ο Αναξανδρίδης:

Η πόλις το είπε, που τους νόμους δεν ψηφά.

O δε πονηρός ομοιάζει με πόλιν η οποία εφαρμόζει μεν τους νόμους, έχει όμως κακούς νόμους. Περιστρέφεται δε η ακράτεια εις την υπερβολήν της διαθέσεως των περισσοτέρων ανθρώπων. Δηλαδή ο μεν είς επιμένει περισσότερον, ο δε άλλος ολιγώτερον από την δύναμιν των περισσοτέρων.

Είναι δε ευκολώτερα θεραπεύσιμος η ακράτεια των μελαγχολικών, οι οποίοι σκέπτονται μεν, αλλά δεν επιμένουν, επίσης δε ευκολοθεραπευτότεροι είναι οι από την συνήθειαν ακρατείς παρά οι από την φύσιν. Διότι ευκολώτερον είναι να μεταβάλλωμεν την συνήθειαν παρά την φύσιν. Άλλως τε και η συνήθεια διά τούτο είναι κακή, διότι ομοιάζει την φύσιν, καθώς λέγει ο Εύηνος:

Η έξις, που είναι άσκησις πολυετής, δευτέρα φύσις εις το τέλος καταντά.

Τι είναι λοιπόν εγκράτεια και τι ακράτεια και τι καρτερία και τι μαλθακότης και ποία είναι η σχέσις αυτών των διαθέσεων μεταξύ των, το εξετάσαμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Ηδονή και λύπη.&

&Σωματική ηδονή και λύπη εν σχέσι προς το αγαθόν&. ― Είναι δε καθήκον του κοινωνιολόγου να φιλοσοφήση περί ηδονής και λύπης. Διότι αυτός είναι ο αρχιεργάτης του αποτελέσματος, εις το οποίον αποβλέποντες χαρακτηρίζομεν άλλον μεν ως κακόν, άλλον δε ως αγαθόν απολύτως. Έπειτα δε είναι και αναγκαίον να εξετάσωμεν περί αυτών. Διότι και η αρετή και η κακία η αναφερομένη εις το ήθος είπαμεν ότι περιστρέφεται εις τας λύπας και ηδονάς. Και την ευτυχίαν οι περισσότεροι την παραδέχονται μαζί με την ηδονήν, διά τούτο και ο μακάριος ωνομάσθη από την μεγάλην χαράν {3}.

Εις μερικούς λοιπόν φαίνεται ότι καμμία ηδονή δεν είναι αγαθή, ούτε καθ' εαυτήν ούτε κατά σύμπτωσιν ― δηλαδή λέγουν ότι δεν είναι το ίδιον πράγμα το αγαθόν και η ηδονή ― Εις άλλους όμως φαίνεται ότι μερικαί μεν ηδοναί είναι αγαθαί, αι περισσότεραι όμως ότι είναι ποταπαί. Έπειτα δε από αυτάς τας γνώμας τρίτη είναι ότι, και αν όλαι είναι αγαθαί, όμως δεν είναι δυνατόν η ηδονή να είναι το καλλίτερον πράγμα. Και λοιπόν απολύτως μεν δεν είναι αγαθή, διότι πάσα ηδονή είναι αισθητή, μεταβατική κατάστασις (γένεσις) εις την φυσικήν κατάστασιν. Αλλά καμμία μεταβατική κατάστασις δεν είναι συγγενής με τα αποτελέσματα• λόγου χάριν καμμία οικοδόμησις δεν ομοιάζει με την οικίαν. Έπειτα ο σώφρων αποφεύγει τας ηδονάς. Έπειτα ο φρόνιμος επιδιώκει την αποφυγήν της λύπης και όχι τα ηδονικά. Έπειτα αι ηδοναί είναι εμπόδια διά την σκέψιν, και τόσον περισσότερον, όσον περισσότερον τας απολαμβάνει κανείς• λόγου χάριν τας αφροδισιακάς ηδονάς. Δηλαδή κανείς δεν ημπορεί να σκεφθή, όταν ευρίσκεται μέσα εις αυτάς. Έπειτα δεν υπάρχει καμμία τέχνη της ηδονής, ενώ παν αγαθόν είναι έργον τέχνης. Έπειτα τα παιδία και τα ζώα επιδιώκουν τας ηδονάς. Ότι δε δεν είναι όλαι σπουδαίαι, απόδειξις είναι ότι αι ηδοναί είναι αισχραί και ονειδιζόμεναι και περιπλέον βλαβεραί. Δηλαδή μερικά ηδονικά είναι ασθενικά. Ότι δε δεν είναι η ηδονή το καλλίτερον πράγμα αποδεικνύεται από το ότι δεν είναι αποτέλεσμα, αλλά μεταβατική κατάστασις (γένεσις).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

&Φύσις της σωματικής ηδονής.&

Λοιπόν αυταί είναι σχεδόν αι επικρατούσαι γνώμαι. Ότι όμως από αυτάς δεν έπεται ότι η ηδονή δεν είναι αγαθόν ούτε το καλλίτερον πράγμα, γίνεται σαφές από τα εξής. Πρώτον μεν, αφού το αγαθόν είναι διττόν ― δηλαδή το έν μεν γενικόν, το δε άλλο σχετικόν προς κάποιον ― βεβαίως το ίδιον θα συμβή και εις τας φύσεις και τας συνηθείας, επομένως και εις τας κινήσεις και τας μεταβατικάς καταστάσεις. Δηλαδή όσαι φαίνονται ποταπαί, άλλαι μεν είναι απολύτως ποταπαί, ως προς έν άτομον όμως όχι, αλλά διά τον δείνα είναι προτιμητέαι, άλλαι δε ούτε διά τον δείνα δεν είναι πάντοτε προτιμητέαι αλλά μόνον κάποτε και ολίγον καιρόν, όχι όμως διά παντός, και άλλαι ούτε είναι καν ηδοναί, αλλά μόνον νομίζονται, καθώς είναι όσαι συμβαίνουν μαζί με την λύπην και χάριν θεραπείας• λόγου χάριν αι ηδοναί των ασθενών. Έπειτα, αφού του αγαθού το μεν έν μέρος είναι ενέργεια, το δε άλλο συνήθεια, τότε είναι εκ συμπτώσεως ηδονικαί αι διαθέσεις αι αποκαθιστώσαι την φυσικήν κατάστασιν.

Η δε ενέργεια διά την απόλαυσιν των επιθυμιών ανήκει εις την κάπως ελλιπή και λυπηράν διάθεσιν και φύσιν, καθόσον υπάρχουν και ηδοναί χωρίς λύπην και χωρίς επιθυμίας, καθώς λόγου χάριν αι ενέργειαι της σκέψεως, ενώ η φύσις δεν είναι ελλιπής. Απόδειξις δε τούτου είναι ότι δεν απολαμβάνει την ιδίαν ηδονήν, όταν αναπληρούται η φύσις και όταν αποκαθίσταται, αλλά, όταν μεν αποκαθίσταται, απολαμβάνουν τα απολύτως ηδονικά, όταν δε αναπληρούται, απολαμβάνουν και τα αντίθετα ακόμη, δηλαδή ευχαριστούνται και με τα ξινά και με τα πικρά, από τα οποία δεν είναι κανέν ούτε εκ φύσεως ηδονικόν ούτε απολύτως. Επομένως αυταί δεν είναι ούτε καν ηδοναί. Δηλαδή οποία είναι εκ φύσεως η διαφορά των ηδονικών μεταξύ των, η ίδια διαφορά υπάρχει και εις τας ηδονάς αι οποίας προέρχονται από αυτά! Έπειτα δεν είναι απόλυτος ανάγκη να υπάρχη άλλο τίποτε καλλίτερον από την ηδονήν, καθώς θεωρούν μερικοί ως τοιούτον το αποτέλεσμα της γενέσεως. Δηλαδή αι ηδοναί δεν είναι γενέσεις (μεταβατικαί καταστάσεις) ούτε όλαι συμβαδίζουν με γενέσεις, αλλά είναι ενέργειαι και αποτέλεσμα. Ούτε υπάρχουν εις τα γινόμενα αλλά εις τας χρήσεις. Και το αποτέλεσμα δεν είναι ξεχωριστόν δι' όλας τας ηδονάς, αλλά δι' όσας συντελούν εις την τελειοποίησιν της φύσεως.

&Ορισμός της ηδονής&. ― Διά τούτο δεν είναι ορθός ο ορισμός ότι η ηδονή είναι αισθητή γένεσις, αλλά ορθότερον είναι να την ορίσωμεν ως ενέργειαν της φυσικής διαθέσεως, και αντί του αισθητή να προσθέσωμεν το ανεμπόδιστος. Φαίνεται δε εις μερικούς ότι είναι γένεσις, διότι την θεωρούν κυριολεκτικώς αγαθόν. Δηλαδή αυτοί την ενέργειαν την θεωρούν γένεσιν, ενώ είναι διαφορετική. Το ότι δε μερικά ηδονικά είναι ποταπά, είναι το ίδιον ως να λέγωμεν ότι και μερικά υγιεινά είναι ποταπά, διότι δεν κερδίζουν από αυτά οι ιατροί. Λοιπόν υπό τοιαύτην έποψιν είναι και τα δύο ποταπά, αλλά βεβαίως διά τούτο δεν θα ειπή ότι είναι ποταπά, αφού μάλιστα και η σκέψις κάποτε βλάπτει εις την υγείαν. Έπειτα δεν εμποδίζει ούτε την φρόνησιν ούτε την διάθεσιν η ηδονή η παραγομένη από την ιδίαν, αλλά αι ξέναι, καθόσον αι ηδοναί αι προερχόμεναι από την σκέψιν και την μάθησιν περισσότερον θα συντελέσουν να σκεφθή κανείς και να μάθη. Το ότι δε καμμία τέχνη της ηδονής δεν υπάρχει, έχει τον λόγον του. Διότι ούτε καμμιάς άλλης ενεργείας υπάρχει τέχνη, αλλά μόνον της δυνάμεως. Μολονότι πάλιν η μυρεψική τέχνη και η μαγειρική φαίνεται ως να είναι τέχνη ηδονής. Το ότι δε ο σώφρων αποφεύγει τας ηδονάς και ο φρόνιμος επιδιώκει άλυπον βίον, και ότι τα παιδία και τα ζώα επιδιώκουν τας ηδονάς, όλα έχουν την ιδίαν εξήγησιν. Διότι είπαμεν ότι υπάρχουν ηδοναί απολύτως αγαθαί και ότι όλαι δεν είναι αγαθαί. Τας δε ηδονάς του είδους τούτου επιδιώκουν και τα παιδία και τα ζώα, και πάλιν αυτών των ηδονών την ενόχλησιν αποφεύγει ο φρόνιμος, δηλαδή τας ηδονάς τας συνοδευομένας με επιθυμίαν και λύπην και τας σωματικάς (διότι τοιαύται είναι και αυταί) και τας υπερβολάς αυτών, συμφώνως με τας οποίας ο ακόλαστος είναι ακόλαστος. Διά τούτο ο σώφρων αποφεύγει αυτάς. Άλλως όμως υπάρχουν ηδοναί και του σώφρονος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

&Η ηδονή εν σχέσει προς την ευτυχίαν&. ― Εξ άλλου δε όλοι το λέγουν ότι η λύπη είναι κακόν και ότι είναι αξία αποφυγής. Διότι άλλη μεν είναι απόλυτον κακόν, άλλη δε διότι είναι κάπως εμποδιστική. Παν ό,τι όμως είναι το αντίθετον προς το άξιον αποφυγής από αυτήν την έποψιν του αξιοφεύκτου και του κακού, αυτό είναι αγαθόν. Επομένως έπεται λογικώς ότι η ηδονή είναι αγαθόν. Δηλαδή η λύσις είναι καθώς την εξήγει ο Σπεύσιππος, και όχι καθώς θεωρούμεν αντίθετον το μεγαλίτερον προς το μικρότερον και το ίσον. Διότι αυτός ποτέ δεν θα έλεγε ότι η ηδονή είναι έν είδος κακού. Και δεν υπάρχει κανέν εμπόδιον να ειπούμεν ότι το καλλίτερον πράγμα είναι κάποια ηδονή, με το να υπάρχουν μερικαί ηδοναί ποταπαί, καθώς και να ειπούμεν ότι το καλλίτερον πράγμα είναι κάποια επιστήμη, αν και υπάρχουν και μερικαί επιστήμαι ποταπαί. Αφού δε δι' εκάστην διάθεσιν υπάρχουν ενέργειαι ανεμπόδιστοι, είτε είναι ευτυχία η ενέργεια όλων των διαθέσεων, είτε κάποιας από τας διαθέσεις, ίσως είναι και λογικόν αυτή να είναι η πλέον προτιμητέα, όταν είναι ανεμπόδιστος. Αυτό δε είναι η ηδονή. Επομένως είναι δυνατόν να υπάρχη κάποια ηδονή ως το καλλίτερον πράγμα, ενώ πολύ πιθανόν αι περισσότεραι ηδοναί να είναι ποταπαί απολύτως. Και διά τούτο όλοι νομίζουν ότι ο ευτυχής βίος είναι ηδονικός και ευλόγως συνδιάζουν την ηδονήν με την ευτυχίαν. Διότι καμμία ενέργεια δεν είναι τελεία, όταν εμποδίζεται, η δε ευτυχία είναι από τας τελείας.

Διά τούτο ο ευτυχής έχει πρόσθετον ανάγκην των σωματικών αγαθών και των εξωτερικών και της τύχης, διά να μη εμποδίζωνται αυτά. Όσοι δε διισχυρίζονται ότι ο τροχοβασανιζόμενος και όστις περιπίπτει εις μεγάλας δυστυχίας είναι ευτυχής, αρκεί να είναι αγαθός, αυτοί ψεύδονται ή εκουσίως ή ακουσίως. Επειδή δε η ευτυχία απαιτεί προσθέτως την τύχην, διά τούτο φαίνεται εις μερικούς το ίδιον με το τυχηρόν, ενώ δεν είναι. Διότι και η τύχη, όταν είναι υπερβολική, γίνεται εμπόδιον, και ίσως τότε πλέον δεν είναι δίκαιον να ονομάζεται τυχερόν. Διότι ο ορισμός αυτών εδόθη συμφώνως με την ευτυχίαν.

&Η ηδονή εν σχέσει προς το ύψιστον αγαθόν&. ― Και το ότι δε επιδιώκουν την ηδονήν και τα ζώα όλα και οι άνθρωποι, είναι απόδειξις ότι αυτή είναι κάπως το καλλίτερον πράγμα :

Λόγος ποτέ δεν χάνεται, όταν τον διαλαλούνε στόματ' αμέτρητα…..

Επειδή όμως ούτε η ιδία φύσις ούτε η ιδία διάθεσις είναι η καλλιτέρα, αλλ' ούτε φαίνεται να είναι, διά τούτο ούτε την ιδίαν ηδονήν επιδιώκουν όλοι, επιδιώκουν όλοι όμως μίαν ηδονήν. Ίσως μάλιστα και δεν επιδιώκουν αυτήν την οποίαν παραδέχονται ως ηδονήν, ή την οποίαν ημπορούν να την παραδεχθούν, αλλά την ιδίαν, διότι όλα τα όντα έχουν εκ φύσεως κάτι τι θεϊκόν. Έλαβαν όμως την κληρονομίαν του ονόματος αι σωματικαί ηδοναί, διότι πλειστάκις οι άνθρωποι παραδίδονται εις αυτάς και όλοι μετέχουν αυτών. Επειδή λοιπόν αυταί μόνον είναι γνωστότεραι, δι' αυτό νομίζουν πολλοί ότι μόνον αυταί υπάρχουν. Είναι δε φανερόν ότι, εάν δεν είναι αγαθόν η ηδονή και η ενέργεια, δεν είναι δυνατόν να ζη ηδονικώς ο ευτυχής. Διότι προς τι θα εχρειάζετο αυτό, εάν δεν είναι αγαθόν, και εάν είναι δυνατόν να ζη κανείς και με λύπας; Διότι τότε ούτε αγαθόν ούτε κακόν είναι η λύπη, αφού δεν είναι ούτε η ηδονή. Επομένως διατί να την αποφεύγη; και βεβαίως ούτε ο βίος του σπουδαίου είναι ηδονικώτερος από άλλους, αφού δεν είναι ηδονικαί και αι ενέργειαι αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

&Διατί φαίνονται προτιμητέαι αι σωματικαί ηδοναί&. ― Βεβαίως λοιπόν πρέπει να εξετάσωμεν περί των σωματικών ηδονών χάριν εκείνων οι οποίοι λέγουν ότι μερικαί ηδοναί είναι πολύ προτιμητέαι• λόγου χάριν αι καλαί, και όχι αι σωματικαί και εκείναι εις όσας περιστρέφεται η ακολασία. Διατί λοιπόν αι εναντίαι λύπαι είναι μοχθηραί; Διότι του κακού το αντίθετον είναι το αγαθόν. Ή τάχα τόσον αγαθαί είναι αι αναγκαίαι, όσον και το μη κακόν είναι αγαθόν; Ή μήπως είναι μέχρι τινός αγαθαί; Διότι εις όσας δεν υπάρχει υπερβολή του καλλιτέρου, δεν υπάρχει υπερβολή ούτε της ηδονής, εις όσα δε υπάρχει, υπάρχει και της ηδονής. Υπάρχει δε εις τα σωματικά αγαθά υπερβολή, και ο ποταπός είναι τοιούτος, διότι επιδιώκει την υπερβολήν, και όχι τα αναγκαία. Διότι όλοι ευχαριστούνται κάπως με τα φαγητά, και με οίνους και με αφροδισιακάς ηδονάς, όχι όμως όσον πρέπει. Το αντίθετον δε ως προς την λύπην. Διότι εκεί έκαστος δεν αποφεύγει την υπερβολήν των μόνον, αλλά απολύτως. Διότι δεν υπάρχει καμμία λύπη αντίθετος με την υπερβολήν, παρά μόνον ως προς τον επιδιώκοντα την υπερβολήν.

Έπειτα δεν απαιτείται μόνον να ειπούμεν την αλήθειαν αλλά και την αιτίαν του ψεύδους, διότι τούτο συντελεί εις το να πείθη. Δηλαδή, όταν φανή εύλογον το διατί φαίνεται αληθές, ενώ δεν είναι, τότε κάμνει έκαστον να πιστεύη περισσότερον περί της αληθείας. Επομένως πρέπει να ομιλήσωμεν διατί φαίνονται περισσότερον προτιμητέαι αι σωματικαί ηδοναί. Πρώτον λοιπόν διότι αποδιώκουν την λύπην. Και εξ αιτίας των υπερβολών της λύπης, επειδή ευρίσκουν ιατρείαν, επιδιώκουν την υπερβολικήν ηδονήν και εν γένει την σωματικήν. Είναι δε σφοδραί αι ιατρείαι, ως εκ του οποίου και επιδιώκονται, διότι κάμνουν εντύπωσιν απέναντι του αντιθέτου. Και λοιπόν δεν φαίνεται σπουδαίον πράγμα η ηδονή δι' αυτούς τους δύο λόγους, καθώς είπαμεν, διότι δηλαδή άλλαι μεν είναι πράξεις ποταπής φύσεως ― ή εκ γενετής καθώς του ζώου, ή κατά συνήθειαν, καθώς των ποταπών ανθρώπων ― αι δε ιατρείαι, διότι εφαρμόζονται εις τον ελαττωματικόν, και διότι είναι προτιμότεραι να τας έχη κανείς παρά να τας λαμβάνη. Αυταί όμως συμβαίνουν μόνον όταν αποκαθίσταται η υγεία μας, επομένως μόνον κατά σύμπτωσιν είναι σπουδαίαι. Έπειτα επιδιώκονται ως σφοδραί από εκείνους οι οποίοι δεν ημπορούν να απολαύσουν άλλας. Απόδειξις δε είναι ότι οι ίδιοι προετοιμάζουν διά τον εαυτόν των κάποιαν δίψαν αυτών. Και λοιπόν, όταν μεν είναι αβλαβείς, είναι άψογοι, όταν όμως είναι βλαβεραί, είναι ποταπαί. Διότι δεν έχουν καν άλλα πράγματα με τα οποία να ευχαριστηθούν, και εξ άλλου η ουδετέρα κατάστασις είναι εις πολλούς λυπηρά ως εκ της φύσεώς των. Διότι πάντοτε κοπιάζει το ζώον, καθώς μαρτυρούν και οι φυσιολόγοι οι οποίοι λέγουν ότι η όρασις και η ακοή είναι επιδεκτικαί κοπώσεως. Αλλά εσυνηθίσαμεν, λέγουν, πλέον και δεν το αντιλαμβανόμεθα. Ομοίως δε εις μεν την νεότητα ένεκα της θρέψεως διάκεινται καθώς οι μεθυσμένοι, και είναι ηδονικόν η νεότης, ενώ οι εκ φύσεως μελαγχολικοί έχουν ανάγκην πάντοτε ιατρείας. Διότι το σώμα των από την κράσιν είναι ως να δαγκώνεται, και πάντοτε ευρίσκονται εις σφοδρούς πόθους, την δε λύπην την εκδιώκει όχι μόνον η αντίθετος ηδονή, αλλά και οποιαδήποτε άλλη, αρκεί να είναι ισχυρά.

Και διά τούτο γίνονται πολλοί ακόλαστοι και ποταποί. Όσαι όμως δεν έχουν λύπας, δεν επιδέχονται υπερβολήν. Τοιαύται δε είναι αι ηδοναί των εκ φύσεως ηδονικών και όχι κατά σύμπτωσιν• ονομάζω δε κατά σύμπτωσιν ηδονικά τα θεραπευτικά. Δηλαδή, επειδή κατά σύμπτωσιν θεραπεύονται, ενώ κάτι εκτελεί το υπόλοιπον της υγείας, διά τούτο φαίνονται ηδονικά. Εκ φύσεως όμως ηδονικά είναι όσα εκτελούν μίαν πράξιν ομοίας φύσεως.

&Η ηδονή ποικίλλει εξ αιτίας της ευμεταβλήτου φύσεώς μας.& ― Δεν είναι δε πάντοτε ηδονικόν το ίδιον πράγμα, διότι η φύσις ημών δεν είναι απλή, αλλά ενυπάρχει εις αυτήν και κάτι διαφορετικόν, αφού είμεθα φθαρτοί. Επομένως, εάν εκτελή τίποτε το έν μέρος μας, τούτο εις την άλλην φύσιν είναι αφύσικον. Όταν δε τα δύο στοιχεία ισορροπούν, τότε το εκτελούμενον δεν φαίνεται ούτε λυπηρόν ούτε ηδονικόν. Άλλως όμως, αν η φύσις ήτο απλή, θα ήτο πάντοτε η ιδία πράξις ηδονικωτάτη. Διά τούτο ο θεός πάντοτε μίαν και απόλυτον ηδονήν απολαμβάνει. Διότι δεν υπάρχει μόνον της κινήσεως ενέργεια αλλά και της ακινησίας, και η ηδονή υπάρχει μάλλον εις την ακινησίαν παρά εις την κίνησιν. Αν δε η μεταβολή είναι, καθώς λέγει ο ποιητής, το γλυκύτερον από όλα, τούτο προέρχεται πάντοτε από κάποιαν κακίαν. Δηλαδή, καθώς ο κακός άνθρωπος είναι πάντοτε ευμετάβολος, ομοίως και η φύσις, η οποία έχει ανάγκην μεταβολής. Δηλαδή δεν είναι απλή, ούτε καθώς πρέπει. Λοιπόν περί της εγκρατείας και ακρατείας και περί ηδονής και λύπης και τι είναι έκαστον και πώς άλλα μεν από αυτά είναι αγαθά, άλλα δε κακά είναι αρκετά όσα είπαμεν. Τόρα δε υπολείπεται να ομιλήσωμεν περί φιλίας, τι πράγμα είναι, και τι είναι φίλος.

ΒΙΒΛΙΟΝ Θ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

&Φιλία.&

&Η φιλία είναι απαραίτητος&. ― Η φιλία βεβαίως είναι κάποια αρετή ή συνοδεύεται από αρετήν, έπειτα δε είναι αναγκαιοτάτη διά τον βίον. Διότι χωρίς φίλους, κανείς δεν ημπορεί να ζη, και αν έχη όλα τα άλλα αγαθά. Δηλαδή και οι πλούσιοι και όσοι έχουν αξιώματα και εξουσίας φαίνονται ότι έχουν την περισσοτέραν ανάγκην φίλων. Διότι ποία, η ωφέλεια της τοιαύτης ευημερίας των, εάν στερηθούν την αρετήν του να ευεργετούν, το οποίον επαινείται περισσότερον, όταν γίνεται προ πάντων εις τους φίλους; Ή πώς είναι δυνατόν να διατηρήται και να διασώζεται η ευημερία αυτή χωρίς φίλους; Διότι, όσον είναι περισσοτέρα, τόσον περισσότερον διατρέχει κίνδυνον. Και πάλιν μέσα εις την πτωχείαν και εις τας δυστυχίας ως μόνον καταφύγιον θεωρούν όλοι τους φίλους. Ακόμη δε είναι βοηθητική και εις τους νέους διά να μη σφάλλουν και εις τους γεροντοτέρους χάριν περιποιήσεως και χάριν ελλείψεως δραστηριότητος ένεκα της αδυναμίας, και εις τους έχοντας ακμαίαν ηλικίαν διά να εκτελούν καλάς πράξεις :

Όταν δυο περπατούν μαζί…

Διότι είναι ικανώτεροι και να εννοήσουν και να εκτελέσουν. Φαίνεται δε ότι ενυπάρχει εκ φύσεως η φιλία εις τους γεννήτορας προς τα γεννηθέντα όχι μόνον μεταξύ των ανθρώπων αλλά και μεταξύ των πτηνών και των περισσοτέρων ζώων, και εις τα ομόφυλα μεταξύ των και μάλιστα εις τους ανθρώπους, και δια τούτο επαινούμεν τους φιλανθρώπους. Θα παρατηρήση δε κανείς και εις τας περιπλανήσεις πόσον οικείος και φίλος είναι πας άνθρωπος με άνθρωπον. Φαίνεται δε ότι και τας πόλεις τας συγκρατεί η φιλία, και οι νομοθέται περισσοτέραν σημασίαν δίδουν εις αυτήν παρά εις την δικαιοσύνην. Διότι η ομόνοια φαίνεται ότι είναι κάτι τι όμοιον με την φιλίαν, αυτήν δε προ παντός άλλου την επιδιώκουν, και αποδιώκουν προ πάντων την διχόνοιαν, διότι είναι έχθρα. Έπειτα, όταν οι πολίται είναι φίλοι, δεν χρειάζεται διόλου η δικαιοσύνη, ενώ, όταν είναι δίκαιοι, έχουν πρόσθετον ανάγκην της φιλίας, και από τα δίκαια το σπουδαιότερον φαίνεται ότι είναι φιλικόν. Δεν είναι δε μόνον αναγκαία η φιλία αλλά και καλόν. Διότι τους κάμνοντας φίλους τους επαινούμεν, έπειτα η πολυφιλία φαίνεται ότι είναι έν από τα καλά, ακόμη δε πολλοί νομίζουν ότι το ίδιον είναι οι αγαθοί άνδρες και οι φίλοι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

&Η φύσις της φιλίας ή αγάπης&. ― Διαφιλονικούνται όμως περί αυτής όχι ολίγα. Δηλαδή άλλοι μεν θεωρούν αυτήν ως κάποιαν ομοιότητα και τους φίλους ως ομοίους, διά τούτο λέγουν παροιμιωδώς : «ο όμοιος τον όμοιον και η κοπριά τα λάχανα» και τα παρόμοια. Άλλοι όμως αντιθέτως όλους τους τοιούτους τους θεωρούν μεταξύ των ως αντιζήλους κεραμοπλάστας {4}, και διά τούτο περί αυτών των ιδίων ζητούν ανωτέραν και φυσικωτέραν εξήγησιν. Και ο μεν Ευριπίδης λέγει :

… Ποθεί βροχήν το ξηραμμένο χώμα. Το φορτωμένο σύννεφο ποθεί την γην να βρέξη.

Επίσης και ο Ηράκλειτος ως εξήγησιν της φιλίας φέρει την αντίθεσιν των συμφερόντων και λέγει ότι: «από τα διαφέροντα γεννάται καλή αρμονία και ότι τα γεννά η διχόνοια». Αντιθέτως δε προς αυτούς άλλοι πολλοί και ο Εμπεδοκλής πρεσβεύουν ότι το όμοιον επιζητεί το όμοιον. Και λοιπόν αι μεν φυσικαί απορίαι ας μείνουν κατά μέρος, διότι δεν σχετίζονται με την παρούσαν μελέτην. ― Όσα όμως είναι ανθρώπινα και ανήκουν εις τα ήθη και πάθη, αυτά πρέπει να τα εξετάσωμεν, λόγου χάριν αν μεταξύ όλων των ανθρώπων είναι δυνατόν να υπάρξη φιλία, ή μήπως δεν είναι δυνατόν όσοι είναι μοχθηροί να γίνουν φίλοι, και αν έν είδος φιλίας υπάρχει ή περισσότερα. Δηλαδή όσοι νομίζουν ότι υπάρχει έν είδος φιλίας εκ του ότι επιδέχεται αυξομείωσιν, δεν βασίζονται εις ασφαλή απόδειξιν. Διότι την αυξομείωσιν την επιδέχονται και τα άλλα είδη, είπαμεν δε περί αυτής προηγουμένως.

&Το αντικείμενον της φιλίας&. ― Ίσως όμως εννοηθή τούτο, όταν εξακριβώσωμεν το αντικείμενον της φιλίας. Δηλαδή φαίνεται ότι δεν είναι αντικείμενον αγάπης παν πράγμα, αλλά το αγαπητόν. Τούτο δε είναι ή αγαθόν, ή ηδονικόν, ή χρήσιμον. Ίσως δε νομισθή ότι είναι χρήσιμον εκείνο το οποίον φέρει το αγαθόν ή την ηδονήν, και επομένως αγαπητόν είναι μόνον το αγαθόν και το ηδονικόν ως αποτελέσματα. Τόρα λοιπόν άραγε το αγαθόν αγαπούν όλοι ή το εις αυτούς φαινόμενον αγαθόν; Διότι αυτά κάποτε δεν συμφωνούν. Ομοίως δε και ως προς το ηδονικόν. Φαίνεται όμως ότι έκαστος αγαπά το εις αυτόν φαινόμενον αγαθόν, και ότι γενικώς μεν αγαπητόν είναι το αγαθόν, ατομικώς δε το φαινόμενον ως αγαθόν εις έκαστον. Έκαστος όμως αγαπά όχι ό,τι είναι εις αυτόν αγαθόν, αλλ' ό,τι φαίνεται. Αλλά δεν έχουν καμμίαν διαφοράν. Διότι το αγαπητόν είναι πάντοτε φαινομενικόν. Αφού δε είναι τρία τα ελατήρια της φιλίας, επί μεν της αγάπης των αψύχων δεν εφαρμόζεται η λέξις φιλία. Διότι δεν υπάρχει ανταπόδοσις της αγάπης, ούτε επιθυμία αγαθού δι' αυτά, ― διότι ίσως θα ήτο κωμικόν διά τον οίνον να θέλη κανείς το καλόν του, αλλά αν θέλη να τον φυλάξη, το κάμνει διά να τον έχη ο ίδιος. Ενώ διά τον φίλον όλοι λέγουν ότι ζητούν το καλόν του διά τον εαυτόν του, όσοι δε επιθυμούν τα αγαθά κατ' αυτόν τον τρόπον ονομάζονται ευνοϊκοί, όταν δεν αποδοθή το ίδιον εις αυτούς από εκείνον. Διότι η εύνοια επί ανταποδόσεως γίνεται φιλία. Ή μήπως πρέπει να προσθέσωμεν το να μη είναι μυστική; Διότι πολλοί είναι ευνοϊκοί εις ανθρώπους τους οποίους δεν είδαν ποτέ, και μόνον διότι τους νομίζουν καθώς πρέπει και χρησίμους. Αυτό δε το αίσθημα είναι δυνατόν και από εκείνους κανείς να πάθη ως προς αυτούς. Και λοιπόν ευνοϊκοί μεν αυτοί φαίνονται μεταξύ των. Αλλά φίλους πώς ημπορεί κανείς να τους ονομάση, αφού δεν γνωρίζουν ποία αισθήματα τρέφουν μεταξύ των; Επομένως οι φίλοι πρέπει να είναι ευνοϊκοί μεταξύ των και να θέλουν τα αγαθά των, όχι μυστικά εξ αιτίας ενός από τα ελατήρια που είπαμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ’.

&Τα είδη της φιλίας.& ― Είναι δε διαφορετικά μεταξύ των αυτά τα είδη των ελατηρίων. Επομένως διαφέρουν και τα είδη της αγάπης και της φιλίας. Λοιπόν τρία είδη υπάρχουν της φιλίας, ισάριθμα με τα αγαπώμενα. Διότι εις έκαστον από αυτά υπάρχει ανταπόδοσις της αγάπης όχι μυστική. Όσοι δε αγαπώνται μεταξύ των επιθυμούν ο είς διά τον άλλον τα αγαθά με τον ίδιον τρόπον που τους αγαπούν. Και λοιπόν όσοι μεν αγαπούν τους φίλους διά το χρήσιμον, δεν τους αγαπούν καθ' εαυτούς, αλλά καθόσον έρχεται κανέν αγαθόν από τον ένα εις τον άλλον. Ομοίως δε και όσοι τους αγαπούν εξ αιτίας της ηδονής. Δηλαδή αυτοί δεν αγαπούν τους ευτραπέλους διά το ποιόν των, αλλά διότι είναι ευχάριστοι εις αυτούς. Λοιπόν και όσοι αγαπούν διά την χρησιμότητα, τους αγαπούν διά το ιδικόν των καλόν, και όσοι αγαπούν χάριν της ηδονής, τους αγαπούν διά την ιδικήν των ηδονήν και όχι δι' εκείνην που χαρακτηρίζει τον αγαπώμενον, αλλά μόνον καθόσον αυτός είναι χρήσιμος ή ηδονικός. Επομένως αυταί αι φιλίαι είναι κατά σύμπτωσιν. Διότι ο αγαπώμενος δεν αγαπάται διότι είναι ό,τι είναι, αλλά διότι προξενεί άλλος μεν κανέν αγαθόν, άλλος δε ηδονικόν. Επομένως αυταί αι φιλίαι διαλύονται ευκόλως, όταν δεν διατηρούνται μεταξύ των όμοιοι. Δηλαδή, εάν πλέον δεν είναι ηδονικοί ή χρήσιμοι μεταξύ των, παύουν να έχουν φιλίαν. Αλλά το χρήσιμον δεν είναι σταθερόν, αλλά ποικίλλει κατά περιστάσεις. Όταν λοιπόν φύγη το ελατήριον της φιλίας των, διαλύεται και η φιλία, διότι η φιλία ήτο σχετική με εκείνο. Ιδίως όμως εις τους γεροντοτέρους φαίνεται ότι συμβαίνει αυτό το είδος της φιλίας ― διότι οι τοιούτοι δεν επιδιώκουν το ηδονικόν αλλά το ωφέλιμον ― από δε τους ακμαίους και τους νέους συμβαίνει εις όσους κυνηγούν το συμφέρον των. Οι τοιούτοι δε δεν συναναστρέφονται καν μεταξύ των. Κάποτε δε ούτε είναι καν ηδονικοί. Επομένως ούτε έχουν καν πρόσθετον ανάγκην της τοιαύτης φιλίας, εάν δεν είναι ωφέλιμοι οι φίλοι των. Διότι εις τόσον βαθμόν είναι ηδονικοί, όσον δίδουν ελπίδας αγαθού. Εις αυτά δε τα είδη της φιλίας συγκαταλέγουν και την φιλοξενίαν. Η δε φιλία των νέων φαίνεται ότι έχει ελατήριον την ηδονήν. Διότι αυτοί ζουν συμφώνως με τα πάθη των, και προ πάντων επιδιώκουν το εις αυτούς ηδονικόν και το στιγμιαίον, όσον δε μεταβάλλεται η ηλικία, τόσον και τα ηδονικά μεταβάλλονται. Διά τούτο γλήγορα, γίνονται φίλοι και γλήγορα διαλύουν την φιλίαν. Δηλαδή μαζί με την ηδονήν μεταβάλλεται και η φιλία, αλλά της τοιαύτης ηδονής η μεταβολή είναι ταχεία. Είναι δε και ερωτικοί οι νέοι. Διότι το περισσότερον μέρος του έρωτος έχει ελατήριον το πάθος και την ηδονήν. Και διά τούτο η φιλία των και η διάλυσις αυτής [φαίνεται να λείπει κείμενο, ενώ οι σελίδες είναι συνεχόμενες]

διέρχωνται όλην την ημέραν και να ζουν μαζί. Διότι ούτω πως πραγματοποιείται η αληθής ιδιότης της φιλίας των.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Τελεία είναι η φιλία των αγαθών&. ― Είναι δε τελεία η φιλία των αγαθών και των ομοίων ως προς την αρετήν. Διότι αυτοί εξ ίσου επιθυμούν ο είς διά τον άλλον τα αγαθά μεταξύ των ως αγαθοί, είναι δε καθαυτό αγαθοί. Όσοι δε επιθυμούν τα αγαθά διά τους φίλους των, χάριν μόνον αυτών των ιδίων, είναι κυρίως φίλοι ― διότι αυτήν την ιδιότητα την έχουν εξ αιτίας του εαυτού των και όχι εκ συμπτώσεως. Επομένως διαμένει η τοιαύτη φιλία εν όσω είναι αγαθοί, η δε αγαθότης των είναι μόνιμος. Και ο καθείς από τους δύο είναι και απολύτως αγαθός και αγαθός διά τον φίλον του. Δηλαδή οι αγαθοί είναι και απολύτως αγαθοί και μεταξύ των. Ομοίως δε είναι και ηδονικοί. Δηλαδή και απολύτως ηδονικοί είναι οι αγαθοί και μεταξύ των. Διότι εις έκαστον ηδονικαί είναι αι συγγενικαί πράξεις και αι όμοιαι, αι δε πράξεις των αγαθών είναι συγγενικαί ή όμοιαι. Η τοιαύτη λοιπόν φιλία ευλόγως είναι σταθερά. Διότι συγκεντρώνει εντός της όλα όσα πρέπει να έχουν οι φίλοι. Δηλαδή παν είδος φιλίας υπάρχει ή χάριν αγαθού ή χάριν ηδονής είτε απολύτως είτε σχετικώς με τον αγαπώντα, και συμφώνως με κάποιαν ομοιότητα. Εις αυτήν όμως υπάρχουν όλα αυτά που είπαμεν καθ' εαυτά. Διότι εις αυτήν είναι όμοιοι οι φίλοι και ως προς τα άλλα ― έπειτα το απολύτως αγαθόν είναι και απολύτως ηδονικόν. Κυρίως δε αυτά είναι αξιαγάπητα και επομένως και η αγάπη και η φιλία εις αυτά κυρίως είναι η καλλιτέρα. Βεβαίως όμως αι τοιαύται φιλίαι είναι σπάνιαι, διότι ολίγοι υπάρχουν τοιούτου είδους. Έπειτα δε ότι αυτό το είδος της φιλίας απαιτεί καιρόν και συνήθειαν. Διότι, καθώς λέγει η παροιμία, δεν είναι δυνατόν να γνωρισθούν μεταξύ των, αν δεν φάγουν μαζί ψωμί και αλάτι. Ούτε βεβαίως να έχουν ευχαρίστησιν ούτε να είναι φίλοι είναι δυνατόν, πριν να φανή έκαστος εις τον άλλον αξιαγάπητος και να πιστευθή. Όσοι δε συνδέουν γλήγορα μεταξύ των φιλίαν θέλουν μεν να είναι φίλοι, δεν είναι όμως, εάν δεν είναι αγαπητοί μεταξύ των και αν δεν το γνωρίζουν συγχρόνως. Διότι επιθυμία ταχεία της φιλίας υπάρχει, ταχεία φιλία όμως δεν υπάρχει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Η φιλία της ηδονής και χρησιμότητος&. ― Αυτό το είδος λοιπόν της φιλίας και ως προς την διάρκειαν και ως προς τα άλλα είναι τέλειον, και υπό όλας τας επόψεις αποδίδονται τα ίδια και όμοια από τον ένα εις τον άλλον και από τον δεύτερον εις τον πρώτον, πράγμα το οποίον πρέπει να υπάρχη εις τους φίλους. Η δε χάριν της ηδονής φιλία είναι απομίμησις αυτής ― διότι και οι αγαθοί είναι ηδονικοί μεταξύ των. Ομοίως δε και η χάριν της χρησιμότητος ― διότι και χρήσιμοι γίνονται μεταξύ των οι αγαθοί. Κυρίως δε διατηρούνται και εις αυτούς αι φιλίαι, όταν το ίδιον λαμβάνη ο είς από τον άλλον, λόγου χάριν την ηδονήν, και όχι μόνον κατά ένα τρόπον, αλλά και από την ιδίαν ιδιότητά των καθώς λόγου χάριν από την ευτραπελίαν και όχι καθώς εις τον εραστήν και τον ερωμένον του. Διότι αυτοί οι δύο δεν ευχαριστούνται διά τα ίδια πράγματα, αλλά ο μεν πρώτος θέλει να ερωτεύεται τον άλλον, αυτός δε να κολακεύεται από τον εραστήν. Όταν όμως περάση η νεαρά ηλικία, κάποτε τελειόνει και η φιλία ― διότι εις μεν τον πρώτον δεν είναι πλέον ευχάριστος η μορφή του άλλου, εις τούτον δε δεν αποδίδεται πλέον περιποίησις. Πολλοί δε πάλιν εξακολουθούν να είναι φίλοι, όταν από την συνήθειαν αγαπήσουν ο είς τα ήθη του άλλου, εάν είναι όμοιοι εις αυτά. Όσοι δε δεν ανταλλάσσουν την ηδονήν αλλά την χρησιμότητα εις τα ερωτικά, αυτοί και ολιγώτερον διατηρούνται. Δηλαδή οι από χρησιμότητα φίλοι χωρίζουν, μόλις χωρίσουν τα συμφέροντά των. Διότι αυτοί δεν ήσαν φίλοι των ατόμων των, αλλά της ωφελείας. Και λοιπόν χάριν ηδονής και χρησιμότητος είναι δυνατόν και μηδαμινοί άνθρωποι να γίνουν μεταξύ των φίλοι, και καλοί με κακούς, και όστις δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός να γίνη φίλος με οποιονδήποτε, χάριν όμως των ατόμων των βεβαίως μόνοι οι αγαθοί. Διότι οι κακοί δεν ευχαριστούνται με τα άτομά των, εάν δεν λαμβάνουν κάποιαν ωφέλειαν.

Και μόνη δε η φιλία των αγαθών δεν επιδέχεται συκοφαντίαν. Διότι κανείς δεν πιστεύει ευκόλως διά το άτομον το οποίον εδοκίμασε πολύν καιρόν. Έπειτα δε υπάρχει και η πεποίθησις εις αυτούς, και το να μη είναι δυνατόν να αδικούν ποτέ, και όσα άλλα απαιτούνται εις την αληθινήν φιλίαν. Εις τους άλλους όμως δεν είναι δύσκολον να συμβαίνουν αυτά. Δηλαδή, επειδή οι άνθρωποι ονομάζουν φίλους και τους χάριν χρησιμότητος, καθώς αι πόλεις ― διότι φαίνεται ότι εις τας πόλεις αι συμμαχίαι γίνονται χάριν του συμφέροντος ― το ίδιον δε κάμνουν και όσοι χάριν ηδονής γίνονται αρεστοί μεταξύ των, καθώς τα παιδία, διά τούτο ίσως και ημείς πρέπει μεν να ονομάσωμεν φίλους και τους τοιούτους, να διακρίνωμεν όμως περισσότερα είδη της φιλίας, και πρωτίστως μεν και κυρίως να θεωρούμεν ως φιλίαν την φιλίαν των αγαθών, καθόσον είναι αγαθοί, τας δε άλλας κατά μεταφοράν. Δηλαδή, καθόσον υπάρχει κάποιον αγαθόν και όμοιον, κατά τούτο, αυτοί είναι φίλοι. Διότι και το ηδονικόν είναι αγαθόν εις τους φιληδόνους. Αυταί όμως δεν τους συσφίγγουν πολύ, ούτε είναι μία η φιλία η χάριν της χρησιμότητος και η χάριν της ηδονής. Διότι δεν συνδυάζονται τόσον πολύ αλλά κατά σύμπτωσιν ιδιότητος. Αφού δε η φιλία διαιρείται εις αυτά τα είδη, οι μεν ποταποί θα γίνουν φίλοι χάριν της ηδονής ή της χρησιμότητος, διότι εις αυτά είναι όμοιοι, οι αγαθοί όμως χάριν του ατόμου των, διότι γίνονται φίλοι, καθόσον είναι αγαθοί. Αυτοί λοιπόν είναι απολύτως φίλοι, εκείνοι δε κατά σύμπτωσιν και διότι παρομοιάζουν τον εαυτόν τους με τούτους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Φιλία και συμβίωσις&. ― Καθώς δε εις τας αρετάς άλλοι μεν λέγονται αγαθοί από την διάθεσιν, άλλοι δε από την ενέργειαν, το ίδιον και εις την φιλίαν. Διότι άλλοι μεν ευχαριστούνται μεταξύ των να περνούν τας ώρας των μαζί και να προμηθεύουν αγαθά, άλλοι δε και όταν κοιμώνται ή μένουν εις χωρισμένους τόπους δεν ενεργούν μεν, έχουν όμως την διάθεσιν ώστε να ενεργούν φιλικώς. Διότι οι μακρινοί τόποι δεν διαλύουν την φιλίαν απολύτως, αλλά την ενέργειάν της. Εάν όμως η απομάκρυνσίς των πολυκαιρίση, φαίνεται ότι επέρχεται και της φιλίας λήθη• διά τούτο λέγουν:

Τα μάτια που δεν βλέπονται γλήγορα λησμονούνται {5}

Δεν φαίνεται δε να είναι κατάλληλοι διά φιλίαν ούτε οι γέροντες ούτε οι τραχείς. Διότι εις αυτούς υπάρχει ολίγη ηδονή. Κανείς όμως δεν ημπορεί να περνά όλην του την ημέραν με ένα οχληρόν ούτε με ένα ο οποίος δεν είναι ευχάριστος. Διότι κυρίως η φύσις φαίνεται ότι αποφεύγει το λυπηρόν και επιζητεί το ηδονικόν. Όσοι όμως ανέχονται ο είς τον άλλον, αλλά δεν περνούν τας ώρας των μαζί, φαίνονται μάλλον ευνοϊκοί παρά φίλοι. Δηλαδή τίποτε άλλο δεν χαρακτηρίζει τόσον πολύ τους φίλους, όσον η συμβίωσις. Διότι τας μεν ωφελείας τας επιθυμούν μόνον οι πτωχοί ενώ την συμβίωσιν την επιθυμούν και οι αξιομακάριστοι. Και βεβαίως διόλου δεν αρμόζει εις αυτούς να ζουν με μοναξίαν. Μαζί όμως να περνούν τας ώρας των δεν είναι δυνατόν, αν δεν είναι ευχάριστοι και δεν ευχαριστούνται με τα ίδια πράγματα, το οποίον φαίνεται ότι το έχει η συνεταιρική φιλία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Η φιλία της ισότητας&. - Κυρίως λοιπόν φιλία είναι η φιλία των αγαθών, καθώς το είπαμεν πολλάκις. Διότι φαίνεται ότι αγαπητόν μεν και προτιμητέον είναι το απολύτως αγαθόν ή ηδονικόν, δι' έκαστον όμως ό,τι είναι τοιούτον διά το άτομόν του. O αγαθός όμως είναι διά τον αγαθόν αγαπητός και διά τα δύο. Ομοιάζει δε η μεν αγάπη με πάθος, η δε φιλία με διάθεσιν. Διότι η αγάπη υπάρχει εξ ίσου προς τα άψυχα, ενώ η φιλία ανταποδίδεται με προαίρεσιν, η δε προαίρεσις πηγάζει από την διάθεσιν. Και επιθυμούν τα αγαθά διά τους φίλους των χάριν των ιδίων, όχι από πάθος αλλά από διάθεσιν. Και όταν αγαπούν τον φίλον, αγαπούν το αγαθόν των. Διότι όστις γίνη αγαθός φίλος, προξενεί αγαθόν εις τον φίλον του. Λοιπόν και οι δύο αγαπούν το ατομικόν των αγαθόν, και ανταποδίδουν το ίσον ψυχικώς και σωματικώς. Διότι λέγεται ως παροιμία πλέον το: φιλία ισότης. Κυρίως όμως αυτά υπάρχουν εις την φιλίαν των αγαθών. Εις δε τους τραχείς και τους γεροντικούς ολιγώτερον απαντά η φιλία, καθόσον είναι δυστροπώτεροι και ολιγώτερον ευχαριστούνται με τας συναναστροφάς των. Διότι αυτά τα δύο φαίνεται κυρίως ότι χαρακτηρίζουν την φιλίαν και παράγουν φιλίαν. Διά τούτο οι νέοι μεν γίνονται γλήγορα φίλοι, οι γέροντες όμως όχι. Διότι δεν γίνονται φίλοι οι άνθρωποι με όσους δεν ευχαριστούνται, ομοίως δε ούτε οι στρυφνοί. Αλλά οι τοιούτοι είναι μεν ευνοϊκοί μεταξύ των ― διότι επιθυμούν τα αγαθά του άλλου και είναι πρόθυμοι εις τας ανάγκας του ― φίλοι όμως δεν είναι τόσον καλά, διότι δεν περνούν μαζί την ημέραν των, ούτε ευχαριστούνται μεταξύ των, τα οποία κυρίως χαρακτηρίζουν την φιλίαν. Πολλοί δε δεν είναι δυνατόν να γίνουν φίλοι με το τέλειον είδος της φιλίας, καθώς δεν είναι δυνατόν ούτε να ερωτεύωνται πολλούς συγχρόνως. Δηλαδή ομοιάζει με υπερβολήν εκ φύσεως όμως εδόθη το τοιούτον να γίνεται ως προς ένα μόνον, εις πολλούς δε να αρέση το ίδιον άτομον συγχρόνως δεν είναι εύκολον, ίσως δε ουδέ να είναι αγαθοί. Είναι δε ανάγκη να αποκτήση κανείς και πείραν και να συνηθίση τον φίλον, το οποίον είναι δυσκολώτατον. Χάριν όμως χρησιμότητος και ηδονής είναι δυνατόν να είναι κανείς αρεστός εις πολλούς. Διότι πολλοί υπάρχουν τοιούτοι και ολίγην ώραν διαρκεί η εκδούλευσίς των. Από αυτάς δε τας δύο περισσότερον ομοιάζει την αληθινήν φιλίαν η χάριν ηδονής, όταν τα ίδια παρέχωνται και από τους δύο και ευχαριστούνται μεταξύ των, ή όταν ευχαριστούνται διά τα ίδια πράγματα, καθώς είναι αι φιλίαι των νέων. Διότι περισσότερον υπάρχει εις αυτάς η ελευθεριότης. Ενώ η φιλία η χάριν της χρησιμότητος είναι χυδαία. Εκτός τούτου δε και αυτοί οι αξιομακάριστοι δεν έχουν ανάγκην των χρησίμων, έχουν όμως ανάγκην των ηδονικών. Δηλαδή επιθυμούν να συναναστρέφωνται με κάποιους, αλλά την λύπην ολίγον μεν χρόνον την υποφέρουν, διαρκώς όμως κανείς απολύτως δεν την υπομένει, ούτε το ίδιον το αγαθόν, εάν προξενή λύπην εις αυτόν. Διά τούτο θέλουν όλοι τους φίλους ευχαρίστους. Ίσως όμως πρέπει να είναι και αγαθοί, ενώ είναι ευχάριστοι, και περιπλέον ευχάριστοι εις το άτομόν των. Διότι τότε μόνον θα έχουν όσα πρέπει να υπάρχουν εις τους φίλους. Όσοι δε ευρίσκονται εις την εξουσίαν φαίνεται ότι έχουν διαφόρους τάξεις φίλων. Διότι εις αυτούς άλλοι είναι οι χρήσιμοι και άλλοι οι ευχάριστοι, τα ίδια όμως άτομα δεν έχουν τόσον πολύ και τα δύο αυτά. Διότι ούτε ευχαρίστους και συγχρόνως εναρέτους τους θέλουν, ούτε χρησίμους εις τα καλά, αλλά άλλους μεν ευτραπέλους, διότι επιθυμούν την ηδονήν, άλλους δε δαιμονίους, διά να εκτελούν ό,τι τους διατάσσουν. Αυτά όμως δεν υπάρχουν τόσον συχνά εις το ίδιον πρόσωπον. Είπαμεν δε ότι ηδονικός και χρήσιμος συγχρόνως είναι ο σπουδαίος (αγαθός). Αυτός όμως δεν γίνεται φίλος με τον ανώτερόν του, εάν δεν είναι ανώτερος και κατά την αρετήν. Ειδεμή δεν ισοφαρίζει αναλόγως η καθυστέρησίς του. Δεν υπάρχουν δε τόσον πολλοί τοιούτοι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Η φιλία της υπεροχής&. ― Λοιπόν αυτά τα είδη της φιλίας τα οποία είπαμεν, είναι με ισότητα. Δηλαδή τα ίδια παρέχονται και από τους δύο, και τα ίδια θέλει και ο είς διά τον άλλον, ή ανταλλάσσουν άλλο με άλλο• λόγου χάριν την ηδονήν με την ωφέλειαν. Ότι δε και ολιγώτερον απαντώσι και ολιγώτερον διατηρούνται αι τοιαύται φιλίαι, το είπαμεν. Φαίνεται όμως ότι από ομοιότητα και ανομοιότητα ως προς έν και το αυτό πράγμα υπάρχουν και δεν υπάρχουν φιλίαι. Δηλαδή και αυταί αι φιλίαι φαίνεται ότι υπάρχουν από την ομοιότητά των προς την ενάρετον φιλίαν ― διότι η μεν μία έχει το ηδονικόν, η δε άλλη το χρήσιμον, αυτά δε υπάρχουν και εις εκείνην. ― Εκ του ότι όμως εκείνη μεν δεν επιδέχεται συκοφαντίαν και είναι σταθερά, αυταί όμως γλήγορα μεταβάλλονται και διαφέρουν εις πολλά άλλα, δεν φαίνονται ότι είναι φιλίαι, επειδή δεν ομοιάζουν εκείνην. Υπάρχει όμως άλλο είδος φιλίας από υπεροχήν λόγου χάριν του πατρός προς τον υιόν και εν γένει του μεγαλειτέρου προς τον μικρότερον, και του ανδρός προς την γυναίκα και γενικώς του άρχοντος προς τον αρχόμενον. Αυτά δε διαφέρουν και μεταξύ των. Δηλαδή δεν έχουν την ιδίαν φιλίαν οι γονείς προς τα τέκνα και οι άρχοντες προς τους αρχομένους, αλλ' ούτε ο πατήρ προς τον υιόν και ο υιός προς τον πατέρα, ούτε ο ανήρ προς την γυναίκα και η γυνή προς τον άνδρα. Διότι έκαστος από αυτούς έχει διαφορετικήν αρετήν και έργον, επίσης δε έχει και διαφορετικά ελατήρια της φιλίας. Επομένως διαφέρουν και αι αγάπαι και αι φιλίαι των. Και λοιπόν τα ίδια πλεονεκτήματα ούτε παρέχονται, εις τον καθένα από τον καθένα ούτε πρέπει να τα ζητούν. Όταν όμως εις μεν τους γονείς παρέχουν τα τέκνα ό,τι οφείλουν να παρέχουν εις αυτούς ως γεννήτοράς των, οι δε γονείς παρέχουν όσα πρέπει να παρέχουν εις τα τέκνα των, τότε η φιλία αυτών είναι σταθερά και καθώς πρέπει. Αναλόγως δε πρέπει να υπάρχη και η αγάπη εις τας φιλίας της υπεροχής• λόγου χάριν ο καλλίτερος να αγαπάται περισσότερον παρά να αγαπά, επίσης δε και ο ωφελιμώτερος, και έκαστος από τους άλλους ομοίως. Δηλαδή, όταν η αγάπη αποδίδεται συμφώνως με την αξίαν, τότε γίνεται κάπως ισότης, το οποίον βεβαίως φαίνεται ότι είναι χαρακτηριστικόν της φιλίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

Αλλά φαίνεται ότι το ίσον δεν είναι το ίδιον εις τα δίκαια και εις την φιλίαν. Διότι εις μεν τα δίκαια ίσον είναι κατά πρώτον λόγον το ανάλογον με την αξίαν, ενώ το ανάλογον προς το ποσόν είναι κατά δεύτερον λόγον ίσον, εις την φιλίαν όμως κατά πρώτον λόγον έρχεται το ανάλογον προς το ποσόν, και κατά δεύτερον λόγον το ανάλογον προς την αξίαν. Τούτο δε φαίνεται, εάν είναι μεγάλη η απόστασις της αρετής ή της κακίας ή της ευπορίας ή κανενός άλλου. Διότι τότε πλέον δεν είναι φίλοι, αλλ' ούτε και απαιτούν να είναι. Και τούτο είναι καθαρώτερον προφανές εις τους θεούς. Διότι αυτοί είναι κατά πολύ ανώτεροι εις όλα τα αγαθά. Είναι δε προφανές και εις τους βασιλείς. Διότι και δι' αυτούς δεν έχουν αξίωσιν να γίνουν φίλοι των όσοι είναι πολύ κατώτεροι, αλλ' ούτε με τους καλλιτέρους και σοφωτέρους, όσοι δεν έχουν καμμίαν αξίαν. Και βεβαίως εις τοιαύτα δεν υπάρχει ακριβής ορισμός, μέχρι τίνος βαθμού γίνονται φίλοι. Διότι όταν αφαιρεθούν πολλά, πάλιν μένει κάτι τι, όταν όμως αποχωρισθή κανείς πολύ, καθώς λόγου χάριν ο θεός, τότε δεν μένει τίποτε. Διά τούτο υπάρχει και απορία μήπως άραγε οι φίλοι δεν επιθυμούν διά τους φίλους των τα μέγιστα αγαθά• λόγου χάριν να γίνουν θεοί. Διότι τότε πλέον δεν θα είναι φίλοι δι' αυτούς, αλλ' ούτε και ευτύχημα, διότι οι φίλοι είναι ευτύχημα. Εάν λοιπόν ελέχθη ορθώς ότι ο φίλος επιθυμεί τα αγαθά διά τον φίλον του προς χάριν εκείνου, ίσως είναι ανάγκη να μένη καθώς είναι εκείνος. Εν όσω δε μένει άνθρωπος θα επιθυμή δι' αυτόν τα μέγιστα αγαθά. Ίσως όμως πάλιν όχι όλα. Διότι κυρίως διά τον εαυτόν του επιθυμεί έκαστος τα αγαθά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’.

&Φιλία είναι μάλλον το να αγαπά κανείς παρά να αγαπάται&. ― Οι περισσότεροι όμως φαίνεται ότι από φιλοδοξίαν επιθυμούν μάλλον να αγαπώνται παρά να αγαπούν ― διά τούτο οι περισσότεροι είναι φιλοκόλακες, διότι ο κόλαξ είναι φίλος υπερτερών ή προσποιείται ότι είναι τοιούτος και ότι μάλλον αγαπά παρά αγαπάται. Το να αγαπάται δε κανείς πλησιάζει προς το να τιμάται, το οποίον βεβαίως το επιθυμούν οι περισσότεροι. Φαίνεται όμως ότι δεν προτιμούν την τιμήν χάριν αυτής της ιδίας, αλλά κατά σύμπτωσιν. Δηλαδή οι μεν περισσότεροι ευχαριστούνται, όταν τιμώνται από τους ευρισκομένους εις την εξουσίαν χάριν της ελπίδος ― διότι νομίζουν ότι θα επιτύχουν από αυτούς ό,τι χρειασθούν, και ευχαριστούνται με την τιμήν, διότι είναι σημείον απολαύσεως ευεργεσίας. Όσοι δε επιθυμούν τιμήν από τους καλούς και γνωρίμους, επιθυμούν να εξακριβώσουν την γνώμην, την οποίαν εκείνοι έχουν δι' αυτούς. Και λοιπόν ευχαριστούνται να είναι αγαθοί, διότι πιστεύουν εις την κρίσιν αυτών, οι οποίοι τους ονομάζουν αγαθούς. Το να αγαπώνται όμως τους ευχαριστεί καθ' εαυτό. Διά τούτο ίσως τούτο φανή ότι είναι καλλίτερον από το να τιμώνται, και ότι η φιλία είναι καθ' εαυτήν προτιμητέα. Φαίνεται δε ότι έγκειται μάλλον εις το να αγαπά κανείς, παρά εις το να αγαπάται. Και απόδειξις είναι αι μητέρες αι οποίαι ευχαριστούνται να αγαπούν. Διότι μερικαί δίδουν εις άλλας τα παιδιά των διά να τα μεγαλώσουν, και αυταί μεν τα αγαπούν διότι τα γνωρίζουν, δεν ζητούν όμως ανταπόδοσιν της αγάπης των, όταν δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν και τα δύο, αλλά φαίνεται ότι είναι αρκετόν δι' αυτάς να τα βλέπουν να ευτυχούν, και τα αγαπούν, και αν ακόμη εκείνα δεν ημπορούν να αποδώσουν τίποτε από ό,τι πρέπει εις την μητέρα των, επειδή δεν την γνωρίζουν. Αφού δε η φιλία έγκειται μάλλον εις το να αγαπά κανείς, και αφού επαινούνται οι αγαπώντες τους φίλους, φαίνεται ότι των φίλων αρετή είναι να αγαπούν. Επομένως μεταξύ όσων συμβαίνει τούτο συμφώνως με την αξίαν των, αυτοί είναι μόνιμοι καθώς και η φιλία των.

&Η εξίσωσις ως φιλία&. ― Κατ' αυτόν δε τον τρόπον και οι άνισοι ημπορούν κάλιστα να γίνουν φίλοι, διότι ημπορούν να εξισωθούν. Διότι η ισότης και η ομοιότης είναι φιλία. Και κυρίως μεν η ομοιότης κατά την αρετήν ― διότι είναι σταθεροί καθ' εαυτούς, επομένως μένουν σταθεροί και μεταξύ των, και ούτε χρειάζονται ποταπά πράγματα, ούτε προσφέρουν ποταπάς εκδουλεύσεις, αλλά ημπορούμεν να ειπούμεν ακόμη ότι τας εμποδίζουν μεταξύ των. Διότι ιδιότης των αγαθών είναι ούτε οι ίδιοι να σφάλλουν, ούτε εις τους φίλους των να διευκολύνουν το σφάλμα.

Οι δε μοχθηροί την μεν σταθερότητα δεν την έχουν. Διότι ούτε με τον εαυτόν των δεν εξακολουθούν να είναι όμοιοι, και έπειτα δι' ολίγον καιρόν γίνονται φίλοι, και ευχαριστούνται με την αμοιβαίαν μοχθηρίαν των. Οι χρήσιμοι όμως και οι ευχάριστοι διατηρούνται περισσότερον καιρόν. Δηλαδή διατηρούνται εν όσω προξενούν ηδονάς ή ωφελείας μεταξύ των. Από δε τους αντιθέτους κυρίως φαίνεται ότι σχηματίζεται η φιλία της χρησιμότητος, καθώς είναι λόγου χάριν ο πτωχός με τον πλούσιον και ο αμαθής με τον πολυμαθή. Δηλαδή έκαστος, επειδή επιθυμεί εκείνο το οποίον στερείται, δίδει απέναντι τούτου άλλο δώρον. Εις αυτήν δε την κατηγορίαν είναι δυνατόν να κατατάξη κανείς και τον εραστήν με τον ερωμένον, και τον ωραίον με τον άσχημον. Διά τούτο κάποτε φαίνονται και γελοίοι οι ερασταί, επειδή έχουν την απαίτησιν να αγαπώνται καθώς αγαπούν. Λοιπόν, αν μεν είναι εξ ίσου αξιαγάπητοι, ίσως πρέπει να έχουν απαίτησιν, εάν όμως δεν έχουν κανέν τοιούτον, είναι γελοίοι. Ίσως δε ούτε επιθυμεί καν το έν αντίθετον το άλλο καθ' εαυτό, παρά μόνον κατά σύμπτωσιν, αφού η επιθυμία είναι ιδιότης του μέσου. Διότι αυτό είναι αγαθόν• λόγου χάριν διά τον ξηρόν δεν είναι αγαθόν να γίνη υδαρός, αλλά να έλθη εις το μέσον, το ίδιον δε και διά τον θερμόν και δι' όλους τους άλλους ομοίως. Αυτά όμως ας τα αφήσωμεν τόρα, διότι είναι κάπως έξω από το ζήτημα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Φιλία και δικαιοσύνη&. ― Φαίνεται δε, καθώς είπαμεν εις την αρχήν, ότι η φιλία περιστρέφεται εις τα ίδια και μεταξύ των ιδίων, εις τα οποία και το δίκαιον. Δηλαδή εις πάσαν επιμιξίαν φαίνεται ότι υπάρχει δίκαιον, υπάρχει όμως και φιλία. Τουλάχιστον όλοι ως φίλους χαιρετούν τους συνταξιδιώτας και τους συστρατιώτας, ομοίως δε και τους συναδέλφους εις όλας τας άλλας επιμιξίας. Εις όσον δε χρόνον έχουν επιμιξίαν, τόσον καιρόν διαρκεί και η φιλία των. Διότι και το δίκαιον τόσον καιρόν διαρκεί. Και ορθώς λέγει η παροιμία «τα των φίλων κοινά». Διότι η φιλία έγκειται εις την επιμιξίαν. Είναι δε εις τους αδελφούς και τους συνεταίρους όλα κοινά, εις τους άλλους, όμως είναι χωρισμένα, και εις άλλους μεν περισσότερα, εις άλλους δε ολιγώτερα. Διότι και αι φιλίαι, άλλαι μεν είναι περισσότερον, άλλαι δε ολιγώτερον φιλίαι. Διαφέρουν δε και τα δίκαια. Διότι δεν έχουν τα ίδια οι γονείς με τα τέκνα και οι αδελφοί μεταξύ των, ούτε οι συνέταιροι με τους συμπολίτας, ομοίως δε και εις τα άλλα είδη των φίλων. Επομένως διαφορετικά είναι και τα δίκαια με έκαστον από αυτούς, και αυξάνουν επιπροσθέτως όσον είναι περισσότερον φίλοι, λόγου χάριν το να στερήση κανείς τον φίλον του τα χρήματά του είναι χειρότερον παρά τον συμπολίτην, και το να μη βοηθήση τον αδελφόν του είναι χειρότερον παρά τον ξένον, και το να κτυπήση τον πατέρα του παρά οποιονδήποτε άλλον. Φαίνεται δε ότι συγχρόνως με την αύξησιν της φιλίας αυξάνει και το δίκαιον, διότι και τα δύο περιστρέφονται εις τα ίδια πρόσωπα και εφαρμόζονται εξ ίσου.

&Η φιλία καθώς και πάσα επιμιξία είναι έν είδος πολιτικής&. ― Όλαι δε αι επιμιξίαι φαίνονται ως έν μέρος της πολιτικής. Διότι συμβαδίζουν με κάποιον συμφέρον, και προμηθεύονται κάτι τι διά τον βίον. Αλλά και η πολιτική επιμιξία φαίνεται ότι χάριν του συμφέροντος και εξ αρχής συνηνώθη, και εξακολουθεί να μένη. Διότι αυτό επιδιώκουν και οι νομοθέται, και λέγουν ότι δίκαιον είναι το κοινόν συμφέρον. Και λοιπόν αι μεν άλλαι επιμιξίαι ζητούν το συμφέρον ιδιαιτέρως, λόγου χάριν οι μεν συνταξιδιώται το συμφέρον του ταξιδιού δι' απόκτησιν χρημάτων, ή διά κάτι παρόμοιον, οι δε συστρατιώται επιθυμούν το συμφέρον του πολέμου, είτε την νίκην, είτε την πόλιν, ομοίως δε και οι συγχωριανοί και οι ενορίται. Μερικαί όμως επιμιξίαι φαίνεται ότι έγιναν χάριν ηδονής, καθώς των θιασωτών και των ερανιστών. Διότι αυταί γίνονται χάριν των θισιών και των διασκεδάσεων. Όλαι αυταί όμως φαίνεται ότι υπάγονται εις την πολιτικήν ― διότι η πολιτική δεν επιδιώκει το προσωρινόν συμφέρον, αλλά φροντίζει δι' όλον τον βίον ― και κάμνουν θυσίας και εις τας συγκεντρώσεις που γίνονται χάριν αυτών αποδίδουν τιμάς εις τους θεούς, και διά τον εαυτόν των προμηθεύουν ηδονικάς αναπαύσεις. Δηλαδή αι παλαιαί θυσίαι και συγκεντρώσεις φαίνεται ότι εγίνοντο κατόπιν από τους τρυγετούς των καρπών, ως άλλαι απαρχαί. Διότι κυρίως εις αυτούς τους καιρούς είχαν ευκαιρίαν. Λοιπόν όλαι αι επιμιξίαι φαίνονται ως μέρη της πολιτικής. Ακολουθούν δε ίσως εις αυτάς τας επιμιξίας αι ανάλογοι φιλίαι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Τα τρία είδη του πολιτεύματος εφαρμοζόμενα επί της οικογενείας&. ― Του δε πολιτεύματος υπάρχουν τρία είδη, και ισάριθμοι παρεκτροπαί, ως άλλαι παραφθοραί αυτών. Είναι δε τα πολιτεύματα αυτά η βασιλεία και η αριστοκρατία και τρίτον το βασιζόμενον εις το τίμημα, το οποίον φαίνεται κατάλληλον να ονομάζεται τιμοκρατία, οι περισσότεροι όμως συνηθίζουν να το λέγουν απλώς πολίτευμα {6}. Από αυτά δε το καλλίτερον μεν είναι η βασιλεία, το χειρότερον δε η τιμοκρατία. Είναι δε παρεκτροπή της μεν βασιλείας η τυραννία. Δηλαδή και τα δύο μεν είναι μοναρχίαι, διαφέρουν όμως πάρα πολύ. Διότι ο μεν τύραννος κυττάζει το συμφέρον του, ενώ ο βασιλεύς το συμφέρον των υπηκόων του. Δηλαδή δεν είναι βασιλεύς όστις δεν αρκείται εις τα ιδικά του και δεν είναι ανώτερος εις όλα τα αγαθά. O τοιούτος δε δεν έχει καμμίαν ανάγκην. Επομένως δεν βλέπει τα ωφέλιμα διά τον εαυτόν του, αλλά διά τους υπηκόους. Και βεβαίως, όστις δεν είναι τοιούτος, θα ήτο ίσως κληρωτός βασιλεύς. Η δε τυραννία είναι το αντίθετον αυτού. Διότι ο τύραννος επιδιώκει τα ατομικά του αγαθά. Και εις αυτήν γίνεται σαφέστερον ότι είναι το χειρότερον πολίτευμα. Διότι το χειρότερον είναι το αντίθετον του καλλιτέρου. Μεταβαίνει δε από την βασιλείαν εις την τυραννίαν. Διότι η τυραννία είναι εξαχρείωσις της μοναρχίας, επομένως ο μοχθηρός βασιλεύς γίνεται τύραννος. Από δε την αριστοκρατίαν μεταβαίνει το πολίτευμα εις την ολιγαρχίαν ως εκ της κακίας των αρχόντων, οι οποίοι μοιράζουν τα πράγματα της πόλεως έξω από την αξίαν, και όλα ή τα περισσότερα αγαθά τα μοιράζουν εις τον εαυτόν των, και τα αξιώματα πάντοτε εις τους ιδίους, διότι φροντίζουν προ πάντων να είναι πλούσιοι. Λοιπόν οι ολίγοι και οι κακοί είναι άρχοντες αντί των αρμοδιωτάτων. Από δε την τιμοκρατίαν το πολίτευμα μεταβάλλεται εις δημοκρατίαν. Διότι αυταί αι δύο συνορεύουν. Δηλαδή και η τιμοκρατία είναι πολίτευμα του λαού και όλοι όσοι ανήκουν εις το τίμημα είναι ίσοι. Είναι όμως το ολιγώτερον κακόν πολίτευμα η δημοκρατία, διότι πολύ ολίγον παρεκτρέπεται το είδος τούτο του πολιτεύματος. Και λοιπόν τα πολιτεύματα μεταβάλλονται κατ' αυτήν την σειράν κυρίως ― διότι ούτω πως πολύ ολίγον μετατρέπονται και ευκόλως. Απομιμήσεις δε αυτών και τρόπον τινά παραδείγματα ημπορεί κανείς να εύρη εις τας οικογενείας. Δηλαδή η μεν σχέσις του πατρός προς τον υιόν έχει τύπον βασιλείας ― διότι ο πατήρ φροντίζει διά τα τέκνα. Από αυτό δε και ο Όμηρος τον Δία τον ονομάζει πατέρα, διότι κυρίως πατρική εξουσία είναι η βασιλεία. Εις την Περσίαν όμως η σχέσις του πατρός είναι τυραννική ― διότι μεταχειρίζονται ως δούλους τους υιούς των. Είναι δε τυραννική και η σχέσις του οικοδεσπότου προς τους δούλους ― διότι εις αυτήν επιδιώκεται το συμφέρον του οικοδεσπότου. Αυτή λοιπόν φαίνεται ορθή, η Περσική όμως λανθασμένη, διότι αι εξουσίαι των διαφορετικών είναι διαφορετικαί. Η δε σχέσις του ανδρός και της γυναικός φαίνεται αριστοκρατική ― διότι συμφώνως με την αξίαν του εξουσιάζει ο ανήρ και εις ζητήματα εις όσα αρμόζουν εις τον άνδρα. Όσα όμως αρμόζουν εις την γυναίκα τα αναθέτει εις εκείνην. Όταν όμως όλα τα κυριαρχήση ο ανήρ, τότε το πολίτευμα μεταβάλλεται εις ολιγαρχικόν ― διότι τούτο το κάμνει έξω από την αξίαν και όχι καθόσον είναι καλλίτερος. Κάποτε πάλιν εξουσιάζουν γυναίκες κληρονομούσαι την περιουσίαν. Και λοιπόν δεν απονέμονται αι εξουσίαι συμφώνως με την αρετήν, αλλά χάριν του πλούτου και της δυνάμεως, καθώς εις τας ολιγαρχίας. Με τιμοκρατικόν δε πολίτευμα ομοιάζει η σχέσις των αδελφών ― διότι είναι ίσοι, εκτός μόνον εκείνων όσοι διαφέρουν μεταξύ των κατά ηλικίαν. Διά τούτο, όταν αι ηλικίαι των έχουν μεγάλην διαφοράν, τότε πλέον δεν υπάρχει μεταξύ των αδελφική φιλία. Η δε δημοκρατία συμβαίνει κυρίως εις τας ακεφάλους οικογενείας ― διότι εις αυτάς όλοι κυριαρχούν εξ ίσου ― και όπου είναι ανίσχυρος ο άρχων και ο καθείς μοιράζεται την εξουσίαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

&Αναλογία πολιτεύματος και δικαιοσύνης προς την φιλίαν& ― Εις έκαστον δε πολίτευμα φαίνεται ότι υπάρχει σχέσις φιλίας, όσον υπάρχει και σχέσις δικαιοσύνης. Και μεταξύ μεν βασιλέως και υπηκόων με υπεροχήν ευεργεσίας. Διότι αυτός ευεργετεί τους υπηκόους του, εάν βεβαίως είναι αγαθός και φροντίζη δι' αυτούς να ευτυχούν, καθώς ο ποιμήν διά τα πρόβατά του. Διά τούτο και ο Όμηρος ωνόμασε τον Αγαμέμνονα ποιμένα λαών. Τοιαύτη δε είναι και η πατρική σχέσις, αλλά διαφέρει μόνον ως προς το ποσόν των ευεργεσιών. Διότι αυτός είναι αίτιος της υπάρξεως του τέκνου, η οποία φαίνεται το μέγιστον αγαθόν, και της ανατροφής και εκπαιδεύσεώς του. Και εις τους πάππους δε αποδίδονται αυτά. Δηλαδή εκ φύσεως είναι εξουσιαστής ο πατήρ των υιών, και οι πάπποι των εγγόνων, και ο βασιλεύς των υπηκόων. Είναι δε με υπεροχήν αυτά τα είδη της φιλίας και διά τούτο, τιμώνται οι γονείς. Και βεβαίως και το δίκαιον εις αυτά δεν είναι το ίδιον, αλλά συμφώνως με την αξίαν. Επομένως το ίδιον είναι και η φιλία. Και του ανδρός δε προς την γυναίκα η φιλία είναι η ιδία, καθώς είναι εις την αριστοκρατίαν. Δηλαδή είναι σύμφωνος με την αρετήν, και εις τον καλλίτερον αποδίδεται περισσότερον αγαθόν και το αρμόζον εις έκαστον. Ομοίως δε και το δίκαιον. Η δε σχέσις των αδελφών ομοιάζει συνεταιρισμόν. Διότι είναι ίσοι και ομήλικες, και οι τοιούτοι είναι συνήθως όμοιοι εις την μάθησιν και τα ήθη. Ομοιάζει δε με αυτήν την φιλίαν και η υπάρχουσα εις τα τιμοκρατικόν πολίτευμα. Διότι οι συμπολίται τότε θέλουν να είναι ίσοι και αρμονικοί, επομένως μοιράζεται η εξουσία και εξ ίσου. Ομοίως λοιπόν και η φιλία. Εις δε τας παρεκτροπάς καθώς το δίκαιον, ομοίως και η φιλία δεν ισχύει πολύ, και πολύ ολιγώτερον εις την χειροτέραν παρέκβασιν. Δηλαδή εις την τυραννίδα ή διόλου ή ολίγον μέρος υπάρχει της φιλίας. Διότι, όπου δεν υπάρχει τίποτε κοινόν μεταξύ άρχοντος και υπηκόων, δεν υπάρχει ούτε φιλία, διότι δεν υπάρχει δίκαιον. Αλλά συμβαίνει καθώς μεταξύ τεχνίτου και οργάνου, ή μεταξύ ψυχής και σώματος, ή οικοδεσπότου και δούλου. Δηλαδή όλα μεν αυτά ωφελούνται από τους μεταχειριζομένους αυτά, φιλία όμως δεν υπάρχει προς τα άψυχα ούτε δίκαιον. Ούτε όμως προς ίππον ή βουν, ούτε προς δούλον, καθόσον είναι δούλος. Δηλαδή δεν υπάρχει κανέν κοινόν, διότι ο δούλος είναι έμψυχον όργανον, το δε όργανον είναι άψυχος δούλος. Καθόσον λοιπόν είναι δούλος, δεν υπάρχει φιλία προς αυτόν, αλλά μόνον καθόσον είναι άνθρωπος. Δηλαδή φαίνεται ότι υπάρχει κάποιον δίκαιον εις πάντα άνθρωπον, απέναντι παντός ο οποίος ημπορεί να συμμετέχη του νόμου και της συνθήκης, επομένως και φιλία, υπάρχει μόνον καθόσον είναι άνθρωπος. Και λοιπόν εις τας τυραννίας και αι φιλίαι και το δίκαιον ολίγον ισχύουν, εις δε τας δημοκρατίας εις τον ανώτερον βαθμόν. Διότι υπάρχουν πολλά τα κοινά εις τους πολίτας, επειδή είναι ίσοι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

&Η συγγενική φιλία ως ομοιότης και ταυτότης&. ― Λοιπόν κάθε είδος φιλίας υπάρχει εις την επιμιξίαν, καθώς είπαμεν. Ημπορεί δε κανείς να διακρίνη την συγγενικήν και την συνεταιρικήν. Αι δε πολιτικαί και φυλετικαί και ταξιδιωτικαί και όσα είναι παρόμοια ομοιάζουν μάλλον με τας συναλλαγάς. Δηλαδή φαίνονται ως να υπάρχουν με κάποιαν συμφωνίαν, εις αυτάς δε ημπορεί κανείς να κατατάξη και την φιλοξενίαν. Αλλά και η συγγενική φαίνεται ότι είναι πολλών ειδών, εξαρτάται όμως εις όλα της τα είδη από την πατρικήν. Δηλαδή οι γονείς αγαπούν τα τέκνα των, διότι είναι μέρος ιδικόν των, τα δε τέκνα αγαπούν τους γονείς, διότι είναι έν μέρος από εκείνους. Περισσότερον δε γνωρίζουν οι γονείς τα γεννηθέντα από αυτούς, παρά τα τέκνα ότι κατάγονται από αυτούς, και διά τούτο περισσότερον συνδέεται ο γεννήτωρ προς το γεννηθέν παρά το γεννηθέν προς τον δημιουργόν του. Διότι το εξαρτώμενον είναι αγαπητόν εις τον ιδιοκτήτην του, λόγου χάριν το δόντι, η τρίχα και οτιδήποτε άλλο εις τον έχοντα αυτά, ενώ εις εκείνο το εξαρτώμενον δεν είναι τίποτε ο ιδιοκτήτης, ή είναι κάτι ολιγώτερον. Αλλά τούτο προέρχεται και από την πολυκαιρίαν. Διότι εκείνοι μεν μόλις γεννηθούν αρχίζουν να τα αγαπούν, ενώ τα παιδιά αφού περάση καιρός αγαπούν τους γονείς, δηλαδή αφού αποκτήσουν σύνεσιν ή αίσθησιν. Και λοιπόν οι μεν γονείς αγαπούν τα τέκνα των ως τον ίδιον εαυτόν των ― διότι τα γεννώμενα από αυτούς είναι ως άλλοι αυτοί αποχωρισθέντες ― τα δε τέκνα αγαπούν τους γονείς των, διότι εγεννήθησαν από εκείνους, και οι αδελφοί αγαπώνται μεταξύ των, διότι εγεννήθησαν από τους ιδίους γονείς. Δηλαδή η ομοία σχέσις προς εκείνους κάμνει και αυτούς μεταξύ των ομοίους. Διά τούτο λέγουν το ίδιον αίμα και η ιδία ρίζα και τα παρόμοια. Επομένως είναι κάπως το ίδιον, αν και είναι χωρισμένοι.

Είναι δε μέγας παράγων διά την φιλίαν και η συντροφιά και η συνομηλικία. Διότι, καθώς λέγει η παροιμία, ο ομήλικος αγαπά τον ομήλικον. Και οι συνηθισμένοι είναι συνεταιρικοί. Διά τούτο και η αδελφική φιλία παρομοιάζεται προς συνεταιρισμόν. Οι δε εξάδελφοι και οι άλλοι συγγενείς είναι οικείοι εξ αιτίας τούτων. Δηλαδή διότι κατάγονται από τους ιδίους αδελφούς. Γίνονται δε στενώτεροι ή μακρινώτεροι όσον είναι πλησιέστερα ή μακρύτερα ο αρχηγός των. Είναι δε η μεν φιλία των τέκνων προς τους γονείς καθώς και των ανθρώπων προς τους θεούς, ωσάν απέναντι αγαθού και υπερόχου προσώπου. Διότι αυτοί τους έκαμαν τας μεγαλιτέρας ευεργεσίας. Δηλαδή είναι αίτιοι της υπάρξεως και της ανατροφής των και κατόπιν της εκπαιδεύσεώς των.

Περιέχει δε και το ηδονικόν και το χρήσιμον η τοιαύτη φιλία περισσότερον από τας ξένας, καθόσον είναι και κοινότερος ο βίος μεταξύ αυτών. Υπάρχουν δε και εις την αδελφικήν φιλίαν όσα υπάρχουν και εις την συνεταιρικήν, και περισσότερον εις τους καλούς, και εν γένει εις τους ομοίους, καθόσον είναι οικειότεροι και ήρχισαν αφ' ότου εγεννήθησαν να αγαπώνται μεταξύ των, και καθόσον είναι ομοιότεροι εις τα ήθη όσοι εγεννήθησαν από τους ιδίους γονείς, και είναι σύντροφοι και επαιδεύθησαν ομοίως. Και η δοκιμασία αυτή είναι μακροχρόνιος και ασφαλεστάτη. Είναι δε ανάλογοι αι φιλίαι και εις τα άλλα είδη της συγγενείας.

&Η συζυγική φιλία είναι φυσική&. ― Μεταξύ δε ανδρός και γυναικός φαίνεται ότι η φιλία υπάρχει εκ φύσεως. Διότι ο άνθρωπος είναι μάλλον ζευγαρωτόν ζώον εκ φύσεως παρά πολιτικόν, καθόσον είναι προτιμοτέρα και αναγκαιοτέρα η οικογένεια από την πόλιν, και καθόσον η τεκνοποιία είναι κοινοτέρα εις όλα τα ζώα. Και εις μεν τα άλλα ζώα μόνον έως εκεί φθάνει η επιμιξία. Οι άνθρωποι όμως δεν κάμνουν συνοικέσια μόνον χάριν της τεκνοποιίας, αλλά και διά την συμβίωσιν. Διότι εξ αρχής μοιράζονται αι εργασίαι, και είναι άλλαι αι του ανδρός και άλλαι της γυναικός. Λοιπόν βοηθούν ο είς τον άλλον, διότι θέτουν εις το μέσον τα ιδιαίτερά των. Δι' αυτό δε φαίνεται ότι εις αυτήν την φιλίαν υπάρχει και το χρήσιμον, καθώς και το ηδονικόν, ημπορεί δε να είναι φίλοι και από αρετήν, εάν είναι καλοί. Διότι υπάρχει αρετή του καθενός από τους δύο, και ημπορούν να ευχαριστούνται με τούτο. Φαίνεται δε ότι τα τέκνα είναι σύνδεσμος. Διά τούτο γληγορώτερα χωρίζονται οι άτεκνοι. Δηλαδή τα τέκνα είναι κοινόν αγαθόν διά τους δύο, και το κοινόν τους συγκρατεί. Πώς όμως πρέπει να ζη ο ανήρ μαζί με την γυναίκα του και εν γένει ο φίλος με τον φίλον, φαίνεται ότι δεν είναι διάφορος έρευνα από το πώς είναι δίκαιον να ζουν. Δηλαδή φαίνεται ότι δεν υπάρχει η ιδία φιλία του φίλου προς τον φίλον και τον ξένον και τον συνέταιρον και τον συμφοιτητήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

&Διάφοροι δυσαρέσκειαι ανάλογοι με τα είδη της φιλίας&. ― Αφού δε είναι τριών ειδών αι φιλίαι, καθώς είπαμεν εις την αρχήν, και εις έκαστον είδος άλλοι μεν είναι φίλοι με ισότητα, άλλοι δε με υπερβολήν ― διότι όχι μόνον οι ομοίως αγαθοί γίνονται φίλοι, αλλά και ο καλλίτερος με τον χειρότερον, ομοίως δε και οι ηδονικοί, και οι φίλοι της χρησιμότητος, οι οποίοι εξισόνουν τας ωφελείας οσάκις είναι διαφορετικοί, διά τούτο οι μεν ίσοι πρέπει συμφώνως με την ισότητά των να εξισόνουν την αγάπην και τα άλλα, οι δε άνισοι να αποδίδουν το ανάλογον εις ό,τι είναι ανώτεροι οι άλλοι.

&Αι δυσαρέσκειαι πλεονάζουν εις την φιλίαν της χρησιμότητος&. ― Γεννώνται δε αι δυσαρέσκειαι και αι κατακρίσεις ή αποκλειστικώς εις την φιλίαν της χρησιμότητος, ή κυρίως εις αυτήν μόνον, ή περισσότερον ευλόγως εις αυτήν. Διότι, όσοι μεν είναι φίλοι από αρετήν, προθυμοποιούνται να ευεργετούν ο είς τον άλλον ― διότι αυτό είναι ιδιότης της αρετής και της φιλίας. Αφού δε αμιλλώνται εις αυτό δεν υπάρχουν δυσαρέσκειαι ούτε φιλονικίαι ― διότι εκείνον όστις αγαπά και ευεργετεί κανείς δεν τον δυσαρεστεί, αλλά, εάν έκαμε εις κανένα χάριν, αυτός τον εκδικείται με άλλην ευεργεσίαν. Όστις δε είναι ανώτερος, εάν δεν επιτύχη ό,τι επιθυμεί, δεν ημπορεί να παραπονήται διά τον φίλον του, διότι ο καθείς των επιθυμεί το αγαθόν. Επίσης δε δεν παραπονούνται τόσον πολύ ούτε εις τα ηδονικά ― διότι αυτοί συγχρόνως απολαμβάνουν ό,τι επιθυμούν, αφού ευχαριστούνται να συναναστρέφωνται μαζί, θα εφαίνετο δε ίσως και γελοίος όστις κατακρίνει εκείνον που δεν τον ευχαριστεί, αφού ημπορεί να μη τον συναναστρέφεται. ― Η φιλία όμως της χρησιμότητος γεννά δυσαρεσκείας. Διότι, επειδή σχετίζονται διά να ωφεληθούν ο είς από τον άλλον, έχουν εκάστοτε ανάγκην του περισσοτέρου και νομίζουν ότι έλαβαν ολιγώτερον από ό,τι πρέπει, και τους κατακρίνουν, διότι δεν λαμβάνουν όσα χρειάζονται, ενώ αξίζουν. Αλλά οι ευεργετούντες δεν ημπορούν να προφθάσουν όσα χρειάζονται οι ευεργετούμενοι.

&Μέρος ηθικόν και μέρος νομικόν εις την φιλίαν της χρησιμότητος&. ― Και καθώς το δίκαιον είναι δύο ειδών, δηλαδή το έν άγραφον και το άλλο σύμφωνον με τον νόμον, ομοίως φαίνεται ότι και εις την φιλίαν της χρησιμότητος το έν μέρος είναι ηθικόν, το δε άλλο νομικόν. Κυρίως λοιπόν συμβαίνουν παράπονα, όταν δεν δοσοληπτήσουν συμφώνως με την ιδίαν φιλίαν με την οποίαν χωρίζονται. Και το μεν νομικόν είδος το γινόμενον με ρητάς συμφωνίας άλλοτε μεν είναι όλως διόλου χυδαίον και χέρι με χέρι, άλλοτε δε εγγενέστερον με προθεσμίαν, πάντοτε όμως με συμφωνίαν, τι δίδεις και τι παίρνεις ― είναι όμως δεδηλωμένον εις αυτήν το oφειλόμενον και όχι αμφισβητούμενον, και ως μόνον χαρακτηριστικόν της φιλίας έχει την προθεσμίαν. Διά τούτο μερικοί δεν εγείρουν δίκας διά τοιαύτα, αλλά νομίζουν ότι πρέπει να αγαπούν τους συναλλασσομένους με πίστιν. Tο δε ηθικόν δεν είναι με ρητούς όρους, αλλά κάμνει δώρον ή άλλο τι ως εις φίλον. Απαιτεί όμως να απολαύση το ίσον ή και περισσότερον, διότι νομίζει ότι δεν έδωκε αλλά εδάνεισε. Αυτός δε θα παραπονεθή ότι δεν έκαμε την συναλλαγήν με τους όρους που διαλύει. Τούτο δε συμβαίνει, διότι επιθυμούν μεν όλοι ή οι περισσότεροι τα καλά, προτιμούν όμως τα ωφέλιμα. Και καλόν μεν είναι το να ευεργετή κανείς, όχι διά να ευεργετηθή, ωφέλιμον όμως είναι το να ευεργετήται. Επομένως, όστις ημπορεί, πρέπει να ανταποδίδη τα ανάλογα προς όσα έλαβε, και εκουσίως. Διότι ακούσιον φίλον δεν πρέπει να έχωμεν, ως άνθρωπον ο οποίος δήθεν έσφαλε εις την αρχήν και εδέχθη ευεργεσίαν από εκείνον που δεν έπρεπε. Και βεβαίως δεν ευεργετήθη από φίλον, ούτε από άνθρωπον ο οποίος ευεργετεί καθαυτό διά την ευεργεσίαν. Λοιπόν πρέπει να διαλυθή ως να ευεργετήθη με ρητήν συμφωνίαν. Και ίσως πρέπει να υποσχεθή, ότι, εάν ημπορέση, θα αποδώση την ευεργεσίαν. Από τον μη δυνάμενον όμως ίσως δεν έχει απαίτησιν ούτε όστις έδωκε. Επομένως, μόνον εάν είναι ικανός, πρέπει να αποδώση. Πρέπει όμως να προσέχη εις την αρχήν τι άνθρωπος τον ευεργετεί και διά ποίον λόγον και αναλόγως να δεχθή ή όχι.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings