Κ. Κ Ρ Υ Σ Τ A Λ Λ Η
Reading edition
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΗΣ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ "ΕΣΤΙΑΣ,,
44-Εν οδώ Σταδίου — 44
1912 ΚΩΝΣΤΑΝΙΝΟΥ Δ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΗ
ΣΚΙΑΙ ΤΟΥ ΑΔΟΥ ΠΟΙΗΜΑ ΕΠΙΚΟΝ ΕΙΣ ΑΣΜΑΤΑ ΤΡΙΑ
ΠΑΡΕΠΟΝΤΑΙ ΔΕ
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΟΝ
ΑΦΙΕΡΩΣΙΣ
ΜΑΚΑΡΙΑ ΣΚΙΑ
ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ
ΙΩΑΝΝΑΣ Δ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΗ
Μάνα μου! έζης κι' όλος μου χρυσός ήτον ο βίος Απέθανες· 'σκοτείνιασεν, έγεινε μαύρος, κρύος. Τι μ' ωφελεί τον τάφο σου, τον έρημο, εμπρός μου Να βλέπω; Τι με ωφελούν τόσ' αγαθά του κόσμου, Όταν με λείπη η στοργή, κ' η μητρική καρδία; Όταν φυλάκι μητρικό με λείπη και θωπεία;
Τι μ' ωφελεί μανούλα μου, 'ςτό μνήμα σου επάνω Να χύνω δάκρυα θερμά χωρίς να σε θερμάνω; Ω Χάρε! Χάρε άσπλαχνε! Που 'ςτους θανάτους χαίρεις Σκληρέ! γνωρίζεις πού κτυπάς; Γνωρίζεις πούθε παίρεις;
Ω μάνα! μέσ' 'ςτόν τάφο σου στεφάνι δάφνης κλάδου αφίνω, πάρε! δέξε το, πες το «Σκιαί του Άδου.»
Κ. Δ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΗΣ
ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ
Την αυγήν της 22ας Απριλίου 1894, απεχαιρέτα την ανθοστόλιστον φύσιν, έρριπτε τας τελευταίας αναλαμπάς του βίου του και εις ηλικίαν 26 περίπου ετών, έκλινε την κεφαλήν εις τας αγκάλας φιλτάτων αδελφών και γέροντος πολυπαθούς πατρός αφιχθέντος προ ολίγων ωρών, και ήγετο νεκρός ίνα αποτεθή εις φιλόξενον γωνίαν του κοιμητηρίου Άρτης, μακράν της γενεθλίου κώμης και χωρίς να ίδη την πραγματοποίησιν των ονείρων αυτού. Τραγουδιστής Ηπειρώτης έθραυσε την λύραν του και την ποιμενικήν ράβδον και αναπαύεται τον αιώνιον ύπνον καθ' ον χρόνον έπρεπε το άσμα του να ακούηται και ο ήχος της εστεμμένης λύρας του να γίνεται ζωηρότερος. Φεύγων την ατυχίαν της πατρίδος, απροστάτευτος, κατεσκήνωσεν εν Αθήναις, τέσσαρα προ του θανάτου αυτού έτη, και εν στερήσεσιν ουχί εκ των συνήθων δεν απεθαρρύνθη· ηγωνίζετο τον περί υπάρξεως αγώνα και εν ταυτώ εκαλλιέργει της μούσης του το τάλαντον, έκρουε την ποιμενικήν λύραν του, και εξ αυτής εξήγε φθόγγους αθώους, φυσικούς, μυρίζοντας από βουνόν και θυμάρι, αναπαριστώντας τον απλούν και φυσικόν βίον των βουνών, των ποιμένων, των χωρικών. Απ' αρχής η λύρα του ένα έκρουσε τόνον και καθίστατο ούτος οσημέραι ζωηρότερος, ευχυμώτερος, συγκινητικότερος, υπέρτερος πάσης άλλης παραφωνίας. Έψαλε μετά ζωηρότητος τον αγροτικόν και ποιμενικόν βίον εις τα &Αγροτικά& του και τον &Τραγουδιστήν&, όστις και την δάφνην του ποιητικού αγωνίσματος έδρεψε, τον εζωγράφισε μετά χάριτος εις αναρρίθμητα ποιήματα και διηγήματα κατασπαρέντα εις διάφορα περιοδικά, εφημερίδας και εις τα &Πεζογραφήματα&, άτινα υπήρξαν το τελευταίον έντυπον έργον. Έψαλε δι' ωραίων στίχων τον αποχωρισμόν της πατρίδος, και εμοιρολόγησε περιπαθώς την απώλειαν φίλων ή άλλων φιλτάτων της πατρίδος τέκνων. Εγεννήθη ποιητής εις &Συρράκον&, την πατρίδα άλλου εθνικού ψάλτου, του Ζαλοκώστα και ετελεύτησε με το άσμα εις τα χείλη αυτού. Ψυχαλγών έτι επί της κλίνης, άπελπις περί θεραπείας της νόσου ήτις υπέσκαψε τα θεμέλια του ασθενικού σώματός του, δεν έπαυε να φέρη την γραφίδα επί τον χάρτου, να συνεχίζη το ψάλσιμό του και να νανουρίζη δι' ασμάτων το τέλος του βίου του. Εγεννήθη εις τα κακοτράχαλα βουνά του Πίνδου, περιεπλανήθη εις ταις 'ψιλαίς ραχούλαις, κάτω εις τους ίσκιους των πριναριών· — εποτίσθη με το αθάνατον νερόν της φαντασίας και της ζωηράς εμπνεύσεως και τους τελευταίους του στίχους διά τον μακρυνόν εκείνον τόπον αφιέρωσεν, εις την &Γκόλφω& δημοσιευθείσαν και εις τον &Ψωμοπάτη& ειδύλλιον εκ πεντακοσίων περίπου ωραίων στίχων.
Ο Κρυστάλλης, υπήρξε ποιητής από μικράς ηλικίας· ησχολείτο εις την ποίησιν ενώ εφοίτα εις τα σχολεία των Ιωαννίνων και επλήρου τα μαθητικά του φυλλάδια διά σειράς ποιημάτων· μαθητής έτι ωνειροπόλησιν εις στίχους &(Σκιαί του Άδου)& παρωχημένας της πατρίδος ατυχίας· ως εν οπτασία περιέγραψεν αυτάς και τούτου ένεκα απηλάθη του πατρίου εδάφους και εζήτησεν αλλαχού ορίζοντα ευρύν ίνα τονίση ελευθέρως το άσμα του, το άδολον και πατριωτικόν άσμα εξερχόμενον από χείλη δροσισθέντα εις τα αθάνατα της Ηπείρου νερά και από καρδίαν ην κατέστησαν ευπαθεστέραν αι οικογενειακαί περιπέτειαι και η απώλεια της μητρός του. Περιεπλανήθη εις Αθήνας μέχρι των τελευταίων αυτού ημερών. Αγοράζων πάντοτε βιβλία, αναγινώσκων και γράφων μέχρι του μεσονυκτίου, την δ' ημέραν το επίμοχθον διά τον επιούσιον επιτελών καθήκον, εφαίνετο ακαταπόνητος, τρανότερος· εμεθύσκετο από την μελέτην και ανεκουφίζετο από το γράψιμον· ενίοτε απεμακρύνετο και εις τα βουνά, εις ταις στρούγγαις, μακράν από την τύρβην της πόλεως, μακράν από το πηγαινοέρχωμα των αστών και ούτως, εις αναπεπταμένον ορίζοντα, άφινε την φαντασίαν του να πλανάται αχαλίνωτος πότε εις της πατρίδος ταις κονταίς ραχούλαις, άλλοτε δ' εις σχέδια πολυμήχανα υπέρ αυτής. Μικρόσωμος, σχεδόν νάνος, με κοίλους οφθαλμούς, αλλά βλέμμα ζωηρόν, τσοπάνικο, ξάστερο, με κόμην δασείαν, ως πρίνος παχύσκιος και πολύκλωνος, με βάδισμα αργόν, με πρόσωπον ασθενικόν, αναιμικόν, δεν έπαυσε να τανύη τας ποιητικάς του χορδάς εις πάσαν πατριωτικήν πράξιν, να εργάζηται υπέρ του καλού της πατρίδος και να εκθέτη εν τη δημοσιογραφία ταύτης τας περιπετείας. Όταν έγγραφεν ο ασθενικός ποιητής, ήτο γίγας, ηδύνατο να εναγκαλισθή το &πεντελικόν& να το σφίξη δυνατά, να γίνη &σταυραητός& με νύχια κοφτερά να σπαράσση θηρία, νανοίγη μακρυά φτερά και ν' απλόνη παχύν ίσκιον, να γίνη νυχτοπούλι και να περιπατή με το φεγγάρι, με τ' άστρα όλο σε ρεμματιαίς, σε στρούγγες, σε 'ψιλαίς ραχούλαις και να ψάλλη με φωνήν πουλιού.
Ο Κρυστάλλης έγραψε πάντοτε, εις την Ηπειρωτικήν δημώδη γλώσσαν μετά πολλής χάριτος και γλαφυρότητος· ει και ενωρίς αφηρπάγη αφ' ημών αφήκεν έργα μαρτυρούντα την φιλολογικήν αυτού δράσιν. Έταμεν όλως νέαν οδόν και απετέλεσε την σχολήν της αντιδράσεως, ως ωνόμασε ταύτην ο καθηγητής κ. Σ. Λάμπρος. Αλλ' υπήρξεν ο κυριότερος μοχλός της σχολής ταύτης· δεν επεζήτησε τας εμπνεύσεις αυτού ή μόνον εις τον απλοϊκόν βίον της πατρίδος και δεν εδανείσθη την γλώσσαν ή εκ των χειλέων του λαού.(1) Ατυχώς η λύρα του εθραύσθη καθ' ην εποχήν είχεν αρχίσει να συγκινή την νεοελληνικήν φιλολογίαν και να μαγεύη τα πλήθη.
Εις τον παρόντα τόμον συνεκεντρώσαμεν τα δημοσιευθέντα έργα του αλησμονήτου ποιητού, ήτοι &Σκιάς του Άδου, Καλόγηρον Κλεισούρας, Τραγουδιστήν του χωριού και της Στάνης και Πεζογραφήματα& (διηγήματα) και τα αδημοσίευτα &(Ψωμωπάτην, Αρπαγήν, Αθάνατο νερόν, Θάνατος της Βοσκοπούλας κτλ.),& άτινα περιέχονται υπό ιδιαίτερον τίτλον. Εκτός όμως αυτών έγραψε και πολλά άλλα τα οποία, όντα εγκατεσπαρμένα εις διαφόρους εφημερίδας και περιοδικά, δεν ηδυνήθημεν να συλλέξωμεν, ως επίσης δεν ηδυνήθημεν να ανεύρωμεν μεταξύ των σημειώσεων ούτε τα ίχνη της Γκόλφως· έμεινε δε αδημοσίευτον και πεζογράφημα εκ 200 σελίδων διότι του όλου έργου απωλέσθησαν αι είκοσι πρώται σελίδες. Διετηρήσαμεν όμως τους προλόγους, τας ημερομηνίας και τας επιγραφάς ως είχεν αυτάς ο ποιητής. Και το όνομα του ποιητού διετηρήσαμεν δι' έκαστον τόμον ως είχεν εις τον αρχικώς εκτυπωθέντα· ως εκ τούτου ο αναγνώστης θα ξενισθή βλέπων εις το εξώφυλλον και τας άλλας σελίδας &Κρυστάλλης&, εις δε τας «Σκιάς τον Άδου» &Κρουστάλλης&· ούτως υπεγράφη και ο ίδιος εις το πρώτον έργον του· ελθών όμως εις Αθήνας εύρε πολύ βαρύ το &Κρου& όπερ μετέβαλεν εις &Κρυ&, ευηχότερον, γλυκύτερον και γοργότερον.
1) Το μέχρι του σημείου τούτου μέρος εγράψαμεν κατά το 1896 και εδημοσιεύσαμεν εις την ημετέραν Δωδώνην, έτος πρώτον.
***
Ο πατήρ του Κρυστάλλη, ο γέρω Κρουστάλλης κατήγετο από το Συρράκον, την πατρίδα του Ιω. Κωλέττη και του Ζαλοκώστα· εκεί εγεννήθη και αυτός ο ίδιος ο ποιητής. Ο γέρω Κρουστάλλης έγεινε μεγαλέμπορος εις τα Ιωάννινα και απέθανε δραγάτης εις το Δεμερλή προ ενδεκαετίας, άσημος. Δεν υπήρξεν άνθρωπος εις τα Ιωάννινα και το Συρράκον, όστις να μη ευηργετήθη από τον Κρουστάλλην. Κατηνάλισκε τον περισσότερον χρόνον γράφων δεξιά και αριστερά, νουθετών και παρορμών διά την πρόοδον και βελτίωσιν των κοινοτικών πραγμάτων Ιωαννίνων και του Συρράκου και εξυπηρετών τα γενικά εθνικά συμφέροντα της Ηπείρου. Ότε δε η εξ αξιωματικών Ελλήνων επιτροπή (μεταξύ των οποίων και ο αποθανών συνταγματάρχης Πουρναράς) και αντιπροσώπων των Μεγάλων Δυνάμεων περιήρχετο την Ήπειρον προς καθορισμόν των συνόρων, ο γέρω Κρουστάλλης εγκατέλειψε τας εμπορικάς του ασχολίας και μετέβη εις Συρράκον, όπως φιλοξενήση αυτήν και προσπαθήση, ως ενόμιζε, να την πείση περί του αδικήματος και του σφαγιασμού της Ηπείρου διά της τοποθετήσεως των Ελληνοτουρκικών συνόρων επί του Αράχθου. Και ότε πάλιν, κατά το έτος 1896 — 97 επρόκειτο να εκραγή ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος, ο Κρουστάλλης έμεινεν ακοίμητος φρουρός της εξυπηρετήσεως των εθνικών συμφερόντων. Κατέκλυζε με πολυσελίδους επιστολάς τους εν Αθήναις γνωρίμους και φίλους του δίδων πληροφορίας, συμβουλάς και οδηγίας περί της εθνικής δράσεως. Πολλαί εξ αυτών ήσαν εξόχως χρήσιμοι. Αλλά δεν ευρίσκετο πλέον ο Κρουστάλλης εις την προ του έτους 1880 ακμήν και δόξαν του. Μετά την προσάρτησιν της Θεσσαλίας και της Άρτης εις την Ελλάδα απώλεσαν τα Ιωάννινα την εμπορικήν ζωηρότητα και κίνησιν. Ο επελθών μαρασμός παρέσυρε και τον Κρουστάλλην, όστις από μέγας και τρανός ευρέθη εις τους δρόμους και εποτίσθη με τόσας πολλάς πικρίας και στερήσεις κατά το γήρας, όσον ουδείς άλλος· διότι, προς τοις άλλοις, τον θάνατον του υιού του Κώστα επηκολούθησεν ο θάνατος τον υιού του Γούλα, τελειοφοίτου του Γυμνασίου και διδασκαλεύοντος τότε εν Συρράκω. Τοιούτου πατρός τον υιόν ηθέλησε να μυήση εις τα μυστήρια της ρωμουνικής προπαγάνδας ο εξ Αβδέλας επικατάρατος Μαργαρίτης.
Δος μου, είπεν εις τον γέρω Κρυστάλλην, το παιδί σου τον Κώστα να τον στείλω 'ς το Βουκουρέστι να γείνη μεγάλος άνθρωπος.
— Ούτε το σκυλλί μου δεν σου δίνω, του απήντησεν ο Κρουστάλλης,
***
Την εποχήν εκείνην οι εν Αθήναις μεγάθυμοι διπλωμάται δεν είχον είδησιν ουδεμίαν περί των ενεργειών της Ρωμουνικής και Βουλγαρικής προπαγάνδας εν Ηπείρω και Μακεδονία ούτε ηδύναντο να δώσωσι προσοχήν εις εκείνον όστις ήθελε παραστήση αυτοίς ότι το προσεχές μέλλον ήθελεν εύρει τον Ελληνισμόν εν κινδύνω· εκοιμώντο υπό τας σκιάς των προγόνων, ωνειροπώλουν μεγάλην λεωφόρον με αήττητα ελληνικά καραβάνια αρχομένην από Δυρραχίου, διασχίζουσαν την Ήπειρον, Θεσσαλίαν, Μακεδονίαν, Θράκην και καταλήγουσαν εις την Βασιλίδα των πόλεων, τα δε βουλγαρικά και άλλα πλήθη διαλυόμενα και κατασυντριβόμενα υπό των ρητόρων της πλατείας του Συντάγματος. «Μια διασκελιά τόπος» έλεγε και ο μακαρίτης Γεννάδιος κατά την εποχήν του πραξικοπήματος της Ανατολικής Ρωμυλίας, «είνε από τας Αθήνας εις την Φιλιππούπολιν»· και αν οι Έλληνες ήθελαν αποφασίοη να &διασκελίσωσι& =πηδήσωσι) από Αθήνας εις Φιλιππούπολιν δεν θα έμενε ρουθούνι βουλγαρικόν δυνάμενον να αντιταχθή εις τα Πανελλήνια σχέδια και καταπατήση τα πατροπαράδοτα δίκαια. Ενώ δε οι εν Αθήναις εραθύμουν και κατασυνέτριβον τας εθνικάς δυνάμεις εις σανιδοσυλλαλητήρια και κομματικάς εκβαχεύσεις προς κατάληψιν της αρχής ο εχθρικός σάραξ κατεβίβρωσκε την Ελληνικήν σάρκα εν Μακεδονία και αμαυράς καθίστα τας ελληνικάς ελπίδας· βούλγαροι αρχιερείς τυχόντες βερατίων μετά την εις Σόφιαν επίσκεψιν τον Χ. Τρικούπη και εγκατασταθέντες εις τας κυριωτέρας Μακεδονικάς πόλεις μετά κουστωδίας διδασκάλων και πολυωνύμων άλλων ακολούθων παρεσκεύαζον τον όλεθρον των Ελλήνων εν Μακεδονία και την έκρηξιν των κινημάτων του 1903 άτινα κατόπιν απήτησαν μεγάλας θυσίας προς επίδειξιν της Ελληνικής υπεροχής, ην ημφισβήτει άπας ο ευρωπαϊκός τύπος δια λόγους ευνοήτους.
***
Εν μέσω τοιαύτης εθνικής αδιαφορίας των Κυβερνώντων και των τότε αρμοδίων υπηρεσιών ευρέθη εξόριστος εν Αθήναις ο Κώστας Κρυστάλλης, ο τσοπάνος ποιητής και &τραγουδιστής του χωριού και της Στάνης&. Δεν υπήρχον δε τότε και άλλοι πρόσφυγες ουδαμόθεν, ούτε άλλην πρόνοιαν ελάμβανε το επίσημον Κράτος δια το δουλεύον γένος. Ηθέλησε να αποπερατώση τας γυμνασιακάς σπουδάς του· κατέφυγεν εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν του προς διάδοσιν των Ελληνικών γραμμάτων Συλλόγου και εβρόντησεν &'ς τον κωφού την πόρτα&. Εζήτησεν από Ηπειρώτας και δεν έλαβεν ουδεμίαν απάντησιν. Και τοιουτοτρόπως ενώ σήμερον αγέλαι νέων εκπαιδεύονται δημοσία δαπάνη, έστιν δ' ότε και παρ' αξίαν, δεν ευρέθη δια τον ατυχή Κρυστάλλην ούτε έν φιλόξενον δενδρύλλιον υφ' ό να σκιασθή. Ας αφήσωμεν δε τον ίδιον να μας αφηγηθή μέρος του περιπετειώδους βίου του εις το κατωτέρω απόσπασμα ληφθέν εκ χειρογράφου σωζομένου του ιδίου. Το χειρόγραφον τούτο είνε αντίγραφον αναφοράς ή μάλλον παρακλήσεως προς τον τότε διευθυντήν του ΣΠΑΠ κ. I. Δούμαν, άνδρα πολλαχώς εξυπηρετήσαντα τους Ηπειρώτας και τα Ηπειρωτικά συμφέροντα· έχει δε ως εξής:
«Γνωρίζω ότι δεν αγνοείτε τα της περιπετειώδους ενταύθα υπάρξεώς μου, ότι ένεκα καταδιώξεως της Οθωμανικής Κυβερνήσεως δια συκοφαντιών των Ρωμούνων ηναγκάσθην να διακόψω εν Ιωννίνοις τας γυμνασιακάς σπουδάς μου, να εγκαταλείψω την φίλην πατρίδα και να καταφύγω, μετά μυρίας καθ' οδόν δεινοπαθήσεις, ενταύθα· διότι εάν έμενα εκεί και συνελαμβανόμην, έμελλον ν' αποσταλώ εξορίαν εις το Βαγδάτιον δι' 25 έτη, κατά την απόφασιν του εν Ιωαννίνοις Στρατοδικείου. Έρημος, όταν ήλθον ενταύθα, και ουδένα εκτός τον κ. Σπ. Π. Λάμπρου γνωρίζων πατριώτην προσεπάθησα και μόνος μου και μετ' αυτού όπως επιτύχω βοήθειαν χρηματικήν είτε παρά της Κυβερνήσεως είτε παρά του Συλλόγου είτε παρά πατριωτών ευπόρων· αλλ' ατυχώς ουδαμού εισηκούσθην. Εν τη απελπισία μου και τη ανεχεία συνάμα, διότι μετά τινας ημέρας ευρέθην χωρίς τροφήν, απεφάσισα να προτείνω εις τον κ. Λάμπρον να φροντίση έστω και διά τέχνην, να βγάζω τουλάχιστον τα προς το ζην. Ούτως έγεινα τυπογράφος δι' αυτού και εχρημάτισα δύο έτη τοιούτος. Μη ερωτάτε να μάθητε τας στερήσεις και τα δεινά μου, έως ότου εις το διάστημα τεσσάρων μηνών μάθω την τέχνην και πάρω μισθόν… τί μισθόν; Δρχ. 30 τον μήνα κατ' αρχάς· εκτός τούτου εθυσίασα και μέρος της υγείας μου εις την τέχνην αυτήν, την οποίαν υγείαν ουδέποτε ίσως θα δυνηθώ ν' ανακτήσω. Τυπογράφος ων, δεν έπαυσα να καταγίνομαι, οσάκις μου επερίσσευεν ολίγος καιρός, και εις την φυσικήν προς τα γράμματα κλίσιν μου και ήρχισα να γράφω είς τινα περιοδικά και εφημερίδας· ως εκ τούτου εγνωρίσθην με αρκετούς ενταύθα λογίους και με συμπατριώτας μου άλλους συνάμα. Τότε μοι υπεσχέθη κάποτε ο πρύτανις του Πανεπιστημίου κ. Μιστριώτης να με κάμη υπότροφον του Πανεπιστημίου, αλλ' ακολούθως εθεώρησε καλόν ο αγαθός Πελοποννήσιος να με λησμονήση και να κάμη υπότροφον Πελοποννήσιον νέον. Μετά τα δύο έτη της τυπογραφικής εργασίας μου μετέβην ως γραμματεύς του περιοδικού &Εβδομάς& εις το οποίον και έγραφα.
Καλή οπωσούν θέσις. Αλλ' η τύχη μοι επεφύλασσε καλλιτέραν παρά τοις γραφείοις της ημετέρας εταιρείας. Εχήρευεν η θέσις του &αποστολέως& των εισιτηρίων και επειδή δεν είχον την ευτυχίαν να γνωρίζω υμάς απ' ευθείας παρεκάλεσα τον κ. Ζαχρήστον να σας ομιλήση. Ελάβατε την καλωσύνην να τον ακούσητε και να με δεχθήτε εις την θέσιν αυτήν δι' ην θα σας ευγνωμονώ και θα εύχωμαι πάντοτε τω υψίστω να σας χαρίζη ζωήν μακράν και ευδαιμονίαν. Εις το τέλος του μηνός τούτου συμπληρούται έν ολόκληρον έτος αφ' ης ήλθον εις τα γραφεία σας. Τα βιβλία μου και ο προϊστάμενός μου κ Τίτος Δαμβέργης δύνανται να σας πληροφορήσουν περί της ταχύτητος και της επιμελείας μεθ' ης εκτελώ την εργασίαν μου,. ..Έν μόνον μικρόν παράπονον έχω, ο μισθός μου, κ. Λούμα, όστις είνε δρ. 105. είνε νομίζω πολύ μικρός και απέναντι του πλήθους της εργασίας και των ευθυνών μου και απέναντι του μισθού ον πέρισυ ελάμβανεν ο προκάτοχός μου….
_Και κατωτέρω προσθέτει πολλά άλλα προς υποστήριξιν της παρακλήσεώς του. Δεν γνωρίζω εάν τότε εγένετο αύξησίς τις της μισθοδοσίας. Ενθυμούμαι μόνον, ότι κατά το 1893 συνήντησα εν Κηφισσία επανελθόντα εξ Ευρώπης τον γέρω Δούμαν, όστις μετά θλίψεως μοι είπε «μας έπαυσαν τον Κρυστάλλη». Το συμβούλιον της εταιρείας, κατά την απουσίαν του διευθυντού, εύρεν ένα απροστάτευτον και τον ετσεκούρωσεν. Αλγεινή υπήρξεν η είδησις και δι' ημάς, οίτινες την ανεκοινώσαμεν εις τον ατυχή ποιητήν, και διά τον πατέρα του. Ενώ ήρχιζε να προσμειδιά αυτώ η τύχη, διότι εκτός της μισθοδοσίας του και εκ των έργων του θα απελάμβανε και έμελλε ν' ανακουφίση την οικογένειάν του, επανήλθε εξαίφνης εις την οδόν της ατυχίας. Μετ' ολίγους δε μήνας εξεδηλούτο η υποσκάψασα την υγείαν του νόσος. Οι φίλοι του και θαυμασταί και συμπατριώται συνεκινήθησαν και εξεδήλωσαν τα αδελφικώτατα αισθήματα αγάπης. Εστάθη όμως αδύνατον να επανέλθη εκ Κερκύρας, όπου τον απεστείλαμεν χάριν τον κλίματος, υγιής. Εις αιωνίαν ανάπαυσιν της ψυχής του ετελέσθη υπό των λογίων και φίλων εν τω ναώ της Μονής Ασωμάτων Πετράκη μνημόσυνον, κατά το οποίον ωμίλησεν ο νυν Πρύτανις του Πανεπιστημίου κ. Σπ. Λάμπρος. Και τις άλλος ηδύνατο να εξυμνήση καλλίτερον και να πονέση τον Κρυστάλλην; Ο προσφιλής ποιητής κ. Κωστής Παλαμάς διά μακρών, εν άλλη ημέρα, ωμίλησεν εν τη αιθούση του Παρνασσού, βριθούση εκλεκτού κόσμου, περί των έργων του Κρυστάλλη. Περί των έργων του Κρυστάλλη και ιδία περί του «Τραγουδιστού του χωριού και της Στάνης» έγραψε δια μακρών εν τη «Ακροπόλει» ο κ. Γαβριηλίδης κατά το 1893.
***
Ο Κώστας Κρυστάλλης υπήρξε πολύτιμος συνεργάτης ημών και εν τη «Φωνή της Ηπείρου». Ότε εκυκλοφόρησεν η αγγελία της εκδόσεως, ανεσκίρτησεν εκ χαράς, διότι θα ηδύνατο και αυτός να διαλαλή, εν αυτή, τα δεινοπαθήματα της ατυχούς πατρίδος. Και, όντως, το έπραξεν από 12 Σ)βρίου 1892 μέχρι των τελευταίων ημερών του. Ενθυμούμαι δε οποία υπήρξεν η εντύπωσίς του ότε υπέβαλον εις την κρίσιν του το πρόγραμμα της «Φωνής». — «&Αυτό είνε ποίημα& ανεφώνησεν». — «Αφού είνε ποίημα, απήντησα, σκέψου και συ να γράψης ένα διά τον στρατηγόν Δημ. Μπότσαρην τον αποθανόντα». Μετά δύο ημέρας έβλεπε το φως το πρώτον φύλλον της «Φωνής της Ηπείρου» έχον και το ποίημα του Κρυστάλλη. Απερίγραπτος υπήρξεν η χαρά του διότι εμάνθανε και ήκουεν ότι η «Φωνή» ου μόνον υπήρξε προσφιλής εις τους Ηπειρώτας αλλ' ότι και μετ' ευμενών κρίσεων εγένετο δεκτή και παρ' άλλοις.
Εν Αθήναις τη 1 Δεκεμβρίου 1911. Γεώργ. Κ. Γάγαρης
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Καί τοι αγνοούντες οποίαν εντύπωσιν θέλει ποιήσει εις το κοινόν το μικρόν τούτο επύλλιόν μας, όμως τολμώμεν να παρουσιάσωμεν αυτό επί της σκηνής της δημοσιογραφίας. Δεν αποποιούμεθα δε ότι, άμα ως μετά την αποστολήν αυτού εις τα πιεστήρια διεσκορπίσαμεν τας αγγελίας εις τους ενταύθα και αλλαχού φίλους μας, σχεδόν πάντες μας απήντησαν διά την καταλαβούσαν αυτούς χαράν επευχόμενοί μοι και εις ανώτερα και δι' αφθόνων λέξεων προς την ποίησιν και την δημοσιογραφίαν ενθαρρύνοντές με, εκτός δύο ή τριών των ενταύθα φίλων και συγγενών μας, οίτινες, ωσεί επληρόνοντο επήδησαν εις της κατακρίσεως την παλαίστραν. «Φυλάξου, μου είπε τις εξ αυτών, ίνα μη εξ εφόδου προσπαθών να συλλάβης την Δόξαν εγκαταλειφθής υπ' αυτής αιωνίως».
Ευχαριστούμεν τον κύριον διά την μεγάλην περί το συμβουλεύειν προθυμίαν του ταύτην, διότι ημείς εκδίδοντες το ασήμαντον τούτο των παιδικών μας χρόνων ποιημάτων δεν θηρεύομεν ούτε την Δόξαν ούτε τον στέφανον του Ελληνικού μας Παρνασσού· εκδίδομεν τούτο απλώς ίνα ευχαριστήσωμεν φίλους τινάς παρορμήσαντας ημάς εις το τόλμημα τούτο,
«Αυτά είναι μπαταλά και άλλη φορά μη ξαναγράφης στίχους»· ως διδάκτωρ περίφημος τις εγωιστής δικηγόρος μας επέπληξεν· Εις τον κύριον τούτον αρμόζει το «κάμε συ το καλλίτερον» του κοινού ή το του Ζαλοκώστα «Εσύ είσαι τόσον άσχημος κ' η Μούσα τόσ' ωραία»,
«Είσαι μικρός ακόμα, μας είπεν άλλος τρίτος, και δεν έχουσι τόσην σημασίαν τα ποιήματά σου· ως εκ τούτου δεν πρέπει να δημοσιεύης αυτά· αν δημοσιεύσης, να δημοσιεύσης ποίημα το οποίον ν' αναγνώση τις και να σε προσαγορεύση αληθώς ποιητήν». Αλλά!… δεν γνωρίζει ο κύριος ούτος ότι ουδείς εγεννήθη εν τω κόσμω πάντων ειδήμων, αλλ' ολίγον κατ' ολίγον και διά της τριβής ετελειοποιήθησαν πάντες οι μεγάλοι της ιστορίας μας άνδρες. Επομένως αγνοεί ότι περισσοτέρα τελειότης, ότι λεπτοτέρα τέχνη υπάρχει εν τω ποικιλοχρόω του λειμώνος μικρώ άνθει ή εν τη αγερώχως υψουμένη ουρανογείτονι δρυί, ή ότι πολυτιμότερος είναι ο μικρός και αφανής αδάμας του μεγάλου και βαρέως ορεινού λίθου. Έστω…..συγχωρούμεν και τούτον ως τον πρώτον και δεύτερον.
Τέλος περαίνοντες τον μικρόν τούτον πρόλογόν μας του οποίου το πλείστον μέρος ψιλών ένεκα απαγορευτικών λόγων δεν τολμώμεν να παρουσιάσωμεν εις το βλέμμα του κοινού, και επικαλούμενοι τας οπωσούν ευμενεστέρας των αναγνωστών κρίσεις επί του ποιηματίου μας τούτου, επιπροσθέτομεν και τα περιεχόμενα των τριών εν τω τομιδίω τούτω ποιηματίων. Και το μεν επικόν «αι Σκιαί του Άδου» περιλαμβάνει εν συντόμω τας διαφόρους μάχας της Ελληνικής Επαναστάσεως, διό και έκρινα καλόν να το κοσμήσω με τον τίτλον του Έπους, τα δε δύο παρεπόμενα «αι Αναμνήσεις» και «το Όνειρον» λυρικά της παιδικής μου φαντασίας αποκυήματα εισιν.
Έγραφον εν Ιωαννίνοις, τη 25 Μαρτίου 1886.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΗΣ
ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ
«Είς οιωνός άριστος Αμύνεσθαι περί πάτρης (Ιλ. Μ. 243)
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ
Μια Απριλιάτικη βραδιά Μια νύχτ' αστερωμένη 'Ψηλά, 'ς του Πίνδου(1) τα βουνά Μονάχος μου καθόμουν. Κ' εκύτταζα 'ς τον ουρανό, Κ' εκρυφοσυλλογιόμουν. Πώς ζη ο δόλιος άνθρωπος, Πώς ζη και πώς 'πεθαίνει.
Από τη σκέψι κάποτε Μ' εξύπναγε μια βρύση Σιμά μου, πώχυνε νερό 'Σάν το μαργαριτάρι, Και με ταις πέτραις 'μίλαε Μουρμουριστά. Με χάρι Τ' ωχρό φεγγάρι άρχιζε Να γέρη προς την δύσι. Άλλη φωνή δεν άκουγα Παρά 'ς το λόγκο πέρα Φώναζε ο μαύρος κόρακας, Και το βουνό βογγούσε Απ' τη βραχνή του τη φωνή. Η λίμνη ηρεμούσε, Κι' αντάρα 'πό τα Γιάννινα (2) Σκοτώνταν 'ς τον αθέρα.
Ρίχνω 'ς τα Γιάννινα ματιά Και βλέπω όλο μαυρίλα, Κ' εφαίνονταν εδώ κ' εκεί Αι φέξαις αναμμέναις, 'Σάν να ήτανε κολοφωτιαίς 'Στό λόγκο 'σκορπισμέναις. Τι θέαμα τρομαχτικό! Τι μαύρη ανατριχίλα!
Και πάλι προς το ουρανό Εσήκωσα το 'μάτι Και πάλι, πάλι έπεσα Σε συλλογή μεγάλη, Σε συλλογή, που μ' έφυγεν Ο νους μ' απ' το κεφάλι, Κι' ο ύπνος μες 'ς τη συλλογή Μ' επλάνεψε κομμάτι.
Τα θολωμένα 'μάτια μου Δεν πρόφθασα να κλείσω, Κ' ύπνος τα πλάκωσε βαρύς, Βαθύς 'σάν το σκοτάδι, Κ' είδα ένα όνειρο φρικτό· Πώς βγήκε απ' το λαγκάδι Ωχρόλευκο ένα Φάντασμα· Το συλλογιούμαι. . . . φρίσσω!
Σιγά, σιγά, σιωπηλά 'Στό πλάγι μου σιμόνει, Με πιάνει με το χέρι του, Το 'σάν τη πέτρα κρύο. Σηκόνονται αι τρίχες μου, Τα πόδια μου τα δύο Τρέμουνε, και το αίμα μου 'Σταίς φλέβες μου παγόνει.
Το κύτταξα, το κύτταξα 'Στό πρόσωπο, 'ς το σώμα, Και μια τρέμουλα φρικερή Με πιάνει, κ' ένας τρόμος, Γιατί, γιατί το γνώρισα Το φάντασμα, αλλ' όμως Ακόμα λόγο 'δίσταζα Να 'βγάλω 'πό το στόμα.
Πλην τέλος δεν εβάσταξα, Δεν 'μπόρεσα να πνίξω Το δάκρυ, που κατέβηκε Την κάτωχρη παρειά μου, Και λέγω: «Της μανούλας μου, » Σκιά! Σκιά γλυκειά μου! . . . . » Και πλέον δεν εμπόρεσα Το στόμα μου ν' ανοίξω.
Μόνο τ' αχνό της πρόσωπο Ξανακυττάζω πάλι, Και βλέπω χαμογέλασε, 'Σάν το λαμπρό φεγγάρι, Κι' από το 'μάτι 'γλίστρησε, 'Σάν το μαργαριτάρι Το δάκρυ. Σκύφτει· με φιλεί Με πόνο 'ς το κεφάλι.
Και μ' είπε: «Κωνσταντίνε μου. » Μονάκριβο παιδί μου, » Σε σκιάζουνε το σώμα μου « Κ' η αχνισμένη όψι; » Δεν 'ξέρεις πως για 'σένανε » Ηθέλησα απόψε » Να ξαναλάβω μια στιγμή » Το αίμα, τη ζωή μου;»
« Δεν ξέρεις πως για σένανε » Για μια στιγμή τον Άδη » Αφήκα και ξανάρχομαι » Εδώ 'ς το κόσμο 'πάνω, » Και συ, και συ με σκιάζεσαι;» Κ' εγώ τα λόγια χάνω. Πλην τέλος λέγω: «Τι ζητείς » Μες 'ς το βαθύ σκοτάδι;
« Μανούλα μου, το μνήμα του » Αφίνει ο πεθαμένος;» » — Κι' όμως εγώ για σένανε, » Για σένανε, παιδί μου, » Αυτή την ώρα, τέκνο μου, » Τ' αφήκα. — » Η φωνή μου Και πάλι τότ' εσβύσθηκε, Μένω βουβός, σκιαγμένος.
« Ακόμα δε μ' εγνώρισες; — » Με ερωτά — δε μ' είδες; » » — Διστάζω ακόμα, μάνα μου, » Να σου το 'πώ, διστάζω, » Γιατ' άλλη, άλλη σ' ήξερα, » Και άλλη σε κυττάζω· » Της γνωριμιάς σου, μάνα μου, » Μ' έφυγαν αι ελπίδες. — »
« — Γιατί με βλέπεις κόκκαλα, » Με βλέπεις δίχως αίμα, » Με βλέπεις δίχως 'νασασμό, » Ωχρή 'σάν το σαφράνι, » Κι' ότι δεν έχω τη θωρηά, « Πούχα 'ς τον κόσμο; — » «Φθάνει!… » Ω, φθάνει! την εφώναξα. « Σ' εγνώρισ' από το βλέμμα.
» Σ' εγνώρισ' απ' το βλέμμα σου « Τώρα, κι' τη λαλιά σου, « Σ' εγνώρισα, μανούλα μου, « Σ' εγνώρισα, γλυκειά μου, » Σ' εγνώρισα, και χαίρεται « Η θλιβερή καρδιά μου, « Μάνα μου. Τώρα ρώτα με » Για τάλλα τα παιδιά σου.
« Πες μου για τη Μαρία σου, » Το Γούλα σου, τη 'Λένη, » Που νύχτα 'μέρα τα ορφανά « Κλαίγουνε τη θανή σου· » Ρώτα με και για τη μικρή. » Την ώμορφη Φανή σου, » Που 'σ' άλλα χέρια τρέφεται, » Που 'ς άλλα χέρια μένει.
« Ρώτα με και, μανούλα μου, » Γι' όλους τους συγγενείς σου, » Τ' αδέλφια σου, τη μάνα σου, » Το δόλιο τον πατέρα, » Το δόλιο τον πατέρα μου, « Μάνα, που νύχτα 'μέρα » Δε θε να βρη παρηγοριά. . . . » Ρώτα με το παιδί σου. — »
Την είπα κ' εσιώπησα Χωρίς λαλιά για 'λίγη, Για λίγη ώρα. Κύτταξα 'Σ το πρόσωπο εκείνη, Και βλέπω μες 'ς τα δάκρυα Να πλημμυρή. Να κρίνη Η δύστυχη δ' 'μπόρεσε, Κ' εκίνησε να φύγη.
Την 'κολουθάω με φωναίς. Να την γυρίσω πίσω Δεν 'μπόρεσα. Καν πρόφθασα Να την 'μιλήσω πάλι· Κ' εκείνη με συγκίνησι, Και θλίψι της μεγάλη Μου λέγει: «Ώρα, τέκνο μου, « Τη γη αυτή ν' αφήσω.»
« — Εμένα τότε, μάνα μου, Μ' αφίνεις; — » « — Ω παιδί μου Αν θες να ιδής τα Τάρταρα, Αν να ιδής γυρεύεις, Τον Άδη, τον Παράδεισο, 'Κεί κάτω να κατέβης, Τρέξε κοντά μου, τέκνο μου, Έλα, έλα μαζή μου — »
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ Α'. ΑΣΜΑΤΟΣ
1) Π ί ν δ ο ς. Γενικόν και κύριον όνομα της παρά τα ανατολικά πλευρά της Ηπείρου εκτεινομένης σειράς υψηλών ορέων, της οποίας αι υψηλότεραι κορυφαί είναι η Σμόλκα, η Δοκίμη, το Ανήλιον, η Τσιουκαρέλλα, το Περιστέρι, τα Κριθάρια, η Κακαρδίτσα και τα Τζιουμέρκα.
2) Γ ι ά ν ν ι ν α. Τα Ιωάννινα, πόλις εν τω μέσω της Ηπειρωτικής κοιλάδος κάτωθεν του Τομάρου (Μεσοκελίου) έχουσα σχήμα δικεφάλου αετού, παρά την ομώνυμον λίμνην έχουσαν σχήμα κιθάρας. Ένεκα των διά κεράμων εστεγασμένων οικοδομών της και του πλήθους των εν αυτή δένδρων εις την άνωθεν ή απέναντι αυτής όψιν παρίσταται ως δάσος πυκνόν. Ωραιοτάτη και γραφικωτάτη είναι η εξωτερική αυτής θέα· αλλ' εσωτερικώς αι οδοί της είναι στεναί και ανωφερείς. Περιεργείας δ' άξια οικοδομήματα είναι το Ορφανοτροφείον του Γεωργίου Σταύρου, (το άρτι ανεγερθέν κτίριον της Ζωσιμαίας Σχολής}, το Τζαμίον του Καλού-Πασσά εστολισμένον με τους κίονας και τας στήλας του ναού του Πλούτωνος, του οποίου τα ερείπια και νυν σώζονται παρά τη λίμνη, το Φρούριον εν τη λίμνη εκτεινόμενον και ως χερσόνησος ή μάλλον νήσος από της πόλεως διά τάφρου βαθείας χωριζόμενον και προεκτείνον δύο μαστούς (τους σχηματίζοντας τας κεφάλας του αετού) εις την λίμνην, επί των οποίων μεγαλοπρεπώς υψούνται δύο τζαμία και τα ερείπια του Παλατιού του Αλή-Πασσά. Επίσης περιεργείας άξια είναι και τα Λ ι θ α ρ ί τ σ ι α, ερείπια του φρουρίου του Σατράπου των Ιωαννίνων Αλή Τεπελενλή, εις το κέντρον του οποίου υψούτο ο πύργος Κιζ-Κουλές (Πύργος Παρθένων), τα ερείπια των χονδρών τειχών του οποίου εισέτι σώζονται κινούντα τον θαυμασμόν και την περιέργειαν του περιηγητού. Επί των ερειπίων τούτων ως επί λόφου υψούται ο Στρατών, απέναντι δ' αυτού το Σεράγιον, εντός του οποίου ευρίσκονται τα δικαστήρια και το διοικητήριον. Εν τω μέσω της λίμνης, δίκην ομφαλού κιθάρας, εκτείνεται το νησίον (νήσος των Ιωαννίων), του οποίου τ' αξιοπαρατήρητα μέρη είναι ο Ναός του Αγίου Παντελεήμονος και ο παλαιός του Αλή-Πασσά οίκος όπου εφονεύθη.
ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
Έφευγ' εκείνη και κοντά Εγώ την 'κολουθάω. Περνάμε λόγκους και βουνά, Περάσαμε λαγκάδια, Ποτάμια, λίμναις, θάλασσαις. Περάσαμε λειβάδια, Και 'φθάσαμε 'ς το αχανές, Και 'φθάσαμε 'ςτό Χάο (1),
Μια θύρα 'κεί θεόρατη Υψόνονταν, μεγάλη, Που Αγγελούδια φύλαγαν Τα φύλλα της τα μαύρα. Μπαίνομε μέσα. Κτίρια (2) Είδαμε τότε γαύρα, Που μέσα τους βασίλευε Κρύα σιγή μεγάλη.
Αφίνομε τα κτίρια, Και πάλι προχωρούμε. Αγνώριστοι 'ς τους φύλακας, Άγνωστοι 'ς τους Αγγέλους. Σε δυο δρόμους 'φθάσαμε Αγνώριστ' επί τέλους· Άξαφνα μ' αναλήφθηκε Η μάνα. Τη στερούμαι.
Μονάχος τότε εκίνησα Το δεξί δρόμο πήρα, Να ιδώ, να ιδώ πούθελα βγη, Πούθελα καταντήσει. Και προχωρώντας έφθασα Σε μαρμαρένια βρύση, Κι' αντίκρυ της υψόνονταν Μια χρυσωμένη θύρα.
Σπρώχνω τη θύρα· άνοιξε· Τι θέαμα! . . . Τι τόπους… Τι τόπους είδα σκιερούς! . . . Τι χλόαις! . . . Τι λουλούδια! . . Τι δένδρα, δένδρα ανθηρά! . . . Πόσ' άκουγα τραγούδια Απ' τα πουλιά! . . . Πόσους εκεί Εγνώρισα ανθρώπους! . . .
Είδα 'ς τον ίσκιο μιας μυρτιάς Τον Όμηρο· και γύρα, Γύρα του τραγωδούσανε Τα έπη τους τόσοι άλλοι Διάσημοί μας ποιηταί, Και ταραχή μεγάλη Εγίνονταν, κι' ακούγονταν Η Ποίησι κ' η Λύρα.
Είδα παρέκει ταις σκηναίς Όλων μας των Αγίων. Που κύκλον εσχημάτιζαν, Κι' αυτοί 'ς τη μέση, άλλοι Εχόρευον, κι' άλλ' έπαιζον. Αρχίνησε να ψάλλη Και τους ψαλμούς του ο Δαυίδ, Το θείον του βιβλίον.
Πέρα μακρυά σε ύψωμα, 'Σ την άκρη μιας κοιλάδος, Σε ύψωμα κατάσκιο, Σε δροσερά χορτάρια Εις κύκλον εκαθόντανε Όλα τα παλληκάρια, Που τόσω, τόσω δόξασαν Τ' όνομα της Ελλάδος.
Τ' ανδρειωμένα τα παιδιά, Που 'ς της σκλαβιάς τη μέση Εκάμανε απόφασι Να ρίξουν το ζυγό τους, Ναυρούνε ή τη 'λευτεριά Ή τονέ θάνατό τους. Και 'ς την ομόνοια 'βάλανε Τον όρκο να τους δέση.
Ποιος είδε το Βεζούβιο Να βγάζη, να ξερνάη Στάχτη και λάβρα και φωτιαίς Και πέτραις 'σά μεγάλα Βουνά ν' ανασηκόνονται Μισουρανής. Και άλλα Εδώ να πέφτουν, κι' άλλα 'κεί, Κι' ο τόπος να βογγάη;
Έτσι κι' εκείνοι οι ένδοξοι Σε μόνο το Θεό μας Το μυστικό τους έδειξαν, Κρυφά, κρυφά τους σκάφτουν, Φκιάνουν το μνήμα της σκλαβιάς, Και τη φωτιά ανάφτουν, Που έμελλε να καταπιή, Να πνίξη τον εχθρό μας.
Μέσα 'ς τα σπλάγχνα έβραζεν Η φλόγα. Και τη 'μέρα, Που 'ς την Παρθένο έστειλε Για να ευαγγελίση Τον Άγγελό του ο Θεός, Ότι θε να γεννήση Τον Ιησού . . . Πετάχθηκε Κ' η φλόγα 'ς τον αέρα.
Ξεχείλισε ο Βεζούβιος . . . Εσείσθηκαν οι τόποι . . . Και μες 'ς τα πέρατα της γης, Το βροντερό τουφέκι Του Έλληνος ακούσθηκε . . . Φρικτό αστροπελέκι Κτυπά τους Τούρκους . . . Τρόμαξε 'ς τον ύπνο τσ' η Ευρώπη.
Χρόνους επτά εκράτησε Η φλόγ' αυτή κ' η πάλη. Εσβύσθηκε . . . Ετάραξε Την οικουμένη όλη, 'Στή θάλασσα βυθίσθηκαν Των τούρκων τόσοι στόλοι, Και 'ς τη στεριά αφήσανε Μια δεκατιά μεγάλη.
Εσβύσθηκε … Κ' εσβύσθηκε Πώς σβυέται το καμίνι Που λείπει μεν η φλόγα του, Αλλά μέσα του βράζει· Κι' άμα φυσήξη άνεμος, Έξω τήνε πετάζει, Και πάλι καίει με ορμή . . . Έτσ' έσβυσε κ' εκείνη.
Έσβυσ' εκείνη η φλόγα της. Πλην μες 'ς τα σωθικά της Καίει μια άσβεστη φωτιά, Που καρτερεί μια 'μέρα Ν' ανοίξη μια τρυπούλα της, Να πάρη 'λίγο αέρα, Να βγάλη φλόγα τρομερή Και πάλι η φωτιά της.
Πόσαις φοραίς απ' ταις 'ψηλαίς Του γέρου Πίνδου ράχαις Αγνάντεψα την καταχνιά Μακρυά, 'ς την Άγια Μαύρα, Και είπα ότι άναψε Και πάλ' εκείνη η λάβρα, Κ' είπα πως πάλι άναψαν Του Έλληνος η μάχαις! . . .
Αλλά, αλλά γελάσθηκα. Μια 'πατηλή ελπίδα Μου μένει πάντα 'ς την καρδιά Ν' ακούσω ώρα 'ς ώρα Ένα τουφέκι βροντερό 'Στήν ένδοξη τον χώρα. Το βρόντο του δεν άκουσα, Μόν 'σάν καπνούρα είδα
Για σώπα, σώπα και θαλθή Μια 'μέρα και για σένα, Ν' ακούσης και το βρόντο του, Να ταραχθή η Πλάσι, Τα έρμα τούτα τα βουνά Να σκούζουν, και τα δάση Και τα λαγκάδια να βογγούν Στα αίματα πνιγμένα.
Εκεί τους είδα νάχουνε 'Σ τη μέση τους, σε θρόνο, Θρόνο διαμαντοκόλλητο Τον Άγιον εκείνον Τον πατριάρχη (4) 'ς τη σεπτή Πόλι(5) των Κωνσταντίνων, Στεφανωμένον με δαφνιάς Ένα μεγάλο κλώνο.
Τους ευλογάει κι' άρχισε Με δάκρυα να λέη Της Κωνσταντινουπόλεως Των σκυλομουσουλμάνων Ταις εκβιάσεις και σφαγαίς Των τούρκων, των τυράννων, Και τη σκληρή κρεμάλα του. Και χαίρεται, και κλαίει. . . .
« Ήτον η πρώτη τ' Απριλιού » Κοντά 'ς τη χαραυγούλα, » Τούρκος Δερβίσης άπιστος «'Στό μιναρέ φωνάζει, « Και προσκαλεί τους Τούρκους του «'Στό σκοτωμό και σφάζει » Το σίδηρο εδώ κ' εκεί …. » Τι φρίκη! . . . Τι τρεμούλα.»
« Γέμισεν από πτώματα Των Χριστιανών η Πόλι, « Τσακίζουν θύραις, 'μπαίνουνε «'Στά σπήτια και σκοτώνουν « Όπου κι' αν εύρουν Χριστιανό, « Και πανταχού απλόνουν « Τη βία και το θάνατο » Οι Γενιτσάροι όλοι.»
« Ακούονται ολολυγμοί, » Και κοπετοί, και θρήνοι. » Βλέπουν σφαγμένα τα παιδιά » Αι δύστυχαι η μανάδες, « Ο άνδρας τη γυναίκα του, » Κλαίνε. Αλλ' οι φονειάδες » Δεν άκουγαν. Και ο Μαχμούτ (6) » Τότε παραθαρρύνει.»
« Προστάζει τον ακράτητο » Όχλο των Χριστοφόνων, » Εκείνα τα αδάμαστα » Του Κορανίου κτήνη, » Τα τόσα κακουργήματα » Τότε να παρεκτείνη. » Να βάλουν κ' εις τους κληρικούς « Τον βρόχον και τον φόνον.»
« Αρπάζονται οι κληρικοί, » Σκοτόνονται, κρεμιώνται, » Και αποκεφαλίζονται, » Πνίγονται. Άλλοι φεύγουν. » Πλην όσοι απ' το σκοτωμό » Δεν' μπόρεσαν να έβγουν, » Από τους τούρκους σφάζονται, «'Σ το πέλαγο πετιώνται.»
«'Σα λυσσασμένοι τα σκυλιά, » Τα τέκνα του Δερβίση, » Εσκότωναν, οι άπιστοι, » Σαν πεινασμένοι λύκοι, » Που 'μπένουνε 'ς τα πρόβατα » Σκορπίζουνε τη φρίκη. » Πέρασαν 'μέραις κ' η σφαγή » Δεν είχε ακόμα σβύσει.»
« Ήλθε η ενάτη τ' Απριλιού, » Σάββατο το Μεγάλο, » Ξημέρωσε και 'νύχτωσε, » — Νύχτωσε κ' η ζωή μου. — » Πήγα τον Όρθρο 'ς το ναό, » Κάμνω την προσευχή μου, » «Χριστός Ανέστη» άρχισα « Με τους πιστούς να ψάλλω.»
« Χριστός ανέστη! έψαλλα, » Και πάντα με το νου μου. » Αναστηθήτω η Ελλάς! » Ευχόμουν. Κοινωνάω » Τα άχραντα μυστήρια, » Τα τέκνα μου 'βλογάω. » Κ' έξαφνα βλέπω την Τουρκιά » Τριγύρω του ναού μου.»
« Τη λειτουργία σκόλασα. » Με παίρνουνε, μ' αρπάζουν, » Με κλείσανε, 'ς τη φυλακή » Τα σίδηρα μου βάνουν » Με δέρουν, άλλοι με χτυπούν, » Ασχημισμούς μου κάνουν, » Άλλοι με μαστιγόνουνε, » Και άλλοι με χλευάζουν.»
« Τέλος με βγάζουν, μ' οδηγούν » Μες 'ς τα πατριαρχεία. » Με φέρνουνε στη μεσανή » Τη θύρα που μεγάλη » Τριχιά κρεμώντανε. Μ' αυτή » Μου δέσαν το κεφάλι » Απ' το λαιμό. Και η ψυχή » Μου πέταξεν αγία.»
Το λόγο δεν απόσωσε. Απ' το πλευρό του τότε Σηκώθηκε της πόλεως Τ' Αδριανού ο ήρως, (8). Και λέγει «Μήπως κ' εις εμέ » Δεν έπεσε ο κλήρος » Κρεμάλας; Δεν μ' εκρέμασαν » Άνομοι στρατιώται;»
Αντίκρυ του, σαν όμορφο Άγαλμα του Φειδίου, Καθόντανε σε μάρμαρο Εκείνος ο μεγάλος Της Αλαμάνας ήρωας, 'Σαν Λεωνίδας άλλος, Ο Διάκος,(9) ο καταστροφεύς Κ' εχθρός του Κορανίου.
Κυττάζει όλους μια φορά Μ' αστραπηβόλα μάτια, Και με μια σοβαρότητα. Το ζέρβιο χέρι βάνει Μες το ζερβί του το πλευρό. Βγάζει το γιαταγάνι, Και λέγει: «Αδέλφια, βλέπετε; « Γίνηκε δυο κομμάτια»
« Αυτό το γιαταγάνι μου, » Κι' αυτό το τσακισμένο » Τουφέκι μου· θα μαρτυρούν » Πάντα το θάνατό μου, » Το θάνατό μου το σκληρό, » Και το μαρτύριό μου » Μες 'ς τ' Αλαμανογέφυρο, » Το τόσο δοξασμένο.»
« Άκουσα ότι 'ς τα βουνά » Μαύρη Τουρκιά πλακώνει, » Ότι Σκοδριάνους διαλεχτούς » Δέκα οχτώ χιλιάδες » Από κοντά τους φέρνουνε » Δυο λύκοι, δυο πασσάδες «'Κειός ο Κιοσσέ Μεχμέτ-πασσάς, » Με τον Ομέρ-Βριώνη.»
« Έμεινα με σαράντα οχτώ » Συντρόφους, παλληκάρια. » Την Αλαμάνα (10) πιάσαμε. » Ανάφτει το τουφέκι » Και κάθε, κάθε μας φωτιά » Ήταν αστροπελέκι. » Τρεις ώραις πολεμήσαμε » Πίσω 'πό τα λιθάρια.»
« Τη μια χιλιάδα των Τουρκών » Σκορπίζαμε, κ' η άλλη » Πυκνότερη μας πλάκωνε. » Σκορπιόντανε κ' εκείνη, » Και 'πίσω της άλλη φωτιά » Άναφτε 'σάν καμίνι, » Κ' ημείς τους εσκορπίζαμε; » Με λύσσα και με ζάλη.»
« Τα βόλια μας επέφτανε » Ζεστά 'ς τους Οσμανλίδες, » Κ' εκείνοι στρόνονταν 'ς τη γη. » — Παιδιά! μη φοβηθήτε, » Παλληκαράδες, φώναξα, » Σαν Έλληνες σταθήτε! » Κτυπάτε! μη σας φύγουνε » Της νίκης αι ελπίδες! . — »
« Φλογίσθη το τουφέκι, » Και σχίσθηκε 'ς τη μέση. » Τότε ορθός πετάζομαι, » Τη σπάθη μου γυμνόνω, » Και 'μπαίνω μέσα 'ς την Τουρκιά » Και σφάζω, και σκοτόνω, » Κι' Ομέρ Βριώνης γλύτωσε » Απ' το σπαθί να πέση.»
« Άξαφνα μούρθε τουφεκιά, » Σα φλογερό χαλάζι » Τσακίσθηκε κ' η σπάθη μου » Και το δεξί μου χέρι, » Αδειάζω τα πιστόλια μου, » Και 'φώναξα 'ς το ασκέρι » Να με σκοτώσουνε. Κανείς » Δε μ' απαντάει, δεν κράζει.»
« Έπεσα τότε ζωντανός » Στους Τούρκους, και μ' αρπάζουν. » Στη μέση τους με βάλανε » Οι άπιστοι φονιάδες, » Χιλιάδες 'μπρος και 'ς τα πλευρά, » Και πίσω μου χιλιάδες. » Μου λέγουν Τούρκος να γενώ, » Και χρήματα μου τάζουν.»
« Κι' Ομέρ — Βριώνης μυστικά » Μ' ερώταγε 'ς το δρόμο: » — Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, » Τη πίστι σου ν' αλλάξης, » Να προσκυνήσης 'ς το τζαμί, » Και το Αλλάχ! . . . να κράξης; — » Κ' εγώ πικρά τον ύβριζα, » Και πήρε φόβο, τρόμο.»
« Πάτε και σεις, κ' η πίστι σας, » Μουρτάριδες, χαθήτε, » Διάκος εγώ γεννήθηκα, » Και Διάκος θα πεθάνω. » Δε θέλω τη θρησκεία σας, » Και τα φλωριά τα χάνω » Πέντ' έξ ημέραις τη ζωή, » Αν θέλετε, μ' αφήτε.»
« Λυσσάζουν από το θυμό » Οι σκύλοι. Με περνούνε «'Σ ένα ελάτινο σουβλί, » Ολόρθονε με σταίνουν, » Φωτιά με ξύλ' ανάφτουνε, » Και 'ς τη φωτιά με ψένουν «'Σάν το κριάρι. Και ψητόν «'Στό λόγκο με πετούνε.»
Είπε και σιωπή βαθειά Όλους εκεί πλακόνει. Όλοι το Διάκο άκουγαν. Κανένας δε μιλάει. Κρυφά, σιωπιλά ο είς Τον άλλονε τηράει. 'Σ την σιωπή σηκόνεται Ο υιός του Κολοκοτρώνη. (11)
Εκείνος, όπου 'ς το βουνό Της Μάνιας Ραμοβούνι Είδε τον Ήλιο, κ' έπιε Άρκτου αγρίας γάλα· Εκείνος, όπου 'ς την Τουρκιά Τόσα κακά μεγάλα Έφερε 'ς το Βαλτέτσιον Και εις το Κορμοβούνι. (12)
Αρχίζει με την βροντερή Κι' άγρια λαλιά του, Να λέγη πόσους έσφαξε Με το Μαυρομιχάλη Τούρκους εις το Βαλτέτσι και 'Στό Χρυσοβίτσι. . . . Άλλη Ακούσθκε Άρεως φωνή, Άρεως στρατηλάτου.
Κ' επρόβαλεν ο Οδυσσεύς (13) Τ' Ανδρούτζου, ο ταχύπους. 'Κειό το λεοντάρι της Γραβιάς, 'Σάν άλλος της Τρωάδος, Και της Ιθάκης Οδυσσεύς. Ο πύργος της Ελλάδος! . . . Τον είδα! . . . Κρύους της καρδιάς Ησθάνθηκα τους κτύπους! . . .
Επρόβαλε 'ψηλός, ψηλός, 'Σάν το βουνό του Τμάρου. Με λάσια τα στήθια του, Και τριχοτουφωμένα, 'Σάν όρος, που κοντόκλαδα Σκεπάζουν πυκνωμένα. 'Σάν την εικόνα φαίνονταν, Και την μορφή του Χάρου.
Το μέτωπο ψηλό, πλατύ. 'Σα χιονισμένος βράχος· Και το παχύ μουστάκι του, 'Σάν λόγκος απλωμένο, Εσκέπαζε το στόμα, που, 'Σα βρύσι ανοιγμένο, Έχυνε λόγους φλογερούς. Τέτοιος ο Τουρκομάχος·
Τέτοιος εκείνος πρόβαλε. Το Διάκο χαιρετάει, Και λέγει: «Διάκο μ', αδελφέ, « Μες 'ς της Γραβιάς το χάνι » Εγώ σ' εξεδικήθηκα. » Εκεί οι Μουσουλμάνοι » Τους έκαμε ν' αφήσουνε » Πολλούς η γη να φάη.
« Μες' των Αγράφων τα βουνά » Βρισκόμουν, και μαθαίνω » Το θάνατό σου το σκληρό. » Τότε καιρό δε χάνω· » Πετάω 'σάν την αστραπή » Απ' τα βουνά απάνω, » Και φθάνω κάτω 'ς τη Γραβιά » Και μες 'ςτό χάνι 'μπαίνω.»
« Μπαίνω 'ς το χάνι, Κλείσαμε » Ταις θύραις με λιθάρια. » Είμασθ' εκατόν είκοσι. » — Παιδιά!, τους λέγω, πέρα » Κυτάτε, Τούρκοι έρχονται » Πολλοί, αυτή τη 'μέρα «'Στο χώμα θα τους στρώσωμε » Νεκρ' άψυχα κουφάρια! »
« Ομέρ-Βριώνης κι' ο Κιοσσέ » Μεχμέτ-πασσάς διαβαίνουν » Το ποταμάκι της Γραβιάς » Με δώδεκα χιλιάδες. » Από μακριά τους φώναζα: » — Παλιαιότουρκοι! . . . Αγάδες! » Σταθήτε! . . . Πού πηγαίνετε; . . . — » Όμως αυτοί προβαίνουν.«
« Προβαίνουν με πεποίθησι, » Ότ' ήθελε μας σβύσει » Η τόση πούφεραν Τουρκιά, » Και πριν ξαναφωνάξω, » Δερβίσης μ' αποκρίνεται: » — Τ' Αλλάχ! . . . παντού να κράξω » Πηγαίνω! — Πρώτο μες 'ς τη γη » Έρριξα το Δερβίση.»
« Ομέρ-Βριώνης λύσσαξε, » Σαν κύταξε το αίμα » Πνιγμένον το Δερβίση του. » Προστάζει 'ς το πλευρό του » Το σαλπιγκτή και γύρω του » Μαζόνει το στρατό του. » Και μες 'ς το νάνι έρριψε » Ειρωνικό ένα βλέμμα, »
« Και λέγει: — 'Κείνο βλέπετε » Το μονωμένο χάνι; . . . » Πλιθάρι μην αφήσετε. » Απάνω σε πλιθάρι. » Κι' αφ' όσους είναι μέσα του » Μη μείνη ούτε ποδάρι. — » Αυτά προστάζει. Και με μιας » Από 'μπροστά τους χάνει.»
« Σηκόνεται ο κορνιαχτός, » Σα σύγνεφο αναβαίνει. » Ωσάν αντάρα πνιγηρή, » Θολόνει τον αιθέρα. » Κι' ο Ήλιος εσκοτίδιασε. » Κ' εθάμβωσε τη 'μέρα. » Παρά κοντά του πλάκωναν » Οι Τούρκοι λυσσαμένοι.»
« Ακούεται βαρύδουπο » Το γλίγωρό τους βήμα. » Λαμποκοπάν αι λόγχαις των, » Ποικίλα κυματίζουν » Τα 'μισοφέγγαρα. Γοργά » Τ' άλογα χλιμηντρίζουν » Κι' αγρεύουνε ταις χαίταις των, » Που λες κ' έρχεται κύμα.»
« Μπροστά, μπροστά ερχόντανε » Ολόμαυρη πεζούρα· » Τσιάμιδες Γκένγκαι, Αλβανοί » Τότσκιδες, Σκοδριάνοι. » Παρά κοντά τους ιππικό » Αμέτρητο. Στο χάνι » Φθάνουν σιμά και ρίχνονται, » Φωνάζουν Γιούρρα!! . Γιούρρα!!
« Και ρίχνονται όλοι μαζή, » Και λες θα το χασμώσουν. » Αλλά σαν το ηφαίστειο » Της Αίτνας, όταν βγάνη » Ταις φλόγαις, έτσι ανάλαμψε » Κ' εβόγγισε το χάνι, » Και βόλια πέταξαν ζεστά, » Τους Τούρκους να βουλήσουν.»
« Αφίνουν ίππους κατά γης, » Αφίνουνε ανθρώπους, » Κι' άλλοι 'ς τους λόγκους σκόρπισαν, » Άλλοι πίσω γυρίζουν, » Τους βλέπουν οι Πασσάδες τους, » Ροιάζοντας, αχνίζουν, » Φωνάζουν, και τους γύρισαν «'Σ τους 'ματωμένους τόπους.»
« Δεύτερη κάμνουν έφοδο » Χειρότερα παθαίνουν. » Και τρίτη τότε κάμνουνε, «'Νικήθηκαν· Νυχτόνει· » Ω, μόλις επτακόσιοι » Τριγύρω του Βριώνη » Μένουν, και πολιορκηταί » Ηθέλησαν να γένουν.»
« Το χάνι μας πολιορκούν » Όλην τη νύχια. Στέλλει » Και 'ς τη Λαμία ο Ομέρ » Πυρόβολα να φέρη . . . » Αλλά! . . . τη θύρ' ανοίγομε, » Φεύγομε 'ς άλλα μέρη. » Τη χαραυγή τους μέτρησα, » Μας έλειπαν έξ μέλη.»
« Η φήμη 'ς την Κυβέρνησι » Αναστατώσεις κάμει. » Μου πέρνουνε τη στρατηγιά, » Με κάμνουν εξωμότη . . . » Αλλά! . . . και πάλι μ' έβαλαν «'Σ τη θέσι μου την πρώτη, » Όταν 'ς τα όρη η Τουρκιά » Φάνηκε του Βαϊράμη.»
«'Σταίς Θερμοπύλαις πέταξα, «'Στό δρόμο τόνε πιάνω, » Και του σκορπίζω το στρατό. » Και τον αναστατόνω. » Ω, . . . τότε 'ς την Αθήνα μας » Νέους εχθρούς σηκόνω » Απάνω μου. Τη θέσι μου »'Τ αξίωμά μου χάνω,»
« Σεις! πρώτοι, σεις αδέλφια μου, » Γκούρα (14) μου· και Κωλέτη,(15). » Σεις, πρώτοι σεις σκωθήκαταν » Απάνω μου. Σεις πρώτοι »'Στή φυλακή μ' ερρίξαταν » Μ' εκάματαν δεσμώτη! » Σεις, πρώτοι του θανάτου μου » Γενήκαταν οι αίτιοι! . . .»
Και να!, όλος γεράματα Με 'σκορπισμένη χαίτη Σηκόνετ' ένας γέροντας. 'Σάν έλατ' ωρθωμένο. Με μέτωπο 'περήφανο. Κι' απάνω χιονισμένο. Ωσάν του Πίνδου τα βουνά. Γνωρίζω τον Κωλέττη.
Το δεξί χέρι 'πρότεινε, Τον Οδυσσέα αρπάζει. Τον σφίγγει μες 'ς την αγκαλιά, Και τον φιλεί 'ς το στόμα, Και λέγει: «Οδυσσέα μου! . . . » Μ' εχθρεύεσαι ακόμα; . . . » Ακόμα δε μ' εσχώρεσες; . . .» Κι' ο Οδυσσεύς φωνάζει
Όλος χαρά και δάκρυα 'Σ το λόγο του Κωλέττη: « Κωλέττη μου! . . . πατέρα μου! « Σ' έχω συγχωρημένο, » Αφ' όταν το κουφάρι μου »'Βρέθηκε κρεμασμένο « Μες την ψηλή Ακρόπολι. . . . » Μην έχης πλειό σεκλέτι.»
Σιγάνε και σηκόνεται Ο υιός της Καλογραίας (16), Της Άρτας το προπύργιο. Φαγάς των Οσμανλίδων, 'Σηκώθηκε κ' εσείσθηκεν Ο τόπος. Των Ατρείδων 'Σάν να επρόβαλε κανείς, Ή ο φρικώδης Αίας.
« Για ακούστε, λέγει, αδέλφια μου, » Και τη 'δική μου νειότη. » Ταις μάναις, όσαις έκαμα » Μες 'ς τη ζωή μου όλη, » Και 'ς τη στερνή πώς μ' έφαγε » Το φλογισμένο βόλι. » Το πρώτο μου πολέμησα «'Σ το έρμο το Κομπότι.»
« Εκεί, παιδιά, πληγώθηκα. «'Πήγα 'ς το Μακρυνόρος. » Πολέμησα και γύρισα.. «'Σ την Άρτα πολεμάω. « Φεύγω 'πό 'κεί 'ς τη γέφυρα » Του κόρακα νικάω. «'Σ το Μεσολόγγι γύρισα » Για Τούρκους αιμοβόρος.»
« Το Μεσολόγγι τωύρηκα » Κι' αυτό τότε 'ς την πτώσι. » Σηκόνομαι 'ς τη γενική » Εκείνη αθυμία, » Βγάζω το δαμασκί σπαθί, » Κι' ανάφτω με μανία » Τον πόλεμο. Τούρκους κ' εκεί » Πολλούς έχω σκοτώσει.»
« Σε λίγαις 'μέραις 'κίνησα » Με τέσσαρες χιλιάδες, » Και 'ς του Χαϊδάρη τα βουνά » Όλο μανία φθάνω. » Βάνω σε τάξι τα παιδιά «'Κει, και τη θέσι πιάνω. » Γιατ' έρχονταν ο Κιουταχής(17). » Μ' όλο Αρβανιτάδες.»
« Δέκα χιλιάδες έσερνε » Πεζούρα και καβάλλα, »'Σάν άναψεν ο πόλεμος » Κι' άρχισε το τουφέκι, » Τουρκαλβανός δε μπόρεσε, » Μπροστά μας πλειό να στέκη. » Γυρίζουν 'πίσω τα σκυλιά, » Το βάνουν 'ς τη φευγάλα.
«'Σ τη Δέμβρονα επέταξα, » Τους Τούρκους εκεί κλείω » Στο κάστρο. Τους πολιορκώ. » Κ' εκείθε 'ς τη Δομβραίνη » Τσακίζω το Μουστάμπεη. » Από το Τεπελένι. » Και γλήγωρα 'ς το Δίστομο » Σε 'μέραις φθάνω δύο.»
« Το Γιώργη Βάγια πρόσταξα, » Το Γρίβα Γαρδικιώτη, » Να πιάσουνε τη Ράχωβα » Με πεντακόσιους άλλους. » Έρχεται ο Μουστάμπεης, » Κ' είχε σκοπούς μεγάλους: » Να τους αφήση κατά γης » Στην έφοδο την πρώτη »
« Τρομάρα του! Δεν πρόφθασε »'Στή Ράχωβα να φθάση, » Βροχή τον πνίγει φλογερή, » Φωνάζουν σα δαιμόνοι » Οι Τούρκοι. Πέφτουνε 'ς τη γη. » Σκούζει αυτός, θυμόνει!..· » Τα μετερίζια αστράφτουνε, » Βαρειά βογγούν τα δάση» .
« Ήσαν αμέτρητοι αυτοί. » Έπεφταν 'σάν κοράκοι, » Όταν ψωφίμι νοιώσουνε. » Και πέφτουνε κοπάδι » Αλλ' οι παρέκει κυνηγοί » Τους στρώνουν 'ς το λειβάδι· » Έτσι κ' οι Τούρκοι. Γέμισαν » Αι ρεμματιαίς κ' οι λάκκοι.»
« Ψηλά 'ς της μάχης το βρασμό, »'Σ της μάχης την αντάρα, » Να! και πλακόνω λαίμαργος, » Για αίμα διψασμένος, «'Σάν σε βουβάλια λέοντας » Ρίχνεται λιμαγμένος… » Με βλέπουνε οι άπιστοι,… » Τους έπιασε τρομάρα.»
« Μ' είδαν…Χαλνούν ταις τάξεις των » Φεύγουνε σκορπισμένοι. » Και 'ς ένα λόφο κλείσθηκαν, » Κ' εκείθε 'ξεφαντώνουν. » Αρχίζει πάλι η σφαγή. » Η σπάθαις μας σκοτώνουν » Χίλιους τρακόσιους, οι λοιποί »'Βρέθηκαν 'σκλαβωμένοι.»
« Βρισκόμουνε 'ς τα Κράββαρα. » Μαθαίνω πως κινήσαν. » Τούρκοι με τον Ομέρ-πασσά » Το Δίστομο να πιάσουν, » Πετάω 'κείθε 'σάν αετός. » Φθάνω πριν 'κείνοι φθάσουν, » Και τους τουφεκοχτύπησα. » Οπίσω τους γυρίσαν.»
« Είκοσι μέραις πόλεμο, » Είκοσι μέραις πάλη. » Την εικοστήν κατάφαγα » Των Τούρκων ταις χιλιάδες. » Όλο τους το στρατόπεδο » Τους πήραμε. Οι Αγάδες » Φεύγουνε 'δώ, φεύγουνε 'κεί, » Και δεν γυρίζουν πάλι.»
« Μαθαίνω· η Ακρόπολι » Κινδύνευε να πέση »'Σ του Κιουταχή τα χέρια. » Πιάνω 'κεί μετερίζι, » Αλλ' εγώ πέφτω άρρωστος » Ο Πόλεμος αρχίζει. » Και τη σκηνή μου κλείσανε » Οι Τούρκοι μες 'ς τη μέση.»
« Και άρρωστος 'πετάχτηκα » Με το σπαθί μου έξω. » Βλέπω τα παλληκάρια μου » Να φεύγουνε. Θυμόνω, » Ορμώ ς' τους Τούρκους από 'δώ, » Και από κει σκοτόνω, » Και η Μοίρα μου με έφερε » Στη μέση του να μπλέξω
«'Στή μέση του το ιππικό » Του Κιουταχή με βάζει. » Να σφάζω τότε πόστασα, » Κόφτεται η δύναμί μου, » Και τέλος…βόλι εχθρικό » Μου παίρνει την ψυχή μου.» Δε σκόλασε· κι' ο Μπότσαρης Ο Μάρκος(18), τον φωνάζει.
« Καραϊσκάκη! κύταξε » Το μαύρο μέτωπό μου, » Και παρατήρα τη βολή, » Που μ' έκαμε το βόλι, » Και άκουσέ με να σου πω, » Εις τη ζωή μου όλη » Πόσαις φοραίς πολέμησα » Τον άνομο εχθρό μου.»
«Πρώτα, πρώτα πολέμησα «'Σ το Σούλι, 'ς την πατρίδα. » Και 'ς τους Κουμτζάδες ύστερα, » Στα πέντε τα Πηγάδια, » Κ' εκεί ς' τα Γιάννινα σιμά » Γέμισαν τα λαγκάδια. » Με γενιτσαροπτώματα. » Εκεί! τον Άρη είδα.»
» Εκείθε μες 'ς την Κοσμηρά » Πλάκωσα λυσσασμένος, » Κόκκινο αίμα Τούρκικο » Να πιω και να ρουφήξω. » Τριγύρω τους τ' ασκέρι μου » Άρχισα να ξανοίξω, » Κ' εγώ 'ς τη μέση χύθηκα, «'Σάν λύκος πεινασμένος.»
«Τους έσφαξα. Και πέταξα «'Σάν αστραπή 'ς την Πλάκα. » Πιάνω καρτέρι των Τουρκών » Κ' ήθελα τους χαλάσει, «'Στο χέρι αν δεν πληγώνομαν, » Και μ' έφυγαν 'ς τα δάση. » Φεύγω 'πό 'κεί και έφθασα «'Στο Σούλι μου, 'ς τη Λάκκα.»
« Σώζω το Σούλι 'πό φωτιά. »'Σ την Ρούμελη πετάω. » Μαυροκορδάτος σήκονε »'Πανάστασις σημαία, » Κ' έσερνε για την Ήπειρο » Παλλήκαρα γενναία. » Πήγα κ' εγώ από κοντά, »'Σ την Πέτα (19), πολεμάω.»
« Εννιά χιλιάδες Αλβανοί » Από την Άρτα βγήκαν, »'Κ' είχανε το Ρεσίτ-πασσά » Μεγάλον αρχηγότους. » Αρχίνησεν ο πόλεμος, » Νικήσαμε τους πρώτους· »'Σ τη δεύτερη την έφοδο…. » Ω,… νικηταί μας βγήκαν.»
« Η άτιμη η προδοσιά »Του Γώγου του Μπακώλα » Μας έφαγε. Μας έκαμε » Να βγούμε 'ντροπιασμένοι » Φώναζα γω δεν μ' άκουγαν. »'Σ το λόγκο σκορπισμένοι » Φεύγουν. Τα παλληκάρια μας » Εφοβηθήκαν όλα.»
«'Στο Μεσολόγγι πέρασα » Τότ' έρημος, μονάχος. » Ξημέρωναν Χριστούγεννα » Γιορτάσαμε τη μέρα » Με του Βριώνη τη σφαγή· »'Στή μάχη την υστέρα, »'Σ ταις βόμβαις του καθόμουνε «'Στή ντάπια μου 'σα βράχος.»
« Την άλλη μέρα κίνησα » Πήγα 'ς το Καρπενήσι. » Βλέπω του Μουσταφά-πασσά » Της Σκύδρας να ασπρίζουν » Πυκναίς σκηναίς 'ς το Κάρλελι. » Προστάζω και χωρίζουν » Οι άλλοι μου οι σύντροφοι, » Να πάγουνε 'ς τη Βρύση.»
« Εγώ προς 'ς τα μεσάνυχτα, » Πριν νάβγη το φεγγάρι, »'Μπαίνω 'ς τη μέση του στρατού, » Πούτανε τρεις χιλιάδες, » Γυρίζω το στρατόπεδο » Για ναύρω τους Πασσάδες, » Με μόνο, μόνο το σπαθί »'Σ το χέρι, 'σα λεοντάρι.
«'Βρίσκω 'ςτή μέση τη σκηνή. » Τη λαμπροστολισμένη. » Σηκόν' ολόρθον τον Πασσά. » Τον σφάζω. Αλλά μ' ευρήκε » Βόλι 'ς το μέτωπο ζεστό » Και μες 'ς τη γη μ' αφήκε. » Τρέχουν μ' αρπάζουν τα παιδιά. » Και η ψυχή μου βγαίνει.»
«'Σ το Μεσολόγγι, Μάρκο μου. » Θυμάσαι; 'ς το πλευρό σου » Πολέμησα!.» Χωρίς, χωρίς Να σηκωθή ο Γρίβας Ο Θοδωράκης (21)· φώναξε, Άλλος νέος Αννίβας. « Και πόσαις μάχαις έκαμα » Μετά το θάνατό σου!…»
» Μες 'ς το Βραχώρι πάλεψα. »'Σαυτό το Μακρυνόρο, » Μες 'ς το Λουτράκι 'σκόρπισα » Τους Τούρκους, 'ς το Κομπότι, »'Στήν Πέτα πήρα την πληγή » Εκείνη μου την πρώτη. »'Σ τη Σοροβίλλα πλήρωσαν » Οι Τούρκοι, πολύ φόρο.»
«'Στά Γιάννινα, 'ςτό Κουτσελιό » Κόντεψα να ντροπιάσω » Τα όπλα μου, 'ς το Κουτσελιό, »'Σ εκειό το ρημασμένο, » Είδα το μνήμα μου εκεί » Να χάσκη ανοιγμένο (1) » Εκεί τη δόξα κόντεψα » Την τόση μου να χάσω.»
« Μέσα 'ςτο σπήτ' ενός παππά » Το βράδ' είχα κονέψει, » Είχα παιδιά κλεφτόπουλα, » Τρακόσιους σταυροφόρους. » Όλους λεβέντες διαλεχτούς » Όλους ανδρειφόρους, » Παιδιά, 'π 'όλη τους τη ζωή »'Στή μάχ' είχαν 'ξοδέψει.»
«'Σάν 'τ άκουσε ο Αβδή-πασσάς » Πέντε χιλιάδες σέρει, » Και 'βγαίνει 'πό τα Γιάννινα » Όλος χαρά το βράδυ, » Κοντά προς τα μεσάνυχτα » Μ' ένα βαθύ σκοτάδι . . . » Τα κοντοράχια έπιασε » Του Κουτσελιού τ' ασκέρι. .
« Εκειό το βράδυ 'μάλωσα » Βαρειά με το παιδί μου, » Το Δημητράκη, ήλθαμε «'Σε σκοτωμό. Μ' αφίνει » Και πήγε μες 'ς την Εκκλησιά » Με εκατό. . . Να γίνη » Σωτήρ μου δεν το ήλπιζα . . . » Να σώση την ζωήν μου.»
«'Ξημέρονε Παρασκευή » Κρύα, παταγωμένη, » Γιατί τη νύχτα έβρεχε, » Και είχε πέσει χιόνι »'Ψηλά 'ς του Πίνδου τα βουνά. » Ξυπνάω. 'Ξημερόνει. . . . » Βρισκόμαστε ολόγυρα » Απ ' την Τουρκιά κλεισμένοι.»
« Βλέπω· ταις ράχαις έπιασε » Το Τούρκικο τ' ασκέρι, » Κανόνια τρία 'στήθηκαν »'Σ τη Μύτικ' αντικρύ μας, » Αλόγατα χλημίντριζαν »'Στούς κάμπους. . . Τη ζωή μας, » Εις του Θεού αφήκαμε » Το έσπλαχνο το χέρι.»
« Αρχίζει τότε ο πόλεμος. » Αστράφτει το τουφέκι » Ανάφτουνε τα χέρια μας » Πώπιαναν τα τρομπόνια. » Βογγούν οι λόγκοι απ' ταις βρονταίς » Που βγάζουν τα κανόνια »'Σ τα σίγνεφα πετάγονται » Βόμβαις 'ς αστροπελέκι,»
« Μέσα 'ς τα σπήτια ανοίγομε » Μασγάλια, μες 'ς τους τοίχους, » Αμέτρητους γκρεμίζουμε, » Τους πνίγομε 'ς το αίμα, » Τους στρώνομε 'ςτά χώματα. » Κι' αυτού κοντά 'ς το γέμα, » Τρομπέταις 'πό την Εκκλησιά » Ακούσαμε τους ήχους.»
« Μ' έκραζε 'πό την Εκκλησιά » Ο υιός μου Δημητράκης: » — Καρδιά, πατέρα! μ' έλεγε, » Οι Τούρκοι μη σε σκιάζουν, » Ας είναι τόσοι· Βάστα συ » Τον πόλεμο· Ας ριάζουν »'Σα λύκοι. Βάστα! Γρίβας συ « Αν είσαι Θοδωράκης!»
« Μη σκιάζεσαι, πατέρα μου. » Τα τόπια τους τ' αφίνω » Γυμνά 'πό άνδρες. — Σώπασε » Η σάλπιγγα, θαρρεύω. «'Σάν λεοντάρι άναψα. » Έξω να 'βγώ γυρεύω, » Και δε μ' αφίνουν τα παιδιά. » Μου λεν' εκεί να μείνω.»
« Μένω. Με λύσσα ρίχθηκα «'Στόν πόλεμο απάνου, » Κ' εξάπλωνα 'ς τη μαύρη γη » Τα Τούρκικα κουφάρια »'Σάν όρνια. Κοκκινήσανε » Τα κάτασπρα λιθάρια, » Τα χόρτα και τα χώματα »'Σ το αίμα του τυράννου.»
«'Σ τους Τούρκους επετούσανε » Τα βόλια 'σα βροχούλα. » Ο πόλεμος εκράτησε » Απ' το πρωί 'ς το βράδι, » Κοπάδι Τούρκους έστειλα »'Σ τον σκοτεινό τον Άδη. » Ο Λάμπρο Ζήκος 'φώναξεν » Από ψηλή ραχούλα: »
« Γρίβα μου, βάστα τη φωτιά » Ως να καλονυχτώση. » Φέρνω Λακκιώταις διαλεχτούς. » Διακόσιους λεβεντάδες. — »'Σάν τ' άκουσε ο Αβδή-πασσάς, » Μαζόνει τους Αγάδες. » Την νύχτα δεν καρτέρησαν, » Φεύγουν 'ς του Ηλιού τη δύσι.»
« Φεύγουνε, και 'ς τα Γιάννινα »'Μπαίνουνε 'ντροπιασμένοι. » Χίλιους νεκρούς αφήκανε »'Σ του Κουτσελιού τη μάχη. . . » Τη νύχτα φεύγω. Έφθασα »'Σ του Μέτσοβου τη ράχη, » Κοντά 'ς το γλυκοχάραγμα, » Που ο πετρίτης 'βγαίνει.»
« Κ' εκεί με του Αβδή-πασσά » Τ' ασκέρια πολεμάω. » Τα καταστρέφω. Έφυγα «'Σ το 'Νάπλι κατεβαίνω. » Και από αρχιστράτηγος » Στρατάρχης ανεβαίνω. » Εκεί 'πεθνήσκω. Τούρκους πλειό » Δεν 'μπόρεσα να φάω.»
Ο Γρίβας εσιώπησε. Και ώρα δεν περνάει, Κι' ακούγεται η βροντερή Του Λάμπρου του Τζιαβέλλα (22) Και αγριόβραχνη φωνή: « Παιδιά! . . . Τη φουστανέλλα » Κυτάξατέ μου, τη λερή, » Τι βόλια έχει φάει . . .»
« Αν αρχινήσω και σας 'πω » Ταις μάχαις πώχω κάμει » Τι θε να 'πήτε;» — » ω, . . κ' εγώ » Αν θα σας 'πω, παιδιά μου » Το πώς μου 'τσάκισε ο Αλή » Πασσάς τα κόκκαλά μου, » Φώναξε ο Δράκος,(23)· θα χυθούν. » Τα δάκρυα σας ποτάμι.»
« Βελεστινέ (24)· μου! Ρήγα μου!. . . » Έκραζε ο Κιτσαντώνης, (25)· » Καθένας τους αρχίνησε » Να δείξουν την ανδρεία, » Ένα τραγούδι πάρε μας » Για την Ελευθερία, » Συ! που με το τραγούδι σου » Τη φύσι βαλσαμόνεις.»
Το λόγο του ενέκριναν Κι' ο Βότσαρης ο Νότης,(26), Φώτος(27) Τζαβέλλας, Πανουριάς, (28) Νέγρης,(29) Αλέξης Νούτσος,(30) Μαυρομιχάλης,(31) Κρεββατάς,(32) Και Νοταράς Πανούτσος,(33) Μιαούλης,(34) Αναγνωσταράς,(35) Κανάρης,(36) Δυοβουνιώτης.(37)
Ο Ρήγας εσηκώθηκε, Παίρνει τον ταμπουρά του. Γλυκοβαρεί τον ταμπουρά, Και ψιλοτραγουδάει: « Παιδιά μου! ήλθ' η άνοιξι, » Τ' αηδόνι τραγουδάει, » Φωνάζει ο κούκος 'ς τα κλαριά » Κι' ανοίγει τα φτερά του.»
« Παιδιά μου! ήλθ' η άνοιξι, » Η γη βγάζει χορτάρι, » Ανθίζουν όλα τα κλαριά, » Οι κάμποι λουλουδιάζουν. » Οι λόγγοι όλοι 'φούντωσαν, » Και τα πουλιά φωλιάζουν. » Τι καρτερείτε, βρε παιδιά! » Χειμώνας να μας πάρη; …»
« Άλλο μην περιμένετε. » Γιατ' ήλθε η χρονιά μας· » Ν ' αφήσουμε τα πρόβατα. » Με τα λαμπρά κουδούνια, » Και ν' ανεβούμε 'ς τα βουνά. «'Ψηλά 'ς τα κορφοβούνια. » Ν' αφήσουμε τα σπήτια μας, » Τη δόλια φαμηλιά μας.»
« Ήλθε καιρός να πάρωμε «'Σ την πλάτη το τουφέκι, » Και γιαταγάνι 'ς το πλευρό, » Πιστόλια 'ς το σελιάχι, » Και 'ςτά ποδάρια μας φτερά… » Πού ξέρουμε τι θάχη » Η μαύρη μοίρα μας γραφτά, » Ποιος 'ξέρει πού μας πλέκει.»
« Βλέπετε!.. Δούλοι είμαστε. » Τινάξτε, τη δουλεία! . ., » Τους Τούρκους τους δουλεύουμε » Εις ό,τι κι' αν μας 'πούνε, » Κι' αυτοί τηράνε,. . τα σκυλιά! . . » Το αίμα μας να πιούνε. » Εμπρός! Παιδιά μου, θ ά ν α τ ο ς » Πέτε, ή λ ε υ θ ε ρ ί α!»
» Ελάτε όλοι 'ς το Σταυρό » Εδώ να ορκισθούμε, » Ότι 'ς όλη μας τη ζωή » Τον Τούρκο θα κτυπάμε, » Και θα τον καταδιώχνουμε, » Και 'ς τα βουνά ας πάμε. » Εκεί 'ς τα πεύκα, 'ς ταις οξιαίς » Τη 'λευθεριά θα 'βρούμε!»
« Αδέλφια!…Τι μας ωφελεί » Να ζήσωμε ραγιάδες;… » Βεζύρ, Αφέντης κι' αν σταθής, » Ο Τούρκος θα πασχίση » Αδίκως να καταστραφής. » Τη δίψα του να σβύση «'Σ το αγιασμένο αίμα σου. » Οι άδικοι φονειάδες!…
Τ' ακούω κ' ερεθίζεται 'Σταίς φλέβαις μου το αίμα, Αι τρίχαις μου σηκόνονται, Αρχίνησα να πνέω Αχόρταγη εκδίκησι 'Σ τους Τούρκους, και να κλαίω, Ν' ανοίξω των δακρύων μου Το ξηραμένο ρέμμα.
Τους άφησα και έφυγα. Προυχώρησα παρέκει, 'Μπήκα σε κάτι φλαμουριαίς. Έρχονταν από πέρα Τρεις κόραις. 'Σάν οι Άγγελοι Πετούσαν 'ς τον αέρα. Δυο ήταν από τα πλευρά. Και μια 'ς τη μέση στέκει.
Αγγαλιασμέναις και η τρεις. Αι χάριτες μου 'φάνη Πως έρχονται. Κυτάζονται Η μία με την άλλη, Κι' όλος ο τόπος έλαμπε… Τι ωμορφιά!…Τι κάλλη!… Από τον ώμο τεχνικά Η μια την άλλη πιάνει.
Γελούσανε γλυκά, γλυκά, Κι' ο ουρανός γελούσε. 'Μιλούσανε, κ' εφαίνονταν Πως έψαλαν πουλάκια. Και μεταξύ τους 'σφίγγονταν, Κ' επέρνανε φιλάκια. Φιλιώνταν και μια μυρωδιά Λιβάνου μου περνούσε.
Παρά κοντά τους δεκαφτά, 'Σάν Νύμφαις Ορειάδες, Ερχόντανε γελούμεναις. Ταις έβλεπαν αι Μούσαι Κ' εζήλευαν. 'Στή μέση τους Μια ψιλοτραγουδούσε, Και την κιθάρα έπαιζε. Τι νιάτα!…Τι 'μορφάδες!…
« Φρόσω(38)· καλλίτερα » Νάχες πεθάνει, » Και να μην έβγαινες » Μες 'ς το σεργιάνι.»
« Τα τόσα κάλλη σου Κι' η ωμορφιά σου » Σ' έκαμαν κι' άφησες » Και τα παιδιά σου.»
« Αυτή, φροσύνη μου, » Η ωμορφιά σου, » Σ' έφαγε, χάλασες » Την παρθενιά σου.»
« Τι σου χρειάζετο, » Φρόσω καϋμένη, » Συ του Μουχτάρ-πασσά(39) » Νάσαι ερωμένη;»
« Σ' είδε ο Αλή-Πασσάς » Και σκανδαλιέται. » Και μες 'ς τα σπλάχνα του » Έρωτας κλειέται.»
« Σ' είδε και τ' άτι του(40)· «'Στά 'πισθινά του » Σηκώθκε, άγριψαν » Τα όμματά του.»
« 'Στό παραθύρι σου » Έβγα, Φροσύνη. » Φεύγει ο Μουχτάρης σου, » Και 'γειά σ' αφίνει.»
« Άκουσε! Άκουσε! . . » Πώς τραγουδάει! . . » Με το τραγούδι του » Σε χαιρετάει.»
« Φεύγει ο Μουχτάρης σου! . . » Φεύγει, Φροσύνη! . . » Και 'σένα μόναχη, » Έρμη σ' αφίνει.»
« Κλάψε! Φροσύνη μου. » Την μοναξιά σου! » Φροσύνη! Σ' έφαγε » Η ωμορφιά σου!..»
Απ' το τραγούδι 'γνώρισα Πως ήταν η Φροσύνη, Η Βασιλική(41) τ' Αλή-Πασσά, Κ' η Δέσπω του Λιακάτα.(42)· Κ' εκείναις π' ακολούθαγαν Την ίδια τους τη στράτα, Με το τραγούδι. Αι Δεκαφτά(43) Που πνίξαμε με 'κείνη.
Περνάνε, φεύγουνε μακριά, Κι' ακούγονταν ακόμα Εκείνο το τραγούδι τους… 'Σταίς φλαμουριαίς εμβήκα, Σε λόγκο, λόγκο απέραστο. Εκεί το τέλος 'βρήκα Απ' τον Παράδεισο. Σιμά 'Σ της Κόλασις το χώμα . . . .
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ Β'. ΑΣΜΑΤΟΣ
(1) Εκ του χάσκω, χαίνω. Ο κενός, άπειρος και χαίνων τόπος. Ο εκατόν περίπου έτη μετά τον Όμηρον ζήσας Βοιωτός αοιδός ο Ησίοδος εν τη «Κοσμογονία» αυτού λέγει ότι κατ' αρχάς υπήρχε το Χάος, εξ ου μετά ταύτα εγεννήθη ο κόσμος.
(2) Όπου κατά τας διαφόρους των ανθρώπων φαντασίας και πιθανότητας δικάζονται αι ψυχαί των νεκρών.
(3) Το τρομερόν και υψηλόν εκείνο της Ιταλίας ηφαίστειον το προς ανατολάς της Νεαπόλεως.
(4) Ούτος είναι Γρηγόριος ο Ε' οικουμενικός πατριάρχης Κωυσταντινουπόλεως, ο απαγχονισθείς τη 10η Απριλιού του 1821 έτους υπέρ της Πίστεως, της Ελευθερίας και της Πατρίδος.
(5) Εννοώ την Επτάλοφον ή μάλλον την και νέαν Ρώμην προσαγορευθείσαν Κωυσταντινούπολιν.
(6) Ο τότε Σουλτάνος της Τουρκίας.
(7) Κοράνιον. Το περιλαμβάνον τον νόμον της Μωαμεθανικής θρησκείας.
(8) Ο Αθανάσιος Διάκος, υιός του περιφήμου αμαρτωλού Αθανασίου Γραμματικού, εγεννήθη τω 1792.
(9) [Σημείωση: ένατη σημείωση δεν υπάρχει στην έκδοση αυτή]
(10) Αλαμάνα. Η του Σπερχειού ποταμού γέφυρα, όπου απέθανεν ο Διάκος πολεμών.
(11) Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (Γέρος του Μωριά), εγεννήθη τω 1770 επί του αποτόμου και υψηλού όρους της Μάνης Ραμοβούνι, κλάδου του Μαινάλου.
(12) Όρος της Ευρυτανίας, όπου μετά την εν Βαλτετσίω μάχην ο Κολοκοτρώνης εφόνευσε υπέρ τους τριακόσιους Τούρκους, ως δεικνύει και το δημώδες άσμα του οποίου υποσημειώ την αρχήν.
Κολοκοτρώνης κάθονταν 'ς το κόρμοβο 'ς τη ράχη, Και με το κιάλι αγνάντευε της Πάτρας τα μπουγάζια.
(13) Ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος εγεννήθη εν τη αυτή του πολυμηχάνου του Τρωικού πολέμου Οδυσσέως πατρίδι, εν Ιθάκη κατά το 1790 έτος.
(14) Εγεννήθη χωρικός εις τα πέριξ της Αμφίσσης και εμαθήτευσεν εις τας συμμορίας του Πανουριά.
(15) Επί των κορυφών του Πίνδου επί πετρώδους και αποτόμου χάσματος κείται το πολίχνιον Συρράκον. Πλουσιωτάτη, προ της Ελλην. επαναστάσεως και υπό Ελλήνων βλαχοφώνων κατοικουμένη. Εκεί, εν εκείνη τη γωνία της Ηπείρου εγεννήθη κατά το 1771 έτος περινούστατος και μεγαλεπήβολος της Ελλάδος Διπλωμάτης, έξοχος πολιτικός ανήρ, Ιω. Κωλέττης. Διδαχθείς εκεί τα πρώτα στοιχεία της παιδείας εικοσαετής απήλθεν εις Πίζαν, όπου δαπάναις του πλουσίου θείου του Τουρτούρη εσπούδασε την ιατρικήν. Ακολούθως επανελθών εν Ηπείρω προσέφυγεν εις την αυλήν του Αλή. Εκείθεν δραπετεύσας κατέφυγεν εις Μεσολόγγιον, όπου εν Επιδαύρω διωρίσθη την 15 Ιανουαρίου 1822 υπουργός των Εσωτερικών και προσωρινώς των Στρατιωτικών. «Εις αμφότερα τα υπουργεία ταύτα, λέγει ο Κούμας, τα διοικήσαντα τότε λαούς και στρατούς άνευ γεγυμνασμένων υπαλλήλων και αξιωματικών, τα συγκροτήσαντα μάχας, άνευ σχεδόν όπλων, τροφών και χρημάτων και πολεμοφοδίων, μόνος ο Κωλέττης ηδύνατο να πράξη τι· και έπραξε τω όντι πολλά ιδίως επί της εισβολής του Δράμαλη· Συνετέλεσεν εις την ματαίωσιν αυτής κ' επήλθον τα γνωστά αποτελέσματα πριν καή έτι προς τούτο ούτε κόκκος πυρίτιδος. Συν τη μεγάλη εκείνη στρατιά ο Σουλτάνος έστειλεν, ως γνωστόν, και ισχυρόν στόλον ίνα επισιτήση το Ναύπλιον, και άλλα πολιορκούμενα φρούρια και συμπράξη μετά του Δράμαλη προς διάλυσιν των πολιορκιών και υποταγήν, ή καταστροφήν της Πελοποννήσου. Άπαντες τότε εθεώρησαν τον κίνδυνον τρισμέγιστον και η μεν Κυβέρνησις κατέφυγεν είς τι πλοίον. Μοίραρχος δέ τις των παραπλεόντων Γαλλικών πλοίων ιδών τον Τουρκικόν στόλον, έσπευσεν εις Ναύπλιον και απήτησε να λαλήση περί σπουδαίων πραγμάτων προς την Ελληνικήν Κυβέρνησιν· αύτη δ' έπεμψε προς τούτον τον Κωλέττην, συνοδευθέντα ευτυχώς και υπό του Κιάπε φιλέλληνος Ιταλού εκθύμως και ειλικρινώς αγωνισαμένου. Μόλις είδε τον Κωλέττην ο Μοίραρχος «λυπηράν έχω να σοι αναγγείλω είδησιν το είπε. Όπισθέν μου αφικνείται τρισμέγιστος Τουρκικός στόλος, καθ' ου είνε αδύνατον ν' αντιταχθώσι τα σκάφη σας. Σας συμβουλεύω να σκεφθήτε περί υποταγής.» «Διά τούτο, απήντησεν απαθώς ο Κωλέττης, δεν επέμψαμεν τους στόλους μας εις απόκρουσιν του εχθρού, ίνα κλείσωμεν τούτον εις τον Αργολικόν κόλπον και κατακαύσωμεν αθρόον διά των τριάκοντα πέντε πυρπολικών μας, άτινα την εμφάνισίν του μόνον προσμένουσιν ίνα επιτεθώσιν.» Βεβαιώσαντος την μη αληθή ταύτην απάντησιν και του Κιάπε και ειδοποιηθέντος περί τούτου αμέσως και του ναυάρχου Τούρκου, ούτος μεν εναύλωσε δύο Αυστριακά πλοία συλληφθέντα υπό των Ελλήνων, ίνα επισιτήσωσι το Ναύπλιον· ο δε στόλος ούτε απεπειράθη να προσεγγίση εις το Αργολικόν κόλπον, αλλ' απήλθεν εις Πάτρας και επανέκαμψεν, ως γνωστόν, άπρακτος. Ούτω λοιπόν ο Κωλέττης διά μόνης της προσποιητής εκείνης απαθείας του και της ετοιμότητος του πνεύματός του συνετέλεσεν εις την καταστροφήν του Δράμαλη, ίσως πλειότερον πολλών άλλων· διότι βεβαίως, αν συνεκοινώνει ούτος μετά του στόλου, ήτο σχεδόν αδύνατον να καταστραφή· ίσως μάλιστα και ήθελεν επιτύχη του σκοπού του. Αλλ' ο Θεός έσωσε την Ελλάδα διά τε των άλλων τέκνων της και διά του στρατηγήματος του μεγάλου Κωλέττου.» Απέθανεν εν Αθήναις πρωθυπουργός την πρώτην Σεπτεμβρίου του έτους 1847 εξ επισχέσεως των ούρων, και ούτως απώλεσεν η Ελλάς, κατά τον Γκιζώ τον μόνον καταστάντα έξοχον πολιτικόν.»
16) Ούτως ωνομάζετο ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ήτο νόθος υιός του Καπετάν Καραΐσκου αρματωλού του Βάλτου και της ζωής, Καλογραίας του χωρίου Μαυρομάτι.
17) Ο Ρεσίτ-Μεχμέτ-πασσάς, ο επικαλούμενος Κιουταχής εγεννήθη εις την Κιρκασίαν· φερθείς δε εις το δουλοπωλείον της Κωνσταντινουπόλεως ηγοράσθη υπό ενός πορθμέως του Βοσπόρου, όστις ων μετρίως ευκατάστατος παρητήθη του επαγγέλματός του και ήρχετο να ζήση εις τα περίχωρα του Εγιούπ. Μετά πολλάς περιπετείας προήχθη και ωνομάσθη Διοικητής του παρά τον Δούναβιν φρουρίου Τούλτζα, Πασσάς των δύο ιππουρίδων και ακολούθως Διοικητής του Βιδινίου. Ούτος είναι ο πολιορκητής του Μεσολογγίου, της Ακροπόλεως των Αθηνών, είς των καταστροφέων του Γενιτσαρισμού, και ο κατά το 1830 έτος μέγας Βεζύρης της Υ. Πύλης.
18) Ο σταυραετός ούτος της Σελεΐδος Μάρκος Βότσαρης υιός του διασήμου πολεμάρχου Κίτσου Βότσαρη, εγεννήθη επί των τραχέων κορυφών των υψηλών του Σουλίου ορέων.
19) Μετά την νίκην του Νορμάνου εις Κομπότι και τας μάχας της Πλάκας και του Φαναρίου, εις το οποίον έπεσεν ο γενναίος Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, εκείνη, ήτις χαρακτηρίζει το δεύτερον έτος του Ελληνικού αγώνος είναι η του Πέτα διά τε την καταστροφήν των φιλλελήνων και την προδοτικήν διαγωγήν του Γώγου Μπακώλα. Κατά την μάχην ταύτην αντιπαραταχθέντων των δύο εχθρικών στρατευμάτων γενναίως απεκρούσθησαν οι Μουσουλμάνοι κατά την πρώτην έφοδον· αλλ' επαναλαβόντων και δευτέραν ηρωικώς μεν εδέχθησαν αυτούς οι φιλέλληνες και λοιποί Επτανήσιοι και Ιόνιοι και ήρχιζε ήδη να κλίνη και πάλιν προς τους Έλληνας η νίκη ότε ο Γώγος Μπακώλας (κατ' άλλους Μπάκολας) προδοτικήν εξασκεί τέχνην παραχωρήσας την οχυροτάτην θέσιν της μάχης, την οποίαν αυτός κατείχεν, εις την εμπροσθοφυλακήν των Τουρκαλβανών και αντί να προχωρήση προς εκμηδενισμόν της εντελώς μικράς ταύτης δυνάμεως, καθ' ότι από τα πλευρά αι θέσεις κατείχοντο υπό των ανδρείων του Μάρκου Βότσαρη και του Βλαχοπούλου, ετράπη εις φυγήν προς τα όρη της Σκουλυκαριάς. Ούτως η ωραιοτέρα νίκη των Ελλήνων, ήτις κατά μίαν τουλάχιστον ήθελεν απαλλάξει πολιορκίαν το Μεσολόγγιον, εν ακαρεί, ένεκα της διαγωγής του επικαταράτου τούτου προδότου Γώγου Μπακώλα, μεταβάλλεται εις καταστροφήν. Ούτος ήτο χαρακτήρος αμφιρεπούς, δολόφρων και προφυλακτικός· δεν είναι ούτος ο Γώγος όστις ευθύς μετά την μάχην κατέφυγε προς τους τούρκους και μέχρι τέλους έμεινε παρ' αυτοίς; … Μεγίστη υπήρξεν η καταστροφή των Ελλήνων και ιδίως των φιλελλήνων, ων το τάγμα δεν συνέκειτο εκ περισσοτέρων των 80, αφ' ων τα δύο τρίτα έπεσον, των οποίων τα ονόματα των γνωστοτέρων, αναφέρει ο Μάξιμος Ρεϊβώ ως εξής: Γάλλοι· Ανδρέας Δανιάς (εκ της Γενεύης πλην πολιτογεγραμμένος), Μανιάκ, Βίελ, Σχωβασέν, Ερρίκος Βεϋερμάν, Γκουιχάρδος, Φρελλών, Σαγκουίν και Δαβουσί. Πολωνοί· Μερζιέφκσκης, Μλοδούσκης, Κουτζελέσκης, Δοβρονόσκης. Ελβετοί. Σχεβαλιέ, Γρεδλί, Φελδάν. Ολλανδός. Ροδόλφος Ουισμάνος. Ιταλοί. Πέτρος Τερέλλας, Μαμότ, Τερέλης, Βριφάρης, Φάτζιος, Τορικέλας, Πενάριος, Μόγουι, Λόγουιτζ. Γερμανοί, Σουιδοί, Δανοί κτλ. Σάνδμαν, Τεϊχμάν, Δε-Κρουζεμάρκ, Σέιγγερ, Δε-Στάελ, Χολστέιν, Γοσόλφ, Διτέρλεν, Νάσκυ, Φελδς, Σμιθ, Όβερ, Δεσχέφφυ, Ρουστ, Κοένιγ, Οχλμάχιερ, Καϊζενβέργ, Έισεν, Γουέτζιν, Ροζενσθίελ. Μετά την μάχην απέθανον οι Σέιγγερ, Γουέιγανδ, Σουεϊγάρδ, Βατλάνης και ο στρατηγός Νορμάνος: Μία μόνη απολογία μένει παρ' ημίν, ότι επειδή η μάχη του Πέτα είναι η μόνη, καθ' ην τα τέκνα της Ευρώπης ήλθον αθρόα να πολεμήσουν τον βάρβαρον υπέρ της ελευθερίας μας, συμφέρον είναι να κρύψωμεν ότι η καταστροφή των ηρώων εκείνων προήλθε παρ' ημών αυτών. Θέσις τω όντι λυπηρά και αξιοδάκρυτος! Πλην τι ποιητέον;
21) Ο διάσημος ούτος υιός του Δράκου Γρίβα τέκνον κλεινόν της Πρεβέζης εις πολλά και διάφορα μέρη έσβυσε την φλόγα της αρειμανείου του ορμής εις το εχθρικόν αίμα, ως βλέπομεν εν τω παρόντι ποιήματι. Ούτος παρίσταται ως η δεξιά χειρ του Μάρκου Βότσαρη κατά την πρώτην πολιορκίαν του Μεσολογγίου. Την εν Κουτσελίω μάχην περιγράφω εν τω ποιήματι, ως ήκουσα αυτήν εκ στόματος γηραιού εγχωρίου της μικράς εκείνης κώμης.
22) Λάμπρος Τζαβέλας· ο περιβόητος ούτος αρματωλός του Σουλίου ή Κακοσουλίου ήκμαζεν επί Αλή-Πασσά, του οποίου ήτο ο μέγιστος εχθρός. Διά προδοσίας όμως συνέλαβε και εθανάτωσεν αυτόν.
23) Ο περίφημος ούτος κλέφτης της Ηπείρου αφού διήλθε τον βίον αυτού θριαμβεύων εις τα πεδία Άρεως, συλληφθείς υπό των οπλαρχηγών του τυράννου της Ηπείρου απέθανε βίον μαρτυρικώτατον, διατάξαντος του αιμοχαρούς Αλή να θραύσωσι τα κόκκαλά του. Η πλησίον της Πρεβέζης είναι η περιφανής αυτού νίκη εις ην εξυμνείται διά του ακολούθου δημώδους άσματος.
Τ' είν' το κακό που γίνεται και η ταραχή η μεγάλη 'Σ τα Ρόγκα 'ς τα Ποληόρογκα 'ς το αμπέλια 'ς τα αμπελάκια; Μήνα βουβάλια σφάζονται, μήνα θηριά μαλώνουν; Κι' ουδέ βουβάλια σφάζονται κι' ουδέ θηριά μαλώνουν. Ο Δράκο Γρίβας πολεμάει με δώδεκα χιλιάδες Μαουλουμπασάδες δώδεκα, πασάδες δέκα πέντε Ταράχκτηκεν η Πρέβεζα και όλ' η Βαλαώρα. Πέφτουν τα τόπια 'σα βροχή, και η μπόμπες σα χαλάζι Κι' αυτά τα λιανοτούφεκα 'σάν άμμος της θαλάσσης.
24) Ρήγας ο Φερραίος ή Βελεστινός εγεννήθη το έτος 1750, εις Φερράς της Θεσσαλίας. Αρκετά έτη προ της συστάσεως των φιλολογικών εταιρειών και της φιλικής συνέλαβε και την ιδέαν της απελευθερώσεως του Ελληνικού έθνους. Πλην όχι τόσον σκεπτικός και κρυψίνους αν και μεγαλόφρων επιχειρηματίας, όχι βαθύς εξεταστής των πραγμάτων, αν και ζωηρού πνεύματος και κάτοχος πολλών γνώσεων εφάνη εις το θέατρον της νέας Ελλάδος ο νέος Τυρταίος μάλλον ή καθ' αυτό νέος Θρασύβουλος αυτής. Εις την Δακίαν ανέπτυξε τας νεαράς αυτού δυνάμεις περισσότερον. Εκείθεν δε μετέβη εις Βιένην οπόθεν ήρξατο μυστικήν αλληλογραφίαν με τον Βοναπάρτην, στρατηγόν τότε όντα. Ο Ρήγας εστάθη ο δημοτικώτερος επικός ποιητής της Ελλάδος· δυνάμεθα να προσθέσωμεν ότι τα ηρωικά αυτού άσματα, εις γλώσσαν την οποίαν καθείς εννόει, προ πάντων διέσπειρον το πυρ της ελευθερίας προς τους δεδουλωμένους Έλληνας. Τα τέλη του 1796 ο Ρήγας ήλθεν εις Τεργέστην μετά του Περραιβού και κατώκησεν εις το παρά τον αιγιαλόν βασιλικόν ξενοδοχείον. Εκεί το αυτό εσπέρας, την εννάτην Ιανουαρίου 1797 συνελήφθη διά προδοσίας του Δημητρίου Οικονόμου Κοζανίτου, θηρεύοντος το Τουρκικόν προξενείον Τεργέστης και παραδοθείς εις τον Μαραπλή Αλή-Πασσά του Βελιγραδίου εθανατώθη. «Έσπειρα! έσπειρα! και οι Έλληνες δεν θα αργήσουν να συνάξουν το θέρος» ήσαν οι τελευταίοι λόγοι του, πριν αποθάνη.
25) Περίφημος αρχιληστής των Αγράφων, άσπονδος εχθρός του Αλή των Ιωαννίνων επί της τυραννίας του οποίου ήκμαζε και αδελφός του Λεπενιώτου. Συλληφθείς ζων, διά προδοσίας προσεφέρθησαν μετά του αδελφού του Γεωργίου εις τον πασάν της Ηπείρου και έλαβον παρ' αυτού ποινήν σκληροτάτην, την της κρεμάλας. Μεταφέρομεν τον αναγνώστην εις το ακόλουθον δημώδες ψαλλόμενον άσμα.
Απόψε είδα 'ς τον ύπνο μου 'ς τον ύπνο που κοιμώμουν Θολό ποτάμι πέρασα, θολό και ματωμένο. Κι' ουδέ 'πό πέρα διάβηκα κι' ουδέ 'πό 'δώθε βγήκα. 'Στήν άκρα 'βγήκα κ' έκατσα, κι' αγνάντεψα τριγύρω Είδα δύο ελάφια πώβοσκαν 'σε μια παληοκαψάλα Κ' ο κυνηγός τ' αγνάντευε από ψηλή ραχούλα. Για να τους ρίξη σκιάζεται για να τους ρίξ' φοβήται. 'Ξήγα το Αντώνημ' 'ξήγατο, ξήγα το είνορόμου.
26) Ο φοβερός ούτος πολέμαρχος των Σουλιωτών εγεννήθη εν Σουλίω τω 1775. Ήτο υιός του Γεωργίου Βότσαρη και θείος του ανδρείου Μάρκου. Εις πολλάς μάχας απέδειξε την μεγίστην αυτού ανδρείαν. Ούτος ήτο και κατά την τελευταίαν νύκτα του Μεσολογγίου. Απέθανεν εν Ναυπάκτω υποστράτηγος τω 1841 επί Όθωνος. Το ακόλουθον δημώδες άσμα εξυμνεί την ανδρείαν αυτού, δι' ης ενέσπειρε τον φόβον εις άπαντας τους Αλβανούς.
Όλαις αι καπετάνισσαις των καπεταναρέων Πήγαν να προσκυνήσουνε 'ς τ' Αλή-Πασσά το σπήτι Κι' αυτή, η Λεν του Μπότσαρη δε θέλ' να προσκυνήση. — Δεν προσκυνάω Αλή-Πασσά μωρέ παλιοβεζύρη. Εγώ είμαι η Λεν του Μπότζαρη κ' η αδελφή του Νότη, Πώκαμε την Αρβανιτιά κ' ενδύθηκε 'ς τα μαύρα.
27) Το περίφημον Σούλι, το Κακοσούλι κατά το 1800 δεν είχεν ειμή δύο άνδρας μεγάλους τον Φώτον Τζαβέλαν και τον Γεώργιον Βότσαρην τον πάπον του Μάρκου· ο Βότσαρης ήτο γέρων χαίρων σέβας και υπόληψιν· ήτο ο Μίνως του τόπου. Ο Φώτος ήτο νέος λεοντόκαρδος, ριψοκίνδυνος, ήτο ο Ηρακλής των Σουλιωτών. Ο Βότσαρης συναισθανόμενος ότι ο νέος Φώτος ήθελε γίνει μέγιστος αντίπαλός του, τον εφθόνησε, και αντί είκοσι πέντε χιλιάδων γροσίων, τα οποία ο Αλή-Πασσάς τω έδωσε αφού πρώτον έλαβε ως Ομήρους τον Νότην και Κίτζον Βότσαρην, με τους στρατιώτας και τους συγγενείς του, προσέβαλε το Σούλι, όπως το παραδώση προς τον τύραννον εκείνον· ενικήθη όμως, και από την λύπην και την τύψιν του συνειδότος έλαβε το δηλητήριον και απέθανεν. Ήρχισεν έκτοτε πεισματώδης πόλεμος μεταξύ του Αλή-Πασσά και των Σουλιωτών, των οποίων τα λαμπρά κατορθώματα είναι ανεκδιήγητα· τέλος εβιάσθη ο Σατράπης να δώση πέρας του πολέμου και έστειλε επί τούτω τον Κίτζον Βότσαρην επί των βουνών του Σουλίου όπως διαπραγματευθή την ειρήνην υπό τας ακολούθους συνθήκας: Α'. Το Σούλι να μένη ελεύθερον, πλην ο Βεζύρης να κτίση ένα πύργον εις τον οποίον να κατοική με τεσσαράκοντα στρατιώτας ο Κίτσος Βότσαρης, όπως τιμωρή τους βλάπτοντας τους τόπους του Πασσά. Β'. να εξοστρακισθή από το Σούλι ο Φώτος Τζαβέλας. Οι Σουλιώται εδέχθησαν και ο δυστυχής Φώτος, εις του οποίου την σπάθην ώμνυον πάσαι αι Αλβανικαί και Ελληνικαί φυλαί «του Τζαβέλα το σπαθί να με κόψη» σιδηροδέσμιος μετεφέρθη εις Ιωάννινα και εκείθεν μακράν της ορεινής και αρματωλικής Ηπείρου ως και το δημώδες άσμα υπομιμνήσκει.
Μη προσκυνάτε, βρε παιδιά. Ραγιάδες μη γενήτε· Είναι ο Φώτος ζωντανός, Πασιά δεν προσκυνάει· Πασιά έχει ο Φώτος το σπαθί. Βεζύρη το τουφέκι. Μες 'ς τη Φραγκιά τον 'ξώρισαν. Κ' εις όλα τα ρηγάτα. Βρ' ανάθμά σας, Βότζαρη. Και συ, βρε Κιτζονίκα. Με τι δουλειά που κάματε Τούτο το καλοκαίρι, Που μπάσατε Βελή-Πασιά Μέσα 'ς το Κακοσούλι.
28) Ο κατά τα παιδικά αυτού έτη ποιμήν, ακολούθως δε περιβόητος της Αμφίσσης κλέφτης Σ. Πανουριάς, εγεννήθη παρά τω χωρίω Δρέμσα της Παρνασσίδος. Συλληφθείς επί της κλεφτουριάς του διά δόλου υπό του Οδυσσέως απεστάλη προς τον Αλή των Ιωαννίνων παρά του οποίου εφυλακίσθη. Αλλ' αι περιπέτειαι της ανταρσίας του Αλή κατά του Σουλτάνου έδωκαν καιρόν εις αυτόν να δραπετεύση και να πετάξη πάλιν αρματωλός και κλέφτης επί των κορυφών των ορέων της Ελλάδος. Κατετάχθη δε υπό την αρχηγίαν πολλών διαφόρων οπλαρχηγών, όπου μεγάλως ανεδείχθη διά την γενναιότητα.
29) Ούτος είναι ο πρώτος συστήσας εις την Ανατολικήν Ελλάδα τον οργανισμόν, εις τον οποίον εδόθη το όνομα «Άρειος Πάγος» Διεκρίθη δε μεγάλως εις τας διαφόρους Ελληνικάς Εθνοσυνελεύσεις, ως και εις την της Ερμιόνης διά την προς τους κινδύνους αφοβίαν αυτού επί της εισβολής του Δράμαλη.
30) Τούτον εφόνευσεν ο Οδυσσεύς Ανδρούτζος υπό τον Παρνασσόν σταλέντα υπό της ραδιούργου Κυβερνήσεως όπως αφαιρέση απ' αυτού το αξίωμα της στρατηγίας του.
31) Και τις δεν γνωρίζει τας νίκας και τα κατορθώματα του ατρομήτου τούτου της Μάνης ηγεμόνος: Και τις αγνοεί τα ανδραγαθήματα του Πετρόβεη εις Πιάναν εις Βαλτέτσι και αλλαχού της ορεινής και τραχείας Μάνης;
32) Εις πολλάς και ενδόξους μάχας διεκρίθη ο Παναγιώτης Κρεββατάς, ως και εις το Βαλτέτσι και εις Μιστράν μετά των Μαυρομιχαλέων.
33) Ο Γιανούτσος Νοταράς μεγάλως δια την σύνεσιν αυτού φημίζεται αναδειχθείς γενικός επίτροπος της Αρχής και πρόεδρος της εθνικής Συνελεύσεως του 1843.
34) Ο Ανδρέας Μιαούλης Βώκος εγεννήθη εις Ύδραν. Επταετής γενόμενος ήρχιζε να ταξειδεύη με εμπορικά πλοία και εδείκνυε πολλήν προς την ναυτικήν κλίσιν, ήτις περί τη δύσιν της ηλικίας του ανέδειξεν αυτόν μεταξύ των ενδόξων ανδρών της Ελλάδος, ότε εις μίαν νύκτα ναυαρχών έξ πυρπόλων, δηλαδή ουχί αυτός κρατών την δάδα, αλλά διευθύνων τας δάδας του Δημητρίου Τζαπέλη, Αναγνώστου Δαμαμά, Μαρίνου Σπαχή, Γεωργίου Πιπίνου και Αντωνίου Βόκου, επυρπόλησεν εντός της Μεθώνης ολόκληρον στόλον και εξεδικήθη την Σφακτηρίαν, διευκόλυνε την παράδοσιν των Ναυαρίνων, και πολλούς μήνας ανεχαίτισε την επί της Πελοποννήσου του Ιβραήμ-πασσά πρόοδον.
35) Αγνοείται ο χρόνος και ο τόπος της γεννήσεως του Χρήστου Αναγνωσταρά διά του οποίου ενέκρινα να στολίσω, συν τοις άλλοις το ποίημα τούτο.
36) Ως προς τα έργα ουδεμία διαφορά υπάρχει μεταξύ του Μιαούλη και Κανάρη. Διότι ο μεν πρώτος κατώρθωσεν όσα εν τη σημ. 34. είδομεν ο δε δεύτερος ο νέος Κυναίγειρος, Κανάρης ήτο είς των τολμηροτέρων ναυτικών της επαναστάσεως.
37) Τα εν Σαλώνοις και Γουδουνίτζη και Βασιλικοίς δάση και όρη ερώτησον, αναγνώστα ίνα μάθης τα κατορθώματα του τρομερού τούτου γερολέοντος των δύο βουνών της Οίτης, εξ ου και το επώνυμον αυτού έλαβε.
38) Φροσύνη. Η γυνή αύτη ήκμαζε εις το κάλλος κατά το 1800 εν Ιωαννίνοις, όπου βεβαίως ήτο αδύνατον να μείνη άγνωστος τω Αλή- Πασσά. Γαβριήλ ο Γκάγκας θείος της και μητροπολίτης εν Λαρίσση μαθών ότι η τίγρις της Ηπείρου εσκόπει την διαφθοράν αυτής παρθένου εισέτι ούσης, συνέζευξεν αυτήν μετά Δημητρίου τινός πλουσίου εμπόρου. Δύο τέκνα άρρενα ήσαν ο καρπός του γάμου τούτου, ότε ο Δημήτριος χάριν εμπορίου μετέβη εις Βενετίαν. Ο πρεσβύτερος του Αλή υιός Μουκτάρης ιδών κατά τύχην την Ευφροσύνην ετρώθη υπό φλογερού προς αυτήν έρωτος και επεχείρησε διά μυρίων τεχνασμάτων να δελεάση την σωφροσύνην αυτής. Τέλος έντρομα τα Ιωάννινα έμαθον την αισχύνην της Ελληνίδος, ήτις ένεκα του τυφλού προς τον Μουκτάρην έρωτος εγκατέλιπε και τα δύο της τέκνα λιμοκτονούντα εις τας οδούς των Ιωαννίνων. Ο γηραλέος της Ηπείρου λέων μαθών τα γενόμενα, παρέστη αντεραστής του υιού αυτού, τον οποίον και έστειλε προς τον τότε ηγεμονεύοντα Σελίμ προς βοήθειαν κατά τινος αντάρτου Σατράπου Αδριανουπόλεως. Νύκτωρ δε μετά του φίλου του Ταχήρ εισέρχεται εις τον κοιτώνα της Ευφροσύνης, όπου μη δυνάμενος να ελκύση την συμπάθειαν αυτής διά των ικεσιών κατέφυγεν εις την εκβίασιν και διατάττει τους σωματοφύλακάς του να λάβωσιν αυτήν και ετέρας δεκαεπτά γυναίκας Ελληνίδας νεονύμφους και να τας πνίξωσιν εις την λίμνην των Ιωαννίνων. Άπασαι επνίγησαν. Η Ευφροσύνη λιποθυμεί καθ' οδόν και εκπνέει, αλλά και νεκρά εβυθίσθη εις τα ύδατα της λίμνης. Τρικυμίας δε επελθούσης εξεβράσθησαν πολλά των πτωμάτων, εν οις και το της Ευφροσύνης, της και Κυρά Φροσύνης επικαλουμένης, εις την ακτήν, το οποίον υπό των συγγενών και φίλων αυτής ετάφη εις την παρά την λίμνην μονήν των Αναργύρων. Μεταφέρομεν τον αναγνώστην εις τον Αριστ. Βαλαωρίτην και εις το υποσημειούμενον δημώδες άσμα.
Τ' ακούσατε τί γίνηκε 'ς τα Γιάννινα 'ς τη λίμνη, Που πνίξανε τσ' αρχόντισες με την Κυρά Φροσύνη; Άλλη καμμιά δεν τώβαλε το λιαχουρί φουστάνι. Πρώτ' η Φροσύνη τώβαλε κ' εβγήκε 'ς το σεργιάνι. Δεν σ' τώλεγα Φροσύνη μου, κρύψε το δαχτυλίδι, Γιατ' αν το μάθ' ο Αλή-Πασσάς θε να σε φάη το φείδι; Αν ήστε Τούρκοι αφήστε με, χίλια φλωριά σας δίνω. Σύρτε με 'ς το Μουχτάρ πασσά δυο λόγια να του κρίνω. Πασσά μου, πούσαι, πρόβαλε, τρέξε να με γλυτώσης Μέρωσε τον Αλή-Πασσά και δώσε ό,τι να δώσης Εις το βεζύρη τα φλωριά, τα δάκρυα δεν περνάνε. Και 'σένα μ' άλλαις δεκαφτά τα ψάρια θα σας φάνε. Χίλια καντάρια ζάχαρη θα ρίξω μες τη λίμνη Για να γλυκάνη το νερό να πιή η Κυρά Φροσύνη. Φύσα βορριά, πικρέ βορριά, για ν' αγριέψη η λίμνη Να βγάλη ταις αρχόντιτσαις με την Κυρά Φροσύνη.
Άλλοι λέγουσιν ότι ο Αλής έπνιξε την Ευφροσύνην, διότι η νύμφη αυτού και σύζυγος του Μουχτάρη έπεσεν ικέτις εις τους πόδας του πενθερού της παρακαλούσα αυτόν να πνίξη την Ευφροσύνην ίνα μη συχνάζη εις αυτήν ο Μουχτάρης, όστις ένεκα του προς την Ευφροσύνην έρωτος σπανίως έμενεν εν τω χαρεμίω του. Επληροφορήθη δε η χανούμ του Μουχτάρη τον προς την Ευφροσύνην έρωτά του έκ τινος δακτυλίου το οποίον ο Αλής είχε δωρήση τη νύμφη του, ο δε Μουχτάρης αφαιρέσας αυτόν, τον προσέφερε δώρον τη ερωμένη του, ήτις έδωσεν αυτόν είς τινα γραίαν, ίνα το πωλήση. Κατά τύχην δ' αύτη επώλησεν αυτόν εις την σύζυγον του Μουχτάρη, ήτις εγνώρισε το δακτύλιόν της. Πιθανωτέρα όμως φαίνεται η γνώμη του Αρ. Βαλαωρίτου.
39) Μουχτάρ-Πασάς. ο πρεσβύτερος υιός του Αλή των Ιωαννίνων, όστις και εν τη ανωτέρω σημειώσει παρίσταται. Λέγουσιν ότι ο Μουχτάρης επανελθών εκ της εκστρατείας εις ην είχε πέμψει αυτόν ο πατήρ του και μαθών τον θάνατον της Ευφροσύνης του εν τη μανία αυτού ώμωσεν εκδίκησιν κατά του πατρός του. Αλλά τον Αλή δεν κατέπληττον τα τοιαύτα και μετ' ολίγον νέαι ασέλγειαι, νέα κακουργήματα απέσβεσαν εκ της καρδίας του Μουχτάρη την μνήμην της Ευφροσύνης. Ήτο ο Μουχτάρης Πασσάς της Άρτης και του Μαλακασίου, ως και εκ του ακολούθου χειρογράφου, όπερ παρ' εμοί διατελεί, καθίσταται δήλον.
Εδικοί μου Μπαλάνο Πάλη, Θεοχάρη Νικολάου, Νικολό Λουργιώτη και Γιάννη Κώνστα, βλέποντες το Μπουγιουρδί μου να κοιτάξητε την διαφοράν, οπού έχει ο Σπύρος Μπαρτζόκα σερακιώτης με τον Χριστόφορον Γούναρην Αρτινόν, και να μη προχωρίσητε αφιλοπροσώπως κατά το δίκαιον, και να μου το κάμιτε Ηφαντέ με αναφοράν σας· να τους τελειώση μίαν ώραν αρχήτερα εξαποφάσεως.
Ιωάννινα 15 Φεβρουαρίου 1818.
Σημ. Ετήρησα την ορθογραφίαν του πρωτοτύπου.
40) Λέγουσιν ότι ο Αλή-Πασσάς είχε περίφημον Αραβικόν ίππον μελανόν (καράν).
41) Η ωραία αύτη φημιζομένη Βασιλική του Αλή-Πασσά εγεννήθη εν Πλεσιβίτση χωρίω (της Χαονίας) της επαρχίας Φιλιατών. Υποπτευθείσα η Υψηλή Πύλη τω 1800 ότι εντός του ειρημένου χωρίου υπήρχον τα κιβδηλοποιεία, τα καταπληρώσαντα τω καιρώ εκείνω ψευδών νομισμάτων την Τουρκίαν ήρχισε να το επαγρυπνή. Από την διαταγήν ταύτην ωφεληθείς ο Αλής κατέκαυσε μίαν ημέραν το χωρίον αφήρπασε κάθε πολύτιμον σκεύος του και κατέσφαξε πλήθος κατοίκων. Πρώτον θύμα έπεσεν ο πατήρ της Βασιλικής, χριστιανός κατά τινας δε και ιερεύς. Έντρομος η θυγάτηρ, ένδεκα μόνον ετών τότε, ερρίφθη εις τας αγκάλας του πρώτου διαβάτου Τούρκου φωνάζουσα «Βοήθεια! Κύριε! εκλαυθμύριζεν, ο πατήρ μου δεν υπάρχει πλέον υπερασπίσου μας! τίποτε κακόν δεν επράξαμεν προς τον Βεζύρην διά να μας σφάξη ούτως· η μήτηρ μου ομοίως δεν έπραξε κακόν· είμεθα πτωχά παιδιά και παραδιδόμεθα εις χείρας σου· μεσίτευσον προς τον Βεζύρην διά την ζωήν μας, ίσως έχεις και του λόγου σου μητέρα και παιδιά…» Ο γλυκύς τόνος της Βασιλικής η αγγελική καλλονή της το εύκαμπτον ανάστημά της κατεπράυνον τον άγριον λέοντα, όστις την ήκουεν. Ήτο ο ίδιος της Ηπείρου Σατράπης. Έσφιγξε την νεανίδα εις τας αγκάλας του και διέταξε την παύσιν της σφαγής, μετακομίσας αυτήν και την μητέρα της εις Ιωάννινα. Αλλόκοτον πράγμα! πώποτε δεν την εβίασε ν' αλλάξη θρησκείαν· την ανέδειξε δε βασίλισσαν του χαρεμίου· και η περιβόητος Βασιλική, ήτις εδάμασε και εχαλίνωσε διά της ηπιότητος, των αρετών και της θρησκευτικής διαγωγής της τα πάθη του Νέρωνος της Ηπείρου και ελύτρωσεν από του θανάτου τόσας και τόσας κεφαλάς χριστιανών, δεν είνε άλλη ή αύτη. Ήτο μικρά το ανάστημα πλην τελείας αναλογίας· ήτο εξ εκείνων των γυναικών, τας οποίας οι Ευρωπαίοι επονομάζουσιν Αφροδίτας των κόλπων· η όψις του προσώπου αυτής ήτο σιτόχρους και διαυγής ως τον ωχρόν μαργαρίτην, οι οφθαλμοί της μέλανες και κλαδωτοί, αι οφρείς αυτής καμπταί και σβεννόμεναι προς τους κροτάφους. Το δε τελειότερον πάντων επί της μικράς ταύτης γυναικός ήτο η τρυφερά λεπτότης του τε ποδός και της χειρός· της χειρός λέγομεν εκείνης, ής τινος οι ελεφάντινοι δάκτυλοι, ως ψευδείς, εφαίνοντο ότι ήθελον συνθλασθή αν ήγγιζέ τις αυτούς. Λέγουσι δε ότι μετά τον θάνατον του Αλή-Πασσά απεσύρθη εις το υποστατικόν Βονίλα και εκείθεν εις Κωνσταντινούπολιν. Ο κ. Walsh, όστις την εγνώρισε την ονομάζει ωραίαν και κομψήν τω όντι γυναίκα, ήτις μετεχειρίσθη όλην την επί του Αλή επιρροήν της πάντοτε εις αγαθοεργίας. Ήτο, προσθέτει, αποσυρμένη εις την μοναξίαν της κατοικίας της και ποτέ δεν εξήρχετο, πάμπτωχος δε εις τοιούτον βαθμόν, ώστε ο πατριάρχης ήνοιξε κατάλογον συνδρομών, ίνα τη προμηθεύση τα προς το ζην· ο ίδιος συγγραφεύς προσθέτει ότι την 23 Φεβρουαρίου 1822 έφθασε και η κεφαλή του Αλή-Πασσά εις Κωνσταντινούπολιν εντός κιβωτίου.
42) Περί της ωραίας ταύτης Βλαχόπαιδος δημοσιεύω όσα εκ της χρονογραφίας του κ. Αραβαντινού εφιλοπόνησα. Ότε κατά το έτος 1816 ο Αλή-Πασσάς διέβαινεν εξ Άρτης εις Ιωάννινα, ιδών πλησίον του Καρβασαρά την ωραίαν Δέσπω, θυγατέρα του περιβοήτου αρματωλού Λιακάτα (κατ' άλλους Λιακατά) και τρωθείς εξ έρωτος, ήρπασεν αυτήν και ενέκλεισιν εις τον γυναικωνίτην του. Αλλά τοιαύτη υπήρξεν η φρίκη της ωραίας νεάνιδος και τοσαύτη η σεμνότης της, ώστε πριν ή μολυνθή υπό του άρπαγος, την δεκάτην ημέραν της αρπαγής της, απεβίωσε. Τοσούτον δ' έρωτα προς αυτήν έσχεν ο τύραννος, ώστε και μετά την αποβίωσίν της, διετήρησεν εξιδιασμένην εύνοιαν προς τους συγγενείς της.
Ιδού και το δημώδες περί αυτής άσμα:
Μέσα 'ς το κάστρο, 'ς τα ψηλά σεράγια του Βεζύρη. Οπούχε χίλιαις πέρδικες κλεισμέναις κ' ελαλούσαν Ήφεραν και μια πέρδικα, πέρδικα πλουμμισμένη. Οπού την εκυνήγησαν 'ς ταις στάναις του Λιακάτα Κι' όλαις αι πέρδικες λαλούν, κ' εκείνη δε λαλούσε. — Δέσπω, γιατί δε μας μιλάς, γιατί είσαι κακιωμένη; Έμπα και στρώσε τον οντά, άλλαξε τα στρωσίδια. Νάρθω κ' εγώ και να σε ιδώ, και να σε κουβεντιάσω. — Εγώ Πασσά μ' δεν κάκιωσα, εγώ, Πασσά μ' δεν ξέρω Πώς στρώνονται τα στρώμματα, πώς βάνουν τα στρωσίδια. Γιατ' είμαι τσιούπρ' απ' τα μανδριά και μόν' και μόν' γνωρίζω, Να βόσκω αρνιά και πρόβατα, το γάλα τους να αρμέγω. Να πλέχω χοντροτσούρεπα, να φκιάνω και γιαγούρτι.
ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ
Η ΚΟΛΑΣΙΣ
Κυτάζω τον κατήφορο. Βαθειά, βαθειά 'ςτόν πάτο Της γης, μέσα 'στά Τάρταρα Απλόνονται αντάρα. Κι' όλο μαυρίλα 'φαίνονταν, Τι φρίκη! . . . Τι τρομάρα! . . . Και μια βοή — 'σάν ποταμιού — Ακούω εκεί κάτω.
Θόρυβος μέγας γίνονταν, Και ταραχή μεγάλη. Ακούω μαύρους στεναγμούς, Ακούω μοιρολόγια. Ακούω και κλαψήματα, Και λόγια, πόνου λόγια. Κι' ανατριχίλα μ' έπιασε! Και μ' έπιασε μια ζάλη!
Κυτάζω· 'σάν τα Τάρταρα Ήταν βαθειά. Και όμως Μια 'πιθυμία μ' έλαβε, Να πάω να κυτάξω Τι είναι. Πώς να καταβώ; . . . Θα πέσω . . . Να πετάξω; . . . Κομμάτια ήθελα γενώ 'Στόν πάτο . . Ω! τι τρόμος! . . .
Και ήθελα να κατεβώ, Και ήθελα να φύγω. Ο φόβος μου μ' εκράταε. Με σπρώχν' η 'πιθυμία. Και τέλος κάμνω απόφασι, Κάμνω δοκιμασία Να καταβώ· παρεμπρός Προυχώρησα ολίγο.
Εκεί που βράχος μελανός Κατέβαινε ως κάτου, Ένα σκαλίδι κύταξα Παρέκει· κατεβαίνω Σε μονοπάτι. Τρίβολα, Πέτραις, κρημνούς διαβαίνω. Γλυστράω, πέφτω και βαρώ 'Σ τους βράχους, 'στά πλευρά του.
Κατέβαινα και μ' έλιπεν Ένας ολίγος δρόμος, Κ' εκεί ακούω μια φωνή Διαβολική να σκούζη, 'Σα μέγ' αγριογούρουνο 'Σ τους λόγκους του να γρούζη. Κρυά τρεμούλα μ' έπιασε Μια φρίκη, ένας τρόμος.
Για να γυρίσω 'θέλησα. Ήμουν προχωρημένος. Έκαμα τέλος 'πόφασι, Να καταβώ ακόμα. Κατέβηκα· και Δαίμονα Βλέπω, από το στόμα Να βγάζη φλόγαις. Έμεινα Αχνός, δειλός, σκιαγμένος.
Τον σκιάζομαι! Τον σκιάζομαι! Σκιάζομαι μη με κάψη Μ' εκείν' τη φλόγα πώβγαζεν Απ' το βαθύ του στόμα. Τον σκιάζομαι! Το πρόσωπό Μου άλλαξε το χρώμα, Και την καρδιά μου άρχισεν Ο φόβος να την βάψη.
Εκείνος φεύγει. Προχωρώ Μέσα σε λόγκο μαύρο, 'Σάν το βαθύ το σύγνεφο Ν' αστράψη 'τοιμασμένο. Φωναίς, σαν βουβουνίσματα. Ακούω, και προσμένω Την αστραπή. Και γλίγωρα Φεύγω τον πάτο ναύρω.
Ο λόγκος δεν τελείωνε. 'Σ τη μέση του ποτάμι Νερά με φλόγες κύλαε, Με μια βοή μεγάλη, Και τα νερά 'σάν αίματα Κόκκινα ήταν. Πάλι Εκεί τρομάρα μ' έπιασε, Κ' έτρεμα 'σάν καλάμι.
Ήταν πλατύ. Αντίπερα Να πάω, να περάσω Δεν 'πόρεγ' αν δεν έμπαινα 'Πό μέσα του. Και 'μπαίνω. Και 'μπαίνω ως τα γόνατα. 'Σ την άκρη πέρα 'βγαίνω, Κ' εκεί είδα άλλον δαίμονα Μαύρον ωσάν το ράσο.
Εκείνος μ' είδε· φώναξε, Τι θέλω, τι ζητάω· Κ' εγώ τον απεκρίθηκα: « Αδέλφι μου, δεν 'ξέρω » Εδώ κ' εγώ πού 'βρίσκομαι·» Μούπε: «Σ' αυτό το μέρο » Δεν 'ξέρεις πως τ' Αλή-Πασσά (1)· » Τη φυλακή φυλάω;…»
« — Τ' Αλή πασσά!.. — «'Σ τη 'θύμησι Μόνον τ' ονόματός του Το μέτωπο μου ίδρωτας Με μιας 'σκέπασε κρύος. « Τις είσαι;» Τον ηρώτησα. » Και 'ς τ' όνομά σου ποίος;» » Του Εωσφόρου(2), φώναξε, » Είμαι ο πρώτος υιός του.»
Και τον επαρακάλεσα, Να πάω να μ' αφίση. 'Σ τ' Αλή-Πασσά τη φυλακή· Μ' αφίνει, και πηγαίνω, Πριν φθάσω 'ς τον Αλή-Πασσά Θύραις εφτά διαβαίνω, Και 'ς την εβδόμη 'στάθηκα Ν' ακούσω του την κρίσι (3).
'Ψηλά, ψηλά καθόντανε Τρεις Δαίμονες μεγάλοι. 'Μπροστά τους ο Αλή-Πασσάς Κ' η Χάμκω (4) του κοντά του, Και 'πίσω η γυναίκα (5) του, Τα δυο του τα παιδιά (6) του, Κι' από τα παλληκάρια του Μια συντροφιά μεγάλη.
Ιουσούφ Αράπης(7), ο μπαμπάς. Τ' Αλή-Πασσά, ο Ταχήρης(8). Κι' ο Βελή Γκέκας(9), το σκυλί. Του λέγουν οι Δαιμόνοι: « Αλή-Πασσά! τι έκαμες »'Σ τον κόσμο; Πόσοι φόνοι » Εγίνηκαν 'ς το βίο σου; …» Και λέγει ο Βεζύρης:
« Πρώτα και πρώτα 'σκότωσα » Την Εμηνέ, αφέντες, » Την Εμινέ, την πρώτη μου » Γυναίκ'· αυτό το χέρι » Μες 'ς τα χιονάτα στήθια της » Έμπηξε το μαχαίρι. » Κ' ύστερα τόσην κλεφτουριά, » Τόσους πολλούς λεβέντες.» « Τους Γαρδικιώταις (10) έσφαξα, » Ρήμωσα το Γαρδίκι, » Της Χάμκως της μανούλας μου » Το λόγο για ν' ακούσω. » Κατώρθωσα τη Ρούμελη(11), «'Σ το δάκρυ να τη λούσω. » Το Σούλι (12)· τώφκιασα ερμιά. » Να βόσκουνε οι λύκοι.
« Του Δράκου Γρίβα βλέπω 'μπρός » Τ' ωχρόλευκο κεφάλι· » Με καταριέται το ψυχρό » Ακόμα με τα χείλη. » Το Βελή Γκέγκα έστειλα » Μες 'ς τον Άι-Βασίλι (13)· » Κ' έσφαξε τόσους χριστιανούς » Με τη σκληρή του πάλη.»
« Τα δένδρα 'πό την Ήπειρο » Ακόμα μ' ενθυμούνται » Τάπειανα, και ξηραίνονταν «'Σ τα χέρια μου τα φύλλα, » Γιατ' ήταν από αίματα » Βαμμένα. Μια μαυρίλα » Ήμουν του κόσμου. Τα βουνά, » Κι' αυτά με καταριούνται.»
« Γιατί, γιατί τα γύμνωσα » Από τους λεβεντάδες, » Τους κλέφταις(14) τους, τους τρομερούς » Έπνιξα τη Φροσύνη, » Μαζή με άλλαις δεκαφτά «'Σ τα Γιάννινα 'ς τη λίμνη. » Εγώ, εγώ και ο Ταχήρ » Είμαστε οι φονειάδες.»
« Ποιος 'χάλασε το Χόρμοβο (15); » Της Δέσπως του Λιακάτα » Ποιος άλλος της εζήλεψε » Την ωμορφιά τη τόση; » Την 'πήρα 'ς το χαρέμι μου » Κι' απέθανε. Και πόσοι, » Και πόσοι άλλοι 'πέθαναν «'Σ του βίου μου τη στράτα;!»
« Όπου αυτά τα πόδια μου » Πατούσανε, ο τόπος, » Ο τόπος 'πό το φόβο του » Εσειόνταν. Τα λιθάρια » Που πάταγαν, αφέντιδες, » Αυτά μου τα ποδάρια » Ραγίζονταν, σκορπιόντανε, » Και τάπιανεν ο κόπος.»
« Συρέτε να ρωτήσητε » Τον Πίνδο με τα χιόνια. » Αν είδεν από μένανε » Αγριώτερο λοντάρι(16). » Απέθανα· και φύτρωσε «'Στήν Ήπειρο χορτάρι » Όλο δροσούλα και ζωή. » Ήλθαν τα χελιδόνια.»
« Ενόσω ζούσα 'πλάκωνε » Την Ήπειρο σκοτάδι, » Τον ουρανό της 'σκέπαζε » Σύγνεφο θολωμένο, » Και το φεγγάρι πρόβαλλε » Τη νύχτα 'ματωμένο, » Χειμώνας μαύρος ήμουνα, » Ήμουνα μαύρο βράδυ.»
« Απέθανα κ' ήλιος λαμπρός «'Στήν Ήπειρο προβαίνει, «'Σκορπίσθηκε το σύγνεφο, » Ελάμψανε τ' αθέρια, » Και το φεγγάρι 'πρόβαλε » Γελούμενο, τ' αστέρια » Εβγήκαν, άμα 'πώθανεν » Ο υιός του Τεπελένι.»
« Μ' εφύλαγαν 'ς το κάστρο τους » Τα Γιάννινα, τα μαύρα, » Κ' εγώ 'σάν τίγρις έτρωγα » Τα τέκνα, τα παιδιά της. » Ακόμα σκούζ' η Αρβανιτιά » Την τόση την ερμιά της. » Όπου το χέρι άπλωνα, » Άναφτε φλόγα, λαύρα.»
« Απέθανα. Τρων ήσυχα » Τα Γιάννινα το δείπνο. » Η μάνα χαίρει το παιδί, » Γιατί δε θα το χάση. » Μες 'ςτο κρεββάτι σφίγγονται » Τα νιόνυφα. Η πλάσι » Εύρε την ησυχία της, » Εύρε τον γλυκόν ύπνο.»
« Ενόσω 'ζούσα, ποιος γονιός » Έχαιρε τα παιδιά του; » Από ποιο σπήτι μπόρεγε » Ν' ακούεται τραγούδι; » Ποιόν είδα και δε 'μάρανα; » Και το μικρό λουλούδι! » Ποιος νειός είδε 'ς την αγκαλιά » Την αγαπητικιά του;»
« Κ' οι Τούρκοι αυτοί με σκιάζονται, » Κι' αυτοί οι συγγενείς μου. » Ρωτάτε τα παιδάκια μου, » Ρωτάτε το Μουχτάρη, » Και το Βελή ποιος τάφαγε! » Μ' ελέγανε λιοντάρι » Όλοι μου η Αρβανητιά, » Κι' αυτ' οι καταστροφείς μου!»
« Σουλτάν Μαχμούτ με διέταξε, » — Φορμή κ' εγώ ζητούσα — , «'Σ της Πλησιβίτσας το χωριό, » Τ' άστατο να προσέχω. » Κ' εγώ που τίγριδος καρδιά » Κ' εδώ ακόμα έχω » Το ερημόνω. Η Βασιλική » Εκεί μ' ήλθε θρηνούσα.»
« Έπεσε μες 'ς τα πόδια μου. » — Αφέντη μου! μου λέγει, » Λυπήσου! τον πατέρα μου » Μπροστά μου, μες 'ς τα 'μάτια » Εσφάξανε οι Τούρκοι σου, » Τον έκαμαν κομμάτια — . » Μ' ωμίλαε κ' η δύστυχη » Δεν έπαυσε να κλαίγη.»
« Την 'πήρα 'ς το χαρέμι μου. » Και πρώτη τήνε 'φκιάνω » Την είχα 'σάν κορίτσι μου, » Την είχα 'σάν παιδί μου. » Μ' εφίλει· μου 'μαλάκωνε » Την άγρια ψυχή μου » Μου 'φαίνονταν 'σάν άγγελος «'Πό τον θεό, 'πό πάνω.»
« Πόσους ανθρώπους 'γλύτωσε » Μ' ένα γλυκό της λόγο; » Πόσους ανθρώπους 'γλύτωσε «'Πό την σκληρή κρεμάλα; » Μ ένα της λόγο ρωτικό » Πόσα κακά μεγάλα » Επρόφτανε; και μ' έκαμνε » Το βίο μου να τρώγω!»
» Απέθανα· κ' εγλύτωσεν » Από εμέ κ' εκείνη. » Απέθανε· Καλογραιά » Επήγε 'ς τη Βονίλα(17). «'Σ την εκκλησιά κ' ενδύθηκε » Σε μαύρα ράσου φύλλα. » Από την λίμνη 'γλύτωσε 'Σάν την Κυρά Φροσύνη.»
« — Άλλο τίποτ', Αλή-Πασσά, «'Σ τον κόσμο τ' έχεις κάμει; — » — Ω, το χειρότερο κακό » Μου ήταν η ασεβεία. » Τούρκαλος ήμουν και καμμιά » Δεν 'πίστευσα θρησκεία, » Ούτε Ραβίνο, ούτε Παππά, » Ούτε και τον Ιμάμη.»
« Ούτε Μωάμεθ, και Χριστό, » Ούτε Μωσή. Εγώ μόνο » Ενόμιζα ότι ήμουνα « Θεός του κόσμου όλου. » Ποτέ δεν 'πήγα σ' εκκλησιά » Και 'ς το τζαμί καθόλου » Δεν επροσκύνησα παρά «'Σ τον κόρο και 'ς το φόνο.»
« Ποιος άλλος απετόλμησε » Να 'βρίση το Θεό του (18); » Ποιος άλλος την θρησκεία του, » Την πίστιν του να ρίξη «'Σ τους σκύλους. Και 'ς τα φονικά, «'Σ τα αίματα να πνίξη, » Να πνίξη, τη λατρεία του » Προς τον ανώτερό του.»
« Επίστευα ότι Θεός » Ήμουνα της Ηπείρου, » Και ο Χριστός 'ς τα Γιάννινα. «'Σ τον κόσμο άλλος Μεσσίας » Ότι η Χάμκω τη 'μορφή » Πήρε της Παναγίας, » Και ότι δεν θ' απέθνησκα, » Θα ζω μέχρις απείρου.»
« Πλην τώρα, τώρα πίστεψα, » Ότι ένας υπάρχει, » Και θα υπάρχη. Ένας Θεός. » Του κόσμου, Παντοκράτωρ, » Ύψιστος, Παντοδύναμος » Άγιος Πανδαμάτωρ » Ότι αυτός θα διοική » Τον κόσμο και θα άρχη!»
« Κι' αμέσως ο πανάθλιος » Με δακρυσμένο 'μάτι » Εσήκωσε τα χέρια του «'Σ τον ουρανό και λέγει: » Θεέ! … Μεγαλοδύναμε! … » Ποιος άνθρωπος δεν φταίγει; » Να με σχωρέσης, ένανε » Φρικτό σου 'παναστάτη.»
« Το ξεύρω ότι Σ' έβρισα » Και ότι τ' όνομά Σου. » Πανάγιε, το 'πάτησα » Μετανοιωμένος τώρα «'Βρίσκομ' εδώ 'ς την Κόλασι. » Την άχαρη τη χώρα. » Συχώρησέ με!. . . Έσπλαχνος «'Σ τα κλαϋματά μου στάσου!»
« Και Σε και τη Μητέρα Σου, « Και Σε και τον Υιό Σου » Σας έβρισα, Σας έκαμα » Μηδαμινούς 'μπροστά μου. » Τώρα σ' αυτή την Κόλασι, » Και 'ς τα μαρτύριά μου » Το μετανοιόνω· Λάτρης Σου » Γένομαι ο εχθρός Σου!»
« Ελέησόν με, Κύριε! … » Άλλο δεν είχε κρίνει, Κι' ακούετ' ένα βρονταριό, 'Φάνηκε μια μαυρίλα, Κ' ύστερα φλόγ' ανάλαμψε. Τι κρύα ανατριχίλα!… Κι' ακούσθηκε: «&Αλή-Πασσά!.. » Καλά παθαίνεις! ..» Σβύννει.&
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ Γ' ΑΣΜΑΤΟΣ
1) Αλή-Πασάς ο περιβόητος ούτος της Ηπείρου Σατράπης εγεννήθη εις το ευτελές και πτωχόν χωρίον Τεπελένι της Ηπείρου. Τα νεανικά αυτού έτη διήλθεν εις την ποιμενικήν ζωήν επί των ορέων της πατρίδος του.
2) Εωσφόρον αποκαλούσι τον αρχηγόν και πρώτον των Δαιμόνων.
3) Ενταύθα ο Αλή-Πασσάς παρίσταται διηγούμενος τα επί του βίου του κακουργήματα και βιοπραγίας του και τυπτόμενος υπό της συνειδήσεώς του μετανοεί και πίπτει εις την ευσπλαγχνίαν και το έλεος του Θεού.
4) Χάμκω η μήτηρ του Αλή-Πασσά.
5) Η Εμινέ την οποίαν έν τινι παραφορά αυτού εφόνευσεν ιδίαις χερσίν
6) Ο Μουκτάρης και ο Βελής.
7) Ισούφ-Αράπης ο σκληρότερος και απανθρωπότερος πάντων των οπλαρχηγών του τυράννου. Ούτος είχεν υπηρετήσει εις τον πατέρα του Βεζύρου και παρακολουθήσας τρόπον τινα την τύχην του Αλή, είχεν αποκτήση επί του πνεύματος αυτού μεγάλην επιρροήν. Ο Αλής προσηγόρευεν αυτόν διά του χαριστικού «μπαμπά» και εσέβετο ως πατέρα.
8) Ο μέγας αστυνόμος του Αλή, ο αναδεχόμενος την εκτέλεσιν των φόνων των κρυπτών, ο δεσμοφύλαξ, ο φίλος, ο σύμβουλος.
9) Αλβανός όστις υπό την υπηρεσίαν του Αλή απέκτησε φήμην μεγάλην διώκων τους κλέπτας. Ήτο τολμηρότατος, αιμοχαρής και άκαμπτος, Τούτον εφόνευσεν ο Κατσαντώνης, εις την παρά την Κρύαν Βρύσιν συμπλοκήν.
10) Ότε κατά το έτος 1746 επετέθη κατά των Γαρδικιωτών, αίφνης συνελήφθη αιχμάλωτος η Χάμκω, η τρομερά εκείνη Εριννύς, μετά την πυρπόλησιν της εν Τεπελενίω οικίας του Ισλάμ βέη, θείου του Αλή, και την κατασφαγήν αυτού, υπό τινος Χορμοβίτου Τσαούση Πρίφτη, και παραδοθείσα εις τους Γαρδικιώτας έπαθε δεινήν τινα ύβριν ης δεν ίσχυσε ζώσα να λάβη την δέουσαν ικανοποίησιν. Εξήκοντα περίπου έτη είχον παρέλθη από της ημέρας εκείνης μέχρι της ώρας καθ' ην ο Αλής βοών &βρας& (πυρ) εξεφώνει το βιαιφόνον της σφαγής σύνθημα. Και όμως, αν οι γονείς ήμαρτον, επέπρωτο να δώσωσι δίκας τ' αθώα τέκνα, διότι και κατ' αυτήν την στιγμήν καθ' ην η έχιδνα παρέδιδε το μεμολυσμένον αυτής πνεύμα, άφινε κληρονομίαν τω Αλή την κατασφαγήν και την κατερήμωσιν του Γαρδικίου. Ο δε Αλής μέχρι τέλους της ζωής αυτού διετήρει θρησκευτικόν σέβας προς την Χάμκων, λέγων ότι προς αυτήν ήτο οφειλέτης του τοσούτου μεγαλείου και της δόξης του.
11) Τας διαφόρους της Στερεάς Ελλάδος κατερημώσεις ευρήσει ο αναγνώστης εν τη χρονογραφία του κυρ. Π. Αραβαντινού. Ταύτας εθεώρησα χάριν της συντομίας περιττόν να σημειώσω ενταύθα.
12) Επί των τραχέων κορυφών του Τομάρου (Ολίτζικας) εντός αγρίων δρυμώνων κείται η Λάκκα άθροισμα πολλών χωρίων, ων πρωτεύει το Σούλι ή Κακοσούλι, εξ ου ανεβλάστησαν τοσούτοι ένδοξοι ήρωες των χρόνων της επαναστάσεως. Δεν είχεν εισέτι εξέλθη η φλοξ της επαναστάσεως ότε ο Βεζύρης των Ιωαννίνων έστρεψε την οργήν του κατά του Σουλίου, του οποίου τον στρατόν απετέλουν ολίγοι, αλλ' ανδρείοι στρατιώται. Τα πολεμεφόδια τότε τοις έλλειψαν, ύδωρ δεν είχον, τροφάς δεν είχον· ιδού θέσις της εσχάτης απελπισίας. Απεφάσισαν αι γυναίκες εξήκοντα τον αριθμόν, αι μη δυνάμεναι να εξακολουθήσωσι πλέον την οδοιπορίαν να ριφθώσιν κάτω των βράχων και να φονευθώσι κάλλιον ή να πέσωσι εις τους οδόντας των αιμοχαρών λύκων, οίτινες τας εδίωκον· οποία σκηνή!! εκ του ποδός εσφενδόνιζον πρώτον αι δυστυχείς μητέρες τα βρέφη των κάτω εις τα βάραθρα· εκρατήθησαν έπειτα εκ των χειρών, έπλεξαν με ακανθίνους στεφάνους τας κεφαλάς των και ορχούμεναι μία κατόπιν της άλλης εκρημνίζοντο. Ακολούθως οι Τούρκοι έστρεψαν τα όπλα προς το χωρίον Ρινιάσαν, την παλαιάν Ελάτειαν, επτά ώρας μακράν του Σουλίου και πλησίον της θαλάσσης, εις την οποίαν εγνώριζον ότι κατώκουν είκοσι περίπου Σουλιωτικαί οικογένειαι. Δυστυχία ανέλπιστος! Εκεί δεν ήσαν ειμή αι γυναίκες μόνον και τα τέκνα των· οι άνδρες έλειπον όλοι εις τον πόλεμον, ήρχισαν οι δήμιοι ενώπιον των αόπλων τούτων πλασμάτων να παίζωσι την ρομφαία των. Ο θρήνος ήτο σπαραξικάρδιος, τον παραλείπω, και τελειόνω με την ηρωικήν πράξιν της περιφήμου Δέσπως. Κατώκει αύτη εις τον πύργον της, του Δαμουλά λεγόμενον, και ήτο χήρα του Γεωργίου Μπότση· ήτο γυνή πεντήκοντα πέντε ετών, ηλιοκαυμένη και νευρώδης, ως κλέφτης των Αγράφων· είχε δύο θυγατέρας, την Τασσώ τεσσαράκοντα ετών και την Κίτσαν τριάκοντα πέντε, αίτινες είχον υιούς και θυγατέρας εγγάμους. Ιδούσα την απροσδόκητον σφαγήν, συνήθροισε την οικογένειάν της, και εκ των παραθύρων του πύργου εκράτησε διά πολλήν ώραν τον πόλεμον· συν τούτοις εφόνευσεν αρκετούς, και, ότε δεν υπήρχε πλέον ελπίς σωτήριος, έλαβεν έν κιβώτιον φυσεκίων, διέταξεν όλους να το πλησιάσωσι, και με μίαν δάδα ενεταφιάσθησαν εις τον κρότον και τον καπνόν. Τούτο δεικνύει και το ακόλουθον δημώδες άσμα.
Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι; Ουδέ σε γάμω ρίχνουνται, ουδέ σε χαροκόπι. Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφαις και μ' αγγόνια. Αρβανιτιά την πλάκωσε 'ς του Δαμουλά το πύργο « — Γιώργαινα ρίξε τάρματα· δεν είν' εδώ το Σούλι. » Εδώ είσαι σκλάβα του Πασσά, σκλάβα των Αρβανίτων. » — Το Σούλι κιαν προσκύνησε κι' αν τούρκεψεν η Κιάφα » Η Δέσπω δεν το έκανε, η Δέσπω δεν το κάνει. » Δαβλί 'ς το χέρι άρπαξε κόραις και νύμφαις κράζει. « — Σκλάβαις Τουρκών μη γίνωμε' παιδιάμ' αγκαλιαστήτε» Χίλια φυσέκια ήταν εκεί· αυτή φωτιά τους βάνει, Και τα φουσέκια ανάψανε κι' όλαις φωτιά γενήκαν.