Κ. Κ Ρ Υ Σ Τ A Λ Λ Η (continued 2)
Reading edition
13) Τούτο συνέβη κατά την νύκτα του Πάσχα του έτους 1798. Όρθρου βαθέος, απεβιβάσθησαν οι φονείς εις την Χαονίαν και ετράπησαν προς το ερημοκλήσιον του Αγίου Βασιλείου, εν ω πάντες οι πιστοί ανυπόπτως εώρταζον την ανάστασιν του λυτρωτού. Διό και ξιφήρεις οι Αλβανοί, εις αόπλους και προσευχομένους εμπεσόντες, διέφθειραν άπαντας από νηπίου μέχρι γέροντος.
14) Μετά την απόπειραν της επαναστάσεως του 1770 ο ζυγός επανήλθεν έτι βαρύτερος· τότε τα υψηλά όρη εκαλύφθησαν από την νεολαίαν όλην. Ούτοι ονομάζονται Κ λ έ φ τ α ι. Το επάγγελμα των κλεφτών εσχημάτισεν ίδιον είδος ανεξαρτησίας. Εις τους κλέφτας τούτους πρέπει ν' αποδώσωμεν και την απόπειραν της επιτυχούς του 1821 επαναστάσεως.
15) Εις την ιδίαν των Γαρδικιωτών τιμωρίαν κατετάχθησαν και οι Χορμοβίται, οίτινες ηνάγκασαν τον αδάμαστον λέοντα της Ηπείρου να εγκαταλείψη το Τεπελένιον, την Ππελιούσκα, την Λιαπουρίαν και την Τοτσκαρίαν.
16) (Λεοντάρι) Ασλάνι. Έχαιρεν ο τύραννος ακούων επαναλαμβανομένην υπό των εχθρών και φίλων αυτού την πολύκροτον εκείνην προσηγορίαν, δι' ης εξισούτο προς τον βασιλέα των θηρίων.
17) Ημίσειαν ώραν έξωθεν των Ιωαννίνων επί της εις Άρταν αμαξιτής κείται το υποστατικόν Βονίλα εν ώ και ναός του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού. Εκεί λέγουσιν ότι απεσύρθη η Βασιλική μετά τον θάνατον του Αλή-Πασσά.
18) Περί τούτου παραπέμπομεν τον αναγνώστην εις τα Ποιήματα του Αρ. Βαλαωρίτου.
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ «Λυκαυγές είναι η νεότης. »Και ο Έρως την χρυσώνη. »Αλλ' εξαίφνης 'ξημερώνει »Και ο άνθρωπος δεν ζη.» Γ. ΠΑΡΑΣΧΟΣ
ΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Νυξ είναι. Βρέχει. Παγερός Βορράς μυκάται πέραν. Μελάγχολος υπέρ ποτε, Μολύβδου βαρυτέραν, Εστήριξα την κεφαλήν Εις χείρα νωχελή.
Τον ασθενή μου κάλαμον Εις την μεμβράνην πάλλω, Και αναμνήσεις παιδικάς Προτίθεμαι να ψάλω. Κελάδησον τα έπη μου, Ω Μούσα! ευμελή.
Αλλοίμονον! Ως ο βορράς Εκ' εις τα δένδρα πνέει, Ως το νερόν του ρύακος Χόρτων εν μέσω ρέει, Και ο χρόνος τανυσίπτερος Και φθίνει και περά.
Και ως η ναυς, η πλέουσα, Υδραύλακας αφίνει Ούτως ο χρόνος προχωρεί, Αφίνων, ως εκείνη, Τας αναμνήσεις ίχνη του Μυθώδη, ζοφερά.
Ήτο Αυγή· και έλαμπον Του έαρος τα κάλλη. Αστέρες, άλλοι έσβεννον, Κ' εφεγγοβόλουν άλλοι. Και, ως σαπφείρινος στοά, Η στέγη τ' ουρανού
Διέλαμπε, το δώμα της Νέφος ουδέν σκιάζον, Μόνον το φως του λυκαυγούς Εφαίνετο λευκάζον, Και υπ' αυτό ελεύκαζε Κ' η άκρα του βουνού.
Εκ των ανθέων, πανταχού, Ανέβαιν' ευωδία. Τα κελαδήματα πτηνών — Η θεία υμνωδία — Ηκούοντο, κ' η πρωινή Η αύρα δροσερά
Έπαιζε, ψιθυρίζουσα Εις τα πλατέα φύλλα Των πλαταμώνων, κ' υπ' αυτά Κρυμμέν' η Φιλομήλα, Έψαλλε, κελαδήματα Τονίζουσ' αλγηρά.
Ρύαξ, γοργός, κατέβαινεν Από κρημνώδους βράχου, Μετά μεγάλου φλοισβισμού, Ροής πολυταράχου, Και κάτω, κάτω έπιπτε Με μέγαν πλαταγμόν.
Πέραν δ' αυτού, εις φύλλωμα Μηλέας κυρτοκλάδου, Οι λιγυροί ηκούοντο Λυγμοί καλλικελάδου Τρυγόνος, ήτις έχυνε Ρεμβώδη στεναγμόν.
Μακράν που, τάπης, χλοερός Ως σμάραγδος ηπλούτο. Εκεί, όπου τ' ολόγυμνον, Βουνόν εταπεινούτο, Και όπου βράχοι μέγιστοι Υψούντο γηραιοί.
Εκεί, των βράχων μεταξύ Καλύβη αχυρίνη Εφαίνετο, και παρ' αυτήν Εφλοίσβει ψυχρά κρήνη. Την κρήνην πέριξ σταύλοι τρεις Εκύκλουν αραιοί.
Μάνδρα των σταύλων κάτωθεν Εκτείνετο ευρεία. Εντός αυτής εβέλαζον Μικρά, λευκά, αρνία. Πλησίον των μητέρων των. Και προς το χλοερόν.
Εξήρχοντ' οροπέδιον. Ενώ εις τον αιθέρα Γλυκείας έχυνε φωνάς Ποιμένος η φλογέρα. Κ' είς άλλος πέραν, Έψαλλε· το δ' άσμα θλιβερόν.
Εγώ, παρά τον ρύακα. Μετά του Βασιλείου Καθήμεν' υπό την σκιάν Πτελέας παχυσκίου, Των νεαρών μας καρδιών Ηνοίγομεν ρεμβοί
Τας θύρας· περί παιδικών Συνωμιλούμεν χρόνων, Ενώ η όψις της Αυγής, Άνωθεν των δρυμώνων, Της πανσελήνου ήρχιζε Το φέγγος να θαμβοί.
Μοι διηγείτο μυστικώς Τον τότε έρωτά του Μετά νεάνιδος ξανθής. Ωραίας παραστάτου· Και εξεθείαζεν αυτής Τα κάλλη τα αβρά.
Προς άγγελον ουράνιον Αυτήν παρομοιάζων. Κ' ενίοτε, ενίοτε Βαρύαλγος στενάζων, Αντήχει εις τ' απόκρημνα Του ρύακος πλευρά.
Εξαίφνης τότε, πόρρωθεν, Φωνής ηκούσθη ήχος Οξύς, κ' εκ στήθους φλογερού Εξήρχετο ο στίχος: « — Είναι σκληρά, ως σίδηρος, » Της νέας η καρδιά! — »
Κ' εφάνη προσερχόμενος Ρέμβος τις νεανίας, Μέλος και ούτος της τριπλής Εκείνης μας φιλίας. Είναι η φωνή του Περικλή, Εκείνου η λαλιά.
Έψαλλεν ο ταλαίπωρος, Κ' εμέμφετο βαρέως, Νεάνιδα αναίσθητον Κ' εστέναζε βαθέως, Με δακρυσμένον, θολερόν, Ρεμβώδη οφθαλμόν.
Συνωφρυώθη αιφνηδόν Το γαύρον μέτωπόν του, Έπαυσε ψάλλων. Έγεινεν Ωχρόν το πρόσωπόν του, Κ' εκτύπα η καρδία του Τον έσχατον παλμόν.
Αλλοίμονον! Ως ο βορράς Εκ' εις τα δένδρα πνέει, Ως το νερόν του ρύακος Χόρτων εν μέσω ρέει, Και ο Χρόνος τανυσίπτερος Και φθίνει, και περά.
Και, ως η ναυς, η πλέουσα, Υδραύλακας αφίνει, Ούτως ο Χρόνος προχωρεί Αφίνων, ως εκείνη, Τας αναμνήσεις ίχνη του Μυθώδη, ζοφερά.
Υπέρ ποτε ωμίλησα, Λίαν εκτεταμένως, Και σας ζητώ, ω φίλοι μου, Συγγνώμην επομένως· Α!…είναι ακατάσχετος Των πόνων η ορμή!…
Είναι έν φάσμα νύκτιον. Είναι υπνοβασία. Όνειρον είναι η τρυφερά Των νέων φαντασία! Των ηδονών αντίληψις Είναι σφοδρά, θερμή!…
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ
ΛΥΡΙΚΟΝ « Όταν το σώμα καθεύδη. » Ο νους εγρηγόρει…» (Ιπποκράτης)
ΑΦΙΕΡΟΥΤΑI ΤΑΙΣ ΝΕΑΝΙΣΙΝ
Εις σας! νεάνιδες, εις σας! ω τρυφεραί παρθένοι, Αφιερώ το έργον μου αυτό, το Ποίημά μου. Δέξασθε, ω ωραίαι μου, αυτό· και τ' όνομά μου, Πάντοτε ανεξάλειπτον 'ς το στόμα σας ας μείνη!. . . Κ. Δ ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΗΣ
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ
Νύχτωσε ο Μάρτης· κ' έφεγγε Του Απριλιού η πρώτη. Έφεγγε 'μέρα ζηλευτή, 'Σάν μια παρθένα λατρευτή, Που την χρυσόν' η νιότη,
Κοντά 'ς το γλυκοχάραγμα, Που τα βουνά γελούνε, Πέφτει της νύχτας η δροσιά, Κ' αρχίζουν όλα τα πουλιά, Να γλυκοκελαϋδούνε.
Σε μιας μυρτιάς το ρίζωμα 'Κοιμώντανε μια κόρη, Λευκή, 'σάν κρίνος, γαλανή. Πούχε την κόμη καστανή, Και κάτασπρα εφόρει.
Έν αηδόνι έξαφνα 'Ψηλά της, 'ς το κεφάλι. Μέσα 'ς τα φύλλα τα πυκνά, Αρχίνησε γλυκά, γλυκά. Κι' αρμονικά να ψάλλη.
'Σ το λάλημα του αηδονιού Ξυπνάει λαχταρισμένη Η κόρη. Γύρω, 'ςτά κλαδιά, Κυτάει, και μες απ' την καρδιά Έν «Αχ!..» βαρύ της βγαίνει.
« Αχ!.. Τι τρομάρα 'φώναξε » Τι όνειρο που είδα!… «'Σ τη βρύσι πήγαινα νερό » Να πάρω 'λίγο, δροσερό· » Και 'πήγαινα μ' ελπίδα»
« Μ' ελπίδα για να τον ευρώ «'Σ τα στήθηα να τον σφίξω, » Και 'ς ένα φίλημα γλυκό «'Σ το στόμα του το ερωτικό, » Τον έρωτα να πνίξω.»
« Τον έρωτα, που μ' έβαλε » Τη φλόγα 'ς την καρδιά μου, » Που μ' άναψε τα τρυφερά, » Τα στήθηα μ' άσβεστα πυρά· » Και καιν τα 'σωθικά μου.»
« 'Σ το δρόμο μ' όλα τα κλαριά » Βογγούσαν 'σάν να λέγαν: » — Άχαρη! .. 'πέθανεν, αυτός, » Ο φίλος σου, ο λατρευτός — » Και τα πουλιά να κλαίγαν.»
« Να κλαιν, με μαύρα δάκρυα, » Και να 'μοιρολογάνε· » — 'Πέθανε! — Μ' έλεγαν κι' αυτά, » Και κλαίγαν 'μοιρολοστικά, » Αντί να κελαϋδάνε.»
« Φθάνω 'ς τη βρύσι· η άμοιρη » Δεν πρόφθασα 'ς το ένα, «'Σ το ένα δέξιο της πλευρό » Για να κυτάξω, και νεκρό » Τον είδα· Ωιμένα!…»
« Ω! 'σάν τρελλή ερρίχτηκα. «'Στά στήθηα του απάνω. » Τα ξεθλυκόνω. Τι να ιδώ; » Αχ!..αίμα αρχίνησα ζεστό » Σ τα χέρια μου να πιάνω.»
« Προσπάθησα η δύστυχη, » Πνοή για να του δόσω «'Σ το στόμα του με τα φιλιά, » Δεν 'μπόρεσα ουδέ λαλιά » Για να του ξεστομώσω.»
« Τον ψάχνω τότε 'ς την καρδιά… » Ωχ! έπαυσε να πάλλη! » Τον 'φώναξα δεν με λαλεί, » Τον 'κάλεσα δεν με καλεί, » Τότ' έγεινα άλλη για άλλη.
« Αχ!..τότε τον κατάλαβα. » Πώς ήτον σκοτωμένος. » Τον άφησα 'ς την ερημιά. » Και τρέχω ναύρω το φονιά· » Μα ο φονιάς κρυμμένος.»
« 'Κεί, 'σάν τρελλή που έτρεχα » Έν φάντασμα 'μπροστά μου, » Αρχίνησε με ανθρωπινή, » Και 'σάν εκείνου την φωνή » Να μ' είπη τ' όνομά μου.»
« Ανθούλα! μ' είπε, 'σάν τρελλή «'Στήν ερημιά τι τρέχεις; » Ποιόνε ζητάς 'ς την ερημιά; — » — 'Σ εμέ, του λέγω, γνωριμιά » Πούθ' έλαβες; πού θ' έχεις; — »
« Μου λέγει; — Είμαι η σκιά » Του εραστού σου Φώτου » Μ' εσκότωσεν ο Δημητρός, «'Κειός ο μεγάλος μου εχθρός, » Απάνω 'ς το θυμό του.»
« — Ο Δημητρός! — εφώναξε, — » — Η ζήλια μ' απαντάει, » Τον εκατάντησε φονιά, » Και το μαχαίρι 'ς την καρδιά. » Μου έμπηξε 'ς το πλάι — »
« — Ποια ζήλια; — τον ηρώτησα. » — Η ζήλια απ' την αγάπη, » Πούχα 'ς σένα, Ανθή, εγώ » Μου λέει και δάκρυ ένα γοργό » Του γλύστρησε απ' το μάτι.»
« 'Σ το λόγο του λιπόθυμη » Πως έπεσα μου 'φάνη· » Κ' εξύπνησα λαχταριστή. » Για δες ιδέα ζαλιστή » Ονείρατα που φκιάνει.»
ΚΩΝΣΤ. Δ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ ΗΠΕΙΡΩΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΟΣ
Ο ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ
ΕΠΥΛΛΙΟΝ
« Η καρδία μου θα πάλλη πάντοτε υπέρ της Ηπείρου.» Βαλαωρίτης
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Την σκοτεινήν νύκτα, καθ' ην μέλλουσιν οι Μεσολογγίται εν ταις εκκλησίαις, κατά την συνήθειαν, να εωρτάσωσι την Γέννησιν του Ιησού Χριστού, τα Αλβανικά του Ομέρ πασά στίφη κινούνται κατά της πόλεώς των. Πιστεύει ακατάληπτα ήδη τα προχώματα ο Βρυώνης και είναι πλήρης πεποιθήσεως πλέον περί της επιτυχίας του· αλλ' ανελπίστως το Μεσολόγγιον σώζεται· το σώζει . . . ο &Καλόγηρος της Κλεισούρας&. Ο Σπυρίδων Τρικούπης, πατήρ, ως γνωστόν, του παρ' ημίν γ' Πρωθυπουργού, διηγούμενος εν τη περιφήμω Ιστορία του μετά δραματικής αφελείας την κατά την νύκτα εκείνην απαλλαγήν του Μεσολογγίου, σημειοί εν τέλει περί του σωτήρος αυτού, ότι ήτο Ηπειρώτης, Ιωαννίτης μάλιστα γνήσιος, και δίδει και πληροφορίας τινάς, ότι &καλόγηρος& ετελείωσε τον βίον του εν εξωκκλησίω τινί μικρώ παρά την είσοδον της &Κλεισούρας του Μεσολογγίου& προς το μέρος του Αγρινίου.
Επί των χαμηλών εκείνων τειχών του μικρού Μεσολογγίου εκρέμοντο αι κλείδες της Ελλάδος απάσης. Εάν έκτοτε το Μεσολόγγιον έπιπτεν ήθελεν αποπνιγή όλον το μέγα εκείνο έργον της Επαναστάσεως εν τοις σπαργάνοις και η Ελλάς ου μόνον τότε θα κατερημούτο, αλλά και θα κατείχετο όλη υπό των Τούρκων εισέτι και νυν. Το Μεσολόγγιον όμως εσώθη τη θεία συνάρσει και έκτοτε το ασήμαντον και ανήκουστον όνομά του εγένετο περίδοξον και περιφανές εν Ανατολή και Δύσει. Σώσας δε το Μεσολόγγιον κατά την απαισίαν εκείνην νύκτα &ο Καλόγηρος της Κλεισούρας&, έσωσε την Ελλάδα ολόκληρον. Δεν οφείλεται λοιπόν και εις τούτον η τιμή η προσήκουσα τω Καραϊσκάκη, τω Βότσαρη, τω Κολοκοτρώνη, τω Οδυσσεί, τω Διάκω και πάσι τοις ενδοξοτέροις του Αγώνος εκείνου ιεροφάνταις; Το Μεσολλόγιον μάλιστα ώφειλεν υπέρ πάντα άλλον να τιμήση αυτόν και δι' ανδριάντος.
Και όμως, νυν μεν ουδέ καν είνε γνωστόν ακριβώς πού απέθανε τουλάχιστον, ποία χώματα καλύπτουσι τα ιερά οστά του, απαράλλακτα όπως αμφισβητείται ή αγνοείται σχεδόν παντελώς η θέσις, ένθα ο αθάνατος Διάκος έπεσεν ηρωικώς παρά τας Θερμοπύλας και άλλοι ομότιμοι ήρωες αλλαχού. Τοιαύτη η σημασία και η τιμή η απονεμομένη υπό των συγχρόνων μας Ελληνοπαίδων προς τους μεγάλους εκείνους προμάχους της Ελευθερίας μας! Τότε δε, ότε αι της Επαναστάσεως εγράφοντο ιστορίαι και σημειώσεις, ουδείς ανεμνήσθη του σωτήρος του Μεσολλογίου, ειμή ο Τρικούπης μόνος· και ούτος ατελώς και εν περιλήψει, αφού και ο ίδιος &άγνωστον& τον άνδρα αποκαλή. Σημειοί μεν ότι ήτο Ιωαννίτης, ότι εγεννήθη εκεί, όπου εγεννήθησαν ο Πύρρος και ο Σκενδέρβεης, ο Μπούας και ο Τζαβέλλας, ο Βότσαρης και ο Σαμουήλ, ο Κωλέττης και ο Στουρνάρης, και ο Σίνας και οι Ζωσιμάδαι και ο Αβέρωφ και οι Ζάππαι και τόσοι άλλοι περίφημοι άνδρες λαμπρύναντες και διά του χρυσίου και διά της ανδρείας και διά της μεγαλοφυίας αυτών την Ελλάδα· εν τη χώρα εκείνη, ην οι σήμερον αποκαλούσι μεν &εύανδρον&, αλλά στέργουσι συγχρόνως ακόμη να την ατενίζωσι δούλην και οσημέραι απονεκρουμένην· εκ ποίων όμως γονέων εγεννήθη ούτος, πώς ανετράφη πώς έζησε, πώς ευρέθη τότε εν Μεσολογγίω ουδέν αναφέρει ο Τρικούπης.
Τούτο προτίθεμαι κυρίως διά του επυλλίου μου τούτου να φέρω εις φως, καθ' όσον ηδυνήθην εκεί, εν Ιωαννίνοις, ευρισκόμενος ακόμη να πληροφορηθώ, από τριετίας ήδη, αφού ανέγνωσα την Ιστορίαν του Τρικούπη, ερευνών ανά τα σεβαστά και πολύτιμα λείψανα της μεγαλουργού γενεάς της Επαναστάσεως, μοναχούς και ποιμένας του Πίνδου και πολίτας των Ιωαννίνων γεραρούς, εν οις και τον αείμνηστον διδάσκαλον Σπυρίδωνα τον Μανάρην. Ιδέ, συντόμους, πάσας τας πληροφορίας μου ταύτας εν τω ποίματι· ενταύθα τούτο μόνον σημειώ, ότι η οικογένεια του Γιαννιώτη, ης εκείνος, Κωνσταντίνος ονομαζόμενος πρώην, ήτο βλαστός, σώζεται εισέτι εγκαυχομένη διά την αρχαιότητά της εν Ιωαννίνοις. Είχε δε αδελφόν ο Κωνσταντίνος ένα των αοιδών του Αλή πασά.
&Ο καλόγηρος της Κλεισούρας τον Μεσολογγίου& ανήκει εις την επίζηλον ηρωικήν εκείνην εποχήν, καθ' ην ο Έλλην έζη διά την τιμήν και διά το Γένος, απέθνησκε δε διά τον Χριστόν και διά την Πατρίδα,……διά την δόξαν, διά τραγούδι. Ως τραγούδι τοιούτον ίσως δεν είνε κατάλληλον δι' εκείνον το παρόν ποίημά μου.
Εν Αθήναις, κατ' Οκτώβριον του 1889.
Κ. Δ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ Ηπειρώτης
Ο ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ
«Η καρδία μου θα πάλλη πάντοτε υπέρ της Ηπείρου». ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
Α'.
Ω, πού με φέρεις, μάγισσα και πλάνα φαντασία! ……………………………………….. Μη, μη με πας 'ς τα Γιάννινα! Εκεί με κυνηγούνε Οι Τούρκοι να με πιάσουνε, το αίμα μου να πιούνε. Άφσε μ' εδώ, 'ς τα ελεύθερα βουνά, 'ς την Αιτωλία.
Νάτην η ράχη Αλιτσά· κάθομαι 'ς την κορφή της, Με ζώνει το θυμάρι της και το κοντό κλαρί της· Βλέπω από 'δώθε του Ζυγού τα δασωμένα ράχια· Πέρα του Βάλτου τα βουνά όλο γκρημνούς και βράχια· Η λίμναις τ' Αγγελόκαστρου και τ' Αγρινιού εκεί κάτω· 'Σάν νάνε ασήμι αστράφτουνε κατακαμπίς χυμένο Το Μεσολόγγι δείξε μου τώρα…. ω, νάτο — νάτο, 'Σ ένα καστέλι χαμπηλό 'ς την άκρα εκεί κλεισμένο· Νάτην εκεί κ' η Κλείσοβα και τάλλα τα νησιά του, Και τώμορφο τ' Αντιλικό νάτο κι' αυτό σιμά του. Να κ' η Κλεισούρα η 'ξακουστή 'ς τα πόδια μου προστά μου Βλέπω απ' απάνω, απ' την κορφή, τον τρίσβαθο βυθό της, Κι' ανατριχιάζω ολάκερος, λυγώνεται η καρδιά μου. Παρέκει ένα 'ρημόκλησο φαίνεται 'ς το πλευρό της, Θαμμένο μέσ' τα χώματα και καταχαλασμένο. Ποιος ξέρει ποιος το χάλασε, ποιο χέρι αφωρισμένο! Δεν έχει ούτ' ένα 'κόνισμα, ούτε καντήλα μία, Μέσα του δεν ακούγεται η θεία λειτουργία, Και δεν μυρίζουν γύρα του τα μοσχολίβανά του· Μόνο την άνοιξι γλυκά λαλούν εκεί τ' αηδόνια, Και χύνουν τ' αγρολούλουδα μοσχοβολιαίς περίσσαις Και μουρμουρίζουν τα κλαριά, και τραγουδούν η βρύσαις, Και αιώνια το φωτίζουνε της νύχτας τ' άστρα αιώνια. Άλλον καιρό ήτον κι' αυτό 'ς τα νειάτα, 'ς τη ζωή του. Μέσ' 'ς τα κλαριά του ανάμεσα ασπρούδιζε η μορφή του, Είχε καμπάνα 'ς τ' ώμορφο 'ψηλό καμπαναριό του, Κάθε διαβάτης έκαμνε περνώντας το σταυρό του· Νυχτόημερα το φώτιζαν τότες χρυσά καντήλια, Ασημωμέναις έλαμπαν η 'λίγαις του εικόνες, Και γέροντας καλόγηρος ανάδευε 'ς τα χείλια Πότε τροπάρια και ψαλμούς, πότε γλυκούς κανόνες, Και πότε τ' αργυρόχρυσο κουνώντας θυμιατό του Μ' ευλάβεια του θυμιάτιζε το θόλο τον κυρτό του.
Ήτον εκείνος ο καιρός καιρός του &εικοσιένα!& . . . Πούν' τα χρόνια τώρ' αυτά! χρόνια χαριτωμένα, Χρόνια εκείνα λεβεντιάς, ανδρειωμένα χρόνια, Χρόνια που κάθε όνειρο, κάθε χρυσή ελπίδα, Και κάθε δάκρυ έλαμπε για μια. . . . για την Πατρίδα! Χρόνια, που εμείς τα θάψαμαν σκληρά, σε καταφρόνια. Την άσπρη φουστανέλλα μας την έλυωσε 'σάν χιόνι Ο ήλιος ο Ευρωπαϊκός, κι' αν κάπου—κάπου ασπρίζη, 'Σάν χιόνι ασπρίζει σε βουνού λακκιά που δεν το 'γγίζει Καμμιά αχτίδα του ηλιού και βρίσκεται δεν λυώνει. Πούν' τα τραγούδια τα εθνικά, τα κλέφτικα τραγούδια! 'Σταίς ερημιαίς που φύτρωσαν χάνονται, σαν λουλούδια. Πούν' τα τσαρούχια! Ιδέτε τα! τάχομαι πεταγμένα. Τα φλωροκαπνισμένα μας τάρματα κρεμασμένα 'Στού Παρνασσού, 'ςτού Όλυμπου, 'ςτού Πίνδου τα πρινάρια Σκουριάζουν τώρα 'ς ταις βροχαίς, και μόνο ανάρηα — ανάρηα Κανένα αναταράζεται ξυπνάει 'ς τον Ψηλορείτη! Άκου …. και τώρα εβρόντησε. Για σου, καϋμένη Κρήτη! Ταράξου συ και δείξε τους 'ς τη Δύσι, 'ς την Ευρώπη, Πώς όλοι δεν κοιμώμαστε, . . . φυλάει καραούλι Ο γέρω-Ψηλωρείτης σου, αν Πίνδος και Ροδόπη Κοιμώνται, αν το γέρικο κοιμάται ακόμα Σούλι . . ., Αχ, δεν κοιμάται . . . 'ρήμαξε!! . Εκείναις ήτανε χρονιαίς ελληνικαίς αλήθεια· Τότ' έβραζε ζεστή καρδιά 'ς ανδρειωμένα στήθηα!
Β'.
Μούσα, 'ς εκείνα φέρε με τα τιμημένα χρόνια. …………………………………………… Παίρναν ν' ανθίζουν τα κλαριά, να λυώνουνε τα χιόνια, Καθάριος, ασυγνέφιαστος ο ουρανός να λάμπη. Τα πλοία, οι βράχοι, η λαγκαδιαίς, βουνά μαζύ και κάμποι Με χόρτα να στολίζωνται και μ' ώμορφα λουλούδια, Και το ξανθό βοσκόπουλο γλυκά να λέη τραγούδια· Γλυκά κ' η πέρδικες λαλούν, και πλειο γλυκά τ' αηδόνια, Κι' απ' τα μακρυά τους χειμαδιά, γυρνούν τα χελιδόνια. Απρίλης ήταν, άνοιξι, Θεού χαρά, γλυκάδα, Και χρόνια, αλήθεια χαλασμού, χρόνια για την Ελλάδα, Αλλά και χρόνια ελευθεριάς με κλέφταις, με ξεφτέρια. Άπλωσε η νύχτα το βαθύ σκοτάδι της 'ς τη φύσι, Και 'σαν διαμάντια ελάμπανε 'ς τον ουρανό τ' αστέρια, Το φεγγαράκι χαρωπό φωτάει το 'ρημοκκλήσι, 'Στά κορφοβούνια του Ζυγού από βραδύς βγαλμένο· Φυσάει τ' αγέρι της νυχτιάς 'ς τα φύλλα μυρωμένο, Κεκείνα σειούνται, κ' οι ίσκοι τους 'ς της εκκλησιάς τους τοίχους, Διαβαίνουν 'σάν φαντάσματα· καίν' μέσα τα καντήλια, Κι' ο γέροντας Καλόγηρος με τα χλωμά του χείλια Ψαίλνει για τον Εσπερινό με λυγωμένους ήχους. ……………………………………… Σταυροκοπιέται· απόψαλε και βγαίνει 'ς την αυλή, Θωράτε τον. Παράκαιρα τον γέρασαν οι πόνοι. Τ' ανδρειωμένο του κορμί, πούνε σκυφτό πολύ. Η πίκραις του το λύγισαν, οι πόνοι όχι οι χρόνοι. Οι ίδιοι πόνοι αυλάκωσαν βαθειά το μέτωπό του, Που απ' το φως του φεγγαριού 'σαν κορυφή φωτίζεται, 'Σάν κορυφή 'ψηλού βουνού, κι' ασπρίζει 'ς τον λαιμό του Ξέπλεγη και 'ς τους ώμους του η πλεξίδα κυματίζεται. Κι' ανάμεσ' από τα κλαριά φαίνεται 'ς το φεγγάρι 'Σάν να τινάζη γέρικο τη χαίτη του λιοντάρι. Το 'μάτι του χύνει αστραπαίς ας είνε γερασμένο· Κι' όταν αναστενάζουνε τα λάσια του τα στήθηα. 'Σάν να μουγγρύζη ακούγεται σύγνεφο φορτωμένο. Ποιος ξέρει τι να κρύβεται και 'ς αυτουνού τα βύθηα, Τι πίκρα, τι παράπονο! Πάντα κρυμμένος πόνος Μέσ' 'ς την καρδιά είνε κρυφό μαχαίρι, είνε φόνος· Κι' αυτός δεν έχει σύντροφο να του το 'μολογάη, Όταν τον συνεπαίρνη αυτό κ' έτσι να του περνάη· Κ' αν τα πλατειά του κάποτε δακρύζουν βλέφαρά του, Όχι, δεν ξεθυμαίνουνε τα στήθηα κ' η καρδιά του, Ιδέτε τον, δεν κάθεται, μέσα 'ς τα δένδρα 'μπήκε· 'Σ ένα 'ποκάτω έσκυψε, κάτι 'ς αυτό θα βρήκε· Ακόμα δεν σηκώθηκε· ιδέτε τον,….τι κάνει; Μη το μακρύ του χύθηκε του δόλιου κομπολόγι; Μήνα παράδες τώπεσαν; μην' τώπεσε λιβάνι; Τον βλέπω…να σφογγίζεται κι' ακούω μοιρολόγι. Κλαίει! Τι κλαίει αυτός εκεί; Καλόγηρος να κλαίη! Και τίνος το βλαμμένο αυτό το μοιρολόγι λέει;.. Ακούω·.. λόγια καθαρά: — Ελένη μου, παιδιά μου, Αγαπημένα Γιάννινα! — Ω, τι ακούν' τ' αυτιά μου!..
………………………………………….. ………………………………………….. …………………………………………..
Μεμιάς φωναίς κι' αλαλαγμός από το Μεσολόγγι. Και μια μεγάλη αναλαμπή, οπού βουνά και λόγγοι
Λάμπουνε 'σάν να καίγονται, τον κόβουνε το κλάμα Του γέρου του Καλόγηρου. Μα κ' αν ορθός πετιέται Και βλέπει προς την Κλείσοβα, ό,τι από 'κεί 'γροικέται Κανένα δεν του φαίνεται παράξενο και θιάμα,
Γ'.
Αμέτρητα ο Κιουταχής σέρνει μαζύ του ασκέρια, Και κατηβαίνει απ' τα βουνά του Πίνδου 'ς την Ελλάδα 'Σάν μαύρα σύγνεφα βαρηά, που σβύνουνε τ' αστέρια Και κάθε αχτίδα φεγγαριού και κάθε αντηλιάδα, 'Σάν σύγνεφο που ανοίγει Τους τρίσβαθους τους κόρφους του κι' ό,τι κι' αν εύρη πνίγει, Και του Μεχμέτ Αλή πασά ο νιος απ' το Μωρηά, Ο Ιβραήμ ο Αραπάς, πηδάει 'ς τη Στερηά, 'Σάν κύμα της πατρίδας του, της Μπαρμπαριάς το κύμα. Που όθε περνάει ατέλειωτον λάκκον ανοίγει, μνήμα. Μα κάπου—κάπου βρίσκεται 'ς του πελάου το στρώμα Κάθε θεόχτιστο κοντρί, κανένας μέγας βράχος, Βράχος θαλασσομάχος, Που κάθε κύμα πώρχεται με αφρισμένο στόμα Για να πνίξη 'ς το βυθό το σχίζει, το σκορπάει, Και ξεγδαρμένο, σκέλεθρο, κομμάτια αυτό βογγάει. Ο βράχος μένει ατάραχος, ορθός, ξεσκεπασμένος. 'Σάν νάνε στοιχειωμένος, Κι' ορθό βαστάει το μέτωπο, 'περήφανο, αγριεμένο
Το Μεσολόγγι το μικρό, κ' εκείνο στοιχειωμένο, Ατάραχο 'ςτά Τούρκικα τα κύματα βαστιέται. Χουμάει τ' ασκέρι απάνω του, τσακίζεται, σκορπιέται. Χούμησε ως τώρα τρεις φοραίς, και πάλι τώρα, πάλι Για να χουμήση εσήκωσε ολόρθο το κεφάλι. Είνε πασάδες τώρα δυο κι αμέτρητα τ' ασκέρια. Ο Ιμβαήμ κι ο Κιουταχής. Μα και το Μεσολόγγι Κρύφτει 'ς τα μετερίζια του, 'σάν σε σπηληαίς, ξεφτέρια. Και κάπου—κάπου ακούγονται και κανονιώνε βόγγοι. Τώρα το κύμα είνε τρανό, είνε βαρειά η μαυρίλα· Το Μεσολόγγι είνε μικρό. Εκείθε ανατριχίλα. Κ' εδώθε φόβος πλημμυρεί κ' ελπίδα την καρδιά.
Από στερηά και πέλαγο το ζώνουν ολονένα, Πώς ζώνουν τ' Άστρο σύγνεφα βαρηά και πυκνωμένα, Κι' από τα παλληκάρια του γερεύουν τα κλειδιά. Άστρο κ' εκείνο ήτανε τότες για την Πατρίδα, Για την Ελλάδα έλαμπε χρυσή εκείνο ελπίδα. Χρόνος ακέρηος πέρασε που τώχουνε κλεισμένο, Και τον γυρεύουν τα κλειδιά, το θέλουνε δεμένο. Όσο κι αν έχης 'ς τη σπηληά κλεισμένο το λιοντάρι, Δεν τώχεις και 'ς τα χέρια σου. Και τ' άξιο παλληκάρι, Που πολεμάει για του Χριστού την Πίστι, για Πατρίδα. Όσο που νοιώθει 'ς την καρδιά αίμα και μια ρανίδα, Δεν σου τη δίνει την τιμή, που είνε…τάρματά του Κ' ένα κοτρώνι να βρεθή αν τύχη από 'μπροστά του· Όσο που 'λίγο να κρυφτή, είνε με μιας λιοντάρι, Που αν 'δή, κλεισμένο 'ς τη σπηλιά, την υστερνή του ώρα. Χύνεται 'σάν την αστραπή, κι αλληά 'ς εκειόν που πάρη!
Εκείνοι που φυλάγουνε το Μεσολόγγι τώρα Έχουνε τείχια γύρα τους και αίμα 'ς την καρδιά τους. Αίμα καθάριο, ελληνικό, που δίνει 'ς τα ποδάρια Φτερά, τσιλίκι 'ς την καρδιά, και σαν θεριά, λιοντάρια, Σπιθοβολάει θεόφοβη η φλογερή 'ματιά τους. Ένα δεν έχουν μοναχά, ένα στερεύοντ' όλοι, …. Ψωμί, μπαρούτι, βόλι. Τώρα τους σώθηκε η τροφή κ' έχουν ακέρηον μήνα, Όπου με πείνα πέρασαν. Πείνα! .. Συ ξέρεις πείνα, Ω Ήπειρός μου, τι θα 'πή, που πέντε τώρα χρόνια Κοντά μέσ' 'ς τ' άλλα της πικρής σκλαβιάς σου καταφρόνια Κι' από την πείνα δέρνεσαι· κι ακόμα ποιος το ξέρει Ως πότε θε να την βαστάς!.. Ας σ' έχουν 'ς το λαιμό τους Αυτοί που ακόμα σε κρατούν 'ς το Τούρκικο το χέρι Κάθε βαρειά σου στεναξιά να πέση απανουθειό τους Βαρειά κατάρα 'γκαρδιακή! Και κάθε μοιρολόγι, Οπού για σένα κλαίμ' εμείς, τα έρμα τα παιδιά σου, Μέσ' 'ς την καρδιά τους σάρακας να γίνη να τους τρώγη! Αχ! πότε, μάνα μας γλυκειά, την τρυφερή αγκαλιά σου Ασπροντυμένη, ελεύθερη, μάνα, 'ς εμάς θ' ανοίξης, Να μας φιλήση ελεύθερο το ολόγλυκό σου στόμα, Κ' ελεύθερη την ώμορφη θωριά σου να μας δείξης!.. Πότε θα ιδούμε ανθόστρωτο το ιερό σου χώμα! Πότε τη γαλανόλευκη θα ιδώ να κυματίζη 'Σ το Σούλι και 'ς τον Πίνδο μου, τάστρα 'ψηλά να 'γγίζη Ναρθούμε, 'ς τη σημαία σου να μαζωχτούμε όλοι, Και να κινήσωμε, γλυκειά μανούλα, για τη Πόλι!.. Πεινάς! Ο κόσμος τώμαθε, και όμως τα παιδιά σου
Πεθαίνουν ολονένα, Πεθαίνουν…πεινασμένα!
Άλλα τους λόγγους πήρανε και τα 'ψηλά βουνά σου, Και 'σάν τ' αγρίμια ζούν' εκεί 'ς τα σπήληα 'ς τα λιθάρια, Και με τομάρια ντύνονται, τρέφονται με χορτάρια. Στο Μεσολόγγι έφαγαν μπαρούτι για ψωμί. Αλλά δεν δίνουν τα κλειδιά, δεν δίνουν την τιμή.
Δ'.
Χρόνος ακέρηος πέρασε, που τώχουνε ζωμένο. Και του γυρεύουν τα κλειδιά, το θέλουνε πεσμένο. Το Μεσολόγγι αν πέση, Πρέπει η Ελλάδα ολάκερη τα μαύρα να φορέση. ……………………………………………… Αν δείχνει ακόμα αταραξιά, 'περφάνεια 'ς τον οχτρό του, Με την καρδιά του τρώγεται, το δόλιο, μαραζιάζει, Γιατ' όσο η 'μέραις απερνούν αυξαίνει το κακό του. Του κόσμου ταις κακομοιριαίς η πείνα του σωριάζει. Και το θερίζει ο θάνατος άσπλαχνα κάθε 'μέρα· Νεκροταφείο έγεινε κι' αρρώστεια πέρα — πέρα. Το Μεσολόγγι…κλάψτε το! θα πέση, δεν βαστάει, Και κλάψετε μαζύ μ' αυτό και την Ελλάδα ακέρηα· 'Σ ολίγο μόνη μέσα του η Δόξα θα γυρνάη, Η Δόξα, η αθάνατη 'σάν τα λαμπρά τ' αστέρια.
— Ψωμί, μπαρούτι, βόλι, Ψωμί! — φωνάζουν όλοι
Και δυο τους μένουν μοναχά, δυο απόφασαις να κάνουν. Ή να τα δώσουν τα κλειδιά, ή όξω να χουμήσουν, Κ' όσοι σωθούνε να σωθούν κι' οι άλλοι να πεθάνουν Απ' του οχτρού τους το σπαθί, σκλάβοι παρά να ζήσουν. Το παλληκάρι το καλό δεν δίνη τάρματά του, Το Μεσολόγγι το ιερό δεν δίνει τα κλειδιά του. Εσείς! εσείς που κλείσαταν λεοντάρι 'ς τη σπηληά, Δεν παραδίνεται, θα βγη, κι' αλληά 'ς εσάς αλληά! Νύχτα θα βγουν. Ω, τι βραδειά, τι νύχτα ήτον εκείνη! 'Σ τ' αστέρια απάνου έφταναν τα κλάματα κ' οι θρήνοι Εδώ χωρίζει ο γέροντας πατέρας το παιδί του, Εκεί ο νηός την ώμορφη την αγαπητική του, Αλλού η μανάδες παίρνουνε 'ς τους ώμους τα μικρά τους, Κλαίγουν αυταίς το χωρισμό, σκούζουν και τα παιδιά τους Κ' είν' όλοι 'ς ταις γιορτιάτικαις ντυμένοι φορεσιαίς τους, Λες και σε γάμο 'κίνησαν, λες παν' σε πανηγύρι. Τ' αστέρια μέσ' 'ς τα σύγνεφα κρύβουνε ταις θωριαίς τους, Και κλαίγει τώρα ο ουρανός πώλαμπε 'σάν ζαφείρι. Βγαίνουν. 'Μπροστά-'μπροστά κινούν τα γυναικόπαιδά τους, Και 'πίσω-'πίσω η λυβεντιά ζωμένοι τάρματά τους. Απ' ταις γυναίκες κι' απ' ταις νηαίς, νηαίς 'σάν Μαϊού λουλούδια, Πολλαίς τ' αντρίκια εντύθηκαν και πάνε…με τραγούδια! Τέτοιαις γυναίκες θέλω εγώ το χώμα μας να βγάζη, Νάνε 'ς τον έρωτα γλυκειαίς, λεβένταις 'ς το τσαπράζι! Η νηαίς πάνε μαζύ με νηούς. Α! τι χαρά, τι ζήλεια, Με της πατρίδας τον οχτρό, μέσ' 'ς τ' ασκεριού τη μέση, Ο νηός να πολεμάη, Και νάχη πλάι — πλάι Την κόρη της αγάπης του, κι' αν βαρεθή, κι' αν πέση. Να τόνε κλαιν τα μάτια της, να τον φιλούν' τα χείληα!! Νάτην, αρχίζει η &έξοδος&. 'Ξυπνούν' του οχτρού τ' ασκέρια, Και η φωναίς κι ο αλαλαγμός ακούγονται 'ς τ' αστέρια. Όσοι γλυτώσαν, γλύτωσαν. Τους άλλους σκοτωμένους Μέσα 'ς τα Τούρκικα κορμιά, αγνώριστους, θαμμένους, Θε να τους κλάψη αύριο η αυγή με τη δροσιά της. Το Μεσολόγγι έπεσε, και όλη κινδυνεύει Να πέση τώρα η Ελλάς· με την απελπισιά της Άγρια και με το φόβο της 'μερόνυχτα παλεύει. Το Μεσολόγγι το πατεί, το παίρνει ο Τούρκος τώρα· Ελάτε να του κλάψωμε την υστερνή του ώρα!
Οι γέροντες, που με τους νηούς να παν' δεν ημπορούσαν, 'Σ το Μεσολόγγι απόμειναν. Ως τώρα δα θωρούσαν Την &έξοδο& απ' τα τείχηα του κ' έκαναν το σταυρό τους· Ύστερα, 'σάν τα Τούρκικα τ' ασκέρια, τον οχτρό τους, Είδαν 'σάν κύμα να χυθούν 'ςταίς θύραις τους, 'στά τείχηα, Και 'σάν αγρίμια να πηδούν, να κρέμωνται απ' τα 'νύχια, Τρέχουν κατά τη θάλασσα, και 'ς του πελάου την άκρη Μέσα σε πύργο πούχανε μπαρούτη σωρειασμένη Κλειούνται με μιας και σταίνουνε χορό, 'σάν ανδρειωμένοι, Σαν νάτανε 'ς τα νειάτα τους, δίχως καϋμό και δάκρυ, Του απελπισμένου αυτού χορού είνε ο Καψάλης πρώτος. Τ' Άγραφα που τον γέννησαν ομοιάζει το κορμί του, Και την κορφή του Πίνδου μου η άσπρη κεφαλή του, Κρατεί 'ς το χέρι του δαυλί με φλόγα. Κάθε κρότος Που όξω απ' το πύργο ακούεται, το χέρι εκείνο φέρνει Μέσ' 'ς της μπαρούτης το σωρό, και το χορό του φέρνει… Όξω απ τον πύργο αλαλαγμός· ήρθ' ο οχτρός, πλακώνει Μέσ' 'ς της μπαρούτης το σωρό το χέρι εκειό σιμώνει, Το χέρι εκειό με το δαυλί, το χέρι του Καψάλη. Με μιας αστράφτει και βροντά. 'Σάν από μέθη, ζάλη, Τρικλίζει ο πύργος τρεις φοραίς και μέσ' 'ςτά 'μεσουράνια Τινάζεται 'σάν σύγνεφο, και φέρνει εκεί κουρμπάνια Τους γέρους τον Μεσολογγιού και των Τουρκών τ' ασκέρια Απ' τη μεγάλη αναλαμπή λάμπουν βουνά κι' αστέρια! Το Μεσολόγγι η χαραυγή τωύρε ταχιά πεσμένο, Κ' είδε το μισοφέγγαρο 'ςτά τείχηα του στημένο.
Ε'
Εκείνον τον αλαλαγμό κι' όλη την λάμψι εκείνη Απ' της Κλεισούρας το μικρό εκείνο ερημοκκλήσι Αγροίκησε ο Καλόγηρος κ' είχε με μιας γνωρίση 'Σ το Μεσολόγγι τη βραδειά εκείνη τ' είχε γίνη. Με μιας πετιέται 'ς την κορφή και το τηράει και κλαίει Και τέτοια αναστενάζοντας λόγια θλιμμένα λέει: — Αφωρισμένος τρεις φοραίς οποίος έβαλε χέρι 'Στ' αστέρι της Πατρίδας μας, 'ςτού Γένους μας τ' αστέρι! Στρέψου και γύρα κύταξε, φτωχό μου Μεσολλόγι, Το πέσιμό σου πώς το κλαίν' βουνά, ουρανός και λόγγοι· Κ' ημείς οι δόλιοι πούχαμαν 'ς εσένα κάθε ελπίδα Σε κλαίμε, γέροι και παιδιά, σε κλαίει όλ' η πατρίδα. Τη θέσι σου σου ζήλεψε, σου ζήλεψε τα νηάτα, Κι' αυτή η Μοίρα η φθονερή και σ' άλλαξε τη στράτα, Κι' αντίς να ξαναπαινεθής, να διώξης τον οχτρό σου, Σον 'τοίμασε το θάνατο αυτή, το πέσιμό σου. Μ' αν πέφτης, πέφτεις ένδοξο, 'σάν παλληκάρι πέφτεις, 'Σάν το λιοντάρι 'ς τη σπηληά, 'σάν 'ς το λημέρι ο κλέφτης, Που αμέτρητοι τον έχουνε ολόγυρα ζωμένα, Κ' εκείνο αποφασίζεται, χουμάει απελπισμένο. Όχι! δεν πέφτεις άδοξο· θα το γνωρίζουν όλοι, Πως σώλειψε τόσον καιρό ψωμί, μπαρούτι βόλι. Φτάνει, φτωχό, που βάσταξες κι' ως τώρα την ανδρειά σου Αλλά και τώρα πώπεσες έπεσες 'σάν ανδρείο. Ας έρθουν τώρα να σε βρουν οι Τούρκαι έρμο, κρύο, Και ας γλυτώση ο Θεός τα έρμα τα παιδιά σου. Αχ! γιατί ακόμα μια φορά, γιατί να μη 'μπορώ Να σε γλυτώσω ο άμοιρος! Αστέρι μου λαμπρό, Γιατί να σβύση σήμερα 'ς τα νέφια των οχτρών σου! Γιατί να μη βρεθώ κ' εγώ απόψε 'ς των παιδιών σου Την ένδοξη την &έξοδο&, οπού θα να ξυπνήση Απόψε από τον ύπνο της Ανατολή και Δύσι! Γιατί να μη βρεθώ κ' εγώ 'ς το πλάι του Ζαβέλα! Γιατί αχ! ράσο να φορώ και όχι φουστανέλλα! Γιατί λιοντάρι εγώ βουνού να κόψω μοναχός μου Τα 'νύχια, την ανδρεία μου! Γιατί ναρθώ να ζήσω Καλόγηρος, αγνώριστος και ταπεινός, να κλείσω Τα μάτια μου 'ς την ερημιά εδώ μακρυά του κόσμου!., Αγαπημένα Γιάννινα, πώς σας πονώ μακρυά σας! Βουνά του Πίνδου μου 'ψηλά, με τα πολλά κλαριά σας, Με τα τρανά τα πεύκα σας ταις γέρικαις οξειαίς σας, 'Ζήλεψα τα λημέρια σας, τους ίσκιους, ταις δροσιαίς σας! Τη λίμνη τ' Αγγελόκαστρου όσαις φοραίς κυτάζω. Τα Γιάννινα — τα Γιάννινα θυμούμαι, και χτικιάζω. Αχ πότε, πότε ελεύθερα να σας πατήσω πότε, Και τότες ας σβυσθώ με μιας, ας αποθάνω τότε! Εδώ, μακρυά σας, έχασα την δόξα, την ανδρειά μου. Έχασα την γυναίκα μου, έχασα…τα παιδιά μου! —
Κ εσώπασε ο Καλόγηρος. Οι 'γκαρδιακοί λυγμοί του Και τα πολλά τα δάκρυα τώπνιξαν τη φωνή του, Και δίχως λόγο και 'μιλιά έσκυψε 'ς ένα βράχο, Κ' έκλεγε κι' αναστέναζε. Δάκρυα ευλογημένα! Δάκρυ' απ' τα φυλλοκάρδια του, απ' την ψυχή βγαλμένα! Δάκρυα πικρά, οπού κ' εγώ 'ς την ξενητειά μου τάχω Για μόνη μου παρηγοριά όσαις φοραίς θυμούμαι Τη σκλάβα την πατρίδα μου! Πόσαις φοραίς κοιμούμαι Κ' εγώ με τέτοια δάκρυα 'ς τα 'μάτια μου πηγμένα! Δάκρυα, οπού καθένας μας χύνει μακρυά 'ς τα ξένα! Ξανασηκώθηκε ορθός. Το 'μάτι του απ' το δάκρυ Λουσμένο, λάμπει γαλανό 'σάν ουρανός τ' Απρίλη Ύστερ' από βαρειά βροχή. Γονάτισε 'ς την άκρη Του βράχου κ' έγνεψε 'ψηλά. Δεν του 'μιλούν τα χείλη, Μιλάει η καρδιά του, η ψυχή, Μιλάει του Παντοδύναμου, 'μιλάει τα λόγια εκείνα, Οπού τα λένε προσευχή, Αγνά 'σάν τα τριαντάφυλλα, αθώα 'σάν τα κρίνα. Ήταν εκείν' η προσευχή για όλο μας το Γένος. Και τόσος του ήταν 'ς την καρδιά, ο πόνος σωρειασμένος Οπού τον έκοψ' ίδρωτας. Τον ίδρωτα σπογγίζει, Και πάλι ορθός τα θλιβερά τα λόγια του αρχίζει: — Τη μέρα εκείνη, ο άμοιρος, πώς την θυμούμαι ακόμα! Σε πόσους τη μολόγησε το γέρικό μου στόμα!.. Τον άγριον τότε Αλή πασά τα Γιάννινα βαστούσαν, Που 'ς τη βαρειά φοβέρα του κ' οι κλέφταις προσκυνούσαν. Ήμουν μικρός, πολύ μικρός. Αγνάντια 'ς την Καστρίτσα Ο κόμος 'πανηγύριζε. Η μάνα μου η Ζωίτσα Πήρε κ' εμένανε μαζύ. Βραδειά — βραδειά γυρνάμε, Κι' απ' όξω από τα Γιάννινα 'ς τον Πλάτανο περνάμε. Εκείνο που είδα, 'τρόμαξα! 'Σ τον Πλάτανο 'ποκάτω Ένα κορμί πελώριο, παλληκαριά γιομάτο, Το 'τσάκιζαν με τα σφυριά τρεις γύφτοι χλωμιασμένοι. Μάνα, της λέω, για κύταξε ο κλέφτης πώς πεθαίνει. Ποιος ξέρει πόσους 'ς τ' άγρια ξεγνύμνωσε βουνά του! Τώρα για ιδέ το τέλος του, κύταξε τα στερνά του. — — Σώπα, παιδί μου, μη το λες, μου είπε απ' αγάλια εκείνη. Αυτός ποτέ δεν 'κούστηκε ν' αρπάζη, να ξεγδύνη. Γύρνα και κύτα' τα βουνά τον κλαίν 'σάν βασιληά τους, Και 'σάν αδέρφι τους πιστό η βρύσαις, τα κλαριά τους. Κανένας κλέφτης 'σάν αυτός κόσμο δεν ξεγυμνώνει . . . — — Πώς τόνε λένε μάνα μου: — Τον λένε Κατσαντώνη· Μη σου ξεφύγη από τον νου το ένδοξο όνομά του. Ποτέ δεν επροσκύνησε τον Τούρκο. Τάρματά του Είνε βαμμένα μ' αίματα Τούρκικα μολυσμένα. — Κ' οι Τούρκοι … τι κάνουνε; Αδέρφια μας πλασμένα Κι' αυτοί δεν είνε απ' τον Θεό; Τι φταίνε, τι του κάνουν; — Άκουσε· δεν πιστεύουνε οι Τούρκοι τον Χριστό μας, Και μας τον βρίζουν άκοπα· αρπάζουνε το βιο μας, Μας δέρουνε, μας τυραννούν, θέλουν να μας βυζάνουν. Το αίμα μας 'σάν σφάλαγκες. Μας έχουν σαν σκυλιά τους Οι Τούρκ' ημάς τους Χριστιανούς για κάθε θέλημά τους, Και μοναχή φροντίδα τους είνε για να μας σβύσουν. Αυτοί, που Κλέφταις λέμ' εμείς, που διάλεξαν να ζήσουν. 'Στα κορφοβούνια, 'ς τα κλαριά, και 'ς τ' άγρια στενορρύμια Με τα θεριά, μ' αγρίμια· Αυτοί, οπού φωλιάζουνε σε τρίσβαθα λημέρια. Κ' έχουν συντρόφους τους αετούς, τ' αηδόνια, τα ξεφτέρια, Δεν 'βάσταξαν να ζήσουνε 'ς τους Τούρκους σκλάβοι δούλοι. Και παν' απάνου 'ς τα βουνά 'ς τον Πίνδο και 'ς το Σούλι 'Σ τα βράχια, 'ς τα ελάτια, Που έχει η Ελευθεριά τ' άσπρα της τα παλάτια. Και 'ς το 'Βαγγέλιο, 'ς το Σταυρό είνε βαρηά ωρκισμένοι Κι' όλοι αποφασισμένοι Ή να την διώξουν την Τουρκιά ή όλοι να 'ποθάνουν. Εκείνοι ζουν' ελεύθεροι κι' όλα … για μας τα κάνουν. Για 'μας ολάκεραις περνούν νυχτιαίς, ακέρηα χρόνια, Μέσα 'ς το κρύο, 'ς ταις βροχαίς, 'ς τα κρύσταλλα, 'ς τα χιόνια. Για 'μας πολλαίς φοραίς πεινούν, για μας ζουν' 'ςτά βουνά, Για 'μας γυρίζουν θάλασσαις, πέλαγα σκοτεινά. Για 'μας, παιδί μου, το κορμί εκεί του Κατσαντώνη Από των γύφτων τα σφυριά τσακίζεται 'ς τ' αμώνι. Τον Κατσαντώνη μη ξεχνάς. Κ' όλους να τους θυμάσαι, Κι' όσαις φοραίς 'ς το στρώμα σου θα πέφτης να κοιμάσαι, 'Σ την προσευχή σου που θα λες, παιδί μου, 'ς το Θεό μας Λέγε δυο λόγια και γι' αυτούς, να ζήσουν παρακάλα Εκείνον που τους έρριξε 'ς τον κόσμο για καλό μας. Έχουν να κάνουν θαύματα για μας αυτοί μεγάλα! Κι όσο σ' αυτόν τον ψεύτικο τον κόσμο μας θα ζήσης, Τον Τούρκο, τον αντίχριστο, ποτέ μην αγαπήσης! — Κι απ' τότε ως που μεγάλωσα κάθε χειμώνα βράδυ, Ενώ απ' όξω η αστραπαίς έσχιζαν το σκοτάδι Κ' έβρεχε κ' έρριχνε 'ψηλά 'ς τα κορφοβούνια χιόνι Και δεν ακούγονταν ψυχή ούτε η φωνή του γκιώνη, Μ' έπαιρνε η μάνα ς' τη φωτιά κι' άρχιζε να μου λέη Ά, όχι τα συνήθηα Που λεν γρηούλαις 'ς τα μικρά παιδάκια παραμύθια· Μώλεγε λόγια, που κι' αυτή διηγώντάς τα να κλαίη. Για το Βλαχάβα μώλεγε του Ολύμπου το θρεφτάρι, Το Γρίβα του Ξερόμερου το δράκο το λιοντάρι, Τ' αδέρφια τ' αξεχώριστα τους Κατσικογιανναίους, Και για της Μάνιας τα παιδιά, τους Κολοκοτρωναίους. Για τον Ανδρούτσο μώλεγε, για το Βλαχοθανάση, Της Αλαμάνας το στοιχειό το Διάκο το Θανάση, Τον Κούρμα τον πελώριο, τον Πάνο Μεϊτάτη, Για το μικρό Χορμόπουλο, και για το Σπαθογιάννη· Και για του Βάλτου το θεριό το Χρήστο το Μιλιώνη· Για του πελάγου το πουλί μώλεγε τον Κατσώνη, Διά της Κασσάνδρας το Σταθά, το γέρο Μπουκουβάλα, Το Ζήτρο τον ανήμερο, τον άγριο Κώστα Πάλλα, Το Χρήστο Γρίβα τον αετό της Λάμιας, το Λαμπέτη, Για τον χαμένον αδελφό του Διάκου Μασσαβέτη, Και για τον πάτερ-Σαμουήλ της Κιάφας μας τ' αστέρι. Για το Μαλάμο μώλεγε της Λάμαρης ξεφτέρι, Για του Ζαβέλλα τα παιδιά, του Βότσαρη τη 'Λένη Τη Μόσχο και τη Λιάκενα τη μπαρουτοθρεμμένη· Για το Γυφτάκη μώλεγε, και για το Μητρομάρα, Τον Καλιακούδα, τον Λουκά, και για τον Νικοτσάρα. Και, μια τρισκότειδη βραδειά, μια Κυριακή, μια σκόλη, Μου είπε πώς μας πήρανε την ώμορφη την Πόλι. Μα μου είπε και μια ελπίδα, Μου είπε πως θε ν' αναστηθή η έρμη μας Πατρίδα· Μου είπε πώς πάλι θα να ιδή μέσ' 'ς την Αγιά-Σοφιά της 'Τον Κωνσταντίνο με χρυσή κορώνα, βασιληά της. Ως τότε δεν τον ήξερα εγώ τον Τούρκο, αλήθεια. Τα λόγια αυτά της μάνας μου μ' άναψαν μέσ' 'ςτά στήθηα Άσβεστη φλόγα, κ' έλεγα πότε να μεγαλώσω Τα κλέφτικα τα άρματα 'ς τη μέση μου να ζώσω, Να πάω να ζήσω 'ς τα βουνά, μ' αγρίμια να φωλιάζω, Με τ' άλλα τα κλεφτόπουλα να πολεμώ να σφάζω. Κ' όταν από το σπήτι μας εκείνο το μικρούλι Μώδειξε η μάνα τα βουνά του Πίνδου και το Σούλι, Ταις ανοιξιάτικαις βραδειαίς 'σάν τώρα, με φεγγάρι Που αποσταμένη έγερνε αυτή 'ς το μαξυλάρι, 'Σ το παραθύρι μας εγώ με 'ξάγρυπνα τα 'μάτια Κύταζα πέρα τα βουνά, των κλέφτων τα παλάτια, Κι' αγάλιαζα βαθηά — βαθηά οπού 'σάν θείο χέρι Το μυρωμένο τους λεπτό με χάιδευε αγέρι. Και έτσι όλα πέρασα τα χρόνια τα μικρά μου. Έτσι μας μεγαλώνουνε η μάναις η 'δικαίς μας Εμάς εκεί 'ς την Ήπειρο με όλαις ταις σκλαβιαίς μας, Μ' όλα τα καταφρόνια μας. 'Περήφανα βουνά μου. Αχ, πότε ακόμα μια φορά θε να σας αγναντέψω Απ' τα καϋμένα Γιάννινα! Πότε θα συντροφέψω, Βουνά μου, ακόμα μια φορά τα πεύκα τα ψηλά οας. Πότε θα πιώ απ' τα κρύα σας τ' αθάνατα νερά σας! Έπρεπε, 'σάν τον έλατο τρανός, να ζήσω τώρα Πέρα 'ς εκείνα τα βουνά, 'ς τη σκλαβωμένη χώρα, Και όχι 'σάν τον ταπεινό το μαύρο κυπαρίσσι, Τώρα να ζω καλόγηρος 'ς αυτό το 'ρημοκκλήσι… Ποιος ήμουν…και ποιος έγεινα! — Και πάλι ο γέρως πάλι Έσκυψε πάλι κλαίγοντας 'ς το βράχο το κεφάλι.
ς'.
Ποιος ήταν και ποιος έγεινε; Ήταν απ' τ' άγιο χώμα. Τότες όλοι τον ήξεραν και τον θυμούνται ακόμα Τον Κωσταντή 'ς τα Γιάννινα, τον πρώτο κυνηγό τους, Οπού κανένα απάτητο δεν άφηκε βουνό τους. Κ' ήταν ένας ωμορφονιός, των κοπελλών η τρέλλα, Χρυσό καμάρι των γονηών, των Τούρκων πάντα φέλα. Τα πρώτα του τα γράμματα τάμαθε 'ς τον Ψαλλίδα. Τα λόγια του τούταν για την Πατρίδα. Τώδειχνε η μάνα του συχνά συχνά τα κορφοβούνια Και των κλεφτών τ' αράδειαζε τα έργα. Και 'ς την κούνια Ακόμα που τον βύζανε μικρό 'σάν τ' Αγγελούδια Τον ύπνο του νανούριζε με κλέφτικα τραγούδια. Χαρά 'ς το τέτοιο το παιδί που έτσι μεγαλώνει! Αξίζει η πατρίδα του για να το καμαρώνη. Από μικρούθε 'ςτ' άρματα συνήθεισε το χέρι, Κι' όταν λεβέντης έγεινε ήταν αετός-ξεφτέρι. 'Στή λίμνη εκεί την ώμορφη ή γύρα 'ς τα βουνά της Θα νάβρισκε τον Κωνσταντή συχνά κάθε διαβάτης Να κυνηγάη πέρδικες, παπιά και περιστέρια Και των κλεφτών τον ήξεραν ακόμα τα λημέρια, Οπού ζαρκάδια, αγριόχοιρους, αλάφια κυνηγούσε Ή με τ' αρκούδια πάλευε ή λύκους ξεκοιλούσε. 'Σ τα Γιάννινα είν' ώμορφαις. Ο Κωνσταντής 'ς τη νηότη Αγάπησε· κ' ήταν αυτή η ύστερη και πρώτη Αγάπη και γυναίκα του. Του γέννησε η 'Λένη Αγγέλους δυο, και πέρναγαν ζωή χαρητωμένη.
Της Ρούμελης την όχεντρα, το γέρο τον Αλή Τον ξέγραψε ο Σουλτάνος του, τον είπε φερμανλή, Κεφάλι σήκωσε ο Αλής, και την Αρβανιτιά του Μαζεύοντας 'ς τα Γιάννινα γύρευε τα χαρτιά του. Δεν τον ακούει ο αφέντης του, τον έχει αφωρεσμένον, Και στέλνει ασκέρια αμέτρητα που τον βαστούν κλεισμένον Και θέλει το κεφάλι του φερμένο 'ς το σιντόνι, Στέλνει πασάδες τον Χουρσήτ με τον Ομέρ Βρυώνη. Κι' ο Αλή-Πασάς τόσο καιρό δεν δίνει τα κλειδιά του Κλεισμένος μέσ' 'ς το κάστρο του 'σάν λύκος 'ςτή φωλιά του. Μια 'μέρα αγνάντια 'ς το νησί ακούστηκαν τουφέκια, Φωναίς πολλαίς, αλαλαγμός, σάλπιγκες, τουμπελέκια· Εσκότωσαν το γέρω Αλή. Πήραν το κάστρο απάνου. Πήρανε και τα Γιάννινα τ' ασκέρια του Σουλτάνου. Τότες ακούσθη κ' η βροντή απ' την Αγία Λαύρα, Κ' εφάνηκαν μέσ' 'ςτά βουνά σύγνεφα 'λίγα μαύρα, Κι' απώνα βουνό 'ς άλλο Πετούν, πυκνώνουν, γίνονται ένα βαρύ, μεγάλο, Που απ' άκρη 'ς άκρη τη βαθειά τη φοβερή μαυρίλα Απλώνει 'ς την Ελληνική τη χώρα. Ανατριχίλα! Επανεστάτησε ο Γκιαούρ! Κλεισμένος 'ς το χαρέμι Τ' ακούει ο Σουλτάν Μαχμούτ και ρυάζεται και τρέμει, Και τα πυκνά τα γένεια του τινάζει με λαχτάρα. Φωτιά, προστάζει και σφαγή και γύμνια και τρομάρα! Φεύγουν οι δόλιοι χριστιανοί πώς φεύγουν τα πουλιά, Όταν θολούρα τα βαρεί αλάργα απ' τη φωληά, Και μέσ' 'ςερμιαίς βαθειαίς γυρνούν και κρύβονται 'ςτά βράχια. Οι κάμποι μένουν έρημοι, καίγονται χόρτα αστάχυα. Ρήμαξαν και τα Γιάννινα, φεύγουν η φαμηλιαίς, Και καταφύγι 'ς των βουνών βρίσκουνε ταις σπηληαίς, Εκεί, 'ς τον Πίνδου ταις κορφαίς, 'ς άγρια ξηρά βουνά, Και μέσ' 'ς τα &σκέμπια& ανάμεσα, σε βράχους, σε στενά, 'Σάν αδερφάκια ασπρίζουνε τα δυο κεφαλωχώρια Συρράκου—καλαρύταις 'Σ τους βράχους του μεγάλοι αετοί φωληάζουν και πετρίτες. Το σύνορο τα χώρισε, και ζούνε τώρα χώρια. Οι πλειότεροι απ' τα Γιάννινα ηύραν εδώ κρυψώνα· Εδώ τον πρώτο πέρασαν του χαλασμού χειμώνα. Εδώ ο Κώστας έφερε κι' αυτός την φαμηλιά του, Τη μάνα, τον πατέρα του, τη Λένη τα παιδιά του. Εδώ κ' εγώ 'γεννήθηκα, εδώ τον ήλιο είδα, Αυτά τα βράχια τα 'ψηλά έχω εγώ πατρίδα. Όταν ο Απρίλης έχυσε τα χνώτα τα ζεστά του Κι' ο Πίνδος ξεφορτώθηκε τα χιόνια τα πολλά του, Ανέβηκαν και 'ς τα βουνά τα Τούρκικα σ' ασκέρια Και πήραν σβάρνα τα χωριά για κλέφτικα λημέρια. Η Καλαρύταις χάλασαν, και το Συρράκου αντάμα, Και του Μεσολογγιού κ' εδώ ακούσθηκε το κλάμα. Όσοι γλυτώσαν έφυγαν γυμνοί και τρομαγμένοι Προς των Τζουμέρκων τα βουνά. Οι Τούρκοι λυσασμένοι Αχόρταγοι τους κυνηγούν ακόμα κ' εκεί πέρα. Εδώ ο Κώστας έχασε τον γέρο τον πατέρα. 'Σ το Βουργαρέλι οι χριστιανοί, οι Τούρκοι από κοντά τους. Οι Αγραφιώταις παρεκεί φυλάγουν τα βουνά τους. Εδώ οι Τούρκοι σταματούν· εδώ δεν κυνηγούνται 'Σαν έφτασαν οι χριστιανοί, όσοι έμειναν σκορπούνται 'Σ το Βάλτο, 'ς το Ξηρόμερο, άλλοι 'ς το Καρπενήσι. …………………………………………… Γλήγορος απ' τα Γιάννινα ο 'Μέρ είχε κινήση Την Επανάστασι μιας να σβύση 'ς την Ελλάδα. Και σέρνει ασκέρια αμέτρητα πεζούρα και καβάλα. Διαβαίνει το Μακρύνορο, διαβαίνει τη Φλωριάδα, Και χύνεται 'ς τα χειμαδιά του Βάλτου τα μεγάλα 'Σάν τ' Άσπρου τα πολλά νερά θολά, κατεβασμένα Κι' όπου περνάει αφίνει ερμιά, κι' αυλάκια στερφεμένα Κι' ολούθε σκλάβους παίρνει Κι' αρμάθες 'σάν ο Χάροντας 'ς τ' ασκέρια του τους σέρνει. Κατά τ' Αγρίνι κάτω Βρίσκει του Πίνδου του Σουλίου τον κόσμο το φευγάτο· Βρίσκει τον Κώστα πούχ' εκεί τη φαμηλιά του φέρει Και παίρνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του παίρνει. Να φύγη ο Κώστας δε 'μπορεί και πέφτει προσκυνάει. Τον ξέρει από τα Γιάννινα για πρώτον 'ς το κυνήγι Και με τους άλλους σκλάβους του ο 'Μέρης δεν τον σμίγει, Μόνο να κυνηγάη Για το σουφρά του τον κρατεί και τον καλοταγίζει.
Ζ'.
'Σ το Μεσολόγγι σταματά ο 'Μερ-πασάς, κ' ελπίζει Ότι ολόκερη κρατεί τη Ρούμελη 'ς το χέρι Και γλήγωρα για το Μωρηά τ' αμέτρητό του ασκέρι Λαίμαργο θα κινήση. Το όνειρό σου το χρυσό γρήγωρα, Ομέρ, θα σβύση· Το δρόμο σου αν δε σώκοψε ως τώρα ένα τουφέκι, Το Μεσολόγγι το μικρό που άφωνο τώρα στέκει Θα να σου γίνη μνήμα· Ανέλπιστη τ' αγέρωχο θα να σου κόψη βήμα. Σέρνει ο Βρυώνης τέσσερες χιλιάδες Αρβανίταις, Και τετρακόσιοι μοναχά είναι οι Μεσολογγίταις. Ο Μάρκος Βότσαρης μαζύ, της Κιάφας ο αετός, Τριάντα πέντε του Σουλιού συγύριζε ξεφτέρια, Ολομερίς σαλεύονται του Ομέρ-πασά τ' ασκέρια, Και σκώνεται μεσουρανίς πυκνός ο κουρνιαχτός. Άξαφνα βρέθηκε μια αυγή κλειστό το Μεσολόγγι. Μαύριζε γύρα η Αρβανιτιά, 'σάν να το ζώνουν λόγγοι. Κλειέται με μιας κ' η θάλασσα· κι' ο &Μέρης& μανιωμένος, 'Σάν λύκος λυσσασμένος, Γρήγωρα θέλει τα κλειδιά. Τ' αρνιούνται οι κυκλωμένοι. Είνε το πρώτο κλείσιμο, δεν είναι πεινασμένοι, Και δεν τους λείπει τίποτα, έχουν μπαρούτι-βόλι, Έχουν καθάρια τη ματιά, είνε λιοντάρια όλοι. Για να γελάσουν τους οχτρούς, για να τους παντεχένουν Αμέτρητους, αμέτρητα σπαθιά 'ς τους τοίχους στένουν, Και τουφεκίζουν όλοι τους μια εδώ, μια εκεί, μια πέρα, 'Σάν νάχουν τα προχώματα πιασμένα πέρα-πέρα. Με λίγαις 'μέραις 'ς το γιαλό καράβια ' 'ξαγναντίζουν, 'Λίγα καράβια Ελληνικά κι' οι Τούρκοι αναμερίζουν. Η θάλασσα είνε ελεύθερη. Το Μεσολόγγι κράζει: — Έλα να πάρης τα κλειδιά, πασά! — Ο 'Μέρ φρυμάζει, Και καρτερεί 'σάν όχεντρα πότε να βρη καιρό Για να χουμήση άξαφνα. Ξεγέλασμα πικρό!. . Το Μεσολόγγι. Ομέρ-πασά, δεν το φυλάν' οι τοίχοι, Τ' ανδρεία στήθηα το φυλάν και η καλή του τύχη.
Η'.
'Ξημέρωναν Χριστούγεννα. 'Σ τα παγωμένα αθέρια Λάμπουν χρυσά τ' αστέρια, Και 'ς το φεγγάρι που έτοιμο να βασιλέψη σκύβει Πέρα 'ς του Βάλτου τα βουνά — που καταχνιά τα κρύβει — Ασπρίζουν του Ζυγού η κορφαίς η χιονοσκεπασμέναις, 'Σάν νάν' 'ψηλά φαντάσματα, 'ψηλαίς καμαρωμέναις Ως 'ς τ' άστρα, λες κι' απόκρυφα μ' αυτά συνομιλούνε. Ανάρηα-ανάρηα τα Ζυγά την Πούλια ακολουθούνε Και περασμένη τη 'μισή τη νύχτα σημαδεύουν. Σβυέται ο Σταυρός μεσουρανίς· οι Δράκοι βασιλεύουν. Σε 'λίγο το φεγγάρι 'Σάν βασιλέψη τρίβαθο σκοτάδι θε να πάρη. Πόσο το χειμωνιάτικο είν' άγριο το σκοτάδι! Κι' αν ξενυχτίσης 'ς το βουνό, 'ς το λόγγο, ή λαγκάδι Διπλή σου χύνουν 'ς την καρδιά, διπλή ανατριχίλα Το κρύο κ' η μαυρίλα. Τη νύχτα εκείνη εδιάλεξε ο 'Μέρ για το σκοπό του. — Απόψι αγρύπνια ολονυχτίς, λέει 'ς το σύμβουλό του, Κ' ύστερ' απ' τα μεσάνυχτα, 'σάν το φεγγάρι φύγη, Την ώρα που των Χριστιανών η εκκλησιά ανοίγει Και πάνε τα Χριστούγεννα αυτοί να λειτουργήσουν Και 'ς τα προχώματα 'ψηλά κανένας δε θα μείνη. Τη νύχτα, λέγω, εκείνη Τ' αμέτρητα τ' ασκέρια μας άξαφνα να χουμήσουν Κι' ως 'ς την αυγή να στήσουμε, πατώντας τον οχτρό μας, 'Σ τους τοίχους του Μεσολλογγιού το μισοφέγγαρό μας. — Ο λόγος δίνεται με μιας 'ς τ' ασκέρια πέρα-πέρα, Και με φωναίς χαρούμεναις γιομίζουν τον αγέρα.
Θ'.
Το φεγγαράκι λίγο τι να βασιλέψη θέλει Και ώμορφα χαμογελά και φέγγει 'σάν να στέλλη 'Σ τη γη μας καλονύχτισμα. 'Σ τη λάμψη του η φύσι Φαίνεται πούναι 'ς όνειρα, σε ύπνο βυθισμένη, Η λίμνη του Μεσολογγιού αστράφτει αγρυπνισμένη, Γιατί τ' αγέρι το τρελλό θέλει να την φιλήση, Κι' όσαις φοραίς το χέρι του απάνω της απλώνει, Πεισμώνει αυτή κι' ανάλαφρα το μέτωπο ζαρώνει. Καθάρια τα νερά της Σωπαίνουν όλα. Μοναχά σε κάθε ακρογιαλιά της Με κάνα λιανολίθαρο παίζουν ή με λουλούδι Και μουρμουρίζουν, 'σάν παιδιά, κάνα γλυκό τραγούδι. Άξαφνα απ' τ' Αντιλικού τώμορφο τ' ακρογιάλι Ένα μονόξυλο μικρό μ' ένα πανί προβάλλει. Τραβάει προς του Μεσολογγιού το κάστρο, κι' από πέρα 'Σάν απ' τη λίμνη φαίνεται να βγαίνη 'ς τον αθέρα Άσπρο πελώριο φάντασμα. Ανοίγουν τα κουπιά του Σαν τα φτερά του γερακιού. Σε μια κι άλλη μεριά του Της λίμνης τ' άσπρα τα νερά τα δόλια δεν προφταίνουν Να το 'ρωτήσουν τι του φταίν' κ' άγρια τα ξεσχίζει. Βογγούν, φωνάζουν, σκούζουνε και μεριασμένα μένουν Κ' εκείνο φεύγει και πετά και σχίζει, πάντα σχίζει, 'Σάν νάθελε σε μια στιγμή εκεί που πάει να φθάση. Μέσα του το γραμματικό καθάρια το Θανάση Βλέπω του καπετάν Μακρή. Γιατί; γιατί και συ, Θανάση, δεν ακούγεσαι; Πού είνε η χρυσή Φωνή σου απόψε που συχνά τη λίμνη χαιρετούσε Κ' η λίμνη σε χαιρότουνε και σου χαμογελούσε; Γιατί 'σάν δίχως όρεξι καταμεσίς ξαπλώνεσαι Κ' ακουμπισμένος 'ς τους σκαρμούς τα μάτια στηλωμένα Έχεις 'ψηλά 'ς τον ουρανό, 'σάν τ' άστρα ένα-ένα Ν' αναμετράς; Για το μικρό χωριό σου μη σε πόνεσε Μήνα για τον πατέρα σου τ' αδέρφια σου Θανάση; .. Ω μη! μη συκλετίζεσαι. Κ' η μέρα σου θα φθάση Να ιδής και την πατρίδα σου να ιδής και τους δικούς σου Όπως τους θες … ελεύθερους. Με τέτοιους λογισμούς σου Μη την πικραίνης την καρδιά, ω μη! μη την ραγίζης. Θανάση, ξύπνα· κάτσε εκεί που πάντα συνειθίζεις Και το γλυκό σου πάρε μας, Θανάση, το τραγούδι, Οπού τ' ακούγουν τα βουνά και χαίρουν, καμαρώνουν, Τ αγρίμια κ' ημερεύουνε, τα δέντρα χαμπηλώνουν, Και χύνει μόσχο-ανασασμό του βράχου το λουλούδι Γιατί σε τέτοια συλλογή κάθε χαρά να πνίξης; Η λίμνη πώς σε καρτερή τα χείληα σου ν' ανοίξης!! Και τι γλυκότερο απ' αυτό! Τη λίμνη να περνάς Με τέτοια ώμορφη βραδειά, Που τα κουπιά σου 'ς τα νερά μονάχος να γυρνάς, Και το γλυκό τραγούδι σου να βγαίνη από τα χείληα… Τι θέλγητρο!-τι ζήλια! Χαρά 'ς αυτόν που βάσανα δεν έχει 'ς την καρδιά! Κ' εγώ θυμούμαι ταις βραδειαίς αυταίς 'ς την ξενητειά μου Που με τραγούδια με χαραίς εφτέρωνε η καρδιά μου 'Στη λίμνη των Γιαννίνων μου, 'ς τη λίμνη αλήθεια εκείνη Που κάθε μια νυμφαία της και κάθε καλαμιά της Κρύβει Νεράιδες ώμορφαις, κ' εις κάθε ακρογιαλιά της Με τραγουδάκι ερωτικό κάθε της κύμα σβύννει· Κ' εκείνο τώμορφο νησί με το μικρό βουνό του, Με μοναστήρια 'ς τη κορφή, 'ς τα πλάγια, 'ς το ριζό του, Με ταις βαθειαίς του ταις σπηληαίς, Τα κάτασπρα τα σπήτια του μέσ' ς τα κλαριά χωμένα Κλαριά γιομάτα χλωρασιά και πάντα φυλλωμένα, Πώχουν αμέτρηταις φωληαίς Πουλιά μικρά γλυκόλαλα λογιών-λογιών χιλιάδες, Κ' εμπρός τα πλάγια του βουνού γιομάτα πρασινάδες . . . Πατρίδα μου! πώς απ' τον νου εγώ να σε ξεγράψω! 'Σάν σας θυμούμαι, Γιάννινα, αχ πώς, πώς να μη κλάψω;
Ι'.
Ακόμα ο Γραμματικός κάθεται ξαπλωμένος· Ακόμα δείχν' η όψι του πούνε συλλογισμένος. Αχ! νάξερα τον πόνο σου, Θανάση μου, τον τόσο, Και να μπορούσα ο δύστυχος να σου τον βαλσαμώσω! Άξαφνα-άξαφνα μεμιάς κόβει τη συλλογή του, Και: — Στάσου, κράτα τα κουπιά! — κράζει του καϊκτσή του. — 'Στό δώθε του Μεσολογγιού, του λέει, τ' ακραγιάλι Έν' άσπρο-άσπρο και μικρό απ' τη στερηά προβάλλει. — — σώπα, θα νάνε φάντασμα, — αυτός τ' απολογέται. — Όχι. Πώς κυματίζεται δε βλέπεις, πώς κουνιέται; Κ' είνε γερμένο προς εμάς. Σημαία ή μαντύλι. Τράβα να πάμε προς εκεί: αν είνε Τούρκ' ή φίλοι Θα τους ιδούμε από μακρά. — Γυρνάει το καΐκι Κι' αυτός το σπρώχνει προς εκεί. Μεριάζει από τα φύκη, Κ' έρχεται 'ς την ακρογιαλιά, και τα κουπιά μαζώνει. Βλέπουν εκείθε 'ς το γιαλό άνθρωπο να σιμώνη, Και τ' άσπρο το μαντύλι του κουνώντας τους φωνάζει: — Παιδιά! Αν είστε χριστιανοί, ελάτε· μη σας σκιάζει Η παρουσία μου εδώ. Απ την αυγή γυρνάω Απ' όξω του Μεσολογγιού, τάχα πως κυνηγάω. Έν' από σας για νάβρω, Έν' αδερφό μου χριστιανό για να του 'πω χαμπέρι, Πικρό χαμπέρι, μαύρο, Που το φυλάγουν μυστικό 'ς του Ομέρ-πασά τ' ασκέρι. Παιδιά! Για όνομα Θεού, μη, μη φοβάστε, ακούτε. Το Μεσολόγγι ο Θεός δε θε να χάση ακόμα. Ούτε να πέση η Ρούμελη, ούτε ο Μορηάς μας ούτε. Και τώφερε το μυστικό και 'ς το δικό μου στόμα. Αδέρφια, μη, μη σκιάζεστε τον χριστιανόν εμένα. Αν βρίσκωμαι με τους οχτρούς, αχ! μώχουν σκλαβωμένα Τα τέκνα, τη γυναίκα μου. Απόψε πριν χαράξη 'Σάν το φεγγάρι 'ς τα βουνά 'ς τη δύσι του αράξη, Την ώρα που τη Γέννησι, αδέρφια, του Χριστού μας Θα να σημαίνουν η εκκλησιαίς, τ' ασκέρια του οχτρού μας 'Σ το Μεσολόγγι άξαφνα ακέρηα θα χουμήσουν, Για νάβρουν τα προχώματα έρμα, να το πατήσουν. Γιατί πιστεύει ο 'Μέρ-πασάς, τώμαθε από προδόταις, Πως θάνε οι φυλαχτάδες σας 'ς ταις εκκλησιαίς μας τότες. Σύρτε και πέτε τους εσείς 'ς την εκκλησιά μην 'πάγουν, 'Σ τα τείχηα να φυλάγουν. Σύρτε και πέτε τους, παιδιά· γιατ' ο Θεός με στέλλει. Το Μεσολόγγι να χαθή δεν θέλει Αυτός, δεν θέλει! — Είπε και το μαντύλι του κουνώντας 'ς τον αέρα Εχάθηκε μέσ' 'ςταίς λακαίς και μέσ' 'ςτά σχίνα πέρα. Με μιας μ' αυτόν βασίλεψε και το φεγγάρι 'ς τα βουνά. Του Βάλτου κ' έγειναν με μιας βουνά, λαγκάδια σκοτεινά. Ποιος ήταν αυτός πούφερε το μυστικό χαμπέρι Απ' του Ομέρ τ' ασκέρι; Πέτε τον σεις, 'ψηλά βουνά, βρυσούλαις και λαγκάδια. Σεις, που τον συντροφεύετε τόσαις αυγαίς και βράδυα! Πέτε τον σεις βράχοι κλαριά, του Ομέρη τον προδότη. Τον Κώστα το Γιαννιώτη!
ΙΑ'.
Ξημέρωναν Χριστούγενα. Η εκκλησιαίς σημαίνουν Κουνιούνται τα καμπαναριά, και η φωναίς που βγαίνουν Απ' το βαθύ και διάπλατο κάθε καμπάνας στόμα 'Μοιάζουν Χειρουβεικούς ψαλμούς, 'σαν το απ' ουράνιο δώμα Χιλιάδες τα Χριστούγεννα να τραγουδούν αγγέλοι· Και κάθε αχτίδα από 'ψηλά που κάθε αστέρι στέλλει 'Μοιάζει αγγελική ματιά. Θρησκεία! γλυκειά μάνα, Τι ώμορφη δίνεις εσύ λαλιά και 'ς την καμπάνα, Και πόσο εκείνη η λαλιά σαλεύει την καρδιά μας! Πόσαις εκείνος ο σταυρός απ' τα καμπαναριά μας, 'Σ την αντηλιάδα χύνοντας τόσαις χρυσαίς αχτίδες, Χύνει βαθηά μας, 'ς την ψυχή, γλυκαίς χρυσαίς ελπίδες! Κ' η δυο εκείναις χαραυγαίς που αγγέλλοι κατηβαίνουν Μέσ' απ' τον ουρανό 'ψηλά κ' έρχονται και σημαίνουν Χριστούγεννα κι' Ανάστασι, ω! τι μυστήριο χύνουν, Τι χαραυγούλαις είν' αυταίς, πόση ζωή μας δίνουν! Λάμπουνε, τ' ασυγνέφιαστα τα ουράνια 'σάν ζαφείρια· 'Σάν μάτια π' αγρυπνήσανε φέγγουν τα παραθύρια· Χαρούμεναις και σιγαλαίς 'μιλιαίς σμίγονται γύρα. Και από κάθε θύρα, Που ανοίγεται, βγαίνουν μορφαίς γελούμεναις λουσμέναις. Γλυκαίς καλοντυμέναις. Κρατούν 'ς τα χέρια τους κηριά, λαμπάδες. 'Στή ματιά τους Λάμπ' η χαρά που 'νοιώθουνε βαθειά μέσ' την καρδιά τους 'Ξημέρωναν Χριστούγεννα. Θύραις ολούθε ανοίγουν Κι' ολούθε τώρα οι χριστιανοί 'ςταίς εκλησιαίς μας σμίγουν 'Στό Μεσολόγγι μοναχά, απόψι διακρίνω Μέσα 'ς ταις εκκλησιαίς ερμιά, και η ερμιά εκείνη Βαρύ κρυφό παράπονο κατάκαρδα μου αφίνει Που ένα δάκρυ φλογερό δίχως να νοιώσω χύνω Και μου ραγίζεται η καρδιά και δυο μεγάλοι βόγγοι Με πνίγουν μέσ' ς'τα στήθηα μου. Καϋμένο Μεσολόγγι! Ήταν γραμμένο εκεί 'ψηλά, φτωχό, να μη γιορτάσης Φέτος εσύ Χριστούγεννα 'ς την εκκλησιά! Να πιάσης Τα μετερίζια πρέπει συ αρματωμένο απόψι Και την πορειά του Ομέρ-πασά τη φοβερή να κόψη Το φλογερό τουφέκι σου, το χώμα σου να σπάση Το κύμα αυτό που ολάκερη βουλιέται να σκεπάση Την έρμη την Ελλάδα μας! Και θε ναρθούνε χρόνια Που θα γιορτάσης με χαρά, με δίχως καταφρόνια Χριστούγεννα κι' Ανάστασι!..
Μέσ' 'ς το σκοτάδι το βαθύ της νύχτας, του Ομέρη Κινάει απ' το στρατόπεδο τ' αμέτρητο τ' ασκέρι Με μια 'περήφανη χαρά, μ' ένα χρυσό όνειρό του 'Σ το Μεσολόγγι πώς θα 'μπή. Με τον αλαλαγμό του Σμίγονται που κ' οι θλιβεροί καμμιάς καμπάνας ήχοι, Καμπάνας του Μεσολογγιού. Σιμώνει ο οχτρός τα τείχη Άξαφνα, ανέλπιστα, με μιας 'σάν σύγνεφα αστράφτουν Και μέσ' 'ς τα μαύρα χώματα χίλια κουφάρια θάφτουν. Πέντε φοραίς ως την αυγή ρίχνεται με τ' ασκέρι 'Σ τους τοίχους του Μεσολογγιού ο 'Μέρης λυσσασμένος Και πέντε γύρισε φοραίς 'μισός και 'ντροπιασμένος. Το Μεσολόγγι απάτητο τωύρε τ'ς αυγής τ' αστέρι. Τώμαθε η άλλη Ελλάδα, Κ' εσήκωσε 'περήφανο-'περήφανο το φρύδι. 'Σάν θυμωμένο φίδι, Και χύνεται μέσ' 'ςτήν Τουρκιά κι' αλλού της καίει αρμάδα Αλλού της καίει τα χωριά· κι' απ' άκρη 'ς άκρη ανάφτει Μεγάλη η Επανάστασι, σπαθί ολούθε αστράφτει. Κ' αλύσια κόβονται βαρηά και πέφτουν και βροντούνε 'Σάν να χτυπιούνται απ' αστραπή και 'σάν να ξεψυχούνε Χίλιαις χιλιάδες δαίμονες ….
ΙΒ'.
'Στα κοφοβούνια του Ζυγού 'ς τα κρούσταλλα 'ς τα χιόνια Και 'ς έρμα ανάμεσα κλαριά παμπάλαια-αιώνια Ο Κώστας κάθεται και κλαίει ζωμένος τάρματά του, Κι' αναστενάζοντας βαρηά, 'σάν νέφιο φορτωμένο, Φωνάζει τη γυναίκα του, φωνάζει τα παιδιά του, Είνε το μοιρολόγι του πικρό, φαρμακωμένο, Και μόνη μια παρηγοριά, βαθειά τόνε γλυκαίνει, Η δόξα του Μεσολογγιού. Ο 'Μέρ-πασάς μαθαίνει Του κυνηγού την προδοσιά και 'ς την απελπισιά του. 'Σάν πήρε ο Κώστας τα βουνά, του σφάζει τα παιδιά του. Τώπαν του Κώστα 'ς τα βουνά και τάρματα πετάει Και 'ς της Κλεισούρας το μικρό το ρημοκλήσι πάει Και γίνεται καλόγηρος, ντύνεται ράσα μαύρα Και της καρδιάς του την πολλή θέλει να σβύση λάβρα Με δάκρυα νύχτα-'μέρα, Μ' αναστενάγματα βαρηά που καίνε τον αγέρα. Ω, πόση νοιώθη αλάφρωσι ο πεζοδρόμος πόση 'Σάν από βράχια και βουνά και λαγκαδιαίς γλυτώση. Και 'ς το μικρό καλύβι του το βράδυ-βράδυ φθάση! Κι' ο άνθρωπος, ταξειδευτής του κόσμου, 'σάν περάση Ταις τόσαις του κακοτοπιαίς, τα τόσα του τα πάθηα, Ω, πόση βρίσκει αλάφρωσι 'ς της Εκκλησιάς τα βάθηα 'Στά βάθηα του μοναστηριού! Ω, πόση η πονεμένη Ψυχή βρίσκει ανάπαυσι 'ς εσένα αφιερωμένη, Θρησκεία! Όταν, τα βάσανα του κόσμου, ανεμοζάλη, Κατάστρατα τον άνθρωπο χτυπάει και παραδέρη, Πόση, θρησκεία, 'σάν 'ς εσέ το λογισμό του φέρη, 'Βρίσκει γλυκειά παρηγοριά 'ς την ιδική σου αγκάλη! Πόσαις φοραίς το χέρι σου, που λίβανα μυρίζει, Τα πικραμένα δάκρυα μας 'σάν μάνα τα σφογγίζει! Και τα γλυκά τα λόγια σου και τα ζεστά φιλιά σου Πώς μας κοιμίζουνε γλυκά 'ς τη μητρική αγκαλιά σου! Παντού, Θρησκεία, εσύ Μάνα μας γίνεσαι παντού κ' ελπίδα μας χρυσή! Καλόγηρος ο κυνηγός. Κλεισμένα 'ς την κασέλλα Τα τρώει ο σκόρος τα πισλιά, την άσπρη φουστανέλλα. Τα φλωροκαπνισμένα του τσαπράζια, τάρματά του Παραιτημένα σκούριαζαν 'ς τους τοίχους κρεμασμένα. Κάποτε ρίχνει απάνω τους καμμιά κρυφή 'ματιά του. 'Σάν θυμηθή τα χρόνια του εκειά τα περασμένα. Θυμάται και τα Γιάννινα τ' αγαπημένα τότε, Και πότε κλαίει τα νηάτα του και την πατρίδα πότε.
Κοιμήσου 'ς το ελεύθερο, Καλόγηρε, το χώμα Κι' ουράνια τον ύπνο σου όνειρ' ας νανουρίζουν! Τάρματα ίσως τάθελες κι' αυτού να τάχης στρώμα· Ποιος ξέρει σε τι μαύρη γη, πατέρα, να σαπίζουν! Κοιμήσου. Τώρα χειμωνιά την Ήπειρό μας δέρνει Και κρύο, ξέρα, παγωνιά 'ς τα χώματά της σπέρνει. Όταν κ' εκεί η ελευθεριά την άνοιξι 'ξαπλώση Και το χορτάρι το χλωμά 'ς το χώμα της φυτρώση. Θάρθω να σε ξεθάψω 'γώ και τάγια λείψανά σου Θα να τα πάω 'ς τα Γιάννινα· εκεί θα να τα θάψω Κι' απάνω από το μάρμαρο του τάφου σου θα γράψω Μαζί με τ' όνομά σου Το μέγα σου κατόρθωμα. Κ' οι Ηπειρώταις όλοι Ξεχωριστή θα στήσωμε για σε γιορτή και σχόλη. Ξεχωριστό μνημόσυνο για σε και λειτουργία. ………………………………….. Ω! που με φέρεις μάγισσα και πλάνα φαντασία! ΚΩΝΣΤ. Δ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ
ΑΓΡΟΤΙΚΑ
ΕΠΑΙΝΕΘΕΝΤΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΟΝ ΠΟΙΗΤΙΚΟΝ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΝ ΤΟΥ 1890
«Άρχετε βουκολικάς, Μοίσαι φίλαι, άρχετ' αοιδάς.» (Θεόκριτος)
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Τα &Αγροτικά&, είνε το τρίτον ποιητικόν έργον του Κρυστάλλη, δημοσιευθέν μετά τον «Καλόγηρον της Κλεισούρας» κατά το έτος 1891. Το έργον τούτο υπεβλήθη εις τον ποιητικόν διαγωνισμόν τον προκηρυχθέντα κατά το 1890 υπό του αγωνοθέτου κ. Χρ. Νικολαΐδη Φιλαδελφέως. Εν αυτώ ο ποιητής αναπτύσσεται και μεγαλύνεται, τανύει περισσότερον τας πτέρυγάς του, επεκτείνει την φαντασίαν και εναρμονίζει την ποίησιν όπως ψάλη τα κάλη του αγροτικού βίου ή περιγράψη τον βίον του λαού διά της γλώσσης αυτού του ιδίου λαού, διά λέξεων συλλεγεισών από τα χείλη των αγροτών, δι' εμπνεύσεως εκπηγαζούσης από την αρμονίαν και την ποιητικότητα της φύσεως και ουχί εξ απλής επινοήσεως. Η έμπνευσις τυγχάνει το πρώτον και απαραίτητον εφόδιον εις τον ποιητήν· ο ποιητής όμως δεν οφείλει μόνον να ξύη την κεφαλήν του ή να καπνίζη και εμπνέεται, αλλά να σπουδάζη εκείνα άτινα πρόκειται να εξυμνήση, να μελετά αυτά να τα αναπαριστά και να τα περιγράφη υπό την πραγματικήν αυτών όψιν. Ο ποιητής αφού πρόκειται να περιγράψη ή εξυμνήση τον αγροτικόν βίον δέον να είνε εις θέσιν να θαυμάση τα βουνά, τας κοιλάδας, τους ποταμούς, τους δρυμούς, τα νερά τα ηχηρώς κατερχόμενα εις τας χαράδρας, τους σπειρομένους αγρούς, τα τραγούδια του λαού, τον βίον, τα ήθη και έθιμα του Ελληνικού λαού διότι εάν δεν δύναται να εννοήση ταύτα, εάν δεν δύναται να τα αισθανθή, να συγκινηθή εξ αυτών, αδυνατεί και να τα περιγράψη.
Κατά το παρελθόν έτος επεσκέφθην τα Τζουμέρκα και διήλθον εξ Αγνάντων. Εις το μέσον του χωρίου — κειμένου επί της σειράς του Πίνδου — διέρχεται ποταμός όστις κινεί τα λεγόμενα &μαντάνια&, ή &νεροτρουβιαίς&, χρησιμεύοντα προς κατεργασίαν των μαλλίνων υφασμάτων αμέσως μετά την ύφασιν. Προ εμού επεσκέφθη το τμήμα τούτο και είς των διαπρεπών λογογράφων και έγραψεν αναμνήσεις εκδοθείσας εις ίδιον φυλλάδιον. Ο περιηγητής φθάσας εις Άγναντα και ακούσας τον θόρυβον των ανεβοκοτερχομένων ξυλίνων μανδανίων (εργαλείων) εξεπλάγη και την έκπληξίν του ταύτην χαράσσει εις τας αναμνήσεις του (Σελ 58) ως εξής:
Είνε ευάρεστος την θέαν η κώμη των Αγνάντων, από δύο κεχωρισμένων συνοικιών αποτελουμένη, και διχοτομουμένη, κατά μέσον από ευρύ χάσμα, κατάφυτον ενιαχού, ζευγνύμενον διά λιθίνης γεφύρας, και εις το βάθος του οποίου κυλίεται ρεύμα, μορφούμενον από των πέριξ ρεόντων και προς τα βάθη καταρρεόντων υδάτων. Υδρόμυλοι δουλεύουσιν εκεί, &και ξύλινα πρωτογενή ήξεστα χονδροειδή μηχανήματα, αρχεγόνου απλότητος&, δι' ύδατος κινούμενα, και τον απαλότητα σκοπούντα των εντοπίων μαλλίνων υφασμάτων, «μαντάνια» δε καλούμενα εν τω τόπω. Τοιαύτα στοιχειώδη μηχανήματα, ξύλινα επίσης, &είχον ειδεί πλείστα!!& και παρά τας όχθας του παραρρέοντος και διχάζοντος την Στενήμαχον ποταμού «Τοπαπάτζιες» δε καλούμενα, διά λέξεως ποιητικής, εις την αισθηματικήν εκείνην και αλησμόνητον Ελληνικήν κώμην της Ανατολικής Ρωμυλίας, την ενθουσιώδη, την υπερήφανον και φιλοπάτριδα, κλπ.
Ώστε, ως βλέπουσιν οι αναγνώσται ημών, ο περιηγητής των Τζουμέρκων, όστις τυγχάνει και άριστος των λογογράφων και ηδύνατο κάλλιστα να είνε και κριτής του ποιητικού αγώνος, ομολογεί ότι μίαν φοράν είδε &μαντάνια& εις την Ανατολικήν Ρωμυλίαν και δεύτερον εις την Άγναντα. Και όταν ο Ελληνικός λαός αναγινώσκη τοιαύτα εις επίσημον και εμπνευσμένον λογογράφον Έλληνα, ότι δηλαδή δεν είδεν άλλην φοράν εν Ελλάδι τοιαύτα περίεργα και πρωτοφανή πράγματα (=μαντάνια) εν ώ και έξωθεν των Αθηνών υπάρχουσι και λειτουργούσιν όμοια, δεν παραξενεύεται ότι οι κριταί, καίτοι ανομολογούσιν ότι &ο ποιητής των Αγροτικών& (=Κρυστάλλης) &πλουσιωτέραν έχει την ποιητικήν φλέβαν και ότι αναστρέφεται εις τον ευδαίμονα και μαγικόν κόσμον των παραδόσεων&, δεν τον βραβεύουσι &διότι η τοιαύτη ακρίβεια και απομίμησις της δημώδους γλώσσης και του δημώδους ύφους& φέρουσιν εις θέσιν τους κυρίους κριτάς &να μη διακρίνωσι τα έργα τον Κρυστάλλη από τα γνήσια δημοτικά … και διότι&, ως φρονούσιν οι κριταί, &ο ποιητής πρέπει να είνε δημιουργός γλώσσης και ουχί να καλλιεργή την δημώδη τοιαύτην&. Εις τα επιχειρήματα ταύτα, των κυρίων Κριτών αντιτάσσομεν ότι ο Κρυστάλλης δεν παρέστη, διά των έργων του, ενώπιον του κοινού κριτηρίου ως δημιουργός νέας αγνώστου ποιήσεως ούτε ως δημιουργός γλώσσης αλλ' ως ζωγράφος του ποιμενικού και αγροτικού βίου ως τελείως και εμπνευσμένως αναπαριστών τα ήθη και έθιμα του Ηπειρωτικού βίου. Δεν ηθέλησε δε ο εισηγητής των κριτών να εμβαθύνη εις τον βίον τούτον διότι, καίτοι και αυτός ποιητής, δεν ενεπνεύσθη από τας παραδόσεις του Ρουμελιωτικού βίου εν τη πατρίδι του, ένθα ούτε η φλογέρα ηχεί, ούτε χαράδραι και δειράδες υψούνται, ούτε η σούβλα και τα κουδούνια και τα παρόμοια συγκινούσι τους συμπατριώτας του· είνε δε αποδεδειγμένον ότι και ο ποιητής και ο ιστορικός ευδοκιμούσιν όταν ψάλλωσι και εξιστορώσι σύγχρονα γεγονότα ή εάν ταύτα πίπτωσιν εις την αντίληψίν των ή εάν παρέστησαν μάρτυρες πολεμικών γεγονότων ή ανδραγαθημάτων Διατί ο της αρχαιότητος ποιητής Αισχύλος περιέγραψε μετά θαυμασίας δεξιότητος την εν Σαλαμίνι ναυμαχίαν; διότι συνηγωνίσθη και αυτός και ησθάνθη την απήχησιν του γεγονότος της καταστροφής των Περσών και ιδίοις όμμασιν είδε κατραχυμένους τους βαρβάρους Ασιάτας.
Διατί ο Βαλαωρίτης συνεκέντρωσεν εις τα έργα του την γλώσσαν, τους πόνους και τους στεναγμούς της γενεάς των αρματωλών και του εθνικού αγώνος; διότι ήτο σύγχρονος και ήκουε τα γεγονότα από στόματος των αγωνιστών αυτών και διότι εις την Μαδουρήν της Λευκάδος ήρχοντο εξ Ηπείρου οι γόοι και οι θρήνοι του Ηπειρωτικού λαού έβλεπε δε και ο ποιητής τα υπερήφανα Σουλιωτικά βουνά έρημα.
Και ο Κρυστάλλης κατέγεινε και ησχολήθη ουχί εις διάπλασιν γλώσσης ως επεθύμει ο κ. εισηγητής, αλλά εις την απεικόνισιν του ζωντανού του ποιητικού, του αισθητού Ηπειρωτικού βίου. Το έργον αυτού υπήρξε σπουδαιότερον· διότι δεν επρόκειτο να φαντασθή και πλάσση ανύπαρκτα ούτε να παραλάβη εκ ξένης φιλολογίας γεγονότα και τα ενδύση φουστανέλλαν. Επρόκειτο μόνον να αναπαραστήση τον άγνωστον Ελληνικόν βίον και επέτυχε θαυμασίως μέχρι τούδε. Άλλως τε ο ίδιος ποιητής εις τους μετά τον πρόλογον τούτον στίχους μας λέγει ότι &εις το μεγάλο πανηγύρι& (του ποιητικού αγώνος) &απ' την πατρίδα, του φέρνει λίγα λουλούδια που εμάζεψε εις τους κάμπους και τα βουνόκορφά της.&
Ή έκθεσις των κριτών έχει ως εξής:
Εκ των 38 ποιητικών συλλογών, αίτινες απεστάλησαν εις τον αγώνα τούτον, αι μεν 28 απερρίφθησαν ως εντελώς ανάξιαι παρουσιάσεως, αι δε 9 εκ των λοιπών εθεωρήθησαν οπωσούν καλαί, δύο δε εβραβεύθησαν «τα Μάτια της Ψυχής μου» του κ. Κ. Παλαμά και τα «Ερείπια» του κ. Ι. Πολέμη και μία επηνέθη, τα «Αγροτικά».
«Πλουσιωτέραν έχει την ποιητικήν φλέβα ποιητής των Α γ ρ ο τ ι κ ώ ν. Στίχοι δημώδεις, κατά το πλείστον άπταιστοι, φαντασία και χάρις και άρωμα δημώδους ποιήσεως, είνε πανταχού του έργου επικεχυμένα. Αναστρέφεται εις τον ευδαίμονα μαγικόν κόσμον των παραδόσεων και γράφει τον Ήλιο και την Νύχτα», την «Νησιωτοπούλα», ήτις μας ενθυμίζει τα καθ' Ηρώ και Λέανδρον του Μουσαίου, «το Νεραϊδόπαιδο», «την Τραγουδίστρα και τον Βασιληά», και «την Ποδιά της Μαριώς» ήτις έχει ομοιότητα προς την Σταχτοπούταν κλ. Αλλ' η πολλή προσήλωσις εις τα δημώδη πρότυπα ζημιοί τον ποιητήν, όστις, φαίνεται, δεν εχειραφετήθη ακόμη, ώστε να τανύση τα πτερά του ελευθέρως προς τον ευρύν και ποικίλον κόσμον της ποιήσεως. Ομοιάζει το πτηνόν, όπερ γεννηθέν εντός ευθαλούς αγρού, δεν υποπτεύει έτι, ότι πέραν των αγρών αυτού διανοίγεται η μεγάλη, ελευθέρα, περικαλλής φύσις. Ίσως άλλοι ασμενίζουσιν εις την μέχρις ελαχίστων λεπτομερειών απομίμησιν της δημώδους γλώσσης και του δημώδους ύφους· ημείς όμως φρονούμεν ότι η τοιαύτη ακρίβεια, ο τοιούτος ζήλος και μικρολόγος είνε και αλυσιτελής. Πρώτον μεν διότι τα ούτω γραφόμενα ποιήματα θα έχωσι πάντοτε τοιαύτην τινά σχέσιν προς τα γνήσια δημοτικά, οίαν τα τεχνητά άνθη προς τα φυσικά. Δεύτερον δε διότι η καλλιέργεια της δημώδους γλώσσης, όπως καταστή όργανον της καθόλου ποιήσεως, ουδαμώς προάγεται κατ' αυτόν τον τρόπον. Ο Έλλην ποιητής σήμερον δεν πρέπει να είνε μόνον δημιουργός γλώσσης, ης κυρίως έχομεν ανάγκην. Διότι η μεν καθαρεύουσα είνε ακατάλληλος, η δε δημώδης ανεπαρκής· και είνε μεν αύτη αρμοδιωτέρα προς ποίησιν, αλλά τίνι τρόπω θα πλουτισθή, ώστε να εκφράζη τα υψηλότερα διανοήματα και τα βαθύτερα συναισθήματα του σημερινού ανθρώπου; Τούτο θα διδάξη εις τον ποιητήν το ίδιον εαυτού δαιμόνιον και θα συντελέση η πάροδος των χρόνων. Εν τέλει προτρέποντες τον χαρίεντα ποιητήν των Αγροτικών να δοκιμάση εις το στάδιον της γλώσσης την έμπνευσιν του δαιμονίου του, αναγινώσκομεν εκ των ποιημάτων αυτού «την Ποδιά της Μαριώς» ..
Μετά την ανάγνωσιν του ποιήματος τούτου εξήτασε τας δύο βραβευθείσας συλλογάς ο κ. Εισηγητής και έληξε την έκθεσίν του ούτω:
«Οι κριταί του παρόντος αγώνος, συγκρίναντες και σταθμίσαντες τας αρετάς και τα ελαττώματα των δύο καλλίστων συλλογών τούτων, απεφάσισαν εν ομοψηφία να βραβεύσωσι μεν «τα Μάτια της Ψυχής μου» και τα «Ερείπια», να επαινέσωσι δε τα «Αγροτικά».
Δ. ΡΟΪΔΗΣ Ν. Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ Α. ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΣ εισηγητής
Ότε επεχειρήσαμεν την εκτύπωσιν των έργων του Κρυστάλλη ενομίσαμεν ότι θα ήτο δυνατόν να περιληφθώσι ταύτα εν ενί και μόνω τόμω. Η μικρόν και κατ' ολίγον όμως επισωρευομένη ύλη ηνάγκασεν ημάς να σκεφθώμεν, ευρισκόμενοι εις το σημείον τούτο, περί διαιρέσεως εις δύο τόμους. Ούτω δε ο &πρώτος τόμος& περατούται ενταύθα περιλαμβάνων
ΣΚΙΑΣ ΤΟΥ ΑΔΟΥ, ΚΑΛΟΓΗΡΟΝ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ και ΑΓΡΟΤΙΚΑ.
Ο &δεύτερος τόμος& θα περιλάβη τον
ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΝ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ, τον ΨΩΜΟΠΑΤΗΝ (τα ανέκδοτα ποιήματα εν γένει) και τα ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ·
Οφείλεται δε η έκδοσις των έργων τούτων εις τον αγαπητόν και του ποιητού και ημών φίλον διευθυντήν του βιβλιοπωλείου της Εστίας κ &Ιω. Κολλάρον&. Γ. Κ. Γάγαρης
Εις το μεγάλο σήμερα Της Μούσας πανυγήρι, Που φέρνουν και στολίζουνε Την άγια της εικόνα
Από κάθ' άκρη Ελληνική Χίλιων λογιών λουλούδια,
Απ' την πατρίδα μου κ' εγώ Λίγα λουλούδια φέρνω, Που εμάζεψα 'ς τους κάμπους της Και 'ςτά βουνόκορφά της.
ΑΓΡΟΤΙΚΑ
ΤΟ ΝΕΡΑΪΔΟΠΑΙΔΟ
'Ψηλά 'ς το Νεραϊδόρρεμμα, που από το βράχο απάνου Πέφτει αφρισμένο το νερό και σκούζει και βογγάει Και φκιάνει λίμνη και γιαλό, και θεριωμένο εκείθε Πηδάει ταις πέτραις σαν στοιχειό και χάνεται 'ςτά πεύκα, Εκεί ο Γιαννούλας φύλαγε μια νύχτα με φεγγάρι, Να 'ρθούν τα 'λάφια 'ς το νερό να λαφοκυνηγήση.
'Σ τον ουρανό μεσάνυχτα δείχνει ο Σταυρός κ' η Πούλια.
Φυλάει αυτός ακοίμητος.
Πότε γλυκοκυττάζει Ψηλά τ' αστέρια τ' ουρανού, πότε κατά το ρέμμα, Που μέσ' 'ς το φως του φεγγαριού σαν νάν' ασήμι αστράφτει, Κ' εις κάθε φύλλο από δεντρί και χόρτο που κουνιέται Γυρίζει το τουφέκι του, στηλώνη τη ματιά του ….. Κι' ουδ' ένα 'λάφι εφάνηκε, ουδέ κάν' άλλο αγρίμι, Απ' τη σπηληά π' ανοίγεται παρέκει από το ρέμμα, Ξανθαίς Νεράιδες και Ξωθιαίς αυτήν την ώρα βγαίνουν. Λούζουνε τ' άσπρα τους κορμιά στο ρέμμα το καθάριο, Κι' απ' την πολλή την ωμορφιά κι' απ' τη μοσχοβολιά τους Μοσχοβολάει το νερό και λάμπει ο τόπος γύρα. Απλώνουν τα μαντήλια τους σταις πέτραις να στεγνώσουν, Και 'ς το σιαδάκι σταίνουνε χορό και τραγουδάνε.
Η Κάλλω σέρνει το χορό, η πρώτη των Νεράιδων, Και τραγουδάει η δεύτερη κι' ακολουθάν η άλλαις. Πάει ο χορός στρωτός-στρωτός και το τραγούδι αγάλια: — Όλαις η κόραις τον γιαλού, η ώμορφαις Νεράιδες, Όλαις μαραίνουν λεβεντιαίς, μαραίνουν παλληκάρια, Και δεν φοβούνται γηρατειά και δεν φοβούνται χάρο.
Κ' εμένα μ' εβαλάντωσε, με μάραν' η αγάπη, Μ' εμάραν' ένας κυνηγός κ' ένας καλός λεβέντης, Με το γραμμένο του κορμί με τη γλυκειά φωνή του.
Σαν βγαίνει τ' άστρο της βραδειάς, παίρνει της ράχαις δίπλα Και σταίνει βίγλαις 'ς τα βουνά και κυνηγάει αγρίμια. Έστησ' εμένα ξώβεργες τα νειάτα τ' ανθηρά του.
Πέφτουν 'ς ταις βίγλαις του τυφλά του κυνηγιού τ' αγρίμια, Έπεσε και 'ς τα βρόχια του ανύποπτ' η καρδιά μου. Αχ! νάταν τρόπος να τον 'βρώ καμμιά βραδειά 'ς τα πλάια, Και να μπορούσα η δύστυχη να τον 'μιλήσω ολίγο! . . . .
Κρυμμένος 'ς τα χαμόκλαδα 'κουρμένεται ο Γιαννούλας Με την καρδιά του ανήσυχη, όμως βουβός 'σάν πέτρα. Ακούει τα 'παινέματα, τα λόγια της Νεράιδας, Ακούει την αγάπη της και το παράπονό της, Και μίαν απόκρυφη χαρά 'ς τα σωθικά του νοιώθει. Ήξερε αυτός από μικρός ότι όποιο παλληκάρι Αρπάξη τ' ολομέταξο μαντήλι της Νεράιδας, Εκείνη αφίνει τα νερά, τον παίρνει από κατόπι, Και γίνεται γυναίκα του και γίνεται 'δική του.
Βάνει ο Γιαννούλας φυλαχτό μπαρούτι και λιβάνι Και πάει 'ς της πέτραις της οχθιάς κι αρπάζει το μαντήλι Και ροβολά 'ς τη λαγκαδιά και χάνεται 'ς τα πεύκα. Νοιόθει η Νεράιδα την κλεψιά και 'ς το χορό που σειέται Κοντοκρατάει το χορό και κόβει το τραγούδι.
— Μ' εκλέψανε!
λαχταριστά και ξαφνικά φωνάζει Και παίρνει τον κατήφορο 'ς του κυνηγού τα πόδια. Σαν ωργισμένος άνεμος, σαν σίφουνας, σαν μπόρα Κ' η άλλαις την ακολουθάν και φτάνουν τον Γιαννούλα, Μ' αυτός βαστάει το φυλαχτό, μπαρούτι και λιβάνι, Και να τον πιάσουν δεν μπορούν, ούτε να παν σιμά του. Φωνάζουν, σκούζουν ξέμακρα, το φυλαχτό να ρίξη, Κάποτε με γλυκόλογα, κάποτε με φοβέραις. Φωνάζει η Κάλλω, η ώμορφη, φωνάζει κ' η κλεμμένη, Φωνάζει με παράπονο, με κλάμμα και με αγάπη. Του κάκου· εκείνος τώξερε, τώμαθε από γρηούλαις. Που αν έπεφτε 'ς τα χέρια τους θάχανε τη ζωή του, Κι' ούτε γυρίζει να ταις 'δή, ούτε και κοντοστέκει, Μόν' ροβολάει μονανεπνιάς και χάνεται στα πεύκα.
Πέρασε η νύχτα. Της αυγής η ουράνια η δροσούλα Ραίνει τους βράχους, τα κλαριά, τα χόρτα, τα λουλούδια. Ξανθό το γλυκοχάραγμα προβάλλει απ' ταις κορφούλαις, Κι' ανάρηα-ανάρηα αρχίζουνε τ' αστέρια, το φεγγάρι
Ο κυνηγός που ροβολά με ταις Νεράιδες πίσω Φτάνουν ως το χωριό σιμά.
Προβαίνει η χαραυγούλα, Κ' ήρθεν η ώρα που ξυπνούν και του χωριού τα ορνίθια Και φεύγουν η Καλόγνωμαις. Το γνοιάστηκαν η άλλαις, Και γίνοντ' άφανταις με μιας και μένει η ερωτεμμένη.
Χρυσώνεται η ανατολή . . . . να και λαλεί τ' ορνίθι …. Στέκει ο Γιαννούλας . . . αγκαλιά και τη Νεράιδ' αρπάζει Και τήνε φέρει 'ς το χωριό…………………..
Τέσσαρα χρόνια πέρασαν χαριτωμένο ταίρι. Κι' εβλάστησε απ' το γάμο τους πεντάμορφο αγγελούδι . . . .
Μ' άλλαξε κι' όλας ο καιρός. Ήρθαν και μαύρα χρόνια· Κ' έπρεπε τώρα ο κυνηγός 'ς τα ξένα να γυρέψη Ψωμί για τη γυναίκα του, ψωμί για το παιδί του. Κρεμάει στον τοίχο τ' άρματα και φεύγει, πάει 'ς τα ξένα.
Μια Κυριακή και μια γιορτή στολίζετ' η Νεράιδα Να πάη κι' αυτή 'ς την εκκλησιά, να βγη και 'ς το σεργιάνι Κ' εκεί που βγάζει τα χρυσά 'πώνα σεντούκι απ' άλλο Ξανοίγει το μαντήλι της και κάμει πώς το δένει. Αλησμονεί τον άντρα της με μιας και το παιδί της Και παίρνει δίπλα τα βουνά, ταις λαγκαδιαίς, τα πλάγια. Πάλι Νεράιδα γίνεται, πάλι τη νηότη παίρνει Και με ταις άλλαις σμίγεται 'ς ταις τρίσβαθαις σπηλιαίς τους.
Ο λόγος βγαίνει 'ς το χωριό κι' απλώνεται 'ς τον κόσμο.
Τάκουσε μέσ' 'ς την ξενητειά ο δόλιος ο Γιαννούλας Κι' από την πολλή τη πίκρα του πέθανε εκεί, 'ς τα ξένα!
Ο γυιός του τώρ' ανδρειεύθηκε, και περπατάει τη νύχτα Με του Γιαννούλα τ' άρματα αλαφοκυνηγώντας Κι' ούτε Νεράιδες σκιάζεται ούτε Ξωθιαίς φοβάται, Γιατ' είνε Νεραϊδόπαιδο κ' έχει Νεράιδας αίμα.
Χωρίς ν' αρπάξη απ' τα μαλλιά δεν άφηκε Νεράιδα, Χίλιαις ως τώρα φίλησε κι' αγκάλιασε άλλαις τόσαις.
Χαρά 'ς τον όπου 'ς αγκαλιαίς δροσολογιέται τέτοιαις, Χαρά 'ς τον που μ' αθάνατα τέτοια φιλιά κοιμάται!…
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΙΣΤΙΚΟΥ
— Βάρε, Στρατή, τα πρόβατα κι' ανέβαστα 'ς τη ράχη. Και μη σουράς παράωρα, μη τραγουδάς τη νύχτα, Γιατί ξυπνάει ο Δράκοντας 'ς της ποταμιάς τα δέντρα, Ξυπνάει της βρύσης το Στοιχειό και του βουνού η Νεράιδα, Και της σπηλιάς η Μάγισσα κ' έρχονται και μας πνίγουν.
— Πατέρα, πώς να μη σουρώ, πώς να μη τραγουδήσω, Πώχω μαράζι 'ς την καρδιά και πόνο, που με τρώει, Και που μου κλέβει τη χαρά, τα νειάτα, νύχτα-μέρα. Κ' ένα τραγούδι, θλιβερό, μου φέρνει μέσ' το στόμα, Τραγούδι που το τραγουδώ, πατέρα, κι' αλαφρώνω, Κι' ούτε το Δράκο σκιάζομαι, ούτε και τη Νεράιδα, Ούτε της βρύσης το Στοιχειό και της σπηλιάς τη Λάμια. Πατέρα, πώς να μη σουρώ, πώς να μη τραγουδήσω; . . . .
— Πες μου τον πόνο σου, Στρατή, κ' εγώ θα σου τον γειάνω.
— Αν μου τον γειάνης, θα με ιδής ν' αντρειευθώ και πάλι, Πάλι να πάρω τη χαρά, τα νειάτα, πούχα πρώτα, Και νύχτα δεν θα τραγουδώ παράωρα 'ς τα πλάια Το θλιβερό τραγούδι μου οπού ξυπνάει τους Δράκους.
— Πες μου τον, γυιόκα μ', πες μου τον, κ' εγώ θα βρω βοτάνι.
— Πατέρα μου, μια Κυριακή και μια καλήν ημέρα. Σίντα λαλούν η πέρδικαις και χαιρετούν τον ήλιο. Τα πρόβατα 'ς της ρεμματιάς το πλάι σαλαγώντας Είδα την κόρη του Σταθά, την χαϊδεμμένη Ρήνα Ντυμένη 'ς τα μεταξωτά, ντυμένη 'ς το χρυσάφι, Να κατεβαίνη απ' το χωριό, να πάη κατά τ' αμπέλια. 'Στόν ήλιο αστράφταν τα φλουριά κ' έλαμπ' η ωμορφιά της. Και μ' ένα καλημέρισμα, και μια γλυκειά ματιά της, Μου τάραξε τα σωθικά και μ' άναψ' έναν πόθο. Κι' όσο που ζω δίχως αυτή και δεν τη συχνοβλέπω Μου κλέβει ο πόθος τη χαρά, τα νειάτα νύχτα-μέρα. Και το τραγούδι το θλιφτό 'ς το στόμα μου ανεβάζει.
— Βάρε, Στρατή, τα πρόβατα κι' ανέβαστα 'ς τη ράχη, Και μη σουράς παράωρα, μη τραγουδάς την νύχτα. Κ' η Ρήνα, η κόρη του Σταθά, είνε ταχυά δική σου.
Ο πιστικός χαράημερα και με τ' αηδόνια τώρα Αρμέει και βγάζει απ' το μαντρί 'ς τα πλάϊα το κοπάδι, Και κάθεται 'ς ένα τσουγγρί και λέει γλυκό τραγούδι.
Το λέει με τη φλογέρα του, το λέει με τη φωνή του.
Ο ΗΛΙΟΣ ΚΙ' Η ΝΥΚΤΑ
Πρώτα 'ςτήν πλάση απλώνονταν σκοτάδι πέρα-πέρα. ………………………………………. Του Κάτου-Κόσμου βασιληά μοναχογιός ο Ήλιος, Με πλούσια ολόχρυσα μαλλιά, με γαλανά τα μάτια, Με περηφάνεια κ' ευμορφιά και λεβεντιά περίσσια, Πήρε μια αυγούλα τ' άρματα και τα λαγωνικά του, Και για κυνήγι επρόβαλε 'ςτόν Κόσμο τον Απάνου. Βγήκε κι' ο Κόσμος έλαμψε. Κι' όπου διαβαίνει ο Ήλιος, Όπου προβάλλει απόπερα, λαμποκοπούν τα βράχια, Καθάριος, καταγάλανος ο ουρανός γελάει, Κάμποι, βουνά χρυσώνονται, ανοίγουν τα λουλούδια, Τα πλάγια χορταριάζουνε, φυσάει γλυκά τ' αγέρι, Φέγγουν, αστράφτουν τα νερά, φουντώνουνε τα δέντρα. Λαλούν 'ςτά φύλλα τα πουλιά κ' οι πιστικοί 'ςτά πλάγια. Κι' ο Κόσμος τον θιαμαίνεται και τον καλοτυχίζει.
— Χαρά 'ςτόν όπου εγέννησε τέτοιο παιδί 'ςτόν Κόσμο, Χαρά 'ςταίς χώραις που περνά, 'ςτούς τόπους που διαβαίνει!
Όλον το Κόσμο εγύρισεν ο Ήλιος όλη μέρα. Περνάει κάμπους και βουνά και δάση και ποτάμια. Κι' όσα θεριά τον έβλεπαν του κυνηγιού, κι' αγρίμια, Απ' την πολλή τη λάμψι του και το βαρύ το βρόντο Τρομάζανε κι ολόφοβα κρύβονταν 'ςταίς σπηλιαίς των, Και μοναχά 'σάν πήρανε μέσ' 'ςτά ζερβά τ' απόσκια Ένα ζαρκάδι εσκότωσε σε κρουσταλλένιο αυλάκι….
Του Κόσμου η άκρη ήταν εκεί και τα στερνά βουννά του.
'Σ ένα σιαδάκι του βουνού, ανάμεσα 'ςτά δέντρα, Βρυσούλα ολόδροση έχυνε το κρύο το νερό της. 'Σ τα πέτρινα πεζούλια της, πούχαν φυτρώσει χόρτα. 'Εκάθονταν μια λυγερή με το σταμνί 'ςτά χέρια. Αμίλητη κυττάζει Του Κόσμου το ξημέρωμα, δίχως ούτ' ένα γέλοιο Γλυκό 'ςτά κοραλλένια της τα χείλη να χαράζη. Λες κ' έτσι ατέλειωτο όνειρο τήνε κρατεί δεμένη ….
Ο Ήλιος βγήκε 'ςτήν κορφή. Του Κόσμου είδε την άκρη, Και πήρε τον κατήφορο 'ςτά δέντρα αγάλια-αγάλια. Σέρνοντας τα σκυλιά μπροστά, 'ςτόν ώμο το ζαρκάδι. Αποσταμένος κάθεται να πιή νερό 'ς τη βρύσι. Η κόρη πούταν ντροπαλή ξυπνάει απ' τ' όνειρό της, Και με την όψι κόκκινη, με χαμηλά τα μάτια, Από τα πόδια ως την κορφή τόνε κυττάζει μ' έγνοια, Κι' όσο που τον θιαμαίνεται δεν τον ζηλεύει τόσο. 'Στό πρόσωπο, 'ς την εμμορφιά και 'ςτήν φεγγοβολιά του Έννοιωσε πούν' αρχοντογυιός κι' από γενηά μεγάλη. Γυρεύει αυτός λίγο νερό. 'Στη βρύσι η κόρη απλώνει, Παίρνει νερό 'ςτά χέρια της και του το πάει 'ςτο στόμα. Ο Ήλιος πίνει και γλυκά, 'ς τα μάτια την τηράει. Η κόρη ήταν μελαγχροινή, ήταν και μαυρομάτα, Είχε και φρύδια ολόμαυρα γραμμένα με κοντύλι, Είχε και ολόμαυρα μαλλιά, και φορεσιά είχε μαύρη. Ο Ήλιος πίνει και γλυκά 'ςτα μάτια την τηράει. Κι' αντίς εκείνο το νερό, το κρύο, το βουνίσιο, Να του δροσίση την καρδιά, γλυκά ν' αναγαλλιάση, Του χύνει φλόγα και φωτιά, τα σωθικά του ανάφτει, Κι' όταν να φύγη εκίνησε 'ςτα δέντρα ροβολώντας, Βαθηά-βαθηά αναστέναξε και πήρε ένα τραγούδι, Τραγούδι όχι κυνηγιού, . . . τραγούδι της αγάπης!
Πέρασε κάμποσος καιρός. Συχνά τον Ήλιο τώρα Όχι ο καϋμός του κυνηγιού, άλλος καϋμός τον φέρει 'Στού Απάνου-Κόσμου τα βουνά. Κάθε λαγκάδι τώρα Και κάθε δάσος που περνά δεν τα 'ρωτά για αγρίμια, Ρωτά για την αγάπη του, την μαυρομμάτα κόρη. Κι' όταν 'ςτόν τόπο της περνά και ροβολά 'ςτή βρύση Πάντα την βρίσκει μοναχή, και κάθεται σιμά της, Και πίνει από τα χέρια της το κρύο νερό της βρύσης.
Πέρασαν μήνες, πέρασαν. Κάθε γλυκειά βραδούλα Οι δυο τους ανταμώνονται. Την αγαπάει ο Ήλιος· Η κόρη τον θιαμαίνεται μονάχα, κ' η καρδιά της Νοιώθει καμάρι απάντεχο, χαρά μεγάλη, ουράνια, Που δίνει με τα χέρια της νερό 'ς αρχοντοπαίδι. Ο Ήλιος όσο την τηρά, τόσο ο καϋμός του ανάφτει Που μέσ' 'ςτά φυλλοκάρδια του κρυμμένον τον φυλάει.
Σκιάζεται για να της τον 'πή· σκιάζεται, και δεν ξέρει Πως φαρμακώνει την καρδιά ο πόνος ο κρυμμένος! … Μια μέρα την εκύτταξε που εμάζευε λουλούδια, Κ' εστόλιζε τα στήθηα της και τα μαλλιά της γύρω· Κι' όταν αυτή ξεμάκρυνε και πήγε 'ςτο χωριό της, Ο Ήλιος επερπάτησεν όλον αυτόν τον τόπο. Κι' όσα λουλούδια εύρε μπροστά κι' όσα καλά βοτάνια, Τα ράντισε με δάκρυα του και με θερμά φιλιά του.
Ήρθε την άλλη την βραδειά η λυγερή να μάση· Κ' εκεί που γύρω 'ςτά μαλλιά, 'ςτά στήθηα, 'ςτο κορμί της Τα κάρφωνε ένα ένα Διαμάντια γίνονται με μιας, και λάμπουν σαν αστέρια, Κ' ένα μεγάλο κ' έμμορφο πούχε 'ςτο μέτωπό της Χύνει περίσσιο γύρω φως και λάμπει σαν φεγγάρι. Και παίρνει η φήμη τα χωριά, και παν να την ιδούνε· Κι' όσοι την βλέπουν, νηοί και νηαίς, μαραίνονται από ζήλεια… Κι' ο Ήλιος, — σαν την κύτταξε ντυμμένη με τ' αστέρια, Τον αποπήρε ο πόνος του κ' η φλόγα της καρδιάς του Κ' άπλωσε χέρι απάνου της και τσ' είπε λόγια αγάπης… Η κόρη πούταν φρόνιμη και καλοαναθρεμμένη, Τον μάλωσε βαρηά βαρηά και τούπε με φοβέρα, Να μην απλώση απάνου της, να τραβηχθή μακρυά της, Τι μαραγκιάζει ο κόρφος της, χαλάει η εμμορφιά της, Και σαν το μάθη η μάνα της, θε να τον καταριέται… Και φεύγει μ' άδειο το σταμνί.
Ο Ήλιος απ' αλάργα Την ακλουθάει με την ματιά, και με καϋμό της λέει, Πως θα τον κάμη η αγάπη της βαρη' άρρωστος να πέση. Και σαν το μάθη η μάνα του, η μάγισσα η μεγάλη Και ξακουστή βασίλισσα, θε να της κάμη μάγια. Γυρίζει η κόρη 'ςτο χωριό, της μάνας της το λέει:
— Γλυκειά μανούλα, για νερό 'ςτή βρύση που με στέλνεις Κάθε βραδειά πεντάμορφος λεβέντης μ' ανταμώνει, Που ροβολάει απ' τα βουνά αλαφοκυνηγώντας. Είδες!.. .σαν βγαίνει 'ςταίς κορφαίς όλος ο Κόσμος λάμπει, Και σαν παρθένα νηόνυμφη η Πλάση ξημερώνει Μ' ανθούς, με χόρτα, με δροσιαίς, μ' αηδόνια στολισμένη· Κι' αυτός σαν φεύγει, μάνα μου ο Κόσμος σκοταδιάζει. Μούπε πως είνε βασιληά και μάγισσας αγόρι… Αποσταμένος κάθονταν 'ςτήν βρύση 'λίγην ώρα. Νερό μονάχα εγύρευε· τώδινα εγώ 'ςτά χέρια, Έπινε με χαμόγελο, κ' εχάνονταν 'ςτά δέντρα….. Απόψε επαραθάρρεψε και μούπε … λόγια αγάπης. Εγώ τον μάλωσα βαρηά, κι αυτός μ' απολογήθη Και μούπε με παράπονο πώς άρρωστος θα πέση, Και σαν το μάθη η μάνα του, θε να μου κάμη μάγια… Κρύψε με, μάνα μου βαθειά και πρόλαβε τα μάγια.
— Καταραμένο το νερό που τωδινες, παιδί μου, Κάθε βραδειά! … Τα στήθηα του αντί να του δροσίζη, Του τάκαιγε κατόκαρδα, κ' ήταν η φλόγα … αγάπη! Είνε της μάγισσας παιδί, κ' είν' ακουστός ο Ήλιος, Που τόπον απερπάτητο τη μέρα δεν αφίνει… Όπου αν κρυφτής θε να σε βρη…Θε μου! νεράιδα κάμ' την, Νάχη τη μέρα 'ςτά νερά — κατάβαθα παλάτια. Κι' όταν αυτός θα χάνεται, να βγαίνη αυτή 'ςτήν Πλάση!…
Έτσι νεράιδα εγίνηκε του Ήλιου η αγάπη, Ο Ήλιος είχε και ταχυά κάποια κρυφήν ελπίδα, Κ' έρχεται, τρέχει 'ςτά βουνά, ψηλά του Απάνου-Κόσμου, Για ναύρη την αγάπη του να της μιλήση πάλι. Κι' όλον τον Κόσμο σαν γυρνά και σαν διαβαίνει ολούθε, Και δεν την βρίσκει πουθενά, ούτε σιμά 'ςτήν βρύση, Καρδοκαμένος ροβολά 'ςτό έρμο του βασίλειο· Κ' η λύπη του σαν σύγνεφο περνά 'ςτό μέτωπό του…
Η Νύκτα μένει 'ςτά νερά, νεραϊδωμένη κόρη. Κι όταν ο Ήλιος χάνεται απ' τον Απάνου-Κόσμο, Προβάλλει αυτή μυριώμορφη γλυκειά, καμαρωμένη, Και περπατεί τα ρέμματα, ταις ποταμιαίς, τα πλάγια… Λαμποκοπάν 'ςτά στήθηα της και 'ςτό κορμί της γύρω Τα μαγεμμένα λούλουδα, χρυσά χιλιάδες άστρα, Και μέσ' 'ςτό μέτωπο ψηλά, σαν βασιλίσσης στέμμα, Το πλειό μεγάλο λούλουδο, τώμορφο το φεγγάρι. Όπου πατούν τα πόδια της τα λούλουδα ανασαίνουν, Κ' εκείνοι οι μοσχοανασασμοί μυρώνουνε τ' αγέρια, Όπου πετούν ανάλαφρα και την φιλούν 'ςτό στόμα. Όπου περνά, γλυκά-γλυκά την χαιρετά τ' αηδόνι Κρυμμένο μέσα 'ςτά κλαδιά, την χαιρετά τ' αυλάκι, Την χαιρετά ο πιστικός 'ςτή λυγερή φλογέρα, Την χαιρετά κι' όποιος πονεί και ξαγρυπνά για αγάπη.
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΜΟΥ
— Πάρετε, απόσκια, πάρετε, να πάψη το 'λιοπύρι. Να 'βγη τ' αγέρι απ' ταις σπηλιαίς να χύση τη δροσιά του. Να ξανασάνη η αργατειά, κι' η ώμορφαις θερίστραις Να βγάλουν τα μαντήλια τους να δείξουν τοις θωριαίς τους, Να ταις γνωρίσω από μακρυά, να ιδώ πού νάναι η Πούλια Η Πούλια η αγάπη μου με τα γλυκά τα μάτια· Να καρτερέσω ολημερίς, ως που να πάρ' η νύχτα, Να πάη 'ς την βρύσι για νερό, 'ς την αργατειά να φέρη, Να την ευρώ κατάστρατα να την γλυκοφιλήσω, Και να της 'πω τον πόνο μου, τον πόνο της καρδιάς μου. Γιατί δυο χρόνια την τηρώ 'ς τα μάτια της μ' αγάπη, Κι' ακόμα δεν της τώδειξα, και δεν της τώπα ακόμα.
Πήραν τ' απόσκια 'ς τα ριζά κ' ετσάκισε το κάμμα, Βγήκε τ' αγέρι απ' ταις σπηλιαίς κ' εδρόσισε τον κάμπο, Κ' η αργατειά ξανάσανε, κ' η ώμορφαις θερίστραις Έβγαλαν τα μαντήλια τους, κ' ελάμψαν η ωμορφιαίς τους Μέσα 'ς τα στάχυα τα χρυσά σαν νάτανε Νεράιδες.
Αράδ' αράδα εις κάθε μια ρίχνει το μάτι ο Λάμπης Και δεν γνωρίζει πουθενά την ώμορφη την Πούλια,
Και καρτεράει ολημερίς, όσο που πήρε η νύχτα, Και τριγυρίζει 'ς τα κλαριά, τα μονοπάτια πιάνει, Διαβαίνει απ' ταις νεροσυρμαίς, περνάει κι' από τη βρύσι, Παίρνει μια-μια ταις θημωνιαίς, τ' αλώνια αράδ'-αράδα, Κι' ολούθε βλέπει νηούς και νηαίς·…την Πούλια δεν την βλέπει.
Ταχυά ξημέρωσε γιορτή. Τ' απόγιομα 'ςτ' αλώνια Στήσαν η λυγεραίς χορό, κι ακούει ο δόλιος Λάμπης Στ' άλλα τραγούδια ανάμεσα που λέν' η νηαίς μπροστά του, Της Πούλιας τ' αρραβώνιασμα!………………
Η ΝΗΣΙΩΤΟΠΟΥΛΑ κ. Σπ. Π. Λάμπρω
Νησιωτοπούλα κάθεται σε μαρμαρένιον πύργο, Με κέντημα ατά χέρια της, μ' αγάπη στην καρδιά της. Φοραίς φοραίς το κέντημα κεντούσε με τραγούδια, Φοραίς φοραίς πισώρριχνε τα ξέπλεγα μαλλιά της, Κι' αγνάντευε το πέλαγο που απλώνονταν μπροστά της, Και γκαρδιακά αναστέναζε κ' εχτύπαγε τα στήθηα, Γιατ' αγριεμένο τώβλεπε, μαύρο, φουρτουνιασμένο· Κι' αυτή είχε λόγο, στο γιαλό να κατεβή το βράδυ, Κι' απ' το νησί ταντικρυνό, που χάνεται στο κύμα, Ο αγαπημένος της ναρθή, να πουν τον έρωτά τους. Ο ήλιος εβασίλεψε· σκοτείδιασε, νυχτώνει. Το κέντημά της τώμορφο απαρατάει η κόρη, Και κατεβαίνει στο γιαλό κι' ακαρτεράει 'ς την άκρη.
Μαυρολογάνε τα βουνά, και σύγνεφα μεγάλα Σκεπάζουνε 'ςτόν ουρανό ταστέρια πέρα πέρα, Φυσομανάει το πέλαγο, τα κύματα βογγούνε, Κι' όταν τα νέφια αστράφτουνε, δείχνουν κορφαίς αφράταις Και δεν γροικιέται πουθενά ταγαπημένου η βάρκα. Κάθεται η νηά κι' ακαρτερεί 'ςτ' ακρογιαλιού τα βράχια.
Τα μακρυά της τα μαλλιά τα κυματίζει ο αγέρας, Και σπούνε μέσ' 'ςτά πόδια της τα κύματα με βόγγο. Ώραις τηράει το πέλαγο, ώραις τηράει μπροστά της, Νέφια και κύματα μαζί συχνορωτάει με πόνο, Αν είδαν κάπου νάρχεται τ' αγαπημένου η βάρκα. Τα σύγνεφα μένουν βουβά, τα κύματα βογγούνε, Κι' αναστενάζουνε βαρειά βαρειά της νηάς τα στήθηα.
Φυσομανάει η θάλασσα, τα κύματα βογγούνε, Κ' ένα με τ' άλλο σπρώχνονται και σπαίνουν στ' ακρογιάλι· Κ' εκεί που η κόρη τα 'ρωτά, βλέπει ένα θεριωμένο Να ψηλωθή, να ψηλωθή, τα βράχια να περάση, Και να την πνίγη 'ςτόν αφρό. Τραβιέται η κόρη 'πίσω, Και κλειώντας την αγκάλην της, που ολάνοιχτη βαστούσε Τον ακριβό της να δεχθή, σφίγγει 'ςτά στήθηα απάνου Παραδαρμένο ένα κορμί, και άψυχο και κρύο.
Ταχυά η φουρτούνα ησύχασε, τα κύματα μερέψαν, Και οι ψαράδες πώρριχναν 'ςτο πέλαγο ταις βάρκαις, 'Στ' ακρογιαλιού τα χώματα και μέσ' στα βράχια βρίσκουν Παραρριγμένα δυο κορμιά, και σφιχταγκαλιασμένα.
Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ
Σήμερα γιορτή μεγάλη, σήμερα Λαμπρή. Σφάζουν σήμερα και ψένουν φυλαγμέν' αρνιά. Ράβουνε καινούργια ρούχα και στολίζονται· Κι' όθε απαντηθούν φιλιούνται και αγκαλιάζονται. Σήμερα 'ςτά μεσοχώρια όλα αστράφτουνε Εμμορφάδες και στολίδια, κι' όλ' αντιλαλούν Από τα γλυκά τραγούδια που χορεύουνε. Ροβολούν τα παλληκάρια, λεβεντόπαιδα Μ' άρματ' αργυρά 'ςτή μέση και με χαϊμαλιά, Ροβολούν κ' η μαυρομμάταις, ρούσαις κ' έμμορφαις, Λυγεραίς σαν κυπαρίσσια, σαν μηλιαίς γλυκειαίς, Σαν Ξωθιαίς και σαν Νεράιδες, που λαμποκοπάν 'Στο λαχούρι, 'ςτό μετάξι και 'ςτό μάλαμμα.
Πιάνοντ' όλοι χέρι χέρι. Τα τραγούδια τους Και ταις πέτραις ζωντανεύουν. Γύρου οι γέροντες Καθισμένοι αράδα-αράδα τους κυττάζουνε Και γλυκά τους καμαρώνουν και κρυφά κρυφά Ζευγαρώνουν κάθε νηό με κάθε κόρη τους.
Κι' ο χορός και το τραγούδι πάν' αδιάκοπα. Λυγεραίς και παλληκάρια σειούνται και λυγούν Και 'ςτούς κύκλους όπου πλέκουν αγναντεύονται Και κρυφά γλυκοτηριούνται και γνωρίζονται. Κάθε κόρη τον καλόν της, κάθε νηός τη νηά, Όλαις η ματιαίς ταιριάζουν, κι' όλαις η καρδιαίς Ώρα μ' ώρα ζευγαρώνουν και κρυφομιλούν. Κι' ο χορός και το τραγούδι παν' στρωτά-στρωτά. Άξαφνα καινούργια λάμψι γύρου χύνεται, Σιέται του χωριού το πλήθος, κυματίζεται, Και σαν σύγνεφα μεριάζει και ξανοίγεται Που περνάει λαμπροντυμένο τ' αστραπόβροντο, Και διαβαίνει ανάμεσά του κι' όλο χαιρετά Λυγερή καμαρωμένη και περίμορφη. Η περίσσια η εμμορφιά της τα ξανθά μαλλιά, Τα ολογάλανα τα μάτια, το περπάτημα, Η χρυσαίς η τραχηλιαίς της και το μάλλαμα, Χύνουνε 'ςτό χοροστάσι λάμψι ξαφνική. Άλλοι λεν: η Δημοπούλα, η Μήτρω η έμμορφη, Πήρε πρόσωπο τον ήλιο, τ' άστρα μάτια της, Κι' άλλοι: πήρε το φεγγάρι, τον αυγερινό.
— Αχ! κ' εγώ λεβέντης νάμουν, χωριατόπουλο, Να με παίρναν 'ςτο χορό τους και να χόρευα. 'Στο πλευρό της Δημοπούλας της περίμορφης!
Η ΦΛΟΓΕΡΑ κ. Ν. Πουρναρά.
— Ήσυχα πούναι τα βουνά, ήσυχοι πούναι οι κάμποι Ήσυχαις πούναι η λαγκαδιαίς και τα κλαριά κι' η βρύσαις, Ήσυχαις πούναι κ' η σπηλιαίς! Κι αυτά τα νυχτοπούλια Γρήγορ' απόψε κούρνιασαν τα μαύρα και δεν σκούζουν. Και συ φλογέρα μου, γιατί, γιατί δεν ησυχάζεις; Τ' έχεις καϋμένη, και βογγάς και κλαις κι' αναστενάζεις, 'Σ όλην αυτή την ερημιά, 'ς όλην αυτή τη νύχτα, Και λες τραγούδι φλίβερο και παραπονεμένο, Και τον αντίλαλο ξυπνάς 'ςταίς λαγκαδιαίς, 'ςτά δάση, Ξυπνάς κι' από τον ύπνο της την ώμορφη την πλάσι;… Ξύλο δεν ήσουν άλλαλο κι' ανώφελη βεργούλα, Κ' εγώ ο μαύρος σου χάρισα ακέρηα την ψυχή μου; Σώδωκα αθάνατη φωνή και πόνο και γλυκάδα, Που σε ζηλεύουν σαν σ' ακούν ακόμα και τ' αηδόνια. Τ' έχεις, φλογέρα, και μου κλαίς και μου παραπονιέσαι; Μη προμαντεύης θάνατο, μη προμαντεύης χάρο; Μη μ' εμπεζέρισες κ' εσύ και θέλεις να μ' αφίσης; Ή μήνα της αγάπης μου το χωρισμό θυμάσαι Και κλαις και θες τον πόνο μου να μερασθής μ' εμένα;
Τ' έχεις, φλογέρα, πες μου το, πες μου το, μη σωπαίνης· Τι κλαις μονάχη και ξυπνάς την πλάσι από τον ύπνο; Και τον κρυφό τον πόνο μου ξυπνάς και την καρδιά μου, Κ' αρχίζει τ' αναστέναγμα, αρχίζει και το κλάμα! Φαρμακωμένη η δύστυχη μέρα με μέρα σβυέται, Αφ' όντας την αγάπη μου τα μάτια μου δεν είδαν. Σώπα, φλογέρα μη μου λες τραγούδι της αγάπης Σώπα, και μη μου την θυμάς!… .Όχι, φλογέρα· πες το Πες το, και μη την λησμονάς· κάλλιο να λησμνήσω Όλον τον κόσμο, να χαθώ, να μαρανθή η καρδιά μου, Με τώμορφό της τ' όνομα 'ςτό στόμα μου ας πεθάνω, Παρά να την απαρνηθώ και να την λησμονήσω!… Πες το, φλογέρα, μη σωπάς και πάρτο απ' την αρχή του.
— Μικρός κι' εγώ, κι' αυτή μικρή, δέκα χρονών ακόμα Παιδιά απονήρευτα, μαζί εζούσαμαν 'ςτά πλάια, Περιβοσκούσαμαν μαζί τα δύο μας τα κοπάδια Και τα ποτίζαμαν μαζί 'ς της ποταμιάς το ρέμμα. Μαζί εμεσημεριάζαμαν εις της σπηλιάς τον ίσκιο, Μαζί 'ς τα δάση ετρέχαμαν κ' εκόβαμαν λουλούδια, Και ταις νυχτιαίς περνούσαμαν μαζί σε μια καλύβα, Μ' αγάπαγε σαν αδερφό, κ' εγώ σαν αδερφή μου. Πόσαις φοραίς μέσ' 'ςτ' αυλακιού καθόμασταν το φρύδι, Κ' επαίζαμαν με το νερό, πόσαις φοραίς 'ςτά χόρτα Μ' έρριχνε σαν παλαίβαμαν, πόσαις φοραίς 'ς τα δάση Σαν μάτωνε το χέρι μου αυτή μου το φιλούσε!… Κι' αν δάκρυζαν τα μάτια μου κι' αν πόναγα ποτέ μου, Αυτή μ' εσφόγγιζ' ελαφρά, κι' αδερφικά η καϋμένη Με χίλια χάιδια και φιλιά μου πέρναγε τον πόνο. Όμως εγώ δεν άπλωσα ποτέ να την φιλήσω. Ποια απ' την ψυχή μου δύναμι, ποιο χέρι απ' την καρδιά μου Αθώα κ' εγώ να την φιλώ μ' εβάσταγε, δεν ξέρω. Με τέτοια αθώα φιλήματα, μ' αθώα παιγνίδια τέτοια. Ημείς εμεγαλώναμαν και πέρναγαν τα χρόνια. Εγώ 'παιρνα παλληκαριά κι' αυτή ωμορφιά και μάγια. Ως πώφεξε μια χαραυγή, της άνοιξης μια μέρα, Που εγνώρισα 'ςτά μάτια της και 'ςτό χαμόγελό της Κάποιο μυστήριο αγνώριστο ως τότε 'ςτήν καρδιά μου. Λαχτάρησα σαν νάπεσε 'ς τα σωθικά μου σπίθα. Κι' όσο που η μέρες πέρναγαν γενόνταν φλόγα η σπίθα, Κ' η φλόγα μ' έκαψε βαθηά, όμως με τέτοια γλύκα, Οπ' άλλαξα με μιας ζωή· εθάμπωνε η ματιά μου Από μια λάμψι, γκαρδιακή και παραδείσια λάμψι, Σαν κύτταζα τα μάτια της· σαν μου χαμογελούσε Έλεγα γη πως δεν πατώ, πως περπατώ τα ουράνια· Τα αίματά μου επάγωναν σαν κάθονταν σιμά μου Κ' έτρεμα σαν τον κάλαμο σαν μ' έπιανε απ' το χέρι· Και τα τραγούδια των πουλιών για εμέν' αλλάξαν τότες, Άλλαξε το μουρμουρητό της λαγκαδιάς, της βρύσις. Άλλαξε τ' αναστέναγμα, τ' αγέρα μέσ 'ς τα δέντρα, Άλλαξαν κ' η μοσχοβολιαίς των λουλουδιών για εμένα Άλλαξε της Αυγής το φως, της νύχτας το σκοτάδι, Άλλαξαν τη φεγγοβολιά, τ' αστέρια, το φεγγάρι, Κ' η κόρη απ' τότες άλλαξε 'ς τα βάθηα της καρδιάς μου, Κ' εκείνη η αγάπη η παιδιακή, πούχα γι' αυτήν, η αθώα Έγεινε αγάπη της καρδιάς κι' όλο τον νου μου αγάπη· Απ' τότες άλλαξες και συ, φλογέρα μου, τον ήχο. Και δεν μου τραγουδάς γλυκά, πόνους, φλογέρα, χύνεις!
Μια μέρ' αυτή πάει 'ς το χωριό.. - Σαν έλειψε απ' εμπρός μου Σκοτείνιασ' ουρανός και γη, ανατολή και δύσι. Κ' έννοιωοα τότε αβάσταχτον, πάρα βαρύν τον πόνο. Με συνεπήρε η φλόγα του και πέρασ' απ' τον νου μου Σαν έρθη η κόρη την αυγή να της το μολογήσω… Περνούν τρεις μέραις, - τρεις χρονιαίς για εμέ, - και δεν εφάνη. Και μια φαρμακωμένη αυγή μώρχετ' ένας δικός της, Και παίρνει το κοπάδι της και πάει κι' αυτός και φεύγει Ακαρτεράω ακόμα εγώ, ναρθή μια μέρα η κόρη, Για να της πω το ντέρτι μου, τον πόνο της αγάπης. Είπα 'ς τ' αστέρια τ' ουρανού, 'ς της νύχτας το φεγγάρι, 'Στον ήλιο τον χρυσόλαμπρο, 'ςτ' αηδόνια και 'ςτ' αγέρι Να μου την φέρουν μιαν αυγή, και δεν μ' ακούει κανένα. Νυχτόημερα παρακαλώ Αγίους και Παναγία, Τάζω ασημένια τάματα, και δεν μ' ακούν κ' εκείνοι. Αν μου το έφερνες εσύ, σ' εχρύσωνα φλογέρα!..
Ξάφνου η φλογέρα εσώπασε και σβυέται το τραγούδι. Τα φουντωτά κοντόκλαδα μεριάζουνε μπροστά του, Και 'ς το γοργό αναμέριασμα κάποιο κορμί προβάλλει. Μην είνε Λάμια του γιαλού και της ερμιάς Νεράιδα; Μην είνε του βουνού Ξωθιά και Μάγισσα της βρύσης;… Κόφτ' η φλογέρα τον ηχό κι' ο νηός ορθός φωνάζει: — Αν είσαι του βουνού Ξωθιά και Μάγισσα της βρύσης, Γύρνα και κρύψου 'ςτής σπηλαίς και κρύψου 'ςτά νερά σου, Και μη πατάς τον τόπο μου, μην έρχεσαι 'ς εμένα, Γιατ' έχω γκόλφι και σταυρό, κι αγάπη 'ςτήν καρδιά μου. — Δεν είμαι Λάμια τον γιαλού και της ερμιάς Νεράιδα, Ούτε και του βουνού Ξωθιά και Μάγισσα της βρύσις, Μόν' είμαι η πρώτη αγάπη σου κ' αγάπη σου η αιώνια. Φωτιά να κάψη τα φλωριά, τα γρόσια του γονιού μου, Λύκος να φάη τα πρόβατα κ' εκείνον τ' αγριοπούλια. Το χωρισμό σου δε φτουρώ, και δε βαστάω τον πόνο…. 'Στήν αγκαλιά σου πάρε με, αν μ' αγαπάς ακόμα, Κ' έλα να φύγουμε μακρυά, να πάμε 'ς άλλον τόπο. Αχώριστοι να ζούμε οι δυο, με μια καρδιά, μια αγάπη. Να περπατούμε της ερμιαίς, τ' απάτητά τα δάση, Πούναι τα γάργαρα νερά, τ' αμάζευτα λουλούδια, Που κελαϊδούν ανύποπτα η πέρδικες, τ' αηδόνια. Από τον κόσμο να χαθή, να σβύση τ' όνομά μας, Κι' ο κόσμος πάλι να χαθή, να σβύση απ' την καρδιά μας. Κ' η ταιριασμένη αγάπη μας νάν' ένας κόσμος άλλος. Να πάρουμ' από της μυρτιαίς, να πάρουμ' απ' της δάφναις. Να πλέξουμε μια χαμηλή μόνο για εμάς καλύβα. Αγαπημένοι, αχώριστοι, μονάχοι μας να ζούμε, Κι' αν θα χαθούμε, πάλ' οι δυο μαζί μας να χαθούμε… …………………………………………….. Κάποιος διαβάτης με καιρό διαλάλησε μια μέρα, Ότι σ' απόκρυφην ερμιάν εύρε χρυσή φλογέρα.
Η ΚΑΤΑΡΑ
— Μάνα, πάρ' της ευχαίς και τ' άγια λείψανα, Τι δεν μπορούν να γειάνουν την αρρώστεια μου. Δεν είν' ούτε από πόνον ούτε από Ξωθιαίς. Τρεις χρόνους αγαπούσα κόρην ώμορφη, Και λόγο δεν της πήρα, κι' ουδέ φίλημα. Μια μέρα 'ςτό ποτάμι την απάντησα· Της κρένω, δε μου κρένει, κι' ουδέ με τηρά, Της ρίχνω ένα λουλούδι, δεν το δέχτηκε, Της ρίχνω το μαντήλι, κρυφοθύμωσε… Με συνεπήρε ο πόνος, μάνα, κι' ο καϋμός· Πεζεύω, 'ςτά πλατάνια δένω τ' άλογο Κι αρπαχτικά την πιάνω και την φίλησα. Βαρειά μ' εκαταράσθη σαν μου ξέφυγε: — Να ξηραθούν τα χέρια που μ' αγκάλιασαν, Να μαραθούν τα χείλια που μ' εφίλησαν!… Άκουσες την αρρώστεια, μάνα, γειάνε με.
— Φλόγα, φωτιά να πέση 'ς την καρδούλα της, Να ζωντανέψ' η αγάπη η σιδερένια της, 'Στούς δρόμους να κινήση και 'ς τα τρίστρατα, Ναρθή 'ς την αγκαλιά σου σαν θεότρελλη!…
Το λόγο δεν απόειπε, δεν απόσωσε. Κ' επιάσθηκε η κατάρα, κ' ήρθε η λυγερή Με ξανοιγμένους κόρφους, μ' απλωτά μαλλιά, Κι' ολοβροντά την πόρτα σαν θεότρελλη.
Τ' αρρώστου η μάν' ανοίγει· κ' η θεότρελλη 'Στήν αγκαλιά του πέφτει και φιλεί και κλαίει.
Έγειανε ο νηός, κ' η κόρη πήρε πληρωμή Καθάριο δαχτυλίδι κι' όλο μάλαμμα.
Η ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΑ ΚΙ' Ο ΒΑΣΙΛΗΑΣ κ. Γ. Δροσίνη.
Μια λυγερή 'ς τον αργαλειό υφαίνει τα προικιά της.
Βάν' ασημένιον αργαλειό κ' υφάδια μεταξένια, Βάν' σαΐταις μάλαμμα και φιλτισένια χτένια, Κι' αγάλια-αγάλια ύφαινε και ψιλοτραγουδούσε.
Από το βρόντο τ' αργαλειού κι' απ' τον ηχό της κόρης Ο ήλιος εσταμάτησε, δεν πάει να βασιλέψη. Και καταριέται η εργατειά κ' οι ξενοδουλευτάδες Κ' έρχονται και φωνάζουνε και λεν του βασιληά τους, Ή να γιατρέψη το κακό που εγείνηκε 'ς τη χώρα Κι' ο ήλιος εσταμάτησε, ή θε να τον σκοτώσουν.
Ο βασιληάς στέλνει ρωτά μια μάγισσα μεγάλη.
— Μάγισσα, ποιο είνε το κακό, που εγείνηκε 'ς τη χώρα, Κι' ο ήλιος εσταμάτισε, δεν πάει να βασιλέψη;
— Κάνα κακό δεν έγεινε 'ς τη χώρα, βασιληά μου. Μια λυγερή 'ς τον αργαλειό υφαίνει τα προικιά της, Πώχει ασημένιον αργαλειό κ' υφάδια μεταξένια, Πώχει σαΐταις μάλαμμα και φιλτισένια χτένια. Κάθε που ρίχτει σαϊτιά λέει κ' ένα τραγούδι, Κι' από το βρόντο τ' αργαλειού κι' απ' τον ηχό της κόρης Ο ήλιος εσταμάτισε, δεν πάει να βασιλέψη.
Πάει και πέφτει ο βασιληάς 'ς της λυγερής τα πόδια — Πάψε, κόρη, τον αργαλειό, πάψε και το τραγούδι, Γιατ' απ' το βρόντο τ' αργαλειού κι' απ' τον γλυκό ηχό σου Ο ήλιος εσταμάτησε, δεν πάει να βασιλέψη, Και καταριέται η αργατειά κι' οι ξενοδουλευτάδες, Κ' ήρθαν μέσ' ς τα παλάτια μου και σκούζουν και φωνάζουν Ή να γιατρέψω το κακό, ή θα με θανατώσουν.
— Κι' αν πάψω εγώ τον αργαλειό, κι' αν πάψω το τραγούδι, Ποιος θα μου υφάνη τα προικιά και τα μεταξωτά μου;
— Εγώ θα βάλω γλήγορα υφάντραις να τα υφάνονν. Εγώ θα στείλω προξενιά, γυναίκα να σε πάρω. Του παλατιού βασίλισσα, κυρά μου να σε κάμω.
Ο ΓΑΜΟΣ
— Του ποιου ν' το συμπεθεριακό, του ποιου 'ν' αυτό το ψίκι Που κατεβαίνει απ' τα βουνά πεζούρα και καββάλλα Με τα ψιλά τα φλάμπουρα, με τα διπλά παιγνίδια. Με τα τραγούδια τα πολλά, με τα βαρειά τουφέκια. Σαν να εσηκώθη ο βασιληάς κ' εσύναξε τ' ασκέρια Κι' όλον τον κόσμο εκάλεσε να πάη να πολεμήση;
— Ο Φλώρος κάνει τη χαρά, παντρεύει τον υγιό του, Τον γυιό του τον μονάκριβο, τον μοσκαναθρεμμένο, Κι' όλον τον κόσμο εκάλεσε κι' όλο τ' αρχοντολόγι. Τρεις χρόνους γράφαν τα προικιά και τρεις τ' απανοπρίκια, Και τρεις οπού συντάζονταν κ' εκάλναγαν τον κόσμο. Πάν' τα παιγνίδια από μπροστά τα βλάμπουρ' από 'πίσω. Κι' αράδι' αράδ' από κοντά πάνουν οι συμπεθέροι. Και μέσ' 'ςτό ψίκι ανάμεσα πάν' ο γαμπρός κ' η νύφη, Καββάλλα 'ς άλογα ψαριά και χρυσοσελλωμένα. Λάμπουν τ' ασήμια του γαμπρού και τα χρυσά της νύφης Κ' η λαμπερή τους η ωμορφιά, σαν ήλιος, σαν φεγγάρι. Δεξιά ζερβιά παίζουν νουνός και βλάμης τ' άλογά τους, Κι' όλο κυττάν τα νηόγαμπρα κι' όλο χαμογελούνε. Πάει ο γαμπρός σαν αητός, ορθός, καμαρωμένος, Κ' η νύφη πάει σαν πέρδικα, γλυκειά, χαμηλομμάτα. Ακολουθάν' οι νηοί κ' η νηαίς και βλέπουν και ζηλεύουν, Κ' η ζήλεια βγαίνει απ' την καρδιά κ' ιδρώνει μέσ' 'ς τα μάτια, Και σαν αχτίδα πέτεται απώνα μάτι 'ς άλλο Κι' από μια 'ς άλληνε καρδιά, κ' εκεί γεννιέται αγάπη. Κι' όσο που νάρθη άλλ' άνοιξι, κι' όσο να κλείση ο χρόνος Απώνα γάμο δυο και τρεις και τρίδιπλοι φυτρώνουν.
Βγαίνει 'ςτήν πόρτα να δεχθή τη νύφη ο γέρω-Φλώρος Και χύνει σίκλους στο κρασί, το ρύζι χούφταις χύνει. Τήνει φιλεί 'ςτά μάγουλα, τήνε φιλεί 'ςτά μάτια, Κι' εύχεται καλορροίζικα κ' εύχεται γεννητσούρια.
'Σταίς μαρμαρόστρωταις αυλαίς πεζεύει όλο το ψίκι.
Όξω το στρώνουν 'ςτό χορό και μέσα στεφανώνουν. Και 'ςτά τραγούδια τα πολλά και 'ςτά πολλά τουφέκια, Άλλοι χρυσαίς δίνουν ευχαίς κι' άλλοι καλωτυχίζουν: — Χαρά 'ςτά δυο τα νηόγαμπρα, χαρά και 'ςτούς γονηούς τους! . . .
Η ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΩΣ κ. Α. Προβελεγγίω
Πλέν' η Μαριώ 'στόν ποταμό, πλένει ταις φορεσιαίς της. Κι' η ωμορφιαίς της λάμπουνε, κι' αστράφτουν 'στό κορμί της Αράδες τ' ασημόκουμπα κι' αράδες τα γιουρτάνια, Και 'ςτά καθάρια τα νερά τα πόδια της ασπρίζουν Σαν νάναι με τριαντάφυλλα και γάλα ζυμωμένα.