Κ. Κ Ρ Υ Σ Τ A Λ Λ Η (continued 3)
Reading edition
Περνούν εκείθε πιστικοί και κυνηγοί διαβαίνουν, Κι' άλλοι την λεν Λιογέννητη, άλλοι την λεν Νεράιδα.
Πέρασε κ' ένας σταυραετός, πέρασε απάνω-απάνω, Και σαν να 'νοιάστηκε κι' αυτός την ωμορφιά της κόρης, Χαμήλωσε ως τον ποταμό κ' αρπάζει την ποδιά της, Τη λαχουριά της την ποδιά, τη χρυσοκεντημένη, Πούχε ξομπλιάσει απάνω της τον ουρανό με τάστρα. Και σκούζ' η άμοιρη Μαριώ και κλαίει την ποδιά της.
Ο σταυραετός μεσουρανίς χάθηκε μέσ' 'ς ταστέρια.
Με 'λίγες μέραις ύστερα ταράχτηκεν η χώρα, Παγάνα πήραν τα χωριά τον βασιληά ανθρώποι Και δείχνουνε 'ςταίς λιγεραίς ποδιά γεμάτη αστέρια, Και 'ς όποιας πιάση το κορμί, κι' όποια την 'πή δική της, Εκείνη θα την πάρουνε μαζή τους 'ςτό παλάτι. Πέρασαν-πέρασαν χωριά του βασιληά οι ανθρώποι, Δείχνοντας τη χρυσή ποδιά, κι' ούτε κ' ευρέθη κόρη Να της ταιριάζει 'ςτό κορμί και να την 'πή δική της. Και 'ςτής Μαριώς παν' το χωριό και δείχνουνε 'ςταίς κόραις Αράδα-αράδα την ποδιά, και την γνωρίζουν όλαις. Μέσα ςταίς άλλαις έρχεται και της Μαριώς η αράδα, Και κοκκινίζει από χαρά και παίρνει και την ζώνει.
Τήνε γνωρίζουνε με μιας του βασιληά οι ανθρώποι, Και τήνε παίρνουνε μαζή, την φέρνουν 'ςτό παλάτι
Παίρνουν αυτοί το τάμα τους, και ο βασιληάς την κόρη.
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΞΕΝΗΤΕΙΑΣ
Ανάθεμά σε, ξενητειά, με τα φαρμάκια πώχεις!
Θα πάρω έναν ανήφορο να βγω σε κορφοβούνι, Να βρω κλαράκι φουντωτό και ριζιμιό λιθάρι, Να βρω και μια κρυόβρυσι, να ξαπλωθώ 'ςτόν ίσκιο, Να πιω νερό να δροσισθώ, να πάρω 'λίγη ανάσα,
Ν αρχίσω να συλλογισθώ της ξενητειάς τα πάθη. Να ειπώ τα μαύρα ντέρτια μου και τα παράπονά μου.
Άνοιξε θλιβερή καρδιά και πικραμένο αχείλι. Βγάλε κάνα χαμόγελο και πες κάνα τραγούδι.
— Τραγούδια αν έχ' η μαύρη γη, κι' ο τάφος χαμογέλοια. Έχει και του παιδιού η καρδιά, που περιπατεί τα ξένα. Τα ξένα έχουν καϋμούς πολλούς και καταφρόνια πλήθος! 'Στά ξένα δεν ανθίζουνε την άνοιξι τα δέντρα. Και δε λαλούνε τα πουλιά, ζεστός δεν λάμπει ο ήλιος. Δε φυλλουριάζουν τα βουνά, δεν πρασινίζει ο κάμπος, Και δε δροσίζει το νερό, και το ψωμί πικραίνει! . . . 'Στά ξένα ποιος θα σε χαρή, και ποιος θα σου γελάση; Πούν' της μανούλας τα φιλιά, τα χάιδια του πατέρα; Πούνε τα γέλοια τ' αδερφού, κ' η συντροφιά του φίλου; Πούν' της αγάπης η ματιαίς και τα γλυκά τα λόγια; Αν αρρωστήσης, ποιος θαρθή 'ςτήν ξενητειά σιμά σου Να σε 'ρωτά τον πόνο σου τα γιατρικά να δίνη 'Στο έρμο σου προσκέφαλο να ξενυχτάη μαζί σου; Κι' αν έρθη μέρ' αγλύκαντι 'ςτά ξένα να πεθάνης, Ποιος θα βρεθή 'ςτό πλάι σου τα μάτια να σου κλείση; Ποιος θα σου λούση το κορμί, ποιος θα σε σαβανώση; Στο Λείψανό σου ποιος θαρθή λουλούδια να σε ράνη; Και ποιος με πόνο θα ριχτή 'ςτό νεκροκρέββατό σου Για να σε κλάψη; Ποιος θα ειπή για εσσένα μοιρολόγι; Αχ! πώς τους θάφτουν νάξερες και πώς τους παν τους ξένους! Χωρίς λιβάνι και κηρί, χωρίς παπά και ψάλτη!
Ανάθεμά σε ξενητειά, με τα φαρμάκια πώχεις!
Πού να τον 'πω τον πόνο μου, πού να τον απορρίξω; Να τον ειπώ 'ςτά τρίστρατα, τον παίρνουν οι διαβάταις, Να τον αφήσω 'στά κλαριά, τον παίρνουν τ' αγριοπούλια!… Κι' αν κλάψω, τα φαρμακερά τα δάκρυα πού να πέσουν; Αν πέσουνε, 'ςτή μαύρη γη, χορτάρι δε φυτρώνει, Αν πέσουνε 'ςτόν ποταμό, ο ποταμός θα στύψη, Αν πέσουνε 'ςτή θάλασσα, πνίγονται τα καράβια, Κι' αν τα βαστάξω 'ςτήν καρδιά, με καίν', με φαρμακώνουν Αναθεμά σε, ξενητειά, με τα φαρμάκια πώχεις!
ΤΟ ΜΑΓΕΜΜΕΝΟ ΜΑΝΤΗΛΙ κ. Ευαγ. Γ. Ζαλοκώστα
Ώρα γλυκειά της χαραυγής όπου ξυπνάει η πλάσι, Οπού γλυκαγκαλιάζεται το φως με το σκοτάδι. Που γλυκοφέγγουν η κορφαίς, μαυρολογούν οι λόγγοι, Που το φεγγάρι χάνεται, που αχνίζουνε τ' αστέρια, Κι' ο λαμπερός ο Αυγερινός μονάχα τρεμουλιάζει, Που πέφτει τ' ουρανού η δροσιά και λούζει τα λουλούδια, Που ανοίγουν τα τριαντάφυλλα κ' η δάφναις ανασαίνουν, Κ' η ανθισμένη αγράπελη από το βράχο σκύβει
Να ιδή 'ςτο ρέμμα τ' αυλακιού την τρυφερή ωμορφιά της. Οπού ξυπνούν η πέρδικες και κελαϊδούν τ' αηδόνια! …
Κι' ο Μήτρος με τη χαραυγή τα πρόβατα του βγάζει Στα κορφοβούνια απ' τάρμεγμα να τα περιβοσκήση, Αντιλαλούν η λαγκαδιαίς απ' τα λαμπρά κουδούνια, Απ' τα βραχνά βελάσματα αχολογούν η ράχαις, Και 'ςτ' αλαφρό τ' ανέβασμα του ζηλεμμένου Μήτρου Φουσκώνει η φουστανέλλα του, βροντούν τα χαϊμαλιά του, Κι' ο μεταξένιος του ο τσαμπάς τινάζεται σαν νέφιο Οπού το δέρνει ο άνεμος και το χρυσώνει ο ήλιος.
Χαράημερα και του χωριού κινούν η μαυρομμάταις Να παν' 'ςτή βρύσι για νερό. Περνούν, περνούν κοπέλλαις, Έρχονται με χαρχάγελα και φεύγουν με τραγούδια. Ύστερη απ' όλαις έρχεται η Αναστασιά της χήρας, Με τα μακρυά της τα μαλλιά, με τα γλυκά τα μάτια. Με το μεγάλο τόνομα και με το πλούσιο βιο της. Διαβαίνει με περπάτημα σειστό, καμαρωμένο. Και τα πουλιά που κελαϊδούν λες και την χαιρετούνε, Τα δέντρα που φουρφουλογούν 'ςτής χαραυγής τ' αγέρι, Λες και ξυπνούν, ξαφνίζονται 'ςτής λυγερής το διάβα, Κι' αναμερώντας τα κλαδιά τώνα ρωτάει τ' άλλα Ρωτάει ο γράβος το φτελιά, ο πεύκος το πλατάνι, Το κυπαρίσσι τη ιτιά, κ' η λυγαριά τη δάφνη:
— Ποια νάν' εκείνη που περνά, μη νάν' καμμιά Νεράιδα;
Και σκύφτουν-σκύφτουν να την ιδούν κι' αυτή περνά και [φεύγει.
Χαρά 'στη χήρα πώκαμε την τέτοια θυγατέρα, Χαρά και 'ςτό μικρό χωριό οπού την καμαρώνει, Χαρά 'ςτόν κι όποιος την χαρή και την κορφολογήση!
Ο Μήτρος την αγνάντεψεν απ' τα βουνά του απάνω Και ροβολάει γλήγορα και 'ςτό στρατί την πιάνει.
— Ώρα καλή σου, Αναστασιά.
— Καλώς τον τον λεβέντη
— Κόρη, για δος μου φίλημα 'ς αυτά τα μαύρα μάτια.
— Πώς να σου δόσω φίλημα 'ςτά μαύρα μου τα μάτια Που 'ς άλλον μ' έχει η μάνα μου από μικρή ταμμένη;
— Γιατί, καϋμένη Αναστασιά, γιατί περδικοστήθω; Τώρα οπού εμεγάλωσες κι' άνθισε η ωμοφιά σου Και χύνει μέσ' τα τρίστρατα τη μοσχομυρωδιά της, Σ' άλλον να σ' έχουν τάξιμο, κ' εμέ να μ' απαριάσης Οπού σε πρωταγάπησα από μικρή μικρούλα, Κι' ούτε της βρύσης τώλεγα, ούτε της συντροφιάς μου, Ούτε και της φλογέρας μου, του φεγγαριού, του ήλιου, Μόν' 'ςτήν καρδιά, το φύλαγα σαν θησαυρό κρυμμένο, Και με μια ελπίδα τώτρεφα, πότε να μεγαλώσης, Πότε να δώση ο Απρίλης σου, ν' ανθίση η ωμορφιά σου, Να σε ζηλεύουν κ' η Ξωθιαίς, 'ςτή βρύσι εδώ να σ' εύρω, Για να σ' ανοίξω την καρδιά, να ιδής πούσαι κυρά της, Και σ' είσαι 'ς άλλον τάξιμο κ' εμένα μ' απαριάζεις:
— Μήτρο, 'ςτά λόγια σου γραφτή ξανοίγω την καρδιά σου, Μα 'ς άλλον μ' έχ' η μάνα μου από μικρή ταμμένη.
— Κόρη, για δος μου φίλημα 'ςτά μαύρα σου τα μάτια, Κόρη, εγώ σ' αγάπησα, κ' εγώ θα να σε πάρω.
— Μήτρο, καϋμένε, μην το λες. Ρίξε τα μάτια 'ς άλλη. …………………………………………….. — Τ' έχεις απόψε Μήτρο μου, και μου είσαι πικραμένος;
— Δόλια μανούλα μ', άσε με, πλειότερο μη με θλίβεις. . . . Θα πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια. Και θα χαλάσω τα χωριά, θα γίνω κλέφτης μάνα, Κι' ας φάη λύκος τα πρόβατα και αυτά τα έρμα γίδια.
— Παιδί μου, … Μήτρε μου; … τι λες; … τι βάνεις με [τον νου σου;
— Ό,τι κι' αν λέω μάνα μου, εγώ θα να το κάμω.
— Μη σώκλεψαν τα πρόβατα, μη σ' άρπαξαν τα γίδια; Μην Αρβανίταις πέρασαν και σ' έβρισαν, παιδί μου;
— Δεν κλέβουν πρόβατα από εμέ, ουδέ μ' αρπάζουν γίδια Κι' ουδ' Αρβανίταις μάνα μου, κοτάν' για να με βρίσουν…
Μια κόρη μ' εβαλάντωσε, μια κόρη, … ανάθεμά την!
— Και ποια είν' εκείνη πώρριξε του γυιού μου την αγάπη;
— Η ζηλεμμένη Αναστασιά κ' η μοναχή της χήρας. Την αγαπούσ' από μικρή και τώκρυφτα βαθειά μου, Ούτε 'ςτ' αστέρια τώλεγα, ούτε και 'ςτό τραγούδι, Μόν' καρτερούσα μάνα μου, τόσον καιρό μ' ελπίδα. Να μεγαλώση, να την βρω 'ςτό ξέφωτο μια μέρα Να της ανοίξω την καρδιά και να τήνε φιλήσω … Σήμερα που την εύρηκα ναρχέται από τη βρύσι Και της εγύρεψα φιλί 'ςτά μαύρα της τα μάτια, Εκείνη μου τ' αρνήθηκε, και μούπε αλλού να στρέψω, Γιατί την έχ' η μάνα της μικρούλ' αλλού ταμμένη … Γι' αυτό θα πάρω τα βουνά, θα πάω να γίνω κλέφτης, Κ' εγώ, που την αγάπησα, εγώ θα να την πάρω.
— Αν τώβαλες κατάκαρδα και θέλεις να την πάρης Μη παρατάς τα πρόβατα και πας παιδί μου, κλέφτης, Τι θα χαθή το σπίτι μας, το βιο μας θα ρημάξη, … Κ' εγώ θα πάω 'ςτή μάνα της ταχυά να την γυρέψω, Κι' αν δε θελήση η μάνα της νύφη να μου την δώση, θα πάω 'ς την πρωτομάγισσα και μάγια θα της κάμω.
— Αν δεν την πάρω μάνα μου, γλήγορα θα με κλάψης …………………………………………. — Για σου χαρά σου. Γεώργενα. — Καλώς την την Γιαννούλα.
— Γιώργενα, την Αναστασιά, την ακριβή σου κόρη, 'Στόν ζηλεμμένον Μήτρο μου δε μου την δίνεις νύφη;
— Από μικρή, Γιαννούλα μου. την έχω αλλού ταμμένη.
— Ο γυιός μου την αγάπησε. Γιώργεν', από μικρούλα, Κι' ο μαύρος εκαρτέραγε πότε να μεγαλώση Να της ανοίξη την καρδιά και να την κάμη ταίρι.
— Γιαννούλα τώρα ο Μήτρος σου ας ρίξη αλλού τα μάτια.
— Δεν είν' αρρώστεια να διαβή να ξαναγειάνη πάλι, Δεν είναι μιαν αντάμωσι για να την λησμονήση, Γκρεμός δεν είναι και ραϊδιό και σκέπι να περάση, Δεν είν' πελαγοποταμιά διά να διαβή από πέρα, Δεν είναι μαύρο σύγνεφο να φυλακτή σ' απόσκιο, Μόν' είναι ο πόνος της καρδιάς κι' ο πόνος της αγάπης, Είναι καϋμός. Και σκιάζομαι να μη τον χάσω, η μαύρη.
— Γιαννούλα, εγώ την κόρη μου την έχω αλλού ταμμένη.
— Και ποιον θα ναύρης Γιώργενα, καλλίτερο απ' το γυιό μου Πούναι λεβέντης ακουστός εις του χωριού τους άντρες, Οπούναι και μοναχογυιός και καλοαναθρεμμένος; Πού θα να βρης καλλίτερο απ' το δικό μας σπίτι, Πώχουμε χίλια πρόβατα και δυο χιλιάδες χίδια, Κοπάδια βοϊδογέλαδα κι' άλογα και φοράδια. Πώχουμε χίλια στρέμματα αμπέλια και χωράφια. Πωχουμε λόγγα πάρθενα, πώχουμε και λειβάδια. Πώχουμε χούφταις το φλουρί και φόρτωμα τ' ασήμι;
— Το βιο σας να το χαίρεστε, κ' η κόρ' είνε δική μου.
— Άιντε, γυναίκα ανάποδη και όχεντρα οργισμένη, Σου την γυρεύω με καλό, με το κακό την παίρνω! . . . …………………………….
Πήγε 'ςτήν πρωτομάγισσα, που εμόνιαζε 'ςτό λόγγο, Της μολογάει του Μήτρου της το πόνο, την αγάπη. Της τάζει χίλια δυο φλουριά και της γυρεύει μάγια.
— Ακόμα χίλια δυο φλουριά, Γιαννούλα, θα ξοδιάσης, Τον ακριβό το Μήτρο σου αν θέλης να μη χάσης.
— Δίνω και τρεις και τέσσερες ακόμα εγώ χιλιάδες. …………………………….
Τρεις από τότε η μάγισσα βραδειαίς αράδ' αράδα, — Κ' ήταν φεγγαρογιόμισμα, — κοντά 'ςτό μεσονύχτι Έβγαινε πέρ' απ' το χωριό, κατά το Ξωθιονέρι, Εκεί που ρίχνουν σαν περνούν ανάθεμα οι διαβάταις, Κ' εμάζευε όλαις ταις ξωθιαίς, ταις στρίγλαις και ταις λάμιαις Με σφύριγμα, που ετάραζε της ερημιάς τον ύπνο. Χιλιάδες χάραις έταξε, και εγύρεψεν απ' όλαις Μετάξι απ' της Πεντάμορφης Νεράιδας το κοκούλι, Αίμ' από κόρη πάρθενη, και γλιώσσα από όφιο αστρίτη.
Ταύραν αυταίς και τάφεραν και πήρανε το τάμμα. Με το μετάξι η μάγισσα ύφαν' ένα μαντήλι. Τώβαψε με φειδόγλωσσαις και με παρθένας αίμα Και τρεις φοραίς το ξόρκισε, τώκαμε μαγεμμένο.
— Έλα Γιαννούλα, πάρετο· κι' όποτε θέλει ο Μήτρος Να πάρη την Αναστασιά, με δαύτο ας την εγγίξη. ……………………………………….
Είκοσι μέραις πέρασαν, σαν χρόνια για το Μήτρο, Κ' έφτασε τ' Άι-Γιωργιού η γιορτή, το μέγα πανηγύρι, Που χέρι-χέρι νηαίς με νηούς κρατιούνται και χορεύουν. Η αράδα της Αναστασιάς εσύντυχε το Μήτρο. Κρατιέται απ' το μαντήλι του, μαγεύεται, λιγώνει, Του ρίχνει ολόγλυκειαις ματιαίς κι' από κρυφά του λέει: — Πίσω απ' τον ήλιο, Μήτρο, ας πάη της μάνας μου το τάμμα, Ας ζήση αυτή μονάχη της, κ' εγώ με σέν' αντάμα.
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΛΕΦΤΙΚΟ
Πότε θαρθή μιαν άνοιξι, θαρθή ένα καλοκαίρι, Που λουλουδιάζουν τα κλαριά, που λυόνουνε τα χιόνια, Για να ζωθούμε τάρματα και τα χρυσά τσαπράζια, Να βγούμε κλέφταις, βρε παιδά, κλέφταις 'ςτά κορφοβούνια!
Μέσ' 'ςτήν ψηλότερη κορφή να στήσουμε λημέρι, Νάχουμε τάστρα τ' ουρανού τ' αποβραδύς κουβέντα.
Κ' ημάς το γλυκοχάραγμα να πρωτοχαιρετίζη. Ημάς ο ήλιος την αυγή 'σάν κρούη να πρωτοβλέπη. Να μας ζηλεύουν οι αετοί, να μας ξυπνούν τ' αηδόνια, Και μέσ' ςτά γάργαρα νερά και μέσ' 'ςταίς κρύαις βρύσες Νεράιδες να μας νύβουνε, φιλιά να μας χορταίνουν.
Αράδ' αράδα τάρματα 'ςτά πεύκα θα κρεμάμε, Και θε να σταίνουμε χορό. Και κάθε μας τραγούδι Θάνε βροντή από σύγνεφο, φωτιά από αστροπελέκι.
Θα μας τρομάζουν τα θηριά, θα προσκυνούν οι κάμποι.
Πότε θαρθή μιαν άνοιξι, θαρθή ένα καλοκαίρι, Να βγούμε κλέφταις, βρε παιδιά, κλέφταις 'ςτά κορφοβούνια.
Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ κ. Ι. Μ. Δαμβέργη.
Ήταν δυο αδέρφια γκαρδιακά και πολυαγαπημένα, Ο πρώτος κόρη αγάπησε ξανθή και μαυρομμάτα, Κ' ήρθε καιρός κι' εσμίξανε κ' εβάλανε στεφάνια. Μήνες και χρόνια πέρασαν, ακέρια χρόνια πέντε, Κι' ο παντρεμένος θέλησε 'ςτά ξένα να μισέψη. Κ' εκάλεσε τον αδελφό και χωριστά του λέει:
— Βουλιούμαι, αγαπημένε μου, 'ς τα ξένα να μισέψω, Να διαπεράσω τα βουνά, να πάω σε ξένον κόσμο, Και να γυρίσω με καιρό, με χρόνια και με μήνες Με γρόσια στο δισάκι μου και λίρες 'ςτο κιμέρι. Σ' αφίνω την γυναίκα μου την πολυαγαπημένη. Να την κυττάς σαν αδερφή, σαν αδερφή δική σου.
Αγκαλιαστήκανε γλυκά κι' αδερφικά φιλιώνται Κι' ο παντρεμμένος τάλογο ταχυά καββαλλικεύει, Και διαπερνάει θάλασσαις και κάμπους και ποτάμια Και διαπερνάει και βουνά και πάει μακρυά 'ςτά ξένα.
Δώδεκα χρόνια πέρασαν και δεκαπέντε μήνες. Ο αφωρεσμένος του αδερφός κ' η σκύλλα του η γυναίκα Γλυκά γλυκά αγαπήθηκαν και πέρναγαν μαζύ τους Και λησμονήθηκε τ' αντρός και τ' αδερφού η αγάπη.
Και μέσ' 'ς τα δώδεκα ψηλά και μέσ' 'ς τους τόσους μήνες Ο μισευμένος κίνησε απ' τα μακρυά τα ξένα Να διαπεράσση θάλασσαις, κάμπους, βουνά, ποτάμια, 'Σ το πατρικό το σπίτι του με γρόσια να γυρίση.
Μια μέρα ένα Μαγιάπριλο κοντά 'ςτό μεσημέρι Σφιχταγκαλιάζονταν οι δυο 'ςτό στρώμα οι αγαπημένοι. Άξαφνα γλήγωρο άλογο 'ςτή θύρα σταματάει. Βαρειά φτερνιέται τάλογο, πεζεύει ο καββαλάρης Και κράζει τη γυναίκα του και ολοβροντάει τη θύρα. Λαχταριστοί τινάζονται απ' το ζεστό το στρώμα Και κατεβαίνουν 'ςτήν αυλή τον ξένον να δεχτούνε. Χίλιαις αλλάζουν αγκαλιαίς, φιλήματ' άλλα τόσα. Ο ένας κλαίει από χαρά, κ' οι δυο από φόβο αχνίζουν.
— Τ' είσαι καλή μου τόσο αχνή και τρέμεις σαν το φύλλο;
— Μήνες και χρόνια ολόκερα σε καρτερώ απ' τα ξένα, Και το μαράζι της καρδιάς, της ξενιτειάς σου η πίκρα Μώφερε αρρώστεια αγιάτρευτη και μ' έρριξε 'ςτό στρώμα Ή άλλαις, είπα, αγάπησες 'ςτής ξενιτειάς τη χώρα Κ' εμένα μ' αλησμόνησες την πολυαγαπητή σου, Ή αρρώστησες και πέθανες χωρίς εγώ να μάθω. Και δάκρυο, δάκρυο ψεύτικο, δάκρηο γιομάτο απάτη Τα μαραμένα μάγουλα της σκύλλας αυλακόνει.
— Ούτε κι' αγάπησα καμμιά 'ςτής ξενιτειάς τη χώρα, Ούτε λησμόνησα ποτές εσένα την καλή μου. Μήνες και χρόμα επλούτενα, για να γυρίσω τώρα, Με γρόσια 'ςτό δισάκι μου και λίρες 'ςτό κιμέρι, Κι' αρρωστεμένη να σε βρω και να σε βρω 'ςτό στρώμα; Φωτιά να κάψη τα φλουριά! κ' εγώ θα τα ξοδιάσω Σ' όλον τον κόσμο, 'ςτούς γιατρούς, για εσέ, για την υγειά σου!
Και την εφίλησε γλυκά 'ςτά μάτια και 'ςτό στόμα.
— Ρώτησα εγώ χίλιους γιατρούς. Κι' αν θέλης για να γειάνω Από τα Μήλα τα Χρυσά να πας και να μου φέρης. Έφεξε η δεύτερη αυγή και πριν να δώση ο ήλιος Καββαλικεύει τ' άλογο και φεύγει ο παντρεμμένος, Και 'πήγε ναύρη τα Χρυσά τα Μήλα να τα φέρη, Για να τα φάη η γυναίκα του να ξαναγειάνη πάλι.
'Στο δρόμο μάγισσα 'ρωτά, πούν' τα Χρυσά τα Μήλα. Κ' η μάγισσα η καλόγνωμη γυρίζει και του λέει:
— Είνε τα Μήλα τα Χρυσά σε μακρυνό περβόλι, Σε περιβόλι απάτητο, που το φυλάει ο Δράκος. Χιλιάδες βασιλόπουλα, χιλιάδες παλληκάρια Πήγαν να το πατήσουνε κ' εχάσαν την ζωή τους. Αν έχης λιονταριού καρδιά και σιδερένια στήθεια, Σύρε μέσ' στης Πεντάμορφης το μαρμαρένιο κάστρο, Πέρα 'ς εκείνα τα βουνά που 'γγίζουνε τ' αστέρια. Αραδαριά θα βρης εκεί τον κάμπο να γιομίζουν Χιλιάδες βασιλόπουλα, χιλιάδες παλληκάρια. Που πολεμούν με μάνιτα, που αμάχονται με δίψα, Όποιος αξιώτερος φανή 'ςτό κάστρο να πηδήση Την κόρη την Πεντάμορφη δική του να την κάμη. Αν έχης λιονταριού καρδιά και σιδερένια στήθεια. Κι' αν θα φανής αξιώτερος και μείνης μοναχός σου. Θα κατεβή η Πεντάμορφη, 'ςτό κάστρο θα σε πάρη, Κι' ό,τι γυρέψης, θα το ιδής φερμένο 'ςτήν ποδιά σου.
Χτυπάει εκείνος τ' άλογο και χάνεται 'ςτόν κάμπο.
Σαράντα είχε η Πεντάμορφη, σαράντα ακέρηα αδέρφια, Σαράντα καββαλλάριδες, σαράντα παλληκάρια, Που όταν κινούσαν, έτρεμαν βουνά μαζύ και κάμποι. Κάποιο κυνήγι έναν καιρό ξανοίξανε μεγάλο, Και μέσ' ςτο κάστρο επλάκωσαν χιλιάδες βασιληάδες. Κ' επιάστηκαν σε πόλεμο, και επιάστηκαν σ' αμάχη, Ποιος ζήση απ' όλους να ριχτή την ώμορφη ν' αρπάξη.
Ο παντρεμμένος έφτακε καββάλα 'ςτ' άλογό του. Κ' εκεί που εκείνοι αμάχονται και ένας χτυπάει τον άλλον, Βγάζει το δαμασκί σπαθί, οφίγγεται μέσ' 'ς τη σέλλα, Κεντάει τ' αλόγου τα πλευρά και ρίχνεται 'ς τη μέση Χτυπάει εδώ και σφάζει εκεί κι' ολούθε τάφο ανοίγει. Φλογίστηκε 'ς τα χέρια του το δαμασκί σπαθί του, Το πρόσωπό του εμαύρισε, άφρισε τ' άλογό του, Κι' δω που ο ήλιος έγειρε και πάει να βασιλέψη, Πέρα και πέρα εγιόμισε τον κάμπο από κουφάρια Κ' η ρεμματιαίς πελάγωσαν απ' το πολύ το αίμα. Με κλάυματα η Πεντάμορφη 'ςταίς θύραις κατεβαίνει:
— Για εσέ, λεβέντη ωμορφοννιέ, λεβέντη καββαλάρη, Που μέσ' 'ς τα τόσα αίματα τόσα κορμιά έχεις θάψει, Και σήμερα μ' εγλύτωσες από σκλαβιά μεγάλη, Για εσένα ανοίγω σήμερα το κάστρο μου να ανέβης. Πες μου, τι θέλεις, τι καλό μεγάλο να σου κάμω.
— Έχω γυναίκα ωμορφονιά, κ' είν' άρρωστη 'ςτό στρώμα Όλον τον κόσμο αρώτησα κι' όλος ο κόσμος μου είπε, Να φάη τα Μήλα τα Χρυσά να ξαναγειάνη πάλι
— Έλα 'ςτό κάστρο μου ψηλά να λούσω το κορμί σου, Με μόσχο, με ροδόσταμμα. λεβέντη, να σ' αλείψω. Να κοιμηθής γλυκά-γλυκά γιατ' είσαι αποσταμένος, Και σαν ερθούν ταδέρφια μου τον κόσμου οι αντρειωμένοι, Πέρνεις τα Μήλα τα Χρυσά και φεύγεις 'ς την καλή σου.
Κοιμάται.
Κ' η Πεντάμορφη 'ς τα παραθύρια βγαίνει, Παίρνει 'ςτό χέρι αργόχειρο και γλυκοτραγουδάει. Να κι' άξαφνα ξαγνάντεψαν τ' αδέρφια της 'ςτόν κάμπο, Κι' απαρατάει τ' αργόχειρο και πάει και τους προφταίνει.
— Σωπάτε, μην τρομάζετε, λαχτάρα μη σας πήρε, Κ' εκείνος που με γλύτωσε γλυκοκοιμάται απάνου. Χιλιάδες βασιλόπουλα πλακώσανε 'ςτό κάστρο Κ' επιάστηκαν 'ςέ πόλεμο, κ' επιάστηκαν 'ς αμάχη, Όποιος γλυτώσει απ' όλους τους 'ςτό κάστρο να πηδήση, Ν' αρπάξη εμένα και μακρυά δική του να με πάρη. Κάθε που έπεφτε σπαθιά τα στήθεια μου περνούσε. Μα εκεί που εκείνοι εμάχονταν, κ' ένας τον άλλο εχτύπα, Σαν άγιος φανερώθηκε λεβέντης καββαλλάρης Και με σπαθί 'ςτά χέρια τον ρίχνεται μέσ' 'ςτή μέση. Σε κάθε που έπεφτε σπαθιά εφτέρωνε η καρδιά μου. Κι' όσο που ο ήλιος έγειρε και πάει να βασιλέψη, Πέρα και πέρα εγιόμισε τον κάμπο από κουφάρια. Με μιας το κάστρο τ' άνοιξα, τον πήρα 'ςτά παλάτια, Τον έλουσα, τον άλειψα ροδόνερο και μόσχο, Και τώστρωσα να κοιμηθή γιατ' είνε αποσταμένος. Γυρίστε, μην πεζεύετε· και για δική μου αγάπη Θα πάτε πέρα, αδέρφια μου, 'στ' απάτητο περβόλι, Πούναι τα Μήλα τα Χρυσά που τα φυλάει ο Δράκος, Να πάρτε, να του φέρετε, γιατ' είνε παντρεμμένος, Κέχει γυναίκα ωμορφονιά που είν' άρρωστη 'ςτό στρώμα. Κι όλον το κόσμο αρώτησε, κ' όλος ο κόσμος του είπε: Να φάη τα Μήλα τα Χρυσά να ξαναγειάνη πάλι.
Χτυπούν τ' αδέρφια τάλογα και χάνονται 'ςτόν κάμπο. Φέρνουν τα Μήλα τα Χρυσά. Τα παίρνει ο παντρεμμένος Καββαλλακεύει τάλογο και γέρνει 'ςτήν καλή του.
Μήνες μονάχα επέρασαν. Κ' ένα γλυκό βραδάκι, Που μοναχή η Πεντάμορφη αγνάντευε απ' το κάστρο, Τ' αγαπημένα αδέρφια της με πόνο ακαρτερώντας, Να πηλαλάη έν' άλογο βλέπει μακρυά 'ςτόν κάμπο. Απέρναγε σαν σύγνεφο οπού το διώχνει ο αγέρας, Κι' όπως βογγάει το σύγνεφο εκείνο εχλιμιντρούσε. Γοργό, αφρισμένο επλάκωσε σε λίγο μέσ' 'ς το κάστρο Μ' ένα δισάκι απάνω του και δίχως καββαλλάρη. Το γνώρισε η Πεντάμορφη και κατεβαίνει κάτου. Αυτιάζεται, χτυπάει τη γη και χλιμιντράει εκείνο, Σαν κάτι νάθελε να ειπή. Το ξεφορτώνει η κόρη, Παίρνει, και το δισσάκι λυεί… και τι να ιδή!… λαχτάρα!… κομμάτια ανθρώπινου κορμιού 'ςτά αίματα πνιγμένα, Και 'ςτά κομμάτια ανάμεσα τώμορφο το κεφάλι Του νηού που την εγλύτωσε!… Δέρνεται και μαδιέται…
Έκλαψε απαρηγόρητη τρεις 'μέραις και τρεις νύχταις.
Αράδιασε το λείψανο 'ς ολόχρυσο σιντόνι Κ' εκάλεσε ένα γλήγορο χιονάτο περιστέρι Αθώο, αθώο σαν κι' αυτή, το μόνο σύντροφό της Και το επαράγγειλε πιστά, και τέτοια του 'μιλάει:
— Άνοιξε τα φτερούγια σου, μικρό μου περιστέρι, Και θε να πας γι' αγάπη μου σε μακρυνό ταξείδι. Θα διαπεράσης θάλασσαις, ψηλά βουνά και κάμπους, Θα διαπεράσης σύγνεφα και θε να πας πουλί μου, 'Στά στοιχειωμένα τα βουνά που πάντα ανοιγοκλειούνε Κι' οπού τ' αθάνατο νερό περνάει ανάμεσά τους. Πέτα γοργό μέσ' 'ςτ' άνοιγμα, πάρε νερό και φεύγα.
Πετάει εκείνο και γοργό με το νερό γυρνάνει, Και το σταλάζει ανάλαφρα 'ςτ' αραδιαστά κομμάτια. Κ' εκεί που πέφτει το νερό, κολλούν και ζωντανεύουν. Και ζωντανεύει ολάκερος ο νηός ο παντρεμμένος. Ξυπνούν τα 'μάτια τα σβυστά, ανοίγουνε τα χείλη Κι' απάνω τους χαμόγελο γλυκό-γλυκό χαράζει. Χτυπάει η ακίνητη καρδιά, και το βουβό το στόμα Παίρνει αλαφρόν ανασασμό κι' αρχίζει και 'μιλάει:
— Πόσο βαρηά εκειμώμουνα!… πού ήμουν και πού να είμαι; Δεν είσαι συ η Πεντάμορφη με τα σαράντα αδέρφια; Δεν είν' αυτό το κάστρο σου; δεν είν' αυτός ο κάμπος Που μια φορά επελάγωσα με βασιληάδων αίμα; Πού ήμουν όντας πλάγιασα, και τώρα πού ξυπνάω;
— Εξύπνησες 'ςτά χέρια μου… πού επλάγιασες για πες μου;
— Θυμούμαι, μα σαν όνειρο. Μια μέρα εκυνηγούσα Με το μικρότερο αδερφό 'ςτής χώρας μας τα δάση. Το μεσημέρι επλάγιασα ς' ένα φτελιά από κάτου Κι' απ' τότες τώρα εξύπνησα 'ςτό κάστρο το δικό σου. Ποιος μ' έφερε; Πεντάμορφη, μην όνειρο είνε ακόμα;
— Όχι! δεν είνε όνειρο, κι' ουδέ κοιμάσαι ακόμα Σ' έφερε τ' άλογό σου εδώ κομμάτια 'ςτό δισάκι Κ' εγώ, που μ' εξεγλύτωσες απ' τη σκλαβιά μια μέρα Εγώ με την αγάπη μου και με τα δάκρυά μου, Εγώ μ' αθάνατο νερό σ' ανάστησα, λεβέντη. Τώρ' αρματώσου γλήγορα, ανέβα 'ςτ' άλογό σου Και χτύπα το, σαν αστραπή 'ςτό σπήτι να φέρη. Αγκαλιαστά να βρης εκεί 'ςτό στρώμα να κοιμώνται Ο αφωρεσμένος σου αδερφός κ' η σκύλλα σου η γυναίκα, Για να γλυτώσουν σ' έστελναν για τα Χρυσά τα Μήλα, Που τα φυλάει ο Δράκοντας, να χάσης τη ζωή σου· Και σαν εγύρισες μ' αυτά, σ' επήραν 'ςτό κυνήγι Κ' εκεί σ' εσκότωσε ο αδερφός 'ςτόν ύπνο τον γλυκό σου, Τώρ' αρματώσου γλήγορα κι' ανέβα 'ςτ' άλογό σου Και σύρε εκεί και σκότωσε και κάμε τους κομμάτια. Και γύρνα, την Πεντάμορφη γυναίκα σου να πάρης.
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΡΥΓΗΤΟΥ
Το λέει ο πετροκότσυφας 'ςτό δροσερό τ' αυλάκι, Το λεν 'ςτά πλάια η πέρδικες, 'ςτήν ποταμιά τ' αηδόνια. Το λέν 'ςτ' αμπέλια η λυγεραίς, το λεν με χίλια γέλοια, Το λέει κ' η Γκόλφω η ώμορφη, το λέει με το τραγούδι
— Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμμένο, Δέσε σταφύλια κόκκινα, να μπω να σε τρυγήσω, Να κάμω αθάνατο κρασί, μοσχοβολιά γιομάτο. Μέσ' 'ςτά κατώγεια τα βαθηά σαν μόσχο να το κρύψω, Να το φυλάξω ολάκεραις χρονιαίς, ακέρηους μήνες, Ως που ν' αρθή μιαν άνοιξι, ναρθή ένα καλοκαίρι, Να γύρη από τη μακρυνή την ξενητειά ο καλός μου. Να κατεβώ μέσ' ςτήν αυλή, να πιάκω τ' άλογό του. Να τον φιλήσω αγκαλιαστά 'ςτά μάτια και 'ςτό στόμα, Να τον κεράσω, αμπέλι μου, τ' αθάνατο κρασί σου, Της ξενητειάς τα βάσανα να πάν', να τα ξεχάση.
Η ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ κ. Μ. Μητσάκη.
Η Ρούσιω η καπετάνισσα, του Γέρω-Δήμου η νύφη, Στα παραθύρια κάθεται, τους κάμπους αγναντεύει, Κι' αναστενάζει απ' την καρδιά και με τον νου της λέει:
— Μάνα, μ' εκακοπάντρεψες και μ' έδωκες σε κλέφτη, Που βρίσκεται 'ςτόν πόλεμο απ' την αυγή ως 'ςτό βράδυ, Κι από το βράδυ ως 'ςτήν αυγή φυλάει 'ςτό καραούλι, Και δεν τον είδα μία φορά να κοιμηθή σιμά μου, Εγώ τουφέκια σκιάζομαι, τάρματα εγώ τα τρέμω, Για να το ζώσω 'ςτό κορμί να πάω από κοντά του, Κ' εχτίκιασαν τα στήθεια μου, εμάλλιασε η καρδιά μου, Μαράθηκαν τα νειάτα μου κ' η εμμορφιά μου εχάθη. Σαν τι τα θέλω τα φλουριά και τα βαρηά γιονρτάνια. Σαν τι τα θέλω τα χρυσά κι' ασημωμένα ρούχα, Σαν δεν κοιμούμαι μια φορά 'ςτό πλάι του καλού μου; Νάμουνα κάλλια πιστικιά, κάλλια θερίστρα νάμουν, Παρά η καπετάνισσα, του Γέρω-Δήμου η νύφη. Για ιδές θερίστραις, πιστικαίς, ολημερίς γυρνάνε 'Στά ρέμματα, 'ςταίς λαγκαδιαίς, 'ςτούς κάμπους και 'ςτά πλάια Με τον καλό τους 'ςτό πλευρό και με μικρά 'ςτά χέρια. Κ' εγώ, κλεισμένη μοναχή 'ψηλά 'ςτά κορφοβούνια, Τα λερωμένα του σκουτιά 'μπεζέρισα να πλένω. Κι' ώρα την ώρα με καρδιά καταλαχταρισμένη Τον καπετάνιο καρτερώ τόσαις βραδειαίς κι' αυγούλαις, Πότε να τον ιδώ γερός ν' αφήση τα λημέρια, Ναρθή 'ςτό σπίτι μια φορά, να κοιμηθούμε αντάμα!
Η ΧΙΟΝΟΥΡΑ
Ανάμεσα τρεις ποταμιαίς και πέντε κορφοβούνια Πύργος διπλοθεμέλειωτος και μαρμαροχτισμένος, Και μέσα κόρη κάθεται με δεκαπέντε σκλάβους, Κι' όλο αρμαθιάζει το φλουριά και τα μαργαριτάρια.
Αρμάθιαζε, ξαρμάθιαζε, τα κρέμαε 'ςτό λαιμό της. Και 'ςτόν καθρέφτη εκύτταζε, κ' έλεγε με τον νου της.
— Μάτια μου μαύρα και γλυκά και ζαχαρένιο στόμα, Κυπαρισσένιο μου κορμί κι' ολόχρυσα μαλλάκια, Δαχτυλιδένια μέση μου κι' αφροπλασμένα στήθη. Και συ λαιμέ μου κάτασπρε σαν του βουνού το χιόνι, Σαν σας σταλάζω με φλουριά και με διαμάντια τόσα, Μη για χορό συντάζεσθε, μήνα σε γάμο πάτε;… Πέτε, πού ο γάμος γίνεται και πού ο χορός κρατιέται; Πούναι κι' ο νηός που θα σας 'δή και θα σας αγαπήση Κι' ακολουθώντας σας θαρθή να σας χαρή μια μέρα; Εσάς σας χαίρεται η ερμιά. Πότε σας είδε ο κόσμος;… Σας χαίρονται τάγρια βουνά, κ' έχετε συντροφιά σας Τον πύργο τον σκοταδερό, της ποταμιάς το ρέμμα, Τ' αγέρι, τ' άγρια πουλιά, τον ήλιο και τ' αστέρια. Σας παίρν' η άνοιξ' η γλυκειά και λυόνουνε τα χιόνια, Και λουλουδιάζουν τα βουνά και κελαϊδούν τ' αηδόνια, Κι' ο κόσμος όλος χαίρεται κ' η πλάση αναγεννιέται, Εσείς και τότε θλίβεστε, και κλαίγεστε για ταίρι. Κλαίγεστε κι' όντας πέφτουνε τα φύλλ' από τα δέντρα Κ' έρχεται το χινόπωρο κι' ο μαύρος ο χειμώνας, Που η πλάση ξεστολίζεται, που χάνεται κι' ο ήλιος, Που κατεβάζει ο πόταμος, που δέρνουνε τον πύργο Τα φλογερά αστραπόβροντα, κ' η καταχνιαίς τα πλάια, Τους κάμπους τ' ανεμόβροχα, και τα βουνά, η χιονούραις, 'Στους κάμπους ανεμόβροχο, και τα βουνά χιονούρα.
— Σεΐζη, σιάσε τ' άλογο,… πάρε καλίγωσέτο,… Βάλτ' ασημένια πέταλα, καρφιά μαλαμματένια, Βάλτου περίσσια την ταή, τη μεταξένια σέλλα, Και τα βαρηά τα φάλαρα, τι θάγω μοναχός μου.
— Πού θε να πας, αφέντη μου, με τέτοιο κακοκαίρι; Η μέρα παίρνει να σωθή κ' έρχεται η μαύρη νύχτα, Ο κάμπος όλος έκλεισε και τα βουνά χιονίζουν.
— Σε σκιάζουν τ' ανεμόβροχα, σε σκιάζουν η χιονούραις, Γιατί δεν έννοιωσες εσύ 'ςτά σωθικά σου ακόμα Τη φλόγα εκείνη, τη γλυκειά, οπού τη λεν: — αγάπη, Δεν έτυχε ποτές εσύ να περπατάς τη νύχτα 'Σ έρημα μέρη, αδιάβατα, 'ς απόσκια μοναχός σου, Να ιδής της νύχτας της Ξωθιαίς, της ώμορφαις Νεράιδες, Να λούζουνται 'ςτά ρέμματα με ζάρκα τα κορμιά τους, Κι' απ' την πολλήν την ωμορφιά να λάμπη ο τόπος γύρα, Και να μοσχοβολά η ερμιά απ' τη μοσχοβολιά τους. Δεν έτυχε ποτέ να ιδής ξανθομαλλούσαις τέτοιαις Να συγκρατιούνται 'ςτό χορό, να σειούνται, να λυγιούνται, Κι' απ' τα γλυκά τραγούδια τους ν' αντιλαλή το ρέμμα. . . Αχ! νάταν τρόπος μια απ' αυταίς απόψι να φιλήσω, Κι' όλος ο κάμπος ας πνιγή και τα βουνά ας κλεισθούνε.
— Και τέτοια νύχτα εδιάλεξες να πηλαλάς 'ςτά δάση;
— Σώπα, σεΐζη, δε φτουρώ τη φλόγα της αγάπης. Θα πάω απόψι, κι' ας χαθώ. Σέλλωσε τ' άλογό μου, Το μαύρο πούναι γλήγορο και νυχτομαθημένο. Πέρ' απ' τον κάμπο θα διαβώ και πέρ' απ' το ποτάμι, Θα ν' ανεβώ μέσ' 'ςτό βουνό, τα δάση θα περάσω Που κυνηγώ, θε να ριχτώ 'ςτό μέγα μονοπάτι, Θα πέσω κάτω απ' το ραϊδιό, κ' εκείθε λάκα-λάκα Θε να κατέβω ταις σπηλιαίς της ποταμιάς να πιάσω. Απόψι πώχουμε βροχή κι' αγέρα και χιονούρα, Δεν θε να βγουν 'ςτή ρεμματιά να παίξουν η Νεράιδες, Θε να χορέψουν 'ςταίς σπηλιαίς, και κάποια θα φιλήσω. Αχ!… να με φίληε, νάπεφτε κι' αυτή 'ςτήν αγκαλιά μου, Βασίλισσα του παλατιού ν' αρχόνταν να την κάμω, Κι' ας έβρεχε, κι' ας χιόνιζε, κι' ας χάνονταν ο κόσμος!… 'Στους κάμπους ανεμόβροχο και 'ςτά βουνά, χιονούρα.
Καββαλλακεύει τ' άλογο και χάνεται 'ςτά γνέφια. Όσο τον κάμπο να διαβή τον έπιασε η χιονούρα. Πιάνει κ' η νύχτα, η καταχνιά θολή κ' η νύχτα μαύρη. Εχάθηκαν γη κι' ουρανός και μοναχά 'μπροστά του Ανεμοστροβιλίζονταν η σπίθαις της χιονούρας. Όσο να φτάση 'ςτό βουνό ρίχνει μια πήχη χιόνι, Και χάν' τη στράτα τ' άλογο. Πλακώνει το σκοτάδι, Περνούν τρεις ώραις, και βουνό δεν φαίνεται 'μπροστά του Χιονούρα αδιάκοπη, βαρειά, κι' αγέρας ωργισμένος… Κάποτε παίρνει ανήφορο, λέει κ' ηύρε το βουνό του, Χτυπάει, φωνάζει τ' άλογο… Βιάζετ' αυτό, ανεβαίνει Φυσάει με λύσσα ο άνεμος, και ρίχνει, ρίχνει, χιόνι, Που όσο ν' ανέβη 'ςτήν κορφήν εσκέπασε το μαύρο. Φυσομανάει και σαν στοιχειό παλεύει με το χιόνι. Είναι σιμά μεσάνυχτα. Χιόνι πυκνό κι' αγέρας… Το κορφοβούνι περπατεί. Κι' αυτό το έρμο δάσος Ακόμα να μη φαίνεται, να μη μαυρίζη ακόμα; Κάποτε ακούει φουρφούλισμα κλαριού και λέει πώς τωύρε Παρέκει βλέπει ένα κλαρί, κι' άλλα παρέκει ακόμα, Κι' όσο που πάει πληθαίνουνε, ως που είδε ακέρηο δάσος. Ξαλαφρωμένο τάλογο φυσάει και χλημιντρίζει, Σαν είδε που πατούνε γη τα φτερωτά του πόδια, Και σχίζει σαν την αστραπή το πυκνωμένο δάσος. Σπίθαις τα λιανολίθαρα πετούν 'ςτό πάτημά του. Κ' οι κλώνοι, οπού μεριάζουνε 'ςτό διάβα του από 'πάνω. Τινάζονται, σαν μυγδαλιαίς οπού τινάζουν τ' άνθη.
Ξάφνου το μαύρο στέκεται. Πεζεύει ο καββαλλάρης, Κι' αγάλια αγάλια περπατάει εδώ κ' εκεί το δάσος. Δεν είν' το δάσος πούξερε, το δάσος το δικό του. Καββάλλα πάλι ρίχνεται, πάλι χτυπάει το μαύρο, Κι' όσο απ' το δάσος να ξεβγή, να βρη το μονοπάτι, Πήρε το γλυκοχάραγμα, κ' εξέπεσε η χιονούρα. Άγνωστος τόπος άξαφνα ξαπλώνεται μπροστά του, Βουνά με δάση, ποταμιαίς βαθειαίς και 'λίγος κάμπος. Άσπρο το χιόνι εσκέπαζεν όλον αυτόν τον τόπο, Κι' ανάμεσ' απ' ταις ποταμιαίς, απ' τα βουνά, απ' τον κάμπο. Πύργος διπλοθεμέλιωτος και μαρμαροχτισμένος. Χτυπάει τ' αλόγου τα πλευρά να κατεβή 'ςτόν κάμπο, Γλυκά ροδίζ' η ανατολή. 'Σ ολίγο δίνει ο ήλιος. Λαμποκοπάν η αχτίδες του 'ςτά χιόνια τα στρωμένα, Λαμποκοπάν τα ρέμματα, λαμποκοπάει ο πύργος, Κ' ένας βαθύς αντίλαλος, οπού ξυπνάει την πλάση, Από τον πύργο τον ψηλό γλυκό τραγούδι φέρνει.
'Στόν πύργο κόρη κάθεται με δεκαπέντε σκλάβαις, Κι' όλο αρμαθιάζει τα φλουριά και τα μαργαριτάρια. Αρμάθιαζε, ξαρμάθιαζε τα κρέμαε 'ςτο λαιμό της, 'Στά παραθύρια ξέβγαινε και γλυκοτραγουδούσε. Ξανοίγει γλήγορο άλογο 'ςτήν άκρη από τον κάμπο. Γλυστράει 'ςτό χιόνι το στρωτό, σαν η αστραπή 'ςτά νέφια, Κ' ένα ψηλό χλημίντρισμα βολαίς-βολαίς ξεχύνει. Περνάει τον κάμπο, κ' έρχεται 'ςτής ποταμιάς τα δέντρα. Φαίνεται μαύρο τ' άλογο και νηός ο καββαλλάρης, Διαβαίνει και την ποταμιά και ρίχνεται 'ςτόν πύργο. Ακούγεται το χνώτο του και η ποδοβολή του… 'Στό δάσος το χιονόστρωτο πούνε μπροστά απ' τον πύργο Μπαίνει σαν φείδι και περνά, και σταματά 'ςτήν πόρτα.
Η κόρη απ' τα παράθυρα τρανή φωνή πετάει:
— Σκλάβαις και παρασκλάβαις μου!… 'ςτήν πόρτα κατεβάτε, Εσείς πάρετε τ' άλογο κ' εγώ τον καββαλλάρη!
Αι ΛΥΓΕΡΑΙΣ ΤΗΣ ΞΕΝΗΤΕΙΑΣ κ. Γ. Δ. Ζαχρήστω.
— Στρώστε, κορίτσια, το χορό, στρώστε και το τραγούδι Γιατ' είμαι ξένος και θα ιδώ να πάω να μολογήσω. Έμπα, Μαρούσω γαλανή, και πιάσου πρώτη-πρώτη, Και τράβα το λεβέντικο 'ςτού Νάκα το τραγούδι. Πάρε συ Λένη το Σταθά, συ Βάγγιω το Μηλιώνη, Η κλειστοφρύδω η Αναστασιά το Γέρω-Πάλλα ας πάρη· Η Φωτεινή τα Σάλωνα, την Ποταμιά η Φροσύνη, Η ώμορφ' η Βασιλική το Μάλωμα του Ολύμπου. Και συ Παναγιωτούλα μου, ξανθή και μαυρομμάτα, Πάρε το πόδι τ' αλαφιού, του λουλουδιού τη χάρι. Πάρε το μάτι του αητού και τ' αηδονιού το στόμα. Και πιάσου τράβα το συρτό, και πες ένα τραγούδι, Τραγούδι με παράπονο, της ξενητειάς τραγούδι. Και μπαίν' η κόρη 'ςτό χορό και τραγουδάει και λέει:
— Σ' εχάρηκεν η ξενητειά δώδεκα ακέρηα χρόνια,… Τώρα να φύγης ξένε μου, 'ςτό τόπο σου να 'πάγης. Άλλοι σε καρτερούν εκεί· τώμορφο το χωριό σου. Οι γκαρδιακοί οι φίλοι σου, οι γέροι οι γονιοί σου, Σε καρτερεί τόσον καιρό κ' η δόλια σου αγάπη. Κ' εκεί σαν πας, μη λησμονάς να 'μολογήσης, ξένε, Που αν το ψωμί της ξενητειάς είνε πικρό φαρμάκι, Είν' τα κορίτσια της γλυκά και το φιλί τους μέλι. Κ' εκεί που σέρνουν το χορό περνούν από μπροστά του. Και τον φιλούν αραδαριά 'ςτά χείλη τα πικρά του.
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΔΙΣΤΙΧΑ
Εγώ για εσένα τραγουδώ και λες δε σ' αγαπάω, Και λες με τα τραγούδια μου πως τον καιρό περνάω;
Νάξερα μάγια νάκαμνα τη γνώμη να σ' αλλάξω, Γιατί μ' αυτήν την γνώμη σου με κάμνεις να πλαντάξω.
Ανάθεμα τα μάτια μου πώς είνε μαθημένα, Σαν δε σε βλέπουνε συχνά να κλαίνε τα καϋμένα.
Όλα τα μάτια είνε στεγνά και τα δικά μου κλαίνε, Φωτιά 'ςτά στήθηα μ' άναψαν και την καρδιά μου καίνε,
Φωτιά τρώει το σίδερο και σάρακας το ξύλο, Και συ μου τρως τα νειάτα μου, σαν άρρωστος το μήλο.
Στους κάμπους αναστέναξα κ' είπα δυο τραγουδάκια, Κι όλα τα δένδρα εμάρανα κι' όλα τα λουλουδάκια.
Νυχτόημερα του ποταμού τα ρέμματα ρωτάω, Μην είδαν σε καμμιά μεριά εκείνη που αγαπάω.
Αγάλια αγάλια περπατώ και σαν αναστενάζω, Πώς δε ραγίζουν τα βουνά μονάχος μου θαυμάζω.
Πέφτω με χίλια ονείρατα και σαν ξυπνάω, αλλοιά μου! Βλέπω μονάχα γύρα μου τη μαύρη ξενητειά μου.
Με ρώτησεν ο ουρανός για ποιάν αναστενάζω, — Γι' αυτήν που σώχει τόνομα, με πόνο του φωνάζω.
'Σάν βγαίνει ο ήλιος την αυγήν μαραίνει τα χορτάρια, 'Σάν βγαίνει κ' αγάπη μου μαραίνει παλληκάρια.
Ήθελα νάμουνα πουλί, να στήσω τη φωληά μου, Μέσ' 'ςτής αυλής σου το δενδρί ν' ακούης τη λαλιά μου.
Μακρυά μαλλάκια θέλω εγώ και μάτια θέλω μαύρα, Που απ' όξω είν' κάρβουνα σβυστά και μέσα έχουν τη λαύρα.
Κι' αν πάρω δίπλα τα βουνά και με τ' αγρίμια αν ζήσω, Τον εδικό σου τον καϋμό δε θα τον λησμονήσω,
Έλα να πάμ' εκεί που λες, που ισκιώνουνε πλατάνια, Και τρέχουν λαγαρά νερά, να βάλουμε στεφάνια.
Βολαίς βολαίς μεσάνυχτα ξυπνάω με λαχτάρα. Και 'ςτήν πικρή την ξενητειά ρίχνω βαριά κατάρα.
Όποιος μ' ακούει να τραγουδώ, λέει πώς δεν έχω πόνο, Κ' εγώ με τα τραγούδια μου τον πόνο ξαλαφρόνω.
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ Α'. ΤΟΜΟΥ
Αφιέρωσις ……………………………. Σελ 7 Βιογραφία του ποιητού …………………… 8 Πρόλογος……………………………….. 21
Α. - ΣΚΙΑΙ ΤΟΥ ΑΔΟΥ
Άσμα πρώτον (το φάντασμα)……………… 23 » » Σημειώσεις ……………….. 31 Άσμα δεύτερον (ο παράδεισος) ………….. 33 » » Σημειώσεις ……………….. 80 Άσμα τρίτον (η Κόλασις)………………… 97 » » Σημειώσεις……………….. 112 Αναμνήσεις …………………………. 117 Το όνειρον λυρικόν…………………….. 125
Β. - Ο ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ
Πρόλογος………………………………. 135
Γ. — ΑΓΡΟΤΙΚΑ
Πρόλογος………………………………. 175 Το Νεραϊδόπουλο………………………… 185 Τραγούδι του πιστικού…………………. 190 Ο ήλιος και η νύχτα………………….. 192 Τραγούδι του θερισμού………………… 198 Η Νησιωτοπούλα……………………….. 199 Ο χορός της λαμπρής…………………… 201 Η φλογέρα…………………………… 203 Η κατάρα……………………………. 208 Η τραγουδίστρα και Βασιληάς …………… 209 Ο Γάμος…………………………….. 211 Η ποδιά της Μαριώς…………………… 213 Τραγούδι της ξενητειάς ………………… 214 Το Μαγεμμένο μαντήλι………………… 216 Τραγούδι κλέφτικο ……………………. 223 Η πεντάφορφη ……………………. 224 Τραγούδι του τρυγητού………………… 233 Η καπετάνισσα……………………….. 234 Η Χιονούρα…………………………. 235 Αι λυγιραίς της ξενητειάς …………… 241 Τραγούδια δίστιχα …………………….. 242
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ» ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
&Βικέλα Δημ.& Λουκής Λάρας Έκδοσις τετάρτη πολυτελεστάτη Δρχ. εις μέγα 8ον μετά 75 λαμπρών εικόνων Θ. Ράλλη. Σελ 240. 6· —
— Διηγήματα. Έκδοσις νέα μετά πολλών εικόνων υπό των ζωγράφων Γιαλλινά, Γύζη, Λύτρα, Ιακωβίδου, Ράλλη, Ρίζου, Φωκά. 1890. Σελ 288 6· —
— Κόραι της Ελλάδος εκ του αγγλικού της Lynch Hannah. 16ον, σελ 391 2.50
&Βρετού Ιωάν&. Ημερολόγιον εγκυκλοπαιδικόν. Πλήρης σειρά των ετών 1901 — 1911. Έκαστος 3· —
Δεδεμένον εις 11 τόμ. Έκαστος 4· —
&Γιαννoπούλου Π.& Έκκλησις προς το πανελλήνιον κοινόν Λύσις του ελληνικού προβλήματος 1907. Σελ 76 2· —
&Διηγήματα Ελληνικά&. Τόμος περιλαμβάνων 34 πρωτότυπα ελληνικά διηγήματα μετά των εικόνων των Συγγραφέων. Σελ 530 4·-
&Δροσίνη Γεωρ.& — Αμάραντα: Πρωινά όνειρα — Αγάπη — 'Σ τα ξένα — Αντίλαλοι.. 16ον σελ 160 2.50
— Το Βοτάνι της αγάπης. 1901· 6ον, σελ 160 ……….. 2· —
— Διηγήματα των αγρών και της πόλεως. Αθήναι. 1904 16ον, σελ 160 2· —
— Παραμύθια. Έκδ. Β'. 1902. 16ον. Σελ 102 1· —
&Καμπούρογλου Ιωαν&. Διά τα παιδιά (μικρά, μεγαλύτερα, μεγάλα), ελληνικά ποιήματα προς αποστήθισιν, απαγγελίαν ή άσμα, μετ' εικόνων και επί ωραίου χάρτου τετυπωμένα 1899. 16ον, σελ 130 2· —
&Καραχάλιου Δημ.& Από τους γύρους των ρυθμών, ποιήματα. Αθήναι. 1906. Σελ 100 2· —
&Κουρτίδου Αριστοτ&. — Παιδικά Διηγήματα μετά 31 εικόνων καλλιτεχνικών Θαλείας Φλωρά (αι πλείσται ολοσέλιδ.) 2.50
—Ποιητική Ανθολογία, ποιήματα διά τα παιδιά. 1905 1. —
— Παιδικά δραμάτια και κωμωδίαι μετ' εικόνων (υπό τύπωσιν) — . —
— Ο Ναυαγός της Κυνθίας του Ιουλ. Βερν και Α. Δωρή μετά πολλών ωραίων εικόνων. Έκδ. β'. Αθ 1910. Σελ 380 3· —
— _Εις την θάλασσαν του Μάιν Ρηδ· μετά πολλών ωραίων εικόνων. Έκδ. β'. Αθ. 1910 2.50· —
&Κωνσταντινίδου Μιχ.& Ήρωες, ήτοι τρία διηγήματα εκ της ελληνικής μυθολογίας, κατά το αγγλικόν του Καρόλου Κίγξλεϋ, 16ον, σελ. 197. Χρυσόδετον 3· —
&Μελανδινού Πολυξένης Π.& Παιδική Τέρψις, ήτοι συλλογή ποιημάτων ευχετικών δια την πρώτην του έτους 2· —
&Ξενοπούλου Γρ&. — Διηγήματα Τόμ. 1-3 10· — — &Στρατιωτικά Διηγήματα& 1· — — &Μαργαρίτα Στέφα& Ήθη επαρχιακά. Αθήναι. 1907 3· —
&Παγανέλη Σπυρ&. — Πάρεργα, φύλλα από του Σαρωνικού εις τον Αμβρακικόν, η Άρτα, τα Τσουμέρκα. 1905, σελ 96. 1· — — Πέραν του Ισθμού. Πελοποννησιακαί εντυπώσεις και αναμνήσεις μετ' εικόνων 3· — — Αθηναϊκαί ημέραι. Αθήναι. 1908. 8ον, σελ 432 3· — — _Από της Ακροπόλεως εις την Άλτιν Μετά πολλών ωραίων εικόνων Ν. Υόρκη 1908 δεδεμένον 5· —
&Παλαμά Κ.& — Ύμνος εις την Αθηνάν, βραβευθείς εν τω Φιλαδελφείω ποιητικώ αγώνι τω τελεσθέντι κατά την Γ' Ολυμπιάδα. 1889, 8ον, σελ 29 1· — — Ο Τάφος έκδ. Β' και ο πρώτος λόγος των «Παραδείσων» Αθήναι 1911 2· —
&Πολέμη Ι.& — Το Παληό βιολί. Αθ. 1912 3.50· — — Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος Αθ. 1912 2· — — Αλάβαστρα Αθ. 1912 3· — — _Χειμώνανθοι 1883-1888 3· — — Κειμήλια, Ποιήματα 1904. σελ 136 3· — — _Εξωτικά. 1905. σελ. 96 2· —
&Πολίτου Νικ&. Κολόμβο, διήγημα Προσπέρου Μεριμέ μετ' εικόνων, μετάφρασις εκ του γαλλικού. 1900 2· —
&Χριστοπούλου Αριστάρχου&· Ελληνική Κοσμιότης ή Υποθήκαι περί του ευπρεπώς φέρεσθαι. Έκδοσις Βα Αθήναι. 1907. Σελ 179 2· —
ΑΝΝΙΝΟΥ ΧΑΡ. Εδώ κ' εκεί 1· —
ΒΕΡΝ ΚΑΙ ΛΩΡΗ Ο Ναυαγός της Κυνθίας μετάφρ. Α. Κουρτίδου μετ' εικόνων 3· —
ΒΙΚΕΛΑ Δ. Λουκής Λάρας, Έκδοσις πολυτελεστάτη 6· — » » » » » απλή 1· — » Διηγήματα μετ' εικόνων 3· — » Κόραι της Ελλάδος 2.50· — » Οθέλλος ) 1.50· — » Ρωμαίος και Ιουλιέτα. ) 1.50· — » Αμλέτος ) ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ 1.50· — » Μάκβεθ ) ΔΡΑΜΑΤΑ 1.50· — » Βασιλεύς Ληρ ) 1.50· — » Έμπορος της Βενετίας ) 1.50· —
ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ ΠΕΡ. Νέον Πνεύμα 2· —
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 34 διηγηματογράφων μετ' εικόνων των συγγραφέων 4· —
ΔΡΟΣΙΝΗ Γ. Αμάραντα 2.50· — » Βοτάνη της Αγάπης 2· — » Διηγήματα των αγρών και πόλεων 2· — » Παραμύθια (διά Παιδιά) 1· — » Διηγήσεις Αγωνιστού (διά Παιδιά) 0.80· —
ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ Ι. Δια τα παιδιά (ποιήματα) 2· —
ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ Δ. Στίχοι και Μύθοι 0.30· — » Αθηναϊκά Παραμύθια 1.50· —
ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ Δ. Από τους γύρους των ρυθμών 2· — » Παιδικοί Διάλογοι 1.40· —
ΚΟΥΡΤΙΔΟΥ ΑΡ. Παιδικά Διηγήματα. 2.50· — » Ποιητική Ανθολογία 1· — » Παιδικοί Διάλογοι 1.40· —
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ ΜΙΧ. Ήρωες ήτοι τρία διηγήματα Ελληνικής Μυθολογίας δεδεμ. 3· —
ΜΑΪΝ ΡΗΔ εις την θάλασσαν κατά μετάφρ. Α. Κουρτίδου 2.50· —
ΜΕΛΑ ΣΠ. Ο Γυιός του Ίσκιου 1· —
ΜΕΛΑΝΔΙΝΟΥ ΠΟΛ. Παιδικαί Τέρψεις 2· —
ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ ΓΡ. Στρατιωτικά Διηγήματα 1· — » Διηγήματα τόμ β' γ'. Έκαστος 3· —
ΤΙΜΑΤΑΙ (Τόμοι 2) ΔΡΑΧ. 5