Front matter (continued 4)
Reading edition
— Δεν είναι περίεργον το πράγμα; με ηρώτησε ταπεινή τη φωνή ο Νίκος.
Εκίνησα σιωπηλώς την κεφαλήν. Κατά την ώραν εκείνην ο πλειότερον συγκεκινημένος εκ των δύο ημών δεν ήτο βεβαίως ο εξάδελφος μου. Ενώπιον του πρωτοτύπου της επί του τοίχου εικόνος, εφαίνοντο διαλυθέντες οι προληπτικοί φόβοι του και εξήφθη η περιέργεια του, ενώ άλλαι σκέψεις εδέσμευον την ιδικήν μου. Στραφείς προς τον Κ. Σπυράκην είπεν αίφνης, άνευ οιουδήποτε προοιμίου·
— Δεν μας λέγεις την ιστορίαν αυτού του παρεκκλησίου;
Ο Κ. Σπυράκης προσεποιήθη ότι δεν ήκουσε και δεν απεκρίθη. Εννοών το αίτιον της σιωπής του, απέτεινα προς αυτόν τον λόγον.
— Τον ηγάπα λοιπόν πολύ τον Νίκον η Κυρία Ελένη; ηρώτησα.
Ο Κ. Σπυράκης με προσέβλεψεν έκπληκτος.
— Πώς το γνωρίζετε; ηρώτησε.
Εκίνησα την κεφαλήν και την χείρα ως αν έλεγα· «Το γνωρίζω, και τούτο αρκεί.»
— Αχ, κύριοι, επανέλαβε μετά βραχείαν σιωπήν ο Κ. Σπυράκης· εκείνο το οποίον ημπορώ να σας είπω είναι ότι ο Νίκος την ηγάπα περιπαθώς. Αλλ' εκράτει μυστικόν τον έρωτά του. Ούτε ο Κύριος Μελέτης τον ενόησεν ούτε ο πατήρ του. Και όμως ο Νίκος ήτο εδώ πάντοτε, υπό τα βλέμματά των, ενώ ο αδελφός του έλειπε σπουδάζων εις τα ξένα. Δεν ήτο φυσικόν αυτόν, τον οποίον παιδιόθεν εγνώριζε, του οποίου ησθάνετο την μυστικήν λατρείαν, αυτόν ν' ανταγαπά και η Ελένη; Αλλ' οι γέροντες δεν τα βλέπουν αυτά, δεν τα καταλαμβάνουν! Ο πατήρ αυτών εδώ, — και έδειξε τους δύο σταυρούς, — ήθελε, κατά την τάξιν, να πρωτονυμφεύση τον Μίχον, τον πρωτότοκον, ο δε Κύριος Μελέτης ενόμισεν ότι εξασφαλίζει την ευτυχίαν της θυγατρός του δίδων αυτήν κατά προτίμησιν εις τον επιστήμονα, τον ιατρόν!
Ο Κ. Σπυράκης διέκοψε τον λόγον. Το συνήθως φαιδρόν πρόσωπόν του συνωφρυώθη. Θλιβεραί αναμνήσεις επίεζον τον νουν του, εφαίνετο δ' ευρίσκων ανακούφισιν εις την προς ημάς διακοίνωσιν των στοχασμών του. Ωμίλει προς ημάς ως προς ειδότας.
— Εδώ, εξηκολούθησεν, εδώ εις αυτόν τον κρημνόν έγεινε η φρικτή πάλη. «Ούτ' εγώ ούτ' εκείνος», είπεν ο Νίκος, ότε έμαθεν εξαίφνης την απόφασιν του πατρός του, ολίγας ημέρας αφού επανήλθεν ο Μίχος με το δίπλωμά του. Οι αρραβώνες επρόκειτο να γείνουν επισήμως την εσπέραν. Έτρεξεν ο Νίκος από τον πατέρα του εις τον Κύριον Μελέτην. Κύριος οίδε πώς ηρέθισαν οι δύο γέροντες τον νέον με τας δριμείας επιπλήξεις των. Κύριος οίδε τι λόγους οργίλους αντήλλαξαν! Ήτο έξω φρενών ο δυστυχής! «Ούτ' εγώ ούτ' εκείνος!» και εξήλθεν από το Κάστρον… Αλλά, κύριοι, προς τι σας τα λέγω αυτά; Το τέλος το γνωρίζετε.
— Δεν τον ηκολούθησε κανείς; ηρώτησα.
— Ποίος να φαντασθή τι έμελλε να συμβή! Και ούτε θα εγίνετο γνωστόν το τι συνέβη, εάν, κατά σύμπτωσιν, δεν ανέβαινε την ώραν εκείνην εδώ, κατόπιν του Νίκου, ο μόνος μάρτυς αυτόπτης του δράματος, ο Παντελής αυτός εδώ.
Εστράφημεν και οι τρεις προς τον Παντελήν. Εκάθητο καταγής, εις ολίγων βημάτων απόστασιν, στρέφων τους οφθαλμούς προς την θάλασσαν. Εκράτει εκ του σχοινίου το ζώον του, το οποίον έβοσκε μεταξύ των ακανθών επί της μικράς τριγώνου εκτάσεως της χωριζούσης το παρεκκλήσιον από το χείλος του κρημνού, το εκράτει δε σφικτά προσέχων μη το ζώον πλησιάση πέρα του δέοντος εις την άκραν.
Ο Κ. Σπυράκης επανέλαβε τον λόγον·
— Ο Μίχος είχεν έλθει από πρωίας εις τα κτήματα των εδώ πλησίον, όπισθεν του κρημνού. Προ ολίγου επεράσαμεν απ' εκεί με τον Κύριον Μαιμάν. Εκεί επήγαινεν ο Νίκος προς ανεύρεσιν του αδελφού του. Ποίος ηξεύρει τι είχε κατά νουν να ειπή, και πώς να ομιλήση! Δυστυχώς συνηντήθησαν εδώ! Ο Παντελής αναβαίνων κατόπιν του Νίκου δεν έβλεπεν ακόμη τον Μίχον. Είδε μόνον τον Νίκον να σταθή έξαφνα εις το τέλος του ανηφόρου, να σύρη από την ζώνην την μάχαιράν του και να την ρίψη εις την θάλασσαν! Όσον επλησίαζεν ο Παντελής, ήκουε τας φωνάς των δύο αδελφών, φωνάς εξηγριωμένας. Έπειτα, διά μιας, σιωπή! Ότε επί τέλους ανέβη εδώ ο Παντελής, δεν ήτο πλέον εις καιρόν να τους χωρίση. Ενηγκαλισμένοι, εις αυτήν την στενήν λωρίδα γης, επάλαιον. Ήσαν εις την άκραν του κρημνού…. Έπεσαν και οι δύο ομού, και ένα μόνον κρότον ήκουσεν ο Παντελής, ότε εβυθίσθησαν κάτω εις την θάλασσαν…
— Κυρ Σπυράκη, ανέκραξεν ο Παντελής χωρίς να εγερθή. Βλέπω τον καπνόν.
— Δεν είναι ακόμη ώρα να φανή το ατμόπλοιον!
— Το βοηθεί ο άνεμος, επρόσθεσεν ο Παντελής.
Ο Κ. Σπυράκης, περικλείων τους οφθαλμούς διά των χειρών, παρετήρησε τον ορίζοντα, όπου οι ιδικοί μας αγύμναστοι οφθαλμοί δεν διέκρινον ούτε καπνόν, ούτε τίποτε.
— Πραγματικώς! ανέκραξε. Στρεφόμενος δε προς ημάς, Κύριοι, είπε, θα τα φέρωμεν ίσα ίσα. Έως ου να καταβώμεν εις την Σκάλαν και να δειπνήσετε, το ατμόπλοιον θα είναι και φθασμένον. Αν αγαπάτε, πηγαίνωμεν.
— Εμπρός, ανέκραξεν ο εξάδελφός μου, και ηκολούθησε τον Παντελήν, ο οποίος προπορευόμενος έσυρε το ζώον του.
Έστρεψα άπαξ έτι το βλέμμα προς την πρόσοψιν του παρεκκλησίου και εβάδισα μετά του Κ. Σπυράκη προς τον κατήφορον.
— Κύριε Σπυράκη, ηρώτησα, τι είδους νέος ήτο ο δυστυχής αυτός Νίκος;
— Πώς «τι είδους»;
— Ήτο ξανθός, μαυρειδερός;… Επί τέλους, ωμοίαζε με κανένα από ημάς εδώ;
Ο Κ. Σπυράκης εσκέφθη επ’ ολίγον προτού αποκριθή.
— Μάλλον με τον Κύριον Μαιμάν παρά με σας ή εμέ.
Ήμεθα ήδη εις το άκρον της κορυφής.
— Προσοχή εδώ, είπεν ο Κ. Σπυράκης. Η αρχή του κατηφόρου είναι επικίνδυνος. Παρακάτω δεν έχει φόβον, διότι και αν σκοντάψη κανείς δεν θα κρημνισθή εις την θάλασσαν.
Ήτο αληθώς επικίνδυνον το μέρος. Μου εφάνη δε τότε πολύ επικινδυνωδέστερον ή ότε ανηρχόμην. Αλλ' ουδέν απευκταίον συνέβη και κατέβημεν ταχέως και σώοι εις την κοιλάδα.
Ο ήλιος είχε δύσει, ότε εφθάσαμεν εις την Σκάλαν.
Θ'.
Ο Κ. Μελέτης μας επερίμενε. Κάτωθεν δεν εφαίνετο ο καπνός του ατμοπλοίου, κρυπτομένου από το προέχον ακρωτήριον, ώστε δεν εγνώριζον εισέτι εκεί ότι θα έλθη προ της συνήθους ώρας. Αλλά το δείπνον ήτο έτοιμον και δεν εβράδυνε να στρωθή η τράπεζα εντός του μικρού καφενείου.
Δεν αντηλλάξαμεν πολλάς λέξεις κατά το δείπνον. Ετρώγαμεν εν βία, η δε εντός και εκτός του καφενείου κίνησις απησχόλει και των τριών μας την προσοχήν. Οι έτοιμοι προς απόπλουν νησιώται, και οι περιμένοντες επιβάτας, επήγαινον, ήρχοντο, ωμίλουν, εφώναζον, εχώριζον τα πράγματά των, τα εφόρτονον εντός των ολίγων λέμβων της Σκάλας· εν συνόλω η βοή και ο θόρυβος δεν μας επέτρεπον να συνομιλήσωμεν ησύχως μετά του Κ. Μελέτη, και αν έτι είχομεν πολλήν προς τούτο διάθεσιν.
Αφού απεγεύθημεν, εξήλθομεν του καφενείου. Ο εξάδελφός μου μετά του Κ. Σπυράκη διηυθύνθησαν προς την λέμβον διά να ίδουν αν ήσαν εν τάξει τα φορτωθέντα ήδη εντός αυτής κιβώτιά μας. Ο Κ. Μελέτης και εγώ επεριπατούμεν βραδέως επί της άμμου, απομακρυνόμενοι της παρά το καφενείον τύρβης.
Ο γέρων εφαίνετο ότι επεθύμει κάτι να είπη.
Πράγματι, μετά τινων λεπτών σιωπήν, διέκοψε τον περίπατον και μετά της μεμετρημένης φράσεως του,
— Κύριέ μου, είπε, σας χρεωστώ μίαν εξήγησιν. Σας την χρεωστώ τόσον μάλλον, καθόσον εννοώ κάλλιστα ότι επισπεύδετε την αναχώρησίν σας εκ λεπτότητος, και σας εντρέπομαι διά τον τρόπον με τον οποίον σας υπεδέχθην εις την οικίαν μου.
— Ω, Κύριε Μελέτη! ανέκραξα. Είμεθα ευγνώμονες διά την πρόθυμον και φιλικήν δεξίωσίν σας, απ' εναντίας δε ημείς χρεωστούμεν να σας ζητήσωμεν συγγνώμην δι' όσην ενόχλησιν και ανησυχίαν σας επροξενήσαμεν. Αλ' ούτε ο Μαιμάς ούτ' εγώ εγνωρίζαμεν όσα τώρα γνωρίζομεν.
Ο γέρων έστρεψε προς εμέ τους οφθαλμούς, αλλ' εξηκολούθησα χωρίς να φανώ ότι παρετήρησα την απορίαν του·
— Δεν πταίομεν ημείς Κύριε Μελέτη. Ο Κύριος καθηγητής πταίει, διότι μας εσύστησεν εις την φιλοξενίαν σας, χωρίς να μας είπη τίποτε.
— Δεν πταίετε ούτε σείς ούτε εκείνος. Δεν επεσκέφθη προ ετών την πατρίδα και αγνοεί τα καθέκαστα της θλιβεράς μας υπάρξεως. Η οικία μου δεν είναι πλέον ανοικτή καθώς άλλοτε. Απέμαθα να δέχωμαι φίλους. Αλλά την εσπέραν ότε εκρούσατε την θύραν μου, εχάρην. Η πρώτη μου αμέσως σκέψις ήτο ότι η παρουσία σας ίσως συντελέση εις το να φέρη τροπήν ευχάριστον εις την κατάστασιν της θυγατρός μου. Ατυχώς η εντύπωσις την οποίαν επροξένησεν εις την αδελφήν μου η ομοιότης του Κυρίου Μαιμά με τον δυστυχή εκείνον νέον…
Ο γέρων εσιώπησε.
— Λυπούμαι κατάκαρδα, υπέλαβα διά την ατυχή σύμπτωσιν.
— Και ούτε είναι η ομοιότης τόσον καταπληκτική επί τέλους, επανέλαβεν ο Κ. Μελέτης. Αλλ' η σύμπτωσις του αυτού ονόματος, αι εξαίφνης αναζήσασαι αναμνήσεις εντός του δωματίου εκείνου, εξηγούν της πτωχής αδελφής μου την έκπληξιν. Ομολογώ ότι την συνεμερίσθην κ' εγώ κατ' εκείνην την στιγμήν. Κατόπιν ηθέλησα να συζητήσω το πράγμα μαζή της. Αλλ' επιδέχονται τα τοιαύτα συζήτησιν; Ηδυνάμεθα να είμεθα βέβαιοι ότι η παρουσία του Κυρίου Μαιμά δεν θα προξενήση παρομοίαν εντύπωσιν και εις την θυγατέρα μου; Οι δε ιατροί μας προείπον ότι ο ελάχιστος τρόμος, η μικροτέρα συγκίνησις ημπορούν να επιφέρουν συνεπείας ολεθρίας! Την είδατε σήμερον τόσον ήσυχον. Αλλ' η ησυχία αύτη μόλις πρό τινων μηνών επήλθεν, ύστερον από ετών πολλών ψυχικόν κλονισμόν… Εννοείτε, Κύριέ μου…Η ελπίς μας τώρα είναι ότι την παρούσαν κατάστασιν θα διαδεχθή η υγεία. Με αυτήν την ελπίδα ζώμεν, η αδελφή μου κ' εγώ, και τρέμομεν μη μας την καταστρέψη απρόβλεπτόν τι… Ιδού η εξήγησις την οποίαν ενόμισα ότι εχρεώστουν να σας δώσω.
Η φωνή του γέροντος έτρεμεν. Έθλιψα εν σιωπή την χείρα του.
Κατ' εκείνην την στιγμήν αντήχησεν αίφνης δριμύς ο συριγμός του ατμοπλοίου και εφάνησαν εν μέσω του προβαίνοντος σκότους, ως φάσμα, οι ιστοί και η καπνοδόχος του επί των ησύχων υδάτων του κόλπου.
Ο Παντελής τρέχων προς ημάς μας προσεκάλει μακρόθεν.
— Καιρός, Κύριοι, εφώναζεν.
Επεστρέψαμεν προς την λέμβον. Ο Κ. Σπυράκης ήτο ήδη εντός αυτής διά να μας συνοδεύση μέχρι του ατμοπλοίου.
Απεχαιρετίσαμεν μετ' ειλικρινούς συγκινήσεως τον αγαθόν γέροντα.
— Μη λησμονήσητε, είπεν, ότι υπεσχέθητε να επισκεφθήτε και πάλιν την νήσον μας.
— Σας υπόσχομαι, απεκρίθην, ότι μετά χαράς θα επανέλθω άμα με ειδοποιήσητε ότι επήλθεν εντελώς, καθώς εύχομαι, η υγεία της θυγατρός σας.
Δεν έλαβα έκτοτε ειδήσεις του, ουδ' επεσκέφθην πλέον την νήσον του.
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
Κατά μήνα Μάιον του 1897.
1) Το διήγημα τούτο εγράφη προ των ανακαλύψεων του Pasteur. Το αναφερόμενον δε φάρμακον των μοναχών της Σαλαμίνος κατά των λυσσοδήκτων είναι μίγμα κόνεων εκ των κολεοπτέρων εντόμων μ υ λ α β ρ ι δ ώ ν (Mylabris) και της ρίζης του φυτού C y n a n c h u m e r e c t u m, ανήκοντος εις την οικογένειαν των ασκληπιαδών. Κατά Fraas, το φυτόν τούτο είνε το α π ό κ υ ν ο ν των αρχαίων, ονομαζόμενον και κ υ ν ό μ ο ρ ο ν και π α ρ δ α λ ι α γ χ έ ς. (Synops. plant, Classicae, σ. 160). Άλλο όνομα του Cynanchum erectum είνε το Marsdenia erecta. Κοινώς λέγεται ψ ό φ ι ο ς, ή λ υ σ σ ό χ ο ρ τ ο ν.