Front matter (continued 2)
Reading edition
Προ δεκαπέντε ετών υπό τους κλώνας της κέδρου εκείνης είδεν ο Νάρκισσος τον δυστυχή ερημίτην, όστις προ πολλών και τότε ετών κατώκει εκεί. Εις την εσχατιάν εκείνην της νήσου, μόνος, έρημος, μακράν πάσης κοινωνίας ανθρώπων, διήλθε τον βίον φέρων το βάρος προγονικής συμφοράς, ανεύθυνος αυτός, ζων άνευ ελπίδος, άνευ παρηγορίας, άνευ σκοπού. Ορφανός, άκληρος, άπορος, κατελήφθη νεώτατος έτι υπό της βδελυράς νόσου. Οι ομόχωροί του τον ηνάγκασαν να υποβληθή εις απομόνωσιν, αναλαβόντες την υποχρέωσιν της συντηρήσεώς του. Δεν ήτο βεβαίως υπέρογκον το βάρος διά την κοινότητα της νήσου. Ο Γεροθανάσης, του οποίου οι ολίγοι αγροί έκειντο πέρα της καλύβης του λεπρού, ανεδέχθη την μεταφοράν της εβδομαδιαίας προμηθείας άρτου. Αλλά δεν περιωρίσθη εις τούτο η αγαθότης του φιλανθρώπου χωρικού. Εβοήθει τον άθλιον ερημίτην εις την καλλιέργειαν του μικρού κήπου του, επισκευάζων τα εργαλεία του, προμηθεύων σπόρους, δίδων συμβουλάς. Έμενε συνομιλών με τον ασθενή, εξοικειωθείς εκ της μακράς συνηθείας προς το απεχθές νόσημά του. Και τον επερίμενεν ο λεπρός, μετρών τας ημέρας και τας ώρας μέχρι της προσεχούς επισκέψεως. Ο Γεροθανάσης ήτο ο μόνος σύνδεσμος μεταξύ αυτού και του λοιπού κόσμου. Ουδείς άλλος τον επλησίαζεν. Εάν χωρικός τις διέβαινεν εκείθεν, τον προσηγόρευεν ενίοτε μακρόθεν, εναπέθετεν ίσως επί βράχου απέχοντος την ελεημοσύνην του, αλλ' ουδείς ετόλμα να τον ίδη και να τον ομιλήση εκ του πλησίον.
Ο περί την καλύβην κήπος του λεπρού περιεκλείετο διά φραγής εκ σπάρτων και κομάρων και ροδοδαφνών. Απέναντι της θαλάσσης η φραγή διεκόπτετο, δύο δε λίθοι ογκώδεις, εν είδει παραστάδων, εσχημάτιζον την είσοδον, αλλά θύρα μεταξύ των λίθων δεν υπήρχεν.
Ποσάκις επί των λίθων εκείνων καθήμενος, απέναντι της απεράντου εκτάσεως του πελάγους, έβλεπε τα κύματα πλήττοντα τους βράχους αγρίως, ή θωπεύοντα ησύχως την παραλίαν υπό τους πόδας του! Ποσάκις, βλέπων εκείθεν τας λευκάς πτέρυγας των απεχόντων πλοίων, εζήλευε τους ναύτας, οι οποίοι, εύρωστοι και ρωμαλέοι, επάλαιον κατά των στοιχείων, περιφερόμενοι από τόπου εις τόπον και ποθούντες την παραλίαν της πατρίδος, όπου όντα προσφιλή τους επερίμενον, ενώ αυτός, δέσμιος επί του βράχου του, έρημος και ελεεινός, επερίμενε τον θάνατον!
ΣΤ'.
Εκεί, έμπροσθεν των δύο λίθων, επέζευσεν ο παππά Νάρκισσος. Ο Γεροθανάσης έδεσε διά του σχοινίου τους δύο εμπροσθίους πόδας του όνου, προς περιορισμόν της ελευθερίας του, και εισήλθεν εις τον μικρόν καλλιεργημένον περίβολον, προχωρών προς την καλύβην. Ο ιερεύς τον παρηκολούθει. Μετ' ολίγα βήματα ο χωρικός εστράφη.
— Κάθισε ολίγον έξω εκεί εις την πέτραν, παππά μου, να ιδώ πρώτα τι γίνεται μέσα ο άμοιρος αυτός.
Ο ιερεύς υπήκουσε σιωπών. Έλαβε το δέμα εκ του κόλπου του, το έλυσε με τας χείρας τρεμούσας ολίγον, έθεσε το περιτραχήλιον με τα εν αυτώ επί της πέτρας, απέθεσεν εκεί και το καλυμμαύχιον του, και με γυμνήν την κεφαλήν, τας χείρας σταυρωμένας επί του στήθους, επερίμενεν όρθιος τον γέροντα. Ήτο κάτωχρος. Μία ακούσιος ευχή, μία αμαρτωλή επιθυμία εισέδυσεν αίφνης εις την ψυχήν του. — Ω! Εάν ο γέρων επανερχόμενος έλεγε: Τετέλεσται! — Αλλ' απεδίωξε μετά ρίγους τον πονηρόν στοχασμόν, επεκαλέσθη την εξ ύψους βοήθειαν, έκαμε τον σταυρόν του, και λαβών εκ του διπλωμένου περιτραχηλίου το ευχολόγιον ήρχισε ν' αναγινώσκη τας ωραίας προσευχάς της νεκρωσίμου ακολουθίας. Ανεγίνωσκε, και όμως ο νους του ήτο εις την καλύβην. — Διατί αργεί ο Γεροθανάσης; — Ηθέλησε να πλησιάση προς την θύραν της καλύβης, αλλ' εις το μέσον του περιβόλου εστάθη διστάζων. Ηθέλησε να ερωτήση εκείθεν τον γέροντα, αλλά δεν ετόλμησε να υψώση την φωνήν.
Επί τέλους ο γέρων εξήλθε της καλύβης. Ο ιερεύς τον ητένισε με βλέμμα ερωτηματικόν.
— Ήτον εις βύθος. Τον εξύπνησα με κόπον. Μόλις ακούεται η φωνή του. Έλαμψαν τα σβυσμένα του 'μάτια, όταν ήκουσε ότι είσαι εδώ. Έλα, παππά, έλα να τον μεταλάβης.
Ο ιερεύς επέστρεψε προς την είσοδον, περιεβλήθη το περιτραχήλιον, έλαβεν ευλαβώς εις χείρας τα άγια και επορεύθη προς την καλύβην. Η ωχρότης του μόνη εμαρτύρει την ταραχήν του. Το βήμα του ήτο στερεόν, αι χείρες του δεν έτρεμον καθώς πριν, δεν εδίσταζε πλέον. Ενίκησε τους τελευταίους ενδοιασμούς της δειλίας η συναίσθησις της ιεράς αποστολής του.
Ότε έφθασεν εις την θύραν, ο γέρων, όστις τον ηκολούθει παρά πόδας, έθιξεν ελαφρώς το ράσον του. Ο ιερεύς, με τον ένα πόδα επί του κατωφλίου, εστάθη και έστρεψε την κεφαλήν. Η ξανθή του κόμη εκυμάτιζε λυτή επί του αυχένος του.
— Παππά μου, μη εγγίσης το μανδήλι εις το πρόσωπόν του. Εκείνος μου παρήγγειλε να τον σκεπάσω διά να μη τον ιδής.
— Καλά, είπεν ο ιερεύς σοβαρώς. Μη έλθης μέσα, εάν δεν σε κράξω.
Και εισήλθεν εντός της καλύβης.
Ο Γεροθανάσης εκάθισεν επί της πέτρας παρά την είσοδον και επερίμενεν. Έμεινεν επί ώραν πολλήν καθήμενος εκεί. Ηπόρει πώς ο ιερεύς ούτε φαίνεται ούτε ακούεται. Είχε την περιέργειαν να υπάγη προς την καλύβην, αλλά δεν ετόλμα να παρακούση την διαταγήν. Επερίμενε λοιπόν, βλέπων την κυανήν θάλασσαν ρυτιδουμένην υπό του ανέμου, όστις εγειρόμενος ήρχιζε να δροσίζη την ατμοσφαίραν. Οι πέριξ θάμνοι ανέδιδον ευωδίαν ζωογόνον, αι σιταρήθραι πετώσαι ορμητικώς προς τα ύψη επλήρουν τον αέρα με το κελάδημά των, η φύσις εφαίνετο φαιδρά όλη και ευτυχής, ενώ ο λεπρός απέθνησκεν εντός της καλύβης του.
Αίφνης ο γέρων χωρικός ήκουσε βηματισμόν πλησίον του ελαφρόν. Εστράφη απορών και είδεν ερχομένην προς την καλύβην την γυναίκα του ιερέως. Ηγέρθη αμέσως και προέβη εις προϋπάντησίν της.
— Τι σου ήλθε να κάμης τόσον δρόμον πεζή, παππαδιά;
— Ενόμιζα ότι θα σας απαντήσω εις τα μισά του δρόμου και ολίγ' ολίγον ήλθα έως εδώ. Πού είνε ο παππάς;
— Μέσα, με τον λεπρόν.
— Ζη ή απέθανε;
— Ό,τι και αν σου 'πώ, σε γελώ.
— Δεν πηγαίνεις να ιδής;
— Μου το έχει εμποδισμένον ο παππάς.
Η παππαδιά εσιώπησεν επ' ολίγον και έπειτα επανέλαβε μετά τινος ανησυχίας:
— Θα νυκτωθήτε εδώ.
— Δεν πειράζει. Έχει φεγγάρι. Μόνον εσύ, τι ήθελες να έλθης;
— Έφερα το ράσον.
Και έδειξε κρεμάμενον επί του βραχίονός της, επιμελώς διπλωμένον, το καλόν ράσον του παππά Ναρκίσσου.
— Τι το έφερες; Μη είναι κρύον να τα φορέση επανωτά;
— Ίσως χρειασθή, είπεν η παππαδιά.
Και λέγοντες ταύτα έφθασαν εις την είσοδον του περιβόλου.
— Κάθισ' εδώ παππαδιά, εις την πέτραν. θα είσαι κουρασμένη.
— Όχι, δεν εκουράσθηκα. Να 'πάγω μέσα, Γεροθανάση;
— Να μη θυμώση ο παππάς!
Η παππαδιά εκάθισεν επί της πέτρας. Ανά πάσαν στιγμήν έστρεφε την κεφαλήν προς την καλύβην. Η ανησυχία εζωγραφίζετο εις το πρόσωπόν της. Ο γέρων την ελυπήθη, ή συνεμερίζετο ίσως και αυτός την ανυπομονησίαν της.
— Μη χολοσκάνης, είπε. Πηγαίνω σιγά σιγά να ιδώ.
Επροχώρησε βραδέως προς την καλύβην τείνων τα ώτα ανά παν βήμα. Δεν ήκουε τίποτε. Ότε έφθασεν εις την θύραν, εστάθη. Ο ιερεύς έλεγέ τι ταπεινή τη φωνή. Μόλις ηδύνατο ν' ακούση ο γέρων. Έκυψε την κεφαλήν εντός της καλύβης. Του λεπρού η κεφαλή δεν εφαίνετο. Την απέκρυπτον τα νώτα του ιερέως, όστις γονατιστός επί του εδάφους κλίνων τον αυχένα προς τον λεπρόν, προσηύχετο. Η λευκή οθόνη, διά της οποίας ο Γεροθανάσης είχε καλύψει το πρόσωπον του ασθενούς, έκειτο εκεί ερριμμένη παρά τους πόδας του.
Ο χωρικός απεσύρθη ησύχως και επέστρεψε προς την είσοδον. Η παππαδιά ακίνητος επί της πέτρας, ακολουθούσα διά των οφθαλμών τας κινήσεις του, επερίμενε την επιστροφήν του.
— Τι είδες; ηρώτησε.
— Τίποτε.
Κατ' εκείνην την στιγμήν ο ιερεύς εξήλθε της καλύβης και με βήματα αργά διέσχισε τον κήπον. Δεν εφόρει το ράσον του. Εις τας ανυψωμένας χείρας εκράτει το ευχολόγιον και το αρτοφόριον. Εβάδιζε με ορθίαν και ακίνητον την κεφαλήν, με το βλέμμα ήρεμον, ενώ έσειεν ο άνεμος την λυτήν κόμην του. Εφαίνετο άλλος ήδη άνθρωπος!
Επλησίασε προς τον γέροντα και προς την σύζυγόν του χωρίς ουδεμίαν να εκφράση απορίαν διά την έλευσίν της. Αμφότεροι εκείνοι δεν εκινήθησαν προς προϋπάντησίν του. Τον επερίμενον να έλθη. Δεν απηύθυναν ερώτησιν προς αυτόν. Επερίμενον να ομιλήση.
— Ανεπαύθη, είπεν ο ιερεύς.
Ο Γεροθανάσης και η παππαδιά έκαμαν εν σιωπή τον σταυρόν των.
— Αύριον το πρωί θα έλθωμεν να τον θάψωμεν, εξηκολούθησεν.
Η φωνή του είχε τι το σοβαρόν, το επιβάλλον. Ουδέποτε η σύζυγός του τον ήκουσεν ομιλούντα ούτω. Τον ήκουε και τα δάκρυα ανέβαινον ησύχως εις τους οφθαλμούς της. Ησθάνετο ότι η δοκιμασία αύτη ενίσχυσε διά παντός την ψυχήν του.
— Να μείνω εδώ την νύκτα; ηρώτησεν ο Γεροθανάσης.
— Μείνε, θα έλθω πολύ πρωί.
Και βλέπων την σύζυγόν του, ήτις έτεινε προς αυτόν το ράσον,
— Καλά έκαμες και μου το έφερες, είπεν. Εσκέπασα με το άλλο τον νεκρόν.
Και βαδίζοντες ο είς παρά τον άλλον επέστρεψαν εις την οικίαν των πεζοί ο ιερεύς και η σύζυγος του.
Ο ΛΥΣΣΑΣΜΕΝΟΣ
Ο λόγος ήτο περί σκύλων.
Το δείπνον είχε τελειώσει. Αι κυρίαι εις τον εξώστην εθαύμαζον τα φλόγινα νέφη της δύσεως, ημείς δε περί την τράπεζαν επίνομεν τον καφέν καπνίζοντες. Ο Ανδρέας μόνος, ο ανεψιός μου, όστις δεν καπνίζει ακόμη ή καπνίζει εν τω κρυπτώ, έπαιζεν εις μίαν γωνίαν με τον σκύλον του. Αλλ' η θορυβώδης εκδήλωσις της αμοιβαίας των δύο τούτων αγάπης δεν συνετέλει ούτε προς διασκέδασιν, ούτε προς την καλήν χώνευσιν ημών των περί την τράπεζαν πρεσβυτέρων. Ουδείς παρεπονείτο, διότι ο μεν Ανδρέας ήτο του οικοδεσπότου ο μονογενής υιός, ο δε σκύλος ήτο ο αγαπητός του Ανδρέα σύντροφος· δεν εχρειάζετο όμως μεγάλη ευφυίας δόσις διά να εννοήση τις, ότι οι πλείστοι ηθέλομεν ευχαριστηθή επί τη αποπομπή του ζωηρού τετραπόδου. Ο γαμβρός μου, όστις δεν εννοεί δυσκόλως, έσπευσε να μας απαλλάξη της παρουσίας του, προς προφανή του υιού του δυσαρέσκειαν.
Επανελθούσης της ησυχίας, επανελήφθη ζωηροτέρα περί την τράπεζαν η συνομιλία, φυσικώ δε τω λόγω, ηρχίσαμεν λαλούντες περί του αποπεμφθέντος, περί των ποικίλων αρετών του, περί της καταγωγής του και εν γένει περί σκύλων. Προκειμένου περί σκύλων κατηντήσαμεν από έν εις άλλο εις το κεφάλαιον της λύσσης. Ο δε Ανδρέας, όστις εφαίνετο πλέον παντός άλλου ενδιαφερόμενος εις το αντικείμενον τούτο, ηρώτησε τον ιερέα του χωρίου, μετά του οποίου είχομεν συνδειπνήσει, εάν ήτο συνήθης η λύσσα εις το χωρίον.
— Συνήθης όχι, αλλ' όχι και άγνωστος, απεκρίθη ο Παππά-Σεραφείμ και μας διηγήθη, μεταξύ άλλων, τα της ασθενείας ενός καλού σκύλου του, τον οποίον είχεν αναγκασθή πρό τινων ετών να φονεύση, αφού εβεβαιώθη ότι ασθένειά του ήτο η λύσσα.
Την διήγησιν του ιερέως διέκοπτεν ανά πάσαν στιγμήν ο Ανδρέας, με τας ερωτήσεις του: Πώς ενόησεν ο Παππά-Σεραφείμ ότι ο σκύλος ήτο λυσσασμένος, τι τον έκαμε, πού τον έδεσε, πώς τον εφόνευσε; Ο ιερεύς απεκρίνετο λεπτομερώς, εκ δε των ερωταποκρίσεων εκείνων ομολογώ ότι έμαθα ουκ ολίγα περί λύσσης την εσπέραν εκείνην.
— Ομιλούμεν περί σκύλων, είπεν ο γαμβρός μου διακόψας τελευταίαν τινά του υιού του ερώτησιν. Αλλά τι θα έλεγες, Ανδρέα, εάν ήκουες τον Παππά- Σεραφείμ να σου διηγηθή ότι είδε και άνθρωπον λυσσασμένον;
— Άνθρωπον λυσσασμένον! ανεφώνησεν ο Ανδρέας. Όλοι δε μετ' αυτού ηρχίσαμεν απευθύνοντες ερωτήσεις προς τον ιερέα. Πώς, πού, πότε, τι συνέβη, τι απέγεινε;
Αι δασείαι οφρύες του Παππά-Σεραφείμ είχον συσταλή άμα ήκουσε τας τελευταίας του γαμβρού μου λέξεις. Δεν απεκρίθη εις ουδεμίαν των αλλεπαλλήλων ερωτήσεών μας· η σιωπή και η κατήφειά του εμαρτύρουν, ότι αναμνήσεις θλιβεραί επίεζον την καρδίαν του, ότι δεν του ήτο αρεστόν να τας αναξαίνη. Αλλά βλέπων όλους ημάς περιέργους και ανυπομόνους να τον ακούσωμεν, ενίκησε τον δισταγμόν του, ανεκάθισεν επί της καθέκλας του, εσήκωσεν από της κεφαλής το καλυμμαύχιόν του, το απέθεσεν επί της τραπέζης, έτριψε δις ή τρις το μέτωπον με την δεξιάν παλάμην του, και στηρίξας το ήρεμον βλέμμα κατά σειράν επί τους οφθαλμούς όλων ημών, ήρχισεν ως εξής την διήγησίν του:
— Γνωρίζετε όλοι τα Παλαιά Αλώνια εδώ έξω, προς βορράν του χωρίου. Το νεκροταφείον μας, καθώς ενθυμείσθε, κείται ολίγον μακρύτερα, προς δυσμάς. Αμπέλια δεξιά, το βουνόν αριστερά, και ανάμεσα ο δρόμος από τ' Αλώνια το νεκροταφείον. Εις το μέσον περίπου του δρόμου, προς του βουνού το μέρος, ίσως παρετηρήσατε έν μεγάλον πεύκον· τα γηρασμένα του κλωνάρια σχηματίζουν μικράν όασιν σκιάς, όταν ο ήλιος φλογίζη την άδενδρον εκείνην έκτασιν. Οπόταν διαβαίνω εκείθεν και βλέπω το πεύκον, η καρδία μου σφίγγεται, ο δε ήχος του μου φαίνεται ωσάν να συλλαβίζη το όνομα του δυστυχούς Χρήστου.
Δεκατρία έτη επέρασαν έκτοτε. Ήτο περί τα μέσα Αυγούστου. πρό τινων ημερών είχεν ακουσθή ότι εφάνη λύκος γύρω του χωρίου. Ο Γερομήτρος, ο oποίος είχε κτίσει κατ' εκείνο το έτος την καλύβην του πλησίον εις τ' Aλώνια, διηγείτο ότι αι φωναί του σκύλου του τον εξύπνησαν μίαν νύκτα, ότι ήνοιξε το παράθυρον και είδεν έξω από τον τοίχον του αυλογύρου του ένα φοβερόν λύκον, ότι ήρπασε το όπλον του και ετουφέκισεν, αλλά δεν τον επέτυχε, και τον είδεν εις το φως της σελήνης αποσυρόμενον με την ουράν χαμηλά και με βήματα ωσάν μεθυσμένου ανθρώπου, και ότι τόσον ετρόμαξεν, ώστε δεν εσκέφθη να γεμίση και πάλιν το μονόκαννον όπλον του διά να πυροβολήση εκ δευτέρου. Και από ποιμένας ηκούσθησαν άλλα παραπλήσια, ώστε διέτρεχε φήμη εις το χωρίον, ότι λύκος επικίνδυνος ήτο πλησίον μας, οι δε χωρικοί την νύκτα εκοιμώντο με τον ένα οφθαλμόν ανοικτόν, έχοντες τον νουν εις τα ζώα των.
Ο κίνδυνος ήτο μεγαλείτερος παρ' όσον εφαντάζοντο, διότι ο εχθρός δεν ήτο λύκος πεινασμένος, αλλά λυσσασμένη λύκαινα.
Έν απόγευμα — ήτο Δευτέρα — ο Χρήστος έβοσκε τα πρόβατα του πατρός του πλησίον εις το πεύκον, περί του οποίου σας έλεγα. Εκάθητο εις την σκιάν και διώρθωνε μίαν παλαιάν καρδάραν, ότε έξαφνα βλέπει τα πρόβατά του και έφευγαν καταφοβισμένα, το έν επάνω εις το άλλο. Στρέφει προς το νεκροταφείον, και τι να ιδή; Εις είκοσι βημάτων απόστασιν η λύκαινα αγριευμένη, έτοιμη εις επίθεσιν, εδείκνυε τους φοβερούς οδόντας της. Σηκώνεται αμέσως ο Χρήστος και αρπάζει μίαν πέτραν. Ο λύκος συνήθως φοβείται τον άνθρωπον και φεύγει. Αλλ' ο Θεός να φυλάγη από λυσσασμένον ζώον!
Ο Παππά-Σεραφείμ επήρε μηχανικώς από την τράπεζαν το καλυμμαύχιόν του και το έθεσεν επί της κεφαλής του. Μετά τινων στιγμών σιωπήν επανέλαβεν·
— Συγχωρήσατέ με, φίλοι μου, να σας δώσω μίαν συμβουλήν, της οποίας εύχομαι να μη λάβετε ποτέ ανάγκην. Λύκον λυσσασμένον δεν είναι πιθανόν να ιδήτε ποτέ. Αλλ' εάν, ό μη γένοιτο, τύχη να oρμήση επάνω σας σκύλος λυσσασμένος και δεν κρατήτε ή όπλον ή ξύλον αρκετά δυνατόν διά να του σπάση το καύκαλον, προσέχετε προ παντός άλλου να προφυλάξετε τας χείρας σας. Αν ζητήσετε με τας χείρας να παλαίσετε προς το ζώον, θα σας τας δαγκάση. Σεις οι φραγκοφορεμένοι έχετε το καπέλον, εγώ το καλυμμαύχιόν μου, ο φουστανελλάς το φέσι του. Οπωσδήποτε, έχετε τον νουν σας πώς να υπερασπίσετε τας γυμνάς χείρας σας, μεταχειριζόμενοι το προφύλαγμά των ως ασπίδα κατά του ζώου.
Ο Χρήστος δεν ήτο ούτε εις θέσιν ούτε εις καιρόν να προφυλαχθή. Αντί να στρέψη τα νώτα η λύκαινα και να φύγη, εξ εναντίας, άμα είδε τον νέον εγειρόμενον, χύνεται επάνω του, και πριν καν προφθάση ο Χρήστος να ρίψη την πέτραν, οι εμπρόσθιοι πόδες του θηρίου έσφιγγον το δεξιόν πλευρόν του και οι οδόντες του εξέσχιζον το στήθος του.
Η πέτρα έπεσεν από τα δάκτυλά του· αλλ' έμειναν και αι δύο του χείρες ελεύθεραι.
Ο Χρήστος ήτο ο υψηλότερος νέος του χωρίου μας, εύρωστος και γενναίος, σωστόν παλληκάρι. Αλλ' ο κίνδυνος κάμνει και τον δειλόν γενναίον. Καταιβάζει διά μιας τον δεξιόν του βραχίονα και σφίγγει κάτω από την μασχάλην τον λαιμόν της λυκαίνης, αρπάζει με την αριστεράν την κεφαλήν της και προσπαθεί να την πνίξη! Τότε ήρχισε πάλη φοβερά. Οι όνυχες και οι οδόντες του λυσσασμένου θηρίου κατεξέσχιζαν όλον το δεξιόν πλευρόν του δυστυχούς νέου. Δεν ηδύνατο να μεταχειρισθή την μάχαιράν του, διότι διά να την εκβάλη από την ζώνην του έπρεπε να ελευθερώση την κεφαλήν της λυκαίνης, την οποίαν εκράτει πάντοτε με την αριστεράν χείρα του. Δεν ηδύνατο να κινήση την δεξιάν και να χαλαρώση την λαβίδα, όπου έμενε σφιγμένος ο λαιμός του ζώου. Να φωνάξη δεν ετόλμα. Αλλοίμονον εις όποιον παλαίη, εάν αρχίση να εξοδεύη τας δυνάμεις του φωνάζων! Επί τέλους πίπτουν κατά γης και οι δύο, χωρίς να διασπασθή ο φρικτός εκείνος εναγκαλισμός. Ο Χρήστος απ' επάνω, η λύκαινα από κάτω· αλλ' η κεφαλή της απλάκωτος αντίκρυ του στήθους του Χρήστου, το οποίον κατεσπάρασσε πάντοτε, αγωνιζομένη ν' απαλλαγή.
Ο Χρήστος ησθάνετο τας δυνάμεις του εκλειπούσας και ήρχιζε ν' απελπίζεται, ότε έξαφνα ακούει μακρόθεν μίαν φωνήν, την φωνήν του Γερομήτρου.
— Βάστα, Χρήστε, έφθασα!
Τα πρόβατα του Χρήστου φεύγοντα είχον φθάσει μέχρι της καλύβης του Γερομήτρου. Εκπλαγείς ο γέρων ήνοιξε την θύραν του και είδε μακρόθεν τον Χρήστον παλαίοντα με το θηρίον. Αρπάζει αμέσως το όπλον του από τον τοίχον και τρέχει δρομαίος, όσον το εσυγχώρουν οι γεροντικοί πόδες του.
Ότε επί τέλους έφθασεν υπό το πεύκον και εστάθη άνω του συμπλέγματος εκείνου, ευρέθη εις αμηχανίαν. Πώς να πυροβολήση το ζώον χωρίς να βλάψη τον άνθρωπον; Ο Χρήστος, νέας λαβών δυνάμεις ως εκ της επελθούσης επικουρίας, σφίγγει την κεφαλήν της λυκαίνης, την κρατεί όσον ηδύνατο μακράν του στήθους του και φωνάζει: Φωτιά! Ο γέρων, χωρίς να χάση καιρόν, στηρίζει την κάνναν εις το αυτίον του ζώου και πυροβολεί. Η λύκαινα έμεινεν εις τον τόπον.
Ο Παππά-Σεραφείμ εσιώπησεν επ' ολίγον. Ουδείς ημών διετάραξε την σιωπήν του. Εβλέπομεν ότι είχε και άλλα να μας είπη και επεριμένομεν.
Ο ήλιος εν τούτοις είχε δύσει· εντός του θαλάμου αι γωνίαι ήρχισαν να μαυρίζουν· αι κυρίαι έμενον εισέτι εις τον εξώστην και ηκούομεν τας ζωηράς ομιλίας και τον εύθυμον γέλωτά των.
— Ηξεύρετε, φίλοι μου, εξηκολούθησεν ο ιερεύς, τι εσκεπτόμην τώρα και τι συχνάκις σκέπτομαι; Εσκεπτόμην πόσον η αμάθεια μας ζημιώνει, πόσα δεινά ηθέλομεν αποφεύγει ή μετριάζει, εάν εγνωρίζαμεν πλειότερα πράγματα. Αλλά ποίος να μας τα διδάξη; Η αλήθεια είναι ότι καλλιτερεύομεν βαθμηδόν και ολίγον κατ' ολίγον· αλλ' είμεθα ακόμη πολύ οπίσω. Ηξεύρετε ότι εις όλα εδώ τα χωρία της περιφερείας μας ούτε ιατρός υπάρχει, ούτε φαρμακείον. Δεν γνωρίζω εάν ετυπώθη ποτέ εις Αθήνας, έως εδώ όμως δεν έφθασε ποτέ ούτε βιβλίον, ούτε φυλλάδιον με οδηγίας περί του πώς ν' αποφεύγωμεν ή να θεραπεύωμεν τας κοινοτέρας νόσους, δεν λέγω την λύσσαν, αλλά τας ασθενείας αι οποίαι θερίζουν αδίκως τα τέκνα μας! Ας είναι! θα γείνουν όλα με τον καιρόν.
Ότε επέστρεψεν εις το χωρίον ο Χρήστος, στηριζόμενος εις τον ώμον του Γερομήτρου, αιματωμένος, πληγωμένος, με τα φορέματα σχισμένα, το χωρίον ολόκληρον κατεταράχθη. Το έμαθα αμέσως και έτρεξα να τον ίδω. Έζη εις του πατρός του, εις εκείνην την δίπατον οικίαν παρέκει από το καφενείον, εις τον δρόμον της εκκλησίας. Κάτω αποθήκη και ελαιοτριβεία, επάνω δύο μικρά δωμάτια, η δε είσοδός των από μίαν εξωτερικήν κλίμακα εις το πρόσωπόν της οικίας, επί του δρόμου.
— Εκεί όπου κατοικεί τώρα ο δημοδιδάσκαλος; ηρώτησεν ο Ανδρέας.
— Εκεί. Ότε ανέβην, μόλις και μετά βίας κατώρθωσα να φθάσω μέχρι του Χρήστου. Αι γειτόνισσαι είχον πλημμυρήσει και τα δύο δωμάτια και περιεκύκλωναν τον νέον, συμπαθείς αλλ' άχρηστοι, αντί βοηθείας φέρουσαι σύγχυσιν.
Η πρώτη ανάγκη δεν ήτο να πλυθούν τα αίματα ή να διορθωθούν τα φορέματα του Χρήστου, αλλά να καυτηριασθούν αι πληγαί του. Ουδείς όμως εκεί εσκέπτετο περί τούτου. Η σκέψις και η συλλογή ήτο πώς να προμηθευθούν λυσσόχορτον. Τι δεν είπα διά να τους πείσω να τον στείλουν αμέσως εις Αθήνας, εις το νοσοκομείον. Δεν ήθελαν να το ακούσουν· Λυσσόχορτον και πάλιν λυσσόχορτον! Αυτό ήτο η επιθυμητή πανάκεια, αλλά κανείς εις το χωρίον δεν είχε λυσσόχορτον.
— Τι χόρτον είναι τούτο; ηρώτησα διακόψας τον ιερέα.
Οι οφθαλμοί όλων των περί την τράπεζαν εστράφησαν διά μιας προς εμέ και ησθάνθην ότι ηρυθρίασα υπό τα βλέμματά των. Είδα ότι η διακοπή μου δυσηρέστησε το ακροατήριον και μετενόησα διά την άκαιρον ερώτησίν μου. Δεν ήτο κατάλληλος η στιγμή διά βοτανικάς ερεύνας, αλλ' αργά το ενόησα.
— Δεν ηξεύρω πώς να το περιγράψω, διότι δεν το γνωρίζω, απεκρίθη ο ιερεύς. Υποθέτω ότι βλαστάνει εις Σαλαμίνα. Είναι μυστικόν και εισόδημα των καλογήρων της Φανερωμένης. (1)
Δεν εζήτησα πλειοτέρας διασαφήσεις, αλλ' έκυψα σιωπηλώς την κεφαλήν. Ο Παππά-Σεραφείμ ενόησε την στενοχωρίαν μου και εξηκολούθησεν ως εξής·
— Επί τέλους και μετά πολλά έπεισα και τον Χρήστον και τους — ή μάλλον τας — περί αυτόν, και απεφασίσθη να υπάγη εις Αθήνας. Ήθελε ν' αναχωρήση την επαύριον. Επέμεινα και επί τέλους κατώρθωσα να φύγη αμέσως, υποσχεθείς να τον συνοδεύσω. Ανέβημεν εις τα ζώα μας και εξεκινήσαμεν. Αι γειτόνισσαι μας έδιδον ευχάς εν αφθονία, χωρίς όμως να φαίνωνται πεπεισμέναι ότι το νοσοκομείον θ' αντικαταστήση του λυσσοχόρτου την έλλειψιν. Εφθάσαμεν εις Αθήνας πολύ αργά· αφήκα τον Χρήστον εις το νοσοκομείον και επέστρεψα νύκτα βαθείαν εις το κελλίον μου.
Ταύτα συνέβησαν, καθώς σας είπα, την Δευτέραν. Την Πέμπτην ο Χρήστος επέστρεψεν. Υπέφερεν ακόμη από της καυτηριάσεως τους πόνους, αλλά κατά τα άλλα εφαίνετο καλώς έχων. Μετ' ολίγας ημέρας αι πληγαί του ουλώθησαν εντελώς. Αλλ' οι χωρικοί δεν είχον εμπιστοσύνην εις την θεραπείαν του νοσοκομείου. Η υποψία των δεν προήρχετο εκ του ότι εβράδυνεν η καυτηρίασις, αλλ' εκ του ότι έλειψε το λυσσόχορτον. Πώς ήτο δυνατόν να προληφθή η λύσσα χωρίς λυσσόχορτον; Όπου λοιπόν εφαίνετο ο Χρήστος, εξεδηλούτο γύρω του μυστηριώδης φόβος. Αι μητέρες εφρόντιζον αμέσως να συμμαζεύσουν τα τέκνα των διά να μη ευρίσκωνται πλησίον του. Οι άνδρες εφέροντο περιποιητικώς ως αν να επροφυλάττοντο μη τυχόν λάβη αφορμήν να θυμώση. Εν ενί λόγω, το χωρίον όλον ήτο εις προσοχήν. Συνεμερίζετο άρά γε και αυτός τους φόβους των συγχωρικών του περί της θεραπείας του; Η συστολή με την οποίαν απεκρίνετο, οπόταν συνέβαινε να τον συναντήσω, το λοξόν βλέμμα με το οποίον εκύτταζε τους διαβαίνοντας, ενώ συνωμίλουν μετ' αυτού, ταύτα και άλλα εμαρτύρουν ότι ο δυστυχής είχε τας υποψίας του. Τον ελυπούμην κατάκαρδα. Φαντασθήτε, φίλοι μου, οποία βάσανος, οποία αγωνία να φοβήται τις ότι κρύπτει εντός αυτού τοιαύτην ασθένειαν και να περιμένη από ημέρας εις ημέραν την έκρηξίν της!
— Το χειρότερον είναι, υπέλαβεν ο γαμβρός μου, ότι ο τοιούτος φόβος υποτρέφει την ασθένειαν. Ανεγίνωσκα εσχάτως τοιούτον τι εις επιστημονικόν περιοδικόν. Ο φόβος όστις κατακυριεύει πολλούς, όταν τους δαγκάση σκύλος, φόβος τον οποίον κρύπτουν, είτε από εντροπήν είτε διά να μη τον μεταδώσουν εις τους συγγενείς των, αποτελεί αυτός καθ' εαυτόν ασθένειαν. Η δε τοιαύτη παθολογική κατάστασις επιβαρύνει τας συνεπείας της πληγής και της καυτηριάσεως. Ταύτα και μόνα δύνανται να προξενήσουν τέτανον. Η δε υδροφοβία και ο τέτανος ομοιάζουν εις πολλά. Αυτά λέγουν οι ιατροί. Προς τι όμως μας τα λέγουν, ενόσω δεν μας διδάσκουν και το μυστικόν, πώς να κυριεύωμεν και να εκριζώνωμεν τους μυστικούς φόβους μας; Εδώ τους θέλω! Αλλά με συγχωρείτε, πάτερ, σας διέκοψα.
— Χωρίς ν' αναγνώσω τι περί τούτου, μου ήρχοντο υποψίαι τοιαύται, επανέλαβεν ο ιερεύς. Εν τούτοις αι εβδομάδες παρήρχοντο και ήρχιζαν οι χωρικοί να λησμονούν την ιστορίαν αυτήν, ή τουλάχιστον να μη ομιλούν περί αυτής, ότε, περί τα τέλη του Σεπτεμβρίου, έρχεται μίαν αυγήν ο πατήρ του Χρήστου και μου λέγει ότι ο υιός του δεν είναι καλά.
— Τι έχει; — Δεν ηξεύρω. Έχει θέρμην δεν έχει όρεξιν.
Υπήγα αμέσως να τον ίδω. Τον ηύρα εξηπλωμένον κατά γης εις την κάππαν του επάνω, Ήτο ήσυχος, αλλ' ωχρός και φοβισμένος. Μου είπεν ότι δεν ημπορεί να πάρη την αναπνοήν του, ότι του έρχεται κάποτε ωσάν πνίξιμον εις τον λαιμόν, ότι στενοχωρείται υπερβολικά. Του έδωκα ολίγον γάλα και τον παρεκίνησα να το πίη. Ανεσηκώθη, επήρε το αγγείον από τας χείρας μου και ητοιμάσθη να το γευθή. Αλλ' άμα το επλησίασεν εις τα χείλη του, κατελήφθη υπό ρίγους και αηδίας. Μόλις επρόφθασα να πάρω οπίσω το αγγείον. Τον κατέλαβον σπασμοί φοβεροί. Ενόμιζα ότι τελειώνει. Μετ' ολίγον συνήλθεν.
— Αχ, είπεν, ο γέρος μου τα πταίει. Αν εφρόντιζε να μου φέρη το λυσσόχορτον, δεν θ' απέθνησκα λυσσασμένος!
Επροσπάθησα να τον πείσω ότι η ασθένειά του ήτο απλή του στομάχου ταραχή, είπα όσα ηδυνάμην χωρίς δυστυχώς να τα πιστεύω, και τον αφήκα υποσχεθείς να τον επισκεφθώ πάλιν το εσπέρας, διότι είχα την ημέραν εκείνην να τελέσω γάμον εις το πλέον απόκεντρον χωρίον της περιφερείας μου. Τοιαύτη η ζωή του ιερέως: Από την λύπην εις την χαράν, από τα στεφανώματα εις την κηδείαν. Ας είναι!
Το εσπέρας, πριν έτι εισέλθω εις το χωρίον, έμαθα ότι ο Χρήστος ήτο μανιώδης. Ο πατήρ του μ' επερίμενεν εις το κελλίον μου. Ήθελε την βοήθειάν μου διά να μεταφέρωμεν τον πάσχοντα εις άλλο οίκημα ισόγειον. Το απήτουν οι γείτονες. Εφοβούντο μη εξέλθη εις τους δρόμους και αρχίση να δαγκάνη δεξιά και αριστερά. Εις το ανώγαιον όπου ευρίσκετο δεν ήτο δυνατόν να εμποδισθή, εάν ήθελε να εξέλθη. Ηδύνατο να πηδήση από τα παράθυρα. Τον ήθελαν εις το ισόγειον διά να τον φρουρήσουν ευκολώτερον. Οι χωρικοί ήσαν φοβισμένοι, ο δε φόβος είναι άγριος και σκληρός, και ενόησα ότι, εάν ο δυστυχής Χρήστος εγίνετο απειλητικός και επικίνδυνος, θα ετουφεκίζετο.
Χωρίς να χάσω καιρόν μετέβην εις το ανώγαιον. Ευτυχώς ηύρα τον ασθενή εις περίοδον ησυχίας. Εκάθητο κατά γης με τους αγκώνας επί των γονάτων και την κεφαλήν εντός των χειρών. Τα ολίγα έπιπλα του δωματίου ήσαν άνω κάτω, και σπασμένα εδώ κ' εκεί τρίμματα πηλίνων αγγείων. Σας εξομολογούμαι ότι την στιγμήν εκείνην με κατέλαβεν αίσθημα φόβου. Εσκέφθην ότι ήτο ανοησία μου να υπάγω μόνος εκεί. Αλλά δεν ηδυνάμην πλέον, και αν το ήθελα, να οπισθοχωρήσω. Επλησίασα, έθεσα την χείρα μου επί της κεφαλής του και είπα μίαν ευχήν μεγαλοφώνως.
Ότε ετελείωσα, έκαμε τον σταυρόν του και μου εφίλησε την χείρα.
Δεν είσαι καλά εδώ, Χρήστε μου τω είπα. Έλα να υπάγωμεν εις του θείου σου. Δεν κατοικεί κανείς εκεί και θα είσαι καλλίτερα και ησυχώτερος. Ακολούθει με.
Ηγέρθη εν σιωπή.
— Δεν θέλω να με ιδή κανείς, είπεν ησύχως. Ειπέ τους όλους να φύγουν από τον δρόμον μας.
Ήνοιξε την θύραν και, μολονότι δεν ήτο κανείς έξω εκεί, εφώναξα δυνατά: Φύγετε όλοι, πηγαίνετε εις τα σπίτια σας.
— Δεν έμεινε κανείς έξω, Χρήστε. Πηγαίνωμεν.
— Δεν ημπορώ να βλέπω το φως, πάτερ. Με πειράζει.
Ο ήλιος επλησίαζεν εις την δύσιν του και αι τελευταίαι ακτίνες του εχύνοντο διά της ανοικτής θύρας εντός του πενιχρού δωματίου. Επήρεν ο Χρήστος την κάππαν του, την έθεσεν επί της κεφαλής του, την εχαμήλωσεν επί του προσώπου του και μοι έτεινε την χείρα. Εγώ εμπρός, εκείνος κατόπιν, μετέβημεν από το έν οίκημα εις το άλλο. Εκεί έμεινα αρκετήν ώραν πλησίον του, επροσπάθησα όπως ηδυνάμην να τον παρηγορήσω, και ανεχώρησα αφού ενύκτωσεν. Ότε ήνοιξα την θύραν διά να εξέλθω, μου εφάνη ότι είδα εις το σκότος ανθρώπους ωπλισμένους. Έκλεισα την θύραν. Η κλεις ήτο έξωθεν. Την εκλείδωσα και επροχώρησα.
Οι χωρικοί με περιεκύκλωσαν αμέσως ερωτώντες περί του ασθενούς. Είπα ότι αποθνήσκει και τους παρεκάλεσα εν ονόματι του Θεού του Ελέους να τον αφήσουν ν' αποθάνη εν ειρήνη. Οι δυστυχείς δεν ήσαν αναίσθητοι. Ελυπούντο εξ όλης καρδίας τον φίλον, τον σύντροφόν των. Αλλά το αίσθημα της αυτοσυντηρήσεως είναι ανώτερον του ελέους, ο δε φόβος εξεγείρει εις του αμαθούς την καρδίαν του θηρίου τας ορμάς…
Εκεί μας διέκοψαν αι Κυρίαι. Η εσπερινή δρόσος τας εδίωξεν από τον εξώστην.
— Ακόμη εις τα σκοτεινά κάθησθε, ανέκραξεν η αδελφή μου. Ο Παππά- Σεραφείμ θα σας λέγη κανέν νόστιμον παραμύθι. Δεν μας το λέγετε και ημάς, να διασκεδάσωμεν;
Και διέταξε την υπηρέτριαν να φέρη φώτα.
— Τι απέγεινεν ο Χρήστος; ηρώτησε σιγά ο Ανδρέας.
Ο ιερεύς έκλεισε τους οφθαλμούς και εκίνησεν οριζοντίως την χείρα.
Δεν ενόησα, και ούτε ηθέλησα πλέον να εξετάσω, τι εσήμαινεν η χειρονομία εκείνη. Απέθανε; τον εφόνευσαν;….
Η υπηρέτρια εισήλθε με τα κηρία αναμμένα και ηλλάξαμεν ομιλίαν.
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΜΑΡΘΑΣ
Οι σημερινοί νέοι δυσκόλως φαντάζονται οποίαι ήσαν, προτού αυτοί γεννηθούν, αι ήδη ακμάζουσαι πόλεις της Ελλάδος. Ούτως η Σύρα έχει σήμερον αμαξιτούς οδούς, εις δε την πλατείαν Λεωτσάκου, την κοινώς Πλαταίαν, ευρίσκει τις σταθμευούσας αμάξας με δύο ίππους, και μάλιστα (ω του θαύματος,) γίνεται λόγος περί κατασκευής σιδηροδρόμου μεταξύ της πόλεως και των εξοχών της νήσου! Και όμως δύο αδελφοί γνωστοί μου, πρεσβύται την σήμερον και οι δύο, ενθυμούνται τον θαυμασμόν των ότε, κατά την παιδικήν των ηλικίαν, μεταβάντες εξ Ερμουπόλεως εις Αθήνας, συνήντησαν εις τον πρώτον εκεί περίπατόν των την βασίλισσαν Αμαλίαν έφιππον.
— Μητέρα, ανεφώνησεν ο νεώτερος, ότε επέστρεψαν εις την οικίαν, μητέρα, είδα την βασίλισσαν επάνω εις ένα ωραίον γάιδαρον!
— Δεν ήτο γάιδαρος, υπέλαβε περιφρονητικώς ο μεγαλείτερος· ήτο μουλάρι.
Δεν ήσαν όλως αξιόμεμπτοι και οι δύο διά την ατέλειαν των γνώσεων των περί την ζωολογίαν. Ίππος δεν υπήρχε τότε εις Σύραν, δεν είχον δε ίδει ούτε ζωγραφιστόν τοιούτον, καθόσον οι παίδες τότε δεν ελάμβανον ως δώρα ούτε βιβλία με εικονογραφίας ούτε παίγνια καλλιτεχνικά, καθώς σήμερον.
Αλλ' εάν υπελείπετο της πρωτευούσης ως προς ίππους και αμάξας, νομίζω όμως ότι ουδεμίαν της Ελλάδος πόλιν αδικώ λέγων ότι η Ερμούπολις προηγήθη των λοιπών εις τον εξευρωπαϊσμόν. Αι Αθήναι ήσαν πλήρεις έτι φουστανελλοφόρων, ότε πάντες σχεδόν οι Ερμουπολίται, οι οπωσδήποτε διασκελίσαντες τας πρώτας βαθμίδας της κοινωνικής κλίμακος, εφόρουν φραγκικά. Το ιστορικόν καφενείον της Ωραίας Ελλάδος ήτο το μόνον συνεντευκτήριον των κατοίκων της πρωτευούσης, (εκτός των λογίων, οίτινες κατά προτίμησιν αντήλλασσον τας ιδέας των εντός προνομιούχων τινών φαρμακείων,) ενώ οι έμποροι της Ερμουπόλεως είχον όχι μίαν μόνην, αλλά δύο λέσχας αξιολόγους, εις τας οποίας μάλιστα έδιδον και χορούς πολυκρότους κατά τας αποκρέω. Ώστε ο ερχόμενος εκ των άλλων μερών της Ελλάδος εις Σύραν, έβλεπεν εκεί εξωτερικά σημεία φραγκισμού, τα οποία εις μάτην ήθελε τότε αναζητήσει αλλαχού.
Τούτο εξηγείται ευκόλως. Οι συνοικισταί της Ερμουπόλεως, εκριζωθέντες των εστιών των από τον ανεμοστρόβιλον της Επαναστάσεως και μεταφερθέντες επί νέου εδάφους, ηδύναντο δι' αυτό τούτο να μεταβάλωσιν, ευκολώτερον των άλλων Ελλήνων, τα προγονικά ήθη και έθιμα. Άλλως δε οι πλείστοι ανήκον εις τας εμπορικάς τάξεις, πολλοί εξ αυτών ή επεσκέφθησαν οι ίδιοι τα ξένα ή είχον συγγενείς εκεί αποκατασταθέντας, ώστε δεν ήργησαν να συγκεντρώσουν εις την νήσον εκείνην το εμπόριον της Ελλάδος, και ν' αποκαταστήσουν την Ερμούπολιν το πρώτον σημείον ενώσεως μεταξύ του αρτισυστάτου κράτους και της λοιπής Ευρώπης.
Αληθώς ο αποκτηθείς ούτως εξευρωπαϊσμός έφερε τον διπλούν τύπον και της βίας με την οποίαν μετηνέχθη έξωθεν, και της ανεπαρκείας των μέσων διά των οποίων επραγματοποιείτο η εφαρμογή του. Οι νέοι εκείνοι Ευρωπαίοι εφαίνοντο μη λαβόντες εισέτι τον καιρόν να συνηθίσουν εις τα ξένα ήθη και εις τα νέα φορέματά των. Η φραγκική των ενδυμασία δεν ήτο πάντοτε ούτε του νεωτέρου, αλλ' ούτε καν ομοιορρύθμου συρμού· αποτέλεσμα τούτο είτε της ποικίλης έξωθεν προελεύσεως των ενδυμάτων, είτε της καλλιτεχνικής ανεξαρτησίας των εγχωρίων ραπτών, είτε επί τέλους της μη εντελούς εισέτι λήθης των αρχαίων έξεων. Ούτω και εις τας λέσχας επεκράτει, έστω και κατά τους χορούς, δόσις απλοϊκότητος μεγαλειτέρας οπωσδήποτε της συμβιβαζομένης με την εθιμοτυπίαν του παρεισάκτου πολιτισμού. Εν συνόλω, εις την κοινωνίαν εκείνην, της οποίας τα συστατικά ήσαν ετερογενή και ποικίλα, αι δε περιστάσεις ανώμαλοι και εισέτι δυσχερείς, υπήρχε τι το ασυνάρτητον, το ιδιόρρυθμον, δος δ' ειπείν και το αλλόκοτον.
Το αλλόκοτον τούτο διεφαίνετο κατ' εξοχήν είς τινας τύπους των τότε Ερμουπολιτών, οίτινες ηδύναντο να δώσουν αφορμήν εις ηθογράφον ή και εις γελοιογράφου την γραφίδα, εάν δεν εξημβλύνετο η συναίσθησις του γελοίου εν μέσω της γενικής ακαταστασίας και της προσφάτου έτι μνήμης της πανωλεθρίας, εκ της οποίας προέκυψεν ο συνοικισμός της Ερμουπόλεως. Παρεκτός δε τούτου, η συνήθεια εξοικειοί προς παν το έκτακτον. Οι περί ων ο λόγος ιδιότροποι τύποι κατήντησαν να θεωρώνται ως φυσικοί και να μη εξεγείρουν ουδόλως την κοινήν περιέργειαν.
Μεταξύ των προσώπων όσα αι νύξεις μου αύται θ' ανακαλέσουν εις την μνήμην παλαιών Ερμουπολιτών, θα συγκαταλεχθή, πιστεύω, και το του Φιλίππου Μάρθα. Πολλοί ελησμόνησαν ίσως το όνομα, αλλά δύσκολον οι ιδόντες αυτόν άπαξ να ελησμόνησαν τον άνθρωπον. Είχε χαρακτηριστικά μοναδικά και εντυπούμενα διά παντός εις την μνήμην. Αι τρίχες της κεφαλής του ήσαν μαύραι εισέτι, αλλ' η μία του οφρύς, η δεξιά, ήτο λευκή, ο δε δασύς του μύσταξ διηρείτο επίσης εις δύο διακεκριμένα χρώματα, αλλ' αντιστρόφως των οφρύων ήτο λευκός αριστερόθεν και μαύρος δεξιόθεν. Η χιαστή αύτη διασταύρωσις των δύο χρωμάτων έδιδεν εις την φυσιογνωμίαν του έκφρασιν παράδοξον. Εάν έβαφε τας λευκάς τρίχας, ηδύνατο να θεωρηθή ως εύμορφος μάλλον, αλλ' ότε πρώτον ήλθεν εις Σύραν, τις εκεί εσκέπτετο περί κομψότητος! Μετέπειτα, καθόσον ησύχαζον τα πράγματα και ελάμβανον σημασίαν υπερτέραν της αληθούς αξίας των αι μικραί μέριμναι του βίου, ανεφάνησαν και πωληταί και αγορασταί βαφής εις Ερμούπολιν. Αλλά τότε θα επέσυρε την έκπληξιν και την ειρωνείαν του κόσμου ο Μάρθας, εάν ήρχετο εις τον νουν του να επιδιώξη διά τοιούτων μέσων το ομόχρουν των τριχών του. Τον είχον συνηθίσει όπως ήτο και ουδείς πλέον τον παρετήρει. Ναι μεν, τινές των άκραν φιλοσκωμμόνων επέμενον επαναλαμβάνοντες πότε και πότε χαριεντισμόν εγκαινισθέντα προ ετών υπό Χίου εντριβούς περί τας Γραφάς και εμπνευσθέντος από το επώνυμον του Φιλίππου. Αλλ' ούτε καν εμειδία ούτος ή επρόσεχεν ότε, κατά την διάβασίν του, οι τοιούτοι ευφυολόγοι εψιθύριζον το του Ευαγγελίου: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά, ενός δε έστι χρεία.» Και προφέροντες την λέξιν Ενός έστρηβον τον μύστακα ή έτριβον τας οφρύς.
Το ρητόν ηδύνατο πράγματι να λεχθή προς τον ομώνυμον της Μάρθας, καθόσον υπήρχε χρεία ενός χρώματος, αλλά το πρώτον μέρος της φράσεως βεβαίως δεν προσηρμόζετο εις αυτόν. Ούτε εμερίμνα, ούτε ετύρβαζε περί πολλά ο δυστυχής! Απ' εναντίας, μόνη του μέριμνα εφαίνετο η επιμελής εξάσκησις του έργου του, και τούτο δε τόσον μόνον, όσον εξήρκει προς απόκτησιν του επιουσίου άρτου. Άλλως, ούτε φίλους είχεν ούτε σχέσεις, ούτε εις καφενείον τον είδε τις ποτε να καθίση, ούτε εις ξένην οικίαν εισήρχετο. Ήσυχος, ολιγόλογος, κατηφής, μετέβαινε τακτικώς εκ της οικίας του εις τα γραφεία των πελατών του και εκείθεν πάλιν οπίσω, πενιχρώς αλλά κοσμίως και καθαρώς πάντοτε ενδεδυμένος.
Κατώκει ανέκαθεν εις την παρά την Δυτικήν Εκκλησίαν στενήν οδόν, ήτις αγνοώ εάν απέκτησε την σήμερον ιδίαν ονομασίαν. Ο έκτοτε κατεδαφισθείς οικίσκος του περιείχε δύο μικρά δωμάτια και μαγειρείον, εκ της καπνοδόχης όμως του οποίου αι γειτόνισσαι εβεβαίουν ότι ουδέποτε ανήλθε καπνός. Κατ' αρχάς τινές εξ αυτών ηθέλησαν εκ συμπαθείας να προσφέρουν φαγητά, προφασιζόμεναι ποτέ μεν ότι επεθύμουν να δοκιμάση την επιτυχούσαν πήτταν των, άλλοτε δε ότι ήτο η εορτή του συζύγου ή του υιού των.
Αλλ' εκείνος ευγενώς μεν, διά τρόπου όμως μη επιδεχομένου αντίρρησιν, απεποιείτο την προσφοράν, ώστε αι γειτόνισσαι έπαυσαν η μία μετά την άλλην τας καλοκαγάθους αποπείρας των. Και εξηκολούθει ο Φίλιππος φέρων ανά πάσαν ημέραν εντός χάρτου χονδρού ή εντός λαχανοφύλλου την λιτήν αμαγείρευτον τροφήν του.
Η σειρά των προς την θάλασσαν οικιών της οδού εκείνης, καθώς ενθυμούνται οι γνωρίσαντες την Ερμούπολιν, εκτίσθη επί βράχων αποτόμων. Ο οικίσκος του Μάρθα, χωριζόμενος από την οδόν διά μικρού προαυλίου περιτειχισμένου, προείχε περισσότερον των άλλων προς τα όπισθεν, ο δε ξύλινος εξώστης του εφαίνετο κρεμάμενος, τρόπον τινά, υπεράνω των αποκρήμνων εκεί πετρών. Ότε ο άνεμος έπνεε σφοδρός, οι αφροί των υπό τον κρημνόν μαινομένων κυμάτων ανήρχοντο ενίοτε μέχρι της οικίας αυτής.
Τον εξώστην του είχε περικλείσει ο Φίλιππος άνωθεν και εξ εκατέρων των πλευρών διά σανίδων. Και των παρακειμένων οικιών οι εξώσται περιεκλείοντο κατά τον αυτόν ή άλλον τρόπον, μετασχηματιζόμενοι εις κλίνας ευαέρους και δροσεράς κατά τας θερμάς του θέρους νύκτας. Αλλ' ενώ των λοιπών εξωστών η σκέπη αφηρείτο κατά τον χειμώνα, ο του Φιλίππου έμενε διαρκώς σκεπαστός, αι δε γειτόνισσαι διετείνοντο ότι εκοιμάτο εκεί και εν καιρώ χειμώνος.
Εντός της οικίας εκείνης διήρχετο όσας ώρας δεν απησχόλει η εργασία του. Τας Κυριακάς ελειτουργείτο τακτικώς εις την εκκλησίαν της Μεταμορφώσεως, ενίοτε δε μετά την ακολουθίαν οι χωρικοί, ή κυνηγοί επιστρέφοντες εκ της άγρας, τον συνήντων περιπλανώμενον εις τα πετρώδη της νήσου βουνά, ή καθήμενον επί βράχου με τα βλέμματα εστραμμένα προς την Τήνον. Αλλ' ουδέποτε τον είδε τις το εσπέρας έξω της οικίας του.
Τα προς το ζην επορίζετο επαγγελλόμενος τον διερμηνέα και τον γραμματέα της Αγγλικής γλώσσης. Δι' αυτού εγίνετο πάσα συνεννόησις μεταξύ των Άγγλων πλοιάρχων και των παραληπτών των φορτίων των. Εάν έμπορός τις ελάμβανεν επιστολήν Αγγλικήν, εις τον Φίλιππον προσέφευγε προς μετάφρασίν της· ότε επρόκειτο περί συντάξεως ναυλοσυμφώνων ή περί εκδόσεως συναλλάγματος Αγγλιστί, διά των καλλιγραφικών χαρακτήρων του επληρούντο τα κενά των σχετικών εντύπων.
Δεν επληρώνετο αδρώς διά ταύτα, αλλ' αι μετά της Αγγλίας εμπορικαί σχέσεις της Ερμουπόλεως ήσαν τοσαύται, ώστε δεν απέλιπεν εργασία, εξ άλλου δε αι ανάγκαι του ήσαν τόσον περιωρισμέναι, ώστε εξήρκουν όσα εκέρδιζεν.
Αλλά πού και πώς εξέμαθε την Αγγλικήν ο Φίλιππος; Ήτο γνωστόν περί αυτού ότι κατά την καταστροφήν της Κύπρου περιεσώθη ορφανός εις πλοίον Αμερικανικόν και ότι μετεφέρθη εις Αμερικήν όπου εξεπαιδεύθη, ανδρωθείς δε επέστρεψεν εκείθεν εις την Ελλάδα. Κατ' αρχάς μάλιστα ελέγετο ότι εσπούδασεν εκεί την ιατρικήν, αλλ' επειδή δεν την μετήρχετο, έπαυσε βαθμηδόν να λέγεται τούτο και ελησμονήθη.
Ότε κατά πρώτον ήλθεν εις Σύραν, ελέγοντο και άλλα περί αυτού πολλά και διάφορα. Επί τινα καιρόν διεδίδετο ότι είχε πάθει τας φρένας. Τήνιοι δέ τινες εκυκλοφόρησαν επεισόδια ποικίλα της φημιζομένης παραφροσύνης του. Αλλ' ο άνθρωπος εφαίνετο υγιέστατος τον νουν, η δε κατήφεια και η απομόνωσίς του δεν ήσαν βεβαίως ανεξήγητοι υπό τας γενικάς τότε των Ελλήνων περιστάσεις, ώστε διεσκεδάσθησαν εντός ολίγου πάσαι αι περί διαταράξεως των φρενών του υπόνοιαι. Εν συνόλω, οι Ερμουπολίται δεν ενησχολούντο πλέον περί αυτού. Ουδένα επείραζεν, ουδένα εβάρυνεν, άλλο δεν επεθύμει και δεν επεδίωκεν ή να διέλθη απαρατήρητος η ύπαρξίς του, τούτο δ' επί τέλους και επέτυχε.
Και όμως η μονήρης και άσημος εκείνη ύπαρξις υπέκρυπτεν ιστορίαν θλιβεράν, υπέκρυπτε πάλην μακράν, πάλην καθημερινήν μεταξύ της καρδίας και της διανοίας του. Οι βλέποντες αυτόν παραγεμίζοντα ησύχως τας εντύπους συναλλαγματικάς και φορτωτικάς του δεν ηδύναντο να υποπτεύσουν οποίας τρικυμίας περιέκλειεν η ψυχή του.
Το μυστικόν του Φιλίππου Μάρθα θα συναπέθνησκε μετ' αυτού εάν, ως μνημόσυνον επιπλέον μετά ναυάγιον, δεν περιεσώζοντο ιδιόχειροί τινες σημειώσεις του. Διατί τας έγραψε; Βεβαίως δεν προέθετο την διαμνημόνευσιν των της ζωής του. Εγραφε διότι, όταν κατέχηταί τις υπό μιας μόνης σκέψεως και δεν δύναται να την εκδιώξη, αισθάνεται την ανάγκην να ελαφρώση την ψυχήν του διατυπών όπως δήποτε διά λέξεων το άλγος του. Εάν έχη φίλον, θα το διακοινώση εις τον φίλον του· εάν έχη πίστιν, θα το εκμυστηρευθή εις τον πνευματικόν του, άλλως η υπερχειλής του καρδία θα εκχυθή εις ασυναρτήτους μονολόγους, — ή, εάν γνωρίζη να γράφη, θα χαράξη επί του χάρτου τον θλιβερόν μονόλογον του. Ιδού διατί έγραφεν ο Μάρθας.
Το τετράδιον εις το οποίον έγραφε τας σκέψεις και αποσπάσματα της αυτοβιογραφίας του δεν περιέχει ταύτα και μόνον, αλλ' εχρησίμευεν ως γενικόν σημειωματάριόν του και κατάστιχον. Εις αυτό ενέγραφε μετ' ακριβείας τας μικράς του δοσοληψίας, ως άνθρωπος φροντίζων να είναι πάντοτε ενήμερος και απηλλαγμένος πάσης οφειλής. Εκεί επίσης κατεγράφοντο αι διάφοροι εργασίαι του εις τα γραφεία των πελατών του. Μεταξύ των τοιούτων σημειώσεων υπάρχουν ενίοτε συνταγαί φαρμακευτικαί, μαρτυρούσαι ότι δεν είχε λησμονήσει ο Μάρθας την ιατρικήν του, αλλ' αναγόμεναι άπασαι εις την σκευασίαν ναρκωτικών. Τα συστατικά των δεν παραλλάσσουν ουσιωδώς, αλλ' αι δόσεις και οι συνδυασμοί ποικίλλουν. Ηδύνατό τις εξ αυτών να εικάση ότι περί τα αναισθητικά ιδίως περιεστράφησαν αι μελέται του. Αναμίξ δε και ατάκτως έγραφεν Αγγλιστί ό,τι εσκέπτετο περί εαυτού ή ό,τι ανεπόλει εκ των επεισοδίων του βίου του. Ταύτα άνευ σειράς ή χρονολογίας, αλλ' εκ των δοσοληπτικών σημειώσεων, αίτινες προηγούνται ή έπονται εκάστου αποσπάσματος, δύναταί τις κατά προσέγγισιν να ορίση εκάστου την ημερομηνίαν. Το όλον του βιβλίου εγράφη μεταξύ των ετών 1845 και 1847.
Το βιβλίον τούτο είναι κατάστιχον εμπορικόν εις σχήμα μικρού τετάρτου. Αι τριπλαί εις εκάστην σελίδα στήλαι διά τας υποδιαιρέσεις της λίρας στερλίνας μαρτυρούν την Αγλικήν κατασκευήν του. Η διάσωσίς του οφείλεται προδήλως εις το σχήμα του. Εξελήφθη ως βιβλίον έντυπον και ούτω περιφυλαχθέν ευρίσκεται εισέτι εις την δημοσίαν της Ερμουπόλεως βιβλιοθήκην.
Ομολογώ ότι κατά πρώτον συνέλαβα την ιδέαν του να επωφεληθώ των σημειώσεων του Φιλίππου Μάρθα προς συγγραφήν διηγήματος επί το μυθιστορικώτερον. Αλλά σκεφθείς ωριμώτερον επροτίμησα να τας δημοσιεύσω απαραλλάκτους ως εγράφησαν παρ' αυτού και ν' αφήσω εις τον αναγνώστην την φροντίδα του να συμπληρώση διά της φαντασίας τα κενά.
Ιδού αύται.
Α'.
«Η Ψαριανή γειτόνισσά μου κάθηται το εσπέρας εις το κατώφλιον της θύρας της, με το πρωτογέννητόν της εις την αγκάλην, και περιμένει τον άνδρα της. Ότε επιστρέφων εις την οικίαν μου διέρχομαι εξ ανάγκης έμπροσθέν της, με καλησπερίζει μειδιώσα και σχεδόν πάντοτε ευρίσκει τρόπον να είπη τι, ώστε να διακόψω τον δρόμον μου διά ν' αποκριθώ. Ενίοτε θηλάζει το βρέφος της, καλύπτουσα δια της χειρός το ημιανοικτόν στήθος. Δεν είναι βεβαίως ωραία η γειτόνισσά μου, αλλ' ότε κλίνουσα την κεφαλήν αναπαύει ευφροσύνως το βλέμμα εις τους ανοικτούς οφθαλμούς του θηλάζοντος τέκνου της, με μειδίαμα αφάτου αγάπης εις τα χείλη, τότε μεταμορφούται το πρόσωπόν της. Την εξωραΐζει η μητρική στοργή!
Μένω τότε ενώπιόν της και την βλέπω. Αλλά δεν βλέπω εκείνην. Άλλη μορφή ωραία, μορφή λατρευτή, μου φαίνεται καθημένη εκεί, εις το κατώφλιον της θύρας. Φαντάζομαι ότι βλέπω την σύζυγόν μου θηλάζουσαν εις την μητρικήν της αγκάλην το τέκνον μας. Το επί της κεφαλής της Ψαριανής πράσινον μανδήλιον μεταβάλλεται εις κομψόν Σμυρναϊκόν κεφαλόδεσμον, η μαύρη της κόμη μεταβάλλεται εις ξανθήν, και δύο γαλανοί οφθαλμοί προσηλούν επ' εμού απερίγραπτον βλέμμα.
Αλλ' ενώ ονειρεύομαι ταύτα, αλλάσσει η οπτασία, οι οφθαλμοί εκείνοι κλείονται διά μιας, η λευκή όψις ωχριά, το βρέφος δεν αναπνέει, και την βλέπω νεκράν την μητέρα του, νεκράν καθώς την είδα, καθώς την βλέπω διαρκώς ενώπιόν μου έκτοτε!
Ω, διατί, το όνειρον δεν επραγματοποιήθη! Διατί; Διότι αι κατηραμέναι μου χείρες εξωλόθρευσαν την ευτυχίαν μου. Εγώ είμαι ο καταστροφεύς, εγώ ο ένοχος, εγώ ο φονεύς!
Β'.
Σήμερον με συνήντησε καθ' οδόν ο νεωστί ελθών ενταύθα Γερμανός ιατρός. Ο συνοδεύων αυτόν συμπατριώτης του τον ώθησε διά του αγκώνος, ενώ διεσταυρούμεθα, ο δε ιατρός έστρεψε προς εμέ το βλέμμα και με ητένισε μετά περιεργείας. Τον ήκουσα όπισθέν μου λέγοντα: «Συνέπεια βεβαίως ψυχικής διαταράξεως.» — Δεν υπέθετεν ότι ηδυνάμην να εννοήσω τα Γερμανικά του, ουδ' ότι εσπούδασα και εγώ την επιστήμην του.
Η διάγνωσις μαρτυρεί οξυδέρκειαν. Τω όντι το χρώμα των τριχών μου ηλλοιώθη κατά το δεκάμηνον διάστημα της διαμονής μου εις τα κελλία της Ευαγγελιστρίας, αλλ' αγνοώ εάν η αλλοίωσις επήλθε διά μιας ή βαθμηδόν. Ουδέποτε ηρεύνησα περί τούτου.
Μ' εθεώρουν ως παράφρονα εκεί και ως τοιούτον με μετεχειρίζοντο. Δεν ηδύναντο να ίδουν τι συνέβαινεν εντός της ψυχής μου, δεν εγνώριζον οποίον βάρος επίεζε την συνείδησίν μου, δεν έβλεπον εκείνοι καθώς έβλεπα εγώ αιωνίως ενώπιόν μου το φάσμα της. Και απέδιδον εις διατάραξιν φρενών την απελπισίαν μου και μ' εβασάνιζον διά να με θεραπεύσουν — και ενόμισαν ότι μ' εθεράπευσαν! Όχι, δεν παρελογιζόμην. Εάν παρεφρόνουν τότε, παραφρονώ και τώρα. Διότι και τώρα η αυτή εικών πλανάται αενάως ενώπιον των οφθαλμών μου, η αυτή απελπισία με κυριεύει, η αυτή με κατέχει επιθυμία του θανάτου και έφεσις της αυτοτιμωρίας.
Αλλά τότε εφρόνουν ότι ο θάνατος είναι η μεγίστη των ποινών. Δεν με εθεράπευσαν εκείνοι· ο γέρων ιερεύς της Τήνου με έπεισεν ότι η ζωή είναι ποινή βαρυτέρα του θανάτου. Ω, είχε δίκαιον! Του υπεσχέθην ότι θα παραμείνω μέχρις ου έλθη απρόσκλητος ο θάνατος. Ποσάκις μετενόησα διά την δοθείσαν υπόσχεσιν, ποσάκις ηθέλησα να πατήσω τον όρκον μου! Αλλ' όχι! θα τον τηρήσω πιστώς!
Γ'.
Ενίοτε απορώ εγώ αυτός πώς εκτελώ ακριβώς και αλανθάστως την γραφικήν μου εργασίαν, ενώ πλανάται ο νους μου αλλαχού, — πώς συγκεντρούται η προσοχή μου εις το έργον μου, ενώ η ψυχή μου απουσιάζει. Μη υπάρχουν δύο άνθρωποι εντός μου, και μοιράζεται εις δύο η ενέργειά των; Εξ ενός ο δούλος της συνηθείας, η εργαζομένη μηχανή, ο ετεροκίνητος τροχός, — εξ άλλου η αμετάβλητος σκέψις, η ακατάβλητος οδύνη, η διηνεκής ανάμνησις; Εξ ενός η θέλησις, εξ άλλου η συνείδησις; Επροσπάθησα να μεταβάλω την σκέψιν, να καταβάλω την οδύνην, να νικήσω την ανάμνησιν, επάλαισαν επί πολύ εντός μου τα αντίθετα στοιχεία, αλλ' η θέλησις δεν ισχύει. Ενίκησεν η συνείδησις!
Δ'.
Ο Γερμανός ιατρός θαυματουργεί. Πανταχού ακούω εξυμνούμενα τα κατορθώματά του. Εθεράπευσε του ενός το χρόνιον και επίμονον νόσημα, έσωσε τον άλλον, καίτοι καταδικασθέντα παρά των λοιπών ιατρών. Οι πάσχοντες προσέρχονται σωρηδόν εις την οικίαν του, οι συνάδελφοί του επιζητούν την αρωγήν του. Αντικείμενον της ομιλίας και του θαυμασμού της Ερμουπόλεως είναι προ ημερών ο Γερμανός!
Τοιαύτα επηύχοντο οι συμμαθηταί και οι καθηγηταί εις εμέ, ότε ανεχώρουν εξ Αμερικής. Τοιούτον μοι επηγγέλλετο το μέλλον ο πρόεδρος της Σχολής, ότε εντός της αιθούσης επέστεφε διά λατινικής προσλαλιάς την απονομήν του διπλώματος, το δε συνωθούμενον πλήθος ανευφήμει τον νέον Έλληνα ιατρόν.
Διατί αναπολώ ταύτα, και προς τι; Δεν είμαι πλέον ιατρός, αφού η επιστήμη μου αντί της σωτηρίας επέφερε τον θάνατον, — τον φόνον. Τούτο επέβαλε τότε η συνείδησίς μου, σήμερον το επιβάλλει και η αμάθεια. Επί δέκα ήδη έτη απέμαθα την μη εξασκουμένην ιατρικήν. Σήμερον είμαι γραφεύς της Αγγλικής γλώσσης και ουδέν άλλο, ουδέν περιπλέον! Ουδείς ενταύθα γνωρίζει ότι ήμην ιατρός, ή και αν το εγνώριζε, το ελησμόνησεν. Αλλ' ούτε μεταμελούμαι διά τούτο. Ούτως έπρεπε να γείνη και ούτως εγένετο. Ήδη τετέλεσται!
E’.
Πρό τινος μία υποψία, ήτις και άλλοτε μ' εβασάνισε, μου πιέζει συχνάκις τον νουν. Αμφιβάλλω τότε περί παντός, περί του παρελθόντος, περί του παρόντος, περί της υπάρξεώς μου αυτής. Σκέπτομαι τότε μη διαφεύγη αληθώς την θέλησίν μου η ενέργεια της διανοίας, μη τα γεννήματά της στηρίζωνται επί της σαλευομένης βάσεως πάσχοντος εγκεφάλου, μη και η λύπη μου αυτή… Διατί σκέπτομαι ταύτα; Διατί αι υποψίαι αύται, αι επιβαρύνουσαι έτι μάλλον το αφόρητον άχθος του βίου; Όχι! Ο πάσχων τας φρένας δεν έχει την συνείδησιν του πάθους του.
Ω! Είθε να ήμην παράφρων!
ΣΤ'.
Την νύκτα ότε άυπνος βλέπω τα αναρίθμητα άστρα ακτινοβολούντα εις την απέραντον γαλήνην του ουρανού, και ακούω υπό τον εξώστην μου τον ήσυχον φλοίσβον της θαλάσσης, διαπερούν ενίοτε την φαντασίαν μου, ως εικόνες αλλεπάλληλοι, αι ολίγαι ευχάριστοι αναμνήσεις της ζωής μου. Ενθυμούμαι τότε τον Αμερικανόν ευεργέτην μου, ενθυμούμαι τον ιερέα της Ευαγγελιστρίας, ενθυμούμαι την Ψαριανήν γειτόνισσάν μου, ενθυμούμαι όσην καλοσύνην απήντησα επί γης. Οι άνθρωποι δεν μου ηρνήθησαν ποτέ την συμπάθειάν των, απ' εναντίας· αλλ' εγώ δεν την θέλω, ούτε ποτέ την εζήτησα. Ίσως εάν την επεζήτουν δεν την απελάμβανα, διότι αποβαίνει φορτική η μακρά δυστυχία, η δε φιλανθρωπία προσφέρει την ελεημοσύνην της συμπαθείας εις δόσεις εφημέρους· δεν υποβάλλεται εις χρόνιον φόρον.
Δεν θέλω ούτε αγάπην, ούτε συμπάθειαν· θέλω να διέλθω άγνωστος και απαρατήρητος εν τω μέσω των ανθρώπων, υποφέρων εν κρυπτώ το βάρος της συμφοράς μου, μέχρις ου έλθη η ποθητή ώρα της απολυτρώσεως, — της αναπαύσεως.
Επεθύμουν να γνωρίσω τον Γερμανόν, να τον ερωτήσω περί των γενομένων ερευνών και προόδων εις την χρήσιν των αναισθητικών, να εξακριβώσω την ατίαν του θανάτου της. Αλλά προς τι; Κατά τι θα ωφελήση τούτο; Το λάθος μου δεν διορθώνεται, η νεκρά μου δεν θ' αναζήση. Διατί να διακοινώσω εις τον ξένον τούτον ό,τι ουδείς γνωρίζει;
Ότε εν τη απελπισία μου έκραξα ότι εγώ την εφόνευσα, παρεξήγουν πάντες τους λόγους μου και ενόμιζον ότι παρεφρόνησα εκ της λύπης! Ας μείνη διά παντός άγνωστον το φρικτόν μυστικόν μου. Μόνος ο ιερεύς της Ευαγγελιστρίας το εγνώριζεν, αλλ' απέθανεν εκείνος. Δεν θα ερωτήσω τον Γερμανόν.
Και όμως ποσάκις έκτοτε εμελέτησα τας αναλογίας και υπελόγισα τα συστατικά του αιθέρος, διά του οποίου την εφόνευσα. Αλλά ταύτα δι' υπολογισμών δεν εξακριβούνται. Ανάγκη πειραμάτων, πειράματα δε ούτ' επεχείρησα ούτ' επιχειρώ πλέον. Πόσα τοιαύτα εδοκίμασα εις Βοστόνην, πόσα εις Τήνον, και εις τι απέληξαν; Ενόμιζα ο μωρός ότι κατέχω το μυστήριον της ακινδύνου αναισθησίας, ότι δι' εμού θ' αντανακλασθή εις την Ελλάδα η δόξα της εφευρέσεως, ότι διά της επιτυχούς χρήσεως του αιθέρος θ' ανακουφίσω εγώ την πάσχουσαν ανθρωπότητα, και τι κατώρθωσα; Εθανάτωσα την γυναίκα μου!
Πώς δεν εκράτησε τότε την χείρα μου αμφιβολία τις; Την έβλεπα αγωνιώσαν, κινδυνεύουσαν να συναποθάνη με το αγέννητον έτι τέκνον της, και την απεκοίμισα διά του αιθέρος. Την απεκοίμισα πεποιθώς ότι θ' αφυπνισθή και θα ίδη ευτυχής και σώα το βρέφος, χάριν του οποίου εκινδύνευεν η ύπαρξίς της. Δεν αφυπνίσθη εκείνη. Εγώ αφυπνίσθην εκ της απατηλής μου ματαιοφροσύνης, ότε την είδα νεκράν ενώπιον μου και νεκρόν το τέκνον μου!
Πόθεν το λάθος μου; Μη έσφαλα εις την δόσιν; Μη υπερείχεν εις την σκευασίαν το οξικόν οξύ; Μη επλανήθην ως προς την κράσιν της, ή επήλθεν αλλοίωσις απρόβλεπτος εις τας σωματικάς ενεργείας;
Ω της εγκληματικής μωρίας μου! Τις εγώ ο νομίσας ότι ήσαν εις την εξουσίαν μου της φύσεως τα μυστήρια; Ότε είδα την ωχρότητα του θανάτου εις το πρόσωπόν της και ήκουσα τους τελευταίους βιαίους παλμούς της καρδίας της, τότε συνησθάνθην την φρίκην του έργου μου και απηλπισμένος έτρεξα και ερρίφθην εις την θάλασσαν. Διατί με έσωσαν; Διατί δεν με αφήκαν να αποθάνω; Τι εκέρδισα ζων;
Η'.
Διατί ήλθεν ο Γερμανός ενταύθα; Διατί παρήτησε την πατρίδα του; Μη ώθησε και τούτον η κακή τύχη να έλθη να ταφή ζων μεταξύ ξένων αγνώστων. Αυτός όμως εξασκεί το έργον του, ενώ εγώ απηρνήθην την επιστήμην. Αλλ' η δυστυχία έχει φάσεις ποικίλας και χείρας πολλάς. Του ενός η συμφορά δεν ομοιάζει προς την του άλλου. Τις οίδε πώς ούτος επλήρωσε τον φόρον του εις την Ειμαρμένην! Τις οίδεν οποίον βάρος φέρει η συνείδησίς του!
Θ'.
Συχνάκις αναπολώ τον πρώτον μετά της μνηστής μου περίπατον. Ο ήλιος είχε δύσει, αλλ' αι ακτίνες του εφώτιζον εισέτι την εξοχήν. Κατεβαίνομεν το βουνόν επιστρέφοντες εις την πόλιν. Εκράτει δέσμην ανθών αγρίων εις την μίαν χείρα, διά της άλλης εστηρίζετο επί της χειρός μου. Η ψυχή μου ήτο πλήρης ευτυχίας! Διηρχόμεθα τον έμπροσθεν του ανεμομύλου αγρόν εις τα πρόθυρα της πόλεως. Ο τροχός του δεν εκινείτο, είχον επιδεθή τα ιστία του. Εις την θύραν της παρακειμένης καλύβης εκάθηντο ο γέρων μυλωνάς και η σύζυγός του. Ο υιός των επότιζε τον περί τον μύλον κήπον, η νύμφη των επί χαμηλού σκαμνίου έρραπτεν εισέτι, κύπτουσα διά να βλέπη, τα δε δύο της τέκνα, οι έγγονοι των δύο γερόντων, έπαιζον εκεί, και αντήχουν οι γέλωτές των. Ήτο σκηνή αληθούς ευτυχίας εκείνη. Εστάθημεν και εβλέπομεν, απολαύοντες μακρόθεν την ηδονήν της γαληνιαίας φαιδρότητάς της. Έθλιψα εν συγκινήσει την χείρα της μνηστής μου. Ω! εψιθύρισα, θα μας αξιώση και ημάς ο Θεός να γηράσωμεν ούτω περικυκλωμένοι;
Εμειδίασεν εκείνη. — Πολύ βιάζεσαι, είπεν. Ας χαρώμεν την νεότητα και ας μη προμελετώμεν το γήρας.
Δεν εχάρημεν την νεότητα, και δεν θα έλθη το γήρας. Δι' εκείνην βεβαίως όχι. Είθε όχι και δι' εμέ!
Ι'.
Βάσις της ευτυχίας η άγνοια του μέλλοντος. Τις θα έχαιρε ποτέ, εάν ηδύνατο να προΐδη ότι η παρούσα χαρά θα μετατραπή εις λύπην; Τις θα ηγάπα, εάν εγνώριζεν οποίους σπαραγμούς μέλλοντας υποκρύπτει η πηγή οπόθεν αναβρύει σήμερον η ευδαιμονία; Τις θα ήλπιζεν, εάν δεν έμενον κρυμμένα τα επερχόμενα δεινά; Ενόσω είναι ο άνθρωπος νέος, το στάδιον του αγνώστου απλούται ευρύτερον ενώπιον της τυφλότητός του, όσον δε πλειότερον απέχει το μέλλον, τόσον μεγαλειτέρα η εκ της αγνοίας του πηγάζουσα ευτυχία!
Αλλ' όταν το δάκτυλον της Ειμαρμένης στηλωθή εις σελίδα υπό της χειρός της ανοιχθείσαν, όταν ο κρύπτων τα μετέπειτα πέπλος σχισθείς αποκαλύψη τας όπισθεν αυτού συμφοράς, τότε διαλύεται η πλάνη, τότε επέρχεται αφύπνισις σκληρά, τα δε όνειρα διαδέχεται η απελπισία.
Το βλέπω εγώ το δάκτυλον της Ειμαρμένης, βλέπω την σκιάν του επί του ανοικτού βιβλίου της ζωής μου. Διά του σχισθέντος πέπλου βλέπω προκεχαραγμένην την τροχιάν μου μέχρι του κρημνού όπου θα καταλήξη!
Αλλ' όχι! Απατώμαι και ματαιοφρονώ. Ουδ' επί τοσούτον δύναμαι να καυχηθώ. Ο άνευ ελπίδος ζων γνωρίζει μόνον τι εστερήθη, γνωρίζει ότι θα διέλθη ημέρας αφωτίστους εκ του φωτός της ευτυχίας, αλλά δεν γνωρίζει ούτε δύναται να προΐδη τι εισέτι κρύπτεται εντός του έμπροσθεν αυτού σκότους.
Αλλ' είναι πλήρες το ποτήριον, δεν χωρεί άλλην πλέον ρανίδα! Και μη απαιτήται αύξησις ποσού διά ν' αυξήση η πικρία της πικρίας του; Μη δεν αυξάνη αφ' εαυτής, καθ' όσον ο χρόνος παρέρχεται;
Ω, το βάρος της ζωής! Ω, η αφόρητος ανία της υπάρξεως!
ΙΑ'·
Επί τέλους! η λύσις παρουσιάζεται αφ' εαυτής! Επέρχεται η ποθητή διέξοδος επί τέλους!
Την νύκτα, ενώ εσύριζεν ο άνεμος περί την σκέπην του εξώστου μου και η θάλασσα εβρόντα κάτωθέν μου, ήκουσα αίφνης ξύλου τριγμόν και ησθάνθην τον εξώστην σεισθέντα υπό την κεφαλήν μου. Το πρώτον μου αίσθημα ήτο αίσθημα τρόμου. Αλλά διήλθεν ο φόβος ως αστραπή, και επλήσθη χαράς η καρδία μου.
Επί τέλους!
Ανέκυψα και εκάθισα βλέπων κάτωθεν μου την αφρίζουσαν θάλασσαν. Έσεισα τον εξώστην. Μόνον η προς την κεφαλήν μου πλευρά του ενέδιδεν υπό την πίεσιν, αλλ' επανήρχετο μετ' ελαστικότητος εις την προτέραν της θέσιν. Επροσπάθησα να καθησυχάσω τα αισθήματά μου και να κατατάξω τας σκέψεις μου. Τι έτριξε; Πώς και διατί;
Δεν κατέβην ποτέ εις τον κρημνόν διά να επεξεργασθώ κάτωθεν τα του εξώστου μου. Εκ των επί των σανίδων του καρφίων φαίνεται ότι στηρίζεται επί δύο πασσάλων κτισμένων εντός του τοίχου, αλλ' ούτε το πάχος ούτε την στερεότητα των πασσάλων δύναται τις άνωθεν να εξακριβώση. Οπωσδήποτε, φανερόν ότι η υπόκρυφος εργασία της φθοράς εγένετο βαθμιαίως και ήδη το ξύλον απέκαμεν. Εχωρίσθησαν αι φθαρείσαι ίνες του, αλλ' όχι καθ' ολοκληρίαν εισέτι. Αλλά και οι δύο πάσσαλοι θα είναι εξ άπαντος της αυτής προελεύσεως και της αυτής στερεότητος. Διατί δεν έτριξεν επίσης και δεν σαλεύει και ο υπό τους πόδας μου; Διότι το βάρος εκεί ολιγώτερον, η δε φθορά κατά συνέπειαν βραδυτέρα.
Αλλ' εάν ο είς μόνος πάσσαλος θραυσθή, ενώ ο άλλος αντέχει εισέτι, ο εξώστης θα κρεμασθή χωρίς διά μιας να καταπέση. Και τότε; τι εκέρδισα; Διά να καταπέση ανάγκη εκ παραλλήλου και ταυτοχρόνως να προβή και των δύο πασσάλων η φθορά. Και τότε; Τότε υπό το βάρος μου θα συντριβή και θα πέση μίαν νύκτα ο εξώστης, και λήγει το μαρτύριον!
Θα μεταβάλω θέσιν επί του εξώστου. Θα τοποθετήσω το προσκέφαλον εκεί όπου μέχρι τούδε ήσαν οι πόδες μου.
Παραβαίνω μήπως την δοθείσαν υπόσχεσιν; Όχι. Δεν πηγαίνω εγώ προς τον θάνατον, αλλ' ιδού ο θάνατος απρόσκλητος έρχεται προς εμέ. — Καλώς να έλθη!
ΙΒ'.
Εβδομάς παρήλθεν ολόκληρος, αντέχει δε στερεώς εισέτι ο άλλος πάσσαλος. Ουδέ τριγμός ουδέ σάλευμα. Θα περιμείνω με υπομονήν, δεν θα επισπεύσω την καταστροφήν. θα έλθη αφ' εαυτής, θα έλθη!
Εδοκίμασα τι θα συμβή οπόταν συντριβή και πέση ο εξώστης. Έρριψα λίθον ογκώδη κατά κάθετον επί του βράχου. Ο λίθος εκυλίσθη πηδών μέχρι της άκρας του κρημνού, εκείθεν κατέπεσε, και ήκουσα κάτωθεν την βοήν της βαθείας θαλάσσης. Έρριψα λιθάριον μικρόν και κατεκρημνίσθη κυλισθέν επίσης. Ουδεμία επί των βράχων εξοχή ικανή να εμποδίση το κύλισμα οιουδήποτε βαρέος σώματος.
ΙΓ'.
Προσοχή, προσοχή! Σήμερον συνέλαβα τον εαυτόν μου αυτοφώρω μονολογούντα, — ίσως και χειρονομούντα.
Ενώ επέστρεφα εις την οικίαν μου, μία γραία εις την καμπήν της οδού εστάθη διά μιας απέναντί μου, ως τρομάξασα, και με παρετήρει. Συνελθών εν ακαρεί, ήκουσα τον ήχον της φωνής μου.
Προσοχή! Εάν προδοθώ, εάν εννοηθούν οι σκοποί μου, ενδέχεται να εμποδισθή η εκτέλεσίς των. Διά τούτο δεν διέκοψα την εργασίαν μου, αλλ' εξακολουθώ επισκεπτόμενος τα γραφεία των πελατών μου ως πρότερον. Αλλ' εάν δεν είμαι κύριος εμαυτού, εάν η φωνή μου εμφαίνη τα διανοήματά μου χωρίς να το θέλω και χωρίς να το γνωρίζω, τότε τι το όφελος των μέτρων μου περί τα λοιπά; Προσοχή μη προδοθώ!
ΙΔ'.
Σήμερον συνήντησα καθ' οδόν τον Γερμανόν ιατρόν μόλις δυνάμενον να σταθή εις τους πόδας του. Ήτο μεθυσμένος ως κτήνος! Ήκουσα και άλλοτε ότι το συνηθίζει, αλλά δεν έτυχε να τον ίδω ποτέ καθώς τον είδα σήμερον. Ήτο ελεεινός!
Εννοώ το κινούν αυτόν ελατήριον. Θέλει ο δυστυχής να πνίξη την φωνήν της συνειδήσεως, θέλει να μη την ακούη.
Υπάρχουν σκέψεις και αναμνήσεις, εις των οποίων, την βάσανον ο άνθρωπος δεν αντέχει. Προσπαθεί να τας διώξη, αλλά δεν ημπορεί να τας εξαλείψη, ούτε να τας διεκφύγη.
Εάν υποβάλη την διάνοιάν του εις αδιάκοπον εργασίαν, μεταξύ του αντικειμένου της μελέτης και των οφθαλμών του παρεισδύεται η εικών, την οποίαν επεθύμει να λησμονήση. Εάν κλείση τους οφθαλμούς, την βλέπει και πάλιν ζωντανήν ενώπιόν του. Εάν επιζητήση την λήθην εις τας περιπετείας βίου πλάνητος, δεν θα την εύρη ούτ' εκεί. Όσω μακράν και αν υπάγη, τον παρακολουθεί αναπόσπαστος η συνείδησίς του και τον συνοδεύει η θλίψις του. Παραδίδεται τότε εις την μέθην, θέλων και προσπαθών ν' αποκτηνωθή. Τινές, ευτυχέστεροι, παραφρονούν.
Θεέ μου, θεέ μου, δεν είναι απλούστερον και προτιμότερον ο θάνατος;
ΙΕ'.
Ο εξώστης είναι εισέτι στερεός υπό την κεφαλήν μου, αλλ' υπό τους πόδας μου τον αισθάνομαι κλονούμενον περισσότερον και ευκολώτερον. Εικάζω ότι ο πάσσαλος εσχίσθη οριζοντίως, αλλ' όχι καθ' όλον το μήκος του, και διά τούτο αντέχει εισέτι. Εσκέφθην όμως ότι, αν καταστραφή αυτός, ο εξώστης θα κρημνισθή και αν έτι διατηρήται στερεός ο άλλος πάσσαλος. Δεν θα καταπέση ίσως επί των βράχων διά μιας, αλλά θα μείνη κρεμάμενος εκ της μιας των πλευρών του, τα δ' επ' αυτού θα πέσουν εξ ανάγκης επί του κρημνού. Αι κιγκλίδες δεν θα εμποδίσουν την πτώσιν του εξώστου. Εξήτασα καλώς τα ξύλα, τα οποία συνδέουν άνωθεν τας κιγκλίδας. Είναι εκατέρωθεν προσηλωμένα επί του τοίχου της οικίας, αλλά τόσον ατέχνως και ασθενώς, ώστε θα ενδώσουν εις την ελαχίστην βίαν ή πίεσιν. Ουδεμία ανάγκη να περιμένω μέχρις ου τρίξη και διαρραγή και ο άλλος πάσσαλος. Θα τοποθετήσω και πάλιν το προσκέφαλον εις την σαλευομένην πλευράν του εξώστου. Ίσως ούτω το τέλος επέλθη ταχύτερον.
ΙΣΤ'.
Η Μοίρα προώρισε το πέλαγος ως τάφον της οικογενείας μου. Ανέκαθεν είχα το προαίσθημα ότι εντός αυτού θα εύρω και εγώ την αιώνιον ανάπαυσιν. Τους άλλους τρώγει το χώμα, τα ιδικά μας οστά καλύπτονται υπό φυκών και οστράκων εις τα βάθη της θαλάσσης.
Εκ της λέμβου του Αμερικανικού πλοίου, εις την οποίαν οι ναύται διά της βίας μας έσπρωξαν την μητέρα μου κ' εμέ, τον είδα κατά την φρικτήν εκείνην νύκτα, τον είδα τον δυστυχή μου πατέρα καλυπτόμενον υπό των υδάτων.
Οι Τούρκοι ελεηλάτουν και έσφαζον εντός της πόλεως, ενώ ημείς εφεύγομεν προς την παραλίαν. Η λέμβος επερίμενε πλήρης ήδη προσφύγων. Μας έσπρωξαν εντός αυτής οι ναύται, την μητέρα μου κ' εμέ, και η λέμβος απεμακρύνθη της ακτής. Ο πατήρ μου ερρίφθη εις την θάλασσαν και μας ηκολούθει κολυμβών. Αλλ' οι Τούρκοι ήσαν ήδη επί της παραλίας με τα ξίφη γυμνά, με τα όπλα απαστράπτοντα υπό το φως της σελήνης. Εκράτουν το φόρεμα της μητρός μου, ορθίας εντός της λέμβου, βωβός εκ του τρόμου, με τα βλέμματα προσηλωμένα προς τον πατέρα μου. Αίφνης είδα τας λάμψεις εκπυρσοκροτήσεων, ήκουσα τουφεκισμούς και είδα τον πατέρα μου υψούντα τας χείρας, και έπειτα… δεν τον είδα πλέον.
Η μήτηρ μου έπεσεν ως νεκρά εντός της λέμβου, και ως νεκράν την μετέφερον οι ναύται επί του πλοίου. Και εγώ εξηκολούθουν κρατών με τας δύο χείρας το φόρεμά της. Αι φιλάνθρωποι φροντίδες των ξένων την επανέφερον εις την ζωήν. Αλλά δεν ήτο ζωή εκείνη! Εφαντάζετο διαρκώς ότι βλέπει τον σύζυγόν της διωκόμενον υπό των Τούρκων, δεν με ανεγνώριζεν, έκλαιε λέγουσα ότι έσφαξαν και το τέκνον της οι Τούρκοι. Εις μάτην κατεφίλουν τας χείρας της, εις μάτην έκραζα:
— Εδώ είμαι μητέρα!
Παρεφρόνησεν, η τάλαινα. Αλλά το μαρτύριον εκείνης δεν ήτο μακρόν ως το ιδικόν μου. Συγχρόνως με του νου εξηντλήθησαν και του σώματός της αι δυνάμεις. Απέθανε! Και εκ του καταστρώματος του πλοίου όπου, αντί ιερέως, ο πλοίαρχος ανέγνωσεν εις ξένην γλώσσαν τας νεκρωσίμους προσευχάς, το λείψανόν της σαβανωθέν εντός ιστίου, με σφαίραν βαρείαν εις τους πόδας, ερρίφθη εις τα βάθη της θαλάσσης.
Ήμην δεκαετής τότε, ήμην εις ηλικίαν ώστε να αισθανθώ ολόκληρον την πικρίαν των τραγικών εκείνων περιπετειών. Έκτοτε ενετυπώθη εις την ψυχήν μου το προαίσθημα ότι τα οστά μου, καθώς τα οστά των γονέων μου, πέπτωται να κυλίωνται εις τα άδυτα του πελάγους, μέχρις ου η κόνις ανέλθη εις το φως του ηλίου αναμιγνυομένη με τους αφρούς των κυμάτων.
ΙΖ'.
Τέσσαρες εβδομάδες συνεπληρώθησαν σήμερον, ο δε εξώστης αντέχει εισέτι. Ανά πάσαν εσπέραν προσδοκώ το τέλος, αλλ' ο ήλιος ανατέλλων μου το αναβάλλει εις την αύριον. Απηύδησα περιμένων. Η κεφαλή μου αλγεί, βομβούν τα ώτα μου, οι οφθαλμοί μου καίουν, αισθάνομαι ότι δεν δύναμαι πλέον επί πολύ να κυβερνώ τον νουν μου. Ελπίζω όμως, ελπίζω ότι προσεγγίζει η καταστροφή. Αι σανίδες του εξώστου τρίζουν και κλονίζονται επί μάλλον και μάλλον.
Ο ουρανός είνε σήμερον ζοφερός, ο άνεμος γίνεται σφοδρότερος, καθ' όσον ο ήλιος καταβαίνει προς την δύσιν του. Εάν μεταβληθή εις τρικυμίαν την νύκτα, ίσως οι πάσσαλοι επί τέλους συντριβώσιν.
Ίσως! Χθες προς το λυκαυγές μία λευκή περιστερά ήλθε κ' εκάθισεν επί των κιγκλίδων του εξώστου άνωθεν της κεφαλής μου, πάλλουσα τας πτέρυγάς της. Εντός του διαλυομένου σκότους, προτού ανατείλη ο ήλιος, την είδα προσηλούσαν εις τους οφθαλμούς μου τους λάμποντας οφθαλμούς της. Το βλέμμα της εξέφραζε θλίψιν άφατον. Εφαντάσθην ότι ήτο η ψυχή της γυναικός μου και έκλαυσα. Ω, προ πόσου καιρού δεν έχυσα δάκρυα! Έκλαυσα και ωμίλησα προς την λευκήν περιστεράν. Είπα της ψυχής μου τον πόνον. Και με ήκουεν η περιστερά και μ' έβλεπε με το θλιβερόν βλέμμα της. Είπα την ελπίδα μου ότι επέρχεται των δεινών μου η παύσις, ότι θα συνενωθώμεν και πάλιν. Και ήνοιξε τας λευκάς της πτέρυγας η περιστερά και απεμακρύνθη προσηλούσα εισέτι επ' εμού το βλέμμα. Μου εδείκνυεν άρά γε τον δρόμον; Ω ψυχή της γυναικός μου, θα σε ακολουθήσω! Έρχομαι!»
Ενταύθα λήγουν αι αυτόγραφοι σημειώσεις του Φιλίππου Μάρθα. Δεν απαιτούνται γνώσεις βαθείαι, ιατρικής, όπως εκ της αναγνώσεώς των εννοήση πας τις ότι ο δυστυχής κατείχετο υπό της μονομανίας της αυτοκτονίας. Εις τα αποσπάσματα ταύτα διαφαίνονται πάντα τα παθολογικά συμπτώματα νοσούσης διανοίας.
Επί ικανάς ημέρας ηρεύνησα εις τα αρχεία της Ερμουπόλεως προς ανεύρεσιν εγγράφου οιουδήποτε αναγομένου εις τον θάνατόν του. Επί τέλους ανεκάλυψα δικαστικήν απόφασιν, διαλαμβάνουσαν ότι μη παρουσιασθέντος συγγενούς τινος διεκδικούντος την κληρονομίαν του, μήτε δανειστού ουδενός, η πενιχρά περιουσία του μετεβιβάζετο εις την κυριότητα του δημοσίου. Επισυνημμένη δε εις την απόφασιν του δικαστηρίου υπήρχεν η σημείωσις της επί δημοπρασίας εκποιήσεως των ολίγων σκευών του, εκκαθαρισάντων, κατά λεπτομερή απογραφήν, δραχμάς πεντήκοντα τρεις και λεπτά τριάκοντα.
Εξ ετέρου εγγράφου, περισωζομένου εις την βιβλιοθήκην Ερμουπόλεως, εξάγεται ότι τα βιβλία του δεν συμπεριλήφθησαν εις την δημοπρασίαν, αλλ' εναπετέθησαν εις την δημοσίαν βιβλιοθήκην. Τα πλείστα είναι Αγγλικά και ύλης ιατρικής, αλλ' υπάρχουν μεταξύ αυτών καί τινες Αγγλικαί εκδόσεις Ελλήνων συγγραφέων. Το όλον της μικράς βιβλιοθήκης του Μάρθα απετελείτο εκ τόμων τεσσαράκοντα περίπου. Εννοείται δε ότι δι' εμέ το κειμήλιον της συλλογής ήτο το ιδιόγραφον σημειωματάριόν του.
Αλλ' εξ αμφοτέρων των εγγράφων τούτων ουδόλως εφωτίσθην ως προς τα καθ' έκαστα της αποβιώσεώς του, παρήτησα δε πάσαν ελπίδα του να ικανοποιήσω την περιέργειάν μου, ότε φυλλολογών, χάριν άλλων μελετών, την εν τη βιβλιοθήκη Ερμουπόλεως συλλογήν της εφημερίδος «Ο Φανός του Αιγαίου», ανεκάλυψα εις το υπ' αριθμόν 319 και υπό ημερομηνίαν της 10ης Σεπτεμβρίου 1847 φύλλον αυτής, μεταξύ των διαφόρων, την εξής παράγραφον:
— «Πλησίον όσων άλλων καταστροφών επέφερεν η φοβερά τρικυμία της προχθεσινής νυκτός, έχομεν δυστυχώς να συγκαταριθμήσωμεν και τον θάνατον του Φιλίππου Μάρθα. Οι γείτονες, μη ιδόντες αυτόν διόλης της ημέρας χθες, επληροφόρησαν την αστυνομίαν ότι κατέπεσεν ο εξώστης της οικίας του, κειμένης παρά την δυτικήν Εκκλησίαν. Διαρρηχθείσης της θύρας, επεκυρώθησαν αι υποψίαι των γειτόνων. Καθ' ας ελάβομεν πληροφορίας, ο Μάρθας εκοιμάτο συνήθως επί του εξώστου, τον οποίον η βία του ανέμου κατέρριψεν επί των κατωφερών βράχων. Ο εξώστης και πάντα τα επ' αυτού κατακυλισθέντα κατεποντίσθησαν εντός της βαθείας εις εκείνο το μέρος θαλάσσης. Ο δυστυχής, πεποιθώς εις την στερεότητα του εξώστου, δεν επρόφθασε να σωθή αφυπνιζόμενος. Η καταστροφή επήλθεν ακαριαίως ως εκ της σφοδρότητος της τρικυμίας. Η εξακολούθησις αυτής δεν επέτρεψεν εισέτι την εκεί έρευναν, αλλ' άνωθεν ουδέν φαίνεται επιπλέον, ούτε πτώμα, ούτε σανίς, ούτε σινδόνη. Ο άνεμος πνέει νοτιοδυτικός, ώστε κατά πάσαν πιθανότητα θα φέρη το λείψανον του πνιγέντος προς τας ακτάς της Τήνου».
ΕΙΣ ΤΟΥ ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΟΥ
Α'.
Είχε σχεδόν κενωθή η τραπεζαρία του ιατρού, όπου οι πελάται επερίμενον την σειράν των. Ήτο η ενδέκατη προ μεσημβρίας, εδέχετο δε καθ' εκάστην από της εννάτης μέχρι της ενδεκάτης και ημισείας. Το πρωί ειργάζετο εις το Νοσοκομείον, μετά μεσημβρίαν δε επεσκέπτετο τους ασθενείς του κατ' οίκον. Η πελατεία του ήτο πολυάριθμος, ουδέ περιωρίζετο μεταξύ των κατοίκων μόνον της πρωτευούσης, καθότι το όνομά του, ως αρίστου οφθαλμιατρού, ήτο γνωστόν και εις τας επαρχίας και εις το εξωτερικόν. Οι ασθενείς συνέρρεον προς αυτόν πανταχόθεν, διό και οι ερχόμενοι προς επίσκεψίν του εφρόντιζον να έλθουν ενωρίς, διά να καταλάβουν όσον ένεστι καλλιτέραν σειράν έκαστος. Σπανιώτατον ήτο να έλθη τις μετά τας ένδεκα. Ώστε και η μαγείρισσα, ήτις από το εις την αυλήν κείμενον μαγειρείον ήνοιγε διά σχοινίου την έξω θύραν και εδείκνυεν εις τους μη ειδότας την είσοδον του οικήματος, — άντικρυ του μαγειρείου, — και την τραπεζαρίαν, — δεξιά της εισόδου, εις το ισόγειον, — έπαυε κατ' εκείνην την ώραν ενασχολουμένη εις τα της υποδοχής των πελατών και επεδίδετο αποκλειστικώς εις την προετοιμασίαν του προγεύματος.
Έμενον εισέπεριμένοντες να ίδουν τ ο ν ι α τ ρ ό ν τρεις πελάται, ή μάλλον ειπείν τέσσαρες:
Μία κυρία κομψή με την μικράν θυγατέρα της, έχουσαν τους οφθαλμούς δεμένους με λευκόν επίδεσμον, — είς κύριος μεσόκοπος φέρων ομματοϋάλια, αλλ' υγιής άλλως τους οφθαλμούς, κατά το φαινόμενον τουλάχιστον, — και είς νέος.
Ο νέος ήτο φοιτητής της φιλολογίας προπαρασκευαζόμενος διά τας εξετάσεις του. Επόνει ο δυστυχής και εκράτει διαρκώς την χείρα επί του αριστερού οφθαλμού του. Ήτο η σειρά του ήδη και επερίμενε μετά προφανούς ανυπομονησίας, όρθιος, προσηλών τον δεξιόν οφθαλμόν εις την θύραν του δωματίου του οφθαλμιατρού.
Ο μεσόκοπος ήτο έπαρχος Θήρας. Επωφελούμενος της εις Αθήνας διαμονής του ήλθε να συμβουλευθή τον ιατρόν, δωρεάν, (διότι τον είχε συμβουλευθή προ ενός ήδη έτους επί πληρωμή,) εάν δεν ήτο καλόν να προμηθευθή δυνατώτερα ομματοϋάλια.
Ο άνθρωπος είχε διάθεσιν να συνάψη ομιλίαν μετά των ευρισκομένων εις την τραπεζαρίαν, διά να παρέλθη ευκολώτερον ούτω η ώρα, αλλ' αι προς τούτο απόπειραί του εναυάγησαν. Ο φοιτητής απεκρίθη πολύ λακωνικώς, ίσως μάλιστα ολίγον αποτόμως, εις την ερώτησίν του εάν πονή κατά συνέπειαν της πολλής μελέτης. Η δε κυρία, προσποιηθείσα ότι δεν ήκουσε φράσιν του εγκωμιαστικήν διά την υπομονήν του κορασίου, εξηκολούθει συνδιαλεγομένη με την μικράν της, αλλά τόσον ησύχως, ώστε μόλις ηκούετο ο ψιθυρισμός των.
Απελπισθείς ο έπαρχος εβύθισε την χείρα εις τον κόλπον του και εκλέξας διά της αφής μεταξύ πολλών και διαφόρων εγγράφων, εξήγαγε την Εφημερίδα της Θήρας, προ ημερών ληφθείσαν, και ήρχισε ν' αναγινώσκη το κύριον άρθρον, μολονότι το εγνώριζε πλέον εκ στήθους, λυπούμενος ότι δεν ηδύνατο να το αναγνώση υψηλή τη φωνή, εις επήκοον του φοιτητού και της κομψής κυρίας.
Ιδού τι έλεγε το άρθρον:
«Ο Κ. έπαρχος ανεχώρησε προχθές δι' Αθήνας. Ευχόμεθα να ίδωμεν αυτόν προσεχώς επανακάμπτοντα, επ' αγαθώ της νήσου. Και όμως μετά λύπης, υπαγορευομένης (το ομολογούμεν) εξ αισθήματος εγωιστικού, αναγράφομεν, κατά δημοσιογραφικόν καθήκον, την επ' εσχάτοις διαδοθείσαν εν τη πρωτευούση φήμην, ότι προσεκλήθη υπό της Κυβερνήσεως όπως διορισθή εις θέσιν υψηλήν, ανταξίαν των μεγάλων αυτού προσόντων.»
Σημειωτέον ότι ταύτα πάντα ήσαν ανακριβή. Πρώτον, ουδεμία περί του επάρχου Θήρας φήμη εκυκλοφόρησέ ποτε εν τη πρωτευούση. Δεύτερον, ο Κ. έπαρχος δεν προσεκλήθη υπό της Κυβερνήσεως, αλλ' απήλθε δυνάμει αδείας μετά κόπου και μόχθου αποκτηθείσης, λόγω δήθεν υγείας. Τρίτον, ουδαμώς επρόκειτο περί προβιβασμού, αλλ' απεναντίας υπήρχε φόβος περί παύσεως, καθόσον ο προστατεύων τον έπαρχον βουλευτής, δυσαρεστηθείς επί τη αρνήσει αιτήσεων τας οποίας το υπουργείον εχαρακτήρισεν ως υπερβολικάς, διεπραγματεύετο τους όρους της μεταστάσεώς του εις τας τάξεις της αντιπολιτεύσεως. Τούτο μαθών ο έπαρχος έδραμεν εις Αθήνας προς εύρεσιν άλλων στηριγμάτων, δυνάμει των σχέσεων της συζύγου του. Ευτυχώς εις το μεταξύ η υπόθεσις συνεβιβάσθη δι' αμοιβαίων παραχωρήσεων, και ο μεν βουλευτής εξηκολούθησε δίδων την ψήφον του εις το υπουργείον, διαμείνας ούτω πιστός εις τας πολιτικάς πεποιθήσεις και εις τα πατριωτικά του αισθήματα, ο δ' έπαρχος καθησυχάσας διά την θέσιν του εφρόντιζε περί του αριθμού των ομματοϋαλίων του, δικαιών ούτω και την άδειαν απουσίας.
Ταύτα εν παρενθέσει. Η δ' εφημερίς ως εξής:
«Χωρίς ν' αδικήσωμεν τον άγνωστον διάδοχόν του, δυνάμεθα να εκφράσωμεν την βαθείαν και ειλικρινή λύπην ημών επί τη επαπειλούμενη απωλεία τοιούτου έπαρχου. Η ελπίς ημών είνε ότι εν τη αγάπη του προς την ημετέραν νήσον, αγάπη τοσάκις εκδηλωθείση, θ' αποποιηθή πάντα προβιβασμόν, όπως εξακολουθήση παρέχων διά της πεφωτισμένης αυτού διοικήσεως ευεργεσίας τη ημετέρα νήσω.»
Και εξηκολούθει το άρθρον ανυψούν διά πολλών δοτικών τον έπαρχον μέχρι τρίτου ουρανού! Εγνώριζεν ούτος τον αρθρογράφον· ήτο εξάδελφος της συζύγου του, διορισθείς διδάσκαλος εις το σχολείον Θήρας, χάρις εις τας ενεργείας του προμνησθέντος βουλευτού. Εγνώριζεν ότι τα γραφόμενά του ούτε τα αισθήματα των Θηραίων πιστώς διηρμήνευον, ούτε την αλήθειαν μόνην και πάσαν έλεγον. Ουχ ήττον ετέρπετο και ηγαλλία βλέπων το όνομά του εξυμνούμενον διά του τύπου, ενώ δε ανεγίνωσκεν, εσκέπτετο διά τίνων μέσων ηδύνατο να κατορθωθή η αναδημοσίευσις του άρθρου, έστω και εν περιλήψει, εις εφημερίδα τινά των Αθηνών, και ανελογίζετο οποίαν εντύπωσιν ήθελε το φύλλον εκείνο της πρωτευούσης προξενήσει εις Θήραν, ιδίως εις τον δείνα και τον τάδε, τους ηγέτας του αντιθέτου εκεί κόμματος.
Β'.
Ανεγίνωσκε λοιπόν, ή μάλλον ειπείν έβλεπε την Εφημερίδα του ο Κ. έπαρχος, ενώ η κομψή κυρία και το θυγάτριόν της εψιθύριζον ερωταποκρίσεις, ο δε φοιτητής, όρθιος, επερίμενε ν' ανοιχθή η θύρα του ιατρού.
Άκρα ησυχία εβασίλευεν εντός της τραπεζαρίας.
Αίφνης ηκούσθη έξωθεν διάλογος οπωσούν ζωηρός. Κατ' αρχάς η συζήτησις εγίνετο εις την αυλήν, παρά το μαγειρείον, και δεν διεκρίνετο καλώς το αντικείμενόν της, αλλά βαθμηδόν τα πρόσωπα του διαλόγου επλησίασαν εις την είσοδον της οικίας. Ηκούοντο δύο φωναί, η της μαγειρίσσης και άλλη γυναικεία φωνή. Η δευτέρα αύτη ήτο η ηπιωτέρα των δύο, ο δε ήχος της ήτο γλυκύς. Έπρεπε να προσέξη τις διά να εννοήση ότι ήτο γραίας γυναικός φωνή.
— Σου λέγω ότι δεν δέχεται σήμερα, έλεγε μετά δριμύτητος η φωνή της μαγειρίσσης.
— Εμένα μου είπαν ότι δέχεται, απεκρίνετο η γλυκεία φωνή.
— Δέχεται το πρωί εις το Νοσοκομείον. Πήγαινε εκεί αύριον να τον ιδής.
— Μου είπαν να τον ιδώ εδώ.
— Τι σου είπαν και σου 'ξείπαν! Άκουσε τι σου λέγω εγώ.
— Δεν μου είπες του λόγου σου τώρα ότι είναι επάνω;
— Μάλιστα, επάνω είναι.
— Τότε λοιπόν θα μας δεχθή. Είναι καλός άνθρωπος ο ιατρός. Μου το είπαν εμένα.
— Πάλιν σου είπαν! Εγώ σου λέγω να 'πας εις το Νοσοκομείον.
— Δεν ηξεύρω πού είναι το Νοσοκομείον. Ήθελα να τον ιδώ εδώ.
— Πώς να σου το 'πώ να καταλάβης, Χριστιανή μου! Εδώ βλέπει όσους πληρώνουν.
— Και ποίος σου είπεν ότι εγώ δεν πληρώνω;
Η απόκρισις έθεσε τέρμα εις τα επιχειρήματα και την αντίστασιν της μαγειρίσσης. Αλλ' η υποχώρησίς της εγένετο υπό διαμαρτύρησιν.
— Αφού δεν θέλεις ν' ακούσης λόγον, είπε, κάμε καλά μαζή του. Να, εκεί είναι.
Ο διάλογος έπαυσεν, ηκούσθησαν δε εις την είσοδον και εις τας ολίγας μαρμαρίνας βαθμίδας, αίτινες έφερον εις το ισόγαιον της οικίας, βηματισμοί βαρείς, μαρτυρούντες την παρουσίαν και ετέρου προσώπου, παρεκτός της κατόχου της γλυκείας φωνής.
Εν τούτοις ο έπαρχος είχε παύσει την ανάγνωσιν και με την εφημερίδα ανοικτήν επί των γονάτων ήκουε την συζήτησιν, ενόσω διήρκει, και τώρα τον βαρύν κρότον των βραδέως πλησιαζόντων βημάτων. Το κοράσιον, ανασηκώσαν τον επί των οφθαλμών του επίδεσμον, ηρώτα μετ' ανησυχίας την μητέρα του: «Τι τρέχει; Ποίος είναι;» ο δε φοιτητής, όρθιος πάντοτε, διακόψας την προσήλωσιν εις την θύραν του δωματίου του ιατρού, έστρεψε τον υγιή οφθαλμόν προς την είσοδον της τραπεζαρίας. Όλοι μετά περιεργείας επερίμενον την εμφάνισιν των ανερχομένων.
Γ'.
Επί τέλους η θύρα ηνοίχθη. Ηνοίχθη και εισήλθεν εις την τραπεζαρίαν γραία χωρική, εξηκοντούτις περίπου, οδηγούσα νησιώτην γεροντότερον έτι.
Η γραία ήτο μικρόσωμος, εφαίνετο δ' έτι μικροτέρα πλησίον του υψηλού γέροντος, του οποίου εκράτει την αριστεράν διά της δεξιάς χειρός της. Εις την δεξιάν του ο γέρων έφερε ράβδον στιβαράν. Ο τρόπος με τον οποίον εψηλάφει διά της ράβδου το έδαφος, κλίνων προς τα οπίσω το στήθος και την κεφαλήν, ωσεί φοβούμενος μη προσκρούση εις αόρατον πρόσκομμα, το άψυχον βλέμμα των ανοικτών οφθαλμών του, τα πάντα εμαρτύρουν ότι ήτο παντελώς τυφλός.
Το φέσι του τυφλού γέροντος και αι βράκαι του είχον χάσει το αρχικόν χρώμα των εκ της χρήσεως και της πολυκαιρίας, αι παρειαί του ήσαν προ ημερών αξύριστοι, εν συνόλω δε το παρουσιαστικόν του εφανέρωνεν ανέχειαν δικαιούσαν την επιμονήν της μαγειρίσσης, θελούσης να τον στείλη εις το Νοσοκομείον. Απεναντίας, εκ της περιβολής της γραίας χωρικής εφαίνετο ότι δεν ήτο απατηλή καύχησις η διαβεβαίωσις, ότι θα πληρώση τον ιατρόν. Τα πένθιμα ενδύματά της ήσαν απλά, αλλά νέα και καλής ποιότητος. Το φόρεμά της ήτο ανοικτόν εις το στήθος, αναμέσον δε του ανοίγματος έλαμπε το λευκόν μεταξωτόν υποκάμισον, εκ του οποίου εξήρχετο ο ρυτιδωμένος λαιμός της. Έφερε μικρόν φέσι μαύρον, μανδήλιον δε του αυτού χρώματος το έσφιγγε περί την κεφαλήν της, και εκατέρωθεν εκρέμαντο επί των κροτάφων δύο μικροί λευκοί βόστρυχοι. Επί των ώμων έφερε σάλι μαύρον, εν είδει παραχωρήσεως εις τους παρεισάκτους νέους συρμούς της Ευρώπης. Επί του όλου εφαίνετο ότι έβαλε τα καλά της διά να παρουσιασθή ενώπιον του ιατρού.
Άμα εισήλθεν εις την τραπεζαρίαν, οδηγούσα τον τυφλόν, έρριψε το βλέμμα περί εαυτήν και εστάθη διστάζουσα. Εις το χωρίον της ο ιατρός δεν είχεν αντιθάλαμον, ούτε επερίμενον οι πελάται την σειράν των. Την ετάραξε δ' έτι μάλλον η σιωπή των περιεστώτων, οι oποίοι την παρετήρουν μετά περιεργείας, χωρίς να φαίνωνται έχοντες ουδεμίαν σχέσιν ο είς προς τον άλλον. Κατ ' αρχάς ενόμισεν ότι ο όρθιος φοιτητής ήτο ο ιατρός, και ητοιμάζετο να προχωρήση προς αυτόν, σύρουσα τον τυφλόν. Αλλ' εσκέφθη ότι είναι πολύ νέος εκείνος δι' ιατρόν και εστράφη προς τον έπαρχον, όστις, με την εφημερίδα επί των γονάτων και τα ομματοϋάλια επί των ρωθώνων, την έβλεπεν ασκαρδαμυκτί με γυμνούς τους οφθαλμούς. Δεν είχεν ουδ' εκείνος ύφος ιατρού καθ' εαυτό, αλλ' όπως δήποτε έπρεπε να λυθή η απορία της.
— Του λόγου σου είσαι ο ιατρός; ηρώτησε με την γλυκείαν φωνήν της.
— Όχι, κυρά μου. Ο ιατρός είνε εις το δωμάτιόν του, εκεί μέσα. θα μας δεχθή κατά σειράν, πρώτον τον κύριον εδώ, έπειτα την κυρίαν με την μικράν της, κατόπιν εμέ, και έπειτα την ευγενείαν σου.
Ο έπαρχος μετά πολλής προθυμίας επωφελήθη της παρουσιασθείσης ευκαιρίας προς συνδιάλεξιν.
— Δεν κάθεσαι; εξηκολούθησε, δεικνύων δύο καθέκλας πλησίον του. Κάθισε και συ και του λόγου του, έως ότου να έλθη η σειρά σας. Θα περιμένετε αρκετήν ώραν.
Η γραία έστρεψεν επιδεξίως τον τυφλόν με τα νώτα προς την καθέκλαν και τον έσπρωξε σιγά σιγά, μέχρις ου ησθάνθη, όπισθέν του το κάθισμα. Άμα εκάθισεν ο γέρων, εστέναξεν εκ βάθους καρδίας·
— Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα σου έλεος!
Η φωνή του ήτο τόσον βροντώδης και θλιβερά συνάμα, ώστε η μικρά εφοβήθη και επλησίασεν όσον ηδύνατο περισσότερον εις την μητέρα της, η οποία επροσπάθει να την πείση να μη ανασηκώνη τον επίδεσμόν της.
— Ησύχασε, εψιθύρισεν, ησύχασε. Δεν είναι τίποτε. Πονεί ο καϋμένος!
Η γραία δεν έδωκε κατά το φαινόμενον προσοχήν εις την εκφώνησιν του τυφλού. Εκάθισε πλησίον του και στραφείσα προς τον έπαρχον του απέτεινε τον λόγον, εκφράζουσα άνευ προοιμίων και άνευ περιφράσεων τα παράπονά της κατά της μαγειρίσσης. Ησθάνετο τόσω μάλλον την ανάγκην του ν' ανακουφισθή εκχύνουσα εις λόγους την αγανάκτησίν της, καθόσον επροσπάθησε να την περιστείλη διαρκούσης της συζητήσεως εις την αυλήν.
— Χαρά 'ςτο! έλεγε. Να μη θέλη να μ' αφήση να έμβω! Δέχεται όσους πληρώνουν, λέγει. Και μήπως εγώ της είπα ότι θέλω να τον ιδώ χάρισμα, τον ιατρόν; Ας έχη δόξαν ο Θεός, δεν έχω την ανάγκην της! Ας είμεθα μικροί άνθρωποι, δεν είμεθα της ελεημοσύνης. Του λόγου της θαρρεί ότι αν δεν φορής φράγκικα και καπελίνι δεν είσαι άνθρωπος! Να 'πάγω, λέγει, 'ς το Νοσοκομείον! Όγεσκε, εδώ θα μας ιδή ο ιατρός και ας τον πληρώσω!
Και λέγουσα ταύτα έθεσε την χείρα εις τον κόλπον διά να ψαύση το αργύριόν της.
Ο έπαρχος ενόμισε την στιγμήν πρόσφορον όπως λάβη κ' εκείνος τον λόγον, αλλ' η γραία δεν τω έδωκε τον αναγκαίον προς τούτο καιρόν.
— Δεν φορούμεν φράγκικα, εξηκολούθησε, και δεν είμεθα πλούσιοι, αλλά κάτι σημαίνομεν και 'μείς 'ς τον τόπον μας. Ας κοπιάση εκεί του λόγου της να μάθη αν είναι της ελεημοσύνης η Κυρά Λοξή……
Δ'.
Διέκοψε την γραίαν η θύρα του ιατρού, η οποία ηνοίχθη τρίζουσα. Όλαι αι κεφαλαί εστράφησαν προς την θύραν, εκ της οποίας εξήλθεν ο πελάτης και μετ' αυτόν ο ιατρός. Ο πελάτης διασχίσας την τραπεζαρίαν ανεχώρησεν, ο δε ιατρός, σταθείς εις το κατώφλιον της θύρας του, είδεν ένα προς ένα τους περιμένοντας και ένευσε προς τον φοιτητήν, όστις εισήλθεν εν βία εις το δωμάτιον.
Η θύρα εκλείσθη και πάλιν.
Η Κυρά Λοξή είχεν εγερθή, άμα είδε την θύραν ανοιχθείσαν. Θέσασα την χείρα εις τα βάθη του κόλπου της απέσυρεν από τας πτυχάς του μεταξωτού υποκαμίσου επιστολήν και την έτεινε προς τον ιατρόν. Αλλ' ιδούσα ότι ο ιατρός δεν επρόσεξεν, εναπέθεσε πάλιν την επιστολήν εις τον κόλπον της και εκάθισεν. Εν τούτοις η επελθούσα διακοπή καθησύχασε την αγανάκτησίν της.
Ο έπαρχος ήνοιξε το ωρολόγιόν του και είδε την ώραν.
— Ελπίζω, είπεν, ότι δεν θα χρονίση και αυτός ωσάν τον άλλον.
— Τον έλεγα με τον νουν μου γεροντότερον, υπέλαβεν η Κυρά Λοξή.
— Ποίον; ηρώτησεν ο έπαρχος.
— Τον ιατρόν.
— Δεν είναι δα και τόσον νέος.
— Ποτέ να μη 'πεθάνη! επανέλαβεν η γραία.
— Άξιος ιατρός, επρόσθεσεν ο έπαρχος. Κάμνει θαύματα!
— Θαύματα αλήθεια! Τόσοι και τόσοι εις το νησί μας του χρεωστούν το φως των! Εδώ εις το ξενοδοχείον μ' εφορτώθηκαν να 'πάγω εις ένα άλλον, αλλά πού ν' ακούσω εγώ!
— Ποίον άλλον;
Η κυρά Λοξή είπε το όνομα του άλλου οφθαλμιατρού.
— Θα συγκριθή εκείνος με τούτον; είπε περιφρονητικώς ο έπαρχος.
— Πού 'ξεύρω εγώ! Μου εδιάβασαν εις την εφημερίδα τυπωμένα τα ευχαριστήρια του ενός και του άλλου οπού τους ιάτρευσε, με ένα σωρόν επαίνους.
— Τας εφημερίδας θα πιστεύσης, κυρά μου! Όλα αυτά είναι πληρωμένα.
Λέγων ταύτα ο έπαρχος είχε προς στιγμήν λησμονήσει την Εφημερίδα της Θήρας. Αλλά διά μιας συνησθάνθη ότι δεν είχε το δικαίωμα να εκφέρη τοιαύτην άδικον κατηγορίαν κατά του τύπου, και ρίψας το βλέμμα εις το ανοικτόν εισέτι επί των γονάτων του φύλλον, το εδίπλωσεν ευλαβώς και το ετοποθέτησεν εις τον κόλπον του.
Εν μέσω της βραχείας σιωπής, η οποία συνώδευσε τας περί τύπου ενδομύχους σκέψεις του επάρχου, αντήχησεν αίφνης εντός της τραπεζαρίας η πένθιμος φωνή του τυφλού·
— Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα σου έλεος!
Η μικρά ετρόμαξε πάλιν, προς άκραν στενοχωρίαν της μητρός της, η οποία επροσπάθησεν εκ νέου να την καθησυχάση, λαβούσα αυτήν επί των γονάτων και ψιθυρίζουσα θωπευτικά λόγια.
Η Κυρά Λοξή δεν είπε τίποτε, αλλά διά νευρικής κινήσεως ανέσυρεν επί των ώμων το σάλι της.
Ο έπαρχος ανύψωσεν επί της μύτης του τα ομματοϋάλια.
— Άνδρας σου είναι; ηρώτησεν.
— Όγεσκε, απεκρίθη η γραία ξηρά ξηρά. Δεν είναι άνδρας μου.
— Περίεργον πράγμα, εξηκολούθησε λέγουσα. Όλος ο κόσμος εδώ μ' ερωτά· «Άνδρας σου είναι; Άνδρας σου είναι;» Έως και η υπηρέτρια κάτω, κοντά εις τάλλα, μου το ηρώτησε και τούτο· «Άνδρας σου είναι;» Εδώ, φαίνεται, άλλο παρά ανδρόγυνα δεν βλέπει κανείς μαζή.
— Με συγχωρείς την αδιακρισίαν μου, κυρά μου. Δεν ήθελα να σε πειράξω με την ερώτησίν μου.
— Δεν μ' επείραξες, κύριε, και δεν το έχω παράπονον ότι μου έκαμες την ερώτησιν. Το έχει ο κόσμος να θέλη να ερωτά, ας είναι και πράγματα οπού δεν τον μέλει.
Μολονότι η κυρά Λοξή εξέθεσε την ιδέαν της αφελώς και χωρίς κακίαν, ο έπαρχος εθεώρησεν ως προσβολήν, τρόπον τινά, το μάθημα το οποίον του εδόθη. Δυσηρεστήθη δε τόσω μάλλον, καθόσον στραφείς προς την κομψήν κυρίαν την είδε μειδιώσαν επιδοκιμαστικώς. Προητοίμαζεν απόκρισιν τοιαύτην ώστε να ζεματίση την γραίαν και να την βάλη εις την θέσιν της, ότε η θύρα του ιατρού ηνοίχθη εκ νέου.
Ε'.
Ο φοιτητής, καλύπτων τον oφθαλμόν διά της χειρός, και με έκφρασιν ανθρώπου υποστάντος καυτηρίασιν, απήλθεν, ενώ η κομψή κυρία, υπείκουσα εις σιωπηλήν πρόσκλησιν του ιατρού, εισήρχετο μετά του κορασίου της εις το δωμάτιόν του.
Ο έπαρχος ελησμόνησε την προσβολήν ή την εσυγχώρησε, καθόσον μάλιστα δεν ήτο παρούσα πλέον η κομψή κυρία. Ανοίξας το ωρολόγιόν του είδε πάλιν την ώραν.
— Τι να έχη άρά γε το παιδάκι της; ηρώτησεν η Κυρά Λοξή.
— Α! ανεφώνησεν ο έπαρχος πλήρης ευχαριστήσεως. Βλέπεις ότι και συ ερωτάς διά πράγματα οπού δεν σε μέλει; Κ ' έπειτα πειράζεσαι και θυμώνεις εάν σ' ερωτήσουν! Εγώ δεν ηρώτησα την κυρίαν τι έχει το παιδάκι της. Δεν την γνωρίζω.
Η γραία ύψωσε την χείρα της εις τα χείλη και περιστρέφουσα χαριέντως τα δάκτυλα περί το στόμα επροσπάθησε να κρύψη το μειδίαμα, το οποίον εφανέρωνον οι γελώντες οφθαλμοί της.
Αντί απολογίας απηύθυνε προς τον έπαρχον δευτέραν και διπλήν μάλιστα ερώτησίν.
— Δεν την γνωρίζεις; Ξένη είναι;
— Ούτε εις τούτο ημπορώ να σε φωτίσω, κυρά μου. Δεν κατοικώ εδώ.
— Και πού κατοικείς;
— Είμαι έπαρχος Θήρας.
Και θέσας, μηχανικώς την χείρα εις το θυλάκιόν του έψαυσε την εφημερίδα. Ευχαρίστως ήθελε διακοινώσει τα περιεχόμενά της εις την γραίαν, αλλ' εσκέφθη ότι η περίστασις δεν ήτο κατάλληλος και απέσυρε την χείρα κενήν.
— Α! Έπαρχος είσαι του λόγου σου, υπέλαβεν η γραία. Και νομάρχης!
— Ευχαριστώ, κυρά μου. Απ' το στόμα σου κ' εις του Θεού ταυτί!
— Και με τι κόμμα είσαι, κύριε έπαρχε;
— Με την Κυβέρνησιν.
— Αι, τότε δεν θα γείνης γρήγορα νομάρχης.
— Πώς τούτο;
— Θα πέση το υπουργείον· δεν είναι πολλά τα ψωμιά του.
— Ανακατώνεσαι εις τα πολιτικά, βλέπω, κυρά Λοξή.
— Αν ημπορής κάμε και αλλέως, Κύριε έπαρχε.
Ο τυφλός διέκοψε την συνδιάλεξιν στενάξας πάλιν εκ βάθους καρδίας·
— Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα σου έλεος!
Ο έπαρχος προσήλωσεν ερωτηματικώς τους οφθαλμούς εις την γραίαν θέσας τον δείκτην επί του μετώπου του και σαλεύσας έπειτα επανειλημμένως την ανοικτήν χείρα. Η χειρονομία εσήμαινεν ευκρινώς·
— Μη δεν είναι εις τα σωστά του;
Η Κυρά Λοξή ένευσεν αρνητικώς την κεφαλήν και έφερε την χείρα πρώτον εις τους οφθαλμούς της. τους οποίους έκλεισεν, έπειτα δε επί της καρδίας.
Ο έπαρχος ενόησεν ότι κατέχει τον γέροντα η λύπη, αφότου απώλεσε την όρασιν.
Ο σιωπηλός ούτος διάλογος συνεφιλίωσεν εντελώς τον έπαρχον και την γραίαν χωρικήν. Εάν διέμενεν έτι υπολανθάνον νέφος τι αναμεταξύ των, κατά συνέπειαν των μικρών ακροβολισμών, οίτινες επηκολούθησαν την ερώτησιν, εάν ήτο άνδρας της ο τυφλός, διελύθη ήδη και τούτο. Η ομιλία επανελήφθη ζωηροτέρα, περιστρεφομένη ιδίως εις τα πολιτικά. Η κυρά Λοξή διηγήθη διά μακρών τας περιπετείας του τελευταίου εκλογικού αγώνος εις την νήσον της, δεν απέκρυψε δε το ενεργόν μέρος το οποίον έλαβεν υπέρ του αποτυχόντος υποψηφίου βουλευτού της αντιπολιτεύσεως, ουδ' απεσιώπησε τας ελπίδας της περί προσεχούς ήττης της υπουργικής μερίδος.
Ο έπαρχος ήρχισε να βαρύνεται, καθόσον μάλιστα ηναγκάζετο ν' ακούη μόνον, μόλις δυνάμενος πού και πού να είπη ένα λόγον και αυτός, διακόπτων την ευγλωττίαν της κυρά-Λοξής. Άλλως δε η προσοχή του ήτο εστραμμένη και εις την θύραν του ιατρού, η οποία επί τέλους ηνοίχθη, εξελθούσης της κομψής κυρίας με το κοράσιόν της.
Ο Έπαρχος ήρπασε τον πίλον του και σπεύσας ηκολούθησε τον ιατρόν εις το δωμάτιόν του διά να τον συμβουλευθή περί του αριθμού των ομματοϋαλίων του.
ΣΤ'.
Η Κυρά Λοξή και ο τυφλός έμειναν μόνοι.
— Ήλθε η αράδα μας, Γιάννη. Τώρα θα μας ιδή ο ιατρός. Ακούς;
Ο τυφλός δεν απεκρίθη. Πρώτην ήδη φοράν τω απηύθυνεν η γραία τον λόγον, αφότου εισήλθον εις του οφθαλμιατρού. Η σιωπηλή μελαγχολία του αομμάτου γέροντος δεν ανταπεκρίνετο εις την ιδικήν της στωμυλίαν. Αληθώς ηδύνατο κάλλιστα εκείνη να ομιλή διά δύο, αλλά προς τούτο ήτο χρεία να έχη αντικρύ της ακροατήν δεικνύοντα ότι την ακούει, είτε διά παρατηρήσεώς τινος ή διακοπής, είτε διά της εκφράσεως τουλάχιστον των οφθαλμών του. Ο γέρων Γιάννης ουδεμίαν των τοιούτων ενθαρρύνσεων παρείχεν. Οι οφθαλμοί του δεν είχον βλέμμα, τα δε χείλη του δυσκόλως ηνοίγοντο.
Και όμως ήθελεν η κυρά Λοξή να τον εξυπνίση ολίγον τον δυστυχή, τώρα μάλιστα ότε επρόκειτο να τον ίδη ο ιατρός.
— Είδες πώς τρέχουν οι άνθρωποι από παντού να τον ιδούν, επανέλαβε. Τόσην ώραν προσμένομεν!.. Μεγάλος ιατρός, αλήθεια! θα σε ιατρεύση κ' εσένα, Γιάννη, πρώτα ο Θεός! Ακούς;
Αντί πάσης απαντήσεως ο γέρων εστέναξεν: Αχ!
— Μη μου αρχίσης πάλιν εκείνο το Ελέησόν με ο Θεός, υπέλαβεν η γραία μετά ζωηρότητος. 'Σ την ψυχήν μου κάθεται! Κ' έπειτα σ' ακούει ο κόσμος και θαρρούν πώς είσαι αλήθεια του ελέους!
— Και δεν είμαι του ελέους; είπεν ο τυφλός μελαγχολικώς.
— Ουφ! Θ' αρχίσης πάλιν τα ίδια και τα ίδια. «Πως μου είσαι βάρος, και κρίμα 'ς τα έξοδα, και του κάκου οι ιατροί, και τούτο κ' εκείνο!» Ό,τι θέλεις λέγε τώρα, αφού το εκατάφερα να σε φέρω εδώ! Μόνον να το 'ξεύρης ότι δεν μου χρεωστείς τίποτε. Σου το είπα και σου το ξαναλέγω. Δεν ήλθα εδώ εξ αιτίας σου. Είχα δουλειάν να έλθω.
— Μάλιστα! Δουλειάν είχες, εψιθύρισεν ο τυφλός.
Η γραία προσεποιήθη ότι δεν ήκουσε την έκφρασιν της δυσπιστίας του.
— Τι μ' επείραζε λοιπόν, να σε πάρω μαζή μου! Ούτε ναύλον επλήρωσα. Δεν ήθελε να πληρωθή ο καραβοκύρης. Το ψωμί που τρώγεις μαζή μου θα λογαριάσης; Μου κάμνεις άδικον να τα λέγης αυτά και να τα συλλογίζεσαι, Γιάννη. Το κάτω κάτω, έχω χρέος εγώ να μη σε παραιτήσω. Έχω χρέος! Και δόξα τω Θεώ, είμαι εις θέσιν να το κάμω, και ούτε αδικώ κανένα κατόπιν μου, αν κάμω όσον ζω την ευχαρίστησίν μου. Και τι ευχαρίστησις μου απέμεινε της πτωχής, παρά να βοηθώ όσον ημπορώ τους άλλους. Άφησέ τα, Γιάννη, αυτά! Να σ' αξιώση ο Θεός να ιδής το φως σου, και τότε θα είμαι με το παραπάνω πληρωμένη, αν σου έκαμα και τίποτε!
— Δεν θα ιδώ το φως μου! εψιθύρισεν ο γέρων.
— Μην απελπίζεσαι, άνθρωπε! Τόσοι και τόσοι ιατρεύθησαν. Να σου τους ονοματίσω πάλιν ένα κ' ένα; Μάτια είχαν κ' εκείνοι, καθώς εσύ. Τα έχασαν και τους τα έδωκε πάλιν ο Θεός.
— Ελέησόν με ο Θεός….
— Σου είπα, Γιάννη, να μη το λέγης αυτό! Λέγε το μέσα σου και ο Θεός τακούει.
— Θέλω να τακούω κ' εγώ. Ξεθυμαίνω.
— Λέγε το λοιπόν να ξεθυμαίνης!
Και ηγέρθη η Κυρά Λοξή μετά τινος ανυπομονησίας.
Ηγέρθη όχι μόνον διότι ησθάνετο την ανάγκην να διασκεδάση δι' ολίγης κινήσεως την μελαγχολίαν, την οποίαν μετέδιδον και εις αυτήν οι αναστεναγμοί του τυφλού, αλλά και διά να περιεργασθή τα έπιπλα της τραπεζαρίας. Ιδίως είλκυσε την προσοχήν της η εικών του ιατρού, και την παρετήρει μετά προσοχής, ότε ηνοίχθη και πάλιν τρίζουσα η θύρα του δωματίου.
Ο έπαρχος εξελθών την εχαιρέτισε φιλικώς, αλλ' η Κυρά Λοξή δεν επρόσεξεν εις τον χαιρετισμόν του. Δραμούσα προς τον τυφλόν της τον έλαβεν εκ της χειρός, τον ανήγειρε και διηυθύνθη μετ' αυτού προς τον ιατρόν, όστις έστεκεν εις το κατώφλιον της θύρας του.
Ζ'.
Κατά την αυτήν εκείνην στιγμήν ήρχισαν να σημαίνουν αι δώδεκα εις την παρακειμένην εκκλησίαν, ταυτοχρόνως δε η μαγείρισσα εισήρχετο διά πλαγίας θύρας εις την τραπεζαρίαν, φέρουσα δίσκον πλήρη πινακίων και ποτηρίων.
— Με κακοφαίνεται, κυρά μου, είπεν ο ιατρός προχωρών προς την γραίαν, αλλά βλέπεις είναι μεσημέρι και έχω να εξέλθω αμέσως μετά το πρόγευμα. Έλα αύριον, σε παρακαλώ· ή, καλλίτερα, έλα πρωί πρωί εις το Νοσοκομείον.
— Τα βλέπεις τώρα, κυρά; υπέλαβεν η μαγείρισσα, ενώ απέθετε τον βαρύν της δίσκον επί της τραπέζης.
Και στρεφομένη προς τον κύριόν της,
— Έβγαλα τον λάρυγγα μου, επρόσθεσε, να της λέγω να 'πάγη 'ς το Νοσοκομείον και δεν ήθελε να με ακούση.
Η Κυρά Λοξή ησθάνθη το αίμα αναβαίνον εις την κεφαλήν της, αλλ' εκρατήθη και, χωρίς να στραφή προς την μαγείρισσαν, απηύθυνε μειλιχίως τον λόγον προς τον ιατρόν:
— Δεν θα κάμης αυτό το άδικον, ιατρέ μου, εις ανθρώπους που έκαμαν τόσον ταξείδι μόνον και μόνον να σε ιδούν. Δεν θα σου πάρη πολλήν ώραν. Να, μόνον να τον ιδής θα καταλάβης τι έχει. Σε παρακαλώ, ιατρέ μου!
Ο ιατρός εφαίνετο μαλαχθείς.
— Παρ' ολίγον να λησμονήσω, εξηκολούθησεν η γραία. Σου έχω γράμμα από τον ιατρόν μας.
Και αφήσασα την χείρα του τυφλού απέσυρεν εκ του μεταξωτού υποκαμίσου την επιστολήν και την έτεινε προς τον ιατρόν.
— Μου είπεν εκείνος, εξηκολούθησε, τι καλός που είσαι, και πώς η χρυσή σου καρδιά βαλσαμώνει με την καλοσύνην της τους αρρώστους, πριν τους ιατρεύση η τέχνη σου.
— Πλάνα, πλάνα! ανέκραξε μειδιών ο ιατρός· και ανοίγων την επιστολήν του συναδέλφου του εστράφη προς το δωμάτιόν του.
Η Κυρά Λοξή σύρουσα τον τυφλόν, έρριψε βλέμμα θριαμβευτικόν επί της μαγειρίσσης, και ηκολούθησεν εις το δωμάτιόν του τον ιατρόν αναγινώσκοντα την επιστολήν.
Ιδού το περιεχόμενόν της:
«Σεβαστέ μου και φίλε καθηγητά.
«Σας συνιστώ ενθέρμως την επιφέρουσαν το παρόν. Η Κυρά Λοξή είναι η καλοσύνη προσωποποιημένη. Ουδείς ευπορώτερός της εις το χωρίον, ίσως δε και καθ' όλην την νήσον αλλά ζώσα γλίσχρως, ως χωρική, καταναλίσκει το εισόδημα της αγαθοεργούσα και υποθάλπουσα τους έχοντας ανάγκην βοηθείας. Γνωρίζει όμως πώς να υπερασπίση τα συμφέροντά της και ούτε επιτρέπει εις ουδένα να καταχρασθή την αγαθότητά της, ούτε χωρατεύει εάν θελήση τις να την πειράξη. Άλλως είναι αυτόχρημα αγία Ελεούσα, καθώς την αποκαλούν οι χωρικοί εδώ. Έμαθα εμπιστευτικώς παρά του συμβολαιογράφου ότι την περιουσίαν της διέθεσε μετά θάνατον υπέρ του σχολείου του χωρίου της!
Αλλ' η κυρά Λοξή δεν σκέπτεται μόνον περί ευεργεσιών, ζώσα τε και μετά θάνατον. Είναι προς τούτοις και μία δύναμις ενταύθα, εξασκούσα επιρροήν ουχί αναξίαν λόγου, ήτις ελπίζω ότι δεν θα μοι είναι άχρηστος κατά τας προσεχείς εκλογάς, όποτε, κατά παρακίνησιν πολλών πολιτικών φίλων μου, προτίθεμαι, με την ευχήν σας, να εκτεθώ.
Πεποιθώς ότι η υμετέρα δεξίωσις θα μου προσπορίση νέα δικαιώματα επί της ευμενείας της αγαθής γραίας, Διατελώ κ. τ. λ.»
Περί του τυφλού ουδέ λέξις! Ο ιατρός δεν έδωκε πολλήν προσοχήν εις την αποσιώπησιν ταύτην. Εκ των περιεχομένων της επιστολής το προξενήσαν εις αυτόν προ πάντων εντύπωσιν, και εντύπωσιν ουδαμώς ευχάριστον, ήτο η πρόθεσις του συναδέλφου του να εκτεθή εις τον βουλευτικόν αγώνα.
— Ω, τον ανόητον! είπε καθ' εαυτόν, ρίπτων την επιστολήν επί της τραπέζης.
Στραφείς δε προς τον τυφλόν τον έλαβεν εκ της χειρός, τον έφερε πλησίον του παραθύρου, και ανοίξας διά των δακτύλων τα βλέφαρά του εξήτασεν επί μίαν στιγμήν προσεκτικώς τους αφωτίστους οφθαλμούς του. Έπειτα βλέπων την γραίαν, ήτις παρηκολούθει ατενώς την εξέτασιν, εκίνησεν οριζοντίως την χείρα ως αν έλεγε: τετέλεσται!
Η γραία έθεσε τον δάκτυλον εις τα χείλη και ήνωσε παρακλητικώς τας δύο χείρας. Ήθελε να κρύψη από τον γέροντα το ανίατον του πάθους του. Ο ιατρός ενόησε την βωβήν παράκλησίν της. Ήτο συνειθισμένος εις το να ενθαρρύνη τους πάσχοντας δι' απατηλών παρηγοριών.
— Προ πόσου καιρού δεν βλέπεις; ηρώτησε τον τυφλόν.
Αντί του ερωτωμένου έλαβεν η κυρά Λοξή τον λόγον.
— Είναι τώρα τρία χρόνια που ήρχισε να ολιγοστεύη το φως του· Έλειπε ο κακόμοιρος 'ς τα ξένα από νέος. Εδούλευε να 'βγάλη το ψωμί του. 'Στά ύστερα όλα του τα κέρδη τα εξώδευσε 'ς τους ιατρούς. Είδε κι' αποείδε, εγύρισε 'ς την πατρίδα εδώ κ' ένας χρόνος. Έβλεπε ακόμη πότε είνε μέρα και πότε νύκτα. Τώρα τρεις μήνες δεν βλέπει τίποτε. Όλα μαύρα, λέγει.
— Μαύρα, μαύρα, υπέλαβεν ο γέρων με την πένθιμον φωνήν του.
Η γραία έθλιψε τα βλέφαρα με τα δάκτυλά της διά να εμποδίση έν δάκρυ έτοιμον να ρεύση.
Ο ιατρός την παρετήρει με βλέμμα πλήρες συμπαθείας.
— Άνδρας σου είναι; ηρώτησεν.
— Όγεσκε, απεκρίθη η γραία. Αλλ' η άρνησίς της δεν εξέφραζεν ούτε την δυσαρέσκειαν ούτε την ανυπομονησίαν, μετά της οποίας προ ολίγου απεκρίθη εις του επάρχου την ερώτησιν.
— Αδελφός σου,; επανέλαβεν ερωτών ο ιατρός.
— Όγεσκε.
— Λοιπόν αγαπητικός σου;
Η Κυρά Λοξή ύψωσε πάλιν την χείρα εις τα χείλη, κρύπτουσα το μειδίαμα με την συνήθη χειρονομίαν της.
— Πατριώτης μου είναι, είπε μετά τινας στιγμάς.
Ο ιατρός την έβλεπε μειδιών.
— Ο άμοιρος, επανέλαβεν η γραία, δεν έχει κανένα συγγενή, κανένα ιδικόν του. Τον γνωρίζω από παιδί. Κ' εγώ που σου μιλώ είμαι ξεκληρισμένη, — έρημη και μόνη. Τώρα κοντεύομεν κ' οι δύο 'ς τα τέλη. Αν έβλεπε αυτός κ' εγώ δεν είχα μάτια, θα μου έδειχνε τον δρόμον 'ς τον τάφον. Εγώ έχω τα μάτια μου ακόμη… Εκατάλαβες.
— Εκατάλαβα ότι είσαι καλή χριστιανή, απεκρίθη ο ιατρός.
Και αποτεινόμενος προς τον τυφλόν·
— Να δοξάζης τον Θεόν, επρόσθεσεν, ότι σου επρομήθευσε την βοήθειάν της.
— Δόξα σοι ο Θεός, εστέναξεν ο γέρων.
— Τι ιατρικόν θα του δώσης, ιατρέ μου; ηρώτησεν η κυρά Λοξή, κλείσασα τον ένα οφθαλμόν διά να υποδείξη προς τίνα σκοπόν η ερώτησις.
— Θα του δώσω κάτι να πλύνη τα 'μάτια του. Αλλά πρέπει και να δουλεύη με τα χέρια του.
— Αυτό του λέγω κ' εγώ, ιατρέ μου! Με τα χέρια σταυρωμένα και τα 'μάτια κλειστά σκουριάζει ο νους του ανθρώπου. Του λέγω να πλέκη καλάθια.
— Σωστά σου λέγει η γερόντισσα και να την ακούης, είπεν ο ιατρός προς τον τυφλόν.
Αλλ' εκείνος έσεισε την κεφαλήν, εν σιωπή. Δεν ηπατάτο ο δυστυχής ως προς το μέλλον. Εγνώριζεν ότι δεν θα ίδη το φως ενόσω εισέτι έμενεν επί της γης!
Ο ιατρός εκάθισε να γράψη την δήθεν συνταγήν, η δε Κυρά Λοξή εν τω μεταξύ απέσυρεν εκ του κόλπου το μανδήλι της, έλυσε την άκραν του και λαβούσα εκείθεν δύο αργυρά πεντόδραχμα τα απέθεσεν αθορύβως επί της τραπέζης, ενώ ο ιατρός της έτεινε την συνταγήν.
— Τι είναι τούτο; ανεφώνησεν ο ιατρός. Πάρε τα οπίσω! Αυτήν την ώραν δεν δέχομαι επισκέψεις, μόνον τους φίλους μου δέχομαι.
Λαβών δε εκ των επί της τραπέζης χρημάτων έν χρυσούν νόμισμα το επρόσθεσεν εις τα δύο πεντόδραχμα, τα οποία επέστρεψεν εις την γραίαν.
— Διά τα καλάθια, εψιθύρισε δεικνύων τον τυφλόν.
— Μόνον αυτό δεν γίνεται, είπεν η Κυρά Λοξή. Όχι μόνον να μη παίρνης αλλά και να δίδης!
Και ηρνήθη αποφασιστικώς την προσφοράν.
— Δεν μου το είπαν ψεύματα, εξηκολούθησεν, ότι είσαι καλός άνθρωπος.
— Συ είσαι καλή! Εγώ δεν επήγαινα και να εξοδευθώ και να θαλασσοπνιγώ δι' ένα πού δεν τον έχω ούτε άνδρα, ούτε αδελφόν, ούτε αγαπητικόν.
— Αι, να σου το 'πώ, ιατρέ μου. Και έκρυψε διά της χειρός το μειδίαμά της. — Δεν είναι ούτε άνδρας μου, ούτε αδελφός, ούτε αγαπητικός μου. Και όμως,.. Πώς να σου το 'πώ; Ένα καιρόν ήτον αγαπητικός μου. Εκατάλαβες; Εξ αιτίας μου, εξενιτεύθηκε όταν με 'πάνδρευσαν. Οι γονείς μου δεν τον ήθελαν. Ήτον πτωχός. Αν μ' ερωτούσαν κ' εμένα τότε, θα τον επροτιμούσα αυτόν που βλέπεις. Ήτον ωραίος νέος και καλός άνθρωπος και πιστός. Πιστός, μου το απέδειξεν. Έμεινεν ελεύθερος. Έφυγε νέος και εγύρισε γέρος και τυφλός. Κ' ενώ έλειπεν, εγώ έθαψα και τον άνδρα μου και όλα μου τα παιδιά. Κ' ευρεθήκαμεν πάλιν, κ' οι δύο δυστυχισμένοι, κοντά ο ένας 'ς τον άλλον. Αλλά τι τα θέλεις, η νεότης έφυγε και δεν μεταγυρίζει. Εκατάλαβες, ιατρέ μου; Τώρα αν είμαι εγώ έρημη και μόνη, αυτός δεν μου πταίει εμένα. Εγώ όμως έχω χρέος να μη τον αφήσω εκείνον αβοήθητον 'ς τα μαύρα και τα σκοτεινά. Εκατάλαβες;
— Μαρία, Μαρία! εφώναξεν ο ιατρός προς την μαγείρισσαν, ανοίγων την θύραν. Βάλε δύο πινάκια ακόμη 'ς το τραπέζι.
Και στρεφόμενος προς την Κυρά Λοξήν·
— Κυρά μου, είπεν, έλα, παρακαλώ, ν' ακούσω την ιστορίαν σου με την ησυχίαν μου εις το πρόγευμα, διότι μου αρέσει.
— Καλέ, πώς γίνεται, ιατρέ μου; 'Σ το τραπέζι σου θα μας καθίσης!
— Γίνεται και καλογίνεται.
Η Κυρά Λοξή επέμενεν αρνούμενη, αλλ' ενθυμηθείσα την μαγείρισσαν δεν ηδυνήθη να ανθέξη εις την ευχαρίστησιν του να την εκδικηθή καθημένη, έστω και επί μίαν στιγμήν, εις την τράπεζαν του κυρίου της, ενώ εκείνη ήθελε να της κλείση την θύραν του.
— Αφού το θέλεις, ιατρέ μου, μόνον ένα ποτήρι κρασί εις υγείαν σου και φεύγομεν.
Και λαβούσα τον τυφλόν εκ της χειρός ηκολούθησε τον ιατρόν εις την τραπεζαρίαν.
— Ελέησόν με ο Θεός… ήρχισεν ο τυφλός.
— Σιωπή Γιάννη! Να μη σακούση ο ιατρός!
Ο Γιάννης εσιώπησεν.
— Ο συνάδελφος μου, έλεγε καθ' εαυτόν ο ιατρός, θα νομίση ότι περιποιούμαι την καλήν αυτήν γραίαν, διά να του προμηθεύσω ψήφους! θέλει να γείνη βουλευτής! Ας γείνη να ιδή την γλύκαν.
— Αχ ιατρέ μου, είπεν η Κυρά Λοξή, ενώ ο ιατρός εγέμιζε τα ποτήρια. Ας ήθελες να γείνης βουλευτής μας! Τον κόσμον θα έκαμνα άνω κάτω να μην αποτύχης!
— Ευχαριστώ, ευχαριστώ. Δεν το έχω σκοπόν. Αντί εμού, λάβε υπό την προστασίαν σου τον συνάδελφόν μου εκεί κάτω, πού το νοστιμεύεται.
Και προσφέρων τα ποτήρια,
— Εις υγείαν σου, Κυρά Λοξή, και… εις του αγαπητικού σου!
— Εις υγείαν σου, ιατρέ μου.
ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ
Α'.
Παρήλθον έτη πολλά έκτοτε. Ήμην νεώτατος, πρώτον δε τότε εταξείδευα μόνος. Μετέβαινα εις Γαλλίαν διά της Ιταλίας. Κατ' εκείνην την εποχήν τα ταξείδια ήσαν δυσκολώτερα, δαπανηρότερα, ταυτοχρόνως δε και βραδύτερα ή την σήμερον. Τα ατμόπλοια δεν διέσχιζον μετά της αυτής ταχύτητος την θάλασσαν, ουδ' ήσαν πολυάριθμα ως τώρα, εστάθμευον δε εις πολλούς λιμένας δίδοντα καιρόν εις τους επιβάτας προς επίσκεψιν των πόλεων οπόθεν διήρχοντο, εάν (εννοείται) είχον διαβατήρια εν τάξει και επετρέπετο η ελευθεροκοινωνία. Αλλ' ούτε σιδηρόδρομοι συνέδεον εισέτι τας πόλεις της Ευρώπης, συντέμνοντες τας αποστάσεις. Διά ξηράς ως και διά θαλάσσης ο περιηγητής μετεφέρετο άνευ βίας, του εδίδετο δε καιρός διά να αναπνεύση, να αναπαυθή και να ικανοποιήση την περιέργειάν του.
Και μετά πόσης περιεργείας περιηγείται τις ότε, νέος έτι, βλέπει κατά πρώτον νέον και άγνωστον κόσμον! Πώς τα πάντα τότε εξεγείρουν τον θαυμασμόν και εξάπτουν την φαντασίαν! Ω, η νεότης! Πόσον καλλύνει τα πάντα, ενόσω διαρκεί, και πόσον ταχέως παρέρχεται!
Μετά εικοσιτεσσάρων ωρών διαμονήν εις Νεάπολιν μετεβαίνομεν εις Σιβιταβέκιαν. Αφού επεσκέφθην όσα πλειότερα ηδυνήθην εκ των αξιοθεάτων της Νεαπόλεως, επέστρεψα εγκαίρως εις το ατμόπλοιον, προτού ανελκυσθή η άγκυρα. Το κατάστρωμα ήτο πλήρες ανθρώπων. Μετά δυσκολίας ηδυνήθην ν' ανεύρω μεταξύ του συνωθουμένου πλήθους τους παραμείναντας εκ των εξ Ελλάδος συνταξειδιωτών μου. Το σημείον της αναχωρήσεως δεν είχεν εισέτι δοθή, ώστε δεν ήτο εύκολον να διακρίνω τίνες εκ των πολλών θα προστεθούν εις τους επιβάτας του ατμοπλοίου, και τίνες ήλθον προς αποχαιρετισμόν των αναχωρούντων. Καθόσον όμως παρήρχετο η ώρα, οι εναγκαλισμοί, οι αποχαιρετισμοί και αι βαθμιαίαι αποχωρήσεις ηραίωσαν την συρροήν εκείνην. Οι πωληταί κοραλίων και κτενίων και καθισμάτων και κοσμημάτων, τακτοποιούντες τα εμπορεύματά των, ήρχισαν ο είς μετά τον άλλον να καταβαίνουν εις τας λέμβους, οι ναύται ετέθησαν εις κίνησιν ανασύροντες σχοινία, κλείοντες τας ανοικτάς αποθήκας, εις δε την γενικήν ταραχήν προσετέθη και ο συριγμός του ατμού, προαναγγέλλων τον προσεχή απόπλουν.
Εν τούτοις, άμα επιστρέψας εις το ατμόπλοιον, εν μέσω της επικρατούσης εισέτι κινήσεως και συγχύσεως, παρετήρησα εις την ησυχωτέραν άκραν της πρύμνης καθημένους τρεις, — δύο γυναίκας και ένα άνδρα, — οίτινες εφαίνοντο καταλαβόντες προ ώρας ικανής την γωνίαν εκείνην του καταστρώματος.
Εκ των δύο γυναικών η μεν, νέα, νεωτάτη, εξηπλωμένη επί μακρού ψαθίνου καθίσματος, με προσκέφαλα υποστηρίζοντα το σώμα και την κεφαλήν της, παρηκολούθει με βλέμμα μελαγχολικόν την επί του πλοίου ζωηρότητα. Η άλλη, προβεβηκυία την ηλικίαν, εκάθητο όπισθεν της νέας επί του γύρω του καταστρώματος ξυλίνου θρανίου. Επί δε σκαμνίου χαμηλού, γέρων έχων ύφος αρχαίου στρατιωτικού, κρατών βιβλίον εις χείρας, αλλά μη αναγινώσκων, επρόσεχε μετά στοργής εις πάσαν της νέας κινήσιν και ενίοτε απηύθυνε προς αυτήν ταπεινή τη φωνή τον λόγον.
Προφανώς ήτο πατήρ συνοδεύων θυγατέρα πάσχουσαν, αντί δε μητρός την περιέθαλπεν η γραία υπηρέτρια της.
Αι εντυπώσεις της νεότητος είνε αληθώς ανεξάλειπτοι. Μορφαί τινες μένουν διά παντός χαραγμέναι εις την μνήμην, — συμβάντα προ ετών πολλών διελιχθέντα ενώπιον των οφθαλμών μας διατηρούνται αείποτε ζώντα εις το βάθος της φαντασίας και αναπηδούν αίφνης εκείθεν απρόκλητα, χωρίς να γνωρίζωμεν το πώς και το διατί. Την νέαν εκείνην μόλις είδα, μόλις ήκουσα την ασθενή φωνήν της, δεν γνωρίζω το όνομά της, αλλ' ούτε καν την πατρίδα της, επί ώρας μόνον τινάς η παρουσία της επεσκίασε την ψυχήν μου, και όμως ποτέ δεν την ελησμόνησα, ούτε ποτέ θα την λησμονήσω!