← Table of contents
Διηγήματα

Front matter (continued 3)

Reading edition

Ήτο ξανθή, πολύ ξανθή. Εφαίνετο εκ πρώτης όψεως ότι ήτο γέννημα της Άρκτου. Εκ των μεταξύ των επιβατών γενομένου μετέπειπα λόγου περί αυτής, εσχημάτισα την ιδέαν ότι ήτο Πολωνίς, αλλ' ουδεμίαν έχω βεβαιότητα περί τούτου. Τα χαρακτηριστικά της ήσαν κανονικά, αλλ' ήτο ισχνή, ωχρά και εξησθενημένη. Οι μεγάλοι γλαυκοί οφθαλμοί της εφαίνοντο μεγαλείτεροι έτι ως εκ της ωχρότητος και της αδυναμίας της, το δε βλέμμα της ανεπαύετο εις ό,τι ητένιζεν, ως απηυδημένον εκ λύπης αφάτου.

Άμα την είδα με συνεκίνησεν η θέα της. Μου ήλθον εις τον νουν όντα αγαπητά, ανεπόλησα την οικογένειαν, την πατρίδα. Η ωχρά εκείνη θελκτική μορφή ημαύρωσε διά μιας την φαιδρότητα των πρώτων εντυπώσεων της ξενιτείας. Το θλιβερόν της βλέμμα επλημμύρησε θλίψεως την ψυχήν μου. Εκάθησα επί του απέναντι θρανίου, παρά την πρύμνην, οπίσω οπίσω, ώστε να μη με παρατηρήση ούτε εκείνη ούτε ο πατήρ της, και δεν έβλεπα ούτε επρόσεχα εις άλλο ουδέν.

Ο ιατρός του ατμοπλοίου διέκοψε την προσήλωσίν μου δι ευθύμου προσαγορεύσεως, ερωτών πώς διεσκέδασα εις Νεάπολιν. Ήτο αγαθώτατος άνθρωπος, αγαπών τους αστεϊσμούς και συντελών διά της ζωηρότητός του εις την επίσπευσιν της μεταξύ των συνεπιβατών του ενάρξεως φιλικών σχέσεων. Με είχε λάβει υπό την προστασίαν του ευθύς εξ αρχής και με μετεχειρίζετο ως αρχαίος οικογενειακός φίλος. Ήτα πεντηκοντούτης περίπου, κατ' εκείνην δε την περίοδον της ζωής μου εθεώρουν τους πεντηκοντούτεις ως γέροντας· αλλ' η ευθυμία του δεν επέβαλεν όσον σέβας προϋπέθετεν η μεταξύ μας διαφορά ηλικίας. Απ' εναντίας είχομεν γίνει εντός ολίγου φίλοι, ως συνομήλικοι.

Ο ιατρός εκάθισε πλησίον μου προς εξακολούθησιν της συνδιαλέξεως και είδε τότε κατά πρώτον τους αντικρύ μου καθημένους ξένους. Η θέα της ασθενούς είλκυσε την προσοχήν του. Την έβλεπεν επί ώραν σιωπών. Η ευτραπελία του διεκόπη.

— Τι πάσχει άρά γε; ηρώτησα.

— Δεν την βλέπεις; Φθισική η δυστυχής!

Και εγερθείς επλησίασε και απέτεινε τον λόγον προς τον γέροντα, μετ' ολίγον δε λαβών σκαμνίον εκάθισεν εκεί και μου απέκρυψε με τα ευρέα νώτα του την κεφαλήν της πασχούσης.

Φθισική! Εγνώριζα τι σημαίνει φθίσις. Ενθυμήθην αμέσως ένα διδάσκαλον του σχολείου μου, νέον ισχνόν, ωχρόν, με κηλίδας ερυθήματος επί των κοίλων παρειών του, μετά κόπου ερχόμενον εις το μάθημα, παραδίδοντα μετά κόπου, και συχνάκις διακοπτόμενον διά να βήξη. Έπειτα ο διδάσκαλος δεν ήρχετο, τα μαθήματα έπαυσαν, εμάθομεν ότι ήτο κλινήρης, και μετ' ολίγας εβδομάδας οι μαθηταί του ηκολουθήσαμεν την κηδείαν του. Δεν είχα εισέτι ίδει άλλο θύμα της φθίσεως, αλλ' εγνώριζα ότι οι φθισικοί αποθνήσκουν, και με τους οφθαλμούς προσηλωμένους εις τα νώτα του ιατρού επανέβλεπα διά της φαντασίας την νεκρώσιμον εκείνην συνοδίαν, και τον διδάσκαλόν μου φερόμενον υπό τεσσάρων εκ των μεγαλειτέρων μαθητών εντός του ανθοσκεπούς νεκροκραββάτου του.

Εντούτοις η άγκυρα ανειλκύσθη, οι τροχοί περιεστράφησαν πλήττοντες παταγωδώς την θάλασσαν και ήρχισε το ατμόπλοιον να κινήται. Ηγέρθην τότε και στηριχθείς επί της όπισθεν του πηδαλίου σπείρας σχοινίων, έβλεπα την ωραίαν πόλιν εκ της οποίας απεμακρυνόμεθα. Η απέραντος έκτασις αιγιαλού, την οποίαν καλύπτει διά των οικιών, των παλατίων και των εκκλησιών της, απήστραπτεν υπό τας ακτίνας του ηλίου, κλίνοντος προς την δύσιν του. Η χλοερά πέριξ ζώνη των καταφύτων λόφων επηύξανε διά της αντιθέσεως του πρασίνου της χρώματος την λαμπρότητα των πυκνών οικοδομών. Δεξιόθεν της πόλεως ο Βεσούβιος, ανυψών αγερώχως τα τραχέα στέρνα, εμαύριζεν άνωθεν του τον κυανούν ουρανόν, επεκτείνων εις νέφος την στήλην των αενάων καπνών του.

Ότε το ατμόπλοιον εξήλθε του λιμένος και ήρχισε να γίνηται επαισθητή η δρόσος της θαλάσσης, η γραία υπηρέτρια επρόσθεσε μετά θωπευτικής φροντίδος σκεπάσματα εις τους πόδας και τα νώτα της εξηπλωμένης νέας. Ο καιρός ήτο ωραίος. Αληθώς προς δυσμάς το ζοφερόν του ορίζοντος δεν εφαίνετο προαναγγέλλον εξακολούθησιν της γαλήνης, αλλ' η απειλή την οποίαν τα νέφη εκείνα υπέκρυπτον ήτο εισέτι μακράν, το δε ατμόπλοιον διέσχιζε θάλασσαν ακύμαντον, μόλις ρυτιδουμένην από την πνοήν ελαφρού αέρος. Μόνοι οι δύο τροχοί, ταράσσοντες τα νερά, εχάρασσον όπισθεν ημών το πέλαγος διά διπλής γραμμής κλιμακωτού αφρού.

Ω! πώς επεθύμουν να πλησιάσω προς την πάσχουσαν, ν' αποτείνω προς αυτήν ολίγας λέξεις συμπαθείας, να σύρω το σκέπασμα επί της άκρας του μικρού ποδός, τον οποίον έβλεπα μακρόθεν ασκεπή, να υψώσω το προσκέφαλόν της ότε έστρεφε το βλέμμα προς την απέχουσαν ήδη ξηράν και προς την κορυφήν του καπνίζοντος ηφαιστείου! Ήτο κενόν πλησίον της το σκαμνίον επί του οποίου εκάθητο προ ολίγου ο ιατρός, αλλά δεν ετόλμων να πλησιάσω.

Η ώρα βαθμηδόν παρήρχετο, ο ήλιος επλησίαζε προς την δύσιν του και ο αήρ εγίνετο δροσερώτερος. Η υπηρέτρια εγερθείσα έκυψε προς την νέαν και εψιθύρισε λέξεις τινάς με ταπεινήν ένδειξιν τρυφερότητος. Εκείνη έστρεψε βραδέως προς την γραίαν τους οφθαλμούς. Δεν ωμίλησε, αλλά το βλέμμα της έλεγεν: Ω, άφες με! θέλω να ίδω ακόμη την θάλασσαν και τον ουρανόν και τον δίσκον του δύοντος ηλίου!

— Αλλ' ο γέρων έθεσε περιπαθώς την χείρα επί της χειρός της και ελάλησε προς αυτήν, και ήτο ικετευτικός της φωνής του ο τόνος.

Η νέα ανέκυψε και επροσπάθησε να εγερθή, αλλά δεν ηδύνατο να κινηθή μόνη. Ο γέρων και η υπηρέτρια την υπεστήριξαν εκατέρωθεν και εβοήθησαν τα βραδέα επί του καταστρώματος βήματά της.

Ενώ ηγείρετο, έπεσεν εκ του φορέματός της απαρατήρητον το χειρόκτιόν της. Α! Διατί δεν το εκράτησα! Έκυψα και το επήρα, προχωρήσας δε το έδωκα εις την υπηρέτριαν. Η ασθενής με είδε και κλίνασα επιχαρίτως την κεφαλήν, με γλυκύ μειδίαμα εις τα κάτωχρα χείλη, επρόφερεν ιταλιστί έν ευγενές Ευχαριστώ, και ήρχισε πάλιν να βήχη.

Ο κόπος με τον οποίον έκαμε τα ολίγα εκείνα βήματα, κρεμαμένη σχεδόν από τον βραχίονα του πατρός της, ο ξηρός και υπόκωφος εκείνος βηξ, εμαρτύρουν, περισσότερον και από την ωχρότητά της, τον βαθμόν της εξασθενήσεώς της. Ήτα προωδευμένη, πολύ προωδευμένη η νόσος. Εις μάτην από την βόρειον πατρίδα των την έφερεν ο δυστυχής πατήρ προς ανάκτησιν ζωής υπό τον ήλιον της μεσημβρίας. Η ζωή κατέλειπε βαθμηδόν το εύχαρι σώμα της. Αλλά διατί ανεχώρουν εκ Νεαπόλεως διευθυνόμενοι προς άρκτον; Μη ο γέρων απελπισθείς ήθελε να επαναφέρη την θυγατέρα εισέτι ζώσαν εις τας αγκάλας μητρός, περιμενούσης εναγωνίως να την επανίδη; Ή μη επεθύμει να ίδη την θυγατέρα του αποθνήσκουσαν εκεί όπου η μήτηρ της απέθανε, και να την ενταφιάση πλησίον της συζύγου του, εις τον τάφον εντός του οποίου ήθελε και αυτός να αναπαυθή;

Β'.

Ο ήλιος επί τέλους έδυσε διασχίζων με τας τελευταίας του ακτίνας τα επί μάλλον και μάλλον πυκνούμενα νέφη, η δε αύρα, ήτις μέχρι προ ολίγου μας εδρόσιζε, μετεβάλλετο ήδη εις πνοάς διακεκομμένας ανέμου βιαίου. Η εσπέρα προσελάμβανεν όψιν αγρίαν. Θα χοροπηδήσωμεν απόψε, έλεγον οι ναύται αναμεταξύ των, επεκύρουν δε την πρόρρησιν αι ποικίλαι επί του πλοίου προετοιμασίαι του πληρώματος, και κάτω εις την αίθουσαν αι των υπηρετών, εξασφαλιζόντων διά σχοινίων τα κινητά σκεύη και έπιπλα.

Έμενα επί του καταστρώματος βλέπων το πυκνούμενον σκότος της νυκτός και την επερχομένην τρικυμίαν. Ο αυξάνων πάταγος των θραυομένων κυμάτων, ο επιτεινόμενος συριγμός του ανέμου, δεν απέσπων τας σκέψεις μου από την άγνωστον νέαν. Πώς είναι άρά γε; Υποφέρει; θα δυνηθή ν' ανθέξη εις τας δονήσεις του σκάφους, όταν ο σάλος του δεινωθή υπό την βίαν της προσεγγιζούσης καταιγίδος;

Οι επιβάται όλοι απεσύρθησαν ο είς μετά τον άλλον εις τους κοιτωνίσκους των. Εκτός των βαρέων υποδημάτων των ναυτών επί των σανίδων του πλοίου, άλλος ανθρώπινος κρότος δεν ηκούετο εν μέσω της βοής του ανέμου και της θαλάσσης. Ήτο ζοφερά η νυξ. Τα νέφη εκάλυψαν ολόκληρον τον ουρανόν. Άστρον δεν εφαίνετο. Μόνος ο φωσφορώδης αφρός των εξηγριωμένων κυμάτων απήστραπτεν εντός του σκότους. Και ηύξανεν η ορμή του ανέμου, το δε πλοίον εσείετο επί μάλλον και μάλλον, και εκυλίετο ένθεν κακείθεν, και επήδα υψούμενον και καταπίπτον.

Στυλωμένος παρά την είσοδον της αιθούσης, προφυλαττόμενος όσω ηδυνάμην από την πνοήν του ανέμου και από τους αφρούς των κυμάτων, ανά πάντα βίαιον του πλοίου κλονισμόν εσκεπτόμην πώς η εξηντλημένη νέα θα δυνηθή διά των ασθενών χειρών να στερεώση το ελαφρόν σώμα εντός της σαλευομένης κλίνης της, εσκεπτόμην πώς θα διέλθη τας μακράς ώρας της αγρίας νυκτός, και ανεμιγνύετο εις τας σκέψεις μου η θλιβερά ανάμνησις της εκφοράς του νεκρού διδασκάλου μου.

Επί τέλους τα κύματα πηδώντα υπεράνω του πλοίου με ηνάγκασαν να καταβώ εις την αίθουσαν. Ο μόνος λύχνος όστις την εφώτιζεν, εκκρεμής αναμέσον των εκατέρωθεν κυλινδουμένων πλευρών του σκάφους, εδείκνυε μέχρι τίνος βαθμού είχε δεινωθή ο σάλος. Αι θύραι των κοιτωνίσκων γύρω ήσαν κλεισταί, γόοι δε και οιμωγαί αντήχουν εκ τινων εξ αυτών. Δεν απεφάσιζα να εισέλθω εις τον ιδικόν μου, ιδών ότι εις Νεάπολιν απέκτησα ως σύνοικον Ιταλόν ευτραφή, μετά του οποίου δεν επεθύμουν να συνάψω γνωριμίαν υπό τοιαύτας περιστάσεις. Εκάθισα επί του κύκλω της τραπέζης θρανίου, εστήριξα τους βραχίονας επί της τραπέζης, επί δε των βραχιόνων την κεφαλήν, και ησθάνθην τον ύπνον καταβαίνοντα εις τα βεβαρημένα βλέφαρά μου.

Δεν γνωρίζω εάν εκοιμώμην ή ήμην έξυπνος, ότε ήκουσα αίφνης την θύραν του αντικρύ μου κοιτωνίσκου ανοιγομένην. Ήγειρα την κεφαλήν. Ο πατήρ της νέας, ανασύρων το όπισθεν της θύρας ερυθρόν παραπέτασμα, πελιδνός, έντρομος, έστρεφε τα βλέμματα προς το δωμάτιον της υπηρεσίας.

— Ημπορώ να σας χρησιμεύσω; ηρώτησα. Τι θέλετε;

— Τον ιατρόν!… Η κόρη μου…

Ανέβην δρομαίος εις το κατάστρωμα. Του ιατρού το δωμάτιον έκειτο πλησίον της μηχανής. Ο άνεμος έπνεε φοβερός, ο αφρός των κυμάτων κατέπιπτεν ως ραγδαία βροχή, μετά κόπου ηδυνήθην να φθάσω μέχρι της θύρας του ιατρού. Την έκρουσα επανειλημμένως, μέχρις ου επί τέλους ηκούσθη η φωνή του.

— Ποίος είναι;

— Μία ασθενής σε ζητεί.

— Α! Γνωρίζω ποία! Έλα μέσα.

Και ήνοιξε την θύραν. Δεν είχεν εκδυθή. Εφόρεσεν εν βία τον επενδύτην του, έλαβεν εκ του γραφείου του κιβώτιον περιέχον φάρμακα και εξήλθομεν του δωματίου. Τον συνώδευσα μέχρι της θύρας του κοιτωνίσκου. Ο γέρων ήνοιξεν άμα μας ήκουσεν, ήρπασεν εκ της χειρός τον ιατρόν, τον έσυρεν εντός του δωματίου και έκλεισε την θύραν.

Εκάθισα εκεί και επερίμενα. Επερίμενα επί ώραν πολλήν. Το σκάφος εκυλίετο αδιακόπως. Έτριζον τα ξύλα του, η θάλασσα εβρόντα θραυομένη επί των πλευρών του, αναμέσον δε της αγρίας βοής ηκούετο ο τακτικός κτύπος της μηχανής, παλαιούσης με τα στοιχεία. Αλλ' ουδέν ήκουα εκ των παρά την πάσχουσαν γινομένων.

— Τι έπαθεν άρά γε; τι έπαθε; Και έσφιγγα εναγωνίως τας χείρας.

Διατί συνεκεντρούτο τόσον εις αυτήν ολόκληρος η ψυχή μου; Διατί μου έπνιγε τον λαιμόν η πλημμύρα της λύπης; Τι κοινόν μεταξύ εκείνης κ' εμού; Διατί τα θολά βλέμματά μου προσηλούντο εις μόνην της ωχράς της μορφής την απούσαν εικόνα;

Ω! πώς ηυχόμην να κοπάση η τρικυμία! Ησθανόμην ότι χάριν της θα έδιδα κατ' εκείνην την στιγμήν το παν διά να επέλθη η γαλήνη. Αλλ' εξηκολούθουν τα κύματα πλήττοντα μανιωδώς το σκάφος και δεν εμετριάζετο ο σάλος.

Και παρήρχετο η ώρα χωρίς να γνωρίζω τι γίνεται όπισθεν του ξυλίνου διαφράγματος, το οποίον με εχώριζεν από την κοίτην της, χωρίς ν' ακούω ουδεμίαν εκείθεν φωνήν, ουδένα ήχον. Ούτε καν τον ασθενή της βήχα ήκουα. Και έτεινα τα ώτα με την ελπίδα ίσως τον ακούσω.

Ήτο γενική η σιωπή εντός της αιθούσης. Ουδέν ηκούετο και εκ των λοιπών γύρω κοιτωνίσκων. Ησύχαζον ή εκοιμώντο οι επιβάται. Μόνον εκεί, αντικρύ μου, εγνώριζα ότι ούτε ησυχία ούτε ύπνος υπάρχει, και όμως βαθεία κ' εκεί σιωπή.

Επί τέλους η θύρα ηνοίχθη. Ηνοίχθη, και είδα την γραίαν υπηρέτριαν, με τα δάκρυα ρέοντα εις τας παρειάς της, ανασύρουσαν το ερυθρόν παραπέτασμα, και τον ιατρόν με τας οφρύς συνεσταλμένας, με το πρόσωπον κατηφές εξερχόμενον του δωματίου.

Δεν απηύθυνα ερώτησίν, δεν επρόφερα λέξιν. Ενόησα ότι επήλθε το τέλος!

— Τι μένεις εδώ; μου είπεν ησύχως ο ιατρός. Έλα μαζή μου. Και με έσυρεν εις το δωμάτιόν του.

Περί μεσημβρίαν ελλιμενίσθημεν εις Σιβιταβέκιαν. Δεν απεβιβάσθην εκεί. Έμεινα εντός του πλοίου.

Προς το εσπέρας ο γέρων κρατών εις την αγκάλην το πτώμα της θυγατρός του, ως μήτηρ φέρουσα βρέφος κοιμώμενον, κατέβη την κλίμακα του ατμοπλοίου. Πέπλος λευκός εκάλυπτε την νεκράν από κεφαλής μέχρι ποδών. Ο γέρων δεν έκλαιεν, αλλ' η έκφρασις του προσώπου του εμαρτύρει άλγος βαθύτερον ή όσα δάκρυα ηδύνατο να χύση. Ο ιατρός και η υπηρέτρια, ησύχως θρηνούσα, τον συνώδευον.

Οι επί του καταστρώματος ολίγοι θεαταί της σπαραξικαρδίου εκφοράς, ηκολουθήσαμεν διά των οφθαλμών την νεκροφόρον λέμβον, μέχρις ου την απέκρυψαν παρά την προκυμαίαν τα άλλα εντός του λιμένος πλοία.

ΔΙΑΤΙ ΕΜΕΙΝΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

Είχα φθάσει την νύκτα εις Κρήτην.

Προ δύο ήδη ετών είχα τελειώσει τας σπουδάς μου εις το Πανεπιστήμιον και προ μηνών τινων είχα αρχίσει την εξάσκησιν του δικηγορικού επαγγέλματος. Είπα ε ξ ά σ κ η σ ιν, αλλά το αληθές είναι ότι η σπάνις πελατών δεν μου παρείχε πολλάς αφορμάς προς επίδειξιν της νομομαθείας μου, η δ' έλλειψις εργασίας δεν συνετέλει εις αύξησιν του μετρίου ανέκαθεν ενθουσιασμού μου διά την νομικήν επιστήμην. Έγεινα νομικός όχι εκ κλίσεως, αλλά κατά καθήκον, χαριζόμενος εις τους γονείς μου. Η κλίσις μου παιδιόθεν ήτο διά το στρατιωτικόν στάδιον· την ανέπτυξε δ' έτι μάλλον μετέπειτα ο σχηματισμός της Πανεπιστημιακής φάλαγγος κατά την μεταπολίτευσιν του 1862, — την ε θ ν ο σ ω τ ή ρ ι ο ν μεταπολίτευσιν, ως την είχον βαπτίσει οι τότε δημαγωγοί μας. Ένεκα της φάλαγγος παρημελήθησαν τα μαθήματα και παρετάθη κατά δύο ολόκληρα έτη η φοίτησίς μου εις το Πανεπιστήμιον· αλλ' όμως εν τω μεταξύ έλαβα την ικανοποίησιν του να προαχθώ μέχρι του βαθμού του ανθυπολοχαγού, η δε στολή μου, την οποίαν ευλαβώς διετήρησα έκτοτε, εκέντα την νεανικήν μου φιλοτιμίαν περισσότερον του δυσκόλως αποκτηθέντος διδακτορικού διπλώματος.

Δεν με παρώρμησε μόνη η στολή μου εις το να μεταβώ όπου ηγωνίζοντο οι αδελφοί μας. Δεν διατείνομαι ότι ήμην απηλλαγμένος πάσης ματαιότητος, αλλ' ελπίζω ότι δεν ήμην χειρότερος των πολλών ομηλίκων μου, όσων τότε ηλέκτρισε τας ψυχάς η εξέγερσις της πολυπαθούς νήσου. Πόσοι, και χωρίς να έχουν προηγούμενα φαλαγγιτικά, έδραμον εκεί, και πόσοι διά του αίματός των εμαρτύρησαν την αγνότητα του ενθουσιασμού των! Οπωσδήποτε, ομολογώ ότι μ' επηρέασεν η συναίσθησις ότι ήμην αξιωματικός. Εφανταζόμην ότι ηδυνάμην, ως τοιούτος, να φανώ χρησιμώτερος. Άλλως ήμην υγιής, άρτιος, εύρωστος· συνηθίσας δε παιδιόθεν να περιφέρωμαι ως κυνηγός εις τα βουνά της Αττικής, ενόμιζα ότι ήμην αρκούντως προητοιμασμένος διά ν' ανθέξω εις τους κόπους του εκεί βουνοπολέμου. Μόνη η προσδοκία της κακοπαθείας των νυκτών με ανησύχει ολίγον, αλλά διά να σκληραγωγηθώ εκ προοιμίων δεν εκοιμήθην εις την κλίνην μου επί τρεις εβδομάδας προ της αναχωρήσεώς μου. Κατεκλινόμην είτε επί των σανίδων του δωματίου, είτε επί των πλακών της υπαίθρου αυλής. Το πράγμα κατ' αρχάς δεν ήτο ευχάριστον, βαθμηδόν όμως συνείθισα και ότε, επί τέλους, επεβιβάσθην εις το μικρόν μεγαλώνυμον ατμόπλοιον, το δοξασθέν κατ' εκείνην την εποχήν «Πανελλήνιον», εθεώρουν εμαυτόν ικανόν προς πάσαν ανδραγαθίαν.

Το ιστορικόν σκάφος μας έφερεν εις τα βάθη σκοτεινής νυκτός εντός ορμίσκου, παρά τα μεσημβρινοδυτικά παράλια της νήσου. Το πρωί, υπό την οδηγίαν των ενόπλων νησιωτών, οι οποίοι μας επερίμενον και μας υπεδέχθησαν αποβιβασθέντας, ανέβημεν εις κώμην κειμένην υψηλά επί του βουνού. Εκεί ευρίσκετο σώμα επαναστατών υπό την αρχηγίαν ακριβώς του οπλαρχηγού, προς τον οποίον έφερα συστατικήν του θείου μου. Ήτο αρχαίος φίλος του ο θείος μου, φαίνεται δε ότι ήσαν ένθερμοι αι υπέρ εμού συστάσεις. Προτού ν' ανοίξη την σφραγισμένην επιστολήν ο καπετάνιος, (αποσιωπώ το πασίγνωστον άλλως όνομά του), έρριψεν επί της στολής μου βλέμμα λοξόν υπό τας δασείας οφρείς του. Δεν είπε λέξιν, αλλ' όμως μ' ετάραξε το βλέμμα εκείνο, — ίσως διότι επεξήγουν την σημασίαν του τα εκφραστικώτερα βλέμματα των περί εμέ οπλιτών. Τα ενδύματά των ουδέν είχον το κοινόν προς την λαμπρότητα της περιβολής μου.

Παρετήρουν τον αρχηγόν ενώ ανεγίνωσκε την επιστολήν.

Κανέν διακριτικόν σημείον δεν τον εξεχώριζεν από τα παλληκάρια του. Ως εκείνοι, εφόρει και αυτός την ζωγραφικήν εγχώριον ενδυμασίαν, ήτις ούτε νέα ήτο, ούτε υπερμέτρως καθαρά, ενώ η στίλβουσα στολή μου….

Εν τούτοις ανεγίνωσκεν ο καπετάνιος την επιστολήν, όλοι δε γύρω ίσταντο σιωπώντες. Η στάσις των αυτή και μόνη και η σιωπή των εμαρτύρουν το σέβας και την υποταγήν των προς τον αρχηγόν. Ήτο μεγαλόσωμος, νευρώδης και εύκαμπτος. Ο λευκός του μύσταξ και αι ρυτίδες του ηλιοκαούς μετώπου του ήσαν ενδείξεις τραναί της προβεβηκυίας ηλικίας του, αλλά το παράστημα και αι κινήσεις του ήσαν ανδρός νέου έτι και ακμαίου. Οι ζωηροί οφθαλμοί του έλαμπον υπό τας ψαράς οφρύς του. Επερίμενα με αίσθημα όχι ανόμοιον φόβου την στιγμήν, ότε ήθελε και πάλιν στυλώσει το βλέμμα του επ' εμού, μετά την ανάγνωσιν της επιστολής.

Την ανέγνωσεν επί τέλους και έστρεψε προς εμέ το βλέμμα, αλλά βλέμμα ήρεμον και φιλικόν, με μειδίαμα εις τα χείλη.

— Καλώς ήλθες, μου είπεν. Ο θείος σου μου γράφει ότι δεν σου λείπει η όρεξις να κακοπεράσης μαζί μας.

Απεκρίθην φράσεις τινάς εκ των τετριμμένων, περί βωμού της πατρίδος, περί τελευταίας σταγόνος του αίματός μου, και τα παρόμοια. Λόγια! λόγια! Αλλά καίτοι φέρων στολήν αξιωματικού, ήμην διδάκτωρ του Πανεπιστημίου, και δικηγόρος μάλιστα — έστω και άνευ πελατών.

Ο αρχηγός με άφησε να τελειώσω το λογύδριόν μου.

— Βαστάς 'ς τα πόδια; με ηρώτησεν, αφού ετελείωσα. Και χωρίς να περιμένη την απάντησίν μου: Όσον διά την στολήν σου, εξηκολούθησε, θα γείνη κουρέλια προτού γυρίσης να ιδής!

Ητοιμαζόμην να είπω ότι προθύμως θα ενδυθώ ως τους άλλους συστρατιώτας κ' εγώ, αλλά δεν επρόφθασα.

— Σε διορίζω υπασπιστήν μου, επρόσθεσεν.

Εχαιρέτισα στρατιωτικώς, ωσάν να εχαιρέτων τον φαλαγγάρχην εις την προ του Πανεπιστημίου πλατείαν. Εχάρην ενδομύχως διά τον διορισμόν μου, εδίσταζα δε κατ' εμαυτόν, εις τι να τον αποδώσω; Εις τον φαλαγγιτικόν βαθμόν μου, ή εις τας συστάσεις του θείου μου;

— Παιδιά, εξηκολούθησεν ο αρχηγός με φωνήν σοβαρωτέραν, πάρετε τον υπασπιστήν να ησυχάση ολίγον, διότι το απόγευμα… Θεός ηξεύρει.

Τα παιδιά με περιεκύκλωσαν φιλοφρόνως και με ωδήγησαν εις καλύβην εκεί πλησίον, όπου με υπεδέχθη μητρικώς γραία χωρική. Ήμην κατάκοπος, δεν είχα κοιμηθή όλην την νύκτα επί του ατμοπλοίου. Αφήκα εντός της καλύβης τον σάκκον και το όπλον μου και εξηπλώθην υπό την σκιάν ελαίας.

Εκοιμώμην βαρέως, ότε ησθάνθην τον βραχίονά μου σειόμενον ελαφρώς. Ήνοιξα τους οφθαλμούς μη ενθυμούμενος πού ευρίσκομαι. Γονατιστός ενώπιόν μου ο Μίρτος, ο μόνος εκ των νησιωτών του οποίου εγνώριζα ήδη το όνομα, εμειδία σείων ακόμη τον βραχίονά μου. Δεν ηξεύρω πώς και διατί εφιλιώθημεν αμέσως και διά μιας μετά του Μίρτου. Αυτός προπορευόμενος των συντρόφων του με είχεν οδηγήσει εις την καλύβην, μου είχε προμηθεύσει λιτόν πρόγευμα, μου είχε δείξει το ομαλώτερον έδαφος υπό την σκιερωτέραν ελαίαν, μου είπε το όνομά του και ερωτήσας έμαθε το ιδικόν μου, εν ολίγοις, μ' έλαβε τρόπον τινά υπό την προστασίαν του. Εφαίνετο εικοσαετής μόλις, ενώ εγώ ήμην κατά πέντε έτη πρεσβύτερος, — ήτο απλούς στρατιώτης, εγώ δε ανθυπολοχαγός και υπασπιστής του αρχηγού, — δεν είχε ποτέ αποδημήσει της νήσου του, ενώ εγώ ηρχόμην εξ Αθηνών και μάλιστα από το Πανεπιστήμιον — αλλ' όμως αντί να τον θεωρήσω ή μεταχειρισθώ ως υποδεέστερον, ειλκύσθην εκ της πρώτης στιγμής προς αυτόν, ως εξ αδελφικού αισθήματος. Μ' εγοήτευσεν η αφέλεια και η αγαθότης του.

— Κύριε Γεωργάκη, μου είπε μειδιών, διαταγή του αρχηγού θα κινήσωμεν τώρα ευθύς.

— Διά πού;

— Δεν μας το είπεν ακόμη.

Ηγέρθην αμέσως και επορεύθημεν προς την καλύβην. Το χωρίον ήτο εις κίνησιν. Αι γυναίκες εις τας θύρας των οικίσκων απεχαιρέτων τα παλληκάρια, βαδίζοντα ατάκτως με το όπλον επ' ώμου. Εντός της ζώνης, μεταξύ των πιστολίων και της μαχαίρας των, έφερον τα ολίγα εφόδιά των. Ενόμισα καλόν να τους μιμηθώ, κατά τούτο τουλάχιστον, και μετά βραχύ μετά του Μίρτου συμβούλιον αφήκα τον σάκκον μου εις τας χείρας της γραίας χωρικής και προμηθευθείς ζώνην εγχώριον την έδεσα περί την στολήν μου και έκρυψα εις τας πτυχάς της, παρά το πολύκροτόν μου, ολίγον καπνόν και τέσσαρα πέντε παξιμάδια. Ο Μίρτος μου έδειξε την διεύθυνσιν προς την συνάθροισιν του σώματος, και ανελήφθη.

Άμα εξελθών του χωρίου είδα τον αρχηγόν. Εκάθητο εις το κατώφλιον της θύρας ενός ανεμομύλου, του μόνου εκεί, αργούντος κατ' εκείνην την ώρα — . Κατά γης πλησίον του εκάθητο νεαρός νησιώτης. Ο άνθρωπος εφαίνετο ότι ήλθε δρομαίος μακρόθεν. Ήτο κατακόκκινος, εκράτει το φέσι του εις την μίαν χείρα και με την άλλην έτριβε την κάθυγρον έτι κόμην του. Προφανώς αυτός έφερε την αγγελίαν, κατά συνέπειαν της οποίας ανεχωρούμεν. Οι ημίσεις περίπου του σώματος είχον κινήσει προπορευόμενοι, οι λοιποί επερίμενον τας διαταγάς του αρχηγού περί τον μύλον. Επλησίαζα, ότε ο αρχηγός ηγέρθη. Ηγέρθη και ο άλλος, η δε στάσις του εμαρτύρει ότι ήτο έτοιμος να διανύση και πάλιν όσον δρόμον διέτρεξεν ήδη ερχόμενος προς ημάς.

— Μας έφερες τύχην, είπεν ο αρχηγός αποτεινόμενος προς εμέ. Ακόμη δεν ήλθες και θα ιδής να πέση τουφέκι.

— Ιδική μου η τύχη, αρχηγέ, απεκρίθην.

— Αυτό θα φανή, αν είναι. Εμπρός λοιπόν! Υπασπιστά, να μείνης οπισθοφυλακή.

Εχαιρέτησα στρατιωτικώς και πάλιν, απορών ολίγον διατί ετασσόμην οπίσω, και με το ξίφος γυμνόν έμεινα παρά τον μύλον, ενώ διέβαινον έμπροσθέν μου οι στρατιώται, ακολουθούντες τον αρχηγόν. Τους εμέτρησα, ήσαν εξήκοντα. Άλλοι τόσοι περίπου ήσαν οι προπορευθέντες.

Αλλ' ο Μίρτος δεν ήτο μεταξύ των εξήκοντα. Επερίμενα να τον ίδω ερχόμενον, αλλά δεν εφαίνετο και είχον ήδη διέλθει όλοι οι οπλίται. Ήμην όρθιος παραπλεύρως του μύλου. Απέναντί μου, εις μικράν απόστασιν, ήσαν δύο οικίσκοι, οι τελευταίοι του χωρίου. Ενθυμούμαι, — του ενός εξ αυτών η θύρα και τα παράθυρα ήσαν κλειστά· εις το κατώφλιον της ανοικτής θύρας του άλλου εκάθητο χωρικός υπέργηρως, με κατάλευκον γενειάδα. Εφαίνετο τυφλός…. Μεταξύ των οικίσκων υπήρχε διάστημα κενόν, διά του οποίου εφαίνετο όπισθεν πυκνός ελαιών. Έξαφνα, εις τα βάθη εκεί, αναμέσον των δένδρων είδα προχωρούσας βραδέως δύο μορφάς συνεσφιγμένας. Ανεγνώρισα μακρόθεν του Μίρτου το ανάστημα. Έφερε το όπλον εις την αριστεράν χείρα, και διά του δεξιού βραχίονος εκράτει ενηγκαλισμένην γυναίκα στηρίζουσαν την κεφαλήν επί του ώμου του. Έστρεφε προς την σύντροφόν του το κεκλιμένον πρόσωπον, ώστε δεν ηδύνατο να με ίδη. Αλλ' εφαίνοντο τόσον προσηλωμένοι αμοιβαίως, ώστε και αν εστρέφοντο προς εμέ, δεν θα μ' έβλεπον ίσως. Όπισθεν ενός κορμού εστάθησαν και οι δύο. Ω! εκεί αντηλλάσσετο μυστικώς ο μακρός, γλυκύς, — γλυκύς και πικρός ασπασμός του αποχωρισμού. Επί τέλους αι δύο μορφαί προέβαλον πέραν του κορμού. Είς έτι ασπασμός, και η νέα φέρουσα την ποδιάν επί των οφθαλμών της εκρύβη και πάλιν όπισθεν του κορμού. Ο Μίρτος κατήλθε προς εμέ, τρέχων αναμέσον των δύο οικίσκων.

Ενόησεν άρά γε ο Μίρτος ότι είχα ίδει τον αποχαιρετισμόν των; Το πρόσωπόν του εξέφραζε την συγκίνησίν η οποία τον κατείχε. Δεν είπε λέξιν. Αλλά κ' εγώ ούτε διά νεύματος οιουδήποτε ούτε δ' υπαινιγμού υπέδειξα ότι είχα ανακαλύψει το μυστικόν του. Τι ιερώτερον του πρώτου αγνού νεανικού έρωτος! Ενώ έβλεπα τους δύο εκείνους υπό την σκιάν των δένδρων, η ψυχή μου ανέτρεχεν οπίσω εις άλλην σκηνήν παρομοίαν. Ανεπόλουν τους πρώτους παλμούς της καρδίας μου. Και οι δύο δεν είχομεν κατ' εκείνην την στιγμην όρεξιν δι' ομιλίας Ηκολουθήσαμεν σιωπώντες τους τελευταίους στρατιώτας της οπισθοφυλακής.

Ήτο ημέρα ωραία. Ο δοοσερός άνεμος εμετρίαζεν εκεί, επί των υψωμάτων, την θέρμην του θερινού ηλίου. Κατ' αρχάς η ατραπός ηκολούθει την οφρύν βουνού κατωφερούς, απολήγοντος καθέτως προς την θάλασσαν. Πεύκα πυκνά εκατέρωθεν, αναδίδοντα το υγιεινόν άρωμά των, εψιθύριζον υπό την πνοήν του ανέμου. Τα πεύκα βαθμηδόν αραιούμενα έπαυσαν ολοτελώς μετά τινα ώραν και η ατραπός, στρέφουσα προς τα δεξιά, παρηκολούθει εκείθεν την παραλίαν επί βράχων γυμνών. Οι βράχοι ήσαν τόσον απόκρημνοι και εις τόσον ύψος υπεράνω της θαλάσσης, ώστε η προσοχή μου ολόκληρος συνεκεντρούτο εις το πώς να μη ολισθήσω και κατακρημνισθώ. Μου αφήρει η τοιαύτη προσοχή και την τέρψιν της ωραίας εκείθεν θέας. Ήτο δε πράγματι ωραία η θέα επί της απεράντου θαλάσσης εξ ενός, και εξ άλλου επί των βουνών των περικλειόντων την στενήν κοιλάδα, προς την οποίαν κατεβαίνομεν.

Ο Μίρτος εβάδιζε πλησίον μου. Η σιωπή μας είχε λυθή επί τέλους, αλλ' η συνδιάλεξις δεν διεξήγετο μετά πολλής ζωηρότητος εκατέρωθεν· άλλως δεν ήτο και εύκολος ως εκ της φύσεως αυτής του εδάφους. Περιωρίζετο κυρίως εις ερωταποκρίσεις περί των μερών τα οποία διηρχόμεθα, και περί επεισοδίων πολεμικών συνεχομένων μετ' αυτών. Περί αναμνήσεων τρυφερών και αποχαιρετισμών ερωτικών ούτε λόγος.

Εις νέαν καμπήν της ατραπού η κατάβασις έγεινεν αποτομωτέρα και ο Μίρτος μου έδειξε κάτω, παρά τον αιγιαλόν, μικρόν ερημοκκλήσιον λευκάζον αναμέσον των δένδρων, μου ανήγγειλε δε ότι υπό την σκιάν των δένδρων εκείνων θα εύρωμεν πηγήν δροσεράν. Άγγελμα ευφρόσυνον και χαροποιόν! Εδίψων φοβερά! Το παστόν χοιρινόν κρέας, το οποίον είχα φάγει το πρωί εις την καλύβην, και τα παξιμάδια μου τα καταβροχθισθέντα καθ' οδόν, ήσαν αυτά καθ' εαυτά ικανά προς ανάπτυξιν δίψης, μου την εξηρέθισαν δ' έτι μάλλον ο μακρός δρόμος και ο ήλιος, όστις δεν είχεν εισέτι κρυβή όπισθεν των απέναντι βουνών. Αντείχα εισέτι εις τον κάματον, αλλ' η δίψα μ' εβασάνιζεν. Ενόμιζα ότι θα την διασκεδάσω καπνίζων, αλλά δεν αντικαθιστά ο καπνός το νερόν. Με ηύφρανεν η προσδοκία ότι θα δροσισθώ κάτω εκεί υπό τα δένδρα, προς τα οποία επλησιάζομεν. Άνωθεν έβλεπα ολόκληρον το σώμα μας καταβαίνον οφιοειδώς προς τον αιγιαλόν. Οι πρώτοι των προπορευομένων προσήγγιζον εις την στενήν επίπεδον κοιλάδα. Ολίγα έτι λεπτά και θα είμεθα και ημείς υπό την σκιάν των δένδρων. Η πηγή δεν ήτο φόβος να στειρεύση, ο Μίρτος με καθησύχασεν ως προς τούτο· έτρεχεν αφθόνως και διαρκώς. Απέλαυα εκ των προτέρων την προσδοκωμένην τέρψιν της αναψυχής κάτω εκεί, παρά την πηγήν, υπό την σκιάν των δένδρων.

Αίφνης εκ της ρίζης του απέναντι καταφύτου βουνού τρεις άνδρες εφάνησαν τρέχοντες προς ημάς διά της κοιλάδος. Εκίνουν τας χείρας και εφώναζον. Ήκουα τας φωνάς των, αλλά δεν διέκρινα τι λέγουν. Οι πρώτοι εκ του σώματός μας έτρεξαν προς συνάντησίν των. Ολόκληρος η μακρά μας στήλη επέσπευσε το βήμα διά των ελιγμών της κρημνώδους ατραπού, και εβάδιζα σπεύδων κ' εγώ — τελευταίος μετά του Μίρτου.

— Τι συμβαίνει; τον ηρώτησα.

— Κάτι τρέχει, απεκρίθη λακωνικώς.

Το έβλεπα κ' εγώ ότι κάτι τρέχει, αλλά τι; Δεν ήτο καιρός επεξηγήσεων, ενώ εβαδίζομεν τροχάδην πηδώντες επί των βράχων, άλλως δε ήτο πρόδηλον ότι δεν εκέρδιζα πολύ ερωτών προτού φθάσωμεν και ημείς εις την εκκλησίαν. Αλλά πριν ή έτι φθάσωμεν είδα τους προ ημών αφιχθέντας εις κίνησιν πάλιν. Η εμπροσθοφυλακή ανέβαινεν ήδη προς το απέναντι βουνόν και ανέβαινε μετά βίας. Η πρώτη μου σκέψις ήτο ότι δεν έλαβον εκείνοι καιρόν ν' αναπνεύσουν. Μη πάθωμεν το αυτό και ημείς; Και τότε; Ούτε αναψυχή, ούτε ανάπαυσις, ούτε νερόν εκ της πηγής! Και εδίψων, ω! πώς εδίψων!

Ότε και ημείς τελευταίοι εφθάσαμεν τρέχοντες υπό τα δένδρα, ο αρχηγός ορθός έμπροσθεν της πύλης της εκκλησίας συνωμίλει μυστικώς με τους τρεις νεοελθόντας. Εκ των χειρονομιών του εφαίνετο ότι τους ωδήγει πόθεν και πώς και πού να διευθυνθούν. Οι τρεις (άνευ στρατιωτικών χαιρετισμών) ανεχώρησαν δρομαίοι διά του μέσου της κοιλάδος, ενώ η εμπροσθοφυλακή μας ανέβαινε το βουνόν παραλλήλως προς την παραλίαν. Το τι τρέχει δεν ηδυνήθην και τότε να το εννοήσω.

Ο καπετάνιος εστράφη προς ημάς.

— Παιδιά, εφώναξε διά φωνής βροντώδους, ενώ οι στρατιώται προχωρούντες συνεσφίγγοντο περί αυτόν ημικυκλικώς. Παιδιά, αν δεν τρέξωμεν, θα μας πιάση ο εχθρός τα στενά. Εμπρός, παιδιά! θα ξεδιψάσετε 'ς το ποτάμι εκεί. Εμπρός!

Και εξεκίνησεν αμέσως. Τον ηκολουθήσαμεν ρυθμίζοντες το βήμα κατά το ιδικόν του. Δεν εγνώριζα περί τίνων στενών πρόκειται. Αλλ' ο καπετάνιος απετείνετο προς τους νησιώτας του, οι οποίοι δεν είχον ανάγκην επεξηγήσεων διά να τον εννοήσουν. Έν μόνον εγώ επρόφθασα να εννοήσω, ότι θα εύρωμεν εκεί ποταμόν. Εκ δε της ταχύτητος της πορείας υπέθεσα ότι η υπόσχεσις του αρχηγού θα εκπληρωθή εντός ολίγου, μετά δρόμον όχι μακρόν. Εμπρός λοιπόν κ' εγώ! Έστρεψα ολίγον τα βλέμματα αριστερά και δεξιά, διά να ίδω τουλάχιστον την πηγήν όπου ήλπιζον να δροσισθώ, αλλά δεν την είδα. Έκειτο, φαίνεται, όπισθεν της εκκλησίας. Υπομονή! Θ' αποζημιωθώ εις το ποτάμι μετ' ολίγον. Εμπρός!

Το τι σημαίνει η λέξις κούρασις, το ησθάνθην, καθ' όλην του πράγματος την έκτασιν, κατά την ανάβασιν του βουνού εκείνου. Οι άλλοι, εβάδιζον ό λ ο ι ακμαίοι, ωσάν να είχε τότε μόνον αρχίσει η πορεία. Ήρκει να υψώσω την κεφαλήν διά να τους ίδω αναβαίνοντας, ελαφρούς όλους και ζωηρούς. Και χωρίς να υψώσω την κεφαλήν, έβλεπα τανυομένας τας ευρώστους κνήμας των αμέσως προ εμού βαδιζόντων. Ετάνυα κ' εγώ τας ιδικάς μου, αλλά το βουνόν μου εφαίνετο ατελείωτον. Μ' εκέντα προς τα εμπρός αίσθημα φιλοτιμίας. Μου ήρχετο πού και πού εις τον νουν η σκέψις: μη ο αρχηγός μ' έταξεν εις την οπισθοφυλακήν, προνοήσας ότι δεν θα δυνηθώ ν' ανθέξω εις τον κόπον της πορείας; Αλλά πώς να μείνω οπίσω, ενώ οι άλλοι πήγαινον εμπρός; ησχυνόμην να φανώ ασθενέστερός των. Ο Μίρτος μόνος ευρίσκετο όπισθέν μου. Δεν εφαίνετο κουρασμένος εκείνος, αλλ' έμενε πάντοτε τελευταίος. Μη μου τον έταξε και αυτόν ο καπετάνιος επίτηδες ως επίκουρον, — υπάσπιστήν του υπασπιστού!

Καθόσον ανέβαινα, ησθανόμην τας δυνάμεις μου εκλειπούσας. Μετά την κακοπάθειαν της νυκτός είχα ήδη περιπατήσει επί τέσσαρας ώρας. Είναι αληθές ότι μέχρι της εκκλησίας κατεβαίνομεν, αλλά μη και ο κατήφορος δεν καταπονή τας κνήμας; Δεν είχα φάγει τίποτε θρεπτικόν δι' όλης της ημέρας, δεν είχα πίει· — τούτο προ πάντων ήτο το δεινόν, — δεν είχα πίει! Μου έκαιεν ο λάρυγξ, η γλώσσα μου ήτο ξηρά, και με περιέρρεεν ο ιδρώς, και εβάδιζα ασθμαίνων, και εκυρίευε την ψυχήν μου η επιθυμία να φθάσωμεν εις το τέρμα του δρόμου. Εφανταζόμην ότι εκ της κορυφής η κατάβασις εις τον ποταμόν θα ήτο ταχεία και εύκολος και ήλπιζα ότι τέρμα της πορείας θα ήτο η όχθη του ποταμού εκείνου. Αλλ' η κορυφή δεν εφαίνετο. Ελησμόνουν κατά την ώραν εκείνην και επανάστασιν και εχθρούς και βωμόν της πατρίδος, δεν με έμελεν ούτε διά τον Μίρτον, ούτε διά τους έρωτάς του! Έν μόνον εσκεπτόμην: πότε θα εύρω υπό τους πόδας μου έδαφος ομαλόν και πότε θα ίδω εκ της κορυφής τον ποταμόν, όπου ο αρχηγός μας υπεσχέθη ότι θα ξεδιψάσωμεν.

Επί τέλους εφθάσαμεν εις την κορυφήν.

Δεν είχεν εισέτι παύσει η ανάβασις, ότε αντήχησαν δύο τρεις τουφεκισμοί πλησίον εκεί, και φωναί συγχρόνως άγριαι, και πάλιν τουφεκισμοί πυκνότεροι και κραυγαί, — ταυτοχρόνως δε, αλλ' εξ αποστάσεως μεγαλειτέρας, άλλαι φωναί και άλλοι τουφεκισμοί.

— Πόλεμος, πόλεμος, ανέκραξεν ο Μίρτος, και ταχύνας το βήμα έτρεξε προ εμού.

Τον ηκολούθησα τρέχων κ' εγώ.

Πρώτην τότε φοράν ήκουα πυροβολισμούς εις μάχην. Εγνώριζα ότι οι πολεμισταί μας, καθώς οι ήρωες του Ομήρου, αντήλλασσον ύβρεις προτού έλθουν εις χείρας, αλλά δεν εφανταζόμην πόσον αι τοιαύται βροντώδεις προκλήσεις εξάπτουν τα πάθη και ανάπτουν το αίμα. Με κατέλαβε κ' εμέ ο ενθουσιασμός, ο κατέχων τους εκεί μαχομένους. Ελησμόνησα διά μιας τον κάματόν μου και έτρεχα κ' εγώ ανά μέσον των πεύκων, τα οποία μ' εμπόδιζον να ίδω πόθεν έπιπτον οι τουφεκισμοί, και εκραύγαζα κ' εγώ κραυγάς ανάρθρους και αγρίας.

Το βουνόν, επί του οποίου ευρισκόμεθα, εχωρίζετο εκ του απέναντι βουνού διά φάραγγος βαθυτάτης και στενής, τόσον πολύ στενής προς τα ενδότερα, ώστε κάτω εις το βάθος της δεν υπάρχει πάντοτε εκατέρωθεν του ποταμού, όστις την διατρέχει, χώρος ικανός διά την ατραπόν, και οι διαβάται αναγκάζονται, εν ελλείψει γεφύρας, να ακολουθούν συχνάκις τον δρόμον των εντός της κοίτης αυτής του ποταμού. Εις τα άκρα της όμως προς το μέρος της θαλάσσης, εκεί δηλαδή όπου ευρισκόμεθα, η φάραγξ ευρύνεται, λαμβάνουσα διαστάσεις στενής κοιλάδος· η φάραγξ αύτη είναι η κλεις της ορεινής επαρχίας της νήσου, η δε κατάληψίς της υπό του εχθρού ήθελεν είναι τραύμα καίριον, ίσως θανατηφόρον. Κατά του κινδύνου τούτου ημυνόμεθα. Η ληφθείσα το πρωί πληροφορία ήτο ότι στόλος εχθρικός εφάνη πλέων προς το μέρος εκείνο της νήσου. Οι τρεις αγγελιαφόροι εις το ερημοκκλήσιον έφερον την είδησιν του αποβιβασμού σώματος εχθρικού. Ευτυχώς επροφθάσαμεν να καταλάβωμεν ημείς το αριστερόθεν βουνόν, αλλά το δεξιόθεν κατείχετο ήδη υπό του εχθρού. Διά να τον εκδιώξωμεν εκείθεν απητείτο να προσβληθή και εκ των όπισθεν. Εν τούτοις η έγκαιρος άφιξίς μας απεσόβει τον άμεσον κίνδυνον.

Η στρατηγική αύτη εξήγησις ήτο, νομίζω, αναγκαία διά να εννοήσουν τα διατρέξαντα όσοι των νομομαθών συναδέλφων μου, των εχόντων ή μη φαλαγγιτικάς παραδόσεις, αναγνώσουν τας σελίδας ταύτας, δελεασθέντες εκ της επιγραφής των.

Πώς ευρέθην κ' εγώ εις την πρώτην σειράν των πολεμιστών, επί πόσην ώραν έμεινα γεμίζων και κενώνων το όπλον μου, είναι αδύνατον να τα ενθυμηθώ ακριβώς. Εκεί, εις την άκραν του βουνού, βράχοι εσπαρμένοι επί του γυμνού οροπεδίου μετεσχημάτιζον αυτό εις είδος φρουρίου κυκλωπείου. Αι υπερμεγέθεις πέτραι εχρησίμευον ως προμαχώνες ή μετερίζια. Όπισθεν αυτών προφυλαττόμενοι οι πολεμισταί εγέμιζον τα όπλα και έπειτα προβάλλοντες την κεφαλήν ετουφέκιζον. Το απέναντι ύψωμα δεν είχε βράχους, αλλά τα δένδρα εκεί ήσαν πυκνότερα, και όπισθεν αυτών επροφυλάττοντο οι αντίπαλοί μας. Όλα ταύτα μένουν εις την μνήμην μου, ως ανάμνησις ονείρου. Έν μόνον ενθυμούμαι ζωηρώς: τον ποταμόν κάτω εις την κοιλάδα. Τον έβλεπα πλαγίως όπισθεν του βράχου, όστις μ' επροφύλαττεν. Έτρεχον τα νερά του, αφρίζοντα όπου το ρεύμα εύρισκε πρόσκομμα επί της βραχώδους κοίτης. Η θέα των μ' εταντάλιζεν. Εις εκείνα προσήλωνα τα βλέμματα· και γεμίζων και κενώνων το όπλον, τον νουν μου είχα διαρκώς εκεί κάτω. Ήθελα να καταβώ, να πίω, να κορέσω την δίψαν μου. Δεν εσκεπτόμην ότι και οι άλλοι γύρω μου είχον βαδίσει όσον κ' εγώ χωρίς ν' αναπαυθούν. Και οι άλλοι εκραύγαζον πολεμούντες, και έσχιζον τα φυσέκια διά των οδόντων, και είχον τα χείλη μαύρα εκ της πυρίτιδος. Η γλώσσα των θα ήτο ξηρά ως η ιδική μου και ο λάρυγξ των επίσης φλογισμένος, και όμως αντείχον εις την δίψαν εκείνοι και δεν εζήτουν να καταβούν κάτω εις το ρεύμα. Δεν τα εσκεπτόμην αυτά. Δεν εσκεπτόμην τίποτε, παρεκτός ότι διψώ. Ήτο είδος παραφροσύνης. Ήμην έξω εμαυτού. Επί τέλους δεν ηδυνήθην ν' ανθέξω περισσότερον εις τον πειρασμόν όστις μ' εκυρίευε, και στραφείς οπίσω επλησίασα τον αρχηγόν.

Εκάθητο όπισθεν ενός βράχου ατενίζων υψηλά προς τον ουρανόν, προς τα όπισθεν του απέναντι ημών βουνού. Ήτο σύνοφρυς. Εφανέρωνεν ανησυχίαν η έκφρασις του βλέμματος του και αι σπασμωδικαί κινήσεις της αριστεράς του, διά της οποίας έτιλλε τας τρίχας του μύστακος του, ως αν ήθελε να τας εκριζώση.

Έστρεψε προς εμέ τους οφθαλμούς. Εάν ηδυνάμην κατ' εκείνην την στιγμήν να σκεφθώ τι, ήθελα εννοήσει ότι ο στρατηγός παν άλλο είχε κατά νουν ή τας συστάσεις του θείου μου.

Τι θέλεις; ηρώτησεν ανυπομόνως.

Στρατηγέ την άδεια να καταβώ'ς το ποτάμι.

Να κάμης τι;

— Διψώ.

Ο καπετάνιος με παρετήρησεν απορών. Τον εξέπληξεν άρά γε η αίτησίς μου, ή η έκφρασις του προσώπου μου;

— Δεν είναι ακόμη ώρα, είπεν άνευ οργής. Πρόσμενε.

— Δεν ημπορώ να προσμείνω, απεκρίθην υψών την φωνήν.

Οι οφθαλμοί του γέροντος ήστραψαν. Ηγέρθη διά μιας και η δεξιά του κατέπεσεν επί του εγχειριδίου εις την ζώνην του. Τι θα συνέβαινε τότε δεν τολμώ ούτε να το φαντασθώ. Ήτο ωργισμένος εκείνος κ' εγώ ήμην έξω φρενών. Αλλ' αίφνης η φυσιογνωμία του μετεβλήθη. Δεν έβλεπεν εμέ. Υπεράνω της κεφαλής μου το βλέμμα του προσηλούτο εις τον ουρανόν, — προσηλούτο μετά τόσης εντάσεως, ώστε απορών εστράφην κ' εγώ προς τα οπίσω, ακολουθών διά των οφθαλμών την διεύθυνσιν του βλέμματος του αρχηγού. Δεν έβλεπα τίποτε, εκτός του καθαρού ουρανού λαμβάνοντος προς ανατολάς χρώμα ροδόχρουν, υπό τας ακτίνας του δύοντος ηλίου. Επί τέλους μ' εφάνη ότι διέκρινα μακράν πτηνόν και γραμμήν υπ' αυτό κυματίζουσαν. Ήτο όφις; ήτο ταινία; Έβλεπα μετά προσοχής προσπαθών να διακρίνω τι ήτο.

— Παιδιά, εφώναξε βροντωδώς ο αρχηγός. θέλω πέντε από σας να συνοδεύσετε τον υπάσπιστήν κάτω εις το ποτάμι. Ποίος πηγαίνει;

Εστράφην έκθαμβος προς αυτόν. Είκοσι περίπου νέοι έδραμον εις την φωνήν του εκ των βράχων, όπου εξηκολούθουν οι τουφεκισμοί και αι κραυγαί.

Μειδίαμα κρυπτόμενον υπό τον μύστακα του γέροντος εφαίδρυνε το πρόσωπόν του.

— Μόνον πέντε είπε. Τραβήξετε τον κόμπον.

Και ενώ οι νέοι συνεμορφούντο με το πρόσταγμά του, ο αρχηγός με ωδήγει πόθεν να καταβώμεν, πώς να καταλάβωμεν τον ποταμόν, πώς να κρυφθώμεν υπό την προέχουσαν όχθην του, ταύτα δε πάντα άνευ της ελαχίστης μνείας της προηγηθείσης μεταξύ μας σκηνής. Την είχεν άρά γε λησμονήσει τόσον ταχέως; Δεν ηδυνάμην να εξηγήσω το πράγμα. Πώς παρήλθε διά μιας η δικαία οργή του; Πώς μετέβαλε γνώμην και όχι μόνον απεδέχετο την άτοπον και αυθάδη αίτησίν μου, αλλά συναπέστελλε μετ' εμού τους πέντε εκείνους, εκθέτων αυτούς εις βέβαιον κίνδυνον, χάριν της ιδικής μου δίψης. Όλα ταύτα ήρχοντο εις τον νουν μου, αλλά συγκεχυμένα. Ευρισκόμην εις είδος παραζάλης, εκ της οποίας όμως ανένηψα βαθμηδόν ως αφυπνιζόμενος εκ της ευθύνης, την οποίαν ανελάμβανα, και εκ του ενώπιον ημών κινδύνου. Ότε μάλιστα είδα τον Μίρτον μεταξύ των κληρωθέντων πέντε, η διπλή αύτη συναίσθησις της ευθύνης μου και του κινδύνου επλημμύρησε την ψυχήν μου. Διά της φαντασίας επανείδα το μεταξύ των δύο οικίσκων διάστημα και τας δύο συνεσφιγμένας μορφάς, κρυπτομένας όπισθεν του κορμού αναμέσον του ελαιώνος. Με κατέλαβεν αόριστός τις επιθυμία να είπω τι, να επιφέρω μεταβολήν τινα εις την σύνθεσιν του αποσπάσματος μου, αλλ' ο αρχηγός μάς εφώναξεν «Ώρα καλή παιδιά», και ηρχίσαμεν την κατάβασιν.

Η κατάβασις ήρχισεν εκ της προς την θάλασσαν κλιτύος του βουνού, οπόθεν εστράφημεν βαθμιαίως προς το μέρος της κοιλάδος. Εκεί, και μέχρι της ρίζης του βουνού, τα πυκνά δένδρα μας έκρυπτον και δεν ήτο φόβος να μας ανακαλύψη ο εχθρός. Αλλ' η κοιλάς ηπλούτο υπό τους πόδας μας γυμνή δένδρων. Ο ποταμός έρρεεν εις το μέσον αυτής. Μέχρι της όχθης του το διάστημα δεν ήτο πολύ, δεν υπερέβαινεν ίσως τα εκατόν μέτρα, αλλ' όσον δρομαίως και αν το διηρχόμεθα, οι απέναντι εχθροί βεβαίως θα είχον τον απαιτούμενον καιρόν διά να μας σημαδεύσουν τρέχοντας. Καθ' όσον επλησιάζομεν καταβαίνοντες, η γυμνή κοιλάς μου εφαίνετο πλατυτέρα. Υπελόγιζα την μέχρι της όχθης απόστασιν, την οποίαν έπρεπε να διατρέξωμεν υπό τας σφαίρας του εχθρού, σκοπεύοντος εκ του υψώματος άνωθέν μας, και εφανταζόμην ότι βλέπω την νέαν εκείνην, την σύντροφον του Μίρτου, με την ποδιάν επί των οφθαλμών της, θρηνούσαν, απηλπισμένην. Ω! ελησμόνησα τότε την δίψαν μου! Ήθελα διά παντός τρόπου να σώσω τον Μίρτον. Ο κίνδυνος ήτο ίσως δι' όλους ημάς, αλλά δι' εκείνον και μόνον εσκεπτόμην. Εφοβούμην δι' εκείνον. Ήθελα να τον εμποδίσω από του να με ακολουθήση. Αλλά πώς; Να τον διατάξω να επιστρέψη οπίσω; Επί τίνι προφάσει; Επροσπάθουν να εξεύρω τον τρόπον και δεν εύρισκα. Είχομεν φθάσει υπό την σκέπην των τελευταίων δένδρων. Εκαθίσαμεν εκεί ν' αναπαυθώμεν, ολίγον προτού διασχίσωμεν την κοιλάδα μέχρι του ποταμού. Έδειξα εκείθεν εις τους συντρόφους μου το σημείον, όπου έπρεπε να διευθυνθώμεν, — εκεί όπου η δεξιά όχθη υψουμένη εφαίνετο παρέχουσα ως πρόχωμα δυνάμενον να μας προφυλάξη από τας εχθρικάς σφαίρας, αφού πηδήσωμεν εντός της κοίτης. Αλλ' ο Μίρτος;… Μου ήλθε διά μιας ως έμπνευσις.

— Μίρτε, και συ φίλε μου, είπα αποτεινόμενος συγχρόνως προς άλλον ομήλικόν του, τον νεώτερον και των πέντε. Μείνατε σεις οι δύο εδώ και να έλθετε εις το ποτάμι, όταν σας φωνάξω απ' εκεί.

Οι δύο νέοι αντήλλαξαν έν βλέμμα. Συνενοήθησαν άνευ λέξεων.

— Κύριε υπασπιστά, απεκρίθη ο Μίρτος, λαβών εκείνος τον λόγον. Δεν με προσηγόρευσε με τόνομά μου καθώς πριν.

— Κύριε υπασπιστά, ο καπετάνιος μας διέταξε να σε ακολουθήσωμεν και οι πέντε. Δεν μας είπε να μείνωμεν κρυμμένοι οι δύο και να σε ακολουθήσουν μόνον οι τρεις.

Με απεστόμωσεν η απάντησίς του. Αλλ' επέμεινα έτι· ηγέρθην και τον επλησίασα· ηγέρθησαν και οι πέντε συγχρόνως.

— Μίρτε μου, είπα θέσας την χείρα μου επί του ώμου του, άκουσέ με, διά την αγάπην εκείνης που 'ξεύρεις.

Με εκύτταξεν ασκαρδαμυκτί, χωρίς να προφέρη λέξιν. Τι τον παρώργισεν; Η ανακάλυψις ότι τους είχα ίδει το πρωί, ή η ανάμιξίς μου εις πράγματα υπερβαίνοντα την δικαιοδοσίαν μου;

— Κύριε υπασπιστά, επανέλαβε ψυχρώς· εκείνη που 'ξεύρω δεν αγαπά τους δειλούς.

Ενόησα ότι ήτο περιττόν να επιμείνω.

— Καλά, Μίρτε, είπα, και του έτεινα φιλικώς την χείρα. Ο Θεός μαζί σου!

— Ο Θεός με όλους μας, κυρ Γεωργάκη μου.

— Εμπρός παιδιά, ανέκραξα, και ηρχίσαμεν να τρέχωμεν.

Μου εφάνησαν αιώνες τα ολίγα εκείνα λεπτά, μέχρις ου φθάσω εις την όχθην! Η εμφάνισίς μας εξέπληξε τους εχθρούς και επί τινας στιγμάς δεν ηκούσθησαν τουφεκισμοί εκ του υψώματός των.

Αλλ' ήσαν στιγμαί μόνον διακοπής και επηκολούθησε κρότος πυκνός πυροβολισμών και εκ των δύο πλευρών της φάλαγγος. Δεν ύψωσα τους οφθαλμούς να ίδω τον καπνόν των εχθρικών τουφεκιών. Τους είχα προσηλωμένους εις το σημείον της όχθης, όπου έπρεπε να φθάσωμεν. Έτρεχα, έτρεχα, — αι δε σφαίραι εσύριζον γύρω μου, και έτρεχα και ήκουα αριστερά και δεξιά όπισθέν μου τον ποδοβολητόν των συντρόφων μου, και αίφνης ήκουσα κραυγήν φοβεράν και συγχρόνως τον υπόκωφον κρότον σώματος πίπτοντος κατά γης. Ο Μίρτος, είπα κατά νουν! Αλλά δεν εστράφην οπίσω, δεν διέκοψα τον δρόμον μου. Έτρεχα και οι πυροβολισμοί εξηκολούθουν πυκνοί, και εσύριζον αι σφαίραι, και έβλεπα εμπρός μου την όχθην προς την οποίαν επλησίαζα, και ήκουσα δευτέραν κραυγήν όπισθέν μου… Ήμην ήδη παρά την όχθην. Έν βήμα ακόμη και επήδων εντός της κοίτης του ποταμού, ότε ησθάνθην διά μιας κτύπημα και πόνον φρικτόν εις την αριστεράν μου κνήμην, πόνον όμοιον του οποίου δεν είχα αισθανθή ποτέ, και αντί να πηδήσω εντός της κοίτης, ενόησα ότι κρημνίζομαι εντός αυτής… Κατόπιν δεν ενθυμούμαι πλέον τίποτε, μέχρι της στιγμής καθ' ην εξύπνησα.

Η πανσέληνος έλαμπεν άνωθέν μου· ήμην εξηπλωμένος κατά γης. Επόνουν πόνον δριμύν και φλογερόν εις την κνήμην. Δύο άνδρες εξήταζον την πληγήν μου. Όρθιος άνωθέν μου ο καπετάνιος με εκύτταζε σιωπηλός, και γύρω εις κύκλον συνεσφίγγοντο οι στρατιώται του.

— Ο Μίρτος; ηρώτησα.

— Τους εδιώξαμεν, είπεν ο αρχηγός, χωρίς ν' αποκριθή εις την ερώτησίν μου. Τώρα, εξηκολούθησε, κύτταξε να γείνης καλά, διά να μη έχω λόγια με τον θείον σου.

Ακολούθως έμαθα ότι δεν μας εξαπέστειλεν εις την κοιλάδα χάριν της δίψης μου, αλλά προς αντιπερισπασμόν κατά του εχθρού, διά να αποσπάσωμεν την προσοχήν του από το σώμα, το ερχόμενον να τους προσβάλη εκ των νώτων. Το ταινιοφόρον πτηνόν ήτο το συμφωνηθέν σημείον της προσεγγίσεως του σώματος εκείνου. Δεν ηδυνήθην να εξακριβώσω εάν είχεν εκ των προτέρων το σχέδιον του τοιούτου αντιπερισπασμού, ή εάν εκ της δίψης μου συνέλαβε την ιδέαν… Ο αντιπερισπασμός ωφέλησεν. Η εκ των νώτων προσβολή επέτυχε πληρέστατα, αλλ' η άγνωστος εκείνη νέα δεν επέπρωτο να επανίδη ζώντα τον Μίρτον! Ο άλλος πεσών στρατιώτης επληγώθη ελαφρώς. Την δε ιδικήν μου κνήμην μου την απέκοψε την αυτήν εκείνην νύκτα ο εκτελών χρέη χειρουργού αληθής υπασπιστής του αρχηγού.

Ιδού διατί έμεινα, εξ ανάγκης, δικηγόρος. Το πολεμικόν μου στάδιον διήρκεσε μίαν ημέραν και μόνην. Την τρυπημένην όμως φαλαγγιτικήν στολήν μου την εκράτησα και την διατηρώ ακόμη.

ΤΑ ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΙΑ

Α'.

Κατά το φθινόπωρον του έτους… (περιττόν να ορίσω ακριβώς την χρονολογίαν), επεχείρησα, χάριν αναρρώσεως, περιοδείαν εις τας νήσους του Αιγαίου. Ανελάμβανα εκ νόσου οξείας, οι δε ιατροί εθεώρησαν την αλλαγήν αέρος και τρόπου ζωής ως το καλλίτερον μέσον προς ανάκτησιν των προτέρων μου δυνάμεων. Το κατ' εμέ, προ πολλού επεθύμουν να επισκεφθώ τας Κυκλάδας, ώστε ουδέποτε ήκουσα και παρεδέχθην συμβουλήν ιατρικήν μετά τοσαύτης ευχαριστήσεως.

Η μήτηρ μου, μη δυναμένη να με συντροφεύση η ιδία, ως ήθελεν, επέμεινεν εις το να συνοδευθώ από άνθρωπον της εμπιστοσύνης της. Επροτίμων τη αληθεία να είμαι μόνος, αλλά δεν ήδυνάμην να την παρακούσω, ούτε ήθελα να την δυσαρεστήσω, και απεφασίσθη ότι θα συνταξειδεύσω με τον εξάδελφόν μου Νίκον Μαιμάν. Ο Νίκος ήτο κατά δύο μόλις έτη πρεσβύτερός μου, ώστε δεν υπηγόρευσεν εις την μητέρα μου την εκλογήν το ώριμον της ηλικίας του. Είμεθα νέοι και οι δύο, βεβαίως δε σέβας δεν μου ενέπνεεν ο Νίκος. Το προτέρημά του ήτο ότι, συγγενής αφωσιωμένος, εθυσιάζετο κατά γράμμα χάριν όσων ηγάπα. Εις τούτο απέβλεψεν η μήτηρ μου, ότε μου τον επέβαλεν ως συνοδοιπόρον, κατορθώσασα να του δοθή δίμηνος άδεια απουσίας από τον έμπορον, εις του οποίου το γραφείον ειργάζετο ως υπάλληλος. Κύριος δε οίδε πόσας και οποίας οδηγίας έδωκε μυστικώς η προβλεπτική μου μήτηρ εις τον Μέντορά μου.

Συμμορφούμενος και με άλλην απαίτησίν της, υπεσχέθην να περιορισθώ εντός του δρομολογίου της Ατμοπλοϊκής Εταιρίας, επισκεπτόμενος τας νήσους μόνας όπου τα ατμόπλοιά της προσήγγιζον, και να μη εμπιστευθώ την πολύτιμον ύπαρξίν μου εις τους σκυλοπνίκτας του Αιγαίου. Ο περιορισμός ούτος με ηνάγκαζε, προς τοις άλλοις, να παρατείνω επί εβδομάδα ολόκληρον την εις εκάστην νήσον διαμονήν μου. Αλλά προ ολίγου έτι ο γύρος των Κυκλάδων εγίνετο κατά δεκαπενθημερίαν, η δε εβδομαδιαία των ατμοπλοίων προσέγγισις εις τας νήσους ήτο πρόσφατον τότε γεγονός, ώστε η σκέψις ότι δεν θα είμαι δεσμευμένος επί δεκαπέντε ημέρας αποκαθίστα ελαφρότερον τον επταήμερον περιορισμόν. Άλλως δε ο καιρός τότε είχεν, ή εφαίνετο έχων, ολιγωτέραν αξίαν ή σήμερον.

Ούτω κανονισθέντων των πραγμάτων, ανεχωρήσαμεν μετά του Νίκου και επεσκέφθημεν αλληλοδιαδόχως διαφόρους νήσους. Η πρόθυμος φιλοξενία των κατοίκων, η ωραιότης της φύσεως, ενιαχού δε και η επίσκεψις των λειψάνων της αρχαιότητος ή των μνημείων της μεσαιωνικής εποχής, συνετέλουν εις το να διέρχηται η επί εκάστης νήσου εβδομάς πολύ ταχύτερον ή όσον εφοβούμην, ότε διέγραφα εκ των προτέρων τα της περιοδείας μου.

Την έκτην εβδομάδα, περί τα μέσα Οκτωβρίου, αφίχθημεν εις την νήσον, όπου συνέβησαν όσα προτίθεμαι ήδη να αφηγηθώ.

Εκ σεβασμού προς πρόσωπα επιζώντα εισέτι αποσιωπώ της νήσου εκείνης το όνομα. Αληθώς, οι κάτοικοι της, εάν η διήγησις αύτη αναγνωσθή ποτέ υπό τοιούτων, δεν θα δυσκολευθούν ν' αναγνωρίσουν τα υπό τας πλαστάς μου ονομασίας υποκρυπτόμενα πρόσωπα και χωρία. Αλλ' οπωσδήποτε, θα μείνη το μυστικόν εντός οικογενειακού, ούτως ειπείν, κύκλου, οι δε μη εν τοις πράγμασι δύνανται, εάν θέλουν, να θεωρήσουν ως γέννημα της φαντασίας το διήγημά μου.

Μη έχοντες ούτε ο Νίκος ούτ' εγώ εις την νήσον εκείνην φίλον οικογενειακόν ή γνώριμον, εζητήσαμεν, προ της αναχωρήσεώς μας, συστατικήν από αρχαίον διδάσκαλόν μας, καθηγητήν του Γυμνασίου, εκείθεν καταγόμενον αλλά προ ετών πολλών μη επισκεφθέντα την πατρίδα του. Ο καθηγητής προθύμως απεδέχθη την αίτησιν και εκάθισεν αμέσως να γράψη ενώπιόν μας την ζητουμένην συστατικήν.

— Θα σας συστήσω, είπεν, εις τον Κύριον Μελέτην. Θεωρεί ως δικαίωμα και ως καθήκον του το να φιλοξενή τους επισκεπτομένους την νήσον μας και θα το εκλάβη ως προσβολήν, εάν σας συστήσω εις άλλον τινά. Αξιόλογος άνθρωπος, επρόσθεσεν. Αλλά προ πόσων ετών δεν τον είδα!

Λέγων ταύτα ο καθηγητής ήρχισε να γράφη. Αλλά διά μιας διεκόπη και, με τον κάλαμον μετέωρον, εφαίνετο ως ανακαλών εις την μνήμην του δυσάρεστόν τι, προς ώραν λησμονηθέν. Με έβλεπεν ασκαρδαμυκτί, καίτοι προφανώς έχων αλλού τον νουν.

— Τι σκέπτεσθε, κύριε καθηγητά; ηρώτησα.

— Σκέπτομαι, φίλε μου, ότι, αφότου δεν είδα τον κύριον, Μελέτην, τα πράγματα μετεβλήθησαν. Η κόρη του..

Ο καθηγητής δεν εθεώρησε πρέπον να συμπληρώση την φράσιν του.

— Δεν είμεθα δα τόσον επικίνδυνοι ούτε ο εξάδελφός μου ούτ' εγώ, υπέλαβα, μετριοφρόνως μειδιών.

— Δεν πρόκειται περί τούτου, απεκρίθη σοβαρώς ο καθηγητής, χωρίς να μου διακοινώση τους ενδομύχους στοχασμούς του.

— Αλλ' όμως, εξηκολούθησε μετά τινα σκέψιν, παρήλθον τόσα έτη έκτοτε! Επί τέλους δε, εάν δεν δύναται να σας φιλοξενήση ο ίδιος, θα σας προμηθεύση εκείνος κατάλυμα αλλαχού.

Και απετελείωσε την συστατικήν.

Την έλαβα εκ των χειρών του εκφράσας την ευγνωμοσύνην μου. Δεν απέδωσα δε μεγάλην βαρύτητα εις τους ενδοιασμούς του, καθόσον εκ των μαθητικών μου έτι ημερών διετήρουν περί αυτού την ιδέαν ότι λεπτολογεί υπέρ το δέον περί τα ανάξια λόγου. Έθεσα την επιστολήν εις το χαρτοφυλάκιόν μου και ούτε εσκέφθην πλέον τι περί του Κυρίου Μελέτη ή περί της θυγατρός του, μέχρι της ημέρας καθ' ην επεβιβάσθημεν εις το ατμόπλοιον, το οποίον μας έφερεν εις την νήσον του.

Β’.

Ο ήλιος είχε δύσει, ότε προσωρμίσθη το ατμόπλοιον εν τω μέσω κόλπου ημικυκλικού.

Υποθέτω ότι, όταν ο ήλιος φωτίζη τους περικλείοντας τον κόλπον εκείνον υψηλούς λόφους και την αναμεταξύ αυτών κοιλάδα, η άποψις εκ της θαλάσσης είναι φαιδρά και χαρίεσσα. Αλλά κατ' εκείνην την ώραν αι απότομοι γραμμαί των εκατέρωθεν βουνών, τα οποία έτι μάλλον εμεγέθυνε το προβαίνον σκότος, και αι μυστηριώδεις σκιαί, προμακρύνουσαι αορίστως την απέναντι ημών κοιλάδα, μας επροξένησαν εντύπωσιν όλως διάφορον των ωραίων νήσων, όσας είχομεν προηγουμένως επισκεφθή. Ο Νίκος ιδίως συνησθάνθη την διαφοράν. Η μέχρι της ώρας εκείνης ευθυμία του διεκόπη.

— Άγριον μέρος, έλεγε. Δεν μου αρέσει.

Ήτο άγριον αληθώς. Ο κόλπος έκειτο προς ανατολάς. Δεξιόθεν, δηλαδή προς νότον, το βουνόν ανυψούμενον απέληγεν εις κημνόν φοβερόν, βυθιζόμενον κατά κάθετον εις την θάλασσαν. Το τεράστιον εκείνο ακρωτήριον ενέπνεε τρόμον. Βλέπων τα σκοτεινά απότομα πλευρά του ανελογιζόμην ακουσίως πόσα άρά γε πλοία συνετρίβησαν εκεί, πόσαι υπάρξεις εσβέσθησαν εις τα νερά, τα οποία εμαύριζεν η σκιά του!

Προς βορράν, εις την απέναντι πλευράν του κόλπου, η σειρά των λόφων κατέβαινε προς την θάλασσαν διά γραμμής ολιγώτερον αποκρήμνου. Προς τα άκρα της δε εστεφανούτο υπό βράχου κωνοειδούς, επί του οποίου διεκρίνοντο εισέτι, φωτιζόμενοι υπό της δείλης, οι τοίχοι των οικιών των απαρτιζουσών το Κάστρον, την πρωτεύουσαν της νήσου.

Κάτωθι του Κάστρου, εις τον αιγιαλόν, δύο τρεις ταπειναί οικοδομαί απετέλουν την Σκάλαν, το επίνειον της νήσου.

Εκεί απεβιβάσθημεν και εσυμφωνήσαμεν μεθ' ενός αγωγιάτου να μας μεταφέρη εις το Κάστρον, εις του Κυρίου Μελέτη.

Εντούτοις, μέχρις ου γείνουν όλα ταύτα, η νυξ είχεν επέλθει εντελώς, η δε ανάβασις έγεινεν εντός πυκνού σκότους. Κατ' αρχάς η οδός ήτο οπωσούν ομαλή, αλλά καθόσον απεμακρυνόμεθα της Σκάλας ο ανήφορος εγίνετο τραχύτερος. Τα κτήνη εβάδιζον ασφαλώς και απροσκόπτως, ακολουθούμενα από τον αγωγιάτην. Κίνδυνος βεβαίως ουδείς υπήρχε. Και όμως, το δύσβατον του εδάφους, το περιβάλλον ημάς σκότος, οι κρημνοί τους οποίους εξαίφνης εβλέπομεν προβάλλοντας ενώπιόν μας εις τους ελιγμούς του ανηφόρου, η ερημία, τα πάντα ομού συνέστελλον κάπως την καρδίαν. Καθ' όλον τον δρόμον δεν αντηλλάξαμεν λέξιν με τον Νίκον. Την σιωπήν διέκοπτε μόνος ο κρότος των πετάλων των ημιόνων μας, και αι άγριαι πού και πού κραυγαί του αγωγιάτου, παροτρύνοντος τα ζώα του.

Επί τέλους εισήλθομεν εντός του Κάστρου.

Τα κάστρα ταύτα εκτίζοντο, ως γνωστόν, επί απροσίτων κορυφών, ότε οι κάτοικοι των νήσων ήσαν εκτεθειμένοι εις τας προσβολάς των πειρατών, ενίοτε δε και εις τας των διωκτών των πειρατών. Ήσαν δε αληθή φρούρια. Τείχη δεν είχον, αλλ' αι οικίαι της εξωτερικής σειράς συνεχόμεναι απετέλουν κυκλοτερές περιτείχισμα, διακοπτόμενον εις έν ή πλείονα μέρη, τα οποία εκλείοντο διά πύλης. Την σήμερον η πύλη εξέλιπεν, αφ' ου ευτυχώς εξέλιπε και η ανάγκη προφυλάξεως και αμύνης. Διά της ανοικτής των ταύτης πύλης τα Κάστρα ήρχισαν βαθμηδόν να εκκενώνται. Οι κάτοικοί των καταβαίνουν εις νέους συνοικισμούς ανετωτέρους και ευρυχωροτέρους, παρά τον αιγιαλόν, μετ' ολίγας δ' έτι γενεάς τα παλαιά των νήσων Κάστρα θα μετασχηματισθούν εις μεσαιωνικά ερείπια. Τότε και η πρωτεύουσα της νήσου, εις την οποίαν μετά τοσούτου κόπου και φόβου ανηρχόμεθα κατ' εκείνην την νύκτα, θα μετατοπισθή επίσης εις το μικρόν ήδη επίνειόν της, την Σκάλαν.

Άμα εισήλθομεν εις τας στενάς του Κάστρου οδούς, ο αγωγιάτης προηγηθείς έλαβε το προπορευόμενον των κτηνών εκ του περί τον λαιμόν του σχοινίου και μετά τινα βήματα εστάθη ενώπιον μεγάλης οικίας, της οποίας έκρουσε βαρέως την θύραν.

Σκότος πανταχού, και εις την οδόν και εις τα κλειστά παράθυρα των πέριξ οικιών.

Επεζεύσαμεν τότε και ημείς. Κρατών την συστατικήν εις χείρας, επερίμενα ενώπιον της θύρας, όπισθεν του αγωγιάτου, σκεπτόμενος ότι ήτο μεγάλη η αδιακρισία του να διαταράξωμεν εις τοιαύτην ώραν την ησυχίαν ανθρώπων αγνώστων, οι οποίοι ούτε καν μας επερίμενον. Αλλά πώς άλλως να γείνη; Ξενοδοχείον δεν υπήρχε· προτού αρχίσωμεν την ανάβασιν, εξέφρασα την ιδέαν να διανυκτερεύσωμεν εις το καφενείον της Σκάλας, αλλ' ο αγωγιάτης εξανέστη.

— Πώς γίνεται! Τι θα 'πή ο Κύριος Μελέτης!

Άλλως, δεν εφανταζόμην ότι θα διαρκέση τόσην ώραν η ανάβασις. Και ο Νίκος δε επέμεινε ν' αναβώμεν εις το Κάστρον, διατεινόμενος ότι δήθεν είχε ανάγκην να καλοκοιμηθή εις κλίνην ανθρωπινήν, ενώ βεβαίως μόνον και μόνον τας συστάσεις της μητρός μου είχε κατά νουν. Οπωσδήποτε, αφού άπαξ ευρισκόμεθα εις το Κάστρον, έπρεπε να ζητήσωμεν κάπου φιλοξενίαν, πανταχού δε θα εγινόμεθα πρόξενοι της αυτής ανησυχίας, χωρίς να είμεθα τουλάχιστον εφωδιασμένοι με συστατικήν, εάν εκρούομεν άλλην θύραν. Ανάγκη λοιπόν να διαταράξωμεν τον Κ. Μελέτην και κατά μέρος η εντροπή.

Επί τέλους ηκούσθησαν βηματισμοί εις την αυλήν και η βαρεία της οικίας θύρα ηνοίχθη υπό γραίας υπηρετρίας κρατούσης λύχνον, διά του οποίου εφώτισε το πρόσωπον του αγωγιάτου και το ιδικόν μου.

Ο Νίκος παρέκει, ψηλαφών εις τα σκοτεινά, κατεγίνετο να εξακριβώση εάν ήσαν σώα τα πράγματά μας και ανελλιπή επί των ώμων των ημιόνων.

Η γραία, κρατούσα τον λύχνον της υψηλά, με παρετήρε με βλέμματα εκφράζοντα απορίαν.

— Σας ήλθαν ξένοι, υπέλαβεν ο αγωγιάτης προλαβών την ερώτησίν της.

— Παρακαλώ, είπα, δόσε το γράμμα τούτο εις τον Κύριον Μελέτην. Δεν επιθυμούμεν να τον ανησυχήσωμεν απόψε. Του λόγου του, επρόσθεσα δεικνύων τον αγωγιάτην, θα μας εύρη κανέν μέρος, όπου να περάσωμεν την νύκτα.

Η γραία λαβούσα εν σιωπή την επιστολήν, κατέθεσε τον λύχνον κατά γης, εντός της αυλής, και έδραμε προς την κλίμακα.

— Περάσετε μέσα, είπεν ο αγωγιάτης, βέβαιος εκ προοιμίων περί της προθύμου δεξιώσεως.

Και επιστρέψας προς τα ζώα του εβοήθει τον Νίκον εις την εξέτασιν των πραγμάτων μας.

Δεν επέρασα μέσα, περιμένων επισημοτέραν πρόσκλησιν. Δεν επερίμενα δε πολύ. Η κλίμαξ ηκούσθη τρίζουσα υπό βήματα ανδρικά. Ο Κ. Μελέτης ακολουθούμενος υπό της γραίας υπηρετρίας, κατέβαινε προς υποδεξίωσίν μας.

— Καλώς ωρίσατε, καλώς ωρίσατε!

Και έτεινε την φιλόξενον χείρα.

Επανέλαβα δειλώς τους περί ξενοδοχείου ή καφενείου υπαινιγμούς, ζητών συγγνώμην διά το ακατάλληλον της ώρας κατά την οποίαν εμφανιζόμεθα, αλλ' εκείνος, χωρίς καν να με αποκριθή, εξήλθεν εις την οδόν προς ανεύρεσιν του αγωγιάτου.

— Ποίος είν' εκεί; ηρώτησεν εις τα σκοτεινά

— Εγώ, αφέντη.

— Εσύ Γεώργη, επανέλαβεν ο Κ. Μελέτης, αναγνωρίσας τον αγωγιάτην εκ της φωνής. Φώναξε τον Παντελήν να σε βοηθήση και ν' αναιβάση τα πράγματα.

Και ταυτοχρόνως έκραξε δυνατά·

— Παντελή, Παντελή!

— Ποίος είναι ο άλλος εκεί; επρόσθεσε, διακρίνας εντός του σκότους την μορφήν του Νίκου.

Ο Κ. Μελέτης, προδήλως, δεν είχεν αναγνώσει την συστατικήν του καθηγητού και δεν ήτο προητοιμασμένος διά την εμφάνισιν και δευτέρου ξένου. Αλλ' ουδεμίαν έκπληξιν εφανέρωσεν ότε, αντί του αγωγιάτου, απεκρίθην εγώ εις την ερώτησίν του.

— Είναι ο εξάδελφος μου, Κύριε Μελέτη, ο Κύριος Μαιμάς.

Ο Νίκος, παραιτήσας επί τέλους τας ερεύνας του, επλησίασε και εχαιρέτησε τον γέροντα, όστις χωρίς να τον καλοβλέπη έθλιψε την χείρα του, επαναλαβών τα φιλόξενά του «Καλώς ωρίσατε».

Εν τούτοις η θύρα μικρού παραπλεύρου οικήματος ηνοίχθη και νέος χωρικός, ημικοιμισμένος εισέτι, ο Παντελής, ήλθε να δώση χείρα βοηθείας εις τον αγωγιάτην.

— Ορίσατε επάνω, κύριοι, μας είπεν ο οικοδεσπότης, αφού έδωκε τας οδηγίας του εις τον Παντελήν. Ορίσατε.

Και προπορευθείς εισήλθεν εντός της ευρείας αυλής, εις το βάθος της οποίας, επί της τελευταίας βαθμίδος της κλίμακος, ίστατο μορφή γυναικεία κρατούσα λύχνον εις χείρας.

— Η κόρη του, είπα κατ' εμαυτόν.

Δεν εβράδυνα να ίδω ότι ελανθάσθην. Το αμυδρόν του λύχνου φως εντός της μεγάλης εκείνης σκοτεινής αυλής και η ευσταλής της γυναικός μορφή εδικαίουν το λάθος μου.

— Η αδελφή μου, είπεν ο Κ. Μελέτης. — Σοφία, δος μου να φέξω.

Και λαβών τον λύχνον ήρχισε ν' αναβαίνη, ενώ η Κυρία Σοφία μας έθλιβε τας χείρας με πολλά και αύτη «Καλώς ωρίσατε».

Επεμείναμεν αμφότεροι να προηγηθή η Κυρία Σοφία και την ηκολουθήσαμεν. Ατυχώς ο Νίκος, όστις ήρχετο τελευταίος, εσκόνταψεν εις την πρώτην βαθμίδα της κλίμακος και έπεσεν. Ανηγέρθη αμέσως, προτού ο Κ. Μελέτης προφθάση να στρέψη προς ημάς το φως του λύχνου του. Το πράγμα δεν είχε σημασίαν, αλλ' εγνώριζα πόσον ο Νίκος ήτο προληπτικός, και συνδέσας το πάθημά του τούτο με τας πρώτας εντυπώσεις του, αφότου προσωρμίσθημεν εντός του αγρίου της νήσου λιμένος, και με την σιωπήν του καθ' όλην την διάρκειαν της αναβάσεως, ανελογιζόμην ότι δεν θα είναι ουδαμώς ευχαριστημένος ο εξάδελφός μου.

Ανελθόντες εις το υπερώον διεσταυρώσαμεν, βαδίζοντες κατά την αυτήν σειράν ο είς κατόπιν του άλλου, αίθουσαν ευρυτάτην, πλήρη επίπλων παλαιών, και εισήλθομεν εις δωμάτιον σκοτεινόν, του οποίου τας τρεις πλευράς κατείχε σοφάς τουρκικός.

— Καθίσατε, Κύριοι είπεν ο οικοδεσπότης, αποθέτων τον λύχνον επί της παρά την θύραν τραπέζης, ενώ η Κυρία Σοφία σκιάζουσα το φως του λύχνου διά των νώτων της, μας εζήτει εκ προοιμίων συγχώρησιν διά την λιτότητα του δείπνου, το οποίον θα μας ετοιμάση εκ του προχείρου. Μετά κόπου την έπεισα ότι γευματίσαντες προ ολίγου επί του ατμοπλοίου, δεν είχομεν ανάγκην τροφής αλλά μόνον ύπνου.

Η Κυρία Σοφία απεσύρθη.

Ο Κ. Μελέτης εφαίνετο νυστάζων, και ημείς δε ήμεθα κατάκοποι, ώστε η συνδιάλεξις ήτο βεβιασμένη μάλλον, αλλ' ουχ ήττον ηρώτα ο γέρων περί της υγείας και της οικογενείας του καθηγητού, περί των της περιοδείας μας, και απεκρινόμην εγώ όπως καλλίτερα ηδυνάμην. Ο Νίκος καθήμενος εις την σκοτεινοτέραν γωνίαν του σοφά δεν ωμίλει. Δεν είχε διάθεσιν ο άνθρωπος.

Εν τούτοις έξω εις την αίθουσαν ηκούοντο τα βαρέα βήματα του Παντελή και αι συρταί εμβάδες της Κυρίας Σοφίας. Ανεβιβάζοντο τα κιβώτιά μας, μετεκινούντο επίπλα, έως και καρφία ήκουα να καρφώνονται επί των τοίχων. Η οικία έγεινεν ανάστατος εξ αιτίας μας. Αλλ' όμως ουδείς κρότος εμαρτύρει την παρουσίαν της θυγατρός του οικοδεσπότου. Η δεσποινίς Μελέτη ούτε ηκούετο ούτε εφαίνετο.

Ο μεταξύ του γέροντος και εμού διάλογος εκινδύνευε να παύση ολοσχερώς, ότε η γραία υπηρέτρια, επικαίρως ελθούσα, έφερε δίσκον περιέχοντα, εκτός του γλυκού και του καφέ, ζυμαρικά και αμύγδαλα και σύκα. Η Κυρία Σοφία δεν ηνείχετο να μη πάρωμεν τίποτε μέχρι της αύριον. Το κατ' εμέ δεν επέδειξα επιμονήν ούτε ακαταδεξίαν. Αλλ' ο Νίκος, εξακολουθών να σιωπά εις την γωνίαν του, δεν ηθέλησε να γευθή τίποτε εκ των προσφερομένων.

Μετ' ολίγα λεπτά εισήλθεν εις το δωμάτιον η Κυρία Σοφία.

— Εάν αγαπάτε ν' αναπαυθήτε, είπεν, είναι έτοιμον το δωμάτιόν σας. Θα κακοπεράσετε αυτήν την νύκτα, αλλά να μας συμπαθήσετε. Αύριον τα οικονομούμεν καλλίτερα.

— Σας εγγυώμαι, κυρία μου, απεκρίθην, ότι θα κοιμηθώμεν περίφημα.

Και λαβών τον λύχνον από την τράπεζαν, προτού εκείνη προφθάση να τον λάβη, την ηκολούθησα. Ο Νίκος ήρχετο κατόπιν μου και τελευταίος ο Κος Μελέτης.

Γ’.

Το δωμάτιον εις το οποίον η Κυρία Σοφία μας ωδήγησεν, εκ πρώτης όψεως και μεθ' όλην την γενομένην εντός αυτού μεταβολήν, εφαίνετο νέας γυναικός κοιτών. Το διατί δύσκολον να το διασαφήσω, αλλ' αμέσως ενόησα ότι μας παρεχωρήθη το δωμάτιον της θυγατρός του Κ. Μελέτη. Εννοείται ότι δεν ετόλμησα να εκφράσω τας περί τούτου σκέψεις μου ενώπιον του πατρός και της θείας της νέας.

Εκατέρωθεν του παραθύρου, προς μεν τα δεξιά έκειτο κλίνη σιδηρά απλουστάτη αλλ' αποπνέουσα παρθενικόν τι άρωμα, αριστερόθεν δε υπήρχεν άλλη κλίνη, στηθείσα εκ του προχείρου εις τρίποδα. Ότι δε εστήθη εκεί χάριν της περιστάσεως, εμαρτύρουν τα όπισθεν αυτής ίχνη του ερμαρίου, το οποίον εξώσθη του δωματίου διά να τοποθετηθή η κλίνη.

— Πώς θα μοιρασθήτε τας κλίνας; είπε μειδιών ο γέρων, ενώ η αδελφή του έρριπτε περί εαυτήν το βλέμμα διά να ίδη μη λείπη ή μη ελησμονήθη τι.

— Θα ρίψωμεν κλήρον, απεκρίθην γελών. Άλλως δε και αι δύο φαίνονται εξαίρετοι και δεν θα μαλλώσωμεν με τον Νίκον.

Άμα επρόφερα το όνομα του εξαδέλφου μου, η Κυρία Σοφία εστράφη διά μιας προς αυτόν.

Ο Νίκος ίστατο εις το πλευρόν μου, ο δε λύχνος τον οποίον εκράτουν τον εφώτιζε κατά πρόσωπον. Αφότου εφθάσαμεν, έμενεν εις την σκιάν πάντοτε. Τότε πρώτον έβλεπε τα χαρακτηριστικά του η Κυρία Σοφία.

Η όψις της ηλλοιώθη άμα τον είδεν. Εφαίνετο ως εμβρόντητος. Η έκφρασίς της ήτο αληθής εικών τρόμου. Με τας δύο χείρας τεταμένας προς τον Νίκον, τα δάκτυλα διεσταλμένα, τα χείλη ημιανοικτά, άφωνος, ωχρά, με τους οφθαλμούς ατενώς προσηλωμένους εις το πρόσωπον του Νίκου, εβάδισε κλονιζομένη προς τα οπίσω και εκάθισεν, ή μάλλον κατέπεσεν επί ενός καθίσματος.

Ετρόμαξα! Ο λύχνος παρ' ολίγον να πέση εκ της χειρός μου.

Ο Κ. Μελέτης έδραμε προς την αδελφήν του και ήρπασε την χείρα της.

— Τι έπαθες; Τι έχεις Σοφία;

Δεν απεκρίθη εκείνη. Έμενεν υπό το κράτος του τρόμου. Ο Κ. Μελέτης, ακολουθών την διεύθυνσιν του βλέμματός της εστράφη προς τον Νίκον, τον οποίον τότε πρώτον έβλεπε και εκείνος εις το φως.

Η όψις του γέροντος δεν εξέφραοε τον τρόμον ως η της αδελφής του, αλλά μετ' εκπλήξεως προφανούς παρετήρει και ούτος τον Νίκον.

Εστράφην τότε κ' εγώ προς τον εξάδελφόν μου. Ο δυστυχής εφαίνετο ως άνθρωπος μη γνωρίζων τι να υποθέση, τι να σκεφθή, και τι να είπη. Τα επ' αυτού στυλωμένα τριπλά ζεύγη οφθαλμών, εν μέσω της νεκρικής εκείνης σιωπής, τον ετάραξαν, τον εφόβισαν και επί τέλους τον παρώργισαν.

— Δεν μου λέγετε, ανεφώνησε, τι σημαίνει τούτο;

Η εκφώνησίς του επέφερε σωτήριον αποτέλεσμα. Η φωνή του διέλυσεν, ούτως ειπείν, τα μάγια, υπό την επήρειαν των οποίων διετέλει η αδελφή του Κ. Μελέτη. Ανέπνευσε βαθέως στενάξασα, αι χείρες έπεσαν επί των γονάτων της, οι οφθαλμοί της εκλείσθησαν, το αίμα ανήλθεν εις τας παρειάς της, αλλά δεν ηδύνατο εισέτι να προφέρη λέξιν.

Ο Κ. Μελέτης έλαβεν αντ' αυτής τον λόγον.

— Συγχωρήσατε, παρακαλώ, κύριοι, την αδελφήν μου κ' εμέ δι' αυτήν την απρεπή ένδειξιν της εκπλήξεώς μας. Το αληθές είνε ότι ο Κ. Μαιμάς ομοιάζει τόσον ένα νέον, ο οποίος…τον οποίον προ ετών πολλών δεν είδομεν, ώστε η αδελφή μου …. Σας εντρέπομαι αληθώς, Κύριε Μαιμά…. Σοφία, τι θα λέγουν οι Κύριοι! Καληνύκτισέ τους.

Η κυρία Σοφία ηγέρθη, επροσπάθησεν εις μάτην να προφέρη καταληπτάς τινας λέξεις απολογουμένη, μας εκαληνύκτισε, χωρίς όμως να μας δώση την χείρα, και εξήλθε του δωματίου.

Ο Κ. Μελέτης έμεινεν ολίγα εισέτι λεπτά μεθ' ημών, προσπαθών να διασκεδάση την δυσάρεστον εντύπωσιν, την οποίαν επροξένησεν εις τον Νίκον η έκστασις της αδελφής του. Αλλά, μολονότι ο εξάδελφός μου απεκρίνετο με την απαιτουμένην ευγένειαν, ο γέρων ενόησεν ότι το καλλίτερον ήτο ν' αφήση το πράγμα να παρέλθη και να λησμονηθή αφ' εαυτού, ώστε, χωρίς να παρατείνη την συνδιάλεξίν, μας ηυχήθη καλόν ύπνον και μας αφήκε μόνους.

Ενώ ήνοιγεν εξερχόμενος την θύραν του δωματίου, είδα έξω εις την αίθουσαν την άκραν του φορέματος της Κυρίας Σοφίας. Επερίμενε τον αδελφόν της. Έκλεισα την θύραν μετά σπουδής. Εφοβήθην μη την ίδη και ο Νίκος.

Διατί και πόθεν η τοιαύτη μου μέριμνα, κ' εγώ δεν ηξεύρω. Αλλ' ο Νίκος είχεν επίσης ίδει την άκραν της εσθήτος και, δραμών ακροποδητί προς την θύραν, έκυψε και προσεκόλλησε τον οφθαλμόν του εις την κλειθρίαν. Ηγανάκτησα διά το άτοπον της πράξεως και επροσπάθησα να τον αποσύρω εκείθεν, αλλ' ήτο στερεός ως βράχος. Δεν ετόλμων να τον επιπλήξω υψών την φωνήν, διότι ήκουα έξω τον ψιθυρισμόν των δύο αδελφών.

Τι έλεγον;

Το εξομολογούμαι προς αίσχος μου η περιέργεια υπερέβαλε την χρηστοήθειαν. Επλησίασα κ' εγώ το αυτίον μου εις την χαραμμίδα της θύρας.

— Να μη τον ιδή η Ελένη, εψιθύριζεν η Κυρία Σοφία. Δι' όνομα Θεού, να μη τον ιδή! Θ' αποθάνη!

— Σιωπή! εψιθύρισεν ο Κ. Μελέτης.

— Ο ίδιος, απαράλλακτος! Οσάν να εβρυκολάκιασε!

— Σιωπή, επανέλαβεν ο γέρων, και απεμακρύνθησαν αμφότεροι.

Ο Νίκος ανωρθώθη. Ήτο κατακόκκινος.

— Την ήκουσας, είπε. Μ' επήρε διά βρυκόλακα! Και απεπειράθη να γελάση. Ήτο άγριος ο βεβιασμένος εκείνος γέλως του.

— Ησύχασε, αδελφέ, δεν είπε τούτο. Αλλά, επρόσθεσα, και αν το είπε, καλά έκαμε, διά να μάθης άλλην φοράν να γίνεσαι ωτακουστής!

Ωτακουστής δεν έγεινε μόνος ο Νίκος, αλλά, καθώς συνήθως συμβαίνει, αντί να επιπλήξω τον εαυτόν μου επέρριπτα εις εκείνον το σφάλμα. Όπως δήποτε, η ώρα δεν ήτο κατάλληλος διά μαθήματα ηθικής. Τουλάχιστον ο Νίκος ούτε ακρόασιν ούτε απόκρισιν έδωκεν εις τους λόγους μου, αλλά με τόνον φωνής μη επιδεχόμενον συζήτησιν:

— Να φύγωμεν, είπε. Να φύγωμεν απ' εδώ μίαν ώραν αρχήτερα!

— Καλά, Νίκο! Τώρα να φύγωμεν δεν είναι δυνατόν. Ας περάσωμεν την νύκτα και αύριον βλέπομεν. Ας πλαγιάσωμεν τώρα.

— Να πλαγιάσωμεν! Πού ύπνος;

Μετά κόπου και μόχθου τον έπεισα, όχι να κοιμηθή, αλλά να εκδυθή και να εξαπλωθή εις το στρώμα, διά να δώσω δε το καλόν παράδειγμα, ήρχισα να εκδύωμαι. Ανεφύη τότε νέον ζήτημα: Εις ποίαν κλίνην θα κοιμηθώ εγώ. Ήθελα να λάβη εκείνος την σιδηράν, διότι εφοβούμην μη αι σανίδες της άλλης χορεύουσαι την νύχτα επάνω εις τα τρίποδά των δώσουν νέαν αφορμήν ταραχής εις τα αρκούντως ήδη ταραγμένα νεύρα του. Αλλ' ο Νίκος δεν επείθετο. «Εγώ, ο εις ανάρρωσιν, έπρεπε να λάβω κατοχήν της καλλιτέρας κλίνης, — και τι θα έλεγεν η μήτηρ μου, — και επί τέλους χρεωστώ να τον υπακούω διότι ήτο μεγαλείτερος.» Ενέδωσα διά να δοθή πέρας εις την συζήτησιν, αφού όμως την παρεξέτεινα επίτηδες επί αρκετήν ώραν, επί σκοπώ να δώσω νέαν διεύθυνσιν εις τας σκέψεις του. Ενόμισα δε ότι το κατώρθωσα ιδών αυτόν επί τέλους εκθηλυκώνοντα τα κομβία του, και ήρχισα να ελπίζω ότι θα κοιμηθώμεν.

Αλλ' αγνοώ υπό τίνος σκέψεως κινούμενος, ο ευλογημένος, διέκοψεν αίφνης τας προς κατάκλισιν προετοιμασίας και, αφού πρώτον εκλείδωσε την θύραν, επεδόθη εις λεπτομερή εξέτασιν του δωματίου. Έως και τας κρεμαμένας σινδόνας ανεσήκωσε διά να ίδη μη κρύπτεταί τι υπό τας κλίνας. Αφού δε ηρεύνησε τα επί του πατώματος, ήρχισε να εξετάζη και τα επί των τοίχων. Παρηκολούθουν τας κινήσεις του εν σιωπή, μειδιών λάθρα διά την ανησυχίαν του.

Υπεράνω της κλίνης του εκρέμαντο επί του τοίχου τρεις εικόνες· εν τω μέσω η Παναγία, εκατέρωθεν δε ο άγιος Νικόλαος και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ. Κάτωθεν των εικόνων ήτο καρφωμένον επί του τοίχου, διά τεσσάρων καρφίων ορειχαλκίνων, ύφασμα επίμηκες κεντητόν. Εφαίνετο ότι ετοποθετήθη εκεί προς τιμήν των εικόνων υπό γυναικείας φιλαρέσκου χειρός. Το κέντημα δεν είχε τι το αξιοπερίεργον, αλλ' ο Νίκος το περιειργάζετο μετά πολλής προσοχής. Κρατών διά της αριστεράς του λύχνον, ανεσήκωνε διά της δεξιάς την μεταξύ των καρφίων πλευράν του υφάσματος βλέπων το υπό το κέντημα. Αίφνης γονατίζει επί της κλίνης, πλησιάζει τον λύχνον εις τον τοίχον και κύπτει την κεφαλήν διά να ίδη καλλίτερα. Έπειτα, χωρίς να προφέρη λέξιν, προσπαθεί διά των δακτύλων ν' αποσπάση του τοίχου το επί της κάτω γωνίας καρφίον.

— Τι κάμνεις εκεί; ηρώτησα πλησιάζων.

Το καρφίον δεν απεσπάτο ευκόλως.

— Τι είναι αυτά, Νίκο! Δεν αρκεί ότι ωτακουστούμεν, θ' αρχίσωμεν τώρα και ν' ανοίγωμεν τους τοίχους!

Ο Νίκος δεν απεκρίθη, αλλ' εξηκολούθησε την εργασίαν του. Το καρφίον ενδίδον εις τον κλονισμόν των δακτύλων του εχαλαρώθη βαθμηδόν και εξήχθη από τον τοίχον και από το κέντημα. Ο Νίκος, γονατιστός επί της κλίνης, ανεσήκωσε με την μίαν χείρα το ύφασμα, φωτίζων διά της άλλης τα υπ' αυτό. Ο τοίχος ήτο ζωγραφισμένος.

Ομολογώ ότι, υπό την πρόσφατον έτι εντύπωσιν του τρόμου και των ψιθυρισμών της Κας Σοφίας, και του μυστηρίου, του προφανώς αναγομένου εις την άγνωστον νέαν, της οποίας τον θάλαμον κατείχομεν, — κατά την ώραν εκείνην της νυκτός, — εν τω μέσω της σιωπής της ευρείας εκείνης αρχαίας οικίας, — υπό το φως του λύχνου τρέμοντος εις την χείρα του Νίκου, — ομολογώ ότι δεν έβλεπα με ψυχράν αδιαφορίαν την επί του τοίχου εικόνα, την οποίαν μετά δέους παρετήρει ο εξάδελφός μου.

Εντός περιθωρίου εκ σταυρών και κρανίων μικρών, εναλλάξ συνδεομένων εν είδει αλύσεως, η ζωγραφία παρίστα κτίριον μικρόν, οποίον τα εξοχικά παρεκκλήσιά μας. Αλλά δεν εφαίνετο απλούν παρεκκλήσιον. Ήτο τάφος. Επί των δύο φύλλων της θύρας του, υπό δύο σταυρούς, υπήρχε διπλή στήλη επιτυμβίου επιγραφής, αλλ' ως εκ των μικρών διαστάσεων ο ζωγράφος, μη δυνηθείς να χαράξη τας λέξεις, απεμιμήθη απλώς την παράστασιν των ψηφίων. Εκατέρωθεν της θύρας, επί της προσόψεως του μνημείου, ήσαν ζωγραφισμένοι δύο μεγαλείτεροι σταυροί, υπό έκαστον δε των σταυρών δύο οστά χιαστί, — κάτωθεν των οστών κρανίον, — και υπό έκαστον κρανίον έν ψηφίον κεφαλαίον, αριστερόθεν Μ και δεξιόθεν Ν.

Η εικών δεν ήτο έντεχνος. Είχε ζωγραφισθή επί του λείου εκεί τοίχου διά μελάνης, υπό χειρός όχι καθ' υπερβολήν εμπείρου. Αλλ' η ατέλεια αυτή της τέχνης επηύξανε την αγριότητα του απεικονίσματος, ιδίως περί την παράστασιν των δύο κρανίων. Τα άνισα ανοίγματα των οφθαλμών είχον τι το υπέρ φύσιν αποτρόπαιον. Αι γυμναί σιαγόνες διεστέλλοντο εις τρόπον ώστε τα άνευ χειλέων εκείνα στόματα εφαίνοντο γελώντα σατανικόν γέλωτα. Γύρω γύρω δε τα μεταξύ των σταυρών μικρά κρανία έβλεπον και εκείνα με τους κενούς των οφθαλμούς και εγέλων με τα άσαρκα στόματά των.

Η εικών ενέπνεεν αληθώς φρίκην!

Ο Νίκος δεν ηδύνατο ν' αποσπασθή από την θέαν της. Αλλά κ' εγώ μετά δυσκολίας εκυρίευσα την ταραχήν μου.

— Άφησε, είπα επί τέλους. Αρκετά εθαυμάσαμεν το καλλιτέχνημα τούτο.

Και απέσυρα διά της βίας από τα δάκτυλά του την άκραν του υφάσματος, το οποίον κατέπεσε και εκάλυψε την φρικώδη ζωγραφίαν.

Ο Νίκος κατέβη από την κλίνην και εκάθισεν επ’ αυτής. Ήτο κάτωχρος. Έλαβα εκ της χειρός του τον λύχνον και τον κατέθεσα επί της τραπέζης. Ήθελα να είπω τι διά να τον καθησυχάσω, αλλ' αι λέξεις δεν ανήρχοντο εις τα χείλη μου. Έλαβα μηχανικώς το καρφίον, το οποίον είχε πέσει επί της κλίνης και επροσπάθησα να το βάλω εις την προτέραν θέσιν του. Η εργασία αύτη με απησχόλησεν επί τινας στιγμάς.

— Ιδού, είπα, διωρθώθη το πράγμα και δεν θα εννοήσουν αύριον ότι διεσκεδάσαμεν την νύκτα αποκαλύπτοντες τα μυστικά των.

— Τι ήθελες να με φέρης εις αυτό το κατηραμένον μέρος! υπέλαβεν ο Νίκος. Αφότου εφθάσαμεν εις τον άγριον λιμένα του, προησθάνθην ότι κάτι κακόν μας περιμένει εδώ. Να φύγωμεν!

— Καλά, Νίκο! Είμεθα σύμφωνοι. Αύριον αναχωρούμεν.

— Αύριον! Πώς;

— Θα εύρωμεν κάτω εις την Σκάλαν κανέν καΐκι. Δεν εχάθη ο κόσμος.

— Καΐκι! Ελησμόνησες την υπόσχεσίν σου προς την μητέρα σου;

— Λοιπόν πώς να γείνη;

— Να ζητήσωμεν αλλού φιλοξενίαν. Έχει και άλλα χωρία εις την νήσον.

— Τούτο δεν γίνεται, Νίκο. θα είναι προσβολή μεγάλη διά τον Κ. Μελέτην. Ο άνθρωπος μας υπεδέχθη με τόσην καλοσύνην, τόσην προθυμίαν.

Εξηκολουθήσαμεν σχολιάζοντες επί ώραν πολλήν το πράγμα. Παρεδέχετο και ο Νίκος το άτοπον του να προσβληθή δωρεάν ο Κ. Μελέτης, αλλ' επ’ ουδενί λόγιο επείθετο να μείνωμεν μίαν ολόκληρον εβδομάδα εις την οικίαν του. Εις τούτο δεν αντέτεινα, διά λόγους, τους οποίους εθεώρησα περιττόν να διακοινώσω εις τον εξάδελφόν μου. Χωρίς να γνωρίζω τι μυστήριον κρύπτεται υπό την στέγην του Κ. Μελέτη, ήμην αρκούντως πεπεισμένος εξ όσων είδα και ήκουσα, ότι η παρουσία μας δεν ήτο βεβαίως ευάρεστος εις τον οικοδεσπότην και εις την αδελφήν του, και ότι η του Νίκου ιδίως ήτο επικίνδυνος διά την θυγατέρα του φιλοξενούντος ημάς. Έπρεπε ν' αναχωρήσωμεν, όχι χάριν των προλήψεων και των φόβων του εξαδέλφου μου, αλλά χάριν της θυγατρός του Κ. Μελέτη.

Αλλά πώς ν' αναχωρήσωμεν;

Μετά πολλά ευρέθη η ζητουμένη διέξοδος. Το ατμόπλοιον διά του οποίου ήλθομεν εις την νήσον επέστρεφεν εκ του γύρου του την νύκτα της μεθαύριον. Επιβιβαζόμενοι εις αυτό ηθέλομεν, ναι μεν, επανέλθει και πάλιν εις την νήσον εκ της οποίας σήμερον το πρωί ανεχωρήσαμεν, αλλ' εκείθεν ηδυνάμεθα την προσεχή εβδομάδα να επαναλάβωμεν την περιοδείαν, κατά το αρχικόν δρομολόγιόν μας. Θ' απορήσουν οι εκεί φίλοι διά την απροσδόκητον επάνοδόν μας, αλλά τούτο αδιάφορον. Ευρίσκομεν πρόφασίν τινα προς εξήγησίν της, χωρίς να εκθέσωμεν την υπόληψιν του Κ. Μελέτη ή της οικίας του. Το ουσιώδες είναι, έλεγα προς τον Νίκον, ότι ούτε βρυκόλακες υπάρχουν εκεί, ούτε γυναίκες νευρικαί, ούτε σταυροί και κρανία επί των τοίχων, και ότι περιορίζεται ούτως εις μόνην μίαν εισέτι νύκτα η διαμονή μας υπό την στέγην του Κ. Μελέτη.

Ο Νίκος, βλέπων ότι δεν ήτο δυνατόν να γείνη αλλέως, παρεδέχθη το σχέδιόν μου, διαμαρτυρόμενος όμως ότι δεν μένει περισσότερον και ότι, εάν εγώ μετανοήσω, εκείνος θ' αναχωρήση εξ άπαντος. Τούτο εγνώριζα ότι ήτο απειλή προς εκφόβισίν μου και ότι υπό ουδεμίαν περίστασιν δεν θα με απεχωρίζετο, αλλά τον εβεβαίωσα, ουχ ήττον, ότι δεν θα μετανοήσω και ότι μεθαύριον θ' αναχωρήσωμεν αφεύκτως.

— Τώρα λοιπόν ησύχασε, Νίκο, και κοιμήσου.

— Πώς θέλεις να κοιμηθώ με αυτά τα κρανία απ' επάνω μου!

— Όπως θέλεις, εγώ όμως θα κοιμηθώ.

Εξεδύθην και έπεσα εις τα μαλακά στρώματα της σιδηράς κλίνης, ενώ ο Νίκος εξηπλώθη με τα ενδύματά του επί της κλίνης του, με απόφασιν να μη σβύση τον λύχνον και να περιμείνη ούτω την ανατολήν του ηλίου.

Δ'.

Δεν έχω την συνήθειαν να κοιμώμαι με τον λύχνον καίοντα, αλλά δεν ήτο τούτο το εμποδίζον τον ύπνον να κλείση τα βλέφαρά μου. Ο νους μου ήτο εις την θυγατέρα του Κ. Μελέτη. Περί αυτής εσκεπτόμην. Διατί αν ιδή τον Νίκον θ' αποθάνη; Και διατί η εικών του Αγίου Νικολάου εις το δωμάτιόν της; Διατί προ πάντων το κεφαλαίον εκείνο Ν υπό τον σταυρόν και το κρανίον;

Επροσπάθουν ν' αναπλάσω διά της φαντασίας το άγνωστον δράμα, το οποίον υπέκρυπτον οι τρόμοι της Κυρίας Σοφίας και οι λόγοι του αδελφού της και η υπό το κέντημα εικών, αλλά δεν ηδυνάμην να καταλήξω εις συμπέρασμα ικανοποιούν την περιέργειάν μου. Αλλ' όμως πρέπει να εξεύρω τρόπον να διαφωτίσω το μυστήριον. Πώς; — Εσχεδίαζα προς τούτο μυρία σχέδια. Ενεφανίζοντο αλληλοδιαδόχως ως φάσματα ενώπιον μου η γραία υπηρέτρια, ο Γεώργης, ο Παντελής. Συλλαμβανόμενοι εις τα έντεχνα δίκτυά μου, απεκρίνοντο εις τας πλαγίας ερωτήσεις, τας οποίας επιτηδείως έθετα εις αυτούς· επρόδιδον άκοντες το μυστικόν. Αλλ' αι αποκρίσεις των δεν είχον σειράν ούτε νόημα και επανηρχόμην εις την αυτήν και πάλιν σύγχυσιν ιδεών. Ενύσταζα!

Επί τέλους, διά να καθησυχάσω την φαντασίαν μου, εσκέφθην ότι έχω δύο ημέρας εισέτι ενώπιόν μου και μίαν νύκτα, και ότι θα παρουσιασθή εις το διάστημα τούτο ευκαιρία να πληροφορηθώ την αλήθειαν, ώστε κλείσας τα βλέφαρα απεφάσισα να κοιμηθώ.

Αλλ' ο ύπνος δεν ήρχετο. Δεν ήρχετο δε διότι, κατά κακήν τύχην και ωσάν να μη ήρκουν τα άλλα, ηγέρθη αίφνης σφοδρότατος άνεμος και εβόυζε μαινόμενος περί τους τοίχους της οικίας, και εσύριζε σείων τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Ενίοτε μου εφαίνετο ότι κλονείται η οικία ολόκληρος και η κλίνη μου συγχρόνως. Ελυπούμην τον δυστυχή Νίκον αναλογιζόμενος οποίαν εντύπωσιν θα προξενή εις αυτόν η βοή της τρικυμίας. Τον παρετήρουν κρυφίως ημιανοίγων τα βλέφαρα. Έμενεν ακίνητος επί της κλίνης του, με τας χείρας σταυρωμένας υπό την κεφαλήν και τους οφθαλμούς ανοικτούς, προσηλωμένους εις την οροφήν. Δις ή τρις τους έστρεψε προς εμέ και μου απέτεινε ταπεινή τη φωνή τον λόγον, ερωτών εάν κοιμώμαι. Δεν απεκρίθην, προσποιούμενος ότι κοιμώμαι. Δεν είχα διάθεσιν διά συνομιλίαν. Και τι να είπω; Άλλως δε ησθανόμην σφοδρώς την ανάγκην ύπνου.

Επί τέλους απεκοιμήθην.

Δεν γνωρίζω προ πόσης ώρας εκοιμώμην ότε, εξαίφνης, ησθάνθην επί του ώμου μου ψυχράν και βαρείαν χείρα σείουσάν με. Ήνοιξα έντρομος τους οφθαλμούς και ανεκάθισα επί της κλίνης. Ο Νίκος ίστατο ενώπιον μου με τον δάκτυλον επί των χειλέων.

— Σιωπή, εψιθυρισε. Κάτι τρέχει εδώ. Άκουσε!

Τω όντι ηκούοντο έξω εις την αίθουσαν βηματισμοί ελαφροί και ψιθυρισμοί. Επήδησα εκ της κλίνης και έδραμα προς την θύραν αψοφητί.

Δυστυχώς, εις τας ατόπους πράξεις άμα γείνη άπαξ το πρώτον βήμα, τετέλεσται! πρό τινων ωρών ηγανάκτησα κατά του εξαδέλφου μου, ότε κατεσκόπευσε τον Κ. Μελέτην και την αδελφήν του, ηγανάκτησα δε και κατά του εαυτού μου, διότι τον εμιμήθην. Τώρα, εκόλλησα τον οφθαλμόν εις την κλειθρίαν, χωρίς καν να σκεφθώ ότι παρέβαινα τους κανόνας της χρηστοηθείας. Η αίθουσα εφωτίζετο υπό των πρώτων ακτίνων της αυγής, ενώ εντός του κλειστού δωματίου μας ο καίων εισέτι λύχνος διετήρει της νυκτός την χροιάν. Ο Κ. Μελέτης περιβεβλημένος μακρόν ποδήρες φόρεμα, με σκούφον νυκτικόν επί κεφαλής, διήρχετο την αίθουσαν επιστρέφων προς το δωμάτιόν του, εις δε το άκρον της αιθούσης, επί των πρώτων βαθμίδων της κλίμακος, δύο μορφαί γυναικείαι κατέβαινον. Ανεγνώρισα όπισθεν την Κυρίαν Σοφίαν. Η άλλη ήτο νέας γυναικός μορφή. Και αι δύο κατάμαυρα ενδεδυμέναι. Δεν ήσαν βεβαίως φαντάσματα ούτε εξωτικά. Τας ήκουσα βαθμηδόν απομακρυνομένας, μέχρις ου εκλείσθη μετά κρότου η εξώθυρα της οικίας.

Ότε εστράφην προς τα οπίσω, ο Νίκος όρθιος εν τω μέσω του δωματίου, εσταυροκοπείτο.

Είχεν αποκοιμηθή επί τέλους και αυτός, αλλά τον ανήσυχον ύπνον του διέκοψεν η εντός της οικίας κίνησις. Δεν είχεν εισέτι συνέλθει εντελώς εκ του ύπνου ότε, υπό το κράτος των νυκτερινών εντυπώσεών του, με εξύπνησε κατάτρομος. Την φοράν ταύτην ηδυνήθην άνευ προσποιήσεως να γελάσω διά τους φόβους του, βοηθούντος μάλιστα και του φωτός της ημέρας.

Έσβυσα τον λύχνον και ήνοιξα το παράθυρον διά να εισέλθη εντός του δωματίου ο καθαρός αήρ της αυγής και αι χαρμόσυνοι ακτίνες του ανατέλλοντος ηλίου.

Ο άνεμος είχε κοπάσει, ο δε ουρανός ήτο αίθριος. Ήτο μεγαλοπρεπής και ωραία η εκ του παραθύρου θέα! Η οικία ήτο εκ των σχηματιζουσών τον εξωτερικόν περίβολον του Κάστρου, έκειτο δε υπεράνω της κοιλάδος και απέναντι του αποκρήμνου ακρωτηρίου, το οποίον χθες, εις το φως της δείλης, μας επροξένησε τόσον πένθιμον εντύπωσιν. Ήδη, βλεπόμενον άνωθεν και φωτιζόμενον υπό του ηλίου, δεν είχε την χθεσινήν απαισίαν μορφήν του. Αλλ' ουχ ήττον και σήμερον είχε τι το άγριον και το επιβλητικόν η απότομος γραμμή την οποίαν διέγραφεν εις τον ουρανόν, βυθιζόμενον εκ τοσούτου ύψους εντός της θαλάσσης. Επί της κορυφής του ήστραπτε μακρόθεν υπό τας ακτίνας του ήλιου ταπεινόν τι λευκόν οικοδόμημα, κατά πάσαν πιθανότητα εξοχικόν παρεκκλήσιον.

Η καλλιεργημένη κάτω κοιλάς, βαθμηδόν ανυψουμένη, εστενούτο εις φάραγγα και απέληγεν εις πυκνόν ελαιώνα. Προς τα δεξιά, κάτωθεν του κρημνού επί του οποίου υπήρχε το Κάστρον, ελεύκαζον αι ολίγαι οικοδομαί της Σκάλας. Οι οφθαλμοί μου επλανώντο και επανεπαύοντο εις μυρίας χαριέσσας λεπτομερείας, αλλ' επανήρχοντο και πάλιν εις το φοβερόν απέναντι ακρωτήριον και εις το λευκόν επί της κορυφής παρεκκλήσιον.

Πέρα του ακρωτηρίου ηπλούτο η κυανή έκτασις του Αιγαίου, μακράν δε, διά μέσου της πρωινής ομίχλης, διεκρίνοντο κυαναί επίσης αι κορυφαί των απεχουσών νήσων.

Με απέσπασεν εκ της προσοχής, με την οποίαν επεξειργαζόμην το ποικίλον εκείνο πανόραμα, ήχος φαιδρός κωδώνων εκ παρακειμένης εκκλησίας. Με ανέμνησεν ότι η ημέρα ήτο Κυριακή.

Ε’.

Ότε, αφού ηυτρεπίσθημεν με την ησυχίαν μας, εξήλθομεν από το δωμάτιόν μας, εύρομεν τον Κ. Μελέτην εις την αίθουσαν, πίνοντα τον καφέν του. Μας εκαλημέρισε με ευπροσηγορίαν, εις την οποίαν ουδέν διεκρίνετο ίχνος των χθεσινών επεισοδίων, και κτυπήσας τας παλάμας εφώναξε, «Μαρία, Μαρία».

Η γραία υπηρέτρια μας έφερε τον καφέν.

— Πώς είναι η Κυρία Σοφία; ηρώτησα.

— Πολύ καλά, ευχαριστώ, απεκρίθη ο Κ. Μελέτης μειδιών. Απόδειξις δε, ότι εξήλθε πρωί πρωί με την θυγατέρα μου. Επήγαν να περάσουν την Κυριακήν των εις το Μοναστήρι των γυναικών.

Δεν εχρειάζετο πολύς νους διά να εννοήσω ότι η αποχώρησις αύτη της θείας και της ανεψιάς συνεβιβάσθη διά να μη ιδή τον Νίκον η Κυρία Ελένη. Το πράγμα εξοικονομήθη ούτω διά σήμερον. Τι άρά γε θα μηχανευθή διά την επαύριον;

— Λοιπόν, υπέλαβα, δεν θα έχωμεν την τιμήν και την ευχαρίστησιν να ίδωμεν την Κυρίαν θυγατέρα σας;

— Βεβαίως! Το εσπέρας θα επανέλθη. Με επεφόρτισε να σας ζητήσω συγγνώμην διά την απουσίαν της, αλλά θ' απολογηθή μόνη της το εσπέρας.

Το εσπέρας! Ας περιμείνω λοιπόν, εξ ανάγκης, έως το εσπέρας.

Μετά τον καφέν επορεύθημεν εις την εκκλησίαν, όπου οι Επίτροποι μας υπεδέχθησαν μετά πάσης τιμής, προσφέροντες και λαμπάδας, κατά το σύνηθες, επί δίσκου αργυρού, εις τον οποίον εφιλοτιμήθημεν να καταθέσωμεν τον οβολόν μας, «διά το λάδι της εκκλησίας».

Μετά την λειτουργίαν ολόκληρος η πρωία κατηναλώθη εις επισκέψεις. Ο Κ. Μελέτης μας ωδήγησε και μας παρουσίασεν εις όλας τας αρχάς και πάσας τας επισημότητας της νήσου.

Η εκτέλεσις του καθήκοντος τούτου με διεσκέδασε πολύ εις όσας άλλας νήσους επεσκέφθημεν. Μου εδίδετο ούτως αφορμή να γνωρίσω νέα πρόσωπα, πολλών εξ αυτών η γνωριμία συνετέλεσεν εις το ν' αποκαταστήση λίαν ευχάριστον την επί της πατρίδος των διαμονήν μας. Αλλ' ενταύθα ουδεμίαν εύρισκα ηδονήν εις τας χρεωστικάς ταύτας επισκέψεις. Ο νους μου ήτο αλλού, η δε απόφασις του ν' αναχωρήσωμεν την επαύριον μου αποκαθίστα όλως αδιαφόρους τας εφημέρους εκείνας γνωριμίας. Προς δε τούτοις επηύξανε την κακήν μου διάθεσιν και η αϋπνία της νυκτός. Ούτε ο Νίκος εφαίνετο καλλίτερον διατεθειμένος. Δεν ηδυνάμεθα όμως ν' αποφύγωμεν το επακόλουθον τούτο της τόσον ευγενώς παρεχομένης φιλοξενίας, ώστε επεσκέφθημεν αλληλοδιαδόχως τον Έπαρχον, τον Δεσπότην, τον Δήμαρχον, τον οικονομικόν Έφορον, τον Σχολάρχην, τον Ειρηνοδίκην, τον πρώην βουλευτήν, την σύζυγόν του απόντος νέου βουλευτού, και διαφόρους άλλους εκ των προκρίτων της νήσου.

Ήτο άρά γε όλως αυθόρμητος η ευγένεια του Κυρίου Επάρχου, όστις μας προσεκάλεσεν εις το δείπνον, διά να διέλθωμεν την εσπέραν εις την οικίαν του; Ήσαν όλως ειλικρινείς αι διαμαρτυρήσεις του Κ. Μελέτη, επιμένοντος να μας κρατήση εκείνος; Ο Έπαρχος δεν ενέδωκεν, ο δε Κ. Μελέτης συγκατετέθη επί τέλους, υποσχεθείς μάλιστα να μας συννοδεύση εις του Κυρίου Επάρχου.

Την μεσημβρίαν ο Κ. Μελέτης μας είχε γεύμα πολυτελές, εις το οποίον παρεκάθισαν καί τινες εξ εκείνων, τους οποίους προ ολίγης ώρας επεσκέφθημεν. Όλοι άνδρες. Η Μαρία και ο Παντελής υπηρέτουν μετά ζήλου, μαρτυρούντος διά της υπερβολής του το έκτακτον της περιστάσεως. Ο δε οικοδεσπότης προήδρευε μετ' αξιοπρεπείας, ως άνθρωπος συνειθισμένος εις πάσας τας υποχρεώσεις της φιλοξενίας.

Ήτο καθ' όλα αξιοπρεπής και επιβλητικός ο Κ. Μελέτης. Το παρουσιαστικόν του, οι τρόποι του, ο τόνος της φωνής του, η ενδυμασία του αυτή, προς δε και το προς αυτόν σέβας των άλλων νησιωτών, τα πάντα εμαρτύρουν την αρχοντικήν καταγωγήν του. Ήτο τύπος της ανέκαθεν εξευρωπαϊσμένης αριστοκρατίας των νήσων μας, όπου η διατήρησις των Βενετικών παραδόσεων και η συνεχής μετά ξένων επαφή, ως εκ της διά θαλάσσης επικοινωνίας, εμόρφωσαν ήθη και έθιμα μη ανευρισκόμενα εις την Στερεάν. Τώρα ταύτα πάντα εκλείπουν βαθμηδόν. Η εξάσκησις των συνταγματικών μας θεσμών και η επίδρασις του Πανεπιστημίου επιφέρουν ανάμιξιν κοινωνικήν και ισοπέδωσιν, αίτινες επί μάλλον και μάλλον καταστρέφουν τας παλαιάς — καλάς ή κακάς — ανισότητας. Ο Κ. Μελέτης ήτο εξηκοντούτης περίπου, Ισχνός, μετρίου αναστήματος. Τον ανεδείκνυεν όμως μεγαλείτερον το άκαμπτον του στήθους του και ο όρθιος λαιμός του, τον οποίον περιέδεε διά πολλών πτυχών ο καλώς εσφιγμένος λαιμοδέτης του. Ήτο ξυρισμένος τον πώγωνα και τα χείλη. Η όλη περιβολή του συνηρμόζετο προς το σοβαρόν της εκφράσεώς του και προς τον βαρύν της φωνής του τόνον, ότε ωμίλει εκφέρων βραδέως τας λέξεις. Δεν τον είδα να γελάση, αλλ', απεναντίας, εμειδία συχνάκις. Το μειδίαμά του όμως εφαίνετο προερχόμενον όχι εξ ευθυμίας, αλλ' εξ αβροφροσύνης και ευγενείας. Δεν εμειδίων ομού με τα χείλη και οι οφθαλμοί του.

Διαρκούντος του γεύματος η ομιλία περιεστράφη, ως εικός, εις τα περί της νήσου. Ο Νίκος, όστις ευτυχώς εφαίνετο λησμονήσας τα χθεσινά, εζήτει πληροφορίας από τον γείτονά του, ανεμίχθησαν δε και οι λοιποί συνδαιτυμόνες εις την συνομιλίαν και έκαστος προσέθετέ τι εις τον κατάλογον των αξιοθεάτων, όλοι δε εμεγαλοποίουν, νομίζω εκ πατριωτισμού, την αξίαν των οικοδομών ή των τοποθεσιών τας οποίας μας συνίστων να επισκεφθώμεν.

— Όλα καλά και αξιοπερίεργα, υπέλαβα εις απόκρισιν του τελευταίου λαλήσαντος, αλλά δυστυχώς δεν θα δυνηθώμεν να επισκεφθώμεν όσα μας λέγετε, διότι αναχωρούμεν αύριον.

Νομίζω ότι δεν ηπατήθην ιδών λάμψιν ευχαριστήσεως εις του Κ. Μελέτη τους οφθαλμούς, τους οποίους έστρεψε διά μιας προς εμέ. Αλλ' όμως μετά πολλής φυσικότητος προσεποιήθη έκπληξιν δυσάρεστον.

— Αύριον, ανέκραξε! Τούτο μόνον δεν γίνεται. Δεν σας αφίνομεν!

Όλοι περί την τράπεζαν επεκύρωσαν εντόνως του οικοδεσπότου τας διαμαρτυρήσεις. Ο Νίκος κ' εγώ εξεφράσαμεν την λύπην μας διά την μη, εξ ανάγκης, παράτασιν της διαμονής μας, εδώσαμεν δε πολλάς υποσχέσεις προσεχούς επανόδου. Η απόφασίς μας δεν εθεωρήθη ως τελειωτική, ουδ' ημείς δ' αφ' ετέρου ενομίσαμεν αναγκαίον να την διατρανώσωμεν δι' επισημοτέρου τρόπου.

Εν τούτοις εσχεδιάσθη το πρόγραμμα εκδρομής διά την αύριον, υπό την οδηγίαν του Κ. Σπυράκη, ανεψιού του Κ. Μελέτη, αναλαβόντος αυτοκλήτως και προθύμως τα χρέη ξεναγού.

Το γεύμα παρετάθη επί ικανήν ώραν. Μόλις δε απετελειώσαμεν, μετέβημεν, χάριν του καφέ, εις την αίθουσαν, καθό αερικωτέραν, ότε ήρχισαν αι αντεπισκέψεις όσων επεσκέφθημεν την πρωίαν. Ο Δεσπότης, ο Έπαρχος, ο οικονομικός Έφορος, ο πρώην βουλευτής, ο Ειρηνοδίκης, ο Δήμαρχος, οι πρόκριτοι όλοι της νήσου ήλθον να μας αντιχαιρετήσουν.

Ολόκληρον το απόγευμα κατηναλώθη ούτω. Και όμως ησθανόμεθα την ανάγκην, ο Νίκος κ' εγώ, να εξέλθωμεν ολίγον, να περιπατήσωμεν, να κινηθώμεν, ν' αναπνεύσωμεν. Τούτο εννοήσας ο Κ. Μελέτης επρότεινε, περί την δύσιν του ηλίου, εις τους πληρούντας την αίθουσαν φίλους να μας δείξουν τα ερείπια αρχαίου οικοδομήματος, εις ημισείας περίπου ώρας απόστασιν.

Εξήλθομεν λοιπόν πάντες ομού εις περίπατον, ομοιάζοντα ως εκ της πληθύος της συνοδίας προς εκδρομήν επιστημονικού συλλόγου. Θα ήτο προτιμότερον να ήμεθα μόνοι και ελεύθεροι, αλλ' η φιλοξενία επιβάλλει καθήκοντα εις τον δεχόμενον όσον και εις τον παρέχοντα αυτήν. Άλλως δε ο περίπατος ήτο τερπνός, η εσπέρα ωραία, η θέα μεγαλοπρεπής, ο αήρ ζωογόνος. Και τα ερείπια δε ήσαν αξιοπερίεργα, μολονότι, καθ' όσον ενθυμούμαι, αι αρχαιολογικαί διασαφήσεις του Κυρίου Σχολάρχου, όστις ήτο και αυτός εκ των της συνοδίας, μου εφάνησαν μάλλον φαντασιώδεις.

Επεστρέψαμεν από τον περίπατον πολύ εξώρας. Ο Κ. Μελέτης έβλεπεν ανά πάσαν στιγμήν το ωρολόγιόν του. Ότε επλησιάσαμεν εις το Κάστρον, εξέφρασε τον φόβον, ότι η Κυρία Επαρχίνα θ' ανησυχή, και επρότεινε να διευθυνθώμεν κατ' ευθείαν εις το Επαρχείον. Φυσικώ τω λόγω, δεν αντετείναμεν εις τούτο ο Νίκος κ' εγώ, αλλά δεν μου διέφυγεν ο υποκεκρυμμένος σκοπός του Κου Μελέτη, θέλοντος να μας απομακρύνη της οικίας του. Ενόησα ότι διά την σήμερον δεν υπάρχει ελπίς να πραγματοποιήσω τα σχέδιά μου προς εξιχνίασιν του μυστηρίου. Αλλ' αύριον θα εξευρεθή εξ άπαντος τρόπος προς ικανοποίησιν της περιεργείας μου, την οποίαν επηύξανε και η γενική πανταχού και παρά πάντων σιωπή ως προς την θυγατέρα του Κ. Μελέτη. Ούτε κατά τας διαφόρους επισκέψεις και αντεπισκέψεις, ούτε κατά το γεύμα, ούτε βραδύτερον εις του Επάρχου, ουδείς ηρώτησε τον Κ. Μελέτην περί της Κυρίας Ελένης. Εφαίνετο ως αν υπήρχε γενική τις συνεννόησις, όπως μη γείνη λόγος περί αυτής ενώπιόν μας.

Η Κυρία Επαρχίνα, ήτις δεν είχε παρουσιασθή κατά την πρωινήν μας επίσκεψιν, μας υπεδέχθη μετά προθύμου και αφελούς φιλοφροσύνης, μη αποκρούουσα τους εκ προοιμίων επαίνους των λοιπών προσκεκλημένων διά την επιτυχίαν της κοτόπηττας, περί την κατασκευήν της οποίας διέπρεπεν, ως φαίνεται, καθό Ρουμελιώτισσα. Το δείπνον ήτο αξιόλογον, η κοτόπηττα εδικαίωσε πληρέστατα την φήμην της Κυρίας Επαρχίνας, αι προπόσεις εις υγείαν παρόντων και απόντων δεν είχον τέλος, αι περί την τράπεζαν συνομιλίαι ήσαν ζωηραί, και η ώρα παρήλθε, μέχρι βαθείας νυκτός, χωρίς να το εννοήσωμεν.

Επί τέλους ο Κ. Μελέτης ευηρεστήθη να μας υποδείξη ότι ηδυνάμεθα να αναχωρήσωμεν.

Ο Κ. Σπυράκης υπεσχέθη ότι θα έλθη το πρωί να μας παραλάβη και συνοδεύση, καθώς συνεφωνήθη, διά να ίδωμεν τα αξιοπερίεργα της νήσου.

Την θύραν μας ήνοιξε και πάλιν η γραία υπηρέτρια. Η Κυρία Σοφία δεν εφάνη, έτι δε ολιγώτερον η Κυρία Ελένη. Εις απάντησιν ερωτήσεως του Κ. Μελέτη, απορούντος δήθεν διά την μη εμφάνισίν των, η Μαρία τον επληροφόρησεν ότι αι κυρίαι εκοιμήθησαν.

Το καθ' ημάς, νομίζω ότι θα εκοιμώμεθα την νύκτα εκείνην, και αν έτι ήρχοντο όλα της νήσου τα εξωτικά να στήσουν χορόν εντός του δωματίου μας. Τόσον είμεθα νυσταγμένοι! Ο Νίκος, αρυόμενος θάρρος εκ της περί αναχωρήσεως αποφάσεώς μας, εξηπλώθη υπό τας σινδόνας της κλίνης του και εντός ολίγου εκοιμώμεθα και οι δύο βαθέως.

ΣΤ’.

Το πρωί ο Κ. Σπυράκης ήλθεν από τα εξημερώματα. Έκρουσεν επί αρκετήν ώραν την θύραν μας, μέχρις ου κατορθώση να μας εξυπνήση και λάβη απόκρισιν ότι εντός ολίγου θα ήμεθα έτοιμοι.

Δεν είχομεν εξηγηθή ότι θα έλθη τόσον ενωρίς και δεν δύναμαι να αποκρύψω ότι, δυσαρεστηθείς διά το πρόωρον εξύπνημα, τον έστειλα εις τον διάβολον. Ούτε αναλαμβάνω να διαβεβαιώσω ότι δεν συμπεριέλαβα εις την αποστολήν και το σεβαστόν πρόσωπον του Κ. Μελέτη, διότι ήμην πεπεισμένος ότι εκείνος διωργάνωσε και τα της εκδρομής ταύτης. Αλλά μη έχων την ελαχίστην διάθεσιν να υποβληθώ βλακωδώς εις τας μηχανορραφίας του, είχα σχηματίσει κ' εγώ από χθες το σχέδιόν μου, διά να υποσκάψω το ιδικόν του. Εννοείται όμως ότι δεν το εξεμυστηρεύθην εις τον εξάδελφόν μου.

— Νίκο, είπα προς αυτόν, ενώ εγερθείς ήδη επλύνετο και με επέπληττε διά την οκνηρίαν μου. Δεν είμαι εις τα καλά μου σήμερον. Προτιμώ να μείνω εδώ. Πήγαινε συ με τον Κύριον Σπυράκην.

Το να προφασισθώ αδιαθεσίαν, ύστερον από τα δύο ατελεύτητα χθεσινά γεύματα, δεν ήτο δύσκολον. Το δύσκολον ήτο να πείσω τον Νίκον να με αφήση μόνον. Καθ' όλην την διάρκειαν της περιοδείας ουδ' επί στιγμήν με απεχωρίσθη Είχεν υποσχεθή εις την μητέρα μου να μ' επιβλέπη και προσέχη διαρκώς. Και να με αφήση τώρα μόνον! Και πού; Εις την κατηραμένην εκείνην οικίαν!

Επί τέλους και μετά πολλά τον κατέπεισα, ότε ο Κ. Σπυράκης ηρώτησεν έξωθεν εάν είμεθα έτοιμοι. Ο Νίκος του ήνοιξε την θύραν και εισήλθε μετά του Κ. Μελέτη εντός του δωματίου. Ηπόρησαν και οι δύο ιδόντες με εισέτι κατάκοιτον. Ο οικοδεσπότης μάλιστα μόλις ηδυνήθη να υποκρύψη την δυσαρέσκειάν του υπό την ευγένειαν των τρόπων του. Η αγγελία ότι ήμην αδιάθετος τον συνωφρύωσεν. Προσεποιήθη ότι ανησυχεί περί της υγείας μου, αλλά δεν εξηπατώμην εγώ· εγνώριζα πού ν' αποδώσω την ανησυχίαν του. Διά να τον καθυσηχάσω έσπευσα να προσθέσω ότι, και άνευ εμού, ο Νίκος θα περιέλθη την νήσον με τον Κ. Σπυράκην. Το ψυχρόν μειδίαμα του γέροντος δεν επρόδωσε την ενδόμυχον ευχαρίστησίν του.

— Αλλ' όμως δεν θ' αναχωρήσετε απόψε, είπε.

— Λυπούμαι, απεκρίθην, ότι δεν δυνάμεθα να σας ευχαριστήσωμεν ως προς τούτο. Πρέπει αφεύκτως να φύγωμεν.

Επανέλαβε τας χθεσινάς διαμαρτυρήσεις, αλλ' ιδών το αμετάθετον της αποφάσεώς μας, την απεδέχθη μετά λύπης, απαιτών όμως υπόσχεσιν ότι θα επανέλθωμεν άλλοτε. Έδωκα άνευ δυσκολίας την ζητουμένην υπόσχεσιν, αλλ' ο Νίκος ετήρησε σιωπήν αξιοπρεπή.

Εν τούτοις ο Κ. Σπυράκης προέτρεπε τον εξάδελφόν μου να μη βραδύνουν περισσότερον. Μας απεχαιρέτων δε και οι δύο, ότε ο Κ. Μελέτης αποτεινόμενος προς τον ανεψιόν του:

— Αφού, είπεν, οι κύριοι θέλουν και καλά να φύγουν απόψε, προς τι να λάβη τον κόπον ο Κύριος Μαιμάς να επιστρέψη και πάλιν εις το Κάστρον; Το απλούστερον είναι να καταβήτε απ' ευθείας εις την Σκάλαν, όπου ερχόμεθα και ημείς προς συνάντησίν σας. Αντί δε να δειπνήσωμεν εδώ βιαστικά, στέλλω το δείπνον κάτω εις το καφενείον και τρώγομεν εκεί με την ησυχίαν μας, χωρίς να έχωμεν τον φόβον μη δεν προφθάσωμεν το ατμόπλοιον.

Εθαύμασα κατ' εμαυτόν το έντεχνον του νέου τούτου συνδυασμού του Κ. Μελέτη!

Ο Νίκος ηρώτησε τότε τον Κ. Σπυράκην κατά ποίαν ώραν υπολογίζει ότι θα ευρεθούν εις την Σκάλαν. Επανέλαβεν εκείνος λεπτομερώς τα του ήδη γνωστού προγράμματος, υπολογίζων πόση ώρα απαιτείται από σταθμού εις σταθμόν, και εβεβαίωσεν ότι θα φθάσουν κάτω εις τον λιμένα προ της δύσεως του ηλίου.

— Πόθεν, ηρώτησα, θα καταβήτε εις την Σκάλαν;

Ο Κ. Σπυράκης εκτείνας την χείρα προς το ανοικτόν παράθυρον απεκρίθη:

— Από το ακρωτήριον άντικρυ· ο δρόμος δύσκολος, αλλ' εις τον κατήφορον δεν παίρνει πολλήν ώραν.

— Και πόσην ώραν θέλει επάνω από τα υψώματα, απ' εδώ έως την άκραν εκείνην;

— Μίαν ώραν περίπου.

— Καλά! Εάν το απόγευμα έχω διάθεσιν διά περίπατον, έρχομαι και σας ενταμώνω εκεί. Εις τας πέντε· όχι αργότερα. Όποιος φθάση πρώτος περιμένει τους άλλους.

— Σύμφωνοι, ανέκραξεν ο Νίκος.

— Πώς λέγεται το μέρος, διά να ηξεύρω εάν χάσω τον δρόμον;

— Θα σας δώσω οδηγόν, υπέλαβεν ο Κ. Μελέτης, εάν επιμένετε να υπάγετε έως εκεί.

— Ευχαριστώ. Επιθυμώ πολύ να ίδω την θέαν από το ύψωμα εκείνο.

— Φαίνεται ο κόσμος όλος απ' εκεί, είπε μετά θαυμασμού ο Κ. Σπυράκης.

— Πώς λέγεται το μέρος; τον ηρώτησα και πάλιν.

Ο Κ. Σπυράκης έστρεψε το βλέμμα προς τον Κ. Μελέτην προτού αποκριθή εις την ερώτησίν μου.

— Τα Δύο Αδέλφια, είπεν.

— Λοιπόν εις τας πέντε, επανέλαβεν ο Νίκος.

Οι δύο οδοιπόροι μας απεχαιρέτησαν και μετ' ολίγον ηκούσθη ο κρότος των ποδών των ημιόνων των επί της στενής λιθοστρώτου οδού.

Ο Κ. Μελέτης με παρεκίνησε ν' αναπαυθώ όσον θέλω και με επληροφόρησεν ότι, οπόταν ετοιμασθώ, θα τον εύρω αναγινώσκοντα έξω εις την αίθουσαν.

Ζ'·

Πράγματι δεν εβιάσθην. Ο Κ. Μελέτης ανεγίνωσκε μετά προσοχής τας εφημερίδας των Αθηνών, τας οποίας είχε φέρει προχθές το ατμόπλοιον. Μετά τας συνήθεις φιλοφρονήσεις και αφού τον διεβεβαίωσα ότι η αδιαθεσία μου δεν ήτο αξία λόγου, με επρότεινε να εξέλθωμεν εις περίπατον μικρόν, μέχρις ου ετοιμασθή εντός ολίγου το γεύμα.

— Δεν θα ίδωμεν τας κυρίας προ του γεύματος; ηρώτησα.

— Εάν αγαπάτε, βεβαίως, είπεν ο Κ. Μελέτης εγειρόμενος.

Ηγέρθην κ' εγώ.

— Με συγχωρείτε, επρόσθεσε, να ίδω εάν είναι εις το δωμάτιόν των.

Έμεινα μόνος. Επί τέλους το κατώρθωσα, θα την ίδω την μυστηριώδη Κυρίαν Ελένην! Η επιδεξιότης μου ενίκησε την πονηρίαν του πατρός της! Επερίμενα την επιστροφήν του αγαλλόμενος κατ' εμαυτόν διά την επιτυχίαν μου.

Δεν επερίμενα πολλήν ώραν.

— Ορίσατε, είπεν ο Κ. Μελέτης επιστρέψας εις την αίθουσαν.

— Θα σας παρακαλέσω μόνον, επρόσθεσε σταθείς εν τω μέσω της αιθούσης, να μη αναφέρετε ενώπιον της θυγατρός μου το όνομα του εξαδέλφου σας.

Προτού ανοίξη την θύραν του δωματίου εις το οποίον με ωδήγει, εστάθη και πάλιν.

— Θα ιδήτε ότι η κόρη μου δεν είναι πολύ ομιλητική…

Διεκόπη και εδίστασεν, ως αν ήθελε να είπη πλειότερα, αλλά δεν είπε τίποτε και ήνοιξε την θύραν.

— Ορίσατε!

Εισήλθομεν εντός του δωματίου.

Η Κ. Σοφία διακόψασα το ράψιμόν της ηγέρθη και ελθούσα προς ημάς μου έτεινε φιλοφρόνως την χείρα, ερωτώσα μετά πολλού ενδιαφέροντος περί της υγείας μου. Δεν ηξεύρω τι και πώς απεκρίθην. Οι οφθαλμοί μου ήσαν προσηλωμένοι εις την νέαν, προς την οποίαν επλησίασεν ο Κ. Μελέτης.

Εκάθητο πλησίον του παραθύρου, με βιβλίον ανοικτόν επί των γονάτων. Κύψας την κεφαλήν ο Κ. Μελέτης εψιθύρισέ τι προς αυτήν, έπειτα στρεφόμενος προς εμέ.

— Η κόρη μου, είπε.

Επλησίασα και την εχαιρέτισα. Η νέα ηγέρθη βραδέως, μου έτεινε βραδέως την χείρα, ως αν ήτο κόπος πάσα της κίνησις, και τα χείλη της βραδέως επρόφερον:

— Καλώς ωρίσατε.

Μόλις ηκούετο η φωνή της.

Συνέβαλεν άρά γε εις την βαθείαν εντύπωσιν, την οποίαν μου επροξένησεν η καλλονή της, η άφατος μελαγχολία η απεικονιζομένη εις την όλην μορφήν της, εις πάσαν της κίνησιν;

Ήτο απλουστάτη η πένθιμος ενδυμασία της, αλλά δεν απέκρυπτε την χάριν του ωραίου της αναστήματος. Ήτο υψηλή, οι δε ώμοι της, ως αρχαίου αγάλματος, χαριέντως προσκλίνοντες από τον ευλύγιστον λαιμόν της μέχρι των αρμών των βραχιόνων, έδιδον εις το παράστημά της τύπον ευκινησίας όλως αντιθέτου προς την βραδύτητα των αψύχων κινήσεών της.

Έφερεν επί κεφαλής μανδήλιον μαύρον αμελώς δεμένον υπό τον πώγωνα, το δε πένθιμον τούτο περιθώριον περιέκλειε πρόσωπον σιτόχρουν ωοειδές, κανονικώτατον. Το ήσυχον βλέμμα των μεγάλων μαύρων οφθαλμών της υπό τας μακράς και πυκνάς βλεφαρίδας των, τα ωχρά άνευ μειδιάματος χείλη της, εξέφραζον λύπην βαθείαν, αλλά λύπην σιωπηλήν, μη επιζητούσαν παρηγορίαν, ούτε επιδεκτικήν παρηγορίας, λύπην με την οποίαν ζη τις και με την οποίαν θ' αποθάνη.

Μ' εγοήτευσεν η θέα της, καθώς γοητεύει η θέα εικόνος ευσεβούς ή σεμνού αγάλματος. Η όψις της ενέπνεε την συμπάθειαν και επέβαλε το σέβας. Το παν περί αυτήν ήτο ως αν έλεγε: Δεν είμαι του κόσμου τούτου!

Η Κυρία Σοφία επανέλαβε την ομιλίαν, επιδεξίως και μετά πολλής ευχερείας μεταβαίνουσα από έν αντικείμενον εις άλλο, την υπεβοήθει δε και ο Κ. Μελέτης, ει και μετρών τας λέξεις κατά την συνήθειάν του. Προσεπάθουν κ' εγώ επίσης, το κατά δύναμιν, να μη αφήσω την συνδιάλεξιν να διακοπή, αλλά βεβαίως ούτε σήμερον δύναμαι, ούτε τότε αμέσως θα ηδυνάμην να είπω περί τίνος ήτο ο λόγος.

Η Κυρία Ελένη δεν είπε λέξιν, μέχρις ου εγερθείς, διά να προετοιμάσω δήθεν τα πράγματά μας, απεχαιρέτισα τας κυρίας και εξήλθα του δωματίου.

Παρηκολούθει άρά γε τας ομιλίας μας; Επρόσεχε; Δεν γνωρίζω.

Γνωρίζω μόνον ότι εκλείσθην εις το δωμάτιόν μου πλήρης μελαγχολίας, με την εικόνα της ωραίας εκείνης τεθλιμμένης νέας ανεξαλείπτως εντυπωμένην εις τον νουν μου. Ησχυνόμην διά την περιέργειάν μου. Τι δικαίωμα είχα εγώ ν' αναμιχθώ εις την άγνωστον λύπην της σεβασμίας ταύτης οικογενείας; Διατί ν' αποκαλύψω το μυστικόν της; Η συναίσθησις του ατόπου της πολυπραγμοσύνης μου μετετρέπετο εις οργήν κατά του καθηγητού, όστις μας έστειλε να διαταράξωμεν την ησυχίαν της πένθιμου οικίας του Κ. Μελέτη Μετά πόσης φροντίδας μετά πόσης στοργής και αυτός και η αδελφή του περιέβαλλον την ύπαρξιν της δυστυχούς νέας, κ' εγώ, αντί να σεβασθώ το πένθος το οποίον τους επεσκίαζε, μετεβλήθην εις ωτακουστήν και εμηχανώμην σχέδια προς αποκάλυψιν πραγμάτων, τα οποία επί τέλους ήσαν ξένα δι' εμέ!

Εβάδιζα άνω και κάτω εντός του δωματίου, μεμφόμενος την διαγωγήν μου και καταδικάζων την αδιακρισίαν μου.

Ήνοιξα το παράθυρον διά να διασκεδάσω τας σκέψεις μου διά της θέας της φαιδράς κοιλάδος και της κυανής θαλάσσης. Το άγριον απέναντί μου ακρωτήριον ανεκάλεσεν εις την μνήμην μου την μετά του Κ. Σπυράκη και του Νίκου συμφωνηθείσαν εκεί συνάντησιν. Ιδού το καλλίτερον μέσον προς διασκέδασιν της μελαγχολίας, η οποία μ' εκυρίευεν. Ο περίπατος θα με απασχολήση ευαρέστως, επεσπεύδετο δε ούτω και η αναχώρησίς μου από την οικίαν, όπου συνησθανόμην ότι, και άνευ του Νίκου, απέβαινεν οχληρά η παρουσία μου.

Ητοιμάσθην λοιπόν και εξήλθα του δωματίου προς ανεύρεσιν του Κ. Μελέτη, ο οποίος ανέλαβεν ευγενώς την φροντίδα να στείλη τα κιβώτιά μας εις την Σκάλαν. Μεθ' όλας δε τας παρακλήσεις μου να μη ενοχληθή, μου ανήγγειλεν ότι θα καταβή και ο ίδιος διά να μας φιλεύση και αποχαιρετίση.

Ηθέλησε να με αποτρέψη από τον περίπατον μέχρι του ακρωτηρίου, προτείνων να καταβώμεν ομού μετ' ολίγον απ' ευθείας εις την Σκάλαν, αλλ' ιδών ότι δεν μετεπειθόμην με εσύστησε, τουλάχιστον, να μη υπάγω πεζός διά να μη κουρασθώ. Ουδ' εις τούτο επείσθην, αλλ' ουχ ήττον ο φιλόξενος γέρων διέταξε τον Παντελήν να με συνοδεύση, σύρων διά παν ενδεχόμενον και έν ζώον προς ανάβασιν.

Η'.

Η οδός παρηκολούθει την κορυφήν των υψωμάτων, τα οποία, περικυκλούντα την πεδιάδα, ήρχιζον από το Κάστρον και απέληγον εις το απέναντι αυτού ακρωτήριον. Καθ' όλον της πορείας το διάστημα έβλεπα κάτωθέν μου την φαιδράν καλλιεργημένην κοιλάδα και πέραν αυτής την θάλασσαν, εκ δε του άλλου μέρους εφαίνοντο τα ευρέα της νήσου οροπέδια κλίνοντα βαθμιαίως προς το πέλαγος. Αι οικίαι δύο χωρίων και μία μεγάλη μονή εφαίνοντο μακρόθεν, εις ικανήν απόστασιν.

Ο αήρ της θαλάσσης, το άρωμα των σχίνων, η ταχυτέρα ως εκ της ασκήσεως κυκλοφορία του αίματος, τα πάντα συνετέλουν εις το να με ζωογονήσουν. Εβάδιζα ταχέως και απελάμβανα πλήρη την ηδονήν του ωραίου εκείνου εσπερινού περιπάτου, αι δε μελαγχολικαί εντυπώσεις μου, χωρίς ουδαμώς ν' αποσβεσθούν, έπαυον όμως να πιέζουν ως πρότερον την φαντασίαν μου.

Ο Παντελής με παρηκολούθει σύρων το ζώον του.

Ότε επλησιάσαμεν εις την άκραν, η ομαλή μέχρι τούδε οδός στενουμένη μετεβλήθη εις ανήφορον επί μάλλον και μάλλον τραχύν και απότομον, ανερχόμενον λοξοειδώς διά της πλευράς του βράχου μέχρι της κορυφής του. Μετ' ολίγον διεκλαδούτο καταβαίνουσα, διά κλίσεως καθέτου σχεδόν, εις την κοιλάδα, προς το μέρος της Σκάλας. Ο ανήφορος εξακολουθών εγίνετο δύσβατος καθ' υπερβολήν και επικίνδυνος. Η ατραπός παρηκολούθει την οφρύν του βράχου. Οι κρημνοί κάτωθέν μου ήσαν φοβεροί, εκ δε του ύψους εκείνου έβλεπα την θάλασσαν αφρίζουσαν εις τους πόδας των και ήκουα τον ήσυχον ρόχθον της. Ο Παντελής πλησιάσας με επρότεινεν ν' αναβώ εις το ζώον του, αλλ' ηρνήθην θεωρών ασφαλέστερον να εμπιστευθώ εις τους ιδικούς μου πόδας ή εις τους πόδας της ημιόνου του. Ανέβαινα ασθμαίνων, ακουσίως δε ανελογιζόμην ότι ήμην εισέτι εις ανάρρωσιν. Ανά παν βήμα ήλπιζα ότι θα ίδω την κορυφήν και το επ’ αυτής παρεκκλήσιον, αλλ' ούτε η κορυφή εφαίνετο εισέτι, ούτε το παρεκκλήσιον, το δε βάδισμά μου εγίνετο εξ ανάγκης επί μάλλον και μάλλον βραδύτερον.

Επί τέλους εφάνη η κορυφή, συγχρόνως δε, προς άκραν μου ευχαρίστησιν, είδα εις μικράν απόστασιν τον Νίκον και τον Κ. Σπυράκην, οι οποίοι, αναβάντες εκ του αντιθέτου μέρους, ίσταντο ενώπιον του μικρού παρεκκλησίου. Δεν εστράφησαν προς ημάς. Δεν μας ήκουσαν. Ο νότιος άνεμος, από τον οποίον μας επροφύλαττον μέχρι τούδε τα πλευρά του βράχου, εσύριζεν εκεί επάνω ανεμπόδιστος. Ηθέλησα να φωνάξω προς αυτούς, αλλ' η φωνή δεν εξήρχετο εκ του ασθμαίνοντος στήθους μου.

Ο Νίκος έβλεπε το παρεκκλήσιον. Τι παρετήρει μετά τόσης προσοχής;

Ήμεθα όλως διόλου πλησίον, ότε ο Κ. Σπυράκης ακούσας βήματα εστράφη προς ημάς και ήλθεν εις συνάντησίν μου. Έστρεψε και ο Νίκος την κεφαλήν, αλλά δεν εσάλευσε. Εξέτεινε την χείρα και με προσεκάλεσε σιωπηλώς να πλησιάσω. Επλησίασα. Τότε ενόησα διατί η προσήλωσίς του.

Η επί του τοίχου του δωματίου μας εικών ήτο πιστή παράστασις του παρεκκλησίου εκείνου. Εκατέρωθεν της θύρας του ήσαν ζωγραφισμένοι διά μαύρης βαφής δύο μεγάλοι σταυροί, υπό έκαστον σταυρόν δύο οστά χιαστί, υπό τα οστά κρανίον, υπό δε το κρανίον τα αυτά κεφαλαία γράμματα, Ν αριστερόθεν και Μ δεξιόθεν. Μόνον το εκ σταυρών και κρανίων περιθώριον δεν υπήρχεν επί του παρεκκλησίου. Η επί των φύλλων της θύρας επιγραφή, αποσβεσθείσα εκ της βροχής και των ανέμων, δεν ανεγινώσκετο πλέον. Ιδού η κλεις του μυστηρίου! Ηδυνάμην επί τέλους ενταύθα να πληροφορηθώ την αλήθειαν! Αλλά δεν ετόλμων να εκφέρω την ερώτησιν, η οποία μου ήρχετο εις τα χείλη.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings