← Table of contents
Αττικαί ημέραι

Front matter

Reading edition

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Footnotes have been converted to endnotes and are included in (). I have also added explanation of words in endnotes. These are included in [].// Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και περικλείονται σε (). Έχω προσθέσει στο τέλος του βιβλίου επεξηγήσεις λέξεων. Αυτές έχουν σημειωθεί με [].

Πρώτη σελίδα
Πρώτη σελίδα

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΑΝΝΙΝΟΥ

ΑΤΤΙΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΙΩΑΝΝΟΥ Ν. ΣΙΔΕΡΗ 46 ΟΔΟΣ ΣΤΑΔΙΟΥ — ΜΕΓΑΡΟΝ ΑΡΣΑΚΕΙΟΥ 1920

Pro domo et progenie

Ότε προ ημερών, κατ' επιθυμίαν του εκδότου κ. Ιωάννου Ν. Σιδέρη, ηθέλησα να επιθεωρήσω την παρούσαν δευτέραν έκδοσιν των _«Αττικών Ημερών»_, αποφασισθείσαν ένεκα της προ πολλού επελθούσης ολοσχερούς εξαντλήσεως της πρώτης, ευρέθην εις περιέργως δύσκολον θέσιν. Τα έργα εξ ών αποτελείται ο παρών τόμος ενεφανίσθησαν μεν προ εικοσιπενταετίας, ότε εγένετο η πρώτη έκδοσίς των εις βιβλίον, αλλά τα πλείστα εξ αυτών άγουν ηλικίαν ακόμη μεγαλυτέραν, δημοσιευθέντα μεμονωμένως εις το «Μη χάνεσαι», εις το «Άστυ», εις την «Εστίαν», εις την «Εβδομάδα» και εν γένει εις τα διάφορα σατυρικά φύλλα, τα φιλολογικά περιοδικά και τας εφημερίδας της τότε εποχής. Επανέβλεπα λοιπόν τους φιλολογικούς μου τούτους γόνους με το αλλόκοτον συναίσθημα πατρός επαναβλέποντος μετά μακροχρόνιον απουσίαν τα τέκνα του αμετάβλητα αφ' ότου τα είχεν αφήσει, λάλα δηλαδή και φλύαρα και άτακτα και λογοπαικτούντα ανοήτως και μυκτηρίζοντα με περισσήν ιταμότητα τους πάντας και τα πάντα.

Δεν με ηνώχλει μόνον η παράκαιρος αύτη ζωηρότης, η διατελούσα εις τόσον τραγικήν αντίθεσιν προς την στρυφνήν ακαμψίαν του γεννήτορος, σαβανωμένου μέσα εις τα σύννεφα της αθυμίας, όσα επεσώρευσαν επάνω του ο διαρρεύσας χρόνος και αι περιπέτειαι του βίου. Με επτόει και η ιδέα της ευθύνης, την οποίαν ανελάμβανα εμφανίζων τους μικρούς αυτούς ασχημονούντας πιερρότους μέσα εις την σεμνήν πανήγυριν της συνεσφιγμένης σοβαρότητος, με την οποίαν ποζάρει τόσον αξιοπρεπώς η ελληνική κοινωνία, η ελληνική διάνοια και η ελληνική τέχνη.

Το περιβάλλον εντός του οποίου συνελήφθησαν και εγεννήθησαν τα εν λόγω μικρά ζιζάνια ήλλαξεν έκτοτε σχεδόν καθ' ολοκληρίαν. Τα πάντα ρει, όπως εγνωμάτευσεν ο αρχαίος φιλόσοφος, παρεκτός ίσως συχνάκις του νερού της Δεξαμενής. Εντός του τελευταίου αυτού τετάρτου αιώνος μετεβλήθησαν τα ήθη, τα έθιμα, αι ιδέαι, η δίαιτα και όλοι οι πρότεροι όροι της ζωής. Πώς να εμφανισθή, λόγου χάριν, ο αξιότιμος κύριος Ζαχαρίας παραδαρμένος με το ψηλόν του καπέλλον, το οποίον σήμερον φορούν μόνον εις τας επισήμους τελετάς και εις τας κηδείας; Και πώς να παρουσιασθή χωρίς να ωχριάση από εντροπήν το κόκκινον φέσι της αξιεράστου συνεύνου του κυρίας Θεοδώρας, το οποίον όχι εις το πολυτελές μοδιστράδικον του αξιοτίμου κ. Σωκράτη, αλλ' ούτε εις το Δημοπρατήριον δεν τολμά να εκτεθή προς πώλησιν ανάμεσα εις τις παληές κλειδαριές και τα σκουριασμένα χαντζάρια; Πώς να ισχυρισθή ο πτωχός φοιτητής της φιλολογίας ότι τρώγει τζιεράκια και τουλουμοτύρι, εδέσματα τα οποία διημφισβήτουν προ ολίγων μηνών οι πεντακοσιομέδιμνοι με τα πεντακοσάρικα εις τα χέρια;

Αμή το λεκτικόν; οι δυστυχισμένοι ήρωες των διηγηματίων μου φθέγονται — Παναγία μου! ποίος λέγει ή ποίος γράφει πλέον σήμερον <φθέγγονται>! — κάποτε αλλοκότως διά την σημερινήν εποχήν, μεταχειριζόμενοι εις τας εκφράσεις των και κανένα ρηματικόν τύπον της αρχαίας γλώσσης, από εκείνους οπού εμάνθανον αι περασμέναι γενεαί εις την γραμματικήν του Γενναδίου, και οπού εμεταχειρίζοντο και οι γραμματισμένοι της εποχής του Αγώνος, και οπού εννοούσαν εξαίρετα και ο Κολοκοτρώνης και ο Καραϊσκάκης και ο Κανάρης. Αλλ' αυτό είνε λογιωτατισμός! είνε σχολαστικισμός ! . . . Είνε δόγμα πλέον ότι με την αρχαιότητα δεν πρέπει να έχωμεν καμμίαν σχέσιν — άμμες δε γ' εσμέν! — παρά μόνον όταν πρόκειται να διεκδικήσωμεν εν ονόματι των προγόνων κληρονομικά δικαιώματα. Έχομεν, βλέπετε, και τους ξένους λογίους και γλωσσολόγους, οι οποίοι ρητώς μας το απαγορεύουν. Με το δικαίωμα της φιλικής και συμμαχικής κηδεμονίας δεν μας επιτρέπουν να πάρωμεν ούτε ένα τύπον ούτε μίαν λέξιν από την αρχαίαν γλώσσαν, ενώ αυτοί έχουν πάρει από αυτήν, διά να πλουτίσουν την ιδικήν των, όρους και λέξεις με το τσουβάλι.

Ώστε τι έπρεπε να γίνη; Διόρθωσις καμμία εις τέτοιον χάος δεν εχώρει. Να επιχειρήσω να μεταφέρω τα πρόσωπα και τα πράγματα εις την σημερινήν εποχήν, ν' αλλάξω την σκηνοθεσίαν, να τα τοποθετήσω μέσα εις νέον περιβάλλον, με νέαν αντίληψιν, με νέαν διανοητικότητα, με νέους κοινωνικούς όρους και νέας συνηθείας; Αλλά το τοιούτο θα ισοδυνάμει με την παράκρουσιν κάποιου καλλιτέχνου, όστις διενοήθη κάποτε να ζωγραφίση τους Αποστόλους του περιφήμου πίνακος του Δα Βίντσι καθημένους περί την τράπεζαν του Μυστικού Δείπνου με φράκον και με άσπρον λαιμοδέτην! Άρα δεν έμενε τίποτε άλλο παρά να τα εγκαταλείψω και να τ' αφήσω ριγμένα εις τους Αποθέτας [1] της αφανείας και της λήθης.

Αλλά μία φωνή μυστική προερχομένη από τα βάθη των φιλοστόργων και μακροθύμων πατρικών σπλάγχνων εσταμάτησε πάσαν μου απόφασιν.

«Διατί — μου είπεν η φωνή — να θέλης να φανής σκληρός τύραννος και να παίξης πρόσωπον Βρούτου, γονέως αδυσωπήτου; Αυτός δα είνε κι' αν είνε αναχρονισμός, αφού τον δόλον της Μηδείας δεν στέργουν να παίζουν πλέον ούτε αυταί αι απηρχαιωμέναι πρωταγωνίστριαι. Κάθε έργον τέχνης, όσον ταπεινόν και ευτελές και αν είνε, είνε προϊόν της εποχής οπού εγράφη. Διατηρεί μέσα του κάτι τι από το χρώμα της, από τον ρυθμόν της ζωής της, από τας έξεις της, από τας σκέψεις της. Εάν έχη ζωήν να ζήση, θα ζη πάντοτε εντός εκείνης της ατμοσφαίρας. Σε βεβαιώ ότι και αυτά τ' αριστουργήματα των αιώνων δεν εξαιρούνται αυτού του φυσιολογικού κανόνος. Και σου αναφέρω ένα παράδειγμα: Εις την Ιλιάδα, όταν πρόκειται ν' αλληλοσπαραχθούν δύο ήρωες, σκυλοβρίζονται πρώτα στα γερά και έπειτα πιάνουν κουβέντα και διά την γενεαλογίαν των, όπως ο Τυδείδης και ο Γλαύκος και ο Πάτροκλος και ο Σαρπηδών. Κόπιασε τώρα και εις τα σημερινά ήθη και φαντάσου δύο λογίους, οι οποίοι πρόκειται να μονομαχήσουν εις το Γουδί ερίζοντες περί του αριστείου και πριν εκτείνουν τα ραβδωτά των πιστόλια εναντίον αλλήλων, αρχίζουν ενώπιον των μαρτύρων των να παινεύωνται και ο ένας να λέγη τον αντίπαλόν του κατσικοκλέφτην, ο δε άλλος να κομπάζη ότι είνε απόγονος κάποιας ζακυνθινής κοντέσσας οπού επωλούσε μαστίχα και δαφνόλαδο!

»Βέβαια μερικαί λεπτομέρειαι, μερικοί υπαινιγμοί αναφερόμενοι εις τα πρόσωπα, εις τα γεγονότα, εις τας συνηθείας της εποχής οπού υπάρχουν εις το βιβλίον σου, θα φανούν ακατάληπτοι εις τους σημερινούς αναγνώστας, οι οποίοι προς διαφώτισίν των θα είνε υποχρεωμένοι — αν αξίζη τον κόπον — να προστρέχουν εις την μνήμην των πρεσβυτέρων, ή εις τας εφημερίδας και τα περιοδικά δημοσιεύματα της εποχής εκείνης. Αλλά τι με τούτο; Μήπως όταν φυλλομετρούμεν σήμερον παλαιούς τόμους του Charivari, και κυττάζωμεν τας γελοιογραφίας του Gavarni πρέπει ν' αγανακτούμεν, επειδή απεικονίζονται εις αυτάς αι κυρίαι φέρουσαι κρινολίνα και καπελλίνα με φιόγκους και οι κύριοι τα χωνοειδή ψηλά καπέλλα και τας σφηνοειδείς ρεδιγκότας της εποχής του Λουδοβίκου Φιλίππου;

»Όσον διά την γλώσσαν, μη πολυσκοτίζεσαι. Επέρασεν ήδη ένας αιών και πλέον οπού σπαράσσεται το έθνος με αυτό το ζήτημα, χωρίς να κατορθώση να το λύση. Είσαι βέβαιος τάχα ότι μετά μίαν δεκαετίαν θα εξακολουθή να επικρατή η ιδία γλώσσα, η οποία φαίνεται σήμερον επικρατούσα; Είνε πεπρωμένον κάθε ελληνική γενεά να πλάττη και ιδικήν της γλώσσαν, έως ότου κατορθώσωμεν αισίως ν' ανεγείρωμεν αντικρύ του Παρθενώνος τον πύργον της Βαβέλ προς αΐδιον δόξαν της εθνικής ενότητος.

»Παύσε, χριστιανέ μου, τας τραγικότητας και άφησε αυτά τα κακορρίζικα πλάσματα να ξαναϊδούν το φως του ηλίου».

Τα επιχειρήματα ταύτα, συνηγορούσης και της πατρικής μεροληψίας, μ' έπεισαν και έλαβα εις το τέλος την ηρωικήν απόφασιν ν' αφήσω τα έργα αυτά να εκδοθούν και πάλιν όπως είχαν.

« — Ας μείνουν αδιόρθωτα, είπα· μήπως άλλως τε δεν μένουν αδιόρθωτα χρόνια τώρα τόσα και τόσα πράγματα, όπως οι Βασιλικοί Σταύλοι, το Ωρολόγιον του Πανεπιστημίου και ο Ποινικός Νόμος;

»Δεν θ' αλλάξω από αυτά ούτε ένα _ν_, το οποίον και αυτό, καθώς φαίνεται, τείνει με τας νέας γλωσσικάς θεωρίας να εξαλειφθή εκ του ελληνικού αλφαβήτου.

Αθήναι, Ιανουάριος του 1920.

Μπάμπης Άννινος

εικόνα
εικόνα

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΣΜΟΣ

Tην επομένην θαυμαστήν και ψυχωφελεστάτην διήγησιν την ήκουσα από το στόμα του φίλου μου Παρασκευά Ιερεμιάδου, βοηθού του αριστερού ψάλτου ενός των ναών της πόλεως, βοηθού ενός φαρμακοποιού και βοηθού του γραμματοδιδασκάλου εκπαιδευτηρίου τινός. Πλουσιοπάροχος εις βοηθείας προς τον πλησίον ο φίλος μου αναμένει διά τον εαυτόν του την εξ ύψους βοήθειαν, και αι οπαί των αγκώνων του με απύλωτον στόμα διαλαλούν ότι το ισοζύγιον εις τα οικονομικά του είνε ό,τι θα ήτο περίπου στίχος του Λαμαρτίνου εντός βιβλίου λογαρίθμων.

Είχομεν γνωρισθή, διότι εγευματίζομεν εις το αυτό εστιατόριον. Μας εχώριζε μία τράπεζα και μας συνήνουν η γενναιότης και η εγκαρτέρησις, μεθ' ής κατηναλίσκομεν τα προϊόντα της μυστηριώδους μαγειρικής του εστιατορίου. Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι η γενναιότης του φίλου μου ήτο ασυγκρίτως ηρωικωτέρα της ιδικής μου. Οσάκις ελάμβανεν ανά χείρας τον κατάλογον, δεν έρριπτε το βλέμμα εις την απαρίθμησιν των εδεσμάτων, αλλ' εις τας αντικρύ εκάστου σημειουμένας τιμάς. Τα ψητά, το μπιφτέκι, οι ιχθύες, η βραστή όρνιθα και τα λοιπά οπωσούν ακριβά φαγητά, ών η τιμή περιστρέφεται περί την δραχμήν, ήσαν δι' αυτόν το Διαβαλαγιρί της δαπάνης, ύψος δυσθέατον, μέχρι του οποίου δεν ετόλμα ν' ανέλθη· κατήρχετο λοιπόν ταπεινώς εις το χθαμαλόν πεδίον των 40 ή 50 λεπτών, καταβροχθίζων το περιεχόμενον πινακίων βαθυκοίλων, συνιστάμενον εις τεμάχιον απαλού και γλοιώδους κρέατος πλέοντος εντός λίμνης εμβάμματος κοκκινοβαφούς, ως να είχεν αύτη παρασκευασθή διά μίλτου [2] . Ο ξενοδόχος, οσάκις ηρωτάτο, απεκρίνετο πάντοτε δογματικώς μετά καθησυχαστικού μειδιάματος ότι το χρώμα προήρχετο από την σάλτσαν της ντομάτας· εγώ όμως φρονώ αδιστάκτως ότι το έμβαμμα εκείνο ηρυθρία εξ αισχύνης, βλέπον τον ασυνείδητον ξενοδόχον εξασκούντα το επάγγελμα της Λοκούστας εν πλήρει ΙΘ' αιώνι, υπό την σκέπην του Συντάγματος και του Ποινικού Νόμου. Αι ουγγαρίαι, τας οποίας συχνά και με λαιμαργίαν κατήσθιεν ο κ. Παρασκευάς, ως να ήτο προσωπικός εχθρός του Φραγκίσκου Ιωσήφ, τις οίδεν οποίον πληθυσμόν μυστηριώδη μικροσκοπικών Μαγυάρων περιείχον. Τα δε σηκωτάκια και άλλα εντόσθια, τηγανιστά ή μαγειρευμένα, ών το υποκοριστικόν όνομα συνεδυάζετο εναρμονίως με τον υποβιβασμόν της τιμής, ήσαν δι' αυτόν βρώμα [3] κατ' εξοχήν προτιμητέον. Ώστε μεταξύ των πολλών αλύτων φιλοσοφικών ζητημάτων των περιδινουμένων εις το πνεύμα μου κατά τας ώρας της ρέμβης ήσαν και τα εξής δύο σοβαρώτατα και ανεξιχνίαστα: α') με τι θα ετρέφετο ο κ. Παρασκευάς Ιερεμιάδης αν η φύσις δεν ήθελε προικίσει τα εσθιόμενα υπό των ανθρώπων τετράποδα με σπλήνα, με ήπαρ ή με έντερα; — β') ποίον θα ήτο το ετήσιον έλλειμμα του φαρμακείου, εις ό παρείχε την βοήθειάν του αν αι χρησιμεύουσαι προς καθαρισμόν του στομάχου του ποσότητες καθαρτικών εχορηγούντο εις αυτόν δωρεάν;

Ετρώγομεν αντικρύ αλλήλων. Πεπροικισμένος ο Παρασκευάς με οδόντας άρκτου, με φάρυγγα στρουθοκαμήλου και με όρεξιν πάντοτε Βαρούχ αφυπνιζομένου μετά τον εβδομηκονταετή ύπνον του προ τραπέζης εστρωμένης, ετελείωνε το γεύμα του πολύ προ εμού. Δεν έφευγεν όμως· έμενεν εις την θέσιν του ελλοχών εμέ και μόλις με ήθελεν ιδεί αποθέτοντα οριστικώς το μαχαίριον, δι' ού είχον καθαρίσει τον τελευταίον καρπόν και εξάγοντα την σιγαροθήκην μου, επεχείρει τρομακτικήν έφοδον κατά του ακουστικού μου τυμπάνου, την οποίαν ήτο αδύνατον ν' αποφύγω, διότι άλλως θα ήμην πραγματικώς άκρον άωτον.

Την ημέραν εκείνην ο χονδρός υπηρέτης Μανώλης, κάμνων τον λογαριασμόν παρακαθημένου κυρίου, επέθηκε τας στιβαράς τυλώδεις [4] χείρας του επί της τραπέζης, ής το έν άκρον ηνωρθώθη εκ του βάρους και τα εν αυτή σκεύη ανεπήδησαν μετά παρατεταμένης απηχήσεως.

— Κινείται το τραπέζι! ανέκραξα εγώ αστεϊζόμενος. Φευ! ακριβά έμελλον να πληρώσω τον αστεϊσμόν μου. Ο κ. Παρασκευάς αμέσως ήρπασε την επιφώνησίν μου.

— Μου συνέβη μία ιστορία πολύ περίεργος χθες με το τραπέζι, μου είπεν· άκουσέ την.

Και ο Ιερεμιάδης με ύφος θρηνώδες, όπερ αφεύκτως είχε μεταδοθή εκ του γενάρχου του, ποιητού των εν Βαβυλώνι θρήνων, εις όλους τους απογόνους της οικογενείας, ήρχισεν ως εξής:

* * *

— Γνωρίζεις ότι κατοικώ εις Κολωνάκι.

Δεν εγνώριζα τίποτε, αλλά προς ευχαρίστησίν του και παρηγορίαν του, διά να φανή ότι υπήρχε και κάποιος γνωρίζων την κατοικίαν του επισήμου αυτού υποκειμένου, ένευσα καταφατικώς.

— Κατοικώ λοιπόν εις το Κολωνάκι, εξηκολούθησεν, εις οδόν αβάπτιστον ακόμη, την οποίαν όμως προ πολλού εγώ απεκάλεσα οδόν Γολγοθά.

Εμάντευσε την απορίαν μου και την ανερχομένην εις τα χείλη μου ερώτησιν, πριν ανοίξω δε το στόμα απήντησε:

— Θα μ' ερωτήσης διατί την αποκαλώ τοιουτρόπως; Άκουσε, φίλε μου, και κρίνε. Είνε πέντε έτη τώρα όπου κατοικώ και καθ' εκάστην ανανεούται απαράλλακτον το μαρτύριόν μου, απέναντι του οποίου τα πάθη του Σωτήρος είνε μηδαμινά. Κανείς δεν υπέφερέ ποτε τόσα καθ' εκάστην! . . .

Και εστέναξε θλιβερώς.

— Άφες τας παρεκβάσεις, του είπα.

— Ανεκδιήγητα είνε τα βάσανά μου, εξηκολούθησεν ο Ιερεμιάδης, εις την γωνίαν εκείνην της Σιβηρίας, την οποίαν περιλαμβάνουν αι Αθήναι χωρίς να το γνωρίζουν. Δεν δύναμαι να σοι διηγηθώ ποσάκις συνέτριψα τους πόδας μου επιστρέφων την εσπέραν με βαθύτατον σκότος εις την κατοικίαν μου, ποσάκις συνήψα μάχας εκ του συστάδην με τον άγριον σκύλον του λαχανοπώλου, ποσάκις ετρόμαξα μη εμπέσω εις συμμορίαν λωποδυτών. Μίαν φοράν μάλιστα συνελήφθην και εγώ ως λωποδύτης παρά τινος κλητήρος πλανηθέντος κατ' εκείνα τα μέρη, όστις μοι εζήτησε σπίρτον διά ν' ανάψη το σιγάρον του, εγώ δε αφηρημένος του προσέφερα το σπίρτον του καμινέτου, το οποίον είχον αγοράσει προ ολίγου από τον μπακάλην. Μίαν φοράν ολίγον έλειψε να κατασυντριβώ υπό τους τροχούς μιας αμάξης και προς ανταπόδοσιν, αλλά χωρίς να το θέλω, κατεπλάκωσα εγώ μίαν άμαξαν.

— Πώς τούτο; ηρώτησα απορών.

— Ιδού πώς. Ο αμαξηλάτης είχε κατέλθει· οι φανοί της δεν ήσαν αναμμένοι και έπεσα πλαγίως επάνω εις τ' άλογα, τα οποία ετρόμαξαν, επήραν τον κατήφορον και η άμαξα πεσούσα εντός χάνδακος ανετράπη. Αλλά, και αν έλειπε το σκότος και οι λωποδύται και οι κλητήρες και αι πτερωταί στρατιαί των κωνώπων και αι αιμοβόροι φάλαγγες των κορέων, μένει η κυρά Αγγέλω και φθάνει.

— Ποία είνε αυτή; ηρώτησα.

— Η σπιτονοικοκυρά μου. Μη πλανηθής από το όνομα· ουδέποτε έγινε μεγαλυτέρα του ευφημισμού κατάχρησις. Ο Εύξεινος απέναντί της είνε πινάκιον κρέμας και αι Ευμενίδες αδελφαί του Ελέους. Ενώπιον αυτής, καθημένης πάντοτε προ της εισόδου, ως φρούριον εκ σαρκός, είνε ηναγκασμένοι να διέρχωνται πτήσσοντες οι ταλαίπωροι ενοικιασταί της, Από της δευτέρας ημέρας του μηνός περιμένει το ενοίκιο του επιόντος· και ως να είχε σπουδάσει επιμελέστατα την θεωρίαν του Λαβάτερ, παρατηρεί την φυσιογνωμίαν εκάστου και προσπαθεί να εξαγάγη χρησμόν περί της πληρωμής του ενοικίου. Την προτελευταίαν του μηνός το βαρόμετρον της όψεώς της προμηνύει θύελλαν. Την τελευταίαν το πορφυρούν πρόσωπον της κυράς Αγγέλως φεγγοβολεί ως ηφαίστειον· προς την εσπέραν επακολουθεί η έκρηξις και αλλοίμονον εις τον άθλιον εκείνον, όστις τον όρθρον της πρώτης του νέου μηνός ευρέθη υπό την λάβαν της οργής της!

Ήτο λοιπόν προχθές η τελευταία του μηνός. Είπα έν δειλόν «καλησπέρα» διερχόμενος προ αυτής και έλαβα εις απάντησιν ένα γρυλλισμόν και έν βλέμμα δυνάμενον να μεταβάλη εις τέφραν τον ανδριάντα του Φεραίου. Εισήλθον εις το δωμάτιόν μου μετά φρίκης αναλογιζόμενος την επιούσαν. Μου επήρχοντο ακουσίως εις το πνεύμα αι αναμνήσεις της πολιορκίας του Μεσολογγίου, του αποκλεισμού των Παρισίων και άλλαι παραπλήσιαι ιστορικαί σελίδες. Έπλαττον σχέδια ηρωικής αντιστάσεως και ήνοιξα μάλιστα το ερμάριόν μου διά να ίδω την προμήθειαν των τροφίμων μου. Φευ! αχρείος τις ποντικός είχε καταβροχθίσει το διά το δείπνον μου προωρισμένον τεμάχιον του τυρού και εξ οίκτου ή εξ υπερηφανείας μοι είχεν αφήσει την μερίδα του άρτου. Η έξοδος ήτο αναγκαία την επαύριον. Σημειωτέον ότι ώφειλον τρεις και ημίσειαν δραχμάς εκ του ενοικίου του παρελθόντος μηνός και ήμην εντελώς απένταρος . . .

— Λεπτομέρειαι τοιαύται είνε περιτταί, τω παρετήρησα, διότι υπονοούνται.

— Αίφνης, εξηκολούθησεν ο κ. Παρασκευάς, ήκουσα κρουομένην την διά του συρτού κεκλεισμένην επιμελώς θύραν του δωματίου μου. Ανεσκίρτησα, αλλ' εκ του τρόπου της κρούσεως και της ηχησάσης όπισθεν της θύρας ηπίας φωνής καθησύχασα. Ήτο η φωνή του κατοικούντος εις το παρακείμενον δωμάτιον συνοίκου μου κ. Λεοντίου Λαγουδάκη. Χρηματίσας υπάλληλος είς τι υπουργείον, έχει τώρα σύνταξιν εκ δραχμών 47 κατά μήνα και, αφού επί εικοσιπέντε έτη έτρεμε προ του τμηματάρχου του, τώρα τρέμει προ της οικοδεσποίνης του. Ο κ. Λαγουδάκης εξοδεύει έξ ώρας και δέκα λεπτά την ημέραν εντός του καφενείου των Ευ φρονούντων· τας έξ ώρας προς ανάγνωσιν όλων των εφημερίδων, τα δέκα λεπτά προς πληρωμήν ενός καφέ γλυκούς και βραστού. Καταναλίσκων όλας ανεξαιρέτως τας στήλας όλων των σελίδων ο κ. Λαγουδάκης γνωρίζει την παγκόσμιον κίνησιν. Γνωρίζει τι φρονούν εν τω μεγάρω του Αγίου Ιακώβου περί του ζητήματος του Κόγκου, γνωρίζει πού πωλείται το καλύτερον χαβιάρι, αν και δεν αγοράζει ποτέ εξ αυτού, γνωρίζει ποίας τροπολογίας υποβάλλει εις τα νομοσχέδια η αντιπολίτευσις και πόσους οπαδούς έχει ο κ. Κανόβα δε Καστίλλο. Έν δεν γνωρίζει μόνον, πώς ν' αποφύγη την οργήν της κυράς Αγγέλως, όταν χύνη το πρωί την λεκάνην έξω από το παράθυρον, διά να μη εξέλθη έξω και κρυολογήση. Διά να την εξευμενίση δε ανακοινοί προς αυτήν τα νέα της ημέρας. Η κυρά Αγγέλω πλέκει την κάλτσαν της και τον ακούει μετά προσοχής· επί τέλους τω λέγει:

— Λοιπόν έτσι! . . . αυτόν τον Κόρδονα . . . πώς τον είπες; που τον επιάσανε εκεί κοντά στο Μύλο;

— Όχι δα! εις τον Νείλον.

— Ας είνε! Σε παρακαλώ πολύ όμως, κύριε Λαγουδάκη, να μη χύνης νερά μέσα εις την αυλή. Δεν έχεις ποδάρια να πας να το χύσης έξω, καλότυχε; . . . Μπα!. . . .

Ήκουσα λοιπόν την μελίρρυτον φωνήν του γείτονός μου λέγουσαν:

— Γείτονα! έχεις ένα σπίρτο;

Φευ! ήτο τούτο το απαράβατον προοίμιον του γείτονός μου, οσάκις βαρυνόμενος την μόνωσιν επόθει να έλθη εις ομιλίαν μετ' εμού· ήτο η πρώτη εχθροπραξία κατά της ησυχίας μου. Το σπίρτον εκείνο εγίνετο πάντοτε αφορμή ν' ανάψη πολύωρος συζήτησις, παρατεινομένη πολλάκις μέχρι του μεσονυκτίου.

Του ήνοιξα την θύραν και εισήλθε.

— Καλησπέρα, κύριε Παρασκευά, μοι είπεν· έχεις εργασίαν;

— Όχι, απήντησα, κάτι ήθελα να γράψω, αλλά δεν πειράζει.

— Πάντοτε εις την μελέτην, πάντοτε σιμά εις το τραπέζι σας, αι; . . . Αλήθεια, δεν μου λέγεις; . . . άκουσες αυτά οπού γίνονται με τα τραπεζάκια;

— Κάτι ήκουσα κ' εγώ, πράγματα πολύ παράξενα.

— Είδα πολλά να γράφουν εις τας εφημερίδας και ήθελα να κάμω μίαν δοκιμήν.

— Μα πιστεύεις, κύριε Λαγουδάκη, ότι τα τραπέζια κινούνται;

— Να σε ειπώ, φίλε μου, απήντησεν ο κ. Λαγουδάκης, αναλαβών σοβαρόν ήθος. Έχω λόγους περισσοτέρους από καθένα να το πιστεύσω. Κανείς δεν είχε ποτε τόσας σχέσεις με τραπέζι όσας εγώ. Εικοσιπέντε έτη έγραφα επάνω του. Όλα εκινούντο εκεί μέσα εις το υπουργείον. Εκινούντο οι βουλευταί, οι οποίοι περιήρχοντο ως αυθένται μέσα εις τα δωμάτια, εκινείτο ο τμηματάρχης μου, όστις έπασχεν από νευρικόν νόσημα, εκινείτο το χέρι μου ακατάπαυστα, αλλά το τραπέζι δεν εκινείτο. Μίαν ημέραν, και εγώ δεν ηξεύρω πώς, θαρρώ πώς είχα πιθώσει ένα χονδρόν βιβλίον επάνω του, εκινήθη και αυτό αοράτως, έπεσεν επάνω εις το πόδι μου και μ' εσακάτεψεν· από τότε χωλαίνω.

Ήμην έτοιμος να γελάσω διά το κωμικόν επεισόδιον του κ. Λαγουδάκη, αλλ' ο γέλως επάγωσεν εις τα χείλη μου. Είχα ακούσει τας συρομένας εμβάδας [5] της κυράς Αγγέλως! . . .

— Καλώς τα κουβεντιάζετε! είπεν εμφανιζομένη η κυρά Αγγέλω· τι ομιλίες έχετε;

— Ορίστε, κυρά Αγγέλω, απήντησα με τόνον όσον το δυνατόν προσηνή, θέλων δε να εξιλεώσω την Μέγαιραν κατέβαλον προσπάθειαν υψίστην και προσέθηκα αστεϊζόμένος: Θέλομεν να κάμωμεν μαγικά με το τραπέζι· ορίστε και σεις, αν αγαπάτε.

Η κυρά Αγγέλω εισήλθε και η έδρα έτριξε θλιβερώς υπό τον ελεφάντειον όγκον του σώματός της.

— Κάτι μου έλεγεν η κυρά Γεώργαινα αντίκρυ, είπε, διά το τραπεζάκι, πως άλλο δεν κάμνουν εις όλην την Αθήνα το βράδυ, άλλα τέτοια πράγματα εγώ δεν τα πιστεύω.

— Πώς! ανεβόησα έκπληκτος, δεν πιστεύεις, κυρά Αγγέλω, ότι ο μαγνητισμός, ο ηλεκτρισμός, ο ηλεκτρομαγνητισμός εν ενί λόγω μεταδιδόμενος διά της θερμουργού επαφής των δακτύλων παράγει αυτήν την πνευματικήν έξαψιν των πνευμάτων;

Και ο κ. Παρασκευάς προσέθηκε μετριοφρόνως λαλών προς εμέ:

— Αυτή, ξεύρετε, είνε η ιδική μου θεωρία επί του φαινομένου τούτου.

— Είνε εξαίσιος και πρωτότυπος, απήντησα εγώ· εξακολουθήσατε.

Ο κ. Παρασκευάς ανέλαβε την διήγησίν του.

— Χαμπάρι δεν έχω απ' αυτά, είπεν η κυρά Αγγέλω. Τα τραπέζια δεν κινούνται από τη θέσι τους και άκουσε ένα πράγμα. Είνε έξ χρόνια τώρα· πριν πιάσης του λόγου σου αυτό το δωμάτιον, εκατοικούσε ένας φοιτητής της ιατρικής. Έδωκε εξετάσεις, επήρε το δίπλωμά του και ήθελε να φύγη. Μου εχρεωστούσε δυόμιση δραχμάς από το νοίκι. — Σαν επιστρέψω, κυρά Αγγέλω, σου τες δίδω, μου είπεν, ή σου τες στέλνω από την πατρίδα μου. Ήτον από την Ευρυτανία, σημειώσετε! — Κυρ Γιάγκο, του λέγω, εγώ δεν τ' ακούω αυτά· ή μου δίδεις τους παράδες ή σου κρατώ το τραπέζι. Ήθελε να μου κάμη παλληκαριές. — Θα το πάρω! . . . — Δεν το παίρνεις. — Εις το ύστερο έβγαλα με τες σπρωξιές από την πόρτα και αυτόν και τους Μανιάτες, πού είχε φέρει για να σηκώσουν τα πράγματα. — Δεν θα κινηθή το τραπέζι σου από εκεί, του λέγω, αν δεν μου φέρης τες δυόμιση. . . .

— Χμ! Χμ! ανέκραξα ακουσίως εγώ βήχων, διότι ησθάνθην ότι οι λόγοι της κυράς Αγγέλως ως ρομφαία δίστομος έπλησσον και εμέ.

— Κόρακας! απήντησεν αφελώς στρεφομένη προς εμέ η κυρά Αγγέλω — ήτις είχε την ευγενή συνήθειαν ν' αποτείνη τοιαύτας χαριεστάτας και τρυφερωτάτας αποστροφάς — εννοήσασα ίσως την αιτίαν της βηχός μου. Και εξηκολούθησε με βλέμμα βλοσυρόν και με χειρονομίαν παγώσασαν το αίμα μου: — Το τραπέζι έμεινεν εις την θέσιν του και δεν εκινήθη τρεις μήνες, έως ότου μου έφερε τα χρήματα.

Μετά την ομιλίαν ταύτην εμείναμεν προς στιγμήν σιγώντες. Ο κ. Λαγουδάκης διέρρηξε την σιγήν.

— Και δεν κάμνομεν μίαν δοκιμήν και ημείς; είπεν.

— Ας κάμωμεν· μα πού είνε το τραπέζι;

— Νά, αυτό.

Ήτο τραπέζιον ξύλινον απλούστατον, με τέσσαρας πόδας ανισοσκελείς, κατάστικτον εκ μελάνης, εκ καφέ, εκ λιπαρών ουσιών, υποβαστάζον κόσμον ολόκληρον εκ παντοίων αντικειμένων. Επ' αυτού έκειντο τα βιβλία, τα χειρόγραφά μου, τα προς γραφήν αναγκαία, η λυχνία μου χέουσα δάκρυα πετρελαίου ένεκα της γεροντικής ηλικίας της, το καμινέτον του καφέ, το φλυζάνιον, φέρον εις το βάθος πυκνόν στρώμα υποστάθμης, φλοιοί ξηρού άρτου κλπ. Η ιδέα του να θέσω εις συγχρώτισιν μετά του αοράτου κόσμου τον τετράποδα εκείνον και πιστόν σύντροφον των αγρυπνιών μου, του να προκαλέσω την μαντικήν δύναμιν αυτού του γινώσκοντος όλα της ζωής μου τα απόκρυφα, μου ενέπνεε φόβον και αποθάρρυνσιν. Αλλ' η κυρά Αγγέλω ήτο παρούσα· εις την ερυθράν αυτής και ανθρωποφάγον όψιν διεφαίνετο καθαρά η εκ της προσδοκίας ευχαρίστησις. Δεν ετόλμησα ν' αντιστώ κατά της αφώνου επιθυμίας της· ετόλμησα μόνον να παρατηρήσω:

— Μα . . . διά την δοκιμήν μας χρειάζεται να έχωμεν και κανένα medium! . . .

— Και δεν είνε τάχα εδώ η κυρά Αγγέλω; απήντησεν ο πάνσοφος Λαγουδάκης· ως γυνή νευρική και ευαίσθητος νομίζω ότι είνε καταλληλοτάτη.

Κατόπιν της διαβεβαιώσεως ταύτης του παροίκου μου, την οποίαν απορώ πώς ήκουε και ηνέχθη η στέγη χωρίς να καταπέση, παρατήρησις άλλη δεν εχώρει. Απέσυρα εκ της πτωχής μου τραπέζης το ποικίλον φορτίον της, την έσυρα εις το μέσον του δωματίου και περί αυτήν εκαθίσαμεν και οι τρεις, αφού ο κ. Λαγουδάκης μας έφερε μίαν καθέκλαν δανεικήν εκ του δωματίου του. Η κυρά Αγγέλω, μετά το φιλοφρόνημα του ενοικιαστού της, παρεκάθισεν ακκιζομένη διά να μη διαψεύση την ιδιότητα της ευαίσθητου και εβίαζε τα χείλη της εις μειδίαμα αποτρόπαιον ως μορφασμόν απαγχονιζομένου.

Ήμεθα έτοιμοι να προβώμεν εις την μυστηριώδη δοκιμήν αλλά δισταγμός τις υπήρχε και εις των τριών τον νουν.

Ποίον πνεύμα έμελλε να προσκαλέσωμεν; Κατ' αρχάς λόγω αβροφροσύνης παρεκαλέσαμεν την οικοδέσποινάν μας να επικαλεσθή το πνεύμα του συζύγου της, αποβιώσαντος προ δεκαετίας, εκ περιπνευμονίας, ως έλεγεν αύτη, αλλά πιθανώτερον εκ των βασάνων, άτινα ο ταλαίπωρος υπέστη συζών μετά του θήλεος εκείνου Φαλάριδος. Πλην η κυρά Αγγέλω διεκήρυξε κατηγορηματικώς ότι, «αφού ο Θεός την ελευθέρωσε μια για πάντα, δεν ήθελε νάχη πλέον νταραβέρια με εκείνον τον μεθύστακα!». Ο κ. Λαγουδάκης είχε φίλον του τινα υπουργικόν γραμματέα προ πολλού αποθανόντα, αλλ' ήτο ούτος τόσον κωφός εν τη ζωή, ώστε, ως μας διεβεβαίου ο κ. Λαγουδάκης, ήτο αδύνατον και μετά θάνατον ν' ακούση το πνεύμα του. Έμενα εγώ, ασκέφθην . . . και μία φαεινή ιδέα επήλθεν εις τον νουν μου.

Πριν σας ανακοινώσω όμως την ιδέαν ταύτην, εξηκολούθησεν ο κ. Παρασκευάς, πρέπει να σας καταστήσω γνωστόν κάτι τι άλλο. Μάθε, φίλε μου, ότι όλοι ημείς οι εξ αρρενογονίας απόγονοι της οικογενείας μου, πάσχομεν όλοι ανεξαιρέτως από κληρονομικόν τι πάθος περίεργον . . .

— Από φλυαρίαν ίσως; είπα εγώ, διακόπτων αυτόν.

— Όχι, απήντησεν ο κ. Παρασκευάς. Ιδού τι τρέχει. Αγνοούμεν αν το οικογενειακόν μας όνομα Ιερεμιάδης ψιλούται ή δασύνεται. Η άγνοια αύτη μεταβιβάζεται από πατρός εις υιόν, χωρίς κανείς εκ των προγόνων να δυνηθή να λύση το οικογενειακόν τούτο αίνιγμα. Μη μειδιάτε, σας παρακαλώ! Αν ηξεύρετε πόσους κόπους, πόσας ερεύνας κατέβαλα διά να δυνηθώ να σχηματίσω, μίαν οιανδήποτε πεποίθησιν, αλλ' επί ματαίω! Αν παρατηρήσητε τα οικογενειακά μας έγγραφα, θα ίδητε ότι αι υπογραφαί μας δεν φέρουν πνεύμα, ή φέρουν αδιακρίτως ψιλήν ή δασείαν. Εγώ, αφού επί πολύ εβασανίσθην, εύρον τέλος μέσον τινά όρον, εξασφαλίζοντα την ορθογραφικήν φήμην μου. Ο όρος ούτος είνε τέχνασμα και συνίσταται εις το να σημειώ το πνεύμα επί του αρχικού στοιχείου του επωνύμου με δύο εξοχάς δεξιόθεν και αριστερόθεν· κάμνω έν σχήμα αόριστον, παρεμφερές, περίπου με το του ανθρωπίνου ωτός, ούτως ώστε να εκλαμβάνεται και ως ψιλή και, δασεία. Και με το τέχνασμα τούτο διέσωζον μεν την υπόληψίν μου, αλλ' η απορία μου ουχ ήττον υφίστατο. Διά τούτο, ότε επρόκειτο να επικαλεσθώμεν τα πνεύματα, η πρώτη σκέψις μου ευθύς ήτο να προσκαλέσω τα δύο πνεύματα της Γραμματικής και να μάθω παρ' αυτών την αλήθειαν.

Η αγανάκτησίς μου εξερράγη.

— Και με κρατείς εδώ τόσην ώραν, αθεόφοβε, ανέκραξα, διά να κάμης τόσον αχρεία λογοπαίγνια;

Ο κ. Παρασκευάς ωχρίασε και ήρπασε την επί της τραπέζης μάχαιραν.

— Λογοπαίγνια! ανεβόησεν· εγώ λογοπαίγνια; και νομίζεις ότι άνθρωπος ζων με 1,10 την ημέραν έχει όρεξιν να κάμνη λογοπαίγνια;

— Φίλε μου, είπα καταπραΰνων αυτόν, μη ταράττεσαι· αυτό οπού μου λέγεις κατά σύμπτωσιν το έχω αναγνώσει εις μίαν Εβδομάδα περασμένην εις τας Απαντήσεις άνευ ερωτήσεων.

— Αλλ' είνε 500 εβδομάδες όπου εγώ το σκέπτομαι, απήντησεν ο κ. Παρασκευάς. Άλλως τε τι σημαίνει τάχα; αφού πρόκειται περί πνευμάτων, εφαρμόζεται κάλλιστα η γαλλική παροιμία les génies se rencontrent, δηλαδή τα πνεύματα συναντώνται.

Έφριξα διά το μέγεθος της αυθαδείας του, αλλ' εκείνος απτόητος διά της μαχαίρας την οποίαν εκράτει έκοψε το εναπομένον μήλον και το έφαγεν.

— Ανεκοίνωσα λοιπόν την ιδέαν μου εις τον κ. Λαγουδάκην, είπεν ο κ. Παρασκευάς συνεχίζων την διήγησίν του, ενώ είχομεν ήδη επιθέσει την χείρα και το μαγνητικόν ρεύμα είχεν αρχίσει να σχηματίζεται. Αλλ' ο κ. Λαγουδάκης αντέστη μετ' αξιοπρεπείας.

— Καραγκιοζλίκια θα κάμωμεν; είπεν· εγώ είμαι σοβαρός άνθρωπος! Έπειτα τάχα είνε ανάγκη να εξετάσης το τραπέζι διά να μάθης το πνεύμα του επωνύμου σου; Αφού το Ιερεμίας παράγεται από το ιερός, δασύνεται και αυτό όπως και τα άλλα.

— Και είσθε βέβαιος ότι παράγεται από το ιερός; ηρώτησα.

— Και αμφιβάλλεις; Ο Ιερεμίας ήτο προφήτης και ως τοιούτος είχεν ιερόν χαρακτήρα. Άλλως τα Ιερεμίας, Ιεριχώ, Ιερουσαλήμ, Ιεροβοάμ, όλα αυτά, ονόματα της Ιεράς Ιστορίας, εξάπαντος πρέπει να δασύνωνται.

Προσεπάθησα να του αποδείξω ότι ήτο αβάσιμος ο ισχυρισμός του, αλλ' εκείνος επέμενε φέρων διάφορα επιχειρήματα, εν οίς και το ότι τα από του ιερός παραγόμενα, οίον το ιερεύς, ιεροδιάκονος κλπ., όχι μόνον δέχονται δασύ πνεύμα, αλλ' είνε και φύσει δασέα, και απόδειξις ότι όλοι οι ιερωμένοι φέρουσι πώγωνα. Η συζήτησίς μας διήρκεσεν επί αρκετήν ώραν και εσφροδρύνθη επί τοσούτον, ώστε κατήντησεν εκείνος μεν να με αποκαλέση «κορόιδο της φανταρίας», εγώ δε αυτόν «γέρο ξεκουτιάρη».

Την λέξιν ταύτην ακούσας ο κ. Λαγουδάκης ηγέρθη εμμανής και απειλητικός· αλλά κατ' εκείνην την στιγμήν η κυρά Αγγέλω, ήτις, μη ενδιαφερομένη ποσώς εις την φιλολογικήν μας συνδιάλεξιν, είχεν αποκοιμηθή επί της τραπέζης και συνώδευε με ηχηρούς ρογχασμούς την συνηγορίαν εκάστου, αφυπνίσθη.

— Τι επάθετε, καλέ; ανέκραξεν ακούσασα τας τελευταίας ευφήμους λέξεις· τι είν' αυτά; μωρά είσθε να μαλώνετε;: Τέτοια πράγματα δεν τα θέλω εγώ μέσα εις το σπίτι μου και να μου κάμετε την χάρι να μου αδειάσετε την γωνιά.

Και οι οφθαλμοί της ηστραποβόλουν, το δε αποπληκτικόν πρόσωπον της εφλογίσθη ως κάμινος. Εμείναμεν αμφότεροι ενεοί, σιγώντες, τρέμοντες ως μαθητάρια ατακτούντα, καταληφθέντα εξαίφνης υπό του αυστηρού διδασκάλου.

— Ακούς εκεί! εξηκολούθησεν η οικοδέσποινα μας ωργισμένη εις άκρον, διότι διεκόψαμεν εις τοιούτον τρόπον την ανάπαυσίν της, ακούς εκεί να κοντεύσουν να τσακωθούν για τες δασείες! Και πώς δεν μου σκάσετε! . . . (Η κυρά Αγγέλω ήτο ενήμερος πάντοτε εις την επικρατούσαν αγοραίαν φρασεολογίαν). Δεν κυττάζετε την τύφλα σας, λέω εγώ! . . . Κασιδιαρέοι, αλήθεια κι απ' αλήθεια! , . .

Και εγερθείσα ώθησε την τράπεζαν βιαίως με τας χονδράς και τυλώδεις χείρας της. Ο χωλός πους του τραπεζίου ενέδωκε και η τράπεζα ανετράπη. Το συρτάριον ολισθήσαν εξήλθε της θέσεώς του και τα εν αυτώ έγγραφα διεσκορπίσθησαν εντός του δωματίου.

Τα έγγραφα ταύτα ήσαν ποικίλης ύλης. Επιστολαί, θέματα, σχέδια υπομνημάτων, σημειώσεις, δοκίμια φιλολογικών έργων . . . Τα φύλλα διεσπάρησαν αναμίξ επί του εδάφους. Αλλ' ιδού μεταξύ αυτών διακρίνομεν με έκθαμβον όμμα εγώ και οι άλλοι τέσσαρα χαρτονομίσματα των 5 φράγκων, εξερχόμενα εκ κιτρίνου τινός φακέλου, νεόκοπα, αμίαντα ακόμη, διατηρούντα την ορεκτικήν αυτών στιλπνότητα και ζωηρότητα των ποικιλμάτων των, φέροντα ευκρινή την ημίσειαν μορφήν του Γεωργίου Σταύρου πονηρώς μειδιώσαν εκ της γωνίας. Το τραπεζάκι εθαυματούργει αληθώς.

Έμεινα κατάπληκτος, αγνοών πώς να εξηγήσω το πράγμα· πώς ευρισκόμην κάτοχος τοιούτου θησαυρού χωρίς να το γνωρίζω! Μόνον μετ' αρκετών λεπτών σκέψιν ανεμνήσθην ότι προ δέκα μηνών είς εξάδελφος μου μοι είχε πέμψει τα είκοσιν εκείνα φράγκα, άτινα μοι εχρεώστει, ότι τα είχα θέσει αφηρημένος εντός φακέλου αναμιχθέντος, φαίνεται, μετ' άλλων εγγράφων· ότι ανεζήτησα ματαίως κατόπιν τα χρήματα και νομίσας ότι τ' απώλεσα, εδημοσίευσα εις τας εφημερίδας ότι απώλεσα σπουδαίον χρηματικόν ποσόν και παρεκάλουν τον ευρόντα να κρατήση τον φάκελον, εάν θέλη, και να μοι φέρη τα χρήματα. Εννοείται ότι κανείς δεν παρουσιάσθη και το δυστύχημά μου τούτο υπήρξεν αφορμή να εκτεθώ επί πολλάς ημέρας εις το δίζυγον πυρ των αγρίων βλεμμάτων της κυράς Αγγέλως και του ξενοδόχου μου και να παρατείνω την τότε εβδομάδα της Τυροφάγου επί τέσσαρας άλλας ακόμη εβδομάδας.

Την εξήγησιν ταύτην ητοιμαζόμην να παράσχω, αλλ' η οικοδέσποινά μου με προέλαβεν. Έκπληξις ευχάριστος διεχύθη επί της μορφής της επί τη θέα των χρημάτων· ιλαρύνθη αμέσως και με φωνήν θωπευτικήν, πραείαν, με μειδίαμα σχεδόν μοι είπεν:

— Έτσι λοιπόν, κυρ Παρασκευά! κρύβεις τους παράδες και μας κάνεις τον μισοκακόμοιρον;

Και αυτός ο κ. Λαγουδάκης λησμονήσας τους διαπληκτισμούς μας προσέθηκεν:

— Εύγε, εύγε! δεν ενόμιζα ότι είσαι τόσον οικονόμος.

Τι να πράξω; αφού εκ της αγαθής συμπτώσεως εσχημάτιζον τόσον καλήν περί εμού γνώμην, ενόμισα συμφέρον να τους αφήσω εις την πλάνην. Ακουσίως μάλιστα ανέλαβον το αγέρωχον ήθος Κροίσου μεταμφιεσθέντος εις επαίτην και αναγνωρισθέντος εκ τυχαίας περιστάσεως. Έκυπτα ήδη να λάβω τα θεόθεν πεμπόμενά μοι χρήματα, αλλά και εις τούτο με προέλαβεν η προβλεπτική κυρά Αγγέλω, ήτις λαβούσα τον φάκελον εκράτησε τα τρία εκ των τεσσάρων χαρτονομισμάτων και μοι έδωκε το έν λέγουσα:

— Εγώ λοιπόν παίρνω το νοίκι και εκείνα οπού μου εχρεωστούσες πρωτύτερα και αύριο σου δίνω τα ρέστα. Ως τόσον για το καλό και για να τα φτιάσετε με τον κ. Λαγουδάκην, παράγγειλε να μας φέρουν κάτι να πιούμε.

Αντίρρησιν δεν ηδυνάμην ν' αντιτάξω. Αι επιθυμίαι της ήσαν προσταγαί. Ο μπακάλης της συνοικίας είχεν ακόμη ανοικτόν το εργαστήριόν του. Μετέβην και έφερα μίαν οκάν κρασί και αρκετά φουντούκια και εκαθίσαμεν επί αρκετήν ώραν πίνοντες ευθύμως παρά το θαυματουργόν τραπέζιον, αναφέροντες ανέκδοτα περί κεκρυμμένων θησαυρών, περί σιδηροχόρτου, περί μυστηριωδών ζαπλούτων πενιχρώς ενδεδυμένων και των τοιούτων. Το κρασί και τα φουντούκια επανελήφθησαν και ούτω το μόνον εκ της θαυμαστής περιπετείας απομείναν μοι τάλληρον μετέβη και αυτό «μετά πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων».

Ο κ. Παρασκευάς εσιώπησεν.

— Ετελείωσεν η ιστορία σου; τον ηρώτησα απορών.

— Ναι.

— Αλλά, φίλε μου, μοι υπεσχέθης ιστορίαν πνευμάτων και δεν είδα εις αυτήν καθόλου πνεύμα!

— Αγνοείς λοιπόν ότι το πνεύμα είνε αόρατον.

Μετά τόσην σοφιστείαν, ηγέρθην καταπαύσας πάσαν συζήτησιν και προς εκδίκησιν δημοσιεύω την ιστορίαν του απαράλλακτον.

διακοσμητικό
διακοσμητικό

ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΟΥΓΓΡΙΚΩΝ ΙΠΠΩΝ

Προς την Ελληνικήν Κυβέρνησιν.

Οι υποφαινόμενοι εβόσκομεν αμέριμνοι εις τους πίονας αγρούς και λειμώνας της πατρίδος μας μασσώντες ευδαιμόνως την νεοθαλή πόαν του φθινοπώρου, ότε μας ήλθεν η είδησις περί των εξοπλισμών της Ελλάδος και περί του προσεχούς καταναγκαστικού εκπατρισμού μας. Και κατ' αρχάς η είδησις δεν επιστεύθη· τόσον ήτο απροσδόκητος, ο δε κομίσας αυτήν νεαρός πώλος εδέχθη αρκετά λακτίσματα προς σωφρονισμόν, διότι ενόμισαν ότι ηστεΐζετο. Αλλ' ότε ήλθε μία φορβάς οδυρομένη και άπελπις επικυρούσα την είδησιν και διαβεβαιούσα ότι είδε και τους στρατιωτικούς απεσταλμένους προς ιππωνείαν [6] , τότε συνήλθομεν όλοι και διεσκέφθημεν επί του πρακτέου.

Αν και έχομεν κοινήν με τους εχθρούς υμών την καταγωγήν, ημείς οι κάτοικοι της χώρας ταύτης, εν τούτοις με την υμετέραν χώραν συνδεόμεθα μάλλον φιλικώς. Γνωρίζομεν ότι εις τα ζυθοπωλεία της πρωτευούσης δεν είνε σπανία η εμφάνισις της ευσάρκου καλλονής των ημετέρων συμπολιτίδων, ότι εις τα εστιατόρια το έδεσμα ουγγαρία ευφραίνει τον πεινώντα στόμαχον πολλών πτωχών σπουδαστών και ότι εις τας ιπποδρομίας σας διέπρεψεν άλλοτε ο συμπατριώτης μας Νεφελέτζ. Διά τούτο η συνέλευσις απέκλινε μετά συμπαθείας εις την απόφασιν της μεταναστεύσεως, ότε μας ανεχαίτισε προβάς εις το μέσον γηραιός τις ομόφυλός μας. Ήτο φρικτός και ελεεινός την θέαν, το τρίχωμα του έλειπεν εκ του ενός μέρους και επί των νώτων του εφαίνοντο τα ίχνη φοβερών πληγών· ο είς των οφθαλμών του ήτο εξωρυγμένος, τα δε ώτα και η ουρά του ηκρωτηριασμένα.

«Αδελφοί! είπε, λαμβάνων τον λόγον, ακούσατέ με πριν προβήτε εις την απόφασίν σας και κατέλθετε εις την Ελλάδα. Προ έξ ετών καταληφθείς και εγώ υπό ενθουσιασμού ανεχώρησα μετά πολλών άλλων, ομοφύλων μας αγορασθέντων υπό της ελληνικής κυβερνήσεως. Υπέφερα πάσαν στέρησιν και κακουχίαν προθύμως, εφόνευσα δι' ενός λακτίσματος ένα άπιστον αλγερίνον ίππον, όστις ωρκίζετο εις τον προφήτην του ότι το ελληνικόν άχυρον δεν ήτο νόστιμον, και αφήκα να μου μαδήση την χαίτην ο άπειρος νεοσύλλεκτος, όστις μου έτυχεν ως αναβάτης· έσπασα τας οπλάς μου εις τας παρατάξεις και εις τας επιθεωρήσεις και τα γυμνάσια, ήκουσα αγορεύσεις και λόγους και ηυχαρίστησα τον Ύψιστον διότι καλούμεθα και είμεθα άλογα, αλλά μάχης καπνόν δεν είδα. Μετά τινας μήνας επωλούμην σκληρώς επί δημοπρασίας μετ' άλλων αθλίων συντρόφων μου, εις τόπον καλούμενον Δημοπρατήριον. Περιέπεσα εις χείρας ενός καρραγωγέως και η κατάστασις της ράχεώς μου μαρτυρεί περί της ευσπλαγχνίας του· έπειτα εις ένα μύλον, τον οποίον ηδύνατό τις εξαίρετα ν' αποκαλέση μύλον . . . της Έριδος, διότι συχνάκις ηρχόμην εις χείρας . . . δηλαδή εις πόδας, με ένα αυθάδη όνον όστις διεξεδίκει τα πρωτεία. Έπειτα εις την εξουσίαν του ιπποδαμαστού Δερσέν, όστις όμως μ' εξήρεσεν ως σωματικώς ανίκανον και με μετεπώλησεν εις ένα συμπατριώτην μας αγοράζοντα απομάχους ίππους διά το σφαγείον, από τας χείρας δε αυτού εξέφυγα και ευρίσκομαι εδώ. Αδελφοί, αναλογισθήτε τα παθήματά μου και σκεφθήτε πριν αποφασίσετε!»

Χρεμετισμοί επιδοκιμασίας υπεδέχθησαν τους λόγους τούτους και οι πρόκριτοι της ομηγύρεως συνελθόντες ευθύς απεφασίσαμεν να υποβάλωμεν την παρούσαν αναφοράν προς την κυβέρνησιν διά να δηλώσωμεν ότι, αν πρόκειται να πολεμήσωμεν πράγματι, είμεθα έτοιμοι να κατέλθωμεν. Αν πρόκειται όμως να υποβληθώμεν εις κακουχίας χάριν επιδείξεων και παρατάξεων, διά να ποξηρανθή το δέρμα επί των οστών μας ως η σταφίς επί των σπαγοστοιχιών ενός των εφευρετών μιας, των χιλίων μεθόδων της αποξηράνσεως της σταφίδος, αν θα πωληθώμεν εις το Αναβρυτήριον μεταξύ των παλαιών επίπλων, των μαχαιροπηρούνων και των φιλοσοφικών συγγραμμάτων, τότε δεν ερχόμεθα και καλύτερα θα κάμη η κυβέρνησις να προμηθευθή διά μέσου του κ. Μάιφαρτ ίππους εκ των εργοστασίων της Νυρεμβέργης, καταλληλοτέρους από ημάς διά τα μικρά καθώς και διά τα μεγάλα παιγνίδια. Ημείς δεν πωλούμεθα, διότι δεν είμεθα ούτε ψηφοφόροι ούτε δημοσιογράφοι, ούτε ειρηνοδίκαι· δεν στέργομεν δε να υποταχθώμεν εις την βίαν. Φωνάζομεν ευχαρίστως: ζήτω η Ουγγαρία, αλλ' ουδέποτε: ζήτω η Αγγαρεία!

Ευπειθέστατος εξ ονόματος όλων

ΑΛΙΤΖΕΣ

(1885)

(Μετάφρασις εκ του αυστροουγγρικού).

διακοσμητικό
διακοσμητικό

STATU QUO ANTE (Συμφοραί πτωχού γραφέως)

Οικτίρατέ με, φίλοι μου, διότι είμαι δυστυχής άνθρωπος!

Αφ' ότου ήρχισαν τα σοβαρά εν τη Ανατολή γεγονότα, αφ' ότου ήρχισαν τα συλλαλητήρια, αφ' ότου ήρχισαν αι θεωρίαι των εφημερίδων, τα κύρια άρθρα, αι αγορεύσεις εις το ύπαιθρον, ο βασιλικός λόγος και αι επ' αυτού συζητήσεις, αδιακόπως βασανίζει τον νουν μου η ιδέα του καθεστώτος, η ιδέα της ισορροπίας και ανεγείρονται ως σκόπελοι εις το πνεύμα μου αι τρεις επί κεφαλής λατινικαί λέξεις.

Ν' αποκατασταθή το καθεστώς! . . . Θεέ μου, Θεέ μου! αλλά ποίον καθεστώς; το καθεστώς με ω ή το καθεστός με ο; ή το καθεστώς με ο εις την ονομαστικήν και με ω εις την γενικήν, όπως πρεσβεύουσι μερικοί ότι πρέπει να γράφεται; Εάν δεν λυθή πρώτον οριστικώς το ορθογραφικόν αυτό ζήτημα, πώς είνε δυνατόν να λυθή παν άλλο πολιτικόν ή εθνολογικόν;

Και η ισορροπία;. . . . Καταλαμβάνετε τι είνε η ισορροπία; Ομολογώ ότι ο εγκέφαλός μου απώλεσε την ιδικήν του σκεπτόμενος ν' ανεύρη την εξήγησιν. Διότι κατά περίεργον σύμπτωσιν όλα τα παράγωγα και τα σύνθετα εκ του ίσος, όλα έχουν σημασίαν . . . ανάποδον. Παραδείγματος χάριν το Σύνταγμα λέγει ότι όλοι οι Έλληνες είνε ίσοι απέναντι του Νόμου· τι είνε λοιπόν η ισότης; . . . Η ισότης είνε η ιδιότης εκείνη την οποίαν . . . ο πρώτος υπαστυνόμος ημπορεί να σου σπάση τα πλευρά, αν τύχη να έλθης εις διένεξιν μέ τινα εκλογέα βουλευτού συμπολιτευομένου και να έχης δίκαιον. Ας έλθωμεν εις το ισοζύγιον· επί πολλά έτη ισοζύγιον εσήμαινε το κατ' έτος εξογκούμενον εν τω προϋπολογισμώ έλλειμμα πολλών εκατομμυρίων, έως ότου κατηντήσαμεν να πιστεύσωμεν ότι ήτο τυπογραφικόν λάθος αντί υποζύγιον — λέξις καταλληλοτάτη προς χαρακτηρισμόν του ελληνικού λαού, αίροντος μεθ' υπομονής τα φορτία των εκατομμυρίων των αμαρτιών των προϋπολογισμών των υπουργών του. Και βλέπετε ότι ομιλώ πολύ γενικώς. Θέλετε και άλλο; ιδού· εις την αρχαιότητα ο Ισοκράτης ήτο μέγας ρήτωρ και σήμερον, αν εισέλθητε εις τον ναόν της Αγίας Ειρήνης, θα ίδητε οκτώ ή δέκα Ισοκράτας . . . μικρούς παίδας, οίτινες «κρατούν το ίσον του ψάλτου». Αλλά μήπως νομίζετε ότι οι μαθηματικοί κανόνες περί των ίσων ισχύουν; Απατάσθε! Προχθές μετέβην να επισκεφθώ ένα εξάδελφόν μου, συνήντησα δε εις την οικίαν του ένα εξάδελφον του εξαδέλφου μου. Αμέσως μοι επήλθεν εις τον νουν το μαθηματικόν αξίωμα: τα δύο τινί ίσα, ίσα και προς άλληλα· τείνας λοιπόν την χείρα οικείως είπον προς τον άγνωστον:

— Είσαι εξάδελφος του εξαδέλφου μου; άρα και αναμεταξύ μας είμεθα εξάδελφοι, επειδή είμεθα ίσοι προς αλλήλους.

Ο εξάδελφος του εξαδέλφου μου έρριψεν επ' εμού βλέμμα αγέρωχον και οργίλον, ως να τον ύβριζον. Επληροφορήθην κατόπιν ότι ήτο σύγγαμβρος του αμαξηλάτου ενός των υπουργών.

Ω! η ισορροπία! το καθεστώς! μα τας 30 σελίδας των πρωτοκόλλων της πρώτης συνεδριάσεως της Συνδιασκέψεως, δεν μου αφήνουν τον νουν ήσυχον ουδ' επί στιγμήν. Χθες περί την μεσημβρίαν ο προϊστάμενός μου εισελθών εις το γραφείον και ιδών ότι, αντί να εργάζωμαι, αναγίνωσκον τα κύρια άρθρα των εφημερίδων, με επέπληξεν αυστηρότατα.

— Όλο το πρωί καθισιό! . . . μοι είπεν.

— Κύριε, τω απήντησα αξιοπρεπώς, εγώ αγαπώ το «πρώην καθιστός».

Ο προϊστάμενος εξήλθε φρυάττων, αλλ' η αγανάκτησίς του μετετράπη εις σεληνιασμόν, ότε ανεύρεν εις τα έγγραφα, άτινα τω υπέβαλα προς υπογραφήν, λέξεις γεγραμμένας ούτω: «του δήμου Ισ-Ωρωπίων» «του επι statu quo του ταχυδρομείου» « anteλήφθη των πραγμάτων» κτλ.

— Κύριε, τω είπον ιδών το σπινθηροβόλον βλέμμα του, συγχωρήσατέ με, αν υπάρχη κανένα λάθος. Τα έγραφα τροχάδην βιαζόμενος να εξέλθω, επειδή έχω αυτήν την ώραν Συνδιάσκεψιν με ένα φίλον μου! . . .

Ο προϊστάμενος έξω φρενών εποίησε τοιούτο διάβημα — παν άλλο ή φιλικόν — προς τα μεσημβρινά μέρη του σώματός μου, ώστε απώλεσα πραγματικώς την ισορροπίαν.

Αλγών και απηλπισμένος ετράπην εις φυγήν, εισήλθον δε εις το πρώτον παρατυχόν ζαχαροπλαστείον διά να ησυχάσω.

Έκραξα τον ζαχαροπλάστην και τον ηρώτησα:

— Έχεις ρουμ;

— Μάλιστα.

— Έχεις και μέλι;

— Επίσης.

— Τότε πολύ σε παρακαλώ να μου κατασκευάσης μίαν Ρουμ-μελίαν , . . Και ει δυνατόν να είνε Ανατολική.

Ο ζαχαροπλάστης με προσέβλεψε περιδεώς και απήλθε σταυροκοπούμενος,

— Έλα δω! τω είπον.

Αλλ' εκείνος έσεισε την κεφαλήν μετ' οίκτου και εξηκολούθει ν' απομακρύνηται.

— Statu να σου quo ! τω είπον εντόνως.

— Βρε ante να χαθής! μοι απήντησεν επί τέλους.

(1885)

εικόνα
εικόνα

ΠΑΙΓΝΙΟΧΑΡΤΩΝ ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΙΣ

Παρερριμμένα εις μίαν γωνίαν, ξεθωριασμένα εκ της προστριβής, συντεθλασμένα, ηκρωτηριασμένα μερικά παιγνιόχαρτα, απομεινάρια οικτρά δέσμης καινουργούς, αγορασθείσης την προτεραίαν και διασπασθείσης ελεεινώς κατά τον πυρετόν του χαρτοπαιγνίου, την πρωίαν της επαύριον του νέου έτους συνωμίλουν ανακοινούντα προς άλληλα τας εκ της προτεραίας εντυπώσεις των.

— Πάει κι αυτός ο Άι-Βασίλης! είπε μελαγχολικώς είς άσσος κούπα μονόφθαλμος προσβλέπων βλοσυρώς ως κύκλωψ με τον μόνον κόκκινον οφθαλμόν του.

— Άις-Βασίλης κακορρίζικος! είπεν είς φάντες σπαθί, ού ο πρασινοκόκκινος χιτών ήτο διεσχισμένος, έλειπε δε και έν μέρος από την καστανήν κόμην του.

— Ποιος σ' έκανε σε τέτοιο χάλι, κακομοίρη; τον ηρώτησεν ευσπλάγχνως μία ξανθή δάμα.

— Ένας κλητήρας, κακό χρόνο νάχη! απήντησεν ο φάντες. Είχε πάρει μποναμά από τους χασάπηδες και τους μπακάληδες της γειτονιάς και ήλθε να τον παίξη εις εμέ. Τον έπαιξε κ' έχασε και τότε θυμωμένος μ' εκατεξέσχισε χωρίς να ενθυμηθή ο άθλιος ότι είχαμε και μία μικρά συγγένεια μεταξύ μας.

Συγγένεια με τον κλητήρα; ηρώτησεν απορών έν πυκνόν ολόμαυρον δέκα μπαστούνι.

— Βέβαια· προτού να γίνη κλητήρας εχρημάτισε καπνο . . . φάντης!

Τα παιγνιόχαρτα ανεκάγχασαν επί τη αστειότητι ταύτη του συναδέλφου των.

— Εμέ, είπε το τρία κούπα, μ' ετυράννησεν όλη την νύκτα ένας πρώην τμηματάρχης· το όνομά μου τω εφαίνετο καλός οιωνός, επειδή τω υπενθύμιζε το κόμμα του. Όταν είδεν όμως ότι ούτε εις τα χαρτιά δεν έκαμνε δουλειά το κόμμα του, εφουρκίσθη και με συνέστρεψε και μ' εδάγκασε . . .

— Για να σου πω! κάμε μου τη χάρι πήγαινε πάρα πέρα! είπεν έν παρακείμενον δύο· κάτι τέτοιοι χαρτοπαίκται είνε λυσσασμένοι και ξέρω εγώ! . . . μπορεί και συ να λυσσάξης.

— Εμένα πάλιν, είπε το εννέα, μ' έπιασε ένας βουλευτής συμπολιτευόμενος. Τον ήκουσα να λέγη: Με τους εννέα του ένας κάποιος πολιτευόμενος έγινεν εκείνος πού έγινεν· αυτός ο πούντος έχει τύχη! Αλλά έφυγε ζεματισμένος την ώρα που έπεφταν τα κανόνια.

— Κανόνια εφέτος θα πέσουν πάρα πολλά, μου φαίνεται, είπε το πέντε. Είδα κάτι αξιωματικούς, κάτι υπαλλήλους να παίζουν απηλπισμένα και να ριψοκινδυνεύουν ποσά μεγαλύτερα από τας δυνάμεις των.

— Εφέτος ήτο φτώχεια πολλή, είπε γενειάτης τις και μακρυπλόκαμος ρήγας, έχων αποτεθειμένον το στέμμα του επί του καρρώ, ως να είχε κουρασθή να το φέρη επί κεφαλής. Με είχε πάρει στην τσέπη του ένας παλαιός μου μουστερής και εγυρίσαμε λέσχας και καφενεία· παντού άκουσα παράπονα, γκρίνια, κατάρες. Συνηθισμένος εις τες λίρες και τα χαρτονομίσματα, εθύμωσα όταν είδα να πουντάρουν επάνου μου δε κάρες και ήλθα τέρτσος κ' εγώ δεν ηξεύρω πόσες φορές! . . .

— Μεγάλη η καρρωσύνη σου! είπεν ο λογοπαίκτης φάντες.

— Α, εξηκολούθησεν ο ρήγας, αφού προσέβλεψε λοξώς τον διακόψαντα, παν οι καιροί εκείνοι πού εκυλούσαν άφθονα επάνω μας τα ναπολεόνια! Το ελληνικό χρυσάφι έφυγε όλο εις την Ευρώπη, έγινε κανόνια, όπλα, στολαί, ναρκοβόλα, διότι τώρα οι Έλληνες είνε αποφασισμένοι να παίξουν το μεγάλο παιγνίδι.

— Μα θα το παίξουν, ή απλώς έτσι παίζουν; ηρώτησεν ο αδιόρθωτος φάντες.

Ο ρήγας έλαβεν ήθος αυθεντικόν και ητοιμάσθη ν' απαντήση, αλλά την στιγμήν εκείνην ο σκουπιδιάρης ελθών διέκοψε την συνδιάλεξιν και παραλαβών τα παιγνιόχαρτα έρριψεν αυτά εις το κάρρον.

(1886)

διακοσμητικό
διακοσμητικό

ΝΟΟΜΑΝΤΕΙΑ

Από τινος μεγάλην μου έχουν προξενήσει αίσθησιν αι νεώτεραι ανακαλύψεις της επιστήμης, νυχθημερόν δε καταγίνομαι προσπαθών να εμβαθύνω εις αυτάς. Διότι, δεν το λέγω διά να καυχηθώ, αλλ' είνε αληθές ότι είμαι άνθρωπος πολύ φιλομαθής και πολύ περίεργος, δεν δύναμαι δε να εύρω ανάπαυσιν, εάν δεν ανακαλύψω πρότερον την εξήγησιν φαινομένου τινός ελκύοντος την προσοχήν μου. Παρηκολούθησα επισταμένως πάντας τους μέχρι τούδε αναφανέντας επιστημονικούς συρμούς. Ότε ήτο π. χ. προ δύο ετών η μανία των κινουμένων τραπεζών, κατέβαλον ατρύτους [7] κόπους περιερχόμενος τας ενταύθα Τραπέζας όπως συνάψω μικρόν τι δάνειον, οφείλω δε να ομολογήσω ότι οι κόποι μου απέβησαν μάταιοι, επειδή καμμία Τράπεζα δεν εκινήθη . . . εις οίκτον υπέρ εμού. Έπειτα ήλθε το ζήτημα του υπνωτισμού και τόσον επεδόθην εις αυτό, μετά τόσου ζήλου επελήφθην της εξετάσεώς του, ώστε κατήντησε να κοιμώμαι είκοσιδύο ώρας το ημερονύκτιον αναγινώσκων τας περί αυτού γραφομένας διαφόρους πραγματείας. Τώρα δε μετά την αθρόαν άφιξιν των νοομάντεων, ότε ο Σασσανιών καταδιώκει τον Μπίσοπ και ο Μπίσοπ καταδιώκει τους θεατάς, το πνεύμα μου αδιακόπως καταδιώκει και αυτό μίαν ιδέαν, δηλαδή τίνι τρόπω να γίνω κ' εγώ νοομάντις.

Τα πάντα κατορθούνται διά της υπομονής και της επιμονής, χάρις δε εις τους πολλούς κόπους και την επιμονήν μου κατώρθωσα τω όντι να φθάσω εις ευάρεστα αποτελέσματα, ως αποδεικνύεται εκ των εξής πειραμάτων, άτινα λαμβάνω την τιμήν να εκθέσω εις τους ευμενείς αναγνώστας μου.

Και εν τούτοις ηδυνήθην ν' ανεύρω αντικείμενον, και μάλιστα βελόνην, κρυμμένην Κύριος οίδε προ πόσου χρόνου εις μέρος όπου ουδέ κατά διάνοιαν υπώπτευον. Επί τρεις συνεχείς μήνας, μόλις κατεκλινόμην ησθανόμην οδυνηρόν νυγμόν εις . . . τας κάτω χώρας του σώματός μου. Την ενενηκοστήν πρώτην ημέραν απεφάσισα ανάψας το κηρίον να εξετάσω την κλίνην και μετά λεπτομερή έρευναν κατώρθωσα ν' ανακαλύψω βελόνην εμπηγμένην εντός του στρώματος.

Δεύτερον πείραμα σπουδαιότερον. Ανεύρεσις αγνώστου ημερομηνίας. Πρό τινος καιρού εισήλθε πρωίαν τινά εις το δωμάτιόν μου η αξιοτίμος κυρά-Ζαφείρω, η οικοδέσποινά μου, ής την περιγραφήν αναβάλλω, λέγων μόνον ότι, αν εξηρτάτο από το θέλημά της, ο βίος μου θα συνετέμνετο κατά τα εικοσιεννέα αυτού τριακοστά· τόσον φλογεράν επιθυμίαν έχει ν' ανατέλλη καθ' εκάστην, ει δυνατόν, η πρώτη του μηνός.

— Ξέρετε τι μέρα έχομε σήμερα; μου είπε με ύφος βλοσυρόν.

Δεν εγίνωσκον ποσώς. Σημειωτέον ότι έχω την συνήθειαν εντός του δωματίου μου να μη αφήνω ούτε ημερολόγια, ούτε ημεροδείκτας, ούτε άλλα παρόμοια ενοχλητικά αντικείμενα υπενθυμίζοντα ανεκπληρώτους υποχρεώσεις. Αλλ' εκ του τρόπου της εμάντευσα αμέσως την ημερομηνίαν:

— Έχομεν πρώτην του μηνός, της είπον αδιστάκτως.

— Καλύτερα οπού το γνωρίζεις, απήντησε και απήλθεν υπερηφάνως.

Αλλά θαυμασιώτατον πάντων ήτο το τρίτον πείραμα.

Εκεί παρά την Νέαν Αγοράν συνήντησα λίαν πρωί ένα γείτονά μου, μεθ' ού προ ημερών συνεζήτουν, εκμυστηρευμένος εις αυτόν τας εις την νοομαντείαν καθημερινάς προόδους μου. Εκράτει εις την χείρα του τεμάχιον ευμέγεθες χονδρού ιχθύος και δέσμην σκόρδων. Χωρίς να χάσω καιρόν ήρχισα μετ' αυτού την συνήθη συνομιλίαν και επειδή αυτός προέβαλλε μερικούς δισταγμούς και αντιρρήσεις, του είπα αλαζονικώς:

— Πολύ καλά! διά να σε πείσω ιδού, δύναμαι να σου είπω τώρα, αυτήν την στιγμήν, τι διανοείσαι να πράξης σήμερον.

— Λέγε, μου απήντησεν εκείνος προκλητικώς.

Λαμβάνων τότε εγώ επίσημον και εμπνευσμένον ήθος του είπα:

— Διανοείσαι να φάγης ψάρι μαγιάτικο σκορδαλιά! . . .

Τόσην έκπληξιν ενεποίησεν εις αυτόν η μαντεία μου, ώστε, αφού έμεινεν ακίνητος επί αρκετάς στιγμάς, εξέτεινε τους βραχίονας και μ' ενηγκαλίσθη, ησθάνθην δ' επί της μιας μου παρειάς την επαφήν του ιχθύος και επί της ετέρας την επαφήν των σκόρδων.

— Είσαι μέγας! ανέκραξε και ετράπη δρομαίως εις φυγήν.

Ενθαρρυνθείς μετά τους τοιούτους θριάμβους απεφάσισα να μεταβώ απ' ευθείας προς τον κ. Μπίσοπ, διά να πεισθώ κατά πόσον είνε αυτός υπέρτερος εν τη τέχνη ταύτη.

— Κύριε, του είπα άμα εισελθών, ήκουσα ότι είσθε ικανός ν' ανευρίσκετε πράγματα κρυμμένα ή χαμένα. Έχασα χθες το εσπέρας μίαν παρτίδα σκαμπίλι εις το καφενείον. Ημπορείτε να την ανεύρετε;

Ο κ. Μπίσοπ με ητένισεν απορών:

— Ηξεύρω τι διανοείσθε, εξηκολούθησα αταράχως, διότι και εγώ είμαι νοομάντις· διανοείσθε ν' ανεύρετε αυτό το σκαμπίλι και να μου το δώσετε κατά πρόσωπον· αλλά προσέξατε να μη το πράξετε, διότι θα σας κάμω να φύγετε από την μπίσοπ . . . πόρτα!

— Κύριε, μου απήντησεν οργίλος ο βρεττανός νοομάντις, έχασα πλέον την υπομονήν μου . . .

— Προσπαθήσατε ν' ανεύρετε και αυτήν, του είπα ψυχρώς· κάπου εδώ μέσα θα είνε . . .

Ο κ. Μπίσοπ ηρεύνησε τω όντι εντός της αιθούσης, αλλ' αντί της υπομονής εύρε χονδράν ράβδον εις μίαν γωνίαν.

— Ράβδος εν γωνία, άρα θα μου τες βρέξη! . . . ασκέφθην. Και ούτω χάρις εις την μαντικήν μου δύναμιν εννοήσας τον σκοπόν του, κατήλθον κατεσπευσμένως την κλίμακα και εξήλθον σώος.

(1886)

διακοσμητικό
διακοσμητικό

ΣΤΟΜΑΧΟΣ ΚΑΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

Ω! αι εφημερίδες! . . . ω, αύται αι εφημερίδες και μάλιστα αι νεωστί εκδιδόμεναι και προθυμοποιούμεναι να φανούν με πάντα τρόπον χρήσιμοι εις το δημόσιον! . . . Είνε ανυπολόγιστος η ωφέλεια η γινομένη παρ' αυτών εις το ανθρώπινον γένος και αγνοώ τη αληθεία τι ωφέλησε περισσότερον τους θνητούς, αι εφημερίδες ή η εκριζοντυλίνη από της εποχής της εφευρέσεως αμφοτέρων. Κρίνατε.

Ο φίλος μου κ. Ματθαίος Ψωμοτύρης είνε μαθητευόμενος ράπτου ιερών ενδυμάτων, διορθωτής μύλων του καφέ, αντιγραφεύς εκκλησιαστικής μουσικής κλπ., έχει δηλαδή επαγγέλματα ευυπόληπτα μεν βεβαίως, αλλά μη αποφέροντα εισόδημα μεγαλύτερον από τα του πρωτοτύπου εκείνου Παρισινού, όστις ερωτηθείς εις το πλημμελειοδικείον περί του επαγγέλματός του, απήντησεν αγερώχως ότι πωλεί καπνισμένας υέλους διά τους θέλοντας να παρατηρήσουν τον δίσκον του ηλίου, όταν συμβαίνη ηλιακή έκλειψις. Εις τας ώρας της σχόλης του, τας επί των μύλων μηχανικάς γνώσεις του χρησιμοποιεί αξιεπαίνως καταγινόμενος εις την μελέτην της εφευρέσεως του πηδαλίου του αεροστάτου, κηδόμενος της ευημερίας του ανθρωπίνου γένους, υπέρ του πολλαπλασιασμού του οποίου κατά το ενόν [8] εμόχθησε, τεκνοποιήσας και κεκτημένος από της νομίμου αυτού συζύγου κυράς Κονδύλως τέκνα έξ. Ο αγαθός κ. Ψωμοτύρης είνε ευτυχής, οσάκις δύναται να παρέχη εις την πολυάριθμον αυτού τεκνογονίαν προς βρώσιν το πολυθέλγητρον αυτού επώνυμον· τούτο όμως δεν τον εμποδίζει από του να σταματά διερχόμενος προ των μαγειρείων των μεγάρων πλουσίων τινών και οσφραινόμενος την κνίσσαν ν' ανακράζη απορών διατί ο Πανάγαθος Θεός δεν αφήρει εν τη προνοία Του την αίσθησιν της γεύσεως και της οσφρήσεως από ανθρώπους καταδεδικασμένους ως αυτός να φέρωσι διαρκώς το ίδιον επώνυμον εντός του στομάχου.

Αλλ' όμως προχθές εξυπνήσας ο κ. Ψωμοτύρης και εξοδεύσας μίαν πεντάραν προς αγοράν μιας των πρωινών εφημερίδων, ελαττώνων ούτω το προωρισμένον διά την υλικήν τροφήν κεφάλαιον, αλλ' επαυξάνων την διανοητικήν τροφήν, ανέγνωσεν αυτήν από άκρου εις άκρον και φθάσας περί το τέλος εσκίρτησε περιχαρής και έκραξεν αμέσως την σύζυγόν του.

— Κονδύλω, της είπεν, άκουσε, σε παρακαλώ.

Και ήρχισε να της αναγινώσκη το εις έν των φύλλων του ΙΘ' Αιώνος περιεχόμενον ημερήσιον γεύμα. «Σούπα ζωμού ιχθύος με αυγολέμονον, βραστός ιχθύς, όρνιθα ψητή, κοκκινογούλια βραστά σαλάτα, φράουλαι με ζωμόν πορτοκαλίου και ζάκχαριν».

Η κυρά Κονδύλω ήκουεν εκπεπληγμένη, αλλ' ο σύζυγός της απτόητος επεράτωσε τον κατάλογον των φαγητών και έπειτα είπε:

— Πρόσεξε! εδώ είνε το σπουδαιότερον· η κατασκευή της ψητής όρνιθος: «Γέμισε την όρνιθα με το σηκώτι της, μαϊδανόν, κρομμυδάκια, δύο κρόκους αυγών, άλας και πιπέρι (όλα ταύτα κοπανισμένα ομού). Ράψε την και βάλε την εις αγγείον να τηγανισθή με βούτυρον επί τινα λεπτά της ώρας· έπειτα βάλε την εις την σούβλαν, σκεπασμένην με φέτας χοιρομηρίου και τεμάχια μικρά ψωμίου και διπλωμένην εις χαρτίον· άφες την να ψηθή με ολίγην φωτίαν και παρουσίασε την εις την τράπεζαν με τα τεμάχια του ψωμίου περί το πινάκιον».

Εκατάλαβες; εξηκολούθησεν ο κ. Ψωμοτύρης διπλώνων την εφημερίδα· θα πάρης την όρνιθα και έπειτα θα την κοπανίσης μαζί με το σηκώτι του μαϊδανού· θα πάρης δύο αυγά, θα τα ράψης, θα διπλώσης την σούβλαν με φέτας χοιρομηρίου και θα την βάλης εις το τραπέζι. Εκατάλαβες;

Οι οφθαλμοί της κυράς Κονδύλως είχον λάβει τερατώδεις διαστάσεις διαστελλόμενοι εκ της εκπλήξεως. Ηθέλησε να προβάλη αντιρρήσεις τινάς εις την μαγειρικήν ευφράδειαν του συζύγου της· αλλ' ούτος δι' αγερώχου ηγεμονικού κινήματος την απέτρεψε, δεικνύων τεμάχιά τινα μηχανής μύλου του καφέ επί της τραπέζης, άτινα επρόκειτο να συναρμολογήση, επαναλαμβάνων το του Αρχιμήδους ηλλοιωμένον καταλλήλως διά την περίστασιν και αναβοών:

— Μη μου τους μύλους τάραττε!

Μετά την εργασίαν ο κ. Ψωμοτύρης εξήλθε και ότε περί την μεσημβρίαν επέστρεψεν εις την κατοικίαν του, έρριψε διερχόμενος βλέμμα περιφρονήσεως προς το μαγειρείον του πλουσίου, εξ ού συνήθως εξήρχετο η τόσον σκανδαλίζουσα αυτόν κνίσσα. Η πολυάριθμος τεκνογονία του ανέμενε πειναλέα παρά την τράπεζαν, εστρωμένην μεν, αλλά χωρίς να είνε παρατεθειμένον επ' αυτής κανέν φαγητόν. Ο κ. Ψωμοτύρης καθεζόμενος μεγαλοπρεπώς εν τω μέσω είπε μετ' επισημότητος προς την σύζυγόν του:

— Γυναίκα, φέρε να φάμε!

Τα όμματα της κυράς Κονδύλως ήρχισαν πάλιν να λαμβάνουν διαστάσεις τρομακτικάς, μεγεθυνόμενα ως φανοί ατμαμάξης.

— Δεν μου λες, επέτυχε καλά η όρνιθα η ψητή; εξηκολούθησεν αταράχως ο κ. Ματθαίος.

Αστραπαί τινες οργής εφάνησαν εις τα όμματα της άγαν υπομονητικής οικοδεσποίνης.

— Για να σου πω. . . . είπεν επί τέλους προς τον σύζυγόν της. Τι κοροϊδείες είνε αυτές που μας κάνεις; . . . Έφερες φαγί για να φάμε; . . . Τι όρνιθα και ξεόρνιθα κάθεσαι και μου λες;

— Μα, γυναίκα, παρετήρησεν ο κ. Ψωμοτύρης, δεν σου διάβασα το πρωί την εφημερίδα;

— Αι! . . .

— Δεν είδες ποίον πρέπει να είνε το γεύμα και πώς το φτιάνουν;

— Ξεύρω καλύτερα από την εφημερίδα εγώ να τα φτιάσω· μα μήπως η εφημερίδα μας κάνει πεσκέσι όλ' αυτά πού παραγγέλνει, ή μας δίνει τους παράδες να τα ψωνίσωμε; . . .

Η βαθεία αύτη παρατήρησις της κυράς Κονδύλως ήτο τόσον ορθή, ώστε ο κ. Ψωμοτύρης έμεινεν άναυδος. Εξήγαγε μετά λύπης το φύλλον της εφημερίδος εκ του θυλακίου του, το έσχισε μετά πείσματος, εγερθείς δε μετέβη εις το άντικρυ παντοπωλείον, επρομηθεύθη τα τρόφιμα των οποίων την αναλλοίωτον κατανάλωσιν καθ' εκάστην του επέβαλλεν ο προορισμός του επωνύμου του και ωρκίσθη να μη αναγνώση πλέον εφημερίδας, αίτινες δημοσιεύουν καθημερινά γεύματα.

(1886)

διακοσμητικό
διακοσμητικό

Η ΜΕΛΑΙΝΑ ΝΥΞ Ή ΑΙ ΦΡΙΚΑΛΕΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ1 ΕΝΟΣ ΑΠΟΡΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. Το έγκλημα.

Ήτο νυξ της 36 Φεβρουαρίου του 188 . . .

Το έτος ήτο έκτακτον καθ' όλα· ο Φεβρουάριος οργισθείς επί τέλους διότι επί απειράριθμα έτη ηδικείτο, επί αθεμίτω ωφελεία των λοιπών συναδέλφων του, απεφάσισε μόλις ήλθεν η σειρά του, να εξακολουθήση επί αρκετόν χρόνον κυριαρχών βιαίως, και μολονότι είχε παρέλθει η τριακοστή έκτη από της ενάρξεώς του ημέρα, δεν εννόει κατ' ουδένα τρόπον να λήξη. Άλλως τε πλείσται όσαι δεινότεραι συμφοραί είχον ενσκήψει επί της γης· πλημμύραι είχον συμβή, έμποροι είχον χρεοκοπήσει, επιζωοτία [9] είχεν αναφανή, βουλευτικαί εκλογαί εγένοντο, τα ταχυδρομεία επρόκειτο ν' αναμορφωθούν και μυθιστορήματα γαλλικά περί τα εκατόν είκοσιν είχον μεταφρασθή υπό διαφόρων λογίων νέων.

Το ωρολόγιον του Πανεπιστημίου εκτύπα το πέμπτον τέταρτον της ενδεκάτης νυκτερινής ώρας, ότε είς έφιππος και είς προσωπιδοφόρος εβάδιζον πεζοί εις μίαν των οδών των αγουσών προς τας υψηλοτέρας παρά τον Λυκαβητόν συνοικίας της πόλεως.

Ο προσωπιδοφόρος ήτο ο φίλος μου Βαρθολομαίος Εξωφρενίδης, όστις όμως την εσπέραν εκείνην ελέγετο Ροβέρτος. Γόνος αρχαίου και ευκλεούς οίκου της νήσου Φολεγάνδρου, φέρων τον τίτλον ιπποκόμητος, επειδή ο πατήρ του είχε χρηματίσει ποτέ ιπποκόμος, ήλθεν εις την πρωτεύουσαν του βασιλείου διά να κατακτήση την τύχην και ανέλαβεν εντίμως τον κόπανον του ιγδίου [10] , γενόμενος υπηρέτης έν τινι φαρμακείω. Ούτως, αφού επί πολύ διάστημα της ημέρας κατέτριβεν εις το ιγδίον τα φάρμακα τα προωρισμένα διά την ευεξίαν του σώματος, είχε την γενναιότητα να κατατρίβη κατόπιν τας λοιπάς του ώρας εις την ανάγνωσιν μυθιστορημάτων, προωρισμένων αναντιρρήτως εις την ηθικήν μόρφωσιν και την ευεξίαν της ψυχής.

Εκ της διαίτης ταύτης διεπλάσθη ο χαρακτήρ του Βαρθολομαίου ευγενής, ευαίσθητος, μεγαλόφρων, ιπποτικός. Ένεκα των ημερησίων ασχολιών του το ύφος του απέκτησεν ιδιάζουσαν εικονικότητα.

— Η ζωή μου υπήρξε πλήρης αλόης, έλεγε συχνάκις, αλλ' η υπόληψίς μου έμεινε διαυγής ως το πρώτης ποιότητος κικινέλαιον. Θα κατακτήσω το μέλλον μου κατά δόσεις και θα κατασυντρίψω τας δυσκολίας ως αραβικόν κόμμι. Θέλω να μάθω και τα πλέον απόκρυφα μυστήρια της κοινωνίας ως Ροδόλφος. Ω! υπάρχουσι πολλοί Μορδάουντ εις αυτήν! αλλ' εγώ θ' ανακαλύψω τας σκευωρίας των κακούργων, ως ο Εδμόνδος Δαντές, διότι αγαπώ την ανθρωπότητα ως ο Ραούλ ηγάπα την ωραίαν Γαβριέλλαν!

Ο έτερος των δύο μυστηριωδών διαβατών ήμην εγώ, έφιππος επί των νώτων του συντρόφου μου, διότι προσκόψας επί λίθου και αλγών τον πόδα δεν ηδυνάμην πλέον να βαδίσω.

Η νυξ ήτο ζοφερά ως η πλατεία του Συντάγματος, όταν παιανίζη εν αυτή την νύκτα η μουσική. Ο άνεμος πνέων σφοδρός απέσπα τα φύλλα των δένδρων, των παραθύρων και των βιβλίων όσα τυχόν ήθελον ευρεθή εις τον δρόμον κατά την ώραν εκείνην. Κατά διαλείμματα ηκούοντο οι μονότονοι και θλιβεροί κρωγμοί των μαρμαρίνων γλαυκών του αετώματος της Ακαδημίας.

Αίφνης εις την καμπήν της οδού διεγράφη υπό την ασθενή λάμψιν φανού πνευστιώντος [11] η σκιά γυναικός μελανειμονούσης [12] , ήτις βήματι ταχεί έσπευδεν ανερχομένη την αυτήν οδόν.

Αμφότεροι εφρικιάσαμεν. Προς στιγμήν ανεστείλαμεν το βήμα, δηλαδή, κυρίως ειπείν, το έμψυχον υποζύγιόν μου μόνον ανέστειλε το ιδικόν του, επειδή μη έχων χαλινόν να το σύρω έσφιγξα ισχυρώς διά των χειρών τον τράχηλόν του.

— Τι τρέχει; με ηρώτησεν.

— Η γυνή εκείνη! . . . εψιθύρισεν.

— Ω! βεβαίως η γυνή εκείνη, απήντησεν υποκώφως μετά σαρκαστικού μειδιάματος και μετ' ολίγον απήγγειλε σιγά τους γνωστούς στίχους:

Το ξεύρει, δεν το αγνοεί, γνωρίζει πάσα Φρύνη Ότι εκείνη η γυνή, ότ' η γυνή εκείνη . . .

Και εσιώπησε.

— Πρόκειται πάντοτε περί του μυστηρίου:

— Ναι.

— Έχεις το ρεβόλβερ σου;

— Έχω εκείνο του φαρμακοποιού.

— Και ο φαρμακοποιός έχει το ρεβόλβερ του γείτονος της εξαδέλφης του;

— Όχι· έχει το εγχειρίδιον του γυναικαδέλφου του σκυτοτόμου. [13]

Επροχωρήσαμεν· η άγνωστος εννοήσασα την παρουσίαν μας έσπευσεν έτι μάλλον το βήμα, σφίγξας δε και εγώ τας κνήμας μου περί την οσφύν του φίλου μου εβίασα αυτόν να επιταχύνη το βήμα.

Ήδη μακρόθεν εφάνη έν παράθυρον φωτισμένον. Η μυστηριώδης άγνωστος ώδευσε προς αυτό, ημείς δε την παρηκολουθήσαμεν.

Άκρα ερημία επεκράτει εις την οδόν, ούτε διαβάτης, ούτε κλητήρ μεθυσμένος, ούτε πτώμα σκύλου δηλητηριασμένου εφαίνετο πέριξ.

— Εκεί λοιπόν συμβαίνουσι τα φρικτά πράγματα άτινα μου διηγήθης; ηρώτησα τον φίλον μου διά φωνής μόλις ακουομένης.

— Δεν έχω πλήρη βεβαιότητα, μου απήντησεν, αλλ' έχω πλείστας όσας πιθανότητας.

— Ροβέρτε! είσαι βέβαιος περί όσων μου είπες;

— Ναι, σου το ορκίζομαι εις το ύδωρ της Στυγός, Λεοπόλδε!

Την εσπέραν εκείνην Λεοπόλδος ήμην εγώ.

— Έχεις χρήματα; τον ηρώτησα.

— Ναι· έχω εικοσιδύο λουδοβίκεια χάλκινα· και συ;

— Εγώ είχον έν χαρτονόμισμα της Ηπειροθεσσαλικής Τραπέζης.

— Αι, λοιπόν; . . .

— Την νύκτα μία αράχνη οκνηρά, ευρούσα αυτό επί της τραπέζης, το παρέλαβε και το εχρησιμοποίησεν αντί ιστού.

— Έστω, ας προχωρήσωμεν!

Και εκρύβημεν όπισθεν μιας μάνδρας, ενώ η παράδοξος μελανείμων επλησίαζεν εις την οικίαν και έκρουε το ρόπτρον.

Βήματα ηκούσθησαν εις την κλίμακα· η θύρα ηνοίχθη και μία γραία επεφάνη εις την ουδόν, κρατούσα αντί φανού ή κηρίου ογκώδη πολυέλαιον. Υπό την λάμψιν αυτού εφάνη η κλίμαξ επεστρωμένη διά πολυτελών κατόπτρων της Βενετίας. Τότε μεταξύ των δύο γυναικών συνήφθη ο επόμενος διάλογος.

— Λοιπόν πώς πηγαίνομεν; ηρώτησεν η μελανείμων.

— Οι πόνοι εξακολουθούν φρικτοί, απηντησεν η γραία.

— Ώστε είνε καιρός !

— Βέβαια· ορίστε επάνω.

— Βλέπεις μου είπεν ο φίλος μου, σφίγγων τον βραχίονα μου, ενώ η μελανείμων εισήρχετο εις την οικίαν, κλείουσα εξόπισθέν της την θύραν βλέπεις ότι δεν ηπατώμην ; . . . Συμβαίνουν όργια φρικτά, σου είπον ! . . . Ήκουσες ότι εγένετο λόγος περί φρικτών πόνων. Τις οίδεν εις ποία βασανιστήρια υπεβλήθη το ατυχές θύμα διά να ενδώση ! . . . Ω Σαρδανάπαλοι, κακούργοι ! , . .

Αι τρίχες της κόμης μου ήσαν ηνωρθωμέναι εκ της φρίκης.

— Τι να πράξωμεν; ηρώτησα μετά φωνής συγκεκινημένης τον φίλον μου.

— Εμπρός ! απήντησεν αποφασιστικώς ο Βαρθολομαίος, ο επιλεγόμενος Ροβέρτος, ας εισέλθωμεν.

— Αλλ' εάν μας τύχη τίποτε; . . . εάν σε φονεύσουν ; . . .

— Θα πέσω μάρτυς ευγενούς και αγίας ιδέας, και η νυξ αύτη θ' αποκληθή υπό της ιστορίας δευτέρα νυξ του Αγίου Βαρθολομαίου.

— Έχει καλώς· ας προχωρήσωμεν.

— Καθ' ήν στιγμήν επλησιάζομεν εις την θύραν, ηκούσθη εξερχομένη εκ της οικίας τελευταία κραυγή άλγους διάτορος [14] , οξεία, παρατεταμένη και μετά ταύτα βήματα και κίνησις, μετ ολίγον δε φωναί πολλαί επαναλαμβάνουσαι την λέξιν:

— Αρσενικόν ! αρσενικόν! . . .

— Ω ! ανεβόησεν ο Ροβέρτος· και αυτό το δραστικώτατον δηλητήριον μεταχειρίζονται λοιπόν οι κακούργοι.

Και αρπάσας το ρόπτρον έκρουσε την θύραν μανιωδώς.

Παραχρήμα κατήλθεν η γραία με τον πολυέλαιον και ήνοιξεν αυτήν.

Πριν προφθάση καν να ίδη το πρόσωπόν μας, ο φίλος μου την ηρώτησε:

— Λοιπόν τι απέγινεν;

— Ετελείωσεν, απήντησεν η γραία· ελευθερώθηκε, δόξα σοι ο Θεός, και έκαμε ένα κοτζάμ' αγόρι! . . .

— Αγόρι! . . . επανέλαβεν έκπληκτος ο Βαρθολομαίος, ελευθερώθη! . . . λοιπόν η γυνή εκείνη με τα μαύρα; . . .

— Για τη μαμμή 'ρωτάτε; είπε διακόπτουσα αυτόν η γραία. Ποίοι είσθε του λόγου σας;

— Είμεθα η εκδίκησις! ανεβόησεν ο Εξωφρενίδης αφρίζων εκ του θυμού. Ομολόγησε την αλήθειαν, αναίσχυντε, . . . άλλως . . .

Η γραία ανύψωσε μετά κόπου τον πολυέλαιον, διά να μας παρατηρήση κάλλιον, και ιδούσα την προσωπίδα του φίλου μου έρρηξε κραυγήν τρόμου. Ο πολυέλαιος εξέφυγε των χειρών της και ανήλθε την κλίμακα φωνούσα:

— Χριστέ και Παναγία μου! λωποδύτες!.. βοήθεια!..

Οι εν τη οικία ώρμησαν αμέσως κραδαίνοντες ξύλα, πιστόλια, εγχειρίδια. Ιδών τον κίνδυνον ετράπην αμέσως εις φυγήν, ουχί όμως πριν καταφέρω διά του υγιούς ποδός σφοδρόν λάκτισμα εις την στομαχικήν χώραν του φίλου μου, φιλοδώρημα αντάξιον εις πάντας τους νεαρούς συγγραφείς τους φανταζομένους ότι συμβαίνουν τοιαύτα πράγματα εις την τόσον ήσυχον κοινωνίαν μας.

διακοσμητικό
διακοσμητικό

ΝΑ ΜΗΝ ΤΡΩΣ ΚΑΘΟΛΟΥ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΚΑΘ' ΗΜΕΡΑΝ ΒΙΟΥ

(Η σκηνή εν τω εστιατορίω ο «Αποκλεισμός». Ο ξενοδόχος Κυρ-Μιχάλης καθήμενος παρά το τεζάκι [15] γράφει εις το βιβλίον, ενίοτε δε αναδιφών τας προηγουμένας σελίδας του βιβλίου αθροίζει κινών την κεφαλήν θλιβερώς και φυσά απελπιστικώς. Η ώρα είναι ογδόη της εσπέρας περίπου· οι πλείστοι πελάται απήλθον ήδη. Εις το μαγειρείον οι υπηρέται καταγίνονται περί τον καθαρισμόν των χαλκίνων σκευών. Παρά τινα τράπεζαν κάθηνται οι κ. κ. Γιαννακός Μούργος, Λέανδρος Κοκκαλιάρης και Θεοφάνης Ασημένιος.

ΜΟΥΡΓΟΣ (υπομοίραρχος απόστρατος με φαιόν μύστακα τρώγων από εικοσαετίας μόνον την εσπέραν εις το ξενοδοχείον).

Λοιπόν πώς τον είπες αυτόν; . . . Σούτζον;

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ (τελειόφοιτος της νομικής ετοιμαζόμενος να δώση εξετάσεις από το 1876, έχων προ πολλού οικειοτάτας σχέσεις με το κυρ Μιχάλην και προ πάντων με το βιβλίον του) . . .

Όχι, δα!.. Σούτσης ο νηστευτής λέγεται. (Προς τον υπηρέτην) Δημήτρη, μία κοττολέττες, σάλτσα μπόλικη.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Μία κοττολέεεττες! σάλτσα περιπλέεεον! . .

(Ο κυρ Μιχάλης ρίπτει βλοσυρόν βλέμμα επί του Ασημένιου)

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Όχι, ας μένη . . .

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Ας μέεενη! . . .

ΜΟΥΡΓΟΣ

Νηστευτής! . . . χα, χα!.. Εγώ ήξευρα ως τώρα πως τον Άι Γιάννη λέγουν μόνον νηστευτήν. Και τι κάμνει, είπες;

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Νά, μένει πέντε δέκα μέρες χωρίς να φάγη!

ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ (πρωτοκολλητής εφορίας παυθείς προ ένδεκα μηνών).

Αυτό μόνον; . . . (μειδιά περιφρονητικώς).

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Ναι, μα ημπορεί να μείνη και τριάντα και σαράντα μέρες το ίδιο, και χωρίς ν' αδυνατίση (παρατηρών ασκαρδαμυκτεί το διαφανές πρόσωπον του Κοκκαλιάρη). Εκατάλαβες;

ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ (δεικνύων περισσοτέραν προσοχήν).

Και με τι τρόπον; έχει καμμίαν μέθοδον;

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Έχει ένα ρευστόν. Το ευρήκεν εις την έρημον της Αφρικής οπού εταξίδευεν. Ολίγες στάλες απ' αυτό παίρνει και κάμνει σαράντα μέρες νηστεία. Τον επιβλέπουν άνθρωποι μέρα και νύκτα μη βάλη τίποτε στο στόμα του . . . (προς τον υπηρέτην). Σηκωτάκια ολίγα! . . .

(Ο κυρ Μιχάλης νεύει αυστηρώς προς τον υπηρέτην).

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Τα σηκωτάκια ετελείωσαν!

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Καλά . . . Τον επιβλέπουν μη τύχη και φάγη, αλλά τίποτε! . . . Έχει κερδίσει τόσα στοιχήματα ως τώρα και πρόκειται να περιέλθη τον κόσμον να τον βλέπουν οι άνθρωποι επί πληρωμή.

ΜΟΥΡΓΟΣ

Να τον βλέπουν; . . . Τι θα καταλάβουν να τον βλέπουν! πρέπει να καταστήση γνωστήν την μέθοδόν του εις τον κόσμον.

ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ

Βέβαια! θα είνε ο μεγαλύτερος ευεργέτης του ανθρωπίνου γένους.

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Ακούς εκεί ευεργέτης! . . . Η ανθρωπότης ακόμη δεν παρήγαγε μεγαλύτερον. Να μην τρως καθόλου! . . . ξεύρεις τι θα πη; Να μην είσαι αναγκασμένος να τρώγης ένα πιάτο με κρέας τεσσάρων ημερών και σάλτσα δηλητηριασμένη και να το πληρώνης ακριβά! (Ο κυρ Μιχάλης μετά πικρού στεναγμού επαναλαμβάνει την αναδίφησιν και την άθροισιν). Να μην έχης ανάγκην ποτέ να πάθης από το στομάχι σου. Τίποτε καθάρσια πλέον! . . . Τίποτε ακαθαρσίες εις τους δρόμους! . . . Ο Σούτσης θα εξαγνίση τον δήμαρχον Σούτσον! . . . Δεν θα χάνη κανείς τας ώρας του μέσα εις . . . τ' ανώνυμα μέρη της οικίας. Τίποτε καφέ . . . Διαβάζεις μόνον την εφημερίδα σου . . .

ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ

Μα θα υπάρχουν τότε εφημερίδες; . . . Ποιος θα τας γράφη, ποιος θα τας τυπώνη, ποιος θα τας πουλή, αφού δεν θα έχη κανείς ανάγκην;

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Βέβαια! ούτε εφημερίδες! περίπατο, λιακάδα, αμαξάδα.

ΜΟΥΡΓΟΣ

Μα τότε δεν θα υπάρχουν ούτε αμάξια!

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Σωστά! . . . Μένεις στο σπίτι σου, μελετάς . . . αγκαλά ούτε μελέτη ούτε βιβλία! . . . Τι τα θέλεις; προς τι να γίνης δικηγόρος ή υπάλληλος, αφού δεν θα έχης ανάγκη να φάγης;. Έξω, διασκέδασι! στες μπιραρίες, στο θέατρο! . . .

ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ

Μα πού ζυθοπώλιδες τότε. . . . πού ηθοποιοί;

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Τόσον το καλύτερον! . . . Μένει κανείς στην επαρχία του, στο σπίτι του· καλλιεργεί τα κτήματά του . . . ψυχή μου, ζωή και κόττα!

ΜΟΥΡΓΟΣ

Αμ' θαρρώ πώς ούτε γεωργία ούτε κτηνοτροφία τότε δεν θα υπάρχη . . . Πού ναυρής την κόττα; . . .

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Ακόμη καλύτερα! Τότε επιδίδεται κανείς εις την πολιτικήν, εκλέγεται βουλευτής . . .

ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ

Πού εκλογαί πλέον; . . . βουλευτής χωρίς να τρώγη, γίνεται;

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ

Τέλος πάντων δεν κάμνεις τίποτε, νά! . . . Dolce far niente. Και προ πάντων (εγειρόμενος μετά των άλλων και ρίπτων Πάρθιον βλέμμα κατά τον κυρ Μιχάλη, ενώ ο υπηρέτης σβύνει τα φώτα) δεν θα έχης ανάγκην να εξοδεύεσαι, και να δηλητηριάζεσαι εις τα ξενοδοχεία! . . .

ΚΥΡ ΜΙΧΑΛΗΣ (συλλογιζόμενος).

Ου να χαθής, λιμοκοντόρε! . . . Τι διάβολο καθόταν και έλεγε τόση ώρα; . . . Πώς θα καταργήση τα ξενοδοχεία ο δήμαρχος; Για να τρώγη ο κόσμος σκόνη φυσικά! . . . Μα αν είν' αληθινό αυτό πού έλεγε για το ρευστόν; . . . Αν εφευρεθή αυτό και ο κόσμος δεν έχη πλέον ανάγκην φαγητού; . . . . Τι τέχνη τότε να κάμω διά να βγάλω το ψωμί των παιδιών μου;

(1886)

εικόνα
εικόνα

ΤΑ ΔΕΙΝΟΠΑΘΗΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΥ

Την ημέραν καθ' ήν έλαβε το προσκλητήριον του υπουργού των εσωτερικών διά να πορευθή εις τας επί τη ενηλικιώσει του διαδόχου εορτάς ο κ. Σωτήριος Καλακαθούμενος δήμαρχος του δήμου Φασκομηλίων, εδρεύων εν τω χωρίω Χαμομηλίω, αφήρεσε τα χονδρά ομματοϋάλιά του, έτριψε τους οφθαλμούς και ανεβόησε:

— Γαρουφαλλιά! . . . Φώτη! . . .

Η Γαρουφαλλιά ήτο η σύνευνος του κ. δημάρχου. Αν ήτο νομός η κυρία Γαρουφαλλιά και όχι σώμα γυναικείον, θα έδιδε κατά τας βουλευτικάς εκλογάς τουλάχιστον 26 βουλευτάς· τόσον ευρεία ήτο η περιφέρειά της. Εν τούτοις με όλας τας διαστάσεις της και τα τεσσαράκοντα έτη της διέσωζεν ακόμη ίχνη καλλονής, δηλούσης ότι κατά τούτο ο κ. Σωτήριος δεν υπήρξε σύζυγος αξιολύπητος. Ο Φώτης ήτο ο κλητήρ και υπηρέτης άμα του δημάρχου, χρηματίσας εκ περιτροπής στρατιώτης, κρεοπώλης και φυγόδικος πριν εύρη οριστικόν επάγγελμα υπό την φιλεύσπλαγχνον στέγην της δημαρχίας.

Κατά σύμπτωσιν, ενώ η κυρία Γαρουφαλλιά εισήρχετο από το έν μέρος πλέκουσα κάλτσαν, εισήρχετο από το άλλο ο Φώτης κομίζων τας εφημερίδας, τουτέστιν έν φύλλον του «Αιώνος», το οποίον του έστελλε προς ανάγνωσιν ο ιατρός του γειτονικού χωρίου Αψιθιά, κ. Ψαροπούλης.

— Γαρουφαλλιά! επανέλαβεν ο δήμαρχος, να μου ετοιμάσης τη φουστανέλλα μου την καλή και τ' ασπρόρρουχά μου όλα εις το σεντούκι. Θα πάω στας Αθήνας, καταλαμβάνεις; ο βασιλεύς . . . ο υπουργός . . . ο διάδοχος . . . εις το παλάτι . . . Και συ, Φώτη, να φροντίσης για δυο καλά μουλάρια, διά να πάμε όσο με το γιαλό, γιατί θα φύγωμε με το πρώτον ατμόπλοιον.

Η σύζυγος και ο υπηρέτης του δημάρχου προσέβλεψαν αυτόν μετ' εκπλήξεως.

Ο κ. δήμαρχος εξήγησεν εις αυτούς τα περί της προσκλήσεώς του εις τας εορτάς και η φήμη διέτρεξε παραχρήμα το μικρόν χωρίον, μεγαλοποιηθείσα βαθμηδόν. Ότε περί την μεσημβρίαν ο κ. Σωτήριος εθεάθη εις την μικράν πλατείαν του χωρίου, ο παντοπώλης κυρ Μελέτης και ο δημοδιδάσκαλος κυρ Ανέστης, οίτινες είχον ακούσει ότι ο βασιλεύς δι' αυτογράφου επιστολής του προσεκάλει τον δήμαρχόν των εις την πρωτεύoυσαν διά να του αναθέση έν υπουργείον, προσεφώνησαν αυτόν λέγοντες:

— Και εις ανώτερα, κύριε δήμαρχε!

* * *

Ο δήμαρχος κατεβρόχθισε μετ' εκτάκτου ευφροσύνης την ημέραν εκείνην εις το γεύμα το νηστήσιμον εκ φασολίων ρόφημα και μετά ταύτα καθεσθείς προ του γραφείου του ανέπτυξε το φύλλον του «Αιώνος» και ήρχισε να το αναγινώσκη βραδέως, εκμυζών άμα υπερμέγεθες σιγάρον και τρίβων μακαρίως διά του αντίχειρος το πέλμα του τσαρουχίου του επακκουμβώντος σχεδόν επί του σκέλους του· πλην μόλις είχε προχωρήσει εις την ανάγνωσιν, οι οφθαλμοί του εσκοτίσθησαν, εξέφερεν ηχηρόν επιφώνημα και αφήκε την εφημερίδα.

Πρώτην φοράν εμάνθανε το συνταράττον την πρωτεύουσαν φλογερόν ζήτημα περί της ενηλικιότητος του διαδόχου· πρώτην φοράν διέβλεπε την παρανομίαν και την επιβουλήν της Αυλής και της κυβερνήσεως, την κατά του Συντάγματος και των ελευθεριών σκευωρίαν και ως Έλλην φιλελεύθερος αγανακτών ανέκραξεν:

— Α! γι' αυτό λοιπόν θέλουν να μας κουβαλήσουν στην Αθήνα! . . . Μας θέλουν όργανα της μηχανορραφίας . . . Δεν τους γίνεται αυτή η χάρι, όχι! . . . Γαρουφαλλιά! . . . Φώτη! . . .

— Έτοιμα είνε, έτοιμα! είπεν εισερχομένη περιχαρής η εύσαρκος σύζυγος του δημάρχου. Το σεντούκι είνε γεμάτο.

— Να το αδειάσης πάλιν! είπεν επιτακτικώς ο κ. Σωτήριος.

Και ενώ η κ. Γαρουφαλλιά έμενεν εμβρόντητος, εισήλθε κατηυχαριστημένος ο Φώτης.

— Ευρήκα δύο μουλάρια θεώρατα, αφεντικό! είπε. εσυμφώνησα να είνε έτοιμα . . .

— Να πας να τα ξεσυμφωνήσης.

Ο Φώτης και η κυρία Γαρουφαλλιά προσέβλεπαν αλλήλους, έκθαμβοι, διότι ήρχισαν ήδη να συλλαμβάνουν υπονοίας περί της διανοητικής καταστάσεως του δημάρχου, και απήλθον να εκτελέσουν έκαστος την δευτέραν παραγγελίαν.

— Πότε λοιπόν για την Αθήνα; ηρώτησε τον περίλυπον δήμαρχον εισερχόμενος οικείως μετά τινας ώρας εις το γραφείον του ο κ. Μανώλης Ανοικτομμάτης, δικολάβος εις το ειρηνοδικείον, τοκιστής, κομματάρχης και κουμπάρος του κ. Σωτηρίου, έχων μετ' αυτού και προ πάντων μετά της κουμπάρας οικειότητα, ήτις κατά τας κακάς γλώσσας του χωρίου εδήλου ότι η ευρεία περιφέρεια της κυρίας Γαρουφαλλιάς δεν ήτο όλως ξένη προς την κομματαρχικήν δικαιοδοσίαν του κ. Μανώλη. — Πότε για την Αθήνα; Χαρά στην τύχη σας! Είδα κ' εγώ εις την εφημερίδα τα όσα θα σας γίνουν.

— Ποίαν εφημερίδα; ηρώτησε μετά περιεργείας ο δήμαρχος.

Ο κουμπάρος του έσυρεν εκ του θυλακίου του και του ενεχείρισε ρικνόν [16] και ερρυπωμένον [17] φύλλον της «Παλιγγενεσίας», προς το οποίον ο δήμαρχος έρριψεν απλήστως το βλέμμα και αφού επισταμένως ανέγνωσεν αυτήν ανέκραξεν αγαλλιών:

— Μα λοιπόν είνε ενήλιξ!

— Ποίος; ηρώτησεν απορών ο κ. Μανώλης.

— Ο διάδοχος! Δόξα σοι ο Θεός! . . . ήλθε η καρδιά μου στη θέσι της· δεν πρόκειται λοιπόν διά μηχανορραφίας κατά του Συντάγματος! . . . Τότε θα υπάγω μετά χαράς.

Και έσπευσε ν' ανακαλέση την προς την σύζυγον δευτέραν παραγγελίαν και να μηνύση εις τον Φώτην να μη ξεσυμφωνήση τα μουλάρια.

Η χαρά του αγαθού δημάρχου διήρκεσε μέχρι της εσπέρας. Αλλά δεν είχεν αποτελειώσει το δείπνον, ότε ο τηλεγραφικός διανομεύς ελθών από την πρωτεύουσαν της επαρχίας τού ενεχείρισε τηλεγράφημα. Ο κ. Σωτήριος το ήνοιξε μετά σπουδής και είδεν ότι ο τηλεγραφών προς αυτόν εξ Αθηνών ήτο ο πολιτικός του φίλος τέως βουλευτής και υποψήφιος κ. Κουνουπίδης. Έλεγε δε το τηλεγράφημα:

«Μη αναχωρήσης πρωτεύουσαν· πρόσκλησις παγίς· τεκταίνονται απαίσια· ταχυδρομικώς καθέκαστα».

Ο δήμαρχος έπεσε βαρύθυμος επί μιας έδρας και με θρηνώδη φωνήν είπε προς την προσελθούσαν σύζυγον:

— Γαρουφαλλιά μου! μην ετοιμάσης τίποτε! . . . κοντεύω να παλαβώσω! . . . Και συ, Φώτη, προσέθηκε στραφείς προς τον κλητήρα, να πας να πης πως δεν έχομεν πλέον ανάγκην διά τα μουλάρια.

* * *

Φοβεράν νύκτα διήλθεν ο ταλαίπωρος δήμαρχος και φρικτά όνειρα είδε κατά τας ολίγας ώρας καθ' άς εκοιμήθη. Οτέ μεν έβλεπεν ότι, ενώ ευρίσκετο εις τας περιχρύσους αιθούσας των ανακτόρων, το έδαφος αίφνης ηνοίγετο υπό τους πόδας του και εβυθίζετο εις βάραθρον, οτέ δε ότι συνελαμβάνοντο όλοι ομού οι δήμαρχοι εντός της Μητροπόλεως υπό χωροφυλάκων και εξηναγκάζοντο διά της λόγχης ν' αποκηρύξουν το Σύνταγμα. Ευθύς ως εξύπνησε, δύσθυμος με οφθαλμούς ερυθρούς, έπεμψε δεξιά και αριστερά εις τα πέριξ χωρία να του φέρουν όσας εφημερίδας ήθελον εύρει και κατηνάλωσε σχεδόν τα δύο τρίτα της ημέρας του αναγινώσκων αυτάς. Αι περιγραφαί των εορτών, αι περί της χρυσής αμάξης του βασιλέως πληροφορίαι, αι παρατάξεις, οι χοροί εις τα Ανάκτορα, το γεύμα εις το δημαρχείον και προ πάντων η περί του παρασήμου υπόσχεσις εξήψαν το πνεύμα του αγαθού κυρίου Σωτηρίου και ενέπνεον αυτώ ακατανίκητον επιθυμίαν. Αλλ' έπειτα ήρχοντο αι συζητήσεις περί της ενηλικιότητος ή μη, η κατακραυγή περί παρανομίας, αι καταγγελίαι περί των κυβερνητικών και αυλικών σκευωριών, και το αίμα του πάλιν επάγωνε και η αμφιβολία εισήρχετο εις την ψυχήν του και ηγείρετο περιπατών και ψιθυρίζων:

— Είνε άρα ενήλιξ ή όχι; Ποίος τέλος ημπορεί να με διαφωτίση;

Και ως να εισήκουσεν αμέσως ο Θεός την επιθυμίαν του, εισήλθε κατ' εκείνην την στιγμήν ασθμαίνων ο Φώτης φέρων έν έγγραφον με την σφραγίδα της Νομαρχίας. Ο δήμαρχος το ήνοιξεν, ανέγνωσεν αυτό μετά σπουδής και η μορφή του ιλαρύνθη.

— Α, τους μασκαράδες! ανεβόησεν· επίτηδες λοιπόν τα γράφουν διά να κάνουν αντιπολίτευσιν! . . . Φώτη! τρέξε γρήγορα, σε παρακαλώ, να βρης πάλι τα μουλάρια! . . . Γαρουφαλλιά! . . .

Αλλ' ο Φώτης αυτήν την φοράν δεν εκινήθη.

— Αφεντικό, είπεν, αυτός ο κλητήρας που έφερε το έγγραφο, είπε πως ήταν στο ταχυδρομείο και ένα γράμμα για του λόγου σας. Για να ιδούμε πρώτα κι αυτό τι λέει! . . .

Ο Φώτης είχε προαίσθημα. Το γράμμα τω όντι εκομίσθη μετ' ολίγον, ήτο δε το του αντιπολιτευομένου βουλευτού Κουνουπίδη, ζωηρώς παριστάνοντος εν αυτώ τας πλεκτάνας της κυβερνήσεως και αυστηρώς απαγορεύοντος εις τον κ. Σωτήριον να κινηθή από το χωρίον του.

— Λοιπόν, αφεντικό, να πάω τώρα; ηρώτησεν ο Φώτης.

— Όχι, απήντησε περίλυπος ο δήμαρχος, μην πας! . . .

— Τι με θέλεις πάλιν; είπεν εισερχομένη η σύζυγός του.

— Ήθελα, είπε με φωνήν σχεδόν τραυλίζουσαν ο κ. Σωτήριος, να σου πω να ετοιμάσης τα ρούχα . . . αλλά τώρα πάλιν . . . δεν είνε ανάγκη πλέον! . . .

— Μα δεν μου λες πως είσαι διά δέσιμον! είπεν η εύσαρκος κυρά Γαρουφαλλιά αγανακτούσα. Μας έχεις από τα χθες άνω κάτω όλους με αυτό το ταξίδι. Αποφάσισε τέλος πάντων, θα πας ή δεν θα πας; . . .

* * *

Αλλά μήπως ήτο εύκολον πράγμα αυτό το οποίον τόσον αφελώς τον διέτασσε να πράξη η σύζυγός του;

Και επί τη υποθέσει ότι δεν εγαργάλιζον αυτόν αι διασκεδάσεις και αι τιμαί της πρωτευούσης ούτε επτόουν την φιλοπατρίαν του τα τεκταινόμενα τυραννικά σχέδια, αν μετέβαινε θα δυσηρέστει τον προστάτην του βουλευτήν, αν δε δεν μετέβαινε, θα δυσηρέστει τον νομάρχην και την κυβέρνησιν, ήτις, ως διεδίδετο, είχε σκοπόν να φέρη σιδηροδεσμίους διά πολεμικών πλοίων τους απειθείς δημάρχους εις την πρωτεύουσαν.

Και το δίλημμα έπρεπε να λυθή μέχρις εσπέρας, διότι την επαύριον λίαν πρωί ανεχώρει το ατμόπλοιον, η μόνη μέχρι της ημέρας των εορτών ευκαιρία!

Αν ήτο δυνατόν να φύγη ενταυτώ και να μείνη! . . . να ευρίσκεται εις την οικίαν του και ταυτοχρόνως να παρευρίσκεται εις τας εορτάς της πρωτευούσης! . . .

Φαεινή ιδέα επήλθεν αίφνης εις το πνεύμα του . . . Έν ανδρείκελον ηδύνατο να τον σώση, να τον αντικαταστήση, όχι βεβαίως εις τας Αθήνας, όπου δεν ηδύνατο το ανδρείκελον να μεταβή μόνον του, αλλ' εις την οικίαν του. Θ' ανεχώρει κρυφίως, θα διεσκέδαζεν εις Αθήνας, θα διέδιδεν ότι ήτο ασθενής, και έν ανδρείκελον θ' ανεπλήρου αυτόν προσωρινώς εις το γραφείον, ή και εις την κλίνην.

Τόση ήτο η χαρά του, ώστε ενηγκαλίσθη περιπαθώς την κυρίαν Γαρουφαλλιάν εισελθούσαν εκείνην την στιγμήν εις το γραφείον, ανακοινώσας παραχρήμα εις αυτήν το σχέδιόν του,

— Ανδρείκελον! . . . είπεν η εύσαρκος σύζυγος, μα δεν είνε φόβος να μη ανακαλυφθή; . . . δεν θα ήτο προτιμότερον να ήτο άνθρωπος αληθινός; . . .

— Μα ποίος; ηρώτησεν ο κ. Σωτήριος.

— Ο κουμπάρος μας! . . . είπε διστάζουσα η κυρία Γαρουφαλλιά.

Ο δήμαρχος ενθουσιασθείς εκ της ιδέας ησπάσθη την συζυγόν του, επαινών μεγαλοφώνως την ευφυίαν της, έπεμψεν οριστικώς τον Φώτην να παραγγείλη τα μουλάρια και προσκαλέσας τον κουμπάρον κ. Μανώλην ανέθεσεν εις αυτόν την λεπτήν και σοβαράν άμα εντολήν, ήν εκείνος μετά τινας ενδοιασμούς, απεδέχθη.

— Ιδές καλά! είπεν αυτώ ο κ. Σωτήριος· θέλω να τα καταφέρης καλά!

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Την εσπέραν, ενώ δύο γοργοί ημίονοι μετέφερον τον δήμαρχον και τον κλητήρα του εις την παραλίαν, ο κουμπάρος κρυφίως ελάμβανε κατοχήν επί πάντων των δικαιωμάτων του κ. Σωτηρίου, ως του υπεσχέθη.

Εν τούτοις καθ' οδόν εξ ενός τιναγμού του ζώου είχε πέσει το φέσιον από της κεφαλής του δημάρχου, με όσας δε προσπαθείας και αν κατέβαλεν υπήρξεν αδύνατον πλέον να σταθή επί της κεφαλής του.

— Τι διάβολο έπαθε το φέσι μου κ' εστένευσε δεν ηξεύρω! έλεγεν ο κ. Σωτήριος, αλλά δεν πειράζει· θα πάρω ένα καινούργιο στην Αθήνα.

Και απέκτησε τω όντι έν φέσιον καινουργές και ευρύχωρον, μετά εννέα μήνας δε και ένα υιόν επίσης καινουργή, όστις ενεγράφη μετά πομπής εις το μητρώον του δήμου ως γόνος αυτού γνήσιος και διάδοχος της ισχύος του παρά τω λαώ των Φασκομηλίων.

διακοσμητικό
διακοσμητικό

ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΕΚΛΟΓΙΚΟΝ

ΚΕΦΑΔΑΙΟΝ Α' (και μόνον)

Τίνι τρόπω επείσθη να ψηφίση ο κύριος Λουκάς.

Η θύρα μου ηνεώχθη εξαίφνης και ως λαίλαψ εισώρμησεν εις το δωμάτων μου ο φίλος μου Λουκάς. Ευρισκόμην ακόμη εν τη κλίνη, διό περιβλέψας κύκλω είδεν ότι το μόνον αντικείμενον, όπερ ηδύνατο να χρησιμοποιήση κάπως ως κάθισμα, ήτο το παρά την κλίνην κιβώτιόν μου, έπιπλον σαθρόν, υποστάν πολλάς πραγματικάς και όχι μεταφορικάς τρικυμίας κατά τον βίον του, προωρισμένον δε υπό της θείας προνοίας να χρησιμεύη και ως κάθισμα και ως τράπεζα και ως γραφείον και ως ιματιοθήκη και ως νιπτήρ και ως βιβλιοθήκη· μόνον ως κάτοπτρον δεν ηδύνατο να χρησιμεύση, διότι είχε χάσει προ καιρού την στιλπνότητά του.

Ενόησα αμέσως ότι ο Λουκάς διετέλει υπό το κράτος σφοδράς ηθικής συγκινήσεως. Και το ενόησα όχι μόνον εκ του τρόπου καθ' όν εισήλθεν εις το δωμάτιόν μου και εκ της εκφράσεως της μορφής του, αλλά και εκ της ακινησίας των σιαγόνων του. Διότι πρέπει να ηξεύρετε ότι ο φίλτατός μου Λουκάς είνε το τρωκτικώτερον πλάσμα του βασιλείου της φύσεως. Οι τριάκοντα δύο, πιθανώς δε και περισσότεροι, οδόντες με τους οποίους τον επροίκισεν ο Ύψιστος διά να συντρίβη την υπερήφανον στερεότητα παντός σκληροτραχήλου καρύου ή αμυγδάλου, είνε καθ' όλας τας ώρας της ημέρας αεικίνητοι. Οσάκις δεν θραύει καρύδια ή λεπτοκάρυα, τρώγει χαλβάν· οσάκις δεν έχει χαλβάν, ροκανίζει παξιμάδιον ή αναμασσά στραγάλια· οσάκις και αυτά λείπουν, τρώγει τους όνυχάς του και οσάκις και αυτό το εφόδιον του λείψη και οι οδόντες του φαγωθούν μέχρι ρίζης ομού με την άκραν των δακτύλων, τότε τρώγει . . . ξύλον, διότι αναμιγνυόμενος εις τα πολιτικά και λαλών απερισκέπτως, ως έχων το στόμα ελεύθερον, προκαλεί έριδας και επιθέσεις εναντίον του.

— Τι συμβαίνει, Λουκά; τον ηρώτησα· τι τρέχει;

— Δεν τρέχει τίποτε, μου απήντησεν· εγώ τρέχω.

— Και διατί τρέχεις;

— Τρέχω να σ' εύρω. Η ημέρα της εκλογής εσίμωσε. Με παρεκίνησες ως φίλος να λάβω μέρος ενεργόν εις αυτήν, διότι, ως μου είπες, αι περιστάσεις της πατρίδος είνε κρίσιμοι και το πιστεύω. Και απεφάσισα πράγματι να ριφθώ εις τον αγώνα με όλην την ζέσιν. Αλλά . . .

— Αλλά τι; . . .

— Λείπουν τα σύμβολα, φίλε μου! τα σύμβολα, εννοείς; Αυτή είνε η υλική παράστασις πάσης αΰλου ιδέας, προκειμένου δε περί παραστάσεως, καταλαμβάνεις ότι το φιλοθεάμον κοινόν των εκλογέων δεν δύναται να στερηθή αυτής! Το σύμβολον είνε η πίστις και διά τούτο, καθώς γνωρίζεις, η εν Νικαία σύνοδος των 318 θεοφόρων πατέρων εφρόντισε προ παντός άλλου να συντάξη το σύμβολον της πίστεως.

— Και μήπως δεν υπάρχουν σύμβολα;

— Ποία; αι κόκκιναι σημαίαι; Μη ομιλής, σε παρακαλώ, περί σημαιών, διότι αυταί είνε πράγμα ανακόλουθον. Φαντάσου ότι ο ιστός, επί του οποίου αναρτώνται αι σημαίαι, όστις ανάγκην πρέπει να είνε υψηλός, λέγεται κοντός!

Ενόμισα ότι εδικαιούμην να γελάσω, πλην ο φίλος μου με διέκοψεν αυστηρώς.

— Μη γελάς! μου είπεν· εμέ μου συμβαίνουν πράγματα όλο τραγικά· σήμερα πρωί πρωί είδα τη γειτόνισσά μου τη μαμμή, την 'ξεύρεις δα! με κόκκινο φουστάνι και ηθέλησα ν' αστειευθώ: «Είσαι συ μαία κόκκινη!» της εφώναξα· αλλ' ο σύζυγός της, όστις είνε αστυνομικός κλητήρ, προσεβλήθη νομίζων ότι τον είπα αντιπολιτευόμενον και μου επετέθη!

— Τότε λοιπόν να ψηφίσης την ελαίαν!

— Αστεΐζεσαι; Η ελαία το σύμβολον της Ειρήνης! Της Ειρήνης, ακούεις; της φρικαλέας εκείνης υπηρετρίας, ήτις πέρυσιν, ενθυμείσαι, με κατεδίωξε διά του σαρώθρου μέχρι της πλατείας της Ομονοίας σχεδόν, διότι ετόλμησα να της αποτείνω ένα ερωτικόν χαιρετισμόν! Όχι, φίλε μου, ας χαρούν την ελαίαν των, εγώ δεν είμαι βέβαια φιλελαιήμων.

Ήρχισα ν' ανησυχώ, όχι διά τ' αποτρόπαια λογοπαίγνια του Λουκά, αλλά διά την έκβασιν, ήν ηδύνατο να λάβη το πράγμα. Σημειωτέον ότι την προτεραίαν είχον παρουσιασθή εις ένα των ισχυρών υποψηφίων ως κομματάρχης μέγα σημαίνων και του υπεσχέθην την συνδρομήν μου, αφού μου υπεσχέθη και αυτός την προστασίαν του όπως επιτύχω δημοσίαν θέσιν ήν προ καιρού ζηλεύω. Επειδή δεν έχω ψήφον, ως ετεροεπαρχιώτης, ήλπιζον τουλάχιστον επί την ψήφον του Λουκά, βασιζόμενος εις την παλαιάν φιλίαν και οικειότητά μας. Αυτή η ψήφος ήτο το μόνον μου εκλογικόν κεφάλαιον ως ισχυρού κομματάρχου, είχα δε προσπαθήσει πάση δυνάμει να την εξασφαλίσω. Αλλοίμονον αν την έχανον και αυτήν!

— Μα σαν τι σύμβολα ήθελες; τον ηρώτησα.

— Πλέον ζωντανά, φίλε μου, πλέον πραγματικά, να εμπνέουν! Τι ωραίον πράγμα θα ήτο έξαφνα αν αντί των γελοίων αυτών και ασημάντων συμβόλων των σημαιών και της ελαίας εξέλεγαν αντικείμενα έχοντα πολύ στενωτέραν και επωφελεστέραν σχέσιν με την ζωήν· π. χ. αν ετίθετο άνωθεν της κάλπης ένας άρτος λευκότατος, ροδοκόκκινος, καλοψημένος, ο συνδυασμός θα εφαίνετο άρτιος και ακμαίος· έν τεμάχιον εκλεκτού τυρού θα εδήλου ευγλώττως ότι ο συνδυασμός εμφορείται υπό αρχών συν-τυριτικών· έν καλόν ροδόχρον μήλον θα εσήμαινεν ότι η εκλογή των διά του σημείου τούτου διακρινομένων ήθελεν αποφέρει καρπούς αισίους . . .

Και ενώ έλεγε ταύτα οι ανησύχως περιστρεφόμενοι οφθαλμοί του διέκριναν εις μίαν άκραν ξηρότατον τεμάχιον άρτου, λείψανον δείπνου παρελθουσών ημερών· ώρμησεν ως ιέραξ επ' αυτού, το ήρπασε, το εκαθάρισεν από τους επ' αυτού μύρμηκας και ήρχισε να το τρώγη μετ' άκρας ορέξεως, μετ' ευδαιμονίας εμφαινούσης ότι οι τριάκοντα δύο και πλείονες οδόντες του προ πολλού δεν είχον ασχοληθή εις την αδιάκοπον και προσφιλή των άσκησιν.

Φαεινή ιδέα επήλθεν εις τον νουν μου. Επήδησα αμέσως εκ της κλίνης μου, ενεδύθην εν τάχει και εξήλθον κράζων εις τον αναμηρυκώμενον φίλον μου:

— Περίμενέ με! έφθασα.

Μετέβην εις το άντικρυ παντοπωλείον και επέστρεψα μετ' ολίγας στιγμάς φέρων εις χείρας τύλιγμα εκ χάρτου, εμπεριέχον βαρέα τινά οπωσούν αντικείμενα επιμήκη, τα οποία ενεχείρισα εις αυτόν.

— Τι είν' αυτό, ηρώτησεν απορών;

Είνε το σύμβολόν σου! απήντησα με φωνήν επίσημον.

Ανδρίζου και ύπαγε να μετάσχης του αγώνος: ΕΝ ΤΟΥΤΩ, ΛΟΥΚΑ, ΝΙΚΑ!

Ο Λουκάς μη δυνηθείς ν' αντιστή εις την περιέργειαν ήνοιξε το τύλιγμα και εύρεν εντός αυτού τέσσαρα εξαίρετα Λουκάνικα.

Οι οφθαλμοί του εξήστραψαν υπό αίγλης απεριγράπτου. Έθλιψε την χείρα μου μετ' ευγνωμοσύνης, επέθηκε την άλλην χείρα επί της καρδίας του και μετά την περιπαθή ταύτην χειρονομίαν εξήλθε μετά της αυτής ταχύτητος μεθ' ής είχεν εισέλθει εις το δωμάτιόν μου.

Και ιδού τίνι τρόπω νομίζω ότι εξησφάλισα την ψήφον του φίλου μου Λουκά, ενταυτώ δε, αν το αποτέλεσμα των εκλογών αποβή κατά τας προσδοκίας μου, και την θέσιν ήν από καιρού επιδιώκω και ήτις είνε — σας το λέγω εμπιστευτικώς — επιτηρητής της εισπράξεως των διοδίων εις τας οδούς αίτινες θα χαραχθούν επί της εκτάσεως ήν κατέχει η Κωπαΐς . . . μετά την αποξήρανσίν της!

εικόνα
εικόνα

ΤΑ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΩΣ

Ονομάζομαι Θεοφύλακτος Τζερεμές, άρρην, ετών 26, εκ Καππαδοκίας. Ήλπιζα ότι μίαν ημέραν θ' απέθνησκα εις την πατρίδα μου σχολάρχης και τίμιος άνθρωπος· η ελπίς μου διεψεύσθη και ως μόνον αίτιον της συμφοράς μου καταγγέλλω εις άπαντα τον χριστιανικόν κόσμον την γραμματικήν της Ελληνικής γλώσσης.

Ελθών εις Αθήνας όπως σπουδάσω υπό την υψηλήν προστασίαν του θείου μου Χατζή Σαράντη, μετερχομένου τον έμπορον χαλβά και στραγαλίων, ενεγράφην εις την φιλοσοφικήν σχολήν του Πανεπιστημίου και συνήθισα να τρέφω απεριόριστον σεβασμόν προς τας ιεράς σκιάς των προγόνων, τους αστυνομικούς κλητήρας και την γενειάδα του καθηγητού μου.

Την ηρεμίαν των σπουδών μου ήλθε να ταράξη δυστυχώς ο ανίκατος μάχαν έρως, ο εννυχεύων και εις αυτάς τας μαλακάς, φευ! πολύ μαλακάς παρειάς της Αγγέλως, υπηρετρίας εν τη οικία πολιτικού συνταξιούχου, κειμένη αντικρύ της του θείου μου. Κρίνω περιττόν να επιμείνω εις τας λεπτομερείας περί του πώς συνελήφθη ο έρως αυτός, όστις, είμαρτο να έχη τοιαύτην επίδρασιν επί του βίου μου. Θεωρώ όμως επάναγκες να δηλώσω ότι, αν με απέτρεπον του πάθους μου δύο λόγοι, ήτοι η υπερβολική ευσαρκία και η υπερβολική ελευθερία, μεθ' ής συνήπτε τας σχέσεις της η Αγγέλω, συνηγόρουν όμως υπέρ αυτού έτεροι λόγοι πεντακισχίλιοι, ήτοι αι ισάριθμοι δραχμαί, ας είχε κατορθώσει να συνάξη εξ οικονομιών και τας οποίας είχε κατατεθειμένας εις την Εθνικήν Τράπεζαν. Αι πέντε αύται χιλιάδες δραχμαί, ομού με την εύσαρκον περίσσειαν του ευρυχώρου κόλπου της και με τον Θησαυρόν του Ερρίκου Στεφάνου, έμελλον ν' αποτελέσωσι τους μόνους θησαυρούς του βίου, εάν η Τύχη ήθελε το επιτρέψει.

Αι μετά της Αγγέλως σχέσεις μου ήσαν ομαλαί, αλλ' αι σχέσεις της Αγγέλως μετά της Γραμματικής ήσαν όλως ανώμαλοι. Η κλίσις υπήρχεν εκατέρωθεν και η συζυγία δεν θα εβράδυνε να επακολουθήση, αν η κατάρατος προς τους ιερούς κανόνας της Γραμματικής απέχθειά της δεν παρενέβαλλον προσκόμματα και δεν εματαίωνον επί τέλους τον ποθητόν σύνδεσμον.

Η πρώτη μάχη μεταξύ μας εγένετο εξ αιτίας του ονόματος της τρυφεράς μου φίλης.

— Αγγέλω, της είπα ημέραν τινά, το όνομά σου είνε πολύ ανώμαλον· ενώ είνε όνομα κύριον, φαίνεται ρήμα βαρύτονον. Είνε αληθές ότι δεν μεταβάλλεται ευκόλως, διότι ο χαρακτήρ του είνε αμετάβολος, αλλ' όμως πρέπει οπωσδήποτε να το διορθώσης.

— Τι κάθεσαι και μου ψάλλεις, βρε χαλδούπη; (Σημειωτέον ότι η αβροέπεια και η κυριολεξία ήσαν τα χαρακτηριστικά προσόντα της γλώσσης της Αγγέλως). Δεν κυττάζεις να διορθώσης τα μούτρα σου; . . .

Είδα ότι δυσηρεστήθη και ηθέλησα να την εξευμενίσω. Έχουσα τας χειρίδας ανασηκωμένας μέχρι των ώμων, κατεγίνετο να πλύνη τα πινάκια εις τον νεροχύτην διά στάκτης. Επλησίασα και της είπα μειδιών:

— Μη — παροξύνεσαι, αγάπη μου. Θ' απέλθω να σε αφίσω ήσυχον, διότι περισπάσαι περί πολλήν διακονίαν. Επίτρεψέ μου μόνον ν' ασπασθώ την ωλένην σου.

— Ποιάν Ελένην μου; . . .

— Την ωλένην σου! επανέλαβα δεικνύων τους ευτόρνους βραχίονάς της.

— Κάνε μου τη χάρι μη με σκοτίζης με την Ελένη και τη Μαρία, γιατί θα σε περιχύσω . . .

εικόνα
εικόνα

Ηθέλησα να επιμείνω, αλλ' η Μέγαιρα επραγματοποίησε την απειλήν. Εκμανείς επέπεσα κατ' αυτής διά των ονύχων και ολίγον έλειψεν από ρήμα βαρύτονον να την καταστήσω απρόσωπον.

Μετά ένα μήνα συνεφιλιώθημεν. Μ' έκραξεν ενώ διηρχόμην υπερηφάνως, χωρίς να την κυττάξω, και με παρεκάλεσε να την συγχωρήσω. Το έπραξα προθύμως και διότι ηδυνάτουν να θυσιάσω τον προς αυτήν έρωτα και διότι είχα ανάγκην της συνδρομής της όπως αποκτήσω χρησιμώτατον διά την μελέτην μου βιβλίον.

Αγγέλω, είπα, σε συγχωρώ, αλλά μου χρειάζεται ένα συντακτικόν.

— Τι είν' αυτό πάλι;

— Ένα βιβλίον . . . θα το έχη βέβαια ο αφεντικός σου.

— Πώς το ξεύρεις ότι θα το έχη; . . .

— Μα . . . δεν παίρνει σύνταξιν από την κυβέρνησιν;

— Α! . . . εκατάλαβα! . . . Το βιβλίον εκείνο για την σύνταξι! . . . Τώρα αμέσως! . . .

Και ανελθούσα εις τον κοιτώνα του κυρίου της κατήλθε μετ' ολίγον θριαμβευτικώς κομίζουσα . . . το φυλλάδιον της συντάξεώς του.

— Αγγέλω, της είπα, είσαι αγράμματος, είσαι κεχηναία [18] και αγελαία [19] , αλλά σε συγχωρώ, διότι δεν πταίεις, αν δεν σ' εδίδαξαν γράμματα· δώσε μου δέκα φράγκα και αγοράζω εγώ το συντακτικόν.

— Σου τα δίνω, αλλά με μια συμφωνία. Έχω αρκετόν καιρόν να ιδώ τον ξάδελφόν μου. (Σημειωτέον δα η Αγγέλω, ως πάσα καλώς ανατεθραμμένη και καλώς γινώσκουσα τα καθήκοντά της υπηρέτρια, είχεν αποκτήσει ένα ιδικόν της εξάδελφον, ούτινος εκάστοτε εδέχετο τας όλως συγγενικάς επισκέψεις). Σύρε να τον εύρης και να του 'πης πως τον θέλω.

— Και πώς τον λέγουν τον εξάδελφόν σου;

— Μανώλη.

— Τι δουλειά κάνει;

— Γυρολόγος.

— Αγγέλω, ανεφώνησα, Αγγέλω . . . πρόσεχε!

— Τι έπαθες, καλέ;

— Ο εξάδελφός σου δεν είνε γυρολόγος.

— Έλα, Χριστέ και Παναγιά μου! δεν ξεύρω τώρα τι δουλειά κάνει ο ξάδελφός μου;

— Αγγέλω, είνε αδύνατον να είνε γυρολόγος! είπα με φωνήν εντονωτέραν.

— Μα τι θέλεις νάνε;

— Είνε γυρολόγος. Κατά Κόντον, πρέπει να λέγωμεν φιλόλογος, ψυχολόγος, γυρολόγος . . .

Η μορφή της Αγγέλως εγένετο στρυφνή, ως ν' ανεκάλυπτεν αίφνης το περιεχόμενον του τενεκέ των σκουπιδιών εντός της χύτρας, όπου έβραζεν η σάλτσα του καπαμά.

— Έλα, έλα! . . . άφησε, βρε βλάκα, αυτές τες κουταμάρες, μου είπε, και κύτταξε να κάμης τη δουλειά που σου είπα . . .

Υπήκουσα εις το πρόσταγμα της, κατώρθωσα να εύρω τον Μανώλην και του ανεκοίνωσα την επιθυμίαν της εξαδέλφης του, την οποίαν πιστεύω ότι έσπευσε μετά προθυμίας να ικανοποιήση. Είχα εκπληρώσει απλούν ερωτικόν καθήκον, απλούν καθήκον αβροφροσύνης μάλιστα. Και όμως . . . τόσην ανησυχίαν μου ενεποίει η νυκτερινή αύτη επίσκεψις του εξαδέλφου, ώστε την νύκτα εκείνην, όπως εύρη κάποιαν ησυχίαν το πνεύμα μου, δεν εμελέτησα τίποτε άλλο ειμή Ησύχιον.

εικόνα
εικόνα

Την πρωίαν η Αγγέλω φιλομειδής ευρίσκετο εις το παράθυρον του μαγειρείου καθαρίζουσα πίσα. Ακριβώς η λέξις αύτη με είχε τυραννήσει αφ' εσπέρας· ηγνόουν αν η πόλις Πίσα ωξύνετο ή περιεσπάτο. Ανήλθον εν τάχει όπως συμβουλευθώ τας γραμματικάς γνώσεις της φίλης μου, αν και εγνώριζα εκ πείρας πόσον αύται ήσαν περιωρισμέναι. Αλλ' ως με είδε συνωφρυώθη· ήτο φανερόν ότι η νυκτερινή επίσκεψις του Μανώλη είχεν επιδράσει εις το πνεύμα της επί ζημία μου.

— Ήλθεν ο Μανώλης απόψε, μου είπεν άμα με είδε.

— Και τι σου είπεν; ηρώτησα αδιαφόρως.

— Μου είπε εκείνο οπού δεν έκοψε το 'δικό σου το κεφάλι. Ο μισθός που παίρνω εδώ είνε πολύ 'λίγος· θα πω του αφεντικού μου να τον αυξήση, ειδεμή θα φύγω.

Ανεσκίρτησα ακούσας την τελευταίαν λέξιν. Να φύγη η Αγγέλω! . . . να φύγη! . . . αλλά τότε τα όνειρά μου ανετρέποντο άρδην! τότε τι θα εγίνοντο αι ηδοναί του ενεστώτος και τα σχέδια περί του μέλλοντος και αι έντιμοι προθέσεις μου και αι μετοχαί άς εσκόπουν ν' αγοράσω διά της προικός; . . . Ήτο καταστροφή οριστική· ήτο θλίψις φρικτή.

— Και τι αύξησιν θα ζητήσης, την ηρώτησα, συλλαβικήν ή χρονικήν;

Οι οφθαλμοί της Αγγέλως εξήστραψαν ως οι άνθρακες του πυραύνου [20] .

— Για να σου 'πω, βρε κορόιδο, μου είπε, εβαρέθηκα ν' ακούω τες σαχλαμάρες σου. Κάνε μου τη χάρι ξεκουμπίσου απ' εδώ . . . ου να χαθής, λιμοκοντόρε, διαβασμένε!

Η θέσις ήτο κρίσιμος και πάσα αντίρρησις θα εξώθει τα πράγματα μέχρις ατοπήματος. Εξήλθον αφού εκίνησα τον δάκτυλον ποιήσας σχήμα κατά το νοούμενον και την ημέραν εκείνην ούτε καν εις το φροντιστήριον δεν είχα διάθεσιν να μεταβώ. Εσυλλογιζόμην τον Μανώλην, τον κακοήθη ραδιούργον και διαβολέα, όστις προδήλως ήτο ο παραίτιος της συμφοράς μου. Αλλ' αφού περιεπλανήθην ασκόπως όλην την ημέραν δεν ηδυνήθην να κρατηθώ, και την εσπέραν ευρών ανοικτήν την θύραν ανήλθα εις το μαγειρείον· και ευρέθην προ της ασπλάγχνου Αγγέλως.

— Πάλι μου κόπιασες; ανέκραξε μετά θυμού ευθύς ως με είδε· δεν σου είπα να με ξεφορτωθής;

— Λοιπόν επιμένεις; . . . ηρώτησα δειλώς.

— Σου το είπα και σου το ξαναλέγω παστρικά, ξεφορτώσου με! . . . Δεν σε θέλω πια για ερωμένο! . . .

— Έχεις δίκαιον, Αγγέλω· ερωμένος σου ουδέποτε υπήρξα. Υπήρξα ερώμενός σου.

— Μη με σκοτίζης!

— Μα λοιπόν είσαι άκαμπτος; . . . Είσαι Μέγαιρα, είσαι Ερινύς, είσαι Αληκτώ! . . .

— Αλύκτα όσον θέλεις.

— Επιμένεις να με αφίσης; . . .

— Ναι!

— Τουλάχιστον όμως, άσπλαγχνε, ανεβόησα να με αφίσης με ι, μη με αφίσης με η, διότι είνε πολύ σκληρόν.

— Α! μα 'ξεύρεις πού μ' επαραφορτώθηκες! ανέκραξε μανιώδης η Αγγέλω. Έξ' από 'δω! . . .

εικόνα
εικόνα

Και αρπάσασα το τηγάνιον επέπεσε κατ' εμού. Ημύνθην όσον ηδυνάμην διά μιας πυράγρας [21] , αλλ' η αχρεία ήρχισεν ενταυτώ να βάλλη τοιαύτας κραυγάς, ώστε ώρμησαν οι γείτονες, ανήλθε δε και είς τυχαίως διαβαίνων αστυνομικός κλητήρ, όστις με ωδήγησεν εις το κρατητήριον.

— Κύριε, είπα προς τον αστυνόμον απολογούμενος, δεν πταίω εγώ. Εκείνος ο αχρείος ο Μανώλης είνε ο αίτιος του δυστυχήματός μου. Είνε άνθρωπος ελεεινός, φαύλος, είνε άνθρωπος της τρίτης κλίσεως, ο Μανώλης του Μανώλους, κατά το η πανώλης, της πανώλους . . .

— Εκατάλαβα, είπεν ο αστυνόμος μειδιών, θα είνε φοιτητής της φιλολογίας.

— Και θα πάσχη από υποκοντίαν, προσέθηκεν έτερός τις υπάλληλος παριστάμενος.

Διέταξαν να με απολύσουν· αλλ' ο λόγος αυτός του αστυνόμου μ' έκαμε να συνετισθώ. Σκεφθείς ωριμώτερον επείσθην πράγματι ότι ο αίτιος της δυστυχίας μου δεν ήτο ο Μανώλης, αλλ' η προσήλωσίς μου προς τους τύπους της Γραμματικής. Αυτή ήτο η αφορμή της διαρρήξεως των μετά της Αγγέλως σχέσεών μου. Διά τούτο έκτοτε παρήτησα την φιλολογίαν και τα όνειρά μου, έσχισα τον Ησύχιον και τον Πολυδεύκη, έρριψα εις το πυρ τα Συντακτικά, ώμοσα μίσος ακάθεκτον κατά των διδασκάλων μου και διά να τους εκδικηθώ θα διαπράττω τας φρικτοτέρας των ανορθογραφιών.

Βάζο
Βάζο
διακοσμητικό
διακοσμητικό

ΑΛΛΟΦΡΟΣΥΝΗ ΑΙΜΑΤΗΡΑ (Εκ των απομνημονευμάτων φοιτητού)

Επικατάρατοι αι εφημερίδες! επικατάρατος ο τύπος! επικατάρατος ο Γουτεμβέργιος, όστις τον εφεύρε! Κατήντησα μανιακός τας ημέρας ταύτας. Δεν ημπορώ ν' αναγνώσω εφημερίδα, χωρίς ν' ανεύρω καρατομήσεις καταδίκων, εικόνας καταδίκων, συνεντεύξεις μετά δημίων, περιγραφάς κεφαλών αποτετμημένων, ιστορίας της λαιμητόμου και άλλα πράγματα φρικώδη και αποτρόπαια. Το λογικόν μου εταράχθη εις τοιούτον βαθμόν, ώστε βλέπω αιωνίως εμπρός μου πτώματα ακέφαλα. Νομίζω ότι βλέπω πανταχού αίμα· όλα τα βλέπω κόκκινα. Απήντησα καθ' οδόν ένα ικτερικόν και μου εφάνη και αυτός κόκκινος!

Χθες την νύκτα η αλλοφροσύνη μου δεν είχεν όρια. Περιηρχόμην έξω φρενών εντός του δωματίου μου και εφώναζα:

— Αίμα! αίμα! θέλω να πίω αίμα!

— Αμέσως! ηκούσθη φωνή τις γλυκεία.

Εσταμάτησα εμβρόντητος, ότε μετ' ολίγον είδα προσερχομένην παιδίσκην φέρουσαν ποτήριον, όπερ κατ' ευτυχίαν περιείχεν όχι αίμα αλλά διαυγές και ψυχρότατον ύδωρ εκ της κρήνης. Η παιδίσκη, υπηρέτρια ξένης οικογενείας κατοικούσης εις το άνω πάτωμα, εκαλείτο Έμμα.

Το νερό κατηύνασεν οπωσούν την έξαψίν μου και τούτο με ωφέλησεν επαισθητώς. Είχα φιλονεικήσει από πρωίας με τον οικοδεσπότην μου περί του κατηραμένου ενοικίου, το οποίον είχα την γενναιότητα να καθυστερώ προς αυτόν από μιας όλης εξαμηνίας. Η νευρική μου έξαψις με είχε κάμει να αυθαδιάσω προς αυτόν, εκείνος δε οργισθείς με ηπείλησεν ότι «θα φέρη κανένα κλητήρα να μου κόψη τον βήχα!»

Και είχα τω όντι βήχα και έπασχα από πόνον του λαιμού, αλλ' επροτίμων να υφίσταμαι τας ενοχλήσεις ταύτας παρά να υποβληθώ εις θεραπείαν. Φαντασθήτε, αν επήρχετο εις τον νουν του κλητήρος ή του ιατρού η ιδέα να μου κόψουν τον βήχα . . . με την λαιμητόμον!

Θα μ' ερωτήσετε: Φοβείσαι τόσον την λαιμητόμον;

Έχω το θάρρος ν' απαντήσω εν πάση ειλικρινεία: Ναι!

Προ τριακονταετίας ο μακαρίτης θείος μου, όστις ήτο αξιόλογος άνθρωπος και επί πλέον φίλος στενός του επίσης αξιολόγου κ. Ζαχαρία Παραδαρμένου, συνήθιζε να μου λέγη τακτικώς οσάκις εμάνθανε κανέν μου κατόρθωμα εξόχου αταξίας:

— Μωρέ παιδί μου, δεν έχεις καθόλου κεφάλι!

Και προσέθετε με μελαγχολικήν φιλοσοφίαν:

— Και το χειρότερον είνε ότι όσοι δεν έχουν κεφάλι ημπορεί να καταντήσουν μίαν ημέραν εις την λαιμητόμον!

Την αλήθειαν ταύτην του σεβαστού θείου μου πολλάκις ανελογίσθην μετά φρίκης εις τον κατόπιν βίον· και σήμερον ακόμη, ότε η φοβερά μηχανή περιοδεύει, την αναλογίζομαι· Τω όντι συλλογισθήτε τι θα εγινόμην άν ποτε κατεδικαζόμην να καρατομηθώ ενώ δεν έχω κεφάλι! . . . Τι θα μου έκοπτον τότε; . .

* * *

Καθ' όλην την νύκτα κοιμώμενος είδα όνειρα φρικτά. Έβλεπα ότι εκάπνιζα διαρκώς με την καπνοσύριγγα του Αρτόζη την εκτεθειμένην εις το γραφείον της Καθημερινής, ότι η κεφαλή ενός παχυσάρκου ρεπόρτερ της Ακροπόλεως απεκόπτετο ομού με την του Κοτρώνη, μεθ' ού διήλθε θαρραλέως και φιλοσοφικώς την τελευταίαν νύκτα ως ο Φαίδων με τον Σωκράτη, εξοδεύσας γενναιοφρόνως εις λεμονάδας μέγα μέρος των οικονομιών του, και εξύπνησα ακριβώς ενώ ωνειρευόμην ότι συνεταξίδευα με τον Γαλατάν, μεταβαίνων χάριν διασκεδάσεως εις Γαλατάν . . . της Κωνσταντινουπόλεως. Αφυπνίσθην, διότι κάποιος έκρουε σφοδρώς το παράθυρόν μου.

— Ποίος είνε; ηρώτησα δυσθύμως.

— Ο γαλατάς.

Ανεπήδησα έντρομος επί της κλίνης.

— Ο Γαλατάς! . . . μα δεν τον έκοψαν σήμερα εις τα Φέρσαλα;

— Αφεντικό! ηκούσθη φωνή τραχεία έξωθεν, ή πάρε γάλα, ή δώσε μου εκείνα τα λίγα ψιλά.

— Φύγε, κακούργε! ανεβόησα έσωθεν· φύγε μη ειδοποιήσω την αρχήν . . . εάν δεν υπάρχουν εδώ δήμιοι, υπάρχει όμως ο σπιτονοικοκύρης μου!

Ο γαλατάς φοβηθείς απήλθεν, αφού όμως μου εδήλωσεν αγρίως ότι μου κόβει εις το εξής την πίστωσιν.

Η δήλωσις μου προυξένησε ρίγος· ήρχισαν λοιπόν να κόπτουν και εμέ!

Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη βρυχηθμός φοβερός. Ήτο η οικοδέσποινά μου, ήτις εφώναζεν:

— Έκοψε! έκοψε! πάει! . . . κρίμας!

Εξήλθα πελιδνός εκ του φόβου εις την αυλήν και την ηρώτησα:

— Τι συμβαίνει, κυρά Μιχάλαινα; ποίος τον έκοψε;

— Τίποτε καλέ, μου απήντησε· λέω για το γάλα που ηγόρασα από τα χθες το βράδυ.

Εξήλθα και μετέβην εις τας εξετάσεις σχολείου, εις τας οποίας ήμην προσκεκλημένος. Ο διδάσκαλος με παρεκάλεσε ν' αποτείνω καμμίαν ερώτησιν προς μαθητήν εξεταζόμενον εν τη γεωγραφία.

— Γνωρίζετε, ηρώτησα το παιδίον, να μου ειπήτε πού κείται ο ισθμός του Παλαμά της Θεσσαλίας, όπου ο Λεσσέψ πρόκειται να κόψη διά της λαιμητόμου τας πέντε κεφαλάς των κακούργων; . . .

Το παιδίον έμεινεν εμβρόντητον ως και πάντες οι παρευρισκόμενοι· και κατ' αρχάς μεν το πράγμα εφάνη αστεϊσμός άκαιρος, αλλ' εν τούτοις επωφελούμενος της ευκαιρίας απηύθυνα και δευτέραν ερώτησιν εις έτερον μαθητήν εξεταζόμενον εις την αριθμητικήν.

— Το τετράγωνον του 52 ποίον είνε; του είπον.

Ο μαθητής έστη διαλογιζόμενος, αλλά χωρίς να τον αφήσω ν' απαντήση προσέθηκα:

— Το 52 είνε ο αριθμός ο παριστών το βάρος της μαχαίρας της λαιμητόμου, ήτις έχει σχήμα Ζ, το τετράγωνον δε το σχηματίζει η στρατιωτική δύναμις.

Notes in this chapter

Note 1 · Αποθέτης:Καλάθι των αχρήστων. ↩Note 2 · Μίλτος: α. Κόκκινος μόλυβδος, μίνιο β. Η κόκκινη ασθένεια του καλαμποκιού γ. παρασιτικός μικρομύκητας φυτών. ↩Note 3 · το βρώμα: τροφή ↩Note 4 · Τυλώδης: με κάλους. ↩Note 5 · Εμβάδιον: Παπούτσι ή σανδάλι. ↩Note 6 · Ιππωνία: η αγορά των αλόγων ↩Note 7 · Άτρυτος-ου: ασταμάτητος, άφθορος. ↩Note 8 · Κατά το ενόν: όσο είναι δυνατό. ↩Note 9 · Επιζωοτία: Λοιμώδης ή παρασιτική ασθένεια που προσβάλλει συγχρόνως μεγάλο αριθμό κατοικιδίων ζώων και ορίζεται ως τέτοια από τον νόμο (π. χ.Note 10 · Ιγδίον: Μικρό γουδί. ↩Note 11 · Πνευστιώ: Ασθμαίνω, λαχανιάζω, κοντανασαίνω. ↩Note 12 · Μελανείμων: Μαυροντυμένος. ↩Note 13 · Αυτός που επεξεργάζεται δέρματα και κατασκευάζει δερμάτινα είδη. ↩Note 14 · Διάτορος: Διαπεραστικός, οξύς. ↩Note 15 · Τεζάκι: Πάγκος μαγαζιού για την έκθεση προϊόντων ή την διευκόλυση εργασιών. ↩Note 16 · Ρικνός: Γεμάτος ρυτίδες, ζαρωμένος. ↩Note 17 · Ερρυπωμένος: Λερωμένος. ↩Note 18 · Κεχηνώς-υία-ός: αυτός που χάσκει, κατάπληκτος. ↩Note 19 · Αγελαίος: Χαμηλού επιπέδου, του σωρού. ↩Note 20 · Πύραυνον: Μαγκάλι ή φουφού. ↩Note 21 · Πυράγρα: Μασιά, τσιμπίδα. ↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings