← Table of contents
Αττικαί ημέραι

Front matter (continued 4)

Reading edition

Εκτός τούτου, κύριοι, έχομεν και άλλας τινάς σοβαράς μαρτυρίας, επί των οποίων εφιστώ την προσοχήν υμών και επικαλούμαι την ευσυνείδητον και πεφωτισμένην κρίσιν σας. Έχομεν την μαρτυρίαν του φιλοσόφου Θεοφράστου λέγοντος ότι ο Αριστείδης, άκρως δίκαιος ων περί τα οικεία, εις τα κοινά έπραξε πολλά ασυμβίβαστα με το δίκαιον χάριν του συμφέροντος της πατρίδος, «ως συχνής αδικίας δεομένης», αναφέροντος δε το συμβάν της μετακομίσεως των εν Δήλω χρημάτων, τη εισηγήσει των Σαμίων και παρά τας συνθήκας, εις Αθήνας, ότε ο Αριστείδης εγνωμάτευσεν ότι το τοιούτο δεν ήτο μεν δίκαιον, ήτο όμως συμφέρον, ήτοι εν άλλοις λόγοις προέτρεπε τον δήμον να το πράξη, διασώζων άμα υποκριτικώς και την ιδίαν περί χρηστότητος φήμην. Η δικαιοσύνη άρα διά τον υιόν του Λυσιμάχου δεν ήτο απολύτως σεβαστή, αλλ' εμετρείτο με τον πήχυν του συμφέροντος· αλλ' εν τοιαύτη περιπτώσει, σας ερωτώ, κύριοι, κατά τι είνε ανηθικώτερον το περιβόητον ρητόν των οπαδών του Λαϊόλα ο σκοπός εξαγιάζει τα μέσα; Έχομεν κατόπιν την μαρτυρίαν αυτού του Πλουτάρχου, βεβαιούντος ότι καταφερόμενος εναντίον του Θεμιστοκλέους ηναγκάζετο ενίοτε, όπως περιορίση την δύναμιν του πολιτικού του αντιπάλου, να εναντιούται εις όσα εκείνος έπραττε «βέλτιον ηγούμενος παρελθείν ένα των συμφερόντων τω δήμω ή το κρατούντ' εκείνον εν πάσιν ισχυρόν γενέσθαι». Ιδού λοιπόν η περιλάλητος χρηστότης του Αριστείδου! ιδού η αμώμητος δικαιοσύνη του. Το πολιτικόν πάθος τον ετύφλωνεν επί τοσούτον, ώστε προυτίμα να ζημιωθή μάλλον η πατρίς του παρά να υπερισχύση ο αντίπαλός του. Τα τοιαύτα παραδείγματα πωρώσεως της συνειδήσεως προερχομένης εξ ασβέστου και αλόγου φατριαστικού πάθους είδομεν δυστυχώς επαναλαμβανόμενα και εις τους νεωτέρους χρόνους, με την διαφοράν όμως ότι οι μέχρις αυτού του σημείου παρεκτρεπόμενοι δεν είχον την αξίωσιν να θεωρώνται και ν' αποκαλώνται δίκαιοι.

Αλλά τίνα ανάγκην έχομεν μαρτύρων, αφού έχομεν την ομολογίαν αυτού του παθόντος, του Αριστείδου αυτού! Ναι, κύριοι ο παθών εν στιγμή τινι εξάψεως, εν στιγμή ιδιαιτέρας ψυχολογικής καταστάσεως, κατά την οποίαν και η μάλλον πεπωρωμένη καρδία αισθάνεται την ανάγκην να λαλήση εν ειλικρινεία, ωμολόγησεν αβιάστως την αλήθειαν. Προ μικρού είχε λήξει η εκκλησία του λαού· οι δύο αντίπαλοι είχον παραστή και παλαίσει διά του λόγου ενώπιον του πλήθους. Ο Θεμιστοκλής προέτεινε φρόνιμόν τι μέτρον και ο Αριστείδης κατά το σύστημά του τον αντέκρουσεν, η δε γνώμη του υπερίσχυσε παρά τω αστάτω και παλιμβούλω δήμω. Και ηυφράνθη μεν αμέσως επί τη νίκη, αλλ' ότε απήρχετο μετά των φίλων του, η συναίσθησις της αξιομέμπτου πράξεώς του εκυρίευσεν αίφνης την ψυχήν του και μία ειλικρινής ομολογία εξήλθεν από τα χείλη του: «Δεν υπάρχει σωτηρία, είπε, διά τα πράγματα των Αθηναίων, αν δεν αποφασίσουν να ρίψουν εις το βάραθρον και εμέ και τον Θεμιστοκλή». Προσέξετε εις τους βαρυσημάντους τούτους λόγους, κύριοι· αναμετρήσατέ τους καλώς. Ο δίκαιος Αριστείδης θεωρεί εαυτόν άξιον του βαράθρου· εάν ήτο τω όντι άξιος τοιαύτης καταδίκης επιβαλλομένης εις τους κακούργους, τότε κατά πόσον ήτο δίκαιος; και αν δεν ήτο άξιος, τότε διατί ο δίκαιος αυτός να καταδικάση εαυτόν; Από το δίλημμα τούτο εις το οποίον τον ενέβαλεν η ιδία αυτού ομολογία, δεν δύναται να διαφύγη ο Αριστείδης με όλην την ιησουιτικήν ευστροφίαν του πνεύματός του.

Τας σκέψεις ταύτας δεν κάμνω μόνος εγώ, ο αυτόκλητος συνήγορος· εγεννήθησαν βεβαίως αύται και εις το πνεύμα των Αθηναίων, οι οποίοι σύγχρονοι όντες και ενήμεροι εις τα συμβαίνοντα, οξύνοι δε και ευφυέστατοι υπέρ πάντας τους προϋπάρξαντας και επιγενομένους λαούς, ηδύναντο να εκτιμούν τα πρόσωπα και τα πράγματα πολύ ορθότερον ημών, των εξεταζόντων αυτά μετά πάροδον εικοσιτριών όλων αιώνων. Ο δήμος μετά τα Μηδικά, μεγαλοφρονών, ως λέγει ο Πλούταρχος, και συναισθανόμενος ότι ήτο εξευτελιστικόν δι' αυτόν είς ανήρ ανακόλουθος εν τη αρετή του να διευθύνη κατά βούλησιν τα κοινά, απεφάσισε να τον εξοστρακίση. Πρέπει δε να ήτο πολύ διαδεδομένη η τοιαύτη ιδέα, αφού διά να εξοστρακισθή τις απητείτο να δώσουν περί τούτου την ψήφον των εξακισχίλιοι πολίται. Τούτο και εγένετο· ο λαός συνελθών εξοστράκισε τον Αριστείδην, κατά την ψηφοφορίαν δε συνέβη το πολυθρύλητον ανέκδοτον, ένεκα του οποίου ο πελάτης μου εκαθέσθη επί τοσούτον ήδη χρόνον εις το εδώλιον του κατηγορουμένου. #Ήτο ούτος «των αγραμμάτων τις και παντελώς αγροίκων», κατά την έκφρασιν του Πλουτάρχου, εκ των κατοικούντων ίσως εις τους αγροτικούς των Αθηνών δήμους, ανήρ άξεστος και τους τρόπους απέριττος, αλλά κεκτημένος εμφύτως σύνεσιν και πνεύμα πρακτικόν, εκ των τύπων τους οποίους απηθανάτισεν ο Αριστοφάνης, και εις το χονδρόν κρανίον των οποίων κατέφευγεν η φρόνησις, ότε τα άλογα πολιτικά πάθη επεσκότιζον την διάνοιαν των Αθηναίων αστών. Παρευρίσκετο μετά των άλλων πολιτών εκεί και, επειδή ήτο αγράμματος, παρεκάλεσε τον πρώτον εντυχόντα να εγγράψη αντ' αυτού εις το όστρακόν του το όνομα του Αριστείδου. Η σύμπτωσις ηθέλησεν ώστε ο πρώτος ούτος εντυχών να είνε ο ίδιος Αριστείδης, όστις απορήσας τον ηρώτησεν αν ο ανήρ τον οποίον ήθελε να εξοστρακίση τον έβλαψέ ποτε. «Όχι, απήντησεν ο πελάτης μου, ουδέ γινώσκω τον άνθρωπον, αλλ' ενοχλούμαι πανταχού τον Δίκαιον ακούων».

Αυτό, κύριοι, είνε το μόνον έγκλημα του κατηγορουμένου. Δι' αυτό το μόνον επί τόσους αιώνας υπέστη τα σκώμματα, την χλεύην, το όνειδος σύμπαντος του μετέπειτα πολιτισθέντος κόσμου. Και όμως μελετήσατε τους λόγους αυτούς, εμβαθύνατε εις την ενεχομένην εις αυτούς έννοιαν και κρίνατε αν ο ατυχής ανώνυμος πελάτης μου ήτο άξιος τοιαύτης καταδίκης.

Τι είπεν επί τέλους; ότι ηνωχλείτο τον Δίκαιον πανταχού ακούων. Και δεν είνε τάχα ορθόν; δεν είνε φυσικόν τούτο; δεν είνε το ανθρωπινώτατον των αισθημάτων; Όταν εν πόλει περιεχούση τόσους εξόχους νόας, τόσους εναρέτους και μεγαλοπράγμονας πολίτας, είς μόνος ανήρ προβάλλη εις το μέσον επιδεικτικώς αντιποιούμενος τον τίτλον του Δικαίου, δεν κηρύττει αναφανδόν ότι πάντες οι λοιποί συμπολίται του είνε άδικοι; Έπειτα, κύριοι, αυτοί οι τιμητικοί τίτλοι, αυτά τα πομπώδη επίθετα, αυτά τα χρυσόβουλλα τα αποδιδόμενα παρά των συγχρόνων κολάκων είτε παρά του συναρπαζομένου εκ των κατ' επιφάνειαν φαινομένων και πάντοτε επιπολαίως κρίνοντος πλήθους προς επιφανείς πολιτικούς άνδρας, πάντοτε σχεδόν απεδείχθησαν ψευδή και ανάρμοστα, η δε αμερόληπτος Ιστορία έρχεται κατόπιν και τα σχίζει και τα μυκτηρίζει. Εάν από τους χρόνους της αθηναϊκής ευκλείας μεταπηδήσωμεν εις εποχήν περίφημον και θυελλώδη των νεωτέρων χρόνων, θα ίδωμεν ότι από της αρχής της Γαλλικής Επαναστάσεως μέχρι της 9 Θερμιδώρου όλοι οι Γάλλοι απεκάλουν τον Μαξιμιλιανόν Ροβεσπιέρρον αδιάφθορον. Αλλά τα έγγραφα τα εξετασθέντα παρά του Κουρτοά και η Κριτική Ιστορία απέδειξαν αυτόν απεναντίας λίαν διεφθαρμένον. Κατά την αυτήν εποχήν έτερός τις πολιτικός ανήρ, δευτερεύον διαδραματίσας, αλλ' επίσης αιματηρόν μέρος, ο Βαδιέ, απεκαλείτο κοινώς l' homme aux soixante ans de vertu· και όμως ο επί εξηκονταετίαν ενάρετος αυτός ανήρ απεδείχθη ότι έπεμψεν εις το ικρίωμα ολόκληρον αθώαν οικογένειαν διότι ηρνήθη να συγγενεύση δι' αγχιστείας μετά του υιού του! Την πλάνην του πλήθους εγίνωσκεν ο φύσει ορθοφρονών πελάτης μου, καίτοι δεν είχε, κατά πάσαν πιθανότητα, αναγνώσει την ιστορίαν της Γαλλικής Επαναστάσεως, πρώτον διότι ήτο αγράμματος και δεύτερον διότι την εποχήν εκείνην δεν είχεν εκδοθή το βιβλίον του ακαδημαϊκού Ταιν. Την εγίνωσκεν εκ πείρας, εξ ορθής αντιλήψεως και σαφούς εκτιμήσεως των πραγμάτων και ήχθετο και ηνωχλείτο διά την επωνυμίαν. Και πώς ήτο δυνατόν, κύριοι, να μη ενοχληθή, να μη δυσανασχετήση ακούων πανταχού, εν ταις εκκλησίαις, εν τοις ναοίς, εν τη αγορά, εν τοις θεάτροις, εν τοις θερμοπωλείοις, εν τοις κουρείοις την φήμην αυτήν περί του Δικαίου, την τόσω ασυμβίβαστον πολλάκις με τα πράγματα, το επίθετον αυτό το απανταχού περιβομβούν και πλήττον δυσαρέστως την ακοήν του ως διασύρον την υπόληψιν ολοκλήρου πόλεως; Πώς ήτο δυνατόν ο τίμιος αυτός και μετριόφρων πολίτης να μη αγανακτήση επί τέλους διά την ύβριν την γινομένην προς τους συμπολίτας του, όπως ηγανάκτησαν και τόσαι άλλαι χιλιάδες Αθηναίων, οίτινες μολονότι ενέγραψαν επίσης το όνομα του Αριστείδου εις τα όστρακά των, δεν εκακίσθησαν τοσούτον απηνώς υπό της Ιστορίας όσον ο ταλαίπωρος πελάτης μου; εάν ήτο πράγματι δίκαιος και μεγαλόφρων ο Αριστείδης, πρώτος αυτός ώφειλε να ενοχληθή και πρώτος να επιζητήση παντί σθένει την παρακώλυσιν της διαδόσεως του τόσον προσβλητικού διά τους άλλους τίτλου. Η Σύγκλητος της Ρώμης θέλουσά ποτε να βραβεύση τον ύπατον Δουίλιον, πρώτον εκ των Ρωμαίων ναυμαχήσαντα και κατατροπώσαντα τους Καρχηδονίους, απένειμεν εις αυτόν έκτακτον και παράδοξον τιμήν, ορίσασα όπως, κατά την έξοδον αυτού εκ της οικίας του εν οιαδήποτε ώρα, διαρκώς παρακολουθή αυτόν αυλητής φυσών τον αυλόν του. Ο νικηφόρος στρατηγός κατ' αρχάς τα μάλα επήρετο και ενηβρύνετο διά την τιμητικήν ταύτην συνοδίαν αλλά του χρόνου προϊόντος η αδιάκοπος αύτη μελωδία ήρχισε να καθίσταται οχληρά και εις αυτόν τον ίδιον και εις τους γείτονας και εις τους διαβάτας· ότε δε είδεν ότι δεν ηδύνατο ούτε εν ώρα νυκτός να εξέλθη, δι' ερωτικήν, υποτεθείσθω, και μυστηριώδη εκδρομήν, χωρίς να τον παρακολούθηση η θορυβώδης αύτη σκιά και να εξέλθουν όλοι οι παροικούντες εις τα παράθυρα διά να τον ανευφημήσουν, εδέησε να ζητήση ως χάριν παρά της Συγκλήτου όπως τον απαλλάξη της τιμής ταύτης. Αλλ' ο Δουίλιος ήτο φιλότιμος στρατιώτης, ενώ ο Αριστείδης ήτο επιτήδειος πολιτικός και με την πολιτικήν ποτέ δεν συμβαδίζουν η μετριοφροσύνη και η ειλικρίνεια, ειμή όταν πρόκειται να οδηγήσουν αυτήν εις την δυσμένειαν και την απώλειαν.

Διότι, κύριοι, ο θέλων να διακριθή διά των πράξεών του οφείλει ν' αποβλέπη όχι μόνον εις το εξ αυτών ηθικόν κέρδος, αλλά και εις τα καθήκοντα, τα οποία η θέσις αυτού του επιβάλλει. Το πρώτον δε και στοιχειωδέστατον των καθηκόντων τούτων είνε να τηρή απέναντι των άλλων στάσιν τοιαύτην, ώστε να μη τιτρώσκεται διά της υπεροχής του η φιλοτιμία και η αξιοπρέπεια αυτών. Παραδέχομαι προς στιγμήν ότι ο Αριστείδης ήτο ο δικαιότατος των ανθρώπων, ότι τα διαδοθέντα περί αυτού ήσαν στυγεραί συκοφαντίαι των εχθρών του, ότι ήσκησεν αδόλως την αρετήν, ότι ενήργησεν αείποτε εν χρηστώ τω συνειδότι, ότι προσηνέχθη εντίμως προς τους πολιτικούς του αντιπάλους, ότι ευηργέτησε πολυειδώς και πολυτρόπως την πατρίδα του· Έστω· αλλ' ήτο τάχα ανάγκη αυτάς τας εκδουλεύσεις και τας αρετάς του να τας διατυμπανίζη αενάως, να τας κηρύττη διαρκώς διά στόματος των φίλων και οπαδών του — κρίμα ότι δεν είχε και ιδικήν του εφημερίδα! — να διατηρή επιτηδείως διαρκή και οχληράν ρεκλάμαν θαυμασμού προς το υποκείμενόν του; Είνε αληθές ότι πολλάκις η αγνωμοσύνη των ευεργετουμένων προς τον ευεργέτην είνε οκνηρά και απρόθυμος και έχει ανάγκην κινήτρου. Κάποτε μάλιστα αι σχέσεις της ευγνωμοσύνης προς την ευεργεσίαν είνε όλως διόλου χαλαραί και το ποιόν αυτών εχαρακτήρισε δι' ευφυεστάτου μύθου ο Τουργκένιεφ. Εώρταζέ ποτε ο Ύψιστος εν ουρανοίς και προσεκάλεσεν εις εσπερίδα πάσας τας Αρετάς. Πάσαι συνδιελέγοντο οικείως και φιλοφρόνως, εκτός δύο αι οποίαι ουδεμίαν αντήλλασσον προς αλλήλας λέξιν. Ο επουράνιος οικοδεσπότης το παρετήρησε και επλησίασεν αυτάς.

— Πώς! δεν γνωρίζεσθε; ηρώτησε μετ' απορίας. Να σας κάμω να γνωρισθήτε.

Και λαμβάνων την χείρα εκατέρας είπε παρουσιάζων την μίαν προς την άλλην:

— Απ' εδώ είνε η κυρία Αγαθοεργία και απ' εδώ η κυρία Ευγνωμοσύνη.

Πλην αν τούτο συμβαίνη ενίοτε, πολύ συνηθέστερον συμβαίνει το σντίθετον. Ο ευεργετών υπερτιμών την αξίαν της πράξεώς του επαίρεται αναρμόστως και υψηλοφρονεί δι' αυτήν. Περιφρονών το ευαγγελικόν παράγγελμα, την διασαλπίζει πανταχού διατόρως [78] , την εξυμνεί, την μεγαλοποιεί και απαιτεί αγερώχως το θυμίαμα των εγκωμίων. Προς ουδέν λογιζόμενος την φιλοτιμίαν του ευεργετουμένου αξιοί να βλέπη αυτόν αιωνίως κύπτοντα υπό το βάρος της ευγνωμοσύνης. Εν τοιαύτη δε περιπτώσει, κύριοι, η υπερήφανος αγανάκτησις του καταπιεζομένου εξεγειρομένου και ζητούντος ν' απαλλαγή παντοιοτρόπως του αφορήτου αυτού ζυγού της ευγνωμοσύνης, δεν είνε αχαριστία, όπως δεν είνε αρετή η υπό τοιαύτας συνθήκας, με τοιαύτας αξιώσεις και εκ τοιούτων σκοπών γινομένη αγαθοεργία. Και αν ο έξοχος ρώσος συγγραφεύς έπλασεν ένα ευφυά μύθον περί της πρώτης περιστάσεως, ο ευφυέστατος ελληνικός λαός έπλασε περί της δευτέρας άλλον μύθον, επίσης χαρίεντα. Πλούσιός τις και κενόδοξος επορεύθη εις την αγοράν την παραμονήν της επισήμου θρησκευτικής εορτής, όπως αγοράση τα χρειώδη της εορτασίμου ευωχίας. Ενώ ηγόραζεν άφθονα και εκλεκτά τα όψα, παρετήρησεν εκεί που ιστάμενον πτωχόν γείτονά του, όστις έβλεπε περιλύπως την θορυβώδη της αγοράς κίνησιν και εθλίβετο διότι εστερείτο χρημάτων όπως προμηθευθή και αυτός κάτι. Η καρδία του πλουσίου συνεκινήθη, αγοράσας δ' εκ του κρεοπωλείου τα εντόσθια αμνού τα έδωσε προς τον πένητα λέγων:

— Πάρε και συ αυτά να πασχάσης αύριον.

Ο πτωχός άνθρωπος έλαβε το δώρον ευχαριστών τον γείτονά του. Μετά δύο ημέρας τον συνήντησεν ούτος και τον ηρώτησεν:

— Ε! πώς επεράσατε με τα εντόσθια;

— Καλά, αυθέντη μου, απήντησε ταπεινώς ο πτωχός. Εφάγαμεν με την οικογένειάν μου χάρις εις την γενναιοδωρίαν σας και ήπιαμεν ένα ποτήρι κρασί εις την υγείαν σας.

Το πράγμα έως εδώ ηδύνατο να λήξη. Αλλ' όχι· ο πλούσιος επέμενεν. Εξηκολούθει να του υπομιμνήσκη διαρκώς την ευεργεσίαν του. Οσάκις τον συνήντα, τον ηρώτα μεγαλοφώνος — Εκείνα τα εντόσθια, ε; . . .

Ο ταλαίπωρος ευεργετηθείς κατ' αρχάς εμειδία και απήντα ευχαριστών, έπειτα εστενοχωρήθη, κατόπιν ησχύνθη, μετά ταύτα ηγανάκτησε και εις το τέλος εξηγριώθη. Επήγεν εις τους γνωρίμους του, εδανείσθη, εχρεώθη, εζήτησεν ως επαίτης ολίγα χρήματα, ηγόρασε τα εντόσθια του αμνού και κρατών αυτά όπισθέν του και εστάθη εις την οδόν καραδοκών την διέλευσιν του ευεργέτου του. Ότε εφάνη ούτος, τον ηρώτησε με την συνήθη προστατευτικήν του έπαρσιν:

— Εκείνα τα εντόσθια, ε; . . .

— Πάρε τα οπίσω, ανέκραξεν ο πένης ρίπτων κατά πρόσωπον του αφορήτου δωρητού τα εντόσθια· πάρε τα και ξεφορτώσου με.

Ούτω περίπου έχουν τα πράγματα και κατά την υπόθεσιν του Αριστείδου. Η υπόθεσις αύτη ανειλίχθη ενώπιον υμών, κύριοι, εν πάσα λεπτομερεία. Έχετε υπ' όψιν υμών πάντα τα γεγονότα· σταθμίσατε αυτά καλώς και κρίνατε. Το επ' εμοί είμαι βέβαιος ότι η πεφωτισμένη υμών κρίσις θ' αθωώση τον πελάτην μου και θ' απαλλάξη αυτόν της καταισχύνης, η οποία τον βαρύνει επί τόσους αιώνας. Ανέλαβον εν πεποιθήσει και άνευ συμφέροντος την υπεράσπισιν του αδικουμένου. Εάν ημάρτησα, εάν η πράξις μου θεωρηθή ιερόσυλος ασέβεια προς την μνήμην ενός των ενδοξοτάτων προγόνων μας, τιμωρήσατέ με, εξοστρακίσατέ με. Εν ημέραις κατά τας οποίας ο δήμος Αθηναίων αποφασίζει να δαπανήση υπέρ της καθαριότητος της πόλεως πεντακισχιλίας δραχμάς και να μας προφυλάξη διά του ποσού τούτου από την χολέραν, η ιδέα του εξοστρακισμού διόλου δεν με πτοεί. Άλλως τε έχω την ελπίδα ότι μετά εικοσιτρείς αιώνας θα ευρεθή τις ως εγώ, μη έχων τι καλύτερον να πράξη και θ' αναλάβη εις μέλλον ημερολόγιον μέλλοντος Σκόκου την υπεράσπισιν του διά της αποφάσεώς σας αδικηθησομένου τυχόν συνηγόρου.

Ημίγυμνος άνδρας
Ημίγυμνος άνδρας

ΟΠΟΙΟΣ ΦΥΛΑΕΙ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

Δωμάτιον φοιτητού. Θύρα εις το βάθος και παρ' αυτήν παράθυρον· προς τα δεξιά έτερον παράθυρον ανοικτόν· προς τ' αριστερά θύρα κλεισμένη. Μία κλίνη εις μίαν γωνίαν αποκρυπτομένη εν μέρει από έν paravent. Τραπέζιον με βιβλία, δύο καρέκλαι, ένα σεντούκι.

(Αιρομένης της αυλαίας φαίνεται ο ΝΙΚΟΣ φορών κοιτωνίτην παλαιόν, περιερχόμενος τα διάφορα μέρη του δωματίου και ερευνών μετ' άκρας ανησυχίας και δυσφορίας)

ΝΙΚΟΣ

Τίποτε! πουθενά . . . έγιναν άφαντα! (Ερευνά υπό την κλίνην, υπό το τραπέζιον, όπισθεν του κιβωτίου). Ούτε ίχνος! . . . Μα τι έγιναν επί τέλους τ' αναθεματισμένα; (Προχωρεί εις την θύραν και σύρει τον μοχλόν). Η θύρα ήτο κλειστή! . . . ο σύρτης βαλμένος. Κανείς δεν εμβήκε μέσα! . . . Μα αυτό καταντά μαγεία, λεκανομαντεία, υπνωτισμός! . . . Καλέ, τα ρούχα μου! . . . τα ρούχα μου τα καινούργια . . . τα μονάκριβα, ποίος μου τα επήρε; . . . τι έγιναν; (Τριγυρίζει πάλιν).

Θεέ μου! μου έρχεται να χάσω τον νουν μου. Είμαι έξυπνος ή κοιμούμαι; είμαι στα σωστά μου ή μου έστριψε η βίδα; Ας σκεφθώ λιγάκι διά να ενθυμηθώ. (Στέκει και συλλογίζεται). Χθες το βράδυ οπού επέστρεψα εις το δωμάτιόν μου, τα εφορούσα ή δεν τα εφορούσα; Πώς δεν τα εφορούσα! . . . Αμ' τι! ήθελα να γυρίζω εις τους δρόμους ωσάν τον πρωτόπλαστον; ε! από εκείνην την εποχήν της κοσμογονίας, οπού μία συκιά εχρησίμευεν ως εμπορορραπτικόν κατάστημα, ο Θεός έπλασε χίλια δυο πράγματα καινούργια και μεταξύ των άλλων τα κρατητήρια της Αστυνομίας και το Φρενοκομείον. Λοιπόν είχα τα ρούχα μου . . . Τα είχα, είμαι βέβαιος, αδελφέ! ήλθα μέσα σιγά σιγά μάλιστα, διά να μη με πάρη μυρωδιά η σπιτονοικοκυρά μου, η οποία όμως μ' εκατάλαβε κ' εξερόβηξε . . . ας είνε! άναψα το κερί και τα έβγαλα, εδώ τα ρούχα μου. (Δεικνύει έν μέρος εντός του δωματίου). Και με τι προσοχήν μάλιστα τα έβγαλα, διά να μη τσαλακωθούν, επειδή ήσαν βρεγμένα! . . . Ενθυμούμαι κάλλιστα ότι ήθελα να τ' απλώσω έξω να στεγνώσουν, αλλά έπειτα διά παν ενδεχόμενον τα ετοποθέτησα εδώ, επάνω εις την καρέκλαν . . . σιμά εις το παράθυρον, το οποίον αφήκα ανοικτόν. (Τύπτει το μέτωπον διά της παλάμης, ως να του επήλθεν αιφνιδίως σκέψις). Α! . . . α! τώρα εκατάλαβα! . . . δυστυχία μου! . . . μου τα έκλεψαν οι λωποδύται με την νέαν μέθοδον του αγκιστρίου! Έτσι είνε χωρίς άλλο! . . . τι σκοτίζομαι! . . . Εφευρετικοί άνθρωποι ως τόσον αυτοί οι λωποδύται! κάθε ημέραν και από μίαν μέθοδον ξετρυπώνουν! Σου λέγουν ότι έχομεν αστυνομικούς κλητήρας οπού δεν αξίζουν· μα, αν ήξιζαν τίποτε οι κλητήρες μας, να είσθε βέβαιοι ότι οι λωποδύται θα εύρισκαν καμμίαν μέθοδον να τους κλέψουν και αυτούς!

Ορίστε! όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά, λέγει μια παροιμία· αμ δε; . . . ιδού οπού οποίος φυλάει τα ρούχα του τα χάνει όλα! . . . Αχ! . . . εκείνη κακό χρόνο νάχη, εκείνη η Σταματίνα . . , η Σταυρούλα . . . η Μαρίκα . . . πώς περίδρομο τη λένε; η υπηρέτρια, καλέ, του δικηγόρου εδώ παρακάτω η Σοφία . . . α ναι! . . . εκείνη μου τα φταίει όλα! Μία εργολάβα! . . . Θεέ, φύλαττε ! . . . Ενώ τα είχε τόσο καλά μ' εμένα και τα είχε ψημένα μαζί μου, έκανε γλυκά μάτια και με τον Δήμον, ένα επιλοχίαν, και Κύριος οίδε με πόσους άλλους ουλαμούς και ενωμοτίες! . . . Καλά οπού είμεθα φίλοι με τον Δήμον και μου το εξεμυστηρεύθη. Απεφασίσαμεν να λύσωμεν την διαφοράν μας δι' αντιπαραστάσεως, δηλαδή να ερωτήσωμε την ιδίαν ποίον από τους δύο μας θέλει να εκλέξη, εμέ τον Νίκον, ή τον Δήμον, και τα εν Νίκω μη εν Δήμω. Την επεριμέναμεν εις το αντικρυνό καφενείον και ήλπιζα να κάμω φιγούρα με τη ρημαδιακή την καινούργια φορεσιά! . . . Όταν την είδα εις το παράθυρον της κουζίνας, ήτον επάνω που βράδυαζε, έδωσα το σύνθημα: Σοφία, ορθοί! . . . και επροχωρήσαμεν εν παρατάξει μάχης και εσταθήκαμεν αποκάτω από το παράθυρον. Πιάνομεν το τραγούδι: Γαλιάνδρα μου, χρυσό πουλί! . . . προβαίνει αυτή εις το παράθυρον. Τότε αρχίζει ο Δήμος; — Αχ! μου μάρανες τα τζιέρια! . . . — Αρχίζω εγώ: — Αχ! μ' έφαγες! — Να χαθήτε, σιχαμένοι! . . . απαντά η Σοφία απ' επάνω. Φαίνεται ότι αυτή η συμμαχία δεν της άρεσε διόλου και όταν ηθελήσαμεν να προκαλέσωμεν την εξήγησιν, δεν εβράδυνε διόλου να μας δώση την απάντησιν, η οποία συνίστατο . . . εις μίαν τόσην μεγάλην λεκάνην, με την οποίαν μας επερίχυσε. Τι περιείχεν η λεκάνη, μάρτυς μου ο Θεός ότι δεν είδα, αλλά βεβαίως δεν ήτο ανθόνερον! Ο Δήμος έγινε μούσκεμα· ωμοίαζε με έμψυχον σιντριβάνι. Εγώ, κάτι λιγώτερο, αλλά τέλος πάντων αρκετά λουσμένος και εγώ. Τι να κάμωμε τότε; ήτο και φόβος μην το πάρη χαμπάρι η γειτονιά και γίνωμε ρεζίλι. Επήραμε τα βρεμένα μας κι' από δώθε παν οι άλλοι! . . . Τώρα, αν αυτή η στρίγγλα μας έδιδε καμμίαν άλλην απάντησιν, στερεάν και όχι υγράν, δεν θ' αναγκαζόμουν να βάλω τα ρούχα μου εις το παράθυρο διά να στεγνώσουν και να πάθω αυτήν την συμφοράν. Αχ! . . . έννοια σου, καϊμένη, και θα μου την πληρώσης! (Περιπατεί σκεπτικός εντός του δωματίου)

Καϊμένα ρούχα! . . . τόσον εύμορφα, τόσον καλοφτιασμένα, τόσον κομψά! . . . Και να συλλογίζωμαι ότι δεν τα επλήρωσα ακόμη και Κύριος οίδε πότε θα τα πληρώσω! . . . και να συλλογίζωμαι ότι από τα χθες επρόσθεσα μίαν ακόμη γραμμήν εις το λαβυρινθώδες λοξοειδές δρομολόγιον, το οποίον ακολουθώ καθ' εκάστην εις τας εξόδους μου! . . . Ο καϊμένος ο θείος μου, άνθρωπος αγαθός και θεοφοβούμενος, άλλο δεν μου έλεγεν έως την τελευταίαν στιγμήν της αναχωρήσεώς μου, παρά να κάμνω πάντοτε τα χρέη μου και ν' ακολουθώ την ευθείαν οδόν. Την πρώτην συμβουλήν την ηκολούθησα πιστώς κ' έκαμα χρέη πολλά . . . όσα ημπορούσα ! . . . Αλλά ύστερ' απ' αυτό δεν μου ήτο δυνατόν να εκπληρώσω την δευτέραν του συμβουλήν περί της ευθείας οδού. Όταν εξέρχωμαι, πιάνω πραγματικώς τον ίσιον δρόμον και φθάνω μέχρις ενός σημείου, ότε διά μιας ενθυμούμαι ότι δεν πρέπει να περάσω απ' εμπρός από το ξενοδοχείον, διότι εκεί χρεωστώ μερικά ψιλά. Λοιπόν — στροφή επί δεξιά! Παίρνω τότε τον άλλον δρόμον ύστερα από ολίγα βήματα είνε το ζαχαροπλαστείον· άλλο οδόφραγμα. — Στροφή επ' αριστερά! Προχωρώ . . . παρακάτω, είνε ο παπουτσής μου! . . . μεταβολή! . . . Υστερώτερα είνε το κουρείον . . . άλλος ελιγμός! . . . Απ' εδώ πάλιν είνε το καφενείον, οπού έπαιζα μπιλλιάρδο . . . υποχώρησις! . . . (Ενώ ομιλεί, ταυτοχρόνως εκτελεί επί της σκηνής διαφόρους στροφάς και ελιγμούς). Και τοιουτοτρόπως αποτελείται μία γραμμή ατελεύτητος από ζιγκ-ζαγκ, ώστε, διά να υπάγω από την Νεάπολιν εις το Πανεπιστήμιον, καταντώ πολλάκις να περάσω από τον Αγιον Φίλιππον.

Και τώρα τι να πράξω; . . . Πώς θα εξέλθω; πώς θα καταβώ εις τον Πειραιά, διά να υποδεχθώ τον κυρ Θεοφύλακτον και την δεσποινίδα Θεοδώραν, την μέλλουσαν μνηστήν μου; Μα τι μου ήλθε χθες να πωλήσω εις τον Εβραίον τα παληά μου ρούχα διά να έχω χαρτζιλίκι! . . . Δεν ήτο περίφημη η φορεσιά, αλλά τέλος πάντων, εις την ανάγκην! . . . Και πρέπει να είνε και αργά! . . Ω Θεέ των πατέρων μου! . . . συ όστις ωδήγησες τους Εβραίους να περάσουν από την Ερυθράν θάλασσαν, φώτισε και αυτό το τέκνον του Ισραήλ να περάση πάλιν απ' αυτόν τον δρόμον. (Ακούεται εις την οδόν φωνή πλανοδίου Ιουδαίου: Παληά ρούχ' αγοράζω). Α! νάτος! . . . Σ' ευχαριστώ, Θεέ μου! σ' ευχαριστώ, διότι με εισήκουσες, σ' ευχαριστώ, διότι επιτρέπεις να ευρεθή ένας άνθρωπος, ο οποίος γδύνει όλον τον κόσμον, διά να ενδύση εμέ! (Ορμά εις το ανοικτόν παράθυρον και φωνάζει). Ε συ! . . . Ανανία! . . . Μελχισεδέκ! . . . Ιεροβοάμ! πώς σε λεν! . . . έλα εδώ! . . . Εδώ ναι! . . . Μπα! είνε ο ίδιος ο χθεσινός . . . νά και η παληά μου φορεσιά, που την έχει στον ώμον του. Τι ευτύχημα! τουλάχιστον θα είνε τα ιδικά μου ρούχα και θα μου ταιριάζουν! . . . Πόσον θέλεις δι' αυτά τα ρούχα; . . . Αυτά ναι! . . . Τριάντα πέντε φράγκα; . . . Τρομάρα να σούλθη! . . . Δεν σου τα επούλησα, βρε, εγώ ο ίδιος εχθές διά δεκαπέντε; Αν ήξευρα πως η αξία των ρούχων μου αυξάνει καθ' εκάστην κατά ένα εικοσόφραγκον, θα τ' άφηνα επάνω μου σαράντα χρόνια! Δεν κάνει είκοσι; . . . Εικοσιπέντε; Όχι; . . . Τι να γίνη! . . . Δεν είνε τώρα ώρα για παζάρια . . ας είνε! . . . στάσου! . . . (Στρέφεται και παρατηρεί προς την θέσιν, ένθα υπήρχαν τα κλαπέντα ενδύματά του). Ω! . . . και το πορτοφόλι; . . . Ήτο μέσα εις την τσέπη του ρούχου οπού μου έκλεψαν . . . Πάει κι' αυτό! . . Και το ρολόγι μου; . . . και αυτό το είχα αφήσει εις το γελέκο μου! . . . Ω δυστυχία μου! . . . (Τραβά τα μαλλιά του). Τώρα τι θα κάμω; (Επιστρέφει πάλιν εις το παράθυρον). Δεν μου τα δίνεις και να περάσης αύριον να σε πληρώσω; Στάσου, βρε, μη φεύγης! . . . (Στρέφεται πάλιν). Τι να του δώσω! . . . (Επιστρέφει εις το παράθυρον). Σου δίνω το στρώμα μου . . . (Στρέφεται πάλιν, αρπάζει βιβλία τινά από το τραπέζι και επιστρέφει εκ νέου εις το παράθυρον). Νά! . . . σου δίδω και το Ρωμαϊκόν Δίκαιον . . . να μάθης, κακομοίρη, και ολίγη δικαιοσύνη, οπού δεν ηξεύρεις από που κρατεί η σκούφια της . . . Σου υπόσχομαι να σου δώσω και είκοσι φράγκα ακόμη . . . σου δίδω συνάλλαγμα!.. Σου το ορκίζομαι εις την Παλαιάν Διαθήκην . . . εις εκείνην την διαθήκην, οπού έχει κάμει ο θείος μου προ πέντε ετών και μου αφήνει όλα τα υπάρχοντά του . . . Φεύγεις στάσου, βρε, στάσου. . . . Αχ, ο τσιφούτης του διαβόλου, έφυγε! . . . Που να έχης την λέπραν του Γιεζεΐ και την αγχόνην του Ιούδα! . . . (Επιστρέφει εκ του παραθύρου και καταπίπτει εξαντλημένος επί μιας έδρας). Ορίστε τύχη! . . . ορίστε συμβάν! . . . μα αυτό καταντά φαντασμαγορία! . . , Και το ατμόπλοιον τώρα πρέπει να έφθασεν εις τον Πειραιά. Δεν ηξεύρω τι ώρα είνε ακριβώς, επειδή μου επήραν και το ρολόγι, αλλά βέβαια πρέπει να είνε αργά; Θα ήλθε αφεύκτως ο κύριος Θεοφύλακτος και η κόρη του, αφού μου ετηλεγράφησαν από χθες ότι επεβιβάσθησαν. Τι θα ειπούν, οπού δεν επήγα να τους υποδεχθώ εις το ατμόπλοιον, όπως είχαμεν συμφωνήσει; . . . Μα μπορεί να χαλάση και ο γάμος. . . . Να χάσω την προίκα, να χάσω και την Θεοδώραν! . . . τέτοιο κορίτσι αφράτο. Δεν πιστεύω ν' ασχήμισε από τα πέρυσι οπού την είδα! . . . μόνον πως είνε κομματάκι προωδευμένη εις τες ερωτοδουλειές . . . Εντός τεσσάρων ημερών αντηλλάξαμεν έξ ραβασάκια . . . Και να ιδής οπού ημπορούν να ξεκινήσουν να έλθουν εδώ εις το δωμάτιόν μου, διότι είχα την ανοησίαν να τους γράψω την διεύθυνσίν μου . . . Να έλθουν να με ιδούν εις αυτό το χάλι σαν τον Ιώβ! . . , και μάλιστα ύστερα από τας συστάσεις του θείου μου . . . Διότι φαντάζομαι πώς εσυμφωνήθη αυτό το συνοικέσιον! . . . Μου φαίνεται πως τους βλέπω τους δύο γέρους εις το καφενείον του Χατζη-Στάθη, ύστερα από δεκατέσσαρες παρτίδες τάβλι να συνομιλούν . . . (Μιμείται). Ο θείος μου βγάζει την ταμπακέραν του, παίρνει μίαν πρέζαν κ' ύστερα μ' ένα μειδίαμα και με καμάρι αρχίζει:

— Σούχω, π' ορίζεις, κυρ Θεοφύλακτε, έναν ανιψιόν! . . . μα δεν ηξεύρεις τι πράγμα! . . . μάλαμα! . . . Τι επαίνους μου λέγουν γι' αυτόν όσοι έρχονται από την Αθήνα! . . . τι χρυσός νέος! . . . επιμελής, φρόνιμος, οικονόμος . . . όλη μέρα στη μελέτη . . . από το Πανεπιστήμιο και στο δωμάτιό του.

Ο κυρ-Θεοφύλακτος, ο οποίος εξασκεί το επάγγελμά του κηροποιού προ πολλών ετών και έχει καζαντήσει αρκετές χιλιάδες, και καμμιά φορά αναπληρώνει και τον αριστερόν ψάλτην εις την Μητρόπολιν, αρχίζει μ' εκείνη τη φωνή, σαν να έψαλλε το Χερουβικόν.

— Αμ' η κόρη μου, καπετάν Κωνσταντή; τι κορίτσι, ε! . . . τι τζοβαΐρι! . . , έχει να πη η γειτονιά διά τα προτερήματά της . . . τι φρονιμάδα! . . . το κατώφλι του σπιτιού της, που λέγει ο λόγος, δεν το είδε ακόμη! . . .

Ο θείος μου:

— Ε, αφού είν' έτσι, κυρ Θεοφύλακτε, δεν κάμνουμε μια δουλειά; να τους ταιριάξωμε και να συμπεθερέψωμε; Σαν παληοί φίλοι που είμαστε να ιδούμε και αυτή τη χαρά στα γηρατειά μας! . . . Ξεύρεις ότι όλη την περιουσία μου σ' αυτό το παιδί, τον Νίκον, θα την αφήσω.

Ο κυρ-Θεοφύλακτος με συγκίνησιν:

— Καπετάν Κωσταντή! . . . ευλογημένη νάνε η ώρα οπού το ακούω από το στόμα σου, γιατί ελογάριαζα εγώ να σου κάμω αυτήν την ομιλίαν . . . Ξεύρεις ότι κ' εγώ ό,τι εδούλευα τόσον καιρόν για τη Θεοδώρα μου τα έχω . . .

— Τόκα λοιπόν! — Τόκα! — Οι δύο γέροι μένουν κατευχαριστημένοι· τραβούν καμπόσες μαστίχες και αποφασίζουν να κάμη ένα ταξείδι τώρα τον Μάιον ο κύριος Θεοφύλακτος έως τας Αθήνας, οπού έχει κάτι υποθέσεις και να πάρη μαζί του και το κορίτσι, «για να ιδή και αυτό μια σταλιά κόσμο» κ' έρχονται εδώ να ιδούν τον Παρθενώνα, την Ακαδημίαν και τον γαμβρόν! . . . τον υποφαινόμενον! . . . Και να έλθουν να μ' εύρουν εις αυτήν την κατάστασιν! . . . (Εγείρεται και περιπατεί μετ' αγανακτήσεως). Α, όχι! . . . όχι! . . . δεν γίνεται! . . . Το βασίλειόν μου δι' ένα ίππον! έλεγε κάποιος βασιλεύς. Δίδω κ' εγώ το δίπλωμά μου . . . εκείνο οπού θα πάρω . . . δι' ένα σουρτούκο και δι' ένα πανταλόνι . . . Τουλάχιστον να ημπορέσω να εξέλθω, να δανεισθώ καμμίαν ενδυμασίαν, ολίγα χρήματα . . . Ναι, αλλά πού να εύρω το σουρτούκο και το παντελόνι; (Σκέπτεται). Μία ιδέα! . . , να ζητήσω από την σπιτονοικοκυρά μου; αυτή είχε μίαν φοράν άνδρα, όπως λέγει, και τώρα ο συχωρεμένος θα παρακαλή τον Θεόν εις τον άλλον κόσμον να τον διορίση επιστάτην εις την πίσσαν της Κολάσεως, διά ν' ανταποδώση εκεί κάτω εις την καλή του γυναίκα όσα μαρτύρια ετράβηξε σιμά της εδώ εις την ζωήν! . . . Να της ζητήσω να μου δώση δανεικό κανένα παληό ρούχο του μακαρίτη; . . . Μα που δεν έχω το θάρρος; Είνε δυο μέρες περασμένες από το μήνα και είνε ευκολώτερον να πιάσης φιλία με όλας τας Γοργόνας και τας Ερινύας της Μυθολογίας παρά με αυτήν, άμα είνε περασμένος ο μήνας . . . Αυτή, μωρέ μάτια μου, αν εζούσε στην εποχή του Ιουλίου Καίσαρος, θα τον εμαχαίρωνε πριν του Βρούτου, διότι έκαμε το έτος να έχη δώδεκα μήνας και όχι εικοσιτέσσαρας διά να παίρνη νοίκι κάθε δεκαπέντε 'μέρες! , . . Αλλά τώρα τι να κάμω;. . ένεκα της ανάγκης θα έμβαινα και μέσα εις θηριοτροφείον . . . Ας κάμω τον σταυρόν μου και ας αποταθώ προς αυτήν! . . . Συχωράτε με και ο Θεός σχωρέσ' σας! . . , (Σταυροκοπείται και μεταβαίνων ανοίγει το παρά την θύραν του βάθους παράθυρον). Κυρα-Μιχάλαινα! . . . ξεύρεις, μου επήραν τα ρούχα . . . Όχι, καλέ, η πλύστρα! . . . (Είνε και κουφή ανάθεμά την!) οι λωποδύται! , . . ναι! . . . Τώρα τι να γίνη! . . . βέβαια! . . . Σε παρακαλώ, κύτταξε να βρης να μου δώσης δανεικά ό,τι ρούχα ανδρίκια έχεις του μακαρίτη . . . και κανένα καπέλλο . . . Έχω ανάγκην να έβγω έξω . . . να καταβώ εις τον Πειραιά, οπού έρχεται ένας συγγενής μου και μου φέρνει χρήματα . . . (Ας της είπω αυτό διά να την καλοπιάσω) . . . Τι ώρισες; . . . το νοίκι; (Στο νου της το έχει η στρίγγλα!). Ακούς εκεί! . . . τι λόγος! . . . θα σου πληρώσω και μία εξαμηνία εμπρός! . . . Δεν μπορώ να καταβώ· να μου τα δώσης, σε παρακαλώ, μ' ένα καλάμι από κάτω . . . από το παράθυρον . . . (Στρέφεται και επανέρχεται εις την σκηνήν). Το έχει, βλέπετε, η ημέρα, να μπαίνουν και να βγαίνουν τα ρούχα από το παράθυρον! . . . Μα δεν έχω κ' εγώ κανένα ρούχο; . . . Μήπως υπάρχει κανένα παληό γιλέκο τουλάχιστον εις το σεντούκι μου; (Τρέχει μετά σπουδής και ανοίγει το κιβώτιον) Τίποτε! . . . όλο ασπρόρρουχα! . . . ναι και μία βελάδα [79] . . . (Εξάγει μίαν παλαιάν βελάδαν σχισμένην). Είνε εκείνη που άφησε ο Λεωνίδας από τις Απόκριες! . . . Καλά που δεν την ενθυμήθηκα χθες, ειδεμή θα την έδιδα και αυτήν εις τον Εβραίον, ο οποίος σήμερα θα μου εζητούσε δι' αυτήν εκατόν φράγκα! . . . Μα τι να την κάμω την βελάδαν; . . μπορώ να έβγω έξω μασκαράς τώρα τον Μάη; (Στρέφεται προς το παράθυρον του βάθους και διακρίνει επί της άκρας ξύλου μίαν βράκαν και έν κασκέτον της Εθνοφυλακής). Ου! . . . νά τες οι Απόκριες που εγύρισαν οπίσω! . . . (Πλησιάζει και τα παραλαμβάνει). Μία βράκα! . . . ένα καπέλλο της Εθνοφυλακής! . . . αυτή είνε όλη η κληρονομιά του μακαρίτης;. . . τίποτε επωμίδας δεν έχει; . . . αμφιμασχάλια; αρβύλας; . . . Τι να γίνη, κυρα-Μιχάλαινα! . . . αφού δεν έχεις άλλο! . . . ευχαριστώ! . . . (κατ' ιδίαν). Ω! που να σε πνίξουν στο γιαλό, μέσα σε δαύτη! . . . (Επιστρέφει εις το προσκήνιον). Βράκα! . . . έλα, Χριστέ και Παναγιά! . . . Μου έρχεται η όρεξις να την φορέσω για να ιδώ πώς μου πάει . . . (Αποσύρεται όπισθεν του paravent, εξάγει τον κοιτωνίτην και την φορεί, ενώ ταυτοχρόνως ομιλεί). Μου ήτανε γραφτό και αυτό να το φορέσω βράκα! . . . Ποίος να μου το έλεγε χθες που εφορούσα τα καινούργια ρούχα κ' έκανα τον λιμοκοντόρον! Μωρ' αυτό είνε αερόστατον! . . . (Εξέρχεται εις την σκηνήν). Πώς θα φαίνωμαι! . . . Ε! και ύστερα τι θα βάλω από πάνω; την βελάδαν; (Φορεί την βελάδαν). Και ακολούθως φυσικά το καπέλλον της Εθνοφυλακής. (Φορεί το καπέλλον). Τώρα είμαι σωστός! . . . Ορίστε, κύριοι, εις το αξιοπερίεργον τέρας! . . . μια δεκάρα η είσοδος! . . . Μα μπορεί να έβγω έξω στον δρόμον έτσι; . . . Εκτός αν θέλω να μη φάνε εις την Αθήνα αυγολέμονο για ένα μήνα, επειδή όλα τα αυγά και τα λεμόνια θα πέσουν επάνω μου! . . . Θεέ μου, τι να κάμω και η ώρα προχωρεί! . . . Τώρα το ατμόπλοιον θα είνε όχι στον Πειραιά, αλλά στες Παράγκες . . . Δεν υπάρχει κανέν άλλο μέσον; (Στρέφεται και κυττάζει την προς αριστερά θύραν). Α! . . . εκεί μέσα, εις το δωμάτιον του γείτονά μου του Διάκου . . . κάτι ημπορεί να υπάρχη . . , πιθανόν να έχη τίποτε ρούχα ο Διάκος, διά να εξέρχεται καμμία φορά το βράδυ χάριν . . . πολιτικής υπηρεσίας. (Πλησιάζει εις την θύραν). Είνε κλειστή . . . αλλά τι με μέλει; θα την σπάσω! . . . αυτήν την ώραν είμαι ικανός να διαπράξω και κλοπήν διά ρήξεως, (Ωθεί βιαίως την θύραν και ανοίγει, εισέρχεται και εξέρχεται πάραυτα, κρατών έν ράσον και έν καλυμμαύχιον). Αλλοίμονον! . . . ατυχία! . . . δεν υπάρχουν άλλα παρά αυτά! . . . Να μεταμφιεσθώ ως παπάς; (Εξάγει την βελάδαν και φορεί το ράσον). Δεν μου πηγαίνει . . . θα με καταλάβουν και τότε θα με σύρουν εις το κρατητήριον ότι εβγήκα έξω να κλέψω διά της μεθόδου του παπά! (Εξάγει το ράσον και φορεί πάλιν την βελάδαν). Έτσι πρέπει να έβγω και ο Θεός βοηθός! . . , έως να καταφύγω εις το δωμάτιον κανενός φίλου μου και να πάρω δανεικόν κανένα ρούχον. Έπειτα, το κυριώτερο, πρέπει να μη με εύρουν εδώ, αν έλθουν έξαφνα ο κυρ-Θεοφύλακτος και η κόρη του . . . Ναι, αλλ' αυτό το καπέλλον; Να επαναφέρω εγώ τον θεσμόν της Εθνοφυλακής, αφού κατηργήθη. Τότε θα θεωρηθώ ως επαναστάτης . . . Άλλος κίνδυνος . . . (Εξάγει το καπέλλο της Εθνοφυλακής). Ας φορέσω αυτό . . . (Φορεί το καλυμμαύχιον). Τουλάχιστον αυτό είνε κάλυμμα ειρηνικόν . . . Ας προσαρμόσω καλά την βράκαν! . . . (Ενώ διευθετεί την βράκαν, ακούονται αίφνης βήματα εις την έξω κλίμακα. Ο Νίκος στρέφεται έντρομος, ότε διά μιας ανοίγεται η θύρα του βάθους και εμφανίζεται πρεσβύτης φέρων παρά το πλευρόν τσάνταν και οδοιπορικόν σάκκον εις την χείρα και μία νεάνις. Ο κύριος επί τη θέα του Νίκου μένει εμβρόντητος, κραυγάζων: Α, α, α! . . . η νεάνις κρύπτει τα όμματα διά της χειρός κραυγάζουσα: Ι, ι, ι! . . . Ο Νίκος αναφωνεί: Ου!.. ου . . . ου . . .). Ο κ. Θεοφύλακτος . . . Ω, ω, ω! . . . (Τρέχει να κρυφθή. Πίπτει η αυλαία).

διακοσμητικό
διακοσμητικό

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Σελ.

Ο πνευματισμός9

Αναφορά των ουγγρικών ίππων25

Statu quo ante28

Παιγνιοχάρτων συνδιάλεξις31

Νοομαντεία34

Στόμαχος και εφημερίδες38

Η μέλαινα νυξ40

Να μην τρως καθόλου48

Τα δεινοπαθήματα ενός δημάρχου52

Τα σύμβολα60

Τα κακουργήματα της Αγγέλως65

Αλλοφροσύνη αιματηρά73

Εγχειρίδιον του εκλογέως79

Το Ταχυδρομείον και αι γυναίκες82

Ο σοφός χοίρος86

Η Θοδώρα91

Ο Αντεροβγάλτης97

Ψυχολογία102

Οι κύνες της Κωνσταντινουπόλεως108

ΟΙ ΠΑΡΑΔΑΡΜΕΝΟΙ

Η οικογένεια διασκεδάζει 136

Ο ψευτοπόλεμος 151

Η εορτή της Ακαδημίας 158

Εσπερίς εν Φαλήρω 161

Φοροφοβία 168

Η Βασιλόπιττα του Παραδαρμένου173

Ο Δεκάλογος εν ουρανοίς182

Το σφαιρίδιον του Διαβόλου188

Η ευτυχία και το υποκάμισον194

Ο εξοστρακισμός του Αριστείδου210

Όποιος φυλάει τα ρούχα του (μονόλογος) 223

διακοσμητικό
διακοσμητικό

ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — ΕΚΔΟΤΗΣ — ΑΘΗΝΑΙ ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ

Δρ.

ΑΝΝΙΝΟΥ ΜΠ. Αττικαί ημέραι (διηγήματα και ευθυμογραφήματα5. —

— Ζητείται υπηρέτης (κωμωδία μονόπρακτος)1. —

ΒΛΑΧΟΥ ΑΓΓ. Ανάλεκτα (κρίσεις και εντυπώσεις 2 τόμ.)8. —

ΒΙΖΥΗΝΟΥ Γ. Ποίος ήτο ο φονεύς τον αδελφού μου5. —

ΓΡΥΠΑΡΗ Ν. I. Σκαραβαίοι και Τερρακόττες5. —

ΔΕΛΗΚΑΤΕΡΙΝΗ I. Ο Λυχνοστάτης (κωμωδία) μονόπρακτος1. —

ΔΡΟΣΙΝΗ Γ. Φωτερά Σκοτάδια (ποιήματα)5. —

— Κλειστά Βλέφαρα (ποιήματα)5. —

— Αμαρυλλίς (διήγημα)5. —

— Αγροτικαί επιστολαί5. —

— Ο Μπαρμπαδήμος. Διηγήσεις Αγωνιστού (μετά πολλών εικόνων) Δ. Μπισκίνη5. —

ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΠΟΛ. Η Σιδηρά Διαθήκη (Κοινωνική Φυσιολογία) 6. —

ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΙΟΥΛΙΑΣ (διηγήματα)5. —

— Όλοι μαζί3.50

— Ο Βάτραχος που βαριέται1.40

ΔΕΛΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ Μύθοι και Θρύλοι5. —

ΘΕΡΟΥ ΑΓ. Δημοτικά τραγούδια (εκλογή)3. —

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Μ. Ελληνική Μυθολογία5. —

ΛΥΚΟΥΔΗ ΕΜΜΑΝ. Διηγήματα6. —

ΜΑΛΑΚΑΣΗ Μ. Ασφόδελοι (ποιήματα)5. —

— Πεπρωμένα (ποιήματα)5. —

ΜΑΡΗ Μ. Το θάρρος της αγνοίας (κωμωδ. μονόπρακτος)1. —

ΝΟΡΔΑΟΥ Μ. Τα κατά συνθήκην ψεύδη4. — .

ΠΑΛΑΜΑ Κ. Τα παράκαιρα (ποιήματα)5. —

— Διηγήματα5. —

ΠΟΛΕΜΗ I. Σπασμένα μάρμαρα (ποιήματα)6. —

— Λύρα (Ανθολογία της νεωτέρας ελλ. ποιήσεως)6. —

— Η Γυναίκα (κωμωδία μονόπρακτος)1. —

ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΥ Α. Η Φαίδρα4. —

ΣΤΡΑΤΗΓΗ Γ. Τραγούδια του νησιού5. —

— Η Μεγαλόχαρη (διήγημα)2.50

— Άγγελος εξολοθρευτής (πολεμ. διήγ.1912-13)3. —

— Μαύρες Πεταλούδες5. —

ΊΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ Γ. Ο Βασιλεύς της Ρέγκας (μονόπρ. παιγνίδι)1. —

— Βυζαντιναί γυναίκες (διηγήματα)5. —

ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Κ. Φάουστ του Γκαίτε (έμμ. μετάφρασις)5. —

— Ιφιγένεια εν Ταύροις (εμμ. μετάφρασις)2.50

— Ηλέκτρα του Οφμαννατάλ (τραγωδία)2.50

— Φθινόπωρο (μυθιστόρημα)4. —

— Τάσω, Στο σκοτάδι και άλλα διηγήματα3.25

— Τραγούδια της Ερημιάς3.50

— Τα Ελεγεία και τα Ειδύλλια (ποιήματα)3.50

— Αγάπη στο χωριό (διήγημα)2.10

— Απλοί Τρόποι (ποιήματα)5. —

Ο Βασιλεύς Όθων. Ιστορικόν εράνισμα επί τη 50ετηρίδι του θανάτου του 3. —

Κωνσταντινούπολις και Αγία Σοφία θρύλοι και παραδόσεις (Ιστορία) 3. —

ΒΟΓΑΣΛΗ Δ. Εκλεκτά χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα διηγήματα (εκ του Γαλλ., Γερμαν. και Ρωσ.)2.50

ΔΟΥΜΑ (ΥΙΟΥ) Η Κυρία με τας Καμελίας (μυθιστόρημα) 4· —

ΣΙΕΓΚΕΒΙΤΣ Quo Vadis (μυθιστόρημα)4. —

ΦΕΓΙΕ ΟΚ. Ιστορία ενός πτωχού νέου (μυθιστόρημα)5. —

Δρ.

ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ Μ. Ελληνικότης των Νομών Προύσσης και Σμύρνης4. —

ΨΑΛΤΟΥ Σ. Η Θράκη και η δύναμις του εν αυτή Ελληνικού στοιχείου τόμ. Α 5. —

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Α. Α. Ο υπόδουλος Ελληνισμός της Ασιατικής Ελλάδος εθνικώς και γλωσσικώς εξεταζόμενος4.

ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ ΣΤ. Η Δυτική Θράκη και οι Βούλγαροι5. —

ΑΜΑΝΤΟΥ Κ. Ο Ελληνισμός της Μ. Ασίας κατά τον Μεσαίωνα 4. —

ΔΕΝΔΙΑ Μ. Αι Ελληνικαί Παροικίαι ανά τον κόσμον5. —

Notes in this chapter

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings