← Table of contents
Αττικαί ημέραι

Front matter (continued 3)

Reading edition

Τέλος μεθ' όλας τας περιπετείας ταύτας η οικογένεια αφίκετο σώα εις τον κήπον του «Απόλλωνος». Ηναγκάσθησαν να περιμένουν, διότι αι θύραι ήσαν ακόμη κλεισταί· και μετέβησαν περιπατούντες μέχρι της γέφυρας του Ιλισσού. Ο κ. Ζαχαρίας έδειξεν εις την οικογένειαν το Στάδιον, εξηγήσας εις αυτήν ότι εις την αρχαιότητα έκειτο εκεί η οδός Σταδίου, ήτις είνε σήμερον παρακάτω, και εις την ερώτησιν του Μιμίκου απήντησεν ότι εκαλείτο ούτω διότι και οι αρχαίοι συνήθιζον να πίνουν μισή στα δύο. Αφού περιειργάσθησαν, επέστρεψαν και εισήλθον εις το θέατρον. Σύμπασα η οικογένεια είχε καταστή επιμήκης. Το πρόσωπον της κυρίας Θεοδώρας είχε καταβιβασθή· η κοιλία του Μιμίκου είχε προεκταθή· η ρις της δεσποινίδος Ουρανίας είχει λάβει διαστάσεις τολμηράς ως το κωδωνοστάσιον του Στρασβούργου. Το μόνον πράγμα το οποίον είχε βραχυνθή ήτο το κίτρινον πανταλόνιον του κ. Ζαχαρία, φωσφορίζον υπό την λάμψιν του φωταερίου.

Εκάθισαν τέλος εις τα θρανία και ήρχισαν να ρίπτουν περίεργα βλέμματα. Ο Μιμίκος, όπως εύρη το ιδικόν του κάθισμα, ήρχισε να μετρά μεγαλοφώνως τους αριθμούς, πατών δεξιά και αριστερά τους παρακαθημένους, οι οποίοι τον απεδίωκον σπρώχνοντες μετ' αγανακτήσεως. Η κυρία Θεοδώρα ήρχισε να παραπονήται ότι το φανάρι την εμποδίζει να βλέπη, και απήτει να μεταβή ο σύζυγός της να ειπή να το εκβάλουν εκείθεν. Η δεσποινίς Ουρανία, ιδούσα επίκουρόν τινα ιατρόν καθίσαντα ολίγον απωτέρω και περιέργως ενατενίσαντα αυτήν, αφήκε στεναγμόν, εξυπνίσαντα γέροντά τινα παρ' αυτήν καθήμενον και υπνώττοντα ησύχως. Κατ' αρχάς ωμίλουν ταπεινοφώνως, αλλ' άμα είδον ότι πάντες ωμίλουν υψηλή τη φωνή, ήρχισαν και αυτοί να ωρύωνται συνομιλούντες και σχολιάζοντες. Ο κ. Ζαχαρίας ενεθυμήθη την Βασίλων, τι να κάμνη κατ' εκείνην την ώραν. Ακούσασα το όνομα της υπηρετρίας η κυρία Θεοδώρα ενθυμήθη την κλοπήν των τριάκοντα λεπτών και πορφυρά γενομένη εκ της οργής, εδήλωσε μεγαλοφώνως ότι αύριον θα την πνίξη με τα χέρια της. Τόσον δε φοβερά ήσαν και η όψις της και οι λόγοι της, ώστε νέα κυρία, εισερχομένη κατ' εκείνην την στιγμήν εις την αυτήν σειράν των θρανίων, ετρόμαξε και εφοβείτο να προχωρήση. Ο Μιμίκος κατεβασάνιζε τον γεννήτορα δι' ερωτήσεων:

— Μπαμπά, αυτό που είνε ζωγραφισμένο είνε η Τραβιάτα; . . .

— Σιώπα, ανόητε· αυταί είνε αι τρεις Χάριτες, ήγουν η Ατροπός, η Κλεοπάτρα . . . και η Καλλιόπη.

— Μπαμπά, διατί παίζει η μουσική;

— Η μουσική παίζει διά να διασκεδάζουν αυτοί οπού τραγουδούν, και διά να ακούη ο κόσμος.

— Μπαμπά, εκείνη είνε η Καλλιόπη η κόρη της κυρά-Χρίσταινας; . . .

— Η Καλλιόπη ήτο βασίλισσα των Αργοναυτών και σύζυγος του Οιδίποδος, η οποία . . . μου εσκότισες το κεφάλι.

Τέλος η αυλαία ανεσύρθη. Η οικογένεια Παραδαρμένου επίστευεν ότι εδίδετο η Τραβιάτα, ενώ απεναντίας παριστάνετο το Ballo in Maschera. Επομένως εζήτουν να μάθουν πού είνε η Τραβιάτα. Ότε ετελείωσεν η πρώτη πράξις, ο κ. Ζαχαρίας απεφάνθη δογματικώς ότι αυτό το παιδί, εννοών τον Οσκάρ, έκαμε πολύ καλά το μέρος του. Μόλις εφάνη κατά την δευτέραν πράξιν η Αμαλία, και η κυρία Θεοδώρα ανεβόησεν ότι αυτή πρέπει να ήτο η Τραβιάτα, αλλά δεν της εφαίνετο πολύ φθισική, ως είχεν ακούσει παρά της Ουρανίας, ήτις είχεν αναγνώσει το μυθιστόρημα. Η παρατήρησις αύτη υψηλοφώνως γενομένη εν τω μέσω της σιγής εφείλκυσε την προσοχήν των παρακαθημένων, στραφέντων και παρατηρούντων αυτούς μετά περιέργου μειδιάματος. Τέλος είς των γειτόνων ευσπλαγχνίσθη αυτούς και εξήγησεν εις τον κύριον Ζαχαρίαν το λάθος των, ομιλήσας εις αυτόν περί των μελοδραμάτων, τα οποία είχον δοθή εις τον «Απόλλωνα» διότι ήτο θαμών του « Απόλλωνος», συχνάζων τακτικώς πάσαν Κυριακήν, και ηθέλησε να δείξη την περί τα θεατρικά υπεροχήν του. Ο κ. Ζαχαρίας, προσέχων εις το μελόδραμα και ακούων ταυτοχρόνως τους λόγους του κυρίου εκείνου, μετεβίβασε τας πληροφορίας ταύτας εις την οικογένειαν, ειπών ότι το παριστανόμενον μελόδραμα δεν ήτο η Τραβιάτα αλλά το Ballo in Maschera, ήγουν Χορός Μεταχειρισμένων, εις το οποίον λαμβάνει μέρος η Λίνδα, της οποίας ο σύζυγος δεν θέλει να της επιτρέψη να χορεύση και διά τούτο φονεύει τον καταστηματάρχην του χορού, η δε Λίνδα τρελλαίνεται. Ο Μιμίκος ηρώτησε πώς τρελλαίνεται, ο δε κ. Ζαχαρίας απήντησεν ότι ο εγκέφαλος της ανθρωπίνης διανοίας είνε αφετηρία, διά της οποίας το μουσικόν αίσθημα εγκαθίσταται εις το πνεύμα του ανθρώπου, όταν προσέχη εις το μελόδραμα.

Εις έν των διαλειμμάτων η οικογένεια ηθέλησε να εξέλθη έξω εις τον κήπον. Ενώ δε ητοιμάζοντο να παρακαθίσουν εις έν τραπέζιον, ήκουσαν φωνάς γοεράς. Έδραμον και είδον τον Μιμίκον παλαίοντα μεταξύ των χειρών του καφεπώλου, διότι είχε φωραθή κλέπτων έν γλύκυσμα. Ο πατήρ ηναγκάσθη να πληρώση αυτό και να ελευθερώση τον μικρόν κλέπτην, φιλοδωρήσας αυτόν μέ τινα ραπίσματα. Η σκηνή αύτη ενέβαλε την οικογένειαν εις μεγίστην σύγχυσιν και ταραχήν. Η κ. Θεοδώρα ήρχισε να καταράται την ώραν. Ο κ. Ζαχαρίας παρ' ολίγον ήρχετο εις χείρας μετά του υπηρέτου, διότι, ότε εζήτησε νερά, εκείνος έφυγε χωρίς καν να δώση ακρόασιν. Ένεκα της ζάλης αυτών, ότε εισήλθον εις το θέατρον, κατέλαβον κατά λάθος, τας θέσεις άλλων, και ότε ήλθον ούτοι, ενώ ήδη η πράξις είχεν αρχίσει, ηναγκάσθησαν να εγερθούν ερίζοντες, προκαλούντες τας επανειλημμένας του κοινού αποδοκιμασίας. Αλλ' ενώ ηγείροντο, έν κατάρατον καρφίον σχίζει τας κάτω επιπέδους χώρας του πανταλονίου του κ. Ζαχαρία, όστις φέρει την χείρα εις τα αιδήμονα εκείνα μέρη, αφήσας οιμωγήν απεριγράπτου πόνου, και εν τω θορύβω του και τη συγχύσει πατεί το κράσπεδον του μελιτζανιού φορέματος της κυρίας Θεοδώρας, το οποίον αποσπάται της ζώνης αυτής μετά τριγμού θλιβερού. Η κυρία Θεοδώρα στρέφεται και εξακοντίζει κατ' αυτού βλέμμα πλήρες νιτρογλυκερίνης, φωνάζουσα ταυτοχρόνως:

— Στραβομάρα!

Ο κ. Ζαχαρίας, έμφοβος ως ο Αδάμ υπό την πυρίνην ρομφαίαν του αγγέλου, αποσύρεται άγων εκ της χειρός τον Μιμίκον, και κρατών διά της ετέρας την υπό τους νεφρούς χώραν, σύμπασα δε η οικογένεια τον ακολουθεί και κάθηται είς τινα θρανία παρά την γωνίαν άναυδος και άφωνος. Μόνη η κυρία Θεοδώρα κοχλάζει ως βυτίον πλήρες νεογενούς γλεύκους [53] . Αλλά μετά τινας στιγμάς ο Μιμίκος, όστις εκάθητο παραδόξως ησυχάζων, αρχίζει να κινήται, να μορφάζη, να προσβλέπη μετ' αγωνίας τους γονείς και να γρυλλίζη υποκώφως. Η μύτη της δεσποινίδος Ουρανίας, στρεφομένη αποτόμως ως λόγχη, του επιβάλλει σιωπήν, ο δε πατήρ τον συγκρατεί διά των χειρών. Εκείνος όμως εξακολουθεί περιστρεφόμενος και επί τέλους αναφωνεί οδυνηρώς:

— Μπαμπά, μπαμπά! . . .

— Σιωπή!

— Μπαμπά, μπαμπά . . . δεν ημπορώ . . .

Και συστρέφεται και ωχριά. Η κυρία Θεοδώρα στρέφεται και, βλέπουσα την οδύνην του σκύμνου αυτής, ορμά αφήνουσα σπαρακτικήν κραυγήν:

— Το παιδί μου!

Η φωνή αύτη εμβάλλει εις αναστάτωσιν το ακροατήριον, το οποίον φωνάζει, επιβάλλει σιωπήν, εγείρεται επί των θρανίων και παρατηρεί. Οι αοιδοί διακόπτουν το άσμα· η μουσική παύει. Τρέχουν κλητήρες και υπαστυνόμοι. Οι αξιωματικοί ξιφουλκούν και πηδούν από τα θρανία. Η δεσποινίς Ουρανία, βλέπουσα όλην αυτήν την ταραχήν, καταλαμβάνεται υπό νευρικών σπασμών. Η μήτηρ της τρέχει και την υποστηρίζει· προσέρχεται και εν σπουδή, είς επίκουρος ιατρός, αλλά δι' ενός τινάγματός της η πάσχουσα χώνει την αιχμήν της μύτης της εντός του οφθαλμού του ιατρού και σχεδόν τον τυφλώνει. Ο κ. Ζαχαρίας μένει ως άγαλμα κρατών εκ της χειρός τον Μιμίκον, όστις ταράσσεται ως δαιμονιών και κραυγάζει:

— Μπαμπά, δεν βαστώ . . . η κοιλιά μου . . .

Τότε ο κ. Ζαχαρίας εννοεί ότι ο γόνος του πάσχει εκ των αποτελεσμάτων της αδηφαγίας του και ζητεί να τον φέρη έξω. Η κυρία Θεοδώρα του φωνάζει λυσσώσα:

— Τι στέκεσαι, κρεμανταλά; πάρε το παιδί έξω σε μίαν άκρη.

Ο Μιμίκος ουρλιάζει.

— Μπαμπά, μπαμπά . . .

Ο κ. Ζαχαρίας εννοών το κρίσιμον της θέσεως εξέρχεται δρομαίως, φέρων, κατ' ιστορικήν αντίθεσιν, αυτός Αγχίσης τον μικρόν Αινείαν επί των ώμων. Αλλά πριν ή προφθάση να εξέλθη, η όσφρησίς του μανθάνει πρώτη ότι το διάβημά του γίνεται αργά· επομένως καταθέτει κατά γης τον Αινείαν μετά μορφασμού αποστροφής.

— Διατί δεν το πηγαίνεις έξω; του φωνάζει με σπινθηροβολούντος οφθαλμούς η κυρία Θεοδώρα.

— Δεν είνε πλέον ανάγκη! απαντά μετά τόνου απελπιστικού ο σύζυγος.

Η κυρία Θεοδώρα εννόησε το πολυσήμαντον τούτο τετέλεσται. Εγείρεται λοιπόν μετά της Ουρανίας, της οποίας έπαυσαν οι σπασμοί, και εξέρχονται εν τω μέσω διπλού στοίχου περιέργων, οίτινες καγχάζουν επί τη περιέργω ιστορία. Όλοι κρατούν κάτι τι. Η δεσποινίς Ουρανία κρατεί την μύτην της, ήτις εκτύπησε κατά τους νευρικούς σπασμούς της· η κυρία Θεοδώρα κρατεί το μελιτζανί, ο κ. Ζαχαρίας κρατεί τα μεσημβρινά μέρη του σώματός του, ο Μιμίκος κρατεί την κοιλίαν του, ήτις εκφέρει φρικώδεις βορβορυγμούς.

Εξέρχονται του θεάτρου. Λόγος περί αμάξης δεν γίνεται, διότι εις τα θυλάκια του κ. Ζαχαρία υπολείπονται μόνον ολίγαι δεκάραι. Κινούν λοιπόν πεζοί προς τον Γολγοθάν αυτών. Η κυρία Θεοδώρα εκινείτο κυλινδουμένη και μυκωμένη ως ταύρος· ο κ. Ζαχαρίας εστέναζεν υποκώφως, κρατών εκ της χειρός τον γρυλλίζοντα Μιμίκον, και μορφάζων από καιρού εις καιρόν. Η δεσποινίς Ουρανία εξέπεμπεν υποκώφους λυγμούς. Οι διαβάται παρεμέριζον εις την διάβασιν αυτών. Εφαίνετο συνοδία φυγούσα εκ της κοιλάδος του κλαυθμώνος.

Ότε έφθασαν εις την οικίαν, ο κ. Ζαχαρίας υπεδέχθη με έν λάκτισμα τον προσελθόντα να υποδεχθή αυτούς Μαύρον, όστις έφυγεν ολολύζων. Εξύπνισαν την Βασίλων, ήτις εκοιμάτο. Πτώματά τινα σιγάρων και η αταξία των επίπλων εμαρτύρουν ότι ο ανδρείος της Άνδρου Άρης επεχείρησε νύκτωρ έφοδον επιτυχή κατά του κεστού της Αφροδίτης.

Ο κ. Ζαχαρίας επείνα· ανεζήτησε το δείπνον του, αλλά το πινάκιον ευρέθη καθαρόν, ως αν είχε πλυθή δι' ύδατος θερμού. Η Βασίλω απέδωκε την κλοπήν εις τον Μαύρον, όστις και πάλιν εδέχθη δύο καλά λακτίσματα, αλλά κατά πάσαν πιθανότητα, επειδή ταυτοχρόνως έλειπε και ο οίνος, και επειδή ο Μαύρος ήτο εκ γενετής νηφάλιος, το δείπνον του κ. Ζαχαρία εχρησίμευσεν όπως επιρρώση τας εξαντληθείσας δυνάμεις, του φοβερού θεού του πολέμου.

Ο κ. Ζαχαρίας ηναγκάσθη να κατακλιθή νήστις. Καθ' ύπνους είδεν δράμα φρικτόν, ότι καταδικασθείς υπό του Κακουργιοδικείου να μεταβή εις το θέατρον του «Απόλλωνος» απεφάσιζε ν' αυτοκτονήση, πνιγόμενος με το πανταλόνιον του Μιμίκου.

(1881)

διακοσμητικό
διακοσμητικό

Ο ΨΕΥΤΟΠΟΛΕΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α' Η εξέγερσις.

Του ψευτοπολέμου ημέρ' ανατέλλει και όπως εις τα τρία τέταρτα των Αθηναϊκών οικιών, επικρατεί μεγάλη αναστάτωσις και εις το όλβιον ενδιαίτημα της οικογενείας Παραδαρμένου. Εξύπνησαν όλοι ομού, ο αλέκτωρ, αι όρνιθες, η υπηρέτρια, ο σκύλος υλακτών μανιωδώς τον διερχόμενον κουλουροπώλην, ο Μιμίκος, όστις αντί καφέ έφαγεν εις το μαγειρείον επωφεληθείς της γενικής συγχύσεως έν πινάκιον πλήρες κραμβολαχάνου βραστού, απομειναρίου του δείπνου. Ο κ. Ζαχαρίας εξύπνησε τελευταίος αφυπνισθείς εκ της εξής αβροφρονεστάτης φράσεως της αξιολατρεύτου συνεύνου του κυρίας Θεοδώρας:

— Ψοφολογάς ακόμη; σήκω, βρε κρεμανταλά, σήκω επί τέλους!

— Μα, γυναίκα! . . . αποπειράται να είπη ο κ. Ζαχαρίας, βλέπων μέσον του παραθύρου ότι το σκότος είνε ακόμη βαθύτερον και από αυτάς τας σκέψεις των θεωρητικών πολιτειολόγων μας.

— Τι γυναίκα και ξεγυναίκα! σήμερα είνε ο ψευτοπόλεμος. Το είπε χθες το βράδυ στη γειτόνισσα ο υπολοχίας ο ξάδελφος της Αννίκας της μοδίστρας.

Ο κ. Ζαχαρίας γνωρίζει εκ μακράς πείρας, ότι πάσα αντίρρησις είνε ματαία. Εγείρεται λοιπόν, τρίβει τους οφθαλμούς, ενδύεται και αποφασίζει να υποστή και αυτός κατά μίμησιν του Σωτήρος το μαρτύριον του Σταυρού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' Το ταξείδιον.

Η έξοδος και η οδοιπορία της οικογενείας Παραδαρμένου εκτελείται υπό τα εξής αξιοσημείωτα περιστατικά εν συντόμω εκτιθέμενα:

Φιλονεικία μεταξύ Μιμίκου και Βασίλως ισχυριζομένης ότι ο πρώτος έπιε το μισόν γάλα και έκλεψε μίαν πεντάραν εκ των προωρισμένων διά το οψώνιον χρημάτων. Επέμβασις του κ. Ζαχαρία και υπεράσπισις του αξίου αυτού και προσφιλούς γόνου δι' ενός λακτίσματος επί των κατωτέρων σαρκωδών και σφαιρικών μερών του σώματος της υπηρετρίας.

Φιλονεικία μεταξύ κυρίας Θεοδώρας και αμαξηλάτου διά το αγώγιον. Η κυρία Παραδαρμένου εκφέρει τον ορισμόν ότι όλοι οι αμαξηλάται είνε πλεομπαίκται!

Έρις μετά κραυγών και παρεμβάσεως κλητήρων εις τον σταθμόν του σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς, όπου κατά λάθος έφερε την οικογένειαν ο αμαξηλάτης.

Οδοιπορία αποστολική υπό θερμοκρασίαν σιβηριανήν μέχρι του σταθμού Λαυρείου. Φιλοσοφική σκέψις του κ. Ζαχαρία: αφού ο ψευτοπόλεμος έχει τόσα βάσανα, φαντάσου ο αληθινός!

Ανταλλαγή ζωηροτάτων λέξεων μεταξύ ενός υπαλλήλου του σιδηροδρόμου και της κυρίας Θεοδώρας, διατεινομένης ότι, όταν έρχεται κόσμος, ο σιδηρόδρομος πρέπει να ξεκινά αμέσως και να μη της λέγουν για μηχανές και ξεμηχανές γιατί έχει κι αυτή μία μηχανή του ραψίματος σπίτι και ξεύρει από τέτοιες δουλειές!

Συνωστισμός φρικτός· καταπάτησις αγροίκος του μόνου κάλου του κ. Ζαχαρία· κατάπτωσις του φεσίου της κυρίας Θεοδώρας· διαστροφή αποτρόπαιος της άκρας της ρινός της δεσποινίδος Ουρανίας υπό του αγκώνος ρωμαλέου χωρικού· υπεξαίρεσις τριών πορτοκαλλίων εκ του καλάθου οπωροπώλου υπό του Μιμίκου, επωφεληθέντος της ευκαιρίας.

Ερώτησις του Μιμίκου προς τον πατέρα του· — Διατί ο σιδηρόδρομος τρέχει;

Απάντησις περιεκτική και ηθική του κ. Ζαχαρία· — Ημπορούσα να σου αποτείνω κ' εγώ την αυτήν ερώτησιν και διά την μύτην σου· μάθε όμως ότι κάθε πράγμα το οποίον μένει αργόν και ακίνητον τρέχει εις τον όλεθρόν του.

Μετά την πατρικήν ταύτην παραίνεσιν και εξήγησιν ο Μιμίκος σιωπά, κρύπτεται εις μίαν γωνίαν και δεν αναφαίνεται· καθ' όλην την διάρκειαν του ταξειδίου μένει αφανής. Η εξήγησις του μυστηρίου εις το επόμενον κεφάλαιον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ' Η διασκέδασις.

Μετά οξύν συριγμόν η αμαξοστοιχία σταματά εις Γέρακα, μετόχιον της Πεντέλης. Ο κ. Ζαχαρίας απορεί πώς λέγεται Μετόχιον, ενώ η λέξις φαίνεται μάλλον έχουσα τύπον παρακειμένου. Η δεσποινίς Ουρανία μετά ρομαντικού στεναγμού εκφράζει τον θαυμασμόν της διά την πρασινάδαν των πεύκων. Οι επιβάται κατέρχονται αθρόοι. Διασταυρούνται αι ερωτήσεις και απαντήσεις:

— Πού θα γίν' η μάχη; — Εις τον Σταυρόν. — Πού είν' αυτό το μέρος; — Πόσον απέχει; — Τρεις ώρας. — Μισή ώρα. — Μία και τέταρτον. — Δυο και τρία τέταρτα. — Εδώ δεξιά είνε. — Όχι· εκεί κάτω αριστερά. — Καλέ, οπίσω απ' αυτό το βουνό.

Και το πλήθος διασπείρεται, διαχύνεται τήδε κακείσε αγνοούν πού να μεταβή και τι να πράξη. Ο κ. Ζαχαρίας ερωτά αν φαίνεται πουθενά καπνός και ο Μιμίκος τριγυρίζει να ίδη, ότε επανερχόμενος ασθμαίνων μετά μικράν απουσίαν ειδοποιεί τον πατέρα του ότι είδε καπνόν και ο πατήρ περιχαρής ερωτά πού τον είδεν, ο δε Μιμίκος απαντά αφελώς ότι τον είδεν εις έν καπνοπωλείον, καθώς διήρχοντο παρά το χωρίον Χαλάνδρι. Ο πατήρ φιλοδωρεί το τέκνον του με ισχυρόν κόλαφον [54] διά την ανακάλυψίν του ταύτην.

— Μα ο σταυρός! . . . πού είνε ο Σταυρός; . . . αναφωνούν όλοι.

— Νά, νά! εδώ . . . νά τον!

Ο ούτως ομιλών είνε ο αδιόρθωτος Μιμίκος, όστις δεικνύει τον σιδηρούν σταυρόν . . . μιας εκκλησίας, αμειβόμενος εκ νέου δι' ισχυρού λακτίσματος του πατρικού ποδός.

Χωρικός τις φιλεύσπλαγχνος ερχόμενος εκ των αγρών επί της όνου του ειδοποιεί τέλος το αμηχανούν, περιπλανώμενον και ταραγμένον πλήθος ότι η πλαστή μάχη ανεβλήθη.

Ο κ. Ζαχαρίας μένει εμβρόντητος· η κυρία Θεοδώρα μαίνεται.

— Εσύ τα φταις, βρε μπούφο! λέγει προς τον σύζυγόν της· έπρεπε να το καταλάβης ότι αυτά τα κάμνει επίτηδες η ψωροκυβέρνησις για να γελάνε τον κόσμον και να μαζεύουν λεπτά μαζί με τους σιδηροδρόμους! . . .

— Μα ίσως . . . δεν θα ήτο έτοιμον το σύνταγμα . . . τολμά να παρατηρήση ο κ. Ζαχαρίας.

— Το Σύνταγμα! αναφωνεί η κυρία Θεοδώρα. Επάληωσε κι αυτό από τα 1843, εκλούβιανε σαν το μυαλό σου. Ας πάη να χαθή κι αυτό!

Το απογοητευμένον πλήθος εν τούτοις αρχίζει να πεινά. Μεταξύ τόσων εκατοντάδων επιβατών είς μόνος πωλητής τρωγαλίων υπάρχει και αυτός πωλεί . . . μέντες, παραδόξως δε ο Μιμίκος δεν τον περιτριγυρίζει. Σπεύδουν όλοι ομαδόν διά των αγρών και φθάνουν κατόπιν εις το χωρίον Χαλάνδρι· αλλά τρόφιμα δεν υπάρχουν εκεί· δηλαδή οι χωρικοί δεν εννοούν να ίδουν καταλυομένην την Τεσσαρακοστήν υπό των αιρετικών επισκεπτών, φοβούμενοι την θείαν οργήν, ήτις ενέσκηψε κατ' αυτών εν είδει διφθερίτιδος και της οποίας μόλις ηδυνήθησαν ν' απαλλαγούν διά λιτανειών. Ούτε όρνιθες, ούτε αυγά, ούτε τυρός υπάρχει διαθέσιμος· μόνον ελαίαι και βρεχτάδια και κρόμμυα και ρητινίτης.

Αίφνης ακούεται κραυγή διάτορος:

— Πού είνε το πανέρι;!

Τα μέλη της οικογενείας Παραδαρμένου προσβλέπουν άλληλα μετ' εκπλήξεως και απογνώσεως. Το κάνιστρον μετά των εν αυτώ ζωοτροφιών, κεφτέδων δηλαδή παρασκευασθέντων επίτηδες παρά της κυρίας Θεοδώρας, τυρού, άρτου και καστάνων, ελησμονήθη εν τη βία και τη ταραχή εντός της σιδηροδρομικής αμάξης. Αλλ' ό,τι ηγνόει η οικογένεια είνε τούτο, ότι το κάνιστρον εταξείδευε κενόν πλέον, διότι το περιεχόμενον είχε φροντίσει να καταναλώση ο Μιμίκος απαρατήρητος κατά το ταξείδιον. Και αύτη είνε η εξήγησις του μυστηρίου!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ' Η επιστροφή.

Ο μηχανικός ο διευθύνων την μετά τρεις ώρας επιστρέψασαν αμαξοστοιχίαν διέκρινεν επί των σιδηρών ράβδων της γραμμής πολύ προ του σταθμού όμιλον συμπαγή ανθρώπων, οι οποίοι εφαίνοντο έχοντες σταθεράν απόφασιν να συντριβούν υπό τους τροχούς κάλλιον παρά να μείνουν εκεί επί πλέον. Ήσαν οι δυστυχείς απηλπισμένοι επιβάται οι εκδραμόντες χάριν του ψευτοπολέμου.

Η οικογένεια Παραδαρμένου συγκατελέγετο μεταξύ τούτων. Η απελπισία επιδρά επί της όψεως ιδίως και του χρώματος εκάστου των μελών. Η κυρία Θεοδώρα είνε ερυθρά ως αστακός βρασμένος· η δεσποινίς Ουρανία είνε χλωμή, ο κ. Ζαχαρίας χαλκοπράσινος, ο Μιμίκος δεν έχει κανέν χρώμα, διότι όσα έφαγεν είχον τόσα διάφορα χρώματα, ώστε εξ αυτών δεν ηδύνατο ν' αποτελεσθή κανέν συμμιγές.

Την συνείδησιν και το βαλάντιον του κ. Ζαχαρία ιδίως επιβαρύνει ο λογαριασμός του παντοπώλου διά το εν Χαλανδρίω οικογενειακόν γεύμα, έχων ως εξής·

Δι' έν κουτίον σαρδελλών του βαρελίου . . . Δρ. 4. — Διά 4 δωδεκάδας ελαίας μαύρας . . . . . . . . . . » 2.40 Διά 3 κρόμμυα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . » .60 Δι' άρτον, οίνον κλπ . . . . . . . . . . . . . . . . . .» 3.75 Δι' επτά κουρκέτα, τα οποία επήρεν αυθαιρέ- τως ο μικρός. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . » 2.80 Δρ. 13.55

Ο κ. Παραδαρμένος δίδων από καιρού εις καιρόν και ένα γιακά εις τον αγαπητόν του γόνον εψιθύριζε θλιβερώς μετά οικονομικού και ιστορικού πόνου:

— Κατηραμένος να είνε ο Γουλιέλμος Τελλ, όστις θαρρώ ότι είνε ο εφευρέτης των σιδηροδρόμων. Κατηραμένος ο Όμηρος, όστις εφεύρε τον Τρωικόν πόλεμον. Να υφίσταται κανείς θυσίας διά τον πόλεμον υπομονή, αλλά διά τον ψευτοπόλεμον! . . .

Υ.Γ. Χθες το Σάββατον ο κ. Ζαχαρίας ανέγνωσεν εις τας εφημερίδας ότι η πλαστή μάχη έγινε την προτεραίαν, αλλά δεν το επίστευσεν.

— Αλλού να παν να τα πουν αυτά! είπεν, αλλού!

Αφού όμως ανέγνωσεν εις τας εφημερίδας τας περιγραφάς και επείσθη, ιδού πώς διηγήθη και πώς εξήγησε το σχέδιον της μάχης κατά το γεύμα εις την αξιέραστον σύζυγον και τα τέκνα του:

Ο εχθρός παρετάχθη εις τρία κέρατα και δύο πτέρυγας, ενώ ο άλλος εχθρός εσχηματίσθη εις δύο κέντρα. Αμέσως τότε το ιππικόν κατεσκεύασε τα ταχύσκαπτα και το πυροβολικόν εφώρμησε διά της λόγχης. Ευθύς το έν κέντρον απεσπάσθη ένεκα της κεντρόφυγος δυνάμεως και συνέλαβεν αιχμαλώτους όλους τους επικούρους ιατρούς. Και οι δύο εχθροί ηττήθησαν κατά κράτος. Ο Σταυρός έγινεν ερυθρός από το αίμα και διά τούτο οι νοσοκόμοι ωνομάσθησαν του Ερυθρού Σταυρού.

(1885)

διακοσμητικό
διακοσμητικό

Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ

Εικών α'.. Η ροδοδάκτυλος Ηώς ακόμη δεν ήνοιξε τας πύλας του ουρανού, ότε η κυρία Θεοδώρα ελέγχει ούτω πώς τον αξιότιμον αυτής σύνευνον:

— Βρε μπούφο! δεν ντρέπεσαι εσύ, ειρηνοδίκης άνθρωπος, να μην εύρης εισιτήριο να πάμε το βράδυ στην Ακαδημία! Και για ποιους, βρε ξόανο, έγινεν η Ακαδημία παρά διά τους διαβασμένους και διά τους νοικοκυραίους;

— Μα, γυναίκα!.. από ποίον να το προμηθευθώ;

— Να το προμηθευθής . . . από αυτόν τον Προμηθέα που γράφουν!

* * *

Εικών β'. Επτά και τέταρτον μ.μ. Η οικογένεια Παραδαρμένου αναμένει εις τα προπύλαια. Ο κ. Ζαχαρίας επρομηθεύθη εισιτήριον από ένα φίλον του νεκροσκόπον [55] , συγγενή ενός επαρχιακού συμβούλου. Η δεσποινίς Ουρανία κυττάζει περιπαθώς εις τα ύψη τον Μουσηγέτην, επιδεικνύοντα αγερώχως την ανδρικήν αυτού καλλονήν ολόκληρον. Η κυρία Θεοδώρα μετά πολύωρον κόπωσιν εκφράζει την επιθυμίαν να καθίση.

— Μπαμπά! φωνάζει ο Μιμίκος, σήκωσε εκείνους τους δύο να καθίσουμ' εμείς! . . .

Και δεικνύει τους μακαρίως αναπαυομένους επί των μαρμαρίνων εδρών των Πλάτωνα και Σωκράτη.

* * *

Εικών γ'. Τιτανομαχία φρικτή παρά την θύραν της εισόδου. Οι αποτελούντες όγκον νεοπλάσματος άνθρωποι τρέμοντες καραδοκούν να εισέλθουν. Ο Ζευς αστυνόμος φωνεί: Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών! και εισορμά όλον το ανθρώπινον γένος, καθηγηταί, κουλουρτζήδες, ιεραπόστολοι, οδοντοϊατροί, αρχιμανδρίται. Το πλήθος ως συμπυκνωμένη μάζα σταματά ασφυκτιών, διότι νομίζει ότι ο εις το βάθος ιστάμενος ανδριάς του Σίνα θ' απαγγείλη τον εναρκτήριον. Αλλ' οι κλητήρες φωνάζουν;

— Δεν έχει λόγο! όποιος είδε να βγαίνη!

* * *

Εικών δ'. Πλήρης διάσπασις της οικογενείας Παραδαρμένου. Το σφαιρικόν σώμα της κυρίας Θεοδώρας κυλινδείται ως θωρηκτόν εν ώρα τρικυμίας, κατά την στιγμήν δε κατά την οποίαν ο κ. Ζαχαρίας πειράται να της δείξη τον ανδριάντα του Σίνα, αποσπάται εκ του συνωστισμού είς των φαλμπαλάδων της εσθήτος της και η κυρία Παραδαρμένου αναφωνεί μετά μανίας προς τον σύζυγόν της: — Τύφλες νάχης κ' εσύ κι ο Σινανάς! . . . Ο Ζαχαρίας ευρίσκεται στηριζόμενος επί του κατεσκληκότος κόλπου πρεσβύτιδος, ήτις του μειδιά φιλαρέσκως, ενώ εκείνος διαμαρτύρεται μεγαλοφώνως περί της αγνότητος των προθέσεών του. Την στιγμήν εκείνην ακούεται φωνή στεντορεία κλητήρος: Κύριοι, προσέξατε εις τα 'ρολόγια σας! Ο κ. Ζαχαρίας εξάγει παραχρήμα το ιδικόν του, νομίζων ότι έφθασεν η στιγμή του θεάματος, αλλά το ωρολόγιον γίνεται αυθωρεί ανάρπαστον υπό επιτηδείου λωποδύτου, Η δεσποινίς Ουρανία λεπτυνθείσα εκ της πιέσεως και μηκυνθείσα ρίπτει χαμαί διά μιας στροφής της ρινός τον πίλον κλητήρος, όστις βλασφημεί μανιωδώς. Ο Μιμίκος υφίσταται το πάθημα του Προμηθέως θέλων να κλέψη το πυρ, δηλαδή έν κουτίον φωσφορίων κηρίνων έκ τινος θυλακίου, και εισαγαγών την χείρα δεν δύναται πλέον να την αποσύρη και μένει δέσμιος ως εις παγίδα φερόμενος εν αγνοία υπό του κυρίου εντός του πλήθους και αναβοών: Μπαμπά! μπαμπά! έως ότου ο κ. Ζαχαρίας ως Ηρακλής μαινόμενος τρέχει και τον ελευθερώνει.

* * *

Εικών ε' και τελευταία Οικτρά συνάντησις της οικογενείας Παραδαρμένου μετά πολύωρον αναζήτησιν εις τον Τάρταρον του κήπου της Ακαδημίας, όπου ευτυχώς λείπουν οι Κέρβεροι, οι Ακαδημαϊκοί μανδρόσκυλοι.

— Μη μου ματαπής, μωρέ κασίδη, λέγει η κυρία Θεοδώρα προς τον σύζυγόν της, να ξαναπάμε σε Ακαδημίες και τέτοια καραγκιοζλίκια, γιατί θα σου βγάλω τα μάτια!

Ο κ. Ζαχαρίας απέρχεται κεκυφώς περιστρέφων μεταξύ των δακτύλων του το εισιτήριον και εις την ερώτησιν του Μιμίκου τι είνε εισιτήριον απήντησε σοβαρώς και αποφθεγματικώς:

— Το εισιτήριον είνε εκείνο το πράγμα με το οποίον εισέρχεσαι εις τας τελετάς και όταν το έχης . . . και όταν δεν το έχης.

διακοσμητικό
διακοσμητικό

ΕΣΠΕΡΙΣ ΕΝ ΦΑΛΗΡΩ

Ότε ο σωματικός όγκος της κυρίας Θεοδώρας εισήλθε κυλινδούμενος εις έν των βαγονίων της Β' θέσεως, η ατμάμαξα αφήκεν οξύν συριγμόν οδύνης, οι δε συνθλιβόμενοι επιβάται ωχρίασαν, ως ν' ανεσπάσθη τμήμα τι του πλησιοχώρου βράχου και να κατέπεσεν εντός του διαμερίσματος.

Ήδη ο κώδων της αναχωρήσεως αντήχει και μόλις το τέταρτον της αξιαγάστου οικογενείας Παραδαρμένου ευρίσκεται εντός του βαγονίου. Μετά πολλούς αγώνας κατορθούν να εισέλθουν η δεσποινίς Ουρανία και ο κ. Ζαχαρίας, αλλ' ο Μιμίκος πλανάται ακόμη επί του πεζοδρομίου, περιτριγυρίζων μικρόν πωλητήν φιστικίων.

— Μωρέ μαγκούφη, δεν μπάζεις το παιδί μέσα; . . . φωνεί αγρίως η κυρία Θεοδώρα.

Και ο κ. Ζαχαρίας εκτείνει τας χείρας, αλλ' επειδή ήδη η αμαξοστοιχία εκκινά, κινδυνεύει να χάση την ισορροπίαν· διά τούτο σπεύδει να τον κρατήση η Ουρανία, την οποίαν σπεύδει να συγκρατήση η κυρία Θεοδώρα. Διά της ανθρωπίνης ταύτης αλύσεως αναρπάζεται ο Μιμίκος κρατών μίαν δράκα [56] φιστικιών, την οποίαν ήρπασεν από το κάνιστρον του πωλητού, εξερευγομένου φρικτάς αράς και βλασφημίας και σύρεται εντός του βαγονίου, προς απελπισμόν των επιβατών.

— Κουνήσου ντε, να μας εύρης καμμίαν θέσιν! βοά η κυρία Θεοδώρα. Καλά που δεν κατορθώνεις να σου δώσουν μία θέσι στην υπηρεσία τώρα τόσα χρόνια, δεν βρίσκεις τουλάχιστον εδώ μία να καθίσωμε;

Το ανάρμοστον λογοπαίγνιον της παχείας συνεύνου ταράσσει όχι ολίγον τα νεύρα του υπομονητικού Ζαχαρία, αλλ' εννοεί ότι δεν είνε κατάλληλον το μέρος δι' οικογενειακάς έριδας. Εις μάτην όμως κινείται προς ανεύρεσιν θέσεως, εις μάτην κινείται ισταμένη ορθία όλη η οικογένεια και μάλιστα η κυρία Θεοδώρα, ήτις σείεται ως βάρις [57] κλυδωνιζομένη υπό σφοδρού σάλου. Οι επιβάται ούτε κινούνται ούτε συγκινούνται και συνομολογήσαντες αφώνως συμμαχίαν αμυντικήν και επιθετικήν περισφίγγουν εντός αδιεξόδου κύκλου χειρών, ποδών και γονάτων την οικογένειαν, συμπεριλαμβανομένης και αυτής της αΰλου Ουρανίας, κατά της οποίας κυρίως θα διηυθύνετο η πολιορκία, αν δεν ανεχαίτιζον τους πολιορκητάς αι απειλητικαί διαθέσεις της ρινός της ρομαντικής δεσποινίδος, εχούσης μήκος μακεδονικής σαρίσσης.

Ο κ. Ζαχαρίας πάσχει εκτός τούτου τα πάνδεινα και υπό της φιλομαθείας του Μιμίκου, όστις εξάγων εκάστοτε τον κατάλογον των λαχνών αποτείνει παντοίας ερωτήσεις εις τον γεννήτορα:

— Μπαμπά, θα έχη και κουραμπιέδες το λαχείον;

— Θα έχη.

— Μπαμπά, τι είνε η εκριζοντυλίνη;

— Η εκριζοντυλίνη είνε μία νέα οπού μοιράζει τα κέρδη του λαχείου.

— Μπαμπά, τι θα πη φιλανθρωπία;

— Φιλανθρωπία είνε ν' αγαπάς τον πλησίον σου ως σεαυτόν . . . και να μη πετάς τα τσώφλοια των φιστικιών εις τα μούτρα των άλλων, γιατί θα σου σπάσω τα χέρια.

Η περιέργεια του Μιμίκου κατευνάζεται τοσούτο μάλλον καθόσον από της θυρίδος του βαγονίου βλέπει ήδη τας οικίας του Φαλήρου προσπελαζούσας προς αυτόν μετά καταπληκτικής ταχύτητος. Διότι το ζήτημα αυτό της καθόδου εις Φάληρον χάριν του λαχείου είχε λάβει εις τους κόλπους της οικογενείας Παραδαρμένου διαστάσεις σοβαράς και σχεδόν διεθνείς, ως επεκταθέν και εκτός της οικογενειακής εστίας.

— Βρε, ρεζίλη, δεν θα μας πάρης κ' εμάς κάμποσα απ' αυτά τα λαχεία για τους σκοτωμένους, να κατεβούν και τα παιδιά ν' αναπνεύσουν λιγάκι εις το Φάληρον; είπεν η κυρία Θεοδώρα προς τον σύζυγόν της.

Και ο κ. Ζαχαρίας υπείκων εις την αβράν πρόσκλησιν της αξιεράστου συμβίας ηγόρασε τέσσαρα γραμμάτια του λαχείου, έν δι' έκαστον μέλος της οικογενείας. Η κυρία Θεοδώρα το διελάλησε κατά το σύνηθες εις τα τέσσαρα σημεία της συνοικίας, ο δε Μιμίκος είχεν εκμάθει σχεδόν από στήθους όλον τον κατάλογον των αντικειμένων του λαχείου. Αι μετά τον δείπνον αθώαι εσπεριναί ομηγύρεις της οικογενείας εταράσσοντο επί ημέρας πολλάς υπό αδιακόπων συζητήσεων περί του ενδεχομένου εκ του λαχείου κέρδους. Ο Μιμίκος ήθελεν όλοι οι αριθμοί να κερδίσουν γλυκύσματα και παγωτά, η Ουρανία καμμίαν ομπρέλλαν ή τουλάχιστον κανέν μυθιστόρημα, ο μετριόφρων Ζαχαρίας έν ζεύγος εμβάδων, διότι το μόνον ζεύγος το οποίον είχε διατελούν εν ενεργεία από της εποχής της Μεταπολιτεύσεως είχεν αρκετά φθαρή, η δε κυρία Θεοδώρα εδήλωσεν ότι επεθύμει να κερδίσουν «τίποτε κεντήματα για τη ρημαδιακή τη σάλα και δεν θέλει ν' ακούση άλλα λόγια». Αι συζητήσεις αύται τόσον σφοδράς διαστάσεις έλαβον εσπέραν τινά, ώστε η άχολος Ουρανία απεκάλεσε τον πείσμονα Μιμίκον μυξιάρην ούτος δε ανταποδίδων τα ίσα την απεκάλεσε ταβανόσκουπαν και η έρις θ' απέληγεν εις σοβαρώτερα, αν δεν παρενετίθετο εις το μέσον η πατρική χειρ φιλοδωρήσασα ένα κόλαφον επί του αυχένος του μικρού αυθάδους.

* * *

Τέλος η αμαξοστοιχία απεβίβασεν ασθμαίνουσα το εκ συμπαγούς σαρκός φορτίον της εις την αποβάθραν του Φαλήρου. Ηγουμένου του Μιμίκου, ευκινήτου ως σκιούρου, η οικογένεια Παραδαρμένου ανέρχεται διά της μιας κλίμακος της σιδηράς γεφύρας και κατέρχεται διά της άντικρυ ευρισκομένης εις το αυτό πεζοδρόμιον. Το πείραμα επαναλαμβάνεται δις και τρις μετά του αυτού αποτελέσματος, ενώ το άσθμα της κυρίας Θεοδώρας αντηχεί ηχηρότερον και των ήδη αντιθέτως βαινουσών δυο ατμομηχανών. Τέλος ανακαλύπτουν τον τρόπον της διόδου και διαπεραιούνται εις το άντικρυ πεζοδρόμιον, μετά κόπου δε εισδύοντες και διαγκωνιζόμενοι συμφύρονται μετά της εκ σαρκός πυκνής μάζης, ήτις κατέχει τον στενόν της φαληρικής παραλίας χώρον.

Η εκκύβευσις [58] του λαχείου έχει ήδη αρχίσει, αλλ' οι εκκυβευόμενοι αριθμοί δεν περιέρχονται εις γνώσιν της απώτατα ευρισκομένης οικογενείας, ένεκα του πολλού θορύβου και της συγχύσεως. Η κυρία αρχίζει μεγαλοφώνως να εκφέρη τας υπονοίας της ότι συμβαίνουν μπιρμπαντοδουλειές. Ο Μιμίκος αναγινώσκει μεγάλη τη φωνή τον κατάλογον των αντικειμένων του λαχείου προς μεγίστην αγανάκτησιν των παρεστώτων, εκφράζων εν τούτω και τας γαστριμάργους επιθυμίας του.

Αλλ' ενόσω προχωρεί η εκκύβευσις άνευ αποτελέσματος, και ενόσω μάλιστα τυχηροί τινες των παρεστώτων ανακοινούν εις τους άλλους ότι εκέρδισαν, η αδημονία της οικογενείας κορυφούται. Ο Μιμίκος, θέλων οπωσδήποτε να θέση τέρμα εις την ανησυχίαν, αποσπάται εκ του ομίλου της οικογενείας, κρυφίως συναποφέρων και τον θησαυρόν των δύο γραμματίων του λαχείου, τα οποία ζηλοτύπως φρουρεί από τινων ημερών, και προχωρεί προσπαθών να προσεγγίση εις τον τόπον της εκκυβεύσεως. Αλλ' ότε μετ' ολίγον η κυρία Θεοδώρα στρεφομένη δεν βλέπει τον γόνον της αναβοά μετ' άλγους:

— Το παιδί μου, το παιδί μου! . . .

Ο Ζαχαρίας ταράσσεται, συστρέφεται, ερωτά τους πέριξ απορών, ενώ η σύζυγος του βαθμηδόν οργιζομένη δίδει εις αυτόν βίαιον ωθισμόν κράζουσα:

— Τι στριφογυρίζεις σα σβούρα, μωρέ ζευζέκη; . . . πήγαινε ναύρης το παιδί γρήγορα.

Ο ταλαίπωρος πατήρ, υπείκων μάλλον εις την παλάμην της συζύγου ή εις το πατρικόν φίλτρον, προχωρεί αναμέσον του πλήθους ωθών και ωθούμενος, αποτείνων ερωτήσεις και αποδεχόμενος χλευασμούς και λοιδορίας [59] . Μετά ενός τετάρτου της ώρας οδυνηράν αλλ' άσκοπον έρευναν επιστρέφει εις το σημείον από του οποίου εξεκίνησε και θωρακίζεται δι' υπομονής όπως δεχθή το άγριον βλέμμα και τας εμμανείς αποστροφάς της φρυαττούσης συζύγου, ότε κατ' εκείνην ακριβώς την στιγμήν αντηχούν θρηνώδεις φωναί του Μιμίκου επιστρέφοντος.

— Μπαμπά! . . . μαμμά! . . . μου έπεσαν! . . . φωνεί ο μικρός δακρύων.

Η οικογένεια νομίζει ότι του έπεσαν τα λαχεία και ότι τα δάκρυά του προέρχονται εκ συγκινήσεως.

— Τι σου έπεσαν; τον ερωτούν μετά σπουδής.

— Μου έπεσαν . . . τα λαχεία εις τη θάλασσα!

Ιδού τι είχε συμβή. Ο Μιμίκος αποσπασθείς όπως προσεγγίση εις το μέρος της εκκυβεύσεως απεπλανήθη εκ της λαιμαργίας του, παρακολουθήσας πωλητήν μικρών πλακούντων μέχρι της όχθης της θαλάσσης. Εκεί, ενώ συνήπτε συμφωνίας και εξήγεν εκ του θυλακίου του τα κέρματα να πληρώση τον πωλητήν, ισχυρά ριπή ανέμου πνεύσασα αιφνιδίως αφήρπασεν εκ της χειρός του τα γραμμάτια και τα παρέσυρεν εις την θάλασσαν.

Η οικογένεια Παραδαρμένου οδηγηθείσα υπό του Μιμίκου είδε τωόντι εις μακράν από της ακτής απόστασιν τα χαρτία πλέοντα ακόμη ως λευκά νησσάρια, έκαστον δε των μελών της οικογενείας με δακρυβρέκτους οφθαλμούς εν τη αλλοφροσύνη του έβλεπεν αυτά αλλάσσοντα διαρκώς είδος και σχήμα και μεταβαλλόμενα άλλοτε μεν εις πολυτελή κεντήματα, άλλοτε δε εις ερυθρά και διανθή αλεξήλια, εις φιάλας ροσολίων [60] , εις στίλβοντα σκεύη, εις παν ό,τι τέλος είχε ποθήσει και ονειρευθή η φαντασία των.

* * *

Η εσπέρα ήτο προκεχωρημένη, ότε η οικογένεια έφθασεν πεζή προ της κατοικίας της, τα αυτά και χείρονα δεινοπαθήματα υποστάσα κατά την επάνοδον. Ο σφαιρικός όγκος της κυρίας Θεοδώρας εφαίνετο κυλιόμενος μετά βοής ως οβούζιον έτοιμον να εκραγή, ενώ ο Ζαχαρίας έβαινε σιγών και κεκυφώς.

— Λοιπόν τι σας έπεσεν; ηρώτησεν αυτούς μια γειτόνισσα, αφού τους εκαλησπέρισε.

— Τι μας έπεσε; . . . μας έπεσαν τα νεφρά έως να έλθωμεν, απήντησε με γρυλλισμόν οργής η κυρία. Εγώ του τα είπα αυτουνού του μαγκούφη, εξηκολούθησε στρεφομένη και δεικνύουσα τον ατυχή Ζαχαρίαν, οπού μου ήθελε λαχεία. Επίτηδες τα κάνει η ψωροκυβέρνησις διά να ληστεύη τον κόσμον και τον μαζεύει μες στον αέρα να χάνη τα λαχεία του! . . .

Την θύραν της οικίας ήνοιξεν η υπηρέτρια Βασίλω, κατηφής και σχεδόν ένδακρυς.

— Τι τρέχει, μωρή; . . . ηρώτησεν η κυρία, είνε έτοιμο το φαγί; . . .

— Κυρία, απαντά με φωνήν θρηνώδη η Βασίλω, έπεσε μες στον τέντζερη . . . η λάμπα με το πετρέλαιον.

Το όνομα μόνον του ευφλέκτου υγρού αρκεί όπως επιφέρη την έκρηξιν.

— Α! . . . αναβοά αφρίζουσα η κυρία Θεοδώρα, έπεσε και η λάμπα . . . ! Όλα πέφτουν λοιπόν σήμερον! . . . Τώρα θα ιδής τι άλλο θα πέση . . . Και έδραμε προς μίαν γωνίαν του μαγειρείου, οπλοθήκην αφανή των σαρώθρων και των κοντοξύλων.

Αν μετά ημίσειαν ώραν ήθελε διέλθει από της οδού εκείνης η περιπολία των ευζώνων, οι ατρόμητοι ορεινοί θα ετρέποντο εις φυγήν σταυροκοπούμενοι· τόσον σατανικός ήτο ο θόρυβος των φωνών, των ιαχών, των ολολυγμών, οι οποίοι εξήρχοντο εκ της οικίας Παραδαρμένου!

Σχήμα
Σχήμα
διακοσμητικό
διακοσμητικό

ΦΟΡΟΦΟΒΙΑ

— Ζαχαρία! . . . ε, Ζαχαρία! . . . μωρέ που είσαι: . . .

Ούτως εβόα η αξιότιμος κυρία Θεοδώρα περιερχομένη την οικίαν προς ανεύρεσιν του συζύγου της, αλλ' ουκ ην φωνή και ουκ ην ακρόασις.

— Μα τι έγινες, αναθεματισμένε . . . μαγκούφη! εξηκολούθει βοώσα η σύνευνος του κ. Παραδαρμένου ερυθρά εξ οργής, εξετάζουσα εις τα δωμάτια, έως ότου εύρε τον κ. Ζαχαρίαν, δειλόν, συνεσπειρωμένον, ωχριώντα, προ του γραφείου του καθήμενον και αναγινώσκοντα εφημερίδα.

— Μα γυναίκα! . . . ε, γυναίκα! . . . είπε μόλις την είδε· τι κάθεσαι και φωνάζεις «Ζαχαρία, Ζαχαρία! . . . »; Θέλεις λοιπόν να με καταστρέψης;

Η κυρία Θεοδώρα προσέβλεψεν έκπληκτος τον σύζυγόν της και παρετήρησε μετά προσοχής αυτόν επί στιγμήν διά να πεισθή αν είχε σώας τας φρένας.

— Καλέ, δεν μου λες, στα σωστά σου είσαι, Ζαχαρία, σήμερα; του είπεν επί τέλους,

— Πάλιν! ανεβόησεν ο κύριος Παραδαρμένος θρηνωδώς πάλιν! λοιπόν εβάλθηκες χωρίς άλλο να με αφανίσης

Και η φωνή του ήρχισε να τρέμη.

— Έλα, Χριστέ και Παναγιά μου! είπε σταυροκοπουμένη η κυρία Θεοδώρα, ή μέθυσε πρωί πρωί ο άνδρας μου ή τούστριψε η βίδα χωρίς άλλο!

Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα εις την κλίμακα· ήτο μία των γειτονισσών, ήτις ανήρχετο εις την οικίαν της οικογενείας Παραδαρμένου και η οποία ακούσασα τους λόγους της οικοδεσποίνης εσταμάτησεν αμηχανούσα.

— Ορίστε μέσα, ορίστε μέσα, κυρά-Ζαχαρούλα! εφώνησεν η κυρία Παραδαρμένου ιδούσα αυτήν.

Ο κ. Παραδαρμένος κατελήφθη υπό σπασμών ακούσας το όνομα τούτο.

— Ζαχαρούλα! εψιθύρισε, προσηλών οφθαλμούς πυριφλεγείς επί της γειτονίσσης, μα αυτό είνε συνωμοσία! . . .

— Τι του ήλθε, καλέ; είπεν η γειτόνισσα έκθαμβος· δεν βλέπετε πως είνε αχνός σαν το πανί; . . γρήγορα, φέρτε λίγο ξείδι . . . λίγο γλυκάδι! . . .

— Και επλησίασε προς τον κ. Ζαχαρίαν, όστις την απώθησε μετά φρίκης.

— Όχι γλυκάδι! . . . όχι γλυκάδι! . . . είπε με τρόμον, μη, δι' όνομα Θεού! . . .

Αι δύο γυναίκες παρετήρησαν αλλήλας εν αμηχανία.

— Εγώ μου φαίνεται, κυρά, πως κάτι θα τούλθε, είπεν η γειτόνισσα· βάλτε τον στο κρεββάτι και δώστε του κανένα ζεστό . . . Ίσα ίσα κ' εγώ ήλθα να σας ζητήσω λίγο γλυκάνισο . . .

Ο Ζαχαρίας ηγέρθη βλοσυρός και απειλητικός.

— Μα και του λόγου σου εκόπιασες στο σπίτι μου να με βασανίσης; είπε προς την κυρά-Ζαχαρούλαν . . . Και σεις, προσέθηκε στρεφόμενος προς την σύζυγόν του, και σεις εδώ μέσα έχετε γλυκάνισον; . . . Να το πετάξετε αμέσως! . . .

Η κοχλάζουσα εις τα ευρέα στέρνα της κυρίας Θεοδώρας οργή ήρχιζεν ήδη να εκσπά, διότι όντως η υπομονή της είχεν υποβληθή εις βαρείαν δοκιμασίαν.

— Για να σου πω, βρε χαμάλη, του είπε με οφθαλμούς σπινθηροβολούντας και προσεγγίζουσα τους αιχμηρούς δακτύλους της εις τα όμματα του συζύγου, όστις ωπισθοχώρει επτοημένος, δεν μου λες τι σ' έπιασε και μας κάνεις το δαιμονισμένο; . . . Έλα στα λογικά σου, κακομοίρη, γιατί σου βγάζω τα στραβά σου!

— Μα, γυναίκα! . . . απήντησε ψελλίζων ο ατυχής Ζαχαρίας προσπαθών να μαλάξη διά μειλιχίων λόγων την παρωργισμένην μέγαιραν, μην είσαι τίγρις, καϊμένη! θα σου 'πω γιατί φοβούμαι! Δεν το έμαθες και συ πως η κυβέρνησις . . . το ισοζύγιον . . .

Αλλ' η οργή της κυρίας Παραδαρμένου άπαξ εξαφθείσα δεν κατηυνάζετο ευκόλως. Την ημέραν εκείνην ιδίως κατά σύμπτωσιν πολλά περιστατικά είχον συντείνει να εξάψουν την ευερέθιστον αυτής φύσιν. Ο αδιόρθωτος Μιμίκος είχεν επιτηδείως υπεξαιρέσει την πρωίαν, πριν απέλθη εις το σχολείον, δυο κεφτέδες, τους οποίους η κυρία Θεοδώρα είχεν αφ' εσπέρας θέσει κατά μέρος εκ του δείπνου διά το πρόγευμά της. Η Βασίλω η υπηρέτρια είχε χύσει εξ απροσεξίας εντός του μαγειρείου το βούτυρον, το οποίον είχε φέρει ο μπακάλης. Η ρομαντική Ουρανία επιμόνως εζήτησε παρ' αυτής την πρωίαν μιάμιση δραχμή λόγω μεν όπως αγοράση μαλλιά διά πλέξιμον, πράγματι δε όπως αποκτήση την Ανθοδέσμην, ήτοι συλλογήν ερωτικών ασμάτων· και αυτός δε ο πιστός φύλαξ της οικίας, ο κύων Μαύρος, κλεισθείς κατά λάθος εντός του οίκου την νύκτα, είχε το θράσος, «ο αφιλοτίμος», ως τον απεκάλεσεν η κυρία Θεοδώρα, να εκπληρώση όλας τας φυσικάς του ανάγκας εντός της σάλας, την οποίαν ακριβώς προ δύο ημερών είχε σφουγγαρίσει επιμελώς η κυρία Θεοδώρα. Είχε λοιπόν ήδη λυγίσει διά των ραβδισμών την σπονδυλικήν στήλην του Μαύρου· είχε καταφέρει τρεις κολάφους ισχυρούς επί του ρυπαρού αυχένος της Βασίλως· είχεν απειλήσει να «καρυδώση» την Ουρανίαν, την οποίαν απεκάλεσε ταβανόσκουπαν, και προητοίμαζε γενναίαν δόσιν ραπισμάτων διά τον λαίμαργον υιόν. Αλλά δεν ήρκουν πάντα ταύτα προς εξιλασμόν της οργής της, επεζήτει έριν διά να ξεθυμάνη κατά του συζύγου της και την αφορμήν της έριδος παρέσχε προς αυτήν εν πάση αθωότητι ο πτωχός Ζαχαρίας.

— Τι μεσοζύγιο και διαζύγιο! . . . κάθεσαι και μου κοπανάς, μωρέ ψωριάρη; . . . Τι σου πέρασε από το νου, να μας κάμης ρεζίλι πρωί πρωί στη γειτονιά με τες σαχλαμέρες σου; ε; . . .

Και η φωνή της κυρίας Θεοδώρας είχεν ήδη φθάσει εις τους διατόρους εκείνους τόνους των εκτάκτων περιστάσεων, οι οποίοι διέσπειρον τον φόβον εις δέκα λεύγων απόστασιν, ως οι βρυχηθμοί του βασιλέως της ερήμου.

Η Ουρανία ακούσασα τας φωνάς προσέδραμε καταλιπούσα το φύλλον της εφημερίδος, της οποίας ανεγίνωσκε την επιφυλλίδα.

— Γλυκύτατε μου πάτερ! είπε διατηρούσα ακόμη την φρασεολογίαν του μυθιστορήματος το οποίον ανεγίνωσκεν, ιδούσα την ταραχήν του γεννήτορος . . .

— Ω Θεέ μου! . . . και συ ακόμη! . . . γλυκύτατος . . . εγώ γλυκύτατος . . . φύγε! . . . είπεν ο ατυχής πατήρ απομακρύνων αυτήν ζητούσαν να τον περιπτυχθή.

Οι οφθαλμοί της ευαισθήτου κόρης επλήσθησαν δακρύων. Την έξαλλον οργήν της κυρίας Θεοδώρας ήρχισεν ήδη να διαδέχεται ο φόβος.

— Βασίλω! εφώναξε . . . πού είνε πάλι αυτή η βρώμα! μη στέκεται κάτω και ζαχαρώνει με τον αγαπητικόν της;

— Ως και αυτή ζαχαρώνει . . . . ω, μα είνε ανυπόφορον! . . . εψιθύρισεν ο κ, Ζαχαρίας με φωνήν ομοιάζουσαν προς επιθανάτιον ρόγχον.

Αλλά το άκρον άωτον της ταραχής παρήγαγεν η εμφάνισις του Μιμίκου, όστις εξελθών εκ του σχολείου εισεπήδησε θορυβών εις την οικίαν, ροκανίζων γλύκυσμα, το οποίον είχεν υπεξαιρέσει εκ της σάκκας συμμαθητού του και κραυγάζων δήθεν προς δικαιολογίαν ίν' αποφύγη τας επιπλήξεις:

— Μπαμπά, μπαμπά! . . . μούδωσαν ένα γλυκό!

Ο κ, Ζαχαρίας κατέπεσεν ύπτιος επί ενός ανακλίντρου.

— Ένα γιατρό! εφώναξεν η κυρία Θεοδώρα ταραχθείσα, ένα γιατρό γρήγορα.

— Είδα να έλθη εδώ αντικρύ ο γιατρός, ο κ. Ζαχαρίδης! είπεν η Βασίλω.

Και έσπευσε να τον καλέση, ενώ ο ταλαίπωρος κ. Ζαχαρίας δι' ενός σπασμού έδειξεν ότι ήκουσε και ησθάνθη ως τελευταίαν πληγήν μαχαίρας το όνομα του ιατρού.

— Τι επάθατε; ηρώτησεν ο ιατρός, αφού διά προχείρου θεραπείας εβοήθησε τον κ. Ζαχαρίαν να συνέλθη.

— Τι έπαθα; απήντησε με φωνήν ασθενή ο κ. Παραδαρμένος. Μα δεν γνωρίζετε, ιατρέ, τον προϋπολογισμόν της Κυβερνήσεως και τον φοβερόν φόρον επί της ζακχάρεως; Φαντάσου την θέσιν ενός πτωχού οικογενειάρχου! Να με λέγουν Ζαχαρίαν και να με φωνάζη η σύζυγός μου δυνατά διά να τα ακούσουν οι εισπράκτορες! Και ενώ συλλογίζομαι τίνι τρόπω ν' αλλάξω το όνομά μου και να απομακρύνω εκ της οικίας μου παν είδος γλυκού, να έρχεται η Ζαχαρούλα να ζητή γλυκάδι, να θέλη γλυκάνισον, να με καλούν γλυκύτατον, να φέρη το τέκνον μου γλυκύσματα, να ζαχαρώνη η υπηρέτριά μου! . . .

Ο ιατρός κατελήφθη υπό ασβέστου γέλωτος και απερχόμενος είπε προς τον πολυπαθή οικοδεσπότην σοβαρώς:

— Έχετε όμως ανάγκην από προφύλαξιν, διότι αλλέως τρέχετε τον κίνδυνον να πάθετε από σακχαρώδη διαβήτην!

— Μπαμπά, τι θα πη σακχαρώδης διαβήτης; ηρώτησεν ο Μιμίκος τον πατέρα του, αφού απήλθεν ο ιατρός.

— Σακχαρώδης διαβήτης, απήντησε με ύφος επίσημον ο κ. Ζαχαρίας, είνε το μέτρον εκείνο με το οποίον μετρούμεν την ζάκχαριν, και το οποίον θα σου βγάλω τα αυτιά, εάν τολμήσης εις το εξής να την κλέψης από το βάζο!

διακοσμητικό
διακοσμητικό

Η ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΑΡΜΕΝΟΥ

— Βρε μαγκούφη! τεμπελχανά! . . . είνε 'μέρα μεσημέρι και ακόμη δεν εσηκώθηκες;

Την αβρόφρονα ταύτην αποστροφήν επέτεινεν η κυρία Θεοδώρα Παραδαρμένου προς τον πλησίον της κοιμώμενον αξιοτίμον σύνευνόν της.

Ο κ. Ζαχαρίας ήνοιξε τους οφθαλμούς. Το αληθές είνε ότι η διαβεβαίωσις της συζύγου του ότι ήτο δήθεν «'μέρα μεσημέρι» ήτο οπωσούν υπερβολική. Διά των ραγάδων των παραθύρων έβλεπε βασιλεύον ακόμη πυκνόν επί της γης το νυκτερινόν σκότος και εν τω μέσω της βαθυτάτης σιγής άλλο τι δεν ηκούετο ειμή η οξεία λαλιά των περιπλανωμένων σαλεπτζήδων.

Οπωσδήποτε όμως, αφού αφυπνίσθη, εδέησε να εγερθή, άλλως τε η ανατέλλουσα ημέρα ήτο πολυάσχολος. Ήτο η τελευταία του έτους. Έν έτος εβυθίζετο εις την αιωνιότητα, έν έτος το οποίον έφερεν εις την μυστηριώδη αυτού ανακεφαλαίωσιν αορίστως μεν πολλάς περιπετείας και βασάνους εγγεγραμμένος εις την μερίδα του κ. Ζαχαρία, ωρισμένως δε: τέσσαρας αγωγάς ενώπιον του ειρηνοδικείου, υπό του ψωμά, του παντοπώλου και άλλων ανηλεών δανειστών, δύο αποτυχόντα συνοικέσια διά την δεσποινίδα Ουρανίαν, μίαν δραχμήν διά τον Μαύρον, τον κύνα της οικογενείας, συλληφθέντα υπό του κυνοκτόνου και εξαγορασθέντα διά λύτρων, πέντε δεκανείς του πυροβολικού λαβόντας σχέσεις μετά της Βασίλως, εκατόν πεντήκοντα συγκρούσεις προς τους γείτονας εξ αιτίας του Μιμίκου και τριακοσίας εξήκοντα έξ μάχας εκ του συστάδην μετά της αξιεράστου Θεοδώρας, καθότι συνέπεσε το έτος να είνε δίσεκτον.

Ο κ. Ζαχαρίας ήτο απερροφημένος εκ της επισημότητος της ημέρας και εκ των παμπληθών υποχρεώσεων, τας οποίας συνεπήγετο διά τούτο, ότε ο Μιμίκος αναγινώσκων έν των εμμέτρων συγχαρητηρίων των σκουπιδιαραίων τον ηρώτησε τι εσήμαινεν η λέξις αιωνιότης, ο γεννήτωρ, αντί να διατυπώση τινά των συνήθων σχοινοτενών [61] όσον και μεταφυσικών ορισμών, ηρκέσθη ν' απαντήση ότι η αιωνιότης ήτο εκείνο το πράγμα, το οποίον δεν συνεβιβάζετο με την διάρκειαν των υποδημάτων του Μιμίκου και το οποίον, αν ήθελεν εξακολουθεί να τρίβη τες μύτες των παπουτσιών του, ήθελε του σπάσει την ιδικήν του μύτην.

Η πρωία κατηναλώθη ολόκληρος εις αγοράς παντοίων τροφίμων, μία δε των σπουδαιοτάτων μεριμνών της ημέρας ήτο και η βασιλόπιττα. Έπρεπε να ίδη τις μετά ποίας υπερηφανείας η κυρία Θεοδώρα απέπεμψε τους υπηρέτας όλων των παντοπωλών και χαλβατζήδων της συνοικίας, έως να εκλέξη την καλυτέραν ποιότητα του βουτύρου, μετά ποίας καρτερίας απέκρουε τας επανειλημμένας εφόδους του Μιμίκου κατά του μέλιτος, μετά ποίας θηριωδίας επέπληττε την Βασίλων διότι δεν εζύμωνε καλά. Έπρεπε να ίδη τις κατόπιν μετά ποίας επισημότητος εκομίσθη εις τον φούρνον η πίττα της οικογενείας. Εις το μέσον εβάδιζεν η Βασίλω κρατούσα υψηλά το ταψίον ως ιερόν κειμήλιον. Εκατέρωθεν αυτής έβαινον αγερώχως ως άγγελοι φύλακες ο Ζαχαρίας μετά του γόνου αυτού, είπετο δε ο Μαύρος. Από του παραθύρου η κυρία Θεοδώρα μετά της δεσποινίδος Ουρανίας έβλεπον το θέαμα και η κυρία Παραδαρμένου μεγαλοφώνως συνίστα προς τον σύζυγόν της:

— Πρόσεχε καλά, αυτήν την ξεμυαλισμένη να μη της πέση!

Η πομπή αύτη εφείλκυσε την προσοχήν της συνοικίας και πολλοί γείτονες εξήλθον εις τα παράθυρα διά να την ίδουν, ευχόμενοι «και του χρόνου», «και εις έτη πολλά» εις τον κ. Ζαχαρίαν, όστις απήντα μειδιών διά παρομοίων ευχών.

Ήδη απέκλινεν η ημέρα προς την δύσιν, ότε ο κ. Ζαχαρίας μετά της κυρίας Θεοδώρας, της δεσποινίδος Ουρανίας και του Μιμίκου — τον οποίον απηλευθέρωσεν από τας χείρας του γείτονός των γηραιού ανθυπασπιστού, αγανακτήσαντος διότι ο Μιμίκος πετροβολών την γάτταν είχε σπάσει μίαν γλάστραν ιδικήν του — εξεκίνησε διά την πανήγυριν της παραμονής της πρωτοχρονιάς. Εκ των κεντρικών οδών ηκούετο προερχόμενος υπόκωφος, συνεχής, αδιάλειπτος ο ποικίλος θόρυβος των Κρονίων, άτινα ευρίσκοντο εις το κατακόρυφον του παροξυσμού, ότε το μελιτζανί φόρεμα της κυρίας Παραδαρμένου και το κίτρινον πανταλόνιον του αξιοτίμου συμβίου της ήστραψαν ως μετέωρα εις την οδόν Ερμού. Ο απεψιλωμένος υψηλός πίλος του κ. Ζαχαρία δεν εβράδυνε να γίνη ο σκοπός, κατά του οποίου δαψιλώς ερρίπτοντο τα πυροκρόταλα προς μέγιστον τρόμον της ευαισθήτου δεσποινίδος Ουρανίας, ενώ αφ' ετέρου ο Μιμίκος κρατών εκ του κρασπέδου του επενδύτου τον γεννήτορα καθίστατο αληθής βάσανος διά των ερωτήσεων και των αποριών του. Ο μικρός εσταμάτα ανά παν βήμα περιεργαζόμενος τα εκτεθειμένα εμπορεύματα και αποτείνων προς τον πατέρα του παντοίας ερωτήσεις, εις τας οποίας ανεμιγνύοντο αι προσφάτως εκ των παραδόσεων του σχολείου του αντληθείσαι συγκεχυμέναι ιστορικαί και μυθολογικαί γνώσεις:

— Μπαμπά, αυτό το μεγάλον ξύλινον άλογον είνε ο Δούρειος ίππος;

— Ναι.

— Μπαμπά, τι ήτο ο Δούρειος ίππος;

— Ο Δούρειος ίππος ήτο η καμήλα, την οποίαν κατεσκεύασεν ο Αλκιβιάδης εις την πολιορκίαν της Ερετρίας.

— Της υπηρετρίας; . . . Μπαμπά, της υπηρετρίας οπού έχει ο κυρ- Λεωνίδας ο δικηγόρος;

— Σου είπα της Ερετρίας, η οποία είνε πόλις της Σαμοθράκης και η οποία . . . να μη ξανασκουπισθής με τα μανίκια σου αλλά με το μανδήλι, διότι θα σου ξεκολλήσω ταυτιά.

Αίφνης κύμα βίαιον του πλήθους ανέκοψε την πορείαν των.

Η συμπαγής μάζα των κατερχομένων εκ της πλατείας του Συντάγματος συνεκρούσθη με την ετέραν συμπαγή μάζαν των ανερχομένων εκεί παρά την Καπνικαρέαν και εν τη σχηματισθείση δίνη διεσπάσθη η ενότης της οικογενείας Παραδαρμένου. Αφού περιεστράφησαν επί ικανήν ώραν, τα μεγάλα μέλη της οικογενείας ανεύρον άλληλα, αλλ' ο Μιμίκος είχε γίνει άφαντος.

Φωνή σπαρακτική εξήλθεν εκ του μητρικού στήθους της κυρίας Θεοδώρας, βρυχηθμός λεαίνης αναζητούσης τον απολεσθέντα σκύμνον της.

— Το παιδί μου! ανεβόησε, το παιδί μου.

Η Ουρανία επεχείρησεν απόπειραν λιποθυμίας και κλονισθείσα ευρέθη εις τας αγκάλας νεαρού ανθυπολοχαγού του πυροβολικού, τυχόντος εκ συμπτώσεως πλησίον της. Ο κ. Ζαχαρίας πελιδνός περιεπλανήθη εντός του κυκεώνος εκείνου του πλήθους όπως ανεύρη τον απολεσθέντα μικρόν, περιερχόμενος από τα καταστήματα των αθυρματοπωλών [62] εις τα τραπέζια των πωλητών των γλυκυσμάτων, ερευνών και εξετάζων· αλλ' εις μάτην, το τέκνον της δεν ανευρέθη.

Αι κραυγαί της κυρίας Θεοδώρας επετάθησαν, ευθύς ως είδε τον σύζυγον επανερχόμενον άπρακτον.

— Το παιδί μου! εβόα ολοφυρομένη, το παιδί μου . . . θα μου το 'πήραν οι Εβραίοι!

Αι φωναί της κυρίας Παραδαρμένου και η παράδοξος αυτή εικασία ότι οι Εβραίοι εύρον την ευκαιρίαν ν' αρπάσουν το τέκνον της την παραμονήν της πρώτης του έτους εις το κεντρικώτατον μέρος της πόλεως και επί παρουσία μυριάδων λαού εκίνησαν την περιέργειαν πολλών και ήρχισεν ήδη να σχηματίζεται συνάθροισις περί την απορφανισθείσαν οικογένειαν. Ο ατυχής πατήρ παραλαβών την απαρηγόρητον σύζυγον και την θυγατέρα του, ήτις ανεπόλει μετά τρόμου κατ' εκείνην την στιγμήν διάφορα τραγικά επεισόδια αρπαγής παιδίων, τα οποία είχεν αναγνώσει εις τας επιφυλλίδας των εφημερίδων, επορεύθη εις την κατοικίαν του με την αμυδράν ελπίδα ότι ίσως είχεν επιστρέψει εκεί ο υιός του μετά την εξαφάνισίν του. Καθ' οδόν αντήχουν γοεροί οι λυγμοί της κυρίας Θεοδώρας, ήτις εν τω μέσω του πένθους της εύρισκε καιρόν ν' αποτείνη πικράς παρατηρήσεις προς τον σύζυγόν της:

— Εσύ, μωρέ κακομοίρη, τα φταις! . . . Πού τα είχες τα στραβά σου και άφησες να χαθή το παιδί;

Η αγωνία ευτυχώς δεν διήρκεσε πολύ. Ο κ. Ζαχαρίας προπορευθείς, αφού κατέφερεν ισχυρόν λάκτισμα κατά του Μαύρου, όστις προσήλθε σείων την ουράν διά να υποδεχθή αυτόν, είδε τον Μιμίκον εις την είσοδον της οικίας. Ο πατήρ εξέφερε στεναγμόν ανακουφίσεως, φιλοδωρών άμα και δι' ενός κολάφου τον ανευρεθέντα υιόν· δύο δάκρυα ανέβλυσαν από τους ικτερικούς οφθαλμούς της δεσποινίδος Ουρανίας, ενώ η μήτηρ δραμούσα ανήγειρε και ησπάζετο μετά φιλοστόργου περιπαθείας το τέκνον της, ερωτώσα:

— Σου εκάμανε τίποτε; . . . σου εκάμανε τίποτε; . . .

Και ήτο τόση η συγκίνησις και η ταραχή της, ώστε δεν εννόησεν, ότε τον ανήγειρεν, ότι το βάρος του Μιμίκου ήτο εκτάκτως ανώτερον του συνήθους και ότι η γαστήρ του είχε λάβει επιφόβους διαστάσεις.

Εν τοσούτω οι από της πρωίας κόποι, οι δρόμοι, αι αλλεπάλληλοι συγκινήσεις είχον κινήσει την όρεξιν της οικογενείας. Άλλως τε ο αξιότιμος κ. Ζαχαρίας έπρεπε να δειπνήση ενωρίς, διότι ήτο προσκεκλημένος εις την οικίαν παλαιού του φίλου, αρχαίου συμβολαιογράφου, και είχε φροντίσει μάλιστα να εφοδιασθή από πρωίας δι' ενός φυσεκίου γαζετών, επειδή έμελλον να παίξουν και χαρτιά «διά το καλόν του χρόνου». Διό η Βασίλω διετάχθη να στρώση το τραπέζι και να φέρη την πίτταν.

Είχεν ήδη συναχθή περί την τράπεζαν η οικογένεια και ανέμενεν, ότε η Βασίλω επανήλθεν έντρομος, τραυλίζουσα, ωχρά υπό την καλύπτουσαν το πρόσωπόν της ακαθαρσίαν.

— Η πίττα, είπε, δεν ηξεύρω τι έγινε . . . δεν υπάρχει πλέον! . . .

Ο Ξέρξης βλέπων την καταστροφήν του στόλου του, ο Αύγουστος μανθάνων την σφαγήν των λεγεώνων του Ουάρρου δεν ησθάνθησαν έκπληξιν και οργήν μεγαλυτέραν αφ' όσην ησθάνθη η κυρία Παραδαρμένου διά το αιφνίδιον άκουσμα.

— Τι λες, μωρή δαιμονισμένη; ανέκραξε και ώρμησεν εις το μαγειρείον, παρακολουθουμένη υπό των λοιπών.

Η πίττα είχε τω όντι εξαφανισθή. Το ταψίον κομισθέν υπό του υπηρέτου του φούρναρη κατά την απουσίαν της οικογενείας ευρίσκετο επί της τραπέζης, αλλ' εντός αυτού μόλις διεσώζοντο ολίγα ελεεινά ψιχία, μόλις απέμενον ολίγα ελεεινά ίχνη εκ της ροδοκοκκίνης και καλοψημένης κρούστας.

— Εσύ την έφαγες! ανεβόησεν η οικοδέσποινα και επέπεσε κατά της Βασίλως με διαθέσεις καννιβαλικάς.

Και αι τρίχες της κόμης της υπηρετρίας απεσπώντο μανιωδώς και κατέπιπτον βροχηδόν ως κάρφη ανατινασσόμενα εις το αλώνιον υπό του δικράνου, και αι οξείαι και αλγειναί κραυγαί της προυκάλουν την συρροήν περιέργων εκ του παρακειμένου παντοπωλείου.

— Εσύ την έφαγες μαζί με τον αγαπητικό σου, με εκείνον τον βρωμιάρη! . . . εβόα αφρίζουσα η κυρία Θεοδώρα, ενώ οι στιβαροί γρόνθοι της κατέπιπτον επί της ράχεως του θύματός της.

— Εγώ την έφαγα ή ο γυιόκας σου; απήντα η Βασίλω, ήτις βαρυνθείσα επί τέλους ήρχισε ν' ανταποδίδη τα ίσα προς την κυρίαν της. ·

Ο γυιόκας σου! . . η λέξις αύτη εφώτισε διά μιας την κατάστασιν και πρώτος ο κύριος Ζαχαρίας εννόησε τα διατρέχοντα. Κατ' αρχάς και αυτός είχεν υποπτεύσει την Βασίλων ως ένοχον του στυγερού εγκλήματος, αλλ' η στάσις και αι διαμαρτυρίαι αυτής εκλόνισαν την πεποίθησίν του, αι υποψίαι του τότε μετέπεσον επί του Μαύρου και οι πόδες του προ των ομμάτων ανεζήτησαν το κακούργον τετράποδον. Αλλ' ο ατυχής Μαύρος ευρίσκετο εις μίαν γωνίαν, αμεριμνών δι' όλην εκείνην την τιτανομαχίαν, διότι ήτο, φαίνεται, συνηθισμένος εις τας τοιαύτας σκηνάς και εμάσσα έν ξεροκόμματον με τόσην όρεξιν, ώστε ο δικαιοκρίτης κ. Ζαχαρίας, ο ακέραιος λειτουργός της Θέμιδος, δεν ηδύνατο να παραδεχθή ότι ο σκύλος του ήτο τόσον πανούργος, ώστε να υποκρίνεται τον πεινασμένον, ενώ προ ολίγης ώρας είχεν ευφρανθή διά πλουσίας και εκλεκτής ευωχίας. Ο γυιόκας του! . . . αυτός θα ήτο βέβαια ο δράστης τοσούτω μάλλον, όσον από της ενάρξεως της σκηνής είχε γίνει άφαντος.

Και ήτο αυτός πράγματι ο ένοχος. Αποχωρισθείς κατά τύχην των γονέων του εν τη οδώ Ερμού και μη ανευρών αυτούς μετά τινας ερεύνας ο μικρός κατεργάρης επανήλθε μόνος του εις τον οίκον, ιδών δε κατ' εκείνην την ώραν κομισθείσαν πίτταν κατελήφθη υπό του πειρασμού. Η Βασίλω αγνοούσα την επιστροφήν του ευρίσκετο κατ' εκείνην την ώραν εις τρυφεράν συνέντευξιν μετά του συμπατριώτου της στρατιώτου και η ευκαιρία τον ενεθάρρυνεν. Έκοψε κατ' αρχάς έν μικρόν τεμάχιον και επειδή η όρεξίς του κατά το λόγιον τόσον μάλλον ηύξανεν όσον μάλλον έτρωγε, την έφαγεν όλην, μεθ' ό ανέμενε θαρραλέως τα γενησόμενα:

— Γυναίκα, γυναίκα! . . . είπεν ο κ. Ζαχαρίας παρεμβαίνων, έλα τώρα άφησέ την.

Και μετά κόπου βοηθούμενος και υπό της Ουρανίας κατώρθωσε ν' αποχωρίση τας δύο συμπλακείσας, αι οποίαι διά των περιστροφών του εαυτών σώματος είχον αποτελέσει σύμπλεγμα πλαστικόν αξιοθέατον, ανάλογον προς το του Λαοκόοντος. Εννοείται ότι τον Δράκοντα δεν αντεπροσώπευεν εν αυτώ η Βασίλω.

Ο ένοχος ανευρέθη και συνελήφθη, μετά σύντομον δε διαδικασίαν κατά την οποίαν το ους αυτού ήλθεν εις συχνήν επαφήν μετά της πατρικής χειρός, η ενοχή του εξηκριβώθη. Ήδη ο κ. Ζαχαρίας ητοιμάζετο να αποτείνη διά της παλάμης ευγλώττους παραινέσεις επί του αυχένος του γόνου του· ήδη η κυρία Θεοδώρα εξέτεινεν επιτακτικώς την χείρα λέγουσα προς τον σύζυγον να της κάμη την χάριν να μη πειράξη το παιδί «διότι έκαμε και αυτό μίαν αταξίαν ωσάν παιδί», αλλέως θα είχε να κάμη μαζί της· ήδη η Ουρανία προβλέπουσα νέαν οικογενειακήν ρήξιν εβίαζε τους δακρυχόους αδένας των οφθαλμών της να χύσουν δάκρυα ικεσίας, ότε διά μιας ο κ. Ζαχαρίας έστη ως ηθοποιός καταλαμβανόμενος εν τω μέσω της πράξεώς του υπό αιφνιδίου λογισμού και αφήκε φωνήν σπαρακτικήν.

— Και το φλωρί; είπεν.

Ε, βέβαια, και το φλωρί; . . . τι είχε γίνει το φλωρί; Εκείνο, καλέ, το κωνσταντινάτον, το οποίον του είχε χαρίσει ο φίλος του ο έφορος εις το Μελιγαλά και το οποίον τακτικά από του πρώτου έτους του γάμου του εχρησίμευε διά την πίτταν της Πρωτοχρονιάς, εξαγοραζόμενον τακτικώς κατ' έτος διά τριάκοντα λεπτών, τα οποία γενναιοδώρως έδιδεν ο Ζαχαρίας προς τον ευτυχή κάτοχον του τμήματος της πίττας, εν ώ περιείχετο; Τι είχε γίνει το φλωρί, το ιερόν κειμήλιον, το παλλάδιον [63] της οικογενείας; Βεβαίως κατεβροχθίσθη μετά της πίττας και κατά την στιγμήν εκείνην εξετέλει μυστηριώδη πορείαν εντός των εσωτερικών λαβυρίνθων του οργανισμού του λαιμάργου υιού του. Οία βεβήλωσις!

Χωρίς να θέλη ο πράος κ. Ζαχαρίας, ο ειρηνικός κ. Ζαχαρίας ήρπασεν από της εστρωμένης τραπέζης έν μαχαίριον και διά της άλλης χειρός ανέτρεψε τον υιόν του σπαρακτικώς οιμώζοντα.

Ήτο εξαισία η στάσις εκείνη του πατρός, στάσις Αβραάμ ετοίμου να φονεύση τον Ισαάκ του, ενώ η Ουρανία ερρίπτετο ικετευτικώς παρά τα γόνατά του επικαλουμένη το έλεός του. Αλλά την χείρα του νέου Αβραάμ δεν ανεχαίτισεν άγγελος εξ ουρανού· απεναντίας η αποτρέψασα την αιματοχυσίαν ήτο η κυρία Θεοδώρα. Ο σάρκινος όγκος της κυρίας Παραδαρμένου ανετινάχθη, όταν είδε τον κίνδυνον, τον οποίον διέτρεχεν ο υιός της, και με την φωνήν εκείνην την επιτακτικήν, εις την οποίαν προ εικοσαετίας ήτο συνηθισμένος να υπακούη ο πειθήνιος σύζυγος, εβόησεν:

— Άφησε, βρε ξεκουτιάρη, αυτάς τας ανοησίας να μη τρομάξη το παιδί . . . Αύριον το ευρίσκεις το φλωρί σου! . . .

Η μάχαιρα κατέπεσεν από τας χείρας του μιαιφόνου πατρός. Αύριον! . . . η κυρία Θεοδώρα είχε δίκαιον. Κατά τους αναλλοιώτους φυσικούς νόμους το φλωρίον έμελλε την επομένην να ίδη πάλιν το φως της ημέρας.

Η ιδέα αύτη κατεπράυνε την μήνιν του κ. Ζαχαρία, όστις, αφού ησπάσθη τον Μιμίκον, επλήρωσεν οίνου το ποτήριόν του και υψώσας αυτό εύχαρις είπε προς την σύζυγον και την θυγατέρα:

— Έλα! . . . και του χρόνου!

(1890)

Οι πλάκες
Οι πλάκες

Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝΟΙΣ

— Κυρ Μωυσή! . . . Ε, κυρ Μωυσή! . . . πού είνε; . . . Η φωνή του γηραιού Σαβαώθ αντήχησε βροντώδης εις τον Παράδεισον, του οποίου η ηλιοφεγγής και διαυγεστάτη ατμόσφαιρα εσείσθη εκ του ήχου.

Ο ταξιάρχης Γαβριήλ παρέστη μετά φόβου και σεβασμού ενώπιον του Υψίστου.

— Αγιώτατε, είπεν ο αρχάγγελος, ο Μωυσής προ ολίγου ήτο εκεί κάτω μαζί με τον Ηλίαν και με τον Νώε . . .

— Να έλθη εδώ αμέσως!

Ο Γαβριήλ εξεκίνησε και σχεδόν εν ακαρεί έφθασεν εις την άλλην άκραν του αχανούς Παραδείσου, χάρις εις τα τεράστια εκείνα βήματα, τα οποία απέδωκεν εις αυτόν η φαντασία του ποιητού μας Παναγιώτου Σούτσου, περιγράφοντος αυτόν εις τον Μεσσίαν ως διανύοντα δι' ενός μόνου βήματος την απόστασιν την υπάρχουσαν μεταξύ του Ηλίου και του Αραράτ!

Ο Σαβαώθ ανέμενεν εν τούτοις σύννους και μετρών το κομβολόγιόν του.

— Βάρυπνος εξύπνησε σήμερα ο Πανάγαθος! είπε πονηρώς έν μικρόν Χερουβείμ.

— Κάνε τη δουλειά σου εσύ! είπεν επιτιμήσας αυτό αυστηρώς ο διευθύνων την ουράνιον ορχήστραν αρχάγγελος.

Ότε ο προφήτης με την μεγάλην λευκήν του γενειάδα ενεφανίσθη ενώπιον του Σαβαώθ, ενόησεν εκ του βλοσυρού βλέμματος το οποίον έρριψεν επ' αυτού ο Αιώνιος, ότι περί σοβαρού τινος επρόκειτο.

— Πού μου ήσουν, κυρ Μωυσή, οπού σ' εζητούσα; ηρώτησεν αυτόν δυσθύμως και σχεδόν αποτόμως.

— Εκεί κάτω, Αγιώτατε, συνωμιλούσαμεν μαζί με . . .

— Συνωμιλούσατε; . . . βέβαια! κουβέντα και ραχάτι! . . .

Και τι σας μέλει την ευγένειά σας! . . . Και τι τον μέλει τον κυρ Ηλία! . . . πάει ο καιρός οπού του επήγαιναν τροφή τα κοράκια εις το σπήλαιον! Εδώ εις τον Παράδεισον έχει καλό χουζούρι! . . .

— Αγιώτατε! . . .

— Σιωπή και άκουε. Δεν πάμε καλά, κυρ Μωυσή· είνε πολύς καιρός οπού το βλέπω· εχθές είδα και τας μηνιαίας καταστάσεις της κινήσεως του Παραδείσου . . . Λίγος κόσμος, πολύς λίγος μπαίνει. Οι στερεότυποι και οι συνηθισμένοι κανένας επαίτης σακάτης, κανένας γέρος μοναχός, κανένας δυστυχισμένος μέτοχος χρεοκοπησάσης εταιρείας, κανένας ταλαίπωρος συνταξιούχος των 15 δραχμών . . .

— Το βλέπω κ' εγώ! είπε περιλύπως ο Μωυσής.

— Ενώ εκεί κάτω, εξηκολούθησεν ο Άναρχος ρίπτων βλέμμα φθόνου σχεδόν προς το εν τω μέσω των νεφελών διαφαινόμενον χάος, όπου ήστραπτεν εκ διαλειμμάτων η ερυθρά αντανάκλασις των φλογών της Κολάσεως, εκεί κάτω φαίνεται ότι κάμνουν δουλειά χρυσή. Ο Σατανάς κατήντησε να γίνη τεμπέλης· δεν μηχανεύεται πλέον δόλους διά να κερδίση ψυχάς· πηγαίνουν μόνοι τους οι μουστερήδες! [64] Άλλοτε ήρχετο κάπου κάπου να μου ζητήση την άδειαν να πειράξη κανένα, τον Ιώβ, τον Φάουστ . . . τώρα ούτε δεν καταδέχεται. Άσχημη δουλειά!

— Αυτό ελέγαμε και ημείς με τον Νώε και τον Ηλίαν!

— Ε, και τι ελέγατε; . . .

— Ότι πρέπει να γίνη ρεκλάμα, όπως κάμνει η Εταιρεία του Σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς διά το Φάληρον, να διοργανώσουν τίποτε ιπποδρομίας ο άγ. Γεώργιος και ο άγ. Δημήτριος . . .

— Καλό κι αυτό, είπεν, αφού εσκέφθη ολίγον ο Σαβαώθ, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζονται μέτρα ριζικώτερα !! . . . Δεν μου λέγεις, Μωυσή, πόσος καιρός είνε που εδημοσιεύσαμεν τον Δεκάλογον;

— Μα! . . . ξεύρω κ' εγώ; Πού μπορεί κανείς να υπολογίση τώρα με την νέαν επιστήμην!

— Επάνω κάτω! . . .

— Επάνω κάτω . . . πέντε χιλιάδες χρόνια! . . .

— Πέντε χιλιάδες χρόνια! επανέλαβε σείων την κεφαλήν ο Σαβαώθ. Εκατάλαβες! πέντε χιλιάδες χρόνια! . . . ένας λόγος είνε! πολλά πράγματα ημπορούν να γηράσουν μέσα εις αυτό το διάστημα. Κοντεύω να γηράσω εγώ από τότε . . . και ας με λέγουν Αιώνιον! προσέθηκε μειδιών και παρατηρών την κατάλευκον γενειάδα του:

— Λοιπόν τι λέγετε, Αγιώτατε;

— Ο Δεκάλογός μας εγήρασε πολύ, Μωυσή, από τότε . . · Πρέπει να επιφέρωμεν μεταρρυθμίσεις εις αυτόν . . . μεταρρυθμίσεις ριζικάς. Ας κάμωμεν μίαν δοκιμήν εκ του προχείρου. Λέγε μου, σε παρακαλώ, μίαν μίαν τας εντολάς.

Ο Μωυσής ήρχισε να ξέη το ους.

— Εκατάλαβα! είπεν ο Ύψιστος, στοιχηματίζω πως τας εξέχασες! . . .

— Μα! . . . ύστερα από πέντε χιλιάδες χρόνια! είπεν ο Μωυσής μειδιών.

— Και έχουμε την απαίτησιν να τας ενθυμήται ο κόσμος, αφού δεν τας ενθυμείσαι συ οπού τας έγραψες! Φέρε γρήγορα τας πλάκας.

Ο Μωυσής απελθών εκόμισε τη βοηθεία δύο αγγέλων τας δύο βαρυτάτας πλάκας του δεκάλογου, τας οποίας έλαβεν επί του Σινά.

— Φαντάσου καιρός που επέρασε από τότε, είπεν ο Πανάγαθος· εγράφαμεν ακόμη εις την πλάκα!

Το παρεστώς πλήθος του Χερουβείμ και Σεραφείμ ανεκάγχασε διά το λογοπαίγνιον του Κυρίου.

Ο Μωυσής ήρχισε ν' αναγινώσκη μίαν προς μίαν τας εντολάς του θείου νόμου:

— Εγώ είμι Κύριος ο Θεός σου κτλ.

— Αυτό είναι το μόνον άρθρον οπού εξασφαλίζει την δυναστείαν μου, μολονότι . . . ας είνε· παρακάτω!

— Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα . . .

— Ας είνε και αυτό! . . . Φθάνει να κάμνουν τα ομοιώματα με τέχνην, διότι έτυχε να ιδώ κάτι Πλάτωνας εμπρός εις την Ακαδημίαν των Αθηνών! . . . Δεν πειράζει· λέγε παρακάτω.

— Ου λήψη το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω . . .

— Τώρα το προκόψαμε! ανέκραξεν ο Άναρχος· το όνομά μου; Αχ! πόσα ακούει κάθε μέρα το κακόμοιρο! . . . Αλλά πάλι τι θ' ακούσω αν δεν ήτο και αυτή η απαγόρευσις! . . . Εξακολούθει.

— Μνήσθητι την ημέραν των Σαββάτων αγιάζειν αυτήν . . .

— Ναίσκε! . . . Αλλά έχομεν τους Διαμαρτυρομένους, βλέπεις, οπού εμβαίνουν εις τον Παράδεισον μόνον και μόνον διότι δεν γδύνουν τον πλησίον την ημέραν του Σαββάτου. . . . δηλαδή της Κυριακής. Εδώ τα μπλέξαμε με το Σάββατον και την Κυριακήν, σαν να ήμεθα συντάκται ελληνικών νομοσχεδίων. Αν αποκλείσωμεν και αυτήν την αρετήν, όλοι οι λόρδοι θα πηγαίνουν εις την Κόλασιν και δεν μας συμφέρει. Παρακάτω.

— Ου φονεύσεις. . . .

— Α, μάλιστα! . . . Αλλά για να ιδούμε τώρα με την απαγόρευσιν της οπλοφορίας.

— Ου . . .

— Εμπρός!

— Ου . . . ου . . . ! επανέλαβεν ο Μωυσής διστάζων.

— Ούξις και ξερός! είπεν ο Σαβαώθ ανυπομονών, λέγε! . . .

— Αλλά, Αγιώτατε. . . .

— Εκατάλαβα, είπεν ο Σαβαώθ· είνε η εβδόμη εντολή! . . . Μουρντάρικη δουλειά! . . . Και μολονότι έχομεν εδώ μέσα τον Προφητάνακτα, ο οποίος τα έψησε με τη γυναίκα του Ουρία . . . οπωσδήποτε η ηθική! . . . Πάρα πέρα! . . .

— Ου κλέψεις . . .

— Α! στάσου εδώ! . . . είπεν ο Ύψιστος. Εδώ δεν έχει καμμίαν δικαιολογίαν. Προ καιρού το έβλεπα ότι αυτή η εντολή ήτο περιττή. Τώρα επαράγινε το πράγμα! Μη πας μακριά· πιάσε την Ελλάδα· εκεί πέρα κλέφτουν ως και τα έμβρυα από την κοιλιά της μάννας των. Είνε τώρα κάμποσοι μήνες μάλιστα οπού δεν βλέπεις τίποτε άλλο παρά σειράν ατελευτήτων κλοπών. Από εκείνην την ευλογημένην χώραν οπού είχαμεν άλλοτε τους καλυτέρους μας πελάτας, τώρα δεν ημπορεί ούτε ένας να εμβή εις τον Παράδεισον. Άνθρωποι οι οποίοι εγήρασαν εις την αρετήν και την τιμιότητα, άνθρωποι οι οποίοι ως και εις τον εσπερινόν επήγαιναν, ακούς! απεδείχθησαν εις το ύστερον κλέπται! Είνε απελπισία!. . . . αυτή η εντολή πρέπει να καταργηθή.

Ο Μωυσής ηθέλησε ν' αντιτείνη συνηγορών υπέρ της ακεραιότητος του δεκαλόγου του, ότε αίφνης θόρυβος μέγας ηκούσθη παρά την είσοδον του Παραδείσου και πριν ή προφθάση ο Ύψιστος να ερωτήση τι τρέχει ενεφανίσθη ο Πέτρος ολοπόρφυρος εκ του θυμού.

— Μ' έκλεψαν, Θεέ μου! εβόα θρηνωδώς ο Απόστολος μ' έκλεψαν! . . . Ολίγας μετοχάς οπού είχα . . . τας οικονομίας μου! . . .

— Ποίος σ' έκλεψεν; ηρώτησεν ο Σαβαώθ.

— Ένας πρώην υπουργός Έλλην και ένας πρώην ταμίας! . . .

— Ορίστε! είπεν ο Ύψιστος αποτεινόμενος προς τον Μωυσήν, τα βλέπεις; Ως κ' εδώ μέσα! Αν δεν καταργήσωμεν την εντολήν, θα διώξωμεν και αυτούς οπού υπάρχουν μέσα!

Και επειδή ο Μωυσής ακόμη εδίσταζεν, ο Ύψιστος ενέτεινε την δεξιάν και διά του θείου του δακτύλου διέγραψεν από της πλακός την ογδόην εντολήν.

Και ταυτοχρόνως διέταξε ν' αναγγείλουν το γεγονός εις την Ιεράν Σύνοδον, διά να το ανακοινώση αύτη εις τους εκδότας των Κατηχήσεων.

Διαβολικό χέρι κρατά σφαιρίδιο
Διαβολικό χέρι κρατά σφαιρίδιο

ΤΟ ΣΦΑΙΡΙΔΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

Το θερμόμετρον είχεν ανέλθει πολύ την ημέραν εκείνην εις την επουράνιον χώραν. Ο Ύψιστος, αφού ηκροάσθη νωχελώς την μεταμεσημβρινήν συναυλίαν των αγγέλων, εξήλθε προς περιδιάβασιν, διηυθύνθη εις μέρος τι σκιερόν και ευάερον και εξαγαγών το εξ ηλέκτρου κομβολόγιόν του ήρχισεν αναγινώσκων την ιεράν Σύνοψιν.

Ήδη τα βλέφαρα του Παντοδυνάμου ήρχισαν να βαρύνωνται εκ της αναγνώσεως, ότε εγείρας το βλέμμα είδε κάποιον πλησιάζοντα. Ο κάποιος ούτος ήτο το πονηρόν πνεύμα, διότι, με όσα και αν λέγουν οι θεολόγοι, ο Σατανάς από της εποχής του Ιώβ διατελεί εις σχέσεις οικειοτάτας μετά του Δημιουργού και έχει ελευθέραν την είσοδον εις τον Παράδεισον.

— Εσύ είσαι, Παμπόνηρε; είπεν ο Ύψιστος.

— Εγώ, Αγιώτατε.

— Κάτι απ' εδώ; . . τι μαντάτα; θα σ' έσφιξε η ζέστη, φαίνεται· φαντάζομαι τι καμίνι θα έχετ' εκεί κάτω!

— Δεν με μέλει και πολύ· εσυνήθισα. Έπειτα εγώ δεν μένω και διαρκώς εκεί· τριγυρίζω.

— Και από πού έρχεσαι τώρα, με το καλό;

— Από την Ελλάδα.

— Μπα! είπεν ο Θεός· και τι επήγες να κάμης εκεί;

— Είχα μερικάς υποθέσεις ετελείωνεν ο μην και ήθελα να ξεκαθαρίσω μερικούς λογαριασμούς . . . ·έπειτα είχομεν και δημοτικάς εκλογάς . . .

Και ο Σατανάς εθώπευσε κρυφίως μετά πικρού μειδιάματος την εις το θυλάκιόν του εφημερίδα, την περιέχουσαν τον μηνιαίον εγκληματικόν απολογισμόν.

— Μήπως ήσουν υποψήφιος; ηρώτησε σκωπτικώς ο Πανάγαθος.

— Όχι, απήντησεν ο Διάβολος· μόνος εγώ δεν ήμουν.

— Ξεύρεις όμως ότι μου επαραμπήκες εκεί πέρα εις την Ελλάδα; είπεν ο Θεός οπωσούν ωργισμένος.

— Ε, κάμνω κ' εγώ μερικές δουλίτσες! απήντησε μετά πονηράς μετριοφροσύνης ο Σατανάς.

— Να μου κάμης την χάριν να βγάλης την ουράν σου απ' εκεί· ξεύρεις ότι εγώ ιδιαζόντως αγαπώ αυτόν τον τόπον.

— Τι λόγος! είπεν ο Διάβολος.

Και εμειδίασε σαρδωνικώς.

— Δεν το πιστεύεις, μασκαρά; εξηκολούθησεν ο Παντοδύναμος· και όμως ιδού, εφέτος τους έκαμα τόσα καλά. Έρριψα βροχήν άφθονον διά να γίνη ευφορία σιτηρών· η σταφίς επήγε περίφημα και αν τα οικονομικά του τόπου δεν ευοδούνται δεν πταίω εγώ.

— Ούτ' εγώ, υπέλαβεν ο υιός του σκότους.

— Όσον ημπορώ τους προστατεύω και με το παραπάνω, εξηκολούθησεν ο Ύψιστος. Είνε τώρα χρόνια οπού μου υποβάλλει αίτησιν θεραπείας η χολέρα να υπάγη να κατοικήση εκεί καμπόσους μήνας και μολονότι είχε τόσα συστατικά από διαφόρους δημάρχους και νομάρχας και διευθυντάς αστυνομίας δεν ενέκρινα την αίτησίν της. Σου επαναλαμβάνω ότι αγαπώ τον τόπον αυτόν, διότι εκεί εδοξάσθη περισσότερον το όνομά μου. Μου αρέσει η ιστορία του λαού του, μου αρέσει η γλώσσα του . . . μολονότι παρατηρώ ότι ήρχισε και αυτή να μουρδαρεύη και φαίνεται ότι θα είνε ιδική σου ενέργεια.

— Όχι, είπε διακόπτων αυτόν εντόνως και διαμαρτυρόμενος ο Πονηρός. Εις αυτό δεν έχετε διόλου δίκαιον, Αγιώτατε. Αυτήν την ευθύνην δεν την αναλαμβάνω και απόδειξις είνε ότι εις την κόλασιν επιβάλλω ως βασανιστήριον εις τους βαρυποίνους την ανάγνωσιν μερικών ελληνικών πεζογραφιών και ποιημάτων.

— Τέλος πάντων καλά θα κάμης να τραβήξης απ' εκεί το χέρι σου. Έπειτα χάνεις άδικα τον κόπον σου, κακομοίρη μου· πήγαινε πάρα πέρα να κάμης τα δικά σου· εις την Βουλγαρίαν, παραδείγματος χάριν, οπού είνε σχισματικοί.

Μειδίαμα χλευαστικόν διεγράφη επί του ευρέος στόματος του Διαβόλου.

— Δεν πιστεύεις; τον ηρώτησεν ο Θεός πεισμωμένος.

— Τι να σας ειπώ! Αναγνωρίζω την πανσοφίαν σας, αλλά καμμίαν φοράν πάσχει και αυτή διαλείψεις . . . Τα χρόνια βλέπετε, τα γηρατειά!

— Τι λέγεις, αυθάδη! ανέκραξεν ο Ύψιστος παραφερόμενος.

— Μη θυμώνετε, Αγιώτατε, είπεν ο Σατανάς μετά φλέγματος· ας θέσωμεν καθαρά το ζήτημα, νομίζετε ότι εις τον τόπον αυτόν υπερισχύει αποκλειστικώς η Αγιότης σας;

— Αναμφιβόλως· έχεις κ' εσύ ένα μικρόν μερίδιον, δεν σου λέγω, κάτι φόνους, κάτι ληστείας, κάτι βιασμούς . . . σε άφησα κ' επήρες λιγάκι επάνω σου, διότι είχα αλλού τον νουν μου. Αλλά και πάλιν τι είν' αυτά απέναντι εις τόσας αρετάς, εις τόσην φιλοπατρίαν, εις τόσην φιλογένειαν, εις τόσην φιλανθρωπίαν, εις τόσην ευσέβειαν! . . . Το γνωρίζεις κύριε, ότι το παρελθόν έτος κατηναλώθησαν εις την Ελλάδα πεντακόσιοι χιλιάδες οκάδες ταραμά;

— Τι λύσσα ευσεβείας! είπε καθ' εαυτόν ο Σατανάς μετά μειδιάματος. Και όμως, προσέθηκεν, ημπορώ να σας αποδείξω ότι πλανάσθε.

— Θα ήμουν πολύ περίεργος να το ιδώ.

— Ημπορούμεν και τώρα να κάμωμεν το πείραμα.

— Τίνι τρόπω;

— Απλούστατα· διατάξατε να φέρουν μίαν ζυγαριάν πολύ μεγάλην.

— Ζυγαριάν; . . . τι να την κάμωμεν!

— Να ζυγίσωμεν τα κεφάλαιά μας και να ιδούμεν τίνος είνε τα μεγαλύτερα.

— Με προκαλείς; . . . Ας είνε! θα διατάξω τώρα αμέσως να φέρουν την ζυγαριάν, αλλά κύτταξε καλά μη την πάθης! . . . Έχω πέντε κεραυνούς ετοίμους να σε ζεματίσω διά την αυθάδειάν σου, τραγογένη!

Και διά της μεγάλης αργυράς συρίκτρας του ο Πανάγιος προσεκάλεσε τα Χερουβείμ και τα διέταξε να κομίσουν αμέσως μίαν μεγάλην ζυγαριάν.

— Να είνε όσον το δυνατόν μεγαλυτέρα! είπεν ο Σατανάς προς τα Χερουβείμ απερχόμενα.

Η θεία διαταγή εξετελέσθη παραχρήμα· μετ' ολίγον εθεάθη λόχος αγγέλων κομίζων μετά πολλού κόπου υπερμεγέθη πλάστιγγα, την οποίαν έστησεν ενώπιον του Δημιουργού.

— Έχετε τα πρωτεία, είπεν ο Διάβολος ευγενώς, βάλετε τα κεφάλαιά σας εις το ένα μέρος.

Ο Παντοδύναμος μετά περιεργείας, αλλά και μετά πείσματος ήρχισε να τοποθετή όλα τα αντικείμενα, τα αντιπροσωπεύοντα την μερίδα του, νοσοκομεία, σχολεία, ορφανοτροφεία, δωρεάς, αρχιερείς και πρεσβυτέρους, ιεροκήρυκας, μοναστήρια και ηγουμενοσυμβούλια, εν Χριστώ αδελφότητας, ηθικά και θεολογικά συγγράμματα, βαρέλια ταραμά και σάκκους φασολίων και παντοία άλλα, των οποίων απετελέσθη πυραμίς τεραστία και αλλόκοτος.

Ο Διάβολος εθεάτο απαθώς τον όγκον αυτόν ολονέν ανυψούμενον.

— Έχετε άλλα; ηρώτησε μετά την αποπεράτωσιν της τοποθετήσεως.

— Έχω και μερικούς επιτρόπους εκκλησιών αρκετά καλοθρεμμένους, είπεν ο Θεός.

— Βάλετε και αυτούς, είπεν αταράχως ο Διάβολος.

Και ο όγκος της πυραμίδος ηυξήθη επαισθητώς διά της προσθήκης των επιτρόπων.

— Μήπως εξεχάσατε τίποτε; ηρώτησεν ο Σατανάς.

— Εξέχασα πραγματικώς ένα καθηγητήν της Θεολογίας, αλλά σου τον χαρίζω. Είνε τόσον πολύσαρκος εκ της καλοφαγίας, ώστε αυτός μοναχός κάμνει δι' όλα τα ιδικά σου κεφάλαια.

— Να τον προσθέσετε και αυτόν!

Και επειδή ο Σατανάς επέμενεν, ετέθη τέλος εις την κορυφήν του σωρού και ο καθηγητής και η πλάστιγξ έτριξε γοερώς υπό το βάρος του.

— Ορίστε τώρα και η ευγένειά σας, είπεν ο Ύψιστος μυκτηριστικώς [65] , βάλετε τα κεφάλαιά σας.

Ο Διάβολος έχωσε την τριχωτήν χείρα με τους οξείς όνυχας εις το θυλάκιόν του και εξήγαγε μικρόν αντικείμενον σφαιρικόν, τεφρόχρουν.

— Τι είν' αυτό; ηρώτησεν ο Ύψιστος παρατηρών διά των διοπτρών του μετά περιεργείας το αντικείμενον.

— Είνε εκλογικόν σφαιρίδιον, απήντησεν αταράχως και σοβαρώς ο Πειρασμός.

— Αυτό είνε όλα σου τα κεφάλαια;

— Αυτό.

— Δεν έχεις άλλα;

— Όχι· αυτό αρκεί.

— Κοροϊδεύεις;

— Διόλου.

— Έλα, Χριστέ και Παναγία! είπεν ο Ύψιστος σταυροκοπούμενος.

— Λοιπόν· ιδού οπού το θέτω εις την πλάστιγγα.

— Ας ιδούμεν και αυτό το θαύμα!

Και το αποτέλεσμα πραγματικώς υπήρξε θαυμάσιον· διότι ευθύς ως το μικροσκοπικόν μολύβδινον σφαιρίδιον απετέθη επί της πλάστιγγος, αύτη ήρχισε να κλίνη μετά καταπληκτικής ροπής προς το μέρος του σφαιριδίου, ενώ εις το αντίθετον μέρος η τεραστία συμμιγής πυραμίς ανυψούτο ελαφρά, ως ν' απετελείτο εκ πτίλων.

— Μπα που να σε πάρη ο εαυτός σου! ανέκραξεν ο Πάνσοφος έκπληκτος και πεισμωθείς εν ταυτώ. Κάτι καλπονόθευσιν θα έκαμες . . . αφού μάλιστα έρχεσαι από την Ελλάδα . . . Στάσου να σε διορθώσω εγώ!

Και ητοιμάσθη να εξακοντίση κατ' αυτού ένα κεραυνόν.

— Κρίμα εις την πανσοφίαν σου, αφού δεν ηξεύρεις την δύναμιν αυτού του σφαιριδίου! είπεν ο Διάβολος μετά θριαμβευτικού και χλευαστικού γέλωτος.

Και ετράπη εν τάχει εις φυγήν.

Ο Ύψιστος έμεινε σύννους και μετ' ολίγον παραλαβών το σφαιρίδιον επέστρεψεν εις τον Παράδεισον σύνοφρυς και βλοσυρός και διέταξεν αμέσως να προσέλθη ο άγιος Πέτρος.

— Κύτταξε καλά τα κατάστιχά σου, είπεν ο Ύψιστος προς τον επουράνιον θυρωρόν, και αν τυχόν ευρίσκεται εδώ πέρα αυτός οπού εφεύρεν αυτό εδώ το αντικείμενον — και έδειξε το σφαιρίδιον — να μου τον στείλης άναυλα εις την Κόλασιν, με όσα καλά και αν έχη καμωμένα. Έγινα ρεζίλι σήμερον με αυτό το πράγμα! . . . Είνε του Διαβόλου συνεργεία. Εις τον Παράδεισον ούτε επέτρεψα ούτε θα επιτρέψω να υπάρχη· όσον αφορά την Γην, θα σκεφθώ! . . .

Και έμεινε μέχρι βαθείας νυκτός αναγινώσκων το Συνταγματικόν δίκαιον του μακαρίτου Σαριπόλου.

διακοσμητικό
διακοσμητικό

Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΑΜΙΣΟΝ

Σήμερον είνε η ημέρα των ευχών. Απ' όρθρου βαθέος αν ακούσητε τον κώδωνα της θύρας σας κρουόμενον, εστέ βέβαιοι ότι κάποιος έρχεται να σας προσφέρη ευχάς. Οι οδοκαθαρισταί οι καθορίζοντες τας οδούς, εις τας οποίας πνίγεσθε τον χειμώνα εκ του βορβόρου, ασφυκτιάτε δε το θέρος εκ του κονιορτού· οι ανάπτοντες τους φανούς επί των οποίων προσκρούοντες θραύετε την ρίνα σας τας νύκτας, κατά τας οποίας η πανσέληνος λησμονεί τα δημοτικά της καθήκοντα και δεν επιφαίνεται εις το συννεφώδες στερέωμα· οι υδρονομείς, οίτινες κατά την ημέραν του καύσωνος σας αφήνουν να πάθετε εκ λύσσης, πριν επιτρέψουν εις το ύδωρ να διοχετευθή εις την κρήνην της συνοικίας σας· οι καμιναδοκαθαρισταί, οίτινες προσέρχονται επίσης ζητούντες φιλοδώρημα, αν και εις την οικίαν σας δεν υπάρχει άλλη εστία εκτός των φύλλων του ομωνύμου περιοδικού, εις το οποίον είσθε συνδρομητής· όλη τέλος η πολυώνυμος γενεά των Ειλώτων, όσοι εν τη καταμερίσει της κοινωνικής εργασίας ανέλαβον την επιστασίαν των μάλλον πεζών και αχαρίτων αναγκών του βίου, θα προσέλθουν προσφέροντες φύλλα πολύχροα χάρτου, εις τα οποία διά στίχων χωλών ή υπερτροφικών θα σας εύχωνται υγείαν και ευτυχίαν. Και η λιτανεία των ευχών θα σας καταδιώξη και εκτός του οίκου σας, θα σας ευχηθή ο βοηθός του κουρέως σας, ο υπηρέτης του καφενείου εις το οποίον συχνάζετε, ο υπηρέτης του εστιατορίου ένθα γευματίζετε. Εννοείται ότι όλαι αι ευχαί πληρώνονται κατά το μάλλον ή ήττον γενναίως· αλλ' ερωτώ· ποίαι είνε αι ευχαί αι οποίαι δεν πληρώνονται, αφού και αυταί αι προς τον Ύψιστον αποτεινόμεναι έχουν τιμολόγιον ωρισμένον, απαραβάτως τηρούμενον υπό των λειτουργών του;

Λοιπόν υγεία και ευτυχία!.. Αλλά δεν μου λέγετε, παρακαλώ, τι πράγμα είνε η ευτυχία; Όλοι περίπου γνωρίζομεν τι είνε υγεία. Όταν πάσχης μεν από ημικρανίαν, βασανίζεσαι μεν υπό αλγούντος οδόντος, νύττεσαι [66] μεν οδυνηρώς υπ' οξυτάτου ρευματισμού, όταν μεταβάλλονται μεν οι μυκτήρες σου εις εννεακρούνους εκ της καταρροής, αλλ' ο ιατρός αστεΐζεται μαζί σου και οι κληρονόμοι σου δεν έρχωνται προς επίσκεψίν σου, τότε θεωρείσαι υγιής. Αλλ' ευτυχής πότε είσαι; Τι πράγμα είνε αυτή η ευτυχία; Την είδετέ ποτε εις την οικίαν σας; την συνηντήσατέ ποτε καθ' οδόν; γνωρίζετε πού κείται η κατοικία της; ανεγνώσατέ ποτε εις την 4ην σελίδα των εφημερίδων ότι πωλείται που εις τας αποθήκας εκείνας των παντοειδών προμηθειών, όπου πωλούνται αυγοτάραχα, μυάγραι [67] , καστόρειοι πίλοι, πετρέλαιον και μυθιστορήματα; Αν σας ερωτήσουν δε τι είνε ευτυχία, τι θ' απαντήσετε; ή θα δώσετε ορισμόν εκ των τετριμμένων εκείνων και ανοήτων, των οποίων το υπόδειγμα παρέχουν τα νερόβραστα της μεταφυσικής συγγράμματα, ή θα σιωπήσετε, ως θα εσιώπα κοινοβιάρχης, ας υποθέσωμεν, ερωτώμενος τι είνε πόλκα μαζούρκα.

Εις παρομοίαν απορίαν ευρέθη ποτέ προ αιώνων ο Καλίφης του Βαγδατίου, του οποίου την ιστορίαν εν συντόμω θα διηγηθώμεν.

Έρρεον τα πλούτη εις το ανάκτορόν του αφθονώτερα από τα νάματα [68] του παραρρέοντος Τίγρητος. Οι αδάμαντες των Ινδιών και οι μαργαρίται του Οφίρ εστόλιζον τας κιδάρεις του ηγεμόνος και τα φάλαρα των ίππων του, των εκλεκτοτάτων εξ όσων ανετρέφοντο εις τους παρά τον Ευφράτην λειμώνας. Αλλ' οι αδάμαντες δεν είχον την λάμψιν των αμυγδαλωτών οφθαλμών των κορών της Γεωργίας και οι μαργαρίται υπελείποντο ως προς την γλυκείαν ωχρότητα της μορφής των χαύνων γυναικών της Συρίας, εκ των οποίων επληρούτο ο γυναικωνίτης του. Τα βαρυτιμότατα των αρωμάτων της Αραβίας καιόμενα ανέδιδον μεθυστικάς ευωδίας. Τάπητες χνοώδεις της Περσίας απεσβέννυον τον κρότον, τον οποίον παρήγον συρόμεναι αι χρυσοκέντητοι εμβάδες του. Ο Σαρδανάπαλος δεν θα εγίνετο ολοκαύτωμα, αν είχε το ευτύχημα να του απομείνουν μετά την απώλειαν του θρόνου μάγειροι έχοντες την δεξιότητα των μαγείρων του Καλίφου. Ο δαμασκηνός ακινάκης [69] του εδιχοτόμει δι' ενός κτυπήματος παχείαν σιδηράν ράβδον. Οι λέοντές του ωρύοντο ρωμαλέοι εις θηριοτροφείον του και η εξημερωμένη πάρδαλις έλειχε ταπεινώς την χείρα του εξηπλωμένη παρ' αυτώ. Οι γείτονες του ηγεμόνος επεζήτουν διά δώρων πλουσίων την φιλίαν του. Ο λαός του τον εσέβετο ως απόγονον του Προφήτου και τον ηγάπα ως απονέμοντα εξίσου την δικαιοσύνην. Βουλή δεν υπήρχεν εις το κράτος του, ούτε Σύνταγμα· δεν επωλούντο μετοχαί τραπεζών χρεοκοπημένων, δεν συνέβαινον γλωσσολογικαί διαμάχαι, δεν εξεδίδοντο ημερολόγια μετ' εικόνων, δεν υπήρχον ένορκοι, ουδέ οδοντοϊατροί, ουδέ υφηγηταί, δεν ελάμβανεν ανακοινώσεις περί εφευρέσεων· ουδέ τηλεγραφήματα περί καταθλίψεως των πολιτών υπό των εισπρακτόρων.

Εν τούτοις ο ηγεμών ούτος, τον οποίον όλοι εθεώρουν ευδαιμονέστατον, ησθάνετο ακατανίκητον ανίαν. Εις μάτην έτρωγε και εκορέννυτο πολλάκις της ημέρας παρακαθήμενος εις την πλουσιοπάροχον τράπεζάν του. Εις μάτην εχείρει μυστηριώδεις εκδρομάς εις τα άδυτα του γυναικωνίτου του, όπου φυλάσσετο ζηλοτύπως ο πλούσιος της καλλονής θησαυρός. Εις μάτην βαϋαδέραι γοήτιδες ωρχούντο ενώπιόν του και ψάλται λιγείς [70] και έντεχνοι έτερπον την ακοήν του διά των ασμάτων των. Εις μάτην μετέβαινεν εις θήραν τοξεύων και ακοντίζων επιτηδείως τα παντοειδή θηράματα. Η ανία, η θανάσιμος ανία, κατέτρωγε την ψυχήν του και ετάρασσε τον ύπνον του. Καθ' εκάστην επαισθητώς ωχρία και έφθινε — διά να είπω μίαν παρομοίωσιν πρωτότυπον — ως μήλον, του οποίου την σάρκα κατατρώγει ο εντός κεκρυμμένος σκώληξ.

Ο ηγεμών είχεν αναγνώσει εν των ποιητικών βιβλίων, τα οποία μετ' αγάπης εμελέτα, ότι η ευτυχία είνε αγαθόν ανέφικτον και ότι ουδείς εν τω κόσμω δύναται ν' αποκληθή ευτυχής.

— Πώς! έλεγε καθ' εαυτόν, εγώ τον οποίον φθονούν όλοι, εγώ όστις είμαι ο κύριος όλων των επί γης αγαθών, δεν είμαι λοιπόν ευτυχής; Αλλά τι είνε λοιπόν η ευτυχία; Θέλω ν' αποκτήσω αυτό το ανέφικτον αγαθόν, όπως το αποκαλεί ο ποιητής.

Τοιαύτη ήτο η αφορμή της μελαγχολίας του ηγεμόνος. Ο Βεζύρης, ήτοι ο υπουργός του, άνθρωπος έξυπνος και φρόνιμος — διότι κατ' εκείνην την εποχήν οι υπουργοί ήσαν άνθρωποι έξυπνοι και φρόνιμοι — παρετήρησεν ότι ο κύριός του έφθινεν από ημέρας εις ημέραν, εννόησεν ότι έκτακτόν τι συνέβαινεν εν τη ψυχή του και ηθέλησε να μάθη παρ' αυτού το αίτιον.

— Αρχηγέ των πιστών, του είπε, διατί η μορφή σου μαραίνεται ως φύλλον ρόδου, επί του οποίου διήλθε κοχλίας και κατέλιπε τον αγενή σίελόν του;

Ο ηγεμών του διηγήθη ειλικρινώς την αιτίαν της θλίψεώς του.

Ο υπουργός ήτο ανήρ επιτήδειος — διότι τότε ήσαν επιτήδειοι οι υπουργοί, ενώ σήμερον είνε επιτήδειοι οι περί τους υπουργούς — και εσκέφθη ότι ο ηγεμών είχεν ανάγκην εκτάκτων διασκεδάσεων διά να του παρέλθη η μελαγχολία. Εσυλλογίσθη λοιπόν και κατόπιν υπέβαλεν εις αυτόν διαφόρους προτάσεις.

— Επιθυμείς, ω μέγιστε Καλίφη, να διατάξω τους ιερακοτρόφους να προετοιμασθούν, διά να εξέλθωμεν αύριον εις θήραν;

— Φευ! οι ιέρακες δύνανται να συλλάβουν την λείαν των, αλλ' η ψυχή μου δεν θα αποκτήση την εκπλήρωσιν της επιθυμίας της.

— Ενδοξότατε Καλίφη, εξηκολούθησεν ο Βεζύρης με πονηρόν μειδίαμα, έφεραν εις τον γυναικωνίτην μου μίαν δούλην εξ Αιγύπτου εξαισίας καλλονής· επιθυμείς να την ίδης;

— Οίμοι! απήντησε θρηνωδώς ο Καλίφης, είς ποιητής λέγει ότι ο πεινών τρώγει και βαλάνους, αλλά διά τον κεκορεσμένον και το παρασκευαζόμενον εις τον παράδεισον των πιστών πιλάφι προκαλεί αηδίαν!

Ο Βεζύρης εξήλθεν αθυμών διά την κατάστασιν του πνεύματος του ηγεμόνος. Εσκέφθη να επινοήση μέσον τι διά να του καταπραΰνη την θλίψιν και αποδιώξη την μελαγχολίαν του και μετά δύο ημέρας ενεφανίσθη πάλιν ενώπιόν του.

Αλλά κατά το διάστημα τούτο η μελαγχολία του ηγεμόνος είχεν επιταθή, τα νεύρα του είχον εξεγερθή. Ήτο ανήσυχος, ηρεθισμένος, και τον υπεδέχθη κατηφής και βλοσυρός.

— Έχεις τίποτε να μου προτείνης; τον ηρώτησεν.

— Αρχηγέ των πιστών, εσκέφθην μίαν λαμπράν διασκέδασιν.

— Δηλαδή;

— Να διατάξωμεν τον ανασκολοπισμόν των διακοσίων αιχμαλώτων, τους οποίους συνελάβομεν κατά τον τελευταίον πόλεμον.

— Καλά, είπεν ο μονάρχης, αλλ' υπό τον όρον να υποστής και συ διακοσιοστός πρώτος τον ανασκολοπισμόν, εάν δεν μου παρέλθη η μελαγχολία.

Ο Βεζύρης εφρικίασε.

— Τότε, είπε δειλώς να προσκαλέσωμεν όλους τους ποιητάς τους ευρισκομένους εις το απέραντον κράτος σου και να ιδρύσωμεν ποιητικόν διαγωνισμόν.

— Τους ποιητάς! ανέκραξεν εξαγριούμενος ο Καλίφης, αλλ' αυτοί μ' έφεραν εις αυτήν την κατάστασιν με τα ρητά των!

Και οι οφθαλμοί του εσπινθηροβόλησαν εξ οργής.

— Δεν εσκέφθης άλλο τίποτε να μου προτείνης; εξηκολούθησεν οργίλως ερωτών ο Καλίφης.

— Όχι, ισχυρότατε Καλίφη, απήντησε τρέμων ο Βεζύρης.

Ο ηγεμών ήρπασε παρακείμενον σκεύος και το έρριψε κατά της κεφαλής του. Έπειτα αταράχως χωρίς να στρέψη το βλέμμα, ηρώτησε:

— Ποίον από τα δύο έσπασε;

— Το σκεύος, ενδοξότατε, απήντησεν ο Βεζύρης, συνάζων τα συντρίμματα αυτού.

Την εποχήν εκείνην οι υπουργοί είχον δυνατόν κεφάλι.

— Πάρε το να το διορθώσης, είπεν ο Καλίφης, και να μη παρουσιασθής πλέον ενώπιόν μου, αν δεν μου υποδείξης κανέν ασφαλές μέσον περί της θεραπείας μου.

Ο Βεζύρης εξήλθεν αλγών την κεφαλήν. Κατ' αρχάς υπό το κράτος της οργής και του πόνου ασκέφθη μνησικακών να αφήση τον ηγεμόνα του έρμαιον της θλίψεως και της απογνώσεώς του, διά ν' αποθάνη θάττον ή βράδιον εκ μαρασμού. Αλλά κατόπιν εσυλλογίσθη ότι ο διάδοχος, εις τον οποίον θα περιήρχετο το στέμμα, ήτο θανάσιμος προσωπικός του εχθρός, και επείσθη ότι προτιμότερον ήτο να φέρη επί του τραχήλου του την κεφαλήν έστω και διερρηγμένην, παρά να μη φέρη διόλου.

Συνεκάλεσε λοιπόν συμβούλιον εκ των εξοχωτέρων σοφών, εκ των μάλλον διακεκριμένων πολιτών, εκ πάντων των επί πείρα και συνέσει διαπρεπόντων και καθυπέβαλεν εις αυτούς τα περί της ψυχικής καταστάσεως του Καλίφου, προσκαλών να συσκεφθούν και να εξεύρουν μέσον θεραπείας. Διάφοροι γνώμαι εξηνέχθησαν, αλλ' εν τη συζητήσει πάσαι εθεωρήθησαν φρούδαι και αλυσιτελείς. Η συνέλευσις ηπόρει, ότε αίφνης ανηγγέλθη εις αυτήν ότι Δερβίσης χαίρων φήμην αγίου και σοφωτάτου ανδρός, ελθών κατ' εκείνην την ημέραν εκ Κανδαχάρ, μακράν και πολυήμερον διανύσας πορείαν, και μαθών την γενομένην σύσκεψιν, εζήτησε την άδειαν να προσέλθη όπως υποβάλη και αυτός την γνώμην του.

Η αίτησις εγένετο παραχρήμα δεκτή και ο ανυπόδητος Δερβίσης προσελθών είπε προς την ομήγυριν:

— Φωστήρες του Βαγδατίου, ταμεία πάσης σοφίας, αστέρες του στερεώματος της φρονήσεως, ακούσατε και την ταπεινήν μου γνώμην. Διά να γίνη ευτυχής ο πανένδοξος ημών ηγεμών, όπως επιθυμεί, έν μόνον μέσον υπάρχει, να φορέση το υποκάμισον ενός ευτυχούς ανθρώπου και να κοιμηθή μίαν νύκτα φέρων αυτό.

Και ταύτα ειπών απήλθεν. Η παράδοξος πρότασις ενεποίησεν εντύπωσιν εις την ομήγυριν, αλλ' η φήμη της αγιότητος και της σοφίας του Δερβίση ήτο μεγάλη· άλλως τε καμμία άλλη γνώμη δεν επεκράτει και η ομήγυρις την παρεδέχθη εξ ανάγκης.

Ο Βεζύρης περιχαρής ανεκοίνωσε το αποτέλεσμα εις τον Καλίφην, όστις διέταξεν αυτόν αμέσως να εξετάση τίνες ήσαν οι ευδαιμονέστατοι κατά την κοινήν πεποίθησιν των κατοίκων του Βαγδατίου και να προσκαλέση αυτούς.

Αμ' έπος άμ' έργον· διά κήρυκος ανηγγέλθη εις τον λαόν της πρωτευούσης η θέλησις του ηγεμόνος, να προσέλθουν όσοι νομίζουν εαυτούς ευτυχείς· αλλά κανείς δεν παρουσιάσθη αυθόρμητος. Εδέησε να γίνουν έρευναι, νέαι εξετάσεις, και υπεδείχθησαν εις τον Βεζύρην τρεις άνθρωποι, οίτινες παρά πάντων εθεωρούντο ευδαιμονέστατοι.

Ο πρώτος ήτο ο πλουσιώτατος των εμπόρων της πόλεως.

Ουδέποτε είχεν αποτύχει εις τας επιχειρήσεις του· συνοδίαι καμήλων μετέφερον εις τα πέρατα της Ασίας τα πλούσια εμπορεύματά του και επέστρεφον με φορτίον χρυσίου. Έζη μεγαλοπρεπέστατα δαψιλώς διατρέφων εις τον οίκον του οικείους και ξένους και ποιούμενος εν γένει αρίστην και φιλάνθρωπον χρήσιν του πλούτου.

Ο Βεζύρης τον προσεκάλεσε και του ανήγγειλε την επιθυμίαν του Καλίφου.

— Ω κραταιέ Βεζύρη, απήντησεν ο έμπορος, μη κρίνης ποτέ εκ του εξωτερικού τον ευτυχή άνθρωπον. Ιδέ! . . . Και γυμνώσας τον πόδα του έδειξε πληγήν αιμάσσουσαν, έλκος βδελυρόν, αποτρόπαιον την θέαν.

— Θα έδιδα όλον μου τον πλούτον και ακόμη όσον θα εσύναζα μέχρι τέλους της ζωής μου, εξηκολούθησε στενάζων ο έμπορος, αν ηδυνάμην να θεραπεύσω την πληγήν ταύτην, η οποία είνε ανίατος.

Ο Βεζύρης τον απέπεμψε και προσεκάλεσε τον δεύτερον.

Ήτο ούτος σοφός τις πρεσβύτης, ζων εν ερημία και μονώσει και καταγινόμενος ανενδότως εις την μελέτην των αποκρύφων επιστημών εν τω μέσω χοανών, φιαλών, πυραύνων [71] , χειρογράφων και των τοιούτων.

— Θα ήμην τωόντι ευτυχής, απήντησεν ο πρεσβύτης, αν κατώρθουν ν' ανεύρω εκείνο, το οποίον ζητώ.

— Και τι ζητείς; ηρώτησεν ο Βεζύρης.

— Την φιλοσοφικήν λίθον. Έτη πολλά εργάζομαι αδιαλείπτως προς τούτο· παρήτησα πάσαν χαράν και απόλαυσιν του βίου, απεχωρίσθην των ομοίων μου, κατέκαυσα μυριάκις τας χείρας μου, εδαπάνησα όλην μου την περιουσίαν εις πειράματα και δεν ήλθα εις εξαγόμενον κανέν. Ενώ νομίζω, καθ' εκάστην ότι φθάνω εις το επιθυμητόν τέρμα, η επιτυχία εκφεύγει των χειρών μου. Βλέπεις αυτό; είπε δεικνύων φιαλίδιον το οποίον εξήγαγεν εκ του κόλπου του, είνε δραστικώτατον δηλητήριον, το οποίον ιδίαις χερσί κατεσκεύασα. Ολίγαι δοκιμαί μου απομένουν ακόμη· αν και εις αυτάς αποτύχω, αυτό θα μου δώση την ανάπαυσιν.

Ο Βεζύρης απέπεμψε και τον αλχημιστήν και προσεκάλεσε τον τρίτον σιδηρουργόν πλήρη ασβόλης, όστις είχε προσδράμει εις την πρόσκλησιν απορών διά την τιμήν και ελπίζων μήπως, ήθελον να τον επιφορτίσουν με επικερδή εργασίαν, διό και παρουσιάσθη με όψιν φαιδράν.

— Έμαθον, του είπεν ο Βεζύρης, ότι είσαι ευτυχισμένος άνθρωπος. Εις διάστημα έξ ετών, αφότου ενυμφεύθης, απέκτησες δώδεκα τέκνα άρρενα, διότι η γυνή σου έτικτε κατ' έτος δίδυμα. Είνε χάρις την οποίαν σπανίως χορηγεί ο ουρανός. Τι λέγεις; . . . Ο σιδηρουργός εσκυθρώπασε και με γέλωτα πικρόν απήντησεν:

— Ευτυχισμένος εγώ! Ω Υψηλότατε, δεν γνωρίζεις τα βάσανά μου· είνε αληθές ότι ενόμιζον τον εαυτόν μου ευδαίμονα και εθεώρουν εξαιρετικήν χάριν την κατ' έτος αύξησιν της οικογενείας μου κατά δύο μέλη. Ήμην υπερήφανος διά την γονιμότητα της συζύγου μου· ειργαζόμην με διπλασίαν ζέσιν και τα κέρδη μου επήρκουν αφθόνως προς διατροφήν των τέκνων μου, και όταν ακόμη ταύτα έγιναν από δύο τέσσαρα και από τέσσαρα έξ. Αλλ' όταν τα έξ έγιναν οκτώ και τα οκτώ δέκα, τότε η στενοχώρια ήρχισε να με βασανίζη, εγένετο δε ανυπόφορος ότε διά του τελευταίου τοκετού συνεπληρώθη η δωδεκάς. Τα καθ' ημέραν κέρδη μου δεν επαρκούν πλέον προς διατροφήν των δώδεκα γόνων μου. Όταν την εσπέραν επανέρχωμαι κατάκοπος, με τους βραχίονας κεκμηκότας εκ της σφύρας, με την όψιν πυρακτωμένην εκ της καμίνου, η καρδία μου συντρίβεται, διότι ο άρτος τον οποίον φέρω δεν θεραπεύει την όρεξιν των τέκνων μου. Υψηλότατε, άκουσόν με! Αν η σύζυγός μου εξακολουθήση την μέθοδον να με προικίζη κατ' έτος με νέον ζεύγος τέκνων, αι δυνάμεις μου δεν θ' ανθέξουν πλέον και οι ιχθύες του Τίγρητος θα κορέσουν την πείναν των με τας σάρκας μου.

Αγανακτών ο Βεζύρης διά την αποτυχίαν απέπεμψε και τον σιδηρουργόν, αφού οικτίρας εφιλοδώρησεν αυτόν. Ήτο δυνατόν εις την πολυάνθρωπον πόλιν του Βαγδατίου να μη ευρίσκεται είς και μόνος άνθρωπος ευτυχής; Και όμως εγνώριζεν εκ πείρας ότι τούτο ήτο η αλήθεια! Το κράτος όμως του Καλίφου δεν εξετείνετο μόνον επί του Βαγδατίου· υπήρχον ακόμη χώραι πολλαί, πόλεις μεγάλαι και πλούσιαι υποτασσόμεναι υπό το σκήπτρον του αρχηγού των πιστών. Απεφάσισε λοιπόν να πέμψη απεσταλμένους να περιέλθουν πάσας τας χώρας και πόλεις του κράτους και όπου αν εύρουν ένα άνθρωπον ευτυχή να λάβουν το υποκάμισόν του και να το φέρουν έν τάχει εις την πρωτεύουσαν.

Οι απεσταλμένοι εφοδιασθέντες με συστατικά γράμματα προς τους διοικητάς εξεκίνησαν εκ της πρωτευούσης και μετά τινας ημέρας έφθασαν εις Δαμασκόν, όπου ανεκοίνωσαν εις τον διοικητήν τον σκοπόν της ελεύσεώς των.

— Ένα μόνον άνθρωπον γνωρίζω ευτυχή, απήντησεν ο διοικητής, και ούτος είνε ο Αμπτούλ. Ο πατήρ του τού αφήκε μικράν οικίαν ως μόνην κληρονομίαν, και αυτός ηναγκάζετο να εργάζεται ως αχθοφόρος διά να κερδίζη τα προς το ζην. Μίαν ημέραν επισκευάζων την οικίαν του εύρε θησαυρόν. Έκτοτε εγκατέλιπε το βάναυσον έργον του και θεωρείται είς των πλουσιωτάτων κατοίκων της πόλεώς μας.

Οι απεσταλμένοι επορεύθησαν προς επίσκεψιν του Αμπτούλ, όστις τους εδέχθη εντός θαλάμου τόσον πενιχρού, φέρων ενδύματα τόσον τετριμμένα και μέχρι ρυπαρίας ακάθαρτα, ώστε κατ' αρχάς ενόμισαν ότι ηπατήθησαν και ότι ο ενώπιόν των ευρισκόμενος δεν ήτο ο ευτυχής ευρέτης του θησαυρού. Αλλ' ούτος τους εξήγαγε της πλάνης μετ' ολίγον.

— Βέβαια εκπλήττεσθε, είπε, διά το πενιχρόν της κατοικίας και των ενδυμάτων μου, και αμφιβάλλετε αν πράγματι είμαι εγώ ο Αμπτούλ, περί του οποίου σας ωμίλησαν, ο κάτοχος του θησαυρού, τον οποίον μου έπεμψεν ο ουρανός. Κατηραμένη να είνε η ώρα, κατά την οποίαν ανεκάλυπτα τον θησαυρόν εκείνον, όστις υπήρξεν η αιτία της δυστυχίας μου. Αληθώς ευτυχής ήμην πριν εύρω αυτόν! Πού είσθε τώρα, ευδαίμονες και φαιδραί ημέραι, κατά τας οποίας κερδίζων τον άρτον διά του ιδρώτος μου έζων αμέριμνος και εκοιμώμην γαλήνιος; Τώρα φοβούμαι και την σκιάν μου. Ο ύπνος δεν κατέρχεται να κλείση τα βλέφαρά μου, διότι φοβούμαι μη με ληστεύσουν. Η οκνηρία κατέλαβε την ψυχήν μου, και εκ φόβου μη αναγκασθώ πάλιν να αναλάβω το κοπιώδες έργον μου, αν ο θησαυρός μου εξαντληθή, δεν τολμώ να τον εγγίσω και προτιμώ να υποφέρω στενοχωρίας φρικτάς μάλλον παρά ν' αρχίσω να εξοδεύω γενναίως. Είμαι δυστυχής άνθρωπος· οικτίρατέ με!

Οι απεσταλμένοι αφήσαντες τον φιλάργυρον γοερώς έτι παραπονούμενον ανεχώρησαν και μετέβησαν εις άλλην πόλιν, της οποίας ο διοικητής, εις άκρον φιλήδονος, ανέκραξε μαθών το αίτιον της περιοδείας των:

— Και τίνος εις τον κόσμον η ευτυχία δύναται να συγκριθή με την ευτυχίαν του Ομάρ, όστις προ τριών ημερών ενυμφεύθη τον μαργαρίτην της Ασίας, το ρόδον το εύοσμον της χάριτος, την βασίλισσαν της καλλονής, την ωραία Φατμέ;

Αλλ' ο ευτυχής νυμφίος Ομάρ δεν ήτο σύμφωνος ως προς την διθυραμβικήν ταύτην εκτίμησιν της χαριτοβρύτου συζύγου του. Ηναγκάσθη να ομολογήση προς τους απεσταλμένους ότι ο μαργαρίτης, το ρόδον, η βασιλίς ήτο δύστροπος γυνή και αλαζών και, όπερ χείρον, μη διατηρήσασα ακηλίδωτον το παρελθόν της. Η τελευταία ιδιότης της συζύγου του περιήλθεν εις γνώσιν του μετά τον γάμον, αλλά δεν ηδύνατο να διαλύση το συνοικέσιον, διότι σπαταλήσας αυτός την ιδικήν του περιουσίαν εδέησε να πληρώση εκ της προικός τους αγρίους δανειστάς του. Ο Ομάρ ήτο μία μονάς απλουστάτη εν τω απεράντω μαρτυρολογίω των συζύγων και ουδέν πλέον.

Εν άλλη τινί πόλει των θνητών ευτυχέστατος εθεωρείτο ο Γεζίδ. Φαιδρότερος ανήρ αυτού δεν υπήρχεν εις την οικουμένην· αλλεπάλληλα ήσαν τα συμπόσια εν τη οικία του· χοροί και άσματα ακαταπαύστως αντήχουν εντός αυτής, μίμοι παράσιτοι, ορχηστρίδες έζων αυτόθι διαρκώς, και ο ευδαίμων οικοδεσπότης ουδέποτε εθεάθη θρηνών ή μελαγχολών, εξοδεύων αφειδώς τα πλούτη, το οποία κατέλιπεν εις αυτόν άτεκνός τις θείος του.

Τω όντι, ότε επλησίασαν εις την κατοικίαν του Γεζίδ, άκουσαν βοήν οργάνων και ηχηρών γελώτων. Τράπεζα με πολυποίκιλα εδέσματα ήτο εστρωμένη εις το μέσον της στοάς· πολυπληθείς οικέται περιήρχοντο κομίζοντες επί παροψίδων γλυκύσματα εκλεκτά και αναψυκτικά ποτά. Ο ευδαίμων Γεζίδ εν τω μέσω ευθύμου ομίλου φίλων υπεδέχθη τους απεσταλμένους πάνυ αβροφρόνως και εγκαρδίως, τους ηνάγκασε να καθίσουν εις την τράπεζάν του και να ευθυμήσουν επί πολλάς ώρας. Τόση δε ήτο του οικοδεσπότου η άδολος γαλήνη και η φαιδρότης, ώστε οι απεσταλμένοι μετά χαράς επίστευσαν ότι έφθασαν εις το τέρμα της οδοιπορίας των, και ότι εύρον τον ανεύρετον φοίνικα, ένα άνθρωπον δηλαδή αληθώς ευτυχή. Αλλ' οποία υπήρξεν η έκπληξίς των, ότε μετά το γεύμα ο οικοδεσπότης προσεκάλεσεν αυτούς εις ιδιαίτερον θάλαμον και εκεί τους εξεμυστηρεύθη την αλήθειαν, διά να μη φανή, ως έλεγεν, απειθών εις την πρόσκλησιν του κραταιοτάτου Καλίφου! Ο θείος του πλούσιος, αλλά κακότροπος και μισάνθρωπος, διανύσας βίον άστοργον και έρημον, έσχε κατά την στιγμήν του θανάτου του την σκληράν ιδιοτροπίαν να καταλίπη μεν εις αυτόν την περιουσίαν του, αλλ' υπό τον ρητόν όρον να είνε πάντοτε φαιδρός και να ευθυμή αδιακόπως. Αν μίαν ημέραν ήθελε φανή δακρύων, δύσθυμος απλώς έστω, η περιουσία θα περιήρχετο εις άλλους συγγενείς. Ένεκα τούτου διαρκής κατασκοπεία ενηργείτο υπό των συγγενών, οι οποίοι είχον αδιαλείπτως τα όμματα προσηλωμένα επί της μορφής του, καραδοκούντες να ίδουν το μειδίαμα εξαλειφόμενον εκ των χειλέων του και τους οφθαλμούς του υγραινομένους εκ της λύπης.

— Είνε αγών υπεράνθρωπος, εξηκολούθησε λέγων ο Γεζίδ. Πολλάκις, ενώ αιμάσσουν τα σπλάγχνα μου, είμαι ηναγκασμένος να φέρω εις την μορφήν μου το προσωπείον της χαράς· ενώ με τυραννούν απερίγραπτοι ψυχικοί αλγηδόνες, το στόμα μου είνε ηναγκασμένον να φέρη τον μορφασμόν του μειδιάματος. Η λύπη, την οποίαν μου είνε απηγορευμένον να εκδηλώσω, κρύπτεται εις τα βάθη της καρδίας και υποσκάπτει τον βίον μου· η παρηγορία των δακρύων μου είνε αποκλεισμένη. Οικτίρατέ με, αυθένται! είμαι το αθλιώτατον των επί γης πλασμάτων!

Πλήρεις απογοητεύσεως απήλθον οι απεσταλμένοι, πεισθέντες πλέον περί της ολοσχερούς αποτυχίας της αποστολής των. Ουχ ήττον περιήλθον πολλάς έτι πόλεις και κώμας ματαίως αναζητούντες τον ανύπαρκτον ευτυχή άνθρωπον. Οι υποδεικνυόμενοι ως ευτυχείς ήσαν απεναντίας δυστυχέστατοι. Θλίψις τις απόκρυφος, οδύνη βαθεία, απάτη πικρά, πόθος ανεκπλήρωτος, μη προκύπτοντα εις τα όμματα του πλήθους, υπεκρύπτοντο υπό πάσαν επιφάνειαν ευτυχίας. Ο ένδοξος και τροπαιούχος πολεμιστής είχεν υιόν λεπρόν. Ο πολυμαθής φιλόσοφος ωδύρετο διότι το έργον των πολυετών του κόπων, η ακριβής απαρίθμησις των αστέρων του ουρανού, κατεστράφη υπό των ποντικών. Ο πλούσιος κτηματίας και γεωπόνος είχε σύζυγον στείραν, ο δε έξοχος ιατρός έπασχεν εκ τοιαύτης κωφώσεως, ώστε πολλούς πελάτας του έπεμψεν εις την αιωνιότητα, διότι, άλλ' αντ' άλλων ακούσας, διώρισεν αντίθετα φάρμακα.

Ουδείς ήτο ευχαριστημένος κατά πάντα· ουδείς ήτο ευτυχής. Οι απεσταλμένοι επέστρεφον αθυμούντες και κατά την επιστροφήν διενυκτέρευσαν είς τινα κώμην, εκ της οποίας δεν είχον πρότερον διέλθει. Ο φιλοξενήσας αυτούς προεστώς του χωρίου κατά το γεύμα τοις είπεν:

— Αυθένται, έχομεν ημείς εδώ ένα άνθρωπον, όστις όχι μόνον φαίνεται αλλ' είνε και πράγματι ευτυχής.

— Ποίος είν' αυτός; ανέκραξαν περιχαρείς οι απεσταλμένοι.

— Είς επαίτης! . . .

Οι απεσταλμένοι εσκυθρώπασαν. Αφού οι ισχυρότατοι, οι πλουσιώτατοι, οι σοφώτατοι, οι φαιδρότατοι των υπηκόων του Καλίφου δεν ήσαν ευτυχείς, ήτο δυνατόν να είνε τοιούτος είς άθλιος επαίτης, αποζών εκ του ελέους των άλλων; . .

Ουχ ήττον επορεύθησαν την άλλην ημέραν και εύρον τον επαίτην καθήμενον παρά την οδόν χαμαί, ερείδοντα [72] τα νώτα επί παλαιού τοίχου. Ήτο ρακένδυτος, εκράτει εις χείρας βακτηρίαν και παρά τους πόδας του εκείτο εξηπλωμένος ο κύων του. Μόλις τους είδεν ο επαίτης έτεινε την χείρα ζητών έλεος και προφέρων τας συνήθεις ευχάς και επικλήσεις. Το πρόσωπόν του δεν έφερεν ίχνη αλγηδόνος τινός· ήτο γέρων, αλλ' είχεν όψιν θαλεράν, μη φέρουσαν τον τύπον εκείνον, τον οποίον καταλείπουν συνήθως αι στερήσεις και αι συμφοραί. Ενθαρρυνθέντες εκ του εξωτερικού τούτου οι απεσταλμένοι επλησίασαν και συνήψαν μετ' αυτού ομιλίαν.

— Είσαι ευχαριστημένος από την ζωήν σου; τον ηρώτησαν.

— Ναι, αυθένται, ευχαριστημένος κατά πάντα.

— Και με τι μέσα ζης;

— Με τα ελέη των πιστών.

— Και σε αρκούν;

— Με αρκούν.

— Αλλ' αν καμμίαν ημέραν δεν κερδίσης τίποτε;

— Επιφυλάσσομαι να γευθώ με διπλασίαν όρεξιν την επαύριον.

— Έχεις κανένα σύντροφον;

— Έχω αυτόν τον σκύλον, όστις είνε ο πιστότατος των συντρόφων.

— Και δεν έχεις κανένα πόθον, καμμίαν ελπίδα, της οποίας να επιθυμής την πραγματοποίησιν;

— Τίποτε.

— Είσαι λοιπόν ευτυχής άνθρωπος;

— Ευτυχέστατος.

Οι απεσταλμένοι ηυχαρίστησαν μεγαλοφώνως τον Προφήτην και εζήτησαν παρά του επαίτου το υποκάμισόν του. Ούτος ησχύνθη, αλλά πεισθείς εκ της παραινέσεως του προεστώτος μάλλον ή εκ του χρυσίου, το οποίον προσέφερον εις αυτόν οι απεσταλμένοι, εξεδύθη και το έδωκεν. Οι απεσταλμένοι έθηκαν το ρυπαρόν ιμάτιον εντός πολυτελούς χρυσής θήκης και αυθωρεί ανεχώρησαν εις Βαγδάτην. Ο Βεζύρης, όστις ανυπομόνος τους ανέμενεν, εδέχθη αυτούς μετ' αγαλλιάσεως και εκόμισεν αυτοπροσώπως εις τον μονάρχην του το πολύτιμον εύρημα. Ο ηγεμών, όστις εν τω μεταξύ είχε καταντήσει ως φάσμα εκ της ανησυχίας, ηυχαρίστησεν αυτόν διά τον ζήλον του και την εσπέραν ενεδύθη μετά τινος αποστροφής το υποκάμισον του επαίτου και κατεκλίθη.

Τι συνέβη άραγε; Η προσδοκία και η συγκίνησις ημπόδισαν τον Καλίφην να κοιμηθή ή μήπως αι πτυχαί του χιτώνος του επαίτου έκρυπτον κόσμον δυσώνυμον ζωυφίων, άτινα εύρον την ανέλπιστον ηδονήν να εντρυφήσουν εις τας αβράς σάρκας του μαλθακού ηγεμόνος; Οι χρονογράφοι δεν αναφέρουν τίποτε περί τούτου, αν και η δευτέρα εικασία φαίνεται πιθανωτέρα. Το βέβαιον είνε ότι ο Καλίφης έμεινεν άγρυπνος όλην εκείνην την νύκτα, και ότε την πρωίαν ο Βεζύρης, από του όρθρου αναμένων την έγερσίν του, τον ηρώτησεν ανυπομόνως τι ήτο η ευτυχία, ο Καλίφης κάτωχρος, με οφθαλμούς ερυθρούς και οιδαλέους [73] απήντησε δυσθύμως:

— Η ευτυχία είνε φαγούρα.

Και εκβαλών ευθύς τον χιτώνα μετέβη εις το λουτρόν.

Έκτοτε απεφάσισε να εγκαρτερήση εν τη ατυχία του και να μη επιδιώξη πλέον να κατακτήση την ευτυχίαν. Ο ατυχής ούτος ηγεμών έζησεν απολαύων όλων των επί γης αγαθών μέχρι του ενενηκοστού ογδόου έτους της ηλικίας του. Ο επίδοξος διάδοχος, εις μάτην αναμένων τον θρόνον, απεβίωσε προ αυτού, και ο βεζύρης απεβίωσεν έν έτος μετά τον θάνατον του διαδόχου, χαίρων διότι έφερε την κεφαλήν και το σώμα συνηνωμένα εις τον τάφον του.

* * *

Και το επιμύθιον;

Επιμύθιον δεν υπάρχει· αλλ' επειδή, κατά την συνήθειαν, πρέπει να θέσω έν, εκλέγω ως τοιούτο την γενικήν σημερινήν ευχήν:

Εύχομαι υγείαν και ευτυχίαν προς τους αναγνώστας, αλλά, εννοείται, υγείαν άνευ οδονταλγίας και ευτυχίαν άνευ φαγούρας.

διακοσμητικό
διακοσμητικό

Ο ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ (Υποτιθεμένη αγόρευσις ενώπιον του Δικαστηρίου της Κοινής Γνώμης)

Κύριοι·

Αναλαμβάνω θαρραλέως και αυτοβούλως ενώπιον του υμετέρου δικαστηρίου την υπεράσπισιν ανδρός κατηγορηθέντος προ εικοσιτριών αιώνων. Το χρονικόν τούτο διάστημα ας μη σας πτοήση· πρόκειται περί δίκης ελληνικής, δισχίλια δε και τριακόσια έτη είνε διάστημα μηδαμινόν απέναντι της αιωνιότητος και των ελληνικών δικαστηρίων.

Του πελάτου μου δυστυχώς δεν γνωρίζω το όνομα. Αλλά και τούτο δεν είνε εκπληκτικόν. Η ιστορία υπήρξεν ανέκαθεν άδικος και, ενώ περιέλαβεν εις το απέραντον αυτής πάνθεον ονόματα ασήμων και διά την ανθρωπότητα όλως αδιαφόρων υποκειμένων, παρέλειψε μεροληπτικώς ή επιπολαίως άλλα, ανθρώπων οι οποίοι έπρεπε να μένωσιν ονομαστί γνωστοί εις αιώνα τον άπαντα. Όλοι, επί παραδείγματι, γνωρίζουν τον δόκτωρα Γκιλλοτίνον ως εφευρέτην της λαιμητόμου, ενώ πραγματικώς ο φιλάνθρωπος ιατρός δεν ευθύνεται διόλου διά την εφεύρεσιν της ανθρωποκτόνου μηχανής, ουδείς δε εξ όσων ηρώτησα ηδυνήθη να μου είπη το όνομα του εφευρόντος τα μακαρόνια. Η ιστορία ηυδόκησε να διασώση το όνομα του παράφρονος Θρασύλλου, ο οποίος κατερχόμενος εις Πειραιά εμέτρει ως ιδικά του τα καταπλέοντα πλοία, απηξίωσε δε ν' αναφέρη πώς εκαλείτο ο αγαθός εκείνος και συνετός χωρικός, ο μετά των άλλων εξοστρακίσας τον Αριστείδην.

Ούτος είνε, κύριοι, ο πελάτης μου. Η ιστορία προ τόσων ετών τώρα τον κρατεί εις τον κύφωνα [74] της χλεύης και του ονείδους, δεν υπάρχει δε μαθητάριον παρερχόμενον περιδεές προ των ακανθωδών δι' αυτό περιόδων των «Παραλλήλων Βίων» και μη ρίπτον εναντίον του, τη ηθική εισηγήσει του διδασκάλου, την αράν του αναθέματος. Και ουδείς υπάρχει μέχρι τούδε ο σκεφθείς ότι ο άνθρωπος αυτός ο απεχθής και κατάρατος ίσως είνε άξιος κρείττονος εκτιμήσεως.

Το κατηγορητήριον αποτελείται από το γνωστόν ανέκδοτον το αναφερόμενον υπό του Πλουτάρχου εν τω βίω του Αριστείδου: «Γραφομένων ουν τότε των οστράκων, λέγεταί τινα των αγραμμάτων και παντελώς αγροίκων, αναδόντα τω Αριστείδη το όστρακον, ως ενί των τυχόντων, παρακαλείν όπως Αριστείδην εγγράψη· του δε θαυμάσαντος και πυθομένου μη τι κακόν αυτώ Αριστείδης πεποίηκεν ουδέν, είπεν ουδέ γινώσκω τον άνθρωπον, αλλ' ενοχλούμαι πανταχού τον Δίκαιον ακούων. Ταύτ' ακούσαντα τον Αριστείδην αποκρίνασθαι μεν ουδέν, εγγράψαι δε τούνομα τω οστράκω και αποδούναι». [75]

Αύτη είνε η πράξις του ανωνύμου κατηγορουμένου, ευαρεστήθητε δε, κύριοι, όπως αναλύσωμεν και εξετάσωμεν αυτήν ομού εν πνεύματι απαθείας και αμεροληψίας. Αλλ' όπως εκτιμήσωμεν αυτήν καλώς και της αποδώσωμεν τον πρέποντα χαρακτηρισμόν, οφείλομεν να εξετάσωμεν πρότερον την διαγωγήν του παθόντος. Δεν προτίθεμαι να εκθέσω ενταύθα τον πασίγνωστον βίον του Αριστείδου, επικαλούμαι όμως την υμετέραν προσοχήν επί τινων περιστατικών. Δύο μερίδες διηγωνίζοντο τότε εν Αθήναις, διαφιλονεικούσαι την αρχήν, ηγούντο δε αυτών ο Θεμιστοκλής και ο Αριστείδης. Οι δύο ούτοι άνδρες ήσαν εκ παιδικής ηλικίας φίλοι, αλλ' έπειτα ερίσαντες και χωρισθέντες ετράπησαν ιδίαν έκαστος οδόν. Η αφορμή της έριδος ταύτης δεν είνε γνωστή εις πολλούς, διότι πολλοί μανθάνουν τα κατά τον Αριστείδην από το κείμενον του Πλουτάρχου το περιεχόμενον εις τας Χρηστομαθείας, αι οποίαι συντασσόμεναι ad usun Delphini, πολλά παραλείπουν τα σκολιά [76] και εις την ηθικήν μόρφωσιν των μαθητών αντικείμενα. Όστις όμως θέλει να ίδη αυτήν εν εκτάσει, ας ανατρέξη εις το β' εδάφιον του βίου του Αριστείδου και εις το γ' του βίου του Θεμιστοκλέους εν οιαδήποτε αρτία εκδόσει των Παραλλήλων, ένθα αναφέρεται η μαρτυρία του Χίου ή Κείου Αρίστωνος και το μέρος το οποίον διεδραμάτισε κατά την έριδα το μειράκιον [77] Στησίλεως, «ός ην γένει Κείος, ιδέα τε και μορφή σώματος πολύ των εν ώρα λαμπρότατος». Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ότι ο υιός του Λυσιμάχου, ο θεωρούμενος ως υπογραμμός της ηθικής και της αρετής, ήτο επιρρεπής εις μερικάς έξεις, αι οποίαι, όσον και αν δικαιολογούνται από τα ήθη της εποχής, πάντοτε καταλείπουν στίγμα δυσεξίτηλον, εις πάντα μεν εν γένει, αλλά περισσότερον εις τον αξιούντα να προΐσταται και να ηγήται των άλλων. Αλλ' έστω, αφήνομεν και τούτο κατά μέρος, επειδή πιθανόν να εγερθή ο ισχυρισμός ότι η ιστορική μαρτυρία του Αρίστωνος δεν έχει μέγα κύρος· ας ίδωμεν τα περαιτέρω.

Ο Θεμιστοκλής, μάλλον ευφυής, μάλλον πανούργος, μάλλον επιτήδειος, Έλλην νεώτερος σχεδόν κατά τον χαρακτήρα, επεδίωξε την προαγωγήν διά του συνεταιρισμού, διά της δημοκοπίας και της συναλλαγής. Η απάντησίς του προς τον παρατηρήσαντα εις αυτόν ότι καλώς θ' άρχη των Αθηναίων, αν φέρηται προς πάντας ίσος: «Μηδέποτ' εις τούτον εγώ καθίσαιμι τον θρόνον, εν ώ πλέον ουδέν έξουσιν οι φίλοι παρ' εμοί των αλλοτρίων», είνε ο κανών τον οποίον ηκολούθησαν οι πολιτικοί πάσης εποχής εν Ελλάδι. Ο Αριστείδης φυσικώ τω λόγω ετράπη εις την αντίθετον οδόν και ηθέλησε να επιβληθή διά της αρετής. Προσεκολλήθη εις την αριστοκρατικήν μερίδα, τόσον επιδεικτικώς και τόσον άμα επιτηδείως, ώστε δεν εβράδυνε να επισύρη την προσοχήν και την υπόληψιν του επιπολαίως πάντοτε κρίνοντος πλήθους. Δόσις τις φαρισαϊσμού εντέχνου υπελάνθανεν εις πάντα αυτού τα διαβήματα, ολίγον δε κατ' ολίγον επεβλήθη εις την κοινήν συνείδησιν και ίσχυσε να συγκεντρώση εις εαυτόν πάσαν την εξουσίαν, παρασκευάσας εις εαυτόν, κατά την επιτυχή έκφρασιν του Θεμιστοκλέους, μοναρχίαν αδορυφόρητον. Το επίθετον δίκαιος περιεβλήθη ως ιμάτιον αναφαίρετον, ως επωνυμίαν αναπόσπαστον του ατόμου του, ότε δε εις το θέατρον απηγγέλλοντο στίχοι του Αισχύλου περί της δικαιοσύνης του Αμφιαράου, ο δήμος χειροκροτών έστρεφε τα βλέμματα προς τον Αριστείδην. Αλλά την δικαιοσύνην ταύτην εξήσκει κατά τρόπον περίεργον, οι λόγοι του δε και αι πράξεις του διετέλουν πολλάκις εις κατάφορον και σκανδαλώδη αντίθεσιν με τους στοιχειώδεις κανόνας του ορθού και του δικαίου. Εν πρώτοις η πεφημισμένη αυτού ένδεια δεν είνε εξηκριβωμένη· μεθ' όσα δε και αν λέγει ο ένθερμος αυτού συνήγορος και θαυμαστής, ο αγαθός Πλούταρχος, φαίνεται ότι υπάρχουν παρά τοις συγχρόνοις ιστορικοίς σοβαραί περί τούτου αντιρρήσεις. Έπειτα κατηγορήθη και κατεδικάσθη επί κλοπή, καθά μαρτυρεί ο Ιδομενεύς, ο υπό του Πλουτάρχου αναφερόμενος ιστορικός. Είνε αληθές ότι την κατηγορίαν και την καταδίκην ταύτην διενήργησεν ο Θεμιστοκλής, ο πολιτικός αυτού αντίπαλος· αλλά τι να σας ειπώ, κύριοι! όσον και αν υποθέσωμεν κακοήθη τον Θεμιστοκλή, όσον και αν φαντασθώμεν άδικον τον δήμον των Αθηναίων, άνθρωπος υποπίπτων εις τοιαύτην κατηγορίαν και καταδίκην δεν συνηθίζει βεβαίως να νίπτη δεκάκις της ημέρας τας χείρας του δι' αγγλικού σάπωνος. Άλλως τε, και αν παραδεχθώμεν ότι ταύτα ήσαν συκοφαντίαι των εχθρών του, βέβαιον και αναμφισβήτητον είνε ότι, αν δεν έκλεψεν αυτός, επέτρεπεν όμως εις άλλους να κλέπτουν. Μετά την καταδίκην του «προσποιούμενος των προτέρων μεταμέλειν αυτώ και μαλακώτερον ενδιδούς εαυτόν ήρεσκε τοις τα κοινά κλέπτουσιν, ουκ εξελέγχων ουδέ ακριβολογούμενος, ώστε καταπιμπλαμένους των δημοσίων υπερεπαινείν τον Αριστείδην και δεξιούσθαι τον δήμον υπέρ αυτού σπουδάζοντας άρχοντα πάλιν αιρεθήναι». Θα μου παρατηρήσητε ότι έπραξε τούτο όπως ελέγξη κατόπιν τους Αθηναίους και ανακράξη κομπαστικώς, ότε έμελλε να χειροτονηθή εκ νέου άρχων: «Ότε μεν πιστώς και καλώς υμίν ήρξα, προυπηλακίσθην επεί δε πολλά των κοινών καταπροείμαι τοις κλέπτουσι, θαυμαστός είναι δοκώ πολίτης· αυτός μεν ουν αισχύνομαι τη νυν τιμή μάλλον ή τη πρώην καταδίκη». Αλλά δεν νομίζετε ότι είνε αρκετά περίεργος και αρκετά φίλαυτος, αν μη τι άλλο, ο κυβερνήτης εκείνος ή ο πολιτικός, όστις εν γνώσει αφήνει να διαπράττεται το κακόν και το ενθαρρύνει μάλιστα, διά να λάβη κατόπιν την ευχαρίστησιν να ελέγξη τους εχθρούς του;

Notes in this chapter

Note 1 · Γλεύκος: Κρασί νέας εσοδείας. ↩Note 2 · Κόλαφος: Χαστούκι. ↩Note 3 · Νεκροσκόπος: Γιατός ή αρμόδιος υπάλληλος ο οποίος κάνει νεκροψία. ↩Note 4 · Δράκα: Ποσότητα που μπορεί να κρατήσει κανείς στην χούφτα του. ↩Note 5 · Βάρης ή βάρις ιος/ιδος : μικρή αιγυπτιακή βάρκα. ↩Note 6 · Εκκυβεύω: παίζω στα ζάρια, διακινδυνεύω, δοκιμάζω την τύχη μου. ↩Note 7 · Λοιδορία: Βρισιά, χλευασμός. ↩Note 8 · Ροσόλι: λικέρ αρωματισμένο με απόσταγμα τριαντάφυλλου. ↩Note 9 · Σχοινοτενής: Μακροσκελής, που διαρκεί περισσότερο από όσο πρέπει. ↩Note 10 · Άθυρμα: Παιχνίδι. ↩Note 11 · Παλλάδιο: οποιοδήποτε προσταατευτικό μέσο. ↩Note 12 · Μουστερής: Πελάτης, αγοραστής. ↩Note 13 · Μυκτηρίζω: Εμπαίζω, κοροϊδεύω, χλευάζω. ↩Note 14 · Νύττω – νύσσω: Τσιμπώ, κεντρίζω. ↩Note 15 · Μυάγρα: Ποντικοπαγίδα. ↩Note 16 · Νάμα: Τρεχούμενο νερό, βρύση, κρουνός. ↩Note 17 · Ακινάκης: Είδος μικρού σπαθιού. ↩Note 18 · Λιγύς – λιγυρός: μελωδικός, εύηχος. ↩Note 19 · Πύραυνον: δοχείο στο οποίο φυλάν αναμμένα κάρβουνα, αγγείο στο οποίο μεταφέρεται ή ανάβεται μικρή φωτιά. ↩Note 20 · Ερείδομαι: Στηρίζομαι. ↩Note 21 · Οιδαλέος: Εξογκωμένος, πρισμένος. ↩Note 22 · Κύφων: Ζυγός, εργαλείο βασανιστηρίου εγκληματιών. ↩Note 23 · Η επεξήγηση εντός του κειμένου σημειούται με #. ↩Note 24 · Σκολιά: στραβά. ↩Note 25 · Μειράκιον: Νεανίας. ↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings