ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Reading edition
Ο Βινίκιος μόλις επρόφθασε να διατάξη δούλους τινάς να τον ακολουθήσουν, και πηδήσας επί του ίππου, ώρμησεν εν μέσω του σκότους διά των ερημικών οδών του Αντίου διευθυνόμενος εις Λαυρέντον. Η τρομερά είδησις τον είχε ρίψει εις είδος τι τρέλλας. Με την ασκεπή κεφαλήν του σκυμμένην επί του αυχένος του ίππου του, επήγαινε φορών μόνον τον χιτώνα του, χωρίς να παρατηρή έμπροσθεν του, χωρίς να προσέχη εις τα εμπόδια.
Ο επιβήτωρ Ιδουμαίος έτρεχεν ως βέλος. Ο κρότος των πελμάτων του επί του πλακοστρώτου αφύπνιζεν εδώ και εκεί τους σκύλλους, οίτινες συνώδευον με τας υλακάς των την φαντασματώδη εμφάνισιν και κατόπιν ωρύοντο εις την σελήνην. Οι δούλοι, οίτινες εκάλπαζον όπισθεν του Βινικίου επί ίππων ολιγώτερον ταχέων είχον μείνει εις ικανήν απόστασιν. Διήλθε μόνος το Λαυρέντον, το οποίον εκοιμάτο, έστρεψε προς το μέρος της Αρδείας, όπου είχεν αφήσει εις τους σταθμούς ίππους, καθώς και εις την Αρίκειαν, την Μποβίλλαν και το Ούστρινον.
Πέραν της Αρδείας του εφάνη ότι ο ορίζων από βορρά ήτο ερυθρός. Ίσως ήτο το λυκαυγές της πρωίας, διότι η νυξ επλησίαζεν εις το τέρμα της, ήτο Ιούλιος μην. Αλλ' ο Βινίκιος δεν ηδυνήθη να κρατήση κραυγήν απελπισίας και λύσσης, διότι εσκέφθη ότι ήτο η λάμψις της πυρκαϊάς. Ενεθυμήθη τους λόγους του Λικινίου «Η πόλις είναι ωκεανός φλογών», και προς στιγμήν ησθάνθη ότι η παραφροσύνη τον ηπείλει, διότι απώλεσε πάσαν ελπίδα να σώση την Λίγειαν, και μάλιστα να φθάση εις τας πύλας πριν η Ρώμη μεταβληθή εις τέφραν. Αι σκέψεις του ίπταντο έμπροσθέν του, ως νέφος μαύρων κακοποιών ορνέων. Δεν ήξευρεν εις ποίαν συνοικίαν της πόλεως είχεν εκραγή το πυρ, αλλ' υπέθετεν ότι η Τρανστιβέρη με τας πυκνάς της οικίας, τας ξυλίνας αποθήκας της και τα εύθραυστα παραπήγματα, όπου επωλούντο δούλοι, θα είχε γίνει κατ' αρχάς παρανάλωμα των φλογών.
Ως αστραπή διήλθε της κεφαλής του Βινικίου η σκέψις του Ούρσου και της κολοσσιαίας δυνάμεως του. Αλλά τι ηδύνατο να πράξη είς άνθρωπος εναντίον της καταστρεπτικής δυνάμεως του πυρός; Από ετών, διηγούντο ότι κατά εκατοντάδας χιλιάδων οι δούλοι ωνειροπόλουν τους χρόνους του Σπαρτάκου και ανέμενον την ευκαιρίαν διά να λάβουν τα όπλα κατά των καταπιεστών των και της πόλεως. Και ιδού ότι η ευκαιρία αύτη παρουσιάζετο. Αι λάμψεις της πυρκαϊάς εφώτιζον ίσως την σφαγήν και τον εμφύλιον πόλεμον.
Ο Βινίκιος ανεπόλει τας προσφάτους συνδιαλέξεις, τας οποίας ο Καίσαρ μετ' αλλοκότου επιμονής έκαμνε να περιστρέφωνται εις τας πυρποληθείσας πόλεις.
Ναι! Αυτός ο Καίσαρ πρέπει να είχε διατάξει όπως καύσωσι την πόλιν. Και αν η Ρώμη εκαίετο κατά την διαταγήν του, τις άρα γε ηδύνατο να εγγυηθή ότι η αυτή διαταγή δεν θα εξαπέλυε και τους πραιτωριανούς εναντίον του πλήθους;
Ο ίππος ήσθμαινεν απελπιστικώς επί της ελικοειδούς οδού της αγούσης εις την Αρικίαν.
Την στιγμήν εκείνην είς ιππεύς ερχόμενος εκ Ρώμης και τρέχων και εκείνος ως λαίλαψ έκραξε συναντών τον Βινίκιον:
— Η Ρώμη εχάθη! Οι θεοί . . . και διήλθε.
Η λέξις θεοί τον έκαμε να συνέλθη ολίγον εκ της ταραχής και ανυψώσας τας χείρας εις τον ουρανόν ανεφώνησε:
— Δεν επικαλούμαι σας, των οποίων τα ιερά καταρρέουν εις τας φλόγας, αλλά Σε! . . . . Συ είσαι ο μόνος εύσπλαγχνος. Συ ήλθες επί της γης ίνα διδάξης τους ανθρώπους το έλεος. Ευσπλαγχνίσθητι! Σώσον την Λίγειάν μου.
Διερχόμενος διά μέσου της Αρικίας, ήτις έκειτο εις το μέσον της εις Ρώμην αγούσης οδού, συνήντησε πλήθος δούλων, οίτινες μετέβαινον εις το Άντιον, κομίζοντες ειδήσεις και τους ηρώτησε:
— Ποίον μέρος της πόλεως καίεται;
— Η πυρκαϊά, αυθέντα, ήρχισε μεταξύ των οικίσκων, πλησίον του μεγάλου Κίρκου.
— Και η Τρανστιβέρη;
— Μέχρι τούδε δεν την έφθασεν· αλλά μεταδίδεται αδιακόπως εις νέας συνοικίας με δύναμιν ακαταμάχητον.
Ο Βινίκιος εκέντησε δυνατώτερα τον ίππον του. Τα λευκά τείχη της Αρικίας έλαμπον όπισθέν του υπό τας ακτίνας της σελήνης.
Η μετά την Αρικίαν οδός ανήρχετο ανηφορικώς και αποτόμως. Αλλ ο Βινίκιος εγνώριζεν ότι, όταν έφθανεν εις την κορυφήν, όπισθεν της οποίας εκρύπτετο το Άλβανον, θα έβλεπεν όχι μόνον την Μποβίλλαν και το Ούστρινον, όπου τον ανέμενον ίπποι, αλλά και την Ρώμην· εκείθεν του Αλβάνου ήρχιζεν εκατέρωθεν της Αππιανής οδού η επίπεδος Καμπανία.
— Από εκεί επάνω θα διακρίνω τας φλόγας, διενοείτο, και εκ νέου εκέντριζε τον ίππον του.
— Η πυρκαϊά! διενοήθη ο Βινίκιος. Ήτο τρομερόν εκείνο το θέαμα της καιομένης βασιλίδος των πόλεων. Μακρόθεν η πυρκαϊά δεν ελάμβανε το σχήμα μιας πυρίνης στήλης, ως συμβαίνει, οσάκις καίεται μεμονωμένως έν κτίριον. Ήτο μάλλον μία μακρά και πλατεία ταινία. Δεν εφαίνετο άλλο τι ειμή φλόγες, φλόγες και καπνοί, απαίσιον εν ταυτώ και μεγαλοπρεπέστατον θέαμα.
Εκ πρώτης όψεως εφάνη εις τον Βινίκιον ότι, όχι μόνον η πόλις κατεβιβρώσκετο από τας φλόγας, αλλ' ο κόσμος ολόκληρος, και ότι τίποτε δεν θα διέφευγεν από τον ωκεανόν εκείνον του πυρός και του καπνού.
Είχεν ήδη εξημερώσει και ο ήλιος εφώτιζε τας κορυφάς των πλησίον λόφων.
Ο Βινίκιος δεν ηδύνατο να συγκρατηθή επί του ίππου του, εκέντριζε και εκτύπα αυτόν διά να φθάση όσον το δυνατόν ενωρίτερον. Έβλεπε την καιομένην πόλιν, εις την οποίαν δεν εφαίνετο να εγλύτωσε πλέον τίποτε. Ήρχισε να προσεύχεται και να επικαλήται τον Χριστόν.
Αφού υπερέβη το Άλβανον, του οποίου σχεδόν όλος ο πληθυσμός ίστατο επί των στεγών και επί των δένδρων, διά να βλέπη καλλίτερον την καιομένην Ρώμην, ανέλαβε την ψυχραιμίαν του. Εκτός του Ούρσου και του Λίνου, ο απόστολος Πέτρος θα επέβλεπεν επί της Λιγείας. Αφ' ης στιγμής ο Πέτρος είχεν ευλογήσει τον έρωτά του και του είχεν υποσχεθή την Λίγειαν, αύτη δεν ήτο δυνατόν να απολεσθή εις τας φλόγας.
Πριν φθάση εις το Οστριανόν ηναγκάσθη να βραδύνη τον δρόμον του ένεκα του συνωστισμού και των προσκομμάτων της οδού. Πλησίον ανθρώπων πεζών, φερόντων τα σκεύη των επί της ράχεως, έβλεπεν ίππους και ημιόνους φορτωμένους αποσκευάς, οχήματα και φορεία. Εις την οχλαγωγίαν εκείνην ήτο δύσκολον να λάβη τις πληροφορίαν. Εκείνοι εις τους οποίους απηυθύνετο ο Βινίκιος, δεν τω απήντων τίποτε, ή μάλλον, υψώνοντες επ' αυτού βλέμματα περίτρομα, έλεγον ότι η πόλις έμελλε να απολεσθή και ο κόσμος μετ' αυτής. Από την Ρώμην συνέρρεον από στιγμής εις στιγμήν νέαι μάζαι ανδρών, γυναικών και παιδίων, αίτινες ηύξανον την σύγχυσιν και τον θόρυβον.
Ήδη δούλοι πάσης φυλής και θηριομάχοι ήρχιζον να λεηλατώσι τας οικίας και να συμπλέκωνται με τους στρατιώτας, οίτινες ανελάμβανον την υπεράσπισιν των κατοίκων.
Ο συγκλητικός Ιουλιανός, τον οποίον παρετήρησεν ο Βινίκιος πλησίον πανδοχείου τινός, υπήρξεν ο πρώτος, όστις του έδωκε σαφείς τινας λεπτομερείας περί της πυρκαϊάς.
Το πυρ είχεν εκραγή, τω είπε, πλησίον του μεγάλου Κίρκου, εις μέρος γειτνιάζον με το Παλατίνον και με το Καίλιον όρος, αλλ' είχε διαδοθή με πρωτοφανή ταχύτητα, ώστε κατέλαβεν όλον το κέντρον.
Ποτέ, από της εποχής του Βρέννου, τόσον φοβερά καταστροφή δεν είχε πλήξει την πόλιν.
— Η Τρανστιβέρη άρα γε εκάη;
— Τι σε ενδιαφέρει η πέραν του Τιβέρεως συνοικία;
— Αυτή με μέλει πολύ περισσότερον! ανέκραξεν ο Βινίκιος μετά παραφοράς.
— Τότε δεν θα δυνηθής να φθάσης εκεί ειμή διά της λιμενικής οδού, διότι παρά το Αδεντίνον το πυρ θα σε έπνιγε . . . Μετά τινα δισταγμόν, ταπεινώσας την φωνήν, ο Ιουλιανός εξηκολούθησεν:
— Ηξεύρω ότι δεν θα με προδώσης· θα σου είπω λοιπόν ότι δεν είναι πυρκαϊά συνήθης. Δεν άφησαν να δοθή βοήθεια εις τον Κίρκον. Όταν αι οικίαι ήρχισαν να καίωνται, ήκουσα με τα ίδια ώτα μου χιλιάδας φωνών να ορύωνται: «Θάνατος εις τους σβύνοντας την πυρκαϊάν».
»Άνθρωποι διατρέχουν την πόλιν ρίπτοντες εις τας οικίας αναμμένας δάδας . . . Αφ' ετέρου ο λαός στασιάζει, φωνάζει ότι καίουν την πόλιν κατά διαταγήν. Περισσότερα δεν λέγω. Δυστυχία εις όλους μας! . . . Είναι το τέλος της Ρώμης . . . .
Αλλ' ήδη ο Βινίκιος διηύθυνε τον ίππον του προς την Τρανστιβέρην.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Το Οστριανόν, με όλην την αταξίαν του, παρείχεν αμυδράν ιδέαν του τι συνέβαινεν υπό τα τείχη αυτής της πόλεως.
Τίποτε δεν ελαμβάνετο πλέον υπ' όψιν ούτε το μεγαλείον του νομού, ούτε το γόητρον των δημοσίων λειτουργιών, ούτε οι οικογενειακοί δεσμοί, ούτε η διάκρισις των τάξεων.
Δούλοι ερράβδιζον πολίτας· συμμορίαι θηριοπαλαιστών μεθυσμένων με οίνον κλεμμένον από τα καπηλεία ετρομοκράτουν τας τριόδους, ανατρέποντες τους Κιρίτας, ποδοπατούντες και ληστεύοντες αυτούς. Μετ' αυτών είχεν ενωθή μία μάζα αθλίων εχόντων αντί παντός ενδύματος ράκη περί την οσφύν. Πλήθος βαρβάρων, οίτινες έμελλον να πωληθώσιν, εδραπέτευσαν εκ των παραπηγμάτων των. Δι' αυτούς η πυρκαϊά της πόλεως εσήμαινε το τέλος της δουλείας και την ώραν της εκδικήσεως· και ενώ ο λαός ακίνητος έτεινε με απελπισίαν τους βραχίονας προς τους θεούς, εκείνοι ερρίπτοντο κατ' αυτού ληστεύοντες τους άνδρας και βιάζοντες τας θυγατέρας των πατρικίων. Το πλήθος τούτο, αποτελούμενον από Ασιάτας, Αφρικανούς, Έλληνας, Θράκας, Γερμανούς και Βρεττανούς εξεδικείτο διά την δουλείαν τόσων ετών και εξεδήλου την μανίαν του διά φωνών εις όλας τας γλώσσας του κόσμου.
Ο Βινίκιος έφθασε τέλος μέχρι της Ωστίας πύλης. Αλλ' ενόησεν ότι έπρεπε να επανέλθη εις την διεύθυνσιν του Ουστρίνου, να διαβή τον ποταμόν και να φθάση εις την Λιμενίαν οδόν, την άγουσαν κατ' ευθείαν εις Τρανστιβέρην. Δεν ήτο εύκολον και τούτο, ένεκα του συνωστισμού. Θα εχρειάζετο να ανοίξη δρόμον με το ξίφος εις την χείρα· αλλά δεν είχεν όπλον.
Πλησίον της κρήνης του Ερμού διέκρινεν ένα εκατόνταρχον, όστις επί κεφαλής δεκάδων τινών πραιτωριανών, υπερήσπιζε την είσοδον του περιβόλου του ναού. Ο Βινίκιος τον διέταξε να τον ακολουθήση και ο εκατόνταρχος, αναγνωρίσας τον τριβούνον και τον αυγουστιανόν, δεν ετόλμησε να αρνηθή.
Κατά τινας στιγμάς, το πλήθος ελάμβανεν εχθρικήν στάσιν. Δημόσιοι αγορηταί και φωνασκοί κατηγόρουν ως εμπρηστήν τον Νέρωνα, ηπόρουν με την υπομονήν των Ρωμαίων, έλεγον ότι εβαρύνθησαν πλέον και υπέσχοντο ως θύματα εις τον Τίβεριν τον Αυτοκράτορα και την Αυγούσταν.
Πανταχόθεν αντήχουν κραυγαί:
— Κωμωδός! Φρενόπληκτος! Μητροκτόνος!
Μετά πολλάς συγκρούσεις και υπερδιασκελίζοντες οδοφράγματα εκ κιβωτίων, βαρελλίων, πολυτίμων σκευών, μαγειρικών τοιούτων, φορείων, αμαξών, ο Βινίκιος και οι πραιτωριανοί του κατώρθωσαν να εκφύγουν της οχλοβοής. Από τους φυγάδας έμαθεν ότι μόνον μικραί τινες οδοί της Τρανστιβέρης είχον καταληφθή υπό του πυρός, αλλ' ότι όμως τίποτε δεν θα διέφευγε την ορμήν της πυρκαϊάς, διότι άνθρωποι την μετέδιδον επίτηδες, λέγοντες ότι είχον διαταγήν προς τούτο. Ο νεαρός τριβούνος δεν είχε πλέον την ελαχίστην αμφιβολίαν ότι ο Καίσαρ είχε διατάξει να πυρπολήσουν την Ρώμην. Εν τούτοις είχεν ακολουθήσει την Λιμενίαν οδόν, ήτις οδηγεί κατ' ευθείαν εις την Τρανστιβέρην.
Η Τρανστιβέρη ήτο πλήρης καπνού και πλήθους, εν μέσω του οποίου ήτο δυσκολώτατον να διανοιχθή δίοδος, διότι έχοντες περισσότερον χρόνον εις την διάθεσίν των οι άνθρωποι απήγαγον και έσωζον περισσότερα πράγματα. Οι πραιτωριανοί, οίτινες ηκολούθουν τον Βινίκιον, είχον μείνει όπισθεν. Εις την συμπλοκήν εκείνην, ο ίππος του, τραυματισθείς εις την κεφαλήν διά σφύρας ανωρθούτο επί των ποδών του, αρνούμενος να υπακούση.
Έφθασε τέλος εις την συνοικίαν Αλεξάνδρου. Ο συνωστισμός ήτο ολιγώτερος και ο καπνός αραιότερος. Αλλ' οι σπινθήρες έπιπταν άφθονοι επί της κεφαλής του, έτρεχεν, έτρεχε, μη σκεπτόμενος άλλο τι ειμή πώς να σώση την Λίγειάν του.
Το πλήθος ανεγνώρισε τον Αυγουστιανόν εκ του πλουσίου χιτώνας του και πάραυτα κραυγαί αντήχησαν: «Θάνατος εις τον Νέρωνα και εις τους εμπρηστάς του!»
Εκατοντάδες βραχιόνων ετείνοντο απειλητικαί κατά του Βινικίου. Αλλ' ο ίππος του φοβισμένος έτρεχε μακρύτερα, ποδοπατών τους εφορμώντας και νέον κύμα καπνού εβύθισε την οδόν εις το σκότος. Ο Βινίκιος, βεβαιωθείς ότι δεν ηδύνατο να διέλθη έφιππος, κατήλθε του ίππου του αψηφών τους κινδύνους. Έτρεξεν. Ωλίσθαινε κατά μήκος των τειχών και ενίοτε ανέμενεν ίνα το πλήθος των φυγάδων τον αντιπαρέλθη. Εσκέπτετο ότι αι προσπάθειαί του ήσαν φανταστικαί. Η Λίγεια ίσως δεν ήτο πλέον εις την πόλιν, δυνατόν να είχε φύγει. Εν τούτοις ήθελε και με θυσίαν της ζωής του να φθάση εις την οικίαν του Λίνου. Από καιρού εις καιρόν ίστατο και έτριβε τους οφθαλμούς του. Αποσπάσας μίαν άκραν εκ του χιτώνος του εκάλυψε δι' αυτής την ρίνα και το στόμα και επανέλαβε τον δρόμον του. Ενώ επλησίαζε τον ποταμόν, η θερμότης καθίστατο τρομερωτέρα.
Κάμπτων προς την οδόν των Ιουδαίων, όπου ευρίσκετο η οικία του Λίνου, ο Βινίκιος παρετήρησε τας φλόγας εν τω μέσω νέφους καπνού· και η Τρανστιβέρη, εκεί όπου κατώκει η Λίγεια, εκαίετο.
Ο Βινίκιος ενεθυμήθη ότι η οικία του Λίνου ήτο περιβεβλημένη με κήπον, όπισθεν του οποίου, προς το μέρος του Τιβέρεως, ευρίσκετο μικρός αγρός χωρίς οικίαν. Η σκέψις αύτη του έδωσε θάρρος.
Αι φλόγες θα ανεκόπησαν ίσως προ του κενού διαστήματος.
Με την ελπίδα ταύτην ήρχισε να τρέχη, καίτοι εκάστη πνοή ανέμου έφερεν όχι μόνον καπνόν, αλλά χιλιάδας σπινθήρων, οι οποίοι ηδύναντο να φέρουν το πυρ εις το άλλο άκρον της ατραπού και να του αποκόψουν την υποχώρησιν.
Διέκρινε τέλος διά μέσου πέπλου εκ καπνού τας κυπαρίσσους του κήπου του Λίνου. Αι οικίαι αι κείμεναι όπισθεν του ανοικτού γηπέδου εφλέγοντο ήδη ως σωροί ξύλων, αλλ' η μικρά περιοχή του Λίνου ήτο ακόμη άθικτος.
Ο Βινίκιος ύψωσε προς τον ουρανόν βλέμμα ευγνωμοσύνης και ώρμησε προς την θύραν, αν και ο αήρ ήρχισε να τον καίη. Ήτο μισοανοιγμένη· την ώθησε και ώρμησεν εντός.
Εις τον μικρόν κήπον ουδεμία ψυχή ζώσα, και η οικία εφαίνετο εντελώς έρημος.
— Λίγεια, Λίγεια.
Άκρα σιγή! Εν τη ερημία εκείνη δεν ηκούετο παρά μόνον ο μακρυνός θόρυβος της πυρκαϊάς.
— Λίγεια!
Αίφνης ήλθεν εις τα ώτα του η πένθιμος εκείνη φωνή, την οποίαν είχεν ακούσει άλλοτε εις τον κήπον τούτον.
Εις την γειτονικήν συνοικίαν το πυρ είχε μεταδοθή εις το θηριοτροφείον το εγγύς του ναού του Ασκληπιού και τα θηρία ήρχισαν να βρυχώνται.
Ο Βινίκιος εφρικίασεν από κεφαλής μέχρι ποδών.
Δευτέραν ήδη φοράν, καθ' όν χρόνον όλοι οι συλλογισμοί του ήσαν συγκεντρωμένοι περί την Λίγειαν, αντήχουν αι φοβεραί αύται φωναί των λεόντων, ως οιωνός συμφοράς.
Ο Βινίκιος ώρμησεν εις το εσωτερικόν της οικίας. Το μικρόν άτριον ήτο έρημον. Ζητών διά των χειρών την θύραν την άγουσαν εις τους κοιτώνας διέκρινε το τρεμοσβύνον φως μιας λυχνίας, και πλησιάσας, είδε το ιερόν των εφεστείων, όπου αντί των θεών υπήρχε σταυρός· υπό τον σταυρόν εκείνον έκαιε κηρίον. Μία σκέψις διήλθεν αστραπιαίως διά του πνεύματος του νέου κατηχουμένου: ο σταυρός τω έστελλε το φως εκείνο, το οποίον θα τον εβοήθει εις την ανεύρεσιν της Λιγείας. Έλαβε λοιπόν το κηρίον και έτρεξεν εις τους κοιτώνας. Εις τον πρώτον ήνοιξε το παραπέτασμα της θύρας και φωτιζόμενος υπό του κηρίου παρετήρησε.
Και εκεί ουδείς ήτο. Εν τούτοις ο Βινίκιος ήτο βέβαιος ότι είχεν ανεύρει τον κοιτώνα της Λιγείας, διότι από ήλους καρφωμένους εις τον τοίχον εκρέμαντο τα ενδύματά της, και επί της κλίνης εκείτο η στηθοδεσμίς, ήτοι η στενή εσθής, την οποίαν αι γυναίκες φορούσιν εσωτερικώς. Ο Βινίκιος την ήρπασεν, επέθηκεν επ' αυτής τα χείλη του και ρίψας αυτήν επί του ώμου του εξηκολούθησε τας ερεύνας του. Η οικία ήτο μικρά· ταχέως επεσκέφθη όλα τα δωμάτια και μάλιστα τα υπόγεια.
Κανείς ούτ' εκεί. Η Λίγεια, ο Λίνος και ο Ούρσος με άλλους κατοίκους της συνοικίας θα εζήτησαν να σωθώσι διά της φυγής.
«Πρέπει να τους ζητήσω εις το πλήθος έξω της πόλεως», εσκέφθη ο Βινίκιος. Όπως και αν είχε, θα ήσαν έξω των φλογών.
Είχε φθάσει η κρισιμωτάτη στιγμή, καθ' ην ήτο υποχρεωμένος να σκεφθή περί της σωτηρίας του, διότι το κύμα των φλογών επλησίαζε και οι στρόβιλοι του καπνού απέκλειον σχεδόν εξ ολοκλήρου την ατραπόν. Ρεύμα αέρος έσβυσε το κηρίον, το οποίον είχε μεταχειρισθή εις την οικίαν. Ο Βινίκιος ώρμησεν εις την οδόν και ήρχισε να τρέχη με όλας του τας δυνάμεις προς την Λιμενίαν οδόν, προς το μέρος, εκ του οποίου είχεν έλθει. Αι φλόγες εφαίνοντο να τον καταδιώκουν, άλλοτε περικυκλούσαι αυτόν με νέφη καπνού, άλλοτε καλύπτουσαι αυτόν με σπινθήρας, αίτινες έπιπτον επί της κεφαλής, του λαιμού και των ενδυμάτων του.
Ο χιτών του ήρχισε να καίεται εις πολλά μέρη, αλλά δεν επρόσεχεν εις τούτο και εξηκολούθει τον δρόμον του. Εις το στόμα ησθάνετο γεύσιν καπνού και αιθάλης, ο λαιμός του και οι πνεύμονες του κατεκαίοντο. Το αίμα συνέρρεεν εις την κεφαλήν του και από στιγμής εις στιγμήν τα πάντα τω εφαίνοντο κόκκινα, και αυτός μάλιστα ο καπνός. Τότε εσκέπτετο: «είναι πυρ ρέον, είναι καλλίτερον να πέσω και να απολεσθώ εντός αυτού!» Ο δρόμος τον είχεν εξαντλήσει. Η κεφαλή του, ο λαιμός του και οι ώμοι του είχον πλημμυρήσει από ιδρώτα, ο οποίος τον κατέκαιεν ως ζέον ύδωρ. Εάν δεν επρόφερε κατά διάνοιαν το όνομα της Λιγείας και δεν εκάλυπτε το στόμα του με την εσθήτά της, θα είχε πέσει. Δεν ηδύνατο να αναγνωρίση την ατραπόν, εις την οποίαν ευρίσκετο.
Έτρεχεν ως άνθρωπος μεθυσμένος, παραπαίων από την μίαν πλευράν της οδού εις την άλλην . . . .
Νέφος εκάλυπτε την έξοδον της οδού. «Εάν είναι καπνός, εσκέφθη, δεν θα δυνηθώ να περάσω». Μετεχειρίσθη όλας τας δυνάμεις, αίτινες τω απέμειναν.
Καθ' οδόν απέρριψε τον χιτώνα του, όστις ήρχιζε να τον καίη και έτρεχε γυμνός σχεδόν, φέρων μόνον επί της κεφαλής και του στόματος την στηθοδεσμίδα της Λιγείας. Όταν επλησίασε περισσότερον, ανεγνώρισεν ότι εκείνο το οποίον είχεν εκλάβει ως καπνόν ήτο νέφος κονιορτού, εκ του οποίου εξήρχοντο φωναί και κραυγαί ανθρώπων.
Εν τούτοις έτρεξεν ακόμη προς την διεύθυνσιν των φωνών εκείνων. Υπήρχον όμως και άνθρωποι, οι οποίοι θα ηδύναντο να τω παράσχωσι βοήθειαν.
Με την ελπίδα ταύτην, ήρχισε να κραυγάζη δι' όλων των δυνάμεων, αλλ' αυτή ήτο η εσχάτη προσπάθειά του. Ο κόκκινος πέπλος έγινεν ερυθρότερος ακόμη προ των οφθαλμών του, οι πνεύμονες του εστερούντο αέρος. Έπεσε.
Εν τούτοις τον ήκουσαν, ή μάλλον τον διέκριναν, και δύο άνθρωποι προσέτρεξαν με φλασκιά ύδατος. Ο Βινίκιος ήρπασε έν εξ αυτών και έπιε το ήμισυ του περιεχομένου.
— Ευχαριστώ, είπε· σηκώσατέ με εις τους πόδας μου· θα υπάγω μακρύτερα μόνος μου.
Ο είς εκ των εργατών τω επέχυσεν ύδωρ επί της κεφαλής και αι δύο τον έφερον προς τους συντρόφους των.
Τον περιεστοίχισαν ερωτώντες αυτόν αν ήτο τραυματισμένος σοβαρώτερον.
Η προθυμία αύτη εξέπληξε τον Βινίκιον.
— Τίνες είσθε; ηρώτησε.
— Κατεδαφίζομεν τας οικίας διά να μη φθάση η πυρκαϊά εις την Λιμενίαν οδόν, απεκρίθη είς εκ των εργατών.
— Με εβοηθήσατε. Σας ευχαριστώ.
— Οφείλει τις να βοηθή τον πλησίον του, απήντησαν φωναί.
Τότε ο Βινίκιος, όστις από πρωίας έβλεπε μόνον όχλους αγρίους, ρήξεις και διαρπαγάς, παρετήρησε προσεκτικώς τα πρόσωπα, τα οποία τον περιεστοίχιζον και είπε:
— Να σας ανταμείψη . . . ο Χριστός!
— Δόξα εις το όνομά του! έκραξε χορός φωνών.
— Ο Λίνος;
Αλλά δεν ήκουσε την απάντησιν, διότι ελιποθύμησεν εξηντλημένος εκ των αγώνων. Όταν συνήλθεν, ευρίσκετο εις ένα κήπον του Κοδετάνου, περιστοιχούμενος υπό γυναικών και ανδρών, και αι πρώται λέξεις, τας όποιας ηδυνήθη να προφέρη υπήρξαν:
— Πού είναι ο Λίνος;
Κατ' αρχάς ουδεμία απάντησις· έπειτα μία φωνή, την οποίαν ο Βινίκιος ανεγνώρισεν, είπε:
— Είναι έξω της Νομεντιανής Πύλης, ανεχώρησε διά το Οστριανόν . . . Ειρήνη σοι, βασιλεύ των Περσών.
Ο Βινίκιος ανεσηκώθη, έπειτα επανεκάθησεν, εκπλαγείς ιδών τον Χίλωνα, όστις τω είπε:
Η οικία σου, δέσποτα, ίσως είνε αποτεφρωμένη, αλλά συ θα είσαι πάντοτε πλούσιος, ως Κροίσος. Οποία συμφορά. Οι χριστιανοί προέλεγον από πολλού, ότι το πυρ θα κατέστρεφε την πόλιν ταύτην . . . Και ο Λίνος είνε εις το Οστριανόν μετά της θυγατρός του Διός . . . Οποία συμφορά έπληξε την πόλιν ταύτην!. .
— Τους είδες; ηρώτησεν ο Βινίκιος.
— Τους είδα, αυθέντα! . . . Δόξα εις τον Χριστόν και εις όλους τους θεούς, εάν ηδυνήθην να ανταμείψω τας ευεργεσίας σου με μίαν καλήν είδησιν. Αλλά θείε Όσιρι, θα τοις ανταποδώσω τα ίσα, σου το ορκίζομαι, μα τας φλόγας, αι οποίαι κατατρώγουν την πόλιν.
Έξω είχε νυκτώσει. Ο φωτοστέφανος της φλεγομένης πόλεως είχε πορφυρώσει τους ουρανούς μέχρι του άκρου του ορίζοντος. Παμμεγίστη ανέτειλεν η πανσέληνος. Η καιομένη Ρώμη εφώτιζεν όλην την Καμπανίαν.
Από των λόφων, επί των οποίων είχεν οικοδομηθή η πόλις, αι φλόγες, ως κύματα θαλάσσης, διεσπείροντο ανά τα κοιλώματα, όπου ήσαν πολυάριθμοι αι πολυώροφοι οικίαι, τα εμπορεία και εργαστήρια, τα παραπήγματα, τα αμφιθέατρα, τα οθονοπωλεία, ξυλοπωλεία, ελαιοπωλεία, σιτεμπορεία, καρυοπωλεία και οινοπωλεία.
Η πυρκαϊά, αφθόνως τρεφομένη δι' ευφλέκτων υλικών, προέβαινε τώρα διά σειράς εκρήξεων. Πάσα βοήθεια εφαίνετο αδύνατος.
Αι τερατωδέστεραι φήμαι εκυκλοφόρουν εις τον λαόν. Άλλοι έλεγον ότι η Εστία ετιμώρει την ύβριν την γενομένην εις την Ρουβρίαν. Κατ' άλλους, ο Καίσαρ είχε διατάξει να θέσωσι πυρ εις την πόλιν, διά να ανοίξη ελεύθερον χώρον προς ίδρυσιν νέας πόλεως, ήτις θα εκαλείτο Νερωνία.
Άλλοι πάλιν εκήρυττον, ότι ο Καίσαρ είχε τρελλαθή, ότι εκάλεσε τους πραιτωριανούς και τους θηριομάχους να κτυπήσουν τον λαόν και ότι επέκειτο η γενική σφαγή.
Εδώ και εκεί ηκούοντο ψαλμοί αδόμενοι υπό ανδρών νέων, γερόντων, γυναικών και παιδίων· ύμνοι των οποίων η έννοια έμενε σκοτεινή και εν οις επανελαμβάνοντο πάντοτε αι λέξεις: «Ιδού έρχεται, ο κρίνων την γην, εν ημέρα οργής και θλίψεως».
Το κακόν ολοέν ηύξανεν, ήτο κάτι τρομερόν, και αυτός ακόμη ο Τίβερις έρρεεν ως νάματα πυρός.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Τον Βινίκιον οι Χριστιανοί τον μετέφερον εις την οικίαν του υφαντουργού Μακρίνου. Εκεί ούτος τον έλουσε, του έδωσεν ενδύματα και του παρέθηκε και τροφήν. Αφού ανέλαβε τας δυνάμεις του, ο νέος τριβούνος εδήλωσεν ότι αμέσως θα ήρχιζε πάλιν τας ερεύνας του προς ανεύρεσιν του Λίνου. Ο Μακρίνος, όστις ήτο χριστιανός, επεβεβαίωσε τους λόγους του Χίλωνος, λέγων ότι ο Λίνος και ο Κλήμης, ο πρώτος των πρεσβυτέρων, είχον μεταβή εις το Οστριανόν, όπου ο Πέτρος έμελλε να βαπτίση πλήθος προσηλύτων. Οι Χριστιανοί της συνοικίας εγνώριζον ότι από δυο ημερών ο Λίνος είχεν εμπιστευθή την φύλαξιν της οικίας του εις κάποιον Γάιον.
Ο Χίλων επρότεινε να ακολουθήσουν τον Βατικανόν αγρόν μέχρι της Φλαμινιανής πόλης, όπου θα διήρχοντο τον ποταμόν και θα επροχώρουν έξω των τειχών, όπισθεν των κήπων του Ακιλίου προς την Σαλαρίαν πύλην. Μετά μικρόν δισταγμόν ο Βινίκιος εδέχθη το δρομολόγιον αυτό.
«Αναμφιβόλως, έλεγεν εν εαυτώ ο Βινίκιος, και ο Ούρσος θα ευρίσκεται εκεί.»
Εσκέπτετο ότι εις το Οστριανόν θα ανεύρισκε τον Λίνον και τον Πέτρον, θα τους έφερε μακράν, πολύ μακράν, εις έν εκ των κτημάτων του, εν Σικελία ίσως.
Εκεί κάτω, μεταξύ θεραπόντων πιστών, εις την γαλήνην την αγροτικήν, θα έζων ειρηνικώς υπό την σκέπην του Χριστού, με την ευλογίαν του Πέτρου.
Α! εάν τους εύρισκεν, εάν τους εύρισκε!
Τέλος, αφού έλαβε μεθ' εαυτού τον Χίλωνα, αμφότεροι επέβησαν ημιόνων, τους οποίους επρομήθευσεν εις αυτούς ο Μακρίνος και έφυγον διά της συντομωτέρας οδού, ίνα φθάσουν το ταχύτερον εκεί.
Ο Βινίκιος επτέρνιζε τον ημίονόν του λέγων:
— Φλέγεται, φλέγεται η πόλις! και μετ' ολίγον το τελευταίον λείψανόν της θα εκλίπη από προσώπου της γης.
Ο Χίλων τον ηκολούθει κατά πόδας μονολογών.
— Προχώρει λοιπόν! του έλεγεν ο Βινίκιος. Τι κάμνεις εκεί;
— Κλαίω την Ρώμην, αυθέντα, απεκρίθη ο Χίλων. Μίαν πόλιν τόσον θεσπεσίαν.
— Πού ήσο, όταν ήρχισεν η πυρκαϊά;
— Επήγαινα εις του φίλου μου Ευρικίου, δέσποτα, ο οποίος είχε κατάστημα εις τα περίχωρα του Μεγάλου Κίρκου, και ησχολούμην ακριβώς μελετών την διδασκαλίαν του Χριστού, όταν ήρχισαν να φωνάζουν αίφνης πυρ, πυρ! Όταν αι φλόγες κατέλαβον ολόκληρον τον Κίρκον και ήρχισαν να εκτείνωνται, έπρεπε να σκεφθώ να σώσω το τομάρι μου.
— Είδες ανθρώπους να ρίπτουν πυρσούς εις τας οικίας;
— Και τι δεν είδα, απόγονε του Αινείου; Είδα ανθρώπους να ανοίγουν διά της ρομφαίας δίοδον εν μέσω του συρφετού· είδα μάχας και ανθρώπινα εντόσθια καταπατούμενα διά των ποδών επί των λιθοστρώτων. Εάν έβλεπες όλα αυτά, θα εσκέπτεσο ότι οι βάρβαροι κατέλαβον την πόλιν εξ εφόδου και έσφαζον. Περί εμέ άνθρωποι ωρύοντο εξ απελπισίας. Αλλ' είδον και άλλους αλαλάζοντας εκ χαράς, διότι υπάρχουσι πολλοί κακοί άνθρωποι εις τον κόσμον, αυθέντα, οίτινες δεν δύνανται να εκτιμήσουν τας ευεργεσίας της επιεικούς κυριαρχίας σας και των δικαίων τούτων νόμων, δυνάμει των οποίων φροντίζετε να την εφαρμόσετε. Οι άνθρωποι δεν ηξεύρουν ποσώς να υποταχθώσιν εις την θέλησιν των θεών!
Ο Βινίκιος ήτο πολύ βυθισμένος εις τας σκέψεις ταύτας, ώστε δεν ηδύνατο να εννοήση την ειρωνείαν των λόγων τούτων. Καίτοι είχεν ερωτήσει τον Χίλωνα περί όλων όσα ούτος ηδύνατο να γνωρίζη, εστράφη και πάλιν προς αυτόν:
— Και είδες εις το Οστριανόν την Λίγειαν και τον Ούρσον με τους ιδίους οφθαλμούς σου;
— Τους είδα. υιέ της Αφροδίτης· είδα την παρθένον, τον αγαθόν Λιγειέα, τον άγιον Λίνον και τον απόστολον Πέτρον.
— Προ της πυρκαϊάς;
— Προ της πυρκαϊάς, ναι!
Αλλ' εν τη ψυχή του Βινικίου εγεννήθη μία υποψία.
Ο Χίλων ίσως εψεύδετο. Σταματήσας τον ημίονον ετόξευσε κατά του γηραιού Έλληνος βλέμμα απειλητικόν.
— Τι έκαμες εκεί;
Ο Χίλων εταράχθη.
— Αυθέντα, είπε, διατί δεν θέλεις να πιστεύσης ότι τους αγαπώ; Και όμως αυτό είνε η αλήθεια. Επήγα εις το Οστριανόν, επειδή είμαι ήδη κατά το ήμισυ χριστιανός.
— Και δεν ηξεύρεις πού κατέλυσεν ο Λίνος τας ημέρας ταύτας;
— Αυθέντα, επανέλαβεν ο Χίλων, χωρίς εμέ δεν θα ανεύρισκες την κόρην. Εάν την επανεύρης δεν θα λησμονήσης ένα σοφόν πενόμενον!
— Θα σου δώσω μίαν οικίαν με άμπελον πλησίον της Αμηριόλης. απήντησεν ο Βινίκιος.
— Α! ευχαριστώ, Ηράκλεις! με περιοχήν αμπελώνος; Ευχαριστώ!
Υπερέβαινον ήδη τους λόφους του Βατικανού, πάντας ερυθρούς από τας λάμψεις της πυρκαϊάς, και επλησίαζον εις τον ποταμόν διά να διαβώσιν. Όπισθεν της Ναυμαχίας, εστράφησαν δεξιά, διότι ήθελαν, μετά τον αγρόν του Βατικανού, να πλησιάσουν τον ποταμόν, να τον διαβώσι και να διευθυνθώσι προς την Φλαμινιανήν Πύλην. Αίφνης ο Χίλων εσταμάτησε τον ημίονόν του.
— Αυθέντα! Μου ήλθε μία ιδέα!
— Λέγε, είπεν ο Βινίκιος.
Δεν υπάρχει διάταγμα κατά των Χριστιανών, αλλ' οι Ιουδαίοι τους κατηγορούσιν εις τον πραίφεκτον της Πόλεως ότι σφάζουσι τα παιδία, ότι διαδίδουν θρήσκευμα μη ανεγνωρισμένον υπό της Συγκλήτου. Τους φονεύουν και λιθοβολούν τας οικίας των τόσον εμμανώς, ώστε οι χριστιανοί κρύπτονται προ αυτών.
— Λοιπόν, τι θέλεις να είπης;
— Λοιπόν, αι συναγωγαί υπάρχουν φανερά εις την Τρανστιβέρην, αλλ' οι χριστιανοί είνε ηναγκασμένοι να προσεύχωνται μυστικώς· συνέρχονται εις κατηρειπωμένα υπόστεγα εκτός της πόλεως ή εις κονίστρας. Λοιπόν, ακριβώς οι της Τρανστιβέρης εξέλεξαν τας κρύπτας, των οποίων τα υλικά εχρησίμευσαν διά την ανοικοδόμησιν του Κίρκου του Νέρωνος και των κατά μήκος του ποταμού οικιών. Η πόλις φλέγεται και οι πιστοί του Χριστού βεβαίως ασχολούνται εις προσευχάς. Θα εύρωμεν πολλούς εξ αυτών εις τα υπόγεια. Σε συμβουλεύω λοιπόν να εισέλθης εις αυτά τοσούτω μάλλον καθ' όσον ευρίσκονται εις τον δρόμον μας.
— Αλλά μου είχες είπη ότι ο Λίνος μετέβη εις το Οστριανόν! ανέκραξεν ανυπομόνως ο Βινίκιος.
— Αλλά συ μου υπεσχέθης οικίαν με άμπελον εις την Αμηριόλην, υπέλαβεν ο Χίλων. Θα αναζητήσω την κόρην παντού όπου υπάρχει πιθανότης να την εύρω. Θα τους εύρωμεν εις το υπόγειον προσευχομένους· και εις πάσαν μη ευνοϊκήν περίστασιν, θα μας δώσουν πληροφορίας περί αυτών.
— Ωδήγησέ με, διέταξεν ο Τριβούνος.
Επί μίαν στιγμήν η κλιτύς του λόφου τους έκρυψε την πυρκαϊάν και εβάδισαν εν τη σκιά, καίτοι τα περιβάλλοντα υψώματα εφωτίζοντο απλέτως.
Όταν υπερέβησαν τον Κίρκον, ετράπησαν προς τα αριστερά και πάλιν και εισήλθον εις στενήν πάροδον, όπου το σκότος ήτο ψηλαφητόν. Αλλ' εις το σκότος εκείνο ο Βινίκιος διέκρινε σμήνος φαναριών σπινθηροβολούντων.
— Ιδού αυτοί! είπεν ο Χίλων.
— Αλήθεια! Ακούω να ψάλλουν, είπεν ο Βινίκιος.
Τω όντι, ήχοι ψαλμωδίας ανεδίδοντο εκ σκοτεινής τίνος χαράδρας και τα φανάρια εξηφανίζοντο το έν μετά το άλλο. Αλλ' εκ πλαγίων παρόδων εξήρχοντο συνεχώς νέαι σκοτειναί μορφαί, ο Βινίκιος δε και ο Χίλων περιεκυκλώθησαν μετ' ολίγον από ολόκληρον ομάδα. Ο Χίλων κατήλθεν εκ του ημιόνου του και εκάλεσε διά νεύματος νεανίσκον τινά βαδίζοντα πλησίον των.
— Είμαι ιερεύς του Χριστού, επίσκοπος μάλιστα. Επιμελήθητι των ημιόνων μας, θα έχης την ευλογίαν μου, και αι αμαρτίαι σου θα σου αφεθώσι.
Μετά μίαν στιγμήν ευρέθησαν εις το υπόγειον και επροχώρουν δι' ενός διαδρόμου, υπό την αμυδράν λάμψιν των φαναρίων μέχρις ενός ευρυχώρου ορύγματος. Εκεί ήτο περισσότερον φως από τον διάδρομον, διότι, εκτός των φανών και των λυχνιών, έκαιον και δάδες. Ο Βινίκιος είδε πλήθος ανθρώπων γονυπετούντων εις προσευχήν, αλλά δεν είδεν ούτε την Λίγειαν, ούτε τον Απόστολον Πέτρον, ούτε τον Λίνον. Τα πρόσωπα των αντικατώπτριζον την προσδοκίαν, την φρίκην και την ελπίδα. Το φως αντενακλάτο εντός του λευκού των οφθαλμών, οίτινες είχον υψωθή προς τον ουρανόν.
Επί των ωχρών μετώπων των έρρεεν ο ιδρώς. Οι μεν έψαλλον ύμνους, οι δε επανελάμβανον πυρετωδώς το όνομα του Ιησού, άλλοι δε έτυπτον τα στήθη. Πάντες ανέμενον κάτι το άμεσον και υπερφυσικόν.
Αίφνης τα άσματα έπαυσαν και υπεράνω της ομηγύρεως εντός κόγχης τινός, σχηματισθείσης διά της εξαγωγής υπερμεγέθους λίθου, εφάνη ο Κρίσπος.
Το πρόσωπόν του ήτο πελιδνόν. Όλων οι οφθαλμοί εστράφησαν προς αυτόν, επί τη προσδοκία λόγων παραμυθίας και ελπίδος.
Αλλ' εκείνος ποιών επί της ομηγύρεως το σημείον του σταυρού, ήρχισε να ομιλή μετά παραφοράς, κραυγάζων:
— Μετανοήσατε από των αμαρτιών σας, διότι η ώρα ήγγικε, το τέλος επήλθεν. Επί την πόλιν της κακίας και της ακολασίας, επί την νέαν Βαβυλώνα, ο Κύριος απέλυσε την φλόγα την αδηφάγον. Εσήμανεν η ώρα της κρίσεως, της οργής και της καταστροφής. Ο Κύριος υπεσχέθη ότι θα έλθη, και άρτι όψεσθε αυτόν. Αλλά δεν θα είναι πλέον ο Αμνός ο προσενεγκών το αίμα του προς εξαγοράν ημών εκ της κατάρας . . . Θα είναι κριτής φοβερός, όστις εν τη δικαιοσύνη του θα ρίψη εις την άβυσσον τους αμαρτωλούς και τους απίστους. Ουαί του κόσμω και ουαί τοις αμαρτωλοίς, ότι ουκ έσται επ' αυτούς έλεος . . . Χριστέ! σε βλέπω . . . Αστέρες πίπτουσιν, ο ήλιος σκοτίζεται, η γη ανοίγεται εις κρημνούς και οι νεκροί εγείρονται . . . Και συ έρχεσαι εν φωνή αρχαγγέλου και εν σάλπιγγι Θεού μετά δυνάμεως και δόξης των αγγέλων σου, εν λαίλαπι και αστραπή! Χριστέ! σε βλέπω, σε ακούω».
Αίφνης το άντρον αντήχησεν εξ υποκώφου βροντής, την οποίαν ηκολούθησε μετ' ολίγον δευτέρα και τρίτη . . . Εις την φλεγομένην πόλιν σειραί ολόκληροι οικιών αποτεφρωμέναι κατέρρεον.
Διά τους πλείστους χριστιανούς, αι βρονταί εκείναι εφαίνοντο το οριστικόν σημείον της φοβεράς κρίσεως. Τότε ο θείος τρόμος εκυρίευσε την ομήγυριν, πολυάριθμοι φωναί επανέλαβον: «Η ημέρα της κρίσεως! αληθώς, ιδού ήλθεν!»
— Ευσπλαγχνίσθητι, Λυτρωτά! έκραζον.
Μερικοί εξωμολογούντο μεγαλοφώνως τας αμαρτίας των. Άλλοι ερρίπτοντο εις τας αγκάλας των οικείων των, όπως αισθανθώσι κατά την τρομεράν στιγμήν καρδίαν φίλων πάλλουσαν πλησίον της ιδικής των.
Έπειτα ηκούσθη και πάλιν η φωνή του Κρίσπου, όστις εκραύγαζε:
— Παραιτήσατε τα εγκόσμια αγαθά, διότι η γη θα εκλίπη υπό τους πόδας σας! Παραιτήσατε τους έρωτας τους γηίνους! Ουαί εις τον προκρίνοντα την κτίσιν υπέρ τον Κτίσαντα! Ουαί εις τους πλουσίους! Ουαί εις τους ακολάστους!
Μία βροντή ακόμη ισχυροτέρα εκλόνισε τας κατακόμβας· όλοι έπεσαν πρηνείς εις την γην με εσταυρωμένους βραχίονας, όπως αμυνθώσι διά του σημείου τούτου κατά των κακοποιών πνευμάτων.
Εν τη σιγή δεν ηκούοντο, ειμή εκφράσεις ασθματικαί και τρομασμέναι: «Ιησού γλυκύτατε! Ιησού μακρόθυμε!» Εδώ και εκεί μικρά παιδία έκλαιον. Αίφνης γαλήνιος φωνή ηκούσθη λέγουσα:
— Ειρήνη υμίν!
Ήτο ο απόστολος Πέτρος, όστις εκείνην την στιγμήν ήλθεν εις το Άντρον.
Εις τους λόγους τούτους ο τρόμος διελύθη, όπως διαλύεται ο τρόμος του ποιμνίου, όταν εμφανίζεται ο ποιμήν. Ηγέρθησαν πάντες. Οι πλησιέστεροι προς αυτόν κατεφίλουν τα γόνατά του, ως εάν εζήτουν καταφύγιον υπό τας προστατευτικάς πτέρυγας.
Εκείνος έτεινε τας χείρας επί του αγωνιώντος πλήθους:
— Διατί ταράττεσθε εν ταις καρδίαις υμών; Τις εξ υμών θα μαντεύση τι το συμβησόμενον επ' αυτώ πριν έλθη η ώρα; Ο Κύριος ετιμώρησεν εν πυρί την Βαβυλώνα, ήτις εμέθυσε τον κόσμον με τον οίνον της εμμανούς πορνείας της, αλλ' εφ' υμάς, τους καθαρισθέντας διά του βαπτίσματος, ων αι αμαρτίαι εξηγοράσθησαν υπό του αμνού του αμώμου και ασπίλου, το έλεός Του θα εξαπλωθή. Και θα αποθάνετε με το όνομά Του εις τα χείλη σας. Ειρήνη υμίν!
Μετά τας απειλάς του Κρίσπου οι λόγοι του Πέτρου υπήρξαν βάλσαμον διά το πλήθος. Ο θείος έρως ανεπλήρωσε τον θείον τρόμον και εκυρίευσε τας ψυχάς. Πανταχόθεν εκραύγαζον: «Είμεθα τα πρόβατά σου». Πολλοί εγονυπέτουν εις τους πόδας του λέγοντες: «Μη εγκαταλίπης ημάς κατά την ημέραν της καταστροφής».
Ο Βινίκιος έψαυσε το κράσπεδον του ιματίου του Αποστόλου και χαμηλώσας την κεφαλήν παρεκάλεσεν ως εξής:
— Σώσον με, αυθέντα. Εζήτησα την Λίγειαν εν τω μέσω της πυρκαϊάς και του θορύβου. Ουδαμού την εύρον· αλλά πιστεύω ακραδάντως ότι συ δύνασαι να μου αποδώσης αυτήν.
Ο Πέτρος έθεσε την χείρα επί της κεφαλής του Βινικίου και είπεν:
— Έχε πίστιν! και ακολούθει με.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Η πόλις εξηκολούθει να καίηται. Ο άνεμος είχε τραπή και έπνεε τώρα από της θαλάσσης μετά δαιμονιώδους σφοδρότητος. Ο λαός είχε λάβει απειλητικήν στάσιν.
— Άρτον και στέγην, εκραύγαζεν.
Εις μάτην οι πραιτωριανοί προσεπάθουν να συγκρατήσωσι την τάξιν. Εδώ ανθίσταντο φανερά με τα όπλα εις τας χείρας· απωτέρω άνθρωποι άοπλοι ανέκραζον:
— Τολμήσατε να μας σφάξετε έμπροσθεν της πυρκαϊάς ταύτης!
Κατηρώντο τον Καίσαρα, κατηρώντο τους ευνοουμένους πατρικίους.
Όταν την νύκτα ο πρώτος επισιτισμός έφθασεν, ο όχλος κατηδάφισε την κυρίαν πύλην του Εμπορίου και διήρπασε τα τρόφιμα. Εις το φως της πυρκαϊάς εμάχοντο διά τους άρτους, των οποίων μεγάλη ποσότης κατεπατήθη υπό τους πόδας· το άλευρον των σχισθέντων σάκκων κατελεύκανε το έδαφος. Το σκάνδαλον έπαυσεν, όταν οι στρατιώται περικυκλώσαντες τας αποθήκας, ήρχισαν να κατατοξεύωσι το πλήθος.
Διηγούντο ότι, κατά προσταγήν του Καίσαρος, αι επαρχίαι της Ασίας και Αφρικής θα εγυμνούντο από όλα τα πλούτη των, τα οποία θα διενέμοντο μεταξύ των κατοίκων της Ρώμης, εις τρόπον ώστε να δύναται πάς τις να ανακτίση την οικίαν του.
Αλλά συγχρόνως διέσπειρον την είδησιν ότι το ύδωρ των υδραγωγείων είχε δηλητηριασθή και ότι ο Νέρων ήθελε να καταστρέψη την πόλιν και να εξολοθρεύση τους κάτοικους μέχρι του τελευταίου, διά να μεταβή εις την Ελλάδα και την Αίγυπτον, και εκείθεν να βασιλεύη της οικουμένης. Ερεθισμός σφοδρός επεκράτει.
Η πυρκαϊά επλησίαζε το Παλατίνον. Ο Τιγγελίνος συγκεντρώσας όλας τας δυνάμεις των Πραιτωριανών, έστελλε προς τον Καίσαρα ταχυδρόμους, τον ένα μετά τον άλλον, ικετεύων αυτόν να επανέλθη, όπως μη χάση τίποτε εκ του μεγαλείου του θεάματος, διότι η πυρκαϊά είχεν επεκταθή ακόμη. Αλλ' ο Νέρων, όστις είχεν εκκινήσει, ήθελε να φθάση την νύκτα, οπότε η πυρκαϊά θα έφθανεν εις τον κολοφώνα της καταστρεπτικής δυνάμεώς της.
Τέλος περί το μεσονύκτιον έφθασαν αντικρύ των τειχών αυτός και η πολυάριθμος ακολουθία του εκ συγκλητικών, ιπποτών απελευθέρων, δούλων, γυναικών και παιδίων. Δεκαέξ χιλιάδες πραιτωριανοί, κλιμακηδόν τεταγμένοι εις γραμμάς μάχης καθ' όλην την οδόν, επηγρύπνουν διά την ασφάλειαν της εισόδου του. Και ο λαός ετόξευε βλασφημίας, ωρύετο και εσύριζεν εις την θέαν της πομπής, αλλά καμμίαν βιαιοπραγίαν δεν ετόλμα. Από θέσεως εις θέσιν εξερρήγνυντο αι επευφημίαι εκείνων, οίτινες μη έχοντες περιουσίαν, ουδέν είχον απολέσει, και οίτινες προέβλεπον μίαν διανομήν σίτου, ελαίου, ενδυμάτων και χρημάτων πλέον γενναιόδωρον της συνήθους. Αλλ' αι κατακραυγαί και οι συριγμοί, ως και αι επευφημίαι, εκαλύφθησαν αίφνης υπό της θορυβώδους συναυλίας των κεράτων και των σαλπίγγων, την οποίαν διωργάνωσεν ο Τιγγελίνος. Ο Νέρων, αφού υπερέβη την Ωστίαν Πύλην, εστάθη προς στιγμήν και εφώναξε:
«Μονάρχης χωρίς κατοικίαν λαού αστέγων, πού λοιπόν θα κλίνω την νύκτα την κεφαλήν μου την τάλαιναν;» Έπειτα υπερβάς την Δελφινίαν Πέτραν, ανήλθε διά κλίμακος επίτηδες παρασκευασθείσης εις το Αππιανόν υδραγωγείον, ανήλθον δε επίσης οι αυγουστιανοί και ο χορός των ψαλτών μετά κιθαρών και βαρβίτων.
Εις τα στήθη πάντων η πνοή εκρατείτο επί τη προσδοκία των σεπτών λόγων, τους οποίους θα επρόφερεν ο Νέρων. Αλλ' εκείνος ίστατο εκεί επίσημος και άφωνος με πορφυράν χλαμύδα επί των ώμων, με το βλέμμα προσηλωμένον εις την λύσσαν της πυρκαϊάς. Όταν ο Τέρπνος τω παρουσίασε την βάρβιτον, ύψωσε τους οφθαλμούς εις τον καιόμενον ουρανόν, αναμένων την έμπνευσίν του.
Μακρόθεν ο λαός εδείκνυε τον αυτοκράτορά του, τον οποίον περιέλουεν η αιματόχυτος λάμψις. Εις το βάθος εσύριζον και εκρότουν αι οφιοειδείς φλόγες και εκαίοντο τα προαιώνια και ιερά λείψανα. Διά μέσου των φλογίνων χαιτών διεφαίνετο ενίοτε το Καπιτώλιον. Το παρελθόν της Ρώμης εφλέγετο . . . .
Και εκείνος, ο Καίσαρ, έμενεν εκεί με βάρβιτον εις την χείρα, με το προσωπείον τραγικού υποκριτού. Η σκέψις του δεν εφέρετο προς την πατρίδα την καταρρέουσαν. Ανελογίζετο την στάσιν και τας απαγγελίας, δι' ων θα παρίστατο το μέγεθος της καταστροφής. Εμίσει την πόλιν ταύτην, εμίσει τον λαόν, δεν ηγάπα ειμή μόνον το άσμα το ιδικόν του, και τους στίχους του! Και εν τη καρδία του ευφραίνετο, διότι έβλεπε τέλος μίαν τραγωδίαν αυτούσιον. Τι να επιθυμήση περισσότερον; Η Ρώμη, η Πόλις, η κυρίαρχος Ρώμη καίεται εν πυρί!
Και αυτός, ο Καίσαρ, υψούται επί των αψίδων του υδραγωγείου, με χρυσήν βάρβιτον ανά χείρας, ορατός εξ όλων των περάτων του ορίζοντος, λουόμενος εκ πορφύρας, περιπαθής. Κάτω εις την σκιάν, τόσω μακράν, γογγύζει και συνταράσσεται ο λαός. Ας γογγύζη! Γενεαί θα παρέλθωσι, χιλιάδες ετών θα διαρρεύσωσιν εις την άβυσσον του χρόνου και οι αιώνες οι νέοι θα δοξάσωσιν ακόμη τον ποιητήν, όστις κατά την νύκτα ταύτην την θεσπεσίαν έψαλλε την πτώσιν και την πυρπόλησιν της Τροίας. Τι ήτο ο Όμηρος εν συγκρίσει προς τον Καίσαρα;
Ο Καίσαρ ύψωσε τας χείρας, και πλήξας τας χορδάς απήγγειλε τους λόγους του Πριάμου:
«Κοιτίς των πατέρων μου, λίκνον τόσον προσφιλές εις την ψυχήν μου. . .»
Εις το ύπαιθρον, εν μέσω των εκρήξεων της πυρκαϊάς, του γογγυσμού του πλήθους, η φωνή του εφαίνετο παραδόξως ισχνή, και αι χορδαί των βαρβίτων υπήχουν ως βόμβοι εντόμων. Αλλ' οι συγκλητικοί, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι αυγουστιανοί είχον ταπεινώσει την κεφαλήν και ήκουον εν αφώνω εκστάσει. Επί πολύ έψαλε και η φωνή του ολίγον κατ' ολίγον επληρώθη πικρίας. Όταν εσταμάτα όπως αναπνεύση, οι ψάλται επανελάμβανον εν χορώ τους τελευταίους στίχους· έπειτα ο Νέρων με μίαν κίνησιν ανέρριψεν επί των ώμων του την τραγικήν ποδήρη εσθήτά του, εχόρδισε μίαν συμφωνίαν και έψαλλεν. Όταν ετελείωσεν ο ύμνος, ήρχισε να αυτοσχεδιάζη, αναζητών μεγάλας μεταφοράς εις την εικόνα την ανελισσομένην ενώπιόν του. Και το πρόσωπόν του ολίγον κατ' ολίγον ήλλαξαν έκφρασιν. Η καταστροφή της γενεθλίου του πόλεως δεν τον είχε ποσώς συγκινήσει· αλλ' εμεθύσθη εις τοιούτον βαθμόν εκ του πάθους των ιδίων λόγων του, ώστε οι οφθαλμοί του επληρώθησαν δακρύων. Τότε αφήκε την βάρβιτον, ήτις εβόμβησεν εις τους πόδας του, και τυλιχθείς με την ποδήρη εσθήτά του έμεινεν ως απολιθωμένος, όμοιος με μίαν των Νιοβίδων, αι οποίαι εστόλιζον την αυλήν του Παλατινού.
Θύελλα επευφημιών διέκοψε την σιγήν. Αλλά μακρόθεν απήντησεν εις αυτόν η αγρία ωρυγή του πλήθους. Εκεί κάτω ουδείς πλέον αμφέβαλλεν, ότι ο Καίσαρ είχε διατάξει να καύσωσι την πόλιν, διά να απολαύση έν θέαμα και να ψάλλη ύμνους.
Εις την κραυγήν εκείνην, την εξερχομένην από εκατοντάδας χιλιάδων στηθών, ο Νέρων εστράφη προς τους αυγουστιανούς, με το μελαγχολικόν και καρτερικόν μειδίαμα ανθρώπου, διά τον οποίον οι άλλοι είνε άδικοι και κακοί.
— Ιδέτε, είπε, τον τρόπον κατά τον οποίον με εκτιμούν οι Κύρητες, εμέ, και πώς απολαμβάνουσι την ποίησιν!
— Τα καθάρματα! απήντησεν ο Βατίνιος. Πρόσταξον, κύριε, την φρουράν των πραιτωριανών να επιτεθή εναντίον των.
Ο Νέρων εστράφη προς τον Τιγγελίνον.
— Δύναμαι να βασίζωμαι εις την πίστιν των στρατιωτών:
— Ναι, θεσπέσιε, απήντησεν ο αρχηγός.
Αλλ' ο Πετρώνιος ύψωσε τους ώμους.
— Εις την πίστιν των, αλλ' όχι εις τον αριθμόν των. Μείνε εκεί όπου είσαι, διότι αυτό είναι ασφαλέστερον· αλλά πρέπει εξ άπαντος να πραϋνθή ο λαός ούτος.
Ο Σενέκας ετάχθη με την γνώμην ταύτην καθώς και ο ύπατος Λικίνιος.
Εν τούτοις ο αναβρασμός κάτω εγίνετο ορμητικώτερος. Ο λαός ωπλίζετο με λίθους, με πασσάλους σκηνών, με σανίδας αποσπωμένας από τα αμάξια και με παν σιδηρούν αντικείμενον. Αρχηγοί τινες λόχων ήλθον να δηλώσουν ότι οι πραιτωριανοί, υπό την πίεσιν του πλήθους, ησθάνοντο μεγίστην δυσκολίαν να παραμείνουν εις την γραμμήν της μάχης. Μη έχοντες διαταγήν να επιτεθώσι δεν ήξευρον τι να πράξωσι.
— Θεοί αθάνατοι! είπεν ο Νέρων, οποία νυξ! Από το έν μέρος η πυρκαϊά· από το άλλο τα απολελυμένα κύματα του όχλου!
Και εξηκολούθησε να ζητή λέξεις διά να εκφράση λαμπρώς όλον τον κίνδυνον της παρούσης ώρας. Αλλά βλέπων πέριξ του ωχρά πρόσωπα και ανησύχους οφθαλμούς εφοβήθη και αυτός επίσης.
— Δώσατέ μου τον αμαυρόν μανδύαν μου, με μίαν κουκούλαν! διέταξεν ούτος. Άρα γε θα απολήξη το πράγμα εις μάχην;
— Κύριε, είπεν ο Τιγγελίνος με φωνήν διστακτικήν, έπραξα ό,τι εξηρτάτο από εμέ, αλλ' ο κίνδυνος απειλεί . . . Ομίλησε εις αυτούς, αυθέντα, ομίλησε προς τον λαόν σου, και δος αυτώ υποσχέσεις!
— Ο Καίσαρ να ομιλήση προς τον όχλον; ας ομιλήση άλλος εξ ονόματός μου. Ποίος αναλαμβάνει;
— Εγώ, απήντησεν ο Πετρώνιος λίαν ατάραχος.
— Εμπρός, φίλε μου! είσαι ο πιστότερος εις όλας τας δυσχερείας . . . Εμπρός και μη φείδου υποσχέσεων.
Ο Πετρώνιος έστρεψε προς την συνοδείαν πρόσωπον αμέριμνον και ειρηνικόν.
— Οι παρόντες συγκλητικοί, είπε, θα με ακολουθήσουν . . . . καθώς και ο Πίσων, ο Σενεκίων και ο Νέρβας.
— Κατήλθε βραδέως την κλίμακα του υδραγωγείου. Εκείνοι, τους οποίους είχεν ονομάσει, εδίστασαν, κατόπιν τον ηκολούθησαν εμψυχωθέντες εκ της αταραξίας του.
Σταθείς παρά τας αψίδας ο Πετρώνιος εζήτησε να του δώσουν ίππον λευκόν, ανήλθεν επ' αυτού και ακολουθούμενος υπό των συντρόφων του διηυθύνθη διά μέσου των βαθέων στοίχων των πραιτωριανών, προς το μαύρον πλήθος, το ωρυόμενον· ήτο άοπλος, έχων μόνον εις χείρας το λεπτόν ελεφάντινον ραβδίον του, το οποίον έφερε συνήθως, και όταν έφθασεν, εισήλθε με τον ίππον του εντός του πλήθους.
Αι κραυγαί εγίνοντο ακόμη εντονώτεραι και συνεχωνεύθησαν εις ένα απάνθρωπον βρυχηθμόν. Οι πάσσαλοι, αι ράβδοι, αι μάχαιραι διεσταυρώθησαν υπέρ την κεφαλήν του Πετρωνίου. Βίαιαι χείρες εξετάθησαν προς τους χαλινούς του ίππου του και προς αυτόν. Αλλ' εκείνος εξηκολούθει να προχωρή πράος και αγέρωχος.
Ενίοτε έπληττε διά της ράβδου τους τολμηροτέρους, ως εάν επρόκειτο να διανοίξη δίοδον διά μέσου ειρηνικού πλήθους· και η ψυχραιμία του έκαμεν εντύπωσιν εις τον όχλον.
Τέλος τον ανεγνώρισαν και πλήθος φωνών ανέκραξαν:
— Ο Πετρώνιος! Ο Κριτής της φιλοκαλίας!
— Ο Πετρώνιος! επανέλαβον πανταχόθεν.
Και καθόσον το όνομά του διεδίδετο, τα πρόσωπά των εγίνοντο ολιγώτερον αγριωπά, αι ωρυγαί των ολιγώτερον θηριώδεις.
Ο Πετρώνιος αφήρεσε την λευκήν τήβεννόν του την ερυθροϋφή, την εσήκωσεν εις τον αέρα και την περιέστρεψε, σημαίνων ότι ήθελε να ομιλήση.
— Σιωπή! Σιωπή! εφώναξαν εις το πλήθος.
Αμέσως έγινε σιγή. Τότε εγερθείς επί του ίππου του ωμίλησε με βροντώδη φωνήν:
— Πολίται! Όσοι με ακούσωσιν, ας επαναλάβωσι τους λόγους μου προς τους γείτονάς των και όλοι ας φερθώσιν ως άνθρωποι, όχι ως θηρία εις την κονίστραν.
— Μάλιστα! Μάλιστα! απήντησαν αι φωναί.
— Ακούσατε! Η πόλις θα ανακτισθή. Οι κήποι του Λουκούλλου, του Μαικήνα, του Καίσαρος και της Αγριππίνης θα σας ανοιχθώσιν. Αύριον θα αρχίση η διανομή σίτου, οίνου και ελαίου, ώστε έκαστος να δυνηθή να γεμίση την κοιλίαν του μέχρι του φάρυγγος. Κατόπιν ο Καίσαρ θα σας δώση αγώνας, ομοίους των οποίων ουδέποτε θα έχετε ιδή· κατά τους αγώνας θα σας παραθέση συμπόσια και θα σας κάμη γενναιοδωρίας. Θα είσθε πλουσιώτεροι ή προ της πυρκαϊάς!
Είς ψίθυρος απήντησεν εις τον Πετρώνιον. Οι πλησιέστεροι μετέδιδον τους λόγους του εις εκείνους οίτινες ευρίσκοντο απωτέρω. Και αι κραυγαί της οργής ή της επιδοκιμασίας, αίτινες ηγείροντο εδώ και εκεί, συνεχωνεύθησαν μετ' ολίγον εις την άπειρον ομόθυμον κραυγήν:
— Άρτον και ιπποδρομίας!
Και αφού επέβαλε σιγήν διά της χειρός, πάλιν με φωνήν ηχηράν επανέλαβεν ο Πετρώνιος.
— Σας υπόσχομαι άρτον και αγώνας. Και τώρα ανευφημήσατε τον Καίσαρα, όστις σας τρέφει και σας ενδύει . . . Κατόπιν, ύπαγε να κοιμηθής, αγαπητέ λαέ, επειδή πλησιάζει να εξημερώση.
Ταύτα ειπών, έστρεψε τον ίππον, και πλήττων ελαφρώς εις την κεφαλήν ή το πρόσωπον εκείνους οίτινες τω απέκλειον την οδόν, επέστρεψε βραδέως εις τας τάξεις των πραιτοριανών. Εκ του ύψους των υδραγωγείων δεν είχον εννοήσει την κραυγήν: «Άρτον και ιπποδρομίας!» και ενόμιζον ότι επρόκειτο περί νέας εκρήξεως μανίας. Δεν ανέμενον μάλιστα να ίδωσι τον Πετρώνιον επανερχόμενον ποτέ πλέον.
Ο Νέρων, όταν τον είδεν επιστρέφοντα, έτρεξε μέχρι των βαθμίδων.
— Πώς; τι συμβαίνει εκεί κάτω; Μάχονται;
Ο Πετρώνιος ανέπνευσε βαθέως.
— Μα τον Πολυδεύκην! είπε, το ένα βρωμά και το άλλο μυρίζει: Ας μου δώση κάποιος ολίγον αναψυκτικόν! θα λιποθυμήσω!
Έπειτα, στραφείς προς τον Καίσαρα:
— Τους υπεσχέθην σίτον, έλαιον, αγώνας και ελευθέραν είσοδον εις τους κήπους. Σε λατρεύουν και πάλιν και αλαλάζουν προς τιμήν σου με τα σκασμένα χείλη των. Αθάνατοι θεοί, πόσον δυσάρεστον οσμήν έχει ο όχλος αυτός!
— Οι πραιτωριανοί ήσαν έτοιμοι, ανέκραξεν ο Τιγγελίνος και οι φωνασκοί, εάν δεν τους κατεπράυνες, θα εσιώπων διά παντός. Τι κρίμα, Καίσαρ, να μη επιτρέψης να γίνη χρήσις της βίας!
Ο Πετρώνιος τον παρετήρησε προς στιγμήν, ύψωσε τους ώμους και είπε:
— Τίποτε δεν εχάθη. Θα λάβης ίσως την ευκαιρίαν να μεταχειρισθής βίαν αύριον.
— Όχι, όχι! ανέκραξεν ο Καίσαρ, θα τους ανοίξω τους κήπους, θα τους διανείμω άρτον. Ευχαριστώ, Πετρώνιε. Θα δώσω αγώνας. Και τον ύμνον αυτόν, τον οποίον σας έψαλα απόψε, θα τον ψάλω δημοσία.
Ειπών αυτά, έθηκε την χείρα επί του ώμου του Πετρωνίου και, μετά τινα σιγήν, ηρώτησεν
— Έσο ειλικρινής· πώς σου εφάνη;
— Ήσο άξιος του θεάματος, όπως το θέαμα ήτο άξιον σου! απεκρίθη ο Πετρώνιος. Έπειτα στραφείς προς την πυρκαϊάν:
— Ας την θεωρήσωμεν ακόμη μίαν φοράν και ας είπωμεν το χαίρε εις την αρχαίαν Ρώμην.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Οι λόγοι του Αποστόλου είχον επαναφέρει την εμπιστοσύνην εις τας ψυχάς των χριστιανών. Κατέλιπον ο είς μετά τον άλλον τας κατακόμβας και επανήλθον εις τας προσωρινάς κατοικίας των. Τινές μάλιστα εβάδιζον προς την Τρανστιβέρην, διότι εκυκλοφόρει η είδησις ότι επειδή ο άνεμος έπνεε προς το μέρος του ποταμού, το πυρ είχεν εντοπισθή. Ο Πέτρος συνοδευόμενος υπό του Βινικίου και του Χίλωνος, εξήλθε και αυτός του υπογείου. Άνθρωποι ήρχοντο να ασπασθούν τας χείρας και το κράσπεδον του ιματίου του Αποστόλου· μητέρες έτεινον προς αυτόν τα τέκνα των· άλλοι εγονάτιζον εις τον σκοτεινόν δρόμον και, υψούντες προς αυτόν τους φανούς των, επεκαλούντο την ευλογίαν του· άλλοι τον ηκολούθουν ψάλλοντες. Όταν έφθασαν εις ελεύθερον χώρον, οπόθεν εφαίνετο ήδη η φλεγομένη πόλις, ο Απόστολος, αφού έκαμε τρις το σημείον του σταυρού επί της Ρώμης, εστράφη προς τον Βινίκιον και είπε:
— Μη φοβού. Η καλύβη του λατόμου είναι πλησίον εδώ. Θα εύρωμεν εκεί την Λίγειαν μετά του Λίνου και του πιστού υπηρέτου της. Ο Χριστός, όστις σου την προώρισε, την έσωσε προς χάριν σου.
Ο Βινίκιος κατελήφθη υπό τοιούτης αδυναμίας, ώστε έπεσεν εις τους πόδας του Αποστόλου και, ασπαζόμενος τα γόνατά του, έμεινεν εις την θέσιν εκείνην αδρανής, ανίκανος να προφέρη λεξιν.
Ο Απόστολος, προφυλασσόμενος από την ευγνωμοσύνην και τα εγκώμια εκείνα έλεγεν:
— Όχι εις εμέ· εις τον Χριστόν!
— Οποία λαμπρά θεότης! ανέκραξεν όπισθεν των ο Χίλων.
Έγειρε και ακολούθει μοι, είπεν ο Πέτρος, λαμβάνων διά της χειρός τον νέον τριβούνον, και εξηκολούθησαν τον δρόμον των.
Καθ' οδόν ο Βινίκιος ικέτευσε τον Πέτρον:
— Διδάσκαλε, πλύνον με εις το ύδωρ του βαπτίσματος, διά να δύναμαι να λέγωμαι αληθής λάτρης του Χριστού, διότι τον αγαπώ με όλην την δύναμιν της ψυχής μου. Βάπτισόν με τάχιστα, καθότι είμαι ήδη έτοιμος εν τη καρδία μου. Πάν ό,τι με διατάξης θα το πράξω: συ δε ειπέ μοι, τι δύναμαι να πράξω ακόμη.
— Να αγαπάς τους ανθρώπους ως αδελφούς, απήντησεν ο Απόστολος, διότι διά της αγάπης δύνασαι να τον υπηρετήσης, εκείνος δε θα σε ευλογή, σε και τον οίκον σου.
Η καλύβη του λατόμου ήτο είδος άντρου ωρυγμένου εις το κοίλωμα του βράχου του κλεισμένου εκ του ενός μέρους διά τοίχου από χώματα και σχοίνους. Η θύρα ήτο κλειστή, αλλά διά του ανοίγματος, όπερ εχρησίμευεν ως παράθυρον, διέκρινέ τις το εσωτερικόν, φωτιζόμενον υπό της εστίας. Γιγαντιαία μορφή ηγέρθη εις προϋπάντησιν των νεοερχομένων και ηρώτησε:
— Τίνες είσθε;
— Δούλοι του Χριστού! απήντησεν ο Πέτρος. Ειρήνη σοι, Ουρβανέ!
Ο Ούρσος έκλινε μέχρι των ποδών του Αποστόλου, έπειτα αναγνωρίσας τον Βινίκιον, έλαβε την χείρα του και την έφερεν εις τα χείλη του.
— Ήλθες, αυθέντα! Ευλογητόν το όνομα του Χριστού διά την χαράν, την οποίαν θα λάβη η Γαλλίνα!
Ήνοιξε την θύραν και εισήλθον. Ο Λίνος ασθενών έκειτο επί αχυρίνης στρωμνής με το πρόσωπον κάτισχνον και το μέτωπον κάτωχρον. Πλησίον της εστίας εκάθητο η Λίγεια, κρατούσα εις τας χείρας βούρλον μικρών ιχθύων προωρισμένων διά το δείπνον. Αφωσιωμένη εις το να εξαγάγη τους ιχθύς εκ του βούρλου και με την βεβαιότητα ότι θα ήτο ο Ούρσος δεν εκινήθη ποσώς. Ο Βινίκιος επλησίασε και καλέσας αυτήν έτεινε τους βραχίονας. Εκείνη ηγέρθη ζωηρά, λάμψις εκπλήξεως και χαράς διήλθε διά του μετώπου της και χωρίς να είπη λέξιν ερρίφθη εις τας αγκάλας του Βινικίου. Εκείνος την έθλιψεν επί του στήθους του μετά ζέσεως, έπειτα έλαβε τους κροτάφους της διά των δύο χειρών και την κατεφίλει εις το μέτωπον και τους οφθαλμούς· τέλος της διηγήθη την αναχώρησίν του, την άφιξη του, και πώς την είχε ζητήσει εντός των τειχών και εις την οικίαν του Λίνου, και πόσον είχεν υποφέρει, έως ότου ο Απόστολος του υπέδειξε το άσυλόν της.
— Αλλά τώρα, έλεγε, τώρα, αφού σε επανεύρον, δεν θα σε αφήσω εδώ. Θα σε σώσω, θα σας σώσω όλους, φιλτάτη μου! Θέλετε να έλθετε μαζί μου εις το Άντιον; Απ' εκεί θα επιβιβασθώμεν πλοίου διά Σικελίαν. Τα κτήματά μου είναι κτήματά σας, αι οικίαι μου είναι οικίαι σας. Εις την Σικελίαν θα ανεύρωμεν τους Αούλους, θα σε αποδώσω εις την Πομπωνίαν και θα σε παραλάβω κατόπιν από των χειρών της. Δεν είναι αληθές, παμφιλτάτη μου, ότι δεν έχεις πλέον φόβον από εμέ; Δεν ελούσθην ακόμη εις το ύδωρ του βαπτίσματος, αλλά δύνασαι να ερωτήσης τον Πέτρον αν δεν τον παρεκάλεσα να με βαπτίση. Έχε εμπιστοσύνην εις εμέ. Σεις όλοι, έχετε εμπιστοσύνην.
Η Λίγεια ήκουε με το πρόσωπον ακτινοβόλον. Η αναχώρησις διά την ειρηνικήν Σικελίαν θα ήνοιγε νέαν εποχήν ευτυχίας εις την ζωήν των. Εάν ο Βινίκιος δεν επρότεινε να παραλάβη ειμή μόνον αυτήν, εκείνη πιθανώς θα ανθίστατο εις τον πειρασμόν, μη θέλουσα ποσώς να καταλίπη τον Απόστολον και τον Λίνον. Αλλ' ο Βινίκιος είπεν:
«Έλθετε μαζί μου, τα κτήματά μου είναι κτήματά σας, αι οικίαι μου, οικίαι σας!»
Και η Λίγεια έκυψε διά να ασπασθή την χείρα του και εψιθύρισεν:
— Η εστία σου θα είναι εστία μου.
Έπειτα, συσταλείσα διότι επρόφερε την φράσιν των νεονύμφων, ηρυθρίασεν υπερβολικά και έμεινεν ακίνητος εις το φέγγος της εστίας.
Ο Βινίκιος εστράφη προς τον Πέτρον:
— Η Ρώμη καίεται κατά προσταγήν του Καίσαρος, είπε. Τις είδεν αν δεν διατάξη να σφάξη όλους τους κατοίκους διά του στρατού του; Τις οίδεν εάν, μετά την πυρκαϊάν, δεν έλθουν άλλαι πληγαί, — ο εμφύλιος πόλεμος, ο λιμός, αι προγραφαί, αι δολοφονίαι; Λοιπόν κρυφθήτε, και ας κρύψωμεν την Λίγειαν. Εν Σικελία θα περιμείνετε εν ειρήνη το τέλος της λαίλαπος και θα επανέλθετε κατόπιν διά να σπείρετε τον καλόν σπόρον.
Την ιδίαν στιγμήν, είς εργάτης, ο φύλαξ του σταδίου, εισήλθεν ασθμαίνων και έκραξε κλείων την θύραν:
— Σφάζουν γύρω εις τον Κίρκον του Νέρωνος. Οι δούλοι και οι θηριομάχοι ώρμησαν κατά των πολιτών.
— Ακούετε! είπεν ο Βινίκιος.
— Το ποτήριον επλήσθη, είπεν ο Απόστολος, και αι καταστροφαί θα είναι, ως η θάλασσα, απύθμενος, χωρίς όρια . . . .
Έπειτα στραφείς προς τον Βινίκιον και δεικνύων αυτώ την Λίγειαν:
— Λάβε την παιδίσκην ταύτην, την οποίαν ο Θεός σου προώρισε, και σώσε την. Ο Λίνος, όστις ασθενεί, και ο Ούρσος θα σας ακολουθήσουν.
Αλλ' ο Βινίκιος, όστις είχεν αρχίσει να αγαπά τον Απόστολον με όλην την δύναμιν της ορμητικής ψυχής του, ανέκραξε:
— Σου ορκίζομαι, διδάσκαλε, ότι δεν θα σε αφήσω εδώ διά να απολεσθής!
— Και ο Κύριος θα σε ευλογήση διά την προαίρεσίν σου, απεκρίθη ο Πέτρος· αλλά δεν ηξεύρεις ότι ο Χριστός μου είπε τρις παρά την λίμνην της Τιβεριάδος: «Ποίμαινε τα πρόβατά μου!» Λοιπόν, εάν συ, εις τον οποίον ουδείς με ενεπιστεύθη, λέγεις ότι δεν θα με αφήσης εδώ διά να απολεσθώ, πώς θέλεις ίνα εγώ εγκαταλίπω το ποίμνιόν μου κατά την ημέραν του κινδύνου; Όταν τρικυμία ετάραττε την λίμνην και ημείς ετρομάξαμεν, εκείνος δεν μας εγκατέλειψε. Και εγώ, ο δούλος, πώς να μη ακολουθήσω το παράδειγμα του Κυρίου μου;
Ο Λίνος ήγειρε το ισχνόν πρόσωπόν του.
— Εφημέριε του Κυρίου, πώς να μη ακολουθήσω και εγώ το παράδειγμά σου;
Ο Βινίκιος έφερε την χείρα εις το μέτωπον, παλαίων με τους ιδίους λογισμούς του· αίφνης έδραξε την χείρα της Λιγείας, και με φωνήν, εν τη οποία έπαλλεν η δραστηριότης του Ρωμαίου στρατιώτου, είπεν:
— Ακούσατέ με, Πέτρε, Λίνε και συ Λίγεια! Εγώ έλεγον ό,τι με συνεβούλευε το λογικόν των ανθρώπων. Το λογικόν, το οποίον κατοικεί εις την ψυχήν την ιδικήν σας, εκπηγάζει από τας εντολάς του Σωτήρος. Ναι! δεν ενόησα· ναι! επλανήθην, διότι από τους οφθαλμούς μου τα λέπυρα δεν έπεσαν και ο παλαιός χαρακτήρ μου δεν απέθανεν εντελώς παρ' εμοί. Αλλ' αγαπώ τον Χριστόν και θέλω να είμαι θεράπων του, και επειδή εδώ πρόκειται περί πράγματος πολυτιμοτέρου από την ζωήν μου, γονυπετώ ενώπιόν σας και ομνύω ότι και εγώ θα εκτελέσω την εντολήν της αγάπης και δεν θα εγκαταλείψω ποσώς τους αδελφούς μου κατά την ημέραν της συμφοράς!
Ταύτα ειπών, εγονυπέτησεν, έτεινε τους βραχίονας και με οίστρον ενθουσιασμού:
— Ω Χριστέ! σε ενόησα τέλος; Είμαι άξιος σου;
Αι χείρες του έτρεμον· οι οφθαλμοί του έλαμπον εκ δακρύων, το σώμα του έφρισσεν εξ αγάπης και πίστεως . . . Ο Πέτρος ένευσεν εις τον Ούρσον να γεμίση την κολυμβήθραν ύδατος. Εν ακαρεί ο Ούρσος εξετέλεσε την διαταγήν του Αποστόλου.
Ο Πέτρος έλαβεν από του ώμου και της μασχάλης τον Βινίκιον και του υπέδειξε να κατέλθη εις την κολυμβήθραν, λέγων:
— Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού Μάρκος, εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος, Αμήν!
Τότε η θρησκευτική έκστασις κατέλαβε πάντας. Η καλύβη δι' αυτούς έλαμψεν εκ θαυμασίας αίγλης· ήκουσαν θείας μελωδίας· οι βράχοι του σπηλαίου ηνοίχθησαν υπεράνω των κεφαλών των· εξ ουρανού κατήλθον προς αυτούς πτερυγισμοί αγγέλων. Και εκεί υψηλά, εις το αχανές, είδον ένα σταυρόν και δύο διατρήτους χείρας ευλογούσας.
Έξω, αντήχει ο θόρυβος απηλπισμένων κραυγών και καταρρεουσών οικιών εν μέσω των φλογών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.
Ο λαός κατηυλίζετο εις τους λαμπρούς κήπους της Δομιτίας και της Αγριππίνης, εις το πεδίον του Άρεως και εις τους κήπους του Πομπηίου, του Σαλουστίου και του Μαικήνα. Είχε ζητήσει καταφύγιον εις τας επαύλεις, εις τα παραπήγματα και τα άντρα τα προωρισμένα διά τα θηρία. Οι ταώνες, οι κύκνοι, αι στρουθοκάμηλοι, αι έλαφοι και δορκάδες, οι αίγαγροι, οίτινες απετέλουν τον στολισμόν των κήπων, είχον θυσιασθή υπό την μάχαιραν του όχλου. Από την Όστιαν τα τρόφιμα έφθανον τόσον άφθονα, ώστε ηδύνατό τις να περιπατή επί των σχεδίων και των λέμβων, όπως θα περιεπάτει επί γεφύρας, από της μιας όχθης του Τιβέρεως εις την άλλην. Είχον επιταχθή μεγάλαι παρακαταθήκαι οίνου, ελαίου και καστάνων. Από του όρους έφθανον καθ' εκάστην ποίμνια βοών και προβάτων.
Η γενναιοδωρία του Καίσαρος δεν εσταμάτησε τας μομφάς. Μόνη η τάξις των νυκτοκλεπτών, των λωποδυτών και αλητών ήτο ευχαριστημένη· οι άλλοι, όσοι είχον προσφιλείς υπάρξεις, εκείνοι, των οποίων η περιουσία είχε καταστραφή, δεν εκολακεύθησαν, ούτε εκ της διανομής του σίτου, ούτε εκ της προσδοκίας αγώνων και γενναιοδωριών.
Πλησίον της Μυγιανής Πύλης εγίνοντο συμπλοκαί, όπου εχάνοντο κατά εκατοντάδας οι άνθρωποι. Αι όχθαι του Τιβέρεως ήσαν πλήρεις ανθρώπων πνιγμένων, τους οποίους κανείς δεν έθαπτε και οίτινες επλήρουν τον αέρα λοιμωδών αναθυμιάσεων.
Περί την έκτην ημέραν η πυρκαϊά φθάσασα εις ανοικτούς τόπους εξησθένισε. Πολλοί πλανώμενοι με θλιμμένην την όψιν παρεμέριζον περίλυποι τα καπνίζοντα ερείπια, αναζητούντες εντός αυτών αντικείμενα προσφιλή ή τα οστά αγαπητών υπάρξεων.
Ο Καίσαρ, παρ' όλην την ελευθεριότητά του, παρ' όλα τα δωρεάν διανεμηθέντα υπ' αυτού τρόφιμα, με τρόμον ανελογίζετο τας συνεπείας της καταστροφής και της οργής του λαού. Και αυτοί οι Αυγουστιανοί δεν ήσαν ολιγώτερον ανήσυχοι. Ο Τιγγελίνος εσκέπτετο να μετακαλέση λεγεώνας τινας εκ της Μικράς Ασίας. Ο Βατίνιος, όστις μέχρι τούδε εγέλα όταν ερραπίζετο, είχε χάσει την ευθυμίαν του. Ο Βιτέλλιος δεν είχε πλέον όρεξιν.
Ο Τιγγελίνος συνεβουλεύθη τον Δομίτιον Άφερ και αυτόν τον Σενέκαν, τον οποίον εμίσει. Η Ποππέα, ήτις ενόει πολύ καλά, ότι η καταστροφή του Νέρωνος θα ήτο απόφασις θανάτου δι' αυτήν, συνεβουλεύθη τους οικείους της και τους Ιουδαίους ιερείς (ήτο γενικώς γνωστόν ότι από τινων ετών αύτη επρέσβευε την θρησκείαν του Ιεχωβά). Ο Νέρων αφ' ετέρου επρότεινε μέσα της εμπνεύσεώς του τα οποία ήσαν πολλάκις φρικαλέα και ως επί το πλείστον παράλογα.
Έκαμαν συμβούλιον εν τη οικία του Τιβερίου. Ο Πετρώνιος ήτο της γνώμης να αφήσωσι τας φροντίδας οπίσω των και να μεταβώσιν εις την Ελλάδα, έπειτα εις την Αίγυπτον και εις την Μικράν Ασίαν. Το ταξείδιον είχε προταθή προ πολλού· διατί λοιπόν να αναβληθή ακόμη;
Η πρότασις αύτη ενεθουσίασεν αμέσως τον Καίσαρα. Αλλ' ο Σενέκας αντέτεινε ειπών:
— Είνε εύκολον να αναχωρήση κανείς. Αλλά να επιστρέψη θα είναι δυσκολώτατον.
— Μα τον Ηρακλή! απήντησεν ο Πετρώνιος, θα επιστρέψωμεν, εάν είναι ανάγκη, επί κεφαλής των λεγεώνων της Ασίας.
— Ούτω θα πράξω! ανεφώνησεν ο Νέρων.
Ο Πετρώνιος θα ήτο και πάλιν ο άνθρωπος των περιστάσεων.
— Άκουσόν με, Καίσαρ! υπέλαβεν ο Τιγγελίνος, η συμβουλή είνε κινδυνώδης. Πριν φθάσης εις Όστιαν θα εκραγή ο εμφύλιος πόλεμος και τις ηξεύρει αν κανείς μακρυνός απόγονος του θείου Αυγούστου δεν αναγορευθή αυτοκράτωρ;
— Λοιπόν! εφώνησεν ο Νέρων, θα προσποιηθώμεν ότι οι απόγονοι του Αυγούστου δεν υπάρχουν εις την αγοράν. Οι ολίγοι ζώντες ακόμη είνε εύκολον να παραιτηθώσι.
— Πράγματι είνε ευκολώτατον, αλλά και άλλοι ακόμη δύνανται να είνε επικίνδυνοι. Χθες οι στρατιώται μου ήκουον να λέγεται μεταξύ του πλήθους, ότι πρέπει να αναγορευθή αυτοκράτωρ είς άνθρωπος ως ο Θραπεύς.
Ο Νέρων εδάγκασε τα χείλη του.
— Λαός ακόρεστος και αγνώμων! Έχουν αρκετόν σίτον και αρκετήν θερμήν τέφραν διά να ψήσουν τους πλακούντας των τι τους χρειάζεται ακόμη;
— Η εκδίκησις!! απήντησεν ο Τιγγελίνος.
Πάντες εσιώπησαν. Αίφνης ο Καίσαρ ωρθώθη, ανέτεινε την χείρα και απήγγειλεν:
«Εκδίκησιν διψώσιν αι καρδίαι, θύματα δε η εκδίκησις διψά» . . . .
Έπειτα λησμονήσας το παν ανέκραξε, με ακτινοβόλον όψιν:
— Δόσατέ μου τας πινακίδας μου και κάλαμον, ίνα σημειώσω τους στίχους τούτους! Ποτέ ο Λουκιανός δεν έγραψε παρομοίους. Παρατηρήσατε ότι τους εύρον εν ριπή οφθαλμού.
— Ω ποιητά απαράμιλλε! ηκούσθησαν φωναί.
Ο Νέρων εσημείωσε τους στίχους και περιφέρων το βλέμμα του επί τους παρεστώτας:
— Ναι, η εκδίκησις θέλει θύματα! Εάν εσφενδονίζομεν την είδησιν, ότι ο Βατίνιος επυρπόλησε την πόλιν ή άλλος τις σημαντικώτερος, και αν τον εθυσιάζομεν διά να δυνηθώμεν να κορέσωμεν την μανίαν του λαού;
— Τι είμαι λοιπόν εγώ, ω θεότης; ανέκραξεν ο Βατίνιος.
— Είνε αληθές: είς από τους σπουδαιοτέρους . . . και ο Βιτέλλιος;
Ο Βιτέλλιος ωχρίασεν, αλλ' ήρχισε να γελά.
— Το πάχος μου, είπε, θα επροκάλει νέαν πυρκαϊάν.
Εν τούτοις ο Νέρων εζήτει έν θύμα, το οποίον θα ηδύνατο αληθώς να κορέση την οργήν του λαού, και το εύρε:
— Τιγγελίνε, είπε, συ έκαυσες την Ρώμην!
Οι παρεστώτες εφρικίασαν. Ενόουν ότι ο Καίσαρ έπαυσε να αστεΐζεται και ότι η στιγμή ήτο πλήρης γεγονότων.
Το πρόσωπον του Τιγγελίνου συνεσπάσθη ως το ρύγχος κυνός, ο οποίος είνε έτοιμος να δαγκάση.
— Έκαυσα την Ρώμην . . . τη προσταγή σου, απήντησε.
Και έμειναν προσβλέποντες αλλήλους ασκαρδαμυκτί. Ηκούετο ο βόμβος των μυιών εκ του ατρίου.
— Τιγγελίνε, ηρώτησεν ο Νέρων, με αγαπάς;
— Το ηξεύρεις, αυθέντα.
— Θυσιάσθητι προς χάριν μου!
— Θείε Καίσαρ, απήντησεν ο Τιγγελίνος, διατί να δίδης εις εμέ το γλυκύ ποτόν, όταν μου είνε απηγορευμένον να το φέρω εις τα χείλη μου; ο λαός γογγύζει και στασιάζει· θέλεις να επαναστατήσουν και οι πραιτωριανοί;
Ο Τιγγελίνος ήτο στρατηγός των πραιτωριανών και οι λόγοι του περιείχον έννοιαν απειλής. Ο Νέρων το ενόησε και το πρόσωπόν του έγινε κάτωχρον.
Την ιδίαν στιγμήν εισήλθεν ο Επαφρόδιτος, απελεύθερος του Καίσαρος. Ήρχετο να αναγγείλη εις τον Τιγγελίνον ότι η θεία Αυγούστα επεθύμει να τον ίδη: αύτη είχε πλησίον της ανθρώπους, τους οποίους ο στρατηγός έπρεπε να ακούση.
Ο Τιγγελίνος υπεκλίθη προ του Καίσαρος και εξήλθεν αναθαρρήσας.
Ο Νέρων κατ' αρχάς έμεινε σιωπηλός. Έπειτα, βλέπων ότι οι παρεστώτες ανέμενον, είπεν:
— Εθέρμανα όφιν εις τους κόλπους μου.
Ο Πετρώνιος ύψωσε τους ώμους, διά να δείξη ότι δεν ήτο πολύ δύσκολον να κόψη τις την κεφαλήν του όφεως εκείνου.
— Λοιπόν ομίλει! δος συμβουλήν! το απαιτεί ο Νέρων. Εις σε μόνον έχω εμπιστοσύνην, επειδή έχεις περισσότερον νουν από όλους αυτούς εδώ και με αγαπάς.
Ο Πετρώνιος απεκρίθη:
— Σε συμβουλεύω να αναχωρήσης διά την Ελλάδα.
— Πετρώνιε, ο λαός γογγύζει· αλλ' εάν ελάμβανον την βάρβιτόν μου και μετέβαινον εις το Πεδίον του Άρεως, εάν του έψαλλα επάνω εις την πυρκαϊάν . . . δεν νομίζεις ότι θα κατώρθωνα να τον θέλξω με το άσμα μου, όπως ο Ορφεύς το πάλαι κατέθελγε τα θηρία;
— Αναμφιβόλως, Καίσαρ . . . αρκεί μόνον . . . να σε άφηναν να αρχίσης. . . .
— Α! ανέκραξεν ο Νέρων απογοητευθείς, επερίμενα καλλίτερα από σε. Εάν αναχωρήσω, ποίος ημπορεί να μου εγγυηθή ότι η Σύγκλητος, ήτις με μισεί, δεν θα ανακηρύξη άλλον αυτοκράτορα; Ο λαός ήτο πιστός εις εμέ· σήμερον είναι εναντίον μου . . . Μα τον Άδην, εάν η Σύγκλητος αύτη και ο λαός είχον μόνον μίαν κεφαλήν . . . .
— Επίτρεψόν μοι να σοι είπω, ω θεσπέσιε, ότι εάν επιθυμής να διατηρήσης την Ρώμην, πρέπει να διατηρήσης Ρωμαίους τινάς, είπε μειδιών ο Πετρώνιος.
Αλλ' ο Νέρων εμεμψιμοίρει.
— Η Ρώμη και οι Ρωμαίοι τι με ενδιαφέρουν! θα με ήκουον όταν ευρισκόμην εν Ελλάδι; Εδώ όλοι είναι προδόται γύρω μου! Όλοι με εγκαταλείπουν και σεις ο ίδιος είσθε έτοιμος να με προδώσετε! Ειξεύρω τούτο . . . . Δεν σκέπτεσθε μάλιστα ποία μομφή θα στραφή εναντίον σας εις το μέλλον;
Την ιδίαν στιγμήν εισήλθεν η Ποππέα μετά του Τιγγελίνου. Ούτος ακτινοβολών εκ χαράς και θριάμβου εστάθη έμπροσθεν του Καίσαρος και ωμίλησε με φωνήν βραδείαν και ευκρινή, εν τη οποία έτριζεν ο σίδηρος.
— Άκουσόν με, Καίσαρ, ευρήκα! . . . Ο λαός θέλει εκδίκησιν και θύμα. Τι λέγω, θύμα; Εκατοντάδας, χιλιάδας θυμάτων . . . Ήκουσες ποτέ να λέγουν, ω άναξ, ποίος ήτο ο Χριστός, εκείνος τον οποίον εσταύρωσεν ο Πόντιος Πιλάτος; Ειξεύρεις τίνες είνε οι Χριστιανοί; Δεν σου ωμίλησαν περί των εγκλημάτων των και των ατίμων τελετών των! περί των προφητειών των, κατά τας οποίας ο κόσμος θα απολεσθή διά πυρός; Ο λαός τους μισεί και τους υποπτεύεται ήδη. Ουδείς τους είδε ποτέ εις τους ναούς, διότι ισχυρίζονται ότι οι θεοί μας είναι πονηρά πνεύματα· δεν τους βλέπει τις εις το Στάδιον, διότι περιφρονούν τας ιπποδρομίας. Ουδέποτε ουδείς εξ αυτών ανεγνώρισε την θείαν καταγωγήν σου. Είνε εχθροί του ανθρωπίνου γένους, εχθροί της πόλεως, εχθροί ιδικοί σου! Ο λαός γογγύζει κατά σου· αλλά δεν με διέταξες συ, Καίσαρ, να καύσω την Ρώμην, ούτε εγώ την έκαυσα. Ο λαός διψά εκδίκησιν. Θα πίη. Ο λαός θέλει αγώνας και αίμα· θα τα λάβη! Ο λαός σε υποπτεύεται. Αι υποψίαι του θα παρεκκλίνωσιν.
Ενώ ωμίλει ο Τιγγελίνος, το πρόσωπον του αυτοκράτορος ήλλαζεν έκφρασιν κατοπτρίζον πότε μανίαν και πότε λύπην, πότε οίκτον και πότε επιδοκιμασίαν. Και ορθωθείς αίφνης ο Καίσαρ απέρριψε την τήβεννόν του, ύψωσε τας χείρας προς τον ουρανόν και έμενεν ούτω σιωπηλός. Τέλος με φωνήν τραγωδού προφέρων ελληνιστί τα ονόματά των, είπε:
— Ζευ, Απόλλων, Ήρα, Αθηνά, Περσεφόνη και σεις πάντες θεοί αθάνατοι! Διατί δεν μας εβοηθήσατε; Τι έπραξεν εις τους κακοδαίμονας αυτούς χριστιανούς η δύστηνος αύτη πόλις και την επυρπόλησαν;
— Είνε εχθροί του ανθρωπίνου γένους και εχθροί σου! είπεν η Ποππέα.
Τότε όλοι ομού:
— Απόδος δικαιοσύνην! Τιμώρησον τους εμπρηστάς! Και αυτοί οι θεοί φωνάζουν εκδίκησιν.
Ο Νέρων εκάθησεν, εχαμήλωσε την κεφαλήν και έμεινεν άφωνος, ως να είχε καταστή εμβρόντητος από θέαμα βδελυρόν· είτα εκίνησε τας χείρας και ανέκραξε:
— Ποίαι ποιναί και ποίαι βάσανοι είνε άξιαι του εγκλήματος τούτου; Αλλ' οι θεοί θα με εμπνεύσουν, και με την βοήθειαν των δυνάμεων του Ταρτάρου θα δώσω εις τον δυστυχή λαόν μου τοιούτον θέαμα, ώστε επί αιώνας οι Ρωμαίοι θα ομιλούν περί εμού μετ' ευγνωμοσύνης . . .
Ο Πετρώνιος ανελογίσθη τους κινδύνους, τους οποίους έμελλον να διατρέξωσιν η Λίγεια και ο Βινίκιος, τους όποιους ηγάπα, και όλοι εκείνοι των οποίων το δόγμα μεν απέρριπτε, τους οποίους όμως εγνώριζεν ως αθώους. Ανελογίσθη προσέτι ότι έμελλε να αρχίση εποχή αιματηρών οργίων και εσκέφθη: «Πρέπει να σώσω προ παντός τον Βινίκιον, όστις θα τρελλαθή αν χαθή η κόρη εκείνη.» Και η σκέψις αύτη ενίκησεν όλας τας άλλας, αν και ο Πετρώνιος κατενόει ότι έμελλε να αποδυθή εις αγώνα εξαιρέτως επικίνδυνον.
Και ωμίλησε μετά παρρησίας όπως εσυνήθιζε να πράττη, οσάκις επέκρινεν ή επήνει τας μωράς εμπνεύσεις του Καίσαρος ή των Αυγουστιανών.
— Λοιπόν εύρετε θύματα! είπε προς τον Καίσαρα. Πολύ καλά! Δύνασθε να τα στείλετε εις την κονίστραν και να τα θυσιάσετε! Πλην ακούσατέ με: Έχετε την εξουσίαν· έχετε την βίαν! Παραδώσατε τους χριστιανούς εις τον λαόν, βασανίσατέ τους, αλλ' έχετε το θάρρος να ειπήτε εις εαυτούς ότι αυτοί δεν έκαυσαν την Ρώμην! . . . Μα την θείαν Κλειώ! Σας δηλώ ότι δεν υποφέρω αυτάς τας αθλίας κωμωδίας. Συ, Καίσαρ, μας έλεγες περί υστεροφημίας· πλην αναλογίσθητι καλώς, οποίον θα είνε το δόγμα της υστεροφημίας περί σου. Ο Νέρων, δεσπότης του κόσμου, ο Νέρων-θεός, έκαυσε την Ρώμην, διότι ήτο τόσον φοβερός επί της γης όσον και ο Ζευς εις τον Όλυμπον. Ο Νέρων ποιητής ηγάπα τόσον πολύ την ποίησιν, ώστε εθυσίασεν εις αυτήν την πατρίδα του! Από καταβολής κόσμου ουδείς έπραξεν, ουδείς ετόλμησε να ονειροπολήση παρόμοιον πράγμα! Αδιάφορον αν η πυρπόλησις της Ρώμης είναι καλόν ή κακόν: Είνε μέγα πράγμα και ασύνηθες! Και έπειτα, σε βεβαιώ ότι ο λαός δεν θα εγείρη χείρα επί σου! έχε θάρρος! Άπεχε από πράξεις αναξίας σου, διότι δεν έχεις να φοβηθής ειμή την υστεροφημίαν, ήτις μόνη θα ηδύνατο να είπη: «Ο Νέρων έκαυσε την Ρώμην. Αλλ' ο Καίσαρ, ο τόσον μικρόψυχος, όσον και μικρόψυχος ποιητής, απεκήρυξε [?]κώτερος, και αν τον θυσιάσωμεν διά να δυνηθώμεν να κορέσωμεν αθώους!»
Ο Πετρώνιος δεν ηπατάτο ως προς τας συνεπείας, τας οποίας θα επέφερε δι' αυτόν η αποτυχία του απελπιστικού μέσου, εις το οποίον είχε προσφύγει. Αλλά το παιγνίδιον της Τύχης και της συμπτώσεως πάντοτε τον έτερπε.
Επήλθε σιγή.
Ο Νέρων είχεν ανυψώσει τα χείλη, πλησιάζων αυτά εις τους ρώθωνας, πράγμα το οποίον ήτο σημείον δισταγμού.
— Άναξ, ανέκραξεν ο Τιγγελίνος, επίτρεψόν μοι να εξέλθω. Σε παροτρύνουν να ριψοκινδυνεύσης το ίδιον πρόσωπόν σου εις τους μεγαλειτέρους κινδύνους, και επί πλέον, σε χαρακτηρίζουν ως Καίσαρα μικρόψυχον ποιητήν, ως εμπρηστήν και ως κωμωδόν· τα ώτα μου δεν δύνανται να ακούωσι περισσότερα.
— Έχασα, εσκέφθη ο Πετρώνιος.
Αλλά στραφείς προς τον Τιγγελίνον και καταμετρών αυτόν με βλέμμα προδίδον πάσαν περιφρόνησιν προς τον πανούργον:
— Τιγγελίνε, είπε, σε εχαρακτήρισα ως κωμωδόν, διότι τοιούτος είσαι, και μάλιστα την στιγμήν αυτήν.
— Διότι δεν θέλω να ακούω τας ύβρεις σου;
— Διότι υποκρίνεσαι απεριόριστον αγάπην προς τον Καίσαρα, ενώ προ μιας στιγμής τον ηπείλεις με τους πραιτωριανούς, πράγμα το οποίον πάντες ενοήσαμεν και αυτός σε ενόησεν επίσης.
Ο Τιγγελίνος, όστις δεν εφαντάζετο ότι ο Πετρώνιος θα ετόλμα να ρίψη τον κύβον επί της τραπέζης με τοιαύτην αποφασιστικότητα, έγινε κάτωχρος και έμεινε βωβός. Αλλ' αυτή θα ήτο η τελευταία νίκη του «Βασιλέως της κομψότητος» κατά του αντιπάλου του, διότι αυτοστιγμεί η Ποππέα εγερθείσα ανέκραξεν:
— Άναξ, πώς δύνασαι να επιτρέπης τοιαύτην ιδέαν να την εκφράζη οιοσδήποτε ή τουλάχιστον να τολμούν να την εκφράζουν ενώπιόν σου;
— Τιμώρησον τον υβριστήν, είπεν ο Βιτέλλιος.
Εκ νέου ο Νέρων ηνώρθωσε τα χείλη του και στραφείς προς τον Πετρώνιον με στίλβοντας οφθαλμούς:
— Τοιουτοτρόπως λοιπόν, είπεν, ανταποδίδεις την φιλίαν, την οποίαν είχον πάντοτε προς σε;
— Εάν ηπατήθην, απόδειξόν μου την πλάνην μου, απήντησεν ο Πετρώνιος· αλλά μάθε ότι ουδέν άλλο είπα, ειμή ό,τι μου υπηγόρευεν η αγάπη την οποίαν έχω διά σε.
— Τιμώρησον τον υβριστήν! επανέλαβεν ο Βιτέλλιος.
Και έπειτα όλοι:
— Ναι! Τιμώρησον αυτόν!
Πάντες απεμακρύνοντο από τον Πετρώνιον. Και αυτός ο Τούλιος Σενεκίων, ο παλαιός σύντροφός του εις την αυλήν, και ο νεαρός Νέρβας, όστις, έως τότε, είχε δείξει προς αυτόν ζωηροτάτην φιλίαν, απεμακρύνθησαν. Ο «βασιλεύς της κομψότητος» είχε μείνει μόνος εις το αριστερόν του ατρίου. Με το μειδίαμα εις τα χείλη και διευθετών με νωχελή χείρα τας πτυχάς της τηβέννου του, επερίμενε τι θα έλεγεν ή θα έπραττεν ο Καίσαρ.
Ο Καίσαρ είπε:
— Θέλετε να τον τιμωρήσω, αλλ' είναι εταίρος και φίλος μου. Και μ' όλον ότι μου επλήγωσε την καρδίαν, θέλω να μάθη ότι η καρδία αύτη μόνον την συγγνώμην έχει διά τους φίλους της.
— Έχασα . . . και εχάθην, εσκέφθη ο Πετρώνιος.
Εν τοσούτω ο Καίσαρ ηγέρθη. Το συμβούλιον έληξε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
Ο Πετρώνιος επανήλθεν εις την οικίαν του, ενώ ο Νέρων και ο Τιγγελίνος μετέβαινον εις το άτριον της Ποππέας, όπου τους ανέμενον οι άνθρωποι, μετά των οποίων προηγουμένως είχε συνομιλήσει ο Τιγγελίνος.
Ήσαν εκεί δύο ραββίνοι της Τρανστιβέρης, ενδεδυμένοι μακράς επιδεικτικάς εσθήτας και φέροντες μίτραν επί της κεφαλής, είς νέος γραφεύς, όστις εχρησίμευεν ως γραμματεύς των και ο Χίλων. Μόλις είδον τον Καίσαρα, οι ιερείς ωχρίασαν εκ συγκινήσεως και, υψώσαντες τας χείρας μέχρι των ώμων, εκάλυψαν τα μέτωπα με τας παλάμας.
«Χαίρε, μονάρχα των μοναρχών και βασιλεύ των βασιλευόντων! είπεν ο πρεσβύτερος. Χαίρε, δέσποτα του κόσμου, προστάτα του λαού εκλεκτέ! Χαίρε, Καίσαρ, λέων εις τους ανθρώπους, ω συ, του οποίου η βασιλεία είναι ομοία με το φως του ηλίου και με τας κέδρους του Λιβάνου και με πηγήν ζώντος ύδατος και με βάλσαμον της Ιεριχούς! Χαίρε.»
— Κατηγορείτε τους χριστιανούς ότι έκαυσαν την Ρώμην; είπεν ο Καίσαρ.
— Ημείς, δέσποτα, δεν τους κατηγορούμεν, ειμή ότι είναι οι εχθροί του ανθρωπίνου γένους, οι εχθροί της Ρώμης και ιδικοί σου εχθροί, και ότι από πολλού ηπείλησαν με πυρ την Πόλιν και τον κόσμον. Τα λοιπά θα σου εξηγηθώσιν υπό του ανδρός τούτου, του οποίου τα χείλη δεν θα μολυνθώσι ποσώς διά ψεύδους, επειδή εις τας φλέβας της μητρός του έρρεε το αίμα του εκλεκτού λαού.
Ο Νέρων εστράφη προς τον Χίλωνα:
— Ποίος είσαι συ;
— Πιστός σου, θείε Όσιρι, και δυστυχής στωικός.
— Απεχθάνομαι τους στωικούς, είπεν ο Νέρων. Η γλώσσα των και η περιφρόνησίς των προς την τέχνην μού προκαλούν αηδίαν, ως και η εκουσία αθλιότης των και η ακαθαρσία των.
— Αυθέντα, είμαι στωικός εξ ανάγκης. Κάλυψε μόνον τον στωικισμόν μου, ω Ακτινοβόλε, κάλυψέ τον με στέφανον ρόδων και θες έμπροσθέν του ένα αμφορέα οίνου — και αυτός θα ψάλη τον Ανακρέοντα ώστε να κάμη να σιγήσουν οι Επικούριοι.
Ο Νέρων ευχαριστηθείς από τον τίτλον «ακτινοβόλος» εμειδίασε και είπε:
— Μου είσαι αρεστός.
— Αυτός ο άνθρωπος είναι τέλειος; ανέκραξεν ο Τιγγελίνος.
— Πρόσθεσε, κύριε, την γενναιοδωρίαν σου εις το ιδικόν μου βάρος, υπέλαβεν ο Χίλων· ειδεμή ο άνεμος θα παρασύρη το φιλοδώρημα.
— Πράγματι, δεν αξίζεις όσον ο Βιτέλλιος, είπεν ο Καίσαρ.
— Έ! θείε τοξότα, το πνεύμα μου δεν είναι από μόλυβδον.
— Βλέπω ότι ο Νόμος δεν σου απαγορεύει να με ονομάζης θείον.
— Αθάνατε! ο Νόμος μου είσαι συ· οι χριστιανοί βλασφημούσι τον νόμον τούτον και δι' αυτό τους μισώ.
— Λέγε, τι γνωρίζεις περί των χριστιανών;
— Θα μου επιτρέψης να κλαύσω πρώτον, θεσπέσιε;
— Όχι, είπεν ο Νέρων· τα δάκρυα με ενοχλούν.
— Και έχεις πολύ δίκαιον, ω θείε Καίσαρ!
— Ωμίλει περί των χριστιανών, είπεν ανυπομονούσα η Ποππέα.
— Θα γίνη, όπως διατάττεις, Ίσις, απήντησεν ο Χίλων. Ιδού. Από της νεότητός μου αφιερώθην εις την φιλοσοφίαν και ανεζήτησα την αλήθειαν. Την εζήτησα εις τους αρχαίους σοφούς και εις την Ακαδημίαν των Αθηνών και εις το Σεράπειον της Αλεξανδρείας. Ακούσας να γίνεται λόγος περί των χριστιανών, ενόμισα ότι ήτο νέα τις σχολή, όπου θα εύρισκον ίσως μόρια τινα αληθείας. Και ήλθα εις σχέσεις προς αυτούς, κατά δυστυχίαν μου! Ο πρώτος χριστιανός εις τον οποίον με επλησίασεν η κακή μου μοίρα, ήτο είς ιατρός εν Νεαπόλει, ονόματι Γλαύκος. Δι' αυτού έμαθον ολίγον κατ' ολίγον, ότι ούτοι ελάτρευον κάποιον Χριστόν, όστις τους είχεν υποσχεθή την εξόντωσιν όλων των ανθρώπων και τον όλεθρον όλων των πόλεων επί της γης, και ότι αυτούς μόνον θα αφήση να ζώσιν, υπό τον όρον όπως ούτοι τον βοηθήσουν εις το έργον της καταστροφής. Διά τούτο, άναξ, μισούσιν όλους τους ανθρώπους, δηλητηριάζουσι τας κρήνας και βλασφημούν την Ρώμην και όλους τους ναούς, όπου λατρεύονται οι θεοί μας. Ο Χριστός εσταυρώθη, αλλά τους υπεσχέθη ότι την ημέραν καθ' ήν θα κατεστρέφετο η Ρώμη, θα επανέλθη επί της γης και θα δώση εις αυτούς την βασιλείαν του κόσμου.
— Τώρα ο λαός θα εννοήση διατί εκάη η Ρώμη! διέκοψεν ο Τιγγελίνος.
— Πολλοί άνθρωποι το εννοούσιν ήδη, αυθέντα, υπέλαβεν ο Χίλων διότι περιτρέχω τους κήπους και το Πεδίον του Άρεως και διδάσκω. Αλλ' εάν καταδεχθήτε να με ακούσετε μέχρι τέλους, θα μάθετε ποίους λόγους έχω διά να τους εκδικηθώ. Ο ιατρός Γλαύκος δεν μου έλεγε ποσώς κατ' αρχάς ότι το δόγμα των παρήγγελλεν εις αυτούς το μίσος των ανθρώπων. Απ' εναντίας μου επανελάμβανεν ότι ο Χριστός ήτο Θεός αγαθός και ότι βάσις της διδασκαλίας του ήτο η αγάπη. Η ευαίσθητος ψυχή μου δεν ηδυνήθη να αντιστή εις τοιαύτην διδασκαλίαν. Ηγάπησα τον Γλαύκον και έδωσα πίστιν εις αυτόν. Εμοίραζα μαζί του κάθε ξηρόν τεμάχιον άρτου και κάθε νόμισμα. Και ηξεύρεις, αυθέντα, πώς επληρώθην εις αντάλλαγμα; Μεταξύ Νεαπόλεως και Ρώμης μου έδωσε μίαν μαχαιριάν και επώλησε την σύζυγόν μου, την Βερενίκην μου, την τόσον νέαν και ωραίαν, εις ένα έμπορον δούλων. Εάν ο Σοφοκλής εμάνθανε την ιστορίαν μου . . . Αλλά τι λέγω; Ο ακούων με είναι μεγαλείτερος του Σοφοκλέους.
— Δυστυχισμένε άνθρωπε! είπεν η Ποππέα.
— Όταν έφθασα εις Ρώμην, προσεπάθησα να εισχωρήσω πλησίον των πρεσβυτέρων των διά να τύχω δικαιοσύνης κατά του Γλαύκου. Ενόμιζον ότι θα τον υπεχρέουν να μου αποδώση την σύζυγόν μου. Τοιουτοτρόπως εγνώρισα τον αρχιερέα των· εγνώρισα Παύλον τινα, όστις ήτο δεσμώτης εδώ, και τον απέλυσαν· εγνώρισα τον υιόν του Ζεβεδαίου και τον Λίνον και τον Κρίσπον και πολλούς άλλους. Ειξεύρω πού αυτοί κατώκουν προ της πυρκαϊάς· ειξεύρω πού συναθροίζονται· δύναμαι να δείξω έν υπόγειον του Βατικανού λόφου και έν κοιμητήριον όπισθεν της Νουμεντιανής πύλης, όπου κάμνουν τας τελετάς των τας ανοσίους. Εκεί είδα τον Απόστολον Πέτρον, εκεί είδα τον Γλαύκον να σφάζη παιδιά, όπως ο Απόστολος ραντίζη διά του αίματός των τας κεφαλάς των προσηλύτων, και ήκουσα την Λίγειαν, την θετήν θυγατέρα της Πομπωνίας Γραικίνας, ήτις, επειδή δεν ηδυνήθη να προσκομίση αίμα βρέφους, εκαυχάτο ότι εμάγευσε τουλάχιστον την μικράν Αυγούσταν, το θυγάτριόν σου, θείε Όσιρι, και το ιδικόν σου, ω Ίσις!
— Καίσαρ, ακούεις! είπεν η Ποππέα.
— Αυτό είναι δυνατόν, ανέκραξεν ο Νέρων.
— Θα συνεχώρουν τας ιδίας μου ύβρεις, εξηκολούθησεν ο Χίλων, αλλ' ακούσας τούτο ηθέλησα να την μαχαιρώσω. Δυστυχώς ημποδίσθην υπό του ευγενούς Βινικίου, ο οποίος την ερωτεύεται.
— Ο Βινίκιος; Αλλ' εκείνη τον αφήκε και έφυγε, παρά να . . .
— Έφυγε, αλλ' εκείνος ήρχισε να την αναζητή, μη δυνάμενος να ζήση άνευ αυτής. Αντί αθλίου μισθού, εγώ τον εβοήθησα εις τας ερεύνας του και του υπέδειξα την οικίαν, όπου κατώκει εκείνη μεταξύ των χριστιανών, κατά την Τρανστιβέρην. απήλθομεν ομού, λαβόντες μεθ' ημών τον παλαιστήν Κρότωνα, τον οποίον ο ευγενής Βινίκιος είχε μισθώσει χάριν μείζονος ασφαλείας. Αλλ' ο Ούρσος, ο δούλος της Λιγείας, έπνιξε τον Κρότωνα. Είναι άνθρωπος φοβεράς ρώμης, άναξ, άνθρωπος όστις συστρέφει τον λαιμόν των ταύρων τόσον ευκόλως, όπως συστρέφει άλλος ένα μανιτάρι.
— Μα τον Ηρακλέα! ανέκραξεν ο Νέρων, του θνητού, όστις έπνιξε τον Κρότωνα αξίζει να στηθή ο ανδριάς. Αλλά πλανάσαι ή πλάττεις μύθους, γέρον, καθότι ο Κρότων εφονεύθη διά τραύματος μαχαίρας υπό του Βινικίου.
— Άναξ, είδα με τους ιδίους οφθαλμούς μου τας πλευράς του Κρότωνος να κατασυντρίβωνται μεταξύ των χειρών του Ούρσου, όστις κατόπιν κατέβαλε τον Βινίκιον. Θα τον εφόνευεν, αν δεν παρενέβαινεν η Λίγεια. Ο Βινίκιος έμεινεν άρρωστος επί μακρόν, αλλά τον επεμελήθησαν με την ελπίδα, ότι θα εγίνετο χριστιανός χάριν του έρωτος, και τωόντι έγινε.
— Ο Βινίκιος; ηρώτησεν απορών ο Καίσαρ.
— Και ο Πετρώνιος ομοίως; ηρώτησεν εν σπουδή ο Τιγγελίνος.
— Θαυμάζω την οξυδέρκειάν σου, άρχον, είπεν ο Χίλων . . . ίσως πολύ ενδεχόμενον!
— Τώρα εννοώ την μανίαν του εις το να υπερασπίζεται τους χριστιανούς.
Αλλ' ο Νέρων ήρχισε να γελά.
— Ο Πετρώνιος χριστιανός! . . . Ο Πετρώνιος να γίνη εχθρός της ζωής και της ηδονής! Μη είσθε ανόητοι και μη ζητήτε να το πιστεύσω.
— Εν τούτοις ο ευγενής Βινίκιος έγινε χριστιανός, όπως είνε χριστιανοί και η Πομπωνία, ο μικρός Άουλος και η Λίγεια. Εγώ τον υπηρέτησα πιστώς· εις ανταμοιβήν εκείνος με εμαστίγωσε, κατ' απαίτησιν του ιατρού Γλαύκου, αν και είμαι γέρων, και τότε ήμην ασθενής και πειναλέος. Και ωρκίσθην εις τον Άδην ότι δεν θα το ελησμόνουν. Άναξ, εκδικήθητι αυτούς διά το αδίκημα, το οποίον μου έκαμαν και θα σου παραδώσω τον Πέτρον τον Απόστολον και τον Λίνον και τον Κλίτον, και τον Γλαύκον και τον Κρίσπον, τους πρεσβυτέρους των και την Λίγειαν και τον Ούρσον. Θα σας υποδείξω εκατοντάδας και χιλιάδας εξ αυτών θα σας δείξω τους ευκτηρίους οίκους των, τα νεκροταφεία των . . . Αι φυλακαί σας θα είνε ανεπαρκείς διά να τους χωρέσουν . . . Μέχρι τούδε εις τας δυστυχίας μου εζήτησα παρηγορίαν εις μόνην την φιλοσοφίαν. Δος μου αυτήν διά των ευνοιών σου . . . Είμαι γέρων, δεν εγνώρισα ακόμη την ζωήν. Δος μου την ανάπαυσιν.
Η Ποππέα, ήτις είχε κατανοήσει ότι εις όλην την Ρώμην μόνη η Λίγεια ηδύνατο να γίνη αντίζηλός της, μάλιστα δε να νικήση, από καιρού εζήτει να εύρη μέσον εξοντώσεως αυτής και μετεχειρίσθη προς τούτο τον Χίλωνα.
Άναξ, είπε, εκδικήθητι το τέκνον μας!
— Σπεύσατε! ανέκραξεν ο Χίλων. Σπεύσατε! Άλλως ο Βινίκιος θα λάβη καιρόν να την κρύψη. Θα σας δείξω την οικίαν, όπου εγκατεστάθη μετά την πυρκαϊάν.
— Θα σου δώσω δέκα άνδρας. Ύπαγε αμέσως, είπεν ο Τιγγελίνος.
— Άρχον, δεν γνωρίζεις τον Ούρσον! και πεντήκοντα άνδρας αν μου δώσης, μόνον μακρόθεν θα δείξω την οικίαν. Περιπλέον, εάν δεν φυλακίσετε συγχρόνως τον Βινίκιον, είμαι χαμένος.
Ο Τιγγελίνος προσέβλεψε τον Νέρωνα.
— Δεν θα ήτο καλόν, ω θείε, να απαλλαγώμεν ταυτοχρόνως και του θείου και του ανεψιού;
Ο Νέρων εσκέφθη.
— Όχι, όχι τώ [?] Ποτέ δεν θα θελήσουν να πιστεύσουν ότι ο Πετρώνιος, ο Βινίκιος ή η Πομπωνία Γραικίνα έκαυσαν την Ρώμην. Αι οικίαι των ήσαν τόσον ωραίαι! . . . Σήμερον χρειάζονται άλλα θύματα. Θα έλθη και η σειρά των.
— Άναξ, δος μοι στρατιώτας διά να με φυλάττουν, είπεν ικετευτικώς ο Χίλων.
— Ο Τιγγελίνος θα φροντίση δι' αυτό.
— Θα κατοικήσης πλησίον μου, είπεν ο αρχηγός.
Το πρόσωπον του Χίλωνος έλαμπεν εκ χαράς.
— Θα σας τους παραδώσω όλους! Μόνον σπεύσατε! έκραξε με βραχνιασμένην φωνήν. Σπεύσατε!
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Καταλιπών την οικίαν του Καίσαρος, ο Πετρώνιος μετέβη εις την εν Καρίναις οικίαν του, ήτις, χάρις εις τον κήπον τον περικυκλούντα τους τοίχους εκ των τριών πλευρών και χάρις εις την απέναντι αυτής Καικιλιανήν Αγοράν είχε διαφύγει την πυρκαϊάν.
Έλαβεν αμέσως λουτρόν και κατόπιν ανεπαύθη συλλογιζόμενος τα συμβάντα μεταξύ Καίσαρος, Τιγγελίνου και αυτού. Εσκέπτετο να αντιμετωπίση με θάρρος πάσαν ραδιουργίαν και πάσαν κατ' αυτού προσβολήν. Εσκέπτετο προσέτι ότι αν ήτο αρχηγός των πραιτοριανών αυτός, θα παρέδιδεν εις τον όχλον τον Τιγγελίνον τον αχρείον και θα υπεστήριζε τον Βινίκιον και την Λίγειαν, και μετ' αυτών όλους τους χριστιανούς. Αλλά τώρα να μη δύναται ούτε καν να υπερασπίση τον εαυτόν του;
Οξυδερκής, ως ήτο, αντελαμβάνετο ότι ο κίνδυνος δεν ήτο άμεσος, διότι ο Νέρων έχων ακόμη ανάγκην των γνωμών του, προ παντός διά τους αγώνας, τους οποίους θα έδιδε και κατά τους οποίους θα μετεχειρίζετο ως θύματα τους Χριστιανούς, θα τον άφηνε προς το παρόν ήσυχον. Ο Νέρων δεν είχεν αφήσει την ευκαιρίαν να διατυπώση μερικά ωραία και υψηλά αξιώματα περί της φιλίας και της συγγνώμης, ούτως ώστε ο Πετρώνιος είχε προς στιγμήν δεμένας τας χείρας. Έπρεπε να ζητήση προφάσεις, και πριν ή εφεύρη τοιαύτας, παρήρχετο καιρός.
Από τότε ο Πετρώνιος μόνον τον Βινίκιον εσκέπτετο, τον οποίον απεφάσισε να σώση. Ο Βινίκιος, του οποίου η συνοικία είχε καή, διέμενε πλησίον του θείου του και ευρίσκετο κατ' ευτυχή σύμπτωσιν εις την οικίαν.
— Ήσο εις της Λιγείας σήμερον; τον ηρώτησε κατ' αρχάς ο Πετρώνιος.
— Τώρα μόλις την άφησα, απεκρίθη εκείνος.
— Άκουσε τι θα σου είπω και λάβε αμέσως τα μέτρα σου. Σήμερον εις του Καίσαρος απεφάσισαν να αποδώσουν εις τους Χριστιανούς την πυρπόλησιν της Ρώμης, θα αρχίσουν διωγμόν και βασανιστήρια. Η καταδίωξις δύναται να αρχίση εις κάθε στιγμήν. Λάβε την Λίγειαν και φύγετε αμέσως πέραν των Άλπεων ή εις την Αφρικήν. Σπεύσον, διότι το Παλατίνον ευρίσκεται πλησιέστερον προς την Τρανστιβέρην παρά προς την οικίαν μου.
Ο Βινίκιος ήτο άριστος πολεμιστής, ώστε να μη χάση καιρόν εις περιττάς ερωτήσεις. Ήκουσε συνωφρυωμένος, αλλά χωρίς να τρομάξη. Εις τον χαρακτήρα του η πρώτη φροντίς ήτο η επιθυμία να πολεμήση.
— Πηγαίνω, είπε.
— Ακόμη μίαν λέξιν· λάβε έν βαλάντιον πλήρες χρυσού, λάβε όπλα και μίαν δράκα εκ των χριστιανών σου. Εν ανάγκη απάγαγέ την διά της βίας!
Ο Βινίκιος ευρίσκετο ήδη εις το κατώφλιον του ατρίου.
— Στείλε μου ειδήσεις διά τινος δούλου, έκραξεν ακόμη ο Πετρώνιος.
Μείνας μόνος ήρχισε να περιπατή άνω και κάτω εντός του ατρίου, σκεπτόμενος τι έμελλε να απογίνη.
Τας σκέψεις του διέκοψεν η εισελθούσα την στιγμήν εκείνην Ευνίκη.
Εις την θέαν της ο Πετρώνιος ελησμόνησε τον Καίσαρα, ελησμόνησε την δυσμένειαν, εις την οποίαν είχεν υποπέσει, ελησμόνησε τον Βινίκιον και την Λίγειαν και τους διωγμούς τους απειλούντας αυτούς και όλους τους Χριστιανούς.
— Αυθέντα μου! είπεν η Ευνίκη.
— Ελθέ, Ευνίκη, δος μου τα χείλη σου . . . Με αγαπάς;
— Ούτε τον Δία θα ηγάπων περισσότερον. Και φρίσσουσα όλη τον εφίλησεν εις τα χείλη.
Μετ' ολίγον, στεφανωμένοι με ρόδα αμφότεροι, παρεκάθηντο εις την τράπεζαν, όπου πίνοντες από κυλίκων κισσοστεφών ηκροώντο τους κιθαριστάς και τα άσματά των.
Την στιγμήν εκείνην εισήλθεν εις την αίθουσαν είς θεράπων και με φοβισμένον ύφος είπεν:
— Αυθέντα, προ της θύρας ίσταται είς κεντυρίων μετά συνοδείας στρατιωτών και επιθυμεί να σου ομιλήση κατά διαταγήν του Καίσαρος.
Τα άσματα εσίγησαν, ως και ο ήχος των αρπών. Ανησυχία κατέλαβε τους παρισταμένους. Μόνος ο Πετρώνιος δεν έδειξε την ελαχίστην συγκίνησιν και είπεν ως άνθρωπος ενοχλούμενος από συνεχείς προσκλήσεις:
— Θα ηδύναντο να με αφήσουν να δειπνήσω ησύχως. Επί τέλους ας εισέλθη.
Ο δούλος εξηφανίσθη όπισθεν του παραπετάσματος.
Μετά μίαν στιγμήν ηκούσθη βήμα βαρύ και ρυθμικόν, και εις την αίθουσαν εισήλθεν ο εκατόνταρχος Άπερ, τον οποίον εγνώριζεν ο Πετρώνιος, φέρων σιδηρά όπλα και κράνος.
— Ευγενή άρχον, είπεν, ιδού μία επιστολή του Καίσαρος.
Ο Πετρώνιος ήπλωσε νωχελώς την λευκήν χείρα του, έλαβε την πινακίδα και ρίψας βλέμμα εις αυτήν, την ενεχείρισεν ατάραχος εις την Ευνίκην.
— Θέλει να μας αναγνώση απόψε μίαν νέαν ραψωδίαν της Τρωάδος, είπε, και με προσκαλεί να υπάγω.
— Έχω μόνον διαταγήν να εγχειρίσω την επιστολήν, είπεν ο εκατόνταρχος.
— Βεβαίως, δεν χρειάζεται απάντησις. Αλλά κάθησε ολίγον να πιής κάτι.
— Σε ευχαριστώ, ευγενή άρχον· θα πίω εις την υγείαν σου· αλλά δεν δύναμαι να καθήσω, διότι είμαι εν υπηρεσία.
— Ειξεύρω, είπεν ο Πετρώνιος κατά των χριστιανών.
— Ναι, άρχον.
— Η καταδίωξις ήρχισε προ πολλού;
— Σπείραι τινες ανεχώρησαν διά την Τρανστιβέρην προ μεσημβρίας, είπεν ο εκατόνταρχος απερχόμενος.
— Ο Καίσαρ σου γράφει, αυθέντα, «ελθέ εάν επιθυμής», είπεν η Ευνίκη. Θα υπάγης;
— Έχω πολλήν διάθεσιν και αισθάνομαι την επιθυμίαν να ακούσω τους στίχους εκείνους, απήντησεν ο Πετρώνιος. Λοιπόν θα υπάγω, αφού μάλιστα ο Βινίκιος δεν θα δυνηθή να υπάγη.
Αφού ετελείωσε το γεύμα, παρεδόθη εις τας χείρας των κομωτών και των πτυχητριών, και μετά μίαν ώραν, ωραίος ως Θεός, μετεφέρετο εις το Παλατίνον.
Οι φίλοι της χθες, αν και εξεπλάγησαν, διότι τον έβλεπον προσκεκλημένον, παρεμέρισαν, και εκείνος επροχώρησεν εν μέσω αυτών υπερηφάνως και αμέριμνος.
Ο Τιγγελίνος εδάγκασε τα χείλη, ιδών προσερχόμενον τον Πετρώνιον όπως παραστή εις την ανάγνωσιν της «Τρωάδος» του Καίσαρος, καθότι εγνώριζε καλά, ότι νέον στάδιον ηνοίγετο εις τον Πετρώνιον διά του ποιήματος τούτου.
Τω όντι, κατά την ανάγνωσιν, ο Νέρων εκ συνήθειας έστρεφε τους οφθαλμούς προς τον Πετρώνιον, ζητών να διακρίνη επί του προσώπου του τας εντυπώσεις. Ούτος ήκουε προσεκτικώς, επιδοκιμάζων ενίοτε και συγκεντρών την προσοχήν του. Ακολούθως επήνει ή επέκρινεν, απαιτών διορθώσεις, ή ζητών όπως μερικοί στίχοι περισσότερον φιλοτεχνηθώσιν.
Ο Νέρων ησθάνετο ότι ο Πετρώνιος ήτο ο μόνος, όστις ησχολείτο με την ποίησιν χάριν αυτής ταύτης και ότι ήτο ο μόνος ικανός να κρίνη. Συνεζήτει με τον Πετρώνιον περί των στίχων της «Τρωάδος» και, επειδή ο Πετρώνιος ημφισβήτει την ακρίβειαν λέξεων τινων, ο Νέρων του είπε:
— Θα ίδης εις την τελευταίαν ραψωδίαν διατί έκαμα χρήσιν της εκφράσεως ταύτης.
— Α! εσκέφθη ο Πετρώνιος. Έχω ακόμη να ζήσω μέχρι της τελευταίας ραψωδίας.
Δύο ή τρεις εκ των αυλικών ακούσαντες τους λόγους του Νέρωνος, είπον καθ' εαυτούς: «Δυστυχία μας, ο Πετρώνιος έχει μέλλον ενώπιόν του· δύναται να ανακτήση εύνοιαν και μάλιστα να λάβη την θέσιν του Τιγγελίνου». Και εκ νέου ήρχισαν να είνε φιλόφρονες προς αυτόν. Αφού ετελείωσεν η εσπερίς, ο Καίσαρ, καθ' ην στιγμήν τον απεχαιρέτιζε, τον ηρώτησεν αίφνης με μοχθηράν χαράν εις τους οφθαλμούς:
— Και ο Βινίκιος διατί αρά γε δεν ήλθε;
Ο Πετρώνιος, αν ήτο βέβαιος ότι ο Βινίκιος και η Λίγεια θα ήσαν ήδη έξω της πόλεως, θα απεκρίνετο: «Ενυμφεύθη με την άδειάν σου και ανεχώρησεν». Αλλ' ενώπιον του αλλοκότου μειδιάματος του Νέρωνος, είπε:
— Η πρόσκλησίς σου, Καίσαρ, δεν τον εύρεν εις τον οίκον του.
— Ειπέ εις τον Βινίκιον, ότι θα χαρώ να τον ίδω, υπέλαβεν ο Νέρων, και σύστησέ του εξ ονόματός μου, να μη λείψη από τους αγώνας, εις τους οποίους θα μετάσχωσιν όλοι οι χριστιανοί.
Ο Πετρώνιος ανησύχησεν από τους λόγους τούτους, οίτινες, κατ' αυτόν, αφεώρων αμέσως την Λίγειαν. Ανέβη εις το φορείον του, διατάξας να ταχύνωσι το βήμα και να τον οδηγήσουν εις τον οίκον του Βινικίου.
Μακράν αντήχουν κραυγαί, τας οποίας ο Πετρώνιος κατ' αρχάς δεν ενόησεν. Ολίγον κατ' ολίγον αι κραυγαί εκείναι εγίνοντο ισχυρότεραι και εξερράγησαν εις μίαν αγρίαν βοήν:
«Εις τους λέοντας, τους χριστιανούς!»
Εκ του βάθους των πυρπολουμένων οδών προσέτρεχον νέαι σπείραι. Από στόματος εις στόμα διεδόθη η είδησις ότι είχον αρχίσει αι καταδιώξεις προ μεσημβρίας, ότι είχον ήδη αιχμαλωτισθή αρκετοί εκ των εμπρηστών εκείνων. Και εις όλην την πόλιν αι κραυγαί αντήχουν και εκυλίοντο — επί των λόφων και εις τους κήπους — επί μάλλον και μάλλον λυσσώδεις.
«Εις τους λέοντας, τους χριστιανούς!»
— Ο ευγενής Βινίκιος επέστρεψεν; ηρώτησεν ο Πετρώνιος, όταν έφθασεν εις τον οίκον του.
— Προ ολίγου επέστρεψεν, απεκρίθη είς δούλος.
— Ώστε, δεν την ηλευθέρωσεν, είπε καθ' εαυτόν ο Πετρώνιος.
Ρίψας την τήβεννόν του, έσπευσεν εις το άτριον.
Ο Βινίκιος εκάθητο επί τρίποδος με την κεφαλήν μεταξύ των χειρών, στηρίζων τους αγκώνας επί των γονάτων και έκλαιεν. Ακούσας τον κρότον των βημάτων του Πετρωνίου επί του λιθοστρώτου, ήγειρε το πρόσωπον, εις το οποίον μόνον οι οφθαλμοί έζων.
— Ήλθον πολύ αργά; η Λίγεια είναι φυλακισμένη; ηρώτησεν ο Πετρώνιος.
— Ναι, την απήγαγον προ μεσημβρίας.
Επηκολούθησε σιγή.
— Την είδες;
— Ναι.
— Πού είνε;
— Εις την φυλακήν της Μαμερτίνης.
Ο Πετρώνιος εφρικίασε και έρριψε προς τον Βινίκιον βλέμμα εξερευνητικόν. Ο άλλος ενόησε.
Όχι! είπε. Δεν την έκλεισαν εις το ενδόμυχον μέρος της φυλακής, ούτε εις το κυρίως δεσμωτήριον. Αντί γενναίου ποσού, ο δεσμοφύλαξ της παρεχώρησε το δωμάτιόν του. Ο Ούρσος κατεκλίθη πλησίον της θύρας της και αγρυπνεί επ' αυτής.
— Διατί ο Ούρσος δεν την υπερησπίσθη;
— Είχαν στείλη πεντήκοντα πραιτωριανούς. Άλλως τε ο Λίνος τον απέτρεψε.
— Και ο Λίνος;
— Ο Λίνος ψυχορραγεί. Δεν τον απήγαγον μετά των άλλων.
— Τι σκέπτεσαι να κάμης;
— Να την σώσω ή να αποθάνω μετ' αυτής. Και εγώ είμαι χριστιανός.
Ο Βινίκιος εφαίνετο ότι ωμίλει με αταραξίαν, αλλ' εις την φωνήν του έπαλλεν οδύνη τόσον σπαρακτική, ώστε η καρδία του Πετρωνίου εθλίβη.
— Σε εννοώ, είπεν· αλλά πώς θα την σώσης;
— Επλήρωσα αδρότατα τους δεσμοφύλακας, πρώτον διά να την φυλάττουν από τας ύβρεις των, έπειτα διά να μη αντιταχθώσιν εις την φυγήν της.
— Και πότε θα γίνη η φυγή;
— Μου απήντησαν ότι δεν ηδύναντο να μου αποδώσουν την Λίγειαν αμέσως, φοβούμενοι την ευθύνην. Αλλ' όταν αι φυλακαί θα υπερπληρωθούν κόσμου, και όταν χάσουν τον λογαριασμόν των φυλακισμένων, θα μου την παραδώσουν. Αυτό είνε το έσχατον μέσον, Αλλ' εν τω μεταξύ συ θα σώσης αμφοτέρους. Είσαι φίλος του Καίσαρος. Εκείνος μου την έδωκεν. Ύπαγε και σώσον με!
Νωρίς να απαντήση ο Πετρώνιος εκάλεσεν ένα δούλον και τον έστειλε να φέρη δύο αμαυρούς μανδύας και δύο ρομφαίας.
— Πηγαίνομεν τώρα, είπεν έπειτα ο Πετρώνιος, θα σου τα είπω όλα καθ' οδόν.
Μετά μίαν στιγμήν ευρίσκοντο εις την οδόν.
— Τώρα, άκουσε, είπεν ο Πετρώνιος. Από σήμερον είμαι υπό δυσμένειαν. Και αύτη η ζωή μου κρέμαται από μίαν κλωστήν. Δεν ισχύω τίποτε πλησίον του Καίσαρος. Και ακόμη χειρότερα. Είμαι πεπεισμένος ότι θα πράξη εναντίον των παρακλήσεών μου. Θα σε εσυμβούλευα να φύγης μετά της Λιγείας ή να την λυτρώσης διά της βίας. Εννοείς ότι εάν κατώρθωνες να φύγης, η οργή του Καίσαρος θα εστρέφετο εναντίον μου. Σήμερον θα έκαμνε κάτι τι μάλλον προς χάριν σου παρά προς χάριν μου. Αλλά μη δίδης πίστιν εις αυτά είνε ανωφελές! Εξάγαγέ την εκ της φυλακής και φύγετε. Εάν δεν επιτύχης τούτο, θα υπάρχη ακόμη καιρός να δοκιμάσης άλλα μέσα. Μάθε εν τούτοις ότι η Λίγεια δεν είναι εις την φυλακήν μόνον διά την πίστιν της. Αμφότεροι είσθε θύματα της οργής της Ποππέας. Αλλά ποίος επρόδωσε την κατοικίαν της;
Αλλ' αίφνης η συνδιάλεξίς των διεκόπη από ένα θηριομάχον μεθυσμένον, όστις ωρύετο με βραχνήν φωνήν «εις τους λέοντας, τους χριστιανούς! εις τα θηρία!»
Απεμακρύνθησαν απ' αυτόν και μετ' ολίγον έφθασαν εις τας Καρίνας, διότι η Αγορά δεν απείχε πολύ. Η νυξ ήρχιζεν ήδη να τελειώνη και ο περίβολος του πύργου διεγράφετο εξερχόμενος εκ της σκιάς. Αίφνης ο Πετρώνιος σταθείς είπεν:
— Οι πραιτωριανοί! Πολλοί αργά εφθάσαμεν!
Η φυλακή της Μαμερτίνης είχε περικυκλωθή από διπλήν ζώνην στρατιωτών. Αι πρώται ακτίνες του φωτός επηργύρουν τα κράνη και τον σίδηρον των δοράτων.
— Ας προχωρήσωμεν, είπεν ο Βινίκιος, και έφθασαν προ των γραμμών των στρατιωτών.
Ο Πετρώνιος, έχων εξαίρετον μνήμην και γνωρίζων όχι μόνον τους αξιωματικούς, αλλά και όλους σχεδόν τους στρατιώτας της πραιτοριανής φρουράς, έκαμε νεύμα εις ένα αρχηγόν.
— Τι συμβαίνει, Νίγερ; Σας υποχρεούσι να φρουρήτε πέριξ της φυλακής!
— Τω όντι, ευγενή Πετρώνιε. Ο πραίφεκτος εφοβείτο μήπως απεπειρώντο να ελευθερώσουν τους εμπρηστάς.
— Έχετε διαταγήν να μη αφήσετε κανένα να εισέλθη; ηρώτησεν ο Βινίκιος.
— Όχι, άρχον. Οι φίλοι των θα έρχωνται να τους βλέπουν και ούτω πως θα συλλάβωμεν και άλλους ακόμη χριστιανούς εις την παγίδα.
των θυμάτων, οι εωθινοί αγώνες ώφειλον να διαρκέσουν επί ημέρας, ??
— Τότε, άφησε με να εισέλθω, είπεν ο Βινίκιος.
Την ιδίαν στιγμήν, εκ του βάθους των παχέων τοίχων και από το εσωτερικόν των υπογείων ηκούσθησαν ψαλμωδίαι και ύμνοι. Κατ' αρχάς υπόκωφος, η ψαλμωδία ολίγον κατ' ολίγον καθίστατο ζωηροτέρα. Φωναί ανδρών, γυναικών και παιδίων απετέλουν χορόν αρμονικόν. Εν τη σιγή της αναφαινομένης αυγής, ολόκληρος η φυλακή ήρχισε να ψάλλη ως μία άρπα.
Δεν ήσαν φωναί θλίψεως και απελπισίας, εις αυτάς έπαλλεν η χαρά και ο θρίαμβος . . . Οι στρατιώται εκύτταζον ο είς τον άλλον, εμβρόντητοι.
Η αυγή εχρωμάτιζεν ήδη τον ουρανόν με τας ροδαλάς και χρυσάς ακτίνας της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
Αι κραυγαί: «Εις τους λέοντας τους χριστιανούς!» αντήχουν αδιαλείπτως εις όλας τας οδούς της πόλεως. Κανείς δεν αμφέβαλλε πλέον ότι ούτοι ήσαν οι αυτουργοί της πυρκαϊάς και έχαιρεν ο λαός, επειδή η τιμωρία των έμελλε να είναι θέαμα λαμπρόν.
Εις την πόλιν, μεταξύ των ερειπίων, εχάρασσον νέας οδούς πλατυτάτας. Εδώ και εκεί έβαλλον θεμέλια οικιών, μεγάρων και ναών. Αλλά προ παντός άλλου ήγειρον εν μεγάλη σπουδή τα αχανή ξύλινα αμφιθέατρα, όπου έμελλον να αποθάνωσιν οι χριστιανοί.
Ευθύς μετά το συμβούλιον, το συγκροτηθέν εν τη οικία του Τιβερίου, οι ανθύπατοι είχον λάβει διαταγήν να στείλωσιν εις Ρώμην άγρια θηρία. Η Ασία έδωκεν ελέφαντας και τίγρεις· ο Νείλος κροκοδείλους και ιπποποτάμους· ο Άτλας λέοντας· τα Πυρηναία λύκους και άρκτους· η Ιγερνία αγρίους κύνας· η Ήπειρος μολοσσούς· η Γερμανία βουβάλους και ταύρους. Ο Καίσαρ ήθελε να πνιγή πάσαν ανάμνησιν της πυρκαϊάς εις χειμάρρους αίματος· ήθελε να μεθύση δι' ανθρωποθυσιών τον λαόν. Αι φυλακαί είχον παραγεμίσει από χριστιανούς, και καθ' εκάστην τα καθάρματα του όχλου και οι πραιτωριανοί εισήγον νέα θύματα.
«Εις τους λέοντας!, εις τους λέοντας τους χριστιανούς!» εφώναζεν ο λαός εις τας οδούς.
Ο Πετρώνιος προσεπάθει με κάθε τρόπον να εύρη μέσον να σώση την Λίγειαν, και προς τούτο εσκέφθη τον Σενέκαν, τον Δομίτιον Άφερ, την Κρισπινέλλαν, δι' ης ήθελε να φθάση μέχρι της Ποππέας, τον Τέρπνον, τον Διόδωρον, τον Πυθαγόραν, εις τους οποίους ο Καίσαρ δεν ηρνείτο τίποτε· πλην και ούτοι ουδέν κατώρθωσαν και έλαβον την εξής απάντησιν από τον Νέρωνα:
— Πιστεύετε ότι έχω ασθενεστέραν την ψυχήν από τον Βρούτον, όστις διά την σωτηρίαν της Ρώμης δεν εφείσθη ούτε των ιδίων τέκνων του!
Ο Πετρώνιος, όταν του ανέφεραν τους λόγους τούτους, ανέκραξεν: «Αφού ήρχισε τώρα να συγκρίνη τον εαυτόν του και με τον Βρούτον, όλα εχάθησαν!»
Εν τοσούτω αι ημέραι διεδέχοντο τας ημέρας. Τα αμφιθέατρα ήσαν έτοιμα. Ήρχισαν να διανέμουν τα εισιτήρια διά τους εωθινούς αγώνας. Αλλά την φοράν αυτήν, λόγω της ανηκούστου αφθονίας, επί εβδομάδας και μήνας. Ήδη δεν εγνώριζον πού να κλείσουν τους χριστιανούς. Αι φυλακαί είχον υπερπληρωθή και αι κολλητικαί ασθένειαι εμαίνοντο εν αυταίς.
Φοβούμενοι την διάδοσιν των νόσων ανά την πόλιν, απεφάσισαν να αρχίσωσι τους αγώνας.
Όλαι αι ειδήσεις αύται ήρχοντο εις τον Βινίκιον, αφαιρούσαι απ' αυτού τας τελευταίας λάμψεις της ελπίδος. Εις τα χαρακτηριστικά του είχεν αποκρυσταλλωθή ο τρόμος, το πρόσωπόν του είχε γίνει μαύρον και ωμοίαζε προς τα εκ κηρού ομοιώματα των εφεστίων θεών. Όταν τις του ωμίλει, εκείνος έστρεφε μηχανικώς την κεφαλήν του και παρετήρει τον συνομιλητήν του με χαύνους οφθαλμούς. Τας νύκτας του τας διήρχετο με τον Ούρσον εις την θύραν του κελλίου της Λιγείας. Όταν επέστρεφεν εις του Πετρωνίου εβάδιζεν άνω και κάτω εις το άτριον μέχρι πρωίας. Οι δούλοι τον εύρισκον συχνά γονυπετή, με τας χείρας τεταμένας προς τα άνω ή προς τα κάτω και με το πρόσωπον εστραμμένον προς την γην. Επεκαλείτο τον Χριστόν, διότι ο Χριστός ήτο η υστάτη ελπίς του. Είχεν ακόμη αρκετήν διαύγειαν νου διά να εννοήση ότι η προσευχή του Πέτρου θα ήτο μάλλον αποτελεσματική από την ιδικήν του.
Ο Πέτρος του είχεν υποσχεθή την Λίγειαν, ο Πέτρος τον είχε βαπτίσει. Ο Πέτρος έκαμνε θαύματα. Ο Πέτρος ας έσπευδεν εις βοήθειάν του!
Μετέβη εις την οικίαν του λατόμου και έμαθε παρ' αυτού ότι εις τας αμπέλους του Κορνηλίου Πουδέντου, όπισθεν της Σαλαρίας πύλης, επρόκειτο να γίνη συνάθροισις χριστιανών. Εξήλθον λοιπόν μόλις ενύκτωσεν, υπερέβησαν τα τείχη, και αφού διήλθον χαράδρας σχοινοφυείς έφθασαν εις τον περίβολον του Πουδέντου.
Όσοι χριστιανοί είχον διαφύγει τον διωγμόν ήσαν εκεί συνηγμένοι και προσηύχοντο κραυγάζοντες:
«Κύριε, ελέησον ημάς!»
Ο Πέτρος είχε γονυπετήσει μεταξύ αυτών υπό τινα σταυρόν καρφωμένον εις τον τοίχον. Προσηύχετο. Ο Βινίκιος διέκρινε μακρόθεν την λευκήν κόμην του και τας ανατεταμένας χείρας του. Έμελλε να διασχίση τα πλήθη, να ριφθή εις τους πόδας του Αποστόλου και να κράξη: «Βοήθειαν!» Αλλ' η επισημότης της προσευχής και η κατάπτωσις των δυνάμεών του τον έκαμαν να κάμψη και αυτός τα γόνατα: «Χριστέ, ευσπλαγχνίσθητί με!»
Πάντες πέριξ του ωνειροπόλουν εν τη ψυχή των ότι ο Χριστός έμελλε να εκδηλώση την δύναμίν του, ότι θα συνέτριβε την αδικίαν, ότι θα κατέρριπτε τον Νέρωνα εις την άβυσσον και θα εβασίλευεν επί της Οικουμένης.
Ο Βινίκιος εκάλυψε το πρόσωπον με τας χείρας του και εκάμφθη.
Η σιγή τον περιέβαλεν αιφνηδίως, ως εάν ο τρόμος είχε διακόψει τας παρακλήσεις εις τα στήθη πάντων.
Ο Πέτρος ηνωρθώθη και στραφείς προς την ομήγυριν:
— Αδελφοί μου, είπεν, άνω έχετε τας καρδίας προς τον Σωτήρα, και προσφέρετε αυτώ τα δάκρυά σας, αυτός θα έλθη να σας σώση και θα τιμωρήση τους απαισίους διώκτας μας. Ύψωσε την χείρα, ως να έδιδε διαταγήν. Εκείνοι ησθάνθησαν νέον αίμα εις τας φλέβας των και φρικίασιν εις τους μυελούς των οστέων των. Διότι έμπροσθέν των δεν ευρίσκετο πλέον γέρων προβεβηκώς, αλλ' άνθρωπος φοβερός, όστις απέσπα τας ψυχάς από τον κονιορτόν και τον φόβον διά να τας μεταφέρη μακράν.
Και επανέλαβε:
— Σπείρατε εν τοις δακρύοις, ίνα θερίσητε εν τη χαρά. Διατί να φρικιάτε προ της δυνάμεως του Κακού; «Παιδιά μου, εις τον Γολγοθάν είδα τον Θεόν να τον καρφώνουν επί σταυρού. Και είδα τους Ιουδαίους να κεντούν την πλευράν του και είδα αυτόν νεκρόν. Ήτο Θεός και ηδύνατο να μη υποφέρη όλα αυτά, αλλ' αγογγύστως διά την σωτηρίαν του κόσμου τα υπέφερε. Και ημείς διατί να μη υποφέρωμεν ολίγον προς χάριν του; Σας διακηρύττω εν ονόματι του Χριστού. Όχι! Αυτό το οποίον είναι έμπροσθέν σας δεν είναι θάνατος, αλλά ζωή· δεν είναι λύπη, αλλά χαρά αναλλοίωτος. Εις σας όλους, οίτινες θα ίδετε τον θάνατον εκείνων, τους οποίους αγαπάτε, εις σας τους κοπιώντας, τους πάσχοντας, και εις σας, όσοι μέλλετε να αποθάνετε, εν ονόματι του Χριστού, λέγω, «ειρήνη υμίν.»
Ο Απόστολος έτεινε τας χείρας, ύψωσε τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν και έμεινεν ακίνητος. Το πρόσωπόν του έλαμψε. Παρετήρησεν εν εκστάσει. Κατόπιν είπε:
«Σας ευλογώ, τέκνα μου, διά τας βασάνους, διά τον θάνατον και διά την αιωνιότητα!»
Πάντες τον περιεστοίχισαν ικετεύοντες:
— Είμεθα έτοιμοι, διδάσκαλε· αλλά συ, σώσον την ιεράν κεφαλήν σου, όπως και άλλους διδάξης εν Χριστώ. Συ είσαι ο ιερεύς του Κυρίου.
Ο Απόστολος απεμακρύνθη εκείθεν υπό του Νηρέως, δούλου του Πουδέντου, όστις τον ωδήγησε διά μέσου της αμπέλου, από μίαν μυστικήν ατραπόν, εις την κατοικίαν του. Εις την νυκτερινήν λάμψιν, ο Βινίκιος τους ηκολούθει, και, όταν έφθασαν εις την καλύβην του Νηρέως, προσέπεσεν εις τους πόδας του Αποστόλου.
Αναγνωρίσας τον Βινίκιον ο Πέτρος τον ηρώτησε:
— Τι ζητείς, υιέ μου;
Αλλ' ο Βινίκιος, μεθ' όσα είχεν ακούσει εις την συνάθροισιν, δεν ετόλμα πλέον τίποτε να ζητήση. Κατεφίλει τους πόδας του Αποστόλου, εστήριξεν επ' αυτών το μέτωπον κλαίων και εζήτει οίκτον διά της σιωπής του.
— Ειξεύρω. Απήγαγον την παρθένον, την οποίαν αγαπάς. Δεήθητι δι' αυτήν, είπεν ο Απόστολος.
— Δέσποτα, εστέναξεν ο Βινίκιος, σφίγγων ισχυρότερον τους πόδας του Αποστόλου, δέσποτα, εγώ είμαι ένας ουτιδανός σκώληξ, αλλά συ, ο αυτόπτης του Χριστού, παρακάλεσέ τον δι' αυτήν.
Ο Πέτρος συνεκινήθη εκ του πόνου εκείνου.
Εις την λάμψιν των ατραπών, αίτινες διέσχιζον τον ουρανόν από καιρού εις καιρόν, ο Βινίκιος εθεώρει τα χείλη του Πέτρου, καραδοκών την απόφασιν της ζωής ή του θανάτου.
Εις την σιγήν, όρτυγες ετρύλλιζον διά μέσου της αμπέλου και ηκούετο ο υπόκωφος κρότος των μύλων της οδού Σαλαρίας.
— Βινίκιε, είπεν ο Πέτρος, έχεις πίστιν;
— Διδάσκαλε, εάν δεν είχον πίστιν θα ηρχόμην εδώ;
— Τότε, έχε πίστιν μέχρι τέλους, διότι η πίστις μετατοπίζει όρη. Και αν ακόμη έβλεπες την παιδίσκην εκείνην υπό την μάχαιραν του δημίου, ή εις το στόμα του λέοντος, έχε πίστιν ακόμη, διότι ο Χριστός δύναται να την σώση. Έχε πίστιν και ικέτευε αυτόν, και εγώ θα τον ικετεύσω μαζί σου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ.
Ο Βινίκιος αφήκε τον Απόστολον και επέστρεψεν εις την Μαμερτίνην ειρκτήν.
Εκεί, οι πραιτωριανοί, οι οποίοι αντικαθίστων αλλήλους εις την φρούρησιν, τον εγνώριζον όλοι και συνήθως τον άφινον να εισέρχεται άνευ δυσκολίας τινός. Αλλά την φοράν αυτήν αι τάξεις των φρουρών δεν παρεμέρισαν προ αυτού και είς εκατόνταρχος τον επλησίασε και είπε:
— Συγγνώμην, ευγενή τριβούνε, σήμερον έχομεν διαταγήν να μη επιτρέπωμεν εις κανένα την δίοδον.
— Διαταγήν; επανέλαβεν ο Βινίκιος ωχριάσας.
Ο στρατιώτης τον παρετήρησε με συμπαθές ύφος και είπε: