← Table of contents
Quo Vadis (Πού πηγαίνεις)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. (continued 2)

Reading edition

— Ναι, του Καίσαρος, άρχον. Υπάρχουν πολλοί άρρωστοι εις την φυλακήν και ίσως φοβούνται μήπως οι επισκέπται μεταδώσωσι την επιδημίαν εις την πόλιν.

— Αλλά δεν είπες ότι η διαταγή ήτο διά σήμερον μόνον!

— Μας αντικαθιστούν την μεσημβρίαν.

Ο Βινίκιος εσιώπησε και απεκαλύφθη, διότι του εφαίνετο ότι ο μικρός πίλος, τον οποίον έφερεν επί της κεφαλής, τον επίεζεν ως να ήτο εκ μολύβδου.

Αλλ' ο εκατόνταρχος τον επλησίασε και του είπε χαμηλοφώνως:

— Μη φοβήσαι, άρχον. Οι δεσμοφύλακες και ο Ούρσος είνε πλησίον της.

Τούτο λέγων έκυψε και με το μακρόν γαλατικόν ξίφος του εχάραξε ταχέως επί πέτρας το σχήμα ιχθύος.

Ο Βινίκιος τω έρριψε βλέμμα περίεργον.

— . . . Και είσαι πραιτωριανός;

— Μέχρι της ημέρας, καθ' ην θα ευρίσκομαι εκεί — και ο στρατιώτης εδείκνυε την φυλακήν.

— Και εγώ λατρεύω τον Χριστόν!

— Ευλογητόν το όνομά του! Ναι, αυθέντα· ηξεύρω . . . Δεν δύναμαι να σε αφήσω να εισέλθης· αλλ' εάν μου δώσης επιστολήν, θα την στείλω εις τον προς όν όρον με τους φρουρούς.

— Σε ευχαριστώ, αδελφέ.

Έσφιγξε την χείρα του εκατοντάρχου και απήλθε μεταβαίνων εις του Πετρωνίου, τον οποίον εύρεν οίκαδε. Ούτος πιστός εις την συνήθειαν να διανυκτερεύη, μόλις προ ολίγου είχεν επιστρέψει, αλλ' είχε λάβει εν τω μεταξύ τον καιρόν να κάμη το λουτρόν του και να τον τρίψουν δι' ελαίου πριν κατακλιθή.

— Έχω νεώτερα, είπε προς τον νέον. Ήμην σήμερον εις του Τουλίου Σενεκίωνος, ήτο δε εκεί και ο Καίσαρ. Η Αυγούστα είχε φέρει μαζί της τον μικρόν Ρούφιον, όστις νυστάξας απεκοιμήθη, ενώ διήρκει η ανάγνωσις ενός ποιήματος του Καίσαρος. Θυμωθείς ο Καίσαρ εσφενδόνισε κρατήρα κατά της κεφαλής του και τον επλήγωσεν επικινδύνως. Η Ποππέα ελιποθύμησε και όλοι ήκουσαν τον Καίσαρα να λέγη: «Εβαρύνθην πλέον αυτό το έκτρωμα, το καταδικασμένον εις θάνατον». Και ούτω μεριμνώσα περί της ιδίας της δυστυχίας, θα εγκαταλείψη ίσως την κατά σου και της Λιγείας εκδίκησιν. Θα την ίδω απόψε και θα της ομιλήσω.

Ο Βινίκιος ηρώτησε:

— Έκαμαν λόγον περί της ημέρας των θηριομαχιών;

— Θα γίνουν εντός δέκα ημερών. Εις τον κατάλογον των θυμάτων δεν περιλαμβάνονται οι εν τη φυλακή της Μαμερτίνης εγκάθειρκτοι και συνεπώς έχε ελπίδας. Με τον Χαλκοπώγωνα μία λέξις λεγομένη επικαίρως δύναται να σώση ή να απολέση οιονδήποτε. Σήμερον θα ειπώ εις την Ποππέαν: «Σώσον την Λίγειαν και εγώ θα σώσω τον Ρούφιον.» Και έτσι τουλάχιστον θα κερδίσωμεν καιρόν, αν δεν επιτύχωμεν τίποτε άλλο.

— Ευχαριστώ, είπεν ο Βινίκιος και οι δύο συνομιληταί εχωρίσθησαν. Ο Βινίκιος μετέβη εις την βιβλιοθήκην και έγραψε προς την Λίγειαν.

Έφερε μόνος του την επιστολήν προς τον χριστιανόν εκατόνταρχον. Ούτος εισήλθεν εις την φυλακήν και μετ' ολίγον ενεφανίζετο προ του Βινικίου.

— Η Λίγεια, τω είπε, σε χαιρετά. Την απάντησιν θα σου την φέρω εντός της ημέρας.

Ο Βινίκιος δεν ήθελε να επιστρέψη εις την κατοικίαν του. Εκάθισεν επί τινος λίθου αναμένων την επιστολήν. Ο ήλιος είχεν ήδη ανέλθη πολύ υψηλά εις τον ουρανόν και η Αγορά επληρούτο κόσμου από του Αργεντινού Λόφου.

Θόρυβος ηγέρθη αιφνηδίως πλησίον του μέρους, εις ο είχε καθήσει ο Τριβούνος. Την στιγμήν εκείνην εφάνη διερχόμενον εκείθεν λαμπρόν φορείον, το οποίον εβάσταζον τέσσαρες γιγαντόσωμοι άραβες. Δύο δρομείς προηγούμενοι του φορείου παρεμέριζον το πλήθος με τας ράβδους των κραυγάζοντες και ανοίγοντες χώρον εις αυτό.

Εντός του φορείου ευρίσκετο είς λευκοενδεδυμένος άνθρωπος, του οποίου την μορφήν δεν ηδύνατό τις να διακρίνη, διότι είχε τους οφθαλμούς προσηλωμένους επί ενός παπυρίνου κυλίνδρου και εφαίνετο ότι ανεγίνωσκε κάτι μετά προσοχής.

— Τόπον εις τον ευγενή Αυγουστιανόν! έκραζον οι δρομείς.

Αλλ' η οδός ήτο τόσον κοσμοβριθής, ώστε εις μίαν στιγμήν το φορείον ηναγκάσθη να σταματήση. Τότε ο Αυγουστιανός αφήκε να πέση μετ' ανυπομονησίας ο κύλινδρός του και έκυψε την κεφαλήν.

— Διώξατε αυτούς τους αθλίους! Και προχωρείτε ταχύτερον.

Αίφνης διέκρινε τον Βινίκιον και ύψωσε ταχέως τον κύλινδρον μέχρι των οφθαλμών του.

Ο Βινίκιος έφερε την χείρα εις το μέτωπον νομίζων ότι ονειρεύεται. Εν τω φορείω εκαμάρωνεν ο γνωστός Χίλων Χιλωνίδης.

Οι δρομείς είχον καθαρίσει τον δρόμον, και οι Αιγύπτιοι έμελλον να εξακολουθήσουν την πορείαν των, οπότε ο νεαρός τριβούνος, όστις εν ριπή οφθαλμού είχε κατανοήσει τόσα πράγματα, μέχρι της χθες ακόμη ακατάληπτα δι' αυτόν, επλησίασε το φορείον και είπε «χαίρειν σοι, ω Χίλων».

— Νεανία, υπέλαβεν ο Έλλην με αξιοπρέπειαν και υπερηφάνειαν, προσπαθών να δώση εις το πρόσωπόν του έκφρασιν γαλήνης, η οποία δεν υπήρχεν εις την ψυχήν του, νεανία, σε χαιρετώ, αλλά μη με κρατής, επειδή σπεύδω να φθάσω το ταχύτερον εις του φίλου μου του ευγενούς Τιγγελίνου, όστις με περιμένει.

Ο Βινίκιος εστηρίχθη εις το άκρον του φορείου, έσκυψε προς τον Χίλωνα και προσβλέψας αυτόν εις τους οφθαλμούς, είπε με τρέμουσαν την φωνήν:

— Συ επίλυσες την Λίγειαν.

— Κολοσσέ του Μέμνονος! διεμαρτυρήθη ο άλλος έντρομος . . . .

Αλλ' εις τους οφθαλμούς του Βινικίου δεν υπήρχε τι το απειλητικόν, και ο φόβος του γηραιού Έλληνος διελύθη αμέσως. Εσκέφθη ότι ήτο υπό την προστασίαν του Τιγγελίνου και αυτού του Καίσαρος, δηλαδή των δύο δυνάμεων, προ των οποίων τα πάντα έτρεμον, ότι περιεστοιχίζετο από αθλητικούς δούλους και ότι ο Βινίκιος ευρίσκετο εκεί άοπλος, με πρόσωπον ισχνόν και με σώμα κυρτόν εκ της αγωνίας.

Με την σκέψιν ταύτην ανέκτησε την αυθάδειάν του. Προσήλωσεν επί του Βινικίου τους αιματοβαφείς οφθαλμούς του και εις απάντησιν εψιθύρισεν:

— Αλλά συ, ενώ απέθνησκον της πείνης, με εμαστίγωσες.

Επί μίαν στιγμήν και οι δύο εσιώπησαν, έπειτα με πνιγομένην φωνήν ο Βινίκιος απήντησε:

— Υπήρξα άδικος, Χίλων . . .

Ο Έλλην ύψωσε την κεφαλήν και τρίζων τους οδόντας κακεντρεχώς απήντησε μεγαλοφώνως, ίνα ακούση όλος ο κόσμος:

— Φίλε, εάν έχης τι να μου ζητήσης, ελθέ εις την έπαυλίν μου, εις Εσκλίνον, την πρωίαν, διότι μετά το λουτρόν μου δέχομαι τους πελάτας μου.

Έκαμε νεύμα και οι Αιγύπτιοι εσήκωσαν το φορείον, ενώ οι δρομείς έκραζον, συστρέφοντες τας ράβδους των:

— Τόπον εις το φορείον του ευγενούς Χίλωνος Χιλωνίδου! Τόπον! Τόπον!

Η Λίγεια, διά μακροσκελούς επιστολής, γραφείσης εν σπουδή, έλεγε διά παντός το «χαίρε» εις τον Βινίκιον. Ήξευρεν ότι ουδείς πλέον είχε δικαίωμα να έλθη εις την φυλακήν, και ότι δεν θα έβλεπε τον Βινίκιον, ειμή εις τους αγώνας, και τον παρεκάλει να παρευρεθή διά να τον ίδη ακόμη μίαν φοράν.

«Είτε ο Χριστός με ελευθερώση, έγραφεν, είτε ο θάνατός μου, είναι το ίδιον διά σε· αυτό μου υπεσχέθη διά του στόματος του Αποστόλου, άρα είμαι ιδική του». Και τον εξώρκισε να μη λυπήται.

Όλη η επιστολή απέπνεε χαράν και ελπίδα. Δεν περιείχεν ειμή μίαν μόνην επιθυμίαν, ίνα ο Βινίκιος αποκομίση το σώμα της από του αμφιθεάτρου και την θάψη ως γυναίκα του εις τον τάφον, όπου αυτός έμελλε μίαν ημέραν να αναπαυθή.

Την επομένην, όταν ο Βινίκιος ήλθεν εις την φυλακήν, ο εκατόνταρχος του είπεν:

— Ο Χριστός σου επεδαψίλευσε σήμερον την χαράν του. Την νύκτα ταύτην ήλθον οι απελεύθεροι του Καίσαρος να εκλέξωσι μερικάς χριστιανάς παρθένους· εζήτησαν και την μνηστήν σου, αλλ' ο Κύριος της έστειλε πυρετόν, εκ του οποίου αποθνήσκουν οι δεσμώται της ειρκτής, και δεν την έλαβον. Η ασθένειά της την έσωσεν από την ατιμίαν. Είχον συλλάβει και τον Λίνον, αλλά βλέποντες ότι εψυχορράγει τον αφήκαν. Ίσως και εκείνην να σου την αποδώσουν τώρα. Και ο Χριστός θα της χαρίση την υγείαν της.

Ο Βινίκιος έμεινε μέχρι της εσπέρας υπό τα τείχη της ειρκτής, επανήλθεν έπειτα εις τον οίκον του και είπεν εις τους ανθρώπους του να υπάγωσι να ζητήσωσι τον Λίνον και να τον φέρωσιν εις μίαν των επαύλεων του εις τα περίχωρα.

Ο Πετρώνιος εξ άλλου δεν έχανε τον καιρόν του αδίκως. Έσπευσε να ίδη την Αυγούσταν. Την εύρε παρά το προσκεφάλαιον του μικρού Ρουφίου. Το παιδίον είχε πυρετόν και παρελήρει, με το κρανίον σπασμένον.

Η Ποππέα, αφωσιωμένη εις τον πόνον της, ουδέ να ακούση ήθελε περί της Λιγείας. Αλλ' ο Πετρώνιος την εφόβισεν ειπών:

— Συ, Αυγούστα, λατρεύεις, ως φαίνεται, τον Ιεχωβά· αλλ' οι χριστιανοί διατείνονται ότι ο Χριστός είναι υιός Εκείνου. Εννοείς να μη σε καταδιώξη με την οργήν του ο Πατήρ; Μη τυχόν η αγανάκτησίς του σε τιμωρεί και η ζωή του Ρουφίου μη εξαρτάται από τας μελλούσας πράξεις σου;

— Τι θέλεις να κάμω;

— Να εξιλεώσης τας εξωργισμένας θεότητας.

— Πώς;

— Η Λίγεια είναι ασθενής. Μεσολάβησον λοιπόν πλησίον του Καίσαρος και του Τιγγελίνου διά να την αποδώσουν εις τον Βινίκιον.

— Πιστεύεις λοιπόν ότι δύναμαι να κατορθώσω τούτο; ηρώτησεν εν απελπισία.

— Οι χριστιανοί βεβαιούν ότι ο Χριστός είναι εκδικητής, αλλά δίκαιος.

— Θα υπάγω, είπεν η Ποππέα, με συντετριμμένην φωνήν.

Η Ποππέα, ήτις διά να σώση τον Ρούφιον, ήτο προθυμοτάτη να προσφέρη εκατόμβας εις όλους τους θεούς, μετέβη την εσπέραν προς τας Εστιάδας, αφού ενεπιστεύθη την φύλαξιν του παιδίου εις την πιστήν Συλβίαν.

Αλλ' εις το Παλατίνον η τύχη του παιδίου είχεν αποφασισθή ήδη.

Μόλις το φορείον της αυτοκράτειρας είχεν υπερβή την μεγάλην θύραν, δύο απελεύθεροι του Καίσαρος εισήλθον εις τον θάλαμον, όπου έκειτο ο μικρός Ρούφιος και εφόνευσαν την γραίαν Συλβίαν και τον μικρόν, του οποίου το σώμα το έρριψαν εις τον ποταμόν.

Όταν η Ποππέα επέστρεψεν εις το Παλατίνον και είδε το λίκνον κενόν, και το πτώμα της Συλβίας, ελιποθύμησε.

Συνελθούσα εις εαυτήν, ήρχισε να κραυγάζη και να οιμώζη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Καθ' ην ημέραν έμελλον να αρχίσωσιν οι αγώνες των θηριομαχιών, πλήθη αέργων περιέμενον από της αυγής το άνοιγμα των πυλών, ακούοντες μετά βαθείας χαράς τους βρυχηθμούς των λεόντων, τον βραχνόν ρογχασμόν των πανθήρων και το ούρλιασμα των υαινών, των τίγρεων και των κυνών.

Τα θηρία είχον μείνει νηστικά επί δύο ημέρας. Προ των κλωβών των επεδεικνύοντο υπό των φυλάκων ολόκληρα τεμάχια αιμοσταγούς κρέατος όπως εξάπτεται εν αυτοίς η μανία και η πείνα. Από καιρού εις καιρόν, αι κραυγαί των θηρίων εξερρήγνυντο εις μίαν θύελλαν τόσον τρομακτικήν, ώστε οι άνθρωποι, οι οποίοι ίσταντο προ του ιπποδρομίου, δεν ηκούοντο πλέον όταν ωμίλουν.

Άμα τη ανατολή του ηλίου ηκούοντο εν αυτώ τω περιβόλω του ιπποδρόμου βαρύτονοι και ήπιοι ύμνοι: πάντες ήκουον μετά καταπλήξεως επαναλαμβάνοντες: «Οι χριστιανοί! Οι χριστιανοί!»

Πράγματι οι χριστιανοί είχον μετακομισθή εις το αμφιθέατρον εις μεγάλας ομάδας, κατά την νύκτα, παραληφθέντες εξ όλων των φυλακών. Αι φωναί των ανδρών, γυναικών και παιδίων, έψαλλον τον εωθινόν ύμνον, οι ειδήμονες ισχυρίζοντο ότι τα θηρία θα εκουράζοντο, θα εχόρταινον και δεν θα ηδύναντο να κατακερματίσωσιν όλον εκείνο το πλήθος. Την πρωίαν, αποσπάσματα θηριομάχων οδηγουμένων υπό των κυρίων των και οι γυμνασταί ήρχισαν να συρρέουν εις το αμφιθέατρον.

Μη θέλοντες να κουρασθώσι προ της ώρας εβάδιζον άοπλοι, συνήθως μάλιστα ολόγυμνοι, στεφανωμένοι με άνθη και κρατούντες χλοερούς κλάδους, νέοι, ωραίοι ως το φως της πρωίας, πλήρεις ζωής. Τα σώματά των, στίλβοντα εξ ελαίου, φοβερά και όμοια με γρανιτώδη πέτραν κατεγοήτευον τον λαόν, πρόθυμον θαυμαστήν της σωματικής καλλονής.

Τα ονόματά των είνε γνωστά εις το πλήθος. Χαίρε, Φούρνιε! εκραύγαζον, χαίρε Λέων! χαίρε Μάξιμε! χαίρε Διομήδη! Έπειτα εξηφανίζοντο όπισθεν των πυλών, οπόθεν πλέον δεν έμελλον να εξέλθωσι.

Κατά πάσαν στιγμήν, νέα θεάματα προσείλκυον την προσοχήν του πλήθους. Όπισθεν των θηριομάχων προέβαινον οι μαστιγοφόροι, των οποίων έργον ήτο να μαστιγώνωσι και να παροξύνωσι τους αντιπάλους.

Κατόπιν διήλθον ημίονοι σύροντες προς το σκυλευτήριον (3) σειράς αμαξίων, επί των οποίων ήσαν συσωρευμένα φέρετρα. Ο λαός έχαιρεν επί τη θέα όλων εκείνων των προετοιμασιών, συμπεραίνων εκ του αριθμού των φερέτρων περί του μεγέθους του θεάματος, Έπειτα ήρχοντο ενδεδυμένοι ως ηθοποιοί, παριστάνοντες τον Χάρωνα ή τον Ερμήν, οι άνδρες, οι οποίοι απετελείωναν τους τραυματίας, και τέλος οι πραιτωριανοί, τους οποίους έκαστος αυτοκράτωρ είχε πάντοτε εις την διάθεσίν του εν τω αμφιθεάτρω.

Ήνοιξαν τας εισόδους και ο λαός εισέρρευσεν. Αλλά το πλήθος ήτο τόσον μέγα, ώστε συνέρρεεν ανεξάντλητον επί ώρας ολοκλήρους. Οι βρυχηθμοί των θηρίων, τα οποία ωσφραίνοντο την απόπνοιαν των ανθρωπίνων σωμάτων, ηύξανον ακόμη εις την είσοδον των πυλών, Ο λαός λαμβάνων θέσιν εις το εσωτερικόν του ιπποδρόμου, εμυκάτο όπως τα κύματα κατά την τρικυμίαν.

Τέλος έφθασεν ο πραίφεκτος της Ρώμης μετά των φρουρών του· έπειτα τα φορεία των συγκλητικών, των υπάτων, των πραιτόρων, των αγορανόμων, των ανακτορικών υπαλλήλων, των αρχηγών της πραιτωριανής φρουράς, των πατρικίων και των κομψοπρεπών γυναίων.

Διά να αρχίσουν τα θεάματα δεν ανεμένετο πλέον παρά μόνον ο Καίσαρ, Και ο Νέρων, μη θέλων να καταχρασθή της υπομονής του λαού και επιθυμών να κατακτήση την εύνοιάν του διά της προθυμίας του, εφάνη μετ' ολίγον συνοδευόμενος υπό της Ποππέας και των Αυγουστιανών, μεταξύ των οποίων, εντός του αυτού φορείου, ήσαν ο Πετρώνιος και ο Βινίκιος.

Οι φύλακες του αμφιθεάτρου και όλον το υπηρετικόν προσωπικόν ήσαν μισθοφόροι του Βινικίου και είχε συμφωνηθή ότι οι θηριομάχοι θα έκρυπτον την Λίγειαν εις σκοτεινήν γωνίαν των υπονόμων μέχρι της νυκτός, και έπειτα θα την παρέδιδον εις ένα άνθρωπον του τριβούνου, όστις θα ανεχώρει αμέσως μετ' αυτής εις το Αλβανόν όρος. Ο Πετρώνιος, εις τον οποίον είχον εμπιστευθή το μυστικόν, εσυμβούλευσε τον Βινίκιον να μεταβή φανερά εις το αμφιθέατρον μετ' αυτού, κατόπιν δε να φύγη εν μέσω της οχλοβοής: θα κατήρχετο εσπευσμένως εις τα υπόγεια, όπου, διά να αποφύγη ενδεχόμενον λάθος, θα εδείκνυεν αυτός την Λίγειαν εις τους φύλακας.

Οι φύλακες τον εισήγαγον διά μικράς θύρας της υπηρεσίας και είς εξ αυτών, ονόματι Σύρος, τον ωδήγησεν αμέσως πλησίον των χριστιανών.

Καθ' οδόν ο φύλαξ έλεγεν:

— Αυθέντα, εζητήσαμεν μίαν κόρην καλουμένην Λίγειαν, αλλά κανείς δεν μας απεκρίθη. Εν τούτοις δυνατόν να δυσπιστώσιν εις ημάς.

Ο Σύρος ήνοιξε θύραν τινά και εισήλθον εις μεγάλην αίθουσαν σκοτεινονάτην, διότι το φως εισήρχετο διά κιγκλιδωτών παραθύρων, τα οποία έκειντο προς το μέρος της κονίστρας. Κατ' αρχάς ο Βινίκιος ουδέ ηδυνήθη να διακρίνη· ήκουσε μόνον τον συγκεχυμένον ψίθυρον των φωνών εν αύτη τη αιθούση και τας κραυγάς του λαού τας εξερχομένας από το αμφιθέατρον. Μετά τινα στιγμήν, οι οφθαλμοί του, εξοικειωθέντες εις το σκότος, είδον συμπλέγματα αλλοκότων όντων ομοίων με λύκους και άρκτους . . . Ήσαν οι χριστιανοί, τους οποίους είχον ράψει εις δέρματα θηρίων. Άλλοι ήσαν όρθιοι, άλλοι προσηύχοντο γονυπετείς.

Ο Βινίκιος εβάδιζε παρά το πλευρόν του Σύρου, παρετήρει τα πρόσωπα, ανηρεύνα, ηρώτα· ενίοτε προσέκρουεν επί των σωμάτων εκείνων, οίτινες είχον λιποθυμήσει εις την αποπνικτικήν ατμόσφαιραν. Σκεπτόμενος ότι πάσαν στιγμήν ήτο δυνατόν να ανοιχθώσι τα κιγκλιδώματα, ήρχισε να κράζη μεγαλοφώνως την Λίγειαν και τον Ούρσον, με την ελπίδα ότι, εν απουσία αυτών, κάποιος, όστις θα τους εγνώριζε, θα του απεκρίνετο.

Τω όντι άνθρωπός τις, ενδεδυμένος με δέρμα άρκτου, τον έσυρεν από την τήβεννον και του είπεν;

— Αυθέντα, έμειναν εις την φυλακήν. Με εξήγαγον τελευταίον και την είδα ασθενή εις την στρωμνήν της.

— Ποίος είσαι; ηρώτησεν ο Βινίκιος.

— Ο λατόμος, εις την καλύβην του οποίου ο απόστολος Πέτρος σε εβάπτισεν, αυθέντα. Με εφυλάκισαν προ τριών ημερών και θα αποθάνω σήμερον.

Ο Βινίκιος εξήλθεν εκ του υπογείου και επέστρεψεν εις το αμφιθέατρον καθήσας παραπλεύρως του Πετρωνίου, μεταξύ των Αυγουστιανών.

— Είναι εκεί; ηρώτησεν ο Πετρώνιος.

— Όχι Έμεινεν εις την φυλακήν.

— Άκουσον τι μου ήλθεν εις τον νουν: αλλ' ακούων παρατήρει, παραδείγματος χάριν, προς το μέρος της Νιγιδίας διά να νομίση ο κόσμος ότι ομιλούμεν διά την κόμωσίν της . . . Ο Τιγγελίνος και ο Χίλων μας παρατηρούν . . . Ειπέ να θέσουν την Λίγειαν εις φέρετρον, την νύκτα, και να την μεταφέρουν από την φυλακήν ως νεκράν. Συμπεραίνεις τα λοιπά.

— Ναι απήντησεν ο Βινίκιος.

Ο λαός εποδοκρότει και εθορύβει διά να επισπευθή το θέαμα. Τότε ο διοικητής της πόλεως έδωκε διά του μανδηλίου του έν σημείον, εις το οποίον απήντησεν ο λαός δι' ενός «Ααά»!

Το θέαμα ήρχιζε συνήθως διά καταδιώξεως αγρίων ζώων, εις ην διέπρεπον διάφοροι βάρβαροι εκ των βορείων και μεσημβρινών χωρών. Αλλά την φοράν αυτήν ήρχισαν διά τυφλομάχων, οίτινες ήσαν παλαισταί, φέροντες περικεφαλαίας κλειστάς, μέλλοντες να πολεμήσωσιν εις τα τυφλά.

Μία δωδεκάς εκ των τυφλομάχων τούτων εφάνησαν συγχρόνως εις την κονίστραν, ήρχισαν να κτυπώσι με τα ξίφη των το κενόν, ενώ οι μαστιγοφόροι τους ώθουν κατ' αλλήλων δι' υπερμεγεθών δικράνων.

Το κομψευόμενον κοινόν εθεάτο αταράχως το θέαμα εκείνο το πράγματι αξιοκαταφρόνητον. Άνθρωποι τινες είχον συμπλακή και η πάλη ήρχισε να γίνεται αιματηρά. Οι λυσσωδέστεροι εκ των παλαιστών απέρριπτον τας ασπίδας των και σφίγγοντες τους αντιπάλους των διά της αριστερής χειρός, εμάχοντο μέχρι θανάτου με την δεξιάν. Όσοι έπιπτον, ύψωναν τους δακτύλους διά να ζητήσουν τον οίκτον, αλλ' εις την αρχήν του θεάματος ο λαός απήτει συνήθως τον θάνατον των τραυματιών, κυρίως όταν επρόκετο περί των τυφλομάχων, οίτινες, έχοντες το πρόσωπον εντελώς σκεπασμένον, παρέμενον διά τους θεατάς άγνωστοι.

Τώρα εγένετο μάχη σοβαρωτέρα, ήτις διήγειρε το ενδιαφέρον των ευγενών και όχι μόνον του όχλου — μάχη κατά την οποίαν οι νεαροί πατρίκιοι συχνά έθετον μεγάλα στοιχήματα και έχανον και το τελευταίον σεστέρτιον.

Ολίγον κατ' ολίγον ο αριθμός των μαχομένων ηλαττούτο· τέλος έμειναν δύο· τους ώθησαν τον ένα προς τον άλλον· έπεσαν επί της άμμου και αμοιβαίως εμαχαιρώθησαν. Τότε οι θεράποντες εσήκωσαν τα πτώματα, έπλυναν την παλαίστραν και διέσπειραν επί της άμμου φύλλα αρωματικών φυτών.

Όταν ήρχισεν ο διαπεραστικός ήχος των σαλπίγγων, βαθεία σιγή αγωνίας διεχύθη εις το αμφιθέατρον. Χιλιάδες οφθαλμών προσηλώθησαν εις την μεγάλην πόλην· άνθρωπός τις επλησίασεν ενδεδυμένος ως Χάρων και εν μέσω της γενικής σιγής έκρουσε την θύραν τρις διά σφύρας, ως διά να συγκαλέση εις τον θάνατον τους ανθρώπους τους κρυπτομένους όπισθεν. Έπειτα τα δύο θυρόφυλλα ηνοίχθησαν βραδέως, αποκαλύψαντα έν σκοτεινόν στόμιον οπόθεν μετ' ολίγον οι μαχηταί κατά σμήνη συνέρρευσαν εις την φωτεινήν κονίστραν, ήσαν δε ούτοι πάνοπλοι.

Επευφημίαι εξερράγησαν από τινων εδωλίων.

Οι παλαισταί περιήλθον κύκλω την κονίστραν με βήμα κανονικόν και ελαστικόν και εστάθησαν ενώπιον του αυτοκράτορος. Έπειτα έτειναν την δεξιάν χείρα και υψώσαντες την κεφαλήν και τα βλέμματα προς τον Καίσαρα, έψαλαν με φωνήν ηχηράν:

«Χαίρε, Καίσαρ αυτοκράτωρ·

Οι μελλοθάνατοι σε προσαγορεύουν!»

Έπειτα διεσκορπίσθησαν εν ριπή οφθαλμού και ετοποθετήθησαν χωριστά επί του περιβόλου της κονίστρας.

Έμελλον να επιτεθώσι κατ' αποσπάσματα ολόκληρα. Εις τας μάχας εκείνας, ο λαός ήτο αφωσιωμένος με την ψυχήν, το σώμα και τους οφθαλμούς: ωρύετο, εβρυχάτο, εσύριζεν, εχειροκρότει, εγέλα, εξηρέθιζε τους μαχομένους και εμαίνετο εκ χαράς. Εις την παλαίστραν, οι μονομάχοι εις δύο ομάδας επάλαιον με λύσσαν θηρίων: οι θώρακες προσέκρουον επί των θωράκων, τα σώματα συνεπλέκοντο εις θανάσιμα σφιγξίματα, τα φοβερά μέλη έτριζον εις τας αρθρώσεις των, αι μάχαιραι εβυθίζοντο εις τα στήθη και τας κοιλίας, τα κάτωχρα χείλη εξετόξευον χειμάρρους αίματος. Αρχάριοί τινες κατελήφθησαν περί το τέλος από φόβον τόσον ζωηρόν, ώστε αποσπασθέντες του κυκεώνος εκείνου ετράπησαν εις φυγήν, αλλ' οι μαστιγοφόροι με τα μαστίγιά των τα καταλήγοντα εις μόλυβδον τους κατεδίωκον άκοντας εις το αγριώτερον σημείον της πάλης. Η άμμος εποικίλλετο ανά πάσαν στιγμήν, σώματα γυμνά και με θώρακας ορειχαλκίνους ήρχοντο να αυξήσουν τους σωρούς, εξηπλωμένους ως δέσμας χόρτου.

Αφού και ούτοι αλληλοεσπαράχθησαν, μετεφέρθησαν έξω της κονίστρας υπό τας επευφημίας του πλήθους.

Τέλος, οι ηττηθέντες έκειντο σχεδόν πάντες νεκροί· μόνον μερικοί τραυματίαι εγονυπέτησαν κλονιζόμενοι εν μέσω της κονίστρας και έτειναν προς τους θεατάς χείρας ζητούσας χάριν. Εις τους νικητάς διένειμον βραβεία, στρέμματα, κλάδους ελαίας. Έπειτα επικολούθησε στιγμή ανακωχής, ήτις τη διαταγή του παντοδυνάμου Καίσαρος μετεβλήθη εις συμπόσιον. Ήναψαν τα πύραυνα των αρωμάτων. Οι ψεκαστήρες έρριπτον επί του πλήθους λεπτήν βροχήν σαφρά και ίων.

Προσέφεραν αναψυκτικά, οπτά κρέατα, γλυκέα πλακούντια, ελαίας και οπώρας. Ο όχλος κατεβίβρωσκεν, εφλυάρει και ανευφήμει τον Καίσαρα, διά να τον ελκύση εις μεγαλυτέραν ακόμη γενναιοδωρίαν.

Το πρώτον μέρος του θεάματος είχε λήξει. Οι θεαταί εγκατέλειπον τας θέσεις και μετέβαινον εις τας διόδους, όπως απαλλαχθώσι της νάρκης των ποδών και συνομιλήσωσι.

Οι Αυγουστιανοί ετέρποντο εις το θέαμα του Χίλωνος και έσκωπτον τας ανωφελείς προσπαθείας του θέλοντος να αποδείξη ότι ήτο ικανός να βλέπη το αίμα, αν και δεν υπέφερε τοιαύτα θεάματα η ελληνική καρδία του. Οι Αυγουστιανοί όμως εξηκολούθουν να τον πειράζουν. Τούτο ηυχαρίστει τον Καίσαρα, όστις τους παρώτρυνε προς τούτο.

Ο γέρων τους παρετήρει με τους ερυθρούς οφθαλμούς του, αλλ' εσιώπα, μη δυνάμενος να αντεπεξέλθη κατ' αυτών.

Ο ήχος των σαλπίγγων ανήγγειλε το τέλος του διαλείμματος. Εις την κονίστραν εφάνησαν θεράποντες, οίτινες εκαθάριζαν και επιπέδωναν εδώ και εκεί τους μικρούς σωρούς της άμμου, τους συγκεκολλημένους ακόμη με το αίμα.

Τώρα ήτο η σειρά των χριστιανών.

Το θέαμα ήτο καινοφανές διά το πλήθος. Ήλπιζον εκτάκτους σκηνάς. Εις το μίσος του λαού και αι φρικωδέστεραι τιμωρίαι εφαίνοντο ανεπαρκείς.

Ο πραίφεκτος έκαμε νεύμα και ο ίδιος γέρων, ο ενδεδυμένος ως Χάρων, ενεφανίσθη επί της κονίστρας, διέτρεξεν αυτήν βραδέως και, εν μέσω βαθείας σιγής, έκρουσε την θύραν τρις με την σφύραν του.

Εις το αμφιθέατρον μία βοή ηγέρθη:

— Οι χριστιανοί! . . . οι χριστιανοί! . . . .

Αι σιδηραί κιγκλίδες έτριξαν, ανά τους διαδρόμους τους σκοτεινούς ήχησεν η συνήθης κραυγή των μαστιγοφόρων: «Εις την άμμον!» και εν ριπή οφθαλμού η κονίστρα εγέμισεν από χριστιανούς, οι οποίοι έτρεχον με πυρετώδη ταχύτητα και φθάσαντες εις το κέντρον εγονάτισαν πλησίον αλλήλων ανατείνοντες τας χείρας εις τον ουρανόν.

Ο όχλος νομίσας ότι επεκαλούντο το έλεος του Καίσαρος, κατελήφθη υπό μανίας εις το θέαμα τόσης ανανδρίας· ήρχισαν να ποδοκροτώσι, να συρίζωσι, να ρίπτουν εις την κονίστραν κενά δοχεία, οστά περιφαγωμένα και να ανακράζωσι: «Τα θηρία! Απολύσατε τα θηρία!. .»

Αλλ' αίφνης ανήκουστον πράγμα, συνέβη. Εκ του κέντρου του πλήθους των θυμάτων ανήλθον φωναί, αίτινες έψαλλον, και αντήχησεν ο ύμνος, τον οποίον διά πρώτην φοράν ήκουον εις τον ρωμαϊκόν ιππόδρομον.

«Κρίστους Ρέγνατ! . . .» (=ο Χριστός βασιλεύει).

Ο λαός έμεινε κατάπληκτος. Οι κατάδικοι έψαλλον με τους οφθαλμούς εστραμμένους προς το καταπέτασμα. Τα πρόσωπά των ήσαν ωχρά, αλλ' εφαίνοντο εμπνευσμένα.

Όλοι ενόησαν ότι οι άνθρωποι εκείνοι δεν εζήτησαν ποσώς χάριν και ότι δεν έβλεπον ούτε το θέατρον, ούτε τον λαόν, ούτε την Σύγκλητον, ούτε τον Καίσαρα, αλλά προσηύχοντο. Ο ύμνος των: «Ο Χριστός βασιλεύει εις τους αιώνας!» αντήχει επί μάλλον εύηχος.

Αλλ' ηνοίχθη άλλη κιγκλίς· και εις την κονίστραν εχύθησαν εν αγρία ορμή αγέλαι ολόκληροι κυνών αγρίων, γιγάντιοι κοκκινότριχες μολοσσοί της Πελοποννήσου, ραβδωτοί κύνες των Πυρρηναίων και αρπακτικοί της Ιβερνίας, όμοιοι προς λύκους, όλοι πειναλέοι με πλευρά κοίλα και αιμοδιψείς οφθαλμούς. Οι ωρυγμοί και αι υλακαί ενέπλησαν όλον το αμφιθέατρον οι χριστιανοί, αφού ετελείωσαν τον ύμνον των, έμειναν γονυπετείς, ακίνητοι και ως απολιθωμένοι, στενάζοντες μια φωνή:

«Προ Κρίστο! Προ Κρίστο!» (υπέρ Χριστού!).

Οσφρανθέντες ανθρώπους υπό τας δοράς θηρίων και εκπεπληγμένοι εκ της ακινησίας των, οι κύνες δεν ετόλμησαν να ριφθώσιν αμέσως κατ' αυτών. Οι μεν εζήτουν να αναρριχηθώσιν εις τους φραγμούς των θεωρείων, άλλοι έτρεχον πέριξ της κονίστρας υλακτούντες ως εάν κατεδίωκον αόρατον θήραμα. Ο λαός δυσηρεστήθη. Χιλιάδες φωνών προεκάλουν θόρυβον, θεαταί τινες εμιμούντο τους βρυχηθμούς των θηρίων, άλλοι εγαύγιζον ως κύνες, άλλοι τέλος εξηρέθιζον τα κτήνη εις όλας τας γλώσσας. Το αμφιθέατρον εδονείτο εκ των κραυγών. Οι κύνες ερεθισθέντες ώρμων προς τους ανθρώπους τους γονυπετείς, και έπειτα ωπισθοχώρουν πάλιν κροτούντες τας σιαγόνας των. Τέλος είς μολοσσός εβύθισε τους οδόντας εις τον ώμον γυναικός τινος γονυπετούς και την συνέτριψε διά του όγκου του.

Τότε δεκάδες κυνών εφώρμησαν κατά του σωρού. Το πλήθος έπαυσε να ωρύεται διά να παρατηρή μετά περισσοτέρας προσοχής· μεταξύ των ωρυγών και των ψυχορραγημάτων ηγείροντο ακόμη θρηνώδεις φωναί ανδρών και γυναικών: «Προ Κρίστο! Προ Κρίστο!»

Το αίμα έρρεεν ως χείμαρρος από τα διαμελιζόμενα σώματα. Οι κύνες εξέσχιζον μεταξύ των αιμοσταγή μέλη. Η οσμή του αίματος και των τεμαχισμένων εντοσθίων είχε καλύψει τα αρώματα της Αραβίας και επλήρου όλον τον ιππόδρομον.

Τέλος, δεν εφαίνοντο πλέον ειμή εδώ και εκεί άνθρωποι γονυπετείς.

Μετ' ολίγον και αυτοί κατεσπαράχθησαν εν κρότω αδηφάγων σιαγόνων και εν μέσω ολολυγμών.

Την στιγμήν, καθ' ην οι χριστιανοί εισήρχοντο εις την κονίστριαν, ο Βινίκιος είχεν εγερθή διά να διευθυνθή, καθώς είχεν υποσχεθή εις τον σταδιοφύλακα, προς το μέρος όπου μεταξύ των δούλων του Πετρωνίου εκρύπτετο ο Απόστολος.

Την πρώτην στιγμήν, η σκέψις ότι ίσως ο σταδιοφύλαξ να ηπατήθη, ότι η Λίγεια πιθανόν να ευρίσκετο μεταξύ των θυμάτων, τον είχε παραλύσει εντελώς.

Αλλ' όταν ήκουσε τας φωνάς: «Προ Κρίστο!» όταν είδε την βάσανον απειραρίθμων θυμάτων, άτινα θνήσκοντα ωμολόγουν την πίστιν και εδόξαζον τον Θεόν, κατενόησεν ότι ήτο αμάρτημα και να ζητή τις χάριν!

Εν τοσούτω παρεκάλει ακόμη, προσηύχετο με τα χείλη στεγνά: »Χριστέ! Χριστέ! λυπήσου την και ο Απόστολός σου δέεται δι' εκείνην! » Έπειτα έχασε τας αισθήσεις του και ελησμόνησε πού ευρίσκετο. Του εφάνη μόνον ότι το αίμα εφούσκωνεν ως πλήμμυρα ανερχομένη, και έμελλε να εκχειλίση από τον περίβολον του φονικού θεάτρου και να καταπλημμυρήση την Ρώμην ολόκληρον.

Δεν ήκουε πλέον ούτε τας ωρυγάς των κυνών, ούτε τας φωνάς των αυγουστιανών, οίτινες αίφνης έκραξαν:

— Ο Χίλων ελιποθύμησε!

Ούτος τω όντι, λευκός ως σινδών, εκάθητο με υπτίαν την κεφαλήν, με το στόμα χάσκον και εφαίνετο ως νεκρός.

Την στιγμήν εκείνην ώθησαν εις το στάδιον νέα πλήθη θυμάτων, περιβεβλημένα δοράς θηρίων. Όπως και τα προηγούμενα, εγονυπέτησαν και αυτά αμέσως. Αλλ' οι κύνες, εξαντληθέντες, ηρνούντο να τα ξεσχίσουν.

Ολίγα μόνον θηρία ερρίφθησαν κατά των πλησιεστέρων θυμάτων, τα άλλα κατεκλίθησαν, ύψωσαν τα ρύγχη, εξ ων εστάλαζε το αίμα και ήρχισαν να ασθμαίνωσι βαρέως με σπασμούς των φουσκωμένων πλευρών.

Τότε ο λαός ανήσυχος μέχρι βάθους ψυχής, αλλά και μεθυσμένος εκ της αιματοχυσίας και παραφερόμενος υπό φρενοβλαβούς μανίας, έρριψε διατόρους κραυγάς:

— Τους λέοντας! τους λέοντας! Απολύσατε τους λέοντας.

Οι λέοντες ήσαν εφεδρεία διά την επομένην ημέραν. Αλλ' εις τα αμφιθέατρα ο λαός επέβαλλε την θέλησίν του εις πάντας και εις αυτόν τον Καίσαρα!

Ο Νέρων έκαμε νεύμα να ανοίξωσι το υπόγειον θηριοτροφείον, όπερ ιδών ο λαός κατεπραΰνθη αμέσως. Ήκουσαν τον τριγμόν των κιγκλίδων, όπισθεν των οποίων ευρίσκοντο οι λέοντες. Εις την θέαν των οι σκύλλοι εμαζεύθησαν εις το απέναντι μέρος με υλακάς πνιγμένας. Εκείνοι εξώρμησαν ανά είς επί της κονίστρας πυρροχαίται και τεράστιοι, με μεγάλας κεφαλάς βαθυτρίχους. Και αυτός ο Καίσαρ έστρεψε προς αυτούς τα λυπημένον πρόσωπόν του και επλησίασε τον σμάραγδον εις τον οφθαλμόν του να τους ίδη καλλίτερον. Οι Αυγουστιανοί εχαιρέτισαν τους λέοντας διά χειροκροτημάτων, το πλήθος τους ηρίθμει με τα δάκτυλα, κατασκοπεύον με άπληστον όμμα την εντύπωσιν, την οποίαν επροξένουν εις τους χριστιανούς τους γονυπετείς εις το κέντρον, οι οποίοι πάλιν επανελάμβανον την κραυγήν των: &υπέρ Χριστού! υπέρ Χριστού!& κενήν εννοίας διά πολλούς και ενοχλητικήν διά πάντας.

Οι λέοντες, καίτοι πειναλέοι, δεν έσπευσαν ποσώς προς τα θύματα. Αι υπέρυθροι αντανακλάσεις, αίτινες επλημμύριζον την άμμον, ετάρασσον την όρασίν των και εκείνοι υπέκλειον τα βλέφαρα θαμβωμένοι. Τινές εξέτεινον οκνηρώς τα υποκίτρινα μέλη των, άλλοι ήνοιγον το ρύγχος και εχασμώντο, ως να ήθελον να δείξουν τους οδόντας των, αλλ' ολίγον κατ' ολίγον η οσμή του αίματος των διαμελισμένων σωμάτων, τα οποία έκειντο εις σωρούς επί της κονίστρας, επενήργησαν επ' αυτών. Μετ' ολίγον αι κινήσεις των έγιναν ανήσυχοι, αι χαίται των ωρθώθησαν, οι μυκτήρες των εκρότησαν θορυβωδώς· είς λέων εφώρμησεν αίφνης κατά του πτώματος γυναικός εχούσης το πρόσωπον κατεσπαρμένον και, θέσας επί του σώματος τους εμπροσθίους πόδας, ήρχισε με την αρπακτικήν του γλώσσαν να λείχη το αίμα το πηκτόν. Είς άλλος επλησίασεν ένα χριστιανόν, όστις εκράτει εις τας αγκάλας του παιδίον ραμμένον εντός δέρματος δορκάδος. Το παιδίον έντρομον με θρήνους και με κραυγάς προσεκολλάτο σπασμωδικώς εις τον πατέρα του, όστις θέλων να διατηρήση την ζωήν του τέκνου του, εις μίαν στιγμήν, προσεπάθησε να το αποσπάση από του τραχήλου του διά να το δώση είς τους όπισθεν ευρισκομένους. Αλλ' αι κραυγαί και αι προσπάθειαι εξώργισαν τον λέοντα· ούτος εξέβαλε βραχνόν και σύντομον βρυχηθμόν, συνέτριψε το παιδίον δι' ενός κτυπήματος του ποδός και ήρπασε διά του στόματός του το κρανίον του πατρός, το οποίον συνέτριψε.

Τότε όλα τα θηρία εξεχύθησαν κατά των χριστιανών. Γυναίκες τινες δεν ηδυνήθησαν να κρατήσωσι κραυγάς τρόμου, τας οποίας έπνιξαν αι επευφημίαι του λαού, παύσασαι και αυταί μετ' ολίγον χάριν της επιθυμίας των θεατών όπως ίδωσι τα πάντα. Και είδον πράγματα φρικιαστικά· κεφαλάς καταπινομένας εις στόματα χαίνοντα ως βάραθρα, στήθη σπαρασσόμενα δι' ενός μόνου κτύπου οδόντος, καρδίας και πνεύμονας αποσπωμένους και ήκουον τα οστά τρίζοντα μετά κρότου υπό τας σιαγόνας. Λέοντες αρπάζοντες τα θύματά των από τα πλευρά ή από την ράχιν έτρεχον με μανιώδη άλματα διά της κονίστρας ως να εζήτουν όπως τα καταβροχθίσουν εις σκοτεινόν μέρος· άλλοι εμάχοντο προς αλλήλους ανορθούμενοι και περισφίγγοντες ο είς τον άλλον, ως παλαισταί, και επλήρουν το αμφιθέατρον με βροντώδεις κραυγάς. Οι θεαταί ηγείροντο από τας θέσεις των, τινές άφινον τα καθίσματά των και κατήρχοντο εις τας κατωτέρας σειράς διά να ίδωσι καλλίτερον και συνωθούντο και συνεθλίβοντο μέχρι θανάτου.

Από καιρού εις καιρόν ηκούοντο απάνθρωποι φωναί· άλλοτε ανευφημίαι· άλλοτε βρυχηθμαί, γρυλλισμοί και κρότοι σιαγόνων και ουρλιάσματα κυνών· ενίοτε πάλιν ηκούοντο οιμωγαί και θρήνοι . . . .

Ο Καίσαρ με τον σμάραγδον εις το ύψος του οφθαλμού του παρετήρει μετά προσοχής. Το πρόσωπον του Πετρωνίου εξέφραζεν αηδίαν και περιφρόνησιν.

Ο Χίλων, λιπόθυμος, είχεν ήδη αποκομισθή εκείθεν, αλλά το υπόγειον εξήμει πάντοτε νέα θύματα εις την κονίστραν.

Ιστάμενος όρθιος εις την τελευταίαν σειράν του αμφιθεάτρου, ο απόστολος Πέτρος εθεώρει τους αγωνιώντας. Κανείς δεν τον έβλεπε, διότι όλαι αι κεφαλαί ήσαν εστραμμέναι προς την παλαίστραν. Ηγέρθη, και, όπως πριν είχεν ευλογήσει εντός της αμπέλου του Κορνηλίου, διά τον θάνατον και την αιωνιότητα, εκείνους οι οποίοι επρόκειτο να φυλακισθώσιν, ούτω και τώρα ο Πέτρος ηυλόγει διά του Σταυρού τα λογικά σφάγια τα ψυχορραγούντα υπό τους οδόντας των θηρίων, — ηυλόγει το αίμα των και την βάσανόν των, — ηυλόγει τους νεκρούς, τους μεταβεβλημένους εις όγκους αμόρφους, και τας ψυχάς τας αφιπταμένας μακράν της αιματοβαφούς άμμου και της πόλεως των αιματηρών οργίων και με σπαραγμόν ψυχής προσηύχετο:

Κύριε! έλεγε, γεννηθήτω το θέλημά Σου! Διά την δόξαν σου, ως μαρτύριον της αληθείας, θανατούνται τα πρόβατα ταύτα της ποίμνης Σου. Συ μοι είπας: «Ποίμαινε τα πρόβατά μου!». Και τώρα Σου τα αποδίδω, Κύριε και Συ ο Θεός μου, παράλαβέ τα πλησίον σου, ίασαι τας πληγάς των, πράυνον τους πόνους των και απόδος εις αυτούς εκατονταπλασίονα την αμοιβήν των βασάνων, όσας υπέστησαν διά το όνομά Σου. Και οι μάρτυρες ύψωνον προς αυτόν τους οφθαλμούς. Τότε τα πρόσωπά των ηκτινοβόλουν, προσεμειδίων βλέποντα υπεράνω των κεφαλών των, εκεί υψηλά, το σημείον του Σταυρού.

Αίφνης ο Καίσαρ, εκ λύσσης ή και εκ της επιθυμίας να υπερβάλη παν ό,τι η Ρώμη είχεν ιδή έως τότε, εψιθύρισε λέξεις τινάς εις τον πραίφεκτον. Ούτος κατήλθε της εξέδρας και μετέβη εν σπουδή εις τα υπόγεια. Και αυτό το πλήθος έμεινε κατάπληκτον, όταν είδε τας κιγκλίδας να ανοίγωνται εκ νέου. Τότε ερρίφθησαν θηρία ποικιλώτατα· τίγρεις του Ευφράτου, πάνθηρες της Νουμηδίας, άρκτοι, λύκοι, ύαιναι και θώες. Το στάδιον ολόκληρον κατεπλημμύρησεν από αεικίνητον κύμα δερμάτων ποικιλοχρώμων ή ξανθοχρόων. Εδημιουργήθη κυκεών, όπου οφθαλμός δεν διέκρινε πλέον παρά μίαν φοβεράν και αεικίνητον δίνην ράχεων θηρίων. Το θέαμα απώλεσε την εντύπωσιν της πραγματικότητος. Ήτο υπερβολικόν!

Εν τω μέσω των βρυχηθμών, των ωρυγών, των γρυλλισμών, ανήρχετο εδώ και εκεί από των βάθρων των θεατών, ο οξύς και σπασμωδικός γέλως των γυναικών, των οποίων αι δυνάμεις πλέον εξηντλήθησαν. Πολλοί εφοβήθησαν. Τα πρόσωπα εσκυθρώπασαν.

Πλείσται φωναί έκραξαν:

«Αρκεί! Αρκεί!».

Αλλ' ήτο ευκολώτερον να απολύσωσι τα θηρία παρά να τα διώξωσι από την κονίστραν. Ο Καίσαρ εν τούτοις εύρε, διά να καθαρίση τον στίβον, μέσον το οποίον ήτο συγχρόνως νέα διασκέδασις διά τον λαόν. Εις όλας τας παρόδους, μεταξύ των βάθρων, εφάνησαν με τόξα εις τας χείρας ομάδες αιθιόπων της Νουμηδίας με ενώτια και με πτερά εις τας κόμας. Ο λαός εμάντευσε τι έμελλε να επακολουθήση και τους εχαιρέτισε διά κραυγών ευχαριστήσεως. Οι Νουμήδαι επλησίασαν εις τον γύρον της κονίστρας και ήρχισαν να κατατοξεύωσι τα θηρία. Ήτο πράγματι θέαμα νέον. Τα εβενώδη σώματα με τα ευλύγιστα μέλη έκλινον προς τα οπίσω και τα βέλη έπιπτον ως βροχή επί των θηρίων. Η βοή των χορδών και ο συριγμός των πτερωτών βελών ηνούντο με τα ουρλιάσματα των ζώων και τας κραυγάς του θαυμασμού των θεατών. Οι λύκοι, οι πάνθηρες, αι άρκτοι εξηπλούντο νεκραί παρά τα πτώματα των κατεσπαραγμένων χριστιανών. Εδώ και εκεί είς λέων, αισθανόμενος εις την πλευράν του νυγμόν βέλους, έστρεφε με απότομον κίνημα το ρύγχος το ερρυτιδωμένον από λύσσαν, διά να αρπάση και κατασυντρίψη το ξύλον. Άλλοι οίμωζον εκ του πόνου. Τα μικρά κτήνη εν φοβερώ πανικώ διέτρεχον τυφλώς την κονίστραν ή εκτύπων τας κεφαλάς των κατά των κιγκλιδωμάτων.

Εν τοσούτω τα βέλη εσύριζον αδιακόπως και μετ' ολίγον παν ό,τι έζη κατέπεσε με τους τελευταίους σφαδασμούς της αγωνίας.

Τότε εις το στάδιον ώρμησαν εκατοντάδες δούλων ωπλισμένων με αξίνας, με πτυάρια, με σάρωθρα, με χειραμάξια με κάνιστρα διά να συλλέξουν και αποκομίσουν τα πτώματα και σπλάγχνα. Έφερον δε και σάκκους πλήρεις άμμου. Εντός ολίγου ολόκληρος ο στίβος εσείετο από την πυρετώδη εργασίαν των. Εν ριπή οφθαλμού μετέφεραν τα πτώματα, εκαθάρισαν το αίμα και τας ακαθαρσίας, ηυλάκωσαν, ισοπέδωσαν και εκάλυψαν την κονίστραν με άφθονον στρώμα ξηράς άμμου. Τούτου γενομένου, ερωτιδείς έτρεξαν και εσκόρπισαν πέταλα ρόδων και κρίνων, Ήναψαν και πάλιν τα θυμιατήρια και αφήρεσαν το καταπέτασμα, διότι ο ήλιος είχεν ήδη κατέλθει αρκετά.

Το πλήθος των θεατών παρετήρουν αλλήλους εν εκπλήξει, σκεπτόμενοι καθ' εαυτούς ποίον θέαμα τους επερίμενεν ακόμη την ημέραν εκείνην. Τους ανέμενε θέαμα, εις το οποίον κανείς δεν είχε προπαρασκευασθή. Ο Καίσαρ, όστις από τινος είχεν εγκαταλείψει τον εξώστην, εφάνη αιφνιδίως επί της ανθοσπαρμένης κονίστρας, ενδεδυμένος πορφύραν και με χρυσούν στέφανον.

Δώδεκα αοιδοί τον ηκολούθουν ωπλισμένοι με κιθάρας. Εκείνος με αργυράν βάρβιτον εις την χείρα, εγερθείς επροχώρησε με βήμα επίσημον μέχρι του κέντρου, εχαιρέτισεν επανειλημμένως και ύψωσε τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν. Επί μίαν στιγμήν έμεινεν ακίνητος, ως να ανέμενε να εμπνευσθή, έπειτα πλήξας τας χορδάς ήρχισε:

_«Με την φωνήν της θείας λύρας, εκάλυψες τας προσευχάς, τας κραυγάς, τους στεναγμούς, αναίσθητε Σμινθεύ! (4) Αλλά και σήμερον ακόμη ο οφθαλμός, ως άνθος, το οποίον εκάλυψαν σταγόνες δρόσου, πληρούται δακρύων· ω θλίψις!

Ότε, εις την απήχησιν του ύμνου μου, ανέτειλεν αίφνης εκ του πενθίμου σαβάνου των αρχαίων ερειπίων της η ημέρα του τρόμου, η ημέρα της πυρκαϊάς . . .

»Σμινθεύ! — πού ήσο, Σμινθεύ την ημέραν εκείνην;»_

Η φωνή του Νέρωνος διερράγη και οι οφθαλμοί του υγράνθησαν. Εις τα βλέφαρα των Εστιάδων ελαμπύριζαν δάκρυα. Ο λαός, ο οποίος ήκουεν άφωνος, εξερράγη αίφνης εις ατελεύτητον λαίλαπα επευφημιών:

Και ο Απόστολος Πέτρος έψαυσε με τας δύο χείρας την κεφαλήν του την πολιάν και τρέμουσαν και έκραξεν εν τη ψυχή του:

— Κύριε! Κύριε! Εις ποίον άνθρωπον παρέδωκες την αυτοκρατορίαν του κόσμου! . . . Και ανάγκη να νικήσωμεν εν τω ονόματί Σου, ημείς, οι άοπλοι!

Εν τοσούτω, έξωθεν, από τας εξόδους τας ανοικτάς διά τον αερισμόν του αμφιθεάτρου, ήρχετο ο κρότος των κάρρων, εις τα οποία απέθετον τα αιματωμένα λείψανα των χριστιανών, ανδρών, γυναικών και παιδίων, όπως τα μεταφέρωσιν εις τους φοβερούς Δυσώδεις Λάκκους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

Ο ήλιος είχε χαμηλώσει προς την δύσιν. Το θέαμα είχε λήξει. Το πλήθος κατέλιπε το αμφιθέατρον συρρέον διά των εξόδων προς την Πόλιν. Οι αυλικοί ακολουθούντες τον Νέρωνα ανεχώρησαν και αυτοί

Ο Πετρώνιος και ο Βινίκιος διέτρεξαν το διάστημα σιωπηλοί, φοβούμενοι διά την τύχην της Λιγείας. Το φορείον εσταμάτησεν έμπροσθεν της επαύλεως. Κατήλθον. Αμέσως τους επλησίασε μία σκοτεινή μορφή.

Ο ευγενής τριβούνος Βινίκιος είνε εδώ;

— Εγώ είμαι απήντησεν ο τριβούνος. Τι με θέλετε;

— Είμαι ο Ναζάριος, ο υιός της Μαριάμ. Έρχομαι από την φυλακήν και σου φέρω ασπασμούς από την Λίγειαν.

Ο Βινίκιος εστηρίχθη επί του βραχίονός του και ήρχισε να τον παρατηρή εις τους οφθαλμούς υπό το φως των δάδων, μη δυνάμενος να προφέρη λέξιν. Αλλ' ο Ναζάριος εμάντευσε την ερώτησιν, ήτις εχάνετο εις τα χείλη του.

— Ζη. Ο Ούρσος με στέλλει προς σε, αυθέντα, διά να σου είπω ότι με όλον τον πυρετόν του ικετεύει τον Ύψιστον και επαναλαμβάνει το όνομά σου.

— Δόξα εις τον Χριστόν! απήντησεν ο Βινίκιος. Εκείνος έχει την δύναμιν να μου την αποδώση. Λοιπόν, ας μη χάνωμεν καιρόν. Και ωδήγησε τον Ναζάριον εις την βιβλιοθήκην, όπου ο Πετρώνιος μετ' ολίγον τους υπεδέχθη.

Ο Βινίκιος έλαβε τον λόγον:

— Ειπέ εις τους δεσμοφύλακας τους ανήκοντας εις την μερίδα μας να την θέσουν εντός φερέτρου, ως νεκράν. Ευρέ ανθρώπους διά να την απαγάγουν μαζί με σε την νύκτα. Πλησίον των Δυσωδών Λάκκων θα υπάρχουν άνθρωποι με φορείον· εις αυτούς θα παραδώσετε το φέρετρον. Θα υποσχεθής εκ μέρους μου εις τους δεσμοφύλακας όσον χρυσόν δύναται να σηκώση έκαστος εξ αυτών εις τον μανδύαν του.

Ενώ ωμίλει το πρόσωπόν του είχεν αποβάλει την έκφρασιν της νάρκης, ήτις τω ήτο συνήθης· εντός του εξηγείρετο ο στρατιώτης και η ελπίς του απέδιδε την παλαιάν ενεργητικότητά του.

Ο Ναζάριος ύψωσε τας χείρας κραυγάζων:

— Είθε ο Χριστός να της αποδώση την υγείαν, διότι θα ελευθερωθή!

— Πιστεύεις ότι οι φύλακες θα συναινέσουν: ηρώτησεν ο Πετρώνιος.

— Ναι! είπεν ο Βινίκιος· οι φύλακες συνήνεσαν ήδη εις την φυγήν της· θα συγκατεθώσιν επίσης ευκολώτερον να την αποκομίσωμεν ως λείψανον.

— Υπάρχει άνθρωπος, όστις με σίδηρον πεπυρακτωμένον εξελέγχει αν τα σώματα, τα οποία αποκομίζομεν, είνε πράγματι νεκρά, είπεν ο Ναζάριος. Αλλ' αρκούσιν ολίγα σεστέρτια διά να μη ψαύση με τον σίδηρον το πρόσωπόν της. Αντί ενός χρυσού νομίσματος θα ψαύση το φέρετρον και όχι το σώμα.

— Είθε ο Χριστός να σας βοηθήση, είπεν ο Βινίκιος.

Ο Πετρώνιος εσκέπτετο:

Πρέπει όλος ο κόσμος να πεισθή ότι εκείνη απέθανεν, είπεν ούτος. Δεν έχεις κάπου εις τα βουνά κανένα αγρονόμον, εις τον οποίον να ημπορής να τρέφης εμπιστοσύνην;

— Ναι, έχω ένα, απήντησεν ο Βινίκιος. Εις τα όρη, παρά την Καριόλαν, έχω ένα άνθρωπον ασφαλή, όστις με εβάστασεν εις τους βραχίονάς του όταν ήμην παιδίον, και όστις μου είναι πάντοτε αφωσιωμένος.

Ο Πετρώνιος του έτεινε τας πινακίδας.

— Γράψε του να έλθη αύριον. Θα στείλω αμέσως ταχυδρόμον, είπε, και απήλθε μετά του Ναζαρίου.

Την επομένην ο Νίγηρ, ο αγρονόμος του Βινικίου, παρουσιάσθη εις τον κύριόν του. Χάριν προφυλάξεως είχεν αφήσει εις έν πανδοχείον της Σιδούρρης, μετά των ημιόνων και του φορείου, τους τέσσαρας εμπίστους δούλους του, τους οποίους είχεν εκλέξει μεταξύ των Βρεττανών.

Η Βινίκιος τον ωδήγησεν εις τον κοιτώνα του και εκεί του ενεπιστεύθη το μυστικόν.

— Είναι λοιπόν χριστιανή; ανέκραξεν ο Νίγηρ, με βλέμμα εκστατικόν προς τον Βινίκιον.

Και εγώ χριστιανός είμαι, απήντησεν ο Τριβούνος.

Δάκρυα ανέβλυσαν από τους οφθαλμούς του Νίγηρος.

— Δόξα σοι, Κύριε Ιησού, ότι αφήρεσας τον πέπλον από τους προσφιλεστέρους μου οφθαλμούς εις τον κόσμον!

Μετ' ολίγον εισήλθεν ο Πετρώνιος φέρων μαζί του και τον Ναζάριον.

— Καλά νέα! είπε μακρόθεν.

Πράγματι τα νέα ήσαν καλά. Εν πρώτοις ο Γλαύκος, ο ιατρός, εγγυάτο διά την ζωήν της Λιγείας, αν και αύτη είχε τον πυρετόν των φυλακών, εκ του οποίου απέθνησκον καθ' εκάστην εκατοντάδες ανθρώπων εις το ενδόμυχον του δεσμωτηρίου και αλλαχού. Όσον αφορά τους δεσμοφύλακας και τον άνθρωπον, όστις εξήλεγχε τον θάνατον με τον πεπυρακτωμένον σίδηρον, τους είχον εξαγοράσει, όπως και ένα άλλον βοηθόν, καλούμενον Άττιν.

— Έχομεν ανοίξη οπάς εις το φέρετρον έλεγεν ο Ναζάριος. Ο μόνος κίνδυνος είναι μήπως η Λίγεια εκπέμψη στεναγμόν ή είπη λέξιν, όταν θα περάσωμεν πλησίον των πραιτωριανών. Άλλως τε ο Γλαύκος θα της δώση υπνωτικόν. Το κάλυμμα του φερέτρου δεν θα είναι καρφωμένον. θα το σηκώσετε ευκόλως και θα μεταφέρετε την ασθενή εις το φορείον μας, ενώ ημείς θα θέσωμεν εις το φέρετρον σάκκον άμμου.

— Θα μεταφέρετε και άλλους νεκρούς από την φυλακήν; ηρώτησεν ο Πετρώνιος.

— Απέθανον αυτήν την νύκτα περί τους είκοσι και προ της εσπέρας θα αποθάνουν και άλλοι, απήντητεν ο Ναζάριος. Είμεθα υποχρεωμένοι να ακολουθήσωμεν την εκφοράν, αλλά θα αργοπορώμεν, διά να μείνωμεν οπίσω. Σεις περιμένετε εις τα πρόθυρα του μικρού ναού της Λιβιτίνης (5). Ο Θεός να δώση να είναι σκοτεινή η νυξ.

Η συνδιάλεξις έληξεν. Αφού έμειναν σύμφωνοι δι' όλα, ο Νίγηρ μετέβη εις το πανδοχείον πλησίον των ανθρώπων του, ακολουθούμενος υπό του Πετρωνίου και του Βινικίου. Ο Ναζάριος επέστρεψεν εις την φυλακήν φέρων σάκκον χρυσού υπό τον χιτώνα του.

Όταν ενύκτωνεν, έπεσε ραγδαία βροχή, ήτις εξητμίσθη επί των πετρών των πυριφλεγών υπό του καύσωσος όλης της ημέρας και επλήρωσε δι' ομίχλης τας οδούς. Έπειτα επηκολούθησαν διαλείμματα νηνεμίας και ραγδαίας βροχής. Ο Βινίκιος και ο Πετρώνιος έλαβον γαλατικούς μανδύας με κουκούλαν. Η καταιγίς είχεν ερημώσει τας οδούς. Από καιρού εις καιρόν αστραπή εφώτιζε με ζωηράν λάμψιν τους τοίχους των νεωστί οικοδομηθεισών οικιών ή των κτιζομένων εισέτι. Εις μίαν λάμψιν διέκριναν τέλος, τον λοφίσκον τον υπερκείμενον του μικροσκοπικού ναού της Λιβιτίνης και κάτωθεν αυτού, αριθμόν τινα ημιόνων και ίππων.

— Νίγηρ! εφώνησε χαμηλοφώνως ο Βινίκιος.

— Εδώ είμαι, αυθέντα, απεκρίθη μία φωνή εν μέσω της βροχής.

— Όλα είναι έτοιμα;

— Όλα είναι έτοιμα, αγαπητέ κύριε. Αλλά προφυλαχθήτε υπό το επίχωμα, διότι θα μουσκευθήτε. Τι καταιγίς! Νομίζω ότι θα πέση χάλαζα.

Πράγματι έπεσαν χόνδροι χαλάζης. Αμέσως η θερμοκρασία κατήλθε.

Επερίμεναν με τα ώτα άγρυπνα.

Η χάλαζα έπαυσεν, αλλά πάραυτα ήρχισε να πίπτη ορμητική βροχή. Είς τινας στιγμάς, ηγείρετο άνεμος φέρων από τους Δυσώσεις Λάκκους την φοβεράν δυσωδίαν των αποσυντιθεμένων πτωμάτων, τα οποία ενεταφίαζον σχεδόν εις την επιφάνειαν της γης. Ο Πετρώνιος, ο Βινίκιος και ο αγροφύλαξ επλησίασαν εν σιγή προς τον λοφίσκον ανησυχούντες. Αλλ' οι φορείς εσταμάτησαν μόνον διά να καλύψουν το πρόσωπόν των και το στόμα διά πανιού και να προφυλαχθώσιν ούτω από την δυσωδίαν, ήτις πέριξ της οστεοθήκης του κοιμητηρίου, ήτο ανυπόφορος· μετ' ολίγον ανέλαβον τα φορεία και εξηκολούθησαν τον δρόμον των. Έν μόνον φέρετρον εστάθη απέναντι του μικρού ναού.

Ο Νίγηρ είπεν αίφνης:

— Βλέπω μίαν λάμψιν διά μέσου της ομίχλης . . . . . . και άλλην . . . . . . και άλλην . . . . . . είναι δάδες.

Εστράφη προς τους υπ' αυτόν άνδρας:

— Προσέχετε τας ημιόνους σας. Προσοχή!

— Έρχονται, είπεν ο Πετρώνιος.

Τα φώτα εφαίνοντο καθαρώτερα. Ηδυνήθησαν να διακρίνωσι τας φλόγας των δάδων, αίτινες ετρεμόσβυνον εις την πνοήν του ανέμου, ο Νίγηρ έκαμε το σημείον του σταυρού και ήρχισε να προσεύχεται. Όταν η πένθιμος πομπή έφθασε μέχρι του ναΐσκου, εσταμάτησεν.

Ο Βινίκιος έτρεξεν ακολουθούμενος υπό του Πετρωνίου, του Νίγηρος και των δύο Βρεττανών δούλων με το φορείον.

Πλην οδυνηρά η φωνή του Ναζαρίου ηκούσθη εις το σκότος:

— Αυθέντα, την μετέφεραν μετά του Ούρσου εις την Εσκιλίνην φυλακήν . . Φέρομεν άλλο σώμα! Την επήραν προ του μεσονυκτίου, αλλοίμονον!

Ο Βινίκιος δεν ηδυνήθη να προφέρη ουδέ λέξιν, έμεινε κεραυνόπληκτος και μόνον με τας περιποιήσεις του Πετρωνίου συνήλθεν. Αλλοίμονον, έλεγε, το παν κατεστράφη, μόνον Εκείνος δύναται να μου την αποδώση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'

Βροχή τριήμερος και χαλαζοθύελλαι είχον διακόψει τα θεάματα, ο λαός ανησύχει. Το πλήθος απήτει να επαναληφθούν οι αγώνες και τέλος, μετά τρεις ημέρας, το αμφιθέατρον εγέμισεν από χιλιάδας θεατάς. Ο Καίσαρ αυτός έφθασεν ενωρίς, όπως και αι Εστιάδες και η αυλή.

Την ημέραν εκείνην το θέαμα έμελλε να αρχίση διά μάχης μεταξύ χριστιανών. Προς τον σκοπόν τούτον τους είχον ενδύσει ως μονομάχους και τους είχον οπλίση με όπλα επιθετικά και αμυντικά, ως εξ επαγγέλματος ξιφομάχους. Αλλά διεψεύσθησαν αι ελπίδες των. Οι χριστιανοί εγκατέλιπον επί της άμμου τα δίκρανα, τας λόγχας και τα μαχαίρια και ήρχισαν να ασπάζωνται αλλήλους ενθαρρυνόμενοι αμοιβαίως εις την εγκαρτέρησιν.

Ο Καίσαρ έδωκεν διαταγήν και αληθείς θηριομάχοι εξαπελύθησον εναντίον των, και κατέσφαξαν εν ριπή οφθαλμού το γονατισμένον ποίμνιον.

Αφού απεκόμισαν τους νεκρούς, ήρχισε σειρά εικόνων μυθολογικών κατ' επίνοιαν του Καίσαρος. Είδον λοιπόν τον Ηρακλέα θνήσκοντα επί του όρους Οίτης με φλόγας αληθινάς.

Ο Καίσαρ απήτησεν όπως παρίσταται εις το αμφιθέατρον και ο Χίλων, διότι ηυχαριστείτο βλέπων αυτόν λιποψυχούντα από τα θεάματα. Αλλ' αι εικόνες διεδέχοντο ραγδαίως αλλήλας. Τα ανόσια βασανιστήρια παρθένων, τας οποίας εμόλυνον θηριομάχοι ενδεδυμένοι δοράς θηρίων, κατηύφραινον την καρδίαν του λαού. Τέλος κορασίδες χριστιαναί διεμελίσθησαν υπό αγρίων ίππων. Ο λαός επευφήμει τον Καίσαρα.

Εν τω μεταξύ είχον καθαρίσει την κονίστραν και έσκαπτον οπάς, των οποίων η τελευταία σειρά απείχεν ολίγα μόνον βήματα από της αυτοκρατορικής εξέδρας. Τα υπόγεια ηνοίχθησαν αίφνης και όλαι αι θύραι των εξεκένωσαν εις την κονίστραν πλήθη χριστιανών εντελώς γυμνών και φερόντων σταυρούς επί των ώμων των.

Η άμμος έβριθε κόσμου. Γερόντια επροχώρουν τρέχοντα και κύπτοντα υπό το βάρος των δοκών· παρά το πλευρόν αυτών ήρχοντο άνδρες εις την ακμήν της ηλικίας των, γυναίκες με λυτήν κόμην, με την οποίαν προσεπάθουν να καλύψουν την γυμνότητά των, έφηβοι και μικρά παιδία.

Τα θύματα και οι σταυροί ήσαν ως επί το πλείστον εστεμμένα με άνθη. Οι υπηρέται του ιπποδρόμου κατεμωλώπιζον τους δυστυχείς διά μαστιγώσεων αναγκάζοντες αυτούς να αποθέσωσι τους σταυρούς των προ των ήδη ανοιγμένων λάκων και να ίστανται παραπλεύρως αυτών. Όσοι κατά την πρώτην ημέραν των αγώνων δεν είχον προφθάσει να ριφθώσιν εις τους κύνας και τα θηρία, επρόκειτο να θανατωθώσιν.

Οι μελανόδερμοι δούλοι ήρπαζον τους χριστιανούς και τους εξήπλωνον επί των σταυρών, έπειτα εκάρφωνον τας χείρας αυτών επί των δοκών. Ολόκληρον το αμφιθέατρον αντήχει από τους κτύπους των σφυρίων.

Αίφνης από τα εδώλια, τα ευρισκόμενα πλησίον της κονίστρας μία φωνή ηγέρθη, φωνή ήρεμος και εμφαντική, ήτις, έλεγεν:

— . . . Η ημέρα της ευσπλαγχνίας ήλθεν, η ημέρα της σωτηρίας και της ευτυχίας· σας το είπον, ο Χριστός, θα σας ενώση γύρω του, θα σας παρηγορήση και θα σας τάξη εκ δεξιών του. Έχετε πίστιν, διότι ο ουρανός ανοίγεται δι' υμάς.

Εις τους λόγους τούτους, πάντες έστρεψαν τα βλέμματά των προς τα εδώλια· όσοι ευρίσκοντο ήδη επί του σταυρού ύψωσαν τας ωχράς και ταλαιπωρημένας κεφαλάς και προσέβλεψαν τον ομιλούντα.

Εκείνος επροχώρησε μέχρι του φραγμού, όστις περιέκλειε το στάδιον και ήρχισε να τους ευλογή διά του σημείου του σταυρού.

Ήτο ο απόστολος Παύλος.

Προς μεγάλην έκπληξιν των υπηρετών, πάντες εκείνοι, τους οποίους ακόμη δεν επρόφθασαν να σταυρώσουν, εγονυπέτησαν.

Ο Παύλος ο Ταρσεύς ηυλόγει τους μάρτυρας.

Είς φρουρός επλησίασε τον απόστολον και ηρώτησε:

— Ποίος είσαι συ, ο οποίος ομιλείς προς τους καταδίκους;

— Ρωμαίος πολίτης, απεκρίθη ο Παύλος ηρέμως.

Έπειτα στραφείς προς τα θύματα:

— Έχετε πεποίθησιν, διότι η ημέρα αύτη είνε ημέρα της ευσπλαγχνίας και θα αποθάνετε εν ειρήνη, ω δούλοι του Θεού!

Ο ιππόδρομος τώρα εφαίνετο ότι είχε μεταβληθή εις δάσος όπου, επί εκάστου δένδρου, εκρέματο ανά είς άνθρωπος εσταυρωμένος. Τα εγκάρσια ξύλα των σταυρών και αι κεφαλαί των μαρτύρων εφωτίζοντο υπό του ηλίου, η κονίστρα είχε καλυφθή από πυκνάς σκιάς περιπεπλεγμένας εις υπομέλαν πλέγμα, εις ό, εδώ και εκεί, εσημειούντο ρομβοειδή σχήματα χρυσής άμμου. Όλη η ευχαρίστησις των θεατών συνίστατο εις το να βλέπουν το βραδύ ψυχορράγημα των θυμάτων. Το εκ σταυρών δάσος ήτο τόσον πυκνόν, ώστε οι υπηρέται μετά δυσκολίας διήρχοντο μεταξύ των δένδρων τούτων. Ο πέριξ γύρος είχε πληρωθή κυρίως από γυναίκας.

Ουδείς ακόμη εκ των μαρτύρων είχεν εκπνεύσει, αλλά τινές εξ εκείνων οίτινες, είχον σταυρωθή πρώτοι, ήσαν λιπόθυμοι. Ουδείς εγόγγυζεν, ουδείς εζήτει οίκτον. Οι μεν είχον κλίνει την κεφαλήν επί του ώμου ή χαμηλότερον επί του στήθους, ως εάν είχον καταληφθή από ύπνον, άλλοι εφαίνοντο σκεπτικοί, άλλοι τέλος, με τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν, εκίνουν ελαφρώς τα χείλη.

Μεταξύ των εσταυρωμένων ήτο και ο Κρίσπος, του οποίου ο σταυρός υψούτο απέναντι του αυτοκρατορικού θώκου.

Οι οφθαλμοί του έλαμπον πάντοτε εκ της αυτής ασβέστου ζωηρότατος και υπό τα άνθη εφαίνετο αυτό το πρόσωπον το αυστηρόν και αδυσώπητον.

Δύο αιθίοπες επλησίασαν τον Κρίσπον διά να τον εξαπλώσουν επί του σταυρού.

Αδελφοί, δέεσθε υπέρ εμού! ανέκραξεν εκείνος.

Το πρόσωπόν του δεν ήτο πλέον αμάλακτον· τα χαρακτηριστικά του τα ψυχρά εξέφραξον τώρα γαλήνην και πραότητα.

Διηυκόλυνεν εις τους δημίους το έργον των, εκτείνας ο ίδιος τους βραχίονας επί του σταυρού και τους οφθαλμούς ανατείνων εις τον ουρανόν, ήρχισε να προσεύχεται διαπύρως. Έβλεπε πέριξ του όλους επί των σταυρών.

Προ του φρικιαστικού εκείνου δάσους των σταυρών, τα εξηπλωμένα σώματα, η σιγή εκείνη η νεκρική, αι φαιδραί κραυγαί του λαού εσίγησαν αιφνιδίως.

Την στιγμήν εκείνην ο Κρίσπος ήνοιξε τους οφθαλμούς και είδε τον Νέρωνα. Το πρόσωπόν του έλαβεν έκφρασιν τόσον αδιάλλακτον, το βλέμμα του εσπινθηροβόλησε τόσον φοβερά, ώστε οι Αυγουστιανοί ήρχισαν να ψιθυρίζουν μεταξύ των δεικνύοντες αυτόν διά του δακτύλου, και τέλος ο Καίσαρ έστρεψε την προσοχήν του προς αυτόν και επλησίασε νωχελώς τον σμάραγδον εις τον οφθαλμόν του. Έγινεν απόλυτος σιγή.

Όλα τα βλέμματα ήσαν προσηλωμένα επί του Κρίσπου, όστις εφαίνετο ότι προσεπάθει να αποσπάση από του σταυρού την δεξιάν του χείρα.

Έπειτα το στήθος του εσταυρωμένου εκολπώθη, τα πλευρά εφούσκωσαν και έκραξεν:

— Ουαί σοι! Μητραλοία! Δολοφόνε!

Εις την ύβριν ταύτην, ήτις ελέχθη εις επήκοον όλου του λαού, ο Καίσαρ ερρίγησε και αφήκε τον σμάραγδον να πέση. Η φωνή του Κρίσπου, πάντοτε φοβερωτέρα, αντήχει εις όλον το αμφιθέατρον:

— Ουαί σοι, δολοφόνε της μητρός και του αδελφού σου!

Ουαί σοι, Αντίχριστε! Η άβυσσος ανοίγεται υπό τους πόδας σου! Ο θάνατος τείνει προς σε τους βραχίονάς του διά να σε αρπάση, και ο τάφος σε παραμονεύει! Ουαί σοι, πτώμα ζων, διότι θα αποθάνης με τον τρόμον και θα τιμωρηθής εις τον αιώνα . . .

Φρικτώς ηπλωμένος επί του σταυρού, όμοιος προς ζωντανόν σκελετόν, εκίνει το λευκόν του γένειον άνωθεν της αυτοκρατορικής εξέδρας, σκορπίζων τα πέταλα των ρόδων, τα οποία τον εστεφάνωνον.

— Ουαί σοι, δολοφόνε! Η ώρα σου ήγγικε.

Κατέβαλε τελευταίον αγώνα· προς στιγμήν εφάνη ότι έμελλε να απαλλάξη την χείρα του την καρφωμένην και να την επισείση προς τον Καίσαρα. Αλλ' αίφνης οι βραχίονές του εξετάθησαν περισσότερον, όλον το σώμα του κατέπεσεν, η κεφαλή του έκλινεν επί του στήθους και απέθανεν.

Εις το δάσος των σταυρών, οι μάρτυρες, οι ασθενέστεροι, απεκοιμώντο ο είς μετά τον άλλον τον ύπνον της αιωνιότητος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

Από τινος καιρού ο Βινίκιος διήρχετο τας νύκτας του εκτός της οικίας του και δεν εσκέπτετο πλέον ειμή πώς να ίδη την Λίγειαν και εν τη φυλακή ακόμη. Είξευρεν ότι ο Ναζάριος, παρ' όλα τα εμπόδια, είχε κατορθώσει να εισέλθη εις το δεσμωτήριον, ως νεκροπομπός. Απεφάσισε και αυτός να καταφύγη εις την ιδίαν μέθοδον. Αντί αδροτάτης αμοιβής, ο φύλαξ των Δυσωδών Λάκκων τον προσέλαβε τέλος εις τον αριθμόν των υπηρετών, τους οποίους έστελλε την νύκτα να μεταφέρωσι τους νεκρούς από τας φυλακάς. Το σκότος της νυκτός, τα δουλικά ενδύματά του, το πανί το βρεγμένον με έλαιον τερεβενθίνης, όπερ εκάλυπτε την κεφαλήν του, ο άθλιος φωτισμός των φυλακών, πάντα ταύτα συνετέλεσαν εις το να μη αναγνωρισθή ούτος.

Ότε ο κεντηρίων εξήτασε τα σήματά των, ως νεκροθαπτών, η μεγάλη σιδηρά πύλη της Εσκιλίνης φυλακής ηνοίχθη προ αυτών και ο Βινίκιος είδεν ευρύχωρον υπόγειον, εκ του οποίου εισήρχοντο εις μέγαν αριθμόν άλλων υπογείων. Λυχνίαι εφώτιζον το υπόγειον, το οποίον ήτο πλήρες φυλακισμένων. Άλλοι εξηπλωμένοι κατά μήκος των τοίχων, εκοιμώντο . . . ίσως ήσαν νεκροί: άλλοι εσχημάτιζον κύκλον πέριξ μιας σκάφης ευρισκομένης εις το κέντρον, πλήρους ύδατος, και έπινον: άλλοι εκάθηντο κατά γης, στηρίζοντες τους αγκώνας επί των γονάτων και την κεφαλήν εις τας δύο χείρας. Εδώ και εκεί παιδία ανεπαύοντο περιμαζευόμενα επί των μητέρων των.

Ηκούοντο γογγυσμοί ασθενών, λυγμοί, ψιθυρισμοί προσευχών, ύμνοι βομβούντες χαμηλή τη φωνή και αι βλησφημίαι των δεσμοφυλάκων. Αι κνήμαι του Βινικίου εκλονίζοντο.

Επί τη σκέψει ότι η Λίγεια ευρίσκετο εις την κόλασιν εκείνην, αι τρίχες της κεφαλής του ηνωρθώθησον και ο λαιμός του επνίγη. Το αμφιθέατρον, οι οδόντες των θηρίων, οι σταυροί, — όλα ήσαν προτιμότερα από τα φρικώδη εκείνα υπόγεια, τα όζοντα εκ των πτωμάτων.

— Πόσοι είνε οι νεκροί σήμερον: ηρώτησε τον φύλακα των Λάκκων.

— Δώδεκα και πλέον, απήντησεν ο επιστάτης της φυλακής, αλλ' από τώρα μέχρι πρωίας θα είναι περισσότεροι: ήδη μερικοί ψυχορραγούν εκεί κάτω παρά τους τοίχους.

Εν τοσούτω ο Βινίκιος ανεζήτει εις μάτην την Λίγειαν και τω επήλθεν η ιδέα ότι δεν θα την έβλεπε πλέον ζωντανήν.

Ευτυχώς ο φύλαξ των Λάκκων ήλθεν εις βοήθειάν του.

— Πρέπει να μεταφέρετε τους νεκρούς αμέσως, είπεν ούτος, εάν δεν θέλετε να αποθάνετε σεις και οι φυλακισμένοι.

— Είμεθα δέκα δι' όλα τα υπόγεια, παρετήρησεν ο δεσμοφύλαξ, και όμως πρέπει να κοιμηθώμεν.

— Τότε θα σου αφήσω τέσσαρας από τους ανθρώπους μου: αυτοί θα περιηγηθούν τα υπόγεια διά να ίδωσιν εάν υπάρχουν νεκροί.

— Αύριον θα σε κεράσω, εάν κάμης αυτό. Αλλά ας φέρουν έκαστον πτώμα προς έλεγχον: ήλθε διαταγή να τους διατρυπώμεν εις τον λαιμόν, και έπειτα εις τον Λάκκον!

— Καλά! αλλά θα μου δώσης να πιω . . .

Ο φύλαξ των λάκκων διώρισε τέσσαρας άνδρας, και μεταξύ αυτών τον Βινίκιον· αυτός δε μετά των άλλων ήρχισε να συσσωρεύη τα πτώματα επί των κάρρων.

Ο Βινίκιος ανέπνευσε. Τώρα τουλάχιστον είχε την βεβαιότητα ότι θα επανεύρη την Λίγειαν. Ήρχισεν ερευνών λεπτομερώς το πρώτον υπόγειον και δεν ανεκάλυψε τίποτε. Εις το δεύτερον και το τρίτον αι έρευναί του απέβησαν επίσης άκαρποι.

Ο Βινίκιος εισήλθεν εις τέταρτον υπόγειον, μικρότερον των προηγουμένων, και ύψωσε το φανάριόν του.

Αίφνης ερρίγησε. Του εφάνη ότι έβλεπεν υπό τας σιδηράς ράβδους φεγγίτου, την γιγαντιαίαν μορφήν του Ούρσου. Έσβεσεν αμέσως την λυχνίαν του και επλησίασε:

— Συ είσαι, Ούρσε;

Ο γίγας ύψωσε την κεφαλήν.

— Τις ει;

— Δεν με αναγνωρίζεις;

— Έσβυσες το φως, πώς θέλεις να σε αναγνωρίσω;

Αλλ' ο Βινίκιος διέκρινε την Λίγειαν πλαγιασμένην παρά τον τοίχον επί τινος μανδύου και χωρίς να είπη λέξιν, εγονάτισε πλησίον της.

Ο Ούρσος τον ανεγνώρισε τότε και είπε:

— Ευλογημένον το όνομα του Χριστού! Αλλά μη την εξυπνάς, αυθέντα.

Ο Βινίκιος την εθεώρει δακρύων και συγκεκινημένος.

Εις την θέαν ταύτην, κατελήφθη από έρωτα ομοιάζοντα με τον δριμύτατον πόνον, απά έρωτα πλήρη οίκτου, ευλαβείας και σεβασμού. Έπεσε πρηνής και εστήριξε τα χείλη του εις το άκρον του μανδύου. εφ' ου ανεπαύετο η νεάνις.

«Ο Χριστός θα την σώση . . . Ούρσε, μη φοβείσαι», είπεν.

Αίφνης, η Λίγεια ήνοιξε τους οφθαλμούς και έθεσε τας καιούσας χείρας της επί των χειρών του γονυπετούς Βινικίου.

— Σε βλέπω, είπεν αύτη. Είσαι συ: Α! ήξευρα ότι θα ήρχεσο.

— Ήλθα, φιλτάτη. Ο Χριστός να σε λάβη από την προστασίαν του και να σε σώση, Λίγεια, αγαπητή μου . . .

Δεν ηδύνατο να είπη περισσότερα, δεν ήθελε ποσώς να προδώση την θλίψιν του έμπροσθέν της.

— Είμαι ασθενής, Μάρκε, και είτε εις το αμφιθέατρον είτε εδώ, πρέπει να αποθάνω . . . Είχα παρακαλέσει εις τας προσευχάς μου να σε ίδω προ του θανάτου· ήλθες: ο Χριστός με εισήκουσε,

Και ενώ εκείνος δεν ηδύνατο να προφέρη άλλην τινά λέξιν και την έθλιβεν απλώς επί του στήθους του, εκείνη προσέθηκε:

— Ήξευρα ότι θα ήρχεσο. Και σήμερον ο Σωτήρ μας επέτρεψε να είπωμεν το χαίρε προς αλλήλους. Ήδη, Μάρκε, ήδη απέρχομαι προς Αυτόν, αλλά σε αγαπώ και θα σε αγαπώ πάντοτε.

Εσιώπησε διά να εισπνεύση ολίγον αέρα, έπειτα έλαβε την χείρα του Βινικίου και την ύψωσε μέχρι των χειλέων της.

Ο Βινίκιος κατέστη κύριος εαυτού, έπνιξε τον πόνον του και ωμίλησε με φωνήν, την οποίαν προσεπάθει να καταστήση ατάραχον, θέλων να την παρηγορήση:

— Όχι, αγαπητή μου, δεν θα αποθάνης. Ο Απόστολος με προέτρεψε να έχω πίστιν, και μου υποσχέθη να δεηθή διά σε. Ο Χριστός όστις τον ηγάπησε, δεν θα του αρνηθή τίποτε . . . . Όχι, Λίγεια! Ο Χριστός θα με ελεήση . . . . Δεν θα αποθάνης . . .

— Μάρκε!

— Λέγε, αγαπητή μου.

— Δεν πρέπει να με κλαύσης. Ενθυμού, ότι θα έλθης πλησίον μου, εκεί επάνω. Η ζωή μου δεν θα είνε μακρά, αλλ' ο Θεός θα μου χαρίση την ψυχήν σου. Και θέλω να δύναμαι να είπω εις τον Χριστόν ότι, μολονότι απέθανα, μολονότι με είδες θνήσκουσαν και μολονότι συ έμενες εν τη απελπισία, δεν κατηράσθης το θέλημά Του. Εκείνος θα μας ενώση· σε αγαπώ και θέλω να είμαι μαζί σου . . . .

Και πάλιν είχεν ανάγκην αέρος, και με φωνήν μόλις καταληπτήν είπε:

— Υποσχέθητί μοι τούτο, Μάρκε!

— Επί της ιεράς κεφαλής σου, υπόσχομαι!

Τότε, εν μέσω του αμυδρού φωτός, είδε το πρόσωπόν της Λιγείας να ακτινοβολή. Εκείνη έφερεν ακόμη μίαν φοράν την χείρα του Βινικίου εις τα χείλη της και εψιθύρισε:

— Η σύζυγός σου . . . . είμαι σύζυγός σου . . .

Όπισθεν του τοίχου, οι πραιτωριανοί, οίτινες έπαιζον τους πεσσούς, εξέβαλον φωνάς φιλονεικίας.

Ο Βινίκιος και η Λίγεια είχον λησμονήσει την φυλακήν, όλον τον κόσμον, και ενούντες τας ουρανίους ψυχάς των, ήρχισαν να προσεύχωνται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

Μόλις εξημέρωνε, τα πρώτα κύματα του πλήθους είχον αρχίσει να συρρέουν προς τους κήπους του Καίσαρος.

Ο λαός εν εορτασίμω περιβολή, στεφανωμένος με άνθη, επήγαινε ψάλλων ενθουσιωδώς εις το αμφιθέατρον, διά να απολαύση, θέαμα νέον και λαμπρόν, το οποίον ο Καίσαρ ηθέλησε να δώση τελευταίον διά να ευχαριστήση περισσότερον τον λυσσασμένον όχλον. Σχεδόν πάντες ήσαν μεθυσμένοι.

Δαδούχοι και λαμπαδηφόροι ήσαν παρατεταγμένοι και εφώναζον θριαμβευτικώς καθ' όλην την οδόν Τέκταν επί της γεφύρας Αιμιλιανού και εκ της ετέρας πλευράς του Τιβέρεως, εις τα πέριξ του ιπποδρομίου του Νέρωνος, και μάλιστα επί του Λόφου του Βατικανού. Συνέρρεον τα πλήθη χειμαρρωδώς, διότι το θέαμα ανθρώπων καιομένων επί πασσάλων ήτο εκ των απολαυστικωτέρων. Την φοράν μάλιστα ταύτην, επειδή ήτο πληθώρα καταδίκων, το θέαμα επρομηνύετο μεγαλοπρεπέστερον. Θέλοντες να αποτελειώσουν τους χριστιανούς και να περιστείλουν την επιδημίαν, ήτις εκ των φυλακών εξετείνετο επί μάλλον και μάλλον ανά την πόλιν, ο Καίσαρ και ο Τιγγελίνος είχον κενώσει όλα τα υπόγεια, εις τρόπον ώστε δεν έμενον πλέον ειμή δεκάδες τινές ατόμων, φυλαττομένων διά το τέλος των αγώνων.

Και το πλήθος, αφού διέβη τας κιγκλίδας του κήπου, κατέστη άφωνον εκ της καταπλήξεως. Αι κυριώτεραι λεωφόροι αι εισχωρούσαι εις τας λόχμας, αι εκτεινόμεναι κατά μήκος των λειμώνων, αι συστάδες των δένδρων, αι λίμναι, τα ιχθυοτροφεία και αι ανθόσπαρτοι πρασιαί είχον πληρωθή από πασσάλους αλειμμένους με ρητίνην, επί των οποίων είχον δεθή χριστιανοί. Εκ του ύψους των γηλόφων, όπου το βλέμμα δεν εισέδυε παρά διά μέσου των δένδρων, ηδύνατό τις να παρατηρήση ολοκλήρους σειράς πασσαλίσκων και σώματα στολισμένα δι' ανθέων κισσού και φύλλων μυρσίνης. Εν τούτοις το σκότος επήρχετο και οι πρώτοι αστέρες είχον ανατείλει. Πλησίον εκάστου καταδίκου ήλθον και ετάχθησαν δούλοι ωπλισμένοι με δάδας, και όταν το κέρας εσήμανε την έναρξιν του θεάματος, ούτοι έθεσαν το πυρ εις την βάσιν των πασσάλων.

Το χόρτον το βρεγμένον με πίσσαν και κρυμμένον υπό τα άνθη, έλαμψεν αμέσως με μίαν φλόγα καθαράν, η οποία, διαρκώς αυξάνουσα, ήρχισε να εκτυλίσση τους στεφάνους του κισσού και να λείχη τους πόδας των θυμάτων.

Ο λαός εσιώπησεν, οι κήποι αντήχησαν εκ μιας και μόνης απείρου οιμωγής, αποτελουμένης εκ χιλιάδων κραυγών οδύνης. Εν τούτοις τινές των μαρτύρων, εγείροντες τους οφθαλμούς προς τον αστερόεντα ουρανόν, έψαλλον την δόξαν του Χριστού. Ο λαός ήκουεν. Αλλά και αι σκληρότεραι καρδίαι κατελήφθησαν υπό τρόμου, όταν, εκ του ύψους των μικρών πασσάλων, σπαρακτικαί κραυγαί παιδίων ήρχισαν να φωνάζουν: Μητέρα! Μητέρα! Και αυτοί οι μεθυσμένοι συνεταράχθησαν από φρικίασιν εις την θέαν των μικρών κεφαλών των αθώων εκείνων προσώπων, συσπωμένων εκ του πόνου ή καλυπτομένων υπό του καπνού, όστις ήρχιζεν ήδη να πνίγη τα θύματα.

Αι φλόγες εξηκολούθουν να ανέρχωνται και κατεβίβρωσκον έν προς έν τα θύματα. Αι κύριαι δίοδοι επλήσθησαν φλογών· αι συστάδες των δένδρων εφωταγωγήθησαν· τα φύλλα των εφάνησαν ρόδινα και ήρχισαν να κιτρινίζουν από τας φλόγας.

Και εφώτισεν ως εν μέση ημέρα.

Η οσμή της ψηνομένης σαρκός επλήρωσε τους κήπους, αλλ' αμέσως επί των θυμιατηρίων των τοποθετημένων μεταξύ των πασσάλων, οι δούλοι έρριψαν μύρτον και αλόην . . .

Ήδη από της αρχής του θεάματος, ο Καίσαρ είχε φανή εις το μέσον του λαού, επί λαμπρού τεθρίππου με λευκούς ίππους. Έφερεν ένδυμα αμαξηλάτου με πράσινον χρώμα, ως εσυνηθίζετο εν τη αυλή του. Άλλα άρματα ηκολούθουν πλήρη αυλικών με ενδύματα μεγαλοπρεπή. Συγκλητικοί, ιερείς, μουσικοί μετημφιεσμένοι εις ζώα και εις σατύρους έπαιζον κιθάρας, άρπας, οξυαύλους και κέρατα. Ο Καίσαρ, έχων δεξιόθεν τον Τιγγελίνον και αριστερόθεν τον Χίλωνα, του οποίου ο τρόμος τον έτερπεν, ωδήγει τους ίππους του βραδέως, θεωρών τα καιόμενα σώματα και ακούων τας αναφωνήσεις του λαού. Οι υπερμεγέθεις βραχίονές του, τεταμένοι επί των νεφρών, εφαίνοντο ότι έκαμνον το σημείον της ευλογίας προς τον λαόν του. Το πρόσωπόν του και οι ημίκλειστοι οφθαλμοί του εμειδίων, και, στεφανωμένος με χρυσόν, έλαμπε μεταξύ όλων των ανθρώπων ως ο ήλιος ή ως Θεός.

Εστάθη πλησίον της μεγάλης κρήνης, εις την διασταύρωσιν δύο λεωφόρων, κατήλθεν εκ του τεθρίππου, έκαμε νεύμα εις τους συνοδούς του και ανεμίχθη εις το πλήθος διά να παρατηρήση τα θύματα ή διά να αστειευθή με τον Χίλωνα, του οποίου το πρόσωπον απεκάλυπτε βαθείαν απελπισίαν. Την στιγμήν εκείνην παρετήρει μίαν παρθένον, της οποίας ο κόλπος ήρχισε να σπινθηρίζη εις την φλόγα. Περιήλθον και τους άλλους πασσάλους, απολαμβάνοντες του απαισίου θεάματος της αγωνίας των καιομένων θυμάτων.

Τέλος έφθασαν προ ενός υψηλοτάτου ιστού στολισμένου με μύρτα και στεφανωμένου με κισσόν. Οι υπέρυθροι σπινθήρες έλειχον ακόμη τα γόνατα του θύματος, αλλά δεν ηδύνατο κανείς να διακρίνη το πρόσωπόν του, το οποίον εκάλυπτον με καπνόν οι χλωροί κλαδίσκοι αναφλεγόμενοι.

Αίφνης η νυκτερινή αύρα απεμάκρυνε τον καπνόν, απεκάλυψε κεφαλήν γέροντος με ψαρόν γένειον. Εις την θέαν ταύτην, ο Χίλων συνεταράχθη και συνεσφίχθη ως όφις πληγείς, και από το στόμα του έφυγε κραυγή ομοία μάλλον προς κρωγμόν κόρακος ή με φωνήν ανθρωπίνην.

— Ο Γλαύκος! ο Γλαύκος!

Από του ύψους του καιομένου πασσάλου, ο ιατρός Γλαύκος προσέβλεπε. Με θλιβερόν πρόσωπον κεκλιμένον προς τα κάτω, εθεώρει τον άνθρωπον όστις τον είχε προδώσει, όστις του είχεν αφαιρέσει την σύζυγον και το τέκνον του, τον είχε προσελκύσει εις ενέδραν δολοφόνων, και όστις, αφού όλα τα εγκλήματα τω είχον συγχωρηθή εν ονόματι του Χριστού, τον είχε και πάλιν παραδώσει εις τους δημίους. Οι οφθαλμοί του Γλαύκου ήσαν προσηλωμένοι επί του προσώπου του Έλληνος.

Πάντες ενόησαν ότι μεταξύ των δύο εκείνων ανθρώπων κάτι συνέβαινεν, αλλ' ο γέλως διέστειλε τα χείλη των θεατών, διότι το πρόσωπον του Χίλωνος ήτο φρικτόν. θα έλεγε τις ότι αι γλώσσαι του πυρός έκαιον το ιδικόν του σώμα.

Αίφνης ο Χίλων ηγέρθη, έτεινε τους βραχίονας και έκραξε με φωνήν φρικώδη και σπαρακτικήν:

— Γλαύκε! εν ονόματι του Χριστού! συγχώρησέ με.

Όλοι εσίγησαν γύρω· ρίγος διέδραμε τους παρεστώτας και πάντες ύψωσαν τους οφθαλμούς προς τον πάσσαλον.

Η κεφαλή του μάρτυρος εκινήθη ηρέμα και ήκουσαν φωνήν οιμώζουσαν κατερχομένην από του ύψους του ιστού:

— Συγχωρώ . . .

Ο Χίλων έπεσε πρηνής ολολύζων ως θηρίον και με τας δύο χείρας ήρχισε να σωρεύη χώμα επί της κεφαλής του. Αι φλόγες ανεπήδησαν αιφνιδίως, περιέβαλον το στήθος και το πρόσωπον του Γλαύκου, εξηπλώθησαν εις τον μύρτινον στέφανον επί της κεφαλής του και κατέφαγον τας ταινίας εις το ύψος του ιστού, όστις ανεφλέγη ολόκληρος, αναδίδων μεγάλην λάμψιν.

Αλλ' ο Χίλων ηνωρθώθη με πρόσωπον τόσον ηλλοιωμένον, ώστε οι αυγουστιανοί ενόμισαν ότι έβλεπον προ αυτών άλλον άνθρωπον. Οι οφθαλμοί του έλαμπον με ισχυρότατον φως, το ερρυτιδωμένον μέτωπόν του εφανέρωνε την έκστασιν. Ο Έλλην ούτος, χαύνος και δειλός ακόμη, εφαίνετο ως ιερεύς εμπνευσμένος υπό του Θεού του, μέλλων ν' αποκαλύψη φοβεράς αληθείας.

— Τι συμβαίνει; Παρεφρόνησεν! . . . ηκούοντο ψίθυροι.

Εκείνος εστράφη προς το πλήθος, ύψωσε την δεξιάν χείρα και ήρχισε να λέγη, ή μάλλον, να φωνάζη με στεντορίαν φωνήν, όπως όχι μόνον οι Αυγουστιανοί, αλλά και ο συρφετός όλος τον ακούση:

— Λαέ της Ρώμης! εις τον θάνατόν μου ομνύω, ότι θανατούνται αθώοι! Ο εμπρηστής είναι αυτός:

Και έδειξε τον Νέρωνα.

Επήλθε στιγμή σιωπής. Οι αυλικοί έμειναν ως απολιθωμένοι. Ο Χίλων ίστατο ακίνητος με χείρα τρέμουσαν και δεικνύων διά του δακτύλου τον Καίσαρα. Θόρυβος ηγέρθη.

Ως κύματα συνταρασσόμενα και αιφνιδίως ωθούμενα υπό της τρικυμίας, ο λαός όρμησε προς τον γέροντα διά να τον ίδη εγγύτερον. Φωναί εκραύγαζον: «Κρατήστε τον», άλλαι: «Αλλοίμονον εις ημάς!»

Θύελλα συριγμών και ωρυγμών εξέσπασεν: «Αινόβαρδε! Δολοφόνε! Μητροκτόνε! Εμπρηστά! Ο κυκεών ηύξανεν. Αίφνης ιστοί τινες καταναλωθέντες υπό του πυρός, κατέπεσαν ως βροχή σπινθήρων.

Τυφλόν κύμα του όχλου παρέσυρε τον Χίλωνα προς το βάθος του κήπου.

Παντού οι πάσσαλοι πυρίκαυστοι ήρχιζον να πίπτουν επί της οδού, πληρούντες τας λόχμας καπνού, σπινθήρων, οσμής κεκαυμένου ξύλου και κνίσσης ανθρωπίνου κρέατος. Τα φώτα εσβύνοντο πανταχού. Οι κήποι εβυθίζοντο εις τα σκότη.

Ο Χίλων επλανάτο, μη γνωρίζων προς ποίον μέρος να στρέψη τα βήματά του. Προσέκρουεν επί ημικαύστων πτωμάτων, παρέσυρε δαυλούς, οίτινες τον περιεκάλυπτον με απειλητικόν νέφος σπινθήρων και ενίοτε εκάθητο και παρετήρει γύρω του με χαύνα βλέμματα. Τέλος εξήλθεν εκ της σκιάς και ωθούμενος υπό ακαταμαχήτου δυνάμεως, εβάδισε προς την κρήνην, όπου ο Γλαύκος είχεν εκπνεύσει.

Μία χειρ έψαυσε τον ώμον του.

Ο γέρων εστράφη, και ιδών έμπροσθέν του ένα άγνωστον, ανέκραξε:

— Τι; Ποίος είσαι;

— Απόστολος Παύλος, ο Ταρσεύς.

— Είμαι κατηραμένος . . . Τι θέλεις;

Ο Απόστολος απεκρίθη:

— Θέλω να σε σώσω.

Ο Χίλων εστηρίχθη επί δένδρου.

— Δι' εμέ δεν υπάρχει πλέον σωτηρία! είπε με ασθενή φωνήν.

— Δεν ηξεύρεις λοιπόν ότι ο Θεός εσυγχώρησε τον μετανοήσαντα ληστήν; ηρώτησεν ο Παύλος.

— Και συ δεν ηξεύρεις τι έπραξα εγώ;

— Είδον το άλγος σου και ήκουσα ότι εμαρτύρεις περί της αληθείας.

— Ω, κύριε!

Ο Χίλων έψαυσε την ιδίαν κεφαλήν του με τας δύο χείρας, ως να ησθάνετο ότι παρεφρόνει.

— Συγχώρησιν! Δι' εμέ! . . . Συγχώρησιν! . . .

— Ο Θεός ημών είναι Θεός ελέους, απεκρίθη ο Παύλος· σε εσυγχώρησε.

— Συγχώρησιν δι' εμέ! ώμοζεν ο Χίλων.

— Στηρίξου επί του βραχίονός μου και ακολούθει με, είπεν ο Απόστολος. Ο Θεός ημών είναι Θεός ελέους και σωτήρ ημών. Ήλγησας και ενώπιον του πασσάλου του Γλαύκου και ο Χριστός είδε το άλγος σου. Είπες δε αφόβως προς τον Νέρωνα ότι «ο εμπρηστής είναι εκείνος». Και ο Χριστός δεν ελησμόνησε την μετάνοιάν σου.

Ο Χίλων έπεσε γονυκλινής, έκρυψε το πρόσωπον εις τας χείρας του και έμεινεν ακίνητος. Ο Παύλος ανέβλεψε προς τον ουρανόν και προσηυχήθη:

— Κύριε, έλεγεν, επίβλεψον επί του ταλαιπώρου τούτου.

Αλλ' εις τους πόδας του αίφνης μία οιμώζουσα επίκλησις ηκούσθη:

— Ναι, Κύριε Ιησού Χριστέ! . . . συγχώρησέ με!

Τότε ο Παύλος εβοήθησε τον Χίλωνα να ανέλθη παρά την λεκάνην της κρήνης, και εβύθισε τρις την κεφαλήν του γέροντος εις το ύδωρ λέγων: «Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού Χίλων, εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος! Αμήν!»

Ο Χίλων ήγειρε την κεφαλήν και εξέτεινε τας χείρας. Η σελήνη εφώτιζε με το γλυκύ της φως την λευκήν κόμην του και το ακίνητον λευκόν πρόσωπόν του. Αι στιγμαί διεδέχοντο αλλήλας εντός της νυκτός· εκ των μεγάλων ορνιθοτροφείων των κήπων της Δομιτίας έφθασε μέχρις αυτών το άσμα του αλέκτορος. Εκείνος έμεινε γονυπετής, ακινητών ως άγαλμα.

Τέλος ηρώτησε:

— Τι οφείλω να πράξω πριν αποθάνω, δέσποτα;

Ο Παύλος αφυπνίσθη εκ της σκέψεως της αμέτρου εκείνης δυνάμεως, από την οποίαν αι ψυχαί ως η του Έλληνος εκείνου δεν ηδύναντο να διαφύγωσι, και απεκρίθη:

— Έχε πίστιν και μαρτύρει περί της Αληθείας!

Εξήλθον ομού εις την έξοδον του κήπου. Ο απόστολος ηυλόγησε και πάλιν τον γέροντα και εχωρίσθησαν κατ' απαίτησιν αυτού του Χίλωνος, προβλέποντος ότι ο Καίσαρ και ο Τιγγελίνος θα τον κατεδίωκον.

Δεν ηπατάτο ποσώς. Επανελθών οίκαδε, εύρε την οικίαν του περικυκλωμένην υπό πραιτωριανών, οίτινες τον συνέλαβον και τον ωδήγησαν εις το παλατίνον.

Ο Καίσαρ ανεπαύετο ήδη, αλλ' ο Τιγγελίνος ηγρύπνει και τον ανέμενεν. Εχαιρέτισε τον δυστυχή Έλληνα με πρόσωπον ατάραχον, αλλ' απαίσιον.

— Διέπραξες έγκλημα καθοσιώσεως, του είπε, και δεν θα αποφύγης την τιμωρίαν. Αλλ' εάν αύριον, εν μέσω του αμφιθεάτρου δηλώσης ότι ήσο μεθυσμένος και παρελογίζεσο και ότι οι χριστιανοί είναι πράγματι οι αυτουργοί της πυρκαϊάς, η τιμωρία σου θα περιορισθή μόνον εις μαστίγωσιν και εξορίαν.

— Δεν δύναμαι, άρχον, εψιθύρισε πράως ο Χίλων.

Ο Τιγγελίνος τον επλησίασε με βήματα βραδέα και με πνιγομένην, αλλά φοβεράν, φωνήν ηρώτησε:

— Πώς; δεν δύνασαι, σκυλλογραικέ; Δεν ήσο λοιπόν μεθυσμένος; Δεν εννοείς τι σε περιμένει λοιπόν; Παρατήρησε απ' εκεί.

Και του έδειξε μίαν γωνίαν του μελάθρου, όπου ίσταντο όρθιοι εις την σκιάν, πλησίον ενός μεγάλου ξυλίνου εδωλίου, τέσσαρες δούλοι εκ Θράκης, κρατούντες σχοινία και λαβίδας εις τας χείρας.

Ο Χίλων απεκρίθη:

— Δεν δύναμαι, αυθέντα!

Η μανία εκόχλαζεν εις την ψυχήν του Τιγγελίνου, αλλ' ούτος συνεκρατήθη ακόμη.

— Είδες πώς αποθνήσκουν οι χριστιανοί; θέλεις να αποθάνης και συ όπως και εκείνοι;

Ο γέρων ύψωσε προς στιγμήν το ωχρόν πρόσωπόν του· προς στιγμήν τα χείλη του εκινήθησαν εν σιωπή, έπειτα δε είπε:

— Και εγώ πιστεύω εις τον Χριστόν! . . .

Ο Τιγγελίνος τον παρετήρησεν εμβρόντητος.

— Σκύλλε! Αληθώς παρεφρόνησες!

Ώρμησε κατά του Χίλωνος, του έδραξε τον πώγωνα με τας δύο χείρας, τον εκύλισε κατά γης και τον εποδοπάτησεν, επαναλαμβάνων με αφρίζοντα χείλη:

— Θα αναιρέσης! Θα αναιρέσης τους λόγους σου!

— Δεν δύναμαι, ώμοζεν ο Έλλην, υπό την πτέρναν του Τιγγελίνου.

— Εις την βάσανον τον άνθρωπον τούτον!

Οι Θράκες δούλοι ήρπασαν τον γέροντα, τον εξήπλωσαν επί οκρίβαντος, τον έδεσαν με τα σχοινία και ήρχισαν με τας λαβίδας των να τσιμπούν τα κατεσκληκότα προκνήμια. Αλλ' εκείνος, ενώ τον έδενον, ησπάζετο ταπεινώς τας χείρας των, έπειτα έκλεισε τους οφθαλμούς και έμεινεν ακίνητος, ως νεκρός.

Έζη ακόμη, και, όταν ο Τιγγελίνος έκυψε προς αυτόν και πάλιν, και τον ηρώτησε:

— Θα αναιρέσης;

Τα ωχρά του χείλη εκινήθησαν ελαφρώς και εξ αυτών διέφυγε ψίθυρος μόλις ακουόμενος:

— Δεν . . . . δύναμαι! . . .

Ο Τιγγελίνος διέταξε να διακοπή η βάσανος και διηυθύνθη προς το άτριον. Τέλος, εφάνη ότι του επήλθε νέα ιδέα, και στραφείς προς τους Θράκας:

— Αποσπάσατέ του την γλώσσαν!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.

Διά την παράστασιν του δράματος «Αυρέολος», τα θέατρα και τα αμφιθέατρα είχον διευθετηθή ούτως, ώστε να δύνανται ν' ανοίγωνται και να σχηματίζουν δύο χωριστάς σκηνάς. Αλλά, μετά το θέαμα των κήπων του Καίσαρος, παρημελήθησαν αι συνήθεις διατυπώσεις, διότι επρόκειτο να επιτραπή εις όλους τους θεατάς να ίδωσι τον θάνατον του εσταυρωμένου δούλου, όστις, εις το δράμα, κατεβροχθίζετο υπό μιας άρκτου. Εις το θέατρον το πρόσωπον της άρκτου επαίζετο υπό τινος ηθοποιού εραμμένου εντός μηλωτής· αλλά την φοράν ταύτην η αναπαράστασις έμελλε να είναι πραγματική. Ήτο μία νέα έμπνευσις του Τιγγελίνου.

Εις το λυκόφως, ολόκληρος ο ιππόδρομος είχεν υπερεκχειλισθή. Οι Αυγουστιανοί, παριστάμενοι εν σώματι με τον Τιγγελίνον επί κεφαλής, είχον έλθει όχι τόσον διά το θέαμα, όσον διά να δώσουν εις τον Καίσαρα δείγμα υπακοής μετά το τελευταίον επεισόδιον, και διά να συζητήσουν περί του Χίλωνος, περί του οποίου ωμίλει όλη η πόλις.

Τέλος η προσδοκωμένη στιγμή έφθασεν. Οι υπηρέται του ιπποδρόμου έφερον κατ' αρχάς ξύλινον σταυρόν, αρκετά χαμηλόν, όπως η άρκτος ανορθουμένη επί των οπισθίων ποδών, δύναται να φθάνη το στήθος του βασανιζομένου καταδίκου· κατόπιν δύο άνδρες ωδήγησαν ή μάλλον έσυραν επί της κονίστρας τον Χίλωνα, όστις, έχων συντετριμμένας τας κνήμας, δεν ηδύνατο να βαδίση. Εκαρφώθη επί του ξύλου τόσον ταχέως, ώστε οι αυγουστιανοί δεν ηδυνήθησαν να τον παρατηρήσωσιν ανέτως. Μόνον, αφού ηνώρθωσαν τον σταυρόν, όλων τα βλέμματα εστράφησαν προς εκείνον. Ελάχιστοι όμως ηδύναντο ν' αναγνωρίσωσι τον τέως Χίλωνα εις το πρόσωπον του γέροντος και γυμνού εκείνου ανθρώπου.

Μετά τας βασάνους, τας επιβληθείσας υπό του Τιγγελίνου, το πρόσωπόν του δεν είχε πλέον ούτε σταγόνα αίματος. Η λευκή γενειάς του εχωρίζετο από μίαν ερυθράν γραμμήν, ήτις εμαρτύρει ότι του είχον κόψει την γλώσσαν. Διά μέσου του διαφανούς δέρματος διεκρίνοντο τα οστά.

Το πρόσωπόν του ήτο επώδυνον, αλλά πράον και ειρηνικόν, ως το πρόσωπον ανθρώπου κοιμωμένου. Η ειρήνη εφαίνετο ότι μαζί με την μετάνοιαν είχε κατέλθει εις την εσκληραγωγημένην εκείνην ψυχήν.

Κανείς δεν εγέλα, διότι εις τον γέροντα εκείνον ενυπήρχε τι τόσον ειρηνικόν· εκείνος εφαίνετο τόσον γέρων, τόσον ασθενής, τόσον άξιος ελέους, ώστε έκαστος εσκέπτετο διατί εβασάνιζον και εσταύρωνον ένα άνθρωπον ψυχορραγούντα ήδη.

Τέλος η άρκτος έφθασε με βαρύ βήμα εις την κονίστραν, ταλαντεύουσα δεξιά και αριστερά την χαμηλωμένην κεφαλήν της και, ρίχτουσα βλέμματα προς τα οπίσω, εφαίνετο σκεπτομένη ή ζητούσα κάτι.

Ιδούσα τον σταυρόν και το γυμνόν σώμα, επλησίασεν, ηνωρθώθη, ωσφράνθη. Αλλά μετά μίαν στιγμήν, ανέπεσεν επί των ποδών της, συνεστάλη υπό τον σταυρόν και ήρχισε να γρυλλίζη, ως εάν η καρδία της η θηριώδης είχεν οίκτον προς το ανθρώπινον εκείνο ερείπιον.

Οι υπηρέται του ιπποδρόμου ηρέθιζον την άρκτον διά των κραυγών των. Ο λαός έμενεν άφωνος.

Εν τούτοις ο Χίλων ύψωσε βραδέως την κεφαλήν και περιέφερε τα βλέμματά του επί των θεατών. Οι οφθαλμοί του εσταμάτησαν πολύ υψηλά εις τα τελευταία βάθρα του αμφιθεάτρου. Τότε το στήθος του ανέπνευσε ζωηρότερον, και, προς κατάπληξιν του πλήθους, το πρόσωπόν του εφαιδρύνθη διά μειδιάματος, το μέτωπόν του εφωτίσθη, οι οφθαλμοί του υψώθησαν εις τον ουρανόν και εκ των βεβαρημένων βλεφάρων του δύο δάκρυα κατήλθον βραδέως εις το πρόσωπόν του. Και απέθανεν.

Αίφνης, πλησίον του καταπετάσματος, μία ηχηρά φωνή εκραύγασεν:

— Ειρήνη εις τους μάρτυρας!

Βαθεία σιγή επεκράτει εις το αμφιθέατρον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.

Κατά την εποχήν του Νέρωνος, πολύ επροτιμώντο αι εσπεριναί παραστάσεις εις τους ιπποδρόμους και τα αμφιθέατρα. Αν και ο λαός ήτο ήδη χορτασμένος από αίμα, η είδησις ότι το τέλος των αγώνων ήγγιζε και ότι οι τελευταίοι χριστιανοί έμελλον να αποθάνωσιν εις το θέαμα της εσπέρας εκείνης, συνετέλεσεν εις το να συρρεύση επί των εδωλίων πλήθος αναρίθμητον. Οι αυγουστιανοί ήλθον μέχρις ενός, μαντεύοντες ότι ο Καίσαρ είχεν αποφασίσει να απολαύση το δράμα της θλίψεως του Βινικίου. Ο Τιγγελίνος είχε τηρήσει σιωπήν ως προς το είδος της βασάνου της επιφυλαχθείσης διά την μνηστήν του νεαρού τριβούνου· αλλ' η σιωπή αύτη υπεδαύλιζε την γενικήν περιέργειαν.

Ο Καίσαρ είχεν έλθει ενωρίτερον του συνήθους. Πλην του Τιγγελίνου και του Βατινίου, είχεν οδηγήσει εκεί τον Κάσσιον, ένα κεντηρίονα υπερβολικά ευρύνωτον και ρωμαλεώτατον. Η πραιτωριανή φρουρά ήτο πολυπληθεστέρα και εκυβερνάτο όχι υπό κεντηρίονος, αλλ' υπό του τριβούνου Σουμπρίου Φλαβίου, γνωστού διά την τυφλήν αφοσίωσίν του εις το πρόσωπον του αυτοκράτορος. Κατενόησαν ότι ο Καίσαρ ήθελεν, εν περιπτώσει αποτυχίας, να είναι εκ των προτέρων εφωδιασμένος εναντίον απελπιστικού πλήγματος εκ μέρους του Βινικίου: η περιέργεια ηυξήθη.

Όλων τα βλέμματα εστρέφοντο μετ' απλήστου επιμονής προς την θέσιν την οποίαν κατείχεν ο δύστηνος μνηστήρ. Εκείνος ήτο ωχρότατος, και ιδρώς έβρεχε το μέτωπόν του. Από πρωίας είχε προσπαθήσει να εισχωρήση εις τα υπόγεια, όπως πληροφορηθή αν εκείνη ευρίσκετο εκεί. Αλλ' οι πραιτωριανοί επετήρουν όλας τας διεξόδους, και ήτο αδύνατον να εισέλθη.

Δεν ήξευρεν εάν έζη ή, και αν έζη, οποία τύχη την ανέμενε και εστενοχωρείτο, διότι δεν ηδύνατο να της παράσχη βοήθειαν και καθώς ο άνθρωπος ο κυλιόμενος έκ τινος κρημνού, προσπαθεί να προσκολληθή εις παν το πρόστυχον, ούτω και ο Βινίκιος προσεκολλάτο εις κάθε σκέψιν και εις κάθε ιδέαν, ήτις όμως μετ' ολίγον του εφαίνετο απραγματοποίητος. Εις το βάθος της καρδίας του έπαλλεν ακόμη μικρά ελπίς: ίσως η Λίγεια δεν ευρίσκετο μεταξύ των καταδίκων, ίσως όλοι οι φόβοι του ήσαν μάταιοι . . .

Και απερροφήθη ολόκληρος εις την ελπίδα ταύτην, κατέρριψε την αμφιβολίαν και περιέκλεισεν ολόκληρον την ύπαρξίν του εις τας δύο ταύτας λέξεις: «Έχε πίστιν». Και ανέμενε μόνον θαύμα, δι' ου θα εσώζετο η Λίγεια.

Η ψυχή του ήτο συντετριμμένη υπό το βάρος των σκέψεων τούτων, νεκρική ωχρότης ηπλούτο εις το πρόσωπόν του και το σώμα του επάγωνε. Του εφαίνετο ότι η Λίγεια ήτο ήδη νεκρά και ότι ο Χριστός τους παρελάμβανεν ήδη αμφοτέρους πλησίον του.

Τέλος ο πραίφεκτος έρριψεν επί της άμμου μανδήλιον ερυθρόν.

Η θύρα η αντικρύζουσα εις την αυτοκρατορικήν εξέδραν έτριξεν επί των στροφέων της και εκ του στομίου του σκοτεινού εξήλθεν εις την κονίστραν ο Λιγειεύς Ούρσος. Ο γίγας εκάμμυε τους οφθαλμούς θαμβωμένος. Επροχώρησε μέχρι του κέντρου και τα περιστρεφόμενα βλέμματά του εζήτουν να ίδουν ποίον θα είχεν αντιπαλαιστήν. Οι αυγουστιανοί και το πλείστον των θεατών ήξευραν, ότι ο άνθρωπος εκείνος είχε πνίξει τον Κρότωνα και ψίθυρος ηγέρθη από βαθμίδος εις βαθμίδα.

Οι θηριομάχοι, οι υπερβαίνοντες κατά πολύ το μέτριον ανάστημα, δεν ήσαν ποσώς σπάνιοι εν Ρώμη, αλλ' ουδέποτε μέχρι τούδε οι οφθαλμοί των Κουιριτών είχον ιδή γίγαντα τοιούτου αναστήματος.

Ο Ούρσος έμενεν ακίνητος εις το μέσον της κονίστρας, όμοιος εν τη γυμνότητί του με κολοσσόν εκ γρανίτου, με έκφρασιν αναμονής και θλίψεως εις το βάρβαρον πρόσωπόν του. Και βλέπων κενήν την κονίστραν, περιέφερε την έκπληξιν των γαλανών και παιδικών οφθαλμών του προς τους θεατάς, τον Καίσαρα και έπειτα εις τας κιγλίδας των υπογείων, οπόθεν ανέμενε τους δημίους.

Καθ' ην στιγμήν εισήλθεν εις την κονίστραν, η καρδία του είχε και πάλιν σκιρτήσει εκ της ελπίδος, ότι ίσως θα απέθνησκεν επί του σταυρού. Αλλά μη βλέπων ούτε σταυρόν, ούτε οπήν διά τον σταυρόν, εσκέφθη ότι ήτο ανάξιος τοιαύτης ευνοίας και ότι ώφειλε να αποθάνη κατ' άλλον τρόπον και πιθανώς υπό τους οδόντας των θηρίων. Ήτο άοπλος και είχεν αποφασίσει ν' αποθάνη υπομονητικός, ως πιστός του Χριστού.

Και επειδή ήθελε και πάλιν να απευθύνη την προσευχήν του προς τον Λυτρωτήν, εγονυπέτησεν, εσταύρωσε τας χείρας και ύψωσε τους οφθαλμούς προς τους αστέρας, οίτινες επάλλοντο εκεί υψηλά, εις το άνοιγμα του καταπετάσματος.

Η στάσις αύτη δεν ήρεσεν εις το πλήθος. Οι θεαταί είχον κουρασθή να βλέπουν εκπνέοντα πρόβατα. Εάν ο γίγας ηρνείτο να αμυνθή, το θέαμα θα απετύγχανεν.

Εδώ και εκεί συριγμοί ηκούσθησαν. Μετ' αυτών ηνώθησαν φωναί καλούσαι τους μαστιγοφόρους. Αλλ' ολίγον κατ' ολίγον αποκατεστάθη η σιγή, διότι ουδείς εγνώριζε τι θα αντιμετώπιζε τον γίγαντα, ούτε εάν κατά την κρίσιμον στιγμήν εκείνος θα ηρνείτο την πάλην.

Η αναμονή δεν διήρκεσεν επί πολύ. Αίφνης ήχησεν ο οξύς τριγμός των χαλκίνων οργάνων.

Η κιγκλίς η απέναντι της αυτοκρατορικής εξέδρας ηνοίχθη και, εις τον στίβον, εν μέσω των κραυγών των θηριοφυλάκων, ώρμησε τεράστιος άγριος ταύρος της Γερμανίας με μίαν γυναίκα γυμνήν επί της κεφαλής δεδεμένην.

— Λίγεια! Λίγεια! ανέκραξεν ο Βινίκιος. Και αρπάσας διά των δύο χειρών του τας τρίχας των κροτάφων του, περιεμαζεύθη, ως άνθρωπος αισθανόμενος εις τα εντόσθιά του διαπερώντα τον σίδηρον δόρατος και με φωνήν βραχνήν και τραχείαν ερρόγχασε: «Χριστέ μου, έχω πίστιν! Έχω πίστιν! . . . Χριστέ . . . κάμε το θαύμα Σου».

Και δεν ησθάνθη ότι την ιδίαν στιγμήν ο Πετρώνιος του εκάλυψε την κεφαλήν με την τήβεννόν του. Ενόμισεν ότι ο θάνατος ή η θλίψις του εσκότιζε τους οφθαλμούς. Η εντύπωσις τον είχε βυθίσει εις φοβερόν χάος. Ουδεμία ιδέα εσώζετο εν αυτώ και μόνα τα χείλη του επανελάμβανον εν παραληρήματι:

«Έχω πίστιν! έχω πίστιν! έχω πίστιν!»

Αίφνης, το αμφιθέατρον έγινεν άφωνον. Οι αυγουστιανοί ηγέρθησαν εκ των καθισμάτων των ως είς άνθρωπος. Επί της κονίστρας εξετυλίσσετο κάτι τι ανήκουστον.

Εις την θέαν της βασιλόπαιδός του δεδεμένης εις τα κέρατα του αγρίου ταύρου, ο Λιγειεύς, ο προ μικρού ταπεινός και έτοιμος εις τον θάνατον, ετινάχθη ως να τον έκαυσέ τις με σίδηρον πεπυρακτωμένον και με την ράχιν κυρτήν ώρμησε λοξοδρομικώς κατά του μαινομένου θηρίου. Από όλα τα στήθη εξήλθε βραχεία κραυγή εξάλλου καταπλήξεως και έπειτα επηκολούθησε βαθεία σιγή.

Με έν πήδημα ο Λιγιεύς έφθασε το ζώον και το συνέλαβεν από τα κέρατα.

— Κύτταξε, έκραξεν ο Πετρώνιος, αφαιρέσας την τήβεννον από την κεφαλήν του Βινικίου.

Ούτος ηγέρθη, εσήκωσε το πελιδνόν πρόσωπόν του και ήρχισε να παρατηρή την κονίστραν με τους υελώδεις και απλανείς οφθαλμούς του.

Όλων τα στήθη δεν είχον πλέον πνοήν. Εις το αμφιθέατρον και το πτερύγισμα μυίας θα ήτο ακουστόν.

Αφ' ότου η Ρώμη είχε καταστή πόλις περίλαμπρος, ουδέποτε είχεν εκτυλιχθή τοιούτον θέαμα.

Ο Ούρσος εκράτει το θηρίον εκ των κεράτων. Οι πόδες του είχον χωθή εις την άμμον άνωθεν του αστραγγάλου, η ράχις του είχε κυρτωθή ως τόξον τεταμένον η κεφαλή του είχε κρυφθή μεταξύ των ώμων του, οι μυώνες των βραχιόνων του είχον τεντωθή τόσον, ώστε ενόμιζε κανείς ότι η επιδερμίς θα διερρηγνύετο υπό το κύρτωμά των. Είχε σταματήσει καλώς τον ταύρον. Και άνθρωπος και κτήνος είχον καρφωθή εις μίαν ακινησίαν τόσον απόλυτον, ώστε οι θεαταί ενόμιζον ότι είχον ενώπιον των ανάγλυφον των άθλων του Θησέως ή του Ηρακλέους. Αλλ' εκ της φαινομενικής ταύτης ακινησίας ανεδεικνύετο η φοβερά έντασις των δύο αφηνιασμένων δυνάμεων. Οι τέσσαρες πόδες του ταύρου ήσαν χωμένοι εις την άμμον και ο όγκος του σώματός του ο κατάμαυρος και τριχωτός, είχε συσταλή ως γιγαντιαία σφαίρα. Το ποίος εκ των δύο, εξαντλούμενος, θα έπιπτε πρώτος, διά τους φανατικούς θεατάς της πάλης είχε την στιγμήν εκείνην μεγαλειτέραν σπουδαιότητα από την ιδίαν των τύχην, από την τύχην ολοκλήρου της Ρώμης και της κοσμοκρατορίας αυτής. Ο Λιγειεύς ούτος, ήτο τώρα ημίθεος. Και αυτός ο Καίσαρ ήτο όρθιος. Αυτός και ο Τιγγελίνος, γνωρίζοντες την δύναμιν του ανθρώπου, είχον επίτηδες διοργανώσει το θέαμα εκείνο, λέγοντες καθ' εαυτούς ειρωνικώς: «Ας καταβάλη λοιπόν αυτόν, τον νικητήν του Κρότωνος, ο ταύρος, τον οποίον θα εκλέξωμεν δι' αυτόν».

Εις το αμφιθέατρον άνθρωποι είχον υψώσει τους βραχίονας και έμενον ακίνητοι εις την στάσιν αυτήν. Άλλων τα μέτωπα ήσαν περίρρυτα εξ ιδρώτος, ως εάν οι ίδιοι είχον παλαίσει κατά του θηρίου. Εις το ημικύκλιον ηκούετο μόνον ο τριγμός των λυχνιών και ο κρότος των φεψάλων, τα οποία έπιπτον εκ των πυρσών. Ο λόγος είχεν εκπνεύσει εις τα χείλη. Αι καρδίαι έπαλλον μέχρι διαρρήξεως των στηθών. Εις όλους τους θεατάς η πάλη εφαίνετο ότι θα παρετείνετο επί πολύ.

Και ο άνθρωπος και το θηρίον, ακίνητοι εις την αγρίαν των πάλην, έμενον ως καρφωμένοι επί του εδάφους.

Αίφνης, μυκηθμός υπόκωφος και θρηνώδης ανήλθεν από της κονίστρας.

Όλων τα στήθη αφήκαν κραυγήν και πάλιν επήλθε σιγή άκρα. Ενόμιζον ότι ωνειρεύοντο· εις τους σιδηρούς βραχίονας του βαρβάρου η τεραστία κεφαλή του ταύρου συνεστρέφετο ολίγον κατ' ολίγον.

Το πρόσωπον του Λιγειέως, ο τράχηλός του και οι βραχίονες του είχον καταστή πορφυροί· το τόξον της ράχεώς του είχε κυρτωθή ακόμη περισσότερον. Έβλεπον ότι ούτος συνέλεγε το υπόλοιπον των υπεράνθρωπων δυνάμεών του και ότι μετ' ολίγον αύται θα εξηντλούντο.

Επί μάλλον και μάλλον πνιγμένος, επί μάλλον και μάλλον βραχνός και αλγεινότερος ο μυκηθμός του ταύρου ανεμιγνύετο με το οξύ φύσημα του βαρβάρου. Η κεφαλή του ζώου συνεστρέφετο πάντοτε περισσότερον και αίφνης, εκ του ρύγχους του, εκρεμάσθη μία υπερμεγέθης σιελώδης γλώσσα. Μετά τινα στιγμήν οι θεαταί οι πλησίον του στίβου ήκουσαν τον υπόκωφον δούπον θραυομένων οστών έπειτα το ζώον εκυλίσθη ως όγκος με στραγγαλισμένον τον τράχηλον, νεκρόν πλέον.

Εν ριπή οφθαλμού ο γίγας έλυσε την κόρην από των κεράτων του ταύρου και την έλαβεν εις τους βραχίονάς του, έπειτα ήρχισε να πνευστιά ταχέως. Η όψις του ήτο ωχρά, αι τρίχες της κεφαλής του είχον κολλήσει από τον ιδρώτα, οι ώμοι του και οι βραχίονες του ήσαν περίρρυτοι.

Προς στιγμήν έμεινεν ακίνητος και ως ενεός· έπειτα ύψωσε τα βλέμματα και προσέβλεπε τους θεατάς.

Το αμφιθέατρον εμαίνετο.

Οι τοίχοι του τεραστίου κτιρίου έτρεμον υπό τας κραυγάς μυριάδων στηθών. Οι θεαταί των υψηλών θεωρείων είχον εγκαταλείψει τας θέσεις των, συνέρρεον προς την κονίστραν και εποδοπατούντο εις τους διαδρόμους, όπως καλλίτερον ίδωσι τον νέον Ηρακλέα.

Πανταχόθεν ηγέρθησαν φωναί εκλιπαρούσαι την χάριν του, φωναί περιπαθείς, επίμονοι, αίτινες μετ' ολίγον συνησπίσθησαν εις μίαν άπειρον βοήν. Ο γίγας καθίστατο προσφιλής εις το πλήθος εκείνο το εξαιρετικώς έκθαμβον εκ της φυσικής σωματικής ρώμης, καθίστατο το πρώτον πρόσωπον εις την Ρώμην.

Ο Ούρσος ενόησεν ότι ο λαός εζήτει δι' αυτόν την ζωήν και την ελευθερίαν. Αλλά διά τούτο δεν εφρόντιζε. Προς στιγμήν περιέφερε τα βλέμματά του περί εαυτόν, έπειτα επλησίασεν εις την αυτοκρατορικήν εξέδραν, ταλαντεύων το σώμα της νεανίδος εις τους τεταμένους βραχίονάς του, και ύψωσε βλέμματα ικετευτικά ως διά να είπη: «Την χάριν της ζητώ! Αυτήν πρέπει να σώσετε! Δι' αυτήν το έκαμα!»

Εις την θέαν της λιποθύμου κόρης, ήτις προ του πελωρίου σώματος του Λιγειέως εφαίνετο ως μικρά παιδίσκη, η συγκίνησις κατέλαβε το πλήθος, τους ιππότας και τους συγκλητικούς. Το πλήθος ενόμιζεν ότι ήτο πατήρ ζητών χάριν διά το τέκνον του. Ο οίκτος εξέσπασεν ως φλοξ. Ο λαός ως μαινόμενος εζήτει χάριν και έκραζεν: «αρκεί το αίμα πλέον, αρκούν τόσοι νεκροί, τόσα βασανιστήρια». Φωναί πνιγόμεναι από λυγμούς εζήτησαν χάριν και διά τους δύο. Αίφνης ο Βινίκιος ανεπήδησεν από της έδρας του, υπερέβη τον φραγμόν του γύρου, ώρμησε προς την Λίγειαν και εκάλυψε διά της τηβέννου του το γυμνόν σώμα της μνηστής του.

Έπειτα έσχισε τον χιτώνα του επί του στήθους του, αποκαλύψας τας ουλάς των τραυμάτων, όσα είχε λάβει εν Αρμενία, και έτεινε τους βραχίονας προς τον λαόν.

Τότε η φρενίτις υπερέβη τα όρια παντός ό,τι είχεν ιδεί ποτέ το αμφιθέατρον.

Ο όχλος ήρχισε να ποδοκροτή και να ωρύεται. Αι φωναί αι ζητούσαι την χάριν κατέστησαν απειλητικαί. Χιλιάδες θεατών έστρεψε προς τον Καίσαρα εσφιγμένας πυγμάς, όλων τα βλέμματα εξήστραπτον από μανίαν. Ο Νέρων τα έχασε.

Δεν ησθάνετο κανέν μίσος προς τον Βινίκιον και ο θάνατος της Λιγείας δεν τον ενδιέφερε πολύ. Αλλ' η φιλαυτία του δεν τω επέτρεπε να υποκύψη εις την θέλησιν του πλήθους· συγχρόνως εκ δειλίας εμφύτου, εδίσταζε να αντιτάξη άρνησιν.

Και ήρχισε να ζητή διά των οφθαλμών εάν τουλάχιστον εις κανένα εκ των αυγουστιανών διέκρινεν αντίχειρα εστραμμένον προς την γην, ως σημείον θανάτου. Αλλ' ο Πετρώνιος έτεινε την παλάμην του υψηλά και τον παρετήρει κατάμματα με μίαν έκφρασιν αποτροπής. Ομοίως ο συγκλητικός Σκαιβίνος, επίσης ο Νέρβας, ωσαύτως ο Τούλιος Σενεκίων, καθώς και ο γηραιός και ένδοξος αρχηγός Οστόριος Σκάπουλας και ο Ωστίτιος και ο Πίσων και ο Βέτος και ο Κρίσπινος, και ο Μινούτιος Θέρμος και ο Πόντιος Τελεσίνος, — επίσης και ο αυστηρότερος πάντων Θρασεύς, τον οποίον εσέβετο ο λαός. Εις την θέαν εκείνων, ο Καίσαρ απεμάκρυνε τον σμάραγδον εκ του οφθαλμού του με έκφρασιν περιφρονήσεως και μνησικακίας, αλλ' ο Τιγγελίνος, όστις ήθελεν αντί πάσης θυσίας να νικήση τον Πετρώνιον, έκυψε και είπε:

— Μη υποκύψης, θεσπέσιε· έχομεν τους πραιτωριανούς.

Ο Νέρων εστράφη προς το μέρος, όπου, επί κεφαλής της φρουράς του, ίστατο ο άγριος Σούβριος Φλάβιος, όστις, μέχρι τούδε, ήτο αφωσιωμένος εις αυτόν ψυχή τε και σώματι. Και είδε πράγμα ανήκουστον. Το σκυθρωπόν πρόσωπον του γηραιού χιλιάρχου είχε πληρωθή δακρύων, και με την υψωμένην χείρα του έκαμε το σημείον της χάριτος.

Εν τούτοις η λύσσα εκυρίευσε το πλήθος. Υπό τα ακατάπαστα ποδοκροτήματα στρόβιλος κονιορτού είχε περικαλύψει το αμφιθέατρον. Μεταξύ των κραυγών αντήχουν αραί: «Δολοφόνε! Μητροκτόνε! Εμπρηστά!» Ο Νέρων εφοβήθη. Ως κωμικός και ως αοιδός, είχεν ανάγκην της ευνοίας του λαού· έπειτα ήθελεν εν τη πάλη του κατά της Συγκλήτου και των πατρικίων, να έχη υπέρ αυτού τον λαόν, τέλος, από της πυρπολήσεως της Ρώμης, είχε προσπαθήσει να εξαπατήση τον όχλον δι' όλων των μέσων και να διευθύνη την οργήν του κατά των χριστιανών. Ενόησεν ότι θα ήτο επικίνδυνον να αντισταθή περισσότερον· μία στάσις δημιουργουμένη εις τον ιππόδρομον ηδύνατο να εξαπλωθή εις όλην την πόλιν και να έχη ανυπολογίστους συνεπείας.

Έρριψε βλέμμα προς τον Σούβριον Φλάβιον, προς τον εκατόνταρχον Σκαιβίνον, συγγενή του συγκλητικού, προς τους στρατιώτας, και μη βλέπων πανταχού ειμή συνεσταλμένας οφρύς, συγκεκινημένα τα πρόσωπα και βλέμματα τοξευόμενα εναντίον του, έκαμε το σημείον της χάριτος.

Βροντή επευφημιών εξερράγη από άνωθεν έως κάτω του ημικυκλίου. Ο λαός ήτο βέβαιος περί της ζωής των καταδίκων· από της στιγμής ταύτης, ούτοι ευρίσκοντο υπό την προστασίαν του, και κανείς, ουδ' αυτός ο Καίσαρ, δεν θα ετόλμα να τους καταδιώξη διά του μίσους του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.

Τέσσαρες Βιθυνοί έφερον μετά προφυλάξεως την Λίγειαν προς την οικίαν του Πετρωνίου. Ο Βινίκιος και ο Ούρσος, παρά το πλευρόν του φορείου, εβάδιζον σιωπηλοί, διότι μετά τας συγκινήσεις της ημέρας, δεν είχον την δύναμιν να ομιλήσωσιν. Ο Βινίκιος ήτο ακόμη ημιενεός. Επανελάμβανε καθ' εαυτόν ότι η Λίγεια ήτο σώα, ότι ούτε η φυλακή, ούτε ο θάνατος εις την κονίστραν την ηπείλουν πλέον, ότι τα δεινά της είχον τελειώσει και ότι θα την ωδήγει εις τον οίκον του διά να μη χωρισθή πλέον αυτής. Τω εφαίνετο ότι εκεί ανέτειλε μία νέα ζωή μάλλον παρά η πραγματικότης. Από καιρού εις καιρόν έκυπτεν επί του ανοικτού φορείου διά να παρατηρήση, εις την λάμψιν της σελήνης, το προσφιλές εκείνο πρόσωπον, ως βυθισμένον εις νάρκην, και επανελάμβανεν:

«Είναι αύτη! Ο Χριστός την έσωσε!»

Επροχώρουν με βήμα ταχύ εν μέσω των νεωστί εκτισμένων οικιών, των οποίων η λευκότης έλαμπεν υπό το σεληνιακόν φως. Η πόλις ήτο έρημος. Εδώ και εκεί μόνον όμιλοι ανθρώπων στεφανωμένοι με κισσόν έψαλλον και εχόρευον προ των στοών υπό τους ήχους του αυλού, απολαμβάνοντες την περίοδον των εορτών, ήτις παρετείνετο μέχρι πέρατος των αγώνων, και την έξοχον εκείνην νύκτα.

Εν τοσούτω έφθασαν εις την οικίαν οι υπηρέται προειδοποιηθέντες υπό τινος δούλου, είχον εξέλθει εν σώματι προς συνάντησίν των. Ήδη εις το Άντιον, ο Παύλος ο Ταρσεύς είχε προσηλυτίσει τους πλείστους εξ αυτών. Τα δεινά του Βινικίου ήσαν τελείως γνωστά εις αυτούς και η χαρά των υπήρξε μεγίστη επί τη θέα των θυμάτων των αποσπασθέντων εκ της αγριότητος του Νέρωνος. Το πλήθος εκείνο ηυξήθη περισσότερον, όταν ο Θεοκλής, ιατρός, εδήλωσεν ότι η Λίγεια δεν είχε καμμίαν σοβαράν βλάβην, ο πυρετός των φυλακών την είχεν εξασθενίσει, αλλ' ότι μετ' ολίγον θα ανελάμβανε τας δυνάμεις της.

Επανήλθεν εις τας αισθήσεις της την ιδίαν νύκτα. Εξυπνήσασα εις λαμπρόν κοιτώνα, φωτισμένον διά λυχνιών κορινθιακών και ευωδιάζοντα από την ιεροβοτάνην, δεν ηδυνήθη να εννοήση πού ευρίσκετο ούτε τι της είχε συμβή. Είχε διατηρήσει την ανάμνησιν των προ ολίγου συμβάντων, οπότε οι δήμιοι την προσέδεναν εις τα κέρατα του πεδικλωμένου ζώου. Βλέπουσα κύπτον επ' αυτήν εις το γλυκύ φως το πρόσωπον του Βινικίου, εφαντάσθη ότι δεν ευρίσκετο πλέον εις τον κόσμον τον εδώ. Αφού δεν ησθάνετο κανένα πόνον, εμειδίασεν εις τον Βινίκιον και ηθέλησε να ζητήση πληροφορίας, αλλά τα χείλη της εξέφεραν ψίθυρον σχεδόν ακατάληπτον, εις το οποίον ο Βινίκιος διέκρινε μόνον το όνομά του.

Εγονυπέτησε πλησίον της και θέσας ελαφράν την χείρα επί του λατρευτού μετώπου της, είπεν:

— «Ο Χριστός σε έσωσε και σε απέδωκεν εις εμέ! Λίγειά μου».

Τα χείλη της Λιγείας εκινήθησαν εκ νέου εις ένα ακατανόητον ψίθυρον.

Τα βλέφαρά της εκλείσθησαν και εβυθίσθη εις βαθύν ύπνον, τον οποίον ανέμενεν ο Θεοκλής και τον οποίον εθεώρει ως εξαίρετον σημείον.

Ο Βινίκιος έμεινε γονυπετής πλησίον της κλίνης, εν προσευχή. Η ψυχή του ετήκετο εις απεριόριστον έρωτα. Ελιποθύμησεν. Ο Θεοκλής εισήλθεν επανειλημμένως εις τον κοιτώνα. Πολλάκις ανασηκώνουσα το παραπέτασμα της θύρας, η Ευνίκη επρόβαλλε με την κατάχρυσον κεφαλήν της. Τέλος οι γερανοί, τους οποίους είχον ανεγείρει εις τους κήπους, ήρχισαν να κροτώσιν, αγγέλλοντες την αυγήν. Ο Βινίκιος εγονυπέτει ακόμη εις τους πόδας του Χριστού, χωρίς ουδέν να βλέπη, χωρίς να ακούη τίποτε, — διότι η καρδία του είχε μεταβληθή εις μίαν μόνον φλόγα ως ολοκαύτωμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'.

Εντός ολίγων ημέρων είχεν αποκατασταθή τελείως η υγεία της Λιγείας. Ο Πετρώνιος εκόμισε μετ' ολίγας ημέρας εκ του Παλατινού ανησυχητικάς ειδήσεις.

Είχον ανακαλύψει ότι είς των απελεύθερων του Καίσαρος ήτο χριστιανός και κατέσχον παρ' αυτώ επιστολάς των αποστόλων Παύλου του Ταρσέως και του Πέτρου και επιστολάς Ιούδα και Ιωάννου. Ο Τιγγελίνος είχε φαντασθή ότι ο Απόστολος είχε θανατωθή, όπως τόσαι χιλιάδες άλλων χριστιανών. Και τώρα εμάνθανον, ότι οι δύο κορυφαίοι της νέας Θρησκείας έζων ακόμη και ευρίσκοντο εν Ρώμη! Όθεν απεφάσισαν να τους συλλάβωσιν αντί πάσης θυσίας· θα εξηφάνιζον μετ' αυτών τα τελευταία λείψανα της επαράτου αιρέσεως! Προς τούτο έπεμψαν ολόκληρα αποσπάσματα στρατιωτών, διά να εξερευνήσωσιν όλας τας οικίας της Τρανστιβέρης.

Ο Βινίκιος απεφάσισε πάραυτα να υπάγη να ειδοποιήση τον Απόστολον. Την αυτήν εσπέραν, αυτός και ο Ούρσος μετέβησαν εις την οικίαν της Μαριάμ όπου εύρον τον Πέτρον περιστοιχούμενον από δράκα πιστών.

Ο Τιμόθεος, ο σύντροφος του Παύλου, και ο Αίνος ήσαν επίσης παρά το πλευρόν του Αποστόλου.

— Κύριε, τω είπεν ο Βινίκιος, ύπαγε προς το μέρος των Αλβανών ορέων, θα σε επανεύρωμεν εκεί και θα σε οδηγήσωμεν εις το Άντιον, όπου μένει το πλοίον με το οποίον θα υπάγωμεν εις Νεάπολιν, και έπειτα εις την Σικελίαν.

Οι άλλοι επίεζον τον Απόστολον να δεχθή.

Πολλάκις ήδη ο αλιεύς του Κυρίου είχεν εν τη ερημία ανατείνει τους βραχίονας προς τον ουρανόν λέγων: «Κύριε! τι πρέπει να κάμω;»

Από τριακονταετίας, από του θανάτου του Διδασκάλου, δεν είχε γνωρίσει την ησυχίαν.

Με το βάκτρον του οδοιπόρου εις την χείρα, είχε διατρέξει τον κόσμον και είχεν αναγγείλει την «καλήν είδησιν». Αι δυνάμεις του είχον εξαντληθή εις τα ταξείδια και τους κόπους, και όταν τέλος, εις την πόλιν ταύτην, ήτις ήτο η κεφαλή του κόσμου, είχεν ιδρύσει το έργον του Διδασκάλου, μία μόνη πυριφλεγής απόπνοια της Μανίας είχε κατακαύσει το έργον τούτο. Και τώρα έπρεπε και πάλιν να επαναλάβη τον αγώνα. Και ποίον αγώνα! Εξ ενός μέρους ο Νέρων, η Σύγκλητος, ο λαός, οι λεγεώνες σφίγγοντες διά σιδηρού κλοιού τον κόσμον ολόκληρον, αναριθμήτους πόλεις, αναριθμήτους εκτάσεις γης, — μία δύναμις, ομοίαν της οποίας ουδέποτε είχεν ιδεί οφθαλμός ανθρώπου, — και αφ' ετέρου, αυτός, τόσον κυρτωμένος εκ της ηλικίας και του έργου του, ώστε αι τρέμουσαι χείρες του μόλις ηδύναντο να σηκώσουν την οδοιπορικήν ράβδον του.

Και από στιγμής εις στιγμήν εσκέπτετο ότι δεν ηδύνατο αυτός να μετρηθή με τον Καίσαρα της Ρώμης, και ότι το έργον τούτο μόνος ο Χριστός ηδύνατο να συμπληρώση . . .

Εκείνοι, περιστοιχίζοντες αυτόν εις κύκλον επί μάλλον στενώτερον, επανελάμβανον με φωνήν ικετευτικήν:

— Κρύψου, ραββί, και σώσε μας από την δύναμιν του Θηρίου! Τέλος, ο Λίνος έκυψε προ αυτού την ταλαιπωρημένην κεφαλήν του:

— Κύριε! είπεν, ο Σωτήρ σου είπε: «Ποίμανε τα πρόβατά μου.» Αλλά τα πρόβατα δεν υπάρχουν πλέον, ή θα εξοντωθούν αύριον. Επίστρεψον εκεί όπου δύνασαι να τα επανεύρης. Ο θείος λόγος ζη ακόμη εις την Έφεσον και εις την Ιερουσαλήμ και εις την Αντιόχειαν και εις τας άλλας πόλεις. Διατί να μείνης εις την Ρώμην; Εάν απολεσθής, θα καταστήσης ακόμη μεγαλείτερον τον θρίαμβον του θηρίου. Εις τον Ιωάννην, ο Κύριος δεν προσδιώρισε ποσώς το τέρμα της ζωής. Ο Παύλος είναι Ρωμαίος πολίτης και δεν δύνανται να τον φονεύσωσι πριν τον δικάσουν. Αλλ' εάν η καταχθόνιος δύναμις επιπέση επί σου, διδάσκαλέ μας, τότε εκείνοι, των οποίων η καρδία εκλονίσθη, θα είπουν: «Ποίος λοιπόν είναι ανώτερος του Νέρωνος;» Συ είσαι η πέτρα, επί της οποίας ανωκοδομήθη η Εκκλησία του Θεού. Άφησέ μας να αποθάνωμεν, αλλά μη επιτρέπης όπως ο Αντίχριστος κατανικήση τον ιεράρχην του Θεού, και μη επανέλθης πριν ο Θεός καταστρέψη εκείνον, ο οποίος έχυσε το αίμα των αθώων.

— Ιδού τα δάκρυά μας, επανέλαβον οι άλλοι.

Τα δάκρυα έβρεχον επίσης το πρόσωπον του Πέτρου. Ούτος ηγέρθη, έτεινε τας χείρας υπεράνω των γονυπετών τούτων πιστών και είπε:

— Δοξασμένον το όνομα του Κυρίου, και γεννηθήτω το θέλημά του!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'.

Περί την χαραυγήν της επιούσης, δύο σκοτειναί μορφαί επροχώρουν διά της Ασπίας οδού προς τας πεδιάδας της Καμπανίας.

Η μία εξ αυτών ήτο ο Ναζάριος, και η άλλη ήτο ο Πέτρος. Ο Απόστολος κατέλιπε την Ρώμην, εγκατέλιπε τα τέκνα του, τα οποία υφίσταντο τόσα μαρτύρια.

Εις την Ανατολήν, ο ουρανός περιεβάλλετο ήδη από ωραίας αποχρώσεις, αίτινες ολίγον κατ' ολίγον περιελίσσοντο χαμηλότατα εις τον ορίζοντα.

Η οδός ήτο έρημος. Οι αγρόται, οίτινες έφερον τα λαχανικά των εις την πόλιν, δεν είχον ακόμη ζεύξει τα αμάξιά των. Επί του πλακοστρώτου, εξ ου συνέκειτο η οδός, μέχρι των ορέων αντήχει ασθενώς μόνον το ξύλον των οδοιπορικών σανδάλων των δύο συνοδοιπόρων.

Ο ήλιος ανέδυσεν όπισθεν οροσειράς τινος, και παράδοξον θέαμα έπληξε τους οφθαλμούς του αποστόλου. Του εφάνη ότι η ξανθή σφαίρα του ηλίου, αντί να υψωθή εις τους ουρανούς, είχε χαμηλώσει από του ύψους των ορέων και ηκολούθει την διεύθυνσιν της οδού.

Ο Πέτρος εστάθη και είπε προς τον Ναζάριον:

— Βλέπεις αυτήν την λάμψιν, ήτις προχωρεί προς ημάς;

— Δεν βλέπω τίποτε, είπεν ο Ναζάριος.

Αλλ' ο Πέτρος εκάλυψε τότε τους οφθαλμούς με την χείρα του και μετά μίαν στιγμήν είπεν:

— Είς άνθρωπος έρχεται προς ημάς εν τη μαρμαρυγή του ηλίου.

Εν τούτοις ο κρότος των βημάτων δεν έφθανε ποσώς εις τα ώτα των. Πέριξ επεκράτει βαθεία σιγή.

Ο Ναζάριος έβλεπε μόνον ότι από μακράν τα φύλλα των δένδρων εσείοντο, αν και δεν εφύσα άνεμος, ως να εταράσσοντο υπό αοράτου χειρός, και ότι ανά την πεδιάδα εξετείνετο πάντοτε ευρυτέρα η λάμψις.

Και εστράφη προς τον Απόστολον με έκπληξιν.

— Ραββί! Τι έχεις λοιπόν; ηρώτησε με εναγώνιον φωνήν.

Από των χειρών του Πέτρου η οδοιπορική ράβδος είχε πέσει εις την γην, οι οφθαλμοί του έμειναν ατενείς προ αυτού, το στόμα του ήτο ημιανοικτόν και το πρόσωπόν του αντικατώπτριζε το θάμβος, την χαράν, την γοητείαν.

Έπεσε γονυκλινής με τας χείρας ανατεταμένας. Και εκ του στόματός του εξήλθεν η φωνή:

— Χριστέ! Χριστέ!

Και έπεσε πρηνής εις την γην, ως να εφίλει αοράτους πόδας. Επί μακρόν επεκράτησε σιγή. Έπειτα η φωνή του γέροντος συγκοπτομένη από λυγμούς:

«Quo vadis Domine? . . .»

— Π ο ύ π η γ α ί ν ε ι ς, Κ ύ ρ ι ε;

Την απάντησιν δεν την ήκουσεν ο Ναζάριος. Αλλ' εις τα ώτα του Αποστόλου έφθασε μία φωνή θλιβερά και γλυκεία λέγουσα:

«Επειδή συ εγκαταλείπεις τον λαόν μου, πηγαίνω εις Ρώμην . . . . ίνα σταυρωθώ και πάλιν».

Ο Απόστολος έμεινε πρηνής επί της οδού με το πρόσωπον εις την σκόνην, χωρίς να κινήται, χωρίς να προφέρη λέξιν. Ο Ναζάριος εσκέπτετο ήδη ότι ο Απόστολος είχε χάσει τας αισθήσεις του ή ότι είχεν αποθάνει. Αλλ' εκείνος ηγέρθη τέλος, ανέλαβεν εις τας τρεμούσας χείρας του την ράβδον του την οδοιπορικήν και χωρίς να ομιλήση εστράφη οπίσω και προσέβλεψε τους επτά λόφους της κοσμοκρατείρας.

Ο νεαρός συνοδός του επανέλαβε τότε ως ηχώ:

— Π ο ύ π η γ α ί ν ε ι ς, Κ ύ ρ ι ε;

— Εις Ρώμην, είπεν ησύχως ο Απόστολος.

Και επανήλθεν εις την Ρώμην.

Ο Παύλος, ο Ιωάννης, ο Τιμόθεος, ο Λίνος και όλοι οι πιστοί τον εδέχθησαν μετ' εκπλήξεως και ανησυχίας. Κατά την αναχώρησίν του, οι πραιτοριανοί είχον περικυκλώσει την οικίαν της Μαριάμ ζητούντες τον Απόστολον. Εις όλας δε τας ερωτήσεις των πιστών, ο Πέτρος απεκρίνετο με ήρεμον χαράν:

— Είδον τον Κύριον. Τον είδον . . .

Την αυτήν εσπέραν μετέβη εις το κοιμητήριον του Οστριανού, όπως διδάξη τον λόγον του Θεού και βαπτίση εκείνους, οίτινες ήθελον να λουσθώσιν εις το ύδωρ της ζωής. Έκτοτε ήρχετο εκεί καθ' εκάστην, και πλήθη οσημέραι πολυαριθμότερα τον ηκολούθουν. Εφαίνετο ότι έκαστον δάκρυον μάρτυρος εγέννα νέους πιστούς και πάσα οιμωγή εις το αμφιθέατρον απήχει εις μυριάδας στηθών. Ο Καίσαρ έπλεεν εις το αίμα· η Ρώμη και όλη η ειδωλολάτρις οικουμένη εμαίνετο. Αλλ' όσοι είχον κουρασθή από το έγκλημα και την παραφροσύνην, όσοι κατεπατούντο, εκείνοι, ων η ζωή ήτο ζωή δυστυχίας και φόνου — πάντες οι καταπιεζόμενοι, πάντες οι τεθλιμμένοι, πάντες οι απόκληροι . . . ήρχοντο διά να ακούσωσι την έκπαγλον διήγησιν περί του Θεού εκείνου, όστις δι' αγάπην προς τους ανθρώπους κατεδέχθη να σταυρωθή και εξηγόρασε τας αμαρτίας των. Και ανευρίσκοντες Θεόν, τον οποίον ηδύναντο να αγαπώσιν, επανεύρισκον ό,τι ο κόσμος δεν ηδυνήθη να τοις δώση μέχρι τούδε: — την ευτυχίαν διά της αγάπης.

Ο Πέτρος ενόησεν ότι του λοιπού ο Καίσαρ με όλους τους λεγεώνας του δεν θα ηδύνατο να συντρίψη την ζώσαν αλήθειαν.

Ενόησε διατί ο Κύριος τον είχεν υποχρεώσει να επιστρέφη οπίσω. Ιδού ήδη η πόλις της υπερηφανείας, της κακίας, της ακολασίας και της κοσμοκρατορίας εγίνετο πόλις του Χριστού.

Αλλ' ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και διά τον Πέτρον και τον Παύλον. Συνελήφθησαν αμφότεροι και ωδηγήθησαν εις την φυλακήν. Ο Καίσαρ απουσίαζε τότε εκ Ρώμης, η δε εξουσία ήτο ανατεθειμένη εις δύο απελευθέρους του. Ο σεβάσμιος Απόστολος Πέτρος υπέστη πρώτος την μαστίγωσιν, την θεσπιζομένην υπό του νόμου.

Την επομένην έμελλον να τον οδηγήσωσιν έξω των τειχών, προς τους Βατικανούς λόφους, όπου τον ανέμενεν η ταχθείσα ποινή.

Λόγω της προβεβηκυίας ηλικίας του ο Πέτρος δεν εβιάσθη να φέρη τον Σταυρόν επ' ώμων. Ήτο άνευ δεσμών, και οι πιστοί, οίτινες συνέρρευσαν αθρόοι, τον έβλεπον γαλήνιον, με το πρόσωπόν του ακτινοβολούν εκ χαράς. Και όλοι ενόησαν ότι δεν ήτο θύμα βαδίζον προς τον θάνατον, αλλά νικητής προβαίνων εν θριάμβω. Ουδέποτε εις το παράστημά του είχεν ιδή τις τόσον μεγαλείον. Προέβαινεν ως μονάρχης, περιστοιχιζόμενος υπό του λαού και της σωματοφυλακής του.

Ο ήλιος κατερχόμενος προς την δύσιν του ήτο παμμέγιστος και αιματόχρους.

Οι στρατιώται επλησίασαν εις τον Πέτρον διά να τον εκδύσωσιν. Εκείνος κινών τα χείλη ένευσε χωρίς να ακούεται η φωνή του, ηνωρθώθη αίφνης και ύψωσεν άνω την δεξιάν χείρα.

Άκρα σιγή επεκράτησεν.

Ο Πέτρος, με χείρα τεταμένην, έκαμε διά των δακτύλων το σημείον του Σταυρού και ηυλόγησε τους πιστούς εν τη ώρα του θανάτου του.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings