← Table of contents
Quo Vadis (Πού πηγαίνεις)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'

Reading edition

Ο Βινίκιος θεραπευθείς τελείως επανήλθεν εις τον οίκον του, όπου και έζη κλεισμένος χωρίς να εξέρχεται διόλου, έγραψε δε την ανωτέρω επιστολήν προς τον Πετρώνιον. Δεν έβλεπε κανένα, ειμή από καιρού εις καιρόν τον ιατρόν Γλαύκον. Αι επισκέψεις του αύται ήσαν προσφιλείς, διότι τότε ηδύνατο να ομιλή περί της Λιγείας. Ο Γλαύκος δεν ήξευρε πού εκείνη είχε καταφύγει, αλλ' εβεβαίωνε τον Βινίκιον ότι η μέριμνα των πρεσβυτέρων επέβλεπεν αυτήν.

Μιαν ημέραν, συγκινηθείς από την λύπην του Βινικίου, τω είπεν ότι ο απόστολος Πέτρος είχε μεμφθή τον Κρίσπον, διότι ούτος επέπληξε την Λίγειαν διά τον επίγειον έρωτά της. Ο νεαρός πατρίκιος ωχρίασεν εκ συγκινήσεως. Πολλάκις είχε πιστεύσει ότι δεν ήτο αδιάφορος προς αυτόν η Λίγεια, αλλ' επανέπιπτε πάντοτε εις αμφιβολίαν και αβεβαιότητα! Τώρα διά πρώτην φοράν ήκουε την επιβεβαίωσιν των πόθων και των ελπίδων του από το στόμα ενός ξένου, και ο ξένος ούτος ήτο χριστιανός!

Του εφαίνετο προσέτι ότι, εάν η Λίγεια τον ηγάπα, όλα τα προσκόμματα θα παρεκάμπτοντο, διότι αυτός ήτο πρόθυμος να πιστεύση εις τον Χριστόν.

Διά τούτο εζήτει να ίδη τον Παύλον τον Ταρσέα, του οποίου ο λόγος τον συνεκίνει. Αλλ' ο Παύλος είχεν αναχωρήσει δι' Αριαίαν, και επειδή αι επισκέψεις του Γλαύκου έγιναν αραιότεραι, ο Βινίκιος ευρέθη εις εντελή μοναξίαν και εκυριεύθη υπό ανυπομονησίας.

Τέλος ήλθε στιγμή, οπότε η αρχαία φύσις του επεκράτησε και πάλιν. Του εφάνη ότι ήτο πολύ μωρός να γεμίζη την κεφαλήν του από πράγματα, τα οποία λύπην μόνον του είχον προξενήσει. Απεφάσισε να λησμονήση την Λίγειαν και ερρίφθη εις τον ανεμοστρόβιλον και εις τας ηδονάς του ελαφρού βίου, με την συνήθη ορμητικότητά του.

Μίαν ημέραν εις τους αγώνας, εν μέσω των πολυτελών αρμάτων, ο Βινίκιος παρετήρησε το υπερήφανον τέθριππον της Χρυσοθέμιδος, της παλλακίδος του Πετρωνίου, του οποίου επροπορεύοντο δύο μολοσσοί, και όπερ περιεκυκλούτο με σύμπλεγμα, εις το οποίον ανεμιγνύοντο με τους νέους και γέροντας συγκλητικοί.

Η Χρυσόθεμις οδηγούσα μόνη της το όχημα συρόμενον από τέσσαρας μικρούς ίππους της Κύρνου, εσκόρπιζε παντού μειδιάματα. Ότε παρετήρησε τον Βινίκιον, εσταμάτησε τους ίππους της και τον έβαλε εις το τέθριππόν της να καθίση πλησίον της, είτα τον ωδήγησεν εις την οικίαν της και τον εκράτησεν εις το δείπνον το οποίον διήρκεσεν όλην την νύκτα. Ο Βινίκιος εμεθύσθη εις βαθμόν ώστε να μη ενθυμήται ούτε την στιγμήν, καθ' ήν τον επανέφερον εις την οικίαν του.

Ενεθυμείτο εν τούτοις ότι η Χρυσόθεμις τον είχεν ερωτήση περί της Λιγείας τι γίνεται, ότι αυτός προσεβλήθη εκ της ερωτήσεως ταύτης και ότι, ως ήτο μεθυσμένη, είχε περιχύση την κεφαλήν της με ποτήριον οίνου.

Όταν το εσκέπτετο, ακόμη ησθάνετο εξεγειρομένην την οργήν του. Αλλά την επομένην ημέραν η Χρυσόθεμις λησμονούσα την ύβριν, εζήτησε να τον ίδη και τον ωδήγησε πάλιν εις τον οίκον της.

Εδείπνησαν εις την οικίαν της και εκείνη ωμολόγησεν ότι από πολλού είχε βαρυνθή τον Πετρώνιον και ότι η καρδία της ήτο ελευθέρα.

Επί οκτώ ημέρας έμειναν ομού. Αι σχέσεις των εν τούτοις δεν εφαίνοντο ότι έμελλον να είναι διαρκείς. Καίτοι από το συμβάν της περιχύσεως οίνου, το όνομα της Λιγείας δεν επροφέρθη ποτέ από αυτήν, ο Βινίκιος δεν κατώρθωνε να την αποβάλη από τον νουν του. Πάντοτε αυτήν εσυλλογίζετο.

Εις την πρώτην σκηνήν ζηλοτυπίας την οποίαν του έκαμεν η Χρυσόθεμις, εξ αφορμής δύο νεανίδων της Συρίας, τας οποίας είχεν αγοράση, την εξεδίωξεν ανευλαβώς.

Ο τρόπος της ζωής του δεν ήλλαξεν εκ τούτου. Μάλιστα εχειροτέρευσεν, ως διά να απολαύση την τυραννικήν ανάμνησιν της Λιγείας.

Η επάνοδος του Καίσαρος δεν τον εξήγαγεν εκ του μαρασμού του και μόνον τότε μετέβη εις του Πετρωνίου, όταν ούτος έστειλε να τον ζητήση με το ίδιον φορείον του. Εκείνος τον υπεδέχθη μετά χαράς, πλην ο Βινίκιος δεν απήντησε κατ' αρχάς ειμή ακουσίως και μετ' αποστροφής εις τας ερωτήσεις του. Εις το τέλος όμως τα αισθήματά του και αι σκέψεις του, συγκρατηθέντα προς στιγμήν, εξέσπασαν εις χείμαρρον λόγων.

Επανέλαβε με περισσοτέρας λεπτομερείας την διήγησιν των συμβάντων, και παρεπονέθη ότι ενέπεσεν εις χάος, όπου έχασεν, εκτός της ησυχίας του, το χάρισμά του να διακρίνη τα πράγματα και να τα εκτιμά κατ' αξίαν. Τίποτε δεν τον ελκύει, δεν ευρίσκει τέρψιν εις τίποτε, δεν ηξεύρει ούτε τι να αποφασίση ούτε ποίαν μέθοδον να μεταχειρισθή.

Ο Πετρώνιος παρετήρει τα ηλλοιωμένα χαρακτηριστικά του Βινικίου, τας χείρας του τεινομένας ψηλαφητεί ως να εζήτει οδόν εν τω σκότει, και εσκέπτετο.

Αίφνης, ως να του ήλθε νέα ιδέα εις τον νουν του, είπε:

— Εδοκίμασες τουλάχιστον να αποσβέσης όλας τας λύπας ταύτας και να ζήσης εις το εξής ζωήν υποφερτήν;

— Εδοκίμασα, απήντησεν ο Βινίκιος· ο Πετρώνιος εγέλα. Α! Προδότα! Μανθάνομεν ταχέως τα νέα από τους δούλους· μου πήρες την Χρυσόθεμιν!

Ο Βινίκιος ωμολόγησε τα πάντα.

— Όπως και αν έχη, σε ευχαριστώ, εξηκολούθησεν ο Πετρώνιος. Θέλω να την αφήσω όλως διόλου. Σου είμαι διττώς ευγνώμων πρώτον διότι δεν εδέχθης την Ευνίκην και δεύτερον διότι με απήλλαξες της Χρυσοθέμιδος. Άκουσέ με καλά, βλέπεις ενώπιον σου ένα άνθρωπον, όστις ηγείρετο λίαν πρωί, ελούετο, είχε την Χρυσόθεμιν, έγραφε σατύρας, αλλ' όμως υπέφερεν από αυτήν, όπως ο Καίσαρ, και πολλάκις δεν ήξευρε πώς να αποδιώξη τας θλιβεράς ιδέας του. Και ηξεύρεις διατί; Διότι επήγαινα να ζητήσω μακράν εκείνο το οποίον είχα προχειρότατον . . . Μία ωραία γυνή αξίζει πάντοτε όσον το βάρος της εις χρυσόν, αλλά μία γυνή, ήτις περιπλέον σε αγαπά, είναι πράγματι ανεκτίμητος. Ιδού λοιπόν τι λέγω τώρα: Πληρώ την ζωήν μου ευτυχίας, καθώς θα επλήρουν εκλεκτού οίνου έν ποτήριον, και πίνω έως ότου η χειρ μου καταστή αδρανής και πελιδνά τα χείλη μου, ας γείνη ό,τι γείνη· ιδού η νέα φιλοσοφία μου.

Αφού είπε ταύτα, έκραξε την Ευνίκην. Εκείνη εισήλθε λευκοφορούσα, μειδιώσα, χρυσόκομος.

Ο Πετρώνιος ήνοιξε τας αγκάλας του λέγων:

— Ελθέ.

Εκείνη έτρεξε και εκάθισεν επί των γονάτων του, έθεσε την κεφαλήν της επί του στήθους του.

Ο Πετρώνιος εξέτεινε την χείρα εις ένα δίσκον, έλαβε μίαν φούχταν βιολέττες και έρρανε την κεφαλήν, το στήθος και την εσθήτα της Ευνίκης· κατόπιν της απεγύμνωσε τους ώμους.

Τα χείλη του επλανώντο επί των ώμων και του λαιμού της Ευνίκης. Εκείνη εφρικίασε· τα βλέφαρά της ήρχισαν να ανοιγοκλείουν.

— Και τώρα, σκέψου τι αξίζουν οι σκυθρωποί χριστιανοί σου και σύγκρινε! Εάν δεν βλέπης την διαφοράν, τότε ύπαγε να την εύρης! Αλλά το θέαμα τούτο θα σε θεραπεύση, είπεν ο Πετρώνιος, Ευνίκη, θεσπεσία μου, ειπέ να μας ετοιμάσουν το γεύμα και ας μας φέρουν τριαντάφυλλα.

Εκείνη ηγέρθη και περιεπάτει εντός της αιθούσης. Αυτός ήλθεν έμπροσθεν του Βινικίου και τω είπε:

— Λέγεις ότι η Λίγεια σε αγαπά· δυνατόν, αλλά τι ωφελεί έρως εν αποχή; Τούτο δεν σημαίνει ότι υπάρχει κάτι τι ισχυρότερον τούτου; Όχι, αγαπητέ μου, η Λίγεια δεν είνε Ευνίκη.

— Όλα είναι μία βάσανος, απήντησεν ο Βινίκιος. Σε είδα να καλύπτης με φιλιά τους ώμους της Ευνίκης και εσκέφθην ότι εάν η Λίγεια μου είχεν αποκαλύψει ομοίως τους ώμους της, θα εθυσίαζα την ζωήν μου. Αλλ' εις την ιδέαν ταύτην κατελήφθην υπό τινος φόβου, ως να προσέβαλλα ή ως να ήθελα να μολύνω μίαν θεότητα . . . Η Λίγεια δεν είνε Ευνίκη. Αλλ' εγώ εννοώ την διαφοράν των άλλως ή όπως συ. Και με όλην την ταλαιπωρίαν και τον πόνον μου προτιμώ η Λίγεια να μη ομοιάζη με τας άλλας γυναίκας.

Ο Πετρώνιας έσεισε τους ώμους.

— Τότε δεν χάνεις τίποτε διά της αποχής σου. Αλλ' εγώ δεν εννοώ.

— Ναι! ναι! Δεν δυνάμεθα πλέον να εννοώμεθα, απήντησεν ο Βινίκιος.

— Ο Άδης να καταπίη όλους τους χριστιανούς! ανέκραξεν ο Πετρώνιος. Σε ενέπλησαν ανησυχιών και σου κατέστρεψαν την έννοιαν της ζωής. Λέγεις ότι η διδασκαλία των είναι αγαθοποιός; εκείνο μόνον είναι αγαθοποιόν, το οποίον μας δίδει την ευτυχίαν, τουτέστι το κάλλος, τον έρωτα και την ρώμην, και τα πράγματα ταύτα εκείνοι τα ονομάζουν μάταια. Πλανάσαι πιστεύων ότι είναι δίκαιοι· εάν αποδίδωμεν καλόν αντί κακού, τι θα αποδώσωμεν αντί του αγαθού; Και αν διά το έν και διά το άλλο η αμοιβή είναι η αυτή, διατί οι άνθρωποι να είναι αγαθοί;

— Όχι· η αμοιβή δεν είναι η αυτή, αλλά κατά την διδασκαλίαν των, αρχίζει εις την ζωήν την μέλλουσαν, ήτις είνε αιωνία.

— Δεν εισέρχομαι εις τας θεωρίας ταύτας.

— Η ζωή κατ' αυτούς αρχίζει την επιούσαν του θανάτου.

— Τέλος πάντων . . . είσαι ικανός να λησμονήσης την Λίγειαν;

— Όχι.

— Τότε αναχώρησε μακράν, κάμε ταξείδια.

Την στιγμήν εκείνην οι θεράποντες ανήγγειλαν, ότι το πρόγευμα ήτο έτοιμον και ο Πετρώνιος, ενώ μετέβαινεν εις το τρίκλινον εξηκολούθησε:

— Διέτρεξες επί της γης πολλά μέρη, πλην ως στρατιώτης, όστις σπεύδει προς το τέρμα της πορείας του και δεν ίσταται καθ' οδόν. Επεσκέφθης τους ελληνικούς ναούς, όπως έκαμα εγώ επί δύο έτη; Επήγες εις την Ρόδον, όπου εγείρεται ο Κολοσσός; ή εις τας Αθήνας; Είδες την Άλεξάνδρειαν, την Μέμφιδα, τας Πυραμίδας; Ο κόσμος είναι ευρύς, θα συνοδεύσω τον Καίσαρα και, κατά την επιστροφήν, θα τον αφήσω και θα αναχωρήσω διά την Κύπρον. Θέλεις, ξανθή μου και θεσπεσία Ευνίκη, να πάμε εις την Πάφον της Κύπρου διά να προσφέρωμεν θυσίας εις την Παφίαν Αφροδίτην; Πρέπει να ηξεύρης πώς ό,τι επιθυμείς θα γίνεται αμέσως.

— Είμαι δούλη σου, υπέλαβεν η Ευνίκη.

— Τότε είμαι δούλος μιας δούλης, απεκρίθη ο Πετρώνιος.

Έπειτα απευθυνθείς προς τον Βινίκιον:

— Ελθέ μαζί μας εις την Κύπρον και άφησε κατά μέρος τους Χριστιανούς. Σου είπα και άλλοτε ότι είναι μωροί άνθρωποι, αυτό άλλως τε το αισθάνεσαι και συ καλλίτερον εμού και προ παντός ο χαρακτήρ σου δεν είναι δυνατόν να συμμορφωθή με την διδασκαλίαν των.

Ο Βινίκιος επανήλθεν εις τον οίκον του και ήρχισε να σκέπτεται ότι πράγματι η χρηστότης εκείνη και η ευσπλαγχνία είνε ίσως μόνον απόδειξις της ασθενείας των ψυχών των.

Του εφάνη ότι άνθρωποι ισχυροί και καλώς πεπλασμένοι δεν θα ηδύναντο να συγχωρώσι κατ' αυτόν τον τρόπον.

Εντεύθεν η αντιπάθεια της ρωμαϊκής ψυχής του προς το δόγμα των.

«Ημείς θα ηξεύρωμεν να ζώμεν και θα ηξεύρωμεν να αποθνήσκωμεν», είχεν ειπή ο Πετρώνιος.

Και αυτοί;

Δεν ηξεύρουν ειμή να συγχωρούν, αλλά, δεν εννοούν ούτε τον αληθή έρωτα, ούτε το πραγματικόν μίσος.

Ο Καίσαρ δεν ήτο ευχαριστημένος, ότε επέστρεψεν από το Άντιον εις Ρώμην· διά τούτο μετά τινας ημέρας ήρχισε να διακαίεται υπό της επιθυμίας να αναχωρήση δι' Αχαΐαν. Αλλ' εις μίαν επίσκεψίν του εις το ιερόν της Εστίας, επήλθε συμβεβηκός τι, όπερ ανέτρεψε τα σχέδιά του.

Ο Νέρων δεν επίστευεν εις τους θεούς, αλλά τους εφοβείτο.

Η μυστηριώδης Εστία προ πάντων τον εφόβιζε με κάποιον ιδιαίτερον τρόπον.

Εις την θέαν του ειδώλου της και του ιερού πυρός, αι τρίχες του ανωρθώθησαν αιφνιδίως, όλα τα μέλη του παρέλυσαν και κατέπεσεν εις τους βραχίονας του Βινικίου, όστις κατά τύχην ίστατο όπισθέν του. Τον μετέφερον αμέσως έξω του ναού, και επανήλθεν εις το Παλατίνον, όπου έμεινε κλινήρης δι' όλης της ημέρας. Προς μεγάλην έκπληξιν όλων των παρεστώτων ανήγγειλεν ότι αναβάλλει οριστικώς το ταξείδιόν του, καθότι οι θεοί τον ενουθέτησαν μυστικώς να φυλάττεται από πάσης σπουδής.

Μίαν ώραν ύστερον, εκηρύσσετο δημοσία ανά την Ρώμην, ότι ο Καίσαρ βλέπων τας τεθλιμμένας όψεις των πολιτών και αγόμενος υπό πατρικής φιλοστοργίας, θα μείνη εν Ρώμη, διά να συμμετέχη πάσης χαράς και πάσης λύπης των.

Ο λαός, περιχαρής εκ της αποφάσεως ταύτης, η οποία ήτο σημείον αγώνων και διανομών σίτου, συνηθροίσθη όλος έμπροσθεν του Παλατίνου, ζητωκραυγάζων υπέρ του θείου Καίσαρος, όστις έπαιζε την στιγμήν εκείνην τους κύβους με τους αυλικούς του.

— Ναι, εδέησε να αναβάλω το ταξείδιόν μου, έλεγεν. Οι οφθαλμοί σας οι θνητοί ουδέν είδον, επειδή το θείον μένει αόρατον εις βεβήλους οφθαλμούς. Μάθετε όμως ότι εν τω ναώ η Εστία αυτή ηνωρθώθη πλησίον ρου και μου είπε μυστικώς: «Ανάβαλε την αποδημίαν σου».

Τούτο συνέβη τόσον έξαφνα, ώστε ετρόμαξα προς στιγμήν αλλά τώρα ευγνωμονώ τους θεούς διά την τόσον καταφανή προστασίαν των. Γνωρίζετε διατί οι άνθρωποι φοβούνται την Εστίαν περισσότερον από τας άλλας θεότητας; Εκυριεύθην από φόβον, εγώ ο ύπατος άρχιερεύς, ενθυμούμαι δε μόνον ότι ελιποψύχησα και θα έπιπτον κατά γης, εάν δε με υπεβάσταζε κάποιος. Ποίος ήτο;

— Εγώ, απήντησεν ο Βινίκιος.

— Α, συ; Διατί δεν ήλθες εις Βενεβέντον; Μοι είπον ότι ήσο ασθενής, και πράγματι είσαι καταβεβλημένος! Ήκουσα ότι ο Κρότων ήθελε να σε δολοφονήση. Είναι αληθές;

— Ναι, και μου έθραυσε τον ένα βραχίονα, αλλ' ημύνθην.

— Με τον βραχίονά σου τον θραυσμένον;

— Έτυχον βοηθείας παρά τίνος βαρβάρου ρωμαλαιοτέρου από τον Κρότωνα.

Ο Νέρων εφάνη έκπληκτος εις το άκουσμα τούτο.

— Ρωμαλαιοτέρου από τον Κρότωνα; Αστεΐζεσαι ίσως; Ο Κρότων ήτο ο ισχυρότερος πάντων και τώρα είναι ο Στύφαξ ο Αιθίοψ.

Σου λέγω, Καίσαρ, ότι τον είδα με τα μάτια μου.

— Πού άρα γε ευρίσκεται ο εξαίρετος ούτος άνθρωπος;

— Δεν ηξεύρω, Καίσαρ· τον έχασα.

— Αγνοείς και ποίας εθνικότητος είναι;

— Είχα τον βραχίονα σπασμένον και δεν εσκέφθην να τον ερωτήσω.

— Ζήτησέ μου τον.

— Θα φροντίσω εγώ περί αυτού, είπεν ο Τιγγελίνος.

Αλλ' ο Νέρων εξηκολούθει να ομιλή προς τον Βινίκιον:

— Σε ευχαριστώ που με υπεβάστασες· άνευ σου θα έπιπτον και θα εκτύπων άσχημα. Άλλοτε ήσο καλός εταίρος, αλλ' από του πολέμου, αφ' ότου υπηρέτησες υπό τον Κορβύλωνα, έγινες άγριος και σπανίως σε βλέπω πλέον.

Μετά βραχείαν σιωπήν επανέλαβε:

— Τι γίνεται εκείνη η κόρη . . . εκείνη η λιγνή . . . την οποίαν ηρωτεύεσο, και εγώ την αφήρεσα από τους Αούλους διά σε;

Ο Βινίκιος εταράχθη, αλλ' ο Πετρώνιος ευθύς τον εβοήθησε.

— Στοιχηματίζω, είπεν, άναξ, ότι την ελησμόνησε. Βλέπεις την ταραχήν του; Ερώτησέ τον πόσας άλλας είχεν έκτοτε και αμφιβάλλω αν θα δυνηθή να απαντήση εις την ερώτησίν σου. Οι Βινίκιοι είναι καλοί στρατιώται, αλλά ακόμη καλλίτεροι . . . . πετεινοί.

— Αχ, τι στενοχώρια! είπεν ο Νέρων. Η θέλησις της θεάς με έκαμε να μείνω εις Ρώμην, και δεν υποφέρω διόλου την Ρώμην μας. Θα αναχωρήσω εις Άντιον. Πνίγομαι εις τας στενάς αυτάς συνοικίας, εν μέσω των ετοιμορρόπων οικιών, εις τους δρομίσκους τους ρυπαρούς. Βρωμερός αέρας έρχεται έως εδώ και εις τους κήπους μου. Α! εάν σεισμός κατέστρεφε την Ρώμην, εάν Θεός τις εν τη οργή του την κατέρριπτεν εις κόνιν, θα σας εδείκνυον τότε πώς πρέπει να κτισθή μία πόλις, κεφαλή του κόσμου και καθέδρα μου.

— Καίσαρ, υπέλαβεν ο Τιγγελίνος, λέγεις: «Εάν Θεός τις εν τη οργή του κατέστρεφε την πόλιν», αυτό δεν είπες;

— Ναι. . Και έπειτα;

— Δεν είσαι Συ λοιπόν Θεός;

Ο Νέρων έσεισε τους ώμους με ύφος βεβαρυμένον, έπειτα εχασμουρήθη θέλων να δείξη ότι είχεν ανάγκην αναπαύσεως· οι αυλικοί τον απεχαιρέτισαν, ο είς μετά τον άλλον, και ο Πετρώνιος εξήλθε μετά του Βινικίου.

— Ιδού προσεκλήθης και συ εις την εορτήν, του είπεν. Ημείς, φίλε μου, αφού υπετάξαμεν τον κόσμον δικαιούμεθα και να διασκεδάζωμεν.

— Απορώ δι' έν μόνον πράγμα, ότι όλα αυτά δεν σε κουράζουν ακόμη, απήντησεν ο Βινίκιος.

— Ειξεύρεις πόθεν προέρχεται τούτο; Είμαι κουρασμένος από πολλού, αλλά δεν έχω την ηλικίαν σου. Άλλως τε έχω άλλας κλίσεις, αι οποίαι λείπουν από σε. Αγαπώ τα βιβλία, τα οποία συ δεν αγαπάς· αγαπώ την ποίησιν, την σκηνήν, τα αγγεία, τους τιμίους λίθους, έχω πόνους των νεφρών, τους οποίους συ δεν έχεις και τέλος έχω την Ευνίκην και συ ουδέν τοιούτον έχεις, θέλω να ζήσω μέχρι τελευτής του βίου μου φαιδρός και διασκεδάζων. Ενώ συ φαίνεται πώς θέλεις να αποστραφής από αυτά και . . .

— Θα έλεγε κανείς ότι φοβείσαι μη γίνω χριστιανός;

— Τέλος άφησέ τα τώρα αυτά και καλήν αντάμωσιν, χαίρε.

Ο Τιγγελίνος διά να αποζημιώση τον Νέρωνα διά το αναβληθέν ταξείδιόν του και να υπερισχύση όλων εκείνων, οίτινες μέχρι τούδε είχον οργανώση πανηγύρεις προς τιμήν του Καίσαρος, κατέβαλεν εξαιρετικάς προσπαθείας και φροντίδας όπως μεγαλοπρεπέστερον και πολυτελέστερον εορτασθώσιν αι διοργανωθησόμεναι εορταί.

Προς τον σκοπόν τούτον είχε πέμψει διαταγάς ίνα εκ των περάτων του κόσμου κομισθώσι ζώα, ιχθύες σπάνιοι, πτηνά και φυτά. Αι πρόσοδοι ολοκλήρων επαρχιών κατετρώγοντο εις τας προετοιμασίας ταύτας, αλλ' όσον δι' αυτό ολίγον τον έμελε.

Ο Τιγγελίνος δεν ηγαπάτο ίσως υπό του Νέρωνος τόσον όσον οι άλλοι αυλικοί, αλλά καθίστατο ημέρα τη ημέρα πλέον απαραίτητος.

Ο Τιγγελίνος βλέπων ότι δεν ηδύνατο να αμιλλάται ούτε με τον Πετρώνιον ούτε με τον Λουκιανόν ούτε με εκείνους, οίτινες διέπρεπον κατά την καταγωγήν των, ήθελε να τους υπερακοντίζη διά της δουλοπρεπείας και της αναπτύξεως μυθώδους πολυτελείας. Είχε στήση τας τραπέζας του συμποσίου εντός της λίμνης, επί σχεδίων γιγαντιαίων, κατασκευασμένων με επιχρύσους δοκούς. Ήτο ως μία φαντασμαγορική νησίς. Αι άκραι ήσαν κεκοσμημέναι με κογχύλας μεγαλοπρεπείς, ηλιευμένας εις την Ερυθράν θάλασσαν και εις τον Ινδικόν Ωκεανόν, με λόχμας εκ φοινίκων, λωτών και ρόδων, μεταξύ των οποίων είχον τοποθετήση αγάλματα θεών, κλωβούς χρυσούς ή αργυρούς πλήρεις πτηνών λαμπροτάτων και κρήνας εξ ων ανέβλυζον αρώματα.

Εις το κέντρον ηγείρετο σκηνή εκ πορφύρας, υποβασταζομένη υπό κιονίσκων αργυρών· υπό την σκιάδα ταύτην αι τράπεζαι αι ητοιμασμέναι διά τους συνδαιτυμόνας απέστιλβον εξ υαλικών της Αλεξανδρείας, εκ κρυστάλων και αγγείων, προϊόντων διαρπαγέντων εν Ιταλία, εν Ελλάδι και εν Μικρά Ασία. Η τεχνητή νήσος κατάμεστος από άνθη ήτο συνδεδεμένη διά πλεγμάτων χρυσών και πορφυρών, με ακάτια εν σχήματι ιχθύων και κύκνων εις τα οποία εκάθηντο ημίγυμνοι κωπηλάτριαι με σώματα εύγραμμα και μετέφερον εις την σχεδίαν τους κεκλημένους.

Όταν ο Νέρων μετά της Ποππέας και των Αυγουστιανών επέβη εις την κυρίως σχεδίαν και εκάθησεν υπό την σκιάδα την πορφυράν, τα ακάτια διωλίσθησαν, αι κώπαι έπληξαν το ύδωρ, και η σχεδία φέρουσα το συμπόσιον και τους κεκλημένους έπλευσε περιγράψασα κύκλον εις την επιφάνειαν της λίμνης. Μικρότεραι σχεδίαι την συνώδευον φέρουσαι κιθαρωδούς και αυλητρίας.

Ο Καίσαρ έχων εκ δεξιών την Ποππέαν, αριστερά δε τον Πυθαγόραν, εθαύμαζε και, όταν μεταξύ των ακατίων εκολύμβησαν φανταστικαί Σειρήνες, τότε εδαψίλευσεν επαίνους εις τον Τιγγελίνον.

Τέλος ήρχισαν να παραθέτωνται τα φαγητά και οι οίνοι εν αμυθήτω αφθονία.

Η ωραιότης του Βινικίου διεκρίνετο μεταξύ όλων των συνδαιτυμόνων. Αν και οι πόλεμοι και τελευταίως αι λύπαι και αι θλίψεις, με τας οποίας εποτίσθη εξ αφορμής του προς την Λίγειαν έρωτός του, τον κατέβαλον ολίγον, ήτο εν τούτοις συμπαθέστατος και όλων των γυναικών τα βλέμματα, μηδέ της Ποππέας εξαιρουμένης, προσηλούντο επάνω του.

Τα παγωμένα κρασιά πολύ γρήγορα εζέσταναν τας κεφαλάς των συνδαιτυμόνων. Η ημέρα εκείνη του Μαΐου ήτο εκτάκτως θερμή, καυστική μάλιστα.

Η λίμνη εκυμάτιζεν υπό την ρυθμικήν κίνησιν των κωπών. Ουδέ πνοή ανέμου ηκούετο, τα φύλλα ήσαν ακίνητα.

Η σχεδία έπλεε πάντοτε με το φορτίον της το αποτελούμενον εκ των συμποτών, οίτινες επί μάλλον και μάλλον εμεθύοντο και εθορύβουν.

Ήδη δεν διετηρείτο πλέον η τάξις, μεθ' ης είχον παρακαθήσει εις την τράπεζαν. Το παράδειγμα είχε δώσει αυτός ο Καίσαρ, όστις εγερθείς έλαβε την θέσιν του Βινικίου, ενώ ο Βινίκιος ευρέθη παραπλεύρως της Ποππέας, ήτις μετ' ολίγον έτεινε τον βραχίονα, παρακαλούσα αυτόν να τακτοποιήση τον πέπλον της. Η χειρ του τριβούνου έτρεμεν ολίγον· η Ποππέα έρριψε προς αυτόν βλέμμα ημιεντροπαλόν και ανέσεισε την κόμην την χρυσήν ως σημείον αρνήσεως.

Εν τω μεταξύ ο ήλιος ερυθρός κατήρχετο όπισθεν των τόξων των δένδρων και έδυεν. Οι πλείστοι των συνδαιτυμόνων ήσαν πλέον ζαλισμένοι. Όμιλοι ανθρώπων μετημφιεσμένων εις σατύρους έπαιζον εις την όχθην αυλούς Πανός, νεάνιδες δε προέκυπταν ενδεδυμέναι ως νύμφαι. Η εσπέρα εχαιρετίσθη με κραυγάς προς τιμήν της Σελήνης και αποτόμως χιλιάδες λύχνοι εφώτισαν τα άλση. Από τους γυναικωνίτας τους υψουμένους κατά μήκος της όχθης εξήλθε σμήνος φώτων, και αι σύζυγοι και αι θυγατέρες των πρώτων οικογενειών της Ρώμης περιέφεραν εν θριάμβω την γυμνότητά των. Διά φωνών και χειρονομιών εκάλουν τους συμπότας.

Η σχεδία επλησίασε τέλος εις την ξηράν. Ο Καίσαρ και οι αυγουστιανοί ώρμησαν εις τα άλση, κατέλαβαν τα νυμφεία, και επηκολούθησε παραφροσύνη γενική!

Κανείς δεν ήξευρε πλέον τι είχε γίνει ο Καίσαρ· κανείς δεν ήξευρε τις ήτο ο συγκλητικός, ο πολεμιστής, ο σχοινοβάτης ή ο μουσικός, όλοι εξισώθησαν. Οι σάτυροι κατεδίωκον μετά κραυγών τας νύμφας και έπληττον τας λυχνίας διά να τας σβύσουν. Μέρη τινά των αλσών εβυθίσθησαν εις το σκότος. Αλλ' ηκούοντο παντού κραυγαί διαπεραστικαί, γέλωτες· εδώ ψιθυρισμοί, εκεί πνοαί ασθματικαί και έκφυλοι.

Μόνος ο Βινίκιος δεν εμεθύσθη αρκετά, αλλά παν ό,τι συνέβαινε τον είχε θαμβώση. Ο πυρετός της ηδονής τον έκαιεν.

Ώρμησεν εις το δάσος, και έτρεξε μετά των άλλων, διά να εκλέξη μεταξύ των νυμφών, ότε παρετήρησε πομπήν τινα παρθένων οδηγουμένην υπό μιας Αρτέμιδος· έτρεξε προς το μέρος των διά να ίδη πλησιέστερον την θεάν, αλλ' η καρδία του έπαυσεν αποτόμως να πάλλη. Του εφάνη ότι εγνώρισε την Λίγειαν εις την μορφήν της θεάς εκείνης της εικονιζούσης την Αρτέμιδα.

Εκείναι τον περιεκύκλωσαν χοροπηδούσαι, έπειτα δε έφυγον, ως αγέλη αιγών.

Και μ' όλον ότι η Άρτεμις εκείνη δεν ήτο η Λίγεια, ούτε καν της ωμοίαζεν, αυτός έμεινεν εκεί, πνιγόμενος υπό της συγκινήσεως. Ησθάνθη αιφνιδίως άπειρον θλίψιν διότι ευρίσκετο μακράν της Λιγείας. Ησθάνετο προς τα όργια εκείνα αποστροφήν και αηδίαν. Η αισχύνη τον έπνιγεν· εχρειάζετο αήρ εις το στήθος του.

Εδοκίμασε να προχωρήση ολίγα βήματα και είδε να ορθούται ενώπιόν του γυναικεία βαθύπεπλος μορφή. Δύο χείρες έψαυσαν τους ώμους του και διάπυρος φωνή εψιθύρισε:

— Σε αγαπώ!. . Έλα! Κανείς δεν θα μας ιδή· σπεύσε.

Ο Βινίκιος εξύπνησεν ως εξ ονείρου.

— Ποία είσαι;

Αλλ' εκείνη συνθλιβομένη επάνω του επέμενε:

— Μάντευσε.

Περιέβαλε με τους βραχίονάς της τον λαιμόν του Βινικίου και διά μέσου του πέπλου της εκόλλησαν τα χείλη της επί των χειλέων του. «Νυξ έρωτος! Νυξ τρέλλας!» είπε πνευστιώσα. «Απόψε όλα επιτρέπονται· είμαι ιδική σου».

Αλλά το φίλημα εκείνο υπήρξε δι' αυτόν νέα αηδία.

Η ψυχή του και η καρδία του ήσαν αλλού και εις τον κόσμον τίποτε άλλο δι' αυτόν δεν υπήρχεν ειμή η αγνή Λίγεια.

Την απώθησε και της είπε:

— Όποια και αν είσαι, αγαπώ άλλην και δεν σε θέλω.

Αλλ' εκείνη κλίνουσα προς αυτόν την κεφαλήν είπε:

— Σήκωσε τον πέπλον μου . . .

Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη θόρυβος πλησιάζοντος ανθρώπου η πεπλοφόρος έφυγεν, αλλ' ηκούσθη μεμακρυσμένος ο γέλως της, ο αλλόκοτος και μοχθηρός.

Ο Πετρώνιος εφάνη.

— Ήκουσα και είδα, είπεν.

— Ας φύγωμεν απ' εδώ, του είπεν ο Βινίκιος.

Υπερέβησαν τα νυμφεία τα περίλαμπρα, το άλσος, την ζώνην των εφίππων πραιτοριανών και έφθασαν εις τα φορεία των.

— Θα σε συνοδεύσω εις την οικίαν σου, είπεν ο Πετρώνιος.

Ανέβησαν εις το φορείον και εσιώπων καθ' οδόν μέχρις ότου έφθασαν εις τον οίκον του Βινικίου.

— Εξεύρεις ποία ήτο; ηρώτησεν ο Πετρώνιος.

— Η Ρουβρία;

— Όχι.

— Τότε ποία;

Ο Πετρώνιος χαμηλοφώνως είπε:

— Το πυρ της Εστίας εβεβηλώθη· η Ρουβρία ήτο μετά του Καίσαρος.

— Αλλ' εκείνη που μου εφορτώθη ποία ήτο;

— Ήτο η θεία Αυγούστα.

Βραχεία σιωπή επηκολούθησεν.

— Ο Καίσαρ, είπεν ο Πετρώνιος, δεν ηδυνήθη να κρύψη ενώπιόν της την σφοδράν επιθυμίαν του να λάβη την Ρουβρίαν και ίσως αύτη ηθέλησε να εκδικηθή. Ευτυχώς δεν την ανεγνώρισες την Αυγούσταν, διότι αν αναγνωρίζων αυτήν την απώθεις, θα εχάνεσο αφεύκτως και συ και η Λίγεια και εγώ ίσως.

Ο Βινίκιος εξέσπασεν:

— Εβαρύνθην πλέον την Ρώμην, τον Καίσαρα, τας εορτάς, την Αυγούσταν, τον Τιγγελίνον και σας όλους! Πνίγομαι!

— Χάνεις τον νουν σου· χάνεις πάσαν κρίσιν και παν μέτρον, Βινίκιε!

— Μόνον την Λίγειαν αγαπώ εις τον κόσμον, δεν θέλω άλλην αγάπην· δεν θέλω τον ιδικόν σας τρόπον του ζην, τα συμπόσιά σας, τα όργιά σας και τας κακουργίας σας!

— Τι έχεις τέλος; Είσαι λοιπόν χριστιανός;

— Όχι ακόμη, φευ! Όχι δεν είμαι άξιος ακόμη.

Ο Πετρώνιος επέστρεψεν εις την οικίαν του, υψών τους ώμους και λίαν δύσθυμος, συλλογιζόμενος τα του Βινικίου. Ο πεπειραμένος αυτός σκεπτικιστής είδεν ότι είχε χάση την κλείδα της ψυχής εκείνης του ανεψιού του. Εσκέπτετο ότι εάν επετύγχανε παρά του Καίσαρος διάταγμα απελαύνον εκ Ρώμης τους χριστιανούς, η Λίγεια θα έφευγεν από την πόλιν μαζί με τους άλλους λάτρεις του Χριστού και ο Βινίκιος θα εσώζετο. Ήτο δυνατόν όμως το πράγμα τούτο;

Τέλος, τρείς ημέρας μετά το συμπόσιον ο Νέρων απεφάσισε να αναχωρήση εις το Άντιον και ο Πετρώνιος έπρεπε να τον ακολουθήση. Έσπευσεν αμέσως να πληροφορήση τον Βινίκιον περί τούτου, του έδειξε δε και τον κατάλογον των κεκλημένων εις Άντιον, τον οποίον απελεύθερός τις του Καίσαρος τω είχε κομίση την πρωίαν.

— Το όνομά μου είνε εδώ μέσα γραμμένον, είπε· και το ιδικόν σου επίσης.

— Εάν δεν ήμην μεταξύ των κεκλημένων, απήντησεν ο Πετρώνιος, έπρεπε να περιμένω την θανατικήν καταδίκην μου και δεν την περιμένω προ της αποδημίας εις την Αχαΐαν. Θα είμαι εκεί πάρα πολύ ωφέλιμος εις τον Νέρωνα. Η πρόσκλησις αύτη είναι διαταγή.

— Και αν κανείς παρήκουε;

— Θα ελάμβανε πρόσκλησιν άλλου είδους, να εκκινήση εις δρόμον πολύ μακρότερον, διά ταξείδιον από το οποίον δεν επιστρέφουν ποτέ· ιδού λοιπόν, είσαι ηναγκασμένος να έλθης εις Άντιον.

— Είμαι ηναγκασμένος να υπάγω εις Άντιον . . . Βλέπεις εις ποίους καιρούς ζώμεν . . . είμεθα αγενείς δούλοι!

— Αργά το ενόησες, Βινίκιε.

— Όχι, αλλά, βλέπεις, εζήτησες να μου αποδείξης ότι η διδασκαλία η χριστιανική ήτο εχθρά της ζωής, ότι εδέσμευε τους ανθρώπους. Δύνανται να υπάρχουν βαρύτεραι αλύσεις από αυτάς, τας οποίας ημείς φέρομεν; Αλλ' ας ομιλήσωμεν περί σοβαρωτέρων πραγμάτων. Διηγήθην εις το Παλατίνον ότι ήσο ασθενής· εν τοσούτω το όνομά σου ευρίσκεται εις τον κατάλογον, όπερ αποδεικνύει ότι υπάρχει τις όστις δεν με επίστευε και όστις εχρησιμοποίησε την επιρροήν του διά να σε εγγράψη. Διά τον Νέρωνα δεν είσαι ειμή στρατιωτικός, με τον οποίον δύναταί τις να ομιλή περί ιπποδρομιών το πολύ και όστις δεν έχει καμμίαν ιδέαν περί ποιήσεως και μουσικής. Εάν το όνομά σου είναι γραμμένον εις τον κατάλογον, εις την Ποππέαν οφείλεις αυτήν την τιμήν και τούτο σημαίνει ότι το πάθος της δεν είναι ιδιοτροπία παροδική· θέλει να σε κατακτήση.

— Είναι τολμηρά η Αυγούστα!

— Τολμηρά βεβαίως. Είθε η Αφροδίτη να της εμπνεύση άλλον έρωτα το ταχύτερον! Αλλ' εν όσω σε ποθεί, οφείλεις να είσαι συνετός. Ο Χαλκοπώγων αρχίζει να βαρύνεται την Ποππέαν, αλλά και μόνον αν υπωπτεύετό τι και συ και εκείνη είσθε χαμένοι.

— Εις το άλσος δεν ήξευρα ότι ήτο αυτή· ήκουσες δε τι της απεκρίθην, ότι άλλην αγαπώ και δεν ήθελα αυτήν.

— Τι θα χάσης πάλιν συ; Θα σε εμποδίση τούτο να αγαπάς την Λίγειάν σου; Ενθυμήσου επί πλέον ότι η Ποππέα την είχεν ιδεί εις το Παλατίνον και ότι δεν θα της είναι δύσκολον να υποπτεύση προς χάριν τίνος περιφρονείς τόσον ανεκτίμητον εύνοιαν. Και τότε διά να εκδικηθή θα την ανεύρη όπου και αν είναι κρυμμένη και θα προξενήσης όχι μόνον τον όλεθρόν σου, αλλά και της Λιγείας τον όλεθρον· καταλαμβάνεις;

Ο Βινίκιος ήκουεν ως να ήτο αλλού ο νους του. Τέλος είπεν:

— Ανάγκη να την ίδω.

— Ποίαν; Την Λίγειαν: Ηξεύρεις πού είναι;

— Όχι.

— Τότε θα ξαναρχίσης να την ζητής εις τα παλαιά νεκροταφεία και εις την Τραντισβέρην;

— Δεν ηξεύρω, αλλά πρέπει να την ίδω.

— Καίτοι χριστιανή, θα φανή ίσως λογικωτέρα από σε και μάλιστα εάν δεν θέλη να σου προξενήση κακόν.

— Εκείνη δεν με έσωσεν από τα χέρια του Ούρσου;

— Εάν ούτως έχη, σπεύσον· διότι ο Χαλκοπώγων δεν θα βραδύνη να αναχωρήση. Από το Άντιον δύναταί τις να εκδώση αποφάσεις εις θάνατον, όπως και απ' εδώ.

Ο Βινίκιος εσκέπτετο με τι μέσον θα ίδη την Λίγειαν.

Εν τω μεταξύ τούτω, ο Χίλων έφθασεν όλως απροόπτως. Ενεφανίσθη άθλιος και ρακένδυτος, αλλ' επειδή οι δούλοι είχον άλλοτε διαταχθή να τον αφίνουν να εισέρχεται εις πάσαν ώραν της ημέρας και της νυκτός, δεν ετόλμησαν να του εμποδίσουν την δίοδον. Εκείνος εισήλθε κατ' ευθείαν εις το άτριον και σταθείς ενώπιον του Βινικίου είπε:

— Οι θεοί να σου δώσουν την αθανασίαν και να μοιράσουν μαζί σου την κυριαρχίαν του κόσμου!

Κατ' αρχάς ο Βινίκιος ηθέλησε να τον εκδιώξη. Αλλ' ίσως ο Έλλην εγνώριζε κάτι περί της Λιγείας, και η περιέργεια κατενίκησε την αηδίαν.

— Συ είσαι, Χίλων; τι γίνεσαι και πόθεν έρχεσαι; ηρώτησεν ο Βινίκιος.

— Δεν πάνε καλά η δουλιές μου, απήντησεν ο Χίλων· Αυθέντα, όσα μου έδωκες τα εδαπάνησα αγοράσας βιβλία. Έπειτα με έκλεψαν, με κατέστρεψαν, η γυνή ήτις αντέγραψε τα μαθήματά μου έφυγεν αποκομίζουσα και τα χρήματα τα οποία μου είχαν μείνει. Είμαι δυστυχής, αυθέντα, και εις ποίον να καταφύγω ειμή εις σε, τον οποίον αγαπώ και λατρεύω και διά τον οποίον εκινδύνευσα την ζωήν μου!

— Τι ήλθες να ζητήσης και τι φέρεις;

— Επικαλούμαι την βοήθειάν σου, Βάαλ, και σου φέρω την αθλιότητά μου, τα δάκρυά μου, την αγάπην μου, — επίσης φέρω και νέα τα οποία περισυνέλεξα προς χάριν σου. Γνωρίζω πού μένει η θεία Λίγεια, θα σου δείξω, αυθέντα, τον δρομίσκον και την οικίαν . . . .

— Πού;

— Εις του Λίνου, του πρεσβυτέρου των χριστιανών ιερέως. Εκεί ευρίσκεται μαζί με τον Ούρσον, όστις πηγαίνει, όπως και άλλοτε, εις ενός μυλωθρού, Δημά . . . ναι, του Δημά! . . . Ο Ούρσος εργάζεται την νύκτα· επομένως εάν πολιορκήσωμεν την οικίαν εν καιρώ νυκτός, δεν θα τον συναντήσωμεν εκεί . . . . Ο Λίνος είναι γέρων . . . Και εκτός αυτού δεν υπάρχουν ειμή δύο γραίαι εις την οικίαν. Ω κύριε! κύριε! από σε και μόνον εξαρτάται ίνα την νύκτα ταύτην ευρίσκεται εδώ μία μεγαλόψυχος βασίλισσα.

Το αίμα ανέβη εις την κεφαλήν του Βινικίου, και ο πειρασμός τον συνεκλόνιζεν ολόκληρον. Η επιθυμία του να την αποκτήση εκορυφώθη και εσκέπτετο: «Αν η Λίγεια έλθη εις την οικίαν μου, τις θα μου την αρπάση; Αν η Λίγεια εγίνετο παλλακίς μου, τι άλλο θα πράξη, ειμή να μείνη διά πάντοτε; Ας χαθούν όλα τα δόγματα! Τι με μέλλει διά τους χριστιανούς με την ευσπλαγχνίαν των και με την πίστιν των; Δεν είναι καιρός να ξαναρχίσω να ζω όπως όλος ο κόσμος; Όσον αφορά το τι θα πράξη κατόπιν η Λίγεια, πώς θα συμβιβάση την νέαν τύχην της με το δόγμα της, είναι πράγμα δευτερεύον και άνευ σημασίας. Προ παντός θα γίνη ιδική μου, και σήμερον μάλιστα. Τι υπήρξεν η ζωή μου; μία αλγηδών, έν πάθος ακόρεστον και μία συνήχεια ζητημάτων άλυτων. Όταν αποκτήσω την Λίγειαν, όλα θα διακοπούν και όλα θα τελειώσουν».

Αλλά κατόπιν ενεθυμήθη ότι της ωρκίσθη πώς δεν θα κινήση πλέον την χείρα κατ' αυτής.

Αλλ' εις τι είχεν ορκισθή; Άλλως τε εάν εκείνη ησθάνετο προσβεβλημένην εαυτήν, θα την ενυμφεύετο και εξήλειφεν ούτω το αδίκημά του.

Ναι, ησθάνετο ότι είχεν υποχρέωσιν εις τούτο, επειδή εις εκείνην ώφειλε την ζωήν του! Και τότε ενεθυμήθη την ημέραν όποτε, μετά του Κρότωνος, είχεν εισχωρήσει εις το άσυλον εκείνο, ανεπόλησε την πυγμήν του Ούρσου την υψωθείσαν κατά της κεφαλής του και παν ότι επηκολούθησεν. Την είδε κύπτουσαν επί της κλίνης του, ενδεδυμένην ως δούλην ωραίαν, ως θεάν επουράνιον: Οι οφθαλμοί του εστράφησαν ακουσίως προς το λάβαρον και προς τον μικρόν εκείνον σταυρόν, τον οποίον του είχε δώσει όταν τον εγκατέλιπε. Θα ανταμείψη λοιπόν πάντα ταύτα διά νέας αρπαγής; Και ησθάνθη αιφνιδίως ότι δεν ήρκει να την έχη πλησίον του. Ευλογημένη θα είνε η κατοικία εκείνη εάν η Λίγεια εισέλθη εις αυτήν εκουσίως. Ευλογημένη η στιγμή εκείνη, ευλογημένη η ζωή; Αλλά να την αρπάση διά της βίας θα ήτο το ίδιον ως να την εφόνευε διά παντός την ευτυχίαν εκείνην και συγχρόνως ως να κατέστρεφε και καθίστα μισητόν παν ό,τι πολύτιμον και προσφιλέστερον υπάρχει εις την ζωήν.

Επί μόνη τη σκέψει ταύτη είχεν ήδη καταληφθή υπό φρίκης. Προσέβλεψε τον Χίλωνα, όστις, εξετάζων αυτόν διά του βλέμματος, είχε περάσει την χείρα υπό τα ράκη του και εξύετο ανησύχως.

Ησθάνθη ακατανίκητον αηδίαν και την επιθυμίαν να καταπατήση τον πάλαι συνένοχόν του, όπως καταπατεί τις όφιν φαρμακερόν. Και επειδή δεν ηδύνατο να συγκρατηθή, ηκολούθησε την ώθησιν της τρομεράς ρωμαϊκής του φύσεως και στραφείς προς τον Χίλωνα:

— Δεν θα πράξω εκείνο, το οποίον με συμβουλεύεις, αλλά διά να μη φύγης χωρίς να λάβης την αμοιβήν, της οποίας είσαι άξιος, θα διατάξω να σου δώσουν τριακόσιους ραβδισμούς εις τα εργαστήρια των δούλων μου.

Ο Χίλων είχε γίνη πελιδνός. Εις τα ωραία χαρακτηριστικά του Βινικίου είχεν αποτυπωθή μία ψυχρά οργή. Ο Έλλην έπεσε γονυκλινής και κυρτωθείς ήρχισε να οιμώζη με φωνήν διάκοπτομένην:

— Πώς; Διατί; . . . Αυθέντα! Διατί! . . . Πυραμίς χάριτος! Κολοσσέ ελέους! διατί; . . . Είμαι γέρων πειναλέος, άθλιος . . . Σε υπηρέτησα . . . Ούτως ευγνωμονείς προς εμέ;

— Όπως συ προς τους χριστιανούς, απήντησεν ο Βινίκιος.

Και εκάλεσε τον επιστάτην.

Ο Χίλων έδραξε σπασμωδικώς τα γόνατα του Βινικίου και με το πρόσωπον κάτωχρον.

— Δέσποτα! δέσποτα! .. Είμαι γέρων . . . Πεντήκοντα ραβδισμοί αρκούν . . . Εκατόν, όχι τριακοσίους! Έλεος! Έλεος!

Ο Βινίκιος τον απώθησε και έδωκε την διαταγήν. Εν ριπή οφθαλμού δύο ρωμαλέοι δούλοι ήρπασαν τον Χίλωνα από τα μαλλιά, τα οποία του απέμεναν, του περιεκάλυψαν την κεφαλήν με τα ίδια ράκη του και τον έσυραν εις το εργαστήριον.

— Δι' όνομα του Χριστού! εκραύγασεν ο Χίλων εκ της θύρας του διαδρόμου.

Ο Βινίκιος έμεινε μόνος. Η διαταγή, την οποίαν είχε δώσει, τον είχεν ερεθίσει και εμψυχώσει. Προσεπάθει τώρα να συνενώση και ταξινομήση τας συγκεχυμένας ιδέας του. Ησθάνετο ανακούφισιν και η νίκη, την οποίαν είχε καταγάγει καθ' εαυτού, τον επλήρου θάρρος. Του εφαίνετο ότι είχε κάμη μέγα βήμα διά να προσεγγίση εις την Λίγειαν και ότι θα αντημείβετο ούτως ή άλλως.

— Όχι δεν θα του αποδώσω κακόν αντί καλού και αργότερα, όταν μάθη πώς εφέρθην προς εκείνον, όστις με παρώτρυνε να φέρω χείρα εναντίον της, θα με ευγνωμονή.

Εν τούτοις εσκέπτετο, εάν η Λίγεια επεδοκίμαζε την προς τον Χίλωνα διαγωγήν του. Το δόγμα, το οποίον επρέσβευεν εκείνη, δεν διέτασσε την συγγνώμην; Οι χριστιανοί είχον συγχωρήση τον άθλιον, και είχον πολύ σοβαρωτέρας αφορμάς διά να τον εκδικηθούν. Η κραυγή του Χίλωνος, «δι' όνομα του Χριστού!» αντήχησεν εις την ψυχήν του.

Ενεθυμήθη ότι δι' ομοίας κραυγής ο Χίλων είχεν απαλλαγή από τας χείρας του Λιγειέως, και απεφάσισε να του χαρίση το υπόλοιπον της ποινής.

Με την σκέψιν ταύτην ητοιμάζετο να καλέση τον επιστάτην, οπότε ούτος παρουσιάσθη μόνος λέγων:

— Αυθέντα, ο γέρων ελιποθύμησε και ίσως είναι νεκρός. Πρέπει να εξακολουθήσω την μαστίγωσιν;

— Ας τον επαναφέρουν εις τας αισθήσεις του και ας τον φέρουν εδώ.

Ο Αρχιτρίκλινος εξηφανίσθη όπισθεν του παραπετάσματος της θύρας, αλλά θα ήτο πολύ δύσκολον να εμψυχωθή ο Έλλην, και ο Βινίκιος ήρχισε να αδημονή, οπότε οι δούλοι εισήγαγον τον Χίλωνα, και εις έν νεύμα απεσύρθησαν.

Ο Χίλων ήτο λευκός ως πανίον, και κατά μήκος των κνημών του ρανίδες αίματος έρρεον μέχρι του μωσαϊκού του ατρίου. Και πεσών εις τα γόνατα:

— Σε ευχαριστώ, αυθέντα! είσαι ελεήμων και μέγας.

— Σκύλλε, είπεν ο Βινίκιος, μάθε ότι σε εσυγχώρησα χάριν του Χριστού, εις τον οποίον και εγώ οφείλω την ζωήν.

— Αυθέντα! θα τον υπερετήσω, Εκείνον και σε.

— Σιώπα και άκουσον. Σήκω! θα έλθης μαζί μου και θα μου δείξης την οικίαν όπου μένει η Λίγεια.

— Αυθέντα, πεινώ πολύ, θα έλθω! Αυθέντα, αι δυνάμεις μου λείπουν. Διάταξε να μου δώσουν τουλάχιστον τα υπολείμματα του πιάτου του σκύλλου σου και θα έλθω! . . .

Ο Βινίκιος διέταξε να του δώσουν να φάγη και του εδώρησε χρυσούν νόμισμα, και μανδύαν. Αλλ' ο Χίλων, τον οποίον οι ραβδισμοί και η πείνα είχον εξασθενίσει, δεν ηδυνήθη να βαδίση και μετά το γεύμα εκείνο, αν και εφοβείτο μήπως ο Βινίκιος εξελάμβανε την αδυναμίαν του ως αντίστασιν.

— Μόνον ο οίνος ας με αναθερμάνη, επανελάμβανε κροτών τους οδόντας, και πάραυτα θα δυνηθώ να βαδίσω, θα υπάγω μάλιστα μέχρι του κέντρου της Ελλάδος.

Ότε ανέλαβε τας δυνάμεις του, εξήλθεν.

Η οδός ήτο μακρά.

Ο Λίνος κατώκει, όπως οι πλείστοι των χριστιανών, εις την Τρανστιβέρην, όχι μακράν της οικίας της Μαριάμ. Ο Χίλων έδειξε τέλος εις τον Βινίκιον μικράν μεμονομένην οικίαν, περιβαλομένην υπό τοίχου κισσοφυούς.

— Εκεί, αυθέντα.

— Καλά, είπεν ο Βινίκιος. Τώρα πήγαινε, αλλά πρώτον άκουσον του· λησμόνησε ότι με υπηρέτησες· λησμόνησε πού κατοικούν η Μαριάμ ο Πέτρος και ο Γλαύκος· λησμόνησε επίσης την οικίαν αυτήν και όλους τους χριστιανούς, θα έρχεσαι κάθε μήνα να βλέπης τον απελεύθερόν μου Δημάν, ο οποίος θα σου δίδη δύο χρυσά νομίσματα. Αλλ' εάν εξακολουθήσης να κατασκοπεύης τους χριστιανούς, θα διατάξω να σε μαστιγώσουν μέχρι θανάτου ή θα σε παραδώσω εις τον πραίτωρα της πόλεως.

Ο Χίλων υπεκλίθη και είπε:

— Θα λησμονήσω.

Αλλά ότε ο Βινίκιος έγεινεν άφαντος εις την καμπήν της μικράς οδού, εκείνος έτεινε τον γρόνθον προς το μέρος εκείνο και ανέκραξε:

— Μα την Άτην και όλας τας Εριννύας! δεν θα λησμονήσω!

ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ Ζ'.

Κατ' ευθείαν ο Βινίκιος μετέβη εις την οικίαν όπου κατώκει η Μαριάμ. Ο Τριβούνος την εχαιρέτησε μετ' ευπροσηγορίας.

Εν τη οικία, εκτός της Μαριάμ και του υιού της Ναζαρίου, εύρε τον Πέτρον, τον Γλαύκιον, τον Κρίσπον, καθώς και τον Παύλον τον Ταρσέα, προσφάτως επανελθόντα εκ Φριγγέλης.

Εις την θέαν του Βινικίου, η έκπληξις εζωγραφίσθη εις τα πρόσωπα όλων

— Σας χαιρετώ εις το όνομα του Χριστού, τον οποίον τιμάτε.

— Ας είναι δοξασμένον το όνομά του εις πάντας τους αιώνας!

— Εγνώρισα τας αρετάς σας και εδοκίμασα την καλωσύνην σας· διά τούτο έρχομαι ως φίλος.

— Και ημείς θα σε δεχθώμεν ως φίλον, απεκρίθη ο Πέτρος. Κάθησε, άρχων, και λάβε μέρος εις το δείπνόν μας· είσαι ξένος μας.

— Θα μετάσχω του δείπνου σας· αλλά προηγουμένως ακούσατέ με. Συ, Πέτρε, και συ Παύλε Ταρσεύ, θέλω να έχετε απόδειξιν της ειλικρινείας μου. Ειξεύρω πού είναι η Λίγεια· ήμην προ ολίγου έμπροσθεν της οικίας του Λίνου, εδώ πλησίον. Έχω επ' αυτής τα δικαιώματα τα οποία μου απένειμεν ο Καίσαρ, και έχω εις τας διαφόρους οικίας μου πεντακοσίους περίπου δούλους· θα ηδυνάμην λοιπόν να περικυκλώσω το άσυλόν της και να την αρπάσω, και όμως δεν το έπραξα ούτε θα πράξω τούτο.

— Και διά τούτο η ευλογία του Κυρίου θα απλωθή επί σου, και η καρδία σου θα καθαρισθή είπεν ο Πέτρος.

— Άλλοτε, πριν ευρεθώ μεταξύ υμών βεβαίως, θα την άρπαζα και θα την εκράτουν διά της βίας, αλλ' αι αρεταί σας, η διδασκαλία σας, αν και δεν την πρεσβεύω, ήλλαξαν κάτι εν τη ψυχή και δεν τολμώ πλέον να καταφύγω εις την βίαν. Αποτείνομαι λοιπόν προς σας, οίτινες αναπληρούτε τον πατέρα και την μητέρα της Λιγείας και σας λέγω: «Δώσατέ μου αυτήν ως σύζυγον και σας ορκίζομαι ότι όχι μόνον δεν θα της απαγορεύσω να πρεσβεύη τον Χριστόν, αλλ' ότι θα αρχίσω και εγώ να μελετώ το δόγμα της.

Ωμίλει με την κεφαλήν υψηλά και με φωνήν αποφασιστικήν.

Εν τούτοις ήτο συγκεκινημένος και αι κνήμαι του έτρεμον υπό τον μανδύαν του τον σφιγκτόν εις την οσφύν. Σιγή υπεδέχθη τους λόγους του· κατόπιν, ως διά να προλάβη απάντησιν δυσμενή, εξηκολούθησεν:

— Ηξεύρω ποία είναι τα εμπόδια, αλλά την αγαπώ ως την κόρην των οφθαλμών μου και μολονότι δεν είμαι ακόμη Χριστιανός, δεν είμαι εχθρός σας, ούτε εχθρός του Χριστού. Άλλος τις θα σας έλεγεν ίσως: «Βαπτίσατέ με!» Εγώ σας επαναλαμβάνω: «Διαφωτίσατέ με!» Πιστεύω ότι ο Χριστός ηγέρθη εκ νεκρών, διότι εκείνοι οίτινες βεβαιούν τούτο είναι άνθρωποι ζώντες εν αληθεία και οίτινες τον είδον ζώντα μετά θάνατον. Πιστεύω, επειδή το εδοκίμασα μόνος, ότι το κήρυγμά σας γεννά την αρετήν, την δικαιοσύνην, την ευσπλαγχνίαν και όχι τας κακουργίας, δι' ας σας κατηγορούν. Η διδασκαλία σας μετέβαλε κάτι τι εντός μου.

Αι οφρύς του συνεσπάσθησαν και ερύθημα ανήλθεν εις τας παρειάς του· έπειτα εξηκολούθησε ταχύτερον ομιλών μετ' αυξανούσης συγκινήσεως.

— Το βλέπετε! Βασανίζομαι και από τον έρωτά μου και από την αμφιβολίαν. Όταν σκέπτομαι ότι η Λίγεια είναι καθαρά ως η χιών των ορέων, την αγαπώ περισσότερον, και όταν σκέπτομαι ότι υπάρχει τοιαύτη χάρις εις την διδασκαλίαν σας, αγαπώ την διδασκαλίαν ταύτην και θέλω να την γνωρίσω! Μου είπαν ότι η θρησκεία σας εις ουδέν λογίζεται την ζωήν, ούτε τας ανθρωπίνους ηδονάς, ούτε την ευτυχίαν, ούτε τους νόμους ούτε την ρωμαϊκήν ισχύν. Είναι αληθές τούτο; Μου είπαν μάλιστα ότι είσθε μωροί . . .Ειπέτε μου τι κηρύττετε; Είνε αμαρτία να αγαπά κανείς ή να δοκιμάζη την χαράν ή να θέλη την ευτυχίαν; Είσθε εχθροί της ζωής; Πρέπει να παραιτηθώ της Λιγείας; Ποία είναι η αλήθειά σας; Αι πράξεις σας και οι λόγοι σας είναι καθαροί ως διαυγές ύδωρ, αλλά τι είναι εις το βάθος του ύδατος τούτου; Μου είπαν ακόμη ότι η Ελλάς εγέννησε την σοφίαν και το κάλλος, η Ρώμη παρήγαγε την ισχύν, αλλ' αυτοί τι κύπτουν; τότε, ειπέτε μοι, τι κηρύττετε; Εάν όπισθεν της θύρας σας ευρίσκεται το φως, ανοίξατέ μου!

Ο Πέτρος είπεν:

— Ημείς φέρομεν την αγάπην.

Και ο Παύλος ο Ταρσεύς προσέθηκεν:

— Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.

Η καρδία του γηραιού Πέτρου είχε συγκινηθή υπό της ψυχής ταύτης της βασανιζομένης, ήτις, ως πτηνόν κλεισμένον εν κλωβώ, εξώρμα προς τον ήλιον. Έτεινε τας χείρας προς τον Βινίκιον και είπεν:

— Κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν. Η χάρις του Κυρίου είναι μετά σου· σε ευλογώ λοιπόν, σε και την ψυχήν σου και την αγάπην σου, εν ονόματι του Λυτρωτού!

Ο Βινίκιος ακούσας τας λέξεις ταύτας της ευλογίας ώρμησε προς τον Πέτρον, και ο απόγονος αυτός των Κυριτών, όστις προσφάτως ακόμη δεν ήθελε να αναγνωρίζη πάντα ξένον ως άνθρωπον, έλαβε τας χείρας του γέροντος Γαλιλαίου και τας έθλιψεν ευγνωμόνως εις τα χείλη του.

Ο Πέτρος εχάρη, εννοήσας ότι το αλιευτικόν του δίκτυον είχε συλλάβη μίαν ψυχήν επί πλέον, και οι παρεστώτες ανέκραξαν μια φωνή:

— Δόξα εν Υψίστοις Θεώ!

Ο Βινίκιος ύψωσεν ακτινοβόλον το πρόσωπον.

Βλέπω, είπεν, ότι η ευτυχία δύναται να παραμένη μεταξύ σας, επειδή αισθάνομαι εμαυτόν ευτυχή, και υποθέτω ότι θα με πείσετε να δεχθώ την διδασκαλίαν σας. Αλλ' ο Καίσαρ απέρχεται εις Άντιον, και οφείλω να τον ακολουθήσω. Ειξεύρετε ότι, αν παρακούση τις, κρίνεται άξιος θανάτου. Αλλ' εάν θέλετε, έλθετε μετ' εμού ίνα μου διδάξετε την αλήθειαν ταύτην. Εκεί θα είσθε εν ασφαλεία και θα δυνηθήτε να διαδώσετε την αλήθειαν και εις την αυλήν του Καίσαρος. Έχω μίαν έπαυλην εις Άντιον, όπου θα συνερχώμεθα μακράν του Καίσαρος διά να ακροώμεθα την διδασκαλίαν σας.

Εκείνοι ανελογίζοντο μετά χαράς την νίκην του κηρύγματός των και την απήχησιν, την οποίαν θα είχεν ανά τον εθνικόν κόσμον ο εκχριστιανισμός ενός άρχοντος, απογόνου μιας των αρχαιοτέρων οικογενειών της Ρώμης. Ο Πέτρος είχε μέγα στάδιον διά το κήρυγμά του εν Ρώμη, και δεν είχε καιρόν διά να αναχωρήση· διά τούτο ο Παύλος συγκατένευσε να συνοδεύση τον νεαρόν τριβούνον εις Άντιον.

Καίτοι ο Βινίκιος εθλίβη, διότι ο Πέτρος, προς τον οποίον ησθάνετο τόσην ευγνωμοσύνην, δεν ηδύνατο να έλθη μετ' αυτού, ηυχαρίστησεν εγκαρδίως, έπειτα δε εστράφη προς τον γηραιόν απόστολον διά να τω απευθύνη μίαν τελευταίαν αίτησιν.

— Αφού γνωρίζω την κατοικίαν της Λιγείας, είπε, θα ηδυνάμην να υπάγω μόνος μου να την εύρω και να την ερωτήσω, αν θα με δεχθή ως σύζυγον, όταν η ψυχή μου γίνη χριστιανή· αλλά προτιμώ να παρακαλέσω σε, απόστολε, να μου επιτρέψης να την ίδω, να με οδηγήσης συ αυτός προς εκείνην. Ας την ίδω πριν αναχωρήσω, ας μάθω από το στόμα της αν θα λησμονήση το κακόν, το οποίον της έκαμα, και αν θα θελήση να γίνη σύντροφος της ζωής μου.

Ο Πέτρος εμειδίασε μετ' αγαθότητος:

— Και ποίος θα σου αρνηθή την λογικήν αυτήν ευχαρίστησιν, τέκνον μου;

Έπειτα έστειλε την Μαριάμ να ζητήση την Λίγειαν, συστήσας εις αυτήν να μη είπη ποίος ευρίσκετο μεταξύ των.

Η απόστασις ήτο μικρά.

Μετ' ολίγον οι παριστάμενοι είδον εν μέσω των μυρσινών του μικρού κήπου την Μαριάμ, ήτις ωδήγει την Λίγειαν εκ της χειρός.

Ο Βινίκιος ηθέλησε να τρέξη εις προϋπάντησίν της, αλλ' εις την θέαν της μορφής εκείνης της τόσον αγαπητής, η ευτυχία παρέλυσε τας δυνάμεις του και έμεινεν ακίνητος με καρδίαν πάλλουσαν μέχρι διαρρήξεως και συγκεκινημένος πολύ περισσότερον Ή όσον ήτο όταν ήκουσε δια πρώτην φοράν τα βέλη των Πάρθων να συρίζουν εις τα ώτα του.

Τώρα εκείνη ήτο εκεί, ερυθριώσα, ωχριώσα, με έκπληξιν και φόβον εις τους οφθαλμούς οίτινες διηρώτων τι συμβαίνει.

Εκείνη δεν είδε παρά βλέμματα φωτεινά και πλήρη αγαθότητος.

— Ο απόστολος Πέτρος την επλησίασε και είπε:

— Λίγεια, τον αγαπάς ακόμη;

Επηκολούθησε στιγμή σιωπής. Τα χείλη της έτρεμον ως τα χείλη παιδίου, το οποίον μέλλει να κλαύση και το οποίον αισθανόμενον εαυτό ένοχον, αναγκάζεται να ομολογήση το σφάλμα του.

— Αποκρίθητι, είπεν ο απόστολος επιμένων.

Τότε με φωνήν χαμηλήν και φοβισμένην εκείνη εψιθύρισε γονατίσασα εις τους πόδας του Πέτρου.

— Μάλιστα.

Ήδη ο Βινίκιος ήτο γονυπετής εις το πλευρόν της. Ο Πέτρος έθηκε τας χείρας επί των κεφαλών των λέγων:

— Αγαπάσθε εν Κυρίω και διά την δόξαν Αυτού, διότι δεν υπάρχει αμάρτημα εις την αγάπην σας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

Εις τον μικρόν κήπον ο Βινίκιος διηγείτο εις την νεάνιδα, με λέξεις προερχομένας από την καρδίαν, εκείνο το οποίον προ μιας στιγμής είχεν ομολογήσει εις τους Αποστόλους, την ταραχήν της ψυχής του, τας μεταμορφώσεις, τας οποίας αύτη είχεν υποστή και τέλος την άμετρον εκείνην θλίψιν, ήτις είχεν επισκιάσει την ζωήν του, αφ' ότου είχε καταλίπει την οικίαν της Μαριάμ. Την ηγάπα εις την οικίαν των Αούλων και εις το Παλατίνον, την ηγάπα όταν την είδεν εις το Οστριανόν, ακροωμένην τους λόγους του Πέτρου και ότε ηγρύπνει πλησίον της κλίνης του και ότε τον είχε καταλίπει. Τη είπε προσέτι ότι ο Χίλων είχεν ανακαλύψει την κατοικίαν της και τον είχε συμβουλεύσει να την αρπάση, αλλ' ούτος ετιμώρησε τον πανούργον, προτιμήσας να ζητήση από τους αποστόλους τον λόγον της αληθείας και αυτήν ως σύζυγον . . . Ευλογημένη να είναι η στιγμή οπότε του ήλθεν η έμπνευσις αύτη, αφού ευρίσκεται τώρα πλησίον της και αυτή δεν θα τον αποφύγη πλέον.

— Δεν απέφευγα σε, είπεν η Λίγεια.

— Αλλά διατί έφυγες;

Εκείνη ύψωσε προς αυτόν τους ωχρούς οφθαλμούς της, έπειτα χαμηλώσασα την κεφαλήν, απήντησε:

— Το ηξεύρεις . . .

Πνιγόμενος από την υπερχειλίζονταν ευτυχίαν ο Βινίκιος δεν κατώρθωνε να της εκφράση σαφώς τι ησθάνετο.

Αλλ' ούτε και αυτός ενόει τι ησθάνετο. Ησθάνετο όμως ότι μαζί με αυτήν ενεφανίζετο εις τον κόσμον μία νέα καλλονή, όχι μόνον έν άγαλμα, αλλά μία ψυχή.

Έπειτα την έλαβεν από την χείρα σιωπηλώς, την παρετήρει με θαυμασμόν και επανελάμβανε το όνομά της ως να ήθελε να βεβαιώση εαυτόν ότι την είχεν επανεύρει, ότι ευρίσκετο πλησίον της.

— Ω Λίγεια! Λίγεια!

Τέλος την ηρώτησε τι συνέβαινεν εις την ψυχήν της και εκείνη ωμολόγησεν ότι τον ηγάπα ήδη από την οικίαν των Αούλων ακόμη, και ότι εάν ο Βινίκιος από το Παλατίνον την έφερε πάλιν πλησίον αυτών, αυτή θα του εγνώριζε τον έρωτά της και θα προσεπάθει να καταπραΰνη την οργήν των.

— Αναχωρώ με τον Καίσαρα εις το Άντιον, είπεν ο Βινίκιος, όπου θα έλθη και ο Παύλος ο Ταρσεύς. Όταν ούτος μου διδάξη την αλήθειάν σας, τότε θα βαπτισθώ και θα επιστρέψω εις την Ρώμην Χριστιανός πλέον, θα ανακτήσω την φιλίαν των Αούλων, οι οποίοι επανέρχονται εις την πόλιν μίαν των ημερών αυτών και δεν θα υπάρχουν πλέον εμπόδια. Τότε θα έλθω να σε λάβω και θα σε εγκαταστήσω εις τον οίκον μου. Ω! φιλτάτη! φιλτάτη!

Η Λίγεια ύψωσε προς αυτόν τους ακτινοβολούντας οφθαλμούς και απεκρίθη:

Τότε θα σοι είπω: «Όπου θα είσαι, Γάιε, θα είμαι και εγώ η Γαία».

Εστάθησαν υπό μίαν κυπάρισσον, εις την είσοδον του δωματίου, η Λίγεια εστηρίχθη εις τον κορμόν του δένδρου, ενώ ο Βινίκιος με φωνήν τρέμουσαν έλεγε προς αυτήν:

— Πρόσταξε τον Ούρσον να υπάγη εις των Αούλων να ζητήση τα έπιπλά σου και τα παιδικά σου αθύρματα και να τα μεταφέρη εις την οικίαν μου.

Και εκείνη, ερυθριώσα ως ρόδον ή ως αυγή, απεκρίθη:

— Η συνήθεια άλλως απαιτεί να γίνη . . .

— Ηξεύρω, η παράνυμφος συνήθως τα φέρει όπισθεν της μνηστής, αλλά κάμε τούτο προς χάριν μου. Θα τα πάρω μαζί μου εις την εν Αντίω έπαυλίν μου και θα ομιλούν διά σε.

Και με τας χείρας ηνωμένας επανελάμβανε:

Η Πομπωνία θα επανέλθη μίαν των ημερών αυτών. Κάμε τούτο προς χάριν μου, θεσπεσία, κάμε το, προσφιλεστάτη.

— Ας κάμη η Πομπωνία ό,τι θελήση, απεκρίθη η Λίγεια επί μάλλον ερυθριώσα, μόλις εσκέπτετο την παράνυμφον.

Αλλ' η Μαριάμ εφάνη εις την θύραν και τους προσεκάλεσε να έλθωσι να συγγευματίσωσιν. Εκείνοι εκάθησαν μεταξύ των αποστόλων, οίτινες τους παρετήρουν μετά θαυμασμού, βλέποντες εν αυτοίς την νέαν γενεάν, ήτις μετά τον θάνατον εκείνων θα εξηκολούθει να σπείρη τον σπόρον της διδασκαλίας των.

Ο Πέτρος έκοψε και ηυλόγησε τον άρτον· εις τα πρόσωπα πάντων εζωγραφίζετο η ψυχική ηρεμία· άπειρος ευδαιμονία επλήρου το δωμάτιον.

Επηκολούθησε σιγή και δεν ηκούοντο παρά οι ρυθμικοί παλμοί των καρδιών των. Ήσαν ενηγκαλισμένοι, ως μεθυσμένοι από άφατον χαράν.

Την στιγμήν εκείνην εφάνη ο Παύλος, όστις ιδών αυτούς ούτω συνηνωμένους και στραφείς προς τον Βινίκιον είπεν:

— Ιδέ λοιπόν, Βινίκιε, αν ημείς είμεθα εχθροί της ζωής και της χαράς . . .

Ο Βινίκιος απεκρίθη:

— Ουδέποτε υπήρξα τόσον ευτυχής, όσον μεταξύ σας.

Την αυτήν εσπέραν ο Βινίκιος επιστρέφων εις την οικίαν του, παρετήρησε καθ' οδόν το επίχρυσον φορείον του Πετρωνίου, βασταζόμενον υπό οκτώ Βιθυνών. Διά νεύματος τους εσταμάτησε και επλησίασεν εις τα παραπετάσματα.

— Σου εύχομαι όνειρον γλυκύ και αίσιον! ανέκραξε γελών, εις την θέαν του Πετρωνίου κοιμωμένου.

— Α! είσαι συ! είπεν ο Πετρώνιος.

— Ναι! Ενύσταζα· διήλθον την νύκτα εις το Παλατίνον.

— Τι νέα;

— Συ ήσο εις το Παλατίνον, εγώ λοιπόν θα σε ερωτήσω τι νέα; Ή μάλλον στείλε το φορείον σου και ελθέ πλησίον μου! θα ομιλήσωμεν περί του Αντίου και περί άλλων ακόμη.

— Καλά, απήντησεν ο Πετρώνιος, εξερχόμενος του φορείου. Μεθαύριον φεύγομεν διά το Άντιον. Έσο έτοιμος.

Συνομιλούντες έφθασαν τέλος εις του Βινικίου, όστις εζήτησεν εύθυμος το εσπερινόν δείπνον.

— Ναι, αγαπητέ μου, είπεν ο Βινίκιος, ο κόσμος μέλλει να αναπλασθή, να αναγεννηθή.

— Θα μοι επιτρέψης, είπεν ο Πετρώνιος, να στείλω τους δούλους σου με έν φορείον να φέρουν εδώ την Ευνίκην; ξενύσταξα πλέον και θέλω να διασκεδάσωμεν απόψε. Προσκάλεσε και τον κιθαρωδόν σου και κατόπιν ομιλούμεν διά το Άντιον.

Ο Βινίκιος παρήγγειλε να υπάγουν να ζητήσουν την Ευνίκην, αλλ' εδήλωσεν ότι δεν είχε διάθεσιν να κουράζη τον νουν του με το Άντιον. «Ο κόσμος, είπε, δεν περιορίζεται εις το Παλατίνον δι' εκείνους μάλιστα, οίτινες έχουν άλλο τι εις την καρδίαν και την ψυχήν. Άκουσε με τώρα, ενθυμείσαι την ημέραν οπού επήγαμεν μαζί εις του Αούλου Πλαυτίου; Εκεί είδες διά πρώτην φοράν μίαν θεάν κόρην, την οποίαν ωνόμαζες συ αυτός Ηώ και Έαρ. Ενθυμείσαι την ψυχήν εκείνην, την απαράμιλλον, την ωραιοτέραν των παρθένων και όλων των θεαινών σας;

— Τι λέγεις; Βεβαίως ενθυμούμαι την Λίγειαν.

— Η Λίγεια είναι μνηστή μου.

— Ε;

Ο Βινίκιος ανεπήδησεν από της έδρας του και εκάλεσε τον οικονόμον.

— Φέρε εδώ όλους τους δούλους· ανεξαιρέτως όλους αυτοστιγμεί.

— Είναι μνηστή σου; είπεν έκπληκτος ο Πετρώνιος.

Πριν συνέλθη εκ της εκπλήξεώς του, το αχανές μέλαθρον εγέμισεν από δούλους.

Ο Βινίκιος εστράφη προς τον Δημάν, τον απελεύθερον, και είπεν: «Όσοι έχουν υπηρετήσει εις την οικίαν μου επί είκοσιν έτη, ας παρουσιασθώσιν αύριον εις τον Πραίτορα, θα λάβουν την απελευθέρωσίν των. Οι άλλοι θα λάβουν έκαστος τρεις χρυσούς και διπλήν μερίδα τροφής επί μίαν εβδομάδα. Η ημέρα αύτη είναι ημέρα ευτυχίας δι' εμέ και θέλω η χαρά να βασιλεύση εις την οικίαν μου.

Εκείνοι έμειναν προς στιγμήν σιωπηλοί, ως να μη ηδύναντο να πιστεύσωσι τα ώτα των, έπειτα αι χείρες όλων υψώθησαν συνάμα και όλα τα στόματα ανέκραξαν:

— Ζήθι! ζήθι, αυθέντα! Ζήθι!

Ο Βινίκιος τους απέπεμψε διά νεύματος. Εκείνοι δε εξήλθον εν σπουδή ψάλλοντες φαιδρά άσματα.

— Αύριον, είπεν ο Βινίκιος εις τον οικονόμον του, θα τους συναθροίσης εις τον κήπον και θα τους προστάξης να χαράξουν εμπρός των ό,τι σημείον θελήσουν. Όσοι χαράξουν ιχθύν, θα απελευθερωθούν υπό της Λιγείας.

Αλλ' ο Πετρώνιος, όστις επί μακρόν δεν εξεπλήσσετο διά τίποτε, είχεν ανακτήσει ήδη την ψυχραιμίαν του.

— Ιχθύν; . . . είπεν. Α! ενθυμούμαι τι έλεγεν ο Χίλων· είναι σημείον των χριστιανών. Η ευδαιμονία είναι πάντοτε εκεί όπου έκαστος την βλέπει. Είθε επί μακρά έτη να είναι γεμάτος από τριαντάφυλλα ο δρόμος σας. Σου εύχομαι παν ό,τι επιθυμείς!

— Σε ευχαριστώ· ενόμιζα ότι θα με εμέμφεσο, και βλέπεις ότι θα ήτο ματαιοπονία.

— Εγώ να σε μεμφθώ; Τουναντίον σου λέγω ότι καλώς πράττεις, θα σου κάμω και μίαν ερώτησιν· είσαι χριστιανός;

— Όχι ακόμη, αλλ' ο απόστολος Παύλος έρχεται μαζί μου διά να μου διδάξη την διδασκαλίαν του Χριστού. Ακολούθως θα δεχθώ το βάπτισμα . . . Διότι είναι ψεύδος, ότι εκείνοι είναι εχθροί της ζωής και της χαράς, όπως έλεγες.

— Τόσον το καλλίτερον διά σε και διά την Λίγειαν!

Έπειτα σείων τους ώμους, είπεν:

— Η ικανότης των ανθρώπων τούτων εις το να ελκύωσι προσηλύτους είναι μοναδική. Και πόσον διαδίδεται η αίρεσις αύτη! Ναι! είναι χιλιάδες και μυριάδες εν Ρώμη, εις τας πόλεις της Ιταλίας, ανά την Ελλάδα και την Ασίαν. Υπάρχουν χριστιανοί και μεταξύ των πραιτωριανών, υπάρχουν και εις αυτό το Παλάτιον του Καίσαρος. Δούλοι και πολίται, πτωχοί και πλούσιοι, όχλος καθώς και πατρίκιοι ασπάζονται το θρήσκευμα.

— Μη κινής τους ώμους, διότι ποίος ηξεύρει εάν μετά ένα μήνα ή μετά έν έτος το πολύ δεν θα γίνης και συ ο ίδιος . . . χριστιανός;

— Εγώ; είπεν ο Πετρώνιος. Όχι δεν θα ασπασθώ το θρήσκευμα αυτό και αν εγκλείη την αλήθειαν και την σοφίαν, την ανθρωπίνην άμα και την θείαν . . . Τούτο θα απήτει κόπον και εγώ δεν αγαπώ να κοπιάζω.

Και εκάγχασε θορυβωδώς εις μόνην την σκέψιν, ότι θα ήτο δυνατόν να ασπασθή το κήρυγμα των αλιέων της Γαλιλαίας.

Ο θεράπων ανήγγειλε την Ευνίκην και ευθύς παρετέθη το δείπνον.

Ο Βινίκιος εις την τράπεζαν διηγήθη εις τον Πετρώνιον την επίσκεψιν του Χίλωνος.

— Η ιδέα ήτο καλή, είπεν ο Πετρώνιος, κρινομένη εκ των υστέρων. Όσον αφορά τον Χίλωνα, εγώ θα του έδιδα πέντε χρυσά· πλην αφού άπαξ διέταξες να τον μαστιγώσουν, έπρεπε να τον θανατώσουν διά της μάστιγος, διότι τις οίδεν αν μίαν ημέραν δεν γίνη και αυτός επίφοβος, αλλά νυστάζω και καλόν είναι να φεύγωμεν «καλήν νύκτα λοιπόν».

Ο Πετρώνιος και η Ευνίκη απήλθον.

Μετά την αναχώρησίν των ο Βινίκιος μετέβη εις την βιβλιοθήκην του και έγραψε προς την Λίγειαν την εξής επιστολήν:

«Θέλω, ανοίγουσα τους ωραίους σου οφθαλμούς, θεσπεσία μου, να εύρης μίαν καλημέραν εις την επιστολήν ταύτην. Διά τούτο σου γράφω απόψε, πριν κοιμηθώ, αν και θα σε ίδω αύριον. Ο Καίσαρ αναχωρεί εντός δύο ημερών εις Άντιον, και εγώ, φευ! είμαι ηναγκασμένος να τον συνοδεύσω. Ως σοι είπον ήδη, εάν δεν υπακούσω, θα εκθέσω την ζωήν μου και δεν θα είχον το θάρρος να αποθάνω.

»Εν τούτοις, εάν δεν θέλης να αναχωρήσω, απάντησον με μίαν λέξιν, και μένω· ας φροντίση τότε ο Πετρώνιος να αποτρέψη τον κίνδυνον απ' εμού. Την ημέραν ταύτην της χαράς έδωσα αμοιβάς εις όλους τους δούλους μου και όσοι υπηρέτησαν παρ' εμοί επί είκοσιν έτη θα μεταβώσιν αύριον εις τον πραίτωρα διά να απελευθερωθώσι. Συ, πολυαγαπημένη μου, θα με συγχαρής δι' αυτό, διότι νομίζω, ότι τούτο είναι σύμφωνον με το δόγμα το οποίον πρεσβεύεις· το έπραξα προς χάριν σου: θα τους είπω ότι εις σε οφείλουν την ελευθερίαν των διά να δοξάζουν το όνομά σου.

»Εγώ όμως, απ' εναντίας, θέλω να γίνω ο δούλος της ευτυχίας και δούλος ιδικός σου, και εύχομαι να μη ελευθερωθώ ποτέ. Κατηραμένον να είναι το Άντιον, το οποίον θα μας χωρίση προσωρινώς, κατηραμένα τα ταξείδια του Αενοβάρβου! Τρισμακάριστος διότι δεν είμαι τόσον πολυμαθής όσον ο Πετρώνιος, διότι τότε θα ήμην ίσως υποχρεωμένος να υπάγω εις την Ελλάδα. Αλλ' η ανάμνησίς σου θα γλυκάνη δι' εμέ τας ώρας του χωρισμού. Οσάκις θα δύναμαι να είμαι ελεύθερος, θα ιππεύω και θα έρχωμαι μέχρι της Ρώμης, διά να καταθέλγω τους οφθαλμούς μου με το να σε βλέπουν και τα ώτα μου με την γλυκύτητα της φωνής σου. Όταν θα μου είναι δυνατόν να έλθω, θα στέλλω ένα δούλον με επιστολήν να πληροφορήται περί σου.

» Σε ασπάζομαι, θεσπεσία μου, και πίπτω εις τους πόδας σου. Μη οργίζου, αν σε αποκαλώ θεσπεσίαν μου: εάν μου το απαγορεύσης, θα υπακούσω εις σε, αλλά σήμερον δεν ηξεύρω ακόμη να σε αποκαλέσω άλλως. Σε ασπάζομαι από το κατώφλιον της μελλούσης κατοικίας σου.

» Σε ασπάζομαι εξ όλης της ψυχής μου.» Βινίκιος

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

Ήτο γνωστόν εις την Ρώμην ότι ο Καίσαρ θα επεσκέπτετο κατά την διέλευσίν του την Ώστιαν, όπου είχε καταπλεύσει εξ Αλεξανδρείας το μέγιστον πλοίον του κόσμου με φορτίον σίτου και ότι εκείθεν διά της παραλιακής οδού θα μετέβαινεν εις το Άντιον. Ολίγας ημέρας πρότερον είχον δοθή διαταγαί· επίσης από πρωίας πλησίον της πύλης της Ωστίας, είχε συναθροισθή πλήθος περιέργων, εν τω οποίω ο ρωμαϊκός όχλος ανεμιγνύετο με αντιπροσώπους όλων των εθνών του κόσμου.

Ο Καίσαρ εσυνήθιζε να συναποκομίζη εις το ταξίδιον όλα τα αντικείμενα, μεταξύ των οποίων ηρέσκετο να ζη, και εις τον παραμικρόν σταθμόν ηδύνατο να παραγγείλη να του εγκαθιστούν ένα προσφιλή διάκοσμον από αγάλματα και μωσαϊκά. Κατά τας μετατοπίσεις του ο Καίσαρ συνωδεύετο από ολόκληρον στρατόν υπηρετών, εκτός των ταγμάτων των πραιτωριανών, εκτός των αυγουστιανών και των συνοδειών του.

Από της αυγής, οι βοσκοί της Καμπανίας είχον οδηγήσει πεντακοσίους όνους, όπως την επιούσαν, άμα τη αφίξει της εις Άντιον, η Ποππέα λάβη το καθημερινόν εξ ονείου γάλακτος λουτρόν της. Το πλήθος ηυχαριστείτο να βλέπη εις την στροβιλιζομένην σκόνην κινουμένους τους απειραρίθμους μεγιστάνας, να ακούη τον κρότον των μαστιγίων και τας αγρίας κραυγάς των βοσκών. Μετά την διέλευσιν των όνων, μία ομάς νεαρών δούλων ετέρπετο εις την οδόν, την οποίαν εσκούπιζον και έστρωνον με άνθη και κλάδους πεύκης. Η πρωία επροχώρει και το πλήθος εγένετο πυκνότερον.

Διήλθον οι Νουμηδοί ιππείς της πρωταιριανής φρουράς. Το μαύρον πρόσωπόν των εχρυσίζετο από την λάμψιν των κρανών, αι αιχμαί των δοράτων των έλαμπον ως σπινθήρες . . . Και η παρέλασις ήρχισεν.

Ο κόσμος παρηκολούθει την παρέλασιν της συνοδείας.

Πρώτον προέβαινον οχήματα με σκηνάς ερυθράς, κυανάς και λευκάς, με τάπητας της Ανατολής, έπιπλα και μαγειρικά σκεύη, κλωβία με παντοειδή πτηνά, των οποίων οι μυελοί και τα εντόσθια θα παρετίθεντο εις την αυτοκρατορικήν τράπεζαν, αμφορείς οίνου και κάνιστρα οπωρικών. Αλλά τα αντικείμενα, τα οποία εκινδύνευον να υποστώσι βλάβην επάνω εις τα αμάξια, εφέροντο πεζή: υπήρχον όμιλοι αχθοφόρων διά τα εκ κορινθιακού ορειχάλκου αγαλμάτια, έτερος όμιλος διά τα τυρηννικά, άλλος διά τα ελληνικά αγγεία, άλλος διά τα χρυσά, τα αργυρά δοχεία και τα κατεσκευασμένα από ύελον της Αλεξανδρείας. Μικρά αποσπάσματα πραιτοριανών, πεζών ή ιππέων, εχώριζον τους ομίλους των αχθοφόρων και έκαστον όμιλον επέβλεπον φύλακες με μαστίγια φέροντα εις το άκρον μόλυβδον ή σίδηρον. Η συνοδεία εκείνη των δούλων, φερόντων μετ' επισημότητος τα πολύτιμα αντικείμενα, ωμοίαζε με πάνδημόν τινα θρησκευτικήν λιτανείαν και η αναλογία κατέστη ακόμη πλέον αισθητή, όταν εφάνησαν τα μουσικά όργανα, άρπαι, βάρειτοι ελληνικαί, βάρειτοι εβραϊκαί ή αιγυπτιακαί, λύραι, φόρμιγγες, κιθάραι, αυλοί, σύριγγες, κύμβαλα.

Έπειτα ήρχοντο επί λαμπρών αρμάτων οι σχοινοβάται, οι ορχησταί και αι ορχηστρίδες. Κατόπιν επί αρμάτων ηκολούθουν οι δούλοι, οι προωρισμένοι διά τους αγώνας, νεανίσκοι και νεάνιδες συλλεχθέντες εν Ελλάδι και Μικρά Ασία με μακράς βοστρυχώδεις κόμας αναδεδεμένας με ταινίας χρυσάς.

Λέοντες και τίγρεις τιθασσευμένοι από επιτηδείους δαμαστάς και χρησιμεύοντες εις τον Νέρωνα ως υποζύγια κτήνη, όταν όμως ήθελε να μιμηθή τον Διόνυσον, ηκολούθουν επί των επομένων αρμάτων.

Ινδοί και Άραβες εκράτουν το ζώα ταύτα διά χαλυβδίνων κρίκων καλυπτομένων εντελώς υπό τα άνθη. Και τα θηρία με τα άτονα γλαυκά βλέμματά των παρετήρουν εγείροντα ενίοτε τας κολοσσιαίας κεφαλάς των και ωσφραίνοντο την οσμήν του λαού.

Και πάλιν αυτοκρατορικά οχήματα, φορεία, μία σπείρα πραιτωριανών αποτελουμένη από εθελοντάς εξ Ιταλίας, πολυπληθές άθροισμα κομψοπρεπών δούλων και νεανίσκων και κατόπιν ο Καίσαρ.

Ο Απόστολος Πέτρος, θέλων να ίδη τον Νέρωνα, ήτο μεταξύ του πλήθους μετά της Λιγείας, καλυπτούσης το πρόσωπον διά πέπλου πυκνού, και του Ούρσου, του οποίου η ρωμαλαιότης παρείχεν εις την νεάνιδα προστασίαν ασφαλή.

Ο Λιγειεύς έλαβεν ογκώδη λίθον, προωρισμένον διά την κατασκευήν του ιερού της Δήμητρας, και τον έφερε προς τον Απόστολον, όστις ανέβη επ' αυτού διά να ίδη καλλίτερον την παρέλασιν.

Το πλήθος εψιθύριζε κατ' αρχάς εναντίον του Ούρσου, όστις, διέσχιζε τα κύματα εκείνα του λαού ως πλοίον, αλλ' όταν μόνος ανήγειρε τον λίθον, τον οποίον τέσσαρες εκ των ισχυροτέρων μεταξύ των ανδρών εκείνων δεν θα ηδύναντο να μετακινήσουν, τον επευφήμησαν.

Και ιδού επί άρματος ανοικτού, συρομένου υπό τεσσάρων ίππων της Ιουδαίας και άνευ ουδενός άλλου, ειμή δύο τερατωδών πυγμαίων παρά τους πόδας του, ο Καίσαρ.

Εφόρει λευκόν χιτώνα και τήβεννον χρώματος αμεθύστου, όστις καθίστα το πρόσωπόν του υποκύανον. Από της αναχωρήσεώς του εκ Νεαπόλεως είχε παχυνθή απαισθητώς. Ο διπλούς πώγων του καθίστα το πρόσωπόν του πλατύτερον, ούτως ώστε τα χείλη του, ήδη πολύ πλησίον της ρινός, εφαίνοντο ότι ηνοίγοντο υπό τους ρώθωνας. Ο μέγας λαιμός του ήτο περιτετυλιγμένος εις μεταξωτόν μανδύλιον, το οποίον ανά πάσαν στιγμήν διηυθέτει με χείρα ευτραφή, της οποίας το ερυθρόχρουν τρίχωμα εσχημάτιζεν υπό τας παλάμας είδος αιματοβαφούς παρδαλώματος· δεν απεψίλωνε τας χείρας του, διότι τω είχον ειπή ότι τούτο δυνατόν να είχεν ως συνέπειαν τρόμον των δακτύλων, όστις θα τον ημπόδιζεν από του να παίζη βάρειτον.

Άπειρος κενοδοξία εικονίζετο επί του προσώπου του μετά κοπώσεως και ανίας. Το όλον του προσώπου του ήτο φρικώδες και βάναυσον.

Ο όχλος εκραύγαζε: Χαίρε, θεσπέσιε! χαίρε, νικηφόρε! χαίρε, ασύγκριτε! υιέ του Απόλλωνος! Άπολλον, χαίρε!

Εκείνος εμειδία. Πλην ενίοτε άνθρωποι οίτινες δεν εγνώριζον την προφητικήν αυτών αστειότητα, κρυμμένοι όπισθεν σωρών λίθων και όπισθεν των θεμελίων του ναού, ωρύοντο: Μητροκτόνε! Ορέστα! Αλκμαίων! Άλλοι πάλιν εφώναζον: Τέρας, θηρίον! Πού είναι η Οκταβία; Δος τον πορφυρούν μανδύαν σου!

Το οξύ ους του Νέρωνος αντελαμβάνετο τας ύβρεις ταύτας, και τότε επλησίαζεν εις το όμμα του τον κατειργασμένον σμάραγδόν του, ως διά να αναζητήση και να σημειώση τους υβριστάς. Ούτως είδε τον απόστολον μεταξύ του πλήθους, ιστάμενον επί του ογκώδους λίθου.

Τα βλέμματα των δύο εκείνων ανδρών διεσταυρώθησαν.

Κατά την ζοφεράν εκείνην στιγμήν ευρέθησαν αντιμέτωποι οι δύο κύριοι του σύμπαντος· ο είς αντιπρόσωπος του σκοτεινού παρελθόντος, όστις έμελλε να εκλίπη ως όνειρον αιματηρόν, και ο έτερος αντιπρόσωπος του φαεινού μέλλοντος, ο γέρων εκείνος, ο φέρων ταπεινόν χιτώνα, όστις διά της διδασκαλίας την οποίαν εκήρυττεν, έμελλε να υποτάξη πνευματικώς τον κόσμον ολόκληρον και την πόλιν εκείνην εις τους αιώνας των αιώνων.

Ο Καίσαρ είχε διέλθει. Αμέσως όπισθέν του εφάνησαν οκτώ Αφρικανοί φέροντες φορείον μεγαλοπρεπές, όπου εκάθητο η Ποππέα, εκείνη την οποίαν απηχθάνετο ο λαός, ενδεδυμένη ως ο Νέρων, εις χρώμα αμεθύστου, εψιμμυθιωμένη, σκεπτική και ακίνητος.

Ο ήλιος είχε προ πολλού αρχίσει να κλίνη, όταν ήρχισεν η παρέλασις των πιστών φίλων του Καίσαρος, των αυγουστιανών, πομπή εκτυλισσομένη ως μαρμαίρων όφις. Το πλήθος εμειδία μετ' ευμενείας εις την διέλευσιν του Πετρωνίου, καθημένου εν τω φορείω μετά της ευνοουμένης δούλης του. Ο Τιγγελίνος από καιρού εις καιρόν ανεσηκώνετο επάνω εις το άρμα του και ετέντωνε τον λαιμόν του διά να ίδη αν ο Καίσαρ τον εκάλει διά νεύματος. Το πλήθος εχαιρέτα τον Μηνιόν Πιπίνα δι' επευφημιών, τον Βιτέλλιον διά γελώτων, και τον Βατίνον διά συριγμών. Δεν έλειπον μεταξύ του πλήθους άνθρωποι άθλιοι με κενάς γαστέρας, και όμως το θέαμα εκείνο υπεδαύλιζε την επιθυμίαν των, παρέσχεν εις αυτούς αγέρωχον αίσθημα της ρωμαϊκής ισχύος και ατρωσίας, ως επρέσβευε το σύμπαν.

Ο Βινίκιος ήτο μετά των τελευταίων της πομπής. Εις την θέαν του Αποστόλου και της Λιγείας, την οποίαν δεν ήλπιζε να συναντήση, επήδησεν από το άρμα του.

— Ήλθες; Δεν ηξεύρω πώς να σε ευχαριστήσω, ω Λίγεια! Ο Θεός δεν ηδύνατο να μου στείλη καλλίτερον οιωνόν. Έσο ευλογημένη. Σε αποχαιρετώ, αλλά δι' ολίγον χρόνον. Εις τον δρόμον μου θα εγκαταστήσω σταθμούς παρθικών ίππων και θα διέρχωμαι πλησίον σου πάσαν ημέραν, κατά την οποίαν θα είμαι ελεύθερος, μέχρις ότου επιτύχω άδειαν διά να επανέλθω. Καλήν αντάμωσιν!

— Καλήν αντάμωσιν, Μάρκε, απήντησεν η Λίγεια. Είθε ο Χριστός να σε οδηγή και είθε να ανοίξη την ψυχήν σου εις τους λόγους του αποστόλου Παύλου!

— Θησαυρέ μου, ας γίνη ως λέγεις! Ο Παύλος προτιμά να συμπορεύεται μεταξύ των ανθρώπων μου, και να είναι μαζί μου και να είναι διδάσκαλός μου και σύντροφός μου. Χαίρε. Αφαίρεσε αυτόν τον πέπλον, συ, η μόνη μου χαρά, διά να σε θαυμάσω ακόμη προ της αναχωρήσεώς μου. Διατί είσαι κατ' αυτόν τον τρόπον κρυμμένη;

Εκείνη ανεσήκωσε τον πέπλον της, και' αφού έδειξε το ακτινοβολούν πρόσωπόν της και την λάμψιν των θαυμασίων οφθαλμών της, ηρώτησε:

— Είναι άσχημον;

Το μειδίαμά της ενείχε μικράν δόσιν νεανικής πονηρίας· ο Βινίκιος την παρετήρησε με θαυμασμόν και απεκρίθη:

— Είναι άσχημον διά τους οφθαλμούς μου, οι όποιοι θα ήθελον να βλέπουν μόνον σε μέχρι θανάτου.

Και προς μεγάλην έκπληξιν του όχλου, ο ευγενής Αυγουστιανός έθεσε τα χείλη του επί των χειρών της ταπεινής νεάνιδος:

— Χαίρε . . . .

Ανεχώρησε ταχέως, επειδή η αυτοκρατορική πομπή είχε προχωρήσει ήδη. Ο Απόστολος Παύλος τον ηυλόγησε δι' αοράτου σημείου του Σταυρού και κατόπιν μετά της Λιγείας διηυθύνθη προς την Τρανστιβέρην.

Καθ' οδόν έκαμε μυρίας σκέψεις: Η πόλις αύτη, διενοείτο, η διεφθαρμένη μέχρι μυελού οστέων και όμως αδιάσειστος· ο Καίσαρ εκείνος, ο φονεύς του αδελφού του, όπισθεν του οποίου συνέρρεε πολυάριθμος συνοδεία φασμάτων, όπως και η αυλή του· ο ακόλαστος, εκείνος και γελωτοποιός δεσπότης τριάκοντα λεγεωνών και δι' αυτών της οικουμένης όλης!

Και η αφελής καρδία του εξεπλάγη ότι ο Θεός είχεν εμπιστευθή την γην εις το τέρας εκείνο. «Ραβδί, είπεν εν τη ψυχή του, τι θα κάμω εντός της πόλεως ταύτης, εις την οποίαν με έστειλες; Εις αυτήν ανήκουν ήπειροι και θάλασσαι, εις αυτήν όλα τα βασίλεια και αι πόλεις. Ραββί, είμαι αλιεύς λίμνης και βυθίζομαι. Τι θα κάμω; Και πώς θα δυνηθώ να νικήσω το κακόν;»

Βινίκιος Λιγεία, χαίρειν.

_«Σου γράφω εκ Λαυρέντου, όπου εσταθμεύσαμεν ένεκα του καύσωνος. Ο Καίσαρ ξενίζεται ενταύθα υπό της Ποππέας, ήτις είχε προετοιμάσει κρυφίως μεγαλοπρεπή δεξίωσιν. Μεταξύ των συνδαιτυμόνων ευρίσκονται ολίγοι αυλικοί, αλλ' ο Πετρώνιος και εγώ είμεθα προσκεκλημένοι. Μετά το δείπνον περιεπλεύσαμεν εντός επιχρύσων ακατίων επί της θαλάσσης της κυανής, ως οι οφθαλμοί σου, θεσπεσία μου! Εκωπηλατούμεν ημείς οι ίδιοι.

»Ο Καίσαρ, ιστάμενος παρά το πηδάλιον, έψαλλε προς τιμήν της θαλάσσης ύμνον συντεθέντα και τονισθέντα υπ' αυτού και του Διοδώρου. Και εγώ, δεν ηξεύρεις τι έκαμα; Εσκεπτόμην σε, εστέναζα διά σε και θα ήθελα να λάβω την θάλασσαν εκείνην, και όλα και να τα δώσω εις σε. Θέλεις μίαν ημέραν να υπάγωμεν να κατοικήσωμεν εις ακροθαλασσιάν, αγάπη μου, μακράν της Ρώμης; Έχω εις την Σικελίαν έν κτήμα μετά δάσους αμυγδαλεών, αι οποίαι την άνοιξιν καλύπτονται από ασπροκόκκινα άνθη. Εκεί θα σε αγαπώ, εκεί θα πρεσβεύω την θρησκείαν εκείνην, την οποίαν ο Παύλος θα με διδάξη.

» Γνωρίζω ήδη ότι δεν εναντιούται εις τον έρωτα και εις την ευτυχίαν. Θέλεις; Αλλά πριν ακούσω την απάντησίν σου από τα χείλη σου τα λατρευτά, εξακολουθώ να σου διηγούμαι ό,τι συνέβη εντός των ακατίων. Ηγέρθη συζήτησις περί έρωτος και η Ποππέα με ηρώτησεν αν ηγάπων και εγώ καμμίαν και ποίαν; Εγώ απήντησα αρνητικώς, αλλ' αυτή επρόφερε το όνομά σου, θέλουσα να μοι δείξη ότι γνωρίζει τον έρωτά μας. Ο Πετρώνιος μου είπεν επανειλημμένως να μη ερεθίσω την φιλαυτίαν της Αυγούστας. Αλλ' αυτός δεν καταλαμβάνει και δεν ηξεύρει ότι εκτός της Λιγείας μου δεν υπάρχει δι' εμέ ούτε ευχαρίστησις ούτε καλλονή ούτε έρως και ότι η Ποππέα δεν μου εμπνέει ειμή αποστροφήν και περιφρόνησιν. Πλην μη φοβήσαι δι' εμέ. Η Ποππέα δεν με αγαπά· είναι ανίκανος να αγαπήση τινά και αι ιδιοτροπίαι της προέρχονται μόνον από την οργήν της κατά του Καίσαρος.

»Την στιγμήν της αναχωρήσεώς μου, ο Πέτρος μου είχεν είπη να μη φοβούμαι τον Καίσαρα, διότι ούτε μία τρίχα εκ της κεφαλής μου δεν θα πέση, και έχω πίστιν εις αυτόν. Αφού αυτός ηυλόγησε τον έρωτά μας, ούτε ο Καίσαρ, ούτε όλαι αι δυνάμεις του Άδου δεν είναι ικαναί να σε αποσπάσουν απ' εμού, ω Λίγειά μου! Αλλ' ιδού ότι τα άστρα τρεμοσβύνουν ήδη, Λίγειά μου, και ο Εωσφόρος λάμπει περισσότερον. Μετ' ολίγον η ηώς θα βάψη με ρόδα τα κύματα της θαλάσσης. Όλα κοιμώνται γύρω μου· μόνος εγώ αγρυπνώ· σε συλλογίζομαι και σε αγαπώ. Σε χαιρετίζω συγχρόνως, ενώ χαιρετίζω την αυγήν, ω μνηστή μου.»

Βινίκιος.

Βινίκιος Λιγεία, χαίρειν.

«Αγαπητή μου, επήγες ποτέ εις Άντιον με τους Αούλους; Εάν όχι, θα είμαι, ευτυχής να σου δείξω αργότερα την πόλιν ταύτην. Ήδη από του Λαυρέντου κατά μήκος της ακτής υπάρχουν επαύλεις. Το Άντιον είναι μία αδιάκοπος σειρά μεγάρων και προπυλαίων. Έχω μίαν οικίαν εις την ακρογιαλιάν μετά ελαιών και δάσους κυπαρίσσων, εκτεινομένων όπισθεν της επαύλεως, και όταν συλλογίζωμαι ότι η κατοικία αύτη θα είναι μίαν ημέραν εδική σου, τα μάρμαρα της μου φαίνονται λευκότερα, οι κήποι της δροσερώτεροι και η θάλασσα κυανωτέρα· ω Λίγεια, πόσον είναι καλόν να ζη τις και να αγαπά! Από της αφίξεώς μας συνομιλούμεν πάντοτε ο Παύλος και εγώ. Ωμιλούσαμεν πρώτον περί σου, έπειτα ήρχισε να με κατηχή, και αν ακόμη ήξευρα να γράφω όπως ο Πετρώνιος, δεν θα ηδυνάμην να σου εκφράσω ό,τι εσκέπτετο το πνεύμά μου ή ό,τι ησθάνετο η καρδία μου.

» Ειπέ μου, πώς δύναται ο κόσμος να περικλείη συνάμα τον Παύλον Ταρσέα και τον Καίσαρα; Σε ερωτώ τούτο, διότι αφού ήκουσα την διδασκαλίαν του Παύλου και διήλθον την εσπέραν εις του Νέρωνος, κατ' αρχάς μας ανέγνωσε το ποίημά του «η Πυρπόλησις της Τροίας» και παρεπονέθη διατί να μη ίδη ποτέ πόλιν καιομένην. Τότε ο Τίγγελίνος είπεν εις αυτόν:

» — Ειπέ μίαν λέξιν, δαιμόνιε, και προ του τέλους της νυκτός θα ίδης το Άντιον εις τας φλόγας.

» Ο Καίσαρ τον απεκάλεσεν ηλίθιον και προσέθεσε:

» — Πού θα πηγαίνω να αναπνέω την αύραν της θαλάσσης και να επιμελούμαι την φωνήν ταύτην, την οποίαν οι θεοί μου εχάρισαν διά την ευδαιμονίαν της ανθρωπότητος; Και η Ρώμη εις τας φλόγας δεν θα παρείχε θέαμα οπωσούν μεγαλοπρεπέστερον και τραγικώτερον από το Άντιον;

»Όλοι ήκουσαν εν εκστάσει την δικαιολογίαν ταύτην και μεθυσμένοι εφώναζαν:

»— Κάμε το! Κάμε το!

»Εκείνος απήντησε:

»— Θα μου εχρειάζοντο φίλοι πιστότεροι και πλέον αφοσιωμένοι.

»Ανησύχησα κατ' αρχάς ακούων τους λόγους τούτους, επειδή είσαι εις την Ρώμην, συ, φιλτάτη μου. Τώρα γελώ με τον φόβον μου εκείνον. Ο Καίσαρ και οι Αυγουστιανοί, όσον άφρονες και αν είναι, δεν θα πράξουν ποτέ τοιαύτην μωρίαν. Αλλ' ελπίζω ότι πριν η Ρώμη επανίδη τον Καίσαρα, συ, θεσπεσία μου, θα κατοικής εις την ιδίαν οικίαν μου εν Καρίναις.

»Ευλογημένη να είναι η ημέρα, η ώρα, η στιγμή, οπότε θα έλθης εις τον οίκον μου, και αν ο Χριστός, τον οποίον μανθάνω να γνωρίζω, με εισακούση, ευλογημένον το όνομά του! Σε αγαπώ και σε ασπάζομαι εξ όλης της ψυχής μου.»_

Βινίκιος

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ.

Ο Ούρσος ήντλει ύδωρ από την στέρναν και ενώ έσυρε τους διπλούς αμφορείς τους προσδεδεμένους εις το σχοινίον, έψαλλε χαμηλή τη φωνή ένα τραγούδι της πατρίδος του. Οι οφθαλμοί του ακτινοβολούντες εκ χαράς εθεώρουν τας σιλουέτας της Λιγείας και του Βινικίου μεταξύ των κυπαρίσσων του κήπου του Λίνου. Μία λάμψις χρυσή και κρινόχρους εκάλυπτεν ολίγον κατ' ολίγον τον ουρανόν. Ο Ούρσος ήτο ευτυχής βλέπων τους δύο αρραβωνιασμένους.

Εις την γαλήνην της εσπέρας εκείνης συνωμίλουν κρατούμενοι εκ της χειρός.

— Δεν δύναται να σου συμβή τίποτε το δυσάρεστον, Μάρκε, αφού ανεχώρησες από το Άντιον εν αγνοία του Καίσαρος; ηρώτησεν η Λίγεια.

— Τίποτε, αγάπη μου, απήντησεν ο Βινίκιος. Ο Καίσαρ ανήγγειλεν ότι θα μείνη κλεισμένος δύο ημέρας μετά του Τέρπνου διά να συνθέση νέας ωδάς. Άλλως τε τι με ενδιαφέρει ο Καίσαρ, όταν ευρίσκωμαι πλησίον σου και όταν σε θεωρώ, λατρευτή μου, θησαυρέ μου;

— Ήξευρα ότι θα ήρχεσο. Δύο φοράς ο Ούρσος τη παρακλήσει μου έδραμεν εις τας Καρίνας διά να ζητήση πληροφορίας περί σου. Ο Λίνος με εχλεύασε, και αυτός ο Ούρσος.

Πράγματι, ήτο φανερόν ότι η Λίγεια τον ανέμενε, διότι, αντί φαιού ενδύματος, το οποίον έφερε συνήθως, είχε φορέσει λευκήν εσθήτα εκ λεπτού υφάσματος, εκ του οποίου οι ωμοί της και η κεφαλή της ανεδύοντο ως ηράνθεμα εκ της χιόνος. Ολίγαι ροδόχροες ανεμώναι εστόλιζον την κόμην της.

Ο Βινίκιος έθλιψεν εις τα χείλη του την χείρα της λατρευτής του.

Εκάθησαν επί λιθίνου βάθρου εν μέσω των ανθισμένων λευκακανθών.

— Οποία γαλήνη και πόσον ωραίος είναι ο κόσμος! είπε χαμηλοφώνως ο Βινίκιος. Αισθάνομαι τον εαυτόν μου ευτυχή όσον ουδέποτε τον ησθάνθην καθ' όλην την ζωήν μου. Ποτέ δεν είχα υποθέσει ότι δύναται να υπάρξη έρως του είδους τούτου. Ειπέ μοι, Λίγεια, πόθεν προέρχεται τούτο;

— Ναι! Η ευτυχία αυτή είναι δώρον του Χριστού.

Εστήριξε το χαριτωμένον πρόσωπόν της επί του ώμου του νεανίου.

— Μάρκε, αγαπητέ μου!

Δεν ηδυνήθη να είπη περισσότερα. Η χαρά, η ευγνωμοσύνη και η βεβαιότης ότι τώρα εκείνη είχε το δικαίωμα να αγαπά, είχον πληρώσει δακρύων τους οφθαλμούς της. Ο Βινίκιος την έθλιψεν επάνω του.

Εκείνη είπε χαμηλοφώνως:

— Σε αγαπώ, Μάρκε.

Έμειναν πάλιν σιωπηλοί. Ο κήπος ήρχισε να επαργυρούται με τας ακτίνας της ανατελλούσης σελήνης. Τέλος ο Βινίκιος ωμίλησεν:

— Ειξεύρω . . . μόλις εισήλθον, μόλις ησπάσθην τας αγαπητάς χείρας σου, ανέγνωσα εις τους οφθαλμούς σου την εξής ερώτησιν· «Εισέδυσες εις το θείον δόγμα, το οποίον πρεσβεύω, εβαπτίσθης;» Όχι· δεν εβαπτίσθην ακόμη και ιδού διατί, άνθος μου! ο Παύλος μου είπε· «Σε έπεισα ότι ο Θεός ήλθεν εις τον κόσμον και εκουσίως εσταυρώθη διά την σωτηρίαν του ανθρωπίνου γένους, αλλά μάλλον εις τον Πέτρον αρμόζει να σε καθαρίση εις την πηγήν της χάριτος, διότι αυτός πρώτος σε ηυλόγησε». Και έπειτα, θέλω, συ, ω θησαυρέ μου, να παραστής εις την βάπτισίν μου, και η Πομπωνία να μου χρησιμεύση ως ανάδοχος. Διά τούτο δεν εβαπτίσθην ακόμη, καίτοι πιστεύω εις τον Σωτήρα μας και εις την γλυκείαν διδασκαλίαν του.

Η Λίγεια είχε βυθίσει εις τους ιδικούς του τους γαλανούς οφθαλμούς της, οίτινες υπό τας ακτίνας της σελήνης ωμοίαζον με μυστικά άνθη, με άνθη υγρά από την δρόσον.

— Ναι, Μάρκε! Είναι αληθές!

Και μετά τινας στιγμάς σιωπής:

— Θα είσαι η ψυχή της ψυχής μου, θα είσαι το πολυτιμότερόν μου αγαθόν, είπεν ο Βινίκιος με φωνήν πνιγμένην και τρέμουσαν. Αι καρδίαι μας θα πάλλουν ηνωμέναι, θα ζώμεν ομού, θα λατρεύωμεν ομού τον Ιησούν. Ειπέ λέξιν και θα εγκαταλείπωμεν την Ρώμην διά να κατοικήσωμεν μακράν.

Και εκείνη, στηρίζουσα την κεφαλήν επί του ώμου του μνηστήρος της, απεκρίθη:

— Καλά, Μάρκε. Μου ωμίλησες περί της Σικελίας. Εις την Σικελίαν θέλουν και οι Άουλοι να διέλθουν το γήρας των.

— Ναι, αγαπητή μου. Τα κτήματά μας είναι πλησίον. Είναι μία θαυμασία παραλία, όπου το κλίμα είναι ηπιώτερον και αι νύκτες γαληνιώτεραι παρά εις την Ρώμην . . . Εκεί η ζωή και η ευτυχία είναι ηνωμέναι.

Έμειναν και οι δύο σιωπηλοί προβλέποντες το μέλλον. Εκείνος την έθλιψεν επί του στήθους του. Εις την συνοικίαν, κατοικουμένην υπό πτωχών εργατών, το παν εκοιμάτο ήδη.

— Και θα βλέπω την Πομπωνίαν; επανέλαβεν η Λίγεια.

— Ναι, αγαπητή μου. Θα τους προσκαλέσωμεν να έλθουν εις την έπαυλίν μας ή ημείς θα υπάγωμεν εις την οικίαν των. Θέλεις να πάρωμεν μαζί μας τον Απόστολον Πέτρον; Τον βαρύνει η ηλικία και είναι κατάκοπος, θα έρχεται και ο Παύλος να μας βλέπη. Θα εκχριστιανίση και τον Άουλον Πλαύτιον, και ως στρατιώται θα ιδρύσωμεν μίαν αποικίαν, αποικίαν χριστιανικήν.

— Σε αγαπώ, έλεγεν η Λίγεια.

Εκείνος είχε στηρίξει τα χείλη του επί των χειρών της νεάνιδος. Προς στιγμήν δεν ήκουον ειμή τους παλμούς της καρδίας των. Ουδ' ο παραμικρός άνεμος ηκούετο, και αι κυπάρισσοι ήσαν ακίνητοι. Αίφνης η σιγή αύτη διεκόπη από βαρείαν βροντήν, ως να εξήρχετο εκ των υποχθονίων. Η Λίγεια εφρικίασεν.

— Είναι λέοντες βρυχώμενοι εις τα θηριοτροφεία, είπεν ο Βινίκιος.

Ενέτειναν την προσοχήν των. τον πρώτον βρυχηθμόν επηκολούθησε δεύτερος, είτα τρίτος, δέκατος . . . . Υπήρχον ενίοτε εις την πόλιν πολλαί χιλιάδες λεόντων εις τα δεσμωτήρια των διαφόρων παλαιστρών και συχνά ήρχοντο να στηρίζουν τα μελαγχολικά ρύγχη των εις τας κιγκλίδας. Την στιγμήν εκείνην κατελαμβάνοντο από την νοσταλγίαν της ερήμου και της ελευθερίας και αι φωναί των επαναλαμβανόμεναι εν μέσω της σιωπηλής νυκτός επλήρουν διά βρυχηθμών την πόλιν.

Η Λίγεια ήκουε τας φωνάς ταύτας με την καρδίαν περισφιγγομένην υπό παραλόγου τρόμου.

Ο Βινίκιος την περιέβαλε με τους βραχίονάς του.

— Μη φοβήσαι τίποτε, αγαπητή. Οι αγώνες των θηριομαχιών εγγίζουν και διά τούτο όλα τα θηριοτροφεία είναι πλήρη.

Εισήλθον πάλιν εις την μικράν οικίαν του Λίνου, συνοδευόμενοι ακόμη από τους βρυχηθμούς των θηρίων, οίτινες καθίσταντο φοβερώτεροι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Εις το Άντιον ο Πετρώνιος κατήγε νίκας σχεδόν καθημερινώς κατά των Αυγουστιανών, οι οποίοι επεδίωκον διά ραδιουργιών την εύνοιαν του Καίσαρος. Η επιρροή του Τιγγελίνου είχεν εκπέσει εντελώς. Εν Ρώμη, όταν έπρεπε να υποτάξη όσους εφαίνοντο επικίνδυνοι, να λεηλατήση τας περιουσίας των, να διαπραγματευθή πολιτικάς υποθέσεις, να μηχανευθή επιδείξεις ή να ικανοποιήση τας τερατώδεις ιδιοτροπίας του Καίσαρος, ο Τιγγελίνος ήτο ο απαραίτητος άνθρωπος.

Αλλ' εις το Άντιον ο Καίσαρ έζη βίον ελληνικόν. Από πρωίας μέχρις εσπέρας απήγγελλον στίχους και συνεζήτουν περί της κατασκευής των, ησχολούντο περί μουσικής, περί θεάτρου, περί παντός ό,τι εφεύρε το ελληνικόν πνεύμα προς εξωραϊσμόν της υπάρξεως.

Υπό τους όρους τούτους, ο Πετρώνιος, ασυγκρίτως μάλλον πεπαιδευμένος ή ο Τιγγελίνος και όλοι οι άλλοι Αυγουστιανοί, πνευματώδης, εύγλωττος, γόνιμος την φαντασίαν εις πανουργίας, ώφειλε να υπερισχύη. Ο Καίσαρ επεζήτει την συντροφίαν του, ανησυχεί διά τας γνώμας του, εζήτει την συμβουλήν του και τω εδείκνυε θερμήν φιλίαν. Εις όλους τους περιστοιχίζοντας αυτόν εφαίνετο ότι η υπεροχή του ήτο αναμφισβήτητος. Ο Πετρώνιος, με την συνήθη αδιαφορίαν του, εφαίνετο ότι δεν έδιδε καμμίαν σημασίαν εις την θέσιν του· έμενε πνευματώδης και σκεπτικός. Συνήθως εφαίνετο εις τους ανθρώπους ότι εχλεύαζεν αυτούς, τον εαυτόν του, τον Καίσαρα και όλον τον κόσμον.

Ενίοτε ετόλμα να επικρίνη τον Καίσαρα κατά πρόσωπον και ενώ τον εθεώρουν ήδη χαμένον, αίφνης εποίκιλλε την κριτικήν του με τοιούτον τρόπον, ώστε αύτη εστρέφετο προς όφελός του και εστερέωνε την θέσιν του.

Ο Καίσαρ ανεγίνωσκεν εις τους οικείους του απόσπασμα του ποιήματός του «Η πυρπόλησις της Τροίας». Όταν ετελείωσε και αντήχουν αι κραυγαί του ενθουσιασμού των ακροατών, ο Πετρώνιος ερωτηθείς διά του βλέμματος υπό του Καίσαρος είπε:

— Αυτοί οι στίχοι είναι καλοί διά την φωτιάν . . .

Οι ακροαταί έμειναν εμβρόντητοι. Έκαστος ησθάνθη την καρδίαν του περισφιγγομένην υπό τρόμου. Ο Νέρων πράγματι ποτέ δεν είχεν ακούσει τοιαύτην κρίσιν από το στόμα κανενός.

Ο Τιγγελίνος έχαιρεν, ο Βινίκιος ωχρίασε νομίσας ότι ο Πετρώνιος, όστις ουδέποτε εμεθύσκετο, είχε παραπίει την φοράν αυτήν.

Με φωνήν γλυκείαν, εις την οποίαν έπαλλεν η μνησικακία της τρωθείσης φιλαυτίας του, ο Καίσαρ ηρώτησε:

— Και τι άσχημον ευρίσκεις εις αυτούς;

Ο Πετρώνιος τότε:

— Μη τους πιστεύης αυτούς, είπε δεικνύων τους περιστοιχίζοντας αυτόν, δεν εννοούν τίποτε. Με ερωτάς τι άσχημον υπάρχει εις τους στίχους τούτους; Εάν θέλης την αλήθειαν, ιδού: οι στίχοι αυτοί είναι καλοί διά τον Βιργίλιον, καλοί διά τον Οβίδιον, καλοί επίσης διά τον Όμηρον όχι διά Σε. Δεν εδικαιούσο να τους γράψης. Η πυρκαϊά αυτή, την οποίαν περιγράφεις, δεν φλέγει αρκετά, το πυρ σου δεν καίει μετά σφοδρότητος. Μη ακούης τας κολακείας του Λουκιανού. Διά τοιούτους στίχους θα ανεγνώριζα εις αυτόν πνεύμα, όχι εις σε, διότι συ είσαι μεγαλείτερος από αυτούς. Δικαιούται κανείς να απαιτή περισσότερα από Σε, όστις έλαβες το παν από τους θεούς. Αλλά υπείκεις εις την οκνηρίαν. Λαμβάνεις τον μεταμεσημβρινόν ύπνον σου ευθύς μετά το πρόγευμα, ενώ έπρεπε να εργάζεσαι αδιακόπως. Εις Σε, όστις δύνασαι να παραγάγης έργον προ του οποίου όλα να αμαυρωθώσιν, απαντώ λοιπόν κατά πρόσωπον: «Κάμε καλλίτερους στίχους».

Ωμίλει χωρίς να φαίνεται ότι έδιδε σπουδαιότητα εις τους λόγους του, ειρωνευόμενος και επιπλήττων συγχρόνως, αλλ' οι οφθαλμοί του Καίσαρος ήσαν υγροί εκ χαράς.

— Οι θεοί μου έδωκαν μικρόν τάλαντον, αλλά μου έδωκαν κάτι περισσότερον, ένα αληθινόν γνώστην και ένα φίλον, όστις μόνος ηξεύρει να λέγη την αλήθειαν κατά πρόσωπον.

Ειπών ταύτα ο Καίσαρ έτεινε την πυρότριχα χείρα του προς χρυσήν τινα λυχνίαν, λείψανον της λεηλασίας των Δελφών, διά να καύση τους στίχους του.

Αλλ' ο Πετρώνιος τους απέσπασεν από των χειρών του πριν ή η φλοξ θίξη τον πάπυρον.

— Όχι, όχι, είπε· αν και είναι ανάξιοι σου οι στίχοι ούτοι, ανήκουσιν εις την ανθρωπότητα. Άφες τους εις εμέ.

— Επίτρεψόν μοι να σου τους αποστείλω εντός κυτίου της ιδίας μου κατασκευής, απεκρίθη ο Καίσαρ, θλίβων τον Πετρώνιον επί του στήθους του.

Και προσέθηκε:

— Ναι, έχεις δίκαιον. Η Τροία μου καίει με πυρ φειδωλόν. Είχα πιστεύσει εν τοσούτω ότι εάν εξισούμην με τον Όμηρον, τούτο θα ήρκει. Αλλά μου ήνοιξες τους οφθαλμούς. Και ηξεύρεις πόθεν προέρχεται εκείνο, διά το οποίον με κατηγορείς; Είς γλύπτης, όταν θέλη να πλάση άγαλμα Θεού τινος, ζητεί και ευρίσκει υπόδειγμα, και εγώ υπόδειγμα δεν είχον· δεν είδα ποτέ πόλιν πυρπολουμένην. Μάκαρες οι Αχαιοί οίτινες επρομήθευσαν εις τον Όμηρον την υπόθεσιν της Ιλιάδος. Και εγώ; Εγώ δεν είδα πόλιν πυρπολουμένην!

Έγινε σιωπή, την οποίαν διέκοψε τέλος ο Τιγγελίνος διά των λέξεων τούτων:

— Σοι το είπον ήδη, Καίσαρ, διάταξε το και καίω το Άντιον. Ή, εάν τυχόν λυπήσαι τας επαύλεις ταύτας και τα μέγαρα ταύτα, θα πυρπολήσω τα πλοία εις την Όστιαν, ή πάλιν, θα διατάξω να κατασκευάσουν επί των Αλβανικών ορέων μίαν ξυλίνην πόλιν, εις την οποίαν συ θα θέσης το πυρ. Θέλεις;

Ο Νέρων έρριψε προς αυτόν βλέμμα πλήρες περιφρονήσεως.

— Εγώ να γίνω θεατής ξυλίνων παραπηγμάτων καιομένων! Ο εγκέφαλος σου εσκληρύνθη, Τιγγελίνε. Εκτός τούτου, βλέπω ότι δεν εκτιμάς ποσώς το τάλαντόν μου και την Τροίαν μου, επειδή κρίνεις αυτά ανάξια μεγαλειτέρας θυσίας.

Ο Τιγγελίνος ωχρίασεν. Ο Νέρων, ως εάν ήθελε να αλλάξη ομιλίαν, προσέθηκεν:

— Έρχεται το θέρος. Πώς θα πληρωθή δυσωδίας η Ρώμη! . . . Και όμως θα είναι ανάγκη να επανέλθω διά τους αγώνας τους θέρους.

Αποτόμως ο Τιγγελίνος είπε:

— Καίσαρ, όταν αποπέμψης τους Αυγουστιανούς, επίτρεψόν μοι να μείνω μόνος μίαν στιγμήν μετά σου.

Μετά μίαν ώραν, ο Βινίκιος επέστρεφεν εκ της αυτοκρατορικής επαύλεως μετά του Πετρωνίου.

— Μου επροξένησες στιγμήν τρόμου, είπε. Σε ενόμισα μεθυσμένον και χαμένον χωρίς ελπίδα. Μη λησμονής, ότι παίζεις με τον θάνατον.

— Εκεί είναι η κονίστρα μου, απήντησε νωχελώς ο Πετρώνιος, και τέρπομαι παρατηρών ότι είμαι καλός θηριομάχος. Η επιρροή μου ηύξησε περισσότερον απόψε. Εάν επέμενον απολύτως, θα ηδυνάμην να εξολοθρεύσω τον Τιγγελίνον και να καταλάβω την θέσιν του ως αρχηγού των πραιτωριανών. Τότε θα είχα εις τας χείρας μου και αυτόν τον Αενόβαρβον· αλλ' αυτό θα ήτο δι' εμέ μεγάλη φροντίς και προτιμώ ακόμη την ζωήν, την οποίαν διάγω, μάλιστα και με τους στίχους του Καίσαρος.

— Οποία επιδεξιότης να μεταβάλης τον ψόγον εις κολακείαν!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

Ο Νέρων μετά δύο ημέρας επαιάνιζε και έψαλλεν ένα ύμνον, τον οποίον είχε συνθέσει και τονίσει ο ίδιος προς τιμήν της Κύπριδος (Αφροδίτης). Έχων πολύ ανοικτήν την φωνήν του την ημέραν εκείνην ησθάνετο ότι η μουσική του εγοήτευε τους ακροατάς. Η πεποίθησις αύτη προσέδιδε τόσην έντασιν εις το όνομά του και ελίκνιζε τόσον ευχαρίστως την ψυχήν του, ώστε εφαίνετο εμπνευσμένος. Εις το τέλος, ωχρίασεν εξ ειλικρινούς συγκινήσεως. Διά πρώτην φοράν βεβαίως δεν ηθέλησε να ακούση τους επαίνους των ακροατών. Εις μίαν στιγμήν έμεινε καθήμενος, με τας χείρας στηριγμένας επί της κιθάρας και με την κεφαλήν σκυμμένην, έπειτα ηγέρθη αποτόμως και είπε:

— Εκουράσθην και έχω ανάγκην αέρος. Ας χορδίσουν την κιθάραν.

Και ετύλιξε τον λαιμόν του με μεταξωτόν μανδήλιον.

— Έλθετε μετ' εμού, είπε στραφείς προς τον Πετρώνιον και τον Βινίκιον, καθημένους εις τινα γωνίαν της αιθούσης. Συ, Βινίκιε, δος μου τον βραχίονά σου, διότι αι δυνάμεις μου λείπουν, ο δε Πετρώνιος θα μου ομιλήση περί μουσικής.

Ευρίσκοντο τώρα επί του δώματος του παλατιού του πλακοστρωμένου με αλάβαστρον και εστρωμένου με σαφράν.

— Εδώ αναπνέει τις καλλίτερα, είπεν ο Νέρων. Η ψυχή μου είναι τεταραγμένη και μελαγχολική, καίτοι αισθάνομαι ότι με εκείνο το οποίον έψαλα ως δοκίμιον, δύναμαι να εμφανισθώ εις το κοινόν και ότι θα καταγάγω θρίαμβον, οποίον ουδέποτε κατήγαγε Ρωμαίος.

— Δύνασαι να εμφανισθής εδώ, εις την Ρώμην και ανά την Αχαΐαν. Σε εθαύμασα με όλην την ψυχήν μου, θεσπέσιε, απήντησεν ο Πετρώνιος.

— Το ηξεύρω. Είσαι πολύ οκνηρός εις το να εκφράσης τον έπαινον. Αλλ' είσαι ειλικρινής, όπως ο Τούλλιος Σενεκίων αλλά συ είσαι ειδικώτερος αυτού. Διετύπωσες αυτήν την ιδέαν μου και διά τούτο λέγω πάντοτε ότι εις όλην την Ρώμην συ μόνος ηξεύρεις να με εννοής.

Εσιώπησαν, και, εις μίαν στιγμήν, η σιγή του περιπάτου των εταράχθη μόνον από τον ελαφρόν κρότον του σαφρά υπό τα βήματά των.

— Εγώ, ως βλέπεις, είπε τέλος ο Νέρων, είμαι καθ' όλα καλλιτέχνης, και επειδή η μουσική μου ανοίγει εις το άπειρον αρρήτους προσδοκίας, οφείλω εις τους θεούς το ότι εξερευνώ το άπειρον τούτο. Λοιπόν, διά να επιτραπή να πατήσω την χώραν της Ολυμπίας, δεν πρέπει να εκτελέσω θαυμασίαν πράξιν εξιλασμού; Απόψε είναι νυξ των εκμυστηρεύσεων· σου ανοίγω λοιπόν την ψυχήν μου, φίλε . . . Νομίζεις, πώς αγνοώ ότι εν Ρώμη αι επιγραφαί των τοίχων με υβρίζουσιν, ότι με αποκαλούσι μητροκτόνον, συζυγοκτόνον, ότι με παριστώσιν ως τέρας και δήμιον, επειδή ο Τιγγελίνος επέτυχε παρ' εμού αποφάσεις τινάς θανάτου κατά των εχθρών μου; Ναι, αγαπητέ μου, με θεωρούσιν ως τέρας και το ηξεύρω. .

— Πρέπει να σε γνωρίση τις τόσον εγγύθεν όσον εγώ, είπεν ο Πετρώνιος. Η Ρώμη δεν ηδυνήθη ποτέ να σε εκτιμήση.

Ο Καίσαρ εστηρίχθη ισχυρότερον εις τον βραχίονα του Βινικίου, ως εάν εκάμπτετο υπό το βάρος της αδικίας, και εξηκολούθησε:

— Με κατηγορούν ότι είμαι τρελλός. Όχι, δεν είμαι τρελλός, ζητώ . . . . .

Επλησίασε τα χείλη του εις το ους του Πετρωνίου, και χαμηλοφώνως, διά να μη δυνηθή να ακούση ο Βινίκιος:

— Εις τας πύλας του κόσμου του αγνώστου, ηθέλησα να κάμω την μεγίστην θυσίαν, την οποίαν ποτέ δεν ηδύνατο να κάμη άνθρωπος . . . . Η μήτηρ μου, η σύζυγός μου . . . δι' αυτό απωλέσθησαν . . . Αλλ' η θυσία μου δεν ήτο αρκετή. Διά να ανοιχθώσιν ολίγον αι πύλαι της κατοικίας των θεών, χρειάζεται μάλλον πανηγυρική θυσία. Ας πληρωθή η θέλησις των χρησμών!

— Ποίον είναι το σχέδιόν σου;

— Θα ίδης· θα ίδης και ταχύτερον ή όσον σκέπτεσαι. Εν τούτοις μάθε ότι υπάρχουσι δυο Νέρωνες· εκείνος ον γνωρίζουσιν οι άνθρωποι· ο άλλος, ο καλλιτέχνης, τον οποίον μόνον συ γνωρίζεις.

— Συμπαθώ εξ όλης καρδίας προς τους πόνους σου, ω Καίσαρ, και μετ' εμού συμπονούσι και η γη και αι θάλασσαι, χωρίς να συμπεριλάβω τον Βινίκιον, όστις έχει λατρείαν διά σε εις το βάθος της ψυχής του.

— Μου ήτο πάντοτε προσφιλής και ούτος, είπεν ο Νέρων, αν και υπηρετή τον Άρην και όχι τας Μούσας . . .

— Είναι κυρίως θεράπων της Αφροδίτης, υπέλαβεν ο Πετρώνιος:

Και αίφνης απεφάσισε να κανονίση την υπόθεσιν του ανεψιού του.

— Είναι ερωτευμένος όσον ερωτευμένος υπήρξεν ο Τρωίλος με την Κασσάνδραν. Επίτρεψον αυτώ, δέσποτα, να επιστρέψη εις Ρώμην· άλλως θα ετήκετο εδώ προ των οφθαλμών σου. Ηξεύρεις ότι η όμηρος Λίγεια, την οποίαν του είχες δώσει, ανευρέθη, και ότι ο Βινίκιος, αναχωρών εις Άντιον, την αφήκεν υπό την προστασίαν ενός Λίνου ονόματι. Δεν σου ωμίλησα περί αυτής, διότι συνέθετες τον ύμνον σου, όπερ ήτο το σπουδαιότερον όλων. Ο Βινίκιος εμαγεύθη με την αρετήν της και θέλει να νυμφευθή την ωραίαν κόρην. Αλλ' ως πιστός στρατιώτης, στενάζει, τήκεται, οιμώζει και περιμένει την έγκρισιν του αυτοκράτορός του.

— Ο αυτοκράτωρ δεν εκλέγει τας συζύγους των στρατιωτών του. Ποίαν ανάγκην έχει της εγκρίσεώς μου;

— Σου το είπον, αυθέντα, έχει λατρείαν προς σε.

— Λοιπόν, το εγκρίνω! Είναι ωραία κόρη, αλλά πολύ στενή εις τα ισχία. Η Αυγούστα Ποππέα μου έκαμε παράπονα, κατηγορούσα αυτήν ότι έκαμε μαγείαν κατά του θυγατρίου μας εις τους κήπους του Παλατινού.

— Αλλ' εγώ παρετήρησα εις τον Τιγγελίνον, ότι οι θεοί δεν υπόκεινται εις μαγείαν. Ενθυμείσαι, ω θείε άναξ, ότι εταράχθης, και συ αυτός έκραξες ότι είχον δίκαιον;

— Ενθυμούμαι.

Είτα στραφείς ο Καίσαρ προς τον Βινίκιον είπε:

— Την αγαπάς όσον λέγει ο Πετρώνιος;

— Ναι, την αγαπώ, άναξ.

— Λοιπόν! σε προστάττω να αναχωρήσης ευθύς αύριον εις Ρώμην, να την νυμφευθής και να μη εμφανισθής εκ νέου ενώπιόν μου, ειμή με τον δακτύλιον του γάμου.

— Ευχαριστώ, άναξ, εκ βάθους της καρδίας και της ψυχής μου, ευχαριστώ!

— Πόσον ευχάριστον είναι να κάμη τις άλλους ευτυχείς! είπεν ο Καίσαρ, θα ήθελα να μη έχω άλλο έργον.

Δαψίλευσόν μας ακόμη μίαν χάριν, θεσπέσιε, είπεν ο Πετρώνιος, και εκδήλωσον την θέλησίν σου ενώπιόν της Αυγούστας. Ο Βινίκιος δεν θα ετόλμα να νυμφευθή μίαν γυναίκα, κατά της οποίας η Αυγούστα θα είχε παράπονα. Αλλά συ, ω άναξ, θα διαλύσης με μίαν λέξιν πάσαν προκατάληψιν, διακηρύττων ότι ούτω διέταξες Συ.

— Δεν δύναμαι τίποτε να σας αρνηθώ, ούτε εις σε ούτε εις τον Βινίκιον, είπεν ο Καίσαρ.

Μεθ' ό εισήλθεν εις την έπαυλιν και εκείνοι τον ηκολούθησαν με την καρδίαν χαίρουσαν εκ της επιτυχίας.

Εις το Άτριον, ο νεαρός Νέρβας και ο Τούλιος Σενεκίων έτερπον την Αυγούσταν με τας φλυαρίας των. Ο Τέρπνος και ο Διόδωρος εχόρδιζον τας κιθάρας. Ο Καίσαρ, μόλις εισήλθεν, εκάθισεν επί έδρας κογχυλοκολλήτου και αφού εψιθύρισε λέξεις τινάς εις το ους νεαρού τινος ακολούθου Έλληνος, επερίμενεν.

Ο ακόλουθος επανήλθε μετ' ολίγον φέρων χρυσούν κάνιστρον. Ο Νέρων έλαβεν εκ του κανίστρου λαμπρόν περιδέραιον εκ χονδρών λίθων, το περιέφερεν επί τινα λεπτά εντός της χειρός του·

— Ιδού κοσμήματα άξια της εσπέρας ταύτης, είπε.

— Λάμπουν σαν την αυγήν, είπεν η Ποππέα, ούσα βεβαία ότι το περιδέραιον εκείνο προωρίζετο δι' αυτήν. Αλλ' ο Καίσαρ έπαιξεν ολίγον με τας ιριδώδεις πέτρας και έπειτα καλέσας πλησίον του τον Βινίκιον τω είπε:

— Λάβε αυτό, νεαρέ τριβούνε, είναι το γαμήλιον δώρον μου· με το περιδέραιον αυτό θα περιβάλης τον λαιμόν της μικράς Λιγειανής πριγκηπίσσης, της ομήρου μου, την οποίαν σε διατάσσω να νυμφευθής.

Η Ποππέα έμεινεν ως κεραυνόπληκτος εις το άκουσμα τούτο και εξεμάνη δάκνουσα εξ οργής και μίσους τα χείλη της, έρριπτε δε βλέμματα πλήρη αγανακτήσεως πότε προς τον Βινίκιον και πότε προς τον Πετρώνιον. Αλλ' ούτος, σκυμμένος νωχελώς έφερε την χείρα του επί του ξύλου μίας άρπης, ως εάν ήθελε να μελετήση προσεκτικώς την κυρτότητα αυτής.

Ο Βινίκιος, αφού ηυχαρίστησε διά το περιδέραιον, επλησίασε τον Πετρώνιον.

— Πώς να σου αποδείξω την ευγνωμοσύνην μου δι' ό,τι έπραξες προς χάριν μου σήμερον;

— Είθε η τύχη να σε ευνοή! Αλλ' άκουσον: ιδού ότι ο Καίσαρ αναλαμβάνει την φόρμιγγα του. Κράτησε την αναπνοήν σου, άκουσε και χύσε δάκρυα.

Πράγματι, ο Νέρων είχεν εγερθή με την φόρμιγγα ανά χείρας και με τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν. Εις την αίθουσαν αι συνομιλίαι είχον παύσει, όλοι οι ακροαταί ίσταντο ακίνητοι, ως απολιθωμένοι. Μόνον ο Τέρπνος και ο Διόδωρος, οίτινες έμελλον να συνοδεύσουν τον Καίσαρα εις το άσμα, έστρεφον την κεφαλήν οτέ μεν προς αλλήλους, οτέ δε προς τον Καίσαρα αναμένοντες τους πρώτους φθόγγους του άσματος.

Αίφνης εις το προαύλιον ηκούσθη θόρυβος ασυνήθης, φωναί και θόρυβος ανθρώπων, οίτινες έτρεχον. Το παραπέτασμα της θύρας ηνοίχθη αποτόμως και εφάνησαν ο απελεύθερος του αυτοκράτορος Φάων και όπισθεν αυτού ο ύπατος Λικίνιος.

Ο Νέρων συνωφρυώθη.

— Τι συμβαίνει; ηρώτησεν ανυπομονών.

— Συγγνώμην, θείε αυτοκράτωρ, είπεν ο Φάων με ασθμαίνουσαν φωνήν. Η Ρώμη καίεται. Το μεγαλείτερον μέρος της πόλεως ευρίσκεται εντός των φλογών.

Όλοι οι παρεστώτες έγιναν κάτωχροι και ηγέρθησαν αποτόμως. Ο Νέρων απέθεσε την φόρμιγγα και υψώσας τας χείρας προς τον ουρανόν με φωνήν ενθουσιώδη ανεφώνησε:

— Δίκαιοι θεοί! Σας ευχαριστώ διότι με ηξιώσατε να ίδω πόλιν καιομένην. Τώρα το ποιητικόν μου έργον «Η πυρπόλησις της Τροίας» θα γίνη αριστούργημα· έπειτα στραφείς προς τον ύπατον ηρώτησεν:

— Εάν αναχωρήσω αμέσως, διά να φθάσω το ταχύτερον διά να ίδω την Ρώμην καιομένην και να την απολαύσω εντός των φλογών;

— Καίσαρ, απήντησεν ο ύπατος κάτωχρος ως πανίον, η πόλις ολόκληρος είναι ωκεανός φλογών. Ο καπνός πνίγει τους κατοίκους οίτινες πίπτουν ασφυκτιώντες ή ορμούν εις το πυρ ως παράφρονες Η Ρώμη εχάθη, Καίσαρ!

Επήλθε σιγή. Ο Βινίκιος συνοφρυωθείς έφερε την χείρα του εις το μέτωπον και εν εξάλλω παραφορά ανεφώνησε:

— Άα! Αλλοίμονον εις εμέ, αλλοίμονον!

Και ο νεανίας απορρίψας την τήβεννόν του, επήδησεν έξω της αιθούσης.

Ο Νέρων ύψωσε τους βραχίονας εις τον ουρανόν και ανέκραξε:

— Δυστυχία σου, αγιωτάτη πόλις του Πριάμου! . . .

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings