Front matter (continued 3)
Reading edition
Η Ευανθία είδε τον παπαγάλο που κοίταζε έτσι κωμικά, και γέλασε.
- Τον πονηρό, είπε και άπλωσε το χέρι της να τον χαδέψει.
Μα ο παπαγάλος τίναξε τη μύτη εμπρός και της δάγκασε το δάχτυλο.
Η Ευανθία φώναξε, και καθώς τα μάτια της αντικρυστήκαν με του παπαγάλου, η Μαρίκα είδε πως και των δυο τα βλέμματα πέταξαν μια όμοια λάμψη∙ μια λάμψη κίτρινη.
Ο παπαγάλος πήγε στο παράθυρο και στάθηκε στο ένα πόδι ορθός και κοίταζε από κει, ενώ η Μαρίκα και η Ευανθία έμεναν αμίλητες.
Πίσω τους είχε έρθει σιγά η γιαγιά και στάθηκε, μα ήταν με τις παντούφλες και δεν την κατάλαβαν. Την πρόδωσε όμως ο παπαγάλος που φώναξε «γιαγιά», και η Ευανθία γύρισε και γέλασε.
Μα η γιαγιά έμενε ορθή και κοίταζε, σα να μην ήξερε γιατί είχε μπει, σα να μην ήξερε τι κοίταζε. Η Ευανθία της έδειξε το φόρεμα στο φιγουρίνι∙ και το έδειξε και της Μαρίκας πάλι και στάθηκαν και οι τρεις και το κοίταζαν.
Αλλά σε λίγο ακούστηκε στο διάδρομο το βήμα της κυρίας Αγλαΐας, και ο παπαγάλος πρώτος μαζεύτηκε και ζάρωσε στην άκρη στο παράθυρο. Έπειτα σύρθηκε πίσω και η γιαγιά όταν την είδε δεν την περίμενε να σηκωθεί και είχε φορέσει τις παντούφλες. Περίμενε όσο που η κυρία Αγλαΐα πήγε και στάθηκε μπροστά στις γλάστρες της, και τότε έφυγε κλεφτά από την κάμαρα η γιαγιά.
Η κυρία Αγλαΐα γύρισε από τις γλάστρες της στην εταζέρα, έπειτα στο μπουφέ. Έπειτα γύρισε στην Ευανθία, και η Ευανθία της έδειξε το φόρεμα στο φιγουρίνι.
Η κυρία Αγλαΐα το κοίταξε. Έπειτα, όταν κάθισε, το ξανακοίταξε, αλλά δεν είπε γνώμη. Θυμήθηκε μόνο την τουαλέτα της Φιφίκας.
- Άμα θυμούμαι τα κίτρινα φτερά! είπε και γέλασε.
Ύστερα ρώτησε για το ταξίδι της Φιφίκας.
- Τι κωμωδία! είπε και ξαναγέλασε.
Η Ευανθία την κοίταξε και δε μιλούσε. Μα όταν η κυρία Αγλαΐα τη ρώτησε:
- Μα δε σου είπε ποιόν θα πάρει; το λοχαγό ή το νομάρχη;
- Πιστεύω, το λοχαγό, απάντησε η Ευανθία κ’ έκαμε να γελάσει.
Μα η κυρία Αγλαΐα δε γέλασε.
- Βέβαια, ένας νομάρχης, είπε με τόνο σοβαρό.
Δεν τελείωσε∙ εξήγησε μονάχα τι είναι ένας νομάρχης. Και διηγήθηκε όπως πάντα για τη νομαρχία.
Μα ούτε η Μαρίκα ούτε η Ευανθία πρόσεχαν πολύ. Η Ευανθία δεν έδειξε πολλή διάθεση ούτε όταν ύστερα η κυρία Αγλαΐα ξαναπήρε το φιγουρίνι και κοίταζε το φόρεμα που της έδειξε πρωτύτερα.
- Ναι, ναι, ψιθύριζε μόνο ή κουνούσε το κεφάλι σ’ ό,τι της έλεγε γι’ αυτό η κυρία Αγλαΐα.
Σα να είχε αλλού το νου, σα να έγινε με μιας ανήσυχη. Η Μαρίκα την πρόσεξε που πήγε στο παράθυρο, που βγήκε έξω και ξαναγύρισε και ξαναβγήκε. Και μια στιγμή που έπιασε τα μάτια της που κοίταζαν στην πόρτα, γύρισε και την κοίταζε κι αυτή σα να μην ήθελε να κρύψει γιατί την κοίταζε.
ΧΧΙΙΙ
Ευανθία περίμενα άδικα∙ ο Στέφανος δεν πήγε. Ξεκίνησε να πάει, αλλά σταμάτησε στο δρόμο∙ μπροστά στη θάλασσα. Η μέρα πήρε προς το βράδυ και ξεθόλωνε, και η θάλασσα είχε γίνει κίτρινη στο μάκρος∙ μπροστά όμως έμενε σταχτιά, σταχτιά και μελαγχολική. Μερικά καΐκια αραγμένα με τα πανιά ριχτά φάνηκαν του Στέφανου σαν ξεχασμένα, πεταγμένα έρημα εκεί κ’ έκαναν το ακρογιάλι πιο σκοτεινό και θλιβερό.
Έφυγε κείθε, μα στην πλατεία απάντησε το φίλο του ποιητή πιο θλιβερό. Δεν πρόσεξε τι του μιλούσε, πρόσεξε μόνο τα πανταλόνια του που κρέμονταν∙ και θυμήθηκε το αστείο της Ευανθίας, αλλά δε γέλασε. Έξαφνα είδε την κυρία Κατίγκω που περνούσε μαζί με τη Φιφίκα. Άφησε κείνον και πλησίασε αυτές.
Μα η κυρία Κατίγκω μίλησε αμέσως για την Ευανθία, και η Φιφίκα ρώτησε:
- Τι κάνει αλήθεια η Ευανθία;
Ο Στέφανος την κοίταξε. Μόλις κρατήθηκε και δεν τη ρώτησε: τι κάνει ο λοχαγός. Ξαφνικά όμως μίλησε για τον κύριο νομάρχη.
Και τις άφησε και κείνες και προχώρησε.
Μα όταν πλησίασε στο σπίτι της Μαρίκας, ξανασταμάτησε σα να θυμήθηκε κάτι έξαφνα. Το σπίτι το έκρυβαν σχεδόν τα πεύκα, φαινόταν μόνο η σιδερένια πόρτα της αυλής. Στάθηκε και την κοίταζε, μα δεν πλησίασε. Προχώρησε στο δρόμο∙ και σε λίγο βρέθηκε πάλι μπροστά στη θάλασσα. Ήταν ακόμα σκοτεινή, το μάκρος όμως έφεγγε τώρα χρυσοκόκκινο, και ο ουρανός στην άκρη πέρα είχε βαφεί ολοπόρφυρος.
Ο Στέφανος κάθισε. Βράδιαζε πάντα, και βάρκες ψαράδικες έφταναν μια μια και άραζαν στο γιαλό και κατέβαζαν τα πανιά. Ο Στέφανος κοίταζε ακίνητος. Λίγοι περίεργοι και παιδιά τριγύριζαν τις κόφες που οι ψαράδες αράδιασαν στην αμμουδιά. Έπειτα σκόρπισαν τα παιδιά∙ δυο τρία ήρθαν και στάθηκαν μπροστά του και τον κοίταζαν, ύστερα έκαμαν πέρα και πετούσαν πέτρες στο νερό.
Έπειτα πέρασε μπροστά του μια ολόκληρη σειρά γυναίκες∙ οι ψαράδες γύρισαν και τις κοίταζαν καθώς πηγαίναν στη γραμμή δυο δυο, σα στρατιώτες.
- Έρχονται από το βουνό∙ σπάζουνε πέτρες στα νταμάρια, είπε από πίσω το παιδί του καφενείου χωρίς κανείς να το ρωτήσει. Ο Στέφανος είδε που πέρασαν μπροστά του και του φάνηκε πως πρόσεξε τις τελευταίες: φορούσαν κίτρινα μαντίλια και χοντρά άσχημα παπούτσια.
Έπειτα πέρασε ένας αξιωματικός καβάλα∙ ήταν καμπουριασμένος και φαίνονταν τα δόντια του, όμως δεν ήταν ο λοχαγός της Πρίφτη. Ο Στέφανος τον είδε πως σπιρούνισε μπροστά του το άλογο και χάθηκε.
Είχαν χαθεί και τα παιδιά, και οι ψαράδες σήκωσαν τις κόφες τους. Έμεινε μπρος η θάλασσα μονάχα και τα σύννεφα, και ο Στέφανος ξεχάστηκε πάλι μπροστά στα σύννεφα. Πυκνά, γαλαζιομέλανα άπλωναν γύρω στην κοκκινάδα του ουρανού σε αόριστες μορφές και σχήματα, και άλλαζαν, έφευγαν και χάνονταν σαν τους ψαράδες, τα παιδιά και τις γυναίκες που πέρασαν πρωτύτερα και χάθηκαν.
Ο Στέφανος ξεχάστηκε, σα να μην ήθελε να δει∙ και όμως είδε κει ψηλά πώς ένα σύννεφο αραίωνε αγάλι αγάλι κ’ έπαιρνε μορφή∙ άλλαζε χρώμα, σχήμα, γινότανε σταχτί έπειτα βιολέτινο, έπειτα μενεξεδένιο, γινότανε πουλί μεγάλο με απλωτά φτερούγια έπειτα έμενε ακίνητο σαν ήσυχο ροδόχρυσο βουνάκι στην ακρογιαλιά, όσο που έγινε πάλι μακρύ καράβι και κίνησε ν’ ανοίξει τα πανιά, να φύγει και να χαθεί μέσα στην κοκκινάδα σα μέσα σε πυρωμένο πέλαγο.
Ο Στέφανος πήρε τα μάτια∙ δεν ήθελε να δει. Δεν ήθελε να δει, όπως δεν ήθελε να θυμηθεί. Και θυμήθηκε τις τελευταίες από τις γυναίκες που πέρασαν πρωτύτερα μπροστά του∙ θυμήθηκε πως ήταν νέες και πως φορούσαν άσχημα χοντρά παπούτσια.
Έπειτα όμως θυμήθηκε με μιας ό, τι δεν ήθελε να θυμηθεί, ό, τι θυμήθηκε πρωτύτερα όταν σταμάτησε απέναντι στην πόρτα με την ξερή γαζία μπροστά. Είχε συρθεί ως εκεί σα να μην ένιωθε πώς σύρθηκε. Μα όταν είδε ξαφνικά την πόρτα θυμήθηκε με μιας κ’ έφυγε αμέσως, όπως έφυγε αμέσως και το μεσημέρι από το σπίτι, που μόλις μπήκε μέσα, τον πλησίασε σιγά η κυρία Κατίγκω και πιάνοντας τον ώμο του:
- Την κράτησε η γιαγιά, του είπε μελαγχολικά.
Ο Στέφανος έκαμε αμέσως κίνημα.
Έπειτα του είπε πάλι σιγαλά η κυρία Κατίγκω:
- Είδες πώς ήταν σήμερα η Μαρίκα;
Ο Στέφανος μ’ ένα άλλο κίνημα την κάρφωσε στη θέση της. Τον ένιωσε και σώπασε. Σώπασε φοβισμένη και ο Στέφανος έφυγε ευθύς. Μα έπειτα που την ξαναβρήκε στην πλατεία με τη Φιφίκα, η πρώτη λέξη της ήταν η ίδια πάλι.
Ο Στέφανος θυμήθηκε πως είπε της Φιφίκας για τον κύριο νομάρχη, και τώρα του φάνηκε σα να μετάνιωσε γιατί το είπε.
Δεν του άρεσε∙ δεν ήθελε να μετανιώσει – δεν ήθελε να θυμηθεί. Κοίταξε μπρος του. Του είχε φανεί πως ξαναήρθαν εκεί πάλι τα παιδιά. Δεν ήταν τα παιδιά, ήταν στη διπλανή ταβέρνα που ψιθύριζαν σιγαλές φωνές.
Έπειτα ήρθαν δυο ψαράδες και στάθηκαν κοντά του ορθοί κ’ έβλεπαν πέρα∙ η θάλασσα ήταν τώρα κίτρινη βαθιά, μα ο ουρανός στο βάθος έμενε πάντα πορφυρός σαν πύρινος, σα ματωμένος.
- Θα έχομε αέρα, του είπε σιγά απλώνοντας το χέρι πέρα ο ένας ψαράς.
Ο άλλος δε μίλησε, μα ο Στέφανος είδε πως πήγαν και οι δυο κ’ έσερναν τις βάρκες τους στην αμμουδιά.
Τους κοίταζε∙ κ’ έπειτα κοίταξε πάλι τα σύννεφα. Είχαν αρχίσει και άλλα σκόρπιζαν ψηλά, άλλα έλειωναν πνιγμένα στο φλογισμένο βάθος. Μα έξαφνα ένα από αυτά, ένα πυκνό, βαρύ, μεγάλο πριν να σβήσει πήρε παράξενη μορφή σαν άλογο, σαν άτι μαύρο που χίμιζε με το κορμί του ορθό στην πορφυρή, στην αιματένια θάλασσα.
Ο Στέφανος σηκώθηκε∙ μα πριν στρίψει και ν’ αφήσει πίσω του τη θάλασσα, το ματωμένο βάθος του ουρανού είχε αχνίσει∙ έγινε κίτρινο και κείνο σαν τη θάλασσα.
Σιγά σιγά έπειτα από λίγο μονάχα μια θολή ωχροκίτρινη χλωμάδα έτρεμε ανάμεσα ουρανού και θάλασσας.
Και ο Στέφανος καθώς της έριξε στερνή ματιά ενώ γύριζε στην πόλη, αισθάνθηκε πως ανατρίχιασε.
Το βράδυ βρήκε πάλι την κυρία Κατίγκω μελαγχολική.
- Δεν την άφησε πάλι η νονά, του είπε και τον κοίταξε.
Ο Στέφανος δε μίλησε.
- Δεν πήγες; τον ρώτησε ύστερα από λίγο.
- Σε περίμενε, ξαναψιθύρισε, μα αμέσως πρόσθεσε:
- Η Μαρίκα.
Τον είδε όμως που γύρισε τα μάτια αλλού, και σώπασε κι αυτή.
Μα υστερότερα, σα να θυμήθηκε έξαφνα:
- Αλήθεια, Στέφανε, είπε ξανά, τι ήταν εκείνο που είπες της Φιφίκας;
Και ο Στέφανος γυρίζοντας σα να θυμήθηκε:
- Τι είπα; ρώτησε.
- Για το νομάρχη.
- Α ναι, για το νομάρχη.
Και ο Στέφανος την κοίταξε:
- Αστεία --- αστεία.
Μα έπειτα γέλασε έξαφνα, γέλασε περίεργα.
Και πλησιάζοντας την κυρία Κατίγκω:
- Γι’ άκου, μητέρα, της είπε σιγαλά, τι λες, ο κύριος νομάρχης δε θα ήτανε καλός για τη …. ;
Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω άνοιξε τα μάτια και περίμενε:
- … την Ευανθία, συμπλήρωσε με μιάς ο Στέφανος.
Η κυρία Κατίγκω έμεινε με ανοιχτά τα μάτια. Έμεινε μια στιγμή, έπειτα βγήκε άφωνη έξω.
Ο στέφανος την κοίταξε όπως έφευγε∙ ύστερα γέλασε πίσω της, γέλασε δυνατά.
Μα στο τραπέζι, που καθίσαν έπειτα, έμεινε σιωπηλός κι αυτός και η κυρία Κατίγκω. Όταν όμως ο Στέφανος σηκώθηκε να φύγει, και η κυρία Κατίγκω άκουσε την πόρτα κάτω που έκλεισε πίσω του, πετάχτηκε με μιας. Μα από το παράθυρο όπου βγήκε, μπόρεσε και είδε μόνο τον ίσκιο του στο δρόμο.
Στάθηκε και τον κοίταξε, σα να ήθελε να δει πού πάει.
Είδε μονάχα πως χάθηκε στη σκοτεινιά που άπλωνε πέρα από το δρόμο η θάλασσα.
XXIV
Ο Στέφανος δε στάθηκε στη θάλασσα. Στο καφενείο απέναντι στη λέσχη έπαιζε πάλι μουσική∙ δε στάθηκε ν’ ακούσει. Δεν ξέρει γιατί γύρισε μόνο και κοίταξε στην προκυμαία τους γλόμπους, που το φως τους έτρεμε μέσα σε μια γαλανωπή ομίχλη. Και προχώρησε. Τώρα δε σερνότανε σκυφτός, μα βάδιζε ίσια, σα να πήγαινε σε κάτι που ήξερε πως τον περίμενε∙ ήξερε, έβλεπε πως τον περίμενε, έβλεπε το φως που είχε ανάψει στο παράθυρο κ’ έμενε ακίνητο και τον περίμενε. Ωχρά, θαμπά και μελαγχολικά έφεγγε μπροστά του αυτό το φως, όμως η λάμψη του έσβηνε ό, τι άλλο είχε δοκιμάσει να ταραχτεί και να σαλέψει μέσα του πρωτύτερα. Και βάδιζε ίσα στο φως αυτό.
Μα βγαίνοντας στο μέρος που περίμενε πως θα το αντίκριζε, είδε έξαφνα: δεν έκαιε. Σταμάτησε και κοίταζε σα να μην πίστευε.
Κοίταζε το παράθυρο όπου πρόσμενε να δει το φως: θολάδα σταχτερή έμενε ακίνητη στο τζάμι, σα να είχε πέσει και καθρεφτιζόταν μέσα θολό μεγάλο σύννεφο. Κοίταζε απάνω: θαμπόλευκα μεγάλα σύννεφα γεμίζανε τον ουρανό∙ τον γέμιζαν ακίνητα. Γύρω στο σπίτι στέκονταν τα δέντρα ακίνητα κι αυτά, ακίνητα όπως το σπίτι, ακίνητα όπως τα σύννεφα και το παράθυρο και η νύχτα ολόγυρα.
Ο Στέφανος στεκόταν ώρα, σα να περίμενε κάτι να κινηθεί. Στο τέλος ήταν αυτός ο ίδιος που κινήθηκε. Πρώτα θέλησε να στρέψη πίσω, μα έπειτα σταμάτησε έξαφνα και γύρισε και προχώρησε στο δρόμο. Το φως του φαναριού έπαιζε αντίκρυ από την πόρτα με την ξερή γαζία μπροστά. Γύρισε και το είδε πως έτρεμε ωχροκόκκινο ρίχνοντας κάθετα στο δρόμο πλατιά λουρίδα πιο χλωμή. Έπειτα γύρισε στην πόρτα. Εκεί τινάχτηκε∙ είδε έξαφνα πως κάτι σύρθηκε σιγά. Πρώτα του φάνηκε σαν ίσκιος, έπειτα πως ήταν ο παππούς.
Ήταν η Ευανθία που πετάχτηκε μπροστά του.
Ο Στέφανος σα να έμεινε χωρίς πνοή.
Και η Ευανθία πηγαίνοντας σιμότερά του και αφού έμεινε άφωνη και κείνη μια στιγμή:
- Το ήξερα, του είπε και στάθηκε μπροστά του. Το ήξερα πως σου το είπε η θεία Κατίγκω.
Η πνοή της του άγγιξε το πρόσωπο, και ο Στέφανος θέλησε να κάνει πίσω, μα πάλι έμεινε κ’ έβλεπε --- του φαινόταν πως έβλεπε τα μάτια της, ολόφωτα τα μάτια της. Και καθώς αυτή κινήθηκε πάλι μπροστά του, έπαιξε κάτι απάνω της σα να ήταν ντυμένη κόκκινα.
Και ο Στέφανος την άφησε να τον πλησιάσει πάλι.
Εκεί όμως άκουσε βήματα στη σκάλα. Η Ευανθία δεν τ’ άκουσε και δε σταμάτησε, μα ο Στέφανος είδε και γνώρισε τον ίσκιο της Μαρίκας που σάλεψε στη σκάλα κ’ έμεινε κει σα στυλωμένος μια στιγμή.
Ο Στέφανος έκαμε να τρέξει στη Μαρίκα, αλλά η Μαρίκα είχε χαθεί. Όταν έπειτα αργά, προς το πρωί, μπήκε στην κάμαρα της Μαρίκας η γιαγιά, όπως συνήθιζε και πήγαινε να δει μην ξεσκεπάστηκε, τρόμαξε καθώς άνοιξε την πόρτα∙ η Μαρίκα είχε σηκωθεί γυμνή από το κρεβάτι και στεκόταν ορθή εμπρός στο ανοιχτό παράθυρο.
Η γιαγιά όρμησε γρήγορα να την αρπάξει, αλλά η Μαρίκα τη σταμάτησε∙ άπλωσε ήσυχα το χέρι και της έδειξε έξω ψηλά όπου μέσα σε αραιά σπαρμένα λευκά σύννεφα έτρεμαν να σβήσουν τ’ άστρα.
Η Μαρίκα έδειχνε τον Ωρίωνα που έγερνε κάτω, ακόμα φωτεινός. Μα η γιαγιά είδε μόνο τα σύννεφα και η Μαρίκα την άφησε να τη φέρει σιγαλά και να τη βάλει πάλι στο κρεβάτι.
XXV
Ο παππούς στεκότανε μπροστά στη σκάλα, όταν ο Στέφανος ανέβαινε. Μόλις τον είδε, έκαμε να φύγει, μα ο παπαγάλος φώναξε βαθιά από το διάδρομο, και ο παππούς σταμάτησε. Και καθώς ο Στέφανος πλησίασε, τον κοίταξε ο παππούς τόσο παράξενα, τόσο παράξενα στα μάτια, που ο Στέφανος σταμάτησε άφωνος μπροστά του.
Ο παπαγάλος ξαναέκραξε «παππού», μα η γιαγιά που σύρθηκε από μέσα, δεν πήρε τον παππού. Ήρθε ίσια στο Στέφανο και φέρνοντας τα χέρια σμιχτά μπροστά στο πρόσωπο:
- Η Μαρίκα, ψιθύρισε κλαυτά, η Μαρίκα…
Κ’ έπεσε στο κάθισμα σωρός.
Ο Στέφανος δεν έκαμε να τη σηκώσει∙ σα να μην ένιωσε, έριξε χαμένο βλέμμα εμπρός του: τον κοίταζαν ακόμη τα μάτια του παππού.
Έπειτα ήρθε η Ευανθία και σήκωσε και πήρε τη γιαγιά. Δεν κοίταξε το Στέφανο, και ο Στέφανος που έκαμε να τις δει που έφευγαν με τη γιαγιά, πρόσεξε μόνο πως σέρνονταν κοντά τους η σταχτιά τριμμένη ρόμπα του παππού.
Μα καθώς γύρισε, βρέθηκε μπρος του η κυρία Κατίγκω.
- Εγώ έστειλα και σ’ έφερα, του είπε και του έπιασε το χέρι.
- Δεν είναι καλά η Μαρίκα, πρόσθεσε γοργά.
Ο Στέφανος την κοίταξε∙ σα να μην ήθελε, σα να φοβότανε να νιώσει.
Και καθώς την κοίταζε, αφού μπήκανε στην κάμαρα:
- Εκείνο που φοβόμαστε, ξαναψιθύρισε η κυρία Κατίγκω και τον κοίταξε και κείνη μια στιγμή, σα να φοβήθηκε να προχωρήσει. Έπειτα: «Ο γιατρός», έκαμε να ξαναπεί, μα ο Στέφανος άπλωσε το χέρι και τη σταμάτησε.
Η κυρία Κατίγκω δε δοκίμασε να τον κρατήσει. Τον είδε άφωνη πως μια στιγμή έμεινε σαν καρφωμένος και πως ύστερα κινήθηκε σιγά και πήγε και κάθισε στον καναπέ.
Κάθισε κι αυτή, μα δεν τολμούσε να κοιτάξει προς το Στέφανο∙ δεν ένιωθε γιατί, όμως της φαινόταν πως άνοιξε έξαφνα κάτι σα χάσμα μεταξύ τους και τους χώρισε. Έσκυψε τα μάτια κάτω, σα να φοβότανε να δει, σα να φοβότανε να συλλογιστεί∙ και άκουε τον άνεμο που βούιζε στα πεύκα και στα κλαδιά της λεύκας έξω στο παράθυρο.
Έπειτα μπήκε η Ευανθία σιγά, τόσο σιγά ώστε δεν την είδε ο Στέφανος. Πλησίασε την κυρία Κατίγκω και στάθηκε και κοίταζε, σα να μην ήξερε γιατί πλησίασε.
- Η γιαγιά! ψιθύρισε ύστερα σκύβοντας στην κυρία Κατίγκω, αφού πρώτα κάθισε κοντά της.
Ο Στέφανος όμως δεν άκουσε. Άκουσε μόνο ύστερα τον άνεμο που τίναξε με ορμή ένα παραθυρόφυλλο∙ το ξανατίναξε και το έκλεισε. Και τότε είδε την Ευανθία που πήγε και άνοιξε το τζάμι κ’ έσκυψε και το στερέωσε. Μα πρόσεξε μόνο τον άνεμο. Του φάνηκε πως ο άνεμος σηκώθηκε τώρα έξαφνα∙ και όταν χαμήλωσε η βοή, άκουσε τα κλαδιά της λεύκας που σύρθηκαν στον τοίχο με ήχο ξερό, σα να γδερνόντανε.
Είδε έπειτα την Ευανθία που ξαναέφυγε.
Μα την κυρία Αγλαΐα, που μπήκε σε λίγο μέσα και πέρασε κοντά του, δεν την πρόσεξε. Την είδε σαν ξαφνικά, μόνο όταν στάθηκε κοντά στις γλάστρες της. Οι τουλίπες έφεγγαν ζωηρά, όπως έγερναν, όμως οι άκρες στης φοινικιάς τα φύλλα κιτρίνιζαν βαθύτερα. Η κυρία Αγλαΐα δεν τις ψαλίδισε. Ύστερα γύρισε στην εταζέρα και άπλωσε το χέρι σ’ ένα βάζο. Μα εκεί σταμάτησε∙ σα να είδε μόλις τώρα κι αυτή το Στέφανο, στάθηκε και τον κοίταξε.
Και η κυρία Κατίγκω είδε πως και ο Στέφανος την κοίταξε∙ πρώτα παράξενα, έπειτα σα να ρωτούσε και σα να περίμενε. Έπειτα τον είδε που σηκώθηκε με μιας και πήγε σιγά κοντά της και τη ρώτησε δειλά:
- Πώς είναι;
Και κρεμάστηκε στο βλέμμα της.
Η κυρία Αγλαΐα σήκωσε τους ώμους, αφού τον κοίταξε.
- Ησύχασε, κοιμάται τώρα, ψιθύρισε έπειτα.
Μα ένιωσε αμέσως πως δεν ήταν εκείνο που ήθελε να μάθει ο Στέφανος, και αφού τον ξανακοίταξε, ξαναψιθύρισε:
- Δεν το πιστεύω να είναι τίποτε.
Είδε όμως έξαφνα τα μάτια της κυρίας Κατίγκως ριγμένα απάνω της και σώπασε.
Ο Στέφανος έμεινε μπρος της και περίμενε. Μα την είδε που γύρισε έξαφνα κ’ έφυγε σιγά.
Η κυρία Κατίγκω σηκώθηκε όταν έμεινε πάλι μόνη με το Στέφανο.
- Στέφανε, Στέφανε, έκαμε να κράξει και να χυθεί απάνω του, καθώς τον έβλεπε σκυμμένο εκεί και ασάλευτο. Αλλά με μιας ακούστηκε από το διάδρομο φωνή.
Η κυρία Κατίγκω έστρεψε κει. Είδε τη υπηρέτρια που έτρεχε, κ’ έτρεξε κι αυτή στην πόρτα. Μα εκεί έβγαλε κραυγή και η ίδια: Ο παππούς στεκόταν πίσω από την πόρτα με μάτια κίτρινα και χέρια τεντωμένα απάνω της.
Γύρισε τρομαγμένη πίσω και σωριάστηκε στο πρώτο κάθισμα.
Ο Στέφανος πετάχτηκε∙ ο παπαγάλος έκραζε από το διάδρομο βραχνά:
- Παππού, παππού!
Μα η φωνή του σκεπάστηκε από τον άνεμο που ξαναβούιζε στο παράθυρο.
Όταν πέρασε πάλι η βοή, ξανασύρθηκαν έξω στον τοίχο τα κλαδιά της λεύκας, ξανασύρθηκαν ξερά, τριχτά σα να γδερνότανε.
XXVI
Το άλλο πρωί όταν ήρθε ο Στέφανος, η κυρία Αγλαΐα ψαλίδιζε τα φύλλα της φοινικιάς και είχε φωνάξει την υπηρέτρια και ξαναξεσκόνιζε.
- Σ’ αυτό το σπίτι αδύνατο να λείψει η σκόνη, είπε η κυρία Αγλαΐα σα να μιλούσε της υπηρέτριας.
- Στη νομαρχία δεν είχαμε ούτε σπυρί, ψιθύρισε έπειτα σα μόνη της ή σα να το έλεγε του Στέφανου.
Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταξε σαν ξαφνισμένα.
- Ο κύριος νομάρχης έστειλε πρωί και ρώτησε, του είπε προσέχοντας μαζί στην υπηρέτρια που ξεσκόνιζε την εταζέρα.
Μα όταν έφυγε η υπηρέτρια, η κυρία Αμαλία πλησίασε το Στέφανο:
- Είναι καλύτερα, πολύ καλύτερα∙ κοιμήθηκε τη νύχτα, του είπε. Και βλέποντάς τον να την κοιτάζει ακόμα:
- Ο γιατρός με ησύχασε, είπε σιγότερα.
Και πήγε πλάι στις γλάστρες της και στάθηκε.
- Έστειλε τον κλητήρα, είπε έπειτα έξαφνα.
Ο Στέφανος πλησίασε ένα βήμα, σα να μην άκουσε καλά.
- Ο κύριος νομάρχης, πρόσθεσε δυνατότερα η κυρία Αγλαΐα.
Κ’ έπειτα πάλι σιγότερα:
- Η κυρία Τσαγκούλη έστειλε άνθη --- μενεξέδες.
Κ’ έσπρωξε λίγο τη γλάστρα της μπεγκόνιας. Ο Στέφανος είδε πως τρεμούλιασαν πιο παρδαλά τα φύλλα της καθώς κινήθηκαν. Κ’ ενώ τα κοίταζε, άκουσε την κυρία Αγλαΐα που ψιθύρισε, σα να μιλούσε πάλι μόνη της:
- Φαίνεται πως δεν ξεχνά τι υποχρεώσεις έχει.
Και γυρίζοντας με μιας στο Στέφανο η κυρία Αγλαΐα:
- Ο κύριος νομάρχης, είπε.
Κ’ έκανε ν’ αρχίσει για τη νομαρχία.
Μα η Ευανθία ήρθε στην πόρτα και φώναξε από κει:
-Θεία Αγλαΐα, η κυρία προέδρου.
Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε.
- Να έρθει εδώ;
- Όχι, όχι∙ πες να την μπάσουνε στη σάλα, απάντησε η κυρία Αγλαΐα, αφού έριξε γοργή ματιά τριγύρω της.
Έπειτα πήγε στον καθρέφτη, έσιαξε με το χέρι τα μαλλιά και βγήκε.
Ο Στέφανος έμεινε μόνος, ορθός στην κάμαρα. Τα φύλλα της μπεγκόνιας σάλευαν μπροστά του ακόμα, οι τουλίπες έφεγγαν κοντά τους ωχρορόδινες. Τις κοίταξε. Έπειτα κοίταξε το χλωμό φως που έριχνε απάνω τους από το παράθυρο ένας ήλιος κίτρινος. Ο άνεμος δε φυσούσε πια και η λεύκα μπροστά στο τζάμι ήταν ακίνητη. Ο Στέφανος καθώς κοίταξε κει είδε πως έμεναν ακόμα σ’ ένα κλαδί δυο φύλλα που δεν έπεσαν από τον άνεμο.
Στεκόταν και τα κοίταζε που κρέμονταν ακίνητα, όταν η Ευανθία τον πλησίασε. Την ένιωσε που έμπαινε και είδε πως δε φορούσε κόκκινα.
- Δε θα έρθει η θεία Κατίγκω; τον ρώτησε η Ευανθία μόλις τον πλησίασε.
Ο Στέφανος σήκωσε πρώτα τους ώμους∙ μα έπειτα:
- Δεν ξέρω, απάντησε έξαφνα.
Η Ευανθία έκανε να φύγει, μα πάλι στάθηκε και ξαναρώτησε:
- Να πήγε στη Φιφίκα χτες;
Και καθώς ο Στέφανος την κοίταξε:
- Ποιος το περίμενε, ε; είπε ξανά μ’ ένα χαμόγελο.
Ο Στέφανος δε μίλησε, μα η Ευανθία δεν έφυγε. Πήγε ίσα στο παράθυρο και το άνοιξε. Πνοή ψυχρή μπήκε στην κάμαρα, αλλά η Ευανθία στάθηκε κει. Ο Στέφανος είδε πως έπαιξε μια αντιφεγγιά θερμή στην κάμαρα, μα έξω ο ήλιος ήταν χλωμός. Στον ουρανό περνούσαν σύννεφα ωχροκίτρινα.
Η Ευανθία γύρισε πάλι μέσα χωρίς να κλείσει το παράθυρο. Γύρισε και κοίταξε το Στέφανο, αλλά δε μίλησαν.
Ο Στέφανος την ξαναπρόσεξε πως δε φορούσε κόκκινα∙ και η γιαγιά που ήρθε και τους βρήκε ορθούς εκεί, σα να τους κοίταξε παράξενα. Σταμάτησε, μα έπειτα σύρθηκε κοντά στο Στέφανο:
- Είναι ήσυχη, ξαναψιθύρισε και ξανασύρθηκε να φύγει.
Αλλά θυμήθηκε πως ήρθε για την Ευανθία και γύρισε και της ένεψε.
Ο Στέφανος στάθηκε και τις κοίταξε που έφυγαν. Έπειτα γύρισε και κινήθηκε προς το παράθυρο. Μα σταμάτησε πριν φτάσει. Τα φύλλα που κρεμόνταν στο κλαδί της λεύκας, σα να τ’ άγγιξε πνοή, σαλεύαν κ’ έτρεμαν όπως κρεμόντανε. Τα είδε που σαλεύαν και σταμάτησε.
Η κυρία Αγλαΐα που μπήκε μέσα έπειτα, τον βρήκε ορθό εκεί. Μπήκε μέσα με την Ευανθία και προχώρησαν σ’ αυτόν:
- Το πιστεύεις πως είναι δυνατό ποτέ; του είπε∙ ο κύριος νομάρχης…
Ο Στέφανος έμεινε ξαφνισμένος.
- Ο κύριος νομάρχης!
- Αρραβωνιάστηκε με τη Φιφίκα, εξήγησε η Ευανθία, και ο Στέφανος είδε πως έφεγγαν τα μάτια της καθώς το έλεγε.
Η κυρία Αγλαΐα σώπασε για μια στιγμή.
- Αδύνατο, αδύαντο, είπε ύστερα, θα είναι διάδοση∙ και η κυρία προέδρου είπε μόνο πως το άκουσε.
Ο Στέφανος είδε τα φρύδια της κατεβασμένα καθώς στεκόταν και τον κοίταζε.
- Αδύνατο, αδύνατο, ξαναψιθύρισε η κυρία Αγλαΐα, μα έξαφνα:
- Το ζώο! φώναξε με μιας κ’ έσκυψε στο τραπέζι και κουδούνισε.
Είχε πάρει το μάτι της τη βούρτσα, που είχε ξεχάσει η υπηρέτρια στον καναπέ καθώς ξεσκόνιζε.
Η Ευανθία πήγε στο παράθυρο.
- Ζώο! ξαναφώναξε η κυρία Αγλαΐα στην υπηρέτρια που ήρθε στην πόρτα.
Ο Στέφανος είδε την υπηρέτρια που κοκκίνισε μπροστά του∙ και γύρισε προς το παράθυρο. Η Ευανθία στέκονταν εκεί και κοίταζε έξω. Και ο Στέφανος είδε έξω πέρα από τους ώμους της τη ράχη του βουνού που χλόιζε.
Όταν έπειτα γύρισε πάλι τα μάτια του στην κάμαρα, μπροστά του στεκόταν η γιαγιά.
- Έλα, του είπε και του έπιασε το χέρι, έλα, σε ζήτησε.
Ο Στέφανος είδε την κυρία Αγλαΐα που τον κοίταζε, όταν κίνησε να βγει με τη γιαγιά. Μα πριν να βγει από την πόρτα, η κυρία Αγλαΐα τον σταμάτησε:
- Μην της πεις τίποτε, πήγε και του ψιθύρισε σιγά.
Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταξε, γιατί δεν ένιωσε.
- Θα λυπηθεί πολύ για το νομάρχη, που είναι φίλος μας, είπε η κυρία Αγλαΐα, ενώ η Ευανθία γύρισε έξαφνα από το παράθυρο και κοίταζε.
XXVII
Ο Στέφανος, καθώς άνοιξε η πόρτα της Μαρίκας, είδε πρώτα τους μενεξέδες που ήταν στο βάζο απάνω στο τραπέζι στο κρεβάτι της κοντά. Ήταν σα να έχυναν αυτοί φως μελαγχολικό στην κάμαρα.
Έπειτα μπαίνοντας αντίκρυσε τα μάτια της Μαρίκας που κοίταζαν στην πόρτα σα να τον πρόσμεναν. Ήταν μεγάλα, ορθάνοιχτα, του Στέφανου του φάνταξαν σα μεγαλύτερα∙ ή αυτά ή οι μαύροι κύκλοι γύρω τους.
Σταμάτησε μπρος στο κρεβάτι ορθός, αμίλητος∙ έπειτα έσκυψε, της πήρε σιγαλά το χέρι και το έφερε στα χείλη του.
Η Μαρίκα τον άφησε να το κρατήσει λίγες στιγμές και ύστερα να το κατεβάσει πάλι σιγαλά. Του Στέφανου, εκεί που το ξανακουμπούσε κάτω, του φάνηκε πως έβαζε πάλι στη θέση του κάτι σα φαρφουρί. Αλλά του φάνηκε μαζί πως η Μαρίκα γέλασε∙ κ’ ενώ έμενε ορθός εκεί μπροστά της και την έβλεπε:
- Είσαι καλύτερα, της είπε.
Και η γιαγιά που είχε σταθεί κοντά και κοίταζε, απάντησε:
- Καλύτερα∙ γρήγορα θα σηκωθεί --- ναι, γρήγορα θα σηκωθεί.
Η Μαρίκα κίνησε μόνο τα βλέφαρα∙ έπειτα βλέποντας το Στέφανο που κοίταζε σα να περίμενε:
- Καλύτερα, ψιθύρισε.
Ο Στέφανος μόλις την άκουσε∙ η φωνή της ήταν μουντή και άηχη σαν ψιλού κρύσταλλου που ράγισε.
- Ναι, γρήγορα θα σηκωθεί, είπε ξανά η γιαγιά και κάθισε.
Η Μαρίκα ένεψε του Στέφανου και κάθισε κι αυτός κοντά της.
Της ξαναέπιασε, της άγγιξε μόλις το χέρι.
Η Μαρίκα δεν ήταν πλαγιαστή, ήταν μισοανασηκωμένη στο κρεβάτι με το κεφάλι ακουμπισμένο στα μαξιλάρια ορθό.
Η γιαγιά είδε πως το κεφάλι είχε γείρει λίγο στο πλευρό, και σηκώθηκε και ήρθε και ρώτησε:
- Κουράστηκες;
Η Μαρίκα ένεψε μόνο, και η γιαγιά έπιασε να την ανασηκώσει. Ο Στέφανος βοήθησε. Καθώς αγκάλιασε το σώμα της νόμισε πως σήκωνε σωρό από πούπουλα που ήθελαν να σκορπίσουν ελαφρά στον άνεμο, μα καθώς το ακούμπησε ξανά, το αισθάνθηκε πως έπεφτε βαρύ και κουρασμένο εκεί που το άφηνε.
Η Μαρίκα έμεινε πάλι ασάλευτη∙ καθώς είχε κινηθεί, μια τούφα των μαλλιών της σκόρπισε και μαύριζε σαν πλανημένο σύννεφο μέσα στη λευκότη των μαξιλαριών όπου έγερνε∙ και η χλωμάδα τής όψης της μέσα σ’ αυτή φάνηκε τώρα τρομαχτική στο Στέφανο. Αλλά τα μάτια της ολάνοιχτα πάλι τον κοίταζαν, σα να έπαιρναν μια λάμψη μόνο γιατί τον κοίταζαν.
Και η Μαρίκα σα να ξαναγέλασε. Και ο Στέφανος δοκίμασε κι αυτός και γέλασε.
Η Μαρίκα του ζήτησε έπειτα τους μενεξέδες από το τραπέζι∙ και αφού τους μύρισε, εκεί που ο Στέφανος τους κρατούσε ακόμη εμπρός της:
- Εσύ τους έφερες; ψιθύρισε.
Ο Στέφανος κοκκίνισε αλαφρά, αλλά δεν απάντησε.
Σωπάσαν∙ μα εκεί που σώπαιναν, η Μαρίκα γύρισε έξαφνα σιγά τα μάτια στη γιαγιά.
- Κουράστηκε, ψιθύρισε.
Ο Στέφανος έστρεψε και είδε τη γιαγιά που είχε σκύψει το κεφάλι και μισόκλεισε τα μάτια. Και του φάνηκε με μιας πως την έβλεπε να κάθεται στο λόφο ακόμα∙ και πως απλώνονταν ακόμα εκεί μπροστά της η σταχτερή ξερή πλαγιά και πέρα η μολυβένια θάλασσα.
Γύρισε και είδε τη Μαρίκα: Από το ανοιχτό παράθυρο αντικρύ της έβλεπε έξω μακριά τη θάλασσα∙ φαινόταν γαλανοπράσινη στον κίτρινο ήλιο που τη φώτιζε. Και τα μάτια της Μαρίκας δεν ήταν σκοτεινά∙ σα να είχαν πάρει έξαφνο φως, του φάνηκαν πως έλαμπαν μια γαλανά, μια πράσινα μέσα στους μελανούς μεγάλους κύκλους γύρω τους.
- Η θάλασσα, έκαμε να πει, μα η Μαρίκα γύρισε σ’ αυτόν το βλέμμα της. Το ξαναστύλωσε σ’ αυτόν με το ίδιο φως κ’ έμεινε και τον κοίταζε.
Και κει που ο Στέφανος την κοίταζε κι αυτός με μάτια ασάλευτα:
- Στέφανε, ψιθύρισε με μιας σιγά.
Κ’ ενώ ο Στέφανος φαινότανε σα να είχε κρεμαστεί όλος στα χείλη της.
- Πώς είμαι ευτυχισμένη τώρα, είπε σιγαλότερα, και η ματιά της φάνηκε σα να σβήνει απάνω του.
Και ο Στέφανος που είχε τιναχτεί σα να ήθελε να ορμήσει απάνω της, μπόρεσε και της άγγιξε μόνο τα δάχτυλα. Τον κρύωσαν∙ έσκυψε όμως το κεφάλι του σ’ αυτά.
Όταν το σήκωσε, η Μαρίκα τον κοίταζε ήσυχα, αλλά τα μάτια της δεν ήταν πια πρασινογάλανα∙ είχαν πάρει πάλι το θαμπό τους σκούρο φως μέσα στους μαύρους κύκλους τους, και πέρα η θάλασσα φάνηκε τώρα ωχρή του Στέφανου, κίτρινα ωχρή στον κίτρινο ήλιο.
Η γιαγιά άνοιξε τα μάτια και είδε ξαφνισμένη το Στέφανο πως κοίταζε έξω. Η Μαρίκα είχε κλείσει τα μάτια της κρατώντας το χέρι του.
- Αποκοιμήθηκε, ήρθε και είπε σιγαλά του Στέφανου η γιαγιά.
Μα όταν γλίστρησε έπειτα μαζί του έξω, σταμάτησε μπροστά στη πόρτα και ξέσπασε σ’ ένα βραχνό λυγμό:
- Η Μαρίκα, Στέφανε, η Μαρίκα…
Ο Στέφανος απόμεινε άφωνος. Μα έπειτα ακουμπώντας τα χέρια του στον τοίχο, έγειρε το κεφάλι εκεί σα να σωριάστηκε.
Έμεινε ώρα πολλή στη θέση αυτή, σαν κολλημένος.
Όταν γύρισε, ο παππούς ορθός μπροστά του τον κοίταζε με μάτια ακίνητα.
XXVIII
Ο Στέφανος ήρθε κρατώντας στο χέρι ένα μπουκέτο ανεμώνες. Απάντησε στο διάδρομο την Ευανθία, μα η Ευανθία δεν κοίταξε τις ανεμώνες∙ κοίταξε μόνο το Στέφανο και τον ρώτησε για την κυρία Κατίγκω.
Η κυρία Κατίγκω είχε έρθει χθες το βράδυ κ’ ήθελε να την πάρει, μα η Ευανθία της απάντησε:
- Δεν μπορώ να την αφήσω, θεία Κατίγκω.
Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε μελαγχολικά και σώπασε, μα την ώρα που έφευγε της ξαναείπε να την πάρει. Έπειτα της ψιθύρισε σιγά:
- Πόσο είμαι ανήσυχη για το Στέφανο.
Κοίταξαν η μια την άλλη λυπημένα και σώπασαν. Μίλησαν μόνο για τον αρραβώνα της Φιφίκας.
- Ποιος το περίμενε!
- Ναι, ναι, απάντησε η κυρία Κατίγκω και κοίταξε την Ευανθία σα να ήθελε κάτι να πει ακόμα. Δεν το είπε όμως κ’ έφυγε.
Και η Ευανθία θέλησε να μάθει τώρα από το Στέφανο.
- Δε σου φαίνεται παράξενο; του είπε.
Μα ο Στέφανος την κοίταξε μονάχα και δεν απάντησε. Περίμενε άφωνος όσο που φάνηκε η γιαγιά.
- Έλα, του είπε αυτή σιγά όταν τον είδε.
Και άνοιξε την πόρτα.
Η Μαρίκα άπλωσε το χέρι στις ανεμώνες που κρατούσε ο Στέφανος.
- Άνθισαν; είπε και σα να γέλασε.
- Άνθισαν, ναι, είπε σιγά ο Στέφανος και τις έδωσε σιγά στο χέρι της.
Μισοανοιγμένες, ωχρορόδινες, κάποιες γαλανωπές, η Μαρίκα τις κοίταξε όπως έγερναν:
- Πόσο μου αρέσουν.
Κ’ έπειτα αφήνοντας το κεφάλι της να γείρει στο πλευρό ελαφρά και κλείνοντας λίγο τα βλέφαρα:
- Μυρίζουν, ψιθύρισε∙ σαν το φθινόπωρο.
Και ο Στέφανος είδε το βλέμμα της που έφυγε έξω σα χαμένο.
- Κοιμήθηκες καλά; τη ρώτησε όταν γύρισε πάλι και τον κοίταξε.
- Ω ναι, απάντησε η Μαρίκα∙ και η γιαγιά που δεν την άκουσε:
- Κοιμήθηκε, κοιμήθηκε καλύτερα, είπε.
Μα ο Στέφανος είδε τους κύκλους γύρω στα μάτια της Μαρίκας πιο βαθύτερους και θέλησε να πάρει το βλέμμα του από κει.
Η Μαρίκα όμως τον κοίταζε. Και καθώς τον κοίταζε ψιθύρισε πιο σιγαλά:
- Ονειρεύτηκα.
Ο Στέφανος περίμενε ν’ ακούσει τι.
Αλλά η Μαρίκα σα να ξέχασε πως το είχε πει, ξαναψιθύρισε:
- Ονειρεύτηκα.
Η Μαρίκα είχε ονειρευτεί τη θάλασσα. Είχε ονειρευτεί ρόδινα σύννεφα που έγερναν στη θάλασσα, έπειτα τους μύλους που αργοκινούσαν τα λευκά πανιά τους, έπειτα πάλι τον ξανθό γιαλό. Κ’ έπειτα δε θυμόταν τι άλλο∙ κάτι χλιαρό σαν ευωδιά από ρόδα, κάτι απαλό, ψιθυριστό σα λόγια που πετούσαν σα φαιδρά πουλιά.
Μα εκεί που ο Στέφανος την κοίταζε προσμένοντας ν’ ακούσει, τι, όλα πνίγονταν, χάνονταν μέσα σε μια ομίχλη σα σταχτερή, σα ρόδινη που έπλεε απάνω από μια θάλασσα.
Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε ολοένα, η Μαρίκα είπε σιγαλά:
- Τη θάλασσα.
Η φωνή της ήταν μόνο μια πνοή∙ και του Στέφανου του φάνηκε σα να τον άγγιξε η πνοή μιας βραδιασμένης, ησυχασμένης θάλασσας.
Και καθώς κοίταζε σα σε όνειρο, απλώθηκαν πάλι μπροστά του οι σκοτεινοί παλιοί μεγάλοι κύκλοι και σκέπασαν τη θάλασσα.
Τα μάτια της Μαρίκας που πριν, εκεί που τον κοίταζαν, είχαν πάρει το σιγαλό ξάστερο φως τους και για μια στιγμή σπιθήρισαν σα να είχαν γεμίσει φώσφορο με μιας, τώρα σα να θολώθηκαν καθώς ξαναγυρίσαν έξω. Έξω πέρα δε φαίνονταν και η θάλασσα, κρυμμένη σε μια γκρίζα ομίχλη. Η μέρα ήταν συννεφιασμένη, και φαινόταν μόνο οι κορυφές των πεύκων από τον κήπο εμπρός και αντίκρυ η σταχτερή λειχηνιασμένη στέγη ενός σπιτιού.
Μα από τον κήπο ακούονταν ψιθυρίσματα πουλιών. Φαίνονταν πως νανούριζαν τη Μαρίκα. Αλλά η Μαρίκα δεν έκλεισε τα μάτια∙ τ’ άνοιξε πιο πλατιά και κοίταξε πάλι το Στέφανο και φάνηκε σα να του γέλασε.
Έπειτα κοίταξε μπροστά της, κοίταξε να δει τις ανεμώνες. Η γιαγιά τις είχε πάρει και τις έβαλε στο βάζο, και ο Στέφανος τις πήρε πάλι και τις κράτησε μπρος στη Μαρίκα.
- Βάλε τις εδώ, του ένεψε η Μαρίκα και ο Στέφανος τις άφησε μπροστά της.
Η Μαρίκα τις κοίταζε άφωνη. Κάτω στον κήπο ψιθύριζαν ακόμα τα πουλιά, κ’ ενώ η Μαρίκα φαινότανε πως τ’ άκουε, σήκωσε σιγά τα μάτια της στο Στέφανο.
- Σαν άνοιξη, του είπε.
Κ’ έμεινε και τον κοίταζε.
- Ναι, μπόρεσε και ψιθύρισε μοναχά ο Στέφανος, αλλά αν και θέλησε, αν και δοκίμασε, δεν έφτασε να πιάσει τώρα το χέρι της.
Έβλεπε τις ανεμώνες που έγερναν στο στήθος της, μισόκλειστες ακόμα, ποιες ρόδινες και ποιες γαλάζιες, μα όλες ωχρές, φθινοπωριάτικες και όλες γερμένες. Ωχρό φως φθινοπωρινό χυνόταν και στην κάμαρα κ’ έπεφτε ωχρότερο στη όψη της Μαρίκας και κάθιζε ακίνητο και σταχτερό στα μάτια της γύρω από τους βαθείς μεγάλους μαύρους κύκλους τους.
Σωπαίναν και οι τρεις στην κάμαρα. Μόνο η γιαγιά είπε κάτι σιγαλά, μα ο Στέφανος δεν άκουσε τι. Όμως εκεί που σώπαινε είδε πως στα μάτια της Μαρίκας έγερναν τα βλέφαρα∙ και το κεφάλι της είχε γλιστρήσει κ’ έγειρε κι αυτό στο πλάγι.
- Κουράστηκες; της είπε καθώς την κοίταζε.
Η Μαρίκα σα να μην άκουσε∙ μα όταν ο Στέφανος την ξαναρώτησε.
- Ναι, απάντησε σιγά, κουράστηκα.
Η γιαγιά και ο Στέφανος την πλάγιασαν.
Αλλά και πλαγιασμένη έπειτα, έμεινε και κοίταζε το Στέφανο.
ΧΧΙΧ
- Ο κύριος νομάρχης έστειλε πάλι σήμερα και ρώτησε, είπε η κυρία Αγλαΐα.
Μα έπειτα έμεινε σα λησμονημένη και ψιθύρισε:
- Δεν ήρθε ακόμα.
Είχε στείλει για το γιατρό.
Η γιαγιά είχε στείλει πάλι για την κυρία Κατίγκω και ρώτησε κι αυτή:
- Δε θα έρθει;
- Έρχεται, της είπε ο Στέφανος.
Και η γιαγιά κοιτάζοντάς τον:
- Πονεί, ψιθύρισε∙ δεν κοιμήθηκε οληνύχτα.
Κι έφυγε στην κάμαρα.
Έμεινε μόνος ο Στέφανος με την κυρία Αγλαΐα.
Είχαν έμπει στη σκάλα σα να ήθελαν να είναι πιο κοντά στην άρρωστη∙ και καθώς η σάλα ήταν άδεια και μεγάλη και ο Στέφανος έμπαινε σπάνια σ’ αυτή, τώρα του φάνηκε σαν έρημη, ψυχρή και ξένη. Μα απέναντι, ψηλά στον τοίχο κρεμόταν η εικόνα του κυρίου νομάρχη, του πατέρα της Μαρίκας∙ και του Στέφανου καθώς σήκωσε σ’ αυτή τα μάτια, του φάνηκε η μορφή γνώριμη και άγνωστη μαζί∙ σα να την πρόσεχε πρώτη φορά, το βλέμμα του σταμάτησε σ’ αυτή παράξενα. Σταμάτησε στα μάγουλα∙ νόμισε πως είδε τα μήλα τους γεμάτα στίγματα κοκκινωπά∙ και από τα βαθιά μεγάλα μάτια της σα να τον κοίταζαν τα μάτια της Μαρίκας.
Η κυρία Αγλαΐα τον είδε που έβλεπε στην εικόνα και σα να λησμόνησε που το είχε πει πρωτύτερα, ψιθύρισε:
- Ο κύριος νομάρχης έστειλε πάλι σήμερα και ρώτησε.
Ο Στέφανος την κοίταξε και πρόσεξε πως δεν ανέβασε τα φρύδια ενώ το είπε.
Έπειτα σώπασαν και οι δυο και περίμεναν το γιατρό.
Όταν ήρθε, η κυρία Αγλαΐα του άνοιξε σιγά την πόρτα της Μαρίκας, και ο Στέφανος που γλίστρησε από πίσω και κοίταξε από το άνοιγμα, είδε μόνο ένα σωρό που μαύριζε στο μαξιλάρι∙ ήταν τα μαλλιά της. Έπειτα είδε το γιατρό που της έπιασε το χέρι κ’ έβγαλε το ωρολόγι του.
Μα η πόρτα έκλεισε μπροστά του και ο Στέφανος έφυγε κείθε. Καθώς γύρισε είδε την κυρία Αγλαΐα που είχε πέσει σ’ ένα κάθισμα και ήταν χλωμή, πολύ χλωμή.
Κ’ έσκυψε κι αυτός και πρόσμενε.
Όταν βγήκε έπειτα ο γιατρός, ο Στέφανος πήγε κοντά του. Μα ο γιατρός δεν άφησε να τον ρωτήση∙ κάθισε κ’ έγραψε γοργά, και δίνοντας τη συνταγή:
- Στείλτε γρήγορα, είπε.
Ο Στέφανος την άρπαξε και βγήκε.
Όταν ξαναήρθε με το φάρμακο, ο γιατρός ήταν πάλι στην άρρωστη. Η κυρία Αγλαΐα πήρε από το χέρι του Στέφανου το φάρμακο κ’ έτρεξε αμέσως μέσα.
Ο Στέφανος έμεινε στη σάλα μόνος. Καθώς στεκόταν, άκουσε έξω που ανέβαινε η κυρία Κατίγκω. Έπειτα άκουσε πίσω του που της ψιθύρισε η Ευανθία:
- Τη νύχτα απόψε πάλι τα ίδια.
Ο Στέφανος εννόησε πως έλεγε για τη Μαρίκα και γύρισε και τις είδε που έμπαιναν∙ το πρόσωπο της Ευανθίας του φάνηκε σαν κίτρινο.
Μα έπειτα την άκουσε πάλι από πίσω του που ρώτησε:
- Είναι αληθινό για τη Φιφίκα;
- Ναι, πάει στην Ιταλία, ψιθύρισε η κυρία Κατίγκω.
- Και ο λοχαγός μαζί; είν’ αλήθεια;
Ο Στέφανος δε στάθηκε ν’ ακούσει τι απάντησε η κυρία Κατίγκω∙ βημάτισε προς το μπαλκόνι.
Μα ενώ έβγαινε έξω, αισθάνθηκε στο χέρι του το χέρι της κυρίας Κατίγκως.
Το τίναξε ελαφρά και στάθηκε και κοίταζε έξω. Η μέρα ήταν χλωμή, μα ένα αντιφέγγισμα έτρεμε κάτω στη θάλασσα∙ έτρεμε κ’ έφεγγε σα σκόνη κρόκινη που τίναζαν απάνω της σύννεφα σταχτοκίτρινα.
Η κυρία Κατίγκω τράβηξε πάλι το Στέφανο, και ο Στέφανος γύρισε∙ η Ευανθία στεκόταν πίσω της και τον κοίταζαν και οι δυο.
- Είναι μέσα ο γιατρός; τον ρώτησε η κυρία Κατίγκω, μόνο σα να ήθελε κάτι να πει.
Ο Στέφανος ένεψε ναι. Κοιτάχτηκαν και οι τρεις, μα έπειτα έσκυψαν τα μάτια κ’ έμειναν αμίλητοι. Ο αέρας ήταν ήσυχος, θολός∙ και μπρος, στον κήπο κάτω, τα πεύκα ακίνητα. Έμειναν ώρα ορθοί εκεί και κοίταζαν. Έξω στο δρόμο πέρασαν παιδιά και φώναζαν, έπειτα έτριξε ένα κάρο, έπειτα σταμάτησε ένας πουλητής κ’ έκραξε κάτι και τους κοίταζε∙ ούτε τον πρόσεξαν. Μα όταν ακούστηκε το βίτζι των βαποριών που άρχισαν και φόρτωναν, η Ευανθία ψιθύρισε έξαφνα, σα να ξεχάστηκε:
- Εδώ είν’ ακόμα;
- Τι; ρώτησε η κυρία Κατίγκω.
Η Ευανθία δεν απάντησε∙ είδε μόνο πως ο Στέφανος την κοίταξε. Ξανακοιτάχτηκαν και οι τρεις κ’ έσκυψαν πάλι αμίλητοι.
Μα έπειτα είδε ο Στέφανος την Ευανθία που έστρεψε έξαφνα και μπήκε γρήγορα στη σάλα∙ η κυρία Κατίγκω πήγε κοντά και στάθηκαν και οι δυο εμπρός στο γιατρό που βγήκε από την κάμαρα.
Ο Στέφανος δεν άκουσε τι είπε ο γιατρός, είδε μόνο πως μόλις κινήθηκαν τα χείλη του, και το κεφάλι του έσκυψε∙ και είδε πως η κυρία Κατίγκω έπιασε το χέρι της κυρίας Αγλαΐας και την έβαλε και κάθισε. Η Ευανθία έριξε τα μάτια κάτω κ’ έμεινε και κοίταζε το πάτωμα.
Ο Στέφανος δεν έκαμε να κινηθεί, δεν έκαμε ν’ ακούσει∙ έμεινε ασάλευτος εκεί και άκουε το βίτζι που έτριζε μακριά, που έτριζε τραχιά, σκληρά∙ έμεινε και άκουε μονάχα αυτό, σα να μην ήθελε ν’ ακούσει πια άλλο τίποτε.
………………
Το δειλινό έβαψε ρόδινα, ρόδινα ωχρά τα τζάμια μια στιγμή, έπειτα έριξε μια θολοκίτρινη χλωμάδα που κρεμάστηκε σταχτιά, μουντή κ’ έμοιαζε και ήταν σα να κρεμάστηκε και να σταμάτησε σταχτιά, μουντή και η ώρα απάνω τους∙ σταχτιά μουντή απλώνονταν και κάτω η θάλασσα. Καθισμένοι όλοι σκυφτά στη σάλα, δε μιλούσαν∙ κάποτε μόνο σήκωναν τα μάτια και κοιτάζονταν, σα να περίμεναν κάτι που όλοι το ήξεραν πως είχε ξεκινήσει κ’ έφτανε.
Πριν, είχε βγει από την κάμαρα η κυρία Αγλαΐα και σκύβοντας στην κυρία Κατίγκω της ψιθύρισε:
- Παραμιλεί ολοένα.
Και ο Στέφανος που τέντωσε το αφτί, την άκουσε που πρόσθεσε:
- Για το φθινόπωρο.
Και είδε την κυρία Αγλαΐα που έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της.
Έπειτα η κυρία Αγλαΐα, που μπήκε στην κάμαρα και ξαναβγήκε, και ο Στέφανος την κοίταξε, είπε:
- Γυρεύει τη Θεώνη.
Ο Στέφανος έσκυψε τα μάτια και βημάτισε στην κάμαρα.
- Να στείλομε; τον ρώτησε η κυρία Κατίγκω, όταν ξανακάθισε.
Μα ο Στέφανος δε μίλησε. Ξαναέσκυψε και σώπαινε.
Έπειτα ξαναέσκυψαν όλοι και σωπαίναν και περίμεναν να ξαναβγεί ο γιατρός, που ήρθε πάλι και πέρασε στην άρρωστη.
Μα όταν τον είδαν τέλος που έβγαινε, και ανασηκώθηκαν, ο γιατρός δεν έκλεισε την πόρτα∙ την άνοιξα όλη πίσω του.
Τον ένιωσαν και χίμησαν.
Η Μαρίκα είχε ακόμα τα μάτια ολάνοιχτα∙ η γιαγιά σκυφτή στο πλάι της κρατούσε το κεφάλι.
Πρώτη έπεσε η Ευανθία αγκαλιάζοντας τα πόδια της∙ ο Στέφανος καρφώθηκε κει καθώς στάθηκε στη μέση, η κυρία Κατίγκω άρπαξε την κυρία Αγλαΐα που έβγαλε φωνή.
Έπειτα σύρθηκαν όλοι στο κρεβάτι εμπρός και γονάτισαν και ζήτησαν τα χέρια της Μαρίκας κ’ έμειναν και τα κρατούσαν. Αλλά τα μάτια της Μαρίκας σταμάτησαν στο Στέφανο∙ σταμάτησαν και δε σφαλούσαν, σταμάτησαν και πρόσμεναν και φαίνονταν σαν κάτι να ήθελαν.
Και σα να ένιωσαν όλοι, και σα να το ένεψε η Μαρίκα, σύρθηκαν όλοι πάλι έξω, κ’ έμεινε μόνη η Μαρίκα με το Στέφανο. Η γιαγιά της κρατούσε μονάχα ακόμα το κεφάλι.
Τότε τα μάτια της Μαρίκας σα να σάλεψαν, και ο Στέφανος της άρπαξε το χέρι∙ ήταν υγρό και ας έκαιε, και καθώς το άρπαξε, το χάδεψε και το έσφιξε σιγά. Έπειτα ακούμπησε σ’ αυτό τα χείλη. Και περίμενε.
Μα σα να τον ήθελε σιμότερα η Μαρίκα, σύρθηκε αγάλια πιο κοντά της, ως τα χείλη της. Έπειτα σα να ήθελε η Μαρίκα να της κρατήσει μόνο εκείνος το κεφάλι, ο Στέφανος έκαμε παραπέρα τη γιαγιά και της το ακούμπησε στον ώμο του. Το ακούμπησε και το κρατούσε και της άκουε την πνοή. Κ’ ενώ την άκουε που γινόταν πιο γοργή, κ’ ενώ στο χέρι του γλιστρούσε πάντα υγρότερο το χέρι της, του ήταν σα να ζητούσε να κρατήσει πίσω κάτι που είχε φτερά και τα είχε απλώσει κ’ έφευγε.
Μα εκεί η Μαρίκα σα να θέλησε να ξαναδεί το Στέφανο --- η γιαγιά ήρθε πάλι στο κεφάλι της Μαρίκας, και ο Στέφανος γονάτισε μπροστά της και την κοίταζε. Και είδε πάλι στυλωμένα στα μάτια του τα μάτια της. Αλλά τα μάτια της δεν ήταν μάτια, ήταν μια σταχτερή άφεγγη ωχράδα που έμενε μουντή και ακίνητη.
Μα πάλι εκεί η ωχράδα σα να σάλεψε για μια στιγμή∙ τα βλέφαρα κινήθηκαν σα να έπαιξε κάτι ξαφνικά μπροστά τους. Και ο Στέφανος είδε τα χείλη της Μαρίκας που κινήθηκαν∙ και άκουσε το λόγο:
- Η θάλασσα.
Μα έξω πέρα η θάλασσα δε φαίνονταν∙ τη σκέπασε το σταχτί σούρουπο που είχε κρεμάσει στο παράθυρο μπροστά η νύχτα που έπεφτε.
Η κυρία Κατίγκω ήρθε και άναψε το φως και πήρε έξω το Στέφανο. Ο Στέφανος είδε το φως που έπεσε κίτρινο στην κάμαρα∙ και είδε τα μάτια της Μαρίκας: ακόμα ολάνοιχτα, πια δεν τον έβλεπαν.
Άφησε και τον έφερε η κυρία Κατίγκω και τον κάθισε στη σάλα. Είχαν ανάψει και δω το φως, όμως το φως δεν ήτανε πολύ∙ κεριά που έτρεμαν κ’ έπαιζαν κ’ έριχναν ίσκιους στις γωνίες, στους τοίχους και στο πάτωμα. Η Ευανθία σκυμμένη σε μιαν άκρη απέναντι τους κοίταζε, ο Στέφανος τους κοίταζε κι αυτός, μα δεν τους έβλεπε.
Μα έξαφνα, όπως καθόνταν είδαν και οι δυο ν’ ανοίγει η πόρτα προς το διάδρομο. Η Ευανθία τινάχτηκε, ο Στέφανος όμως τον γνώρισε πως ήταν ο παππούς που έμπαινε. Αλλά δεν ήταν ο παππούς με τη σταχτιά τριμμένη ρόμπα∙ είχε φορέσει τη μαύρη ρεδιγκότα του και το καπέλο και μπήκε σιγαλά και σύρθηκε σιγότερα και στάθηκε στην πόρτα της Μαρίκας. Αλλά δεν μπήκε μέσα∙ σταμάτησε μόνο και κοίταζε.
Μα καθώς κοίταζε, ακούστηκε κραυγή, και η κυρία Κατίγκω φάνηκε στην πόρτα φέρνοντας έξω την κυρία Αγλαΐα.
– Τελείωσε, ψιθύρισε έπειτα στο Στέφανο η κυρία Κατίγκω και του έπιασε το χέρι.
Μα ο Στέφανος έμεινε χαμένος, ακίνητος στη θέση του.
Είδε πως άναψαν και άλλα φώτα και πως έμπαιναν κι άλλοι στη σάλα. Γνώρισε μόνο τη Θεώνη που τον πλησίασε και του έσφιξε το χέρι και κάτι του ψιθύρισε. Την κοίταξε άφωνος. Μπόρεσε και σηκώθηκε έπειτα και σύρθηκε έξω στο μπαλκόνι.
Η κρύα νύχτα είχε σκορπίσει ψηλά τα σύννεφα και στον ωχρό ουρανό ανέβαινε ο Ωρίων, ανέβαινε λαμπρός κ’ έμεινε σα στημένος ορθός απάνω στο σκοτεινό βουνό.
Ο Στέφανος έμεινε ώρα κι αυτός ορθός μπροστά του και τον κοίταζε. Έπειτα έσκυψε κ’ έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια.
ΧΧΧ
Η κυρία Αγλαΐα παρατήρησε πως έλειπε από την κηδεία ο κύριος νομάρχης.
- Θα ήτα άρρωστος, συμπέρανε.
- Όχι∙ ταξίδεψε, της είπαν και της διηγήθηκαν το νέο πως η Φιφίκα Πρίφτη έφυγε με το λοχαγό, και για να λείψει από το σκάνδαλο έπρεπε να φύγει και ο κύριος νομάρχης.
- Του έκαμαν δύσκολη τη θέση του, ψιθύρισε η κυρία Αγλαΐα.
Έπειτα από μέρες όμως έλαβε την κάρτα του∙ ήταν μπροστά και η κυρία Κατίγκω, και η κυρία Αγλαΐα είπε:
- Πώς φέρθηκαν στον άνθρωπο!
Και πρόσθεσε:
- Έτσι ήταν πάντα πρόστυχοι.
Κοίταξε την κυρία Κατίγκω ενώ το έλεγε, και η κυρία Κατίγκω το διηγήθηκε έπειτα στον άντρα της:
- Το είπε επίτηδες για με∙ το ξέρω, δε με θέλει να πηγαίνω, μα δε μπορώ ν’ αφήσω μόνη τη νονά.
Κ’ έπειτα σιγότερα:
- Ξέρεις, Γιάγκο, το είπα τέλος της νονάς.
Κ’ ενώ ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε σα να μην ένιωσε:
- Για το κτήμα. Και φαντάζεσαι; το ξέχασε πως το έχει γράψει της Μαρίκας και τρόμαξε να το θυμηθεί.
- Ε και τι είπε; ρώτησε ο κύριος Γιάγκος.
- Το κάνει --- τη φέρνομε μια μέρα εδώ.
Και η κυρία Κατίγκω μια στιγμή ξεχάστηκε.
Έπειτα πλησιάζοντας πάλι τον κύριο Γιάγκο:
- Πώς ήρθαν έτσι! είπε μελαγχολικά.
- Καλά, ετοιμάζω τα χαρτιά, είπε ο κύριος Γιάγκος σα να μην άκουσε τα τελευταία λόγια της κυρίας Κατίγκως.
Και η κυρία Κατίγκω, αφού σώπασε πάλι μια στιγμή:
- Ξέρεις, ψιθύρισε, η Ευανθία θέλει να φύγει∙ μα πώς ν’ αφήσει τη νονά.
Κ’ ενώ ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε.
- Στενοχωρείται. Πώς να τη έφερνα μια μέρα εδώ, είπε πάλι η κυρία Κατίγκω και την κοίταξε στα μάτια.
Και η κυρία Κατίγκω την έφερε ένα βράδυ.
Ο Στέφανος που ήρθε σιγά ως την πόρτα της τραπεζαρίας, σταμάτησε έξαφνα∙ τις είδε∙ είχαν φέρει το δέρμα της τίγρης από μέσα από τη σάλα και κάθισαν μπροστά στο τζάκι∙ καθώς φορούσαν μαύρα κι οι δυο, το πρόσωπο της Ευανθίας που έγερνε στον ώμο της κυρίας Κατίγκως, φαινόταν κίτρινο.
Ο Στέφανος τις κοίταξε άλλη μια στιγμή κ’ έπειτα γύρισε πάλι πίσω στο διάδρομο∙ ήταν θαμπός, και από το παράθυρο έμπαινε μέσα μόνο σούρουπο. Μα από το πλαϊνό παράθυρο του μεγειριού έπεφτε μια λουρίδα φως στον τοίχο αντίκρυ και τον φώτιζε∙ και ο Στέφανος καθώς σταμάτησε, είδε να σημαδεύεται σ’ αυτόν ο ίσκιος μιας ακακίας από την αυλή. Όπως την είδε, του φάνηκε σα ζίφρα χαραγμένη εκεί, και στάθηκε σα να ήθελε να τη διαβάση∙ ο αέρας όμως που φυσούσε κίνησε το δέντρο, και τότε είδε ο Στέφανος πως ήταν μόνο ίσκιος κλαδιών γυμνών, κλαδιών χωρίς ούτε ένα φύλλο --- το φθινόπωρο τους είχε πάρει και το τελευταίο φύλλο.
Έσκυψε το πρόσωπο∙ μα καθώς έσκυψε, άκουσε έξαφνα την Ευανθία και την κυρία Κατίγκω που τραγουδούσαν σιγαλά από μέσα:
Σα φύλλο ξερό
στο κλαδί ξεχασμένο,
προσμένω να βρω –
τι τάχα προσμένω;
… Ο Στέφανος κατέβηκε σιγά τη σκάλα. Έξω στο δρόμο ο αέρας σφύριζε στα δέντρα, και τα φώτα έπαιζαν κίτρινα καθώς σαλεύαν.
Ο Στέφανος προχώρησε. Κίτρινη, ωχρή έπαιζε και η λάμψη του φαναριού μπροστά στη σιδερένια πόρτα με την ξερή γαζία απέξω, όπου σταμάτησε και σήμανε.
Η κυρία Αγλαΐα σα να ξαφνίστηκε καθώς τον είδε, μα η γιαγιά του κράτησε το χέρι πολλές στιγμές.
Κάθισαν σιωπηλοί και οι τρεις. Η κυρία Αγλαΐα του έδειξε την κάρτα του κυρίου νομάρχη.
- Θα γύρισε, ψιθύρισε.
- Ναι, γύρισε, είπε ο Στέφανος.
Και ξανασώπασαν.
Ο Στέφανος είδε τις κόκκινες τουλίπες που έγερναν κ’ έφεγγαν ωχρές στο φως της λάμπας. Έπειτα άκουσε τον παπαγάλο που φώναξε νυσταγμένα από το διάδρομο:
- Παππού.
Μα δε σηκώθηκε η γιαγιά∙ έμεινε σκυμμένη μελανός σωρός κοντά του.
- Πρωτύτερα ήταν εδώ η Θεώνη, είπε ύστερα η γιαγιά.
- Τη ζήτησε, πρόσθεσε έπειτα από λίγο.
- Και ονειρευόταν, ξαναείπε.
- Το φθινόπωρο, ψιθύρισε η κυρία Αγλαΐα.
Και ξανασώπασαν.
Όταν έπειτα έφυγε ο Στέφανος, γλίστρησε από πίσω του ο παππούς. Φορούσε πάλι τη σταχτιά τριμμένη ρόμπα και καθώς πέρασε τον κοίταξε∙ στάθηκε και τον κοίταξε.
Ο Στέφανος βγήκε ξανά στο δρόμο. Είδε πάλι το φως και ξαναπρόσεξε τη σιδερένια πόρτα.
Μα δε σταμάτησε.
Στο δρόμο προς το σπίτι του ήταν το σπίτι της Θεώνης. Εκεί μπροστά σταμάτησε και σήμανε.
Η Θεώνη τον δέχτηκε στη σκάλα και τον έφερε στην κάμαρα.
Μα ο Στέφανος δεν κάθισε. Στάθηκε μόνο ορθός και την έβλεπε άφωνος.
Κ’ ενώ η Θεώνη τον κοίταζε άφωνη κι αυτή, ο Στέφανος ψιθύρισε έξαφνα:
- Πρωτύτερα ήσουν εκεί.
- Ναι, ένεψε η Θεώνη.
Και ο Στέφανος ξαναψιθύρισε:
- Σε ζήτησε.
Δεν το άκουσε και ο ίδιος τι είπε και έμεινε σαν ξαφνισμένος γιατί η Θεώνη δεν απάντησε.
Αλλά δε μίλησε.
Στάθηκε μερικές στιγμές ακόμα, έπειτα γύρισε έξαφνα∙ γύρισε κ’ έφυγε.
Αισθάνθηκε πως η Θεώνη τον κοίταζε παράξενα εκεί καθώς της έδινε το χέρι, μα έπειτα κάτω το λησμόνησε.
Τράβηξε στο σπίτι.
Βρήκε κει την Ευανθία και την κυρία Κατίγκω καθισμένες ακόμα στη φωτιά κοντά.
Και κάθισε κι αυτός αντίκρυ.
Πολλές στιγμές δε μίλησε κανείς. Κοιτάζονταν μονάχα. Μα έξαφνα εκεί, ενώ η κυρία Κατίγκω είχε σκύψει και κοίταζε προς τη φωτιά, ο Στέφανος τη χτύπησε στον ώμο.
- Μητέρα, της είπε σιγαλά.
Η κυρία Κατίγκω γύρισε.
- Έλα, τραγούδησέ μας.
Η κυρία Κατίγκω πετάχτηκε σαν ξαφνισμένη. Αλλά δεν μπόρεσε να βγάλει λέξη. Ο Στέφανος την κοίταζε, και η κυρία Κατίγκω είδε στο βλέμμα του πως έπρεπε να τραγουδήσει∙ και όταν της έβαλε στα χέρια της τη φυσαρμόνικα, κατάλαβε τι ήθελε να τραγουδήσει. Και το τραγούδησε σιγά και αργά.
Στο τέλος μόνο θέλησε να σταματήσει, αλλά είδε πως ο Στέφανος περίμενε. Και η κυρία Κατίγκω δε σταμάτησε∙ το είπε:
Αχ πού να θυμάσαι,
Λενίτσα, Λενιώ,
εκεί που κοιμάσαι –
Εδώ όμως τη σταμάτησε η Ευανθία που έπεσε μπρος της πνιγμένη σε λυγμούς.
Δεν τη σήκωσε κανένας∙ η κυρία Κατίγκω είχε μείνει σα χαμένη, ο Στέφανος καθόταν ακίνητος αντίκρυ∙ καθόταν και τις κοίταζε.
Έπειτα, πριν σηκωθεί ακόμα η Ευανθία, σηκώθηκε ο ίδιος και βγήκε.
Βγήκε στο δρόμο.
Έξω στο δρόμο ο αέρας σφύριζε πάντα στα δέντρα, και τα φώτα έτρεμαν. Στην προκυμαία στέκονταν γραμμή τ’ αμάξια∙ άλλα περνούσαν γρήγορα. Ο Στέφανος είδε ένα που πέρασε πολύ κοντά του∙ το είδε όταν πέρασε, μα πριν περάσει άκουσε που σήμανε και φώναξε ο αμαξάς. Έπειτα άκουσε στο καφενείο τη μουσική∙ μα δε σταμάτησε. Και δε σταμάτησε ούτε απέναντι, στη λέσχη. Ήταν η ώρα που πήγαινε ο κύριος νομάρχης, και ο Στέφανος τον είδε, τον πρόσεξε που έμπαινε με πρόσωπο σκυφτό. Αλλά δε γύρισε να μπει κι αυτός.
Γύρισε προς τη θάλασσα.
Έφτασε κει και στάθηκε μπροστά της. Νυχτωμένη καθώς ήταν, ήταν ωχρή, θαμπή κάτω από το φθινοπωρινό ουρανό. Μα σα να μην έφτανε σ’ αυτή ο αέρας, έμενε ακίνητη αναδίνοντας μόνο μια κρύα ατάραχη πνοή.
Ο Στέφανος την κοίταζε∙ κοίταζε και περίμενε να δη τους κύκλους να τη γεμίσουν όλη αμέτρητοι, τρεμουλιαστοί, πλατιοί, μεγάλοι.
Μα δεν τους είδε. Έβλεπε μόνο μια ακίνητη έκταση θολή, μισόθαμπη ν’ απλώνεται άφεγγη, βουβή και κρύα μπροστά του χαμένη πέρα σε βάθος πιο άφωνο και σκοτεινό.
………….
Μια ανησυχία είχε πιάσει τη Θεώνη όταν είδε το Στέφανο που έφευγε. Έσκυψε κάτω καθώς τον έβγαζε ως τη σκάλα, και κοίταξε τη σκοτεινή σκυφτή μορφή του που γλιστρούσε αργά.
Θυμόταν έπειτα το βλέμμα του κ’ έπειτα πώς της έδωσε το χέρι. Και σα να τρόμαζε. Και το ξαναθυμήθηκε και ξανατρόμαξε.
Και φόρεσε έξαφνα το επανωφόρι της και βγήκε αμέσως.
Τράβηξε ίσια στης κυρίας Κατίγκως.
- Τι κάνουν; ρώτησε την υπηρέτρια ενώ ανέβαινε τη σκάλα.
Η υπηρέτρια σταμάτησε και φώτισε στο διάδρομο.
- Τι κάνουν; ξαναρώτησε η Θεώνη.
Η υπηρέτρια πάλι δε μίλησε, μα και η Θεώνη σταμάτησε έξαφνα.
Μέσα η κυρία Κατίγκω είχε σηκώσει την Ευανθία από κάτω και ήθελε να την ησυχάσει∙ κ’ έπαιζε το τραγούδι της.
Η Θεώνη στάθηκε μια στιγμή και άκουε.
Μα έπειτα σα να θυμήθηκε έξαφνα, γύρισε στην υπηρέτρια:
- Και ο κύριος Στέφανος;
- Μέσα είναι, απάντησε η υπηρέτρια που δεν τον είχε δει πως βγήκε.
Η Θεώνη έριξε μπρος της μια ματιά.
- Καλά, άφησε∙ μην πεις πως ήρθα, είπε σιγά.
- Ήθελα μόνο του τον κύριο Στέφανο, ψιθύρισε σιγότερα και γύρισε να κατεβεί, ενώ μέσα ηχούσαν τώρα μαζί οι φωνές της Ευανθίας και της κυρίας Κατίγκως:
προσμένω να βρω –
τι τάχα προσμένω;
ΤΕΛΟΣ