← Table of contents
Φθινόπωρο

Front matter (continued 2)

Reading edition

- Τι αηδία, ε; είπε ξανά η κυρία Αγλαΐα, και η Φιφίκα το ένιωσε και κοκκίνισε.

Μα ο Στέφανος γύρισε αμέσως και τη ρώτησε:

- Πηγαίνετε στην Ιταλία;

- Ναι, στη Γένοβα, απάντησε σα συγχυσμένη∙ μα έπειτα: Ο θείος επέμενε να πάμε να μας δη, τόνισε σαν επίτηδες.

Ο θείος ήταν πλούσιος έμπορος στη Γένοβα, γνωστός στην πόλη∙ και ο κύριος νομάρχης τόνισε κι αυτός:

- Καθήκον.

- Τι λαμπρός άνθρωπος! είπε έπειτα∙ και πατριώτης!

Και στρέφοντας προς την Αγλαΐα πρόσθεσε:

- Το γνωρίζω από τη νομαρχία.

Τα φρύδια της κυρίας Αγλαΐας ξαναχαμήλωσαν.

Μα η Ευανθία έσκυψε έξαφνα και κάτι είπε της Φιφίκας, και η Φιφίκα γέλασε. Ο κύριος νομάρχης, καθώς έστρεψε σ’ αυτή, έμεινε παίζοντας την αργυρή λαβή του μπαστουνιού του ανάμεσα στα δάχτυλα.

Όταν ξαναέστρεψε είδε την κυρία Αγλαΐα που τον κοίταζε.

- Ανεψιά σας είπατε; έσκυψε και της ψιθύρισε.

- Ναι, από τον άντρα μου, απάντησε η κυρία Αγλαΐα, όταν εννόησε πως ρωτούσε για την Ευανθία.

- Αχά! είναι --- θυμούμαι τη μητέρα της.

Η Φιφίκα αντίκρυ ξαναγέλασε, και ο κύριος νομάρχης έμεινε μια στιγμή.

- Από τη νομαρχία, του ξέφυγε έπειτα, μα αμέσως το ένιωσε και είπε γοργά:

- Ναι, ναι, που είχε τον τελώνη.

- Τον ελεγκτή, κύριε νομάρχα!...

Ο κύριος νομάρχης τινάχτηκε σα να συνήρθε ξαφνικά κ’ ένιωσε πως κοκκίνισε.

- Δε φαντάζεσαι τι ωραία που χτενίζει, έλεγε της Ευανθίας η Φιφίκα∙ ούτε αισθάνεσαι το χτένι.

- Και λούζει ωραία, λένε, είπε η κυρία Κατίγκω.

- Ω, έκτακτα∙ με νέα μέθοδο. Και ιδίως το στέγνωμα∙ η τέχνη της είναι το στέγνωμα∙ με τον ατμό.

Η Ευανθία κοίταζε τη Φιφίκα. Και η Μαρίκα που καθόταν άφωνη σα μόνη της, έριξε βλέμμα στα μαλλιά της Ευανθίας απέναντι.

Η Ευανθία κοκκίνισε που το είδε∙ κοκκίνισε και χαμήλωσε τα μάτια. Της φάνηκε πως ήθελε να της θυμίσει πως χτες αυτή την έλουσε η γιαγιά.

Μα η Φιφίκα που την κρατούσε από το χέρι, της είπε ξαφνικά:

- Τι ωραία που είναι, Ευανθία, τα μαλλιά σου!

- Ωραία, ναι, είπε και η κυρία Κατίγκω.

Και η Ευανθία που ξανασήκωσε τα μάτια είδε πως όλοι, και ο Στέφανος μαζί, κοιτάζαν τα μαλλιά της. Μόνη η Μαρίκα είχε γυρίσει το βλέμμα αλλού.

Η κυρία Αγλαΐα μιλούσε πάλι με τον κύριο νομάρχη.

- Ναι, ναι, όπως τότε.

- Ναι, ναι, όπως μια φορά.

Μα η Ευανθία ξαναψιθύρισε με τη Φιφίκα, και ο κύριος νομάρχης σα να ξεχάστηκε ξανά.

Η κυρία Αγλαΐα έμεινε με την παλάμη πίσω στα μαλλιά της∙ η Φιφίκα την κοίταζε από αντικρύ.

Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε και εκείνη∙ την κοίταξε άφωνη. Έπειτα της χαμογέλασε μονάχα. Μα μισοκλείνοντας τα βλέφαρα της είπε αμέσως:

- Λυπήθηκα που δε σας είδα το πρωί.

- Αλλά ντυνόμουνα να βγούμε, πρόσθεσε με τα φρύδια πάλι ορθά.

Η Ευανθία κοιτάχτηκε με την κυρία Κατίγκω∙ η Φιφίκα όμως απάντησε ήσυχα:

- Μα εγώ ήρθα μόνο για την Ευανθία.

Το είπε κ’ έμεινε ακίνητη.

Η κυρία Αγλαΐα είδε πως έμεινε ακίνητη και η αργυρή λαβή του μπαστουνιού στα χέρια του κυρίου νομάρχη.

Ο Στέφανος έριξε ένα βλέμμα στη Μαρίκα∙ η Μαρίκα κοίταζε τη θάλασσα.

Μα έπειτα όταν γύριζαν στο σπίτι, η Μαρίκα πλησίασε μια στιγμή το Στέφανο, που τις συνόδευε ως την πόρτα. Ήταν παράξενα χλωμή και του έπιασε το χέρι νευρικά.

-Ξέρεις Στέφανε, του είπε, ξέρεις τι σκέφτηκα έξαφνα;

- Τι; ψιθύρισε ο Στέφανος.

- Θα ήταν καλύτερα να έπαιρνες την …

Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταξε σαν ξαφνισμένα∙

- Την Πρίφτη, είπε η Μαρίκα.

Και τον άφησε να την κοιτάζει εκεί και χάθηκε στην πόρτα.

VIII

- Την Πρίφτη!

Ο Στέφανος πήγαινε σκυφτός στο σπίτι∙ δεν ήθελε όμως να συλλογιστεί. Και μια στιγμή που του φάνηκε έξαφνα πως κάτι έλαμψε μπροστά του, δεν ήταν τα μαλλιά της Πρίφτη. Σήκωσε ευθύς τα μάτια απάνω, σα να ήθελε να μην το δει. Και είδε τη θάλασσα.

Του φάνηκε πως έλαμπε όλη.

Και όταν έπειτα ανέβηκε στο σπίτι, ήρθε γελαστή κοντά του η κυρία Κατίγκω και τον κοίταξε και του είπε:

- Τι όμορφη που ήταν σήμερα η Ευανθία.

Και πήρε και γέμιζε δυο βάζα με άνθη.

Ο Στέφανος δεν πρόσεξε με τι άνθη, είδε μόνο πως έφεγγαν στα βάζα τ’ άνθη.

Μα έξαφνα ξαναγύρισε η κυρία Κατίγκω∙ και ρώτησε:

- Μα η Μαρίκα τι είχε;

Ο Στέφανος έκαμε ν’ απαντήσει: τι; Μα δεν απάντησε∙ είπε μόνο:

- Τι κωμικός που ήταν ο νομάρχης.

Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω τον κοίταζε, πρόσθεσε ο Στέφανος.

- Κι αυτή.

Η κυρία Κατίγκω εννόησε πια, όμως δε θύμωσε∙ είπε μόνο μελαγχολικά:

- Μου κακοφαίνεται που φεύγει.

Και αφού ξεχάστηκε για μια στιγμή, ψιθύρισε:

- Θα πάρω εδώ την Ευανθία για λίγες μέρες.

Ο Στέφανος έκανε να την κοιτάξει, και η κυρία Κατίγκω ξαναείπε:

- Η γιαγιά θα μου τη δώσει.

Και σώπασαν.

Είχαν σταθεί εμπρός στο παράθυρο κ’ έβλεπαν τη θάλασσα. Ένα αεράκι τη σγούρανε ωχροπράσινη, ισκιωμένη μεριές μεριές από αραιά πλοκαμωτά, αλλού σταχτιά αλλού άσπρα σύννεφα με κίτρινες αντιφεγγιές εδώ και κει. Το μάκρος χανότανε σκουρότερο, πια σταχτερό. Από το λιμάνι ακούονταν τριχτός ο βρόντος που έκανε το βίντσι των ιγγλέζικων.

- Φορτώνουν, είπε έξαφνα η κυρία Κατίγκω.

Και του Στέφανου του φάνηκε πως άκουσε σα μακρινό αντίλαλο:

- Φορτώνουν∙ άκου, Μαρίκα, πώς φορτώνουν.

Και γύρισε.

Εκεί η κυρία Κατίγκω πρόσθεσε:

- Θα πάμε με την Ευανθία να τα δούμε.

Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος. Όταν ξαναέστρεψε έπειτα, η κυρία Κατίγκω έβλεπε τη θάλασσα.

Μα ύστερα από λίγο πάλι ξαναγύρισε η κυρία Κατίγκω:

- Στέφανε!

Ο Στέφανος την κοίταξε.

- Δε μου είπες τι είχε σήμερα η Μαρίκα.

Ο Στέφανος σα να ξαφνίστηκε ξανά. Κοίταξε μπρος του με μάτια σα μισόκλειστα για μια στιγμή. Έπειτα ψιθύρισε:

- Η Μαρίκα;

- Τίποτε δεν είχε, είπε δυνατότερα και ξανακοίταξε μπροστά του: η θάλασσα σα ν’ ανατρίχιασε όλη μια στιγμή, βάφηκε χαλκοπράσινη ελαφρά.

Με έπειτα ξαναησύχασε και απέμεινε απλωμένη με μουντά στίγματα, σαν ξέθωρος παλιός καθρέφτης σκουριασμένος. Τα σκόρπια σύννεφα στον ουρανό είχαν σκουράνει.

Ο Στέφανος έμεινε κει σκυφτός.

ΙΧ

Τα σύννεφα είχαν μαυρίσει και σκέπαζαν όλον τον ουρανό όταν μετά το μεσημέρι ο Στέφανος ανέβαινε τη σκάλα της Μαρίκας.

Η Μαρίκα τον περίμενε στην πόρτα. Ήταν χλωμή, μα γέλασε όταν τον είδε. Του έπιασε το χέρι και βλέποντάς τον στο πρόσωπο:

- Στέφανε, του είπε σιγά, αν μπορείς λησμόνησε ό, τι σου είπα.

Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε στα μάτια.

- Ναι, Μαρίκα.

- Λησμόνησέ το και συγχώρεσέ με∙ μα με πειράζει, με κάνει νευρική.

Ο Στέφανος περίμενε∙ και η Μαρίκα ξαναψιθύρισε:

- Με κάνει τόσο νευρική η Φιφίκα.

Ο Στέφανος την κοίταξε πάλι στα μάτια. Την κοίταξε σα να ήθελε να δει σ’ αυτά αν είχε πει το αληθινό όνομα.

Μα η Μαρίκα σα να ένιωσε κάτι και φοβήθηκε, του έπιασε και το άλλο χέρι, τον έσυρε κοντά της κ’ έσκυψε στο στήθος του το πρόσωπο.

Έμεινε έτσι μια στιγμή, έπειτα ορθώθηκε ξανά και πιάνοντάς τον από τη μέση τον έφερε μπρος στο παράθυρο. Και δείχνοντας τη θολωμένη μέρα έξω είπε:

- Πώς μου αρέσει, δεν ξέρεις πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε.

Στάθηκε ακουμπισμένη πάλι απάνω του. Ήταν εμπρός στο ανοιχτό παράθυρο, και τα ξερά χαλκά φύλλα της λεύκας κρέμονταν σαν πνιγμένα στο μολυβή αέρα του σκοτισμένου δειλινού που σύγχυζε σε άχνα αόριστη τον κάμπο πέρα κ’ έβαφε με χρώμα θαμπού μουντού ατσαλιού τον όγκο του απέναντι βουνού.

- Πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα.

Δεν έπνεε πνοή, και ο λόγος φάνηκε στο Στέφανο σαν ψιθύρισμα της ίδιας θολωμένης ώρας. Δε μίλησε από φόβο μην ταράξει τη σιγή της. Έσκυψε μόνο στη Μαρίκα και της φίλησε το μέτωπο. Κ’ έμειναν και οι δυο άφωνοι κοιτάζοντας στο μάκρος.

Έπειτα η Μαρίκα βάζοντας το χέρι γύρω στο λαιμό του:

- Στην ησυχία αυτή, είπε σιγά.

- Πόσο είμαι ευτυχισμένη, περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα αλλάζοντας τόνο μεμιάς και φέρνοντας το πρόσωπο σιμώτερα προς το δικό του:

- Δεν ξέρω, Στέφανε, γιατί, μα με πειράζει το πολύ το φως κοντά σου, είπε και τον κοίταξε κατάματα.

Την κοίταξε και ο Στέφανος: το βλέμμα της είχε σαν κάποια ανησυχία, σαν κάποιο τρόμο, όπως και η φωνή της.

Έμειναν έτσι μερικές στιγμές. Ο Στέφανος δεν έβρισκε τι να μιλήσει. Μα όταν έκαμε κάτι να πει…

- Ω σώπα∙ κοίταζέ με μόνο, τον σταμάτησε η Μαρίκα, κ’ έμειναν πάλι άφωνοι βλέποντας έξω.

Αλλά μια ξαφνική πνοή τους έκαμε να τιναχτούν. Ήρθε μεμιάς και κούνησε τη λεύκα σα χέρι αόρατο, χωρίς να της ταράξει τα κλαδιά. Μόνο τα φύλλα έτριξαν στα κλαδιά με ήχο ξερό σαν ξέσκισμα. Έπειτα πέρασε η πνοή και ξαναχύθηκε βουβή σιγή, που άφηνε ν’ ακούεται το πέσιμο των φύλλων κάτω.

Η Μαρίκα κοίταξε άφωνη το Στέφανο. Έπειτα έσκυψε στο παράθυρο: τα ξερά φύλλα είχαν γεμίσει την αυλή. Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε.

Καθώς κοιτάζαν στο παράθυρο, άκουσαν πίσω τους φωνή. Γύρισαν και είδαν, ορθό, ακίνητο μπροστά τους τον παππού.

Κοιταχτήκαν πάλι αμίλητοι και οι δυο.

- Θα βρέξει, ψιθύρισε ο παππούς και κοίταζε έξω το βαρύ αέρα.

- Ναι, παππού, θα βρέξει, είπε και η Μαρίκα σαν αυτόματα.

Ο παππούς γύρισε και την κοίταξε με μια μακριά θαμπή ματιά. Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί ξανανατρίχιασε.

΄Επειτα γύρισε άφωνος ο παππούς και σύρθηκε αργά και τρικλιστά κατά την πόρτα. Η ράχη της σταχτιάς τριμμένης ρόμπας του σταμάτησε έξω από την πόρτα μια στιγμή.

Έπειτα χάθηκε.

Η Μαρίκα γύρισε και κοίταξε το Στέφανο.

- Τον παππού, τον άμοιρο παππού, ψιθύρισε.

Μα από το διάδρομο ακούστηκε έξαφνα φωνή, και σε λίγο είδαν την υπηρέτρια που έτρεχε. Και από πίσω, ενώ η γιαγιά έσερνε από το χέρι τον παππού, ο παππούς μουρμούριζε:

- Τα σπίρτα --- μου τα ξαναπήρε.

Η Μαρίκα κάθισε άφωνη στον καναπέ.

Έπειτα είπε ξαφνικά:

- Τι φόβο είχα μην μπει μεμιάς η Ευανθία.

Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε.

- Δε θέλω να βλέπει κανένας τον παππού τέτοιες στιγμές.

Κ’ έπειτα από λίγο πάλι:

- Ξέρεις γιατί; Γιατί μου φαίνεται πως ο παππούς είναι εντελώς δικός μου. Κι αυτός δεν ξέρεις πόσο μ’ αγαπά. Και τι καλά μιλεί μαζί μου.

Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε ολοένα.

- Τι νομίζεις μου έταξε προχτές; είπε σιγώτερα η Μαρίκα.

- Τι; ρώτησε ο Στέφανος.

Η Μαρίκα μια στιγμή ως να δίστασε.

- Στο γάμο μας δε θα έμπει με τη ρόμπα, είπε έπειτα∙ και στη ματιά της έπαιξε μια λάμψη.

Ο Στέφανος τη χάιδεψε ελαφρά στο πρόσωπο μ’ ένα χαμόγελο, και η Μαρίκα αφού τον κοίταξε μια στιγμή εξακολούθησε με τη φωνή ζωηρότερη:

- Και ξέρεις τι; Χτες ήρθε κα με πήρε σιγαλά στην κάμαρά του και τι λες μου έδειξε; Τη ρεδιγκότα του. Την είχε βγάλει από το ντουλάπι και την ξεσκόνισε μονάχος. Δεν είπε λέξη, αλλά κατάλαβα.

Σταμάτησε, μα έπειτα πάλι μεμιάς:

- Αχ, Στέφανε, δεν ξέρεις πώς θα χαιρόμουν αν ερχόταν ο παππούς στο γάμο μας.

_ Και γω, είπε ο Στέφανος σιγά, και η Μαρίκα κοιτάζοντάς τον τώρα κατάματα:

- Και θα χαιρόμουν πιο πολύ αν ήταν εκεί μόνος ο παππούς, μόνο η γιαγιά, η μαμά, οι δικοί σου βέβαια, και κανένας άλλος.

Και σα να τη σταμάτησε η ματιά του Στέφανου∙ κανένας ξένος, είπε σιγαλότερα.

Και ο Στέφανος χωρίς να πάρει κι αυτός το βλέμμα από το δικό της πρόσωπο:

- Ούτε ο κύριος νομάρχης; ρώτησε.

Η Μαρίκα δεν το περίμενε κ’ έμεινε μια στιγμή άφωνη.

- Γελάς! ψιθύρισε έπειτα, ενώ στην πόρτα έμπαινε η Ευανθία.

Μπήκε με παράπονο για τον καιρό που χάλασε.

- Και είπαμε με τη θεία Κατίγκω να πάμε στα ιγγλέζικα, είπε με απογοητευμένο πρόσωπο. Και βλέποντας προς το παράθυρο:

- Το πρωί ποιος το περίμενε πώς θα σκοτείνιαζε έτσι. Μα εμείς με τη γιαγιά θα πάμε ωστόσο.

Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα που είχε πιάσει.

- Πού; ρώτησε.

- Στη θεία Κατίγκω.

Δε μίλησε κανένας μια στιγμή.

Έπειτα η Ευανθία πηγαίνοντας προς τη Μαρίκα:

- Δεν είναι καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου; ρώτησε.

Τα είχε χτενίσει αφέλειες. Και ρίχνοντας το βλέμμα αντίκρυ στον καθρέφτη γέλασε πάλι η όψη της.

- Δε μου παν καλύτερα έτσι; ξαναγύρισε προς τη Μαρίκα.

Η Μαρίκα δίχως να προσέξει όσο ήθελε η Ευανθία:

- Καλύτερα, είπε μόνο και ξαναέσκυψε πάλι στο κέντημα.

Και η Ευανθία γυρίζοντας τότε στο Στέφανο:

- Αλήθεια, είναι καλύτερα έτσι; ρώτησε και τον κοίταξε στα μάτια.

Ο Στέφανος δεν πρόφτασε να δώσει απάντηση. Η Μαρίκα είχε στυλώσει μεμιάς κι αυτή τα μάτια απάνω του.

Έμειναν έτσι αμίλητοι λίγες στιγμές και οι τρεις. Και η κυρία Αγλαΐα που μπήκε μέσα ύστερα από λίγο, είχε το ίδιο αίσθημα που είχε και το πρωί, το αίσθημα πως κάτι έγινε κει ανάμεσά τους.

Χ

Ο Στέφανος βρήκε την Ευανθία μόνη στην τραπεζαρία. Καθόταν στο παράθυρο κοντά και διάβαζε. Άμα τον είδε σήκωσε τα μάτια, και ο Στέφανος κάθισε αντίκρυ της. Πρώτα μίλησαν για τον καιρό.

- Τι πλήξη, είπε η Ευανθία και άφησε να πέσει το βιβλίο από το χέρι της.

- Φθινόπωρο, είπε ο Στέφανος.

Έβρεχε και η βροχή κρεμότανε σαν πυκνό δίχτυ έξω από τα τζάμια κ’ έκρυβε κάθε θέα∙ πλυμένα από τη βροχή κοκκίνιζαν μόνο θαμπά τα φύλλα που έμεναν ακόμα στα κλαδιά της λεύκας.

Λίγες στιγμές δε μίλησε κανείς. Η Ευανθία έσυρε το δάχτυλο στο τζάμι, σα να ήθελε να γγίσει τις στάλες της βροχής που νότιζαν το τζάμι απέξω. Έπειτα γύρισε έξαφνα:

- Μας περίμενε χθες το απόγευμα η θεία Κατίγκω;

- Νομίζω, είπε ο Στέφανος.

- Πώς δε μου το είπες τότε;

- Πού το ήξερα!

Η Ευανθία τον κοίταξε στα μάτια, σα να μην πίστεψε.

Ο Στέφανος σηκώθηκε κ’ έκαμε βήματα προς το άλλο παράθυρο.

- Αλήθεια πλήξη, ψιθύρισε ρίχνοντας βλέμμα έξω, σα να ήθελε να κόψει εκεί την ομιλία.

Το πρωί που έφευγε από το σπίτι τον σταμάτησε η μητέρα του στην πόρτα.

- Στέφανε, του είπε, πώς ήθελα να ερχόταν η Ευανθία εδώ για λίγες μέρες. Δεν της το λες;

- Εγώ; είπε ο Στέφανος κάπως απότομα, χωρίς να θέλει.

- Θα πήγαινα μονάχη, μα το ξέρεις: δεν ήθελα να ξαναπαντηθώ…

- Αλλά, μητέρα, έκοψε την κυρία Κατίγκω ο Στέφανος, δεν τ’ αφήνετε όλα αυτά επιτέλους!

Η κυρία Κατίγκω κάτι θέλησε να πει, μα ο Στέφανος δεν την άφησε.

- Για χάρη μου, είπε∙ το ξέρεις, δεν είναι κακή, μονάχα νευρική.

Η κυρία Κατίγκω δεν ξαναμίλησε.

Και τώρα ο Στέφανος καθώς πλησίασε πάλι την Ευανθία:

- Ναι, ναι, του ήρθε μεμιάς να πει, μα η Ευανθία τον πρόλαβε.

- Για πε μου αλήθεια, του είπε σιγαλά, γιατί δε μου είπες χτες αν σου αρέσουν καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου;

Το είπε τόσο ξαφνικά, που ο Στέφανος δε μπόρεσε πάλι να μιλήσει. Την κοίταξε μονάχα --- κοιτάχτηκαν και οι δυο για μια στιγμή. Και σα να ξαφνίστηκαν και οι δυο που άνοιξε η πόρτα.

Μπήκε η γιαγιά και πήγε ίσα στο Στέφανο.

- Η Μαρίκα έβηξε τη νύχτα, του είπε σιγά και ανήσυχα.

- Πολύ; ρώτησε ο Στέφανος.

Η γιαγιά τον κοίταξε.

- Είναι η υγρασία, ξαναείπε ο Στέφανος.

- Σηκώθηκε; ρώτησε ύστερα πιο δυνατά.

- Θα σηκωθεί∙ δεν μπόρεσα να την κρατήσω, απάντησε η γιαγιά.

- Δεν προσέχει, δεν προσέχει, ξαναψιθύρισε κοιτάζοντας ανήσυχα πάλι το Στέφανο.

Ο Στέφανος έμεινε σκυφτός. Χτες βράδυ που έφευγε, η Μαρίκα κατέβηκε μαζί του κάτω. Τον κράτησε μπροστά στην πόρτα, ακούμπησε στον ώμο του και του είπε:

- Δε μ’ αγαπάς, δε μ’ αγαπάς σαν πρώτα, Στέφανε.

Κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Έπειτα, σα να ξέχασε τι είπε, κρεμάστηκε στο μπράτσο του και τον έσυρε έξω:

- Έλα να περπατήσομε λίγο στον κήπο.

Και τον έσυρε ως τον κήπο.

Η νύχτα ήταν σιωπηλή και σκοτεινή∙ δεν έφεγγε πουθενά φως. Έκαναν λίγα βήματα σιωπηλοί και οι δυο. Όπως πατούσαν, κάτι έτριξε κάτω μια στιγμή ξερά, και η Μαρίκα ψιθύρισε:

- Είναι τα φύλλα…

- Τα φύλλα που ακούσαμε που έπεσαν, είπε σιγώτερα και σώπασε --- σωπάσανε πάλι και οι δυο.

Έπειτα η Μαρίκα έγινε μεμιάς φαιδρή. Του είπε κατιτί και γέλασε. Έπειτα θυμήθηκε τη ρεδιγκότα που της έδειξε ο παππούς.

- Φαντάσου, Στέφανε, του είπε και τον κοίταζε, σα να ήθελε να δει τα μάτια του στο σκότος.

Ξαναέφεραν στον κήπο δυο-τρεις γύρους, όσο που ένιωσαν πως άρχισε να ψιχαλίζει.

Όταν την άφησε στην είσοδο, είδε πως ήτανε χλωμή και πως κατέβηκε χωρίς επανωφόρι.

- Ναι, δεν προσέχει.

Γύρισε από το παράθυρο, όπου είχε σταθεί και κοίταζε έξω τη βροχή. Η γιαγιά τον έβλεπε άφωνη, η Ευανθία είχε πάρει πάλι το βιβλίο.

- Αχ ναι, αχ ναι, ανέκραξε η γιαγιά κ’ έμεινε σιωπηλή ξανά.

Ο Στέφανος άναψε τσιγάρο και ξαναγύρισε προς το παράθυρο. Η βροχή θόλωνε πάντα το τζάμι. Μια ξαφνική πνοή την έφερε για μια στιγμή λοξά και χτύπησε στο τζάμι, σα να έσπασαν απάνω του σε θρύμματα πλήθος ψιλά ατσαλένια σύρματα. Η Ευανθία τινάχτηκε.

- Καιρός! ψιθύρισε και κοίταξε έξω. Ποιος ξέρει, να έφυγε τάχα η Φιφίκα;

- Ποιός; ρώτησε η γιαγιά.

- Η Φιφίκα Πρίφτη.

- Να πάει πού;

- Ταξίδι, απάντησε η Ευανθία. Κ’ έπειτα στρέφοντας στο Στέφανο:

- Ξέρεις, Στέφανε, είπε, έχω μια ιδέα.

Ο Στέφανος την κοίταξε.

- Η Φιφίκα δε θα πάει στην Ιταλία.

- Αλλά;

- Αλλού --- πάει ν’ αρραβωνιαστούνε με το λοχαγό.

- Αστεία, είπε ο Στέφανος.

- Θα δεις --- η μητέρα της δε θέλει, και πάει με τον πατέρα της ν’ αρραβωνιάσουν μυστικά∙ γι’ αυτό έφυγε κι ο λοχαγός.

- Ποιος; ρώτησε η γιαγιά τεντώνοντας το αφτί.

- Κανένας, είπε η Ευανθία και ξαναπήρε το βιβλίο ενώ ο Στέφανος την κοίταζε περίεργα.

Η γιαγιά έφυγε και ο Στέφανος κάθισε και κάπνιζε κ’ εξακολουθούσε να την κοιτάζει.

Η βροχή χτύπησε πάλι στο παράθυρο, και μαζί της σύρθηκαν στο τζάμι και τα ξερά κλαδιά της λεύκας. Ο Στέφανος τα είδε που σείστηκαν, και του φάνηκαν σα δάχτυλα, σαν αχαμνά γνώριμα δάχτυλα που έκρουσαν το τζάμι.

Είχε μελαγχολήσει, και ο αέρας εκεί μέσα του ήταν σα να τον έπνιγε.

- Πλήξη, έκαμε να ψιθυρίσει για να τινάξει τη θλιβερή διάθεση, μα επάνω εκεί η Ευανθία του είπε ξαφνικά:

- Μα μην το πεις της θείας Κατίγκως.

Και τον κοίταζε.

- Τι να μην πω; ρώτησε ο Στέφανος.

- Αυτά για τη Φιφίκα.

Ο Στέφανος σα να είχε λησμονήσει.

- Τι; ψιθύρισε∙ μα έπειτα: Α ναι, είπε έξαφνα κ’ έμεινε κοιτάζοντάς τη.

- Θα μου θυμώσει, και δε θέλω να μου θυμώσει η θεία Κατίγκω, είπε η Ευανθία και τον πλησίασε∙ του έπιασε τον ώμο και είπε σιγώτερα:

- Μην της το πεις.

Ο Στέφανος της γέλασε. Και η Ευανθία έξαφνα:

- Δε με περίμενε χτες βράδυ η θεία Κατίγκω; ρώτησε και τον κοίταζε.

- Ναι, σε περίμενε, είπε ο Στέφανος χωρίς να το νοήσει.

Η Ευανθία μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα ξαφνικά πάλι:

- Τι κρίμα να μην πάμε στα ιγγλέζικα∙ ήθελα να τα δω πριν φύγουν.

- Θ’ αργήσουνε να φύγουν, είπε ο Στέφανος.

Και η Ευανθία κοιτάζοντάς τον πάντα:

- Αλλά θα φύγω εγώ.

-Αστεία.

Ο Στέφανος σώπασε μια στιγμή. Έπειτα, σα μηχανικά, ρώτησε¨

- Πότε;

- Γρήγορα, απάντησε η Ευανθία.

Ο Στέφανος δε μίλησε. Άκουσαν πάλι τη βροχή που ξαναχτύπησε στο τζάμι κ’ έμειναν όρθιοι εκεί κοντά κοντά και κοιταζόνταν.

ΧΙ

Το δειλινό άμα ξαναήρθε ο Στέφανος, η Ευανθία ήταν στο πιάνο.

- Δεν μπόρεσα να την κρατήσω∙ σηκώθηκε και ντύνεται, του είπε η γιαγιά που τον απάντησε έξω στο διάδρομο.

Ο Στέφανος μπήκε σιγά στην κάμαρα και κάθισε κοντά στην πόρτα.

Η Ευανθία δεν τον ένιωσε κ’ εξακολούθησε να παίζει. Είχε τελειώσει μια μαζούρκα και δοκίμαζε να παίξει άλλο χορό, μα ο ρυθμός της ξέφευγε. Ξαναδοκίμασε, δεν μπόρεσε. Έπειτα σταμάτησε. Σταμάτησε και γύρισε τα φύλλα. Έπειτα τ’ άφησε κι αυτά και γύρισε προς το παράθυρο.

Έξω δεν έβρεχε, μα ο ουρανός ήταν βαρύς και σταχτερός, και η κορυφή του αντικρινού βουνού μέσα στα σωριασμένα σύννεφα φαινόταν σαν κρατήρας που σκόρπιζε καπνό. Έπειτα ο αέρας ανέμιζε τα σύννεφα και κείνα έπαιρναν σχήματα παράξενα∙ φούντωναν σε δάσος με στριμωχτά πυκνά τεράστια δέντρα, γίνονταν μολυβόμαυρα ψηλά βουνά, πελώριοι όγκοι πάγων μουντόλευκων που έπλεαν σε σταχτερή, μελανή θάλασσα κ’ έσπαζαν απάνω στα βουνά κ’ έσμιγαν με τη θάλασσα και γίνονταν και κείνα θάλασσα κ’ έπειτα υψώνονταν και πάλι σε βουνά κάτασπρα σα χιονοσκέπαστα όσο πού πάλι ξανάπλωναν σε θάλασσα --- μια θάλασσα τώρα λευκή σαν παγωμένη.

Μπροστά σ’ αυτό το αέρινο παιχνίδι ο Στέφανος σα να ξεχάστηκε. Η Ευανθία ξανάρχισε να παίζει, μα αυτός δεν άκουε το σκοπό, κοίταζε μόνο τις εικόνες που προβάλλονταν εκεί στα σύννεφα που έφευγαν αργά στο διάστημα. Μια του φάνταζαν σα χώρες άγνωστες και μαγικές, και μια του θύμιζαν κόσμους που γνώρισε, τόπους που του φαινόταν πως τους είδε ή πως τους ονειρεύτηκε σ’ ένα μακρινό χειμερινό ταξίδι, που η θύμισή του το κρατούσε σαν όραμα φανταστικό ώσπου έσμιγαν σε μιάν απέραντη λευκή έκταση χωρίς ούτε ένα στίγμα μελανό∙ στεριές, νησιά, ουρανός και θάλασσα --- ένα ταξίδι ξεχασμένο που του έμενε πάντα σαν όνειρο χωρίς σωστή συναίσθηση αν το έκανε ποτέ ή μόνο το φαντάστηκε.

Μα εκεί τινάχτηκε μεμιάς∙ ο ήχος που άφησε το πιάνο έξαφνα του ήρθε σα γνωστός. Του φάνηκε πως ξύπνησε με τα σωστά όταν γύρισε και είδε την Ευανθία που έπαιζε σκυφτή. Μα έπειτα από μια στιγμή ξαφνίστηκε πιο δυνατά. Ο παππούς ορθός στην πόρτα τραύλιζε με βραχνή τρεμουλιαστή φωνή το τραγούδι που έπαιζε η Ευανθία:

προσμένω καιρό,

τι τάχα προσμένω;

Η Ευανθία πετάχτηκε. Βλέποντας πίσω της το Στέφανο κοκκίνισε όλη. Και η Μαρίκα, που φάνηκε την ώρα αυτή στην πόρτα, τους είδε να κοιτάζονται άφωνοι.

- Έλα, παππού, έλα μέσα, θα τραγουδήσομε όλοι μαζί, είπε η Μαρίκα δίνοντας το χέρι της στο Στέφανο.

Φαινότανε φαιδρή, μα ο Στέφανος είδε στα χείλη της τ’ άσπρα σημάδια των δοντιών που γνώριζε

- Έλα, Ευανθία, ξαναπαίξε το, ξαναμίλησε η Μαρίκα με χαμόγελο και με ματιά που η Ευανθία την ένιωσε και χλώμιασε.

Χλώμιασε και την κοίταξε κι αυτή, και μια στιγμή έμεινε ακίνητη. ΄Επειτα πήγε στο παράθυρο. Ο Στέφανος έμεινε κει που είχε σταθεί κοντά στην πόρτα.

- Ελάτε τότε να σας το παίξω εγώ, είπε η Μαρίκα και κάθισε στο πιάνο.

Το έπαιξε κ ‘ έπειτα γύρισε και κοίταξε.

- Δεν το τραγούδησες παππού∙ δεν το έπαιξα καλά όπως η Ευανθία, ξαναείπε κ’ έριξε πάλι ματιά στην Ευανθία.

Η Ευανθία έμενε ακόμα στο παράθυρο, ο Στέφανος ορθός στην ίδια θέση. Μόνο ο παππούς κινήθηκε να φύγει.

Αλλά η Μαρίκα τον σταμάτησε:

- Σκάσου παππού, και θα σου παίξω ένα άλλο.

Άμα άρχισε να παίζει πάλι, ο Στέφανος έκαμε κίνημα. Η Μαρίκα έπαιζε το τραγούδι της κυρίας Κατίγκως:

Λενίτσα Λενιώ,

τα χέρια σου καίνε,

το χείλι σου αχνό.

Σου γύρευα: μείνε!

δεν είχες μιλιά∙

αχ, άσπρε μου κρίνε,

μακριά ήσουνα πια.

΄Επαιξε και τραγούδησε τις δυο στροφές γοργά, δίχως να τις χωρίσει. Μα έπειτα σταμάτησε∙ και με φωνή αργότερη, ψιθυριστή αλλά καθαρά ξανατραγούδησε:

Αχ πού να θυμάσαι,

Λενίτσα Λενιώ,

εκεί που κοιμάσαι

σε πεύκο σκιερό.

Όταν σηκώθηκε, ο παππούς στεκόταν και την κοίταζε με μάτια ακίνητα. Η Ευανθία είχε γυρίσει στο παράθυρο και κοίταζε έξω.

Μα ο Στέφανος πετάχτηκε στο διάδρομο, όπου η κυρία Κατίγκω είχε πέσει στα χέρια της γιαγιάς πνιγμένη σε λυγμούς. Την άκουσαν και μαζευτήκαν όλοι γύρω της. Ο Στέφανος τη σήκωσε.

Από μέσα έτρεξε γοργά και η κυρία Αγλαΐα. Άμα είδε την κυρία Κατίγκω, σταμάτησε έξαφνα κοιτάζοντας το Στέφανο και τη Μαρίκα, σα να ρωτούσε να μάθει τι έγινε. Μα αμέσως πάλι προχώρησε και της έδωσε το χέρι.

Στης γιαγιάς τα μάτια έφεγγε η χαρά ενώ περνούσαν όλοι στην τραπεζαρία.

Μα σε λίγο βγήκε η γιαγιά ξανά έξω και στάθηκε κ’ έψαχνε γύρω με τα μάτια.

Και ο παπαγάλος από το κλουβί του στο βάθος του διάδρομου σα να την ένιωσε, άρχισε να κράζει με τη βραχνή και σα σαρκαστική φωνή του:

- Παππού, παππού.

ΧΙΙ

Η κυρία Κατίγκω πήρε την Ευανθία μαζί της. Το βράδυ πρόσεξε μόνη της το γλύκισμα --- φρυγανιές με μαρμελάδα, που ήξερε πως άρεσαν της Ευανθίας --- έβαλε μπρος στη θέση της ένα βάζο με φθινοπωρινά ρόδα λευκά και κίτρινα και κάθισε έπειτα κοντά της. Όλη την ώρα στο τραπέζι ήθελε να της χαμογελά, η ματιά της όμως ήταν μελαγχολική σα να έβλεπε όνειρο και η φωνή της φαινότανε συγκινημένη.

Η Ευανθία της θύμισε το γκρι σεβιότ που είδαν σ’ ένα εμπορικό καθώς περνούσαν, έπειτα τους πλισέδες που στάθηκαν και κοίταζαν σε άλλη βιτρίνα:

- Τι έμορφοι, θεία Κατίγκω!

Ύστερα της μίλησε για τη Φιφίκα:

- Η Φιφίκα, ναι∙ να δούμε, θα μας γράψει; ψιθύρισε η κυρία Κατίγκω.

- Από την Ιταλία, είπε η Ευανθία και πρόσεξε στα μάτια την κυρία Κατίγκω.

Μα η κυρία Κατίγκω δε μίλησε, και η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο.

Αλλά και ο Στέφανος δε μίλησε. Δεν ήξερε γιατί ήταν σα στενοχωρημένος και χωρίς διάθεση, δεν ένιωθε γιατί γύριζε πάντα και ζητούσε ν’ ανοίξει με τον πατέρα του ομιλία.

- Είδες, η Τράπεζα μας έκαμε έφεση, του είπε μια στιγμή.

- Ναι, είδα, απάντησε ο κύριος Γιάγκος κ’ εξακολούθησε να τρώγει.

Ο Στέφανος θυμήθηκε ύστερα άλλα δικόγραφα, και ο κύριος Γιάγκος ξαναπάντησε με μονοσύλλαβα.

Άμα έφαγε και το γλυκό ο κύριος Γιάγκος διηγήθηκε πως κέρδισε στη λέσχη το νομάρχη. Και είπε κάποιο αστείο γι’ αυτόν.

- Τι κωμικός που είναι, είπε ο Στέφανος.

Η Ευανθία γέλασε:

- Νέος είναι, ρώτησε, ή βάφεται;

- Αυτό είναι μυστικό της … νομαρχίας, είπε ο κύριος Γιάγκος και κοίταξε την Ευανθία.

Η Ευανθία δεν εννόησε αμέσως∙ μα έπειτα:

- Α, της νομαρχίας! είπε και ξαναγέλασε.

Και η κυρία Κατίγκω ψιθύρισε:

- Ξέρεις, Γιάγκο, σήμερα μιλήσαμε.

- Όχι δα!

- Με χαιρέτησε όταν πήγα για την Ευανθία.

Η κυρία Κατίγκω δεν είπε περισσότερα, και ο κύριος Γιάγκος σκουπίζοντας με την πετσέτα τα μουστάκια του την κοίταζε. Έπειτα έσπρωξε τα πιάτα από μπροστά του κ’ έκαμε θέση, σα να ετοιμάστηκε για να μιλήσει:

- Λοιπόν.

- Αυτά με το νομάρχη, είπε ύστερα και ακούμπησε τα χέρια στο τραπέζι.

Έπειτα γύρισε στην Ευανθία:

- Πες μας λοιπόν τι άλλα; Πήγες στα ιγγλέζικα;

Η Ευανθία σα να ξαφνίστηκε.

- Όχι, είπε κ’ έριξε στην κυρία Κατίγκω μια ματιά.

Η κυρία Κατίγκω είχε ξεχαστεί.

-Όχι, ξαναείπε η Ευανθία∙ θα φύγουν;

- Θα φύγουν, βέβαια θα φύγουν. Και στρέφοντας στο Στέφανο ο κύριος Γιάγκος:

- Θυμήσου αύριο να γίνει η ανακοπή, του είπε.

- Μα δε θα φόρτωναν ακόμα, ξαναγύρισε στην Ευανθία. ‘Η αποφόρτωσαν; ρώτησε πάλι το Στέφανο.

Ο Στέφανος δεν πρόσεξε διόλου. Σκυμμένος κοίταζε τα κίτρινα και άσπρα ρόδα στο τραπέζι. Το φως της λάμπας έπεφτε απάνω τους και τα έκανε να φέγγουν ωχρότερα∙ σαν κέρινα. Μα ο ίσκιος τους απάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο ήταν κοκκινωπός.

- Στέφανε, ξαναμίλησε ο κύριος Γιάγκος, και ο Στέφανος σηκώνοντας τα μάτια αντίκρυσε το πρόσωπο της Ευανθίας απάνω από τα ρόδα.

Τον κοίταζε με βλέμμα που έλαμπε όλο φως.

Ο κύριος Γιάγκος είχε καθίσει στο τραπεζάκι στη γωνία και ανακάτευε τα κόκαλα του ντόμινου. Είχαν συνήθεια να παίζουν κάθε βράδυ μια παρτίδα με το Στέφανο, και ο Στέφανος πήγε και κάθισε αντικρύ του σαν αυτόματα.

Η Ευανθία ακούμπησε στον ώμο της κυρίας Κατίγκως κ’ έμεινε και κοίταζε σιωπηλή. Έπειτα ζήτησε ένα κέντημα και ξανακάθισε κοντά κοντά με την κυρία Κατίγκω και μιλούσανε ψιθυριστά.

Όταν τέλειωσε το παιγνίδι, ο Στέφανος δεν έμεινε πολύ μαζί τους. Και όταν έφευγε και πήγαινε να κοιμηθεί και η Ευανθία, η κυρία Κατίγκω γύρισε στον άντρα της.

- Είδες; του είπε.

Ο κύριος Γιάγκος χασμουρήθηκε.

- Θα με κέρδιζε αν λογάριαζε καλά. Αλλά δεν πρόσεχε.

Η κυρία Κατίγκω μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα βλέποντας πάλι στην πόρτα απ’ όπου έφυγε η Ευανθία.

- Να είχε μείνει εδώ από τότε! είπε μελαγχολικά.

Ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε στα μάτια νυσταγμένος.

- Όνειρα, όνειρα, ψιθύρισε όταν ένιωσε∙ και τράβηξε να πάει να κοιμηθεί.

ΧΙΙΙ

Ο Στέφανος δεν έπεσε να κοιμηθεί∙ βγήκε στο δρόμο. Έκαμε προς την προκυμαία που ήταν η λέσχη, όπου συνήθιζε και πήγαινε συχνά το βράδυ. Πριν φτάσει, σταμάτησε στα φωτισμένα παράθυρα του καφενείου απέναντι στη λέσχη. Έπαιζε μέσα μουσική και στάθηκε σα να ήθελε ν’ ακούσει. Έξαφνα άνοιξε η πόρτα και μαζί μ’ ένα σκοπό της «Κάρμεν» πετάχτηκε έξω ο κύριος νομάρχης και πίσω του ένας αξιωματικός. Ο κύριος νομάρχης στάθηκε, ο αξιωματικός πέρασε μπρός του ψιθυρίζοντας τραγουδιστά:

Qu’ un oeil me regarde

et que l’ amour m’ attend ---

***

- Μπαίνετε μέσα; ρώτησε ο κύριος νομάρχης.

- Ναι, είπε ο Στέφανος, αλλά δεν μπήκε. Στάθηκε και τους κοίταζε να δει αν πήγαιναν στη λέσχη. Μα ενώ τους κοίταζε, γνώρισε στον αξιωματικό το λοχαγό της Πρίφτη.

Σα να ξαφνίστηκε. Θυμήθηκε τι του είχε πει η Ευανθία κ’ έμεινε κοιτάζοντας. Μπροστά του, στον υγρό πισσοστρωμένο δρόμο έπαιζαν τα φώτα με κιτρινοκόκκινες αναλαμπές, πίσω του έσβηναν οι ήχοι του Τορεαδόρ:

et que l’ amour m’ attend

Toréador!

***

Ο νομάρχης και ο λοχαγός ανέβηκαν στη λέσχη, ο Στέφανος προχώρησε στην προκυμαία. Θυμήθηκε πάλι τι του είχε πει η Ευανθία για το λοχαγό, μα όταν αισθάνθηκε τη θάλασσα κοντά του, το ξαναξέχασε.

Η θάλασσα ήταν σκοτεινή μα ησυχασμένη, και ο ουρανός απάνω ξάστερος. Τ’ άστρα έριχναν από ψηλά υγρές ακτίνες, μα δεν έφταναν να φέξουν κάτω τα θαμπά νερά. Ο Στέφανος ένιωθε μόνο την υγρή πνοή τους, τη βαθειά πνοή του πόντου που απλωνόταν πέρα και ο ουρανός του τέντωνε από πάνω σκοτεινό μανδύα, σα να ήθελε να του φυλάξει τη σιωπή. Ο Στέφανος σα ν’ άκουε μέσα του όλη αυτή τη σιωπή του απέραντου μεγάλου πόντου. Του ήταν σα μια σιωπή που έτρεμε βαθιά της κάτι ανήσυχο και σάλευε κάτι κρυφό και σκοτεινό. Σταμάτησε – ήταν το ίδιο εκείνο κρυφό και σκοτεινό που τον είχε κυνηγήσει πάντα, τον ακολούθησε παντού, εδώ σα βραδινή ομίχλη σε ταξίδι, εκεί σα μελαγχολικό τραγούδι στην πρωινή χαρά.

Σταμάτησε – σταμάτησε και κοίταζε στα θαμπά βάθη. Και θυμήθηκε το πουλί που δεν μπόρεσε ποτέ να πιάσει μια φορά και το πουλί που ήρθε και χτύπησε στο τζάμι το δειλινό που πέθανε η μικρή αδερφή.

Κ’ έξαφνα πάλι θυμήθηκε το μακρινό ταξίδι του άλλοτε∙ ένα όνειρο∙ ένα όνειρο κι αυτό χαμένο: Η θάλασσα απλωνόταν σκοτεινοπράσινη έκταση κυματισμένη με μουντούς αφρούς, χαμένη πέρα σε μια ομίχλη σταχτερή. Πού πήγαινε δεν το ήξερε και τότε , ούτε τώρα το θυμάται. Θυμάται μόνο πως στο πλάι του γελούσε μια ιλαρή φωνή κ’ έφεγγαν γεμάτα φως δυο μάτια, που τ’ ακολούθησε σα χίμαιρα και σαν επαγγελία πέρα από τους πάγους. Μα οι παλιοί κύκλοι, οι κύκλοι της βροχής στη θάλασσα γέμισαν εκεί μεμιάς θαμπά τους πάγους, και το πουλί ήρθε και στάθηκε στο τζάμι. Και --- ο Στέφανος τινάχτηκε --- από πίσω έπαιζε κάποιος με τις κούκλες της αδερφής που πέθανε.

Ο Στέφανος δε γύρισε. Κοίταζε τους κύκλους που γέμισαν πάλι μπροστά του τα θαμπά νερά. Για αν μη ζαλιστεί, σήκωσε τα μάτια απάνω∙ τ’ άστρα έτρεμαν ψηλά με φως υγρό.

Άφησε πίσω του τη θάλασσα σκυφτός. Δεν ξέρει γιατί ξαναθυμήθηκε το λοχαγό. Τον είδε αλήθεια χτες το τραίνο η Ευανθία; -- Έπειτα θυμήθηκε πως πρέπει να κάμει την ανακοπή αύριο πρωί. Μα έπειτα βρέθηκε πάλι μακριά. Μια τρόικα τον έσερνε γοργά∙ ο πάγος έτριζε κάτω, και τα κουδούνια των αλόγων ηχούσαν εύθυμους χορούς στη σιωπηλή ερημιά. Γύρω τα κρύσταλλα κρεμόντανε σε μύρια σχήματα, σάλευαν κ’ έφευγαν θαμπές σκιές, θολές μορφές παράξενες, και απάνω τ’ άστρα έφεγγαν μέσα από μια κρυστάλλινη άχνα, κρυστάλλινα κι αυτά σαν παγωμένα.

Ο Στέφανος θυμήθηκε πως τ’ άστρα τον κοίταζαν από ψηλά σαν ξαφνισμένα και σαν ξένα, και σήκωσε πάλι τα μάτια. Μα τ’ άστρα του φάνηκαν τώρα και δω σαν ξένα. Και αντίκρυ τ’ ορθόβραχο βουνό που πρόβαλε από το άνοιγμα του δρόμου, του φάνταζε κι αυτό παράξενα. Έμοιαζε σα να χάθηκε στο βάθος του μισοσκότεινου ουρανού κ’ έγινε άυλο σύννεφο, αγανή διάφανη ομίχλη φωτεινή κρεμασμένη ανάερα κάτω από τ’ άστρα.

Ο Στέφανος σα να λησμόνησε πού ήταν. Μόνο το λοχαγό της Πρίφτη δε λησμόνησε. Τι μόνο αυτός δεν του ήταν ξένος; Και γιατί ψιθύρισε έτσι το τραγούδι του, έτσι σα να του το σφύριξε στο πρόσωπο;

Σταμάτησε κοιτάζοντας το φως του φαναριού που έπαιζε στο ρείθρο μπροστά στο πεζοδρόμιο. Έπαιζε πράσινο κοκκινωπά, έπειτα κίτρινο∙ έπειτα έμενε ακίνητο, ωχρό μες στο θολό νερό, ωχρό σα ρόδο κίτρινο.

Εκεί άκουσε από πίσω μια φωνή. Τινάχτηκε.

- Στέφανε, είχε ψιθυρίσει σιγαλά η φωνή, και ο Στέφανος γύρισε κείθε.

Γνώρισε τη Μαρίκα που στεκόταν ορθή στη σιδερένια πόρτα. Πήγε κοντά, ίσια κοντά της∙ πήγε σα να μην είχε ξαφνιστή.

- Σε περίμενα, του είπε η Μαρίκα, το ήξερα πως θα ’ρθεις.

Τον έσυρε στην είσοδο και κείθε στην αυλή που έτρεχε η βρύση κάτω από τα πεύκα. Εκεί σταμάτησε. Η βρύση στάλαζε σιγά στην πέτρινη λεκάνη, και η Μαρίκα έσκυψε και τη σφάλισε. Έπειτα κάθισαν και οι δυο στο μακρύ κάθισμα που ήταν εκεί, και η Μαρίκα του έπιασε το χέρι.

- Το ήξερα, ναι, και πώς σ’ ευχαριστώ, του είπε σιγά.

Έφερε το πρόσωπό της τόσο κοντά εμπρός στο δικό του πρόσωπο, ώστε η πνοή της τον άγγιξε θερμή, σαν πύρινη.

- Ναι, πώς σ’ ευχαριστώ, ξαναψιθύρισε και του έσφιξε το χέρι.

Ο Στέφανος απόμεινε άφωνος, σα να μην ένιωθε.

- Που ήρθες --- που ήξερες πως σε περίμενα.

Ο Στέφανος έμεινε άφωνος πάλι μια στιγμή, μα αμέσως, σαν κάτι να του ανοίχτηκε μπροστά του ξαφνικά:

- Ναι, ήξερα, είπε και του ήταν σα να ξύπνησε μεμιάς, και τώρα γνώριζε πού ήταν και τώρα έβλεπε μέσα του τι ήταν εκείνο που τον είχε σύρει εδώ.

- Ναι, ήξερα …

Και σα ν’ ανοίγονταν βαθιά του κάτι ολοένα φωτεινότερο:

- Ω, Μαρίκα, ψιθύρισε κ’ έσκυψε και της φίλησε το χέρι.

Η Μαρίκα ανασηκώθηκε:

- Μ’ αγαπάς, Στέφανε; μ’ αγαπάς αλήθεια;

Έβγαλε σχεδόν φωνή και τον κοίταζε σα να ήθελε να δει τα μάτια του.

- Ναι, μόνο εσέ, Μαρίκα, είπε ο Στέφανος με ξέσπασμα έξαφνο.

Μα ένιωσε τίναγμα ελαφρό στο χέρι της Μαρίκας που κρατούσε, και σταμάτησε.

Η Μαρίκα μια στιγμή δε μίλησε∙ μα έπειτα αμέσως:

- Μόνο εμέ, είπε σιγά∙ κ’ έπειτα σιγότερα και αργότερα;

- Το ήξερα και σε περίμενα.

Ο Στέφανος πρόσεξε πως η φωνή της πήρε μεμιάς το βραχνό τόνο που τον σύγχυζε.

- Ναι, σε περίμενα.

- Με είδες από το παράθυρο; έκαμε να ρωτήσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα δεν τον άφησε:

- Όχι! το φως είδα μονάχα απ’ το παράθυρο∙ κ’ έτρεξα κάτω και σε είδα που το κοίταζες και με περίμενες.

- Ναι, σε περίμενα, είπε ο Στέφανος και είχε το αίσθημα πως το είπε μέσα του μια άλλη φωνή, ξένη φωνή.

- Άλλο βράδυ ποτέ δεν έχω ανοίξει το παράθυρο. Μα απόψε το άνοιξα∙ το άνοιξα και στάθηκα. Και ο αέρας μου φύσηξε στο πρόσωπο, σα να ήταν πάλι ένα απ’ τα βράδια τα παλιά αντικρύ στη θάλασσα, και μου έφερνε όπως μια φορά όλη την πνοή της θάλασσας. Κ’ έπειτα αισθάνθηκα μια μυρουδιά σαν από πασχαλιές που ερχόταν σα να έφτανε από πέρα από τη θάλασσα. Μα έπειτα πάλι η μυρουδιά μου φάνηκε παράξενη∙ ήταν μια μυρουδιά από κάτι σα μιμόζες, πολλές, αμέτρητες μιμόζες, κήπους ολάκερους σπαρμένους με μιμόζες∙ μια μυρουδιά που με περνούσε, με πότιζε, γλιστρούσε και μου στάλαζε βαθιά, με αγκάλιαζε σαν κύμα αόρατο, σαν κύμα πνιγερό, σαν κύμα κίτρινο. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ και άνοιξα πάλι το παράθυρο. Το άνοιξα και κοίταζα σα να περίμενα, σα να ένιωθα πως έπρεπε ν’ ακούσω κάτι που έπρεπε να το ακούσω απόψε, δίχως άλλο απόψε. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ και βγήκα πάλι στο παράθυρο, και τότε είδα το φως στο δρόμο κ’ έτρεξα.

Σώπασε, κ’ ενώ σώπαινε και ο Στέφανος.

- Έτρεξα αμέσως, όπως δεν έτρεξα ποτέ, όπως λαχτάρησα μόνο να τρέξω, είπε με σιγαλότερη φωνή κ’ έμεινε σα καρφωμένη εμπρός του.

Ο Στέφανος καθώς της έπιασε το χέρι, το ένιωσε που έκαιγε σα φλογισμένο από τον πυρετό.

- Μαρίκα, της ψιθύρισε και την έγειρε στο στήθος του. Μαρίκα, ξαναείπε χαδεύοντάς της τα μαλλιά.

Κ’ έμειναν σωπαίνοντας και οι δυο∙ μόνο η Μαρίκα ψιθύρισε μια στιγμή:

- Πόσο είμαι ευτυχισμένη.

Μα έπειτα, εκεί όπως έμενε γερμένη, κοιτάζοντας απάνω χωρίς να κινηθεί, είπε έξαφνα:

- Γιατί φέγγουν παράξενα τ’ αστέρια απόψε;

Ο Στέφανος την κοίταξε, και καθώς την κοίταζε ολοένα δίχως να μιλήσει.

- Τι είναι τάχα πέρα από τ’ αστέρια; το σκέφτηκες ποτέ; ξαναψιθύρισε η Μαρίκα.

- Το ατέλειωτο ίσως, είπε ο Στέφανος.

- Τι; ρώτησε η Μαρίκα.

- Και συ; και γω; είπε έπειτα σιγά.

Κ’ έμεινε πάλι σιωπηλή.

Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε σα να ήθελε να δη τα μάτια της μες στο σκοτάδι.

Μα καθώς θέλησε ύστερα η Μαρίκα κάτι να ξαναπεί, σταμάτησε έξαφνα∙ και ο Στέφανος ένιωσε πως σταμάτησε για να μη βήξει.

Τινάχτηκε χωρίς να θέλει.

- Μαρίκα, είναι υγρασία, της είπε.

Και θέλησε να τη σηκώσει, να την παρακαλέσει ν’ ανεβεί στο σπίτι.

Μα η Μαρίκα δεν τον άκουε.

- Όχι, Στέφανε, μη θες να φύγω, είπε και τον έσυρε πάλι κοντά της∙ μη θες να φύγω. Αντί να πέσω να κοιμηθώ κατέβηκα σε σένα∙ κατέβηκα όπως δεν κατέβηκα ποτέ, όπως δε θα κατέβαινα ποτέ. Μια στιγμή καθώς κατέβαινα, σταμάτησα, αλλά δε γύρισα∙ έπρεπε απόψε να έρθω σ’ εσέ, γι’ αυτό δε γύρισα: γιατί δεν ήθελα να κοιμηθώ, γιατί δεν έπρεπε να κοιμηθώ, γιατί αν ήτανε να κοιμηθώ --- αλλά δεν ήθελα να κοιμηθώ, φοβόμουνα να κοιμηθώ, φοβόμουνα μην κοιμηθώ και δεν ακούσω ξέρεις τι, ναι, Στέφανε, το ξέρεις!

Του Στέφανου του ήταν σα ν’ άκουε παραμιλητό∙ σα να τον άγγιζε φωτιά καθώς του έσφιγγε τα χέρια, και καθώς την έφερε κοντά του, τώρα είδε πως είχε κατεβεί μισόγυμνη όπως θα έπεφτε να κοιμηθεί.

Τρόμαξε και δεν μπόρεσε ούτε να μιλήσει. Δε σκέφτηκε πια να τη φέρει απάνω, την άφησε να σωριαστή στο στήθος του. Καθώς κοίταζε μπροστά του, είδε κάτω τα πόδια της γυμνά.

- Αλλά, Μαρίκα, θέλησε να πει, μα η Μαρίκα δεν άκουε∙ κοίταζε μπροστά της με μάτια τεντωμένα σα σ’ έκσταση.

Κοίταζε ώρα πολλή.

Έπειτα, ενώ ο Στέφανος έμενε σιωπηλός, σα να έβλεπε παράλογο όνειρο, η Μαρίκα του έπιασε σιγά το χέρι και ψιθύρισε:

- Ω πάρε τα από εμπρός μου εκεί.

Ο Στέφανος κοίταζε μπρος, δεν ήταν τίποτε∙ στο βάθος έτρεμαν μονάχα τ’ άστρα.

Καθώς γύρισε προς τη Μαρίκα του φάνηκε πως είχε τώρα τα μάτια της κλειστά.

Όταν τα ξανάνοιξε, την πήρε σιγαλά και την έφερε μπροστά στη σκάλα. Η Μαρίκα την ανέβηκε άφωνη∙ καθώς ανέβαινε φαινότανε του Στέφανου σαν άυλη σκιά.

Στάθηκε και την κοίταζε όσο που χάθηκε στην πόρτα. Μα καθώς κοίταζε, είδε ξαφνικά σ’ ένα παράθυρο την όψη του παππού: ήταν ακίνητη σαν κολλημένη εκεί στο τζάμι.

Ο Στέφανος γύρισε αμέσως και γλίστρησε γοργά έξω από την αυλόπορτα.

Η πνοή της νύχτας τον χτύπησε πιο υγρή στο πρόσωπο. Καθώς έστρεφε στο δρόμο, το ορθόβραχο βουνό στο βάθος φαινόταν πάλι σα σύννεφο ή σαν αχνή ανάερη ομίχλη. Μα απάνω του, ψηλά στον ουρανό έλαμπε ο Ωρίων ορθός, ολόφωτος.

Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε∙ μα δε σταμάτησε.

Όταν έφτασε στην προκυμαία ξαναπαντήθηκε με τον κύριο νομάρχη και με το λοχαγό. Κατέβαιναν από τη λέσχη. Καθώς πέρασε από κοντά τους, ο λοχαγός σφύριζε πάλι το σκοπό της Κάρμεν: Τορεαδόρ!

XIV

Όταν ξύπνησε ο Στέφανος πρωί και πήγε στην τραπεζαρία βρέθηκε μπρος στην Ευανθία. Καθόταν μόνη και είχε ανοιχτό μπροστά της ένα λεύκωμα με εικόνες και το ξεφύλλιζε. Στο τραπέζι ήταν ακόμα το βάζο με τα κίτρινα και λευκά ρόδα. Καθώς έσκυβε, η χλωμή τους λάμψη έπαιζε στο πρόσωπό της.

Ο Στέφανος σταμάτησε στην πόρτα όσο που η Ευανθία σήκωσε τα μάτια. Δεν ένιωσε γιατί σταμάτησε∙ μα όταν πλησίασε, η Ευανθία τον κοίταξε σα να ήταν ώρα εκεί και δεν τον πρόσεξε. Έπειτα αφού έσκυψε πάλι μια στιγμή στο λεύκωμα, γύρισε και τον ρώτησε:

- Εσύ το έφερες;

- Πιστεύω, είπε ο Στέφανος αφού έριξε ματιά στο λεύκωμα.

Η Ευανθία δε μίλησε πάλι μια στιγμή∙ μα όταν ο Στέφανος ήρθε και κάθισε στο τραπέζι αντίκρυ της, ξανασήκωσε τα μάτια και καθώς ο Στέφανος την κοίταζε.

- Ήσουνα ψες στη λέσχη; τον ρώτησε έξαφνα.

Ο Στέφανος δεν απάντησε. Και η Ευανθία:

- Δεν ήσουνα; δεν έπαιξες; ρώτησε πάλι.

Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα.

Η Ευανθία ξαναέσκυψε στο λεύκωμα και σώπασε. Έπειτα, έξαφνα πάλι, σήκωσε ένα φύλλο και δείχνοντάς το:

- Σου αρέσει αυτή; είπε.

Ήταν μια στρογγυλή μορφή με χείλη παχουλά και με στριφτά σγουρά γύρω στο μέτωπο.

-Τι να μου αρέσει;

- Τα μάτια της, είπε η Ευανθία∙ και κοιτάζοντάς τον:

- Δε μοιάζει της Φιφίκας, ε;

Κ’ έπειτα, πάλι ξαφνικά:

- Σου άρεσε ποτέ η Φιφίκα; Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε πάντα περίεργα.

- Ε, δε σου άρεσε; τον ξαναρώτησε.

- Αστεία, είπε ο Στέφανος.

- Σου άρεσε∙ γι’ αυτό η Μαρίκα τη ζηλεύει.

- Ανοησίες, είπε πάλι ο Στέφανος και τράβηξε από το λεύκωμα ένα φύλλο κ’ έσκυψε κι αυτός και κοίταζε.

Όταν το άφησε, η Ευανθία το πήρε από μπροστά του.

- Γυναίκες είναι; ρώτησε∙ γιατί έχουν έτσι ανοιχτά τα χείλη;

- Είναι άγγελοι που τραγουδούν, της είπε ο Στέφανος.

- Και τούτα που κρατούν στα χέρια;

- Κρίνα.

- Κρίνα! είπε η Ευανθία σα να σταμάτησε στη λέξη, και κοίταξε πάλι την εικόνα.

Μα έπειτα, ο Στέφανος πλησίασε, δείχνοντας την επιγραφή σ’ ένα άλλο φύλλο ξαναρώτησε:

- Τι λέει εδώ;

Ο Στέφανος έσκυψε και της εξήγησε.

Η εικόνα έδειχνε δυο παιδιά που περνούσαν ένα ρυάκι. Το μεγαλύτερο κρατούσε στον ώμο του ένα τρίτο, πιο μικρό∙ εμπρός πήγαινε ένας σκύλος, και καθώς βάθαινε το νερό πιο πέρα, ο σκύλος γύριζε πίσω το κεφάλι προς τα παιδιά σα να τους έλεγε: κουράγιο!

Έσκυψαν και οι δυο κοντά κοντά και κοίταζαν.

Έπειτα, η Ευανθία σα να ήταν βέβαιη πως κι ο Στέφανος συλλογιζότανε το ίδιο.

- Μα είδες πως η Μαρίκα είπε ψέματα, γύρισε και είπε.

Ο Στέφανος σήκωσε τα μάτια.

- Πως μ’ έδειρε η γιαγιά…

- … γιατί έτρεξα ξυπόλυτη, πρόσθεσε η Ευανθία.

Ο Στέφανος την κοίταζε.

- Μα εσύ το είπες, θέλησε να της θυμίσει.

Αλλά μπήκε η υπηρέτρια και τον σταμάτησε. Μπήκε κ’ έφερε το γάλα του.

Και όταν σε λίγο ήρθε μέσα η κυρία Κατίγκω βρήκε την Ευανθία που το σερβίριζε.

Στάθηκε στην πόρτα και κοίταζε.

Μα η Ευανθία έτρεξε και την αγκάλιασε.

- Τι ωραία, φώναξε, τι ωραία, θεία Κατίγκω!

Η κυρία Κατίγκω τη χάδεψε στον ώμο και τη φίλησε. Και η Ευανθία γέρνοντας απάνω της ξαναψιθύρισε:

- Τι ωραία που είναι δω, θεία Κατίγκω!

Το είπε γοργά γοργά ως να μην το πρόσεξε. Και κοίταξε την κυρία Κατίγκω κατάματα.

Έπειτα την έπιασε από τη μέση και ήρθαν και οι δυο και στάθηκαν μπροστά στο Στέφανο. Και η Ευανθία γέλασε δυνατά.

Ο Στέφανος δεν ήξερε γιατί του φάνηκε σε μεθυσμένη ξαφνικά, όπως ξαναφώναξε:

- Θεία Κατίγκω!

Η κυρία Κατίγκω που είχε σκύψει και φίλησε το Στέφανο, γύρισε στη Ευανθία:

- Τι χρυσή μου;

- Θα πάμε στα ιγγλέζικα;

Κ’ ενώ ο Στέφανος έμενε ακίνητος.

- Θα πάμε∙ εμείς οι δυο μονάχες μας θα πάμε, ξαναείπε η Ευανθία και κάθισε, με το σώμα ριγμένο πίσω.

Μα η κυρία Κατίγκω εκεί που τίναζε τα ψίχουλα που είχε σκορπίσει στο τραπέζι ο Στέφανος, είπε έξαφνα:

- Ξέρεις αλήθεια πως δεν έφυγε η Φιφίκα;

Η Ευανθία σήκωσε το σώμα και την κοίταξε περίεργα.

Και ο Στέφανος αμέσως, σα να του ξέφυγε:

- Ναι, είδα και γω το λοχαγό στη λέσχη.

Η κυρία Κατίγκω έριξε ματιά στο Στέφανο σα δυσαρεστημένη.

- Αρρώστησε έξαφνα η μητέρα της κ’ έμειναν, είπε∙ τώρα μου το έλεγε ο πατέρας σου.

Και γυρίζοντας στη Ευανθία:

- Θα πάμε έπειτα να δούμε τη Φιφίκα.

- Είναι ο πατέρας μέσα; ρώτησε ο Στέφανος.

- Όχι, κατέβηκε, είπε η κυρία Κατίγκω.

Ο Στέφανος κοίταξε την ώρα, σα μόλις τώρα να θυμήθηκε πως έπρεπε να σηκωθεί. Μα καθώς σηκώθηκε, η Ευανθία τον πλησίασε.

- Ήσουν λοιπόν στη λέσχη; ρώτησε σιγά.

Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα.

- Δεν ήσουν; δεν έπαιξες;

Ο Στέφανος πάλι δεν απάντησε. Μα έπειτα:

- Γιατί; ρώτησε μεμιάς.

Και η Ευανθία:

- Γιατί μου αρέσει το παιγνίδι. Αν ήμουν άντρας θα έπαιζα, είπε, κ’ έκαμε προς το μπαλκόνι∙ και στάθηκε και κοίταζε έξω.

Ο Στέφανος πήγε κοντά της.

Κάτω από το μπαλκόνι απλώνονταν η θάλασσα.

Ο Στέφανος μόλις αντίκρυσε τη χλωμοπράσινη έκταση, σταμάτησε. Σταμάτησε σα να του ανοίχτηκε μεμιάς μπροστά του κάτι που το πρωί όταν ξύπνησε του ήταν ακόμα σαν αλλόκοτο, παράλογο όνειρο. Και τώρα του ξαναήρθε αυτό στο νου σαν ξαφνική αστραπή∙ παράξενο, παράλογο και τώρα, παραμίλημα και τώρα, ίσκιος και όνειρο και τώρα. Όμως του στάθηκε μπροστά και τώρα σαν κάτι απόκρυφο και σκοτεινό, τον γέμισε για μια στιγμή και τώρα σαν κάτι που ήταν αδύνατο να το χωρέσει μόνο μια στιγμή, αδύνατο να το χωρέσουν μόνο χρόνια, αδύνατο να το χωρέσει ακόμα και το ανοιχτό άπειρο που απλώνονταν εμπρός του εκεί. Έκαμε να το στοχαστή, όμως θέλησε καλύτερα να το τινάξει πέρα. Παράξενο! του ήρθε στο νου ο λοχαγός και το τραγούδι που του σφύριξε στο πρόσωπο:

Toréador!

Και θέλησε να μιλήσει της Ευανθίας για το λοχαγό. Μα η Ευανθία γυρίζοντας απάνω του τα μάτια του είπε:

- Ξέρεις γιατί σε ρώτησα αν έπαιζες;

Ο Στέφανος σα να μην ένιωσε.

- Γιατί χτες βράδυ σε φανταζόμουν πως έπαιζες.

Και η Ευανθία τον ξανακοίταξε. Έπειτα γέλασε.

Κ’ ενώ ο Στέφανος έμενε σα ξαφνισμένος:

- Για δες, είπε και έδειξε έξω πέρα.

Έξω πάρα η θάλασσα στρωνόταν ήσυχη, όμως στο χρώμα της, με όλο τον καθαρό πρωινό ουρανό, σα να έμενε κάτι από τη θολάδα της χθεσινής βροχής. Ήταν γαλανοπράσινο, και μια ψιλή άχνα κρεμόταν σαν κομμάτια ξεφτισμένης γάζας εδώ και κει απάνω στα νερά και στις κορφές των βράχων. Μα τα νησιά στο μάκρος έφεγγαν διάφανα, βιολετογάλανα και ήταν σα να έπλεαν και να σαλεύαν στον αέρα. Μπροστά μπροστά έξω από το λιμάνι άσπρα και κόκκινα πανιά φαντάζαν σα φτερά ανοιγμένα και καθώς έμεναν ακίνητα φαινόντανε σα να περίμεναν.

Αυτά έδειξε η Ευανθία στο Στέφανο κ’ έκαμε ν’ ακουμπήσει το χέρι της στον ώμο του.

Μα η κυρία Κατίγκω βγήκε στο μπαλκόνι και άλλαζε το νερό στο βάζο με τα ρόδα. Και κει που έμπαινε πάλι μέσα με το βάζο, η Ευανθία έσκυψε και μύρισε τα ρόδα.

Ο Στέφανος κοίταξε κει το πρόσωπο της Ευανθίας σα να έριξε ένα κόκκινο αντιφέγγισμα στα λευκά ρόδα.

Έμειναν σιωπηλοί και οι δυο άμα μπήκε μέσα η κυρία Κατίγκω. Μα έξαφνα ακούστηκε από το λιμάνι τριχτός κρότος. Ήταν το βίντσι των βαποριών που ξανάρχιζαν την εργασία. Και η Ευανθία σαν ηλεκτρισμένη, φώναξε μεμιάς:

- Θεία Κατίγκω!

Ο Στέφανος την κοίταξε.

- Τα ιγγλέζικα φορτώνουν.

Μα πριν προφτάσει να βγει έξω η κυρία Κατίγκω, σκύβοντας η Ευανθία στο Στέφανο του είπε σιγαλά:

- Πώς ήθελα να πάω στα ιγγλέζικα μαζί σου. Ε, έρχεσαι;

Ο Στέφανος την κοίταξε, και καθώς τον κοίταζε κι αυτή κατάματα.

- Ναι, της ψιθύρισε κ’ έβλεπε μπρος του σα να μην ένιωθε ενώ πλησίαζε η κυρία Κατίγκω.

Η Ευανθία χτύπησε τα χέρια, όταν της έταξε και η κυρία Κατίγκω πως θα πάνε.

Και όταν ο Στέφανος τις άφησε και κίνησε να φύγει, εκεί που έβγαινε στην πόρτα του φώναξε η κυρία Κατίγκω:

- Σούπα με ρύζι θα έχομε το μεσημέρι∙ μην αργήσεις και χαλάσει.

XV

Ενώ εργαζόταν στο γραφείο του ο Στέφανος, έλαβε ένα μπιλιέτο της Μαρίκας. Τον παρακαλούσε να πάει να τη δει πριν από το μεσημέρι.

Και πήγε.

Τη βρήκε που στεκόταν στο διάδρομο και τον περίμενε. Καθώς του έσφιξε το χέρι και τον κοίταξε, η ματιά της έφεγγε. Αλλά στην κάμαρα που μπήκαν ήταν η κυρία Αγλαΐα. Ορθή μπροστά στις γλάστρες της ψαλίδιζε τα φύλλα μιας φοινικιάς. Χαιρέτησε το Στέφανο με νεύμα μόνο.

- Πώς σκάζω που μου κιτρινίζουν έτσι, είπε όταν ο Στέφανος ήρθε κοντά της.

_ Ναι, κρίμα, είπε ο Στέφανος.

Κ’ έπειτα, σα να θυμήθηκε έξαφνα:

- Πλύσιμο με καπνό βρεγμένο, είπε ξανά.

- Το δοκίμασα, δεν ωφελεί, απάντησε η κυρία Αγλαΐα κ’ εξακολούθησε να ψαλιδίζει.

Ο Στέφανος γύρισε στη Μαρίκα∙ στεκότανε κοντά του και όπως ο ήλιος γέμιζε την κάμαρα, το πρόσωπό της φαινότανε μέσα στο χρυσό φως σα μεταμορφωμένο.

Της έπιασε το χέρι και στάθηκαν και κοιτάζονταν.

Ύστερα καθώς σύρθηκαν προς το παράθυρο κ’ έβλεπαν έξω, η Μαρίκα δείχνοντας μια πιγόνια που γέμιζε τον τοίχο αντίκρυ μ’ εξωτικά βυσσινοπόρφυρα άνθη σα ροδιάς.

- Τι ωραία! ψιθύρισε.

Μα η κυρία Αγλαΐα ρώτησε έξαφνα το Στέφανο:

- Το έμαθε η μαμά σου πως δεν έφυγε η Φιφίκα;

- Ναι, είπε ο Στέφανος και γύρισε προς την κυρία Αγλαΐα.

Η κυρία Αγλαΐα τον κοίταξε∙ κ’ έπειτα με χαμόγελο, που ο Στέφανος δεν ένιωσε αν ήταν για τη μητέρα του ή τη Φιφίκα.

- Μα γιατί δεν έφυγε, τον ξαναρώτησε.

Και ο Στέφανος, χωρίς να ξέρει γιατί, χαμογέλασε κι ο ίδιος.

- Αρώστησε η μητέρα της, απάντησε.

Και όταν η κυρία Αγλαΐα ρώτησε πάλι έπειτα: Και ο λοχαγός; -- ο Στέφανος διηγήθηκε έξαφνα το χθεσινό του απάντημα με το νομάρχη και το λοχαγό έξω από το καφενείο.

Η κυρία Αγλαΐα έμεινε με τεντωμένα μάτια:

- Στο καφενείο – ο κύριος νομάρχης;

- Ναι, και τραγουδούσε, είπε ο Στέφανος.

- Ο κύριος νομάρχης;

Ο Στέφανος ένιωσε πως τα σύγχισε.

- Ο λοχαγός, απάντησε.

Και είπε το τραγούδι που σφύριζε ο λοχαγός.

Η κυρία Αγλαΐα γέλασε, ενώ ο Στέφανος έμεινε σιωπηλός σα να μετάνιωσε. Είχε το αίσθημα πως δίχως να το νιώσει πρόδωσε κάτι --- δικό του ή ξένο, δεν ήξερε καλά. Και όταν, αφού βγήκε η κυρία Αγλαΐα έξω, η Μαρίκα τον πλησίασε, έμεινε σα στενοχωρημένος.

Αλλά η Μαρίκα του γέλασε καθώς πλησίασε, και η ματιά της έφεγγε σα λαμπρυσμένη ενώ τον κοίταζε. Και τον έσυρε κοντά της και του είπε:

- Ξέρεις γιατί σ’ έφερα εδώ έτσι ξαφνικά;

Ο Στέφανος δε μίλησε.

- Γιατί αν και το ήξερα πως θα ερχόσουν και αν δε σ’ έφερνα, όμως δεν ήθελα να φοβηθώ πως δε θα ερχόσουν.

Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε παράξενα.

- Ναι, εξακολούθησε, να φοβηθώ∙ χθες βράδυ δε φοβόμουνα, μα σήμερα φοβόμουνα μη φοβηθώ.

Ο Στέφανος φαντάστηκε πως θ’ άκουγε πάλι παραμιλητό.

- Κι αυτό δεν το ήθελα∙ γιατί ήθελα και θέλω, Στέφανε, να είμαι ευτυχισμένη, είπε πάλι η Μαρίκα. Ναι, μόνο ευτυχισμένη.

Και τον έφερε σιγά σιγά προς τη γωνία που ήταν οι γλάστρες της κυρίας Αγλαΐας.

- Ευτυχισμένη και χαρούμενη σαν τ’ άνθη αυτά, εξακολούθησε και του έδειξε τις κόκκινες τουλίπες που έγερναν σκορπώντας λάμψεις γελούμενες στα πράσινα φυτά και στ’ άλλα παρδαλά φύλλα τριγύρω τους.

Καθώς μιλούσε, στο πρόσωπό της έπαιζε όμοια λάμψη. Ήταν χαρούμενο∙ μα οι ωχροκόκκινες κηλίδες του γύρω στα μήλα φάνηκαν σα ροδόφυλλα του Στέφανου, ροδόφυλλα ζωγραφιστά σα λευκή κέρινη λαμπάδα και του ήταν σα να του στάλαζαν βαθιά μια ανήσυχη μελαγχολία.

Αλλά η Μαρίκα γυρίζοντάς τον έξαφνα προς το παράθυρο του έδειξε πάλι τα βυσσινοκόκκινα άνθη στον τοίχο απέναντι.

- Και κείνα εκεί! του είπε.

Κ’ ενώ κοιτάζαν και οι δυο τ’ άνθη.

- Τι μακρύ που είναι φέτος το φθινόπωρο, είπε ξανά.

Κ’ έπειτα από μια μικρή σιγή και πάλι:

- Ω να μην τέλειωνε ποτέ, ψιθύρισε.

Η γιαγιά που ήρθε μέσα, σα να τους ξύπνησε.

Καθώς είδε το Στέφανο σταμάτησε, σα να μην περίμενε πως θα τον δει εκεί. Έπειτα τον καλημέρισε∙ και ξαφνικά:

- Η Ευανθία μας ξέχασε, του είπε.

- Μας ξέχασε, είπε πάλι σα να μην έβρισκε άλλο τίποτε να πει.

Η Μαρίκα γύρισε και την κοίταζε.

- Την κράτησε η Κατίγκω, ξαναψιθύρισε η γιαγιά.

Και η κυρία Αγλαΐα που έμπαινε:

- Κρατούμε και μεις το Στέφανο, είπε.

- Ναι, ναι, μαμά, είπε και η Μαρίκα∙ και ο Στέφανος την είδε πάλι γελαστή.

Κ’ έμεινε κ’ έφαγε μαζί τους.

Θυμήθηκε πως τον περίμεναν στο σπίτι μόνο όταν ήρθε η κυρία Κατίγκω έπειτα από το μεσημέρι.

- Εδώ έμεινες; του είπε μπαίνοντας∙ τουλάχιστο δεν έστελνες∙ το ήξερες, είχαμε σούπα!

Η Μαρίκα γέλασε∙ κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω γύρισε και την κοίταξε.

- Μαμά, της είπε, εμείς φταίμε∙ τον κρατήσαμε έξαφνα.

- Η μαμά τον κράτησε, πρόσθεσε με μιας.

Η κυρία Κατίγκω χαιρετήθηκε φιλικά με την κυρία Αγλαΐα.

Και η Ευανθία μπαίνοντας γρήγορα:

- Θεία Αγλαΐα, Μαρίκα, ελάτε∙ στις τρεις μας περιμένουν, φώναξε από την πόρτα.

Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα∙ ήταν όλη κόκκινη, το πρόσωπό της και το φόρεμα.

- Ελάτε!

Και πριν να τη ρωτήσουν «πού;» ξαναφώναξε η Ευανθία:

- Θα πάμε στα ιγγλέζικα.

Η κυρία Αγλαΐα γύρισε έξαφνα:

- Αστειεύεσαι;

- Μα πηγαίνουν; πηγαίνει ο κόσμος καθώς πρέπει; ρώτησε την κυρία Κατίγκω.

- Θα είναι η Φιφίκα, έλεγε την ίδια ώρα η Ευανθία, η Μαρίκα όμως μ’ έξαφνο κίνημα:

- Αλλά μαμά, πετάχτηκε, δεν είπαμε…;

- Ναι, ένεψε η κυρία Αγλαΐα, ενώ η Ευανθία πρόσθετε:

- Και ο κύριος νομάρχης.

Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε:

- Ο κύριος νομάρχης!

- Ναι, ο κύριος νομάρχης, είπε η Ευανθία.

Και την κοίταζε σα με χαμόγελο.

Η κυρία Αγλαΐα έμεινε μια στιγμή άφωνη∙ έπειτα είπε:

- Δεν μπορούμε, παραγγείλαμε το αμάξι.

Η Ευανθία γύρισε απότομα τα μάτια της στο Στέφανο.

Ο Στέφανος κοίταζε κάτω.

Μα όταν σε λίγο έφυγαν πάλι μόνες η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, η Μαρίκα πρόσεξε πως η Ευανθία βγήκε χωρίς να ρίξει βλέμμα στο Στέφανο.

Σταμάτησε και κοίταζε.

Και η κυρία Αγλαΐα είχε σταθεί άφωνη κι αυτή.

- Μα τι αστείος, ψιθύρισε έπειτα έξαφνα η κυρία Αγλαΐα.

Ο κύριος νομάρχης, ήθελε να πει∙ μα το ένιωσε και διορθώθηκε γοργά:

- Ναι, τι αστείος ο λοχαγός.

Κ’ έκαμε να δει το Στέφανο.

Μα ο Στέφανος είχε γυρίσει κ’ έβλεπε προς το παράθυρο.

XVI

- Πώς χάρηκα! είπε η Ευανθία καθώς κατέβαινε με την κυρία Κατίγκω.

Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε.

- Που το μετάνιωσε∙ την είδες πώς έγινε όταν άκουσε για το νομάρχη;

Η κυρία Κατίγκω δε μίλησε.

Και σώπασε και η Ευανθία.

Έπειτα, καθώς πήγαιναν, η κυρία Κατίγκω την πρόσεξε που ήταν χλωμή. Και όταν έφτασαν στην προκυμαία και περίμεναν, και η κυρία Κατίγκω της έπιασε το χέρι, το ένιωσε κατάψυχρο.

- Πάμε στον ήλιο, της ψιθύρισε∙ κρυώνεις;

- Φυσά λιγάκι, είπε η Ευανθία.

Η κυρία Κατίγκω την ξανακοίταξε σαν ξαφνισμένη∙ η θάλασσα ήταν ακίνητη, το δειλινό ανέφελο, χλιαρό.

Μα δε φαινότανε ούτε η Φιφίκα ούτε ο κύριος νομάρχης.

- Δεν έρχονται, είπε η Ευανθία εκεί που περπατούσανε στον ήλιο.

- Δεν είναι τρεις ακόμα.

- Και τέταρτο, ξαναείπε η Ευανθία κοιτάζοντας την ώρα της.

- Πας μπρος, θέλησε να πει η κυρία Κατίγκω, μα βλέποντας την Ευανθία χλωμή και ανήσυχη:

- Είσαι αδιάθετη; τη ρώτησε.

Η Ευανθία την κοίταξε∙ μα έπειτα έξαφνα:

- Ναι, είπε, πάμε σπίτι.

Η κυρία Κατίγκω φώναξε ένα αμάξι.

Στο σπίτι που ήρθαν, έμαθαν πως μόλις είχε φύγει ο Στέφανος.

- Ήρθε και ρώτησε αν περάσατε από δω, είπε η υπηρέτρια.

- Ήτανε μόνος; ρώτησε γοργά η Ευανθία και είχε ξανακοκκινίσει.

- Ναι, απάντησε η υπηρέτρια, στη σκάλα ρώτησε∙ μου φάνηκε πως σταμάτησε στην πόρτα αμάξι.

- Ήταν αυτές, είπε η Ευανθία∙ και όταν έφυγε η υπηρέτρια: Μετάνιωσαν άμα άκουσαν πως θα ερχότανε και ο κύριος νομάρχης.

Κ’ έμεινε κοιτάζοντας την κυρία Κατίγκω, σα να περίμενε να πει εκείνη να γυρίσουν πίσω.

Μα η κυρία Κατίγκω βλέποντάς τη που ξαναχλώμιασε:

- Έλα, είπε, βγάλε το καπέλο σου και κάθισε.

Και φώναξε να φέρουν τσάι.

Η Ευανθία έμεινε σαν ξεχασμένη, καθώς την κάθισε η κυρία Κατίγκω στον καναπέ και της σερβίρισε το τσάι.

Ώρα πολλή δε μίλησαν και οι δυο. Μια στιγμή μόνο η κυρία Κατίγκω, ενώ καθότανε κοντά της κρατούσε το χέρι της, είπε σιγά:

- Να στείλομε για τη νονά;

Μα η Ευανθία της ένεψε: όχι∙ κ’ έμειναν για ώρα πάλι αμίλητες, κοιτάζοντας και οι δυο μπροστά τους σα να είχαν τώρα λησμονηθεί και οι δυο.

Έξω ο ήλιος βυθίζοντας στη θάλασσα έβαφε τον ουρανό με χρώμα κίτρινο – ένα κίτρινο όχι χρυσό και αστραφτερό, αλλά χλωμό και άλαμπο σαν ώχρα∙ το αχνό του αντίφεγγο χτυπούσε κρύο και μελαγχολικό στο τζάμι και χυνόταν ψυχρότερο και πιο θολό στην κάμαρα.

Η κυρία Κατίγκω αισθάνθηκε ν’ ανατριχιάζει και φώναξε και άναψαν το τζάκι.

Σε λίγο μια φεγγοβολή πήδησε έξαφνα σαν απαλή αστραπή πετώντας κόκκινες θερμές αναλαμπές στους αργυρούς δίσκους και στα κρύσταλλα των τραπεζιών και του μπουφέ μέσα στην κάμαρα.

Και όταν γέμισε έπειτα η χλιαρή πνοή της τον αέρα, η Ευανθία ανασηκώθηκε κ’ έπιασε το χέρι της κυρίας Κατίγκως.

- Τι ωραία που είναι εδώ, είπε σιγά και ακούμπησε στον ώμο της.

Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω της χάδευε ελαφρά το μάγουλο:

- Ναι, δεν μπορώ πια εκεί∙ αν ήταν να ξαναπάω εκεί, καλύτερα να φύγω.

- Αύριο να φύγω, είπε πάλι κ’ έκρυψε το πρόσωπο στο στήθος της κυρίας Κατίγκως.

Η κυρία Κατίγκω ένιωσε πού εκεί. Έσκυψε και τη φίλησε.

- Χρυσή μου, ψιθύρισε μονάχα σα να ένιωθε κάτι περισσότερο παρότι είχε πει η Ευανθία.

Και σα να μην μπορούσε να πει κάτι περισσότερο κι αυτή:

- Χρυσή μου, ξαναψιθύρισε και την έσφιξε στην αγκαλιά της.

XVII

Το βράδυ ο Στέφανος τις βρήκε και τις δυο κοντά στο τζάκι. Η κυρία Κατίγκω καθόταν στο σκαμνάκι, η Ευανθία ακουμπούσε στα γόνατά της ξαπλωμένη σ’ ένα δέρμα τίγρης που είχαν φέρει από τη σάλα. Σκυφτή, έριχνε μπρος της μια πασιέντσα. Στο τζάκι ήταν σβησμένη η φλόγα, μα κάτω από το φως της λάμπας έφεγγε ζωηρά το κόκκινό της φόρεμα.

Ο Στέφανος στάθηκε πρώτα μια στιγμή, έπειτα κάθισε απέναντί τους.

Η Ευανθία δεν κινήθηκε, δεν έσυρε ούτε το πόδι της που απλωμένο έβγαινε κάτω από το φόρεμα∙ και ο Στέφανος κοίταζε σιωπηλός τα χαρτιά που αράδιαζε η Ευανθία, όταν έξαφνα αυτή σταμάτησε.

- Δε βγαίνει, είπε και σήκωσε τα μάτια.

- Βγάλε από πάνω, της είπε ο Στέφανος.

- Δεν ωφελεί∙ πρέπει να έβγει μόνη της, είπε η Ευανθία και τον κοίταξε.

- Είδες; γύρισε έπειτα προς την κυρία Κατίγκω∙ ήταν η τρίτη.

- Η δεύτερη, είπε η κυρία Κατίγκω.

Η Ευανθία την κοίταξε.

- Η τρίτη, ψιθύρισε∙ όμως ξαναέριξε.

Και τώρα βγήκε.

- Να, μπράβο! είπε η κυρία Κατίγκω κ’ έκαμε να σηκωθεί.

Μα η Ευανθία την κράτησε:

- Ήταν αλήθεια η δεύτερη;

- Ναι, είπε η κυρία Κατίγκω.

Η Ευανθία δε μίλησε∙ έπειτα κοιτάζοντας το Στέφανο:

- Κάτι είχαμε βάλει, είπε.

Μα ο Στέφανος ρώτησε «τι;» γύρισε αμέσως στην κυρία Κατίγκω και της είπε ξαφνικά:

- Μη, μην το πεις!

Η κυρία Κατίγκω γέλασε και σηκώθηκε. Η Ευανθία έμεινε όπως ήταν ξαπλωμένη∙ ακούμπησε το κεφάλι στο χέρι της απάνω στο σκαμνάκι και κοίταζε μπροστά της.

Η κυρία Κατίγκω ήρθε στο Στέφανο∙ τον κοίταξε σα να ήθελε να του πει κάτι, αλλά σταμάτησε έξαφνα και ρώτησε μόνο:

- Είναι έξω ψύχρα;

- Λιγάκι, είπε ο Στέφανος.

Είχε ξαπλωθεί στην πολυθρόνα και κάπνιζε και κοίταζε την Ευανθία.

Η κυρία Κατίγκω έσκυψε στη φωτιά και καθώς φύσηξε τα ξύλα, μια λάμψη κόκκινη έπαιξε έξαφνα πίσω από την Ευανθία. Του Στέφανου του φάνηκε σα να πετάχτηκε από το φόρεμα της Ευανθίας και από εκεί χτύπησε κ’ έσπασε στο δέρμα της τίγρης όπου ήταν ξαπλωμένη. Οι μαύρες και κίτρινες γραμμές του σπιθίρισαν, και μια στιγμή σα να σάλεψαν. Έπειτα έμειναν πάλι ακίνητες και σκοτεινές. Έλαμπαν μόνο εμπρός του εκεί τα γυάλινα κίτρινα μάτια του κεφαλιού της τίγρης∙ έλαμπαν και τον κοίταζαν κατάματα.

Και η Ευανθία βλέποντάς τον πως κοίταζε κι αυτός εκεί κατάματα σαν ξεχασμένος, κλώτσησε την κεφαλή της τίγρης με το πόδι.

Ο Στέφανος ξαφνίστηκε, και η Ευανθία γέλασε.

Και τεντώνοντας το πόδι και δείχνοντας το κόκκινο γοβάκι που φορούσε, είπε:

- Είδες τι μου χάρισε η θεία Κατίγκω;

Ο Στέφανος το κοίταξε. Γνώρισε αμέσως τις κόκκινες βελούδινες παντούφλες που είχε φέρει κάποτε ο ίδιος της κυρίας Κατίγκως. Αλλά και αμέσως θυμήθηκε πως η κυρία Κατίγκω του είχε πει πως ήθελε να τις χαρίσει της Μαρίκας.

Και σταμάτησε.

- Ωραίες είναι, είπε σα μηχανικά, ενώ τον κοίταζε η Ευανθία.

Έπειτα έμειναν πάλι σιωπηλοί. Μα όταν η κυρία Κατίγκω βγήκε από την κάμαρα, η Ευανθία ξαπλωμένη πάντα ξαναγύρισε στο Στέφανο.

- Πήγατε; του είπε ξαφνικά.

- Πού; ρώτησε ο Στέφανος.

Μα η Ευανθία δεν απάντησε. Τον κοίταξε μονάχα και σώπασε λίγες στιγμές. Μα έπειτα κοιτάζοντάς τον πάλι:

- Ξέρεις τι είχα ρίξει στην πασίεντζα; ρώτησε με μιάς∙ θέλεις να μάθεις;

- Ναι, είπε ο Στέφανος, μα η Ευανθία έμεινε πάλι σιωπηλή.

Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε σαν ξαφνισμένος:

- Αν θα φύγω, ψιθύρισε τέλος αργά.

- Και τι βγήκε; ρώτησε ο Στέφανος.

Η Ευανθία δεν απάντησε∙ φώναξε μόνο της κυρίας Κατίγκως που έμπαινε πάλι μέσα εκείνη τη στιγμή:

- Μην του το πεις, θεία Κατίγκω.

Και πετάχτηκε με μιας ορθή όταν είδε πως έμπαινε μαζί και ο κύριος Γιάγκος.

- Ωραία, ανάψατε φωτιά, είπε ο κύριος Γιάγκος αφού τη χαιρέτησε.

Έτριψε τα χέρια και ήρθε και κάθισε κοντά.

Είχε κερδίσει πάλι απόψε τον κύριο νομάρχη και ήταν χαρούμενος. Γελούσε κ’ έλεγε αστεία όλη την ώρα στο τραπέζι που καθίσαν έπειτα. Και η κυρία Κατίγκω δεν ήταν μελαγχολική, και ο Στέφανος μιλούσε καθισμένος απέναντι στην Ευανθία.

Έπειτα, όταν ο κύριος Γιάγκος με το Στέφανο έπαιζαν την παρτίδα τους στο ντόμινο, η κυρία Κατίγκω και η Ευανθία κάθισαν κοντά τους και κοίταζαν.

Όταν τελείωσαν το ντόμινο, ο Στέφανος τους έκαμε κάποια παιγνίδια με τα χαρτιά της τράπουλας. Η Ευανθία τον κοίταζε στα χέρια και ζητούσε να μαντέψει πώς τους ξεγελούσε. Και μια στιγμή εκεί που ο Στέφανος της έδινε στο χέρι τα χαρτιά και άγγιξαν τα δάχτυλά τους, η Ευανθία δεν τράβηξε το χέρι αμέσως.

Έμεινε και τον κοίταζε στα μάτια.

Μα έπειτα σηκώθηκε με μιάς ο Στέφανος∙ καληνύχτισε και βγήκε.

- Πάει στη λέσχη, ψιθύρισε η Ευανθία στην κυρία Κατίγκω.

- Α μπα, πάει κάτω να εργαστεί, είπε η κυρία Κατίγκω χωρίς να πιστεύει ό, τι είπε.

***

Ο Στέφανος πήγε στη λέσχη.

Το ένιωσε μόνο όταν μπήκε μέσα και είδε πως του ένεψε ο κύριος νομάρχης.

Σκυμμένος στην κορυφή του πράσινου μεγάλου τραπεζιού ο κύριος νομάρχης είχε μπροστά του σωρούς τα κόκκινα και λευκά κόκκαλα∙ ο λοχαγός είχε καθίσει απάνω στο τραπέζι και κουνώντας το πόδι του βροντούσε το σπιρούνι στη γωνία του τραπεζιού∙ το βροντούσε σα με ρυθμό και σφύριζε.

Ο Στέφανος στάθηκε ορθός αντίκρυ και άκουσε σα να ήθελε να πιάσει το ρυθμό. Έπειτα πρόσεξε πώς γυάλιζε το φως στα δόντια και στο μονόκλ του λοχαγού και πώς χτυπούσε στα μουστάκια του κυρίου νομάρχη και σταματούσε κει με ακτίνες πράσινες.

Και κει θυμήθηκε πως είχε σταματήσει κι αυτός πρωτύτερα αντίκρυ σ’ ένα φως που έφεγγε σ’ ένα παράθυρο. Είχε κινήσει και πήγαινε να δει το φως, είδε όμως το φως ακίνητο πίσω από το κλεισμένο τζάμι και σταμάτησε. Δεν ένιωθε γιατί, όμως σταμάτησε∙ και κοίταζε σα να ήθελε να δει αν έκαιε πράγματι φως μέσα στην κάμαρα ή ήταν μόνο αντίφεγγο που έσπαζε από κάπου απέναντι.

Έπειτα κοίταζε σα να ζητούσε να βρει τι χρώμα είχε το φως∙ έπειτα είδε πως το φως ήταν μακριά. Και είδε πως ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος κ’ αισθάνθηκε μια κρύα πνοή να πνέει από τη θάλασσα. Η μικρή πλατεία όπου είχε σταθεί ήταν έρημη, μα οι κορμοί των κοντών δέντρων του φάνηκαν σα ζωντανές παράξενες μαύρες μορφές που ήθελαν να κινηθούν. Ο Στέφανος δεν έβλεπε τα φύλλα, μα τα αισθάνθηκε πως έτρεμαν σα ν’ ανατρίχιαζαν στην κρύα πνοή της θάλασσας.

Και δε γύρισε στη θάλασσα. Γύρισε πίσω. Στην προκυμαία έφεγγαν τα φώτα και οι άνθρωποι πηγαινοερχόντανε. Χαιρέτησε δυο τρεις∙ και βρέθηκε στη λέσχη έξαφνα.

Και τώρα έμενε ορθός και κοίταζε τις πράσινες ακτίνες στα μουστάκια του κυρίου νομάρχη. Έπειτα ξανακοίταξε το λοχαγό, έπειτα το παιχνίδι∙ έπειτα κάθισε με μιάς και ο ίδιος κ’ έπαιξε.

***

Όταν γύρισε σπίτι, είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Ανέβηκε στα δάχτυλα τη σκάλα για αν μην ξυπνήσουνε στο σπίτι. Μα καθώς έμπαινε στο διάδρομο, σταμάτησε∙ μια θαμπόλευκη μορφή που σάλεψε μπροστά του τον σταμάτησε.

Τινάχτηκε όταν τον πλησίασε η μορφή, μα γνώρισε αμέσως τη φωνή που του ψιθύρισε:

- Ήσουν στη λέσχη;

- Ναι, είπε ο Στέφανος.

- Έπαιζες;

-Ναι, είπε πάλι ο Στέφανος.

- Και γω περίμενα.

Ο Στέφανος ξαναξαφνίστηκε. Είδε με μιας μπροστά του το φωτισμένο παράθυρο, όπου απέναντι είχε σταθεί πρωτύτερα και κοίταζε.

Μα η φωνή κοντά του τον ξαναξύπνησε:

- Για να σου πω τι βγήκε.

- Τι βγήκε; ψιθύρισε ο Στέφανος.

- Πως δε θα φύγω, είπε η φωνή, και ο Στέφανος είχε ξυπνήσει ολότελα.

Αλλά δε μίλησε. Έμεινε ακίνητος∙ μα σα κίνησε μόνο τα χέρια προς τη μορφή που σάλεψε και κείνη προς τα πίσω, προς την πόρτα όπου στεκότανε.

Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος λίγες στιγμές ακόμα, έπειτα όμως έφυγε αμέσως μέσα προς το διάδρομο πριν ανοίξει καλά η πόρτα πίσω και δει καλύτερα στο φως που χύθηκε από μέσα ποια ήταν η μορφή.

XVIII

Έφυγε, σα να φοβήθηκε να δει. Και το πρωί πάλι φοβήθηκε να δει. Φώναξε και του έφεραν στην κάμαρά του τον καφέ και κατέβηκε αμέσως κάτω στο γραφείο. Όταν τελείωσε, τράβηξε ίσια στης Μαρίκας.

Τη βρήκε που καθότανε στην κάμαρα με τη γιαγιά, μα είδε αμέσως πως ήταν φοβερά χλωμή.

Δεν τόλμησε να τη ρωτήσει. Κάθισε μόνο και μιλούσε πράγματα αδιάφορα με αυτή και τη γιαγιά. Μα όταν έξαφνα τον ρώτησε η γιαγιά αν θα έρθει η Ευανθία, και της απάντησε: «Δεν ξέρω, δεν την είδα σήμερα», είδε πως η Μαρίκα έστρεψε αλλού το βλέμμα.

Έμεινε μια στιγμή σα συγχυσμένος. Μα όταν έφυγε η γιαγιά κ’ έμειναν μόνοι, πλησίασε πρώτος τη Μαρίκα.

- Κάθισες ψες αργά; τη ρώτησε.

- Όχι, κοιμήθηκα νωρίς, απάντησε ήσυχα η Μαρίκα.

- Μα το παράθυρο είχε φως αργά.

Η Μαρίκα τον κοίταξε.

- Τι ήρθες; περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα ψιθύρισε, ήσυχα πάλι:

- Το ξέχασα αναμμένο.

Ο Στέφανος της έπεισε με μιας και τα δυο χέρια:

- Ω Μαρίκα, ω Μαρίκα!

Κ’ ενώ η Μαρίκα τον κοίταζε ατάραχη:

- Δεν ξέρεις τι είσαι για μένα, ξέσπασε ξαφνικά και της γέμισε φιλιά τα χέρια. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ όλη νύχτα, εξακολούθησε, όλη τη νύχτα είχα τα μάτια σου μπροστά μου…

Και έλεγε αλήθεια. Τα μάτια της Μαρίκας έφεγγαν πράγματι όλη τη νύχτα μπροστά στο Στέφανο. Είχε φύγει γοργά στο διάδρομο σα να φοβήθηκε να δει, όμως όλη τη νύχτα είχε μπροστά του την πόρτα που άνοιξε έξαφνα στο φως του καντηλιού και φώτισε μια λευκή μορφή που έμεινε ορθή με απλωμένα χέρια πίσω του --- αλλά τα χέρια αυτά, παράξενο! τα γνώριζε, ήταν τα χέρια της Μαρίκας. Είχε φύγει γοργά στο διάδρομο σα να φοβήθηκε να δει, όμως όλη τη νύχτα έβλεπε μπρος του δυο μάτια υγρά και φωτεινά που τον κοιτάζαν ενώ έφευγε --- αλλά, παράξενο! τα μάτια αυτά ήταν τα μάτια της Μαρίκας. Στιγμές στιγμές δυο κόκκινα σημάδια έφεγγαν κάτω στο πάτωμα σα βελουδένια, έλαμπαν εμπρός στ’ αγρυπνισμένα μάτια του σαν άλικα μεγάλα ρόδα που έπλεαν σε πρωινά νερά, και απάνωθέ τους έτρεμε κάτι θαμπόλευκο, κυματιστό και σαν αέρινο∙ στιγμές πάλι το άσπρο αυτό γινόταν κόκκινο, άλλαζε σε κρεμεζί, σε ρουμπινί κ’ έλαμπε μπρος του ζωηρά σα φλόγα, μια φλόγα που έφεγγαν μέσα της δυο μάτια --- αλλά τα μάτια ήταν της Μαρίκας. Ύστερα πάλι ξαναέσβηνε το κόκκινο σιγά σιγά, ξαναγινόταν άχνα αγανή, λευκός αφρός που έλιωνε σ’ ένα γιαλό, γινόταν αέρας διάφανος και φως που έπαιζε κ’ έτρεμε κ’ έφευγε και γλιστρούσε απάνω από μια θάλασσα άπειρη.

Μια θάλασσα…. Και ο Στέφανος είδε τους σκοτεινούς κύκλους ξανά να του γεμίζουνε τη θάλασσα. Ήταν σα να ήθελαν οι κύκλοι αυτοί να σβήσουν τα μάτια της Μαρίκας που έφεγγαν μέσα από τη θάλασσα --- τα μάτια της Μαρίκας που ανοίγονταν τώρα μπροστά του εκεί μεγάλα ολόμαυρα και μελαγχολικά μέσα στους βαθουλούς μεγάλους κύκλους γύρω τους.

Ο Στέφανος τα κοίταζε. Ήταν κρύα και σκοτεινά, σαν τη συννεφιασμένη θάλασσα, κ’ έβλεπαν εμπρός τους ασάλευτα και καρφωμένα, σα να ζητούσανε να σκίσουν τη σταχτερή άχνα μακριά, σα να γυρεύαν να βυθίσουν πέρα από αυτή μέσα στο χλωμό φως μακρύτερα, στο φως που κάτι σαν αντίφεγγό του έτρεμε κιτρινωπά κ’ έπαιζε θλιβερά στις κόρες τους.

- Τα μάτια σου, θέλησε να ξαναπει ο Στέφανος, μα η ψυχρή και άφεγγη λάμψη τους τον πάγωσε.

Και ψιθύρισε, σα να ξυπνούσε ξαφνικά:

- Μαρίκα, τι έπαθες, τι έχεις;

Αλλά η Μαρίκα έριξε το βλέμμα κ’ έμεινε άφωνη και ακίνητη.

- Μαρίκα, ξαναψιθύρισε ο Στέφανος∙ μα έπειτα έμεινε άφωνος κι αυτός.

Έγινε μερικές στιγμές σιγή στην κάμαρα∙ μια σιγή ανήσυχη. Και όσο βαστούσε αυτή, ο Στέφανος είχε το αίσθημα πως έπεφτε αργά σιγά κάτι σα σταχτερή βαριά κουρτίνα ανάμεσά τους.

Μα εκεί, ενώ ο Στέφανος κρατούσε πάντα τα χέρια της, η Μαρίκα σήκωσε πάλι τα μάτια:

- Ήρθες, αλήθεια, χτες βράδυ; ρώτησε κοιτάζοντάς τον έξαφνα.

- Ναι, ήρθα, είπε ο Στέφανος.

Αλλά σταμάτησε.

- Ήρθα και κοίταζα το φως και πρόσμενα, είπε αμέσως έπειτα. Μα ξανασώπασε, σα να μην είχε να πει άλλο τίποτε.

Έμειναν και κοιτάζονταν. Έπειτα σηκώθηκαν και περπάτησαν μαζί μέσα στην κάμαρα. Κ’ ενώ στάθηκαν μπροστά στις γλάστρες της κυρίας Αγλαΐας, όπου οι τουλίπες έφεγγαν ολοκόκκινες στον ήλιο που έπεφτε απάνω τους από το παράθυρο, η Μαρίκα αφήνοντας το χέρι της να πέσει σαν άψυχο μέσα στο χέρι του Στέφανου, είπε σιγά:

- Δεν ξέρω, μα δεν είμαι --- δεν μπορώ να είμαι ευτυχισμένη.

Και η ματιά της ξαναπήρε το ωχρό και άφεγγο χρώμα που είχε παγώσει πρωτύτερα το Στέφανο.

ΧΙΧ

Ο Στέφανος ήρθε σιωπηλός στο σπίτι. Η κυρία Κατίγκω είδε το σύννεφο στο πρόσωπό του και τον πλησίασε και τον ρώτησε:

- Είναι αδιάθετη η Μαρίκα;

- Όχι, καλά είναι, απάντησε ο Στέφανος κ’ έμεινε πάλι σιωπηλός.

Η κυρία Κατίγκω στάθηκε και τον κοίταζε ενώ έμπαινε η Ευανθία. Ερχόταν γρήγορα, μα όταν είδε το Στέφανο σταμάτησε. Καθώς μπήκε, το φόρεμά της πέταξε λάμψεις κόκκινες στον ήλιο που γέμιζε την κάμαρα.

Στάθηκε μια στιγμή∙ έπειτα πλησιάζοντας σιγά την κυρία Κατίγκω είπε:

- Η γιαγιά παράγγειλε να πάμε.

- Πηγαίνομε, απάντησε η κυρία Κατίγκω.

Η Ευανθία την κοίταξε:

- Αλλά δεν είπαμε θα έρθει η Φιφίκα;

- Α ναι, το ξέχασα. Η κυρία Κατίγκω φαινόταν πράγματι σαν ξεχασμένη.

- Της παραγγέλνομε --- ή πάμε στη νονά αργά, είπε ύστερα.

- Α, όχι στη γιαγιά αργά∙ θα με κρατήσει, έσκυψε και είπε σιγαλότερα η Ευανθία.

Η κυρία Κατίγκω την έσυρε κοντά της και τη χάδεψε.

Ο Στέφανος καθώς την κοίταξε είδε που ξαναέλαμψε το φόρεμά της. Και είδε πως φορούσε τα κόκκινα βελούδινα γοβάκια.

Σα να γέμισε όλη η κάμαρα με ρόδα κόκκινα, τα ρόδα που έπλεαν οληνύχτα εμπρός του στα πρωινά νερά --- γύρισε αλλού κ’ έκαμε κίνημα σα να ήθελε να φύγει.

Μα η Ευανθία τον πλησίασε.

Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω είχε γυρίσει και κάτι έσιαζε στην κάμαρα και ύστερα βγήκε, η Ευανθία στάθηκε μπροστά του ορθή και βλέποντάς τον κατάματα έκαμε κάτι να του πει.

Αλλά έξαφνα σταμάτησε.

Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος και κοιτάχτηκαν μια στιγμή και οι δυο σαν ξαφνιασμένοι.

Μα ευθύς η Ευανθία:

- Ξέρεις, του είπε, η Φιφίκα θα πάρει το λοχαγό.

Το είπε σα να ήταν αυτό που είχε να πει.

Αλλά και ο Στέφανος, σα να είχε νιώσει:

- Το ξέρω, είπε με τόνο αδιάφορο και σαν ξερό.

Η Ευανθία κοκκίνησε όλη. Και γύρισε αμέσως μ’ ένα τίναγμα, σα να είχε αγγίξει κάπου με το χέρι και κάηκε έξαφνα. Και καθώς ξαναέμπαινε η κυρία Κατίγκω μέσα, πήγε ίσια απάνω της:

- Θεία Κατίγκω, ο Στέφανος θέλει να φύγω, είπε και σταμάτησε μπροστά της.

Και θέλησε να κρύψει μ’ ένα χαμόγελο κάποιο τρεμούλιασμα που είχε η φωνή της.

Η κυρία Κατίγκω στάθηκε σαν ξαφνιασμένη.

Ο Στέφανος έμεινε συγχυσμένος μια στιγμή.

Έπειτα βλέποντας πως η κυρία Κατίγκω τον κοίταζε περίεργα.

- Αηδίες, ψιθύρισε σιγά.

- Αστεία, είπε πάλι δυνατότερα και βημάτισε στην κάμαρα, ενώ η κυρία Κατίγκω πήρε την Ευανθία κοντά της και την ακούμπησε στον ώμο της.

Μα όταν ο Στέφανος πήγε έπειτα και κάθισε στην άκρη, η Ευανθία ήρθε και ξαναστάθηκε μπροστά του και γελούσε.

- Αλλά, Ευανθία, έκαμε να της πει, μα η Ευανθία αφού περίμενε και ξαναβγήκε έξω η κυρία Κατίγκω:

- Δε λες αλήθεια, του είπε σφυριχτά, σα μέσα από τα δόντια.

- Αλλά, Ευανθία, θέλησε να ψιθυρίσει πάλι ο Στέφανος, μα η Ευανθία τον έκοψε μα μιάς:

- Ναι, ναι – δε μου έταξες να έρθεις μαζί στα ιγγλέζικα;

Κ’ έμεινε και τον κοίταζε.

Ο Στέφανος χαμήλωσε το βλέμμα.

Όταν το ξανασήκωσε, η Ευανθία δε γελούσε∙ τον κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα, μεγάλα, μα άλαμπα και ωχρά. Τα μάτια δεν είχαν σκοτεινούς μεγάλους κύκλους γύρω τους, τα μάγουλα όμως ήταν χλωμά. Και όταν ο ήλιος δοκίμασε να παίξει πάλι στο κόκκινο το φόρεμα, δε γέμισε την κάμαρα με ρόδα πορφυρά∙ κίτρινα ρόδα ωχρά σκορπίστηκαν μπροστά στο Στέφανο καθώς κοίταζε την Ευανθία.

Κ’ ενώ την κοίταζε, ξαφνικά με μια φωνή που δεν τη γνώρισε και ο ίδιος:

- Ευανθία, ψιθύρισε σιγά και άπλωσε τα χέρια εμπρός.

Μα έπειτα, πάλι σιγά, τα έσυρε πίσω κ’ έγειρε σ’ αυτά το μέτωπο.

Η Ευανθία έκαμε να σκύψει.

Αλλά δεν έσκυψε∙ έφερε μόνο το χέρι στα μαλλιά του και τα χάδεψε∙ απαλά.

ΧΧ

- Πήγαν χτες; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα.

Ο Στέφανος δεν ένιωσε, και η κυρία Αγλαΐα σήκωσε τα μάτια από το κέντημά της και πρόσθεσε:

- Στα ιγγλέζικα.

- Δεν ξέρω --- δε ρώτησα, είπε ο Στέφανος.

Μα η Μαρίκα έμεινε σκυμμένη στο δικό της κέντημα.

Και ξανασώπασαν. Έπειτα η κυρία Αγλαΐα ξαναείπε έξαφνα:

- Ο κύριος νομάρχης σα να νοστιμεύεται την Πρίφτη.

Κ’ ενώ ούτε ο Στέφανος ούτε η Μαρίκα μίλησαν:

- Να δούμε πώς θα τη μοιράσουν με το λοχαγό, είπε πάλι.

Και γυρνώντας στο Στέφανο:

- Η μητέρα σου τι λέει; ρώτησε.

Ο Στέφανος σήκωσε τους ώμους.

- Και το παιγνίδι του ταξιδιού τι να σημαίνει;

Και η κυρία Αγλαΐα γέλασε. Έπειτα μίλησε πάλι για τον κύριο νομάρχη:

- Τον είχαμε στη νομαρχία. Ήταν καλός υπάλληλος. Ο μπαμπάς σου τον συμπαθούσε, είπε της Μαρίκας που την κοίταζε κείνη τη στιγμή.

΄Επειτα έφερε την ομιλία στη νομαρχία.

- Κάθε Παρασκευή δίναμε τσάι εμείς, κάθε Δευτέρα ο Άγγλος πρόξενος∙ έπειτα αλλάξαμε, το κάναμε Τετάρτη∙ να δεις γιατί.

Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε το κέντημα και συλλογίστηκε.

- Α ναι, είπε έπειτα, κάθε Παρασκευή είχα συμβούλιο στο σύλλογο των κυριών∙ την Τρίτη στην εταιρία των εργοχείρων που ήμουν πρόεδρος.

- Ναι, μου διηγηθήκατε, είπε ο Στέφανος, και η κυρία Αγλαΐα ξανασκύβοντας στο κέντημά της:

- Τότε η νομαρχία είχε μεγάλη δικαιοδοσία, ψιθύρισε, τότε ήταν κατιτί να είναι κανείς νομάρχης.

Ο Στέφανος συμφώνησε.

- Μα οπωσδήποτε ένας νομάρχης είναι καλύτερος από το λοχαγό, είπε πάλι έξαφνα η κυρία Αγλαΐα.

Και γυρίζοντας έξαφνα πάλι στη Μαρίκα:

- Τι άσχημο που ήταν το φόρεμα της Πρίφτη∙ και το καπέλο με τα κίτρινα φτερά.

Αλλά η Μαρίκα σα να μην πρόσεχε∙ κίνησε μόνο το κεφάλι και κοίταζε μπροστά της.

Και ο Στέφανος γύρισε και είδε πως η Μαρίκα δεν κοίταζε ούτε στο κέντημα που είχε στα χέρια∙ κοίταζε πέρα στον ήλιο που βασίλευε.

Ο Στέφανος περίμενε όσο που σώπασε η κυρία Αγλαΐα.

Σηκώθηκε ύστερα σιγά και πήγε στο παράθυρο. Νέφη μικρά είχαν σωριαστή κομματιαστά κ’ έφεγγαν κοκκινωπά σα σφυροκοπημένες χάλκινες πλάκες στην άκρη του ουρανού, που από κάτω του έπαιζε αστραφτερή στο βάθος στενή γραμμή μονάχα η θάλασσα. Αντίκρυ το ορθόβραχο υψωνόταν ήσυχο, βαμμένο απαλό χρώμα γιουλί και διάφανο.

Ο Στέφανος έμενε ορθός εκεί και κοίταζε. Πίσω η κυρία Αγλαΐα κάτι ξαναψιθύρισε, μα ο Στέφανος ούτε την άκουσε. Και δεν την άκουσε ούτε όταν έφυγε∙ άκουσε μόνο το βήμα της Μαρίκας που τον πλησίασε σιγά και στάθηκε κοντά του και κοίταζε κι αυτή.

Μα τα χαλκοβαμμένα σύννεφα είχαν σκορπίσει∙ απλώθηκαν στη θέση τους βαθιόμαβες στενές λουρίδες που έλιωναν σιγά σιγά σε καταχνιά βιολέτινη, βαθιά, μουντά βιολέτινη. Μονάχα το ορθόβραχο βουνό έμενε αντίκρυ τους μενεξελί, θολότερο, σκουρότερο, μα ακόμα φωτεινό και διάφανο.

Στέκονταν και οι δυο και κοίταζαν. Κοίταζαν πώς σκούραινε ολοένα το βουνό, πώς η ομίχλη πέρα γινότανε πιο σταχτερή και πώς κάτω μακριά σκοτείνιαζε η γραμμή της θάλασσας.

Έξω είχε σβήσει στον αέρα κάθε αναλαμπή, κ’ ένα θολό μισόφωτο έτρεμε μέσα στην κάμαρα όταν γύρισαν κ’ έκαμαν να σαλέψουν από το παράθυρο.

Μα εκεί έξαφνα πήδησε μπρος τους η Ευανθία και τους σταμάτησε στη θέση τους.

- Μαρίκα, φώναξε, λοιπόν θα πάμε το πρωί; Μου το παράγγειλε η γιαγιά.

- Θα πάμε, ναι, απάντησε η Μαρίκα.

Και η Ευανθία που είδε το Στέφανο που κοίταξε σα να μην ένιωθε:

- Στην εκκλησίτσα∙ τι, δεν ξέρεις; γύρισε σ’ αυτόν.

- Δεν του το είπες; είπε πάλι της Μαρίκας.

- Ναι, το λησμόνησα, απάντησε η Μαρίκα.

- Μα εσύ το ήθελες, λέει η γιαγιά, και το έταξε να την ανοίξει.

Η Μαρίκα την κοίταξε.

- Ναι, εγώ, ένεψε ύστερα κ’ έριξε μπροστά της μια ματιά, που

χάθηκε στη σκοτεινιά που έπεφτε στην κάμαρα.

Για το Στέφανο μόνο δε χάθηκε∙ την είχε εμπρός του όλη την ώρα έπειτα εκεί που γύριζε στο σπίτι βαδίζοντας σκυφτός κοντά στη θάλασσα.

ΧΧΙ

Ο παπάς τελείωνε τη λειτουργία στο εξωκλήσι της ακρογιαλιάς όταν σταμάτησε στην πόρτα του το αμάξι με την Ευανθία, το Στέφανο και την κυρία Κατίγκω. Ήρθαν αργά γιατί και ο Στέφανος και η Ευανθία άργησαν να ετοιμαστούν. Έπειτα η κυρία Κατίγκω θυμήθηκε στο δρόμο πως δεν είχε αφήσει της μαγείρισσας βούτυρο για το ραβανί, που είχε ζητήσει ο κύριος Γιάγκος για το μεσημέρι.

- Δεν μπορώ∙ ο πατέρας σου το περιμένει, είπε στο Στέφανο η κυρία Κατίγκω.

Έπρεπε να γυρίσουν.

Στην εκκλησία ήταν μονάχες η γιαγιά με τη Μαρίκα. Η κυρία Αγλαΐα, όταν πήγαν να την ξυπνήσουν, δεν μπόρεσε να σηκωθεί.

- Στη νομαρχία δεν ανοίγαμε εξωκλήσια, είπε της Μαρίκας, αλλά η Μαρίκα είπε μόνο της γιαγιάς:

- Η μαμά έχει πονοκέφαλο.

Και ήρθε πρωί πρωί μαζί της.

Το πρωί ήταν ψυχρό και υγρό, τα δέντρα νοτισμένα, και κάτω στο ακρογιάλι απλώνονταν ωχρόσκουρες λουρίδες καταχνιάς.

Η γιαγιά είχε ταμένο να πάνε με τα πόδια, και η Μαρίκα τυλίχτηκε στο επανωφόρι της κα βάδιζε. Καθώς περνούσαν κάτω από τα δέντρα δεν έβλεπε τον ίσκιο της, μα όταν βγήκανε στο λόφο τον ξαναείδε που σερνόταν σταχτερός κοντά στο μαύρο της γιαγιάς.

Νόμιζε πως ερχόταν η ίδια πίσω και τον έβλεπε.

Κατέβαιναν το λόφο μόνες∙ δεν περνούσε γύρω τους κανείς και δε μιλούσαν και οι δυο.

- Κουράστηκες; ρώτησε μόνο μια στιγμή η γιαγιά.

- Όχι, της ένεψε η Μαρίκα.

- Όχι γιαγιά, της ξαναείπε και κατέβηκαν πάλι το λόφο σιωπηλές.

Στο ακροθαλάσσι κάτω άσπριζε το εκκλησιδάκι μες στα πεύκα και παραμπρός του υψώνονταν δυο κυπαρίσσια ορθά, σταχτερά μες στο θολό πρωί.

Σε λίγο όμως η Μαρίκα στάθηκε.

- Κουράστηκες; την ξαναρώτησε η γιαγιά.

Αλλά η Μαρίκα δεν απάντησε.

Κοίταξε μόνο πίσω σα να ήθελε να δει αν είχε σταματήσει ο ίσκιος της.

- Όχι, γιαγιά, είπε τότε και κοίταξε πάλι μπροστά της κάτω.

Η καταχνιά είχε συρθεί, είχε απλωθεί πιο χαμηλά στη θάλασσα.

- Όχι, γιαγιά, είπε ξανά και ξανακίνησε.

Τα κυπαρίσσια υψώνονταν μπροστά τους κάτω πάντα σταχτιά και ασάλευτα.

Όταν τα έφτασαν και πέρασαν κοντά τους, η Μαρίκα άκουσε που ψιθύριζαν στους κλώνους τους πρωινά πουλιά. Μα δε σταμάτησε∙ μπήκε στην εκκλησία μαζί με τη γιαγιά.

Και όταν ήρθαν έπειτα η Ευανθία και ο Στέφανος, είδαν τη σταχτερή μορφή της ορθή σκυφτή και χαμένη μέσα στο αχνό γαλάζιο νέφος του λιβανιού που γέμιζε την εκκλησία.

Γύρισαν άθελα και κοιταχτήκαν καθώς στάθηκαν πίσω της, ενώ η κυρία Κατίγκω πήγε στο πλάι της γιαγιάς. Η Μαρίκα φάνηκε πως τους ένιωσε, μα δεν κινήθηκε.

΄Εμειναν μερικές στιγμές σκυφτοί και οι δυο.

Έπειτα η Ευανθία έδειξε του Στέφανου τον ψάλτη. Καθώς έμπαιναν πρωτύτερα της χτύπησε ευθύς στα μάτια η χοντρή κόκκινη μύτη του∙ και γέλασε. Μα η κυρία Κατίγκω της ένεψε και σώπασε. Και τώρα την έδειξε πάλι στο Στέφανο. Έπειτα τον σκούντησε πάλι να προσέξει πως ο ψάλτης έψελνε κλαυτά σα να νιαούριζε.

- Ναι, της είπε ο Στέφανος και ξαναγύρισε πάλι το βλέμμα εμπρός του.

Η Μαρίκα έμενε πάντα σκυφτή στην ίδια θέση. Είχε σταθεί κοντά στο μανουάλι που έκαιαν τα κεριά∙ στη μέση μια λευκή ψηλή λαμπάδα, γύρω μικρότερα λευκά και κίτρινα κεριά.

Ο Στέφανος έριξε κει μια ματιά∙ η λαμπάδα είχε μισοκαεί, είχε λυγίσει, αλλά δεν έσταζε κάτω στις πλάκες, όπως τα κίτρινα μικρά κεριά. Όταν τα κεριά έγερναν ή έλιωναν, πήγαινε και τα σήκωνε ή τα έσβηνε η γιαγιά∙ όσο που έσβησαν όλα κ’ έμεινε κ’ έκαιε η λαμπάδα μόνη. Έκαιε κ’ έλιωνε χωρίς να στάζει, και ο Στέφανος την κοίταζε πως έκαιε και φωτούσε χλωμά το μαυρισμένο τέμπλο, που χρυσογλυμμένο κάποτε, τώρα κοκκίνιζε θαμπά και ξέθωρα στην κίτρινη αχνή λάμψη των καντηλιών που κρέμονταν μπρος στις εικόνες του.

Η Ωραία Πύλη, ανοιγμένη εκείνη τη στιγμή, έδειχνε το ιερό βαθιά με φως θαμπότερο∙ ο παπάς σάλευε μέσα αόριστη σκιά και ο Στέφανος κοίταζε τώρα εκεί περίεργα σα να έβλεπε κάτι που ήξερε πως το είχε ξαναδεί, αλλά και του φαινόταν πως τώρα το πρωτοέβλεπε. Ο ψάλτης όμως στο πλευρό του μουρμούριζε κλαυτά, μουρμούριζε ενοχλητικά∙ και ο παπάς καθώς κινούσε μέσα στο θαμπό φως τα χέρια κ’ έσκυβε και ξανασήκωνε και ξαναέσκυβε το σώμα και κινούσε κάτι εμπρός του σα να το άπλωνε, σα να το τίναζε, του έκαμε έξαφνα μια εντύπωση σαν κωμική. Αλλά δε γέλασε, αν κ’ ένιωσε την Ευανθία που γελούσε πλάι του. Δε γέλασε, γιατί μια λάμψη κινήθηκε μες στο ιερό. Και είδε πως η Μαρίκα σήκωσε έξαφνα το πρόσωπο∙ το σήκωσε και κοίταξε σα να είχε πέσει η λάμψη απάνω της.

Την ώρα αυτή ύψωνε κι ο ψάλτης τη φωνή και ο παπάς απλώνοντας το χέρι έσυρε το παραπέτασμα, σα να έφραζε τα άδυτο από τα βλέμματα του Στέφανου.

Ο Στέφανος δεν έκαμε να κινηθεί. Άκουσε μόνο πως ο ψάλτης κάτι ξαναψιθύρισε σιγά και ο παπάς απάντησε κρυμμένος τώρα στα βάθη του ιερού.

Έγινε για στιγμές σιγή και όλοι έσκυψαν το μέτωπο. Ο Στέφανος ένιωσε πως το έσκυψε κι αυτός.

Όταν το ξανασήκωσε είδε κοντά του γονατισμένη τη γιαγιά και πλάι της σκυφτή και την κυρία Κατίγκω. Μα η Μαρίκα εμπρός του ήταν χαμένη. Ο παπάς είχε έβγει εμπρός στην πύλη και θυμιάτιζε, και ο καπνός του λιβανιού έπεσε πυκνό σύννεφο απάνω της και τη σκέπασε, την έκρυψε.

Μα εμπρός στο σύννεφο του λιβανιού έλαμψε φωτεινά μ’ ένα φανταστικό παιγνιδιστό αντιφέγγισμα το φόρεμα της Ευανθίας. Ήταν πράσινο, αλλά εμπρός στο Στέφανο έπαιξε πορφυρό, ρόδινα πράσινο.

Ο Στέφανος πήρε τα μάτια ευθύς, σα να μην ήθελε να δει∙ γύρισε κ’ έβλεπε στο τέμπλο εμπρός του. Ξυσμένη, μαυρισμένη στην παλιά κορνίζα της ήταν εκεί η μητέρα του θεού. Μισόσβηστο το πρόσωπό της, και το φόρεμα ξεθωριασμένο∙ άσβηστη έμενε μόνο η όψη του παιδιού με το χαμόγελο στα χείλη και τα μεγάλα μάτια του. Στο χέρι του μόλις ξεχώριζε πια η σφαίρα που κρατούσε το παιδί, μα κάτω κάτω στην εικόνα έμενε αμαύριστο το πόδι της μητέρας που πρόβαλε από το ξεβαμμένο μπλάβο φόρεμα, και φαινόνταν ζωηρά τα ξεπεταγμένα μάτια και τα κόκκινα γλωσσίδια του φιδιού που συντριβόταν κάτω από το πόδι, πατημένο με το μεγάλο δάχτυλο.

Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί έμεινε στιγμές πολλές βλέποντας την εικόνα αυτή. Όταν έστρεψε, η Ευανθία τον κοίταζε παράξενα. Το φόρεμά της δεν έλαμψε τώρα μπροστά του πράσινο∙ είδε μόνο το πρόσωπό της πορφυρό καθώς αντίκρυσε τα μάτια της. Και σα να αισθάνθηκε κάτι με μιάς, ο Στέφανος πήρε και πάλι ευθύς το βλέμμα του. Από το τέμπλο, από την κορυφή ψηλά της Πύλης είδε ένα μάτι που τον κοίταζε∙ ένα μάτι όχι από πρόσωπο, μα μόνο από μια κόχη ενός ματιού. Ξεβαμμένο, θαμπό κι αυτό όπως το τέμπλο, όμως ο Στέφανος το είδε φωτεινό, ζωηρό το είδε στυλωμένο απάνω του. Κ’ έστρεψε μπρος του∙ η Μαρίκα φάνηκε μέσα στο σύννεφο του λιβανιού γονατιστή.

Κ’ έξαφνα αισθάνθηκε και ο ίδιος κάτι σα λύγισμα στα γόνατα.

Μα η γιαγιά και η κυρία Κατίγκω είχαν σηκωθεί, και το σύννεφο του λιβανιού είχε σκορπίσει ολόγυρα από τη Μαρίκα. Την είδε που στεκόταν πάλι ορθή και ακίνητη, κ’ έμενε ακίνητος κι αυτός με τα μάτια απάνω της.

Όσο που ξαναγύρισε η Ευανθία πάλι∙ της ξαναέπεσε στο βλέμμα η κωμική μορφή του ψάλτη που έλεγε τώρα γοργά και βιαστικά το τελευταίο τροπάρι του. Και γύρισε στο Στέφανο για να γελάσει. Και γέλασε.

Μα ο Στέφανος δεν πρόσεξε. Μπροστά του είχε η Μαρίκα κινηθεί∙ κινήθηκε ένα βήμα εμπρός κ’ έμεινε κει με το κεφάλι ορθό, μα έπειτα ξαναπροχώρησε ίσια στην Πύλη όπου είχε έβγει και στάθηκε ο παπάς κρατώντας το δισκοπότηρο στο χέρι.

Ο ψάλτης μουρμούριζε κοντά στο Στέφανο, μουρμούριζε κλαυτά, ενοχλητικά, μα ο Στέφανος δεν άκουε. Έβλεπε τη Μαρίκα που είχε ανέβη ένα σκαλί κ’ έσκυψε πάλι εκεί το πρόσωπο και πρόσμενε.

Πρώτη κοινώνησε η γιαγιά, η Μαρίκα έπειτα. Ο Στέφανος την είδε πως πλησίασε τα χείλη της αργά και τ’ άνοιξε σιγά∙ και κύκλοι κίτρινοι πολλοί, χλωμοί απλώθηκαν εκεί τριγύρω της στα μάτια του.

Όταν έσβησαν, είδε πως η ψηλή λευκή λαμπάδα έκαιε ακόμη στο μανουάλι πίσω της.

Στάθηκε και την κοίταζε που έκαιε∙ έκαιε σα γερμένη απάνω της.

……….

Άμα βγήκαν έξω, το βλέμμα της Μαρίκας είχε μια λάμψη αλλιώτικη. Μα όταν πλησίασε το Στέφανο, ο Στέφανος σα να είχε καρφωθεί στη θέση του∙ η Μαρίκα, ορθή μπροστά του, τυλιγμένη στο σταχτί επανωφόρι της, του ήταν σαν άλλη. Πίσω της υψώνονταν στο σταχτερό ουρανό τα κυπαρίσσια ακίνητα∙ στεγνά, βαριά και μαύρα φάνηκαν του Στέφανου∙ και η Μαρίκα εκεί μπροστά του τού ήρθε μια στιγμή πως ήταν ο ίσκιος τους.

Μα η κυρία Κατίγκω πλησίασε τη Μαρίκα και αφού τη φίλησε:

- Παιδί μου, πώς είσαι; τη ρώτησε σιγά.

Ο Στέφανος έριξε απάνω της τα μάτια ασάλευτα∙ και η Μαρίκα την κοίταξε κι αυτή και χαμογέλασε.

Η κυρία Κατίγκω έμεινε σαν ξεχασμένη.

- Ελάτε, τον καφέ σας, είπε έπειτα και πήρε τη Μαρίκα.

Η υπηρέτρια είχε σερβίρει τον καφέ στο πέτρινο τραπέζι εμπρός στο εκκλησιδάκι, και η Ευανθία έδινε το φλιτζάνι στον παπά, όταν πλησίασε η κυρία Κατίγκω με τη Μαρίκα.

Στάθηκαν κ’ έπιναν ορθές και οι δυο, και αντίκρυ τους ο Στέφανος.

Η Ευανθία ήρθε και θύμισε πάλι στο Στέφανο την κόκκινη μύτη του ψάλτη κ’ έσκυψε έπειτα και το ψιθύρισε και της κυρίας Κατίγκως.

- Τρελή, είπε σιγαλά η κυρία Κατίγκω, ενώ η Ευανθία γελούσε.

- Μη δείχνεις, μη γυρίζεις, της ξαναψιθύρισε η κυρία Κατίγκω.

Μα η Ευανθία, σα να φοβήθηκε μήπως τη νιώσει ο ψάλτης πως γέλασε γι’ αυτόν:

- Για δέτε, είπε αμέσως κ’ έδειξε στο λόφο απέναντι.

- Για δέτε κει!

Όλοι γύρισαν και κοίταξαν. Στην πλαγιά ψηλά του λόφου φαινόνταν μερικές μορφές που μόλις ξεχώριζαν καλά πως ήταν άνθρωποι. Φαινόνταν σα να στέκονταν σε κύκλο και τριγύριζαν μπροστά τους κάτι που δεν το έβλεπαν τι ήταν. Όταν τις έδειξε η Ευανθία, έμειναν ακίνητες∙ έπειτα όμως άλλες έσκυψαν, άλλες κινήθηκαν∙ έπειτα πάλι στάθηκαν, και τώρα έμοιαζαν σα να τίναζαν εκείνο που κρατούσαν∙ ύστερα έσκυψαν ξανά σα να το άπλωσαν κάτω, μα πάλι ξανασηκώθηκαν και ξαναέμειναν ορθές, ασάλευτες τριγύρω του.

- Παράξενο! τι να είναι; τι να κάνουν; ψιθύρισαν κ’ έμεναν όλοι και κοίταζαν σα να έβλεπαν μυστήριο.

Μα ο ψάλτης που πρόσεξε τι κοίταζαν:

- Είναι βαφιέδες∙ απλώνουν καλεμκεριά για να στεγνώσουν, τους εξήγησε.

Όλοι πήραν αδιάφορα από κει τα μάτια. Μόνη η Μαρίκα έμεινε ακόμη γυρισμένη εκεί και κοίταζε, σα να μην άκουε ή σα να μη θέλησε ν’ ακούσει. Κοντά της έγερναν τα κλαδιά τα πεύκα, σταχτιά κι αυτά στο σταχτερό πρωί, και πέρα άπλωνε ωχρή, συννεφιασμένη η θάλασσα.

Ήταν τα πεύκα που από κάτω τους είχε σταθεί λευκοντυμένη μια φορά η Μαρίκα, και ήταν η θάλασσα που έλαμπε τότε κάτω κατακόκκινη.

Ο Στέφανος έμενε μπρος τους σα λησμονημένος.

Μα έξαφνα πετάχτηκε μπροστά η Ευανθία.

- Θεία Κατίγκω, πάμε λιγάκι παραπέρα, πάμε ως το λόφο; φώναξε και της έπιασε το μπράτσο.

Η κυρία Κατίγκω, πριν απαντήσει, γύρισε τα μάτια στη Μαρίκα: ο Στέφανος είχε συρθεί κοντά της.

Η Μαρίκα δε μίλησε και ξεκινήσαν.

Το φθινόπωρο είχε προχωρήσει, και φύλλα λιγοστά απόμεναν στα δέντρα που άπλωναν εδώ και κει αραιά στο μικρό κάμπο τα μικρά κλαδιά τους σαν αδύνατα, μακριά, σκελετωμένα χέρια με δάχτυλα ανοιχτά, κ’ έδιναν όψη πιο μελαγχολική στη θολή μέρα. Μα κάτω στη γη είχε η χλόη κεντήσει, και πιο πέρα, ψηλότερα, όσο λιγόστευαν τα κοκκινόμαυρα ξερά αρμυρίκια της ακροθαλασσιάς, χνούδι ψιλό πρασίνιζε απαλά το χώμα και στρωνόταν, απλωνόταν πιο πράσινο και μαλακό όσο ανέβαινε στο λόφο.

Καθώς πήγαινε μπροστά η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, το πράσινό της φόρεμα χανόταν κ’ έσβηνε μέσα στο πράσινο της χλόης. Και ο Στέφανος σα να την έχασε κι αυτός ολότελα από εμπρός του. Βάδιζε πίσω αργά στο πλάι της Μαρίκας κ’ έβλεπε κ’ ένιωθε μόνο τη Μαρίκα∙ στεκόταν όπου σταματούσε κείνη κ’ έβλεπε μόνο ό, τι αυτή κοίταζε. Μια στιγμή στάθηκε η Μαρίκα ν’ ακούσει ένα ροδάνι που γύριζε και ηχούσε με ήσυχο και αργό ρυθμό κάπου εκεί πίσω, δεν είδαν πού. Έπειτα ανέβηκε ψηλότερα και θέλησε να δη πέρα τους μύλους∙ τα φτερά τους δε φαίνονταν∙ ακίνητα όπως έμεναν, χανόνταν στο θολό αέρα της συννεφιασμένης μέρας. Παρέκει σταμάτησε και κοίταζε ένα κοπάδι ψαρών πουλιών που έφευγαν απάνω∙ μόλις ξεχώριζαν από τη σταχτερή τη συννεφιά ψηλά, μόλις φαινόνταν πως σαλεύαν∙ μια στιγμή έδειξαν σα να σταμάτησαν μετεωρισμένα. Μα έπειτα ο Στέφανος και η Μαρίκα τα είδαν που κινήθηκαν και χαμηλώσαν κ’ έγειραν κατά τη θάλασσα.

- Αργοπόρησαν, ψιθύρισε η Μαρίκα.

- Ναι, είπε ο Στέφανος, και προχώρησαν κι αυτοί.

Παραπέρα σταμάτησαν πάλι.

- Άκου, είπε ο Στέφανος.

Σ’ ένα χαμόδεντρο λαλούσε κρυμμένο ένα πουλί∙ λαλούσε σιγαλά και η φωνή του ήταν ο μόνος ήχος που έτρεμε μελαγχολικά στην ερημιά του λόφου.

- Ναι, είπε η Μαρίκα καθώς στάθηκε ν’ ακούσει.

Μα το πουλί έπαψε με μιάς, και ήταν τώρα σα ν’ άκουσαν πιο μελαγχολική τη σιγαλιά του λόφου.

Έπειτα άκουσαν τη φωνή της Ευανθίας πίσω από το λόφο.

- Μαρίκα, την άκουσαν που φώναξε∙ μα η κυρία Κατίγκω δεν την άφησε να στρέψη πίσω, και είδαν μόνο ένα κλαδί που έπεσε στα πόδια τους.

Ήταν κλαδί από ρείκι, και καθώς ο Στέφανος το πήρε να το δώσει της Μαρίκας, τα βιολετιά μικρούλια του άνθη έπαιξαν μπροστά της σα σπίθες φωτεινές.

- Άνθισαν, είπε και κοίταξε κάτω την πλαγιά, αλλά δεν είδε παρά σταχτιά ξερόκλαδα που ανάμεσά τους πρασίνιζε μόνο το φόρεμα της Ευανθίας.

Έπειτα απάντησαν κατσίκες που έβοσκαν, και η Ευανθία ξαναφώναξε:

- Μαρίκα!

Είχε σταθεί∙ και γύρισε και κοίταξε από κάτω. Κοίταζε απάνω προς τη Μαρίκα και το Στέφανο, όσο που στάθηκαν και κοίταξαν κι αυτοί. Ένιωσαν πως ήθελε να δείξει τις κατσίκες. Αλλά οι κατσίκες ήταν σκυμμένες κ’ έβοσκαν, και η Μαρίκα και ο Στέφανος είδαν μόνο τις σταχτερές τους ράχες μισοχαμένες στα σταχτιά κλαδιά. Μια μόνο με δέρμα θαμποκόκκινο, κεραμιδί, που στο σταχτή αέρα έπαιρνε τόνους κίτρινους, είχε σταθεί στο λόφο ολόρθη και κοίταζε∙ χωρίς να βόσκει. Μα ο Στέφανος και η Μαρίκα δεν είδαν πού κοίταζε∙ είδαν μόνο πως δεν κοίταζε τη θάλασσα.

Γιατί όπως είχαν στρίψει στην πλαγιά, φάνηκε πάλι κάτω η θάλασσα. Ήταν θαμπή και μολυβένια, και απάνω της σερνότανε στο βάθος γκρίζα καταχνιά∙ οι βράχοι εμπρός της κοκκίνιζαν ωχρά, μα ίσκιους δεν έριχναν. Καθώς στάθηκαν και κοίταζαν, η Μαρίκα πρόσεξε πως πουθενά δεν έριχνε ίσκιο η θολή μέρα∙ και ο Στέφανος είδε πως τα μάτια της Μαρίκας ήταν χωρίς ίσκιο --- χωρίς άλλον ίσκιο από τους μαύρους κύκλους γύρω τους. Στιγμές στιγμές σα να χανόταν μάλιστα κι αυτοί στο φως που έχυνε το βλέμμα της. Αλλά το φως αυτό δεν ήταν φέγγος∙ ήταν ήμερο, γαληνό φως θαμπό, όμοιο με κείνο που έχυνε η συννεφιασμένη μέρα ολόγυρα. Σιγά σιγά η θολή μέρα σα να έπαιρνε και ξάνοιγε, και φως γλυκύτερο, πιο μαλακό φαινόταν πως ζητούσε ν’ απλωθεί χυμένο μια σαν από ψηλά μια σαν από τριγύρω, ο αέρας όμως έμενε πάντα θαμπός και η συννεφιά απλωμένη ασάλευτη, άφεγγη και σταχτερή.

Για μια στιγμή ήταν σα να ξεγέλασε το Στέφανο μια βραδινή μελαγχολία∙ η Μαρίκα ορθή μπροστά του κοίταζε με τα μάτια σα χαμένα. Της έπιασε το χέρι και σα χαμένος σε όνειρο κι αυτός θέλησε μεμιάς να τη ρωτήσει:

- Δεν είσαι πάλι ευτυχισμένη;

Μα δεν τη ρώτησε∙ γιατί η Μαρίκα σα να τον μάντεψε, τον έκαμε να σταματήσει.

Την είδε που είχε τα μάτια βυθισμένα κάτω στη θάλασσα και τους γιαλούς που ανοίγονταν σε σκοτεινούς κόλπους και άπλωναν σε γραμμές χαμένες θολά και αόριστα στη συννεφιά. Ήταν σα να σκοτείνιαζε, κ’ έπεφτε σιγαλά το βράδυ --- ένα βράδυ θολό και σιωπηλό που ακολουθούσε και σφράγιζε μια μέρα που πέρασε γοργά και ανώφελα κ’ έσβηνε τώρα αργά και μελαγχολικά.

Αυτό τα αίσθημα είχε ο Στέφανος∙ μα καθώς αντίκρυσε τα μάτια της Μαρίκας, του φάνηκε πως είδε ν’ ανοίγεται μπροστά σ’ αυτά μια άλλη εικόνα --- μια εικόνα φαιδρή και φωτεινή∙ του φάνηκε σα να είδε να έτρεμε μπροστά τους ένα ασυννέφιαστο χλιαρό φθινόπωρο με φωτεινούς γιαλούς, με ρόδινα νερά και απαλό, χλιαρό, διάφανο αέρα. Και είδε κι ο ίδιος να φέγγη κάτω η αμμουδιά και είδε τους βράχους μενεξελείς και σαν ανάερους, και πέρα χρυσή και πορφυρή τη θάλασσα∙ και τη Μαρίκα ν’ ανοίγει απάνω τους τα χέρια σα φτερά.

Κ’ έξαφνα σε μια άκρη κάτω χαμηλά μακριά ξεχώρισε το παλιό Χάλασμα, όμως το είδε σταχτερό και μαυρισμένο μπροστά στη σκοτισμένη θάλασσα∙ και είδε τη Μαρίκα που το κοίταζε κι αυτή. Αλλά τα μάτια της Μαρίκας τώρα δεν έλαμπαν και τα χέρια της δεν ήταν τεντωμένα πέρα σα φτερά για να πετάξουν∙ ήταν ριγμένα κάτω ακίνητα και κρέμονταν σαν κουρασμένα.

Και κοίταζαν και οι δυο το Χάλασμα σα να το έβλεπαν πρώτη φορά με μάτια αλλιώτικα, με μάτια αγνώριστα, με μάτια ξένα∙ το κοίταζαν σα να το έβλεπαν πρώτη φορά παρατημένο μόνο κ’ έρημο στον έρημο και σκοτεινό γιαλό.

Εκεί γύρισε σιγά, αργά η Μαρίκα. Και αφού τον κοίταξε:

- Ξέρεις, του είπε έξαφνα, γιατί άνοιξε η γιαγιά την εκκλησία;

Ο Στέφανος ταράχτηκε, σα να ένιωσε μεμιάς δυσάρεστο αίσθημα.

- Γιατί η μητέρα σου φιλιώθηκε με τη δική μου, είπε ξανά η Μαρίκα, και του Στέφανου του φάνηκε πως είδε ένα χαμόγελο στα χείλη της.

Κ’ ενώ ζητούσε να το εξηγήσει, η Μαρίκα πρόσθεσε σιγότερα:

- Τι καλή που είναι.

Και δείχνοντας στο λόφο επάνω:

- Δες την πώς κάθεται.

Ο Στέφανος δεν είχε προσέξει πριν, και τώρα ξαφνίστηκε όταν είδε τη γιαγιά που είχε καθίσει στο λόφο πίσω τους.

- Ερχότανε μαζί μας και κουράστηκε, είπε η Μαρίκα.

Και σα να είχε κουραστεί κι αυτή, έσκυψε σιγά και κάθισε.

Ο Στέφανος στάθηκε λίγες στιγμές ορθός κ’ έβλεπε τη γιαγιά που έγερνε το κεφάλι της σκυφτό, ακίνητο και τυλιγμένο στο μαύρο του μαντίλι.

Έπειτα έσκυψε και κάθισε κι αυτός πλάι στη Μαρίκα.

Κ’ έμειναν σιωπηλοί και οι δυο. Δεν έβλεπαν μπροστά τους άλλο από τη σταχτερή πλαγιά και πέρα τη μολυβένια θάλασσα.

Η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, σα να είχαν χαθεί κάτω στη λαγκαδιά, δεν ξαναφάνηκαν.

Μα έξαφνα ο Στέφανος και η Μαρίκα εκεί που κάθονταν και σώπαιναν, άκουσαν τη φωνή τους που ανέβαινε σμιχτή από βαθιά από κάτω. Τραγουδούσαν μαζί και οι δυο, κ’ έφτανε απάνω το τραγούδι τους τρεμουλιασμένο:

Σα φύλλο ξερό

στο κλαδί ξεχασμένο,

προσμένω καιρό,

τι τάχα προσμένω;

Όταν έσβησε, η Μαρίκα είδε το Στέφανο που έσκυψε χαμηλότερα το μέτωπο.

ΧΧΙΙ

Όταν ανέβηκαν πάλι στο λόφο η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω ήτα φαιδρές και οι δυο∙ και όταν γύριζαν έπειτα στο σπίτι με το αμάξι, η Ευανθία γελούσε κ’ έλεγε αστεία όλη την ώρα.

Θυμήθηκε με τη σειρά την κόκκινη μύτη του ψάλτη, το μονύελο του λοχαγού της Πρίφτη και τα πρασινοκόκκινα μουστάκια του κυρίου νομάρχη. Μα είδε πως δε γέλασε η κυρία Κατίγκω, και γύρισε τ’ αστείο σ’ ένα φίλο του Στέφανου χλωμό και θλιβερό, που είχαν απαντήσει στην πλατεία χτες με την κυρία Κατίγκω.

- Μας λιποθύμησε.

Και η Ευανθία μιμήθηκε τη σβηστή ψόφια φωνή του και μ’ ένα μορφασμό δοκίμασε να δείξει πώς κοίταζαν τα μάτια του:

- Σα μυρμηγκιού∙ τι σιχαμένος! Τι είναι αλήθεια;

- Ποιητής, της είπε ο Στέφανος.

Η Ευανθία σα να μην εννόησε αμέσως. Μα έπειτα:

- Γι’ αυτό του κρέμονται τα πανταλόνια, γέλασε κ’ ενώ η Μαρίκα την κοίταξε έξαφνα.

- Ξέρεις, γύρισε σ’ αυτή, εκεί που τον έβλεπα μπροστά μου είχα το φόβο πως θα του πέσουν.

Γέλασαν όλοι και μαζί τους και η Μαρίκα.

Έπειτα η Ευανθάι αστειεύθηκε μ’ ένα φόρεμα που είδε σε μια στο δρόμο, έπειτα πάλι γέλασε με τις κίτρινες γκέτες που φορούσε μια άλλη.

- Πρόστυχη φαίνεται, ψιθύρισε.

- Γυναίκα μαρμαρά, είπε η κυρία Κατίγκω.

Μα όταν περνούσαν στην πλατεία, τα μάτια της Ευανθίας πρόσεξαν με σεβασμό την τουαλέτα μιας κυρίας.

- Μια τέτοια μωβ ταγιέρ θα κάνω, γύρισε και είπε της κυρίας Κατίγκως.

Κ’ έπειτα έξαφνα κοιτάζοντας και τη Μαρίκα:

- Τι ωραία που είναι η νέα καφέ ωλαί ζακέτα της Φιφίκας∙ ε, θεία Κατίγκω;

Και βλέποντας και πάλι τη Μαρίκα.

- Με τρεις σειρές κόκκινο κέντημα στη μέση, στο γιακά και στα μανίκια.

Η Μαρίκα δε μίλησε, και η Ευανθία γύρισε έξω και ζήτησε να βρει κάτι άλλο να γελάσει.

Μα όταν γύρισαν στο σπίτι, έχασε με μιας τη όρεξη∙ η γιαγιά δεν την άφησε να πάει με την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Αγλαΐα είχε ακόμα πονοκέφαλο, κ’ έμειναν με τη Μαρίκα μόνες. Μια δυο στιγμές παρουσιάστηκε ο παππούς στην πόρτα και κοίταξε, μα δεν μπήκε μέσα∙ έμπαινε κ’ έβγαινε μόνο η γιαγιά.

Ευανθία έστειλε το απόγευμα και πήρε το φιγουρίνι της Φιφίκας κ’ έσκυψε στο τραπέζι και το ξεφύλλιζε∙ η Μαρίκα έβγαλε τον παπαγάλο από το κλουβί και τον άφησε να κρύβεται τριγύρω στις γωνιές και να της φωνάζει:

- Φλώρα, Φλώρα!

Η Μαρίκα έκανε πως τον ζητούσε αλλού.

- Φλώρα! έκραζε ο παπαγάλος πάλι και ξανακρυβόταν.

Έπαιξε έτσι κάμποσο μαζί του όσο που βαρέθηκε∙ έπειτα κάθισε και κοίταζε έξω∙ κοίταζε το θολό φως που έτρεμε γύρω από τα ξερά κλαδιά της λεύκας στο παράθυρο.

Εκεί η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι και δείχνοντάς της ένα σχέδιο στο φιγουρίνι:

- Αυτό θα κάνω – τι λες; τη ρώτησε.

- Καλό είναι, ψιθύρισε η Μαρίκα αφού κοίταξε.

Έπειτα, καθώς γύρισε, είδε τον παπαγάλο που είχε έρθει σιγά και κάθισε κοντά της και την κοίταζε με ακίνητα τα στρογγυλά μικρούλια μάτια του. Ένιωσε τι ήθελε, μα δε σηκώθηκε. Έμεινε κ’ έβλεπε μια αυτόν και μια το φόρεμα της Ευανθία, σα να ήθελε να βρει ποιο ήταν πιο πράσινο.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings