← Table of contents
Υπεράνθρωπος

Front matter

Reading edition

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words have been included in &&.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε &&.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1915 ΛΟΓΟΤΕΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

ΔΙΗΓΗΜΑ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1915

Υ Π Ε Ρ Α Ν θ Ρ Ω Π Ο Σ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Είτανε τον καιρό που διάβαζα να δώσω εξετάσες στο Πανεπιστήμιο. Πολεμούσα να μάθω απόξω τους ορισμούς και τις διάκρισες από τις διάφορες Δουλείες — ένας από τους σοφούς που θα μας ξετάζανε απαιτούσε να του απαντούμε με τα ίδια λόγια του βιβλίου του — όταν άνοιξε άξαφνα η πόρτα κι ο ξάδερφός μου Νίκος Γκάβρας χύμησε στην κάμαρα:

«Είμαι τελειωμένος — θέλω γλήγορα καφέ. Έρχουμαι ίσια από το βαπόρι. Ανέβηκα στην Αθήνα να δω εσένα μοναχά. Το βράδι ξαναφεύγω», είπε πριν προφτάσω να καλοσηκωθώ και να χαιρετηθούμε.

Πήγα κι άναψα το καμινέτο, ενώ εκείνος ξαπλώθηκε στο κρεβάτι μου.

«Πας ναναλάβης τα καθήκοντά σου;» τονέ ρώτησα.

«Ποια καθήκοντά μου;» απάντησε αδιάφορα.

«Μην είταν άλλος Νίκος Γκάβρας;»

Δεν είταν πολλές μέρες που είχα δει στην εφημερίδα πως διορίστηκε γραμματικός της Εφορίας στα Σάλωνα.

«Ουφ! Αηδίες του πατέρα μου. Με ξευτέλισε χωρίς να με ρωτήση».

«Ώστε δεν πας;»

«Αυτό δα μούλειπε!»

«Τότε για πού με το καλό; Είπες, φεύγεις απόψε».

«Φτιάσε πρώτα τον καφέ κ' έπειτα σ' τα λέω. Είμαι κατακομμένος. Δεν έκλεισα μάτι οληνύχτα. Σα να μη φτάνανε οι κοριοί, είταν και τα βόδια αποπάνω από το κεφάλι μου. Καλά κάνω και δεν ταξιδεύω ποτέ με το παλιοβάπορο».

«Τι, με την «Πάρο» ήρθες;»

«Μ' αυτόν το διάολο. Αφού φόρτωσα τα καπνά μ' αυτό, μου δώσανε μπιλιέτο τζάμπα».

«Ποια καπνά;» ρώτησα ενώ του έδινα τον καφέ.

«Πάω με καπνά στη Σύρα», είπε κι ανασηκώθηκε.

Τον κοίταξα: «Με καπνά στη Σύρα;!»

Κούνησε το κεφάλι: «Έλα, φέρε ένα τσιγάρο», είπε.

Του έδωσα το πακέτο μου με τον καπνό. Μα το πέταξε πάλι στο τραπέζι.

«Δεν μπορώ να στρίψω. Στείλε να μας πάρουν τσιγαρέτα».

Βγήκα στο παράθυρο και κοίταξα μην περνά στο δρόμο κανείς λούστρος. Δεν μπόρεσα να δω κανέναν.

«Αδύνατο να πιω καφέ χωρίς τσιγάρο», είπε πάλι.

Αναγκάστηκα να φωνάξω τη νοικοκυρά μου. Της έδωσα ένα μονό και την έστειλα στο καπνοπωλείο, που είτανε στη γωνιά του δρόμου.

Ο ξάδερφος μου σηκώθηκε και περπατούσε αμίλητος πέρα δώθε στην κάμαρα. Είτανε κοντά στην πόρτα, άμα σε λίγο ήρθε η νοικοκυρά με τα τσιγάρα. Τα πήρε από το χέρι της, της άφησε μια δεκάρα από τα ρέστα και πέταξε τάλλα απάνω στο τραπέζι.

«Εμπόριο λοιπόν», του είπα.

Άναψε ένα τσιγάρο και ξανακάθησε μπροστά στον καφέ του.

«Εμπόριο, ναι· πώς, δε σ' αρέσει;»

«Ταιριάζει με την ποίηση πιότερο από το υπαλληλίκι;»

«Η ποίηση είναι ζωή κ' η ζωή είναι εμπόριο», είπε φυσώντας τον καπνό σε ψιλά, ψιλούτσικα στεφάνια. «Τι με κοιτάς; Δεν το καταλαβαίνεις;»

Σηκώθηκε, έσκισε δυοτρείς φορές την κάμαρα, κοιτάζοντας το πάτωμα και καπνίζοντας· έπειτα πέταξε το τσιγάρο του από τανοιχτό παράθυρο και στάθηκε μπροστά μου:

«Τι με κοιτάς;»

«Που πέταξες το τσιγάρο. Δε σ' αρέσει ο καπνός;»

«Δεν καπνίζω ποτέ τσιγάρο πέρα από δέκα ρουφιξιές».

«Κακό συνήθιο για έναν έμπορο. Το εμπόριο θέλει οικονομία».

«Κολοκύθια! Προϊστορικές ιδέες! Αυτού βρίσκεται ακόμα το εμπορικό σου δίκαιο; Το εμπόριο είναι έμπνευση, πες του καθηγητή σου. Τόλμη, κίνδυνος σαν τη ζωή. Γι' αυτό είναι ποίηση· με νοιώθεις;»

«Πώς όχι! Μόνο πού βρήκες τα κεφάλαια δε νοιώθω».

Χαμογέλασε: «Αυτό είναι ίσα ίσα η τέχνη», είπε.

«Έβαλες στο χέρι κάνα σύντροφο;»

«Τον πατέρα μου».

«Άρχισε πάλι ο θειος τα εμπόρια;» μου ξέφυγε ο λόγος ξέροντας πως ο πατέρας του είτανε καταστρεμμένος έμπορος.

«Αυτή τη φορά μονάχα. Θα του δώσω τα μισά απ' ό, τι βγάλω», είπε ο Νίκος.

«Κ' ύστερα θα ξακολουθήσης μοναχός;»

«Θα δω· α δε βγάλω περιοδικό».

Τον κοίταξα με κάποιο ξάφνισμα: «Έχεις πολλά καπνά μαζί σου;»

«Πενήντα τόσα δέματα».

«Πολλές οκάδες;»

«Εδώ έχω τη φορτωτική», είπε κ' έδειξε την τσέπη του.

«Και δεν κοιτάς να τα πουλήσης εδώ; Ή έχεις πιότερες εμπορικές γνωριμίες στη Σύρα;»

Δε μου απάντησε. Ρούφηξε ακόμα μια φορά το φλιτζάνι του και ξαπλώθηκε στο κρεβάτι. Κοιτάζοντας το ταβάνι μουρμούριζε κάτι μέσα από τα δόντια του.

«Ε, δεν είτανε καλή ιδέα;» γύρισε και μου είπε άξαφνα σαν περάσανε μερικές στιγμές.

«Ποια ιδέα;»

«Να κάμω εμπόριο».

«Λαμπρή· μόνο που δε θυμάσαι πόσο πράμα έχεις μαζί σου».

«Εδώ έχω τη φορτωτική, γελοίε!» Έβαλε το χέρι στην τσέπη κ' έβγαλε ένα μάτσο χαρτιά: «Θα την έχω στη βαλίτσα», είπε αφού έψαξε και δεν τη βρήκε.

«Εκείνη εκεί δεν είναι;» ρώτησα δείχνοντας ένα μαβί χαρτί διπλωμένο στα δυο.

«Όχι», είπε ανοίγοντάς το.

Είδα πως είτανε στίχοι γραμμένοι με μολύβι.

«Άσε τότε τη φορτωτική και διάβασέ μου το ποίημα», είπα.

Με κοίταξε κ' έπειτα κοίταξε στο χαρτί: «Πρέπει ναλλάξουνε καναδυό λέξες. Τόγραψα βιαστικά σήμερα το πρωί».

«Στο βαπόρι;».

Κούνησε το κεφάλι: «Σα δεν μπορούσα να κοιμηθώ, ανέβηκα πάνω ότι θαμποχάραζε. Δε φαντάζεσαι τι μαγεία, τι μυστήριο που είταν το ξημέρωμα. Τάστρα τρεμοσβήνανε· τα κύματα, τα βουνά στο μάκρος — !»

«Δε μου διαβάζεις καλήτερα το ποίημα;»

Το δίπλωσε και τόβαλε στην τσέπη.

«Έλα, διάβασε το τώρα· μην το βάζης μέσα».

Με κοίταξε μια στιγμή λίγο δισταχτικά. Έπειτα: «Άκου να σ' το πω λοιπόν», είπε και βάζοντας το ένα πόδι απάνω στάλλο, άρχισε:

«Πριν το δάσος να φωτίση, πριν ξυπνήσουν τα πουλιά, τρέμει τάστρο για να σβήσει στα κατάχλωμα μαλλιά, με προσμένει εκεί στη βρύση το παιδί του βασιλιά».

Σταμάτησε και με κοίταξε στα μάτια. Έπειτα ξανάρχισε, χαμηλώνοντας βραχνά τη φωνή:

«Τι σου αγάπησε, θλιμμένη, το παιδί του βασιλιά; Τη φωνή μου τη χαμένη και τα ξέπλεκα μαλλιά. Μιαν αυγή θαμπή του Απρίλη μ' ηύρε μόνη στην πηγή και μου φίλησε τα χείλη και μου πήρε τη φωνή. Και μου ξέπλεξε στον ώμο τα κατάχλωμα μαλλιά. Μη με βρη η αυγή στο δρόμο, μην ξυπνήσουν τα πουλιά».

Έπαψε και με ξανακοίταξε.

«Είναι το ποίημα, που είπες πως έγραψες την αυγή;» ρώτησα.

«Ναι».

Μα δεν άκουσα ούτε βουνά, ούτε κύματα, ούτε — »

«Μην ήθελες νακούσης και το ρουχαλητό των Αρβανιτάδων, που κοιμόντανε στο κατάστρωμα; Ειρηνοδίκη!»

Γέλασα: «Με συμπαθάς· δεν καταλαβαίνω πολύ από ποίηση», του είπα, καθώς είναι κ' η αλήθεια.

«Την ποίηση την αισθάνουνται· δεν την καταλαβαίνουν». Σηκώθηκε και περπάτησε πάλι στην κάμαρα με σκυμμένο το κεφάλι. Έπειτα πήγε στο παράθυρο και στάθηκε, θωρώντας όξω και μουρμουρίζοντας:

*

Μη με βρη η αυγή στο δρόμο, μην ξυπνήσουν τα πουλιά».

Τον κοίταξα.

«Έλα, σήκω ντύσου νάβγουμ' όξω. Βαρέθηκα εδώ μέσα», είπε άξαφνα, πετώντας το τσιγάρο του άμα γύρισε και μ' είδε.

«Πού θες να πάμε;» ρώτησα.

«Να φάμε! Πεινώ· κοντεύει μεσημέρι».

Πήρα και ντύθηκα και σε λίγο είμαστε στο δρόμο. Έτρωγα σ' ένα από τα μικρά ξενοδοχεία της Ομόνοιας κι ο ξάδερφός μου με ακολούθησε εκεί δίχως αντιλογία.

Η χινοπωριάτικη μέρα, σκουντουφλιασμένη κ' έτοιμη για βροχή την ώρα που μπήκαμε στο ξενοδοχείο, είχε ξαστερώσει πάλι σαν αποφάγαμε και ξαναβγήκαμε όξω. Κλεισμένος καθώς είμουνα πολλές βδομάδες, μια κ' έχασα το διάβασμα εκείνη την ημέρα, μου ήρθε όρεξη νανασάνω λίγον καθαρόν αέρα.

«Δεν πάμε σε καμιά εξοχή;» είπα του Νίκου.

«Πάμε πρώτα ως το Σύνταγμα. Τρέξε να πάρουμε το τραμ», απάντησε και τάχυνε το βήμα.

Το πήραμε και μας έφερε στο Σύνταγμα. Πρι να σταματήση, ο Νίκος πήδησε και μπήκε σ' ένα από τα καφενεία εκεί. Άμα σε λίγο μπήκα και γω από την άλλη πόρτα, τον είδα που έστεκε και κοίταζε στα τραπέζια γύρω του, σα να γύρευε κάποιον.

«Ούτε από το τραμ να πηδάς δεν έμαθες ακόμα», μου είπε όταν τονέ σίμωσα.

«Θες να καθήσουμε;»

«Όχι», είπε και κίνησε κατά την πόρτα.

Καθώς βγαίναμε, μου έδειξε ένα μεσόκοπον κύριο, που καθότανε μοναχός σ' ένα τραπέζι και διάβαζε εφημερίδα.

«Ποιος είναι;» τονέ ρώτησα.

«Ο λόγιος Καραβέργας. Δεν τον έχεις ακουστά;»

Στάθηκα και τον ξανακοίταξα με τρόπο. Δεν είχε απάνω του τίποτες φανταχτερό, που να τον ξεχώριζε από τους συνηθισμένους ανθρώπους.

«Τι γράφει;» ρώτησα.

«Πολλά και διάφορα».

«Είναι καλός;»

«Ο καλήτερος για το πούμπλικο. Περιγράφει καταλεπτώς, δεν αφίνει τίποτες ανείπωτο. Νοιώθει την τέχνη σαν και λόγου σου».

«Δε γνωρίζεστε;»

«Γνωριζόμαστε, μα κάνει το σπουδαίο. Άμα με είδε από τον καθρέφτη που έμπαινα, ζύγωσε την εφημερίδα κοντήτερα στα μάτια του. Με το ψευτοσοβαρό κοιτάζει να κρατήση τη θέση του στην τέχνη. Ας πιάσω δυοτρείς χιλιάδες στα χέρια μου και βλέπεις πώς τους βάζω στη θέση τους όλους τους παρακεντέδες».

Περάσαμε στο αντικρινό το πεζοδρόμιο. Έφερε μια βόλτα και τον άλλον καφενέ και ξαναβγήκε, σέρνοντάς με κατά την πλατεία του παλατιού. Καθώς πηγαίναμε, άξαφνα κατέβασε το γύρο του καπέλου του και σήκωσε το γιακά από το σακάκι.

«Κρυώνεις;» τονέ ρώτησα.

«Ο ήλιος καίει, διάολε! Δεν εννοεί να χειμωνιάση», μουρμούρισε και κάνοντας δυο μεγάλα βήματα, με άφησε πίσω του.

Ακολούθησα κοιτάζοντάς τον. Ο ήλιος δεν έκαιγε μονάχα, μα γιάλιζε κιόλας αλύπητα την τριμμένη φορεσιά του. Οι αγκώνες λίγο θέλανε να τρυπήσουν και κάτω στις άκρες του πανταλονιού του γνώρισα την ιδιοτροπία της θειας μου να μη μαντάρη ποτέ της φάγωμα με το ίδιο το χρώμα του ρούχου.

Δεν είχαμε φτάσει ακόμα στη γωνιά του δρόμου, όταν άξαφνα σταμάτησε.

«Δεν μπορώ να πάρω ανήφορο· μου πιάνεται η αναπνοή», γύρισε και μου είπε βάζοντας το χέρι στο στήθος.

«Παράφαγες», μουρμούρισα.

Με αγριοκοίταξε: «Αστείος είσαι».

«Τότε τι έπαθες;»

«Ό,τι πάντα».

«Τι;»

«Είμαι ασθματικός».

«Από πότε;»

«Από πάντα».

Είχα να τονέ δω λίγους μήνες μόνο. Ως τότε δεν είχα ακούσει τίποτε. Ήξερα μονάχα πως υπόφερε από πυρετούς. Σ' αυτούς και στο ποιητικό του φυσικό έρριχνα τη χλωμάδα της θωριάς του.

«Τότε δεν έπρεπε να εκτεθής στις συγκίνησες του εμπορίου», έκαμα να του πω.

«Ουφ, είσαι βαρετός, καημένε», μ' έκοψε απότομα και ξαναγύρισε κείθε δαγκάνοντας τα χείλια.

Τονέ λυπήθηκα και θέλησα να τονέ βοηθήσω πιάνοντας το μπράτσο του. «Πάμε να καθήσουμε στον καφενέ», έκαμα πάλι να του πω· μα εκείνος είχε γνέψει κιόλας αντικρινά, και δυο αμάξια τρέξανε με μιας ποιο να πρωτοφτάση.

Πήδησε σ' ένα απ' αυτά και μου έκαμε και μένα νόημα νανέβω.

Κάθησα κοντά του και το αμάξι κίνησε. Δεν άκουσα καλά που είπε του αμαξά να μας πάη, ούτε τόλμησα να ρωτήσω.

Δεν τους παραξέρω τους δρόμους του Κολωνακίου, για να θυμηθώ σε ποιόνε σταματήσαμε. Μου είπε να πλερώσω τον αμαξά και να περιμείνω, μια στιγμή, κι αυτός κατέβηκε γλήγορα και μπήκε σε μια πόρτα.

Θα τον περίμενα ίσια με τρία τέταρτα όσο που ξαναβγήκε. Έπιασε το μπράτσο μου και τραβήξαμε προς ταπάνω. Είτανε φαιδρότερος και στον ανήφορο τώρα ξέχασε το άσθμα του.

«Σε ποιόν έκαμες τόσο σύντομη βίζιτα»; τονέ ρώτησα.

«Σ' ένα φίλο και συνάδερφο».

«Στις Μούσες ή στο εμπόριο;»

«Ουφ, άσε τις κοινοτοπίες, σαχλέ», μου είπε απότομα.

Σε μια πόρτα ανοιχτή ένα δουλικό έπλενε τη μπασιά. Σα μας είδε χαμογέλασε.

Ο Νίκος στάθηκε.

«Σ' αρέσει;» ρώτησα βλέποντας το εκστατικό του.

«Τα μαλλιά της στην αντηλιά. Και το χαμόγελο της έχει κάτι της Λουίζας Τζοκόντας», είπε χωρίς να κουνηθή.

«Και τα πόδια της μες τα νερά!»

«Χυδαίε!» Στράβωσε τα μούτρα κι άφησε το μπράτσο μου.

Σε λίγο φτάσαμε σ' ένα καφενεδάκι με μια λεύκα ψηλή μπροστά στην πόρτα του και μια βρύση σιδερένια πλάι στη λεύκα. Ένας κύκλος νέοι είτανε καθισμένοι σ' ένα από τα τραπέζια όξω στο πεζοδρόμιο. Ο Νίκος τράβηξε ίσια κατ' αυτούς και γω κοντά του. Άμα τον είδαν, ανασηκωθήκανε όλοι και τον προσδεχτήκαν, ένας κιόλα ψηλός, λιγνός, με κόκκινα μαλλιά που μοιάζανε σαν περούκα, με μούσι μυτερό και με σταχτιά ζακέτα μακριά ίσια με το γόνα, τον αγκάλιασε και τονέ φίλησε. Μονάχα ένας δεν κουνήθηκε ολότελα από τη θέση του, παρά του άπλωσε μόνο το χέρι απάνω από το τραπέζι. Θα είταν έξι ως εφτά νέοι. Χλωμοί, αδύνατοι, σκυφτοί οι περισσότεροι, με μακριά μαλλιά και φορεσιές ένα βαθμό παραπάνω ή παρακάτω από του ξαδέρφου μου. Κατάλαβα πως είχα πέσει σε φωλιά λογίων και κείνο που μου χτύπησε πιο πολύ στα μάτια είταν πως όλοι τους είχανε ξουρισμένο το μουστάκι.

Ο Νίκος κάθησε σε μια καρέκλα και γω στο πλάι του. Να με συστήση στον κύκλο το βρήκε περιττό.

«Απάνω στην ώρα ήρθες, Μαινάλκα», είπε του ξαδέρφου μου ένας από τους συγκαθούμενους: «Ο Θέμης Φλοίσβος μας διαβάζει το καινούργιο δράμα του».

«Τότε να πιάσω πάλι από την αρχή», πετάχτηκε τούτος, γυρίζοντας απάνω στο γόνα του τα φύλλα του χειρόγραφου.

«Όχι· τράβα γραμμή. Του Μαινάλκα του διαβάζεις την αρχή άλλη ώρα», είπε κείνος που χαιρέτησε το Νίκο δίχως να σηκωθή.

Οι άλλοι δε μιλήσανε κι ο Θέμης Φλοίσβος άρχισε, ξακολούθησε δηλαδή το διάβασμα. Είταν ο πιο άγριος κ' ελεεινός στην ειδή απ' όλους. Μαύρος, ξεραγκιανός, με ορθά μαλλιά και γουρλωμένα μάτια. Στα μάγουλά του κρεμότανε αριό το πρώτο χνούδι, ο λαιμός του ξέβγαινε λιγνός, καμπυλωτός απάνω από μια μουντή στενή λουρίδα, που φαινότανε στη θέση του κολάρου δεμένη μπροστά μ' ένα τρίχινο σκοινί για λαιμοδέτη, και στα δάχτυλά του, που τρέμανε νευρικά κρατώντας το χειρόγραφα, τα νύχια μαυρίζανε μελανότερα από τα μάτια του. Η φωνή του πότε βαρειά σα μπουμπουνητό, πότε βαθειά σα ναρχότανε από άλλον κόσμο.

Φυσικά, από τη μέση καθώς το άκουσα, μου είταν αδύνατο να μπω στο νόημα του έργου. Το μόνο που κατάλαβα είναι πως είτανε σε στίχους πότε κοντούς πότε μακριούς, αλλού με ρίμες αλλού δίχως. Μου φάνηκε πως παιζότανε ανάμεσα ουρανού και γης, νυχτιάς και μέρας, την ώρα που χτυπά τη πόρτα του &πνεμάτου& ο θάνατος, που παλεύει η αθανασία με τη φθορά. Ήρωας του είταν η ψυχή του Σύμπαντος. Από τάλλα πρόσωπα δεν μπόρεσα να κρατήσω σωστό λογαριασμό. Η Ελένη κι ο Σενέκας παίζανε μεγάλο μέρος. Δαιμόνοι και δρακόντοι, στοιχιά και νεράιδες, εωσφόροι και κατσίβελοι, η Αθηνά η Ρουθ, η Εύα, ο Φοίβος, ο άγιος Πολύκαρπος, η Δήμητρα ο Αχιλλέας, ο Προμηθέας, ο Κολοκοτρώνης καυγαδίζανε στον κήπο της Αμίντας, ανίσως δε γελιούμαι, ο Άριελ είχε ερωτικό συναπάντημα με την Ηρώ, ο Μωάμεθ μονομάχησε με το Διγενή Ακρίτα, η Αρέθουσα ή Αρετούσα σκότωσε τον Κάστορα, γέλασε τον Πολύφημο, έφυγε με τον Καρλομάγνο, η Κασσάντρα τραγούδησε ένα πεσσιμιστικό σονέττο δίχως ρίμες, τα δέντρα της απαντήσανε με θυμό σε ομηρικό εξάμετρο, τέλος κάποιος Καβαλκάντης, ιππότης ή ημίθεος δεν κατάλαβα, έκλεισε το όραμα μ' έναν πανθεϊστικό μονόλογο.

«Το στερνό θυμίζει κάποιο ποίημα του Γκαίτε», μουρμούρισε, αποπίσω μου, του Νίκου εκείνος που καθότανε κοντά μου.

«Κ' η μορφή του Γεμιστού, καθώς τονέ φέρνει στην τρίτη πράξη, είναι απήχηση του Μεφιστόφελη», απάντησε ο Νίκος.

Γενικά η υποδοχή δε στάθηκε τόσο θερμή. Μόνο εκείνος, που είχε φιλήσει πρωτήτερα τον ξάδερφό μου, σηκώθηκε και του έσφιξε το χέρι.

«Δεύτερο όνειρο θερινής νυκτός», είπε κοιτάζοντας εκείνον που δεν είχε σηκωθή να προσδεχτή το Νίκο.

«Κάτσε κάτω, Βελαδράπα», είπε τούτος, τραβώντας τον από την ουρά της ζακέτας του και ρίχνοντας μια ματιά σε μένα.

Είταν ο μόνος που καταδέχτηκε να με προσέξη. Την ώρα που διαβαζότανε το δράμα μού είχε ρίξει μιαδυό παρόμοιες ματιές, που μου δώσανε την υποψία πως δεν άκουγε το συναξάρι με την ίδια κατάνυξη που το ακούγανε οι άλλοι γύρω του. Αυτό μ' έκαμε να τον προσέξω και γω. Δεν είταν τόσο νέος όσο τον πήρα την πρώτη στιγμή χάρη στο ξουρισμένο μουστάκι του. Κάποιες ζαρωματιές στα μάγουλα και ψαρές τρίχες πλάι σταυτιά δείχνανε πως δεν είταν πια στην πρώτη νιότη. Το ντύσιμό του ακόμα τον πρόδινε για άνθρωπο του κόσμου πιότερο παρά για ποιητή. Καθαρός και περιποιημένος, με δροσερή, ζωηρή όψη. Μου φαινότανε σα να τον είχα δει συχνά στους καφενέδες που μπήκαμε πρωτήτερα με το Νίκο. Η μορφή του, η στάση, τα κινήματά του μοιάζανε σα νάτανε μαθημένα, αναπτυγμένα μέσα κει. Ο τρόπος που έβαζε το ένα πόδι απάνω στάλλο, που έσιαζε το πανταλόνι, που κοίταζε τα παπούτσια του, που φορούσε το καπέλο, που έδενε το λαιμοδέτη, που βαστούσε το μπαστούνι, που μισόκλεινε τα μάτια, όλα φαινότανε πως είτανε ζυγιασμένα καλά μπρος στον καθρέφτη. Μια του χερονομία δυοτρείς φορές είταν και κείνη για να δείξη το διαμαντένιο δαχτυλίδι του και τα χρυσά κουμπιά στο φρεσκοσιδερωμένο μανικέτι. Πολλές στιγμές, εκεί που διαβαζότανε το δράμα, ρώτησα τον εαυτό μου τι ήθελε αυτός ο ντιστεγκές μέσα στην άθλια αυτή φάλαγγα. Είχα ακουστά πως πολλοί διαλεχτοί της κοινωνίας έχουν την αδυναμία νανακατεύουνται με τους αλήτες διαλεχτούς του νου, και μια τέτοια ιδιοτροπία φανταζόμουνα πως είχε φέρει και τον αριστοκράτη αυτόν σε κείνη την παράξενη συντροφιά. Φαινότανε πως τονέ διασκέδαζε το πράμα· Δεν άφινε να πάη χαμένη καμιά περίσταση για να διακόψη την ποιητική απόλαψη με μορφασμό ή με λόγο, που μιαδυό στιγμές κάμανε και τον ίδιον το δραματογράφο να ξεκαρδιστή στα γέλια. Είχε την προσοχή του τόσο στο δράμα, όσο και στους καθισμένους γύρω του. Κ' ενώ διόρθωνε μια χασμωδία στο στίχο, ή σύσταινε ναλλαχτή μια λέξη, ή λογόπαιζε με κάποια φράση, είτανε σύχρονα κι ο ευταξίας της φάλαγγας. Θύμιζε του Βελαδράπα να μαζέψη την ουρά της ζακέτας του που σερνότανε στο χώμα, έκανε νόημα του ενός να μην τρώη τα νύχια του, του άλλου να μη φτύνη κάνοντας θόρυβο με το λαρύγγι του, χτυπούσε με το μαστούνι του έναν τρίτο που σκάλιζε τη μύτη και απανωτά το δραματικό που ξυνότανε ολοένα στο σβέρκο του εκεί που διάβαζε.

«Καλό είναι το δράμα σου, Φλοίσβε», είπε όταν ο Βελαδράπας κάθησε στη θέση του· «ένα μόνο δεν κατάλαβα. Γιατί βγαίνει ο Αρναούτης και κυνηγά τον Πάρι»;

«Ο Αρναούτης είναι το σύμβολο της ηθικής των αστών, των νόμων», ξήγησε ο ποιητής.

«Ο αστυνόμος δηλαδή του δράματος».

«Ναι, κάτι τέτοιο».

Όλοι σκάσανε τα γέλια.

«Ποιος είν' αυτός;» βρήκα την περίσταση και ρώτησα το Νίκο.

«Ο ποιητής Βιδούρης».

«Είναι ψευδώνυμο;»

«Μισοψευδώνυμο· Βεδούρα λέγαν τον πατέρα του», μου σφύριξε ο πλαγινός που άκουσε το ρώτημα, ένας κοντακιανός, σγουμπός νέος με ματογιάλια και μ' ένα βιβλίο ανοιχτό μπροστά του όλη την ώρα.

«Μαινάλκα! Πού βρέθηκες εδώ;» άκουσα την ίδια στιγμή πίσω μου μια φωνή κι ο ρουμελιώτικος αχός της, που τόσο λίγο ταίριαζε στην περιοχή αυτή, με ξάφνισε. Γύρισα κ' είδα το Νίκο να φιλιέται μ' έναν καλοκαμωμένο και καλοντυμένο νέο· Ο ποιητής Βιδούρης με κοίταξε πάλι και δεν ξέρω και γω γιατί χαμογέλασα. Σα να με κολάκεψε το καταδεχτικό του. Οι άλλοι, αν έπεφτε τυχαία το μάτι τους απάνω μου, με κοιτάζανε μ' έναν τρόπο που έδειχνε πως απορούσανε για την αδιακρισία ενός άγνωστου και τιποτένιου νάρθη να καθήση στον κύκλο τους. Από τη στιγμή μάλιστα που ο νιοφερμένος ήρθε και κάθησε ανάμεσα από μένα και το Νίκο, μου φαινότανε πως χωρίστηκα ολότελα από τον κόσμο. Τόσο στενοχωριόμουν και ξενευόμουνα. Σ' ένα τραπέζι πίσω από τον ποιητή Βιδούρη καθόταν ένας κύριος ηλικιωμένος. Μιαδυό φορές είδα τον ποιητή που γύρισε και του είπε κάτι, μου φάνηκε σα να του πήρε κιόλα ή τούδωσε τσιγάρο· δε θυμούμαι. Όμως μου έκαμε εντύπωση ο τρόπος που του μίλησε. Έτσι μιλούνε μόνο στους υπερέτες, στους υποταχτικούς. Για υπερέτης του δεν έμοιαζε· ο τρόπος του, η φορεσιά, το ύφος του σα να πρόδινε τον απόστρατο αξιωματικό. Ίσως νάτανε φίλος του, ίσως μόνο θαυμαστής του και τον ακολουθούσε σα σκυλί. Ό,τι κι αν είταν, τονέ συμπάθησα τον άνθρωπο και κάποια στιγμή δοκίμασα να σηκωθώ να πάω να καθήσω δίπλα του, να τον παρηγορήσω και να με παρηγορήση για την αδικιά που μας έγινε να γεννηθούμε ασήμαντοι άνθρωποι.

Μα η συζήτηση τριγύρω μου άρχισε να σοβαρεύη και νανάβη. Ο φίλος του Νίκου, που ήρθε και κάθησε κοντά μου, φαινότανε πως μόλις είχε ρθη από τη Γερμανία και μιλούσε γι' αυτή μ' ενθουσιασμό που δεν τονέ συμεριζότανε όλη η φάλαγγα.

Όσο κι αν ξεσπάθωσε με το μέρος του ο Θέμης Φλοίσβος, οι περισσότεροι φαινόντανε πως συμφωνούσανε με το Βελαδράπα και το σγουμπό με τα γιαλιά, που υποστηρίζανε πως όχι μόνο το γερμανικό πνεύμα είναι κατώτερο από το λατινικό, αλλά και πως γνήσιος κληρονόμος του ελληνικού είναι το λατινικό. Σε κάθε λόγο των αντίγνωμων ο γερμανόφιλος στο πλάγι μου λάγγευε, κουνούσε τον ώμο του και το σαγόνι με σπασμούς που τον τρομάζανε κανέναν.

«Κολοκύθια», φώναζε με τη ρουμελιώτικη προφορά του «Κληρονόμοι του Αισχύλου και του Φειδία είναι ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε κι ο Μπαίκλιν».

«Η ιταλική αναγέννηση είναι το πρώτο ξανάζημα της αρχαιότητος, που το χρωστά ο κόσμος στο Μιχαήλ Ψελλό και στον Πλήθωνα. Ο Σαίξπηρ είναι μιμητής της Αναγέννησης, ο Γκαίτε αντιγραφέας», απάντησε πιο ήσυχος ο σγουμπός με τα γιαλιά σε αλαφρό εφτανησιώτικο τόνο.

«Ο Γκαίτε αντιγραφέας!» φώναξε ο πλαγινός μου αγριεμμένος.

«Ο Γκαίτε είτανε μεγάλος άνθρωπος, πνευματικός αριστοκράτης, όχι όμως και μεγάλος ποιητής», ξαναείπε ο πρώτος.

Στο γενικό ανακάτωμα δεν μπόρεσα να καταλάβω ποια γνώμη νίκησε. Ο διπλανός μου λάγγευε, χερονομούσε νευρικά, ο Βελαδράπας είχε σηκωθή ορθός, ο Νίκος είτανε με την ιδέα του φίλου του και τάβαλε μ' έναν άλλον αντίκρυ. Ο ακόλουθος του Βιδούρη ζύγωσε το κάθισμά του κι άκουγε με προσοχή.

«Κληρονόμοι του Αισχύλου, του Νταβίντσι και του Καλδερόν είναι ο Λεκόντ Ντελίλ, ο Ντανούντσιο κι ο Δεκάστρος», πετάχτηκε πάλι ο σγουμπός με τα γιαλιά, που στο μεταξύ είχε σκύψει στο βιβλίο του και φαινότανε πως δεν πρόσεχε στη συζήτηση.

«Βρε γελοίε», φώναξε ο Θέμης Φλοίσβος, «θα συγκρίνης το Λεκόντ Ντελίλ με τον Αισχύλο; Νάλεγες κάνε το Δάντε!».

Ο Βελαδράπας θύμωσε: «Άκου τον κουτεντέ! Μα δεν είναι Ιταλός ο Δάντες;»

«Ποιος σε γέλασε;» αναταράχτηκε ο πλαγινός μου. «Ο Δάντες είναι γερμανικής καταγωγής. Όλοι οι μεγάλοι είναι Γερμανοί, όλη η Αναγέννηση έχει γερμανικό χαραχτήρα. Ό,τι τρανό έχει ο κόσμος είναι γερμανικό».

Ο Βιδούρης κοίταζε μια τους συζητητές, μια τα παπούτσια του.

«Ο Φάουστ δεν είναι η γερμανική μεταμόρφωση του Προμηθέα;» ξακολούθησε ο πλαγινός μου.

«Γερμανικές κουταμάρες», φώναξε ο Βελαδράπας κι ο σγουμπός γέλασε σαρκαστικά.

«Για πρόσεξε! Άμα μιλώ εγώ να μη γελάς».

«Και τι είσαι συ;»

«Σου τα βγάζω ταυτιά, αυτό είμαι».

«Κι ο Υπεράνθρωπος στη Γερμανία βγήκε», φώναξε την ίδια στιγμή ο Θέμης Φλοίσβος και ξύστηκε στο σβέρκο του.

«Σώπα εσύ μπαίγνιο», του είπε ο Βελαδράπας.

Πριν προλάβη να φυλαχτή, ένας μπάτσος του άστραψε στο πρόσωπο κ' έτσι άξαφνα βρέθηκε αναστατωμένη όλη η φάλαγγα. Χύμησα κ' έπιασα το Θέμη Φλοίσβο, που είχε αδράξει το Βελαδράπα από τα μαλλιά και τα τραβούσε, σα να ήθελε να μου βγάλη την υποψία πως είτανε περούκα. Με μια τρικλοποδιά, που του έβαλε, τον είχε ρίξει χάμω. Τούτος πάλι τον άρπαξε από το σκοινί που είχε δεμένο στο λαιμό για λαιμοδέτη. Τρόμαξα να τους χωρίσω.

Αν κι ο γερμανόφιλος έβγαλε ταυτιά του σγουμπού με τα γιαλιά, δεν έλαβα καιρό να γυρίσω να δω. Στη γενική αναμπουμπούλα, μόνο ο Βιδούρης είχε μείνει ατάραχος στο κάθισμά του. Ξεκαρδισμένος στα γέλια, τραβούσε από την ουρά το ζακέ του Βελαδράπα.

Άμα ησύχασα τον άγριο δραματογράφο και γύρισα να δω τον ξάδερφό μου, τούτος είχε πάρει το φίλο του κ' έστριβε στη γωνιά του δρόμου. Ένας ένας φύγανε κ' οι άλλοι κ' έμεινα μόνος να βοηθήσω το Βελαδράπα να τινάξη τα ρούχα του από τις σκόνες.

«Να σας γνωρίσω. Ο κ. Αγγελής Πετροδίκης, Φλώρος Θυμάρης εν Αρκαδία. Ο κύριος — », είπε ο ποιητής Βιδούρης κοιτάζοντάς με.

«Άκουσα Βελαδράπας», μουρμούρισα, αφού είπα τόνομά μου.

«Όχι· αυτό είναι για τη μεταξύ μας χρήση», ξαναείπε ο Βιδούρης, μας έβγαλε με φόρα το καπέλο του και πήδησε στο αμάξι, που πήγε και του έφερε στο μεταξύ ο παράξενος ακόλουθός του.

2

Ξαναγύρισα στο Πραγματικό μου Δίκαιο και σε δυοτρείς μέρες είχα ξεχάσει ολότελα τους ποιητικούς καυγάδες μπροστά στις ένοιες τις δικές μου. Σε δυο βδομάδες έπρεπε νάδινα εξετάσες. Αν περνούσε καμιά στιγμή στο νου μου ο Νίκος, τονέ φανταζόμουνα στη Σύρα να παζαρεύη τα καπνά του.

Θάχανε περάσει πεντέξι μέρες. Γυρίζοντας από το ξενοδοχείο, που πήγα να φάω το μεσημέρι, έμαθα από τη νοικοκυρά μου πως ήρθε κάποιος και με γύρεψε την ώρα που έλειπα. Το μόνο σημάδι, που μου έδωσε από τον άγνωστο, είταν πως είχε ξουρισμένο το μουστάκι. Μου πήγε αμέσως ο νους στο Βελαδράπα. Όταν είχα μείνει μοναχός μαζί του ύστερα από τον καυγά, μούταξε πως θάρθη μια από κείνες τις μέρες σπίτι μου, να μου φέρη τα κιτάπια, απόπου είχε κλέψει ο Θέμης Φλοίσβος τα περσότερα μέρη στο δράμα του. Έτσι φοβήθηκα μην είναι αυτός, σύρτωσα την πόρτα κ' έγυρα στο κρεβάτι μου ναναπαυτώ.

Δίχως να το θέλω με πήρε ο ύπνος και με πήρε για να ξαφνιστώ περσότερο και να πεταχτώ τρομαγμένος από ένα τράνταγμα της πόρτας. Έτρεξα εκεί διστάζοντας αν πρέπη νανοίξω ή όχι.

«Έλα τώρα, αστείε· άνοιξε· μέσα είσαι», γνώρισα τη φωνή του Νίκου.

Δεν μπόρεσα να κρατήσω τα γέλια, σαν άνοιξα την πόρτα. Είταν ο Νίκος δίχως το μουστάκι του.

«Τι γελάς, χάχα;» μου είπε, μ' έσπρωξε και τράβηξε και κάθησε στο κρεβάτι μου, πετώντας στο τραπέζι το καπέλο του με κίνημα, που πρώτη φορά το παρατηρούσα σ' αυτόν και που δε φαινότανε να τόχε ακόμα μαθημένο καλά.

«Δε σε περίμενα πως θάχες τόσο εμπορικό μυαλό. Ε, βγάλαμε πολλά; Με γεια τα ρούχα κιόλας. Συριανά είναι;»

Δε μου απάντησε. Πήρε την εφημερίδα από το τραπέζι και την έφερε κοντά κοντά στα μάτια του, μισοκλείνοντάς τα.

«Μπα! Έγινες και κοντόφταλμος στη Σύρα;»

Δε με πρόσεξε πάλι. Λάγγεψε μόνο, κουνώντας νευρικά ώμο και σαγόνι μαζί. Σαν είδα πως δεν είχε όρεξη για κουβέντα, πήρα και γω το βιβλίο μου και κάθησα κοντά στο παράθυρο.

Πέρασε λίγη ώρα δίχως μιλιά.

«Να, δες τα πάλι!» Σηκώθηκε άξαφνα πετώντας την εφημερίδα και χτυπώντας με το χέρι το τραπέζι.

Ξαφνίστηκα: «Τι είναι;» ρώτησα.

«Όλο στη Γαλλία, όλο με τη Γαλλία!»

«Τι έκαμε η Γαλλία;»

«Να, τα θωρηχτά τα στέλνουνε να καθαριστούνε κει».

«Πού ήθελες να πάνε;»

«Στη Γερμανία».

«Γιατί; Καθαρίζουνε καλήτερα στη Γερμανία;»

«Βέβαια καλήτερα. Όλα τα κάνουνε καλήτερα στη Γερμανία. Μα εμείς όλο με τη Γαλλία. Από τη Γαλλία παραγγελίες, από τη Γαλλία αναμορφωτές, γαλλικές στολές ο στρατός, γαλλικό συρμό ο κόσμος, γαλλικά στα σκολειά, γαλλικά μιλεί η καλή κοινωνία, γαλλική επιστήμη, γαλλική φιλολογία. Γι' αυτό είμαστε σε τέτοιο χάλι». Σηκώθηκε και περπάτησε θυμωμένος πέρα δώθε: «Πότε θα νοιώση τέλος αυτός ο τόπος πως του χρειάζεται να μπάση λίγο γερμανικό πνεύμα!»

«Ώστε είσαι με το γερμανικό κόμμα. Δε μου λες αλήθεια, έφαγες καμιά προχτές και συ;» τονέ ρώτησα.

Δεν απάντησε.

«Κι ο γερμανομανής ο φίλος σου πώς λέγεται;»

«Ποιος απ' όλους;»

«Εκείνος που ήρθε ύστερα και κάθησε κοντά μας».

«Διαμαντής Πάλας».

«Έξυπνος φαίνεται».

«Το δυνατότερο μυαλό της ρωμιοσύνης».

«Στη Γερμανία σπούδασε;»

«Τώρα θα πάη».

«Τι θα σπουδάση;»

«Τη ζωή».

«Είναι πολύ φίλος σου;»

«Πνευματικός φίλος. Διανοητική αλληλεγγύη έχουμε».

Μου αποκρινότανε περπαντώντας πάντα πέρα δώθε. Αυτή τη φορά παρατήρησα πως δεν πέταξε το τσιγάρο του ύστερα από λίγες ρουφηξιές· κόντευε μάλιστα να του κάψη τα δάχτυλα. Το ίδιο, όταν τα πρόσεξα καλήτερα, μου κάμαν εντύπωση τα ρούχα που φορούσε. Ούτε καινούργια φαινόντανε, ούτε καλά κομμένα στο κορμί του. Έρριξα μια ματιά και στο καπέλο του, απάνω στο τραπέζι, και μου φάνηκε πως είταν η ίδια η σταχτιά ρεπούμπλικα με τους πλατιούς γύρους, που φορούσε εκεί όξω στο ποιητικό συνέδριο ο πνευματικός φίλος του, ο Διαμαντής Πάλας, καθώς τον είπε. Όλ' αυτά με κάμανε να υποψιαστώ και να το βρω λιγάκι αφύσικο πως γύρισε τόσο γλήγορα από το ταξίδι του. Μου πέρασε στο νου πως όλη η ιστορία του ταξιδιού είτανε μονάχα ποιητική φαντασιοπληξία, μύθος που τον έπλασε μονάχα για να με ξαφνίση. Θυμήθηκα τη φορτωτική που είχε ξεχάσει στη βαλίτσα και το πως δεν ήξερε να μου πη πόσες οκάδες καπνά είχε· και γέλασα μέσα μου με την αφέλεια που είχα να τα πάρω μετρητά.

«Λοιπόν πώς πέρασες στη Σύρα; Δε μου είπες», τονέ ρώτησα και γω για να παίξω.

«Ποια Σύρα; Απόψε φεύγω για τη Σύρα», απάντησε δίχως να σταθή.

«Απόψε! Πού είσουνα τόσες μέρες;»

Με κοίταξε: «Αύριο πηγαίνουν τα καπνά. Να φύγω απόψε, τα προφτάνω».

Το είπε τόσο σοβαρά που φουρκίστηκα.

«Έλα, άσ' τα χωρατά. Τι γούστο βρίσκεις να μου πουλάς τέτοια παραμύθια;» είπα βαριεστισμένος αληθινά να χάνω την ώρα μου και γύρισα τα μάτια στο βιβλίο.

«Τι παραμύθια! Σου είπα φεύγω απόψε, θέλω μάλιστα να με δανείσης ένα εικοσιπεντάρικο. Γι' αυτό ήρθα», είπε σταματώντας και κοιτάζοντάς με.

«Πού να το βρω;»

«Τότε πώς να κάμω; Αύριο στις δέκα πρέπει νάμαι στη Σύρα».

«Ας έφευγες την ημέρα που ήρθες, πρι να φας τα ναύλα σου».

«Για να μη φύγω, θα πη πως έπρεπε να μείνω», είπε σοβαρά.

Γέλασα.

«Μη γελάς. Σήκω γλήγορα και βρες μου το εικοσιπεντάρικο. Πρέπει να φύγω δίχως άλλο».

Και ξακολούθησε να επιμένη. Έσκυψα κ' έκανα πως διάβαζα. Μα είταν αδύνατο να του γλυτώσω. Μου πήρε το βιβλίο από τα χέρια.

«Το εικοσιπεντάρικο και χάθηκα», μου είπε.

Έμπλεξα. Αφού τον παίδεψα κάμποσο κι αφού μου έταξε πως θα μου το στείλη αμέσως από τη Σύρα, αποφάσισα να του το δώσω με τον όρο να μου δείξη πρώτα τη φορτωτική από τα καπνά. Κ' έτσι σηκώθηκα να πάμε στο ξενοδοχείο που καθότανε. Πήρα το καπέλο μου και τράβηξα κατά την πόρτα.

— «θέλω μια χάρη ακόμα», μου είπε σταματώντας με· «να μου δανείσης το παλτό σου».

«Είναι γαλλικού συρμού και δε σου κάνει», απάντησα.

«Έλα. άσ' τις αηδίες».

Έρριξε το μάτι γύρω για να δη που το είχα κρεμασμένο.

«Είναι παλιό», του ξαναείπα.

«Έλα τώρα, γελοίε, βγάλ' το· τόχεις στο ντουλάπι».

Άνοιξα τα ντουλάπι και βεβαιώθηκε πως δεν είταν εκεί.

«Θα τόχης στο ράφτη, μπαγαπόνταρε. Πάμε να το πάρουμε».

«Άντε πάμε».

Το είχα κάτω από το μαξιλάρι μου, για να το κάνη πιο ψηλό, κ' έτσι γλύτωσε.

3

Σε δυο βδομάδες έδωσα εξέτασες κι αντίς το λίαν καλώς που καρτερούσα το λιγώτερο, ξαφνίστηκα ακούγοντας πως έπρεπε να ξαναπαρουσιαστώ ύστερα από έξι μήνες. Δε μου ναυαγούσανε μόνο τόσα άλλα όνειρα, μα έχανα και την ελπίδα να ψαρέψω με το δίπλωμα καναδυό κατοστάρικα από τον πατέρα μου και να ξοφλήσω κάποιους λογαριασμούς. Μέσα σ' αυτούς είταν και το εικοσιπεντάρικο που δανείστηκα για να δώσω του Νίκου. Δεν μου έμενε άλλο μέσο παρά να γράψω τουτουνού να με δανείση τώρα καμιά διακοσαριά δραχμές από τα κέρδη του κ' έτσι να βγω από τη δύσκολη τη θέση που βρέθηκα. Έστειλα το γράμμα και περίμενα. Ξαφνίστηκα όταν έλαβα μια κάρτα του από τη Σμύρνη. Πώς βρέθηκε εκεί, μου έλεγε πως θα μου το γράψη αργότερα· μου ζητούσε μόνο να του στείλω αμέσως πενήντα φράγκα στόνομα κάποιας Μαριγώς ή Κατίνας Χασάπη, δε θυμούμαι καλά. Ανάγκη μεγάλη μούγραφε, που δεν παίρνει αναβολή.

Άλλη τόση αναβολή όμως έπαιρνε κ' η δική μου ανάγκη.

Δεν μπορούσα να μείνω άλλο στην Αθήνα. Μα πάλι πώς να παρουσιαστώ στο σπίτι μου και με τι πρόσωπο να βγω στον κόσμο στον τόπο μου; Στην απελπισία μου ήρθε μια ιδέα. Να πάω για κανένα μήνα στους γονιούς του Νίκου, όσο να κρυώση το πράμα. Η μάννα του Νίκου είταν αδερφή της δικής μου κι ο πατέρας του, άνθρωπος αγαθός καθώς τον ήξερα, μου παρουσιάστηκε εκείνη την ώρα σαν ο μόνος συγγενής που θα μπορούσε να νοιώση τη στενοχώρια μου. Κοντά σ' αυτό, στον τόπο που καθόντανε αυτοί με γνώριζε τόσο λίγο ο κόσμος, ώστε για την ώρα γλύτωνα από κάθε ενόχληση. Πούλησα λοιπόν ό, τι μπορούσα από τα πράματά μου, δανείστηκα λίγες δραχμές από ένα φίλο μου, κ' έτσι πήρα το βαπόρι κ' έφτασα στο μικρό τον τόπο που κατοικούσαν οι θειοί μου.

Με δεχτήκανε χαρούμενοι και με βάλανε στην κάμαρα του Νίκου. Τους διηγήθηκα το πάθημά μου κι ο θειος μου δέχτηκε να μεσιτέψη στον πατέρα μου. Ύστερα από τόση στενοχώρια κι από την κλεισμάρα της μελέτης τόσους μήνες, η ησυχία που βρήκα εκεί είτανε σωστό ξανάσασμα. Το χινόπωρο είτανε κιόλας ήμερο και το μέρος όμορφο, στην άκρη από τη θάλασσα. Δε μετάνοιωσα που ήρθα και γλήγορα θαύρισκα το θάρρος και την όρεξη να ξαναρχίσω το διάβασμα, αν από την πρώτη κουβέντα που άνοιξα με τη θεια μου δε μου φανερωνότανε πως και δω δε βασίλευε η ησυχία που φαινότανε.

«Εμπόριο λοιπόν ο Νίκος», της είπα, σα μείναμε μοναχοί την άλλη μέρα του ερχομού μου.

Αναστέναξε: «Εμπόριο στη φυλακή».

«Στη φυλακή;»

«Τι, δεν τα ξέρεις;» μου είπε. «Δε σου τόπε ο Νίκος γιατί πήγε στη Σύρα;»

Τότε έμαθα πως καθαυτό αφορμή του ταξιδιού του Νίκου δεν είταν το εμπόριο. Τον περασμένο χρόνο που είταν έφεδρος, αποσπασμένος στην αστυνομία της Σύρας, είχε δείρει κάποιον εκεί και κείνος τον κατάγγειλε. Του ήρθε λοιπόν η κλήση να πάη να δικαστή. Σα θα πήγαινε που θα πήγαινε, κατέβηκε του πατέρα του η ιδέα να πάρη μερικά καπνά μαζί του. Η μητέρα του αντιστάθηκε, μα δεν την ακούσανε. Τώρα ήρθανε όπως τα φοβότανε. Εδώ κ' ένα μήνα τους έγραψε ο Νίκος πως τονέ βάλανε δεκαπέντε μέρες φυλακή κ' έτσι δεν μπόρεσε ακόμα να φροντίση για τα καπνά. Από τότε δεν τους ξανάγραψε.

«Είπες τον είδες στην Αθήνα που πέρασε. Πόσες μέρες κάθησε;» με ρώτησε η θεια.

«Ή μια ή δυο· να σου πω σε γελώ. Είμουνα σκοτισμένος με το διάβασμα».

«Τι μια ή δυο; Μια βδομάδα ύστερα από την ημέρα που έφυγε αποδώ ήρθε άνθρωπος από την Αθήνα και μας είπε πως τον είδε κει ακόμα».

Δεν απάντησα για να μην μπερδευτώ.

«Δε φταίει αυτός· φταίει ο πατέρας του. Και νάταν καν μοναχά ο δικός μας ο καπνός! Μα αυτοί πήγανε και μπλεχτήκανε και με τον κόσμο».

Και μου διηγήθηκε πώς καταφέρανε δυοτρείς άλλους που είχαν απούλητα καπνά και τους τα πήρανε βερεσέ. Αυτή χάλασε τον κόσμο να τους πείση να μην το κάμουνε, μα στάθηκε αδύνατο.

Την άλλη μέρα πάλι εκεί που τρώγαμε ήρθε η κουβέντα του Νίκου.

«Να μη μας ξαναγράψη εκείνο το παιδί!» είπε ο θειος.

«Καρτέρα», απάντησε η θεια· «τα καπνά είναι χαμένα. Τήρα μοναχά πώς θα ξεμπλέξουμε με τον κόσμο, που θα γυρεύη τα λεφτά του».

«Δε μ' αφίνεις και συ! Σαν και θα πης ποτέ καλό λόγο. Όλο στο κακό πάει ο νους σου!»

Εκείνη θέλησε να ξαναπή κάτι, μα ο θειος την έκοψε με θυμό:

«Άσ' την αυτή την κουβέντα!»

«Αυτή η γκρίνια της μ' έκαμε και καταστράφηκα», γύρισε σε μένα ο θειος, άμα η θεια βγήκε όξω: «Ό,τι κι αν έπιανα, να κάνω, όλο το ενάντιο μούλεγε. Θα χάσης, θα ζημιωθής, θα μας χαντακώσης, με τρωγότανε πάντα. Πάντα το κακό. Όσο πούρθε κι αυτό στο τέλος. Έτσι και τώρα που είπα να βάλω σε μια σειρά αυτό το παιδί. Αφού δεν ήθελε να κάμη εδώ το δικηγόρο, αφού δεν μπορέσαμε να το καταφέρουμε να πάρη τη θέση που του βρήκαμε, ας δοκιμάση, είπα, κάνε το εμπόριο, σαν είδα που είχε όρεξη. Μπας κ' έμπαινε σε δρόμο, μπας και γλυκαινότανε στον παρά κι άφινε τα γραψίματα και τις φυλλάδες, που δε βγάζουνε καρβέλι».

«Έχει πολλά καπνά μαζί του ο Νίκος;» ρώτησα.

«Τρισήμισυ χιλιάδες οκάδες».

«Και πόσα μπορεί να βγάλη;»

«Σα σταθή άξιος, και τέσσερες και πέντε χιλιάδες δραχμές».

«Μπράβο!»

«Αμ' τι λες;» είπε ο θειος κι αστράψανε τα μάτια του.

«Ώστε είναι γερή δουλειά;»

«Μα αν δεν είτανε, θαποφάσιζα να μπερδευτώ;»

«Ο Νίκος μου είπε πως θα τα μοιράσετε όσα βγάλη».

«Δε ντρέπεσαι! Έτσι του είπα για να τονέ βάλω στο φιλότιμο. Μου φτάνει εμένανε ό, τι αξίζει ο δικός μου ο καπνός, κι αν του πάρω και καμιά χιλιάδα ακόμα να πλερώσω κάτι κουτσοχρέη στο παζάρι».

Κι ο θειος ρούφηξε το κρασί του, ενώ η θεια, που μπήκε μέσα στο μεταξύ και ξανακάθησε στο τραπέζι, κούνησε το κεφάλι της.

«Θα μ' αφήσης, γυναίκα; δε βαστιέσαι!» φώναξε θυμωμένα κ' έκαμε νακκουμπήση το ποτήρι του στο τραπέζι.

Μα το ποτήρι σκόνταψε και το κρασί χύθηκε στο τραπεζομάντηλο.

«Γούρι, θα πουληθούνε τα καπνά», είπα, εκεί που η θεια με την ψυχοπαίδα της πήρανε και σκουπίζανε το τραπέζι. Η όψη τον θειου ξαστέρωσε πάλι με το λόγο μου.

Παρόμοια μαλλώματα γινόντανε συχνά, σχεδόν κάθε φορά που ερχότανε η ομιλία για την επιχείρηση του Νίκου. Από αυτά και από τις κουβέντες με τη θεια μου έμαθα πως από το καλό αποτέλεσμα της επιχείρησης κρεμόντανε περσότερα ζητήματα απ' όσα μου είπε ο θειος· να σουβατισθούνε οι τοίχοι του σπιτιού, που τα σανίδια ξεβγαίνανε παντού από τις τρύπες των τσατμάδων, να διορθωθούνε τα ξεχαρβαλωμένα τα παράθυρα, να στεριωθή η κουζίνα και το παράρτημά της, που προσθετά καθώς είταν από τον καιρό που μεταφερθήκανε από την αυλή, όπου βρισκόντανε στα παλιά τα χρόνια, είχανε ξεκολλήσει από τάλλο σπίτι και γέρνανε κατά την αυλή στηριγμένα προσωρινά με δυο χοντρούς πάλους. Και κοντά σ' αυτά έπρεπε να δοθή και μέρος για το προικιό που είχανε τάξει της Μαρίας, της ψυχοπαίδας του σπιτιού.

Ο Νίκος είταν το μονάκριβο αγόρι των γερόντων. Είχαν ακόμα μια κοπέλα, μα είταν από χρόνια παντρεμμένη μ' έναν υπομοίραρχο και μαλλωμένη με τους γονιούς της. Ο θειος είταν ακόμα έμπορος, απάνω στις δόξες του, όταν την πάντρεψε κι ο γαμπρός άφησε την προίκα στα χέρια του. Μα η γκρίνια της θειας, που κατάστρεψε τον άντρα της, ρούφηξε μαζί και την προίκα του υπομοίραχου κ' ύστερα από πολλούς καυγάδες συμβιβάστηκε τούτος να του δίνουνε χρονικής το μισό εισόδημα από το μοναχό χτήμα που είχε απομείνει της θειας. Το εισόδημα εκείνης της χρονιάς είτανε κάπου χίλιες οκάδες καπνός, που τον είχε κι αυτόνε μαζί του ο Νίκος. Κ' έτσι ένας από τους πολλούς που καρτερούσανε από την επιχείρηση είτανε κι ο υπομοίραρχος.

Τούτα μου τα διηγήθηκε η Μαρία, που είτανε περσότερο σαν κόρη του σπιτιού παρά σαν υπερέτρια. Την είχε πάρει η θεια μου από μικρή που ορφάνεψε, με το σκοπό να την παντρέψη. Μεγάλωσε μαζί με τα παιδιά και στατυχήματα της θειας στάθηκε πιο πονετική από την κόρη της. Θα κόντευε τα εικοσιπέντε χρόνια και δε γύρεψε ποτέ τη δούλεψη της, δε μελέτησε για παντρειά. Κρατούσε όλο το σπίτι μοναχή, περνούσε με τη θεια όλες τις πίκρες και τις στενοχώριες. Γι' αυτό κ' η θεια, όταν τέλος στρέχτηκε να δώση τα καπνά από το χτήμα της, έβαλε όρο σε πατέρα και γιο πως το πρώτο μερδικό από το κέρδος θα μπη στην τράπεζα για την προίκα της Μαρίας.

Η Μαρία είταν ήσυχο, ήμερο, απλό κορίτσι. Ούτε όμορφη, ούτε άσκημη. Την ήξερα από μικρός που ερχόμουνα με τη μάννα μου στη θεια, κ' είχε μαζί μου τόσο θάρρος, ώστε σαν τέλειωνε το βράδι τη δουλειά της στην κουζίνα, έπαιρνε το πλέξιμό της και ρχότανε μέσα στην κάμαρά μου και κουβεντιάζαμε. Τι λέγαμε; Πες τίποτα. Ό,τι μπορεί να πη κανείς με μια κοπέλα, που μοναχή σκοτούρα της έχει το πλύσιμο, το μαγεριό, το σάρωμα, το στρώσε ξέστρωσε. Για όλα αυτά μου διηγότανε, για τις στενοχώριες του σπιτιού και το περσότερο τι γινότανε στη γειτονιά και τι ακουγότανε στη χώρα. Απ' αυτή έμαθα πώς το λέγανε το νόστιμο κορίτσι που καθότανε καρσί, τίνος είτανε το άλλο που καυγάδιζε ολημέρα με τις γειτόνισσες, για ποια περνούσε ο ένας κι ο άλλος νέος, ποια είχε προίκα πιο πολλή και ποια τους πιότερους εργολάβους. Δίχως να ξέρω καλά τα πρόσωπα, σε λίγες μέρες ήξερα τη ζωή όλου του τόπου. Κι όσα περσότερα μάθαινα, τόσο περσότερα ρωτούσα. Η Μαρία είχε ανάγκη να διηγάται και γω ανάγκη να μιλώ με κάποιον. Άλλον κανένανε δε γνώριζα στον τόπο. Δυοτρείς δικούς του θειου μου μόνο, μα ηλικιωμένους· και τι νάλεγα με δαύτους στον καφενέ, που τους έσμιγα κάποτε; Καναδυό νέοι σπουδαστές, που είχα γνωρίσει από το Νίκο άλλοτες, λείπανε τώρα. Σιγά σιγά είχα ξεθαρρέψει πάλι με τα βιβλία μου, μα όρεξη σωστή για διάβασμα δεν είχα. Ο νους μου χρειαζότανε ακόμα κάποιο ξέσκασμα, που δεν μπορούσα να το βρω ούτε στους καυγάδες του σπιτιού, που όλο κι αψώνανε όσο δεν ερχότανε μήνυμα από το Νίκο, ούτε στα σκέδια που μου κατάστρωνε ο θειος μου πώς μπορεί να καλλιεργηθή μεθοδικώτερα το χτήμα της γυναίκας του. Απ' όλα αυτά μου είτανε πιο ευχάριστες οι φλυαρίες της Μαρίας. Κι αν κάποτες ο θειος τραβούσε περσότερες μαστίχες στην αγορά και τα σκέδιά του ανοίγανε πλατύτερα φτερά το βράδι στο τραπέζι, αν κανένα σπουδαίο περιστατικό της μέρας του έδινε αφορμή να με μπάση βαθύτερα στον κομματικό οργανισμό του τόπου, ή αν το μάλλωμά του με τη θεια έφτανε ως το σημείο να την πιάσουν αυτή τα νεύρα της και να χρειαστή τα γεροκόμια της Μαρίας, η κάμαρα του Νίκου, που πήγαινα να κοιμηθώ, μου φαινότανε σαν άδεια. Γελούσα ο ίδιος με τον εαυτό μου σαν το κατάλαβα πόσο είχα συνηθίσει τη Μαρία.

Είπα όμορφη δεν είταν. Ο τρόπος της δεν είχε καμιά χάρη, το ντύσιμο της απελπιστικό· όπως μπουγάδιαζε στο πλυσταριό, όπως δούλευε στην κουζίνα ερχότανε στην κάμαρά μου. Όμοια οι κουβέντες της άχαρες· τα ίδια και τα ίδια πάντα. Τι εύρισκα σ' αυτές; τι μου άρεσε; Είχα κάμει από τα παράθυρα εργολαβίες με πιο όμορφες κοπέλες, μπορεί να είχα κρυφοσμίξει και καμιά σε κάνα απόμερο ή σε σκοτεινή μπασιά τη νύχτα. Όμως πρώτη φορά βρισκόμουνα μονάχος με κορίτσι και μιλούσα έτσι φανερά και λεύτερα μαζί του. Κι αυτό με ξάφνιζε. Μ' ευχαριστούσε να νοιώθω κοντά μου το θηλυκό, νακούω φωνή γυναίκεια να μιλή. Κ' η Μαρία μιλούσε. Σκυφτή στο πλέξιμο της φλυαρούσε. Κι όταν πάλι σώπαινε και στη σιγή της κάμαρας δεν ακουγότανε άλλο από τις βελόνες της κι από το τσιτσίρισμα της λάμπας, μ' έπιανε κάτι σαν ανησυχία κάποτε. Μιαδυό φορές σήκωσε άξαφνα τα μάτια και μ' έπιασε να την κοιτάζω. Μου φάνηκε σα να στενοχωρήθηκε. Ένα άλλο βράδι χαμογέλασε. Κι ως τόσο δεν κουνήθηκα. Μια μέρα πάλι ήρθε ξαφνικά στην κάμαρά μου. Εκεί που έπλενε της μπήκε μια αγγίδα στο χέρι, η θεια δεν έβλεπε καλά, και δίνοντάς μου μια βελόνα, με παρακάλεσε εμέ να της τη βγάλω. Την κάθισα στον καναπέ δίπλα μου και πήρα το ανασκουμπωμένο μπράτσο της στα γόνατά μου για να μου δώση χέρι καλήτερα. Έβαλε τάλλο το χέρι της στον ώμο μου κι ακκούμπησε κει το κεφάλι. Έκαμα την εγχείριση, γύρισα και την κοίταξα και την άφησα να ξαναπάη στη δουλειά της. Πολλή ώρα ύστερα ένοιωθα το ανατρίχιασμα από το γγίξιμο, άκουγα στο μάγουλό μου το γαργάλισμα από την ανάσα της. Είχα τόσο τη ντροπή, το φόβο της γυναίκας; Δεν το πιστεύω. Είταν ο σεβασμός στο σπίτι που με φιλοξενούσε, είταν τα όσα άκουσα από τη θεια για τη Μαρία, που με κρατούσανε; Μπορεί. Κοντά σ' αυτά όμως ο τρόπος της Μαρίας είχε κατιτίς παράξενο, το μάτι της κάτι ξερό και θλιβερό μαζί. Πολλές φορές, εκεί που φλυαρούσε και μωρολογούσε, κοβόταν άξαφνα η όρεξη της και σώπαζε. Έτσι που με ξάφνιζε και μ' ενοχλούσε. Μα τόβρισκα και φυσικό. Γιατί όσο κι αν η θεια, με όλη την αναγνώριση που της είχε, θαρρούσε την αφοσίωση της Μαρίας σα φυσική υποχρέωση στο σπίτι, όπου μεγάλωσε κ' έφαγε το ψωμί του, όμως κ' εμένα δε μου φαινότανε λιγώτερο φυσικό, πως ένα κορίτσι δεν παρατούσε τον εαυτό του δίχως καμιά θλίψη ολότελα.

Θάχε περάσει κοντά μήνας από τότε που ήρθα κι ο Νίκος ούτε φαινότανε ούτε ακουγότανε.

«Δεν είναι από καλό του», έλεγε πάντα η θεια, σαν ερχότανε η κουβέντα του.

Ο θειος είτανε πιο πολύ αισιόδοξος. Πότε υποψιαζότανε πως θα μπήκε για περσότερο καιρό στη φυλακή και ντράπηκε να το γράψη, πότε πάλι πίστευε πως καρτερεί να πουλήση τα καπνά σε καλή τιμή και νάρθη να τους ξαφνίση με τα χρήματα. Η Μαρία άκουγε δίχως να μιλή. Μου έρριχνε κάποτε καμιά λοξή ματιά μονάχα.

Ένα βράδι, που είχε ξανασυζητηθή το πράμα στο τραπέζι, σαν ήρθε ύστερα μέσα στην κάμαρα, μου είπε άξαφνα κοιτώντας με στα μάτια:

«Να σε ρωτήσω κατιτίς, θα μου πης την αλήθεια;»

Αν ξέρω, θα σου την πω», αποκρίθηκα.

«Στη ζωή σου;»

«Στη ζωή μου».

«Έχει ο Νίκος καμιά αγαπητικιά στην Αθήνα;»

Δεν πιστεύω — δεν ξέρω».

«Δεν μπορεί, θα ξέρης. Μούκαμες όρκο τη ζωή σου. Πες μου το· μη φοβάσαι, δεν το λέω της θειας».

Με ξανακοίταξε με τέτοιον τρόπο, που αν ήξερα πράγματι, θα της τόλεγα.

«Στην Αθήνα όχι», απάντησα.

«Στη Σύρα;»

«Πού να ξέρω!»

«Ξέρεις και δεν το λες. Γι' αυτό κάθεται κει».

Έσκυψε στο πλέξιμό της.

«Πάνε τα καπνά», μουρμούρισε σε λίγο.

«Και γω φοβούμαι, πάνε», μου έφυγε και μένα ο λόγος.

Γύρισε και με κοίταξε δίχως να μιλήση.

Θυμήθηκα πως περίμενε κι αυτή το μερδικό της από τα καπνά κι όσο κι αν είμουνα βέβαιος πως δεν το πολυπίστευε, όμως μετάνοιωσα που της έκοψα έστω και μια μικρή μονάχα ελπίδα. Θέλησα να σκεπάσω το λάθος μου, γυρίζοντας την κουβέντα σταστεία:

«Εγώ σου είπα ό, τι ήξερα σ' ότι με ρώτησες. Θα μου πης και συ να σε ρωτήσω;» της είπα.

Με κοίταξε:

«Τι;»

«Εσύ δεν αγαπάς κανένανε;»

Κοκκίνησε και ξανάσκυψε στη δουλειά της.

«Ντρέπεσαι να το πης· σ' έπιασα». Σηκώθηκα και τη ζύγωσα.

Δεν κουνήθηκε. Της έπιασα με τα δυο μου χέρια το κεφάλι και την κοίταξα στα μάτια:

«Κάποιον αγαπάς».

Με κοίταξε αμίλητη.

«Κάποιον αγαπάς», ξαναείπα και έσκυψα πιότερο απάνω της.

Μια τρυπησιά, που μούδωσε στο χέρι με τη βελόνα της, μ' έκανε να της αφήσω το κεφάλι και να καθήσω στην καρέκλα μου.

Σηκώθηκε κ' έφυγε δίχως να μου κάμη το κρεβάτι καθώς πάντα. Την άλλη μέρα μου φάνηκε πως είτανε θυμωμένη. Όμως το βράδι ξαναήρθε και φλυάρησε στην κάμαρα του Νίκου.

Ο θειος με πήρε ένα απόγεμα και πήγαμε στο χτήμα της θειας καμιά ώρα όξω από τη χώρα. Είτανε ζεστή χινοπωριάτικη λιακάδα, ο κάμπος χλοϊσμένος, ήσυχος, ο κόσμος όργωνε, έσπερνε, τα κοπάδια βοσκούσαν κ' έτσι άνοιξε περσότερο η διάθεση του θειου. Εκεί μου ανάπτυξε και μου ξήγησε επιτόπια τις μεταρρύθμισες που είχε στο νου του. Μου μιλούσε για σπίτια, για μαντριά, για ξεχερσώματα, γι' αυλάκια και χαντάκια, γι' αλώνια και για λιάστρες και για στέρνες και δεν ξέρω για τι άλλο με τόση ζωηράδα, σα να τάβλεπε πραματικά μπροστά του. Έδειχνε τη θέση του καθενός, περίγραφε τη λειτουργία του, λογάριαζε τα έξοδα, τα έσοδα, τα κέρδη. Εγώ εννοείται δεν έβλεπα άλλο από μια ξυλάστρα σε μια λαγκαδιά με ράχες χαμηλές όλο και πέτρα γύρω, ένα μισογκρεμισμένο σπίτι, ένα πηγάδι μ' ένα φράξο δίπλα του και μ' έναν άδειον περιστεριώνα, ένα ξερόρεμα στο σύνορο και κει κοντά σ' ένα γούπατο βαρκό μιαν άπλα με κλήματα, που κρεμόντανε απάνω τους τα τελευταία κίτρινα φύλλα. Κατάλαβα πως είταν η σταφίδα, που μου είχε πει η Μαρία πως τη φυτέψανε, όταν οι άλλοι λογαριάζανε να ξεριζώσουν τις δικές τους, κ' η θεια κλαιγότανε πως το καλλιέργημά της τρώει διπλά έξοδα από τα έσοδα που δίνει.

Αφού ο θειος μου έκαμε καφέ και για να με περιποιηθή καλήτερα έκοψε κ' ένα πεπόνι από τα κρεμασμένα στο ταβάνι του σπιτιού, αφού τάγισε έπειτα και το σκύλο που είχε κει για να του φυλά το χτήμα, με πήρε και με πήγε μισή ώρα μακρήτερα ίσια με τη μάννα του νερού, που ερχότανε, καθώς μου είπε, από το ποτάμι που περνούσε πίσω από τις ράχες. Σε κάποια βραδινή κουβέντα μας πριοτήτερα μου είχε αναπτύξει ένα άλλο σκέδιο γενικώτερο· πώς θα μπορούσε να ποτιστή όλος ο κάμπος από το νερό της μάννας. Σ' αυτό το σκέδιο βάσιζε το πρόγραμμά του μια φορά που γύρεψε να γείνη δήμαρχος στον τόπο. Μα τα κόμματα δεν τον αφήσανε να βγη. Τον πολεμήσανε. Αυτόν τον πόλεμο και το ναυαγισμένο σκέδιό του ξαναθυμήθηκε και τώρα και με την ομιλία αυτή γυρίσαμε στο σπίτι. Είχε νυχτώσει καλά κ' η θεια μας καρτερούσε ανήσυχη γιατί είμαστε χωρίς παλτά. Τα βράδια είταν κρύα.

Ο θειος, κουρασμένος καθώς είτανε, νύσταξε γλήγορα ύστερα από το φαγί. Πέρασα και γω στην κάμαρά μου. Ζέστα γλυκειά κι αναλαμπή από τη γωνιά με ξαφνίσανε, καθώς άνοιξα την πόρτα.

Η Μαρία ήρθε αποπίσω με τη λάμπα.

«Σαν έλειψες, σφουγγάρισα την κάμαρα και σου άναψα λίγη φωτιά για να στεγνώση», είπε αφίνοντας τη λάμπα στο τραπέζι.

Γύρισα και την κοίταξα. Μου φάνηκε σαν αλλοιώτικη. Είχε ριγμένο στις πλάτες της ένα κόκκινο σαλάκι. Και της πήγαινε. Έβαλα το χέρι μου στον ώμο της κ' έκαμα να τη φέρω πιο κοντά μου.

«Δεν έστρωσα της θειας ακόμα», είπε και τραβήχτηκε.

Δεν έκαμα να την κρατήσω. Όσο να γυρίσω εκείθε, είχε κλείσει την πόρτα πίσω της. Φουρκίστηκα με τον εαυτό μου. Να την αφήσω να μου φύγη! Άκουγα τα πατήματά της όξω στο σαλότο, που πήγαινε κ' ερχότανε, κι ανατρίχιαζα προσμένοντας νανοίξη η πόρτα και να ξανάμπη με το πλέξιμό της, όπως κάθε βράδι.

Μα άξαφνα η θεια της φώναξε από μέσα: «Δεν ακούς, μωρή; Βροντάει κάτω η αυλόπορτα».

Στάθηκα μια στιγμή τεντώνοντας το αυτί. Έπειτα πετάχτηκα κι άνοιξα την πόρτα μου, την ώρα που η Μαρία έτρεξε προς την μπασιά.

«Ο Νίκος θάναι», μου είπε η θεια βγαίνοντας από την άλλη πόρτα:

«Πάει η οργισμένη δίχως φως. Δεν παίρνεις από μέσα το λυχνάρι;»

Πήγα στην κουζίνα και το πήρα και βγήκα στην ταράτσα. Προτίμησα να φέξω από κει στην αυλόπορτα. Καθώς έπεσε το φως κάτω, μου φάνηκε πως είδα έναν ίσκιο που έσπρωχνε τη Μαρία από πάνω του.

«Έλα φέξε μας στη σκάλα», είπε μια φωνή. Είτανε του Νίκου.

Πήγα με το φως στη σκάλα. Ο Νίκος μπρος και πίσω του η Μαρία ανέβαζαν ένα μπαούλο. Παραμέρισα και περάσανε.

«Την έφαγες, ε; Μήτ' ένα δίπλωμα δεν είσαι άξιος να πάρης, κακομοίρη!» είταν ο πρώτος λόγος του Νίκου, μόλις άφησε το μπαούλο στην κορφή της σκάλας: «Έλα, βόηθα και συ· κουράστηκα», είπε και πήρε το φως από τα χέρια μου.

Μπάσαμε με τη Μαρία μέσα το μπαούλο και κείνος ακολούθησε. Η μητέρα του ξαφνίστηκε καθώς τον είδε:

«Μπα, παιδί μου, θέατρο γίνηκες!» του είπε.

Κατάλαβα πως εννοούσε το ξουρισμένο μουστάκι του:

«Είναι μόδα τώρα Θεια», της είπα.

Ο Νίκος δεν έδωσε απόκριση και τράβηξε στην κάμαρα του:

«Μου άναψες και φωτιά· καλά μου έστρωσες εδώ», μου είπε ρίχνοντας ματιά στη Μαρία, που έτρεξε κοντά του και τονέ ρώτησε αν έφαγε.

«Όχι· έχετε τίποτες;» της είπε.

«Αυγά θα σου τηγανίσω».

Δεν της απάντησε. «Πώς την έπαθες, βρω κουτεντέ;» γύρισε πάλι σ' εμένα.

«Να σου τηγανίσω αυγά;» ξαναρώτησε η Μαρία.

«Τηγάνισε ότι διάολο θέλεις». Κάθησε στον καναπέ, πετώντας το καπέλο του στο τραπέζι.

Ο θειος τον άκουσε φαίνεται από μέσα και του φώναξε.

«Τι ρεκάζει, Δεν έρχεται δω;» είπε ο Νίκος.

«Είναι πεσμένος», του είπε η μάννα του — «έλα μια στιγμή μέσα να σε δη».

«Αύριο με βλέπει· τώρα είμαι κουρασμένος». Ξαπλώθηκε καλήτερα στον καναπέ.

Ο πατέρας του ξαναφώναξε από μέσα.

«Δεν τονέ λυπάσαι γέροντ' άθρωπο να τονέ σηκώσης από το στρώμα», του ξαναείπε η μάννα του.

«Με σκότισε κι αυτός και συ κατάλαβες;» Γύρισε κατά τη φωτιά, μουρμουρίζοντας κάτι, στίχους μου φάνηκε.

Ο πατέρας του δεν ξαναφώναξε κι ο Νίκος έμεινε λίγες στιγμές στην ίδια θέση. Έπειτα σηκώθηκε άξαφνα και τράβηξε προς την τραπεζαρία. Η μάννα του τον ακολούθησε και η περιέργεια μ' έσπρωξε κ' εμέ να πάω κοντά τους.

Οι γέροι δεν είχανε ξεχωριστή κρεββατοκάμαρα και κοιμόντανε στην τραπεζαρία. Ένα καντήλι τη φώτιζε θαμπά από το τζάκι και καθώς μπήκα, είδα το θειο ανακαθισμένο στο στρώμα του δίπλα στη γωνιά. Φορούσε το νυχτικό άσπρο σκούφο του κ' είχε ριχτή στους ώμους μια παλιορόμπα.

«Καλώς ώρισες», είπε του Νίκου.

Τούτος αφού του έδωσε το χέρι, κάθισε στον καναπέ. Η μάννα του και γω σταθήκαμε κοντά στην πόρτα κι αποπίσω μου έτρεξε η Μαρία από το μαγεριό.

Πέρασε μια στιγμή αμίλητη.

«Ε, τι χαμπέρια;» είπε τέλος ο θειος.

Ο Νίκος δεν απάντησε.

«Πώς πέρασες στο ταξίδι;»

«Καλά», μουρμούρισε ο Νίκος.

Πέρασε πάλι μια στιγμή δίχως να πη τίποτε κανείς.

«Και τα καπνά — ; Τα πούλησες καλά;» ρώτησε πάλι ο πατέρας του.

«Πούλησα ένα μέρος», είπε ο Νίκος.

«Και τάλλα;»

«Τάφησα».

«Πού; σε ποιόνε τάφησες;»

«Σ' άνθρωπο δικό μου».

«Πάνε τα δόλια τα καπνά», αναστέναξε ο θειος χτυπώντας τα χέρια.

Η θεια σταύρωσε τα δικά της κ' έσκυψε το κεφάλι. «Σε ποιόνε τάφησες, μωρέ; Πού τάφησες; Στη Σύρα;» ξαναρώτησε απελπισμένα ο πατέρας του.

«Μαρία! Διάολε! Φέρε μου να φάω», φώναξε ο Νίκος.

Η Μαρία έτρεξε στο μαγεριό.

«Δε φταις εσύ· έχει δίκιο η μάννα σου. Εγώ δε βάζω ακόμα γνώση. Μα δε σε πάντεχα τόσο μαγκούφη», ξαναφώναξε ο θειος.

«Σώπα, κάνε μου τη χάρη· δεν ήρθα για καυγάδες», είπε ο Νίκος ατάραχα.

Η Μαρία ήρθε και κατέβασε τη λάμπα, που κρεμότανε στη μέση της κάμαρας απάνω από ένα στρογγυλό τραπέζι. Είταν η λάμπα που είχε στο μαγαζί του ο θειος τον καιρό που είταν έμπορος.

«Δε μου λες κάνε πόσα πούλησες και πόσα άφησες, προκομμένε», ρώτησε ο γέρος.

«Μέσα έχω τη σημείωση· αύριο τη βλέπεις», απάντησε ο Νίκος.

Η Μαρία άναψε τη λάμπα κ' έκανε να βάλη το γιαλί.

«Τι αύριο, διάολε!» θύμωσε ο πατέρας του: «Δεν ξέρεις πόσα πούλησες; Πόσα λεφτά έφερες;»

«Να φάω πρώτα και σου λέω», ξαναείπε ο Νίκος ήσυχα.

«Τήρα αυτάδεια! Να φάη πρώτα ο γάιδαρος!» φώναξε ο θειος και τινάχτηκε ορθός.

Ο Νίκος σηκώθηκε κι αυτός με ορμή. Μα καθώς έκαμε να περάση, σκούντησε με τον αγκώνα τη Μαρία και τουτηνής της έφυγε το γιαλί από το χέρι κ' έπεσε κομάτια απάνω στο τραπέζι.

«Σ' τον πήρε ο διάολος τον κέφαλο και σένανε! Δεν τηράς μπροστά σου· μπας και σου φύγη λόγος!» φώναξε πάλι ο θειος και χύμησε απάνω της με σηκωμένο χέρι.

Η θεια μπήκε στη μέση. Ο Νίκος γλύστρησε στο μεταξύ από την πόρτα. Τον ακολούθησα στην κάμαρά του.

«Πώς φέρνεσ' έτσι στον πατέρα σου;» έκαμα να του πω.

«Εσύ κοίτα τη δουλειά σου», μου απάντησε απότομα: «Πότε θα ξαναδώσης εξέτασες;»

«Άμα ξαναπάς και συ για εμπόριο».

Γελάσαμε κ' οι δυο. Έβγαλε κι άναψε τσιγάρο.

Η Μαρία ήρθε να του βάλη τραπέζι: «Πήγα ναν τη φάω εγώ», του είπε.

«Οι γυναίκες είναι για να δέρνουνται. Φέρε γλήγορα να φάω».

«Φαίνεσαι που έρχεσαι από την Ανατολή», του είπα.

Σεργιάνισε στην κάμαρα κοιτάζοντας χάμω.

«Είναι όμορφη η Σμύρνη;» τονέ ρώτησα σαν έφυγε η Μαρία.

«Γιατί δε μούστειλες τα χρήματα, παλιάθρωπε;» είπε σταματώντας.

«Γιατί δεν είχα».

«Δεν ξέρεις τι μου χάλασες!» Ξανασεργιάνισε πέρα δώθε.

«Μα πώς βρέθηκες ξαφνικά στη Σμύρνη;»

«Σωστό ρομάντσο, τραγικό ρομάντσο».

Η Μαρία, μπαίνοντας με το φαγί, τον έκοψε. Κάθησε στο τραπέζι κι άρχισε να τρώη.

«Τι μου τόφερες έτσι το τυρί;» της φώναξε άξαφνα. «Θες να σ' το πετάξω στο κεφάλι; Δεν ξέρεις πως το θέλω ξεροτηγανισμένο;»

«Εσύ με βίασες. Ναν το ξαναβάλω στη φωτιά».

Η Μαρία έκαμε να πάρη το πιάτο.

«Έλα, άσ' το. Φέρε μου κρασί».

Η Μαρία πήγε κ' έφερε τη μπουκάλα.

«Αυτό έχει μοναχά;» της είπε ο Νίκος, σαν είδε πως δε γέμισε καλά το ποτήρι.

«Καλά που έμεινε κι αυτό· πού να το ξέραμε πως θάρθης, να παίρναμε πιότερο».

«Δεν έπαιξε το μάτι σου; Δεν καρτερούσες τίποτες;»

Η Μαρία τον κοίταξε στα μάτια.

«Σα μ' άφησες δίχως κρασί, θα τα πετάξω στη φωτιά και γω», είπε ο Νίκος αδειάζοντας το ποτήρι.

Ο πατέρας του, που δεν έπαψε να τρώγεται μέσα με τη θεια, τη στιγμή αυτή φώναξε δυνατότερα.

«Θα μου βγάλη το φαγί από τη μύτη!» είπε ο Νίκος κι άφησε με βρόντο το ποτήρι στο τραπέζι.

«Δεν πιστεύω νάκλεισε το κρασοπουλιό καρσί· δος μου να πάω να γεμίσω την μποτίλια», είπε η Μαρία.

Σα να μην την πρόσεξε. Έμεινε λίγες στιγμές συλλογισμένος: «Στάσου πρώτα», είπε κ' έβαλε το χέρι στην τσέπη. Έβγαλε ένα μάτσο χαρτονομίσματα, κράτησε μερικά — εικοσιπεντάρικα μου φανήκανε — κ' έδωσε τάλλα της Μαρίας: «Σύρε μέσα δος του τα, να συχάση».

Η Μαρία τα πήρε και βγήκε.

«Θα τονέ δης που θα σωπάση», γύρισε και μου είπε εμένα.

«Πούλησες λοιπόν καπνά;» τονέ ρώτησα.

Ξακολούθησε το φαγί του δίχως ναπαντήση.

Η Μαρία ξαναήρθε σε λίγο.

«Ε, τι είπε;» ρώτησε ο Νίκος.

«Γύρεψε και του πήγα το κερί. — Να πάω για κρασί τώρα;» είπε η Μαρία και πήρε τη μπουκάλα: «Ας έβγη ένας σας να σταθή στην ταράτσα· μοναχή φοβάμαι».

Σηκώθηκα, άδραξα την μποτίλια από το χέρι της και βγήκα.

Άμα γύρισα, βρήκα τη Μαρία που σήκωνε τα πιάτα.

«Καθένας νοιώθει τον προορισμό του», είπε ο Νίκος και με κοίταξε με χαμόγελο: «Τη ζωή δεν τη γελάς».

«Καλά· μα δε μας λες λοιπόν πώς πέρασες στη Σμύρνη;»

«Υπέροχα. Σαν όνειρο». Σώπασε μια στιγμή και με κοίταξε: «Νέος κόσμος», ξακολούθησε, «τρανός κόσμος. Οι τούρκοι είνε λαός κυρίων. Είχε δίκιο ο Μπίσμαρκ. Εκεί ένοιωσα τι θα πη κύριος. Να μην είμαι τούρκος!»

Η Μαρία, που μπήκε κείνη τη στιγμή με δυο ποτήρια στο χέρι, τον κοίταξε ξαφνισμένα. Απίθωσε τα ποτήρια στο τραπέζι και τα γέμισε κρασί.

«Ναι, τούρκος! Ανώτερος λαός, αριστοκράτης», ξαναείπε ο Νίκος πίνοντας από το ποτήρι του.

«Γνώρισες πολλούς τούρκους;» τονέ ρώτησα.

«Τι, είναι τούρκοι στη Σύρα;» πετάχτηκε η Μαρία.

«Τούρκοι μονάτοι· μέρος τούρκικο δεν είναι;»

«Ώστε σου αρέσανε· λαός πολιτισμένος, ε;» τον κοίταξα γελώντας.

«Τι θα πη πολιτισμός;» θύμωσε· «η ευρωπαϊκή οχλοκρατία; Η κατάπτωση, η παρανόηση της ζωής; Των ωρών ο γύρος στην Ασία θα σταματήση». Άδειασε το ποτήρι του και γύρεψε από τη Μαρία και του το ξαναγέμισε.

«Έμεινες πολύ στην Αθήνα τώρα;» ρώτησα.

«Ούτε ανέβηκα· θάτανε τέλεια απογοήτεψη έπειτα από το δράμα της Ιωνίας. Έπρεπε ναπομονωθώ».

Η Μαρία έστεκε και τον κοίταζε.

«Ε, Μαρία, τι κάθεσαι; Δεν πας να κοιμηθής; Δε σου έφερα τίποτες. Μην καρτεράς», της είπε.

«Καρτερώ να μου πης πού να σου στρώσω», μουρμούρισε η Μαρία.

«Πού αλλού από το κρεββάτι μου;»

Η Μαρία γύρισε και με κοίταξε.

«Κοιμούμαι δω στον καναπέ», είπα.

«Όχι, φίλε μου· δεν μπορώ να κοιμηθώ με άλλονε στην ίδια κάμαρα. — Στρώσε στη σάλα».

Η σάλα είταν πλαγινά στην κάμαρά του κ' η Μαρία μπήκε κει να συγυρίση. Ο Νίκος σηκώθηκε και περπατούσε:

«Είταν αποκάλυψη αυτό το ταξίδι. Πρέπει να μετουσιωθή σ' ένα έργο», είπε σα μονολογώντας.

«Ρομάντσο ή — », έκαμα να τονέ ρωτήσω.

«Δράμα, δράμα· είταν τόσο τραγικό».

«Καμιά ερωτοδουλειά;» ρώτησα σιγά, όταν η Μαρία έφυγε από τη σάλα.

«Κι αυτό μαζί· όλος ο κόσμος· εκεί ένοιωσα τον Μπάιρον. Πρέπει να νικηθή η Μοίρα».

«Διηγήσου μου λοιπόν».

«Τι να σου διηγηθώ! Δε διηγούνται αυτά. Τα ζει κανένας μόνο· τα αισθάνεται. Είναι δράμα, σου είπα. Πρέπει να μονωθώ και να το γράψω. Τι είναι αυτή η Ανατολή!»

«Καμιά χανούμισσα;»

«Κι αυτή. Είναι πολλά· αδιήγητα».

Η Μαρία ξαναήρθε μέσα.

«Δε σου είπα διάολε! δε σου τάφερα. Μην καρτεράς».

«Ήρθα να σου στρώσω καθαρά σεντόνια», είπε κείνη μουδιασμένα.

Ο Νίκος περπάτησε πάλι πέρα δώθε, κοιτάζοντάς την που συγύριζε το κρεββάτι του. Μα σε λίγο, σα να του ήρθε ξαφνική ιδέα.

«Φέξε μου δω», μου είπε εμένα κ' έκαμε κατά την πόρτα.

Πήρα τη λάμπα και πήγα κοντά του στο σαλότο. Άνοιξε εκεί το μπαούλο του, έψαξε μέσα σ' ένα ανακάτωμα από ασπρόρρουχα πλυμένα κι άπλυτα, χαρτιά, παπούτσια, κ' έβγαλε ένα δεματάκι.

Γυρίσαμε στην κάμαρα.

«Έλα να σ' τα δώσω», είπε της Μαρίας.

«Τάφερες;» είπε κείνη γελαστή, απλώνοντας το χέρι.

Ο Νίκος ξετύλιξε το δέμα: «Έλα, άπλωσε το πόδι σου», της είπε.

Η Μαρία κατέβασε τα μούτρα: «Δε σου είπα γω παντόφλες», μουρμούρισε.

«Για δες τις πρώτα», είπε ο Νίκος κρατώντας τις ψηλά μπροστά της.

Είταν ένα ζευγάρι χρυσοκεντημένα πασουμάκια.

«Έλα, φόρεσέ τις».

«Έτσι;» είπε η Μαρία κ' έδειξε τα πόδια της. Είτανε ξυπόλυτη, καθώς σφουγγάρισε.

«Έτσι τις φορούν οι τούρκισσες».

Η Μαρία τις φόρεσε και περπάτησε στην κάμαρα, κοιτάζοντας τα πόδια της: «Ίσα ίσα μούρχονται», είπε με χαμόγελο: «Μα εγώ σου είπα παπούτσια», ξαναμουρμούρισε κοιτάζοντας το Νίκο.

«Σα δε σ' αρέσουνε, φέρ' τις πάλε δω», έκαμε θυμωμένα εκείνος.

Δεν τον πρόσεξε. Τις έβγαλε, τις κοίταξε, τις ξανακοίταξε και τις φόρεσε πάλι και κοίταξε τα πόδια της: «Έτσι τις φορούν αλήθεια οι τούρκισσες;» είπε.

«Έτσι», αποκρίθηκε ο Νίκος.

«Βγαίνουν έτσι στο δρόμο;»

«Οι τούρκισσες δε βγαίνουνε στο δρόμο».

«Τότες πού τις είδες;»

«Στα μπαλκόνια, στις αυλές τις είδα».

Η Μαρία τον κοίταξε.

«Στάσου μια στιγμή», της είπε ο Νίκος. Μπήκε στη σάλα, ξέστρωσε το σεντόνι από τον καναπέ και γύρισε και την τύλιξε μ' αυτό, αφίνοντας να φαίνουνται μόνο τα μάτια της κ' οι άκρες από τα πασουμάκια: «Σύρε δες μέσα στον καθρέφτη», της είπε· «έτσι είναι οι τούρκισσες».

Πήρε τη λάμπα και της έφεξε. Η Μαρία στάθηκε αντίκρυ στον καθρέφτη και κοιτάχτηκε μια στιγμή:

«Και δε σκιάζουνται τα παιδιά που τις βλέπουν;» είπε πετώντας το σεντόνι αποπάνω της.

Ο Νίκος δεν απάντησε. Σεργιάνιζε στη σάλα.

Η Μαρία, αφού ξανακοιτάχτηκε στον καθρέφτη στρίβοντας τα πόδια για να τα δη πώς φαίνουνται κι από τις φτέρνες, κάθησε κάτω κ' έβγαλε το ένα πασουμάκι: «Με το χέρι είναι κεντισμένο· στον κατηφέ», είπε κοιτάζοντας το. «Πόσο έχουνε;» ρώτησε το Νίκο.

«Τι σε μέλει; Σ' αρέσουνε μονάχα;» της είπε κείνος.

Η Μαρία ξαναφόρεσε το πασουμάκι και σηκώθηκε. Ο Νίκος πήρε τη λάμπα και ξαναήρθαμε στην κάμαρά του:

«Σύρε κοιμήσου τώρα», της είπε, «κι αύριο — »

«Κι αύριο τι;» Η Μαρία τον κοίταξε στα μάτια.

«Άντε τώρα», τη σκούντησε.

Έκαμε να φύγη, μα την κράτησε. «Στάσου πρώτα», της είπε, την πήρε στη σάλα, της μουρμούρισε κάτι και γύρισε σε με.

Τον κοίταξα. Γέλασε κι άδειασε το ποτήρι του.

Σε λίγο μπήκε η Μαρία μέσα σκεπασμένη πάλι με το σεντόνι. Με κοίταξε κατάματα, κούνησε το κεφάλι και γύρισε κ' έφυγε από την πόρτα.

Άρχισα να τα χάνω λιγάκι.

«Έτσι την είδα», μου είπε σιγαλά ο Νίκος, «έτσι απάνω κάτω. Γυρίζω με τόνειρο σπασμένο. Μα πρέπει να νικηθή η Μοίρα». Γέμισε πάλι το ποτήρι κ' ήπιε.

«Μα λέγε μου λοιπόν, ποια είδες έτσι;» τονέ ρώτησα.

«Τι να σου πω! Δεν τάδες;»

«Τι να δω;»

«Τα πασουμάκια».

«Πού ταγόρασες;»

«Ηλίθιε!»

«Τότε πού τα βρήκες;»

«Νάξερες τι ιστορία έχουνε! Να μπορούσα να σου την πω!»

«Νισάφι· πες λοιπόν!»

«Τι να σου πω! Την ξέρεις την Κόρη των Αθηνών του Μπάιρον;»

Κούνησα το κεφάλι για να γλυτώνω.

«Ε λοιπόν, την είδα ζωντανή», μου είπε κοιτάζοντάς με.

«Τη Μαριγώ Χασάπη;» ρώτησα γελώντας.

«Τη σκλάβα, τη σωστή γυναίκα. Έζησα μια τραγωδία. Να μούστελνες τα χρήματα — ».

«Τι θάκανες;»

Δε μου απάντησε. Κάθησε μπροστά στο τραπέζι με σκυμμένο το κεφάλι.

«Είναι το μόνο σημείο που συμφωνώ με το Σοπενάουερ», γύρισε και μου είπε άξαφνα σε λίγο.

Τον κοίταξα.

«Δεν αρκούνε δυο θέλησες», ξακολούθησε, «χρειάζεται κ' η θέληση του Παντός. Κ' έτσι αρχίζει η τραγωδία της ζωής. Ο αγώνας με τη Μοίρα. Ήρωας είναι όποιος τη νικά. Αυτό θάναι το δράμα μου».

Έσκισε δυοτρείς φορές αμίλητος την κάμαρα κ' έπειτα στάθηκε μπροστά μου: «Έλα, πιε», είπε γεμίζοντας τα ποτήρια. «Στη θύμησή της! Του ποιητή του είναι δοσμένο να γεύεται τις τραγικότητες. Γι' αυτό ζει στόνειρο· με τους ίσκιους, με τις προβολές της βάναυσης ζωής. Η ζωή χωρίς την τραγικότητα είναι πλήξη. Έλα, πιε στη θύμησή της!»

Ήπιαμε.

«Θα μου πης λοιπόν την ιστορία;» έκαμα να του πω.

«Ο ποιητής δε βεβηλώνει το είναι του. Πιε, πιε μονάχα».

Μα η μπουκάλα είχε αδειάσει.

«Σύρε ξαναγέμισέ τη», μου είπε όταν το παρατήρησε.

«Θα κλείσανε τώρα», του απάντησα.

Ξαπλώθηκε στον καναπέ κ' έμεινε αμίλητος. Δοκίμασα να τον ξαναρωτήσω κάτι, μα δε μου έδωσε απόκριση. Τέλος βαρέθηκα και γω και προτίμησα να τον αφήσω να ησυχάση.

5

Είταν αργά άμα σηκώθηκα την άλλη μέρα. Είχα ξυπνήσει την αυγή, μου φάνηκε πως άκουσα μιλήματα μέσα στην κάμαρα του Νίκου, μα η νύστα μου νίκησε την περιέργεια και ξανάκλεισα τα μάτια.

Άμα ντύθηκα, έκαμα να μπω στην κάμαρα του Νίκου, μα η πόρτα είτανε συρτωμένη από μέσα κ' έτσι πήγα στην τραπεζαρία. Βρήκα τη θεια καθισμένη με τη ρόκα της κοντά στη φωτιά και σκουντουφλιασμένη. «Παρακάτσατε τη νύχτα με τον προκομμένο», με ρώτησε σε λίγο αφού κάθησα εκεί κοντά της· «τι σούλεγε;»

«Τίποτες· κουβεντιάζαμε», της είπα: «Πού είναι τος; δεν ξύπνησε ακόμα;»

«Σύρε μέσα να τονέ δης' κλειδώθηκε· δεν άφησε ούτε τον πατέρα του να μπη». Αναστέναξε: «Κλειδώθηκε και γράφει με τη λάμπα. Τον πειράζει ο ήλιος, λέει, κ' έκλεισε το παραθύρι. Κάποιος λέει νάχη τον ήλιο κι αυτός καίει φως μέρα μεσημέρι. Και νάτανε κάνε φτηνό και το πετρέλαιο».

Η Μαρία μου έφερε καφέ. Η όψη της γελούσε. Τον άφησε στο τραπέζι και γύρισε να φύγη.

«Έλα δω, μωρή· τι κάνει μέσα;» της φώναξε η θεια.

«Ξέρω γω; Σαν και ξαναπήγα μέσα;» είπε η Μαρία αδιάφορα.

Γύρισα και την ξανακοίταξα. Είτανε χτενισμένη, πιο συγυρισμένη και στα πόδια της φορούσε τα πασουμάκια.

«Είδες τι της έφερε;» μου είπε η θεια.

«Όμορφα είναι», μουρμούρισα.

«Μούφερε και τα παπούτσια· με κουμπιά και με λουστρίνι», είπε γελούμενα η Μαρία: «Να τα φέρω να τα δης;»

Και βγήκε γλήγορα χτυπώντας τα τακούνια από τα πασουμάκια.

«Μου πήρε ταυτιά από την αυγή με το βρόντο· μα ας τα χαρή μια μέρα η κακομοίρα. Κορίτσι είναι κι αυτή», είπε η θεια.

Η Μαρία γύρισε, με τα παπούτσια. Είταν από τα έτοιμα που πουλούνε στο Αναβρυτήριο

«Καλά δεν είναι;»

Τα πήρα κ' έκαμα πως τα κοίταζα: «Ωραία είναι», της είπα.

«Σαν κοντά μου κάζονται· δε σε στενεύουνε;» ρώτησε η θεια.

«Αμπά! Σα νάτανε παραγγελιά. Να δης να τα φορέσω».

Μου τάδραξε από το χέρι. Μα μόλις κάθησε να τα φορέση, ο Νίκος τη φώναζε από μέσα. Τάφησε κ' έφυγε γλήγορα.

Κάθησα να πιω τον καφέ μου και πήρα την εφημερίδα από το τζάκι. Της θειας της άρεσε νακούη τα νέα κι αν και μου είταν κάπως βαρετό να κάθουμαι να της ξηγώ κάθε φράση που διάβαζα, όμως για χάρη της θυσίαζα πρόθυμα μια ώρα κάθε πρωί.

Εκεί που άρχισα να της διαβάζω, η Μαρία μας έκοψε, ξαναμπαίνοντας μέσα με δυο κονίσματα στα χέρια της.

«Τι είν' αυτά, μωρή;» ρώτησε η θεια.

«Μου τάδωσε ναν τα φέρω δω· δεν τα θέλει μέσα, λέει. Είναι ανεβασμένος στο τραπέζι και θέλει να κατεβάση και το κονοστάσι». Η φωνή της Μαρίας έτρεμε.

Η θεια πετάχτηκε άγρια στην πόρτα: «Σύρ' τα πάλι μέσα», είπε της Μαρίας, «βάλ' τα γλήγορα κει που είτανε. Όσο είμαι ζωντανή, το ορίζω γω το σπίτι μου».

«Μαρία! Έλα πάρε κι αυτά, μην τα πετάξω απ' το παράθυρο», φώναξε από την κάμαρά του ο Νίκος, ενώ η μάννα του έβγαινε στο σαλότο.

«Θα σε πετάξω πρώτα εσένα εγώ απ' το σπίτι, γάιδαρε», του φώναξε κ' η μάννα του και χύμησε να μπη στην κάμαρα.

Ο Νίκος πρόλαβε κ' έκλεισε την πόρτα: «Έλα, Μαρία, παρ' τα· αλλιώς θα τα πετάξω κάτω, σου είπα», ξαναφώναξε από μέσα.

Η Μαρία έκαμε να πάη από την άλλη πόρτα, μα η θεια την άρπαξε:

«Μην πειράξης, κακομοίρη, τίποτας, γιατί τζογάπι δε μου δίνεις. Βάλε πάλι τα κονίσματα στον τόπο τους, μην πας γυρεύοντας για μεγαλήτερα».

Ξαναχτύπησε δυνατά την πόρτα.

Μα αντίς νανοίξη αυτή, ακούστηκε νανοίγη το παράθυρο.

«Θα τα πετάξη αλήθεια», μουρμούρισε η Μαρία, σμίγοντας τα χέρια μπροστά στο στήθος κ' έτρεξε στο παράθυρο του μαγεριού.

Χύμησα κ' έπιασα τη θεια, που αγρίεψε περσότερο και χτυπούσε δυνατότερα την πόρτα, βρίζοντας ολοένα.

«Τα πέταξε», μου έκαμε νόημα η Μαρία, βγαίνοντας από το μαγεριό και τρέχοντας στη σκάλα.

«Έλα, άσε τον το ζουρλό, δεν τα πετά· έτσι το κάνει», γύρεψα να ησυχάσω τη θεια.

«Θα τον πετάξω όξω απ' το σπίτι μου. Θα φέρω την εξουσία», φώναζε κείνη.

Τρόμαξα να την μπάσω στην τραπεζαρία. Έπεσε τρέμοντας στον καναπέ. Την έπιασε το νευρικό της, καθώς τόλεγε.

Έτρεξα να κράξω τη Μαρία, ναρθή να τη βοηθήση. Τη βρήκα που ανέβαινε τη σκάλα κρατώντας το κονοστάσι που είχε πετάξει ο Νίκος από το παράθυρο. «Θα ρίξη ο θεός φωτιά να μας κάψη», μου είπε με δάκρυα, δείχνοντας ένα κόνισμα σπασμένο στη μέση.

Το άδραξα από το χέρι της και το απίθωσα χάμω: «Μην πης πως τα πέταξε», της είπα σιγαλά και την έσπρωξα στην τραπεζαρία, μπαίνοντας και γω μαζί της.

Πέρασε ώρα ως που να ησυχάση λίγο η θεια. Κόντευε πια μεσημέρι. Ξάφνω θυμήθηκα το κονοστάσι, που είχα αφήσει πριν όξω από την πόρτα και πήγα να το πάρω, μην τόβρη ο θειος που θαρχότανε κ' έχουμε νέες φασαρίες. Το πήρα κι αυτό και το σπασμένο κόνισμα και πήγα στην κουζίνα να τα κρύψω. Έβαλα το κονοστάσι μέσα στο κασόνι με τα κάρβουνα, το κόνισμα όμως δίσταζα να το πετάξω εκεί. Καθώς κρατούσα τα κομάτια του και τα κοίταζα, ξαφνίστηκα. Τα ταίριασα κι αν είχα τα χέρια μου άδεια, θάκανα αλήθεια το σταυρό μου. Τόσο παράξενος μου φάνηκε ο άγιος που είτανε ζωγραφισμένος εκεί. Φορούσε μακριά αρβανίτικη φουστανέλα ίσια με το γόνα και ψηλή τουρλωτή φέσα. Δε θυμούμαι καλά αν είχε τσαρούχια και βλαχόκαλτσες ή τουζλούκια. Απάνω από το κεφάλι του διάβασα τα λόγια «ο άγιος Γεώργιος ο εξ Ιωαννίνων». Δεν μπόρεσα να μη γελάσω κ' η Μαρία που ήρθε άξαφνα στην κουζίνα μ' έπιασε με το χαμόγελο.

«Γελάς», μου είπε· «δε λες θα μας οργιστή ο θεός; Είδες πώς τόκαμε; Να μη στοχάζεται την αμαρτία!» Δίπλωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος: «Δεν τάκουσες εψές; Γίνηκε τούρκος. Τώρα έχει ένα μακρί τσιμπούκι και καπνίζει».

«Δε φορεί και φέσι;» ρώτησα.

Δε μου απάντησε. Στάθηκε μια στιγμή: «Δε με κάνει και μένα τούρκισσα», είπε τινάζοντας γοργά από τα πόδια της τα πασουμάκια: «Δεν τα ξαναφορώ, δεν ξαναπηγαίνω μέσα!»

«Μην τα ξαναφοράς, μην ξαναπάς μέσα», της είπα σιγαλά κ' έπιασα το χέρι της.

Δε σήκωσε τα μάτια από χάμω.

«Κοίτα, άκου με, Μαρία», της ξαναείπα· «να, κρύψε πουθενά το κόνισμα, μην το δη η θεια. Κ' ύστερα, πάρε και ποδέσου ταχτικά, σα φρόνιμο κορίτσι που είσαι».

Μου έρριξε μια ματιά σαν ξαφνισμένη, πήρε το κόνισμα κι άφησε το χέρι μου.

6

Όταν ήρθε ο θειος το μεσημέρι, βρήκε ησυχασμένη τη θεια. Είτανε πεινασμένος, μα φαινότανε χαρούμενος. Αφού ρώτησε πώς το κάμανε το κρέας και βίασε τη Μαρία να βάλη γλήγορα τραπέζι, άρχισε να διηγάται πόσους ξεπλήρωσε όξω στην αγορά με τα χρήματα που είχε φέρει ο Νίκος. Η θεια έκανε πως δεν τον άκουγε. Μόνο σαν της είπε πως πλήρωσε και στο εμπορικό εκείνα που είχε ψουνίσει αυτή, γύρισε και τον έκοψε:

«Δέκα δραχμές τις έβαλε; Ενιά κι ογδοήντα είτανε. Να πας να τις γυρέψης πίσω τις δυο δεκάρες».

«Καλά, θα πάω», της απάντησε ο θειος και ξακολούθησε την κουβέντα του, δίχως να προσέχη στο μουρμούρισμά της:

«Ξανάσανα λιγάκι», είπε τέλος γυρίζοντας σε μένα.

«Τώρα νακούσουν κ' οι άλλοι πως γύρισε ο έμπορας και θα ιδής ξανάσασμα», ξαναπετάχτηκε η θεια από την άκρη της.

«Σώπα, γριά, μη σεκλετίζεσαι κι όλα θα κονομηθούνε. Δεν αφίνει κανέναν ο θεός να πάη χαμένος», της απάντησε ήσυχα ο θειος: «Ο Νίκος πού είναι; Δε βγήκε όξω;» ρώτησε τη Μαρία, που ήρθε κ' έβαζε τραπέζι.

«Μέσα είναι», είπε κείνη.

«Άντε φέρε το φαγί και πες του κι αυτουνού ναρθή να φάμε». Πήγε κ' έπιασε τη θέση του στην κορφή του τραπεζιού.

Κάθησα και γω στη δική μου, προσμένοντας με κάποια ανησυχία νέα ταραχή, άμα θάκουγε ο θειος πως δεν έρχεται ο γιος του στο τραπέζι. Η Μαρία έφερε το φαγί και κάθησε κι αυτή, αφού περίμενε να καθήση πρώτα η θεια.

Ο θειος πήρε να σερβίρη κατά τη συνήθεια του, όταν άνοιξε η πόρτα και παρουσιάστηκε ο Νίκος. Στάθηκε μια στιγμή, πήγε κ' έρριξε μια ματιά όξω από την τζαμόπορτα του μπαλκονιού κ' ύστερα ήρθε και κάθησε στη θέση του αμίλητος και σοβαρός. Είτανε φρεσκοξυρισμένος. Καθώς μπήκε στην πόρτα, η μακριά ζακέτα που είδα πως φορούσε, μου θύμησε το Βελαδράπα. Μα όταν κάθησε, είδα πως είταν κατακαίνουργη. Κι ο λαιμοδέτης του της ώρας και δεμένος σφιχτά, στενόμακρα, καθώς είταν τότε η μόδα.

«Μπα πανάθεμα τα χαμπέρια σου, Νίκο!» φώναξε ύ θειος» σαν τον είδε από κοντά, καθώς κάθησε δίπλα του: «Εψές δε σε πρόσεξα. Έτσι έρχεσαι από τη Σύρα; Ή σημέρα το ξούρισες;» Και γέλασε.

«Πώς, δε σ' αρέσω;» του είπε ο Νίκος, γέρνοντας το κεφάλι στον ώμο και κοιτάζοντάς τονε λοξά και με χαμόγελο. Έπειτα έκαμε ένα σπασμό με το σαγόνι του και γύρισε στο φαγί του.

Μ' εμάς τους άλλους δεν άλλαξε ούτε λόγο· ούτε μας έρριξε ολότελα ματιά. Μα μια κίνηση του χεριού, που μου θύμησε τον ποιητή Βιδούρη, μας έδειξε μονάχα ένα ασημένιο βραχιόλι που φορούσε κάτω από το μανικέτι του. Σε καναδυό ρωτήματα του πατέρα του απάντησε ξερά, λακωνικά κι αφού άδειασε το πιάτο του και το ποτήρι, σηκώθηκε.

«Αχά, πού πας;» τονέ ρώτησε ο θειος.

«Έχω δουλειά μέσα», είπε.

«Πότε θαδειάσης, που σε θέλω;»

«Σαν αποφάς, έλα φώναξέ με».

Έφυγε. Η μάννα του ούτε γύρισε να τον κοιτάξη όλη την ώρα, ούτε έβγαλε κι αυτή λόγο από τα στόμα της.

Μου είτανε τόσο στενόχωρα εκεί μέσα, που μόλις σηκωθήκαμε από το τραπέζι, πήρα το καπέλο μου και βγήκα όξω.

Καθώς μπλέκανε τα πράματα, δεν είχα πια ελπίδα να μεσιτέψη ο θειος μου και να καταφέρη τον πατέρα μου να με ξαναστείλη στην Αθήνα. Στο τελευταίο γράμμα του που είχα λάβει, μου το ξέκοψε· έπρεπε να πάω να μείνω στο σπίτι όσο νάρθη η ώρα για να ξαναδώσω εξέτασες· θα προτιμούσα βέβαια νάμενα στου θειου, μα τώρα που ήρθε ο Νίκος πώς να μείνω; Αν έλεγα, θα μου δίνανε την καμαρούλα, που κοιμότανε η Μαρία. Μα διάβολος βαστούσε ολημέρα σε μια τρύπα; Κ' έπειτα θα μπορούσα να βρω ησυχία μέσα σε τόσες φασαρίες; Το βρήκα λοιπόν καλήτερο να γυρίσω σπίτι μου. Είχα δει πως ο Νίκος κράτησε κάμποσα χρήματα κ' είπα πως μπορούσε να μου δώση το εικοσιπεντάρικο που μου χρωστούσε κ' έτσι να φύγω. Αφού σεργιάνισα όλο ταπόγεμα όξω, γύρισα ταποβραδίς στο σπίτι με την απόφαση αυτή.

Δε βρήκα κανένανε στην τραπεζαρία που μπήκα. Είτανε σκοτεινά κιόλας κ' η φωτιά σβηστή. Στάθηκα και συλλογιόμουνα. Καθώς περνούσα, είχα δει φως στην κάμαρα του Νίκου, όμως δεν αποφάσιζα να πάω να του χτυπήσω. Μια έκανα προς τα κει, μια στεκόμουνα. Ή Μαρία μ' άκουσε κ' ήρθε μέσα.

«Εσύ είσαι;» μου είπε.

«Πού είν' η θεια;» τη ρώτησα.

Μου αποκρίθηκε πως πήγε κάπου να συλλυπηθή και δεν ήξερε κι αυτή πώς άργησε τόσο.

«Κοίτα, ξέχασα νανάψω φωτιά», είπε άξαφνα κ' έτρεξε όξω.

Ξαναγύρισε φορτωμένη ξύλα.

«Μέσα είν' ο Νίκος;» τη ρώτησα εκεί που άναβε τη φωτιά.

«Μέσα είναι».

«Δεν ξανάγινε τίποτες;»

«Όχι».

«Κουβέντιασε με τον πατέρα του; Δε μαλλώσανε;»

«Όχι».

Άναψε τη φωτιά και σηκώθηκε από τη γωνιά.

«Για να σου πω, Μαρία», της είπα.

«Τι θέλεις; Νανάψω πρώτα τη λάμπα».

Έκαμα να την πιάσω από το χέρι.

«Τι θέλεις;» με ρώτησε απότομα ξεφεύγοντας.

«Σύρε πες του Νίκου πως τονέ θέλω».

«Τι τονέ θέλεις;»

«Τονέ θέλω».

Βγήκε. Άκουσα που άνοιξε την πόρτα του Νίκου και σε λίγο που την ξανάκλεισε.

«Δεν αδειάζει τώρα», μου είπε ξαναμπαίνοντας.

«Αδειάζει δεν αδειάζει. Έχω ανάγκη να τονέ δω, άντε ξαναπές του».

«Σύρε πες του το μοναχός σου».

«Άντε, κάμε μου τη χάρη. Πες του πως θα φύγω», την ξαναπαρακάλεσα.

«Πού θα πας να φύγης;»

«Σπίτι μου».

«Γιατί;»

«Δε με βαρέθηκες τόσον καιρό;»

«Γιατί να σε βαρεθώ; Τι μου κάνεις να σε βαρεθώ;»

Πήρε κι άναψε τη λάμπα και περίμενε να ζεσταθή το γιαλί για να της δώση φως.

«Να ζήσης, σύρε πες του Νίκου», της ξαναείπα και ξαναέκαμα να της πιάσω το χέρι.

«Δεν πάω, σου είπα· θα με φωνάξη». Μ' έσπρωξε κ' έδωσε φως της λάμπας. Την κοίταξα. Είδα πως φορούσε πάλι τα πασουμάκια.

«Τα ξανάβαλες; Δεν είπες — ;»

«Δεν είδες πώς μούρχουνται και τα παπούτσια», μ' έκοψε κ έτρεξε όξω.

Αποφάσισα να πάω να μπω στην κάμαρα του Νίκου κι ότι θέλει ας γίνη. Μα καθώς έκαμα να βγω από την πόρτα, η Μαρία ξαναήρθε φορώντας τα καινούργια παπούτσια.

«Βλέπεις, δεν είναι κοντά, που είπε η θεια. Εδώ μοναχά με μαζώνει λίγο, μα θ' ανοίξη μου είπε ο Νίκος». Έβαλε το πόδι στην καρέκλα και μούδειξε το μέρος. Έπειτα το κατέβασε, σήκωσε λίγο το φουστάνι και μούδειξε πάλι τα παπούτσια.

«Καλά, ωραία είναι», της είπα και στάθηκα και την κοίταξα.

Σε λίγο ήρθε η θεια, κατόπι ο θειος και καθήσαμε και φάγαμε. Ο Νίκος παράγγειλε πως δεν αδειάζει και του πήγε η Μαρία το φαγί στην κάμαρά του.

Την άλλη μέρα, ότι ξύπνησα, πήγα ίσια και χτύπησα στην πόρτα του. Άμα άκουσε πως είμαι γω, άνοιξε κ' ήρθε στη σάλα, Είτανε με το πουκάμισο μονάχα και μ' ένα λινό πανταλόνι. Στα πόδια του είχε δεμένους κάτι πάτους, που μοιάζανε πιότερο με γουρουνοτσάρουχα παρά με αρχαία πέδιλα, καθώς τα ήθελε να είτανε. Στο χέρι του κρατούσε την πέννα.

«Θα πλευριτώσης, κακομοίρη», του είπα, σαν τον είδα που άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο μπαλκόνι.

«Μέσα είναι κακός αέρας», μου απάντησε· «τι με θέλεις; Λέγε γλήγορα».

«Ξέρεις, λέω να φύγω», μουρμούρισα.

«Καλά θα κάμης· κατευόδιο».

Τον κοίταξα: «Δεν έχεις να μου δώσης τίποτα;»

«Τι να σου δώσω;»

«Το εικοσιπεντάρικο το ξέχασες;»

«Α ναι· αν έχω να σ' το δώσω».

«Πώς δεν έχεις; Προψές είδα — »

«Αυτά είναι για να τυπώσω το δράμα μου», μ' έκοψε κ' έκαμε να φύγη.

Τον κράτησα: «Ασ' ταστεία. Το θέλω για τα ναύλα μου».

«Καλά, να λογαριάσω και σου λέω ύστερα», είπε και τράβηξε να μπη στην κάμαρά του.

«Τι ύστερα! Τώρα θα μου το δώσης», φώναξα τρέχοντας πίσω του.

«Τώρα γράφω», απάντησε.

Και μπήκε μέσα και συρτώθηκε.

Το μεσημέρι ήρθε πάλι και κάθισε στο τραπέζι. Ντυμένος όπως και την περασμένη μέρα. Έρριξε μερικές ματιές σε όλους μας, πότε αδιάφορες, πότε περιπαιχτικές, λάγγεψε, μουρμούρισε στίχους, λογόπαιξε με κάτι που είπε ο πατέρας του, χτύπησε τη Μαρία στο χέρι που δεν κρατούσε καλά το περούνι, έκοψε το φαγί στη μέση και κάπνισε ένα τσιγαρέτο· έπειτα, όταν απόφαγε, σηκώθηκε να πάη στην κάμαρά του. Το βράδι δεν παρουσιάστηκε. Το άλλο μεσημέρι ήρθε στο τραπέζι κ' έκαμε τα ίδια.

Πέρασαν έτσι τέσσερες πέντε μέρες. Δοκίμασα να τονέ ζυγώσω, στάθηκε αδύνατο. Του έστειλα σημείωση με τη Μαρία, μα δεν έλαβα απόκριση. Αναγκάστηκα να γράψω του πατέρα μου να μου στείλη τα έξοδα για να γυρίσω σπίτι. Και περίμενα. Απένταρος καθώς είμουνα δεν μπορούσα να μπω ούτε στον καφενέ να σκοτώσω την ώρα μου. Στο σπίτι είταν αδύνατο να υποταχτή κανείς στην πειθαρχία που μας είχε βάλει ο Νίκος, να μη μιλούμε δυνατά, να πατούμε στα δάχτυλα. Από τάλλο μέρος η γκρίνια των γερόντων όλο και δυνάμωνε. Οι άνθρωποι που τους είχανε δώσει τα καπνά τους, σα μάθανε πως ήρθε ο Νίκος, γυρεύανε λογαριασμό κι ο Νίκος δεν μπορούσε να βρη ακόμα τη σημείωση πόσα πούλησε και πόσα άφησε. Ο πατέρας του άρχισε να φοβάται μήπως τα πούλησε όλα κ' έφαγε τα χρήματα, όξω από τις πεντακόσιες ή εξακόσιες δραχμές, που του είχε στείλει με τη Μαρία το βράδι που ήρθε. Έγραψε στο μεσίτη, που του είπε ο Νίκος πως είχε αφήσει τα καπνά, μα απάντηση δεν ερχότανε. Δεν έμενε άλλο παρά να πάη κάποιος στη Σύρα και να ξετάση να μάθη την αλήθεια. Μα ποιος να πάη; Ο θειος δεν κοτούσε. Μια φορά δοκίμασε να βγη όξω από το σύνορο του τόπου του κ' η εξουσία του βουλευτή του δεν έφτασε ως εκεί να τονέ γλυτώση. Έπρεπε να πουλήση γλήγορα γλήγορα η θεια ένα κομάτι οικόπεδο που είχε, για να πληρωθή ένας δανειστής που τον προσωποκράτησε. Φαίνεται ναπομένανε κι άλλοι απλήρωτοι κι ο θειος δεν αποφάσιζε να ξαναταξιδέψη. Έτσι έπεσε σε μένα ο κλήρος να πάω να δω τι γίνανε τα καπνά και να τους γράψω. Μου δώσανε τα έξοδα και τράβηξα στη Σύρα.

Εκεί έμαθα: Πρώτα πως ο Νίκος δεν παρουσιάστηκε στη δίκη τον. Έπειτα πως αφού δοκίμασε να πουλήση τα καπνά και δεν του δίνατε την τιμή που γύρευε, τάφησε στο μεσίτη και τράβηξε σε διάφορες δόσες απάνω από χίλιες πεντακόσιες δραχμές. Περσότερες δεν του έδωσε ο μεσίτης.

Δε συλλογιόμουνα τόσο το Νίκο όσο τους γερόντους εκεί που μια μέρα ολάκερη δίσταζα να τους μηνήσω αυτά που έμαθα. Ρώτησα το μεσίτη σαν τι μπορούσανε να πιάσουν τα καπνά. Άλλες δυόμισυ χιλιάδες το πολύ, μου είπε, αν φροντίσω να τα παζαρέψω μόνος μου. Αποφάσισα τέλος να τα γράψω αυτά στο θειο μου, όταν άξαφνα έλαβα γράμμα του Νίκου. Μου γύρευε πρώτα να τονέ συμπαθήσω για τον τρόπο που μου φέρθηκε τις τελευταίες μέρες. Άμα όμως συλλογιστώ, μου έλεγε, πως τα ποιητικά έργα γεννιούνται με πόνους σαν τα παιδιά, και πως ο αληθινός ποιητής καταντά νευρικός σαν τη γυναίκα, θα τονέ νοιώσω και δε θα θελήσω να τον εκδικηθώ, μη στρέγοντας στη χάρη που μου γυρεύει αδερφικά. Όπως κάμω ας κάμω. Πρέπει να τονέ σώσω τη φορά αυτή και να μη φανερώσω στον πατέρα του πως τράβηξε τόσα χρήματα από το μεσίτη. Το λιγώτερο τα μισά πρέπει να σκεπαστούνε.

Έδειξα το γράμμα στο μεσίτη, γυρεύοντας τη βοήθεια του. «Τα κατάλαβα», μου είπε, «από το γράμμα που μου έστειλε ο πατέρας του. Μα μια και γνώριζα το Νίκο, ανάβαλα ναπαντήσω. Βάλε λοιπόν τα δυνατά σου να πουλήσης τα καπνά περσότερο». Με σύστησε στον έναν και στον άλλον κι άρχισα να τρέχω και να παζαρεύω, αφού έγραψα στο μεταξύ του θειου μου και γύρεψα τη γνώμη του. Με άφησε λεύτερο να τα δώσω όσο μπορώ καλήτερα. Μόνο να μην ταφήσω και να φύγω με παρακάλεσε. Περάσανε τρεις βδομάδες για να καταφέρω να σκεπάσω τα μισά απ' όσα είχε πάρει ο Νίκος και να παραδώσω στα χέρια της θειας μου, καθώς μου το απαίτησε ρητά, κοντά τρεις μετρητές χιλιάδες.

Ως τόσο το εμπορικό μου κατόρθωμα δεν είτανε τόσο μεγάλο όσο το φαντάστηκα. Οι τρεις χιλιάδες μόλις φτάσανε να πληρωθούν εκείνοι που είχανε δώσει του θειου μου τα καπνά τους. Όχι μόνο για το προικιό της Μαρίας δεν περίσσεψε λεφτό, μα ούτε για τον υπομοίραρχο δεν έμεινε να πάρη τους τόκους του αυτόν το χρόνο.

Ο πατέρας μου είχε στείλει στο μεταξύ εκεί τα έξοδα του ταξιδιού μου και θέλησα να φύγω αμέσως την άλλη μέρα. Μα η θεια ήθελε σώνει και καλά να με κρατήση όσο να περάσουν τα Χριστούγεννα που ερχόντανε σε λίγες μέρες.

Ο Νίκος με δέχτηκε στην κάμαρά του το ίδιο βράδι, μου πρότεινε μάλιστα να κοιμηθώ στον καναπέ του γιατί έκανε κρύο στη σάλα.

«Αδύνατο να σ' ενοχλήσω», του είπα.

«Μην είσαι αστείος», είπε, «μη θυμάσαι τις προάλλες. Είχα κάποιο λόγο τότε».

Δέχτηκα. Άμα όμως ήρθε η ώρα για να πέσουμε, είδα πως πήρε το καπέλο του κ' έφυγε δίχως να μου πη πού πάει. Γύρισε τα χαράματα και την άλλη μέρα ξύπνησε όταν εμείς είχαμε πια αποφάει. Από τη Μαρία έμαθα πως τη ζωή αυτή την έκανε από δυο βδομάδες.

«Και πού ξενυχτά;» τη ρώτησα.

Σήκωσε τους ώμους.

«Έχει καμιά αγαπητικιά;»

Έφυγε δίχως ναπαντήση. Είδα πως δε φορούσε πια τα πασουμάκια και πως είτανε πιο πολύ χλωμή κι ανόρεχτη.

Το απόγεμα με φώναξε ο Νίκος στην κάμαρά του. Είχε φάει και ντυνότανε.

«Νωρίς ξύπνησες», του είπα.

«Δεν μπορώ να κοιμηθώ τη νύχτα».

«Θα τέλειωσες το δράμα σου και γλεντάς τώρα».

«Σ — »

«Μπα, δεν το τέλειωσες; Ακόμα;»

«Μπορεί κανένας να εργαστή δω μέσα; Στην προστυχιά, στην αηδία. Με τέτοια χτήνη γύρω του. Άσ' τα. Έρχεσαι νάβγουμε όξω;»

«Πού να πάμε;»

«Στον καφενέ. Πού αλλού; Εκεί περνώ τη σιχασιά μου όσο να φύγω».

«Τόχεις για την Αθήνα πάλι;»

«Ποια Αθήνα! Τι να κάμω εκεί στην άλλη μούχλα;»

«Αλλά;»

«Στη Γερμανία θα πάω».

Χαμογέλασα.

«Δεν το πιστεύεις; Να, δες, μαθαίνω και γερμανικά»

Έβγαλε από την τσέπη του ένα φυλλάδιο και μου τόδωσε. Είτανε αλήθεια ένα κομάτι από γερμανική μέθοδο, από κείνες που πουλούνε στους δρόμους.

«Και τι θα κάμης στη Γερμανία;»

«Να δω τη Γερμανία. Τι με κοιτάς; Όποιος δεν έχει δει τη Γερμανία δεν είναι άνθρωπος. Δεν ξέρει τι θα πη ζωή. Γελάς ε; Τόσο νοιώθεις. Νάμουνα σαν εσένα, θα πήγαινα να πάρω εκεί το δίπλωμά μου».

«Δος μου χρήματα — »

«Τι χρήματα; Αφορμές· γιατί σου λείπει η ζωή μέσα σου. Τι με κοιτάς; Εδώ είναι καιρός χαμένος. Άκου τι μου γράφει ο Πάλας».

Έβγαλε από την τσέπη του ένα πολυσέλιδο γράμμα και μου διάβασε μερικά μέρη. Αν είτανε πρωθυπουργός, έλεγε, θάστελνε όλα τα παιδιά να σπουδάζουνε στη Γερμανία και θάκοβε μισθούς σ' όλους τους συγγραφείς και καλλιτέχνες να παν εκεί να δούνε τη ζωή με τα στραβά τους. Έτσι μόνο μπορούσε να γίνη στο ρωμέικο ένα στουρμ και ντραγγ».

«Τι, τι;» ρώτησα.

«Ύστερα σου λέω γι' αυτό· άκουσε πρώτα παρακάτω: Μόνο αν μπάσουμε το γερμανικό πνεύμα, θα μπορέσουμε να ζήσουμε. Για να ζήση κανένας, πρέπει πρώτα να βρη τον εαυτό του, πράμα που μόνο εδώ στη Γερμανία γίνεται. Εδώ θα καταλάβης την αρχαία Ελλάδα, εδώ θα νοιώσης τον Αισχύλο και τον Παρθενώνα, άμα ακούσης την ένατη συμφωνία και μπης στους κόσμους του Μπαΐκλιν. Θαντικρύσης το μεγάλο, θα αισθανθής το τραγικό βάθος της αιωνιότητας, που αν δεν ακούσης τον ψαλμό της μέσα σου, μην το στοχάζεσαι πως θα δημιουργήσης. Αυτό που βλέπεις γύρω σου είναι ψευτιά. Αυτού δεν ξέρει κανένας τι θα πη ζωή, αυτού δε νοιώθει τίποτες κανένας. Ό,τι σας ξιππάζει αυτού, εδώ το ξέρουνε κ' οι κελνερίνες — »

«Τι είναι κελνερίνες;» ρώτησα.

«Θηλυκά γκαρσόνια. Πρέπει να ξέρης πως οι άντρες στη Γερμανία δεν κάνουν ταπεινωτικές δουλειές».

«Αλλά τι κάνουν;»

«Αντρικές δουλειές. Πρώτα πρώτα γίνουνται στρατιώτες όπως στην αρχαία Ελλάδα».

«Δε σε πολυκαταλαβαίνω», του είπα.

Γέλασε: «Θάτανε αφύσικο κιόλα να καταλάβαινες. Η Γερμανία δε νοιώθεται έτσι εύκολα. Έλα πάμε».

8

Με τράβηξε ίσια στον καφενέ. Ένας κύριος με γιαλιά και μαλλιά μισόψαρα, μας έγνεψε από ένα τραπέζι. Ο Νίκος τονέ χαιρέτησε γερμανικά και γερμανικά έκαμε τη σύστασή μας. Ο κύριος, αφού είπε κατιτίς του Νίκου, γύρισε και με ρώτησε γερμανικά κάτι και μένα.

«Δεν ξέρετε γερμανικά;» είπε άμα είδε πως τον κοίταξα με ανοιχτό στόμα.

«Ούτε τόνομά σας δεν κατάλαβα», του απάντησα.

«Δόκτορ Ζαμπακίδης», είπε και μου ξαναέδωσε το χέρι.

Ο Νίκος άρχισε να μιλή μαζί του γερμανικά. Μα για να συνεννοηθούν, έπρεπε να ξαναλένε κ' οι δυο τη φράση ρωμέικα.

«Προχώρεσε, βλέπω, ο ξάδερφος μου στα γερμανικά», είπα για να πω κάτι και γω.

«Πολύ. Έχει ταλέντο κ' ενθουσιασμό γι' αυτήν τη γλώσσα. Κ' είναι αλήθεια ωραία γλώσσα».

«Έχω ακούσει το εναντίο», είπα.

Ο Νίκος γέλασε: «Ταρέσουνε τα γαλλικά. Άμα ακούω γαλλικά σβηούμαι στα γέλια».

«Όχι δα· μην είσαι υπερβολικός· και τα γαλλικά είναι ωραία γλώσσα», είπε ο Ζαμπακίδης.

«Ωραία για καλαμπούρια. Αστεία σαν το λαό που τη μιλεί. Με πιανουν τα νεύρα μου νακούω για φραντσέζους», φώναξε ο Νίκος λαγγεύοντας.

«Πού τους ξέρεις τους φραντσέζους;» του είπα.

«Γνώρισα ένα σωρό· όλοι γελοίοι. Έπειτα ξέρω δυστυχώς τη φιλολογία τους. Για γυναίκες. Έθνος που δεν έχει έναν ανώτερο ποιητή, ένα μουσικό, ένα ζωγράφο της προκοπής. Αφίνω δα φιλόσοφο· κανέναν!»

«Ξέχασες το Ρουσσώ, για να σου πω μονάχα έναν», είπε ο Ζαμπακίδης.

«Έστω· μα κι αυτόνε τον καταδιώξανε. Ο Μεγάλος Φρειδερίκος τον έσωσε, όπως έσωσε και το Βολταίρο».

Ο Ζαμπακίδης τον κοίταξε.

«Δεν τους σώζει ένας Ρουσσώ», ξακολούθησε ο Νίκος· «έπειτα κ' εκατό Ρουσσώ νάχανε βγάλει, δεν εξιλεώνεται το κακό που κάμανε στην ανθρωπότητα».

«Ποιο κακό;» ρώτησα.

«Την επανάσταση».

«Κ' έκαμε κακό η επανάσταση;»

«Τι μεγαλήτερο κακό ήθελες! Έβγαλε στη μέση τη μεσαία τάξη».

«Και την επιστήμη», είπε ο Ζαμπακίδης.

«Ποια επιστήμη; Την άρνηση της ζωής; Δε μ' αφίνεις, αδερφέ Δημητρό· τάπαμε τόσες φορές· βαριούμαι τη συζήτηση».

«Είσαι υπερβολικός· έπειτα μου φαίνεται πως συγχύζεις λίγο τα πράματα», είπε ο Ζαμπακίδης με χαμόγελο.

«Εγώ συγχύζω ή εσύ δεν ξέρεις τι σου γίνεται;» φώναξε ο Νίκος: «Ή γιατί σου αρνούμαι την ωφέλεια της επιστήμης σου για τη ζωή; Δε σου το απόδειξα προχτές πως η επιστήμη έφαγε την αρχαία Ελλάδα; Είδες τι αλλιότικα έγινε στη Ρώμη. Βλέπεις και τη Γερμανία σήμερα».

«Μα σου είπα, πως δε σε κατάλαβα καλά», είπε ο Ζαμπακίδης.

«Γι αυτό σούδωσα κ' εγώ να διαβάσης το άρθρο μου, για να με καταλάβης καλήτερα».

«Δεν το κατάλαβα περσότερο από τα λόγια σου». Ο Ζαμπακίδης χαμογέλασε.

«Βέβαια θα πρόσεξες στη γλώσσα», είπε ο Νίκος κι αρχίσανε να συζητούνε το γλωσσικό ζήτημα. Ο Ζαμπακίδης έλεγε πως η γλώσσα πρέπει νάχη μια γραμματική, ο Νίκος υποστήριζε πως γραμματική είναι το ατομικό αίσθημα. Θέλησα νανακατευτώ κ' εγώ στην κουβέντα, μα τα μπέρδεψα γλήγορα και σώπασα.

«Άσ' τα τώρα κ' έλα να κάμουμε το μάθημά μας», του είπε τέλος ο Ζαμπακίδης.

Ο Νίκος έβγαλε από την τσέπη του το φύλλο της γερμανικής γραμματικής.

Πήρα μιαν εφημερίδα να διαβάσω για να μην τους ενοχλώ.

Δε θα περάσανε πέντε λεπτά όταν άκουσα τη φωνή του Ζαμπακίδη:

«Α, α! Έτσι δεν κάνουμε τίποτα· πώς θα πάμε παρακάτω;»

«Σου είπα, τη γραμματική τη βαριούμαι», είπε ο Νίκος και χασμουρήθηκε.

«Τότε άφησε την ιδέα να μάθης γλώσσα. Χωρίς γραμματική είναι κόποι άδικοι», ξαναείπε ο Ζαμπακίδης.

Ο Νίκος γέλασε: «Σαν και με νοιάζει εμένα η γλώσσα; Τα στουρμ και ντραγγ δε γίνουνται με τη γραμματική».

Και σηκώθηκε.

«Άντε κάμε το στην πρέφα τώρα. Καθήσανε και σε καρτερούνε», του είπε ο Ζαμπακίδης με χαμόγελο.

Πράματις σ' ένα τραπέζι παραπέρα προσμένανε το Νίκο δυο κύριοι με την τράπουλα στο χέρι.

Ο Ζαμπακίδης με κοίταξε μια στιγμή, άμα έφυγε ο Νίκος, δίχως να μιλήση.

«Αυτό είναι το μάθημα που κάνετε;» ρώτησα γελώντας.

«Τα παίρνει αψά τα πράματα», μου απάντησε σα να μην πρόσεξε το ρώτημά μου: «Έτσι και τώρα με τη Γερμανία».

«Σπουδάσατε στη Γερμανία;» ρώτησα.

Έγνεψε με το κεφάλι.

«Νομικά;»

«Όχι· φιλοσοφία και γεωλογία».

«Κ' εξασκείτε — ;»

«Γεωπονία στον κήπο μου», είπε με χαμόγελο.

Τον κοίταξα.

«Σας φαίνεται παράξενο;» μου είπε — «αυτού τέλειωσε το δικό μου στουρμ και ντραγγ».

«Τι είναι αυτό το στουρμ και ντραγγ; Δε με φωτίζετε!»

«Πνευματικός αναβρασμός, πώς να σας το πω: κάτι σαν αυτό που θέλει να κάμη τώρα ο ξάδερφος σας» .

Και μου ξήγησε την ιστορική του σημασία.

«Και κάματε κ' εσείς εδώ ένα τέτοιο πράμα;» τονέ ρώτησα.

«Έκαμα! θέλησα δηλαδή να κάμω, όπως κι ο Νίκος».

«Είστε ποιητής κ' εσείς;»

«Πού να βρεθώ ποιητής; Σας είπα, σπούδασα γεωλογία».

Τον κοίταξα λίγο περίεργα.

Χαμογέλασε: «Ξαφνίζεστε, βλέπω. Νομίζετε πως δεν μπορεί να ονειρευτή κ' ένας γεωλόγος ένα στουρμ και ντραγγ;»

Ξακολούθησα να τον κοιτάζω.

«Ε λοιπόν, παρόμοια σαν τον ξάδερφό σας θέλησα κ' εγώ ναναμορφώσω».

«Τον κλάδο σας;» ρώτησα σαν είδα πως σώπασε.

«Τι κλάδο μου! Μόνο τον κλάδο μου;»

«Τι άλλο;»

«Την κοινωνία ολάκερη, τη ζωή, τον κόσμο. Ν' ανατρέψω τον ίδιον το θεό».

«Πώς; με τι τρόπο; Με τη γεωλογία;»

«Μάλιστα, με τη γεωλογία».

«Δε σας καταλαβαίνω· για πέτε μου», είπα σαν τον είδα πως ξανασώπασε κοιτάζοντας κατά το τραπέζι που είχε καθήσει ο Νίκος.

«Τι να σας πω; Σας είπα σπούδασα στη Γερμανία. Πολλά απ' αυτά που λέει ο Νίκος τάκουσα κ' εγώ εκεί. Ίσως κάπως λιγώτερο συγχυσμένα, μα αυτό δεν έχει να κάμη. Φτάνει πως τάκουσα και φτάνει πως κατάλαβα πως η ζωή δεν πάει τον ίσιο δρόμο της. Ή είστε αντίθετης γνώμης;»

Συμφώνησα για να μην τονέ διακόψω.

«Ε λοιπόν, πίστεψα πως σ' αυτό φταίει η θρησκεία και βιάστηκα να πάρω τα διπλώματά μου και να γυρίσω εδώ να τη χτυπήσω».

«Πώς να τη χτυπήσετε;»

«Να πώς. Κατάφερα τρεις άλλους φίλους μου, που σπουδάζανε κι αυτοί στη Γερμανία, και κάναμε ένα σύλλογο, ομάδα, καθώς την είπαμε. Μαζέψαμε αναμεταξύ μας κάμποσα χρήματα, έγραψα εγώ μια μελέτη αναιρώντας την ιδέα του θεού και τη μωσαϊκή κοσμογονία με τη θεωρία της γνώσης και με τη γεωλογική επιστήμη, δέσαμε τις βαλίτσες μας, ήρθαμε στην Αθήνα και ρίξαμε την μπόμπα».

«Ποια μπόμπα;»

«Τη μελέτη μου, που την τυπώσαμε σε βιβλίο με χρήματα της κάσσας μας».

Σώπασε μια στιγμή χαμογελώντας.

«Ε, και — ;» έκαμα να ρωτήσω.

«Το αποτέλεσμα θέλετε να πήτε; Κάποιος καλόγερος, αρχιμαντρίτης ή δεσπότης δε θυμούμαι, αναίρεσε σε μιαν εφημερίδα τη φιλοσοφική βάση της μελέτης μου. Τη γεωλογική μου την κουρέλιασε κάποιος υφηγητής της γεωλογίας, αποδείχνοντας πως είχα κάμει σφάλματα στη μετάφραση των κειμένων που είχα παραθέσει στο βιβλίο μου».

«Κ' εσείς δεν απαντήσατε;«

«Τι ναπαντούσα; Ο συνάδερφός μου γεωλόγος είχε δίκιο στα σφάλματα που μου βρήκε. Γι' αυτό επιμένω τώρα του Νίκου να μην καταφρονή τη γραμματική!»

«Και του καλόγερου δεν του απαντήσατε;»

«Αυτού είχα να του απαντήσω. Μα πού; Ποια εφημερίδα μού άνοιγε τις στήλες της να χτυπήσω τη θρησκεία;»

«Γιατί δεν τυπώνατε νέο βιβλίο;»

«Με τι χρήματα; Ο πατέρας μου δε μου ξανάστειλε πεντάρα. Δεν ήθελε ούτε να με δη, σαν έμαθε πως τάβαλα με το θεό».

«Κ' η κάσσα σας;»

«Ποια κάσσα;»

«Του συλλόγου που είπατε».

«Ο σύλλογός μας διαλύθηκε».

«Γιατί;»

«Οι σύντροφοι μου δεν τον περιμέναν τέτοιον πόλεμο. Οι δυο απ' αυτούς μάλιστα με αποκηρύξανε στον τύπο, άμα διαδόθηκε πως είχαμε κρυφή εταιρία για να πολεμήσουμε τη θρησκεία».

«Τόσο θάρρος είχανε;»

«Τι θάρρος; Κάμανε σα γνωστικοί άνθρωποι. Ο ένας είναι τώρα γιατρός με μεγάλη πελατεία, ο άλλος τμηματάρχης σε κάποιο υπουργείο. Ο τρίτος, που μου έμεινε πιστότερος, δικηγορεί στο ειρηνοδικείο του χωριού του».

«Κ' έπειτα τι έγινε;»

«Αφού ναυάγησε η θρησκευτική ανατροπή, γυρίσαμε το νου με αυτόν τον τρίτο σε άλλη ανταρσία. Θελήσαμε να σηκώσουμε αναβρασμό σε άλλη σφαίρα».

«Σε ποια;»

«Τι ανάγκη να το μάθετε; Φτάνει να σας πω πως έλαβε τέλος χειρότερο. Ο σύντροφός μου κατάντησε στο ειρηνοδικείο που σας είπα, κ' εγώ αφού πείνασα και γυμνήτεψα κάμποσα χρόνια στην Αθήνα, γύρισα εδώ σαν πέθανε ο πατέρας μου και καλλιεργώ τον κήπο κ' ένα μικρό αμπελάκι που μου άφησε, σα δεν μπορούσε να με αποκληρώση ολότελα».

«Τόσο κατάκαρδα το πήρε που είσαστε άθρησκος;»

«Εγώ περσότερο που είταν εκείνος θρήσκος. Όταν αργότερα, που έμαθε πως δυστυχώ, μου έγραψε να γυρίσω σπίτι, του έβαλα τον όρο να μην πατήση παπάς στο κατώφλι αν με θέλη νάρθω. Δεν το δέχτηκε και δεν ήρθα ούτε στο θάνατό του, για να μην απαντηθώ με τους παπάδες».

«Τόσος φανατισμός!»

«Αρχές, βλέπετε· &πριντσίπιεν&, καθώς τις λένε στη γλώσσα που αγαπά ο ξάδερφός σας».

«Και μένετε πιστός σ' αυτές;»

«Αυτό είναι άλλο ζήτημα. Ο λόγος μας είτανε για τον ξάδερφό σας, που παίρνει κι αυτός αψά τα πράματα και βιάζεται να πάη στη Γερμανία».

«Είστε της ιδέας να μην πάη;»

«Εγώ; Θεός φυλάξοι! Να μη βιαστή του λέω μονάχα. Να καθήση κανένα χρόνο ακόμα εδώ μαζί μου, να μάθη κάπως τα γερμανικά. Κ' έπειτα — πιστεύω θα σας είπε — »

Κούνησα το κεφάλι δίχως να το θέλω.

«Για τη δουλειά που λέμε, θάναι πιο σίγουρο να περιμείνουμε ένα χρόνο ακόμα».

Τον κοίταξα.

«Ακούστε λοιπόν να σας τα πω με τη σειρά, αν δε βαριέστε», ξακολούθησε. «Καθώς σας είπα, έχω έναν κήπο στο σπιτάκι που κάθουμαι. Στην εξοχή είναι, μα πολύ κοντά. Αν θέλετε, έρχεστε καμιά μέρα με το Νίκο να δήτε τα κουνέλια, τις κότες και τις μαλτέζικες κατσίκες μου. Αυτό είναι όλο το ζωικό βασίλειο μου μαζί μ' ένα μαντρόσκυλο και δυο γάτες. Το φυτικό είναι πλουσιώτερο· ελάτε μόνος να το δήτε. Τώρα ας σας πω για το αμπελάκι μου, γιατί αυτό έχει σχέση με το θέμα. Καθώς θακούσατε, τα κρασιά του τόπου δεν αξίζουν και πολύ· δεν ξέρει ο κόσμος να τα κάμη, δε νοιάστηκε κανένας να τον οδηγήση».

«Μα άκουσα πως η Κυβέρνηση», έκαμα να πω.

«Παρακαλώ, αφήστε την Κυβέρνηση. Δεν μπερδεύουμαι στα πολιτικά. — Είναι αλήθεια πως λίγοι με συμπαθούν εδώ στον τόπο κι αυτοί πολύ λίγο. Μα εγώ τον αγαπώ. Βλέπετε εδώ γεννήθηκα, μεγάλωσα — αδυναμία τέλος, καθώς το λέει ο Νίκος. Από τη σκληρή ζωή, που έχω κάμει τόσα χρόνια, συνήθισα τόσο στην απλότητα, ώστε να μου φτάνη μόνο ο κήπος μου για να συντηρούμαι. Έτσι το αμπελάκι μου απομένει σαν περίσσεμα να πήτε. Μια στιγμή σκέφτηκα να το χαρίσω στο δήμο για τους φτωχούς κ' έτσι να γλύτωνα από το βάσανό του. Μα ύστερα στοχάστηκα πως θα το τρώγαν οι πλούσιοι και μου ήρθε μια άλλη ιδέα. Να κάμω δοκιμές μονάχος μου σ' αυτό, πώς μπορούσε να καλητερέψη ο φυτός του τόπου και να γίνη το κρασί περσότερο της προκοπής. Να σας διηγηθώ τους τρόπους που έβαλα σ' ενέργεια, θα σας κουράση. Φτάνει να μάθετε πως ήρθα σ' ευχάριστα αποτελέσματα· βρήκα μια μέθοδο να μην ξυνίζη το κρασί πριν από το χρόνο, καθώς το παθαίνουν όλα εδώ. Το μόνο που με βασανίζει ακόμα είναι το χρώμα. Δεν μπορώ να βρω το μέσο να το κάνω τόσο κιάρο όσο χρειάζεται. Γι' αυτό λέω του Νίκου να μη βιάζεται. Έχω ελπίδες να το καταφέρω ίσια με το χρόνο».

Και δε δείξατε τη μέθοδό σας και στους άλλους, να την εφαρμόσουνε κι αυτοί;»

Χαμογέλασε: «Φαίνεστε που δεν ξέρετε ακόμα τον κόσμο. Ποιος ακούει από μέθοδο; Ο κόσμος για να πειστή, θέλει να δη πρώτα θετικά πράματα. Ο καλήτερος ο τρόπος για να διαδώσης ένα νέο πράμα είναι να το εφαρμόσης πραχτικά. Κ' εγώ για να πείσω εδώ τον κόσμο, πρέπει να μπορέσω να διαδώσω την εφεύρεση μου όξω από τον τόπο. Μα γι' αυτό εγώ είμαι ανίκανος. Αδύνατο να πείσω τον εαυτό μου νάβγη πια όξω από αυτόν τον τόπο».

«Γιατί;»

«Πολλά ρωτάτε. Σας φαίνουμαι παράξενος; Ας σας το πω. Γιατί φοβούμαι μην πεθάνω. Και δεν είναι παράξενο μην πεθάνω από το φόβο μου μόλις βγω από το σύνορο του τόπου».

«Τόσο φοβάστε το θάνατο;»

«Όχι τον ίδιον το θάνατο, μα το θάνατο όξω από το τόπο μου. Παραξενεύεστε ε; Ας σας το πω κι αυτό: ο πόθος μου είναι να θαφτώ σ' αυτό το χώμα που γεννήθηκα, ναναπαυτώ στον τάφο των γονιών μου, πλάι στον πατέρα μου». Σώπασε μια στιγμή: «Ναι, πλάι στον πατέρα μου, μη με κοιτάτε», ξακολούθησε με χαμόγελο· «θα θυμάστε που σας είπα πως δεν ήρθα να τονέ δω που πέθαινε, για να μην απαντηθώ με τους παπάδες. Αχ να ξέρατε τι παράξενος που είναι ο άνθρωπος και τι κρυφές δίπλες έχει η ψυχή του. Τι ωφελεί, αν θαρρή κανένας πως μπορεί και τις ξεδιαλύνει. Κ' εγώ φαντάζουμαι πως το μπορώ, ωστόσο κάθε Παρασκευή πάω στον τάφο του πατέρα μου και του ανάβω ένα κερί. Αλλά με κάματε κ' έφυγα από την ομιλία μας. Τι λέγαμε;»

«Πως δε θέλετε να ταξιδέψετε».

«Α ναι. Λοιπόν έπρεπε να βρω κάποιον άλλον — »

«Και διαλέξατε το Νίκο;» τον έκοψα γελώντας.

«Μη γελάτε, το ξέρω όσο κ' εσείς πως δεν είναι ο κατάλληλος. Πρώτα γιατί είναι άνθρωπος που ακούει μόνο τις ορμές του. Τώρα τον είδατε, άφησε το μάθημά μας, ξέχασε τα μεγάλα όνειρα για τη διασκέδαση της στιγμής. Έπειτα δεν είναι κείνος που θάπαιρνε το έργο αυτό με την ψυχή του, με την αγάπη του κοινού καλού. Το παίρνει μόνο για τον εαυτό του, γιατί του γίνεται μέσο να πάη στη Γερμανία. Μα εμένα μου φτάνει αυτό. Το ζήτημά μου είναι να βγη το κρασί μου όξω από την Ελλάδα. Άμα τα καταφέρω αυτό, θα πειστή ο κόσμος και θάρθη μόνος του να μου γυρέψη να τονέ φωτίσω, αντίς να τρέχω τώρα εγώ να τον πείσω με τα λόγια. Κ' έτσι τελειώνει πια το έργο μου. Το σκούντημα θέλω να δώσω γω, τα παραπέρα έρχουνται μόνα τους. Θα τους ξυπνήση όλους το συμφέρο. Με καταλάβατε τώρα;»

«Σας κατάλαβα. Μα ο Νίκος!»

«Ας τονέ βοηθήσουμε κι αυτόν να γίνη μέγας. Καλό και τούτο για τον τόπο. Να βγάλη ένα μεγάλον ποιητή».

«Μεγάλος ποιητής ο Νίκος;» Γέλασα πάλι.

«Γιατί όχι; Δεν έχει τόσους το ρωμαίικο; Κ' ένας ο Νίκος παραπάνω».

«Δεν τονέ συμβουλεύετε καλήτερα να πιάση μια δουλειά να ζήση», είπα.

Χαμογέλασε: «Φαίνεται πως δε σάλεψε μέσα σας η ορμή για το μεγάλο. Να τονέ συμβουλέψω; Μα δε σας είπα πριν την ιστορία μου; Θαρρείτε πως δε με συμβουλέψανε κ' εμέ; Αχ δεν το ξέρετε πως κάνει ευτυχισμένον τον άνθρωπο η ιδέα πως είναι κατιτίς ξεχωριστό σ' αυτόν τον κόσμο. Μη νομίσετε πως θα σώσετε τον κόσμο, αν ξερριζώσετε τέτοιες ορμές».

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings