← Table of contents
Υπεράνθρωπος

Front matter (continued 2)

Reading edition

«Όχι τον κόσμο, μα ένα νέο ήθελα να σώσω».

Γέλασε δυνατά τώρα: «Δοκιμάστε αφού το θέλετε. Ωστόσο πιο πραχτικό θάτανε, ανίσως δοκιμάζατε κατιτίς άλλο. Και γι' αυτό θα σας χρωστούσα κ' εγώ χάρη. Δεν ξέρω αν το προσέξατε πως είμαι ανήσυχος όλη την ώρα που μιλούμε. Έτσι είμαι πάντα σαν κάθεται να παίξη ο Νίκος. Σηκώνουμαι γλήγορα και φεύγω. Αφίνω στη μέση και το σκάκι μου, που παίζω κάποτε μ' ένα γιατρό. Και τώρα αν δεν έπιανα μ' εσάς εδώ κουβέντα, θα είχα φύγει από ώρα. Μη με κοιτάτε, δεν μπορώ να σας το πω, πολύ περσότερο να το ξεστομίσω στον ίδιον. Εσείς έχετε θάρρος πιο πολύ μαζί του. Σας λέω πως δυστυχώς το ξέρουν κι άλλοι εδώ μέσα και το μουρμουρίζουνε. Δε θάθελα να είμαι μπροστά, αν βγη ολότελα στο φόρο. Γι' αυτό φεύγω! Αν νοιώθετε από το παιγνίδι που παίζει, πηγαίνετε καθήστε κοντά του μια στιγμή, βεβαιωθήτε μόνος σας και κάμετε το χρέος σας Κάντε μου αυτή τη χάρη και συμπαθάτε με που σας αφίνω».

Και μου έδωσε το χέρι του κ' έφυγε. Μου είχε πει την υποψία του καθαρώτερα απ' όσο φανταζότανε και πρώτη ιδέα μου κ' εμέ είτανε να σηκωθώ να φύγω. Μα η περιέργεια με κράτησε κι αποφάσισα και πήγα και κάθησα κοντά στο Νίκο. Δεν άργησα να το βεβαιωθώ πως είτανε συνεννοημένος με τον έναν από κείνους, που παίζανε μαζί, και γελούσανε τον άλλον.

«Δεν ταφίνεις τώρα νάβγουμ' όξω λίγο», του είπα σιγά μια στιγμή που είδα πως μπορούσε ναφήση το παιγνίδι.

«Γύρισε σε λίγο να με πάρης», απάντησε. Κέρδιζε κ' είτανε σε καλή διάθεση και πείραζε τον άλλον που έχανε.

Βγήκα έναν περίπατο και ξαναγύρισα. Τονέ βρήκα τώρα ξαναμμένο. Δεν έπιανε καλό χαρτί και τα είχε βάλει μ' έναν παπά, που είχε καθήσει στο πλευρό του κ' έκανε χάζι το παιγνίδι. Δυοτρείς άλλοι, που καθόντανε γύρω, γελούσανε και κάνανε νόημα του παπά να μη σηκωθή.

Ξανάφυγα και γύρισα άμα νύχτωσε. Δεν είταν ο παπάς εκεί και κάθησα κοντά στο Νίκο.

«Θαργήσης ακόμα;» τονέ ρώτησα.

«Τώρα καθώς έμπλεξα», μου απάντησε· «δε βλέπεις πόσα μ' έχουνε γραμμένον. Κάτσε λίγο, μπας και μου φέρεις γούρι».

Κάθησα, μα δεν τον ωφέλησα.

«Μου το κρέμασες κ' εσύ· άντε φεύγα. Πες σπίτι πως θα φάω όξω απόψε», μου είπε δίχως να γυρίση να με δη.

9

Η Μαρία πήρε το βράδι τη δουλειά της κ' ήρθε στην κάμαρα.

«Δεν ξέρεις πώς σε καρτερούσα νάρθης», γύρισε και μου είπε άξαφνα.

«Πολύ που σ' έννοιασε πούφυγα», μουρμούρισα.

Σα να μη μ' άκουσε: «Πού πήγατε το απόγεμα;» με ρώτησε.

«Περίπατο, στον καφενέ — »

«Κι αυτός γιατί δεν ήρθε να φάη; Πού τον άφησες;»

«Στον καφενέ».

«Έπαιζε τα χαρτιά, ε;»

Κούνησα το κεφάλι.

«Δε σου είπε τίποτας;»

«Τι να μου πη;»

«Δε σου είπε πως τοιμάζεται να φύγη;»

«Τι λέει ο Νίκος! Τόχεις πως τα παίρνω μετρητά;»

«Κι όμως να δης θα φύγη· και θα πάη χαμένος. Γι' αυτό σ' ήθελα. Να του πης τίποτα, μπα και του γύριζες το κεφάλι».

«Με τι χρήματα να φύγη; Ποιος του δίνει;»

«Θα το δης που θα του δώσουν», είπε και σώπασε μια στιγμή. Ύστερα μου διηγήθηκε πως ο Νίκος είχε σφίξει πάλι τη μάννα του για χρήματα. Άκουσε πως θα κάμη δάνειο για να πληρώση τον τόκο του γαμπρού της και γυρεύει, σώνει και καλά να δανειστή και γι' αυτόνε χίλιες δραχμές. Στερνή φορά λέει και τάζει πως δε θα ξαναγυρέψη τίποτες. Παρατιέται κι από κληρονομιές κι απ' όλα. Φτάνει να τονέ σώση τώρα.

«Θα τον πάρουνε στο λαιμό τους», είπα.

«Αυτό λέω και γω. Να τόλεγες και συ του θειου σου. Φοβάμαι θα τον καταφέρη ο Νίκος».

«Τι θα μου δώσης να του το πω;» της απάντησα κοιτάζοντάς τηνε με χαμόγελο.

Σαν το συλλογίζουμαι τώρα, δεν μπορώ να το πιστέψω πως είχα την καρδιά να βρω μια τέτοια απάντηση. Μα καθώς καθόταν αγνάντια μου, τυλιγμένη με το κόκκινο σαλάκι της, μου θύμισε εκείνο το βράδι ένα μήνα πρωτήτερα, που μου σφουγγάρισε την κάμαρα και μου άναψε και τη φωτιά. Όλος ο μήνας σα να μην είχε περάσει για μένα τη στιγμή αυτή, σα να μην είχε έρθει ο Νίκος και γω σα να μην έλειψα. Κ' έβλεπα μόνο τα μάτια της που γυαλίζανε υγρά και τα μάγουλά της που καίγανε.

Σηκώθηκα και της έπιασα το χέρι, μα φοβήθηκα. Είτανε κρύο κ' έτρεμε.

«Τι είσαι έτσι; τι έπαθες;» τη ρώτησα.

«Μ' έπιασε πάλε κρύο· θα μου ξανάρθη θέρμη», μουρμούρισε και μάζεψε το πλέξιμό της: «Πάω να πέσω».

Έφυγε κ' έπεσα και κοιμήθηκα και γω.

Το άλλο πρωί τη βρήκα πάλι ορθή και δούλευε σαν πάντα, μα είταν κίτρινη και φαινότανε πως έσερνε με κόπο τα πόδια της.

Ο Νίκος ξύπνησε την ημέρα αυτή νωρίτερα. Είχε διάθεση, μιλούσε και γελούσε κ' είτανε ξεχωριστά περιποιητικός στη μάννα του.

Σαν αποφάγαμε, έβγαλε και μούδωσε ένα πούρο. Ο πατέρας του δε θέλησε να πάρη· τονέ χτυπούσε στο κεφάλι.

«Πάμε μέσα να το καπνίσουμε, μην πειράξη η μυρουδιά τη μητέρα», μου είπε και σηκώθηκε.

Περάσαμε στην κάμαρά του κ' η Μαρία μας έφερε κει τον καφέ.

«Έλα, τι έρριξες τα μούτρα; Λες πως σε ξέχασα εσένα; Βάλε το χέρι σου στην τσέπη μου», της είπε ο Νίκος.

Η Μαρία το έβαλε κ' έβγαλε από κει ένα χαρτί, που είχε κάτι τυλιγμένο μέσα: «Δεν το θέλω, είναι από τα χαρτιά», είπε και το άφησε στο τραπέζι.

«Κουτή! Έλα δω, το πήρα επίτηδες για σένα», την κράτησε ο Νίκος καθώς έκαμε να φύγη.

Στάθηκε και τον κοίταξε: «Το λες, αλήθεια;»

«Θα σε γελάσω για ένα παλιοκορκέτο;»

Η Μαρία το πήρε από το χέρι του κ' έφυγε.

«Γιατί τη γελάς;» του είπα.

Με κοίταξε: «Ε, δεν είναι καλό το πούρο;»

«Πού το βρήκες; Λαθραίο θα είναι».

«Αν έχης υποψίες και συ, μην το φουμάρης». Ρούφηξε τον καφέ του και κάπνισε: «Άμα έφυγες εψές, τους τσάκισα· οχτακόσια καπίκια τους πήρα», είπε φυσώντας τον καπνό.

«Γι' αυτό έχεις σημέρα όρεξη».

Δεν απάντησε.

Νόμισα πως βρήκα την περίσταση να του πω εκείνο που ήθελα: «Δε μου λες, γιατί παίζεις χαρτιά;» τονέ ρώτησα.

«Γιατί μ' αρέσει».

«Γι' αυτό μόνο;»

«Για τι άλλο;» Με κοίταξε παράξενα.

Δεν μπόρεσα να του το πω κοφτά και γύρεψα να βρω κάποιον τρόπο: «Μα δε λυπάσαι τον καιρό που χάνεις;» του είπα.

«Ωχ, αδερφέ! θα μ' αρχίσης τώρα με ωφελιμισμούς;» απάντησε ζαρώνοντας τα μούτρα· «μου φτάνει ο Ζαμπακίδης κι ο κριτικός των «Προπυλαίων».

«Δε μου λες, τι είναι αυτός ο Ζαμπακίδης;» άλλαξα ομιλία.

«Ένας αγαθός ηλίθιος. Ανθρωπάκος».

«Μα αυτός έζησε στη Γερμανία!»

«Χωρίς να τη γνωρίση. Νάχης δει τη Γερμανία και να μιλής για κοινές ωφέλειες, να ξέρης πως ο Φάουστ έκαψε την καλύβα του Φιλήμονα και της Βαυκίδας και να τσαμπουνάς για δικαιοσύνη και ηθική», είπε και σηκώθηκε να περπατήση.

«Πώς, δεν υπάρχει ηθική στη Γερμανία;» τονέ ρώτησα.

«Τι θα πη ηθική;» μου απάντησε απότομα· «ο δυνατός στέκει απάνω απ' όλες αυτές τις κουταμάρες».

«Ώστε μπορεί να κλέβη κιόλα;» Τον κοίταξα κατάματα.

Μου φάνηκε σα να κοκκίνησε. Μα η Μαρία μπήκε μέσα και μας έκοψε: «Θάρθης να φάμε απόψε;» τονέ ρώτησε.

«Γιατί ρωτάς;» της είπε μισοαπότομα.

«Τόχω να φτιάσω πήττα. Α δεν έρθης, να την αφήσω γι' αύριο το γιόμα».

«Καλά, ας τηνε γι' αύριο το γιόμα».

Η Μαρία έφυγε.

«Ορίστε τώρα», φώναξε ο Νίκος, «να χάσης τη λευτεριά σου για ένα κομάτι σπανακόπηττα. Κι αυτό λέγεται ζωή. Αχ πότε θα γλυτώσω από δω μέσα!» Έσφιξε τους γρόθους και κοίταξε το ταβάνι: «Να σε κράζη όξω η ζωή, να σε προσμένη ο κόσμος, και συ νάσαι κλεισμένος σ' ένα κλουβί μαζί με χτήνη».

«Έλα, σήκω πάμε».

«Πού να πάμε;»

«Άλλος πάλε από δω. Πρέπει να του δώσω λόγο που θα πάμε! Ξέρεις πως είσαι βαρετός και συ;»

«Το ξέρω, μα στον καφενέ δεν έρχουμαι».

«Μια στιγμή μόνο· να με γλυτώσης μη με μπλέξη ο Ζαμπακίδης κ' ύστερα φεύγεις».

«Τόχεις να κάτσης πάλε στα χαρτιά;»

«Ω διάβολε, λογαριασμό θα σου δώσω!» Έκαμε να πάρη το καπέλο του. Τον κράτησα: «Μπορώ να σου πω κάτι;» του είπα.

«Τι θες;»

«Έρχουμαι μαζί σου, μα με τη συμφωνία — »

«Να μην παίξω, ε;»

«Όχι να μην παίξης. Να μην παίξης μόνο, καθώς έπαιζες εχτές».

«Πώς έπαιζα;»

«Ξέρεις, κάτι νοιώθω από το παιγνίδι — ».

«Ε και — ;»

«Ο τρόπος που έπαιζες δε μ' άρεσε».

Με κοίταξε.

«Ούτε κι ο τρόπος που έπαιζε ο δεξιός σου». Τον κοίταξα και γω κατάματα.

Δεν μπόρεσε να μην κοκκινήση: «Αναιδέστατε», μουρμούρισε, άδραξε το καπέλο του κ' έφυγε.

Το βράδι δεν ήρθε να φάη κ' η Μαρία μπήκε, ετοίμασε την κάμαρα για τη νύχτα κ' έφυγε δίχως να καθήση.

Σε λίγο πήρα να γδυθώ και γω να πέσω, όταν άνοιξε άξαφνα η πόρτα αγάλια και παρουσιάστηκε ο Νίκος.

«Πέφτεις να κοιμηθής;» με ρώτησε δίχως να βγάλη το καπέλο του.

«Αν έχης όρεξη, ξαναντύνουμαι», είπα.

«Όχι, δεν ήρθα για να κάτσω, ήρθα να μου δώσης χρήματα».

«Έχω δυοτρείς δραχμές — σ' τις δίνω, αν τις θέλης».

«Χωρατεύεις. Το λιγώτερο ένα εικοσιπεντάρικο».

Είχα ένα μοναχό εικοσιπεντάρικο κι αυτό ραμμένο στη φανέλα μου να μην το χάσω. Είταν από κείνα που μου έστειλε ο πατέρας μου για έξοδα να φύγω κι ούτε μου πέρασε στο νου να του το δώσω.

«Λέγε, μου δίνεις ή να φύγω;» είπε βιαστικά.

Του έδειξα το σακκάκι μου, που είχα κρεμάσει στην καρέκλα: «Εκεί έχω το πορτοφόλι μου· άνοιξε και πάρε όσα βρης».

Πήγε, το πήρε και βρήκε μέσα τρεις δραχμές. Με κοίταξε με χαμόγελο: «Δεν έχεις άλλες; Λες αλήθεια;»

Στενοχωρήθηκα.

«Δε σου περίσσεψε κάνας παπούς από το ταξίδι;» είπε πετώντας το πορτοφόλι στην καρέκλα και τσεπώνοντας τις τρεις δραχμές.

Τον κοίταξα ξαφνισμένος.

«Σε ποια κάλτσα τονέ φυλάς; Έλα βγάλ' τον».

Το αίμα μου μαζεύτηκε όλο στο κεφάλι: «Νίκο!» μουρμούρισα.

Γέλασε: «Στάσου να σε ψάξω».

Έμεινα μαρμαρωμένος.

«Μπαγαπόντη», είπε κι άνοιξε την πόρτα κ' έφυγε.

Να τρέξω πίσω του να τονέ φωνάξω και να του γυρέψω λόγο; Να τονέ βάλω να με ψάξη, να του δείξω το εικοσιπεντάρικο, το γράμμα του πατέρα μου, να ξυπνήσω το θειο να του γυρέψω το λογαριασμό από τα έξοδά μου; Τι θάβγαζα με όλ' αυτά; Θάφερνα μόνο στο σπίτι μια ταραχή περσότερο. Βρήκα πιο φρόνιμο να σωπάσω και το πρωί να σηκωθώ να φύγω. Εκεί που τα συλλογιζόμουν αυτά, με τρόμαξε ανοίγοντας σιγά η πόρτα κατά τη σάλα. Τάχασα ολότελα, όταν είδα τη Μαρία να μπη πατώντας στα νύχια και μισόγδυμνη.

«Γλύτωσέ με», μου είπε μόλις ανασαίνοντας και σμίγοντας τα χέρια μπροστά στο σαγόνι της. Χέρια και φωνή της τρέμανε.

«Τι είναι;» ρώτησα, «τι έπαθες;»

«Σώσε με· μ' έστειλε να — ». Έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια, κλαίοντας πνιχτά.

«Πού σ' έστειλε;»

«Να — να πάρω — »

«Τι να πάρης;»

«Στην τσέπη του πατέρα του».

Έμεινα άφωνος.

«Καρτερεί μέσα· θα με πνίξη, α δεν του πάω».

«Μην πας μέσα· κάτσ' εδώ», της είπα.

«Α δεν πάω, θα πάη να πάρη ο ίδιος. Δεν τον ξέρεις. Δος μου ό, τι έχεις να του πάω, να ζήσης!» Έπιασε τα χέρια μου, τρέμοντας πάντα ολόβολη.

Ξήλωσα τη φανέλα μου και της έδωσα το εικοσιπεντάρικο που είχα.

Η Μαρία έφυγε και σε λίγο άκουσα την οξώπορτα, που άνοιξε και ξανάκλεισε σιγά. Όλη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ και σαν πήρε και ξημέρωνε σηκώθηκα και βγήκα όξω. Μου είταν αδύνατο ναπαντηθώ με το Νίκο, άμα θα ερχότανε.

10

Άμα γύρισα, κοιμότανε στην κάμαρά του. Βρήκα τη Μαρία που συνταζότανε να πλύνη την τραπεζαρία και το θειο μου φορτωμένον το σακκούλι του να πάη όξω στο χτήμα, να φέρη ψωμί στους αργάτες.

Θάρθω και γω μαζί σου», του είπα.

«Έλα και γυρίζουμε το γιόμα», απάντησε.

Είχα αποφασίσει να του γυρέψω αυτουνού να με δανείση όσα μου χρειαζόντανε να φύγω κι άμα βγήκαμε στο δρόμο, άρχισα να ψάχνω να βρω τον τρόπο πώς να του το πω. Όσες φορές είχα μιλήσει μαζί του για τη δική μου τη δουλειά, με συμβούλεψε νακούσω τον πατέρα μου. Και τώρα του είπα πως είχα τάχα φόβο μην ο πατέρας μου θυμώση, που δε γυρίζω σπίτι τις γιορτές.

«Δε ντρέπεσαι, παιδί μου», μου απάντησε, «σαν κ' έμεινες σε ξένο σπίτι για να θυμώση; Θα σε κρατούσαμε μεις, αν ξέραμε πως θα θύμωνε;»

«Αυτό λέω, δεν έπρεπε να με κρατήσετε».

«Α δεν είχε άλλα παιδιά ο πατέρας σου, δε σε κρατούσαμε. Μα αυτός έχει ένα σωρό και μείς είμαστε μοναχοί μας. Α δεν είχαμε και σένα, θα μας είχε πιάσει απελπισία. Τη βλέπεις τη ζωή που κάνουμε».

Είδα πως ο τρόπος, που άνοιξα την ομιλία, δεν είταν ο σωστός. Αντίς να φέρω στη μέση το δικό μου το ζήτημα, ξανάκρισα την ιστορία του Νίκου κι ο θειος, μια και του θύμησα τον πόνο του, δεν εννοούσε να σωπάση. Άρχισε να κλαίη τη μοίρα του και να μου ξαναλέη πράματα, που τα είχα ακούσει πολλές φορές. Αναγκάστηκα να τον παρηγορήσω γω»:

«Μην τα παίρνης έτσι κατάκαρδα», του είπα· «με τον καιρό θα φρονιμέψη ο Νίκος».

«Σα γεράση; Σα μας αφανίση και μας φάη εμάς; Δεν τον είδες τώρα, τόρριξε και στα χαρτιά. Πού βρίσκει τα χρήματα ήθελα να ξέρω».

«Σαν και παίζει με χρήματα; Παίζει να περνά την ώρα του», είπα.

«Αχ έβγα μια νυχτιά όξω να τονέ δης αν παίζη για να περνά την ώρα. Παίζει πασέτα ως την αυγή· όπου φτάση, με όλους τους ρεμπεσκέδες, τους χειρότερους παλιάθρωπους. Μια βραδιά πριν έρθης πιάστηκε κιόλας, δάρθηκε με κάποιονε. Χάρη δική μου δεν τον πήρανε στην αστυνομία. Ας τα, μην τα μελετάς. Νάτανε στο χέρι μου, θα τούδινα λεφτά να φύγη».

«Και πού να πάη;» είπα.

Μου διηγήθηκε όσα είχα μάθει από τη Μαρία κι από το Ζαμπακίδη.

«Τα παίρνεις σοβαρά κ' ελόγου σου τα σκέδια του Ζαμπακίδη;» ρώτησα λιγάκι ξαφνισμένος.

«Βρε φέρε μου λεφτά και βλέπεις! Λες πως δεν το σκέφτηκα πρωτήτερα από το Ζαμπακίδη να κάμω κρασί τη σταφίδα μου; Πού είναι μοναχά ταναθεματισμένα τα χρήματα!» Αναστέναξε και μου ιστόρησε πώς και τι θάκανε, αν είχε χρήματα.

Σα φτάσαμε στο χτήμα, ο θειος ξέχασε το Νίκο. Μου μίλησε για τις δουλειές του εκεί. Είπε στους αργάτες τι να κάμουνε, μου έφτιασε καφέ, τάγισε το σκύλο του και γυρίσαμε το μεσημέρι σπίτι.

Μα καθώς κάναμε νανεβούμε τη σκάλα, έτρεξε πίσω μας η θεια και μας κράτησε: «Ελάτε δω», μας είπε και μας τράβηξε στο πλυσταριό αποκάτω από τη σκάλα του σπιτιού.

«Τι είναι;» ρώτησε ξαφνισμένος ο θειος.

«Μας έκλεισε όξω ο Νίκος. Τον ξύπνησε η Μαρία με το σφουγγάρισμα, την έδειρε την κακομοίρα, μπήκα στη μέση να τη γλυτώσω, μούδωσε και μένα μια και μας πέταξε και τις δυο όξω με τις σπρωχτιές. Μην τα ρωτάς· μαζεύτηκε όλη η γειτονιά!»

«Θα πάω να φέρω την αστυνομία. Τον κερατά, δε βαστιέται άλλο. Θα μας βγάλη κι από το σπίτι μας», αγρίεψε ο θειος.

Τον έμπασα στο πλυσταριό.

«Μηδά αυτό, μηδά δε ράγισε και τον καθρέφτη !», ξακολούθησε η θεια, «αφίνω δα το δόλιο το κορίτσι, που θα πουντιάση έτσι βρεμμένο που είναι. Δεν είχαμε ούτε σπίρτα νανάψουμε κάνε φωτιά. Ντράπηκα να πάω στη γειτονιά».

Γύρισα κ' είδα τη Μαρία μαζεμμένη σε μιαν άκρη. Είχε το κεφάλι της σκυμμένο κι ούτε γύρισε να μας κοιτάξη.

«Θα πάω στον αστυνόμο», ξαναφώναξε ο θειος.

«Πάμε καλήτερα να σπάσουμε την πόρτα», του είπα.

Μα η θεια δεν άφησε, για να μην ξαναμαζέψουμε τον κόσμο.

«Τι διάολο, νηστικοί θα κάτσουμε;» φώναξε ο θειος «θα κάηκε και το φαγί, φοβάμαι· ή τόχες κατεβασμένο;» ρώτησε τη Μαρία.

Εκείνη δεν αποκρίθηκε.

Πρότεινα νανάψουμε φωτιά και να καθήσουμε όσο να φύγη ο Νίκος και νανοίξη η πόρτα. Μα ο θειος πεινούσε και ξαναφοβέριξε πως θα πάη στον αστυνόμο να τονέ μάθη γνώση. Η θεια του θύμησε πως έπρεπε να τονέ μάθη γνώση τότε που είτανε μικρός κι όχι τώρα καθώς τον άφησε και κατάντησε. Ο θειος θύμωσε περσότερο και της φώναξε πως αυτή φταίει που δεν άκουσε να τον κάμουν απόπαιδο, καθώς το αποφάσισε πολλές φορές. Έτσι με τη λογομαχία των γερόντων πέρασε κάμποση ώρα, όσο που ακούσαμε νανοίξη απάνω η οξώπορτα κ' έπειτα πατήματα, που κατεβαίνανε στη σκάλα. Ο θειος έκαμε να πεταχτή, μα τον κράτησα κ' έκλεισα την πόρτα. Από τη χαραμάδα είδα το Νίκο, που πέρασε στην αυλή με σιγανό ήσυχο βήμα και σκυμμένες πλάτες καθώς πάντα.

Ανεβήκαμε στο σπίτι κι ο θειος έτρεξε ίσια στην κουζίνα. Το φαγί δεν είχε πιάσει. Ο Νίκος είχε φροντίσει και το κατέβασε· έφαγε πρώτα κ' έπειτα έφυγε.

Η Μαρία δεν ήρθε στο τραπέζι. Το βράδι έμαθα από τη θεια πως έπεσε στα ρούχα θερμασμένη πάλι. Την άλλη μέρα δε σηκώθηκε. Ξαναπαρουσιάστηκε την τρίτη, που είτανε Χριστούγεννα. Είταν αλλασμένη και στα πόδια της τριζοβολούσαν τα παπούτσια, που της είχε φέρει ο Νίκος.

Το μεσημέρι, όταν μπήκα στην τραπεζαρία για να φάμε, βρήκα το Νίκο και μιλούσε με τον πατέρα του. Είτανε σε καλή διάθεση και σαν αποφάγαμε ξανάβγαλε να μου δώση ένα πούρο.

«Με σκοτίζει», είπα και δεν το πήρα.

Γέλασε: Άλλος Ζαμπακίδης, που δεν μπόρεσε να το συνηθίση στη Γερμανία».

Σε λίγο ακούστηκε η μπασιά που άνοιγε κι ο Νίκος έτρεξε γοργά στην κάμαρά του. Ήρθανε κάποιοι δικοί του θειου. Τους γνώριζα κι αρχίσαμε να μιλούμε όταν καθήσανε. Μα δεν πέρασε πολλή ώρα κ' η Μαρία ήρθε και μου ένεψε στην πόρτα. Σηκώθηκα και πήγα.

«Σε θέλει μέσα ο Νίκος», μου είπε.

«Πες του, δεν μπορώ ναφήσω τους ανθρώπους», απάντησα. Μα πριν προφτάσω να ξαναμπώ στην τραπεζαρία, ο Νίκος με άδραξε από τον ώμο:

«Έλα μέσα, ηλίθιε», φώναξε.

Να δοκίμαζα να του ξεφύγω, θάκανα θόρυβο· τον άφησα, να με τραβήξη.

«Τι αγαπάς;» είπα μπαίνοντας στην κάμαρα.

«Καταλαβαίνεις που είσαι γελοίος; Τι με κοιτάς; Έλα κάτσε, κάτι έχω να σου πω».

«Τι να μου πης;»

«Να μου κάμης συντροφιά· δεν τους βαριέσαι κείνους μέσα. Έπειτα έχουμε και κάποιους λογαριασμούς μαζί».

Σαν τον είχα δει πρωτήτερα με τόση διάθεση, νόμισα πως θα είχε κερδίσει την περασμένη νυχτιά κ' ήθελε να μου πληρώση εκείνα που μου χρωστούσε και να με καλοπιάση πάλι μ' αυτό, κατά τη συνήθεια του. Με την ιδέα αυτή κάθησα.

«Έλα, πάρε κάπνισέ το τώρα που ξεθύμωσες», μου είπε βγάζοντας πάλι ένα πούρο από την τσέπη του.

«Με σκοτίζει», ξαναείπα.

«Δε σου τόπα πως είσαι γελοίος: Φαίνεσαι που δε νοιώθεις τη ζωή», είπε και περπάτησε στην κάμαρα, σωπαίνοντας λίγες στιγμές: «Για να σου πω», γύρισε έπειτα σταματώντας μπροστά μου, «τι σούλεγε χτες η μάννα μου;»

«Τι μούλεγε;»

«Εσύ ξέρεις τι σούλεγε».

«Δε μ' αφίνεις!» έκαμα αδιάφορα.

«Τι να σ' αφήσω; Είναι ζήτημα σοβαρό για μένα και περίμενα πως θα με βοηθούσες και συ».

«Σε τι να σε βοηθήσω εγώ;» του είπα.

«Ξέρεις σε τι· δεν είναι ανάγκη να μου κρύβεσαι».

Τον κοίταξα μην ξέροντας τι να του πω.

«Έλα· άσ' τα αυτά. Θα μου κάμης τη χάρη να πης της μάννας μου να μου δώση εκείνα που της γυρεύω», ξακολούθησε.

«Εγώ να της πω;»

«Ναι, εσύ».

«Μη με μπερδεύης εμένα, σε παρακαλώ».

«Τότε μην μπερδεύεσαι μόνος σου και μην της λες να μη μου δώση πεντάρα», μου απάντησε απότομα και με κοίταξε στα μάτια.

Πράματις την περασμένη μέρα μου είχε μιλήσει η μάννα του για τη στενοχώρια, που την έβαλε γυρεύοντάς της πάλι χρήματα. Φαίνεται πως ο Νίκος είτανε ξυπνημένος κ' ήρθε στην πόρτα της σάλας κι άκουσε πως εγώ της είπα να μην του δώση πεντάρα. Μπλέχτηκα λοιπόν και νόμισα πως έπρεπε να κάμω το θυμωμένο για να γλυτώσω:

«Δε με ξεφορτώνεσαι», του είπα και σηκώθηκα.

«Δεν ξέρω ποιος φορτώθηκε τον άλλον θαρρώ πως έπρεπε να βαρεθής πια — », μου απάντησε.

«Να μένω εδώ θέλεις να πης;» ρώτησα θυμώνοντας σταλήθεια: «Δος μου το εικοσιπεντάρικο που μου χρωστάς και θα σου τόχω χάρη εγώ να φύγω».

«Πιστεύω εσύ να μου χρωστάς καναδυό άλλα», είπε.

Τον κοίταξα ξαφνισμένος.

«Το κέρδος έπρεπε να το μοιράσουμε», ξακολούθησε χαμογελώντας.

«Παραείσαι άτιμος», του φώναξα.

Με κοίταξε χαμογελώντας πάντα: «Μεταξύ μας τώρα; Δεν αφίνεις τις τιμιότητες γι' αλλουνούς; Πόσα έχεις ακόμα στη φανέλα;»

Τα έχασα σταληθινά.

«Για στάσου να σε ψάξω», είπε κ' έκαμε ναπλώση απάνω μου.

«Άντε να χαθής», του είπα και γύρισα να βγω από την πόρτα.

«Θέλεις νάρθη το κορίτσι για να τα βγάλη, ε; Ή λες πως δεν το ξέρω γιατί μου έστρωσες εδώ;» ξαναφώναξε χαμογελώντας.

Δεν μπόρεσα να κρατηθώ· του έσφιξα μια στο στόμα. Αδραχτήκαμε. Ακούσανε από μέσα την ταραχή κ' ήρθαν και μας χωρίσανε. Το μόνο, που μου έμενε, είτανε να πάρω το καπέλο μου να φύγω, αφίνοντας το Νίκο να 'βρίζη πίσω μου και μέ και τους γονιούς του, που με μπάσανε στο σπίτι τους.

Να μείνω πια στου θειου μου είταν αδύνατο. Έπρεπε να φύγω αμέσως με όποιον τρόπο. Στην απελπισία μου ήρθε στο νου μου ο Ζαμπακίδης. Τονέ βρήκα στον καφενέ, του είπα ό, τι μπορούσα να του πω από την ιστορία και του γύρεψα να με βοηθήση να φύγω. Το έκαμε πρόθυμα και το άλλο πρωί έφυγα με το βαπόρι.

Γύρισα σπίτι μου. Σε κάνα μήνα η θεια μας έγραψε πως ο Νίκος έφυγε και πάει με κρασιά στη Γερμανία. Αυτή δεν ήθελε να του δώση χρήματα, μα ο Νίκος είχε τον πατέρα του με το μέρος του και της είταν αδύνατο να βαστάξη την διπλή γκρίνια.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

1

Σε λίγους μήνες ήρθα πάλι στην Αθήνα να ξαναδώσω εξέτασες. Τον ξάδερφο μου τον ξαναθυμήθηκα μια μέρα μόνο, που απάντησα στο δρόμο το Βελαδράπα και με ρώτησε για κείνον. Ο Βελαδράπας όμως ήξερε πιο πολλά από μένα: δηλαδή πως ο Νίκος είχε στείλει σε κάποια εφημερίδα έξοχες εντύπωσες από το ταξίδι του. Η περιγραφή της Βενετίας κι ο τρόπος που ένοιωσε, λέει, τη Βενετσιάνικη τέχνη κάμανε μεγάλη αίσθηση σε όσους καταλαβαίνουν από τέχνη κι ο ύμνος του στο σύνορο της Γερμανίας είτανε μεγαλόπρεπη λυρική έμπνευση. Αριστοκρατική. Κατιτίς πινδαρικό και ντανουντσιακό.

«Είναι ζενιάλ ο ξάδερφός σου», μου είπε ο Βελαδράπας και μου έταξε πως θα μου στείλη τα φύλλα με τις ταξιδιωτικές εντύπωσες του Νίκου.

Την άλλη μέρα προτίμησε να μου τα φέρη ο ίδιος για να μη χαθούνε στο ταχυδρομείο. Έλαβε μάλιστα τον κόπο να μου τα διαβάση μόνος του. Δεν κατάλαβα πολλά πράματα. Τα μισά κιόλας είτανε γερμανικά και δυστυχώς κι ο Βελαδράπας δεν ήξερε να μου τα ξηγήση. Έπειτα άκουγα στην αράδα ονόματα που δεν τα γνώριζα. Μου φανήκανε σαν είδος ψυχοχάρτι, σαν τρισάγιο. Το μόνο που κατάλαβα καλήτερα είτανε πως δεν ξέρω ποια εικόνα ή ποιο τοπείο θύμησε στο Νίκο κάποιο ποίημα του Βελαδράπα και τα παράθεσε.

«Δεν είναι το καλήτερό μου», είπε αφού το διάβασε.

«Έχετε πολλά γραμμένα;» τονέ ρώτησα.

«Τυπωμένα μόνο δυο τόμους λυρικά και τρία δράματα. Αν θέλετε, σας τα στέλνω».

Διαμαρτυρήθηκα για την τιμή, που δε μου άξιζε. Ως τόσο την άλλη μέρα μου έφερε πάλι ο ίδιος όλους τους τόμους του με αφιέρωση κολακευτική και διαφορετική στον καθέναν. Δυο απ' αυτούς είχανε και την εικόνα του μπροστά μπροστά. Τον ευχαρίστησα και του έταξα πως θα τους διαβάσω όλους, άμα ξαδειάσω. Για την ώρα έκοψα μια από τις εικόνες και την κάρφωσα στον τοίχο.

Μια άλλη μέρα ξαναπέρασε από το σπίτι μου, μα δεν κάθησε πολύ όταν του είπα πως σε λίγες μέρες θάδινα εξέτασες. Μου προσφέρθηκε να μιλήση σ' έναν καθηγητή που τονέ γνώριζε στενά και την ημέρα που θα ξεταζόμουνα τονέ βρήκα και με καρτερούσε στην αυλή του Πανεπιστημίου. Κάθησε ως το τέλος κι όταν άκουσε πως με κάμανε προλύτη, έτρεξε να με παρηγορήση κ' έμεινε μαζί μου ως τα μεσάνυχτα. Το άλλο το πρωί ήρθε και με πήρε από το σπίτι μου. Με φίλεψε καφέ όξω στο «Σωκράτη», που πήγαμε και καθήσαμε, με δάνεισε ένα δίδραχμο, άμα είδε πως είμουν απένταρος, και το βράδι μούδωσε μπιλιέτο για το θέατρο. Κοντά στάλλα είτανε κ' ηθοποιός ερασιτέχνης — μύστης καθώς τόλεγε — κ' έπαιζε τους υπερέτες στις κωμωδίες και στις τραγωδίες κανέναν άγγελο.

Έτσι γινήκαμε φίλοι με το Βελαδράπα. Είταν ευγενικό παιδί, καλή καρδιά. Μόνη του αδυναμία είταν η αγάπη του στο θέατρο και στο μεγάλο, καθώς τόλεγε. Θαύμαζε το Νίκο για την ορμή του νου του και το βαθύ της σκέψης του. Ήξερε κ' έλεγε απόξω πολλά ποιήματά του και ξεχωριστά του άρεσε εκείνο που είχε κάμει στο βαπόρι, όταν πήγαινε να εμπορευτή στη Σύρα, κι από τις πολλές φορές που τάκουσα τόμαθα και γω απόξω. Πολύ συχνά συλλογιζόμουνα τι ευχαρίστηση βρίσκει ο Βελαδράπας μ' εμένα τον ανήξερο κι αμύητο στα μυστήρια της τέχνης κι από τη ντροπή μου αναγκαζόμουνα να λέω ναι σ' ό, τι μου διηγότανε, να βρίσκω ωραίο ό, τι μου διάβαζε, να του σφίγγω το χέρι όταν άκουγα καινούργιο ποίημά του και μια μέρα που με νύσταξε με το πρώτο του ποιητικό διήγημα, τη Φεγγαρώ ή Φεγγάρω δε θυμούμαι, σαν είδε πως έδειξα πως συγκινήθηκα, μου είπε ευχαριστημένος:

«Βλέπω πως αρχινάς να μπαίνης στο νόημα».

Κ' έτσι πήγαινα ταχτικά στο θέατρο κ' έπινα συχνά καφέδες δίχως να πληρώνω.

Ο Βελαδράπας είχε πάντα χαρτζιλίκι μπόλικο. Η οικογένειά του κατοικούσε στην Αθήνα κι ο πατέρας του, τελωνιακός υπάλληλος πρωτήτερα, φαινότανε πως είχε πιο πολλά από τη σύνταξή του. Η κάμαρα του φίλου μου, που μ' έπαιρνε και πηγαίναμε, αν κι απάνω στη σοφίτα, είτανε καλά συγυρισμένη, και το τσάι, που μας στέλναν αποκάτω, ερχότανε με πολλά παξιμαδάκια, Μια μέρα με γνώρισε στη μάννα του και στην αδερφή του, νόστιμο κορίτσι ως δεκοχτώ χρονώ, με γελούμενα μάτια που δε μ' αφήσανε ατάραχο. Τα ρούχα μου δεν είτανε της προκοπής για να ελπίσω να της κάμω εντύπωση, όμως μια κι ο αδερφός της δεν είτανε ντυμένος πολύ καλήτερα, έπαιρνα και γω το θάρρος να χτυπώ την πόρτα του συχνότερα παρ' ότι ένοιωθα την όρεξη της συντροφιάς του. Γιατί του άρεσε να είναι τόσο άτσαλος, ενώ, όπως φαινότανε, είχε τα μέσα να ντύνεται πιο ανθρωπινά, δεν μπορούσα να το ξηγήσω. Πως δεν είναι οργανική ανάγκη για έναν ποιητή να είναι και βρώμικος, καθώς πίστευα πρωτήτερα γιατί έτσι είχα ακούσει, είχα πια απόδειξη τον ποιητή Βιδούρη και την τελευταία μεταμόρφωση του ξαδέρφου μου. Το λόγο τον έμαθα υστερότερα άμα σχετίστηκα πιο στενά με το Βελαδράπα. Τα χρήματα, που του έδινε ο πατέρας του να κάνη ρούχα, τα ξόδευε για να τυπώνη τα βιβλία του. Κ' έτσι ταίριαζε περσότερο μαζί μου κι ακόμα περσότερο στον κύκλο, που μαζευότανε ακόμα στο καφενεδάκι του Κολονακιού, όχι όμως τόσο ταχτικά, γιατί ο ποιητής Βιδούρης έκοψε άξαφνα να πηγαίνη εκεί. Ο Βαλαδράπας με πήρε καναδυό φορές και μένα στο συγκάθισμά τους, μα ούτε κείνοι δείξανε προθυμία να με προσέξουν, ούτε και γω βρήκα πολλή ευχαρίστηση στη συντροφιά τους. Το καλό είτανε για με πως η οικογένεια του Βελαδράπα του είχε μποδισμένο να τους φέρνη σπίτι του. Μου το είπε παστρικά η μητέρα του μια μέρα, που άκουσε πως δεν υπερετώ και γω τις Μούσες. Σαν της είπα μάλιστα πως κάνω πραχτική εξάσκηση σε δικηγόρο και πως σκοπός μου είναι να δικηγορήσω και γω σε κάνα χρόνο, σηκώθηκα στα μάτια της. Την Κυριακή με καλέσανε τραπέζι κι ο γέρο Πετροδίκης μου φέρθηκε με πολύ σεβασμό και μια στιγμή που έλειψε ο Βελαδράπας μου είπε πως καταχάρηκε που είδε πως έπιασε ο γιος του φιλία μαζί μου και μ' ένα στόμα και κείνος κ' η γυναίκα του με παρακαλέσανε να βάλω τα δυνατά μου να τον πείσω ναφήση τα ποιήματα, που είναι καιρός χαμένος, και να δώση κι αυτός εξετάσες. Ο Βελαδράπας είτανε γραμμένος στη Νομική και τελειόφοιτος από δυοτρία χρόνια.

Τους έταξα πως θα προσπαθήσω, δίχως εννοείται και να στοχαστώ να το κάμω. Όχι γιατί και γω δεν είμουνα και δεν είμαι ακόμα της ιδέας πως τα ποιήματα είναι καιρός χαμένος, μα από την πείρα, που είχα από τον ξάδερφό μου, είχα πια και την πεποίθηση πως τανώτερα μυαλά δεν είναι καμωμένα για πραχτικές δουλειές. Σωστά ή όχι, πρέπει να τα ταγίζη η κοινωνία για τις πνευματικές υπερεσίες που της προσφέρνουν. Αλλά δεν είτανε μονάχα αυτός ο λόγος. Είχα και το φόβο πως αν του ξεστόμιζα τέτοιο πράμα, θα θύμωνε και θα μου έκοβε ολότελα τη φιλία. Κ' η φιλία του άρχισε να γίνεται για μένα σημαντικώτερη, γιατί η Θάλεια, καθώς τη λέγανε την αδερφή του, άρχισε να μου αρέση όλο και περσότερο. Της άρεσα και γω; Αυτό είταν το λιγώτερο που μ' ένοιαζε. Φτάνει πως οι γονιοί της με βλέπανε με καλό μάτι, πως ο πατέρας της θυμήθηκε ότι μια φορά που είταν υποτελώνης σ' ένα σκάλωμα της επαρχίας μου, είχε ακούσει για τον πατέρα μου πως είταν ένας από τους καλούς νοικοκυρέους και κομματάρχες. Θυμότανε μάλιστα πως τότες είταν κι αντιπρόσωπος του βουλευτή που είχε την εξουσία. Μου γύρεψε πολλές κομματικές πληροφορίες και τον είδα πως ευχαριστήθηκε από την ενημερότητά μου. Το μοναχό κακό είταν τα παλιά μου ρούχα. Δε μου άρεσε ποτέ νάμαι κακοντυμένος και πάντα φρόντιζα νάχω μια φορεσιά να φαίνουμαι στον κόσμο. Μα είχα βλέπεις βάλει χρέη από τις πρώτες μου εξέτασες και τα χρήματα, που έλαβα από τον πατέρα μου για να κάμω ρούχα, πήγανε σ' αυτά.

Κ' έτσι αναγκαζόμουνα κ' έπλενα με τσιγένι το σακκάκι μου κάθε φορά που θα πήγαινα στου Βελαδράπα. Πολλές φορές κατέβαινε και μου άνοιγε η ίδια η Θάλεια, κάποτε ανέβαινε και στην κάμαρα του αδερφού της κι όταν εκείνος διάβαζε κανένα ποίημά του, ξεκαρδιζότανε στα γέλια, ή αν τύχαινε να μην έχη πολλή όρεξη, τον κοίταζε μονάχα με λοξή ματιά, που μου θύμιζε τη ματιά του ποιητή Βιδούρη. Και σα μ' έπιανε και μένα να χαμογελώ, την έβλεπα κ' ευχαριστιότανε και για να την ευχαριστώ και γω το έκανα συχνότερα απ' ότι άξιζε και σε περίσταση ακόμα, που από συνήθεια πια με συγκινούσαν κάπως τα ποιήματα του φίλου μου. Άμα είναι κανείς ερωτεμένος γίνεται ρομαντικός δίχως να θέλη. Πολλές φορές εκεί που ο Βελαδράπας τραγουδούσε τα ξανθά μαλλιά τα λυτά στους ώμους, τα γαλανά ονειρεμένα μάτια, εκεί που φανταζότανε την ερωμένη του να τριγυρνά στους παραδείσιους αιθέρες, ή να φωτίζη με το γέλιο της τους βυθούς του Ταρτάρου και να μαρμαρώνη τον Κέρβερο με τη ματιά της, μ' έκανε και με να πέφτω σε όνειρα, ναλλάζω με τη φαντασία μου το χρώμα των μαλλιών και των ματιών και να βλέπω μια μορφή, που έμοιαζε της Θάλειας, να βγαίνη γελαστή στην πόρτα ενός μικρού σπιτιού στην επαρχία, άμα ακούη τα πατήματά μου στη σκάλα, ναρπάζη τα δικόγραφα από το χέρι μου και να με φέρνη μέσα σε μια καλοσυγυρισμένη τραπεζαρία, που μας καρτερούσε το φαγί. Μια μέρα μάλιστα δεν ξέρω πώς μου ξέφυγε και ξομολογήθηκα στο Βελαδράπα παρόμοιο όνειρο.

«Στο βάθος μένεις ακόμα πεζότατος», μου είπε χαλώντας τα μούτρα του: «Θαρρώ κι ακούω την αδερφή μου».

«Δεν ξέρεις πώς τη βαριούμαι αυτή την αδερφή μου», μου είπε μια άλλη μέρα που τον έμπλεξε να την πάη κάπου κ' έμεινε μαζί της όλο το απόγεμα. Όταν την έβγαζε περίπατο, του έκανε μεγάλη ευχαρίστηση αν τους έβρισκα στο δρόμο και κολλούσα μαζί τους. «Μ' έσωσες», μου έλεγε στο αυτί. Εννοείται πως και γω δεν άφινα ποτέ περίσταση να πάη χαμένη. Όμως ένοιωθα πως η Θάλεια στενοχωριότανε ανάμεσα στους δυο. Ντρεπότανε τη ντυμασιά μας, που λίγο ταίριαζε με τη δική της, πάντα περιποιημένη και πάντα μοντέρνα. Όταν τους έσμιγα, προτιμούσε να τραβούμε όλο σταπόμερα. Πολύ πιο δύσκολα αποφάσιζε ναρθή μαζί μου στο θέατρο. Μιαδυό φορές, που έτυχε να τους μπλέξω, φρόντισε κ' είδε κάποια φιλενάδα της και της φώναξε μπροστά μου: «Κρίμα, καημένη, να μην καθούμαστε κοντά κοντά». Μ' έφερε στην ανάγκη ν' αλλάξω τη θέση μου με τη φιλενάδα της. Μια άλλη φορά πάλι, που ο αδερφός της είχε μέρος στην παράσταση και μείναμε μονάχοι στην πλατεία, δε δέχτηκε που της προσφέρθηκα να πάμε να τη φιλέψω ένα γλυκό. Πως η αφορμή είταν πράματις τα ρούχα μου, το είδα όταν τέλος κατάφερα να βρω ένα ράφτη να μου κάμη με πίστωση μια καλή φορεσιά. Τη φόρεσα μια Κυριακή μαζί με ολοκαίνουργα παπούτσια και καπέλο της μόδας και παρουσιάστηκα στην πόρτα της. Η ματιά της άρχισε να πέφτη απάνω μου ιλαρότερη. Και δεν έφερε αντιλογία ύστερα όταν ο αδερφός της μας τράβηξε στο Ζάππειο, οπού του άρεσε να κοιτάζη τις όμορφες που σεργιανούσαν. Τη ντυμασιά του Βελαδράπα φαίνεται να την είχε συνηθίσει και να μην της έκανε πια εντύπωση. Έδειχνε κιόλας πως είταν αμελημένη επίτηδες για να ταιριάζη με τα μακριά μαλλιά και το σφηνάτο μούσι.

Η Θάλεια άρχισε νάρχεται πιο πρόθυμα στο θέατρο και δεν της έφτανε νάχη μόνο μπιλιέτα τζάμπα, μα ήθελε και καλές θέσες, στα μπροστινά καθίσματα. Καταλάβαινα πως χαιρότανε κιόλας, σα δεν κάθιζε μαζί μας ο αδερφός της και στα διαλείμματα σηκωνότανε τώρα εκείνη πρώτη και περπατούσαμε ένα γύρο στην πλατεία. Όσο περσότερο τη γνώριζα, δεν την εύρισκα καθόλου βαρετή, καθώς την εύρισκε ο αδερφός της. Καθάλλο μάλιστα. Ταιριάζανε οι γνώμες μας σε όλα και στη γλώσσα ακόμα. Το μαλλιαρό ιδίωμα, που ακούγαμε στη σκηνή που έπαιζε ο Βελαδράπας, μας πείραζε και τους δυο στα νεύρα. Εννοείται πως εγώ φυλαγόμουνα να πω τη γνώμη μου μπροστά στο φίλο μου, μα η αδερφή του τον πείραζε κ' ευχαριστιόμουνα μέσα μου. Έπειτα μου άρεσε στη Θάλεια το μετρημένο και πραχτικό μυαλό της. Μου φαινότανε σα νάκουγα τη μάννα μου, άμα μου μιλούσε σοβαρά για πράματα του κόσμου. Φυσικά, σα βγαλμένη από το Αρσάκειο, είταν αναπτυγμένη πιότερο από τη μάννα μου, μα στο βάθος έμενε πιστή, αγνή ελληνοπούλα. Τη φρονιμάδα της φαινότανε να την ξεχνούσε μοναχά σαν έβλεπε κανένα νέο καλοντυμένο και καλοκαμωμένο. Αν την κοίταζε, της άρεσε να τον κοιτά κι αυτή. Σιγά σιγά όμως πήρανε ν' αριεύουν οι ματιές στους άλλους. Στο μεταξύ της είχα διηγηθή και γω την ιστορία μου, τα οικογενειακά μου, τα σχέδιά μου για το μέλλον και τα ρέστα. Ήξερα πως δεν της άρεσε και πως ούτε το σκεφτότανε να φύγη από την Αθήνα και της είπα πως λογάριαζα να μείνω να κάμω εκεί το δικηγόρο. Κ' έτσι σα να συνεννοηθήκαμε καλήτερα. Και μια μέρα που η δούλα έλειπε κ' ήρθε μονάχη της και μου άνοιξε την πόρτα, καθώς δόσαμε τα χέρια μας, ανεβήκαμε τη σκάλα χωρίς κανένας από τους δυο μας ν' αποφασίση να ταφήση πρώτος. Μιαν άλλη μέρα πάλι στην κάμαρα του Βελαδράπα, κάποια στιγμή που έλειψε τούτος, τη βρήκε η μάννα της ακκουμπημένη στον ώμο μου. Φαίνεται όμως να μην το πήρε για κακό και δεν έπαψε κι αυτή κι ο γέρο Πετροδίκης να με βλέπουνε με καλό μάτι και να με κρατούνε συχνά να τρώγω σπίτι τους.

Πέρασαν έτσι δυοτρείς μήνες. Είχε έρθει το χινόπωρο κι ο πατέρας μου μού είχε στείλει χρήματα κ' έκαμα καινούργια φορεσιά. Η Θάλεια είταν ευχαριστημένη.

Μια Κυριακή απόγεμα είχαμε βγει περίπατο με τα δυο αδέρφια. Εκεί που κόβαμε βόλτες στο Σύνταγμα, η Θάλεια παρατήρησε έναν που πήγαινε κάμποσα βήματα μπροστά μας και μας τον έδειξε για την παράξενη ντυμασιά του. Φορούσε βελουδένιο καφετί κοστούμι· το σακκάκι είτανε με δίπλες και με ζώνη στη μέση, το πανταλόνι κοντό ως το γόνα και στο κεφάλι του είχε ένα μικρό πρασινωπό καβούκι μ' ένα φτερό ορθό αποπίσω.

«Θα κατέβηκε από το ποδήλατο», είπα.

«Ιταλιάνος θάναι», είπε η Θάλεια.

«Γερμανός, βάζω στοίχημα», είπε ο αδερφός της.

«Ό,τι κι αν είναι, σε περνάει, Βελαδράπα· δες έχει και μακριά μαλλιά».

Γελάσαμε.

«Πάμε να τονέ δούμε κι από μπροστά τι φάτσα έχει», ξαναείπε η Θάλεια.

Γοργέψαμε το βήμα και τονέ φτάσαμε στην άκρη της πλατείας. Μα καθώς γύρισε και βρέθηκε αντίκρυ μας, τα χάσαμε κ' οι τρεις. Ο άγνωστος έβγαλε το καπέλο του και στάθηκε μπροστά μας.

«Βρε, βρε!» φώναξε σε μια στιγμή ο Βελαδράπας και τον αγκάλιασε.

Η πρώτη σκέψη μου είτανε να φύγω, άμα τέλος υποψιάστηκα και γω πως ο άγνωστος με τα γενάκια, που φιλιότανε με το Βελαδράπα, δεν είταν άλλος παρά ο ξάδερφος μου ο Νίκος. Μα εκείνος, σα να μην είχε τρέξει τίποτες αναμεταξύ μας, μου άπλωσε το χέρι κ' έπειτα στάθηκε ξεσκούφωτος και τεντωμένος μπροστά στη Θάλεια.

«Ο κ. Κλήμης Μαινάλκας — Νίκος Γκάβρας — , η αδερφή μου», σύστησε ο Βελαδράπας.

Ο Νίκος έσκυψε το κορμί βαθιά κ' έβαλε το καπέλο του.

Η Θάλεια κοκκίνησε λίγο βλέποντας κάποιους γύρω να κοιτάζουνε λίγο περίεργα.

«Πότε ήρθες; από πού;» ρώτησε ο Βελαδράπας ενώ κινήσαμε να περπατούμε προς τα όξω.

«Χτες το βράδι, από το Μόναχο», είπε ο Νίκος, τονίζοντας την τελευταία λέξη.

«Θα μας φέρνης εντύπωσες, υλικό, έργα. Τι έχεις έτοιμα;» ξαναείπε ο Βελαδράπας.

«Είναι κι ο κ. Κλήμης ποιητής;» ρώτησε η Θάλεια κοίταζοντας το Νίκο περίεργα πάντα και λιγάκι φοβισμένα.

«Με συμπαθάτε, δεν άκουσα», είπε κείνος κ' ήρθε και μπήκε ανάμεσα από μένα και τη Θάλεια.

«Ρώτησα — γράφετε και σεις;» ξαναείπε αυτή.

«Έγραφα άλλοτε», είπε ο Νίκος.

Ο Βελαδράπας τον κοίταξε ξαφνισμένος. Κάτι έκαμε να πη, μα τον έκοψε η αδερφή του ρωτώντας πάλι το Νίκο:

«Σπουδάζατε στο Μόναχο;»

«Γλεντούσα», αποκρίθηκε κείνος.

»Είναι ωραία πόλις το Μόναχο. Μια φίλη μου είτανε πέρσι εκεί».

«Έρχουνται και χαζεύουν πολλοί έλληνες», είπε ο Νίκος.

«Είναι κι ο τάφος του Όθωνος, μου έλεγε η φίλη μου».

«Μου φαίνεται· άκουσα, νομίζω, κάτι τέτοιο».

«Ε, πού τραβάτε;» φώναξε ο Βελαδράπας, σαν είδε πως δε στρίψαμε κατά το Ζάππειο, που μας τραβούσε αυτός.

«Να κάμουμε το γύρο, να δούμε λίγη φύση», είπε η Θάλεια.

«Σήμερα μούγινες ρομαντική, που είναι ο τόπος γεμάτος μπλέμπα. Σύρτε σεις, εγώ δεν έρχουμαι. Θα πάω στο Ζάππειο», ξαναείπε ο Βελαδράπας.

Η Θάλεια στάθηκε και με κοίταξε: «Ας διαλέξη τότε ο κ. Κλήμης, σα μουσαφίρης που είναι», είπε: «Τι προτιμάτε το γύρο ή το Ζάππειο;» ρώτησε το Νίκο.

«Μου είν' αδιάφορο· έρχουμαι όπου πάτε», είπε κείνος και την κοίταξε.

Μα ο Βελαδράπας την τράβηξε από το χέρι κ' έτσι ακολουθήσαμε και μεις.

«Τι απαίσιος κόσμος», μουρμούρισε ο Νίκος σαν προχωρήσαμε στον κήπο.

Η Θάλεια τον κοίταξε: «Είναι καλήτερος στο Μόναχο;» ρώτησε σαν πειραγμένη.

Ο Νίκος χαμογέλασε.

«Δεν το πιστεύω νάναι κομψότερος εκεί ο κόσμος», ξαναείπε η Θάλεια.

«Από δω — »

«Από τας Αθήνας; Μα αι Αθήναι φημίζονται, κύριε Κλήμη. Αι Αθηναίαι φημίζονται παντού για το ντύσιμό τους. Το λένε κ' οι ίδιοι οι ξένοι που έρχονται. Η φίλη μου μού έλεγε πως δεν είδε ούτε μια γερμανίδα που να ξέρη να ντυθή».

«Αντιλήψεις διαφορετικές, δεσποινίς Θυμάρη», είπε ο Νίκος χαμογελώντας.

Ή Θάλεια κοκκίνησε: «Με συμπαθάτε, δε λέγομαι Θυμάρη, κ. Κλήμη».

«Ούτε και γω Κλήμης», είπε ο Νίκος.

«Κλήμης Μαινάλκας», διόρθωσε ο Βελαδράπας.

«Νίκος Γκάβρας», είπε ο Νίκος.

«Άντε να χαθής· εσύ μας ανακατεύεις, Βελαδράπα, με τα διπλά σου ονόματα», γύρισε η Θάλεια στον αδερφό της.

«Όπως ακούω τριπλά», πρόστεσε ο Νίκος.

Γελάσαμε όλοι. Το παρατσούκλι του φίλου μου εγώ το πρόδωσα μια μέρα της αδερφής του από παραδρομή. Της άρεσε κ' έτσι τον έλεγε πάντα από τότε.

«Έδωσες εξέτασες;» με ρώτησε ο Νίκος.

«Διδάχτορας, ομότιμός σου», με πρόλαβε κι απάντησε ο Βελαδράπας.

Δεν τονέ διόρθωσα, καθώς δεν τονέ διόρθωσα και τότε που με σύστησε στο σπίτι του μ' αυτόν τον τίτλο. Δε μ' είχε προδώσει πως είμουνα προλύτης ούτε στην αδερφή του. Όσο κι αν ζούσε στα υπερπέραν για τον εαυτό του, όταν είτανε για τους άλλους δεν ξεχνούσε ποτέ τη σημασία της πραγματικότητος.

Αφού κάμαμε ένα δυο σουλάτσα στην πλατεία, ο Βελαδράπας είπε πως κουράστηκε και καθήσαμε. Ο Νίκος έβγαλε κι άναψε μια μικρή πίπα.

«Πες μας λοιπόν πώς πέρασες στο Μόναχο;» τονέ ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Θαυμάσια», αποκρίθηκε.

«Είχατε καιρό εκεί;» ρώτησε η Θάλεια.

«Αρκετό», είπε ο Νίκος.

«Και γλεντούσατε όλον τον καιρό;»

«Τι θέλατε να κάνω;»

«Όλο μπίρα πίνουνε στο Μόναχο, μου έλεγε η φίλη μου. Πίνατε και σεις πολλή;»

«Προτιμούσα το κρασί», είπε ο Νίκος.

Θυμήθηκα τα κρασιά του Ζαμπακίδη και λίγο να τονέ ρωτήσω πώς πήγε το εμπόριο μ' αυτά. Μα η Θάλεια δεν άφησε:

«Με τι το πίνατε;» ξαναείπε: «Η γερμανική κουζίνα είναι ελεεινή. Η φίλη μου δεν μπόρεσε να φάη ούτε μια φορά της προκοπής δυο μήνες που έμεινε στη Γερμανία. Οι Γερμανοί είναι, λέει, χοντράνθρωποι, δεν έχουνε πολιτισμό».

Ο Νίκος γέλασε. Η Θάλεια μου έρριξε μια ματιά, μα δεν είτανε για το Νίκο. Ήθελε να με κάμη να προσέξω στην πλατεία που σεργιανούσε ο κόσμος. Ο αδερφός της φαινότανε πως είτανε τις τελευταίες μέρες ερωτεμένος με κάποια, που δεν μπορούσαμε να την ανακαλύψουμε. Εκείνη τη στιγμή είχε πέσει η υποψία της Θάλειας κάπου και γι' αυτό μου ένεψε.

«Σε τσακώσαμε», φώναξα του Βελαδράπα που είχε ξεχαστή και φαινόταν πως δεν άκουγε τι λέγαμε.

Κοκκίνησε. Γελάσαμε όλοι.

«Ο ίδιος ο αιώνιος μένεις, καημένε», του είπε ο Νίκος που κατάλαβε.

«Θα μας πης λοιπόν, τι έγραψες;» ρώτησε ο Βελαδράπας για ναλλάξη την κουβέντα: «Τι γίνεται το δράμα σου;»

«Τόσκισα», απάντησε ο Νίκος.

«Γιατί;»

«Γιατί δεν άξιζε».

«Άσε ταστεία».

«Καλά θα κάμης να τα σκίσης όλα όσα έγραψες και συ».

«Μπράβο! Πήτε του τα και σεις, κ. Γκάβρα!» φώναξε η Θάλεια: «Βλέπεις», γύρισε στον αδερφό της, «δεν είμαστε μεις μονάχα που σου το λέμε πως χάνεις τον καιρό σου. Θάσουνα τώρα δικηγόρος».

«Άσε, καημένη, τα σαχλά. Φτάνει να τα λέη ο μπαμπάς», της είπε με θυμό ο Βελαδράπας.

«Βλέπεις, τα λέει κι ο φίλος σου. Δεν έχω δίκιο, κ. Γκάβρα; Δε θάκανε καλήτερα να διάβαζε να πάρη το χαρτί του;» ξαναείπε η Θάλεια.

«Ποιο χαρτί;» ρώτησε ο Νίκος.

«Το δίπλωμα».

Ο Νίκος γέλασε.

«Γιατί γελάτε;»

«Κάθε ρωμιός χρωστά να πάρη δίπλωμα».

«Εσείς άκουσα το πήρατε».

«Σας το χαρίζω».

«Ευχαριστώ· έχω το δικό μου». Η Θάλεια χαμογέλασε.

«Και τι σας χρησιμεύει;» χαμογέλασε κι ο Νίκος.

«Δε μιλώ για τις αστείες αθηνέικες ομίχλες· μιλώ για τις ομίχλες του βαθιού μοτίβου», είπε ο Νίκος.

Η Θάλεια με κοίταξε. Ο Βελαδράπας άνοιξε το στόμα.

«Για τις ομίχλες των Αλπολάγκαδων, των ψηλών κορφών, της Βοριοθάλασσας. Αυτές θέλουνε δυνατές ψυχές να τις βαστάξουν», ξακολούθησε ο Νίκος.

«Πήγες και στη Βοριοθάλασσα; Είναι όμορφη;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Μουσική ομορφιά. Εκεί η φύση δεν κάνει πλαστική επίδειξη, καθώς εδώ. Δεν είναι σα σκιαγραφία. Δε σε υπνωτίζει, σε μεταρσιώνει».

Η Θάλεια γέλασε: «Μιλείτε με προκατάληψη για την ελληνική φύση. Το παθαίνουν πολλοί που πηγαίνουνε στην Ευρώπη. Ξιπάζουνται».

Ο Νίκος χαμογέλασε.

«Σωπάτε, κ. Γκάβρα», ξακολούθησε η Θάλεια, «θα μου πήτε μένα για το κλίμα της Αττικής, γι' αυτόν τον ορίζοντα που τονέ θαυμάζουν όλοι οι ξένοι; Δε ντρεπόσαστε να λέτε πως ζουν αλλού καλήτερα από δω;»

«Με παρανοήσατε. Δε σας είπα πως αλλού ζούνε καλήτερα· σας είπα πως εμείς εδώ δε ζούμε», τόνισε τα τελευταία λόγια ο Νίκος.

«Καλά, τότε να πεθάνουμε όλοι. Αυτό θα θέλετε;»

«Όχι αυτό, μα να το νοιώσουμε πως δε ζούμε και τότε θαρχίσουμε να ζούμε. Άμα δηλαδή το καταλάβουμε πως η ζωή αυτή δεν είναι αληθινή ζωή, αλλά νεκροφάνεια».

«Και ποια είναι αληθινή ζωή; Στις ομίχλες;» γέλασε η Θάλεια.

«Αυτό δε λέγεται με λόγια· το αισθάνεται κανένας», της απάντησε ο Βαλαδράπας.

Η αδερφή του τού έδωσε μια φάπα ανάλαφρη. Γέλασε κι ο Νίκος.

«Τι μου χρησιμεύει; Πώς, δε χρησιμεύουν τα διπλώματα;»

«Αλλού ναι, στην Ελλάδα όχι».

«Γιατί,;»

«Αν είχατε βγει πέρα από το Μπρίντεζι, δε θα ρωτούσατε».

Η Θάλεια κοκκίνησε: «Δε σας καταλαβαίνω, κ. Γκάβρα», μουρμούρισε.

»Για να με καταλάβη κανένας, δεσποινίς μου, πρέπει να ζη».

«Και γω δε ζω;»

«Όχι μόνο εσείς, μα κανείς δε ζει σ' αυτόν τον τόπο».

Δεν τέντωσε τα μάτια μονάχα η Θάλεια, μα κι ο Βελαδράπας έμεινε με το στόμα ανοιχτό.

«Και στους άλλους τόπους ζούνε καλήτερα από δω; Έχουνε πουθενά αυτόν τον ουρανό, αυτή τη θάλασσα;» Η Θάλεια έδειξε με το χέρι της κατά το Φάληρο.

Ο Νίκος χαμογέλασε.

«Και γω δεν το πιστεύω νάχη η φύση πουθενά αλλού τέτοιες γραμμές, τόση μεγαλοπρέπεια», είπε κι ο Βελαδράπας τεντώνοντας το χέρι πλατιά και φέρνοντας το μάτι γύρω με κίνημα του κεφαλιού.

«Δε λέω πως λείπει κάποια τραγικότητα από το τοπείο αυτό», είπε ο Νίκος, «μα έπρεπε νάχης δει τις Άλπεις, τις κορφές (είπε κάποια ονόματα γερμανικά), τους βράχους, τα δάση, τακρολίμνια, τις ομίχλες — »

«Ουφ! Αφήστε με καλέ και σεις με τις ομίχλες σας», φώναξε η Θάλεια — «θα παραβάλω αυτό το φως με τις ομίχλες; Πλήττω που τις ακούω».

Ο Νίκος την κοίταξε χαμογελιόντας: «Έπρεπε να τις δήτε πρώτα».

«Τι να τις δω; Σαν και δεν είδαμε ποτέ μας καταχνιά, κ. Γκάβρα; Για τι μας παίρνετε; Έπεσε πέρσι το χειμώνα μια, που αν κρατούσε καμιά ώρα ακόμα, θα πήγαινε σκαστή όλη η Αθήνα».

«Για τον Πάλα, αλήθεια, δε ρώτησα. Τι γίνεται; τον είδες», ρώτησε σε λίγο ο Βελαδράπας.

«Πέρασε από το Μόναχο για λίγες μέρες», είπε αδιάφορα ο Νίκος.

«Και πού πήγαινε;»

«Στη Γαλλία».

«Στη Γαλλία!» είπε ξαφνισμένα ο Βελαδράπας.

«Έμπλεξε με κάποιους ρούσσους κ' έγινε δημοκράτης».

«Στον εικοστόν αιώνα δημοκράτης!» ξαφνίστηκε πάλι ο Βελαδράπας.

«Και γω δημοκράτις είμαι», είπε η Θάλεια, «δεν τη χωνεύω την αριστοκρατία. Όλες σημέρα σου κάνουν τον αριστοκράτη. Βλέπεις μπακαλοπούλες και σου ξεφυτρώνουνε μεμιάς με τα φασαμαίν στο χέρι. Δεν ξέρετε πως τις σιχαίνουμαι. Νάναι καμιά από οικογένεια, υποφέρεται. Έχει δικαίωμα να το κάνη».

«Δε σου είπε ο Πάλας, δεν ξανάγραψε τίποτες;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

Ο Νίκος κούνησε τους ώμους.

«Και συ το λες αλήθεια πως δεν ξαναγράφεις;»

«Τι; ψέματα;»

«Αδικείς την τέχνη. Τα γράμματα, που είχες στείλει στην αρχή, αναστατώσανε τα πνεύματα. Κ' η σκηνή, που δημοσίεψες από το δράμα σου, είταν αριστούργημα. Μας έβαλες όλους κάτω. Το αναγνώρισε κι ο Αβραμίκος κι ας τον είχες χτυπήσει. Είπε πως φαντάζεται το δράμα σου σα νέο είδος τέχνης, μεταμουσικό να το πούμε».

«Ποιος είναι ο Αβραμίκος;» ρώτησε η Θάλεια.

«Ο καλήτερος κριτικός μας», είπε ο Βελαδράπας.

«Ο μωρότερος», τον έκοψε ο Νίκος· «σκολαστικός, δε νοιώθει τίποτες. Κανένας σας δε νοιώθει γρι από τέχνη».

Η Θάλεια όμως βαρέθηκε τις κουβέντες για την τέχνη και σηκώθηκε.

Σηκωθήκαμε όλοι μας και σουλατσάραμε όσο που πήρε και βράδιασε. Άμα γυρίσαμε στην πόλη, συνοδέψαμε τη Θάλεια ως την πόρτα της.

«Ελπίζω να σας ξαναδούμε», είπε δίνοντας το χέρι της πρώτα στο Νίκο.

Εκείνος στάθηκε προσοχή, σκύβοντας το κορμί και κρατώντας το καπέλο του στο χέρι: «Αν σας κάνη ευχαρίστηση», είπε.

Η Θάλεια μπήκε μέσα και σαν είδα πως έμεινε ο Βελαδράπας μαζί μας, σκέφτηκα ναφήσω μονάχους τους δύο ποιητές. Δεν είχα καμιά όρεξη να μπλέξω πάλι με το Νίκο και το κάλεσμα, που του έκαμε η Θάλεια, δε μου άρεσε πολύ. «Όχι», στοχαζόμουνα, «ο Νίκος πρέπει να μείνη μακριά». Μα εκεί που γύρευα να βρω μια πρόφαση να τονέ χωριστώ κιόλα, εκείνος άδραξε άξαφνα το μπράτσο μου:

«Πού κάθεσαι;» με ρώτησε.

«Εκεί που καθόμουνα», είπα ξερά.

«Μπράβο· μου φαίνεται, έχεις έναν καναπέ».

«Μα σκεπάσματα δεν έχω».

«Μας δίνει η σπιτονοικοκυρά σου. Τώρα πάμε πουθενά να φάμε. Βελαδράπα, θα μείνης βέβαια μαζί μας».

«Α μου συμπαθάς, να σου κάμω κιόλας το τραπέζι», είπε κείνος.

«Σε καμιά μπίρα να πάμε· δεν τρώω ποτέ ζεστό φαγί το βράδι», είπε ο Νίκος.

«Εγώ έχω να σμίξω κάποιον», είπα, άμα φτάσαμε στην μπίρα που θα μπαίνανε.

«Και πού θα μ' εύρης έπειτα;» με ρώτησε ο Νίκος: «Δεν περνάς να με πάρης από δω;»

Κούνησα το κεφάλι κ' έφυγα με την ιδέα να μην ξαναγυρίσω. Πήγα στο ξενοδοχείο να φάω και γω κι από κει στον καφενέ για να βρω καμιά συντροφιά. Δε βρήκα κανέναν κι αποφάσισα τα πάω σπίτι μου να κοιμηθώ. Μα πάλι συλλογίστηκα πως ο Νίκος το ήξερε το σπίτι και θαρχότανε κει. Και να μην το ήξερε, θα τον έφερνε ο Βελαδράπας. Είδα πια πως έμπλεξα γι αυτό το βράδι, βαρέθηκα να μένω μόνος και γύρισα θέλοντας και μη στην μπίρα.

3

Τους βρήκα καθισμένους δίπλα δίπλα και μιλούσανε.

«Έλα κάθησε και συ νακούσης», μου είπε ο Βελαδράπας.

Ο Νίκος μόλις πρόσεξε που κάθησα αντίκρυ του και ξακολούθησε την κουβέντα του. Μιλούσε για το Βερολίνο κ' έλεγε πως δεν του άρεσε. Το βρήκε αμερικάνικο πολύ κι ο αμερικανισμός, είπε, φοβάται πως θα φάη τη Γερμανία.

«Ο σοσιαλισμός θέλεις να πης;» τονέ ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Και τα δυο. Η Γερμανία πρέπει να κλειστή στο γοτθικό της πνεύμα».

«Το γοτθικό είναι το μεγάλο βέβαια. Δεν τόνοιωσε ο Γκαίτε πρώτος;» ξαναρώτησε ο Βελαδράπας.

«Ο Λούθηρος. Λούθηρος — Μπίσμαρκ, αυτοί είναι οι δυο πόλοι», απάντησε ο Νίκος και ξακολούθησε να μιλή για το Μόναχο τώρα: «Είναι η μόνη πόλη του κόσμου, είπε, που μπορεί να ζήση ένας νους μορφωμένος αισθητικά».

«Ναι, αυτό το είπε κι ο Ίψεν», είπε ο Βελαδράπας.

«Άλλο είπε ο Ίψεν αυτός δεν ένοιωσε καλά τη ζωή, τη σύγχυζε».

«Είταν όμως αριστοκράτης», ξαναείπε ο Βελαδράπας.

«Κι αυτό το παρανόησε· δεν κατάλαβε διόλου το Γκαίτε».

«Στο Μόναχο τον καταλάβανε το Γκαίτε;»

«Γκαίτε και Μπετόβεν, αυτό είναι το Μόναχο. Ο Φάουστ κ' η ένατη συμφωνία χυμένα στον αέρα. Μεταρσιώνεσαι παντού. Νοιώθεις βαθιά σου το μεσαίωνα. Σε όποιον καφενέ κι αν μπης, θυμάσαι το καπελιό του Άουερμπαχ, σε κάθε γωνιά δρόμου έχεις κ' ένα Γκρέτχεν μπροστά σου. Πολλές φορές, βλέποντας τους φοιτητές να γλεντούνε, θαρρούσα κ' είτανε μαζί τους ο Μεφίστος».

«Μονομαχούν οι φοιτητές, ε;»

«Όλοι είναι πετσοκομμένοι. Ο γερμανός, που δεν έχει σπαθιές στο πρόσωπο, δε θεωρείται άνθρωπος».

«Αυτό μου φαίνεται λίγο αντιαισθητικό», είπε ο Βελαδράπας.

Ο Νίκος γέλασε.

«Μα τα κορίτσια πώς τους θέλουν έτσι;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Οι γερμανίδες δεν είναι ρωμιές», είπε ο Νίκος κι ο Βελαδράπας έμεινε σκεφτικός.

«Είναι όμορφες οι γερμανίδες;» ξαναρώτησε έπειτα από λίγο.

«Έχεις δει την Αμαρτία του Στουκ;» του είπε ο Νίκος.

Ο Βελαδράπας κούνησε το κεφάλι.

«Ε, τέτοιες είναι».

«Είναι χειραφετημένες αλήθεια;»

«Γυναίκες είναι. Τι μεγαλήτερη χειραφεσία θέλει η γερμανίδα, όταν μπορή και βγαίνη ελεύτερα στο δρόμο με το νόθο της παιδί, δίχως να ντρέπεται κανένανε; Σου θυμίζει το ποίημα του Γκαίτε». Είπε γερμανικά κάποιους στίχους και τους ξήγησε, αφού το γύρεψε ο Βελαδράπας: «Μη με ρωτάτε από ποιόνε τόχω το παιδί στην κοιλιά». Κάτι τέτοιο απάνω κάτω.

Ο Βελαδράπας τέντωσε το αυτί του κι ο Νίκος ξακολούθησε: «Η γερμανίδα είναι έρωτας και μουσική. Ο άντρας της τα δίνει και τα δυο. Τι άλλο θέλει;»

«Η γυναίκα λοιπόν, καθώς τη θέλει ο Νίτσε», είπε ο Βελαδράπας.

«Για σώπα — σαν και παίζουν. — Α, όχι. Μου φάνηκε πως άκουσα κάποιο μοτίβο από το Σίγφριδ», είπε ο Νίκος, αφού πρόσεξε στο κομάτι, που είχε αρχίσει ένα βιολί κ' ένα πιάνο που παίζανε στην μπίρα.

«Άκουσες Βάγνερ στο Μόναχο;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Σαν κι άκουσα τίποτες άλλο;»

«Μα ο Νίτσε τον καταδικάζει».

«Άδικα. Έχω ψυχολογήσει την αιτία και θα τη γράψω σε μελέτη».

«Ώστε έτσι τόλεγες πως δε θα ξαναγράψης;» ρώτησε γελούμενα ο Βελαδράπας.

«Ελληνικά είπα δε θα ξαναγράψω».

Ο Βελαδράπας κάτι θέλησε να ξαναπή, μα τον έκοψε ένας που ήρθε στο τραπέζι κ' έδωσε το χέρι του Νίκου.

«Μαινάλκα, τρόμαξα να σε γνωρίσω», του είπε.

Δε θα τονέ γνώριζα και γω πως είταν ο Θέμης Φλοίσβος, α δεν άκουγα να πη τόνομά του ο Βελαδράπας, που τον προσκάλεσε να καθήση, ξεχνώντας το περσινό ξυλοκόπημά τους. Είχε αφήσει και κείνος τα μουστάκια κ' έκοψε κιόλα τα μακριά μαλλιά. Τα ρούχα του είταν καθαρώτερα και στο λαιμό του κάτω από το ψηλό φωκόλο κυμάτιζε πλατειά γραβάτα δεμένη φιόγκο. Η μεταμόρφωση μου ξηγήθηκε σε λίγο σαν άκουσα πως αναγκάστηκε να γίνη δημοσιογράφος για να ζήση.

«Και δε γράφεις πια δράματα;» τονέ ρώτησε ο Νίκος.

«Πώς δε γράφω; Έδωσα ένα στο Αθηναίο και θα το παίζανε το καλοκαίρι, μα φοβηθήκανε γιατί είτανε πολύ επαναστατικό. Δεν μπορούσε να το νοιώση ο κόσμος κ' έτσι δεν αποφασίσανε να κάμουνε τα σκηνικά».

Αφού μιλήσανε κάμποση ώρα για το θέατρο και για το δράμα, ο Φλοίσβος ρώτησε το Νίκο πώς πέρασε στη Γερμανία κ' έτσι η κουβέντα ήρθε πάλι στο Μόναχο. Ο Νίκος διηγήθηκε τα ίδια πράματα κι άλλα καινούργια. Θέατρο, μουσική, στρατός, γυναίκες και το γοτθικό.

«Και καλλιτέχνες, ποιητές σύχρονους δε γνώρισες;» τονέ ρώτησε ο Θέμης Φλοίσβος, που άκουγε με προσοχή όλη την ώρα.

«Ένα δυο που αξίζουνε, τους γνώρισα», είπε ο Νίκος και διηγήθηκε πως μ' έναν από δαύτους έγινε φίλος και διασκέδασε πολύ μαζί του. Μας περίγραψε τα γλέντια τους σ' ένα καλλιτεχνικό κέντρο, είδος βακχικής κατακόμβης. Εκεί μέσα, είπε, αιστάνθηκε τα ελευσινιακά μυστήρια και το διονυσιακό μοτίβο και γνώρισε τη χτηνωδία της γυναίκας.

«Κ' ύστερα απ' αυτή τη ζωή να ξαναρθής εδώ σ' αυτή τη μούχλα! Πώς σου φαίνεται αλήθεια;» τονέ ρώτησε ο Φλοίσβος.

«Τη βροχή νοστάλγησα περσότερο απ' όλα», είπε ο Νίκος και σώπασε.

«Σου πήρα τέλεια συνέντευξη. Αύριο θα δης θα κάμη κρότο», είπε σε λίγο ο Φλοίσβος τρίβοντας τα χέρια του.

«Μην κάμης τίποτα αηδίες», είπε αδιάφορα ο Νίκος.

Ο Φλοίσβος γέλασε: «Πάω, φεύγω τώρα», είπε και σηκώθηκε.

«Κάτσε λίγο, θα φύγουμε όλοι», είπε ο Βελαδράπας.

«Πάω να γράψω, δεν μπορώ».

«Πού γράφεις;» τονέ ρώτησε ο Νίκος.

«Στο Μηνύτορα».

Ο Φλοίσβος έφυγε. Κοντεύανε μεσάνυχτα κι ο Βελαδράπας άρχισε να χασμουριέται.

«Ε, το χαλούμε τώρα;» είπε και φώναξε και πλήρωσε.

Σηκωθήκαμε. Ο Νίκος θυμήθηκε το άσθμα του και γύρεψε να πάμε σπίτι με το αμάξι.

«Αν το πληρώνης», του είπα.

Μα ο Βελαδράπας φώναξε έναν αμαξά. Μπήκε κι ο ίδιος στο αμάξι, περάσαμε και πήραμε τη βαλίτσα του Νίκου από ένα καπνοπωλείο, όπου την είχε αφήσει, κι αποκεί τραβήξαμε στην κάμαρά μου. Ο Βελαδράπας βοήθησε το Νίκο νανεβάση τη βαλίτσα του στη σκάλα, μας καλονύχτισε και τράβηξε να πάη πεζός στο σπίτι του.

«Πέρασε η ώρα, πρέπει να τρέξω», του είπα, σα φτάσαμε στην Ομόνοια κ' είδα πως ο κόσμος στεκόταν και τον κοίταζε·

Χωριστήκαμε.

Το απόγεμα δεν ήρθε ο Βελαδράπας να με πάρη από το γραφείο μου, όπως το συνήθιζε. Κατάλαβα πως θάτανε με το Νίκο και δε με χρειαζότανε. Το βράδι ήρθε ο Νίκος πολύ αργά να κοιμηθή. Είμουνα στο κρεββάτι κ' έκαμα πως δεν τον ένοιωσα.

Το πρωί, σαν ξύπνησα κ' ετοιμάστηκα να φύγω, μου φάνηκε πως έκαμε κι αυτός το ίδιο. Το άλλο βράδι δεν ήρθε ολότελα να κοιμηθή. Πέρασαν έτσι τρεις τέσσερες μέρες. Φαίνεται πως δεν είχε κι αυτός την όρεξή μου. Είμουνα ευχαριστημένος και θα του χάριζα και το Βελαδράπα ακόμα, που δεν τον ξαναείδα, α δεν πιθυμούσα τη Θάλεια κι α δεν έβλεπα κιόλας πως το βράδι είχε καλή παράσταση στο θέατρο που έπαιζε ο Βελαδράπας. Το δειλινό λοιπόν αποφάσισα και τράβηξα ίσια από το γραφείο μου στο σπίτι του. Κατέβηκε η υπηρέτρια και μου είπε πως είχε φύγει από ώρα.

«Μόνος του;» ρώτησα.

«Όχι· με την κυρία Θάλεια και μ' ένα φίλο του που ήρθε τώρα».

Ο δρόμος θόλωσε μπροστά μου. Δίχως να το νοιώσω τράβηξα στο Ζάππειο. Σα βρήκα την πλατεία αδειανή, τότε στοχάστηκα πως φυσούσε βοριάς και δεν είχε λόγο νάβγη εκεί ο Βελαδράπας. Γύρισα κ' έψαξα στα ζαχαροπλαστεία, που ήξερα πως άρεσε της Θάλειας να πηγαίνη. Σ' ένα από αυτά είδα τον ποιητή Βιδούρη καθισμένο σ' έναν κύκλο ντιστεγκέδων. Είχε αφήσει το μουστάκι του κι αυτός. Μου έρριξε μια ματιά, σα να με γνώρισε και να περίμενε να τονέ χαιρετίσω. Δεν ξέρω τι μου ήρθε και δεν του έβγαλα αμέσως το καπέλο. Έπειτα στοχάστηκα πως μπορούσα να ρωτήσω αυτόνε μην τους είδε. Μα είτανε πια αργά κ' έφυγα φουρκισμένος με τη χωριατιά μου.

Το άλλο το πρωί μόλις ξυπνήσαμε, ο Νίκος βγήκε στο παράθυρο και πρόσμεινε όσο που περάσανε οι εφημερίδες. Πήρε το Μηνήτορα και τον ξεδίπλωσε βιαστικά. Τα μάτια του σταματήσανε στην πρώτη σελίδα και διάβασε λίγα λεπτά της ώρας κάνοντας δυο τρεις φορές το συνηθισμένο του σπασμό του σαγονιού, που δεν τον είδα να τον κάμη την περασμένη μέρα και νόμισα πως τονέ λησμόνησε.

«Να, δες ο Θέμης Φλοίσβος κάνει την επίδειξή του», μου είπε τέλος δίδοντάς μου την εφημερίδα.

Την πήρα και διάβασα γραμμένα σε χρονογράφημα όσα μας είχε διηγηθή ο Νίκος στην μπίρα. Ο Θέμης Φλοίσβος τα ιστορούσε με την υπογραφή του, σα να τα είχε δει με τα μάτια του κι αφίνοντας να νοηθή πως τα είχε ζήσει ο ίδιος. Προσκαλούσε το ρωμαίικο ναφήση το ρουσφέτι και τις εκλογές, που είχαμε κείνες τις μέρες, και να ζήση μια ζωή με ποίηση, με μουσική, με στρατό, με μεταρσίωση και με μεθήσι. Δεν είχε ξεχάσει να τα βάλη και με τον ουρανό της Αττικής που δε βρέχει συχνά, καθώς στη Βορειοθάλασσα.

Ο Νίκος ντύθηκε στο μεταξύ που διάβαζα. Είχε φορέσει την ίδια ντυμασιά που φορούσε και την περασμένη μέρα.

«Τι διάβολο και σημέρα θα βγης όξω σαν ταξιδιώτης;» του είπα και πήρα το καπέλο μου να φύγω, γιατί βιαζόμουνα να πάω στο γραφείο μου.

«Έτσι βγαίνουμε στο Μόναχο. Αλλά Ρούμπενς», μου αποκρίθηκε φορώντας το χνουδωτό γυαλιστερό καβούκι με το στενόν κόθρο.

Έκαμα να βγω.

«Στάσου· θάρθω και γω», μου είπε κ' έρριξε απάνω του μια μακριά πρασινωπή πελερίνα.

Βγήκαμε στο δρόμο.

Μου είταν αδύνατο να υποφέρω την ιδέα πως ο Νίκος είναι κοντά στη Θάλεια. Ήθελα να λογικευτώ, έφερνα στο νου μου τη φρονιμάδα της Θάλειας, θυμόμουνα τις περιγελαστικές ματιές που του έρριχνε την ημέρα που τον πρωτοείδε, το ξάφνισμά της από τα λόγια του, την περιφρόνηση που ήξερα πως είχε σε όλη τη φάρα των ακαμάτιδων ποιητάδων, τα στοχαζόμουνα όλα αυτά και ησύχαζα για μια στιγμή. Μα πάλι η ιδέα πως ο Νίκος είναι κοντά της μου ξανακεντούσε την καρδιά. Δεν έβλεπα την ώρα που θάρχιζε το θέατρο. Φανταζόμουνα πως δεν είτανε δυνατό να λείψη εκείνη τη βραδιά η Θάλεια. Μια στιγμή αποφάσισα να ξαναπάω σπίτι της να ρωτήσω για το Βελαδράπα, βρίσκοντας αφορμή να του γυρέψω εισιτήριο. Μα η σκέψη, πως με ξέχασε τώρα που ήρθε ο Νίκος, με κράτησε. Μισή ώρα πριν αρχίση το θέατρο πήγα κ' έπιασα μια σκοτεινή γωνιά στο δρόμο που θα περνούσε ο Βελαδράπας. Είχα σκοπό αν περάση μόνος με το Νίκο να μην τους μιλήσω μα αν είτανε κ' η Θάλεια μαζί, τότε να πάω μαζί τους.

Δεν περάσανε πολλές στιγμές και νάτοι, ερχόντανε κ' οι τρεις. Μα αντίς να τραβήξω ίσια σ' αυτούς, έστριψα στον άλλο δρόμο και τράβηξα σπίτι μου. Κάθησα στα σκοτεινά και μου ερχότανε να κλάψω. Μα η ιδέα αυτή μ' έκαμε γελοίο στον εαυτό μου και πετάχτηκα. Άναψα το φως, συγυρίστηκα λίγο και τράβηξα ίσια στο θέατρο.

Η παράσταση είχε αρχίσει. Παίζαν ένα δράμα που ξεχνώ τον τίτλο του. Είταν ερωτικό και γινότανε στο σπίτι ενός παπά. Έφτασα την ώρα που ένας νέος φοιτητής φιλιότανε με την ξαδέρφη του. Ένας καλόγερος καθισμένος παραπέρα τους κοίταζε λοξά, κάνοντας πως διάβαζε. Γύρισα κ' έρριξα ματιές γύρω στα θεωρεία, όπου ήξερα πως ήθελε να πηγαίνη η Θάλεια. Δεν μπόρεσα να τη δω και ξαναπρόσεξα στη σκηνή. Σαν τέλειωσε η πρώτη πράξη, μπαίνοντας πάλι στην πλατεία, ξαγνάντισα σ' ένα από τα πρώτα θεωρεία τη Θάλεια, που κοίταζε με τα γυαλιά κάπου αντίκρυ της. Είταν αργά πια και κάθησα στη θέση μου. Δεν μπορούσα να τη βλέπω από κει. Όταν ξανάκλεισε η σκηνή, σηκώθηκα και πήγα και στάθηκα αντίκρυ στο θεωρείο. Είταν η Θάλεια μόνη με το Νίκο. Εκείνη κοίταζε πάλι με τα γυαλιά κι ο Νίκος καθότανε δεξιά της ακκουμπησμένος στο χέρι του, αδιάφορος κι αγέλαστος σαν πάντα και παίζοντας τα δάχτυλά του στα μακριά του τα μαλλιά. Έδειχνε πως δεν πρόσεχε κανέναν τριγύρω του. Τους έρριχνα κρυφές ματιές προσέχοντας να μη με δη η Θάλεια πως κοιτάζω. Μα εκείνη είχε το νου της στάλλα θεωρεία. Μια στιγμή έσκυψε κ' είπε κατιτίς του Νίκου, δίνοντάς του τα γυαλιά, μα αυτός ούτε κουνήθηκε. Κάτι θα της είπε μόνο, φαίνεται, γιατί εκείνη γέλασε. Πήγα πιο κοντά και στάθηκα στη μέση της πλατείας με την ελπίδα πως θα με πάρη εκεί το μάτι της και θα με κράξη. Κόντευε όμως να περάση το διάλειμμα κ' η Θάλεια δε γύριζε τα μάτια κάτω. Δεν μπόρεσα να κρατηθώ άλλο, ανέβηκα και χτύπησα στο θεωρείο.

Σα μπήκα μέσα ο Νίκος δεν ταράχτηκε από τη θέση του. Η Θάλεια μούδωσε το χέρι:

«Τι γίνατε; Να μη σας δούμε τόσες μέρες;» είπε.

Απάντησα πως είχα πολλή δουλειά στο γραφείο μου.

«Βλέπετε πως είναι επιμελής ο ξάδερφός σας· δεν είναι σαν κ' εσάς» γύρισε κ' είπε του Νίκου.

«Μοιάζετε», απάντησε εκείνος δίχως να κοιτάξη.

«Πώς σας φαίνεται το δράμα;» ρώτησα τη Θάλεια.

«Σαχλό. Βαρέθηκα. Σας αρέσει σάς;»

Απάντησα πως μου φάνηκε λίγο αιστηματικό, όμως με συγκίνησε.

«Προτιμώ τα γέλια από τις συγκίνησες. Τα δράματα με πλήττουν. Κι ο ξάδερφός σας είναι σύμφωνος. — Ή όχι;» ρώτησε το Νίκο.

«Σε τι παρακαλώ;» απάντησε κείνος σα να μην πρόσεξε τι είπε η Θάλεια.

«Πως πλήττετε και σεις στα δράματα».

«Σ' αυτό το δράμα ναι», είπε ο Νίκος.

Η Θάλεια πήρε τα γυαλιά και κοίταξε αντικρυνά: «Τι αναίδεια! Τι φανερά που τον κοιτά! Τρελλάθηκε μαζί του. Αυτό καταντά σκάνταλο», είπε ξαναγυρίζοντας στο Νίκο.

«Δεν αφίνεις τον κοσμάκη να κοιτάζεται», μουρμούρισε κείνος.

Το «δεν αφίνεις» μ' έκαμε να παραξενευτώ. Μα ήξερα το Νίκο πως έπαιρνε γλήγορα θάρρος.

Χτύπησε το κουδούνι στη σκηνή κ' έκαμα να φύγω.

«Πού πάτε;» ρώτησε η Θάλεια.

«Κάτω στη θέση μου».

«Εδώ έχει κάθισμα· ακούτε πιο καλά από δω».

Κάθησα ανάμεσα από αυτή κι από το Νίκο. Η παράσταση ξανάρχισε κι ο Νίκος έκλεισε τα μάτια γέρνοντας το κεφάλι στο χέρι, σε τρόπο που να φαίνεται καλήτερα από γύρω πως κοιμάται. Η Θάλεια ξαναπήρε τα γυαλιά και κοίταξε αντικρυνά.

«Νάτος ξανακοιμήθηκε», είπε σε λίγο αφίνοντας τα γυαλιά κ' έσκυψε αποπίσω μου και χτύπησε με τη βεντάλια της τον ώμο του Νίκου.

«Άσε με, παρακαλώ· νυστάζω», της είπε τούτος δυνατά·

«Στ! στ!» φώναξαν από την πλατεία. Κάποιοι γυρίσαν κιόλα και κοιτάξανε.

«Δεν είν' εδώ ξενοδοχείο», του σφύριξε και πάλι η Θάλεια.

Ο Νίκος δεν κουνήθηκε. Η Θάλεια ξανακοίταξε στη σκηνή λίγες στιγμές κ' έπειτα πήρε πάλι τα γυαλιά της.

Σε λίγο ο αδερφός της κόρης, που αγαπούσε τον ξάδερφό της, ένα δυστυχισμένο ηλίθιο παιδί, μπήκε στη σκηνή και το θέατρο σείστησε από τα γέλια. Η Θάλεια γύρισε κι αυτή προς τη σκηνή και γέλασε μαζί. Ο Νίκος δεν ταράχτηκε.

«Δέστε τον, κάνει πως κοιμάται. Αφήστε τώρα τα καμώματα· δε σας στέκουνε», του μουρμούρισε πάλι η Θάλεια σκύβοντας μπροστά μου κ' έκαμε να τον ξαναχτυπήση με τη βεντάλια της.

Της έπιασα το χέρι.

«Σας ενοχλήσαμε; Άλλος από δω. Πολύ ρομαντικός γίνατε απόψε», μου είπε και ξαναπήρε τα γυαλιά της και κοίταξε τριγύρω όσο που έκλεισε η σκηνή κ' η παράσταση τέλειωσε.

Κάτω στην πόρτα βρήκαμε το Βελαδράπα.

«Ε, το πήρες λοιπόν το μπιλιέτο;» μου είπε μόλις με είδε.

«Ποιο μπιλιέτο;»

»Πώς ήρθες τότε;»

«Πλήρωσα κ' ήρθα».

«Δεν πέρασες από το σπίτι σου; Δε σου τόδωσε η σπιτονοικοκυρά σου;

«Όχι», του είπα.

«Και γω τους άφησα τουτουνούς στην μπίρα κ' ήρθα στο γραφείο σου. Δε σε βρήκα κει κ' έτρεξα μην είσαι σπίτι σου».

«Μοναχούς στην μπίρα», είπα μέσα μου και μου ήρθε να του δώσω μια στο μουσούδι.

Η Θάλεια στεκότανε και κοίταζε τον κόσμο που έβγαινε. Ο Νίκος είχε φορέσει την πελερίνα του με σηκωμένο το γιακά και μουρμούριζε στίχους μισοκλείνοντας τα μάτια. Είδα πως είχε βγάλει το φτερό από το καπέλο του.

«Είχες δίκιο», του είπε ο Βελαδράπας, άμα βγήκαμε στο δρόμο, «απόψε δε μου άρεσε διόλου το δράμα. Ανόρεχτα έπαιξα το μέρος μου».

«Τι μέρος, βρε; Υπερέτης είσουνα πάλι· τις βαλίτσες έφερες δίχως να βγάλης λέξη», του φώναξε η Θάλεια σβησμένη στα γέλια.

«Ψεύτικο, κατώτερο έργο· δε μεταρσιώνει, δεν αφίνει τίποτε για το περιθώριο», ξακολούθησε ο Βελαδράπας χωρίς να προσέξη την αδερφή του.

Ο Νίκος δεν απάντησε και τράβηξε μπροστά. Η Θάλεια και γω μείναμε πίσω.

«Απόψε βλέπω είσαστε πολύ συγκινημένος», μου είπε.

«Και σεις πολύ φαιδρή· σας διασκεδάζει ο ξάδερφος μου»·

«Μη σας πειράζη;»

Δεν της απάντησα.

«Είστε γελοίος», μου ξαναείπε ύστερα από μικρή σιωπή.

Κι αλήθεια γελοίος φαινόμουνα στον εαυτό μου όλη την ώρα έπειτα, σαν την αφήσαμε στην πόρτα της και γυρίσαμε με το Βελαδράπα και το Νίκο στον καφενέ, όπου σμίξαμε το Θέμη Φλοίσβο.

Το άλλο απόγεμα έφυγα νωρίτερα από το γραφείο μου και τράβηξα στου Βελαδράπα. Βρήκα τα δυο αδέρφια που μαλλώνανε. Ο Βελαδράπας ήθελε να γράψη κ' η Θάλεια τονέ βίαζε να τη συνοδέψη όξω να δη τη διαδήλωση, που θα γινότανε. Του είχε πάρει το χειρόγραφο και τόκρυψε.

«Γράφεις κι αύριο. Έλα τώρα, σήκω», τον τραβούσε.

«Λες πως βρίσκεται η όρεξη, όποτε σου καπνίση εσένα; Έπειτα το ξέρεις πως σιχαίνουμαι την πολιτική και τα πλήθη», φώναξε ο Βελαδράπας.

Βοήθησα και γω και τονέ σηκώσαμε από το τραπέζι.

Η Θάλεια πήγε να βάλη το καπέλο της.

«Άι σιχτίρ, δεν είναι ζωή αυτή! Το φριχτότερο πράμα είναι να μη σε νοιώθουνε στο σπίτι σου», μουρμούρισε ο Βελαδράπας βουρτσίζοντας τη ζακέτα του και σιάζοντας τα μαλλιά μπρος στον καθρέφτη. Το μούσι, του είχε απαιτήσει εκείνες τις μέρες ο θιασάρχης του και το ξούρισε.

Η Θάλεια ξαναήρθε κρατώντας στο χέρι ένα ψαλλίδι κ' ένα μάτσο άσπρο και μπλε κορδόνι. Έκοψε ένα κομάτι και τόδεσε στο στήθος της.

«Έλα, στάσου να σου βάλω και το δικό σου», είπε ύστερα στον αδερφό της.

«Κάνε μου τη χάρη, ξεφορτώσου με· δε φτάνει που μούκοψες τη διάθεση».

Η Θάλεια, σα να μην άκουσε, έκοψε ένα κομάτι και τονέ σίμωσε.

«Άμε στο διάολο, σου είπα· θα με κάμης και γελοίο τώρα», την έσπρωξε ο Βελαδράπας.

«Καλά, μη θες να βάλης κ' έπειτα ξαναγύρεψε τάλληρο του μπαμπά», του είπε κείνη σοβαρά.

Μουρμούρισε λίγο, μα την άφησε και του έδεσε το κορδόνι στην κουμπότρυπα. Εγώ κι από οικογενειακή παράδοση και σα δημοκράτης που είμουνα, συμπαθούσα το κορδόνι και δεν είχα λόγο να της φέρω αντίσταση.

Βγήκαμε στην Ομόνοια. Η Θάλεια μετρούσε μ' ευχαρίστηση τα μαγαζιά και τα σπίτια, που είχαν κρεμασμένα κορδονικά σημάδια, κι ο Βελαδράπας ξέχασε την ανορεξία του κοιτάζοντας τις όμορφες στο δρόμο και στα παράθυρα και σκουντώντας με όταν καμιά του άρεσε ξεχωριστά. Η διαδήλωση πέρασε τέλος κ' η Θάλεια κουρασμένη πια γύρεψε να καθίσουμε.

«Πάμε στην μπίρα», είπε ο Βελαδράπας, «να βρούμε και τους άλλους».

«Ποιους άλλους;» ρώτησα.

«Το Νίκο και τη λοιπή παρέα».

«Με συμπαθάτε εμέ να σας αφήσω», είπα και στάθηκα.

«Ελάτε και δε θα χάσετε· να τους δήτε πώς είναι όλοι τους», μου είπε η Θάλεια.

«Τους ξέρω».

«Την ποιήτρια και τον ποιήτριο δεν τους ξέρετε».

Θέλοντας και μη πήγα κοντά τους.

Σε μια σκοτεινή άκρη της μπίρας καθότανε ο ξάδερφός μου και τριγύρω του οι ίδιοι νέοι που είχα δει στο εξοχικό καφενεδάκι. Έλειπε μόνο ο Θέμης Φλοίσβος και παραπάνω είταν ένας άλλος μελαχρινός νέος και μια κυρία.

«Νάτοι, εδώ είναι κ' οι δυο», μου είπε η Θάλεια σαν μπήκαμε στην πόρτα και τους είδε.

Σηκωθήκανε και χαιρετήσατε τη Θάλεια κι ο Βελαδράπας με παρουσίασε στους δυο άγνωστους·

«Ο κ. Ιππόλυτος Κλεαρέτης, η δεσποινίδα Ιππολύτα Κλεαρέτη».

Καθήσαμε. Η Θάλεια κ’ η τελευταία ρίξανε λοξές ματιές η μια στην άλλη.

«Λοιπόν, ταποφασίσαμε, Θυμάρη», είπε του Βελαδράπα ένας από τους συγκαθούμενους, που είχα ακούσει πως έγραφε ποιήματα με το ψευδώνυμο Ταγχόιζερ, «το Σφυρί, θάναι ο τίτλος».

«Σύμφωνοι», είπε ο Βελαδράπας.

«Ποια στήλη θα πάρης εσύ; Ποιόν κύκλο; Καθένας πρέπει να διαλέξη μια περιοχή και κει να χτυπά. Εγώ πήρα το δράμα, ο Κλεαρέτης τη λυρική ποίηση, η Κλεαρέτη τη μουσική και τη φιλοσοφία, ο Μαινάλκας τη γερμανική ζωή».

«Αλλά γερμανικά θα σας τα στέλνω», αντίκοψε ο Νίκος.

«Είπαμε· τα μεταφράζει ο Κλεαρέτης· του τα στέλνουμε».

«Πού θάναι ο Κλεαρέτης;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Θα γυρίζω στην Αίγυπτο για συντρομές», είπε ο ίδιος ο Κλεαρέτης.

«Κ’ η δεσποινίδα Κλεαρέτη στη Ρουσσία», είπε ένας άλλος.

«Τότε εγώ παίρνω το θέατρο», είπε ο Βελαδράπας.

«Μα το δράμα το ανάλαβα εγώ», τον έκοψε ο Ταγχόιζερ.

«Άλλο δράμα κι άλλο θέατρο», ξαναείπε ο Βελαδράπας· «δεν είναι έτσι, Νίκο;»

Ο Νίκος κούνησε το κεφάλι.

«Και γω πήρα την ιστορία και τη φιλοσοφία της τέχνης», πετάχτηκε από τη γωνιά ο σγουμπός με τα γυαλιά και με το βιβλίο στο χέρι, δίχως να σηκώση απ' αυτό τα μάτια του.

«Καλά», είπε ο Βελαδράπας, «μα την πολεμική ποιος θα την πάρη;»

«Πολεμικό θάναι όλο το περιοδικό απ' άκρη σ' άκρη. θα σπάζη, θα γκρεμίζη αλύπητα τα είδωλα — »

Τις κορυφές, τον Αβραμίκο πρώτον», είπε ο σγουμπός με τα γυαλιά.

«Τη γενική πολεμική εννοώ», ξαναείπε ο Βελαδράπας, «τα κύρια άρθρα».

«Η πολιτική αποκλείνεται — » του απάντησε κάποιος.

«Μα τα κοινωνικά ζητήματα;» ξαναρώτησε ο Βελαδράπας.

«Κι αυτά», φώναξε ο Ταγχόιζερ: «Καθαρή τέχνη. Σημαία μας θάναι το γύρισμα στον τραγικό, στον ηρωικό λυρισμό».

«Και στη σκληράδα», ξαναπετάχτηκε ο σγουμπός, δίχως να σηκώση τα μάτια του από το βιβλίο. Σήκωσε μόνο το γρόθο του στο ψήλος του ώμου.

Ο Νίκος λάγγεψε με το σαγόνι.

«Και ποιος θάμπη διευθυντής κ' εκδότης;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Κανείς», είπε ο Ταγχόιζερ: «Ούτε τόπος ούτε χρόνος θα γράφεται στο ξώφυλλο. Το Σφυρί μονάχα με παχιά μεγάλα γράμματα. Διαμαντένια γράμματα σε μαύρο ξώφυλλο».

«Εγώ λέω πράσινο, να συμβολίζη την αναγέννηση», είπε ένας.

«Κόκκινο, επαναστατικό», είπε άλλος.

«Καλήτερα ένα σφυρί μονάχα, δίχως γράμματα», είπε ο σγουμπός με τα γυαλιά και κοίταξε το Νίκο.

Ο Νίκος ένεψε με το κεφάλι.

«Κ' οι συντρομές που θάρχουνται, αν δε βάλουμε κατατόπι;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Βάζουμε ένα άγνωστο ψευδώνυμο, ποστ ρεστάντ».

«Εγώ λέω ναλλάξουμε όλοι μας ψευδώνυμα», πρότεινε κάποιος.

«Γράφουμε τότε όλοι ανώνυμα», είπε άλλος.

«Έτσι χάνεται η ατομικότητα. Το όνομα είναι η δύναμη· εγώ θα γράφω πια με τόνομά μου», είπε ο Νίκος.

«Μα έτσι λείπει το μυστήριο, που δίνει την επιβολή», είπε ο Ταγχόιζερ.

«Η ατομικότητα τη δίνει», φώναξε ο σγουμπός.

«Θαποκλειστή κ' η επιστήμη;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

Η Θάλεια με σκούντησε.

«Όπου δεν έχει σχέση με την τέχνη».

«Μα στην εποχή μας τέχνη κ' επιστήμη — τι λες, Νίκο;»

Ο Νίκος είχε ξεχαστή.

«Η ποίηση του μέλλοντος θα είναι επιστημονική», απάντησε ο σγουμπός κι ο Βελαδράπας ησύχασε.

Η Θάλεια τους έρριχνε ματιές όλη την ώρα και γύριζε και κοίταζε κ' εμένα σα να μου έλεγε; «Βλέπεις που δεν ήθελες ναρθής;» Περσότερο όμως κοίταζε την Κλεαρέτη φυλάγοντας τις στιγμές που εκείνη δεν την πρόσεχε. Μα κ' η Κλεαρέτη δεν κοίταζε λιγώτερο τη Θάλεια κι όταν η μια έπιανε την άλλη, γυρίζανε κ' οι δυο τα μάτια αλλού.

«Δες πόσες κορδέλες έχει απάνω της, πώς είναι τα μαλλιά της· κοίταξε τι φτερά έχει βάλει στο καπέλο της, τι παπουτσάρες που φορεί», βρήκε την περίσταση να μου μουρμουρίση η Θάλεια διάφορες στιγμές εκεί που συζητούσαν οι άλλοι.

Κ' είταν αλήθεια παράξενα ντυμένη αυτή η Κλεαρέτη. Φορούσε ένα πράσινο φόρεμα μ' ένα σωρό κόκκινα φιογκάκια, πλατύ καπέλο με φανταχτερά φτερά και τα ποδήματά της είταν καταλασπωμένα. Καθόταν αμίλητη όλη την ώρα κοιτάζοντας τον έναν και τον άλλον κι ακκουμπώντας τον αγκώνα στην καρέκλα του αδερφού της, καθώς τονέ νόμιζα τον Κλεαρέτη. Εκείνο που μου έκαμε λιγάκι εντύπωση είταν πως δεν του έμοιαζε καθόλου. Εκείνος μαυριδερός νόστιμος νέος, τούτη άσπρη, ξανθή σχεδόν και τρομερά άχαρη. Η χλωμάδα του προσώπου της, τα μαλλιά της, τα χτενισμένα αλά Κλεό, που της κρεμόντανε στα μάγουλα, και τα ξέθωρα και βαθουλά μάτια της σε κάνανε να μην μπορής να την κοιτάξης. Κι ωστόσο έβλεπα τα μάτια ολονών τριγύρω της να τη θωρούνε μ' ευχαρίστηση, τόσο που η Θάλεια, αν και καταφρονούσε αυτόν τον κύκλο, φαινότανε πως πειραζότανε λιγάκι που την προσέχανε λιγώτερο από την Κλεαρέτη.

«Πρέπει λοιπόν ναρχίσουμε να ετοιμάζουμε ύλη», είπε πάλι ο Βελαδράπας.

«Εγώ αύριο τελειώνω τη μελέτη για το Μποτιτσέλι», είπε ο σγουμπός.

«Κ' η Ιππολύτα μας έδωσε κιόλα ένα ποίημα», είπε ο Ταγχόιζερ, που φαινότανε σα μισοαναγνωρισμένος διευθυντής του περιοδικού.

«Πού είναι το; δεν τόχεις εδώ να τακούσουμε;» ρώτησε ο Βελαδράπας και τεντώθηκε.

Η Θάλεια με ξανασκούντησε.

«Έλα, Ιππολύτα, διάβασέ το», είπαν κι άλλοι.

«Ας το διάβαση ο Ιπόλυτος· εγώ έχω άθλια απαγγελία», άνοιξε τέλος το στόμα της η ποιήτρια κοκκινίζοντας.

«Όχι, εσύ διάβασέ το· δικό σου είναι», είπε ο Κλεαρέτης κ' έβγαλε από την τσέπη ένα τετράδιο.

«Η ιδέα είναι δική σου», ξαναείπε κείνη.

«Εσύ τόγραψες», της είπε ο Κλεαρέτης.

«Εμπρός, ποιήτρια, διάβασέ το συ», φώναξε ο Νίκος.

Η Θάλεια δεν μπόρεσε να μη γελάση κι ο αδερφός της την αγριοκοίταξε.

Το διάβασε ο Ιππόλυτος. Σα φιλοσοφικό, που είπαν όλοι τους πως είταν, η Θάλεια και γω δε νοιώσαμε τίποτες. Τον τίτλο μόνο Μελικέρτη κ' ένα σωρό ονόματα ακούσαμε κοντά στη Θέληση και τη Δύναμη, τη Σοφία και τη Σκέψη, τη Διαιώνιση και την Εξέλιξη· αϊτούς και φίδια, σφυριά και κύτταρα, Άδες και Σύμπαντα, Τιτάνες και Τιτάνιες και το γύρισμα ή επωδό που το λένε: Ω Ρουθ, βάρα το τύμπανο, ω Όμπερον, ρίχνε άμμο στην κλεψύδρα.

«Μ' αυτό θαρχίσουμε», είπε ο Ταγχόιζερ παίρνοντας το τετράδιο από τον Κλεαρέτη: «&Μελικέρτη& με μεγάλα στοιχεία στην πρώτη σελίδα. Ωραίος τίτλος — Από τα μάρμαρα του πόνου», διάβασε παρακάτω στο χειρόγραφο.

«Από το μούρμουρο του πόνου», τονέ διόρθωσε η Κλεαρέτη.

«Βρήκες καλά τον τόνο στο ρυθμό και στη γλώσσα, Ιππολύτα», της είπε ο Νίκος κοιτάζοντάς τηνε στα μάτια: «Κρίμα που δεν τόγραψες γερμανικά».

«Στη γλώσσα όχι· δεν είμαι σύμφωνος», πετάχτηκε ο Βελαδράπας· «αν αρχίσουμ' έτσι, θα φτάσουμε στην καθαρεύουσα».

«Είπαμε, στη γλώσσα ελευθερία. Καθένας ας τη γράφη σύμφωνα με το αίσθημά του. Οι κανόνες είναι σχολαστικισμοί», φώναξε ο σγουμπός και ξανάσκυψε στο βιβλίο του.

«Πολύ ωραία! Να πέσουμε στην αναρχία;» άναψε ο Βελαδράπας και μαζί του η γλωσσική συζήτηση.

Οι γνώμες είτανε τόσο ανάκατες και χωρισμένες, που δεν μπορούσα να πάρω κάβο μες το θόρυβο. Η Θάλεια ευτυχώς θυμήθηκε πως την περιμένανε στο σπίτι κι άδραξε το Βελαδράπα από το χέρι:

«Άσε τις κουβέντες τώρα· περιμένει ο μπαμπάς». Τρόμαξε να τονέ σηκώση.

«Θα μείνης;» ρώτησε ο Βελαδράπας το Νίκο.

Εκείνος κοίταξε μια στιγμή την Κλεαρέτη κ' έπειτα τη Θάλεια. Τόσο επιδειχτικά που η Θάλεια κοκκίνησε και χαιρερετώντας όλους μ' ένα κούνημα του κεφαλιού έτρεξε στην πόρτα. Ο Νίκος έκαμε να σηκωθή, μα είταν αργά.

Ο Βελαδράπας είτανε θυμωμένος μ' όλους: «Ε, καλά δεν τους τάπα; Δε βαστιούνται. Γίνουνται όργανα του Κλεαρέτη, που θέλει να εκμεταλλευτή το περιοδικό και να τσεπώνη συντρομές στην Αίγυπτο. Γι' αυτό φοβάται την καθαρή δημοτική», άρχισε σα βγήκαμε στο δρόμο.

«Την είδες τι σουρουκλεμέ σου είναι; Να της φαίνεται πως είναι κι όμορφη! Δεν πιάνει να ράψη το φουστάνι της, που είναι καταξυλωμένο και το κρατεί με καρφίτσες, μα θέλει να μου γράφη ποιήματα», άρχισε μαζί κ' η Θάλεια από την άλλη μεριά.

«Αν είν' έτσι, δε θα λάβω μέρος. Γράφω καλήτερα στο Σύμπαν», μουρμούρισε ο Βελαδράπας.

«Λέτε να τα γράφη μοναχή της; Δεν πιστεύω· εκείνος της τα γράφει. Δεν είδατε πώς μαλλώνανε; Ο ένας έλεγε ταλλουνού: δικό σου είναι», ξακολούθησε η Θάλεια.

«Μαζί τα γράφουν», είπε ο Βελαδράπας· «ο Κλεαρέτης δεν μπορεί να γράψη στίχους, δίνει την ιδέα μόνο και τη γράφει η Ιππολύτα».

«Δε ντρέπεσαι! Αυτή δεν μπορεί να βγάλη λόγο απ' το στόμα της και θα γράψη και ποιήματα; Εκείνος τα γράφει και θέλει να την περνά κι αυτή για λόγια».

«Αδερφός της είναι;» ρώτησα.

Η Θάλεια γέλασε: «Τι αδερφός της, καλέ; Αρρεβωνιαστικός της. Λένε δηλαδή, μα δεν τους πιστεύω. Δεν είδατε πώς καθόντανε; Δεν είδατε ξετσιπωσιά!»

«Κ' έχουν τα ίδια ονόματα;» ρώτησα.

«Είναι ψευδώνυμα», είπε ο Βελαδράπας.

«Από πού είναι;»

«Από τη Σμύρνη, λέει», είπε η Θάλεια.

«Ο Κλεαρέτης· αυτή είναι από την Πόλη», είπε ο Βελαδράπας.

«Είτανε γκουβερνάντα στην Οδησσό κι από κει την έκλεψε κείνος και γυρίζουνε μαζί και ζητιανεύουν».

«Ποιος σου τάπε αυτά;» θύμωσε ο Βελαδράπας: «Τι θα πη την έκλεψε; Ο Κλεαρέτης γυρίζει στα κέντρα του ελληνισμού με τα βιβλία του κι ανταποκριτής εφημερίδων. Όταν πέρασε από την Οντέσσα τη γνώρισε σ' ένα ελληνικό σπίτι που είτανε δασκάλα».

«Τι δασκάλα! Γκουβερνάντα είτανε. Φαίνεται», τον έκοψε η Θάλεια.

«Δασκάλα της μουσικής· παίζει έξοχο πιάνο. Λοιπόν εκεί γνωριστήκανε και παντρεύτηκαν».

«Δίχως παπά», γέλασε η Θάλεια.

«Δίχως παπά βέβαια, μοντέρνος γάμος».

Η Θάλεια γέλασε πιο δυνατά.

«Δε φταις εσύ, φταίω εγώ που σε φέρνω σ' ανθρώπους», της είπε ο Βελαδράπας: «Δε σ’ αφίνω να κάθεσαι με τη μαμά και με την Παναγιώτα στην κουζίνα».

Κόντεψε να πιαστούνε στα χέρια. Βριζόντανε όσο που φτάσαμε στην πόρτα τους. Τους άφησα εκεί κ' έφυγα.

6

Όταν πήγα τη νύχτα αργά στο σπίτι μου, βρήκα στο τραπέζι μια σημείωση του Νίκου. Μου έγραφε να πω σε όποιον έρθη και με ρωτήση γι' αυτόν πως δεν τον είδα ολότελα απόταν ήρθε στην Αθήνα. Περσότερα θα μου πη άμα με σμίξη. Είδα κιόλας πώς έλειπε η βαλίτσα του και τα ρούχα του από το ντουλάπι. Δόξασα το Θεό που τον ξεφορτώθηκα κ' έπεσα και κοιμήθηκα.

Το πρωί, άμα σηκώθηκα και πήρα να ντυθώ, άκουσα να χτυπά βιαστικά η πόρτα μου. Ντύθηκα γλήγορα και πήγα κι άνοιξα. Ξαφνίστηκα σαν είδα την ξαδέρφη μου, την αδερφή του Νίκου.

«Πού είναι; Πες μου γλήγορα τι κάνει;» φώναξε χυμώντας μέσα.

«Ποιος τι κάνει;» ρώτησα.

«Ο Νίκος».

Γέλασα.

«Μπράβο σου, γελάς κιόλα. Να μ' αφήσης άυπνη όλη νύχτα καταμόναχη στο ξενοδοχείο! Πήγα να τρελλαθώ όσο να ξημερώση. Καλά, δεν ήρθες στο σταθμό, δεν ερχόσουνα κάνε ψες το βράδι στο ξενοδοχείο;»

Απάνω κάτω κατάλαβα τι έτρεξε, προτού μου ξηγήση πώς μου τηλεγράφησε να πάω να την πάρω στο σταθμό κι αφού δε με βρήκε κει, κίνησε κ' ήρθε σπίτι μου και μου άφησε σημείωση να πάω να την εύρω στο ξενοδοχείο.

Δεν μπορούσα πια να της κρύψω τίποτες, μάλιστα σα μου διηγήθηκε πως ο Νίκος, αφού δεν πήγε καλά το εμπόριο των κρασιών του Ζαμπακίδη, έγραψε στον πατέρα του πως θέλει να γυρίση σπίτι του να κάμη το δικηγόρο εκεί στον τόπο ή να βρη καμιάν άλλη θέση, και τους γύρεψε τα έξοδα του γυρισμού. Ο πατέρας του, αφού είτανε κ' εκλογές κιόλας, δανείστηκε και του τάστειλε αμέσως για ναρθή γλήγορα να ψηφίση κ' έτσι αν πιτύχη ο βουλευτής του να τονέ διορίση. Εκεί όμως που περιμένανε το Νίκο, λάβανε γράμμα του πως ήρθε στην Αθήνα κρυολογημένος βαριά κ' έπεσε στο στρώμα. Τους γύρεψε εκατό δραχμές, του τις στείλανε αμέσως και μηνύσανε της αδερφής του, που είτανε στο Ανάπλι με τον άντρα της, ναρθή να τονέ γεροκομήση. Έτσι έφυγε κι αυτή την άλλη μέρα. Μου τηλεγράφησε μένα κι αφού δε με βρήκε στο σταθμό, πήγε στο δρόμο και στον αριθμό, που της γράψανε πως κάθεται ο Νίκος. Εκεί όμως έμαθε πως δεν κάθεται κανένας Νίκος. Κ' έτσι έτρεξε στο δικό μου σπίτι όλη νύχτα.

Τη συμβούλεψα να τηλεγραφήση στους γονιούς της πως ο Νίκος είναι καλήτερα και να γυρίση γλήγορα στον άντρα της, αφού μάλιστα μου είπε πως ο υπομοίραρχος δεν ήθελε να την αφήση νάρθη, θυμωμένος καθώς είτανε με τα πεθερικά του, που δεν του πληρώνουν αυτουνού τον τόκο, παρά ξοδεύουν άδικα για το γιο τους.

«Να πάω πίσω, δίχως να δω το Νίκο! Αυτό δε γίνεται. Σαν κ' έχω άλλον αδερφό απ' αυτόν; Έχω δυο χρόνια να τονέ δω», μου είπε και δακρύσανε τα μάτια της.

«Σου περισσεύει κάνα ειποσιπεντάρικο;» τη ρώτησα.

«Για τι; μου είπε».

«Γράψε του πως θέλεις να τονέ δης να του το δώσης και τότε θα τρέξη να σε βρη ο ίδιος».

«Μην τα λες αυτά», μου απάντησε, «δεν είναι τέτοιος ο Νίκος. Μπορεί να κάνη τρέλλες, καθώς όλοι οι νέοι, μα εμένα μ' αγαπάει. Νάχα μαζί μου να σούδειχνα τα γράμματα, που μούστελνε απ' τη Γερμανία».

Μα σε λίγο τα ξέχασε αυτά κι άρχισε να μου παραπονιέται πως ο Νίκος δε φέρθηκε καλά να μην πάη να ψηφίση στις εκλογές. Ο βουλευτής τους θα πιτύχη και θα τονέ διόριζε, αν πήγαινε να ενεργήση κι αυτός σαν τους άλλους δικηγόρους. Έπειτα δεν έκαμε καλά να γελάση και τη μάννα του. Της έγραψε πως τόσο την πόνεσε, που δε βλέπει την ώρα να γυρίση ναύρη παρηγοριά στα μάτια της. Και τώρα νάρθη να κάθεται δω και να της παίζη τέτοιες ιστορίες, να τη βάζη σε ανησυχία πως είναι βαριά άρρωστος!

«Βλέπεις λοιπόν», της είπα, «και συ θέλεις να τονέ δης».

Όμως στάθηκε αδύνατο να την καταφέρω να φύγη. Με βίασε, μου έπεσε στα πόδια να της βρω το Νίκο. Μια θύμωνα, μια τη λυπόμουνα. Μα να ξαναμπλέξω με το Νίκο μια και τον ξεφορτώθηκα!

«Τώρα δεν μπορούμε να τον εύρουμε», της είπα· «να σε πάω στο ξενοδοχείο σου και το μεσημέρι, άμα θα βγω από το γραφείο μου, έρχουμαι και σε παίρνω και πάμε».

Το δέχτηκε με χίλια βάσανα. Στο γραφείο μου συλλογιζόμουνα όλη την ώρα πως ίσως θα είτανε καλήτερα να την παραιτήσω ολότελα. Μα πάλι μου φάνηκε πολύ βαρύ, και πήγα και την πήρα. Το απόγεμα, αφού γυρίσαμε πρώτα στα καφενεία, που ήξερα πως πηγαίνει ο Νίκος, την πήρα και πήγαμε και καθήσαμε στην μπίρα που μαζευόντανε οι λόγιοι. Διάλεξα ένα απόμερο τραπέζι που να μη φαίνεται από την πόρτα κ' έτσι έλπιζα να πιάσω το Νίκο στην παγίδα, Ο σγουμπός με τα γυαλιά και με το βιβλίο στο χέρι, η Ιππολύτα, ο Θέμης Φλοίσβος και δυο άλλοι ακόμα ήρθαν και καθήσανε στην άκρο, που κάθονταν και την περασμένη μέρα.

«Να οι φίλοι του αδερφού σου», είπα της ξαδέρφης μου.

«Μ' αυτούς πηγαίνει;» αναστέναξε ρίχνοντας θλιβερές ματιές απάνω τους: «Κ' εκείνη ποια είναι;.·»

«Μια μεγάλη ποιήτρια. Μα άσ' την αυτή και πρόσεχε στην πόρτα. Μην πεταχτής σαν τονέ δης να μπη. Ασ' τονε να ζυγώση στο τραπέζι εκεί κ' έπειτα σήκω πιάσ' τον άξαφνα».

Κατάστρωσα το σκέδιο έτσι, ώστε άμα θα σηκωνόταν αυτή να πάη στο Νίκο, να πεταχτώ εγώ να φύγω. Πλήρωσα κιόλας, πήρα μιαν εφημερίδα και την κρατούσα μπροστά μου και περίμενα. Μα η ώρα περνούσε κι ο Νίκος δε φαινότανε.

«Εκείνος δεν είναι;» τινάχτηκε μια στιγμή η ξαδέρφη μου κ' έδειξε ένα νέο που μπήκε μέσα και τράβηξε ίσια στο ποιητικό τραπέζι.

Γελάστηκε από το ξουρισμένο μουστάκι του. Της το είχε γράψει η μάννα της πως ο αδερφός της έκαμε κι αυτή την πράξη. Της ξήγησα πως ο Νίκος άφησε πάλι όχι μόνον το μουστάκι του, μα και τα γένια.

Έγυρε απογοητεμένη στον καναπέ. Εγώ κοίταζα το νέο που είχε σιμώσει στο τραπέζι. Κρατώντας τα καπέλο του στο χέρι, έσκισε με μεγαλόπρεπη ηρεμία τάλλα τραπέζια και στάθηκε ορθός μπροστά στην Ιππολύτα. Ούτε κι άμα χαιρέτησε δεν έσκυψε. Τον έβλεπα από το πλευρό. Τα ορθά μαλλιά του, το ψηλό του μέτωπο, η μακριά καμπυλωτή μύτη μου θυμήσανε μιαν εικόνα, του Σίλλερ θαρρώ, που είχε κρεμασμένη στην κάμαρα του ο Νίκος κ' η Μαρία δεν μπορούσε να τη δη. Ήθελε να την πετάξη από κει· τόσο δεν της άρεσε το μάτι του, που κοίταζε αγριωπά στο μάκρος, κ' η περιγελαστική σούφρα που κάνανε τα χείλια του. Παρόμοια εντύπωση μου κάνανε και μένα τα χείλια αυτού του νέου. Κι ωστόσο είταν όμορφος, πολύ όμορφος. Είχε ένα μαντύα αναρριχτό διπλωτά στις πλάτες σαν αρχαία χλαμύδα κ' έστεκε πάντα ακίνητος. Κι άμα μιλούσε κατάφερνε να μη σαλεύη τα χείλια, να μη χαλά την περιγελαστική τους δίπλα. Καθώς έμαθα ύστερα από το Βελαδράπα, είταν εκείνος που υποψιάστηκα, ο νέος προφήτης, που είχα ακούσει πως ήρθε από τη λυβική έρημο να κάμη εκείνο που δεν κάμανε οι πρόδρομοί του, να βάλη στη θέση τους όλους τους έλληνες ποιητές από τον Όμηρο κ' εδώθε.

Μα ο Νίκος δε φαινότανε. Δεν ερχότανε κι ο Βελαδράπας κι άρχισα νανησυχώ και γω περσότερο από την ξαδέρφη μου. «Αν πήγε κει!» στοχαζόμουνα και με την ιδέα αυτή δεν μπορούσα να καθήσω άλλο στην μπίρα.

«Άκουσε», είπα της ξαδέρφης μου, κάθησε συ εδώ. Φοβούμαι μην πήγε κάπου αλλού ο Νίκος. Πάω να δω εκεί και θα σου τονέ φέρω, αν τονέ βρω. Εσύ μείνε και περίμενε δω. Μη φύγης».

Τράβηξα στου Βελαδράπα. Ο Νίκος είτανε κει κ’ η Θάλεια μαζί τους.

Άκουσα τη φωνή της απόξω. Σα με είδε που μπήκα στην κάμαρα του αδερφού της, μου φάνηκε σα να μην της άρεσε.

«Με συμπαθάτε που σας ενοχλώ», της είπα· «ήρθα μονάχα για να πω κάτι του ξαδέρφου μου».

Ο Νίκος σα να κατάλαβε, έκαμε πως δεν άκουσε τι είπα. Είχε ένα βιβλίο στο χέρι και το ξεφύλλιζε.

«Μπορώ κάτι να σου πω», του είπα και τον έπιασα από τον ώμο, δίχως ναφήσω το καπέλο μου από το χέρι.

«Ύστερα μου λες», απάντησε ξερά χωρίς να πάψη να κουνιέται στην καρέκλα που καθότανε και χωρίς να σηκώση τα μάτια από το βιβλίο.

«Είναι ανάγκη», του ξαναείπα.

«Αηδίες. Το ξέρω τι θα μου πης», απάντησε πάλι στον ίδιον τόνο.

«Καλά σας λέει, αφήστε τις κουταμάρες τώρα. Τα λέτε κ' ύστερα τα μυστικά σας», είπε κ' η Θάλεια.

Έκαμα να φύγω.

«Πού πας; Κάθησε να βγούμε όλοι μαζί», μου φώναξε ο Βελαδράπας.

«Πού αγαπάς να πάμε; Δεν είπαμε να πιούμε τσάι εδώ;» τον αποπήρε η Θάλεια.

«Εσύ τόπες· εγώ σας είπα θα πάω στην μπίρα», φώναξε κείνος.

«Σας περιμένουν κιόλα», είπα.

«Ποιοί είναι κει;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Οι χτεσινοί».

«Κ' η δεσποινίδα Κλεαρέτου;» πετάχτηκε η Θάλεια κοιτάζοντας με χαμόγελο το Νίκο.

«Κλεαρέτη», τη διόρθωσε ο Νίκος.

«Κατά τη δική σας τη γραμματική», ξαναείπε η Θάλεια.

«Έλα σήκω, Νίκο· πάμε να δούμε τι θα κάνουμε. Αύριο θα φύγη ο Κλεαρέτης. Πρέπει να του το πω οριστικά», είπε ο Βελαδράπας.

«Τα λέμε με την Κλεαρέτη που θα μείνη. Την έχει πληρεξούσιο», απάντησε ο Νίκος.

Έλα, άσε ταστεία· σήκω τώρα πάμε», τονέ σκούντησε ο Βελαδράπας και πήρε το καπέλο του.

Η Θάλεια έτρεξε και του το άδραξε από το χέρι: «Κάτσε κάτω, κάνε μου τη χάρη. Θα πιούμε τσάι εδώ κι από κει θα πάμε στο Σύνταγμα να δούμε την κίνηση. Κ' εσείς, παρακαλώ — », γύρισε σ' εμέ κ' έκαμε να πάρη και το δικό μου καπέλο.

«Κι από το Σύνταγμα στην μπίρα μια στιγμή», είπε ο Νίκος.

«Στην μπίρα δεν έρχουμαι· σας τόπα», φώναξε η Θάλεια.

«Έχεις τόση αντιπάθεια στην Κλεαρέτη;»

«Δε μου αρέσει κι αυτή και κείνος. Δεν είναι άνθρωποι καθώς πρέπει κι αν ο Βελαδράπας δεν πάψη να τους συναναστρέφεται, θα το πω του μπαμπά».

«Ξεφορτώσου με, αυτό θα κάνης καλά. Εγώ θα τους φέρω και δω να σκάσης», της φώναξε ο Βελαδράπας.

«Δεν κοπιάζεις; Α θες να τους πετάξω κάτω από τη σκάλα».

«Τη ζηλεύεις που είναι ωραία», της είπε ο Νίκος δίχως να γελάση.

«Τα μούτρα της! Αυτή να ζηλέψω! Φτάνει μόνο το χρώμα της. Σα χλεμπόνα είναι!»

«Αυτό το χρώμα είναι ίσια ίσια το ξεχωριστό της. Σαν εικόνα του Μποτιτσέλι».

Ο Βελαδράπας τον κοίταξε κι αυτός, σα να μην ήξερε αν τα λέη στα σοβαρά ή μόνο για να πειράξη την αδερφή του.

«Αδικείτε το γούστο σας, αν το λέτε σοβαρά πως είναι ωραία αυτό το τέρας», είπε κείνη.

«Πρόσεξες τα μάτια της; Είδες τα χέρια της; Και να την άκουγες να παίζη πιάνο. Αισθάνεται το Μπαχ σα γερμανίδα».

«Αυτή, αυτή;»

«Ναι, αυτή· και πώς μιλεί για τη φιλοσοφία!»

«Δεν ξέρει ούτε το στόμα της νανοίξη. Τα παπούτσια της πες της να χαρή», φώναξε η Θάλεια κ' έφυγε από την κάμαρα.

«Μπορώ να πω κάτι του Νίκου;» ρώτησα το Βελαδράπα.

«Ξέρω τι θα μου πης. Ήρθε και σε βρήκε η Πολυξένη», μου είπε ο Νίκος απότομα, σα βγήκε όξω ο Βελαδράπας.

«Ναι, θέλει να σε δη· τι να την κάνω;»

«Να με ξεφορτωθής και συ και κείνη».

Άναψα: «Ξέρεις, δεν υποφέρνεσαι. Άμα χρειάζεσαι κανέναν — ». Από το θυμό μου δεν μπορούσα να βρω λόγια.

«Άι να χαθής», μου είπε και μου γύρισε την πλάτη.

Έκαμα να χυμήσω απάνω του. Μα η Θάλεια άνοιξε την πόρτα κάνοντας τόπο της υπερέτριας, που ερχότανε πίσω με το δίσκο. Την άφησα και πέρασε κ' έπειτα πετάχτηκα αμέσως όξω. Καθώς κατέβαινα τη σκάλα, άκουσα τα πατήματά της που τρέξανε κατόπι μου. Μου φάνηκε σα να με φώναξε κιόλα κάποιος. Μα δε σταμάτησα.

Πήγα στην μπίρα και πήρα την ξαδέρφη μου και την άλλη μέρα τη συνέβγαλα στο σταθμό. Έφυγε δίχως να δη τον αδερφό της.

7

Μου φαινόντανε απίστευτα όσα έβλεπα. Σα να ονειρευόμουνα. Η Θάλεια, που κλαιγότανε τον αδερφό της, γιατί έμπλεξε με τους μαγκούφιδες, να μπερδευτή η ίδια μ' έναν από δαύτους! Η γνωστική, η πραχτική, η μετρημένη Θάλεια; Τι καρτερεί απ' αυτούς; Θέλει να παίξη μοναχά; Μα τότε εγώ την παρανόησα τόσον καιρό; Δεν ήθελα να το πιστέψω, δεν ήθελα να χάσω την ελπίδα. Τέλος πάντων κάτι είχα πλάσει και γω με το νου μου και δε μου άρεσε να το αφήσω να μου γκρεμιστή για να διασκεδάση μια στιγμή μονάχα ο ξάδερφος μου. Έπειτα μου φαινόταν πως το είχα κιόλα χρέος και πολλές φορές στοχάστηκα να τρέξω να τα πω όλα της Θάλειας, να της φανερώσω ποιος είναι ο Νίκος. Μα δεν εύρισκα το θάρρος και μου ερχότανε πάλι η ιδέα να πάω καλήτερα στη μάννα της. Φανταζόμουνα πως μόλις θα το άκουγε, θάκλεινε αμέσως την πόρτα της του Νίκου. Όμως δεν μπορούσα να το αποφασίσω ούτε αυτό και βρήκα ευκολώτερο να πιάσω την κουβέντα μόνο με το Βελαδράπα. Σχεδίασα πώς να του ανοίξω την καρδιά μου, πώς να τον κάμω να αισθανθή τη θέση μου και την τιμή της αδερφής του.

Όταν τονέ βρήκα, μου έδωσε αυτός την αφορμή:

«Γιατί έφυγες έτσι εψές: Τι είχες με το Νίκο:» μου είπε.

Του διηγήθηκα όλη την ιστορία.

«Δεν τονέ νοιώθεις και τον παρεξηγείς· τονέ μετράς με το συνηθισμένο μέτρο», μου απάντησε.

Μου ήρθε να του δώσω μια κατραπακιά, μα τον είδα τόσο σοβαρό, που τονέ λυπήθηκα. Τον κοίταξα μονάχα με χαμόγελο.

«Αυτό είναι ίσια ίσια η δύναμη του Νίκου, να μπορή να κλωτσοπατά τις συνθήκες, να μην υποτάζεται σ' αυτές», μου είπε με τον ίδιο σοβαρόν τόνο.

«Τι λες, βρε;» θύμωσα στο τέλος· «νάρθη η αδερφή του επίτηδες γι' αυτόν και να μην πάη να τη βρη;»

«Τι η Εκάβη προς αυτόν κι αυτός προς την Εκάβη;» μου απάντησε γελώντας.

«Η αδερφή του!»

«Η αδερφή του, ναι. Τι κολοκύθια είν' αυτά; Γιατί τους γέννησε η ίδια μάννα; Αυτές είναι αδυναμίες των κοινών ανθρώπων. Η δύναμη είναι να μπορής να τις νικάς».

«Να μην είσαι δηλαδή άνθρωπος».

«Να είσαι υπεράνθρωπος».

Θέλησα κάτι να του πω, μα με πήρε μπροστά με τα λόγια κι άρχισε να μου εξηγή με όλο το σοβαρό πως φυσική συγγένεια δε θα πη τίποτες. Η μοναχή συγγένεια είναι η κατ’ εκλογή συγγένεια: «Το ξέρω· ό, τι και να σου πω, δε θα με νοιώσης, μια και δε διάβασες το Γκαίτε», μου είπε σαν είδε πως τον κοίταξα χαμογελώντας.

«Άσ' τα αυτά», τον έκοψα· «δε μου λες, πήγατε ψες στην μπίρα; Τους κατάφερες;»

«Πήγαμε».

«Όλοι σας;»

«Ναι».

«Ήρθε κ' η Θάλεια;»

«Ήρθε».

Τον κοίταξα: «Θα με συμπαθήσης να σου πω ένα λόγο;» του είπα.

«Πες».

«Δε βρίσκεις πως δεν ταιριάζει η Θάλεια σ' αυτή τη συντροφιά;»

«Ακούς και συ αυτά που λέει για την Κλεαρέτη; Ωχ καημένε! Βλέπω πως ζης και συ αιώνες πίσω. Έπειτα ποιος της είπε νάρχεται; Μου κάνει χάρη κιόλας να με ξεφορτωθή. Το ξέρεις πως τη βαριούμαι».

«Σα θέλεις άκου με», του είπα· «καλά θα κάμης να μην την ξαναπάρης μαζί σου· κι ακόμα — ».

Δε μ' άφησε να τελειώσω: «Σου κάνω χάρη και δεν ξαναπάω και γω μαζί τους. Μάλλωσα ψες με όλους.

«Και με το Νίκο;»

«Και μ' αυτόνε», μου είπε και μου διηγήθηκε το γλωσσικό καυγά τους.

Το άλλο βράδυ δεν μπόρεσα να κρατηθώ να μην περάσω από την μπίρα και να ρίξω μέσα μια κρυφή ματιά. Τον είδα που καθότανε πάλι στον κύκλο ανάμεσα από τη Θάλεια και την Κλεαρέτη. Κι ο Νίκος αντίκρυ τους. Έφυγα γοργά να μη με δούνε.

Πήγα στον τόπο μου για να ψηφίσω, με την απόφαση να μην ξανάρθω στην Αθήνα. Μα δεν μπόρεσα να μείνω και γύρισα σε λίγες μέρες. Δυοτρείς φορές κίνησα να πάω στου Βελαδράπα, μα δεν κατάφερα να φτάσω ως την πόρτα του. Και κείνος, μην ξέροντας ίσως πως γύρισα, δεν ήρθε να με βρη.

Δεν τον απάντησα ούτε στο δρόμο. Πέρασα ένα δυο βράδια απόξω από την μπίρα, μα είδα άδειο το τραπέζι της συντροφιάς. Άξαφνα μια μέρα πήρε το μάτι μου το Νίκο που περνούσε με το τραμ. Στεκότανε πίσω ορθός μιλώντας με τον ποιητή Βιδούρη και φορούσε μαύρη φορεσιά και ημίψηλο, μου φάνηκε. Περσότερο με ξάφνισε που είχε κομμένα και τα μαλλιά. Με είχε συνηθισμένο με τις μεταμόρφωσές του, αυτή τη φορά όμως μου έβαλε πολλές υποψίες. Σα να είδα σε όλα αυτά το γούστο της Θάλειας.

Θα είχε περάσει καμιά βδομάδα, όταν απάντησα στο δρόμο το γέρο Πετροδίκη.

«Τι έγινες, βρε αδερφέ;» μου φώναξε· «να μη σε ξαναδούμε».

«Έλειπα· πήγα να ψηφίσω», δικαιολογήθηκα μπερδεμένος λιγάκι.

«Το στοχαστήκαμε, για να μη σε δούμε. Την πάθατε ε; Δεν μπορέσατε να βγάλετε το δικό σας. Γι' αυτό δεν έρχεσαι, μη σου κρεμάσουμε τον τενεκέ;»

Το είχα λησμονήσει πως έχασε ο υποψήφιος, που πήγα να του δώσω ψήφο. Ο γέρο Πετροδίκης, σα με είδε πως δεν είχα πάρει κατάκαρδα τον τοπικό χαμό, άρχισε να μου ξεχύνη τη χαρά του για το γενικό θρίαμβο του κορδονιού και πήγαμε έτσι ένα διάστημα μαζί.

«Ε, δεν έρχεσαι μεθαύριο την Κυριακή να φάμε σπίτι και να τα πούμε καλήτερα;» μου είπε άμα θα χωρίζαμε.

Του το έταξα και την Κυριακή πήγα. Η Θάλεια με δέχτηκε πρόσχαρα. Με ρώτησε πότε έφυγα, πότε ήρθα, πώς πέρασα, μου κρέμασε τον τενεκέ, είπαμε με αυτή και τη μητέρα της αδιάφορες κουβέντες, όσο που ήρθε κι ο πατέρας της και καθήσαμε στο τραπέζι. Κατέβηκε κι ο Βελαδράπας από τη σοφίτα απάνω που έγραφε, και ξαφνίστηκε σα με είδε. Δεν του είχε πει κανένας, είπε, πως θαρχόμουνα να φάω. Αυτό έκαμε τη μάννα του να φανερώση πως ο γέρο Πετροδίκης είχε ξεχάσει να τους πη πως με είδε και με προσκάλεσε να φάμε. Μόλις την Κυριακή πρωί το θυμήθηκε κ' έτσι δεν το άκουσε ο Βελαδράπας.

Φάγαμε, μιλήσαμε, γελάσαμε, η Θάλεια κάθησε στο πιάνο, ο Βελαδράπας γρατσούνισε μαζί της το βιολί του, όσο που η ώρα πέρασε κι ο γέρο Πετροδίκης μου ζήτησε συμπάθιο κ' έφυγε.

«Πάμε και μεις όξω;» είπα σε λίγο του Βελαδράπα.

«Καρτερώ το Νίκο· θαρθή στις πέντε», μου απάντησε.

Κάθησα λιγάκι κ' έπειτα σηκώθηκα.

«Τι, φεύγετε;» με ρώτησε η Θάλεια.

«Έχω να πάω κάπου· να με συμπαθάτε».

Χαιρέτησα, ευχαριστώντας κι αυτή και τη μητέρα της. Με συνεβγάλανε στη σκάλα: «Να σας ξαναδούμε», μου είπανε κ’ οι δυο.

Ο Βελαδράπας αποφάσισε ναρθή μαζί μου λίγο όξω: «Έχω καιρό· ως τις πέντε θάμαι δω», είπε της Θάλειας.

Μου ήρθε όρεξη να τονέ διώξω κι αυτόν από κοντά μου και να μείνω μόνος. Είχα μετανοιώσει πια που γύρισα από τον τόπο μου κι αυτό συλλογιζόμουνα όλη την ώρα, που ο Βελαδράπας μου μιλούσε για ένα νέο δράμα που έγραφε. Μου είπε πως σπάνια πια βλέπει τους συναδέρφους του, εξόν από το Νίκο. Μου είπε ακόμα πως ο Κλεαρέτης έφυγε και πως ο Θέμης Φλοίσβος είναι ερωτεμένος με την Κλεαρέτη στα γερά κ' έγραψε ένα άρθρο γι' αυτή στο Μηνύτορα.

«Τι κάνει αυτή εδώ;» τονέ ρώτησα.

«Γράφει μια φιλοσοφική μελέτη».

«Και πώς ζει;»

«Γυρεύει να βρη να δίνη μαθήματα στη μουσική και σε ξένες γλώσσες».

«Ξέρει γλώσσες;»

«Πολλές. Δεν ξέρεις τι μόρφωση έχει! Και το παίξιμο της! Μεταρσιώνει!»

Μου είπε διάφορα άλλα, όσο που μ' άφησε.

Είδα πια πως το φρονιμώτερο είτανε να μην ξαναδώ ούτε τη Θάλεια ούτε κανέναν από τους δικούς της. Αν μπορούσα μάλιστα, θάφευγα. Μα πού να πήγαινα; Στο σπίτι μου είταν αδύνατο να παρουσιαστώ δίχως την άδεια. Η Θάλεια δεν είταν η μοναχή στον κόσμο. Πήρα την απόφαση και προσπάθησα να την ξεχάσω με τη δουλειά στο γραφείο μου. Γύρεψα άλλες συντροφιές κι απόφευγα να φαίνουμαι σε κάθε μέρος που μπορούσα να την απαντήσω. Ωστόσο η σύμτωση την έφερε μπροστά μου. Μια μέρα την απάντησα με κάποια φιλενάδα της, καθώς έβγαινα στην Ομόνοια. Πρόφτασα κ' έκαμα πως δεν την είδα. Μιαν άλλη μέρα καθώς πήγαινα να μπω σ' έναν καφενέ, να την πάλι με τον αδερφό της και με το Νίκο στο άλλο πεζοδρόμιο. Καλά και δε με είδε ο Βελαδράπας και δε χαιρέτησα. Ο Νίκος έκαμε πως δε με πρόσεξε και κείνη γύρισε επίτηδες αλλού τα μάτια.

8

Πέρασαν έτσι καναδυό βδομάδες, όταν άξαφνα μια μέρα είδα το Βελαδράπα νάμπη στο γραφείο μου. Είτανε σοβαρός και κάθησε, αφού με ρώτησε αν αδειάζω.

«Έχω να σου πω κάτι σπουδαίο», μου είπε σιγά· «σου το λέω σα φίλος και θέλω νακούσω τι λες κ' εσύ».

Άφησα το γράψιμο κ' ετοιμάστηκα να τον ακούσω.

«Διάβασε αυτό εδώ», μου είπε.

Είταν ένα γράμμα χωρίς υπογραφή και τον ειδοποιούσε πως ο Νίκος σχεδιάζει να του κλέψη την αδερφή.

Δεν ξέρω γιατί χάρηκα μέσα μου. Σα να μούφυγε από την καρδιά μεγάλο βάρος. Δίπλωσα το γράμμα και του το ξαναέδωσα.

«Το πιστεύεις;» με ρώτησε.

Δεν απάντησα.

«Τι μου λες να κάμω;»

Σήκωσα τους ώμους αδιάφορα.

«Το πιστεύεις να το κάμη αυτό ο Νίκος;» με ξαναρώτησε.

«Το πιστεύω», είπα.

Έσκυψε το κεφάλι: «Τότε είμαι ναυτοχτονήσω. Η μαμά κι ο μπαμπάς θα τα βάλουνε με μένα».

«Μπορώ να σε ρωτήσω και γω;» του είπα· «εσύ δε βάζεις υποψία; δεν είδες τίποτες;»

Με κοίταξε σουφρώνοντας τα χείλια και μαζεύοντας τους ώμους. Έπειτα ξανάσκυψε το κεφάλι. Τονέ λυπήθηκα.

«Δεν ξέρω τι να κάμω», είπε πάλι.

«Να του κλείσης την πόρτα και να ειδοποιήσης τη μαμά σου».

«Εγώ έλεγα καλήτερα να το πω της Θάλειας».

«Τι θα ωφελήση;»

«Να του κόψη το θάρρος που τούδωσε. Και να τον παρακαλέσω κι αυτόνε να μην ξαναρθή σπίτι».

«Καλά, κάμε έτσι·».

«Εσύ δεν μπορείς να του πης τίποτες; Δεν ξέρεις πως θα με υποχρέωνες. Σε μένα ξέρεις πέφτει δύσκολο. Θα μ' έσωζες».

«Αδύνατο», του είπα σε τρόπο που δεν τόλμησε να με ξαναπαρακαλέση.

Κάθησε λίγο κ' έφυγε έπειτα.

Έχασα όλη τη χαρά και μ' έπιασε βαθειά θλίψη, όταν έμεινα μονάχος. Ένοιωσα πάλι βάρος μέσα μου σα να είμουνα εγώ η αιτία που έφτασε ως εκεί το πράμα. Τώρα έβλεπα πως φέρθηκα κουτά από την αρχή, πως έπρεπε, μόλις είδα νάμπη μέσα ο Νίκος, να ειδοποιήσω το γέρο Πετροδίκη να λάβη τα μέτρα του. Δεν έγραφα κάνε εγώ τότε ένα ανώνυμο γράμμα, αφού δεν είχα την τόλμη να το πω! Άρχισα να ξανασυλλογίζουμαι τι έχασα, ενώ είμουνα στο δρόμο να το λησμονήσω.

Την άλλη μέρα περίμενα από περιέργεια μην έρθη ο Βελαδράπας και μου πη τι έκαμε. Μα πέρασε κ' η άλλη και δεν ήρθε. Το άλλο το απόγεμα τους είδα και τους τρεις που ανεβαίνανε στο Σύνταγμα. Και κείνος, που έκαμε πρώτος πως δε μ' είδε, είταν ο Βελαδράπας. Νόμισα πως με ντράπηκε, που τον είδα να είναι πάλι με το Νίκο και την αδερφή του μαζί, έπειτα από το γράμμα που έλαβε. Σε δυο τρεις μέρες όμως τον ξαναπάντησα μονάχο του κ' έκαμε πάλι πως δε μ' είδε. Δεν ξέρω τι μ' έσπρωξε μέσα μου κ' έτρεξα και τον έπιασα.

«Κάνεις πως δε με βλέπεις;»

«Δε ντρέπεσαι να με ζυγώνης», μου είπε θυμωμένα.

«Γιατί;»

«Ξέρεις γιατί».

Ξαφνίστηκα.

«Εσύ τόγραψες το γράμμα. Αυτό λέγεται ατιμία», μου είπε αγριωπά.

Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι· μου ήρθε να του σπάσω το μουσούδι.

«Έπρεπε νάχης το θάρρος να μου το πης. Όχι να συκοφαντής ανώνυμα. Όσα είχες εσύ στο νου σου τάρριξες στους άλλους. Φταίω εγώ που σου άνοιξα την πόρτα μου», φώναξε τόσο δυνατά, ώστε κάποιοι που περνούσανε σταματήσανε και μας κοίταξαν.

Έκαμα να ξαμώσω απάνω του, μα σαν είδα πως θα μάζευα τον κόσμο, τον άφησα κ' έφυγε. Φαντάστηκα πως ο Νίκος θα τάρριξε σε μένα για να γλυτώση, κι αποφάσισα να πάω να βρω το γέρο Πετροδίκη να του πω τι τρέχει, να εξιλεωθώ σε κείνον κάνε.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings